Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Γαζής Άνθιμος (Βυζίτσα, 1758 – Ερμούπολη, 1828)


 

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Κληρικός, λόγιος, εκδότης, μεταφραστής, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Αναστάσιος Γκάαζαλης. Γεννημένος στη Βυζίτσα, μικρό χωριό κοντά στις Μηλιές του Πηλίου, είναι μαζί με τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον εξάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά, ιδρυτές της Μηλεωτικής Σχολής.

Εργάσθηκε επίμονα για την προαγωγή της παιδείας του έθνους και για την εθνική απελευθέρωση. Έλαβε τις πρώτες εγκύκλιες σπουδές στην πατρίδα του και ακολούθησε μαθήματα σε γνωστά σχολεία του ελληνισμού. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1774. Στην Κωνσταντινούπολη έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και μετονομάστηκε σε Άνθιμος. Το έτος 1796 έφθασε στη Βιέννη όπου υπηρέτησε ως εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου έως το 1817 όταν, μυημένος ήδη στην Φιλική Εταιρεία, ταξίδεψε στις Παρίστριες Ηγεμονίες με σκοπό την διάδοση και την επίτευξη των στόχων της Εταιρείας. Με την έκρηξη της Επανάστασης ανέλαβε έντονη δράση, συμμετέχοντας στην εξέγερση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μαγνησίας.

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ο Γαζής ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες, μη περιοριζόμενος στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα ασχολήθηκε συγχρόνως με εκδοτικές εργασίες ως υπεύθυνος επιμελητής ελληνικών επιστημονικών βιβλίων μεταξύ των οποίων μεταφράσεις του Δανιήλ Φιλιππίδη (Condillac, Λογική 1801· Lalande, Αστρονομία, 1803). Το έτος 1799 μεταφράζει και εκδίδει το βιβλίο του Benjamin Martin, Γραμματική των Φιλοσοφικών Επιστημών.

Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα εκδίδει γεωγραφικούς χάρτες, γεωγραφικά βιβλία (Γεωγραφία του μητροπολίτη Μελετίου, 1807) και βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την έκδοση του Ελληνικού Λεξικού (τ. Α’: 1809, τ. Β’: 1812, τ. Τ’: 1816).

 

Παγκόσμιος χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800). Αντίτυπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.Ο σπάνιος παγκόσμιος χάρτης του Γαζή χρηματοδοτήθηκε «χάριν των φιλομαθών» από τον ελληνικής παιδείας λόγιο Γεώργιο Γολέσκου (Iordache Golescu), γιο του «ενδοξοτάτου άρχοντος μεγάλου Βορνίκου Ραδουκάνου Γολέσκου» (όπως αναγράφεται στο χάρτη) και πρεσβύτερο αδελφό του γνωστού διαφωτιστή Κωνσταντίνου Γολέσκου (Dinicu Golescu). Στο κάτω δεξιά μέρος του χάρτη απεικονίζεται η εικόνα του Αλέξανδρου Μουρούζη, του φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας εκείνη την εποχή. Αντίτυπο εκτίθεται και στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.

 

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ανέπτυξε δεσμούς με ξένους λογίους (Villoison, Barbié du Bocage, B.J. Kopitar, F.K. Alter, Fr. Thiersch), επιτυγχάνοντας, χάρη στις επαφές του, τη δημοσίευση επιδόσεων και επιτευγμάτων ελληνικών σε φιλολογικά περιοδικά και εφημερίδες της Αυστρίας και Γαλλίας.

Σημαντικές στάθηκαν και οι πολιτικές του δραστηριότητες ιδίως την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1814). Οι στενές σχέσεις του με τον μητροπολίτη πρώην Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, τον κατέστησαν ύποπτο στην μυστική αυστριακή αστυνομία που έκτοτε τον παρακολουθούσε.

