Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργοναυπλία’

Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία


 

 Το νερό πολύτιμη πηγή ζωής

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της φύσης, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και τη βιολογική του συνέχεια του ανθρώπου, η φωτιά, ο αέρας, η γη  και το νερό. Η φωτιά μας προσφέρει θερμότητα και φως. Ο αέρας είναι απαραίτητος για την αναπνοή, στην οποία στηρίζουμε την ύπαρξή μας. Η γη στην καλλιεργήσιμη μορφή της αποτελεί το βασικό μέσο παραγωγής της τροφής, που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.

Το νερό στις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις πηγές είναι απαραίτητο για την υγεία, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία, την πολιτιστική και τη θρησκευτική ζωή και αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά στη ζωή. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν δίπλα στα ποτάμια ή στα ρέματα τις στάνες, για να ποτίζουν τα ζώα τους. Είναι το κύριο συστατικό του σώματός μας, καθώς το 60% του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από νερό. Βοηθά στην μεταφορά, τη διάλυση και την απορρόφηση όλων των θρεπτικών συστατικών που λαμβάνει καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.  Χωρίς τροφή μπορούμε να αντέξουμε μέχρι και 6 εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί. Χωρίς νερό όμως ο οργανισμός αντέχει μόνο λίγες μέρες και είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει τη μία εβδομάδα ζωής. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πού ζούμε, τι κάνουμε. Όλοι εξαρτιόμαστε απ’ το νερό. Το χρειαζόμαστε κάθε μέρα με πάρα πολλούς τρόπους, για να είμαστε υγιείς, για να παράγουμε την τροφή μας, για τις μεταφορές, την άρδευση και τη βιομηχανία. Το χρειάζονται τα ζώα και τα φυτά, για να αλλάζουν οι εποχές και τα χρώματα.

Η ιστορία του νερού συμβαδίζει με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντιζε να ζει κοντά στις πηγές, τους ποταμούς και τις λίμνες. Οι πρώτες του μετακινήσεις συνδέονταν άμεσα με την αναζήτηση του νερού. Οι περισσότεροι πολιτισμοί γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό. Στις ακτές της Μεσογείου εμφανίστηκαν οι σημαντικότεροι από αυτούς, όπως οι Μίνωες, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ρωμαίοι. Πολλοί μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί άνθισαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών, όπως ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός στην κοιλάδα του Νείλου, ο Ασσυριακός στη Μεσοποταμία, ο Κινεζικός στη κοιλάδα του Κίτρινου ποταμού, ο Ινδικός στη κοιλάδα του Γάγγη κ.λπ. Σε αυτούς τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το νερό κατέχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

Το νερό είναι απαραίτητο συστατικό τόσο για τον ανθρώπινο οργανισμό όσο για τα ζώα και τα φυτά, γιατί απ’ αυτό εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή τους. Οι δυο βασικές για τη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίηση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκε σε τόπους που το περιβάλλον του πρόσφερε αυτό το φυσικό αγαθό. Όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη που υπήρχαν ποτάμια ή πηγές, οδήγησαν το νερό σε συγκεκριμένες θέσεις και εκεί έχτισαν βρύσες.  Όσοι εγκαταστάθηκαν στον κάμπο, άνοιξαν πηγάδια και το άντλησαν από τα υπόγεια ποτάμια. Και όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη όμορφα, που δεν τους παρείχαν όμως νερό, έχτισαν στέρνες (δεξαμενές αποθήκευσης βρόχινου νερού). Για να προμηθεύονται δηλαδή και να χρησιμοποιούν ευκολότερα το νερό οι άνθρωποι, δημιουργούσαν κατασκευές με σκοπό τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του υπερπολύτιμου νερού.

 

Οι Bρύσες

 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας. Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο. Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού [1].

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

Οι βρύσες – κρήνες είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Στον Όμηρο βρίσκουμε αρκετές φορές τη λέξη «κρήνη» και τις πρώτες αναφορές για τις τοποθεσίες που βρίσκονταν και τις σχέσεις των ανθρώπων μ’ αυτές. Στην Ιλιάδα αναφέρει δυο συγκεκριμένες κρήνες του Άργους, τη Μεσσηίδα και την Υπέρεια [2], που η θέση τους δεν έχει εντοπιστεί ούτε από τη φιλολογική κριτική, ούτε από την αρχαιολογική έρευνα. Στην Οδύσσεια αναφέρει κρήνες που βρίσκονταν σε οικισμούς, στον κήπο, στο δρόμο και στην αυλή [3], από τις οποίες έπαιρναν νερό οι πολίτες. Γνωστές από την αρχαιότητα είναι η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά.

Οι περισσότερες αρχαϊκές και κλασικές πόλεις είχαν τοπικές πηγές στο κέντρο τους και η πηγή πιθανότατα υπήρξε ένας βασικός λόγος ανάπτυξης μιας πόλης γύρω της. Ο Παυσανίας έγραφε ότι, για να μπορεί μια συγκέντρωση ανθρώπινων κατοικιών να ονομάζεται πόλη, πρέπει στο κέντρο της να διαθέτει μια κρήνη. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή κτίζονται κρήνες μέσα στις πόλεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη άντλησης νερού, αλλά έχουν και ωραία αρχιτεκτονική μορφή. Ο παραδοσιακός τύπος των δημοσίων κρηνών μέχρι αυτή την εποχή ήταν ένας τοίχος με κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής, απ’ όπου έτρεχαν τα νερά σε μία γούρνα και μπροστά μια κιονοστοιχία-πρόσοψη. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι κρήνες-κτίρια, που διατηρούν αυτό το γενικό σχήμα, αλλά είναι διακοσμημένες με περισσότερα αρχιτεκτονικά στολίδια και μερικές φορές μπροστά στο κυρίως κτίσμα υπάρχει μία αυλή. Η κρήνη λοιπόν από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο και συνδυάζεται με τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Στη ρωμαϊκή εποχή υπερίσχυσε η δημόσια κρήνη με αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Οι πόλεις εκείνης της εποχής ήταν σπαρμένες από απλές πέτρινες λεκάνες κατά μήκος των δρόμων και στα σταυροδρόμια, στις οποίες διοχετευόταν το νερό από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγώνων. Την εποχή αυτή όμως οι μεγάλες και πυκνοκατοικημένες πόλεις που δημιουργήθηκαν απαιτούσαν όλο και περισσότερο νερό και υποχρέωναν τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής, που διοχέτευαν νερό και έλυσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο το πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Τα υδραγωγεία κατευθύνονταν προς τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία, γιατί στην αρχαιότητα οι ονομαστές πηγές έπαιρναν το όνομα της νύμφης που κατοικούσε εκεί.

Ο χριστιανισμός έδωσε στο νερό τη μορφή αγιάσματος και συνέδεσε την κρήνη με το ναό. Η χριστιανική κρήνη τοποθετείται μπροστά στο ναό και μερικές φορές μέσα στο νάρθηκα του ναού. Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να «προστατεύουν το νερό, την πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα». Αλλά και πολλά από τα σπίτια, κυρίως τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, διέθεταν στις περίστυλες αυλές και στους κήπους κρήνες, μικρά σιντριβάνια και βρύσες. Στη βυζαντινή περίοδο οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι βρύσες, όπως άλλωστε όλα τα δημόσια έργα, κατασκευάζονται και διαμορφώνονται από τις τότε οθωμανικές αρχές. Πολλές  οθωμανικές βρύσες είναι μοναδικά έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Σύμφωνα με το Κοράνι είναι θεάρεστη πράξη η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων μιας συνοικίας ή των στρατοκόπων που περιδιάβαιναν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών. Χτισμένες συνήθως σε πλατείες, σε σταυροδρόμια, κοντά σε θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεκέδες, μεντρεσέδες, νεκροταφεία) ή σε κομβικά σημεία διακίνησης του πληθυσμού, έφεραν συνοδευτικές επιγραφές, που ανέφεραν πότε και από ποιόν ή σε ανάμνηση ποιού γεγονότος χτίστηκε η βρύση, κι ακόμη ευλογούσαν το Θείο και υμνούσαν το νερό ως πηγή ζωής. Ωστόσο, στις γειτονιές των Ελλήνων και στους ορεινούς οικισμούς οι κατασκευές αυτές είναι μέλημα της ελληνικής κοινότητας και της εκκλησίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κοινόχρηστες βρύσες, που χτίζονταν στο κέντρο της κοινότητας, κοντά στην εκκλησία, ή πάνω στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους.

Στη νεότερη εποχή ο άνθρωπος, προκειμένου να προμηθεύεται ευκολότερα το νερό, κατασκεύαζε βρύσες πετρόχτιστες, δείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, που τις βρίσκουμε σε κάθε χωριό της ελληνικής επικράτειας. Οι βρύσες είχαν κυρίαρχη θέση στη ζωή κάθε χωριού και πόλης, γιατί εξασφάλιζαν ότι χρειάζεται μια κοινωνία για να ευημερήσει. Η βρύση της γειτονιάς ήταν η θέση προμήθειας νερού για όλες τις οικογένειες και τους περαστικούς. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους, έπιναν κι οι ίδιοι, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τριγύρω της και έριχναν και μια σταλιά στο πρόσωπο τους ή έπλεναν τα πόδια τους, που ήταν λερωμένα από το παιγνίδι. Δεν ήταν απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικισμό, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.), αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας [4]. Η βρύση, λοιπόν, από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο των πόλεων και συνδυάζεται με τις ανάγκες τις καθημερινής ζωής.

 

Βρύσες του Άργους

 

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία [5].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους [6].

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας συναντάμε στο Άργος 6 βρύσες, που αποτελούν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιάς πόλης του Άργους  και διασώζονται ως «διατηρητέα μνημεία». Βρίσκονται εκεί από μια εποχή, που οι πόλεις και τα χωριά δεν διέθεταν υδρευτικό δίκτυο, οπότε οι κρήνες στις γειτονιές εξυπηρετούσαν τον κόσμο στην προμήθεια νερού και στους δρόμους τους στρατοκόπους, που περιδιαβαίνουν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών.

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλεις συναντάμε δύο όμοιες τριγωνικές βρύσες, που χτίστηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας. Βρίσκονται η μία στη γωνία των οδών Γούναρη και Πολυγένους και η άλλη στη γωνία των οδών Περρούκα και Θεοφανοπούλου. Είναι και οι δύο πέτρινες και σχηματίζουν στο γείσο τους ένα ισοσκελές τρίγωνο, που θυμίζει αέτωμα αρχαίου ναού. Πίσω τους είναι κτισμένα σύγχρονα κτίρια, αλλά αυτές σώθηκαν και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία.

Στη διασταύρωση των οδών Θεάτρου, Τριπόλεως και Γούναρη, απέναντι από το αρχαίο θέατρο, βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη, αλλά πολύ παλαιά βρύση, που οικοδομήθηκε  την περίοδο της τουρκοκρατίας και παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, που στηρίζεται στις δύο παραστάδες της βρύσης. Ένας σιδερένιος κρουνός στο κέντρο έτρεχε μέχρι πρόσφατα νερό στη μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα μπροστά της. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως βρύση του Καρμόγιαννη, από το όνομα του ιδιοκτήτη του καφενείου, που στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται πίσω της και σήμερα είναι ενταγμένο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας αγοράς και ανήκει στην αρχαιολογική υπηρεσία.

 

Άργος, βρύση του Καρμόγιαννη – Στην είσοδο της πόλης από την Τρίπολη και απέναντι από το αρχαίο θέατρο βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη αλλά πολύ παλαιά βρύση. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, με ένα σιδερένιο κρουνό στο κέντρο και μια μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα κάτω. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. (Πλάτος 1.60μ., ύψος 2,10μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Στο κέντρο του πρόσφατα διαμορφωμένου πάρκου απέναντι από την λαϊκή Αγορά του Άργους, βόρεια του δικαστικού μεγάρου και δυτικά του αρχαιολογικού μουσείου (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα), βρίσκουμε μια κομψή παλαιά κρήνη. Μια μικρή τετράγωνη μαρμάρινη στήλη ύψους 1 μέτρου με μια όμορφη λεοντοκεφαλή – κρουνό σε κάθε πλευρά της, απ’ όπου τρέχει συνέχεια το νερό [σήμερα στερείται του νερού] και πέφτει σε τέσσερις ημικυκλικές μαρμάρινες γούρνες ακουμπισμένες στο έδαφος, μια σε κάθε πλευρά της στήλης.

 

Η Κρήνη στην πλατεία δικαστηρίων στο Άργος (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα). Φωτογραφία του 1989. Σήμερα στερείται του νερού.

 

Η κρήνη όπως είναι σήμερα (7-1-2020).

 

Στην περιοχή της  Άκοβας, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από την πόλη του Άργους και στις ΒΔ υπώρειες της ακρόπολης Λάρισα, ο επισκέπτης μπορεί και σήμερα να δει τη ξακουστή και πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας» σε μια καταπράσινη τοποθεσία γεμάτη πλατάνια. Το όνομα του οικισμού της Άκοβας συνδέεται με το υγρό στοιχείο, αφού, πιθανότατα, προέρχεται από τη λατινική λέξη aqua, που σημαίνει νερό, λόγω της ύπαρξης πολλών νερών στην περιοχή. Ιστορικά η  Άκοβα αποδεικνύει την εξέλιξη του  Άργους, αφού πιστεύεται ότι ο Βασιλιάς του Άργους Δαναός είχε διδάξει στους Αργείτες την τέχνη της διόρυξης φρεατίων, για να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα «δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  τους καλοκαιρινούς μήνες από το πηγαίο νερό που αναβλύζει η βρύση.Μέχρι πρόσφατα εδώ τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις.

 

Η βρύση της Άκοβας Άργους το 1910.

 

Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε την Ξηρόβρυση, μια ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή.

 

Άργος, Ξηρόβρυση – Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργούς -Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε αυτή την ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι. με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω. Εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. (Πλάτος 2,30μ.. ύψος 2.20μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύσες του Ναυπλίου

 

 Στο Ναύπλιο λίγο καιρό πριν υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής, βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποδες του Παλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη με ομοιόμορφες πέτρες με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Μια όμορφη παρουσία που πρέπει, κανονικά να αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλες παλιές βρύσες που σώζονται [7].

 

Βρύση στο Ναύπλιο. Στο Ναύπλιο το 1989 υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποόες του ΓΙαλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Φωτογραφία του 1989.

 

Στη μικρή πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα με τα παλαιά σπίτια του 18ου και του 19ου αιώνα. Στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας βρίσκεται μια πολύ ωραία μικρή παμπάλαια τούρκικη κρήνη του 18ου αιώνα ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό, για να ποτίζονται τα άλογα. Σήμερα είναι αχρηστευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια και ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θυρίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή στην οθωμανική γλώσσα με αραβική γραφή [8]. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο Τούρκος αγάς Μαχμούτ έχτισε το 1734 με 1735 αυτή την όμορφη κρήνη για τα άλογα. Ας παρακολουθήσουμε τι γράφει: «Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα, Ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο, Μαχμούντ’ Αγά. Ακολουθώντας το δρόμο του Θεού έκτισε αυτή την όμορφη κρήνη για τ’ άλογα. Και πρόσφερε το πιο καθάριο βάλσαμο στις δαμασμένες αρρώστιες».

 

Βρύση στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια, ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός απ’ όπου παλαιότερα θα έβγαινε το νερό για να ποτίζονται τα άλογα. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θερίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα αραβική επιγραφή.

 

Λίγο πιο δίπλα, απέναντι από την είσοδο του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη ενός τούρκικου χαμάμ.

 

Μικρή κρήνη με αραβική επιγραφή, ενσωματωμένη οε τοίχο σπιτιού σε πάροδο της οδού Καποδιστρίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό πιο παλιά χαμηλότερα. Σήμερα είναι αχρηοτευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Κρήνη Ναύπλιο. Στο δρόμο προς το Παλαμήδι υπάρχει αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη φτιαγμένη με ομοιόμορφες πέτρες και με μαρμάρινη προεξοχή – γείσο στο επάνω μέρος. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Φωτογραφία του 1989.

 

Η εντυπωσιακότερη παλιά βρύση του Ναυπλίου είναι η Οθωμανική κρήνη επί της οδού Σταϊκοπούλου μεταξύ των αριθμών 13-15, πίσω από το παλαιό Τζαμί της πλατείας Συντάγματος. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου, του επονομαζόμενου Τριανόν, μας μεταφέρει πίσω πολλά χρόνια στο παρελθόν. Πρόκειται για ανεξάρτητη εγκατάσταση, που μορφολογικά διαφέρει από τις υπόλοιπες κρήνες, αφού, αντί της τυπικής τοξωτής διάρθρωσης, εμφανίζει ελικοειδή διαμόρφωση, η οποία καταλήγει σε σπειροειδείς απολήξεις, επηρεασμένη ίσως από το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Από τη μία οι απολήξεις καταλήγουν σε μικρά βάθρα στήριξης, ενώ στη στέψη υποστηρίζουν μικρό τοξωτό άνοιγμα. Χαρακτηριστικό στη σύνθεσή της οι διπλοί έλικες που πλαισιώνουν την εσωτερική της κόγχη, κατασκευαστική αντίληψη της Β’ Ενετοκρατίας, όπως γράφει η Ντιάνα Αντωνακάτου στο Λεύκωμά της για το Ναύπλιο. Στην κόγχη διακρίνεται ένας κρουνός σε μαρμάρινη πλάκα, η οποία φιλοξενεί διακοσμητικό, φυτικό μοτίβο και μικρό κείμενο σε αραβική διάλεκτο. Ακριβώς από πάνω εντοπίζεται καλαίσθητο μαρμάρινο κογχίδιο, χρήσιμο ίσως για την τοποθέτηση κάποιου κοινόχρηστου σκεύους, και ψηλότερα βρίσκεται η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, σε αραβική διάλεκτο, η οποία είναι από τις λίγες που έχουν μεταφραστεί και αναφέρει τα εξής:

 

«Για την αγάπη αυτών που έμειναν στην Karbala, έκτισε αυτήν την κρήνη.

Πιες για να σβήσεις τη δίψα σου, από τη γούρνα του Προφήτη του Θεού.

Μυριάδες ήρθαν εδώ με γνώση, και πρόσφεραν την ημερομηνία,

«Πιες δυο γουλιές απ’ το νερό του Kevser, από τον Σεϋντί Αβδουλλάχ»

’22 Αρχή του Ραβί Ι, 1180 (πρώτο ήμισυ του Αυγούστου, 1766).

 

Κρήνη Ναύπλιο. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου του επονομαζόμενου Τριανόν. Αρχή του Ραβί Ι’ 1180 (Πρώτο ήμιου Αύγουστου 1766). Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύση στην πλατεία Αγγέλου Τερζάκη απέναντι σχεδόν από την προτομή του πνευματικού αυτού ανθρώπου του Ναυπλίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο κι ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Τοξωτό άνοιγμα και στην κόγχη της βλέπουμε μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτα ξεθωριασμένα πια λαϊκά μοτίβα – ρόδακες – και λίγο πιο κάτω από το κέντρο της η σύγχρονη βρύση φυλακίζει το νερό που ακόμη υπάρχει και πέφτει σε μαρμάρινη λεκάνη στο έδαφος. Υπάρχει επιγραφή εντοιχισμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Και οι τρεις αυτές παραδοσιακές βρύσες του Ναυπλίου έχουν χαρακτηριστεί και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία από το 1951 με την ΥΑ 99791/3277/24-10-1951, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 219/Β/31-10-1951.

Κρήνη – Αγία Μονή, Ναύπλιο. Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων.

Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων θεωρείται η  βρύση που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Μονής στην Άρια, μόλις 3 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο. Στο λόφο αυτό, πάνω από την Άρια, κατέληγαν τέσσερις μεγάλες πηγές νερού, με σημαντικότερη την ομώνυμη πηγή της Άριας και την πηγή του μοναστηριού της Αγίας Μονής που είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο πηγή. Οι πηγές αυτές μέχρι και το 1960 αποτελούσαν την κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης του Ναυπλίου. Πολλοί ιστορικοί – συγγραφείς πιστεύουν ότι η πηγή που βρίσκεται έξω από το περίβολο της μονής ταυτίζεται με την αρχαία Κάναθο πηγή, στην οποία λουζόταν η θεά Ήρα κάθε χρόνο για να αποκτήσει την παρθενιά της. Η Ντ. Αντωνακάτου στο λεύκωμα Ναύπλιο περιγράφει την κρήνη της Μονής Ζωοδόχου Πηγής ως εξής: «…ευρύ τοξωτό άνοιγμα αγκαλιάζει και προβάλλει την κεντρική σύνδεση που αναπτύσσεται σε τρεις δια- κοσμητικές οριζόντιες ζώνες με απλά λαϊκά γεωμετρικά μοτίβα -ζώα, φυτά δένδρα – ενώ στο κέντρο της μεσαίας, σε πλάκα, η χρονολογία 1836, επιστέφεται με άνθη. Κάτω από την τρίτη ζώνη το νερό τρέχει μέσα σε μια μονολιθική λεκάνη -παλιά ίσως  βαπτιστήριο. Για μερικούς η πηγή της Αγίας Μονής ταυτίστηκε με την αρχαία Κάναθο, όπου στα νερά της η Ήρα ξανάβρισκε την παρθενιά της. Λιγότερο πειστική παραμένει η άποψη άλλων ότι η Κάναθος βρισκόταν στις πηγές της Γλυκειάς του Ναυπλίου. Είναι φανερό πως αυτή η λαϊκή μορφή της θα αντικατέστησε προηγούμενη. Να ήταν μήπως μια βυζαντινή του 12ου αιώνα σύγχρονη με το χτίσιμο του ναού (1149) της Μονής; Μας είναι άγνωστο».