Τον Ιανουάριο 1811, εκδίδει στη Βιέννη, το πρώτο ελληνικό περιοδικό γενικής παιδείας Ερμής ο Λόγιος. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την συμπαράσταση και την οικονομική χορηγία του μητροπολίτη Ιγνατίου και της «Φιλολογικής Εταιρείας» του Βουκουρεστίου, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης και ανανέωσης των ελληνικών πνευματικών επιδόσεων. Την ανάγκη για τη δημιουργία ελληνικού φιλολογικού περιοδικού είχε επισημάνει νωρίτερα ο Αδαμάντιος Κοραής, υποδεικνύοντας τον Άνθιμο Γαζή ως τον πλέον κατάλληλο να το διευθύνει.

Ο Άνθιμος Γαζής παρέμεινε εκδότης του περιοδικού στα πρώτα, δύσκολα χρόνια (1811-1815). Συγκέντρωσε αξιόλογο αριθμό συνεργατών, με στόχο την παρουσίαση θεμάτων σχετικά με την γλώσσα και την φιλολογία, την αρχαιολογία, την ελληνική μυθολογία, τις επιστήμες, την βιβλιοπαραγωγή, ελληνική και ξένη. Η συμβολή του στην έκδοση του Λόγιου Ερμή στάθηκε αποφασιστική, ιδίως χάρη στην επιμονή που έδειξε στην πρώτη περίοδο για την επιβίωσή του. Έτσι το περιοδικό συνέχισε να εκδίδεται και μετά την αναχώρηση του από την Βιέννη, με την ευθύνη του Θεόκλητου Φαρμακίδη και του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη (1816-1821).

Τον πολυκύμαντο βίο του τελείωσε στην Ερμούπολη, τον Νοέμβριο 1828, ταλαιπωρημένος και παραμερισμένος Διδάσκαλος στην Τήνο, μετά το πέρας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, δεν βρήκε την συμπαράσταση την οποία επερίμενε. Απέθανε «εν εσχάτη πενία και ελεεινότητι», σύμφωνα με τον βιογράφο του Αδ. Κοραή. Δ. Θερειανό (Αδ. Κοραής, υπό Δ. Θερειανού, τ. Β’, 1890, σ. 296).

 

Εργογραφία

 

  • Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών του Μπεντζαμίν Μαρτέν, Βιέννη, 1799
  • Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας, Βιέννη, 1800
  • Carte de la Grece ή Πιναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, 1800
  • Πίναξ Γεωγραφικός της Ευρώπης, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Ασίας, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αμερικής, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αφρικής, 1807
  • Ελληνική Βιβλιοθήκη, Βενετία, 1807
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Α΄ τόμος, Βενετία, 1809
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Β΄ τόμος, 1812
  • Μαγνησία, 1814
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Γ΄ τόμος, 1816

Επίσης, ο Άνθιμος Γαζής επιμελήθηκε την έκδοση των παρακάτω έργων:

  • Αδολεσχία Φιλόθεος του Ευγένιου Βούλγαρη, Βιέννη, 1801
  • Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος, του ενός Θεού, Βιέννη, 1801
  • Λογική του Κοντιγιάκ σε μετάφραση Δ.Φιλιππίδη, Βιέννη, 1801
  • Εγχειρίδιον συμβουλευτικόν περί φυλακής των πέντε αισθήσεων του Νικόδημου Αγιορείτου, Βιέννη, 1801
  • Χημική Φιλοσοφία του Φουρκρουά σε μετάφραση Ηλιάδη Θεοδόσιου Βιέννη, 1802
  • Επιτομή Αστρονομίας του Λαλάνδ σε μετάφραση Δανιήλ Φιλιππίδη, Βιέννη, 1802
  • Σύνοψις των κωνικών τομών Γουίδωνος του Γρανδή σε μετάφραση του Γερμανού Σπαρμιώτη, Βιέννη, 1802
  • Ακολουθία των μαρτύρων Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ, Βιέννη, 1803
  • Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών του Καϊλλέ, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κούμα, Βιέννη, 1803
  • Γεωγραφία του Νικ. Θεοτόκη, Βιέννη, 1804
  • Ιστορία Καρόλου του ΙΒ΄ Βασιλέως της Σουηδίας του Βολταίρου σε μετάφραση του Κ.Τζιγαρά, Βιέννη, 1806
  • Γεωγραφία του Μελετίου Μήτρου, Βενετία, 1807.