 

Βρύσες στα χωριά

 

Η θέση, στην οποία δημιουργήθηκε κάθε χωριό, δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την φυσική του οχύρωση και προστασία από κάθε εχθρική απειλή, αλλά κυρίως με την ύπαρξη νερού. Αυτό που απασχολούσε τους πρώτους κατοίκους κάθε χωριού ήταν η ύπαρξη νερού σε κοντινή απόσταση, γιατί γνώριζαν πόσο απαραίτητο είναι για την ζωή. Στα χρόνια τα παλιά και τους μακρινούς μ.Χ. αιώνες, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν κάπου αλλού, το πρώτο που τους απασχολούσε ήταν, αν το μέρος αυτό είχε άφθονα νερά, πηγές ακόμα και κάποιο διπλανό χείμαρρο. Ήξεραν πόσο αναγκαίο είναι το ευλογημένο νερό και ως πόσιμο και ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων για το άλεσμα του σιταριού, αλλά και πόσο χρήσιμο για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι κάθε χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα, που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε καθαρό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.

Η βρύση όμως προϋποθέτει τρεχούμενο φυσικό νερό ή την ύπαρξη κάποιου τεχνικού έργου (υδραγωγείου) που την τροφοδοτεί. Τέτοιες πηγές κρυστάλλινες και βρύσες με νερά που ξεπηδάνε μέσα από την αιωνιότητα στολίζουν τις πλατείες πολλών χωριών στην ορεινή Αργολίδα. Δεν έχουν όμως όλα τα χωριά παραδοσιακές βρύσες. Χωριά με φυσικές πηγές, που τρέχουν άφθονο νερό, δεν είχαν ανάγκη την κεντρική βρύση. Τέτοια ήταν τα χωριά της ΒΔ Αργολίδας Τσιρίστρα, Δούκα Βρύση, Κεφαλόβρυσο, Γυμνό με άφθονο τρεχούμενο νερό από πηγές, που οι ντόπιοι το έπαιρναν για τα σπίτια τους από μικρούς πέτρινους συλλεκτικές με κρουνούς κατασκευασμένους στη διαδρομή του νερού. Το Κεφαλόβρυσο, που χρωστάει το όνομά του στην περίφημη πηγή με το άφθονο νερό δίπλα στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, δεν είχε κεντρική βρύση. Λένε ότι τα νερά της πηγής ξεκινάνε από υπόγειες λίμνες και σπήλαια με σταλακτίτες και ορμητικά ξεχύνονται με τέτοια δύναμη, που χαλάνε από καιρό σε καιρό τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Το νερό κυλούσε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στο χωριό και στους εγκαταλελειμμένους πια κήπους και οι κάτοικοι ήταν εύκολο να το προμηθευτούν. Το Γυμνό, ορεινό χωριό που διατηρεί το χρώμα του με τα παλιά πέτρινα σπίτια του, είχε την παραδοσιακή του βρύση με άφθονο νερό στο πάνω άκρο του χωριού δίπλα στο παλιό βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ήταν και η μητρόπολη του χωριού μέχρι το 1934.

Σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Άργος βρίσκεται το όμορφο χωριό Σκοτεινή χτισμένο σε υψόμετρο 650 μέτρα κάτω από τα πανύψηλα βουνά που χωρίζουν την Αργολίδα και την Κορινθία. H φυσική ομορφιά του περισσεύει και ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την μεγαλοπρέπεια των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το χωριό, την  πλούσια βλάστηση και τα πολλά νερά που πηγάζουν από διάφορες πηγές της περιοχής. Χαρακτηριστικό σημείο του χωριού είναι αυτό που βρίσκονται οι δυο πέτρινες βρύσες, που τρέχουν γάργαρο νερό όλο το χρόνο από τις πηγές της περιοχής.

 

Γούρνα βρύσης της Σκοτεινής.

 

Στο κέντρο του χωριού Αλέα μια πετρόχτιστη βρύση με δύο κρουνούς χωρίς νερό και επιγραφή που λέει: «ΔΩΡΕΑ ΧΡ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ, ΒΑΣ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, 1990». Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το σχολείο, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που σήμερα δε λειτουργεί. Η Αλέα, γνωστή στους παλαιότερους και ως Μπουγιάτι, 74χλμ συνολικά από το Άργος, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 800 μέτρων στις πλαγιές του όρους Τραχύ ή αλλιώς Καρούμπαλο και αποτελεί έναν από τους  ορεινότερους οικισμούς της Αργολίδας.

Άλλο ορεινό χωριό της ΒΔ Αργολίδας με χαρακτηριστικό τα τρεχούμενα νερά, τις πέτρινες βρύσες και τις πηγές, που υπάρχουν σε κάθε γωνιά του, είναι η Φρουσιούνα. Στο κέντρο του χωριού συναντάμε μια πέτρινη βρύση με επιγραφή που γράφει ότι είναι αφιερωμένη στο Χαράλαμπο Πετρόπουλο, βαλκανιονίκη από την περιοχή. Από τους δύο κρουνούς της τρέχει γάργαρο νερό και ποτίζει τις καρυδιές, που εναλλάσσονται με τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλά και τα άγρια πουρνάρια και τις γκορτσιές που φυτρώνουν στο βουνό.

 

Βρύση στη Φρουσιούνα.

 

Βρύσες παραδοσιακές ή νεότερες κατασκευές χτισμένες στο κέντρο του χωριού ή στο σημείο της μοναδικής πηγής, που τροφοδοτούσε την κοινότητα με νερό, συναντάμε μέχρι σήμερα στα ορεινά χωριά της δυτικής κυρίως Αργολίδας.  Η Καρυά, ένα χωριό με πηγές που τρέχουν νερό όλο το χρόνο, είχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μία βρύση για κάθε γειτονιά σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία κεντρική βρύση ήταν στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, μία άλλη στην είσοδο του χωριού κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιάννη και δύο βρύσες στο στις κάτω γειτονιές του χωριού. Τις βρύσες αυτές τροφοδοτούσε μια πηγή δίπλα στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στα έλατα και με επίγεια ή υπόγεια αυλάκια – υδραγωγεία οδηγούσαν το νερό στις βρύσες για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν επίσης δύο ακόμα βρύσες με πηγαίο νερό, μία στο πάνω μέρος του χωριού κοντά στους νερόμυλους και μία στην Ελιτσά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό διακόσια περίπου μέτρα από την κεντρική πλατεία [9].Η κεντρική πέτρινη βρύση δίπλα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού είναι νεότερη κατασκευή στη θέση παλαιότερης παραδοσιακής βρύσης, που δυστυχώς καταστράφηκε.

Η βρύση στο Μπρακατσάκι.

Ονομαστή βρύση της περιοχής είναι το «Μπρακατσάκι», μια βρύση στα μέσα του χωματόδρομου Καρυάς προς Νεστάνη, περίπου 7 χλμ. δυτικά της Καρυάς, σε υψόμετρο  πάνω από 1.000 μέτρα, που τρέχει όλο το χρόνο κρυστάλλινο κρύο νερό. Η πηγή αυτή ήταν ονομαστή στους πιο παλιούς για το ιαματικό νερό της, πλούσιο σε θειάφι, που βγαίνει από την πλαγιά του βουνού περνώντας μέσα από κιτρινωπά θειούχα πετρώματα. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία από κάθε είδους πάθηση, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και γιατρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη. Στην πηγή τα τελευταία χρόνια χτίστηκε μια απλή πέτρινη βρύση, που τρέχει συνεχώς νερό από ένα μεταλλικό σωλήνα στο κέντρο της.

Μια από τις παλαιότερες και μοναδική στην αρχιτεκτονική της παραδοσιακή βρύση της ορεινής Αργολίδας βρίσκεται στον ορεινό οικισμό Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, 20 χλμ. δυτικά από το Άργος. Η παράδοση λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή και είναι η μοναδική ναόσχημη βρύση με τρεις καμάρες που σώζεται στην Πελοπόννησο. Η μεσαία καμάρα είναι μεγαλύτερη σε πλάτος και ύψος από τις δύο πλαϊνές. Μια πέτρινη πελεκητή γούρνα σε κάθε καμάρα υποδέχεται το νερό και ανάμεσά τους υπάρχου μικρά πέτρινα παγκάκια. Στη δεξιά πλευρά της υπήρχαν παλαιότερα τρεις  σιδερένιοι κρουνοί, απ’ όπου έπαιρναν το νερό οι άνθρωποι, ενώ το νερό στις γούρνες ήταν προορισμένο για τα ζώα. Μπροστά από τη βρύση στο κέντρο της μικρής πλατείας υπάρχει ακόμα ο τεράστιος γέρικος πλάτανος, που σήμερα δίνει ιδιαίτερο χρώμα και την τελευταία πνοή ζωής στο ερημωμένο χωριό, ενώ παλαιότερα κάλυπτε τα κοπάδια γιδοπροβάτων, που κατέφευγαν στη σκιά του και ξεδιψούσαν στη βρύση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

 

Βρύση στο Βρούστι Αργολίδας.

 

Παρόμοιας αρχιτεκτονικής δομής είναι και η πέτρινη βρύση στον κεντρικό δρόμο του χωριού Βελανιδιά στο τοπικό διαμέρισμα Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας, 22 χλμ. από το Αργος, που άλλοτε την έλεγαν Ποταμιά. Από την παλιά πέτρινη βρύση σώζεται μια κάμαρα, που τρέχει και σήμερα καθαρό νερό για τους περαστικούς, αφού οι ντόπιοι υδρεύονται πλέον από το μόνιμο δίκτυο ύδρευσης. Το χτίσιμό της είναι πιο κακότεχνο και έχει δεχτεί μεταγενέστερη προσθήκη μιας τσιμεντένιας γούρνας μπροστά της και ενός μεταλλικού κρουνού – βρύση του εμπορίου – για την έξοδο του νερού. Στο κέντρο πάνω από τον κρουνό μια τετράγωνη εσοχή, στην οποία, πιθανότατα, υπήρχε παλαιότερα επιγραφή που δε σώθηκε. Τα σημάδια της φθοράς είναι φανερά στο σώμα της και η μόνη φροντίδα που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια από τους ανθρώπους είναι το ασβέστωμα της επιφάνειάς της που προσθέτει στην καθαριότητα αλλά αφαιρεί από την αισθητική της.

 

Κρήνη, Βελανιδιά Αργολίδας.

 

Στη ΝΔ ορεινή Αργολίδα συναντάμε τρία χωριά με παράδοση στο υγρό στοιχείο, την Κρύα Βρύση και το Κρυονέρι στις πλαγιές του όρους Κτενιάς και το Τουρνίκι στην απέναντι πλαγιά του Αρτεμισίου με τη Νεραϊδόβρυση, την τελευταία πηγή μέχρι την κορυφή του βουνού. Η Κρύα Βρύση είναι χτισμένη στα 750 μέτρα στην πλαγιά του Χτενιά σχεδόν μία ώρα από την πόλη του Άργους. Το ενδιάμεσο χωριό Κρυονέρι ή Μπούγα, χτισμένο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων δυτικά του Άργους και σε υψόμετρο 977 μέτρων στον αυχένα του όρους Χτενιάς, πήρε το όνομά του από μια πηγή με κρύο νερό. Ο δρόμος συνεχίζει προς το επόμενο και τελευταίο χωριό του Κτενιά, το Τουρνίκι, που βρίσκεται 2 χιλιόμετρα παραπέρα. Το Τουρνίκι το 1888 είχε 404 κατοίκους και γέμιζε κόσμο το δεκαπενταύγουστο. Γύρω από τη βρύση και την εκκλησία του χωριού μαζευόταν ολόκληρη η κοινότητα και τα γειτονικά χωριά με χορό, όργανα, τραγούδι και φαγοπότι. Σήμερα και τα χωριά αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από παραθεριστές.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κρύας βρύσης η πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού, που τρέχει κρύο γάργαρο νερό χειμώνα καλοκαίρι. Το πυκνό δάσος που περιβάλλει το χωριό λειτουργεί ως ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του Αργολικού κάμπου. Πάνω από την Κρύα Βρύση στον Κτενιά βρίσκεται η Αρκουδόβρυση και στο απέναντι όρος, το Αρτεμίσιο, κοντά στο Τουρνίκιη Νεραϊδόβρυση.  Ένας από τους θρύλους της περιοχής αναφέρεται στη μονομαχία δύο στοιχειών,  του στοιχειού της Αρκουδόβρυσης και του στοιχειού της Νεραϊδόβρυσης. Το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης προστάτευε την περιοχή της Κρύας Βρύσης και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης το Τουρνίκι.

Ένας τσοπάνης από την Κρύα Βρύση έβοσκε στην περιοχή 40 αγελάδες και καθεμία είχε ένα μοσχαράκι. Το στοιχειό του χωριού έφαγε τα 39 μοσχάρια όμως μέρα με την ημέρα και άφησε μόνο ένα. Όταν ο βοσκός του παραπονέθηκε, το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης του αποκάλυψε ένα σατανικό σχέδιο. Είχε σκοπό να νικήσει το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης και να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής: «Έφαγα τα υπόλοιπα μοσχαράκια, ώστε το μοναδικό που απέμεινε να πίνει το γάλα και των 40 αγελάδων, για να παχύνει πολύ. Όταν παχύνει θα το σφάξεις και με το ξύγκι του θα φτιάξεις μπαλάκια.  Εγώ και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης θα μεταμορφωθούμε σε βουβάλια και θα παλέψουμε. Εγώ θα έχω λευκό χρώμα κι εκείνο μαύρο. Εσύ θα του πετάς τα μπαλάκια από το ξύγκι». Έτσι κι έγινε. Κατά τη μονομαχία ο βοσκός πέταγε τα μπαλάκια πάνω στο μαύρο βουβάλι και μόλις ακουμπούσαν το δέρμα του πετάγονταν φωτιές. Το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης εξολοθρεύθηκε και το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης έγινε κυρίαρχος στην περιοχή ευεργετώντας την Κρύα Βρύση. Την ιστορία την αφηγούνταν οι Κρυοβρυσιώτες πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι κάτοικοί τους, όπως σε κάθε γειτονική πόλη ή χωριό, εξέφραζαν μεταξύ τους αντιπαλότητες.

 

Ο κοινωνικός ρόλος της κοινόχρηστης βρύσης

  

Η παραδοσιακή βρύση έχει συνδεθεί και με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν εξασφαλίζει μόνο την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι χαραγμένοι έτσι που οδηγούν στη δημόσια βρύση και κάθε δρομάκι στο βουνό ή στον κάμπο οδηγεί σε κάποια βρύση, που είναι θεμέλιο κάθε δραστηριότητας και παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή. Πολλές φορές η πηγή και η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση της δημιουργίας του οικισμού και η διαμόρφωσή του γινόταν έτσι ώστε να εξυπηρετείται από μια ή περισσότερες βρύσες. Η στενή σύνδεση του χώρου με τη βρύση φαίνεται και από το πλήθος των τοπωνυμιών που έχουν σχέση μ’ αυτή. Δεν υπάρχει περιοχή, πόλη ή χωριό, που να μην έχει δώσει σε κάποια τοποθεσία όνομα σχετικό με τη βρύση και το νερό.

Στενή είναι ακόμα η σύνδεση της βρύσης και με την οικονομία των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Το νερό της δεν είναι απαραίτητα μόνο για να πίνουν οι άνθρωποι, αλλά και για να ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους. Για το πότισμα των ζώων κυρίως είχαν κατασκευαστεί οι μικρές πέτρινες γλυπτές γούρνες και ήταν τοποθετημένες σε κάθε βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα, ενώ για το πότισμα των κοπαδιών υπήρχαν πολλές φορές μεγάλες κορύτες-ποτίστρες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση. Ο τόπος όπου θα δημιουργήσει ο τσοπάνης τη στάνη, τη στρούγκα, το μαντρί του είναι τέτοιος, ώστε να υπάρχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση προς το νερό κάποιας βρύσης ή κάποιας πηγής για να ποτίζει το κοπάδι του.

Σε παλιότερους καιρούς η οικονομική και κοινωνική ζωή κυλούσε γύρω από τις κοινόχρηστες βρύσες. Το νερό της βρύσης όμως χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αρδευτικούς σκοπούς και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική οικονομική αυτάρκεια των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Κοντά στη βρύση του χωριού κάθε οικογένεια δημιουργεί τον κήπο της, που της εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά. Ο «επιστάτης των κρηνών» της αρχαιότητας επιβιώνει στη νεότερη εποχή με το «νεροκράτη», τον άνθρωπο δηλαδή που είναι αρμόδιος για τη διάθεση του νερού, τηρεί την προτεραιότητα και ρυθμίζει τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι χωριανοί το νερό της βρύσης για την άρδευση των κήπων τους.

Πέρα από τη σημασία της για την ανάπτυξη των οικισμών η βρύση κατέχει σημαντική θέση και στην κοινωνική ζωή του χωριού. Είναι τόπος συνάντησης κυρίως για τις γυναίκες και τους νέους, όπως είναι το καφενείο τόπος συνάντησης για τους άνδρες του χωριού. Οι νοικοκυρές πήγαιναν καθημερινά σχεδόν στη βρύση με τη στάμνα στο χέρι και έφευγαν με τη στάμνα στον ώμο. Άλλες γέμιζαν το ξύλινο βαρέλι τους με φρέσκο νερό, το φόρτωναν στην πλάτη τους και γύριζαν βιαστικές στο σπίτι. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και μετέφεραν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες. Περιμένοντας να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι με τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν» με τις συγχωριανές τους, να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης

 

 Άλλες μέρες πάλι θα κουβαλήσουν στη βρύση μαλλιά ή ρούχα για να πλύνουν και, καθώς κάνουν την μπουγάδα τους χτυπώντας την απαλά με το ξύλινο κόπανο, βρίσκουν την ευκαιρία για κάθε λογής συναντήσεις και κουβέντες. Μέχρι την δεκαετία του 60 περίπου στην βρύση πλένανε και τα προικιά της νύφης μέσα σ’ ένα ξεφάντωμα από τραγούδια και αστεία των κοριτσιών. Κάθε γυναίκα που θα καθίσει στο πεζούλι της βρύσης για να ξεκουραστεί απ’ το πλύσιμο ή το κουβάλημα της βαρέλας, γίνεται πυρήνας μιας πρόσκαιρης και εύθυμης συνήθως συντροφιάς, που η κουβέντα της συνοδεύει το χαρούμενο κελάρισμα του νερού της βρύσης. Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια καβάλα στα γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα τους, τα οδηγούσαν στις βρύσες για να τα χορτάσουν νερό. Σφυρίγματα φωνές, γέλια και τραγούδια γέμιζαν την γύρω ατμόσφαιρα της βρύσης. Οι ερωτευμένοι δεν έχαναν την ευκαιρία να ανταλλάξουν κρυφές ματιές ενώ οι μεγαλύτερες κυρίες έβρισκαν χρόνο για κάποιο κουτσομπολιό.

Οι βρύσες που βρίσκονται στην πλατεία του χωριού είναι χώροι, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι συγκεντρώνονται τα παιδιά για τα παιχνίδια τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί για να κάνουν γιορτές, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, που πολλές φορές δεν είναι τελείως άσχετες με τη βρύση και το νερό της. Για τους νέους η βρύση στάθηκε ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι και οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση, γιατί τις καρτερεί εκεί ο νιος σιγοτραγουδώντας. Εκεί πλέκονται έρωτες, εκεί η αγάπη φωλιάζει, ριζώνει και δε βγαίνει, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, όπου θα βρούμε πλήθος αναφορές στο ρόλο και στην κοινωνική λειτουργία της βρύσης, αναφορές που με όλη τη γραφικότητά τους αποκαλύπτουν και μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε πτυχές της παραδοσιακής ζωής της προβιομηχανικής κοινωνίας. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

Τέλος, οι βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους φιλοξενούσαν τους διαβάτες, που στέκονταν εκεί για να φάνε και να ξεδιψάσουν. Δίπλα σ’ αυτές τις βρύσες έβρισκε κανείς τα σημάδια των περαστικών: ψίχουλα από ψωμί και τυρί, κουκούτσια από ελιές, λίγα κρεμυδόφυλλα, γνωρίσματα της φτώχειας, αλλά και απομεινάρια και αποφάγια από άλλα πλουσιότερα τρόφιμα, που άφησαν άλλοι που πέρασαν και είχαν τον τρόπο τους να φάνε κάτι καλύτερο. Εκείνο που δεν ξέρει κανείς είναι ποιος έφαγε με περισσότερη όρεξη, εκείνος με τα πλούσια εδέσματα ή εκείνος με το ψωμοτύρι [10]; Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στο χώρο και το καθαρό νερό στους διαβάτες, οι βρύσες αυτές είχαν και έχουν και έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον.

 

Εγκατάλειψη και αναβίωση

 

Χώρος συνάντησης και αναψυχής η βρύση, χώρος ψυχαγωγίας και τελετών, γραφική και με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, χτισμένη στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα της περιοχής, καμάρι του πελεκητή και του χωριού στολίδι, δεν μπόρεσε να αντέξει στην επέλαση του πολιτισμού και στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως διαμορφώθηκε κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη «χαριστική βολή» στην παραδοσιακή βρύση έδωσαν από τη δεκαετία του 1950 και μετά η μετανάστευση, η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνικής.