 

Βιβλιογραφία


  • Αικατερίνη Κουμαριανού, «Άνθιμου Γαξή “Λεξικόν Ελληνικόν”. Η ιστορία μιας λεξικογραφικής προσπάθειας». Ο Ερανιστής, τ. Β’, τχ. 9/10 (1964), 163-186 και σε ανάτυπο·
  • Αλληλογραφία (1794-1819) Δανιήλ Φιλιππίδης – Barbie du Bocage – Άνθιμος Γαξής, έκδοση-σχόλια Αικατερίνη Κουμαριανού, πρόλογος Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα. ΟΜΕΔ, 1966.
  • Πολύχρονης Κ. Ενεπεκίδης, Κοραής – Κούμας – Αν. Γαξής … ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης, 1790-1821. Έρευναι εις ευρωπαϊκά αρχεία και χειρογράφους συλλογάς, Αθήνα, Εστία, 1967.
  • Ι. Μ. Χατξηφώτης. Άνθιμος Γαξής, 1758-1828. Νέα θεώρηση της ζωής και του έργου του με επιλογή κειμένων του και δεκαέξι πίνακες, Αθήνα, Εστία, 1969.
  • Οι τρεις Μηλιώτες διδάσκαλοι του γένους, Ανθ. Γαξής – Γρηγ. Κωνσταντάς, Δαν. Φιλιπίδης: βίοι παράλληλοι – πτυχές της ζωής και του έργου τους. Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου 30 Σεπτ. – 1 Οκτ. 2000, επιμ. Κώστας Λιάπης, Βόλος 2000.

 

Αικατερίνη Κουμαριανού (1919-2012)

Ιστορικός, ομοτ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Σορβόννης.

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Read Full Post »

Βυζάντιος Αλέξανδρος, Σκαρλάτου (Ναύπλιο, 14 Ιουλ. 1841 – Αθήνα, 28 Δεκ. 1898)


 

Αλέξανδρος Βυζάντιος (1841-1898). Δημοσιεύεται στο: Εθνικόν Ημερολόγιον, Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελειογραφικόν (1900, σελ. 161-163) – Σκόκος Κωνσταντίνος.

Ο ποιητής και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Βυζάντιος Σκαρλάτου γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1841. Πατέρας του ήταν ο λόγιος Σκαρλάτος Βυζάντιος, και μεγαλύτερος αδελφός του ο Αναστάσιος, διπλωμάτης, ποιητής, λογογράφος και πολιτικός δημοσιογράφος.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της νομικής το 1864. Γνώριζε ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Ακόμη σπουδαστής αναμίχθηκε με την πολιτική ως μέλος της «Χρυσής Νεολαίας» και πήρε μέρος στο κίνημα κατά του Όθωνα.

Στην Αθήνα άσκησε τη δημοσιογραφία από την εφ. «Χρυσαλλίδα». Στα νιάτα του δημοσίευσε ποιήματα στον χώρο της «Αθηναϊκής Σχολής». Δεκαεννέα ετών έλαβε το τέταρτο βραβείο στον Ποιητικό Διαγωνισμό του Πανεπιστημίου Αθηνών (1860) και δύο χρόνια αργότερα παμψηφεί το πρώτο βραβείο με το μακρό επικολυρικό ποίημα Σωκράτης και Αριστοφάνης.

Στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μία από τις ξεχωριστές μορφές της δημοσιογραφίας, ως συντάκτης και εκδότης. Άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1868 ως συντάκτης στην εφ. Ημέρα της Τεργέστης, όπου προσλήφθηκε από τον αδελφό του Αναστάσιο Βυζάντιο. Από το 1874, ανέλαβε μόνος του τη διεύθυνση της εφημερίδας την οποία μετονόμασε σε Νέα Ημέρα και εργάστηκε ως εκδότης της για εικοσιπέντε περίπου χρόνια. Το έντυπο αυτό έγινε εφημερίδα όλων των Ελλήνων και με το κύρος της επηρέασε σοβαρά τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Με τη βαθιά νομική και φιλοσοφική του κατάρτιση, την πολιτική του σύνεση, αλλά και την αγωνιστικότητα και τη γλωσσομάθεια του και, έχοντας ζήσει σε χώρες εξελιγμένες, προσπάθησε να επιβάλει τη συνέπεια στα κομματικά ζητήματα και έλαβε επίσημα θέση επάνω σε κρίσιμα πολιτικά θέματα, όπως ήταν η ενίσχυση του βασιλικού θεσμού, η κρίση για τον Χαρίλαο Τρικούπη, η ανατολική κρίση κ.ά.

 

Η «ανισορροπία» των κομμάτων είναι ίσως δυστύχημα εν ταις χώραις, ένθα έκαστον κόμμα αντιπροσωπεύει ιδίας αρχάς. Αλλ’ εν Ελλάδι ένθα τα κόμματα ουδέν άλλο είναι, ή κατά το μάλλον και ήττον πολυάριθμοι σπείραι θεσιθηρών και ουδέν άλλο αντιπροσωπεύουσιν, ή άθροισμά τι ιδιωτικών συμφερόντων, τι κερδίζει, ερωτώ, ή τι ζημιούται ο τόπος εάν ο δείνα ή δείνα κομματάρχης αριθμεί περισσοτέρας ή ολιγωτέρας ψήφους εν τη Βουλή;

 ………………………………

 Η Ελλάς είναι αδύνατον να ίδη καλητέρας ημέρας, είναι αδύνατον ν’ ανακύψη εκ της παρούσης ελεεινότητος, εάν δεν παύση ο πολιτικός ούτος γενιτσαρισμός, εάν δεν ισχύσωσι και παρ’ ημίν οι ολίγοι και οι άριστοι, οίτινες σήμερον είναι οιονεί εννόμως αποκεκλεισμένοι από πάσης εις τα δημόσια συμμετοχής.

 «Τίς πταίει, η Βασιλεία ή τα κόμματα;», Κλειώ Τεργέστης, Μάιος 1874. Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, Γ΄. Πάπυρος, 1966.

 

Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο ζήτημα της απελευθερώσεως της Κρήτης λόγω της συνεχούς επαφής του με τους οπλαρχηγούς, πολιτικούς και ιεράρχες και του κύρους που εξασκούσε σε ξένους πολιτικούς παράγοντες.

Το πρώτο βιβλίο του Αλ. Βυζάντιου κυκλοφόρησε το 1860. Ο συγγραφέας έγραψε τα έργα του σε γλώσσα αρχαΐζουσα, αλλά με ρομαντισμό, λυρική διάθεση και έμπνευση.

Στα 1898 επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε τον ίδιο χρόνο, στις 28 Δεκεμβρίου. Μετά τον θάνατό του και με την επιμέλεια του Γρηγορίου Σ. Βυζάντιου δημοσιεύτηκε η συλλογή με τίτλο Έργα Αλεξάνδρου Σ. Βυζαντίου, όπου  και συμπεριλήφθηκαν όλα τα ποιητικά και επιστημονικά έργα του (Αθήνα 1902).

Ο Θ. Λιβαδάς, στη νεκρολογία του για τον Αλ. Βυζάντιο στη Νέα Ημέρα (1/13 Ιαν. 1899) τονίζει την ανεγνωρισμένη φιλοπονία του: «Ο Έλλην [δημοσιογράφος εν Τεργέστη] οφείλει, πλην του αναποφεύκτου κυρίου άρθρου, να συντάξη πολλάκις αυτός κι επιφυλλίδα σπουδαίαν και διδακτικήν, να ερμηνεύη είτε εν εκτάσει είτε συνοπτικώς τας περί των ελληνικών κρίσεις των κρατίστων ευρωπαϊκών εφημερίδων και περιοδικών, να κατατριβή δε πλείστας ώρας όπως σταχυολογή, ερμηνεύη, συνοψίζη, εξονυχίζη τα λεγά­μενα νέα της Ημέρας, μόνος μονώτατος, νύκτωρ και μεδ’ ημέραν εργαζόμενος».