Στην περίοδο αυτή χιλιάδες πληθυσμού, που προέρχονταν κυρίως από τον «παραδοσιακό» κόσμο, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί περισσότεροι μετακινήθηκαν από τα χωριά στις πόλεις των κάμπων και στην πρωτεύουσα, η οποία άρχισε από τότε να μεταμορφώνεται στο σημερινό τέρας των 3.500.000 σχεδόν κατοίκων. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, ερημώνεται και ερειπώνεται. Η βρύση του χωριού χάνει μαζί με τους ανθρώπους και τη ζωντάνια της και καταντάει ένα γραφικό «απολίθωμα». Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής αρχίζουν να δημιουργούνται τα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης των οικισμών και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις σε κάθε σπίτι, σε κάθε χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι πια υποχρεωμένοι να κουβαλούν το νερό στο σπίτι, εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ατομικής υγιεινής μέσα στο σπίτι τους και η βρύση χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, κάποτε μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύτηκε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης.

Όταν στις πόλεις και τα χωριά πλήθυναν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται άνετους δρόμους και χώρους για να κυκλοφορήσουν, θυσιάστηκαν βρύσες σε δρόμους και πλατείες, γιατί ήταν άχρηστες στους εποχούμενους διαβάτες και τους εμπόδιζαν κιόλας. Έμειναν μόνον όσες βρίσκονταν σε θέσεις που δεν εμπόδιζαν τους ανθρώπους κι όσες έτυχαν την προστασία κάποιων ατόμων ή φορέων ευαίσθητων στην παράδοση και στα αρχιτεκτονικά μνημεία. Οι άνθρωποι της καταναλωτικής εποχής έχουν ωφελιμιστική νοοτροπία και «πρακτικό» πνεύμα, δε δείχνουν ευαισθησία για πράγματα ξεπερασμένα και «άχρηστα» του παρελθόντος. Πολλές απ’ αυτές είναι αυθεντικές, αλλά ερειπωμένες.

Άλλες επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν χωρίς τις πιο πολλές φορές να διατηρήσουν το χρώμα και την αρχική τους ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια σε μερικά χωριά κατασκευάζονται από ιδιώτες, συλλόγους και κοινότητες βρύσες με παραδοσιακό στυλ σε μια προσπάθεια για τουριστική κυρίως αξιοποίηση και ανάπτυξη του τόπου τους. Δεν έχουν όμως την καλλιτεχνία και την ομορφιά των αυθεντικών παραδοσιακών κρηνών. Χρησιμοποιούνται τα καινούρια φτηνά υλικά, η κατασκευή τους είναι πρόχειρη και εύκολη. Δεν υπάρχουν άλλωστε και οι παλιοί τεχνίτες. Στα μαστοροχώρια του Μοριά σήμερα θα συναντήσει κανείς ελάχιστους τεχνίτες. Το μπουλούκι δεν υπάρχει πια. Ο πρωτομάστορας έγινε εργολάβος οικοδομικών εργασιών και οι μαστόροι, που ήταν συνεταίροι στο μπουλούκι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι. Εντάχτηκαν δηλαδή στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική ανήκει σε άλλη εποχή, σε τρόπους παραγωγής και σε κοινωνική οργάνωση που έχουν ξεπεραστεί σήμερα. Τα έργα της όμως δεν έχουν χάσει την πολιτιστική τους αξία. Είναι μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού, στοιχεία για την εθνική και την ιστορική μας αυτογνωσία και γι’ αυτό μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγές έμπνευσης, μέσα βέβαια στις σημερινές συνθήκες ζωής. Δεν πρέπει να αφήνουμε το νερό να τρέχει από ερειπωμένες κρήνες και φρέατα, πλαισιωμένο από ακαλαίσθητα τσιμεντώματα και φτωχές, πρόχειρες παράγκες. Αξίζουν οι βρύσες που σώζονται μια «εθνολογική» μελέτη, μια φροντίδα εξωραϊσμού των πηγών, μια αναδρομή στην ιστορία τους, που θα ξανάδινε στο ουσιαστικό αυτό στοιχείο ζωής των ελληνικών αιώνων, το νερό, την αξιολόγηση που του πρέπει και τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει πάντα για την αισιοδοξία μας. Η γνώση της λαϊκής αρχιτεκτονικής γενικά ίσως βοηθήσει να αναζητηθούν πιο ανθρώπινες λύσεις στα σημερινά οικιστικά και άλλα προβλήματα και ίσως η λαϊκή σοφία γυρίσει ξανά στις πόλεις μας[11].

 

Πηγάδια

 

 Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικές επίγειες πηγές ο πιο διαδεδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού ήταν τα πηγάδια. Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δημιουργούνταν σε κάποιο μέρος, όπου κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Επινοήθηκαν την πρώτη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1600 π.Χ) σε αρχαίους συνοικισμούς κτισμένους σε οχυρωμένες τοποθεσίες. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής. Στην ελληνιστική κοινή η λέξη  πηγάδιον είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης πηγή. Αποτελούσαν τις κύριες κατασκευές άντλησης και αποθήκευσης νερού στις περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η μεταφορά του από κοντινή πηγή. Σε εποχές πολέμων, κοινωνικών αναταραχών και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο, ενώ ήταν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους μέσα στα κάστρα κατά τις πολιορκίες. Στο Σούλι την περίοδο της τουρκοκρατίας τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.

 

Πηγάδι στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Άκοβα Άργους. Φωτογραφία Τάσος Τσάγκος (8-6-2020).

 

Στην Αργολίδα τα πηγάδια είναι δεμένα με την ιστορία της. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, επειδή  ο ίδιος και οι κόρες του, που ήρθαν από την Αίγυπτο και γνώριζαν τις τεχνικές διαχείρισης των νερών του Νείλου, δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια για νερό και να ποτίζουν τις καλλιέργειες και μετέτρεψαν σε «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.

Πηγάδια υπήρχαν συνήθως στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν τρεχούμενα νερά, και σπάνια στα ορεινά χωριά, που είχαν πηγές και βρύσες.  Με το νερό των πηγαδιών αρδευόταν ο κάμπος, ενώ υπήρχαν και ιδιωτικά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών για την ύδρευση κάθε νοικοκυριού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι  η περιοχή γύρω από την πόλη του Άργους είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων και  τροφοδοτείται άφθονα με νερό από τα πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή [12]. Στην περιοχή έχει αποκαλυφθεί πλήθος από πηγάδια που μαρτυρούν πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των φρεάτων στην τροφοδοσία με νερό.

Το αρχαιότερο πηγάδι της περιοχής πρέπει να είναι ένα μυκηναϊκό πηγάδι, που σώζεται ακόμη σήμερα στην περιοχή Επάνω Πηγάδι, δυτικά του θολωτού τάφου του Ατρέα, στην άκρη του ασφαλτωμένου αγροτικού δρόμου, που ξεκινάει από το κέντρο του σύγχρονου οικισμού των Μυκηνών, περνάει μέσα από τον ελαιώνα δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και συνεχίζει ΒΑ για να καταλήξει στην Προσύμνη. Το πηγάδι βρίσκεται σε μια στροφή του δρόμου, είναι χτισμένο εσωτερικά με μεγάλες πέτρες κατά το μυκηναϊκό σύστημα δόμησης και το στόμιό του καλύπτεται από μια αγριοσυκιά, που με τις ρίζες της αντλεί νερό από το βάθος του πηγαδιού. Δεν φέρει καμία σήμανση ή επιγραφή που να δείχνει ότι είναι πανάρχαιο μνημείο, γιατί έχει την ατυχία να βρίσκεται έξω από το γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και να μην του δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Η ονομασία της περιοχής οφείλεται, πιθανότατα, στο πηγάδι αυτό, ενώ υπάρχει και η περιοχή Κάτω Πηγάδι νοτιότερα, όπου υπάρχει νεότερο πηγάδι. Βρίσκεται  στον ίδιο δρόμο  κοντά στο χωριό στο κέντρο ενός κυκλικού τσιμεντένιου περίγυρου με γούρνες στην περιφέρειά του για το πότισμα των ζώων και έχει καλυφθεί κι αυτό από μια αγριοσυκιά και αγριόχορτα φυτρωμένα στον περιβάλλοντα χώρο του.

Πληροφορίες για τα πηγάδια της Αργολίδας βρίσκουμε και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε το Άργος το 1668, γράφει ότι είδε στην πόλη του Άργους πεντακόσια πηγάδια με το γλυκό νερό και πολλά αμπέλια και περιβόλια ολόγυρα και συμπληρώνει ότι το νερό και το κλίμα είναι καλά και σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής [13].

Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας το 1822 επικρατούσε μεγάλη λειψυδρία και ξηρασία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα λίγα σπαρτά του κάμπου και διέταξε τους ντόπιους να πετάξουν μέσα στα πηγάδια τα διάφορα χαλκώματα, για να τα ξαναβρούν μετά την αποχώρηση του εχθρού. Το αποτέλεσμα ήταν  να δηλητηριασθούν τα νερά των πηγαδιών. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη υποχρεώθηκε να ζήσει δυο εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελή έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού [14].

Ο Αντώνης Μηλιαράκης, που περιέγραψε το Αργολικό πεδίο το 1888 αναφέρει ότι το Άργους υδρεύεται από την πηγή Ερασίνου του Κεφαλαρίου που φέρνει το νερό με κτιστό υδραγωγείο 5 χιλιόμετρων και από πηγάδια. [15] Στα χωρία του Άργους υπάρχουν λίγα δένδρα και κήποι που τους ποτίζουν με νερό από πηγάδια με βάθος 6-7 μέτρων στα χαμηλά τμήματα του κάμπου και 10-15 μέτρων στα πιο ορεινά.

Το 1936 στις πεδινές και ορεινές περιοχές του Αργολικού κάμπου υπήρχαν 2.904 πηγάδια άρδευσης, από τα οποία ενεργά ήταν τα 2.286, ενώ τα υπόλοιπα είχαν στερέψει ή έβγαζαν αλμυρό νερό. Τα περισσότερα ήταν στο Άργος και στα χωριά του κάμπου με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λιγότερα στην επαρχία Ναυπλίου και στα πιο ορεινά χωριά. Οι Αναγνωστόπουλος Ν. και Γάγαλης Γ. στο έργο τους «Η Αργολική Πεδιάς» καταγράφουν τα πηγάδια της Αργοναυπλίας, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα[16].

 

Πηγάδια Αργοναυπλίας
Επαρχία Άργους Σύνολο Ενεργά Επαρχία Ναυπλίου Σύνολο Ενεργά
Άργος 407 307 Ναύπλιο  –
Ν. Κίος 130 110 Άρεια 65 55
Μύλοι 1 1 Άγ. Αδριανός 13 10
Κιβέρι 8 8 Κοφίνι (Ν. τίρυνθα) 100 75
Δαλαμανάρα 400 300 Αργολικό 120 100
Πασσιά (Ίναχος) 390 290 Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) 210 170
Χώνικα 150 120 Παναρίτι 9 9
Κουτσοπόδι 300 250 Ανυφί 180 135
Μυκήνες 10 10 Πουλακίδα 40 35
Φίχτια 6 6 Μάνεσι
Πυργέλα 125 100 Μιδέα
Λάλουκα 150 120
Κουρτάκι 90 75
ΣΥΝΟΛΟ 2.167 1.697 ΣΥΝΟΛΟ 737 589

 

Το βάθος των πηγαδιών έχει διπλασιαστεί από την εποχή που τα κατέγραψε ο Αντώνης Μηλιαράκης (1888), γιατί λόγω της υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων κατέβαινε η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή [17]. Τα πιο βαθιά πηγάδια ήταν στα Φίχτια (24-38 μέτρα), στις Μυκήνες (15-30 μ.), στην Πουλακίδα (15-28 μ.) και στο Άργος (10-31 μ.). Πιο ρηχά ήταν τα πηγάδια στους Μύλους (7,5 μ.), στην Πυργέλα (8-13 μ.), στο Λάλουκα (9-12 μ.), στο Κουρτάκι (9-13 μ.), στο Κιβέρι (4,5-9 μ.) και προπαντός στη Ν. Κίο, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1927 και μέσα σε 10 χρόνια άνοιξαν 130 πηγάδια με βάθος 1,5-3 μέτρων για τις ανάγκες του χωριού.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η στάθμη των υπόγειων υδάτων υποχώρησε και άρχισαν οι γεωτρήσεις σε βάθος 80-100 μέτρων αρχικά και πολύ μεγαλύτερο αργότερα. Στο Άργος, εκτός από τα ιδιωτικά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών για ύδρευση και στα περιβόλια για άρδευση των καλλιεργειών, δημιουργήθηκαν και δημόσιας χρήσης πηγάδια, ένα στο κέντρο του νεοκλασικού κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ένα στη δυτική πλευρά του υπαίθριου χώρου της λαϊκής αγοράς. Ένα ακόμα κοινόχρηστο πηγάδι ήταν το «Πηγάδι του Τούντα» στη διασταύρωση των δρόμων προς το Σχοινοχώρι και τα Σταθέϊκα μετά το αεροδρόμιο του Άργους και δίπλα στο πρώην συσκευαστήριο Παναγιωτόπουλου, όπου ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα που κινούνταν προς το παζάρι του Άργους.

Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών. Απεικόνιση σε τηλεκάρτα, Νοέμβριος 2001.

Στο Μπερμπάτι (Προσύμνη) νερό προμηθεύονταν από το ποτάμι Αστερίωνα και από πηγάδια που υπήρχαν σε αρκετά μέρη του χωριού και σε αυλές κάποιων σπιτιών. Στις Λίμνες, ένα χωριό με πετρώδες έδαφος όπου οι κάτοικοι δημιούργησαν πολλές αναβαθμίδες, τα λεγάμενα πεζούλια, για καλλιέργεια, η έλλειψη νερού αποτελούσε πολύ μεγάλο πρόβλημα. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας δημιούργησαν ένα μεγάλο πηγάδι στην είσοδο του χωριού και άλλα μικρότερα σε γειτονικές περιοχές. Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλαιότερων πηγαδιών. Έχει δημιουργηθεί μέσα σ’ έναν κυκλικό περίβολο πλακοστρωμένο και πλαισιωμένο με μεγάλες πέτρινες γούρνες, για να ποτίζουν τα ζώα, και με πλάκες, πάνω στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έκαναν τη μπουγάδα τους ή έπλεναν τα χειμωνιάτικα σκεπάσματα. Οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από το πηγάδι με κουβάδες, ξύλινα βαρέλια ή μεταλλικά δοχεία φορτωμένα στα ζώα.  Οι μεγάλες πέτρες στο στόμιο του πηγαδιού φέρουν βαθιές αυλακώσεις από τα σχοινιά των κουβάδων που σύρονταν πάνω τους καθώς ανέβαζαν το νερό με τα χέρια. Το καλοκαίρι οι ανάγκες για νερό ήταν μεγάλες και μπορεί να περίμεναν αρκετές ώρες τη σειρά τους για νερό. Πολλές φορές πήγαιναν από τις τρεις το πρωί, όλη την ημέρα ακόμα και τη νύχτα. Όταν το νερό λιγόστευε και η στάθμη του κατέβαινε, οι γυναίκες έπλεναν εκεί μόνο τις κουβέρτες, ενώ για μπουγάδα πήγαιναν σε άλλα πηγάδια έξω από το χωριό μέχρι το 1958, όταν δημιουργήθηκε δίκτυο κεντρικής ύδρευσης στο χωριό με βρύσες στα σπίτια.

Στο Ναύπλιο, στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα «ΑΝΘΟΣ», που βρισκόταν σε οικόπεδο επί της εθνικής οδού Ναυπλίου-Επιδαύρου, ανοίχτηκε πηγάδι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος. Το νερό του χρησίμευε στη διαδικασία επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες. Στο Πολύγωνο, μια συνοικία κοντά στο στρατόπεδο, όπου σήμερα ορθώνονται πολυκατοικίες, ήταν παντού πέτρινα σπίτια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο με τεράστιους κήπους με τριανταφυλλιές, γεράνια, γαρουφαλλιές, γιασεμιά και μικρούλες λεμονιές ή πορτοκαλιές και μπροστά ένα πηγάδι με μια καρυδιά ή μουριά. Στα συνοικισμό Ταμπάκικα του Ναυπλίου, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατεργάζονταν δέρματα, υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν άφθονο  νερό και περιβόλια µε ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές και κηπευτικά.

Στα Λευκάκια σώζονται μέχρι σήμερα το παλιό πηγάδι και η παλιά δεξαμενή, που τροφοδοτούσε το χωριό με νερό με έναν υπόγειο πήλινο αγωγό. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν παλιά για ύδρευση και άρδευση, υπάρχουν ακόμα στην περιοχή μεταξύ Λευκακίων και Τσέλου Ασίνης  ανάμεσα σε οικισμούς και στα χωράφια. Κάποια έχουν νερό μέχρι σχεδόν λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και άλλα δεν έχουν καθόλου. Κάποια από αυτά έχουν «βραχόλι» δηλαδή κτιστό τμήμα με πέτρες ή τούβλα πάνω απ’ την επιφάνεια του εδάφους, πολλά όμως δεν προεξέχουν από το έδαφος και καθώς βρίσκονται μέσα σε κτήματα αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον αμέριμνο περιπατητή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή τους. Σε πολλά από αυτά δίπλα από το «βραχόλι» υπάρχουν λαξευτές γούρνες για το πότισμα των ζώων. Τα περισσότερα όμως «βραχόλια» και οι γούρνες έχουν δυστυχώς λεηλατηθεί.

Στο δρόμο από την Ασίνη προς  Ίρια και Καρνεζαίικα πριν τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου συναντάμε το πηγάδι Αχαμνό με τρεις πανέμορφες πέτρινες γούρνες. Στο Τολό η βασική πηγή ύδρευσης βρισκόταν στην έπαυλη του Νασάν Πασά, πάνω από το χωριό, όπου κάποτε ξεκουράστηκαν και ξεδίψασαν οι στρατιώτες του Μοροζίνι, αλλά οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν και από πηγάδια, που άνοιγε κάθε οικογένεια, για να εξασφαλίσει νερό για το σπίτι και τον κήπο που δημιουργούσε στην αυλή της [18].Υπήρχαν έως δέκα πηγάδια και το μισό χωριό έβγαζε με τον κουβά τέτοιο νερό, πηγαδίσιο, για να πίνουν οι άνθρωποι και να ποτίζουν τα ζωντανά τους [19].

Στο Γκέρμπεσι (Μιδέα) υπήρχαν τρία κοινόχρηστα πηγάδια για την κάλυψη των οικιακών αναγκών και πέντε ιδιωτικά, που ανοίχτηκαν μετά τον πόλεμο για άρδευση. Το ένα κοινόχρηστο πηγάδι βρισκόταν στη σημερινή πλατεία, μπροστά στο κοινοτικό γραφείο. Είχε βάθος 25 περίπου μ. και το εσωτερικό του ήταν κτισμένο με πέτρες και ασβεστοκονίαμα, για να μην γκρεμίζονται τα τοιχώματα. Το στόμιο του πηγαδιού προστατευόταν από υπέργεια τετράγωνη τσιμεντένια κατασκευή ύψους 0,80 μ. Το νερό ήταν λιγοστό και γλυφό και κάποια στιγμή το γέμισαν με πέτρες και πάνω του διαμόρφωσαν την πλατεία του χωριού.

Το δεύτερο πηγάδι βρισκόταν στο σταυροδρόμι μπροστά από το σπίτι του Μόσμη και στο νερό του οφείλεται η ζωή και η διάρκεια του οικισμού, αφού ήταν το σχεδόν μοναδικό μέσο ύδρευσης των κατοίκων. Το άνοιγμά του έγινε όταν δημιουργήθηκε ο οικισμός και οι παλαιότεροι έλεγαν πως το είχαν φτιάξει Τούρκοι. Είχε διάμετρο 2,5 μ. περίπου και βάθος γύρω στα 20 μ. Εσωτερικά ήταν χτισμένο με πέτρες για την προστασία των τοιχωμάτων, εξωτερικά προστατευόταν με περιμετρικό τοίχο από μεγάλες πέτρες, ενώ στα χείλη του υπήρχαν μεγάλες πέτρες πελεκημένες στις δύο όψεις, την επάνω και την εσωτερική προς το κέντρο του πηγαδιού, οι οποίες έφεραν συνεχείς παράλληλες εγκοπές σε βάθος τεσσάρων δαχτύλων περίπου, που είχαν δημιουργηθεί από την τριβή των σχοινιών των κουβάδων κατά την άντληση του νερού. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων. Με την εντατική εκμετάλλευση του νερού ο υδροφόρος ορίζοντας κατέβηκε χαμηλά, το πηγάδι στέρεψε και από το 1961 το χωριό άρχισε να υδρεύεται από κοινοτική γεώτρηση. Το1980 η κοινοτική αρχή γέμισε το πηγάδι με τις πέτρες του και ισοπέδωσε το χώρο, για να μπορεί να παίρνει άνετα στροφή το λεωφορείο.