 

Πηγές


  • Λ. Σταθακόπουλος – Γ. Γκίκας, Ανθολογία Ποιητών Αργολίδος και Κορινθίας 1798-1957, σ. 51, Αθήνα 1958.
  • Δ. Κ. Βαρβουνιώτης, «Η Νεότης ενός Ποιητού», εφ. «Δαναός», 15-1-1900.
  • Έργα Αλεξάνδρου Σ. Βυζαντίου. Εκδίδονται υπό Γρηγορίου Σ. Βυζαντίου, εισαγωγή Ι. Λ. Χαλκοκονδύλης, Αθήνα 1902.
  • Ε. Π. Φωτιάδης, Νεοελληνική Ιστοριογραφία Α’, Αθήνα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, [1959].
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. Β’, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, σ. 372-373.
  • Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l’ Université d’ Athènes 1851-1877,  Αθήνα 1989 (και ειδική βιβλιογραφία σ. 443).
  • Lucia Marcheselli Loukas, «Βυζάντιος Αλέξανδρος», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974, τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Read Full Post »

Βαλλιάνος Θεόδωρος (1799-1857)


 

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ελαιογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003. Πηγή εικονογράφησης: Εθνική Πινακοθήκη.

Στρατιωτικός, αγωνιστής του 1821, μηχανικός – αρχιτέκτονας, πρόξενος και λόγιος. Ο άνθρωπος που έλαβε την εύφημο μνεία για την επιστασία των έργων μετατροπής του τζαμιού Αγά Πασά σε Βουλευτικό και καταγράφεται στο πρακτικό της πρώτης συνεδρίασης του Βουλευτικού ήταν ο στρατιωτικός μηχανικός Θεόδωρος Βαλλιάνος ο οποίος γεννήθηκε το 1799 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) της Ρωσίας, ενώ η καταγωγή του ήταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς, η οποία μετακόμισε στην Ρωσία στα τέλη του 18ου αιώνα.

Σπούδασε στην Στρατιωτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, ενώ ασχολούταν με τη θεολογία και την λογοτεχνία. Υπηρέτησε στον Ρωσικό Στρατό, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού του μηχανικού. Το 1822 εγκαταλείπει τη θέση του για να κατέβει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στην Επανάσταση. Προέβη στη συγκρότηση στρατιωτικού σώματος Κεφαλονιτών, μιας και μαζί του είχε φέρει χρήματα και όπλα. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη και του Γιουσούφ Πασά στην Πάτρα. Στο Μεσολόγγι αγωνίστηκε κατά του Σκόδρα πασά.

Όπως γράφει στη μελέτη της για τους πρώτους Έλληνες μηχανικούς που δημοσιεύτηκε στα Τεχνικά Χρονικά το 1988 η Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, ο Θ. Βαλλιάνος το 1824 με διαταγή της τότε κυβέρνησης ορίστηκε διοικητής μηχανικού και πυροβολικού στο Ναύπλιο. Εκεί αναλαμβάνει την επισκευή και τη μετατροπή του τζαμιού του Αγά Πασά σε Βουλευτικό, καθώς και την κατασκευή στρατώνων, του ‘Ιτς Καλέ, το Μπούρτζι, και άλλα κτίσματα. Στη συνέχεια ασχολείται με διάφορα έργα, όπως την επιστασία της κατασκευής της μεγάλης οδού Αίγινας – Περιβόλας, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, την επιστασία των εργασιών της φυτείας γεωμήλων, τη μελέτη και κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου του νησιού, τη μελέτη του στρατώνα, τη μετατροπή της κατοικίας του Αρχιμανδρίτη Αίγινας σε κυβερνείο κλπ.

Στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια έγινε αντισυνταγματάρχης, διευθυντής του μηχανικού και διοικητής του Οπλοστασίου και είναι ένας από τους πρώτους έλληνες μηχανικούς που επάνδρωσαν το πρώτο σώμα των Οχυρωματοποιών και Αρχιτεκτόνων, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 13.559 διάταγμα του Καποδίστρια της 28ης Ιουλίου του 1828, υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατιωτικού Aug. Theodore Garnot. Οι άλλοι ήταν οι Δημήτρης Σταυρίδης, I. Καλλέργης, Εμ. Μανιτάκης και Στεφ. Ησαΐας, οι οποίοι παρέμειναν στο σώμα και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τους συναντάμε ως στελέχη των κρατικών υπηρεσιών και κατά την Οθωνική περίοδο.