Το τρίτο πηγάδι ήταν στη «Φλιαμπουρίτσα», στο ρέμα δεξιά από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιαννιού και το χρησιμοποιούσαν για το πότισμά των προβάτων. Το εσωτερικό έχει επενδυθεί με πέτρες και οι παρειές του έχουν υψωθεί στους 80 πόντους με κτιστές πελεκητές πέτρες. Τα πέντε ιδιωτικά πηγάδια του χωριού ήταν στις αυλές των ιδιοκτητών τους και ο καθένας τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Στο Αραχναίο (Χέλι) η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Τρία από τα πηγάδια αυτά τα χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων, κυρίως μουλάρια που στο χωριό ήταν πάνω από πεντακόσια, ενώ τα  υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων. Κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα κάθε μέρα. Το χειμώνα γέμιζαν και το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το καλοκαίρι, όταν η στάθμη του νερού κατέβαινε, σφράγιζαν στο στόμιο και ο υδρονομέας του χωριού άφηνε ανοικτό ένα για την ύδρευση και ένα για το πότισμα των ζώων και επιτηρούσε συνέχεια τη χρήση τους. Στο τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και οι κάτοικοι κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι, για να ποτίσουν τα ζώα τους και να γεμίσουν δύο βαρέλια νερό και να το φέρουν στο χωριό φορτωμένο στα μουλάρια. Οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού από τα παλαιά χρόνια άνοιγαν δικά τους πηγάδια στις αυλές ή στα χωράφια τους για τις ανάγκες τους σε νερό. Τέτοια ιδιωτικά πηγάδια υπήρχαν δεκάδες διάσπαρτα μέσα και έξω από το χωριό. Αυτή ήταν η ύδρευση στο χωριό μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η άρδευση εθεωρείτο στο χωριό πολυτέλεια και προνόμιο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου[20].

Το άνοιγμα ενός πηγαδιού είχε κόστος όσο το χτίσιμο ενός σπιτιού, γι’ αυτό και ο κόσμος έλεγε ότι τρία ήταν τα δύσκολα προβλήματα του χωρικού. Να χτίσει σπίτι, να ανοίξει πηγάδι και να παντρέψει κορίτσι. Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν έργο κοπιαστικό και πολυδάπανο, μόνον οι εύποροι του χωριού μπορούσαν να το κάνουν και γι αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες. Ένα συνεργείο πηγαδάδων είχε 5-6 εργάτες, 2-3 δούλευαν μέσα στο πηγάδι και οι υπόλοιποι τραβούσαν τα χώματα έξω από το πηγάδι [21]. Το κόστος κάθε πηγαδιού εξαρτιόταν από το βάθος του, τη διάμετρο, τη σκληρότητα του εδάφους, το είδος της εσωτερικής επένδυσης του πηγαδιού και τη συμμετοχή της οικογένειας του ιδιοκτήτη στις εργασίες, που μείωνε σημαντικά το κόστος. Προπολεμικά ένα ρηχό πηγάδι 10-12 μέτρων κόστιζε 18-20.000 δραχμές, όταν ένα καλό ποτιστικό χωράφι στον κάμπο είχε αξία 10.000 δραχμές το στρέμμα και το μεροκάματο ενός εργάτη της γης για σκάψιμο, κλάδεμα κ.λ.π. ήταν 40-50 δραχμές[22].

Το άνοιγμα πηγαδιού γινόταν σε μέρος, όπου εκτιμούσαν ότι σε λίγα μέτρα βάθος κάτω από το έδαφος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Πηγάδια έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδήλωναν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Ένδειξη νερού ήταν οι μικρές γούβες ή γούρνες νερού, η χλωρή βλάστηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή σημεία με διάφορα υδρόφιλα φυτά, όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, καλάμια, κ.λ.π. Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Κάρφωναν  π.χ. βαθιά στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και πάνω του τοποθετούσαν ένα μεγάλο κογχύλι. Το βράδυ, όταν έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς έβαζε το αυτί του στο κογχύλι και, αν υπήρχε υπόγειο ποτάμι σε βάθος μέχρι τα 10-15 μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού. Όταν ο πηγαδάς  ήταν σίγουρος για την ανεύρεση νερού, ξεκινούσε τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού. Εάν δεν εύρισκε νερό, ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και οι κόποι του πήγαιναν χαμένοι.

Στο σημείο που επέλεγαν έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό κυκλικό λάκκο με διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των λιθαριών που θα έχτιζαν γύρω-γύρω στο πηγάδι θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο, για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό. Το σκάψιμο του πηγαδιού γινόταν με αξίνες, κασμάδες και φτυάρια, με τα οποία πετούσαν έξω το χώμα μέχρι να φτάσουν σε βάθος 2-2,5 μέτρα. Έπειτα τοποθετούσαν στο στόμιο του πηγαδιού ένα ξύλινο ή μεταλλικό μάγγανο, στο οποίο τύλιγαν σκοινί με ένα άγκιστρο στην άκρη, απ’ όπου κρεμούσαν ζεμπίλι ή κουβά. Οι εργάτες που έσκαβαν μέσα στο λάκκο φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στον κουβά και οι άλλοι εργάτες πάνω τον τραβούσαν με το μαγκάνι και τον άδειαζαν. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό, στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος ή και περισσότερο, ανάλογα με την περιοχή.

Από τη στιγμή που έβρισκαν το νερό άρχιζαν το χτίσιμο εσωτερικά με ξηρολιθοδομή από κάτω μέχρι πάνω. Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε ειδική τεχνική και έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού, να φράζει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Η όλη κατασκευή ήταν ξερολιθιά, ώστε να μην εμποδίζει το νερό να περνάει από τα τοιχώματα. Τα άτομα μέσα στο πηγάδι κατέβαζαν με το μαγκάνι πέτρες, τις τοποθετούσαν κάθετα στην περίμετρο του λάκκου και «μπάζωναν» με χαλίκια ή με πέτρες μικρού μεγέθους (σόμπολα) το κενό προς τα τοιχώματα του πηγαδιού, ώστε περνώντας το νερό μέσω αυτών να φιλτράρεται και να είναι καθαρό. Όταν ο τοίχος στο πηγάδι άρχιζε να «ψηλώνει», έφτιαχναν μια κατασκευή σαν ξύλινο «πατάρι», πάνω στα οποία πατούσαν, για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω. Όταν έφθαναν στα 3-4 μέτρα από το πάνω μέρος του πηγαδιού, η λιθοδομή στένευε και κατέληγε σε μικρό κυκλικό στόμιο με διάμετρο 60-80 εκατοστά. Στο άνοιγμα του πηγαδιού και σε ύψος 80 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια του εδάφους τοποθετούσαν το σύστημα άντλησης του νερού.

Η άντληση του νερού από το πηγάδι γινόταν με τρεις τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια και με τη βοήθεια ενός κουβά δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Με τον τρόπο αυτό αντλούσαν λίγο νερό από πηγάδια με μικρό βάθος.  Στα δημόσια πηγάδια ο καθένας αντλούσε νερό με το δικό του σχοινί και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.

Σε πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος και για άντληση περισσότερου νερού χρησιμοποιούσαν χειροκίνητο μηχάνημα τοποθετημένο σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού, το μαγκάνι, από το οποίο και το πηγάδι ονομάστηκε μαγγανοπήγαδο. Το μαγκάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού. Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι. Σήμερα βλέπουμε τα μαγγάνια στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο[23].

 

Ιπποκίνητο μαγκάνι στο Τολό.

 

Η εξαγωγή περισσότερου νερού γινόταν με χειροκίνητες αντλίες (τρόμπες-τουλούμπες), που μπορούσαν να αντλήσουν νερό από μικρά σχετικά βάθη για τις ανάγκες πολλών νοικοκυριών σε χωριά και αγροκτήματα. Οι αντλίες αυτές αποτελούνταν από ένα συνήθως σιδερένιο σωλήνα μέσα στον οποίο κινούνταν ένα έμβολο με μορφή δίσκου και με μια ελαστική «φλάντζα» που έκανε στεγανή την επαφή του με τον κύλινδρο. Το έμβολο συνδεόταν με μια χειρολαβή που επέτρεπε την παλινδρομική κίνησή του. στη βάση του έμβολου υπήρχε μια βαλβίδα, που άνοιγε όταν το έμβολο κινούνταν προς τα πάνω και έκλεινε όταν εκινείτο προς τα κάτω. Όταν την ανύψωνε ο χειριστής του, το έμβολο κινείτο προς τα κάτω. Η βαλβίδα άνοιγε και επέτρεπε στον αέρα στην αρχή και στο νερό στη συνέχεια της λειτουργίας να ανέβει πάνω από το έμβολο. Όταν κατέβαζε τη χειρολαβή, το έμβολο κινείτο προς τα επάνω, η βαλβίδα έκλεινε και κάτω από το έμβολο δημιουργείτο κενό, που ανύψωνε το νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα. Το νερό που είχε περάσει στο προηγούμενο στάδιο πάνω από το έμβολο κινείτο προς τα πάνω και έβγαινε από σωλήνα εξαγωγής στο πλάι της αντλίας – τουλούμπας. Ο κύκλος της αντλίας επαναλαμβάνεται προκαλώντας την παροχή του νερού.

 

Μηχανισμός μαγκανοπήγαδου.

 

Το  νερό για πότισμα των κήπων έβγαινε από το πηγάδι με την ανέμη, ένα σύστημα οδοντωτού υδραυλικού τροχού με μια σειρά από μεταλλικά δοχεία – κουβάδες, τις «κουτσούμπες», οι οποίοι ήταν δεμένοι σε ίσιες  αποστάσεις στο μεγάλο υδραυλικό τροχό, που αποτελούσε το τύμπανο του μάγγανου. Για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων νερού από βαθύτερα πηγάδια για άρδευση χρησιμοποιούσαν ιπποκίνητα και αργότερα μηχανοκίνητα μαγκάνια με κουτσούμπες. Αυτό το μαγκάνι ήταν ένας πολύπλοκος μεταλλικός μηχανισμός με τρία βασικά μέρη: (i) το τύμπανο, (ii) τα γρανάζια και (iii) τους κουβάδες. Το τύμπανο, βασικό στοιχείο του μαγγανιού, ήταν τοποθετημένο σταθερά πάνω από το πηγάδι και το αποτελούσαν δύο παράλληλοι μεταλλικοί δίσκοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με έναν μεταλλικό κώνο με μεταλλικά πτερύγια (φτερά) στην περίμετρό του. Τα γρανάζια του μαγκανιού ήταν δύο. Το πρώτο γρανάζι ήταν τοποθετημένο οριζόντια, δίπλα στο τύμπανο, και στην κορυφή του υπήρχε ένα σταθερό ξύλινο κοντάρι 3-4 μέτρων. Το κάθετο γρανάζι ήταν παράλληλο προς τους δίσκους στις πλευρές του τύμπανου. Ο μηχανισμός, τέλος, περιλάμβανε και μια σειρά από μικρούς μεταλλικούς κουβάδες («κουτσιούπες»), οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους σε μία κλειστή αλυσίδα, που στερεωνόταν γύρω από το τύμπανο και τμήμα της κρεμόταν μέσα στο πηγάδι.

Για να τεθεί το τύμπανο σε περιστροφή, ήταν απαραίτητη η χρήση ενός ζώου, που ήταν δεμένο με τριχιές από τη λαιμαριά του στο ξύλινο δοκάρι, που ήταν περασμένο στην κορφή του μαγκανιού. Το συμπαθές τετράποδο (γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο) με τα μάτια κλεισμένα στο πλάι με παρωπίδες, για να μη ζαλίζεται, γύριζε αργά – αργά και σταθερά γύρω από το πηγάδι σέρνοντας το κοντάρι και αναγκάζοντας το οριζόντιο γρανάζι να γυρίσει. Καθώς το ζώο γύριζε το ξύλο και έβαζε σε κίνηση τον κάθετο σιδερένιο άξονα, που γύριζε το οριζόντιο γρανάζι, αυτό γύριζε το κάθετο γρανάζι κι εκείνο έβαζε με τη σειρά του σε κίνηση το κυκλικό σύστημα με τους μεταλλικούς κουβάδες, που έφτανε ο καθένας στον πάτο του πηγαδιού, γέμιζε με νερό, έφτανε ύστερα επάνω, άδειαζε το νερό σε μια τσιμεντένια δεξαμενή κι από κει μέσα από τα αυλάκια, τους «ποτιστάδες», το νερό έπαιρνε το δρόμο του για τα δέντρα και τα κηπευτικά. Αργότερα η άντληση του νερού με μαγγανοπήγαδο γινόταν  και με μηχανικά μέσα, είτε με πετρελαιομηχανή είτε με ηλεκτρισμό.

 

Πηγάδι με μαγκάνι.

 

Στα πηγάδια πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες και πραγματοποιήθηκαν πολλά γλέντια. Μετά τη βιομηχανοποίηση και την εξέλιξη όμως τα πηγάδια πέρασαν στην πλήρη εγκατάλειψη και την λησμονιά του χρόνου. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, που κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι ήρθε η ύδρευση κάθε σπιτιού από κεντρικό δίκτυο, που έκανε πιο άνετη τη διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, κατέστρεψε όμως τον υδροφόρο ορίζοντα και έσβησε την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Όσοι  έτυχε να κρατήσουν πηγάδι το χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Άλλοι καταφεύγουν σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, όπου πωλούνται απομιμήσεις πηγαδιών με την ανέμη, που διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ και έτσι βγήκε η φράση «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Η πολιτεία, για να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνει να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και να τοποθετούν την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.

 

Στέρνες

 

Σε περιοχές όπου η έλλειψη πηγών έκανε την ανεύρεση νερού δύσκολη και σε άγονες ημιορεινές κυρίως περιοχές χωρίς εκμεταλλεύσιμο υδροφόρο ορίζοντα, ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για τη συλλογή, συγκέντρωση και αποθήκευση νερού της βροχής για αρδευτικούς σκοπούς, για ανθρώπινη χρήση και για την κτηνοτροφία. Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν και με λαϊκή σοφία κατασκεύασαν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις «στέρνες», στις οποίες το μάζευαν, ώστε να το έχουν για να ξεδιψάσουν, να φροντίσουν την υγιεινή και την καθαριότητα στα σπίτια τους και να ποτίσουν τους κήπους τους. Η λέξη «στέρνα» είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τη λατινική λέξη cisterna (=είδος χτιστής δεξαμενής για την συλλογή και αποθήκευση υγρών, ιδίως βρόχινου νερού μέσα στο έδαφος), η οποία περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική λέξη  κίστη (= κιβώτιο). Ίσως προήλθε από την κατά λέξη απόδοση«κι η στέρνα» (cista<cisterna<κιστέρνα).

Η στέρνα ήταν μια τεχνητή υπόγεια κοιλότητα για αποθήκευση νερού. Στους αρχαίους πολιτισμούς η συλλογή βρόχινου νερού ήταν συνηθισμένη πρακτική για την εξασφάλιση νερού για όλες τις χρήσεις. Από την Κρήτη ως τη Βόρεια Αίγυπτο και την Ιορδανία από την Εποχή του Χαλκού (2200-1200 π.Χ.) η τοπική σοφία οδήγησε τους ανθρώπους να φτιάξουν στέρνες, για να συλλέγουν το βρόχινο νερό για την κάλυψη των αναγκών κατά την ξηρή περίοδο του χρόνου. Η αποθήκευση νερού για μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας έγινε δυνατή στην εποχή του Σιδήρου (1200-600 π.Χ.), όταν εφευρέθηκε ο πηλός με τη μίξη τοπικά διαθέσιμων εδαφικών υλικών.

Η χρήση των δεξαμενών ήταν αρκετά συχνή στον Ελλαδικό χώρο από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή. Στη Μινωική Κρήτη (περίπου 3.200-1.100 π.Χ.), χρησιμοποιούσαν δεξαμενές για τη συλλογή και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Στους κλασικούς και στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιούσαν υπόγειους στεγανούς κτιστούς ή ορυκτούς χώρους βάθους 2,00-3,00 m, που αποτελούσαν τους αποδέκτες των νερών της βροχής με τη βοήθεια οριζόντιων και κάθετων αγωγών προσαρμοσμένων στις στέγες. Στην αρχαία Ρώμη οι κατοικίες περιλάμβαναν δεξαμενές κάτω από πλακόστρωτες αυλές για τη συλλογή του νερού της βροχής, στις οποίες κατέληγαν και τα υδραγωγεία κάθε πόλης. Στην Ελλάδα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα το ένα τρίτο των νοικοκυριών των κοινοτήτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές διέθεταν υπόγειες υδατοδεξαμενές.

Οι στέρνες διαφέρουν από τα πηγάδια, που σκάβονταν για την άντληση των φυσικών υπόγειων νερών. Οι στέρνες ήταν ζωτικής σημασίας στις ορεινές κυρίως περιοχές, επειδή τα πηγάδια και οι φυσικές πηγές σπάνιζαν στα ορεινά και, όπου υπήρχαν, συνήθως στέρευαν προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να συλλέγουν και να συγκρατούν το νερό της βροχής ή την απορροή των πηγών. Έτσι έσκαβαν κάτω από το έδαφος στέρνες για τη συλλογή νερού, που επέτρεπε να σχηματίζονται χωριά ακόμη και σε μέρη όπου τα αποθέματα νερού ήταν ελάχιστα. Ήταν το μόνο μέσο για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος νερού.

Οι πιο παλιές στέρνες ήταν λαξευμένες, πελεκητές με το σφυρί και το καλέμι σε συμπαγή και χωρίς ρωγμές βράχο, που έχει την ιδιότητα να μην απορροφά το νερό. Φυσικά σπήλαια διαμορφώνονταν ή επεκτείνονταν για να χρησιμεύσουν ως στέρνες και χρησιμοποιούσαν υποστυλώματα από φυσικό πέτρωμα για να βαστάζουν την οροφή. Ήταν ο μόνος τρόπος να περιορίσουν τη διαρροή του νερού, μέχρι να ανακαλύψουν τρόπους  να στεγανοποιούν τα εσωτερικά τοιχώματα με κάποιο επίχρισμα.

Η αρχαιότερη στέρνα της περιοχής είναι η υπόγεια δεξαμενή νερού στη βορειοανατολική γωνία της Μυκηναϊκής ακρόπολης, που εξασφάλιζε πόσιμο νερό για τους κατοίκους σε ενδεχόμενη πολιορκία και υπάρχει μέχρι σήμερα. Το νερό ερχόταν από την Περσεία [24] πηγή, που βρίσκεται 360 μ. ΒΑ από την ακρόπολη και από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας υδροδοτεί το χωριό των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι μετέφεραν το νερό με πήλινους αγωγούς ως την ακρόπολη και από ένα άνοιγμα στον βράχο έφτανε στη δεξαμενή, η οποία αρχικά ήταν έξω από το τείχος. Το 13ο αι. π.Χ. έγινε ανάπτυξη του περιβόλου και η δεξαμενή εντάχθηκε μέσα στην τειχισμένη πόλη των Μυκηνών. Για να φτάσουμε σ’ αυτή κατεβαίνουμε 90 τουλάχιστον σκαλοπάτια λαξευμένα στον φυσικό βράχο σε 3 επίπεδα. Η είσοδός της είναι μέσα στην ακρόπολη, διαπερνά το βόρειο τείχος και καταλήγει έξω από την ακρόπολη σε βάθος 18 μέτρων. Η τετράπλευρη σκεπαστή δεξαμενή έχει βάθος 5 μέτρα και στην οροφή της ένα φρεάτιο, όπου κατέληγε ο υπόγειος αγωγός από τις πηγές, με αραιά τοποθετημένους λίθους που λειτουργούσαν σαν φίλτρα. Η κατασκευή της αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της μυκηναϊκής τεχνικής ύδρευσης[25].

 

Η είσοδος της υπόγειας δεξαμενής Μυκηνών.

 

Παρόμοιες κατασκευές ύδρευσης συναντάμε στις ακροπόλεις της Μιδέας και της Τίρυνθας. Στην ακρόπολη της Μιδέας μια σήραγγα ανοιγμένη στο δυτικό σκέλος του τείχους οδηγούσε σε υπόγεια πηγή νερού, ενώ στο κάτω τμήμα της ακρόπολης της Τίρυνθας υπάρχουν κρυφές σήραγγες που οδηγούσαν με ασφάλεια σε υπόγειες δεξαμενές με νερό. Αλλά και στις νεότερες ακροπόλεις (κάστρα) συστήματα καναλιών οδηγούσαν τα νερά της βροχής σε υπόγειες δεξαμενές, ώστε οι έγκλειστοι σε περίοδο πολιορκίας να έχουν νερό. Στον εξωτερικό περίβολο του κάστρου Άργους σώζεται υπόγεια στέρνα, ενώ στο Παλαμήδι του Ναυπλίου και την Ακροναυπλία υπήρχαν τεχνητές δεξαμενές των ενετικών χρόνων για τη συλλογή του νερού της βροχής[26].

Στους επόμενους αιώνες τέτοιες στέρνες σκαλισμένες σε βράχο βρίσκουμε σε γραφικά ερημοκλήσια χτισμένα σε βράχους. Χαρακτηριστική είναι η στέρνα της Αγια – Ρουσαλής Βρουστίου, ένα μικρό ερημοκλήσι στην κορυφογραμμή μιας χαράδρας ψηλά πάνω από τη Χούνη και ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς. Είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της, που σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει στέρνα σκαλισμένη στο βράχο με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο στην Αγία Ρουσαλή Βρουστίου.

 

Πολλά χωριά της περιοχής χτισμένα σε άνυδρες τοποθεσίες, όπως τα Σταθέικα, η Στέρνα, το Αραχναίο κ.α., έφτιαχναν στέρνες για συλλογή του νερού της βροχής για τις ανάγκες τους. Το χωριό Στέρνα μάλιστα πήρε τ’ όνομά του από τις πολλές στέρνες που κατασκεύαζαν οι κάτοικοί του στις αυλές ή σε κοινοτικούς χώρους και συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά το χειμώνα [27]. Η περιοχή ήταν άνυδρη μ’ ένα πηγάδι νερού για τις ανάγκες του χωριού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν από τη νύχτα με τα ζώα τους, για να πάρουν λίγο νερό που δεν επαρκούσε για όλους και θόλωνε από την υπερβολική άντληση. Οι Χελιώτες, για να αντιμετωπίσουν ην έλλειψη νερού, κατασκεύαζαν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό. Όταν το βρόχινο νερό αυτό τελείωνε τους καλοκαιρινούς μήνες, έφερναν νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους.

Το βρόχινο νερό είναι μαλακό με πολύ μικρές συγκεντρώσεις αλάτων και αυτό το κάνει άριστο στη μαγειρική, ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα, στο πλύσιμο των ρούχων, επειδή το σαπούνι διαλύεται ευκολότερα, δίνει στιλπνότητα και μετάξινη υφή στα μαλλιά, αλλά δεν είναι πόσιμο. Για να διατηρούν το νερό σε καλύτερη ποιότητα και για να γίνει πόσιμο, ασβέστωναν τις στέρνες μια φορά το χρόνο. Κρεμούσαν άσβεστο ασβέστη μέσα σε χοντρό πανί μέσα στο νερού και ο ασβέστης έλιωνε βράζοντας. Μετά έβγαζαν το πανί με τα υπολείμματα του ασβέστη, άφηναν το νερό να ηρεμήσει και να κατακάτσουν στον πυθμένα ό,τι στερεά υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και μετά το νερό ήταν πόσιμο! Άλλοι έριχναν ασβέστη σε πάνινο κομπόδεμα κοντά στην επιφάνεια του νερού, ώστε να διαλύεται σίγα σιγά με την κίνηση των επιφανειακών υδάτων. Κάποιοι έριχναν χέλια μέσα στη στέρνα, για να τρώνε τα νερομάμουνα και να μην πιάνουν βρύα τα τοιχώματα της στέρνας, κάτι που κατάφερναν τα χέλια άθελά τους αναδεύοντας τα νερά με την κίνηση του σώματός τους. Επιπλέον τα χέλια ήταν και δείκτες καθαρότητας, αφού, αν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα με το νερό, αυτά πέθαιναν.

Σε ορεινές περιοχές έφτιαχναν στέρνες στα χωράφια, γιατί ήταν απαραίτητες για το πότισμα των κοπαδιών τους καλοκαιρινούς μήνες. Έσκαβαν στο χώμα σε βάθος 3-5 μέτρων και δημιουργούσαν μια αποθήκη νερού. Το μέγεθος κάθε στέρνας ήταν συνάρτηση του διαθέσιμου χώρου και η χωρητικότητα ξεκινούσε από 15-20 κυβικά νερού και έφτανε στα 50-60  κυβικά. Αυτού του είδους οι στέρνες έχουν συνήθως σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και σταδιακά διευρυνόμενα τοιχώματα έως τον πυθμένα, δηλαδή ήταν πλατύτερες στη βάση και στένευαν στην κορυφή. Στις δεξαμενές αυτές μεγάλη σημασία είχε η θέση. Διάλεγαν εδάφη κατηφορικά, συγκέντρωναν το νερό της βροχής δημιουργώντας κάποια χαντάκια στο κτήμα και το οδηγούσαν μέσω ενός κεντρικού αγωγού στην υπόγεια δεξαμενή. Απαραίτητα στο κεντρικό χαντάκι τοποθετούσαν μικροφραγμούς στην διαδρομή, ώστε να ανακόπτεται η ταχύτητα κίνησης και να συγκρατούνται τα φερτά υλικά, αλλιώς το νερό θα ήταν βρώμικο πολύ και η δεξαμενή σταδιακά θα μπαζωνόταν.

Εσωτερικά οι στέρνες αυτές επενδύονταν με πλίθους ή πέτρες και έπειτα σοβατίζονταν με κάποιο επίχρισμα, ώστε να αποκτήσουν συμπαγή τοιχώματα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πέτρα με συνδετικό υλικό τριμμένο κεραμίδι («κουρασάνι») ή ασβέστη και αργότερα τσιμεντοκονίαμα, για να στεγανοποιήσουν τα τοιχώματα, ενώ αργότερα όλες γίνονταν από τσιμέντο. Με αυτό τον τρόπο, η στέρνα αποκτούσε λεία και αδιαπέραστη υφή εσωτερικά. Στο στόμιο της στέρνας με διάμετρο συνήθως 60 ως 80 εκ. έβαζαν καπάκι, που προστάτευε το νερό από μόλυνση, εμπόδιζε την πτώση ανθρώπων ή ζώων, συνέβαλλε να διατηρείται το νερό κρύο και μείωνε τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Επιπλέον σε στέρνες υπεδάφους το βρόχινο νερό καλό είναι να φυλάσσεται σε δροσερό και σκοτεινό μέρος.

Στον Αργολικό κάμπο μέχρι τη δεκαετία του 1960 έφτιαχναν στέρνες στις ταράτσες, στα υπόγεια ή στις αυλές των σπιτιών. Οι στέρνες στις αυλές ήταν υπόγειες, σκαμμένες στο έδαφος σε βάθος 3-4 μέτρα και σοβαντισμένες με τσιμεντοκονία γύρω – γύρω για στεγανοποίηση. Τις γέμιζαν από παρακείμενα πηγάδια και γεωτρήσεις με νερό που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού. Στις ταράτσες και τα υπόγεια έκαναν τετράγωνες αποθήκες νερού στεγανοποιημένες εσωτερικά με τσιμεντοκονία. Ήταν συνήθως κλειστές, για να μην εξατμίζεται το νερό το καλοκαίρι και να μη λερώνονται από τα πουλιά και τα φύλλα που έφερνε ο άνεμος. Οι περισσότερες χωρούσαν περίπου 25 κυβικά νερό, αφού και τα σπίτια τότε δεν κατανάλωναν περισσότερο νερό για τις καθημερινές ανάγκες. Για να τις γεμίσουν τοποθετούσαν υδρορροές στις ταράτσες και τις στέγες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, που έπεφτε στη στέγη και μέσω της υδρορροής κατέληγε στη στέρνα. Πριν την είσοδό του ήταν απαραίτητο το πρώτο φιλτράρισμα στο σωλήνα καθόδου ή στο έδαφος, ενώ στην είσοδό της στέρνας τοποθετούσαν ένα φίλτρο (σίτα/πλέγμα),που συγκρατούσε φύλλα, πετραδάκια, σκουπίδια, λάσπη κ.ά. Σε κάθε περίπτωση ο νοικοκύρης επιθεωρούσε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο τη στέρνα του, ενώ  κάθε 3-4 χρόνια την άδειαζε και την καθάριζε. Έμπαινε μέσα με σκάλα ή δεμένος με σχοινιά, έτριβε τα τοιχώματα με βούρτσες και μάζευε όλα τα φερτά υλικά από τον πυθμένα.

Κρυμμένοι θησαυροί είναι οι στέρνες, χτισμένες στα υπόγεια των σπιτιών, μισοθαμμένες στα χωράφια ή αθέατες από τον επισκέπτη στα άγονα βουνά. Κάθε πηγάδι επίσης αποτυπώνει πρακτικά τη λαϊκή σοφία και κουβαλά ασφαλώς τη δική του ιστορία. Η χρησιμοποίηση του νερού για τις ξηρές περιόδους του χρόνου ήταν ένα διαχρονικό όπλο στη μάχη για την επιβίωση μέχρι τη διάδοση των δικτύων ύδρευσης που έφεραν το πολύτιμο αγαθό του νερού σε κάθε σπίτι. Με τον ερχομό των γεωτρήσεων και την εμφάνιση του τρεχούμενο νερού στα σπίτια τη δεκαετία του 70 το νερό έπαψε να τρέχει γύρω από τις βρύσες. Οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου σε νερό δεν μπορούν πια να καλυφθούν από τα παραδοσιακά έργα υδροδότησης, όπως είναι οι στέρνες, οι βρύσες ή τα πηγάδια. Οι περισσότερες αποτελούν πια ελληνικό παρελθόν, όπως παρελθόν αποτελούν και τα ζωοκίνητα μαγγάνια ή οι αντλίες για την άντληση νερού. Οι επιστήμονες ωστόσο τονίζουν ότι στο πλαίσιο αναβάθμισης της ποιότητας ζωής και της προστασίας του περιβάλλοντος κάποιες παλιές πρακτικές συλλογής και τροφοδότησης με νερό θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν και να συμβάλλουν στην εξοικονόμηση και την ορθολογική αξιοποίηση του νερού, που αλόγιστα σπαταλά ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «οι μελλοντικοί πόλεμοι θα γίνονται για το νερό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Παραδοσιακές Κρήνες Πελοποννήσου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

[2] Στο Άργος  θα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης, και από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία θα κουβαλάς νερό χωρίς να θέλεις. [Ομήρου Ιλιάδα, Ζ 456-458]

[3] Αράδα κρήνες τέσσερις η μια στο πλάι της άλλης, κι αλλού η καθεμιά ξέχυνε το γάργαρο νερό της. [Ομήρου Οδύσσεια, ε 70-71]

[4] Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σελ. 41-2.

[5] Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS 2010, σελ. 159 κ.ε.

[6] Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα», argolikivivliothiki.gr

[7] Αντωνακάτου Ντ., Ναύπλιο, 1988, σελ. 205.

[8] Το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο (οθωμανικά τουρκικά) είναι μια εκδοχή του περσοαραβικού αλφάβητου, που χρησιμοποιήθηκε στη γραφή των οθωμανικών τουρκικών μέχρι το 1928, όταν αντικαταστάθηκε από το λατινικό σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

[9] Καραμούντζος Σπύρος, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007, σελ.126-127.

[10] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 71 κ.ε.

[11] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 77 κ.ε.

[12] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.

[13] Τσελεμπή Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2010.

[14] Κόκκινου Διονύσιου, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα 1974, τόμος 2ος,σελ.572.

[15] «Η πόλις του Άργους υδρεύεται εκ φρεάτων και εκ της πηγής Ερασίνου του Κεφαλαρίου απεχούσης της πόλεως 5 χιλιόμετρα και διοχετευομένου του ύδατος δια κτιστού υδραγωγείου»Μηλιαράκης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1888 σελ. 40.

[16] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 140.

[17] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[18] Τότσικας Αλέξης, Ασίνη – Μινώα – Τολό, Άργος 2017, σελ. 131.

[19] Κοτίτσας, Ιωάννης, Ιστορία Τολόν – Μινώα, εκδ.Φύλλα, Τρίπολη 2001, σελ.91.

[20] Μπιμπής Ι. Παναγιώτης, Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[21] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 101-102.

[22] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[23] ΤότσικαςΑλέξης, Ελληνική λαϊκή κληρονομιά, Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου, Εκδόσεις Αρμός, 2008, σελ. 146.

[24]«Μυκηνῶν δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις κρήνη τέ ἐστι καλουμένη Περσεία [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 16.6]

[25] Άλκηστις Παπαδημητρίου, Μυκήνες, έκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, 2015, σελ. 278.

[26]«Εν τω Παλαμηδίω και τη Ακροναυπλία γίνεται χρήσις ύδατος δεξαμενών τεχνητών ενετικών χρόνων, εν αις συλλέγεται το όμβριον ύδωρ». Μηλιαρακης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα 1888, σελ. 73.

[27] Σεραφείμ Κώστας, Λαογραφικά της Αργολίδος, Αθήνα 1981, σελ. 360.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας από την Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», εργασία του  κ. Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, που έχει για θέμα της την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας.

 Όπως θα διαβάσουμε παρακάτω  πρόκειται για προδημοσίευση  του υλικού που μέχρι σήμερα έχει συγκεντρώσει και ζητά από γνωστούς και αγνώστους να συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν  από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Άργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

 Και σημειώνει ο συγγραφέας: «Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη».

 

Σκοτωμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της ομάδας Μπαβελή στη θέση Χάνια Φιχτίων στις 17-1-1949. Εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», 18-1-1949.

 

Ξεκίνησα την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας. με την πεποίθηση πως θα ήταν εύκολο να εντοπίσω σε κάθε μικρό ή μεγάλο οικισμό ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν τουλάχιστον στον προσδιορισμό των ατομικών στοιχείων τους. Δεν υπολόγισα, όμως, τον παράγοντα χρόνο, τον χρόνο που πέρασε από τότε, από την έναρξη, δηλαδή, του εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι που θα είχαν άμεση γνώση, που θα είχαν βιώσει τα γεγονότα του εμφυλίου και θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες πληροφορίες έχουν ήδη φύγει, ενώ οι νεώτεροι, έχω την εντύπωση, πως αρνούνται, για δικούς τους ίσως λόγους, να προσεγγίσουν εκείνη την εποχή. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνάντησα και ανθρώπους με γνώση και διάθεση να μεταδώσουν οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη πληροφορία. Όμως ούτε και η προσφυγή σε διάφορα αρχεία και συλλογές ήταν ικανοποιητική.

Έτσι, η μέχρι τώρα προσπάθειά μου έχει πολλές ελλείψεις και κενά. Για το λόγο αυτό πρόκρινα να προχωρήσω σε προδημοσιέυση του υλικού που μέχρι σήμερα έχω συγκεντρώσει και να ζητήσω από γνωστούς και αγνώστους μου να με συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν (γιατί οι ελάχιστοι ζώντες δεν αναιρούν τον κανόνα) από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Αργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη.

Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους διαθέσουν χρόνο τους για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος.

Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με τα επόμενα μέσα: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας. Κινητό τηλέφωνο: 6945 959888 – email:   Christos_konstas@yahoo.com

 

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ

από τις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας

 

Άγιος Ανδριανός (Κατσίγκρι) – Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) – Ανυφί

Άργος – Δένδρα – Λάλουκας – Λίμνες – Μάνεσι

Μιδέα (Γκέρμπεσι) – Ντούσια – (Καλύβια  Μετόχι – Βίλλα)

Πουλακίδα – Φίχτια.

 

Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι)

 

Τις βραδινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 1948 ομάδα 10 περίπου μαχητών του Δ.Σ.Ε. εμφανίστηκαν στο Κατσίγκρι και συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους νέους βρήκαν στα καφενεία και στους δρόμους. Από κατάλογο καλούσαν νεαρά άτομα από το χωριό και επιστράτευσαν επτά (7). Τη στρατολογία είχαν προετοιμάσει ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βλάσσης και  η Ουρανία Ανδριανού Παπαμάρκου, κάτοικοι Αγίου Αδριανού, που πήγαν εθελοντικά μαζί τους, σύνολο, δηλαδή  εννέα (9).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι)

 

  1. Βλάσσης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, εθελοντής, δεν γνωρίζουμε βαθμό ή ειδικότητα. Σκοτώθηκε στη σπηλιά Βολιμήρι Φιχτίων 6-7 περίπου μήνες από την κατάταξή του σε σύγκρουση της ομάδας του με χιτομάϋδες πιθανόν στις 15-1-1949.
  1. Καραγιάννης Ευάγγελος του Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Χρήστο, που έλλειπε και εκείνος φώναξε παρών και τον πήραν. Υπηρέτησε στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή με την ειδικότητα του ελεύθερου σκοπευτή και σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 [1], ενώ σύμφωνα με άλλη πληροφορία τον σκότωσε σε ένα χωριό της ορεινής Αργολίδας στρατιώτης που είχε επιστρέψει με άδεια στο χωριό και τον βρήκε στο σπίτι του.
  1. Καραγιάννης Παναγιώτης του Γεωργίου (Ντιρλαντάς), επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις αρχές και δικάστηκε από το στρατοδικείο κατά πληροφορίες μάλλον της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Κατσιούρης Ανδριανός του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Κάλεσαν από τον κατάλογο τον αδελφό του, Σωτήρη, ο οποίος έλλειπε και πήραν αυτόν. Με τους Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου και Τσουρδίνη Ανδριανό του Γεωργίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  2. Παπαμάρκου Δημήτριος του Μάρκου, επιστρατευμένος, ήταν μάχιμος. Τον συνέλαβαν στο Ταΰγετο, όπου 40 περίπου μαχητές βρίσκονταν σε μια σπηλιά, που είχε δύο ανοίγματα και για να τους υποχρεώσουν να βγουν, οι στρατιώτες έκαψαν θειάφι. Ένας ΜΑΥ επιχείρησε να τον σκοτώσει, αλλά τον έσωσε ο επικεφαλής επιλοχίας Κατσίγιαννης Αυγουστής από τα Ίρια της Αργολίδας. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παπαμάρκου Ουρανία του Ανδριανού, πήγε εθελοντικά. Δεν γνωρίζουμε ειδικότητα ή βαθμό που τυχόν της αποδόθηκαν. Μάλλον παραδόθηκε στον εθνικό στρατό σ’ ένα χωριό του Πύργου, όπου ο Γιάννης Οικονόμου από το Αραχναίο, που τη γνώρισε, εμπόδισε κάποιον που αποπειράθηκε να την εκτελέσει. Δικάστηκε από το στρατοδικείο της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερη.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό και Τσουρδίνη Ανδριανό 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Ιωάννου, επιστρατευμένος. Απόδρασε από το Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Τσουρδίνης Ανδριανός Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Ευάγγελο, ο οποίος δεν παρευρίσκετο και φώναξε εκείνος παρών και τον πήραν. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό του Δημητρίου και Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευση κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.

Τις πληροφορίες αυτές μου έδωσε ο Νίκος Κων. Παπαμάρκου από τον Άγιο Ανδριανό  σε προσωπική συνέντευξη, που υπάρχει στο αρχείο μου στις 17 & 23/5/2016. Με βεβαίωσε επίσης, σε παρατήρησή μου, γιατί δεν καταδικάστηκε από το στρατοδικείο κανένας από τους μαχητές του ΔΣΕ, πως η βοήθεια των συγχωριανών τους ήταν ολοκληρωτική και ποικίλη. Μπράβο τους!

Οι δημόσιες ευχαριστίες μου προς το Νίκο Παπαμάρκου, έστω και μετά θάνατο, είναι χωρίς περιορισμό.

 

Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

Τις απογευματινές ώρες της 28ης Σεπτεμβρίου 1948 στρατιωτικό τμήμα του Δ.Σ.Ε. με επικεφαλής τους Γιάννη Δημ. Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) από το Γκέρμπεσι και τον Γιάννη Παπαϊωάννου του Γεωργ. από την Αμυγδαλίτσα μπήκε στο χωριό με σκοπό να επιστρατεύσει νέους μαχητές. Δεν κάλεσαν σε συγκέντρωση τους κατοίκους του χωριού, όπως συνήθιζαν, αλλά ανά δύο οι μαχητές επισκέφθηκαν τα σπίτια που τους είχαν υποδείξει, προφανώς από κατάλογο και επιστράτευσαν όσους βρήκαν. Το τμήμα ακολούθησε κατά την επιστροφή τη συνηθισμένη διαδρομή Ντούσια, ναός της Παναγίας Προσύμνης, Μυκήνες, κάτω από το γεφύρι της σιδηροδρομικής γραμμής, Μαλαντρένι, Τάτσι (Εξοχή).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

 

  1. Βλάχος Ιωάννης του Μιχαήλ (Μώκος), επιστρατευμένος. Τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα κατά την προσβολή του Άργους. Σχετικά διηγείται ο συμμαχητής του Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα, «Ήτανε ο Γιάννης Βλάχος, ο Μώκος από το Μπάρδι, αυτός τραυματίστηκε στην κοιλιά, στο Άργος, με τόση βρώμα, σκυλίσια ζωή, ο άνθρωπος είναι θηρίο, έκανε αλλαγές και τέτοια, άμα έβλεπες τη γάζα, μαύρα όλα και έζησε». Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο κατά πλειοψηφία 3-2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Βλάχος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη (αδελφός του Μαρνέρη), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε σε μάχη.
  1. Κακούρος Γεώργιος του Ευαγγέλου (Ντόρος), εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους συστρατιώτες του Κωνσταντίνο Γεωργίου Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι, Δημήτρη Κωτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο ή το Λουτράκι λιποτάκτησαν. Έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους μαχητές Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη, που τους οδήγησαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον Δ.Σ.Ε. Μετά τη διάλυση της Μεραρχίας Πελοποννήσου και οι τέσσερις κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά και τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη επικουρούμενο από χιτομάῢδες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους τρεις μετά τη σύλληψή τους σκότωσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.
  1. Κακούρος Δημήτριος του Ευαγγέλου, επιστρατευμένος. Φύλαγε τα πρόβατα του θείου του Δημητρίου Παπαγεωργόπουλου από το Γκέρμπεσι. Όταν οι αντάρτες ήρθαν στις 28 Ιουλίου 1948 στο Γκέρμπεσι για επιστράτευση ο μαχητής Γιάννης Παπαγεωργόπουλος συνοδευόμενος από τον λοχαγό Γιάννη Παππά πήγε στο σπίτι του να ιδεί τον πατέρα του, τον μπάρμπαΜήτσιο Κουτούλη. Ο Παππάς είδε το Μήτσιο και τον πήρε μαζί του, παρά τις προσπάθειες του Γιάννη Π. να τον διώξει. Καταδικάστηκε σε θάνατο μάλλον από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης, όπου και τον εκτέλεσαν.
  1. Κακούρος Σπύρος του Παναγιώτη (Τσούτας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε αιχμάλωτο ο εθνικός στρατός και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Ναυπλίου. Όπως με πληροφόρησαν με τη μεσολάβηση κάποιων αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παναγής Χρήστος του Αναστασίου, επιστρατευμένος. Στο Τάτσι (Εξοχή) που τους οδήγησαν σε κάποια μετακίνηση επικαλέστηκε σωματική του ανάγκη και κατάφερε να αποδράσει. Μάλλον ο ομοχώριός του Γεώργιος Κακούρος τον διευκόλυνε. Παρουσιάστηκε στην χωροφυλακή στο Άργος και τον άφησαν ελεύθερο. Παρέμεινε 5-6 μήνες στο Ναύπλιο ελεύθερος και επέστρεψε στο σπίτι του.
  1. Παπαϊωάννου Βασίλειος του Αλεξάνδρου (Βασιλάγκας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 20 ετών κάθειρξη.
  1. Παπαϊωάννου Γεώργιος του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος. Παραδόθηκε στον εθνικό στρατό και τον έστειλαν ως ανήλικο στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[2]. Έμαθε την τέχνη του σοβατζή. Παρουσιάστηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, όπου κατέθεσε κάποιο έγγραφο από τη Σχολή της Λέρου και το δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Γεωργίου (του Γεωργάτζη), εθελοντής. Ήταν διμοιρίτης στο λόχο του Γιάννη Παππά. Μετά τη διάλυση μάλλον τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στην Κόρινθο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Δημητρίου (Λόντος). Από αμέλειά του εκπυρσοκρότησε το οπλοπολυβόλο, που κρατούσε και σκοτώθηκε∙ τον θάψανε στα Μαζέϊκα.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Παντελή, εθελοντής. Υπηρέτησε ως ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση της ομάδας με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949.
  1. Παπαϊωάννου Νικόλαος του Αλεξάνδρου (αδελφός του Βασιλάγκα), επιστρατευμένος. Δικάστηκε από στρατοδικείο και μάλλον απαλλάχτηκε.
  1. Παπαϊωάννου Παναγιώτης του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.