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος που αντικατέστησε τον Garnot στη διεύθυνση του σώματος, παρέμεινε για ένα διάστημα στην υπηρεσία μέχρι την εγκατάσταση της βασιλείας. Ανέλαβε μάλιστα και τη Διεύθυνση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (της τότε σχολής των Ευελπίδων). Το 1833 απομακρύνεται από την ενεργό υπηρεσία (ενδεχομένως διότι ανήκε στη φιλο-καποδιστριακή μερίδα και συνδεόταν στενά με τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και υπηρετήσει στο σώμα του Μηχανικού). Ο Όθων Α’ της Ελλάδας, τον όρισε πρόξενο Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Έμεινε στη θέση μέχρι το 1841 όταν και παραιτήθηκε για να αναλάβει το Δικαστικό Σώμα του Υπουργείου Στρατιωτικών, ενώ έγινε συνταγματάρχης. Πέθανε το 1857 στην Αθήνα.

 

Ενδεικτικά το συγγραφικό του έργο:

 

  • Επιστολαί περί των Ιερών Ακολουθιών της Ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας. Συγγραφείσαι μεν Ρωσσιστί, και το πέμπτον ήδη εκδοθείσαι τω 1844 έτει εν Πετρουπόλει, μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν διάλεκτον υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Ερμού,1864.
  • Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας, συγγραφείσα μεν Ρωσσιστί και το δεύτερον εκδοθείσα τω 1848ώ έτει εν Πετρουπόλει. Μεθερμηνευθείσα δε εις την ημετέραν φωνήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου του Μηχανικού της Ελλάδος. Εν Αθήναις: εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαιδου Φιλαδελφεως, 1851.
  • Αλήθεια της Οικουμενικής εκκλησίας περί της ρωμαϊκής και των λοιπών πατριαρχικών καθεδρών,  συγγραφείσα μεν ρωσσιστί και εκδοθείσα τω 1849 έτει εν Πετρούπολη εξελληνισθείσα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι : Τύποις Χ.Νικολαίδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Ο Θάνατος του εκ Σμολένσκης Πρίγκιπος Ποτέμκην: Συμβάς κατά το 1812 έτος, ότε οι Γάλλοι εισέβαλον εις την Ρωσσίαν: τραγωδία εις τρεις πράξεις συνταχθείσα μεν γερμανιστί και εκρωσσισθείσα, μεταφρασθείσα δε εκ της Ρωσσικής Γλώσσης εις την ελληνικήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Αι τελευταίαι ώραι του βίου του αυτοκράτορος Νικολάου του πρώτου.  Συγγραφείσαι μεν ρωσσιστί και εκδοθείσαι υψηλοτάτη αδεία εκ του Τυπογραφείου του Β’ τμήματος του ιδιαιτέρου της Α. Α. Μ. Γραφείου τη 24 Μαρτίου του 1855 έτους, εν Πετρουπόλει. Μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος, 1855.
  • Λόγος της καθολικής Ορθοδοξίας προς τον ρωμαϊκόν Κατολικισμόν, και πραγματεία περί της διαφοράς της Προτεσταντικής ή της των διαμαρτυρομένων διδασκαλίας.  Από των της Ορθοδοξίας Αληθειών. Συγγραφέντα μεν ρωσσιστί και εκδοθέντα τω 1852 έτει εν Μόσχα. Εξελληνισθέντα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των Γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος. Εκ του Τυπογραφείου Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1853.
  • Παράρτημα της Αληθείας της Οικουμενικής Εκκλησίας: ήτοι Λόγος της Καθολικής Ορθοδοξίας προς τον Ρωμαϊκόν Κατολικισμό. Συγγραφείς μεν ρωσσιστί και εκδοθείς τω 1853ω έτει εν Μόσχα εξελληνισθείς δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Παράρτημα των περί ιερών ακολουθιών επιστολών, συγγραφέν μεν Ρωσσιστί και εκδοθέν εν Πετρουπόλει, εξελληνισθέν δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου των Γενικών Επιτελών του Στρατού της Ελλάδος. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1856.