 

Καταδιωκόμενοι – Αυτοαμυνήτες

 

Αποστόλης Λεωνίδα Διαλιάτσης και Γιάννης Ευαγγέλου Κακούρος (του ΒαγγέληΚουφό). Ξεκίνησαν από την Αμυγδαλίτσα να πάνε να παραδοθούν στον Σταθμό Χωροφυλακής Αγ. Τριάδας (Μέρμπακα). Στο δρόμο συνάντησαν τον πατριώτη τους και σκληρό δεξιό Γεώργιο Βασιλείου Κυμπούρη (Τούμπανο), που προσφέρθηκε να τους διευκολύνει στη χωροφυλακή˙ όταν όμως παρουσιάστηκαν είπε στους χωροφύλακες πως αυτός συνέλαβε αυτούς τους δύο αντάρτες. Δικάστηκαν από στρατοδικείο και αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

Ανυφί

 

Στις 5 Αυγούστου 1948 λόχος του Γιάννη Παππά κατέβηκε στο Ανυφί με σκοπό να στρατολογήσει μαχητές. Στο Ανυφί ήταν εγκατεστημένοι η μάνα και ο αδελφός του Παππά, που τον έπεισαν, κυρίως, όπως λέγεται, η μάνα του, να μην προχωρήσουν στην στρατολογία, αφού σε περίπτωση στρατολογίας τόσο οι Αρχές όσο και το χωριό θα στρέφονταν έναντίον τους. Έτσι, ματαιώθηκε η στρατολογία στο Ανυφί. Συνέλαβαν τον Δημήτριο Μανωλόπουλο, από το Ανυφί, που ήταν ένοπλος ενταγμένος σε μονάδα ΜΑΥ και τον άφησαν ελεύθερο, αφού προηγουμένως του αφαίρεσαν τον οπλισμό.

Την ημέρα εκείνη βρισκόμουν στο Ανυφί και όταν το βράδυ επιστρέφαμε στο σπίτι από το χωράφι με τον μπάρμπα Χρήστο Μητροσύλη και τα ξαδέρφια μου, συναντήσαμε έναν αντάρτη και έναν με πολιτικά ρούχα στη διασταύρωση, που βρισκόταν το βενζινάδικο του Δημητρίου Νικολάου (Μπάκα). Ο μπάρμπα Χρήστος τους χαιρέτισε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Αργότερα, όταν τρώγαμε, ήρθε στο σπίτι ένας αντάρτης και ζήτησε την Αναστασία Κορίλη από τα Δένδρα (Ντιέγκο), για την οποία γνώριζαν ότι δούλευε στα κτήματα το Μητροσύλη. Ο μπάρμπα Χρήστος του είπε πως δεν ήταν στο σπίτι του και ο αντάρτης έφυγε. Η Τασιώ, που ήταν εκεί και τρώγαμε όλοι μαζί, μόλις έφυγε ο αντάρτης πήδησε τη διαχωριστική μάντρα και πήγε στο σπίτι του παππά Διοφάνη  Κυμπουρόπουλου για να αποφύγει την στρατολογία.

 

Άργος

 

Κωτσαρίδας Κωνσταντίνος, εθελοντής. Υπηρέτησε στην επιμελητεία με έδρα τα Λυκούρια. Μετά τη διάλυση κατέβηκε στα  αρβανητοχώρια της Αργολίδας και κρύφτηκε στο καταφύγιο στην Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) με τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, Κώστα Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι και τον Φάνη Αλμπάνη από την Κορινθία. Στις 21-3-1949 απόσπασμα χωροφυλακής κτύπησε το καταφύγιο, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.

 

Δένδρα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Και στα Δένδρα ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος συγκέντρωσης των νέων, όπως δηλαδή στο Μάνεση. Είχαν βάλει, δεν γνωρίζω ποιος είχε την πρωτοβουλία, μια συκωταριά στο φούρνο στο μαγαζί του Κώστα Ουλή (της σωφέραινας) και εκεί τους βρήκαν συγκεντρωμένους. Δεν τους πήραν όλους αλλά επιλεκτικά στρατολόγησαν τους επόμενους:

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Δένδρα

  1. Βλάχος Χρήστος του Αναστασίου [3] (Τουρλής), επιστρατευμένος, υπάλληλος στην εκκλησιαστική σχολή Κορίνθου. Τον τοποθέτησαν στο υγειονομικό αλλά και διαφωτιστή στα χωριά της ορεινής Αργολίδας και Κορινθίας (Φρουσιούνα, Σκοτεινή κ.λ.π). Μετά τη διάλυση μαζί με άλλους πέρασε από τα Φίχτια και πήγε στο κτήμα του ομοχωρίου του Γιώργη Ιωαννίδη (Μαρδίτση), ο οποίος τον συνόδευσε στην Αστυνομία στο Άργος, όπου παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στις 17 Ιανουαρίου 1949 [4]. Σχηματίστηκαν δύο δικογραφίες σε βάρος του και δικάστηκε από τα Στρατοδικεία Ναυπλίου και Κορίνθου. Καταδικάστηκε σε θάνατο και από τα δύο στρατοδικεία με καταδικαστικές ψήφους 3 έναντι 2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Κορίλης Γεώργιος

    Κορίλης Γεώργιος του Ιωάννου (Ντιέγκος), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο σπίτι του στα Δένδρα πήγε ο Γιάννης Γεωργίου Παπαϊωάννου από το Μπάρδι και ζήτησε τον αδερφό του το Φάνη, που είχε υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ, εκείνος όμως απουσίαζε και πήρε το Γιώργη. Μετά την εκπαίδευση στα έμπεδα (Τουρλάδα και Αγ. Νικόλαος περιοχής Κλειτορίας) εντάχθηκε μάχιμος στο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Δύο ημέρες μετά την άφιξή τους στο Τάτσι τους πήραν και πήγαν να κτυπήσουν τη Νεμέα (21-9-1948), χωρίς η ομάδα τους να πάρει μέρος στη μάχη. Εκεί συνάντησε και το Σωτήρο Δήμα από το Γκέρμπεσι, έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησε. Πήρε μέρος στην απόπειρα αναγκαστικής στρατολογίας στη Ν. Επίδαυρο. Οι Επιδαυρίτες τους αντελήφθησαν και έφυγαν πυροβολώντας. Οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό, δεν μπόρεσαν να πάρουν κανένα και αφού έκαψαν το Ειρηνοδικείο και πήραν ό,τι είχαν ανάγκη κυρίως φάρμακα και τρόφιμα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τη νύχτα χιόνισεž πέρασαν από τις Λίμνες, όπου χωρίστηκαν σε ομάδες και αφού έφαγαν στα σπίτια του χωριού, μέσα από το Μπερμπάτι και το νεκροταφείο των Μυκηνών επέστρεψαν στη βάση τους. Ασθένησε σοβαρά και ο γιατρός του συνέστησε να πλησιάσει στο χωριό του. Ο Επίτροπος του Συγκροτήματος τον εφοδίασε με φύλλο πορείας και χωρίς ντουφέκι με ένα ξύλο για στήριγμα αρχίζει η οδύσσεια της επιστροφής Λυκούρια-Λίμνη-Φενεού-Γκιόζα-Καντήλα-Σκοτεινή-Μπογιάτι-Αρτεμήσιο, όπου βρίσκει το λόχο του Παππά-Νεστάνη-Σαϊτά (Γκιόζα)-Λαύκα-Καλιάνι, όπου κρύβεται και με τη βοήθεια κάποιου γηγενούς παραδίδεται στο στρατό στις 28-29 Ιανουαρίου 1949. Ακολούθως τον μετέφεραν στο Κιάτο-Κόρινθο και κατέληξε στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας στη βόρεια είσοδο του ισθμού της Κορίνθου προς το Λουτράκι. Είχε ήδη πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και όλους τους «κρυοπαγημένους» τους είχαν συγκεντρώσει σε μια σκηνή. Μετά τη θεραπεία τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου, αλλά και εκεί ασθένησε και πάλι και επέστρεψε για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία. Σχημάτισαν σε βάρος του δικογραφία και τον κάλεσαν στο στρατοδικείο, αλλά δεν παρουσιάστηκε, σύμφωνα με  εντολή που του είχε δώσει ο διευθυντής της σχολής, ούτε ποτέ άλλοτε τον ενόχλησαν.

  1. Ουλής Ανδρέας του Ιωάννου (Μαντάς), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στο Τάτσι τον απόλυσαν, ίσως με τη μεσολάβηση του Γιάννη Κώνστα από τη Μιδέα και επέστρεψε στα Δένδρα.
  1. Ουλής Βασίλειος του Δημητρίου (Μπέτσιος), επιστρατευμένος, αγρότης. Εγκατέλειψε τη μονάδα του στο Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αφού έμεινε φυλακισμένος 2-3 χρόνια απολύθηκε.

Λάλουκα [5]

 

Τον Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 1948 ομάδα του Δ.Σ.Ε. κατέβηκε στο Λάλουκα για επιστράτευση. Δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο σχέδιο συγκέντρωσης των επιστρατευθέντων νέων, απλά οι μαχητές του ΔΣΕ πήραν όποιον νεαράς ηλικίας συνάντησαν στους δρόμους ή στα καφενεία.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Λάλουκα

 

  1. Δρούλιας Γεώργιος του Σπύρου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε στην Ευρωστίνα Κορινθίας[6].
  1. Κατσίλας Βασίλης του Δημητρίου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.
  1. Κουτρουφίνης ή Κολέσης Ιωάννης του Δημητρίου[7], εθελοντής, έφυγε όμως μαζί με τους άλλους από το Λάλουκα. Μέλος της ομάδας ελεύθερων σκοπευτών, πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου Kenneth Mathew, δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[8]. Μετά τη διάλυση ήρθε στην περιοχή της Μιδέας στην ομάδα των Ρέππα – Λέκκα – Μεϊδάνη. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους. Καταδικάστηκε από τα στρατοδικεία Κορίνθου και Ναυπλίου σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στις 12 Ιουλίου 1949.
  1. Μπαλάσκας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και ασθενής μάλλον από καρδιακό νόσημα. Τον άφησαν ελεύθερο.
  1. Πίκης Κώστας του Γεωργίου, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και μετά από 23 ημέρες επέστρεψε στο χωριό του.
  1. Τσίγκας Αναστάσιος του Κωνσταντίνου, επιστρατευμένος, αγρότης. Τον τοποθέτησαν στην επιμελητεία και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες. Κατά την εκτέλεση κάποιας αποστολής εγκατέλειψε τη μονάδα του και παρουσιάστηκε στο Αστυνομικό τμήμα Ξυλοκάστρου. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Κόρινθο, όπου μετά από 20 ημέρες τον άφησαν ελεύθερο. Έλλειψε από το σπίτι του 50 ημέρες, όπως λέει ο αδερφός του, 30 ημέρες στο Δ.Σ.Ε. και 20 στη φυλακή.

Λίμνες

 

Περί τα μέσα του Οκτωβρίου 1948 διμοιρία του ΔΣΕ με επικεφαλής το Γιάννη Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα  στρατολόγησε νέους άνδρες και γυναίκες στις Λίμνες. Η διμοιρία αποτελούνταν από 27 συνολικά μαχητές Γκερμπεσιώτες, Μπαρδαίους, Λιμνιάτες και άλλους. Η επιστράτευση ήταν επιλεκτική. Μαχητές της διμοιρίας συνοδευόμενοι από Λιμνιάτες ή με υπόδειξη Λιμνιατών επισκέπτονταν συγκεκριμένα σπίτια και αναζητούσαν τους νέους άνδρες ή τα κορίτσια των σπιτιών. Αφού συγκέντρωσαν όσους μπόρεσαν να βρουν αναχώρησαν για το Αγγελόκαστρο και στη συνέχεια επισκέφθηκαν τον Αη Γιάννη. Κινήθηκαν στην περιοχή για τρεις ημέρες και κατά το διάστημα αυτό πέρασαν από διάφορους οικισμούς της περιοχής για να δηλώσουν με τον τρόπο αυτό την παρουσία τους. Την Τρίτη βραδιά στην περιοχή Μαρίνα Γκλιάτα ο Λιμνιάτης Γιάννης Στάρφας (Πατουλιάρης) συνάντησε τη διμοιρία και ενημέρωσε το διμοιρίτη πως κινήθηκε στρατός από το Άργος. Ο διμοιρίτης Παπαϊωάννου ενημέρωσε τους μαχητές αλλά και τους επιστρατευμένους πώς θα κινηθούν για να περάσουν απέναντι με σκοπό να φθάσουν στην περιοχή του Φαρμακά. Περπατώντας τη νύχτα πέρασαν έξω από τις Λίμνες, από τη Ντάρδιζα, το Κλιμάκι, έξω από το Μπερμπάτι και τους βρήκε η ημέρα στην περιοχή της Παναγίας, όπου ανέβηκαν ψηλά στα βράχια (Ποτέκια) και παρέμειναν όλη την ημέρα. Οι παρατηρητές που είχαν βγάλει μπροστά τους πληροφόρησαν πως επεσήμαναν ομάδα δέκα στρατιωτών στο Κουτσοπόδι. Αμέσως κινήθηκαν προς το Μπερμπάτι και το Στεφάνι, αλλά και από την πλευρά αυτή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Παρέμειναν κρυμμένοι μέχρι που τους κάλυψε η νύχτα και περνώντας από τις Μυκήνες έφτασαν στα Χάνια, που τα φύλαγαν μόνο την ημέρα οι χωροφύλακες και πέρασαν απέναντι. Να σημειώσουμε εδώ πως μεταξύ των επιστρατευμένων υπήρχαν και μερικοί ηλικιωμένοι, οι οποίοι γνωρίζοντας τον τόπο κατάφεραν τη νύχτα να φύγουν. Τους μετέφεραν στα χωριά Τουρλάδα και Κόκοβα (Σκοτάνη) έξω από τα Μαζέϊκα όπου ήσαν τα έμπεδα και τους ενέταξαν σε μονάδες. Μέχρι τότε δεν τους είχαν δώσει όπλα. Μετά την κατάρρευση ο καθένας τους ακολούθησε το δρόμο του.

Διήγηση στον γράφοντα του μαχητή και την ημέρα εκείνη επιστρατευθέντος Αποστόλη Γεωργίου Βλάχου στις 28-11-2015 στο σπίτι του στις Λίμνες.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τις Λίμνες

 

 

  1. Βλάχος Αναστάσιος του Γεωργίου (Μπούρτζος ή Άσπρος), εθελοντής, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου) και τον εκτέλεσαν στο Ναύπλιο στις 20-9-1949.
  1. Βλάχος Ανδρέας του Γεωργίου (Μπούρτζος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου

    Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου (Κωτσιώρης), επιστρατευμένος, τον χρησιμοποίησαν σε βοηθητικές εργασίες λόγω του νεαρού της ηλικίας, επέζησε.

  1. Βλάχος Γεώργιος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Παναγιώτης του Δημητρίου (Ντρίγκος), επιστρατευμένος, πέθανε από το κρύο.
  1. Γεώργας Ιωάννης του Χρήστου (Νιούλας), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Ζώγαλης Δημήτριος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Ζωνίτσας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κακούρος Ευθύμιος του Δημητρίου (Καρακίτσης), εθελοντής, επέζησε.
  1. Κακούρος Χρήστος του Ιωάννη (ΚίτσιοΚαραχάλιος), εθελοντής. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Λυρκείας[9] (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949, τους αποκεφάλισαν όλους.
  2. Καραμάνος Αργύρης του Σωτηρίου, εθελοντής. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας στις 24-1-1949[10] και καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο με την υπ΄αρ. 105/22-23 Ιουλίου 1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου). Εκτελέστηκε στο Ναύπλιο την 1-8-1949.
  1. Καρούνης Δημήτριος του Γεωργίου (Μπρίσκος), επιστρατευμένος. Τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου∙ επέζησε.
  1. Καρούνης Χρήστος του Μιχαήλ (ΚιτσιοΚαλατζής), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου

    Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου, εθελοντής. Ταγματάρχης του Ελληνικού στρατού, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε ως Διοικητής του 24ου Συντάγματος με έδρα το χωριό Άνω Κοτσανόπουλο του Δήμου Πρέβεζας με το ψευδώνυμο «Αραχναίος». Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας εξορίστηκε στη Νάξο και με εντολή του ΚΚΕ δραπέτευσε τον Απρίλη του 1947 και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Δραπέτευσαν συνολικά 12 αξιωματικοί, που έφθασαν στη Ρούμελη εκτός από δύο, που συνελήφθησαν. Υπηρέτησε στο ΔΣΕ στο Γ.Α. και ως αξιωματικός επιχειρήσεων κατάρτισε το «σχέδιο ελιγμού» στο Βίτσι. Μετά την ήττα εγκαταστάθηκε στη Σοβιετική Ένωση, στη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα. Επέζησε.

  1. Κατεμής Δημήτριος του Αναστασίου (Ντολολός), εθελοντής. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[11]. Επέζησε.
  1. Κατεμής Δημήτριος του Ιωάννου (Ντολολός ή Γκαβανάς), εθελοντής. Ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[12].
  1. Κονδύλη Χρυσούλα του Γεωργίου (Κολιού ή Τσόμπου), επιστρατευμένη∙ υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή[13]∙ επέζησε.
  1. Κορδαλή Κατερίνα του Παναγιώτη, επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Κυμπούρης Ιωάννης του Δημητρίου, εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Κυμπούρης Παναγιώτης του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Λέκκα Βασιλική του Ευαγγέλου, εθελόντρια.
  1. Λέκκας Δημήτριος του Αναστασίου, σκοτώθηκε στο διάσελο του κυνηγού από φίλια πυρά.
  1. Μελέτη Σοφία του Ιωάννη, εθελόντρια, ομαδάρχισα[14]. Καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο με καταδικαστικές ψήφους 4 έναντι 1, επέζησε.
  1. Μελέτης Ανάργυρος, επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[15].
  1. Μελέτης Δημήτριος (Ρούσσης), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Μελέτης Μιχαήλ του Ιωάννη, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[16]. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[17].
  1. Μπαστούνης Δημήτρης του Χρήστου (Μότος ή Στελέτος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Νώτη Μαρία, (Μήτα), επιστρατευμένη, αγνοούμενη.
  1. Οικονόμου Βασίλειος του Αριστείδη (Τόπης), εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Οικονόμου Ιωάννης του Παναγιώτη, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 2-8-1949.
  1. Ουλή Σοφία (Γκούμα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  2. Πιτσίκου Αναστασία του Αναστασίου (Καρκαβίνη), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Ρουστέμης Βασίλης του Μαρίνου, εθελοντής, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Σουφρίλας Χρήστος του Αριστείδη (Ντόκος), επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Σταμάτη Μαρίνα του Ιωάννη (Κανονιάρα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Στάρφας Δημήτριος Παναγιώτη (Σπίγκος), λιποτάκτησε από τον εθνικό στρατό, όπου είχε καταταγεί και προσχώρησε στο ΔΣΕ. Αγνοούμενος.