 

Πηγές


  • «Οι πρώτοι έλληνες μηχανικοί – Καινούργια στοιχεία για το σώμα των οχυρωματοποιών και τους έξι μηχανικούς που το επάνδρωσαν», Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Τεχνικά Χρονικά: Επιστημονική Έκδοση ΤΕΕ Περιοχή Α, Οκτ.- Δεκ. 1988, τόμ. 8, τεύχ. 4 , σ. 63-89.
  • «Επί του… περιστυλίου!», ηλεκτρονικό περιοδικό της Βουλής των Ελλήνων, τεύχος 3, 22 Σεπτεμβρίου 2020.
  • Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη».

 

Read Full Post »

Άγιος Φανούριος: ένας μεταλλαγμένος άγιος – Ηλίας Ε. Κόλλιας


 

Ψηλός, λυγερόκορμος έφηβος με τα μαλλιά του χωρισμένα στη μέση να καταλήγουν σε λεπτούς βοστρύχους, στέκει όρθιος πατώντας επάνω σε νεκρό φτερωτό δράκο. Φορά απαστράπτοντα πολυτελή θώρακα και κάτω απ’ αυτόν αλυσιδωτό χιτώνα. Ψηλές δρομίδες περιβάλλουν τα πόδια του και στους ώμους του είναι ριγμένος πλατύς μανδύας. Με το δεξί χέρι ο νεαρός πολεμιστής κρατά μακρύ δόρυ και με το αριστερό στηρίζει ασπίδα ακουμπισμένη στο έδαφος. Στο ίδιο χέρι κρατά σταυρό με αναμμένη λαμπάδα στην πάνω κατακόρυφη κεραία του (εικ. 1). Έτσι συνήθως παριστάνεται ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος σε μια ομάδα από τις παλαιότερες φορητές εικόνες του.[1]

 

Εικ. 1. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Μεγάλη Παναγία Πάτμου.

 

Σε μια παραλλαγή του ίδιου εικονογραφικού τύπου [2] παριστάνεται χωρίς δόρυ και ασπίδα, ο νεκρός δράκος έχει απαλειφθεί και στο δεξί χέρι του κρατά το σύμβολό του τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 2). Αυτός ο τύπος, που θα επικρατήσει στα νεότερα χρόνια, ταιριάζει με την περιγραφή του συναξαριστή: «ο άγιος στρατιωτικά φορεμένος, νέος πολύ εις την ηλικίαν κρατών εις την δεξιά χείρα σταυρόν, εις το άνωθεν μέρος του σταυρού έχει μίαν αναμμένην λαμπάδα…».[3]

 

Εικ. 2. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Ιδιωτική συλλογή (από: Vassilakes-Maurakakes,
ΔΧΑΕτ. 10 [1980-1981]).

 

Σπανιότερα, φορώντας τη στρατιωτική στολή και τον οπλισμό που περιγράψαμε, κάθεται σε θρόνο και χρησιμοποιεί ως υποπόδιο τον νεκρό δράκο[4] (εικ. 3).

 

Εικ. 3. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου ενθρόνου. Κρήτη, Άγιος Ματθαίος (Vassilakes- Maurakakes).

 

Επίσης σπανιότερα, θαυματουργεί φορώντας μακρύ χιτώνα και έχοντας ριγμένο στους ώμους του μανδύα.[5] Με το δεξί χέρι κρατά το σύμβολό του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 4).

 

Εικ. 4. Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο. Φορητή εικόνα της Συλλογής Αγίας Αικατερίνης. Ηράκλειο Κρήτης (Vassilakes- Maurakakes).

 

Μοναδικές πιθανώς είναι, έως τώρα τουλάχιστον, οι απεικονίσεις του αγίου ως διακόνου [6] στον ζωγραφικό διάκοσμο του Αγίου Κωνσταντίνου στο Αβδού της Κρήτης (1445) και ως εφίππου σε φορητή εικόνα [7] (εικ. 5) του 1843 της Μονής Οδηγήτριας στην Κρήτη.