 

Μάνεσι

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Στο Μάνεσι τη στρατολογία οργάνωσαν οι Βασίλειος Κων. Καραμάνος, Πέτρος Χρήστου Ξύδης και ο Σωτήρος Παν. Καραμάνος, κάτοικοι Μάνεσι. Ήταν Σαββατόβραδο και έβαλαν μια συκωταριά ρεφενέ στο μαγαζί του Τάκη Καραμάνου, του αόμματου. Τους συγκέντρωσαν όλους πάνω στα αλώνια. Τη στρατολογία επέβλεπε ο ίδιος ο Παππάς, παρευρίσκονταν επίσης ο Τρύφωνας Παπαγεωργόπουλος από το Γκέρμπεσι, ο Γιώργης Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα και Δημήτριος Κατεμής από τις Λίμνες.

Ο Γιάννης Κουτσουράκης ζήτησε να αφήσουν του γιό του το Γιώργη, επειδή ήταν μικρός, του ζήτησαν όμως να τον αντικαταστάσει με τον άλλο του γιό, το Μήτσιο, τον οποίο και έφερε. Το ίδιο συνέβη και με το Θωμά του Πλιάσκα, ο πατέρας του όμως δεν δέχθηκε να γίνει αλλαγή. Αφού συγκεντρώθηκαν και τα τρία τμήματα (Μάνεσι – Δένδρα – Πουλακίδας) στο εκκλησάκι του Αϊ Σπυρίδωνα κοντά στα Ντούσια, που είχε οριστεί ως τόπος συγκέντρωσης, κατέβηκαν στο γεφύρι του Μπερμπατιού και αφού πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγίας του Μπερμπατιού και τις Μυκήνες διάβηκαν τον επικίνδυνο, γιατί φυλασσόταν, δημόσιο δρόμο Κορίνθου – Άργους πάνω από τα Φίχτια και από το Μοναστήρι της Μπόρσιας και Δούκα έφτασαν στο Τάτσι. Στην Παναγία στο Μπερμπάτι άφησαν ελεύθερο τον Σωτήρο Καραμάνο να επιστρέψει στο χωριό του, γιατί ο Σωτήρος είχε τραυματισθεί στη μάχη της Αθήνας κατά τα Δεκεμβριανά και ήταν ανίκανος για στρατιωτική υπηρεσία και μάλιστα στις συνθήκες του αντάρτικου πολέμου (του είχαν χειρουργικά αφαιρέσει τμήμα του κρανίου). Στο Τάτσι έδωσαν σε κάποιους ειδικότητες και τους υπόλοιπους τους οδήγησαν στα έμπεδα για να τους εκπαιδεύσουν στο χειρισμό των όπλων.

Τα έμπεδα βρίσκονταν πάνω από τα Μαζέϊκα, στα ορεινά χωριά Τουρλάδα και  Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη). Μετά την εκπαίδευση οι μάχιμοι εντάχθηκαν στον νεοφτιαγμένο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Ο Βασίλειος Καραμάνος και ο Πέτρος Ξύδης εντάχθηκαν στο Κέντρο Πληροφοριών (Κ.Π.), ο Αθανάσιος Δήμας στην Πολιτοφυλακή, ο Μιχάλης Ζέρβας και ο Χρήστος Βλάχος στην υγειονομική υπηρεσία και ο Αναστάσιος Καραμάνος (Καρυώτης) πήγε στην επιμελητεία, και οι υπόλοιποι τυφεκιοφόροι.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Μάνεσι

 

 

  1. Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου

    Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου (Μπαρδούνης), επιστρατευμένος, αγρότης. Είχε υπηρετήσει μάχιμος στον ΕΛΑΣ και μετά την παράδοση των όπλων διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος. Στο Δ.Σ.Ε. ήταν μάχιμος και τραυματίστηκε. Δεν γνωρίζουμε εάν συνελήφθη ή παραδόθηκε. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τριπόλεως. Επέζησε.

 

  1. Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου

    Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή στο Τάτσι για δέκα ημέρες, στα Μαζέϊκα για δέκα πέντε ημέρες και στη συνέχεια στα Αρφαρά και στην Αγ. Βαρβάρα. Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας από την Υπάτη και υποδιοικητής ο Δημήτριος Κορίλης από το Γκέρμπεσι, ο οποίος τον πήρε μαζί του στη Βαρβάρα. Η έδρα της υποδιοίκησης ήταν στο Περιθώρι. Όταν άρχισε η διάλυση ο Δημήτριος Κορίλης τον εφοδίασε με φύλλο πορείας για το Τάτσι, όπου συνάντησε τον Μιχ. Μεϊδάνη. Ακολούθησε την πορεία Κρινόφυλλο, Λυκούρια, Καντήλα, Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαος, Τάτσι. Στο Τάτσι ο Μεϊδάνης του συνέστησε να φύγει και τούδωσε συνοδό για λόγους ασφαλείας τον ελεύθερο σκοπευτή Παναγιώτη Δανόπουλο από τα Φίχτια, που τον συνόδευσε μέχρι την περιοχή Λάφρες πάνω από το Ανυφί. Στο Τάτσι πήρε μαζί του και τον Βασίλη Καραμάνο. Έφτασαν στο Μάνεσι στις 28-29 Δεκεμβρίου 1948. Συνδέθηκε με την ομάδα του Γκερμπεσιού και χρησιμοποίησε το καταφύγιο στο Παλιόκαστρο για μικρό διάστημα. Μια βραδιά έμεινε στο καταφύγιο των Μπαρδαίων στο Φίζι, που το περιγράφει ως εξής, «είχαν σκάψει πίσω από έναν ψηλό τοίχο, στην οροφή είχαν στηρίξει ξύλα και τσίγκους και από πάνω είχαν ρίξει χώμα και όλο το χωράφι ήταν σπαρμένο κριθάρι. Μπροστά είχε μια πέτρα που την μετακινούσες και έμπαινες μέσα από μια τρύπα που ίσια ίσια χώραγε ένας άνδρας». Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στον Σταθμό Χωροφυλακής Μιδέας (Μέρμπακα) στις 17-1-1949 συνοδευόμενος από το πατέρα του και το Παναγιώτη Μιχάλο από τα Δένδρα. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου)  στην ποινή των ισοβίων δεσμών με ψήφους 3 έναντι 2. Απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ. 126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής του κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Γεώργιος του Θωμά

    Δήμας Γεώργιος του Θωμά (Κακαρίζης), επιστρατευμένος, αγρότης. Όπως μου είχε ειπεί, για ένα διάστημα υπηρέτησε στα έμπεδα {Τουρλάδα και Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη) πάνω από τα Μαζέϊκα} όπου ο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου είχε οργανώσει στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατολογημένων και στη συνέχεια υπηρέτησε στο λόχο του Παππά μέχρι την ημέρα που τους συνέλαβε ο εθνικός στρατός και ο Παππάς αυτοκτόνησε (10-2-1949). Δεν γνωρίζω τη δικαστική του διαδρομή. Φωτογραφία: Όταν υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ.

  1. Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου

    Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου (Κορδατζής), επιστρατευμένος, αγρότης. Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στη Διοίκηση του αποσπάσματος Αλέας στις 22-1-949[18]. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) στην ποινή των πρόσκαιρων δεσμών 20 ετών και απολύθηκε στις 9-2-1951 δυνάμει του  υπ’ αρ.-126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Θωμάς του Σταύρου (Πλιάσκας), επιστρατευμένος, αγρότης, υπηρέτησε ως οπλοπολυβολητής. Ο Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα διηγείται σχετικά (μετά τον τότε πρόσφατο φυσιολογικό θάνατό του) «Το Θωμά τον είχα δει. Ήτανε ένας αντάρτης από το Δάρα, ο Νάκος, έτσι τον λέγανε, ένα ζώο ήτανε, κούραση δεν ήξερε τί ήτανε, δηλαδή, πώς έχουμε σήμερα τα 100, έτσι ήτανε η ομάδα του Νάκου και μέσα στην ομάδα αυτή ήτανε και ο Θωμάς. Πολύ γρήγοροι, ακούραστοι άνθρωποι, πετάγανε στον αέρα και να πεθάνει (απεβίωσε από ασθένεια), ποιός; ο Θωμάς, που εκεί πάνω ήτανε πουλί, πέταε». Παρουσιάστηκε στις Αρχές, δικάστηκε από το στρατοδικείο Ναυπλίου. Επέζησε.
  1. Ζέρβας Μιχαήλ του Μιχαήλ (Μπίθας ή Ρασπούτιν), επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε ως νοσοκόμοςž παρουσιάστηκε αυθορμήτως στις Αρχές (ίσως στην Αλέα με τον Θεοδόση Δήμα). Δικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου και μάλλον αθωώθηκε. Επέζησε.
  2. Καραμάνος Αναστάσιος του Παναγιώτη (Καριώτης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο Τάτσι πάλεψε με κάποιον άλλο μαχητή και έσπασε το πόδι του. Εργάστηκε στην επιμελητεία. Παρουσιάστηκε στις Αρχές και απαλλάχτηκε της ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου). Επέζησε.
  1. Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου

    Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου (Τσιαντής), εθελοντής, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή και στο Κέντρο Πληροφοριών[19]. Παρουσιάστηκε στη Διοίκηση χωροφυλακής Αργολίδας στις 17 Ιανουαρίου 1949 μαζί με το Θανάση Δήμα[20], ο οποίος (Θανάσης) ισχυρίζεται πως ο Βασίλης Καραμάνος παρουσιάστηκε στον αστυνομικό Σταθμό Μιδέας (Μέρμπακα) στις 20 Ιανουαρίου 1949. Καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) παμψηφεί σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο Ναυπλίου (Πρόνοια) την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Καραμάνος Γεώργιος του Αναστασίου (Ντουρντούλας), επιστρατευμένος, αγρότης. Δεν έχω πληροφορίες για τη μετά τη διάλυση πορεία του. Επέζησε.
  1. Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου, με τη σύζυγό του.

    Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου (Λιόσης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στρατολογήθηκε τον Οκτώβρη του 1948 από τους ελεύθερους σκοπευτές, που κινούνταν στην περιοχή μας. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως μάχιμος οπλοπολυβολητής. Μετά τη διάλυση παρουσιάστηκε στον εθνικό στρατό. Είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Τρίπολης για θεραπεία. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Τρίπολης και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης. Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα της δίκης, ενδιαφέρθηκε πάντως γι αυτόν ο ανώτατος αξιωματικός του εθνικού στρατού Κλεώπας από την Πουλακίδα. Τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε για τρία έτη. Στο νοσοκομείο γνώρισε τη συναγωνίστριά του Γεωργία Σταύρου Κανελλοπούλου από το χωριό Παλιομοίρι της Μεγαλόπολης Αρκαδίας, που έπασχε από κρυοπαγήματα στα κάτω άκρα, με την οποία παντρεύτηκαν και έζησαν στην Αυστραλία και στο Μάνεσι. Στη φωτό με τη σύζυγό του.

  1. Κουτσουράκης Δημήτριος του Ιωάννου, επιστρατευμένος, αγρότης – ποιμένας. Κατά την επιστράτευση ο πατέρας του ζήτησε και αντικατέστησε τον μικρό του γιο Γιώργο με το Μήτσιο. Κατά τους Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη και Θανάση Δήμα τον συνέλαβαν πολίτες στη Λαύκα, όπου τον είχαν στείλει να αγοράσει τσιγάρα και τον σκότωσαν.
  2. Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη

    Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη (Παναγάρας), εθελοντής. Ο Μιχάλης Μεϊδάνης γεννήθηκε στο Μάνεσι το 1918. Το Νοέμβρη του 1941 μαζί με το Μήτσιο Δεμοίρο από το Ανυφί και τον Πάνο Λιλή από το Γκέρμπεσι εργάστηκε για την δημιουργία οργανώσεων του Ε.Α.Μ. στην Αργολίδα. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Τον πιάσανε οι Ιταλοί να μοιράζει προκηρύξεις και τον κλείσανε στις φυλακές Αβέρωφ. Κατάδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης μερικών μηνών και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών οι Γερμανοί τον μεταφέρανε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Απολύθηκε το Γενάρη προς Φλεβάρη 1944 και γύρισε στο χωριό. Πήρε μέρος στη Περιφερειακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε., που συνήλθε στη Ν. Επίδαυρο στις 15 Μαρτίου 1944 και εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Π.Ε. και αντιπρόσωπος στην Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. που συνήλθε κατά μέσα Απριλίου 1944 στο χωριό Σερακίνη κοντά στο Μπογιάτι Γορτυνίας. Ήταν περιφερειακός υπεύθυνος του Κ.Κ.Ε. για την πόλη του Άργους. Το 1945 τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία μέχρι το τέλος 1945. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου. Συνεργαζόταν στενά με τον Φίλιππα Ρέππα και το Γιάννη Λέκκα στα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας. Ταχτικά ανέβαιναν στην περιοχή του 4ου Συγκροτήματος και πάλι γύριζαν, όπως με είχε πληροφορήσει ο Θοδόσης Κακούρος από το Μπάρδι, που είχε αναλάβει την τροφοδοσία τους. Πιστεύω πως αποτελούσαν ομάδα πληροφοριών (Κ.Π.). Με τους Φίλιππο Ρέππα και Γιάννη Λέκκα εξεβίασαν τους εργοστασιάρχες της Αργολίδα Ηλία Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν βλάβες στις εργοστασιαρχικές εγκαταστάσεις τους. Κατά την περίοδο της διάλυσης ο Θανάσης Δήμας τον συνάντησε στο Τάτσι. Κατέβηκε στο Μάνεσι με τον Γιάννη Κώνστα, Δημήτριο Κορίλη και Αναστάσιο Παν. Καραμάνο, κατά τις 20 Ιανουαρίου 1949[21]. Ο Μεϊδάνης με τον Φίλιππα Ρέππα και τον Γιάννη Λέκκα και άλλους ευκαιριακούς χρησιμοποιούσαν τρία καταφύγια, το ένα βρισκόταν στη Κιάφα Ρούγκα, το άλλο ανατολικά της Μάλια Κρλια και το τρίτο στο Παληόκαστρο. Στις 18 Μάρτη 1949 δεχθήκανε επίθεση τμημάτων στρατού, χωροφυλακής και πολιτών στο καταφύγιο της Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού και ο Μεϊδάνης και ο Φίλιππας τραυματιστήκανε και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν σύμφωνα με πληροφορίες των χωροφυλάκων αλλά και πολιτών, που συνόδευαν το απόσπασμα, ενώ ο Γιάννης Λέκκας μπόρεσε να απομακρυνθεί, τον συνέλαβαν όμως  ένοπλοι πολίτες, που εργάζονταν στην περιοχή. Την περίπτωση της αυτοκτονίας των Μεϊδάνη και Φίλιππα Ρέππα την πιστεύω απόλυτα, γιατί δεν ήσαν άνθρωποι που θα παραδίδονταν. Τους έθαψαν στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

  1. Ξύδης Πέτρος του Χρήστου

    Ξύδης Πέτρος του Χρήστου (Μπότσας), εθελοντής, επιστρατεύθηκε με τους άλλους Μανεσιώτες. Κατά το Θανάση Δήμα υπηρέτησε στο κέντρο πληροφοριών (ΚΠ). Τον συνέλαβαν με το αρχείο πληροφοριών. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στις στις 12-7-1949.

 

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

Στις 28 Ιουλίου 1948, ημέρα Τετάρτη το απόγευμα πήγαινα με την αδερφή μου, την Κατερίνα, στο σπίτι. Φτάνοντας στο ρέμα, που περνάει έξω από το σπίτι, βλέπουμε στο δρόμο έναν ένοπλο και τον Γιάννη Δημητρίου Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) να περνάει τρέχοντας και φωνάζοντας. Ο Γιάννης ήταν στενός οικογενειακός μας φίλος και τον γνωρίσαμε, ξέραμε ότι ήταν στο Δημοκρατικό Στρατό. Για τον καλό μας φίλο θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Καταλάβαμε ότι επρόκειτο για αντάρτες. Μετά ακούσαμε που φώναζαν με το χωνί πως το χωριό είναι κυκλωμένο από δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, να μη φοβηθούμε και να συγκεντρωθούμε στην πλατεία. Είχε κατέβει ο λόχος του Γιάννη Παππά. Οι δεξιοί του χωριού, που ήσαν ένοπλοι, όταν ειδοποιήθηκαν πως έρχονται αντάρτες, έτρεξαν και έφυγαν με κατεύθυνση προς Ναύπλιο για να σωθούν.

Ο Γιάννης Κουτούλης μόλις έμαθε τη φυγή των δεξιών έτρεξε φωνάζοντας προς το αντάρτικο τμήμα της εμπροσθοφυλακής, που θα καταλάμβανε το ύψωμα του Αγίου Θωμά, να μη τους κτυπήσουνε και να τους αφήσουν να περάσουν. Δεν ξέρω αν πρόλαβαν να φύγουν ή αν τους άφησαν οι αντάρτες, γεγονός είναι ότι δεν υπήρξε συμπλοκή.

Ανεβαίνοντας προς την πλατεία ένας αντάρτης μάλλον μικρού αναστήματος, αλλά στιβαρός και μαυριδερός, έτσι τουλάχιστον τον θυμάμαι, με πλησίασε και με ρώτησε φιλικά πώς περνάμε στο χωριό και πώς λέγομαι˙ του απάντησα και αμέσως με ρώτησε «τον Γιάννη Κώνστα, που έχουμε μαζί μας, τι τον έχεις;».

Έτσι έμαθα πως ο πατέρας ήταν μαχητής του ΔΣŞ είχαμε μερικούς μήνες να πάρουμε πληροφορίες του. Ο αντάρτης ήταν ο Μήτσιος Γιομπρές από τη Νεμέα, όπως ο ίδιος μου είπε, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα από φίλια πυρά κατά την προσβολή του αστυνομικού τμήματος της Νεμέας από μονάδα του Δ.Σ.Ε. Μαζευτήκαμε στην πλατεία και ο Γιάννης Παππάς μας μίλησε για τους σκοπούς του ΔΣΕ και άλλα. Η μάνα ζήτησε πληροφορίες από το Γιάννη Κουτούλη και αυτός της είπε πως ο πατέρας ήταν μαζί τους. Σκοπός της παρουσίας των ανταρτών στο χωριό ήταν η αναγκαστική στρατολογία νέων μαχητών. Μαζί τους ήταν και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Παπαγεωργόπουλος (Ζιούβας) από τη Μιδέα.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

  1. Γεώργας Κωνσταντίνος του Γεωργίου (Επαναστατικό ψευδώνυμο: «Ρέππας», Επαναστατικό όνομα: «Φάνης ή καπετάν Φάνης»), εθελοντής. Προσχώρησε στο ΕΑΜ αμέσως μετά τη δημιουργία του και μετά τη σύσταση της ΟΠΛΑ ανέλαβε πολιτικός επίτροπος καθοδηγητής της ομάδας ΟΠΛΑ με έδρα το Γκέρμπεσι. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η έκταση της τοπικής της αρμοδιότητας, εάν δηλαδή περιοριζόταν στο Γκέρμπεσι και τα γύρω ενδεχομένως χωριά ή εάν κατελάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Ναυπλίας. Το δεύτερο θεωρώ πλησιέστερο προς την αλήθεια, αφού ο έλεγχος της ΟΠΛΑ είχε ανατεθεί στο Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ και η Ναυπλία αποτελούσε περιφέρεια, όπως και το Άργος. Με την έναρξη της μεταβαρκιζιανής δεξιάς τρομοκρατίας πήγε στην Αθήνα και όπως μου είχε ειπεί ο ίδιος το κόμμα τον τοποθέτησε Γραμματέα της Κ.Ο.Β. Νέων Σφαγείων και αργότερα οργανωτή της 5ης Αχτιδικής Επιτροπής Καλλιθέας.Κατά το τέλος του 1945 τον κάλεσε ο Ζαχαριάδης στο γραφείο του και του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον μεταθέσει στην οργάνωση της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Μπούλκες στη Γιουγκοσλαβία. Το 1947 επιστρέφει  στην Ελλάδα και με το βαθμό του ταγματάρχη  πληροφοριών του Δ.Σ.Ε. αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κέντρου Πληροφοριών  Φλωρίνης, Αμυνταίου κ.λπ. Συνελήφθη από τον εθνικό στρατό  μάλλον το 1948 στην περιοχή της Φλώρινας. Τον μετέφεραν στην Αθήνα όπου τον βασάνισαν άγρια και στη συνέχεια τον μετέφεραν στις φυλακές της Ακροναυπλίας και δεν ξέρω πού αλλού. Δικάστηκε από στρατοδικείο χωρίς να γνωρίζω τίποτα περισσότερο. Επέζησε.
  1. Γιαννάκος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους Γεώργιο Ευαγγέλου Κακούρο από την Αμυγδαλίτσα, Δημήτρη Κοτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο λιποτάκτησαν∙ έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη και στη συνέχεια ανέβηκαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά στην περιοχή της Αμυγδαλίτσας. Τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον Ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη βοηθούμενο από πολίτες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους  τρεις τους σκότωσαν αμέσως μετά τη σύλληψη στη δυτική είσοδο του χωριού και παρουσία της μάνας του Γεωργίου Κακούρου. Στο καταφύγιο οδήγησε το απόσπασμα χωροφυλακής ο αντάρτης Γιάννης Λέκκας από το Γκέρμπεσι, τον οποίο είχαν συλλάβει στις 18-3-1949, όταν κτύπησαν το καταφύγιο στο Γκέρμπεσι.
  1. Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου

    Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου, εθελοντής. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών από τις τάξεις του ΕΑΜ. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό τρομοκρατικό καθεστώς και έφυγε από το χωριό. Το ΚΚΕ τον έστειλε στο Μπούλκες και στη συνέχεια στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε σε δίκτυο πληροφοριών στη βόρεια Ελλάδα, ίσως με τον βαθμό του λοχαγού. Τον συνέλαβε η υπηρεσία επαγρύπνησης του ΔΣΕ με άλλους 78 της ίδιας ομάδας με την κατηγορία της κατασκοπίας, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί, για να καλύψουν ευθύνες υψηλόβαθμου στελέχους του ΔΣΕ. Κατάφερε να αποδράσει από το αντίσκηνο όπου τους κρατούσαν και παρουσιάστηκε στον στρατηγό Κετσέα, που διηύθυνε τις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Φυλακίστηκε και στην Ακροναυπλία. Δεν γνωρίζω εάν δικάστηκε από στρατοδικείο καθώς και το αποτέλεσμα της δίκης. Επέζησε.

  1. Δήμας Σωτήριος του Χρήστου

    Δήμας Σωτήριος του Χρήστου, επιστρατευμένος, ράφτης. Ο Γεώργιος Κορίλης (Ντιέγκος) ήταν μαζί του στην προσβολή της Νεμέας (2191948). Σκοτώθηκε.

  1. Κορίλης Δημήτριος του Παναγιώτη (Παζής), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δυο παιδιά. Πολέμησε στην Αλβανία κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Υπήρξε μέλος του ΕΑΜ του χωριού και επικεφαλής του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και μάλλον την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε ως υποδιοικητής πολιτοφυλακής Αιγιαλείας με έδρα το Περιθώρι (Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας, ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού από την Υπάτη της Ρούμελης)[22]. Μετά την κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και για ένα διάστημα κρύφθηκε σε φιλικά σπίτια. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 20-3-1949[23]. Καταδικάστηκε με τις υπ’ αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.
  1. Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου

    Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου, εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δύο παιδιά. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως στρατιώτης-τηλεφωνητής και πολέμησε στην Αλβανία. Υπήρξε δραστήριο μέλος του ΕΑΜ στο Γκέρμπεσι και στη ευρύτερη περιοχή. Τον Ιούλιο του 1944 κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε στην ΕΤΑ της ΙΙΙ Μεραρχίας Πελοποννήσου μέχρι την παράδοση των όπλων. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε στην επιμελητεία του 4ου Συγκροτήματος Τζήριας Χελμού με έδρα το Τάτσι. Μετά τη κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και κρύφθηκε σε διάφορα σπίτια της γύρω περιοχής. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 21-3-1949[24] . Καταδικάστηκε σε θάνατο με τις υπ’ αρ. 103 και 104/1949 αποφάσεις του έκτακτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου

    Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου (Μερακλής), εθελοντής. Μέλος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ. Καταδιώχθηκε από το μεταΒαρκιζιανό καθεστώς αλλά ουδέποτε συνελήφθη. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ και υπηρέτησε μάλλον στο Κέντρο Πληροφοριών της περιοχής μαζί με τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του ΔΣΕ με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν τα καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο με τις υπ΄αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Ζιούβας), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Μετά τη Βάρκιζα διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος και ίσως την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Είχε έρθει στο Γκέρμπεσι με τον λόχο του Παππά κατά τη στρατολόγηση τον Ιούλιο 1948. Πληροφορίες αναφέρουν πως σκοτώθηκε σε σύγκρουση με ομάδα Μάϋδων στην περιοχή των Φιχτίων.

  1. Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου

    Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου (Κουτούλης), εθελοντής. Πήρε μέρος στον Ελληνογερμανικό πόλεμο ως Λοχίας υπαξιωματικός και πολέμησε στο οχυρό Κάλη της οριογραμμής Μεταξά. Μετά την κατάρρευση του μετώπου έφυγε για τη Μ. Ανατολή και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον εκεί Ελληνικό στρατό. Πήρε μέρος στο κίνημα στη Μ. Ανατολή και επέστρεψε στο χωριό ως αξιωματικός Υπολοχαγός το 1945. Στις αρχές της άνοιξης του 1948 έφυγε για το βουνό και υπηρέτησε στον λόχο του Παππά ως ομαδάρχης. Έπαθε κρυοπαγήματα και μετά την κατάρρευση κάποιοι συμμαχητές του τον έφεραν κοντά στα Ντούσια. Τον παρέλαβε η χωροφυλακή και τον μετέφεραν στο Άργος. Τον σκότωσαν πετώντας τον από τον εξώστη του κτιρίου της αστυνομίας, αφού την προηγούμενη ημέρα τον είχαν εκθέσει στην πλατεία του Άργους σε δημόσιο εμπτυσμό. Τον έθαψαν μαζί με άλλους εφτά στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

10.

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου (Γιουρούσης), επιστρατευμένος, αγρότης-ποιμένας. Τον Δεκέμβρη του 1948 έπαθε κρυοπαγήματα στα δύο του πόδια με αποτέλεσμα να του κόψουν αργότερα στο Νοσοκομείο της Τρίπολης, όπου νοσηλεύθηκε για τέσσερις μήνες, όλα τα δάχτυλα και των δύο ποδιών μέχρι τη μέση. Τον βοήθησε να κατεβεί ο Χρήστος Γεωργίου Διαλιάτσης από τα Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε πώς και πού τον έπιασε ο εθνικός στρατός. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας κοντά στο Λουτράκι, όπου τον φρόντισαν μεταφέροντάς τον τακτικά στο νοσοκομείο της Κορίνθου για θεραπεία και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο της Τρίπολης. Επέζησε.

  1. Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου

    Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου (Τζενεράλης), επιστρατευμένος. Ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Άργους. Συνελήφθη στο Άργος από την αστυνομία για παράνομο έρανο, αποβλήθηκε από το Γυμνάσιο Άργους και έδωσε εξετάσεις για να πάρει το απολυτήριο στο Γυμνάσιο Κορίνθου. Κατά τον Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη από τα Δένδρα «Τον Πάνο Παπαγεωργόπουλο, Τζενεράλη, τον είχα ιδεί μια φορά, αυτόν τον πήραν και τον πήγανε στη σχολή αξιωματικών, όπως έμαθα. Δεν ξέρω πώς και πού σκοτώθηκε». Δεν φαίνεται να πήρε βαθμό αξιωματικού, σκοτώθηκε ως επικεφαλής ομάδας σε σύγκρουση με τον εθνικό στρατό χωρίς να γνωρίζουμε πού.

  2. Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου (Μυλωνάς), επιστρατευμένος. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής, πήρε μέρος στις μάχες της Δημητσάνας (στις οπισθοφυλακές), στο σιδηροδρομικό σταθμό Πιτσά στη Βόχα, στα Τρόπαια κλπ. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Κώστα Σιατερλή από την Πουλακίδα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι[25]. Καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό «της μετρίας συγχύσεως» σε πρόσκαιρα δεσμά 10 ετών και 1 μηνός με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ τμήμα Ναυπλίου). Στη συνέχεια οδηγήθηκε στη Μακρόνησε και απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ.14/1911952 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950.

  1. Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή

    Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής. Πήρε μέρος στη μάχη της Νεμέας και της Δημητσάνας. Μετά τη διάλυση τον συνέλαβαν με τον γεμιστή του στα Τριπόταμα Ηλείας και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Πάτρα και τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[26] ως ανήλικο, όπου παρέμεινε επί 9μηνο και διδάχτηκε την τέχνη του κουρέα. Τον παρέπεμψαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, στο οποίο παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  1. Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου

    Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου, εθελοντής, αγρότης – μελισσοκόμος. Μάλλον υπηρέτησε στο Κέντρο Πληροφοριών με τους Μιχάλη Μεϊδάνη και Γιάννη Λέκα. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές στις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν το καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Τον ενταφίασαν στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου Άργους.

  1. Φρίμη Όλγα του Γεωργίου, επιστρατευμένη, μοδίστρα. Υπηρέτησε ως ράφτρα, επιδιορθώνοντας τα ρούχα των μαχητών. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Με την υπ’ αρ.104/23071949 απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου) αθωώθηκε από την πράξη της συμμετοχής σε ομάδα λόγω δεδικασμένου, γιατί είχε δικασθεί και αθωωθεί με απόφαση του στρατοδικείου Κορίνθου και από τις πράξεις της παράνομης στρατολογίας και διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών λόγω αμφιβολιών.
  1. Φρίμης Δημήτριος του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά από προδοσία τους συνέλαβαν στο κρυσφύγετό τους και τους εκτέλεσαν, άγνωστο πού και πότε.

 

Η ανατολική πλευρά του νεκροταφείου του Ναυπλίου. Έξω από την μάντρα ήταν ο «συνήθης τόπος των εκτελέσεων» των καταδικασμένων από τα κακουργοδικεία και τα έκτακτα στρατοδικεία της 10ετίας του 1940-50. Διαμορφώθηκε σε δρόμο, που ονομάστηκε Γρηγορίου Φαράκου !!!

 

 

Ντούσια (Καλύβια – Μετόχι – Βίλα)

 

 

Από τα Ντούσια υπηρέτησαν στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου πέντε (5) μαχητέςž όλοι πήγαν εθελοντικά. Συνεννοούνταν με διερχόμενους αντάρτες και έφευγαν. Ο Χρήστος Νικολάου Διαλιάτσης λιποτάκτησε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν είχε έρθει στο σπίτι του με άδεια. Εκτός από τον Νικόλα Λεωνίδα Διαλιάτση κανένας άλλος δεν πέρασε από το σπίτι του για να ιδεί την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο ΔΣΕ. Κατάγονταν όλοι από οικογένειες αγροτοποιμένων.

 

Μαχητές του Δ.Σ.Ε. από τα Ντούσια

 

 

  1. Διαλιάτσης Γεώργιος του Παναγιώτη, εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε κάτι για την πορεία του στο ΔΣΕ, μάλλον σκοτώθηκε[27].
  2. Διαλιάτσης Γιάννης του Αναστασίου (Τσαμπάση), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Κατά μία πληροφορία σκοτώθηκε σε μάχη στον Ταΰγετο.
  1. Διαλιάτσης Νικόλαος του Λεωνίδα εθελοντής, αγροτοποιμένας. Υπηρέτησε στον λόχο του Παππά[28]. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ειδικότητα, τη δράση του και το τέλος του. Λέγεται πως σκοτώθηκε.
  1. Διαλιάτσης Παναγιώτης του Γεωργίου (Καραγκούνη), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονάδα υπηρέτησε, ούτε την ειδικότητα και τη δράση του. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στην Κόρινθο στις 9-6-1949[29].
  1. Διαλιάτσης Χρήστος του Νικολάου (Ληστής), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Λιποτάκτησε από τον Εθνικό Στρατό και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ Πελοποννήσου. Βρισκόταν με άδεια στο χωριό του και σκηνοθέτησε σε συνεννόηση με αντάρτικη ομάδα την στρατολόγησή του στο χωριό Δενδρά έξω από το σπίτι του γνωστού κομμουνιστοφάγου Δημητρίου Ουλή (Μπλατσάρα). Μετά τη διάλυση του ΔΣΕ Πελοποννήσου κατέβηκε στο Άργος στην περιοχή Καρακάξα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ξαδέλφου του τον οποίο συνάντησε στο δρόμο. Εκείνος του είπε να πάει στο σπίτι και πως θα γύριζε, αφού ψώνιζε. Αντί για ψώνια, πήγε και τον κατέδωσε στην αστυνομία, που τον συνέλαβε. Από το στρατοδικείο Κορίνθου καταδικάστηκε σε θάνατο με ψήφους 3 έναντι 2 και με τη μεσολάβηση του Γκότση, παράγοντα του Άργους και του Τουρκοβασίλη η ποινή του δεν εκτελέστηκε.[30]

 

Παναρίτη

 

Εθελοντής μαχητής δεν υπήρξε από το Παναρίτη, ούτε επιστράτευση μαχητών έγινε. Τον Γεώργιο Ιωάν. Πουλά (Μπίχτο) και γνωστό γλεντζέ αποσπάσματα μαχητών τον συνάντησαν δύο φορές σε χωριά της Αργολίδας και τον πήραν μαζί τους. Και τις δύο φορές απέδρασε, τη μία με ανοχή του Γιάννη Κώνστα και την άλλη μάλλον του Μιχάλη Μεϊδάνη.

 

Πολυβολείο του εμφυλίου πολέμου στην παλαιά εθνική οδό Άργους – Κορίνθου.

 

Πουλακίδα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Πουλακίδα

 

  1. 1. Γιαννάκος Δημήτριος του Κωνσταντίνου;, αγρότης, επιστρατευμένος. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς Τάτσι όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Γιάννη Κατσαλούλη και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Διαμαντής Ιωάννης του Γεωργίου (Γκατζιούμπας), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στα Λυκούρια τον απέλυσαν, ίσως γιατί τον θεώρησαν ακατάλληλο για τις συνθήκες του ανταρτοπολέμου. Τον παρέλαβε στο Τάτσι ο Γιάννης Κώνστας από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι), ο οποίος τον φόρτωσε σε μια φοράδα και τον έφερε μέχρι τη Στέρνα. Συνέχισε με τα πόδια μέχρι την Πουλακίδα. Παρουσιάστηκε στις Αρχές[31] και με την υπ΄αρ. 105/2371949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) απαλλάχτηκε πάσης ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως.
  1. 3. Κατσαλούλης Γιάννης του Ευθυμίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς το Τάτσι, όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα, συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Δημήτριο Γιαννάκο και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Παναγής Περικλής του Κωνσταντίνου (Σιαφάκας), εθελοντής, αγρότης. Με τη διάλυση τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στο «στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστο-συμμοριτών»του ΓΕΣ στην Τρίπολη. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης και τον εξόρισαν για 2,5 έτη στον Πολύκαρπο Ικαρίας. Στο στρατόπεδο της Τρίπολης γνώρισε τη συναγωνίστριά του Χάρη Νικολοπούλου από την Πουρναριά (Ποδογορά) Γορτυνίας με την οποία εγκαταστάθηκαν στην Πουλακίδα και παντρεύτηκαν. Η Χάρις είχε πάρει μέρος στη μάχη του Αγ. Βασιλείου Κυνουρίας στις 21-1-1949.
  1. Σιατερλής Κωνσταντίνος του Δημητρίου (Κωστούρος), επιστρατευμένος, αγρότης. Ήταν στρατιώτης και είχε έρθει στο χωριό με άδεια, τον βρήκαν και τον επιστράτευσαν. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Τρύφωνα Παπαγεωργόπουλο από τη Μιδέα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι Αρκαδίας.

 

Φύχτια

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Φίχτια [32]

  

  1. Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα

    Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, αγρότης. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή της Στέρνας Αργολίδας στις 19-1-1949[33], ενώ κατ΄ άλλη εκδοχή χιτομάϋδες τον εκτέλεσαν κάπου στον Αργολικό κάμπο[34].

  2. Βασιλόπουλος Γεώργιος

    Βασιλόπουλος Γεώργιος, επιστρατευμένος. Τον συνέλαβαν και από το στρατόπεδο της Πάτρας τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[35] ως ανήλικο. Τον παρέπεμψαν να δικασθεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο της Τρίπολης, όπου παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  3. Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου

    Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου (Αλατζάς), εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949[36].

  4. Μπαβελής Γεώργιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολυμίρι) στις 15-1-1949[37], τους αποκεφάλισαν όλους.
  5. Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα

    Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα (Καπετάν Ραμαντάνος), εθελοντής, επικεφαλής ομάδας ελεύθερων σκοπευτών. Στην περιοχή Χάνι Φιχτίων, στις 17-1-1949 ομάδα χωροφυλάκων τους κύκλωσε και τους εκτέλεσαν όλους, εκτός από τον Δημήτριο Μπαβελή, που κατάφερε να διαφύγει∙ πολίτες τον συνέλαβαν στην περιοχή του αεροδρομίου του  Άργους και τον παρέδωσαν στην Χωροφυλακή, τον χλεύασαν στην αγορά του Άργους και αργότερα τον εκτέλεσαν[38].

  6. Τασόπουλος Χαράλαμπος του Αναστασίου, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949[39]∙ τους αποκεφάλισαν όλους.

 

Α.  Η Ομάδα των ελεύθερων σκοπευτών του Δημ. Μπαβελή

 

1) Μπαβελής Δημήτριος, από τα Φίχτια.

2) Δανόπουλος Παναγής ή Αλατζάς από τα Φίχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Κατεμής Δημήτριος ή Γκαβανάς από τα Φιχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Παπαϊώάννου Ιωάννης του Παντελή από την Αμυγδαλίτσα (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949) (αναφέρεται λανθασμένα ως Κακούρος Γεώργιος).

5) Μελέτης Μιχαήλ από τις Λίμνες (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

6) Καραγιάννης Ευάγγελος; από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι).

7) Σελιώτης από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

8) Μπαλάφας ή Λέγκας από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

Σε σύγκρουση με ομάδα χωροφυλάκων στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 σκοτώθηκαν όλοι (6) εκτός από τον Δημ. Μπαβελή, που τραυματίστηκε. Τον συνέλαβαν αργότερα στον αργολικό κάμπο και τον εκτέλεσαν.

 

Β.  Εκτελεσμένοι στη σπηλιά Βολιμήρι της περιοχής Φιχτίων στις 15-1-1949 σε σύγκρουση με ομάδα χιτομάϋδων. Μετά την εκτέλεση έκοψαν όλων τα κεφάλια, τα κόλλησαν σε ξύλα και εν πομπή κατέβαιναν προς το Αργος. Το γεγονός πληροφορήθηκε ο διοικητής χωροφυλακής  Αργους και τους εμπόδισε να μπουν στην πόλη.

(Ο κατάλογος δεν εξαντλεί τα μέλη της ομάδας).

1) Μπαβελής Γεώργιος από τα Φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

2) Τασσόπουλος Χαράλαμπος από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Τσετσέκος Κώστας από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Κακούρος χρήστος από τις Λίμνες. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

 

Υποσημειώσεις


[1] Συνέντευξη του Θανάση Δήμα μαχητή του ΔΣΕ στον γράφοντα.

[2] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[3] Αφήγηση του αδελφού του Δημ. Βλάχου.

[4] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[5] Αφήγηση Θεοδ. Τσίγκα.

[6] Αφήγηση Κων. Δρούλια, αδελφού του μαχητή.

[7] Αφήγηση Αναστ. Κουτροφίνη Κολέση.

[8] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[9] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[10] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[11] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[12] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[13] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[14] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[15] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[16] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[17] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[18] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949 και βούλευμα Συμβ. Εφετών Ναυπλίου 126/1951.

[19] Θανάσης Δήμας.

[20] Εφημερίδα ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[21] Θανάσης Δήμας, σε συνέντευξη στον γράφοντα.

[22] Αφήγηση Θανάση Δήμα στον γράφοντα.

[23] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[24] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[25] Διήγηση του γιού του Κώστα στον γράφοντα.

[26] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[27] Ο Δ. Παλαιολογόπουλος «Το 4ο Συγκρότημα του Δ.Σ. Πελοποννήσου» εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Αθήνα, 2014, σελ.167, αναφέρει πως στις 12-2-1949 απόσπασμα χωροφυλακής ανακάλυψε πάνω από τα Τρίκαλα σπηλιά με αντάρτες μεταξύ των οποίων και «ο Γιώργος Δαλάκης από το Μάνεσι του Άργους» και παραπέμπει σε Γιώτα Μεγρέμη, χειρόγραφη αφήγηση, Λέφα ..σταυροί σελ. 64. Όμως, Δαλάκης από το Μάνεσι Άργους, Ναυπλίου ορθότερα, δεν υπήρξε, άλλωστε το επώνυμο Δαλάκης είναι εντελώς άγνωστο στα αρβανητοχώρια της Αργολίδας, ενώ με το όνομα Γιώργος ήσαν οι μαχητές από ο Μάνεσι Γεώργιος Δήμας (Κακαρίζης) και Γεώργιος Καραμάνος (Ντουρντούλας), που επέζησαν. Νομίζω πως βάσιμα μπορούμε να ταυτοποιήσουμε το επώνυμο Δαλάκης με το επώνυμο Διαλιάτσης, αφού ηχητικά δεν απέχουν και να δεχτούμε πως πρόκειται για τον Διαλιάτση Γεώργιο του Παναγιώτη από το χωριό Ντούσια. Προσθέτουμε ακόμη πως ο οικισμός Ντούσια ή Μετόχι διοικητικά υπαγόταν στην κοινότητα Μάνεσι της Αργολίδας και η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από δύο χιλιόμετρα.

[28] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[29] Αναφορά του Διοικητή του αστυνομικού σταθμού Πρόνοιας Ναυπλίου προς τον εισαγγελέα εφετών Ναυπλίου.

[30] «Υπό του Υπομοιράρχου κ. Κάβουρα συνελήφθη κρυπτόμενος εις την αγροικίαν εν Χαλέπα (Αργους) Γ. Σελή ο συμμορίτης Διαλιάτσης Χρ.». Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[31] Πληροφορίες από τον Αναστάσιο Θεοδ. Παπαγεωργόπουλο, συγγενή του και κάτοικο Γκέρμπεσι.

[32] Οι φωτό των Βασιλόπουλου Αθ., Δανόπουλου Π. και Μπαβελή Δ. έχουν ληφθεί από το βιβλίο της Ελένης Μπαβελή «Καθρέπτης ψυχής».

[33] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[34] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 222, Άργος, 2019.

[35] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[36] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[37] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949).

[38] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 84, Άργος 2019. Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2136/31-1-1949.

[39] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας*

Αθήνα, Ιανουάριος 2020

*Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας.

 

Read Full Post »