 

Εικ. 5. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου εφίππου με σκηνές του βίου του. Κρήτη, Μονή Οδηγήτριας, (από: Εικόνες της κρητικής τέχνης. Από τον Χάνδακα ως τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη [1993]).

 

Όλες οι απεικονίσεις του αγίου, που γνωρίζουμε έως σήμερα, σε τοιχογραφίες ή φορητές εικόνες έχουν ζωγραφιστεί στην Κρήτη. Οι παλαιότερες χρονολογημένες απεικονίσεις του αγίου Φανουρίου φαίνεται να είναι εκείνες του παρεκκλησίου του στη Μονή Βαλσαμονέρου [8] της Κρήτης, όπου ντυμένος με χιτώνα και μανδύα και κρατώντας στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα θαυματουργεί (εικ. 6). Το παρεκκλήσι[9] κτίστηκε το 1426 και κοσμήθηκε με τοιχογραφίες από τον ζωγράφο Κωνσταντίνο Ειρηνικό το 1431. Ακολουθούν επτά εικόνες[10] τρεις από τις οποίες υπογράφει ο Κρητικός ζωγράφος του α’ μισού του 15ου αιώνα Άγγελος, και οι υπόλοιπες τέσσερις αποδίδονται σ’ αυτόν.

 

Εικ. 6. Σχέδιο του εικονογραφικού προγράμματος στο παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου της Μονής Βαλσαμονέρου (από: Κ. Gallas, Κ. Wessel, Ε. Borboudakis, «Byzantinisches Kreta» [1983]).

 

Ιστορικές πηγές από όπου έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε πληροφορίες για τα μαρτύρια, τα θαύματα και τη λατρεία του αγίου Φανουρίου είναι ο ελληνικός κώδικας [11] του Βατικανού 1190 του 1542, το Νέο Λειμωνάριο [12] ο Συναξαριστής [13] και η ακολουθία [14] του αγίου. Συμπληρωματικές πληροφορίες μας παρέχουν οι τοιχογραφίες [15] με σκηνές από τον βίο του αγίου Φανουρίου στο ομώνυμο παρεκκλήσι της Μονής Βαλσαμονέρου, που προαναφέραμε και δύο από τις παραπάνω εικόνες [16] του Αγγέλου.

Σύμφωνα με τους συναξαριστές [17] «…τον καιρόν όπου εξούσιασαν οι Αγαρηνοί την περίφημον νήσον Ρόδον…»[18] εργάτες σκάβοντας σε χώρο έξω και νότια της μεσαιωνικής πόλης προς πορισμό οικοδομικού υλικού, αποκάλυψαν τα ερείπια μιας εκκλησίας. Μεταξύ των άλλων ήλθε στο φως και η «εικόνα» (προφανώς τοιχογραφία) ενός στρατιωτικού αγίου, την οποία περιέβαλλαν σκηνές του μαρτυρίου του. Ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος [19] που, σύμφωνα με τους συναξαριστές, κλήθηκε να αναγνωρίσει τον άγιο, διάβασε πάνω στην «εικόνα» την επιγραφή: «άγιος Φανούριος».

 

Εικόνα του Αγίου Φανουρίου, ζωγραφισμένη από τον Άγγελο Ακοτάντο (δεύτερο τέταρτο του 15ου αι.). Αγία Αικατερίνη, Ηράκλειο.

 

Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου, πάντα σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, είναι η απελευθέρωση τριών Κρητικών ιερέων, που είχαν αιχμαλωτιστεί από μουσουλμάνους πειρατές και είχαν μεταφερθεί κατά τον ελληνικό κώδικα 1190 στα Παλάτια [20] (στη Μίλητο). Ο Ιωνάς, πνευματικός πατέρας των τριών κληρικών, μετέβη στη Ρόδο για να πληροφορηθεί που βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι και να τους εξαγοράσει.

Πάντα σύμφωνα με τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, ευρισκόμενος ο Ιωνάς σε αδιέξοδο, ύστερα από παρακίνηση του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, επισκέπτεται τον ναό του Αγίου Φανουρίου και προσευχόμενος ζήτησε από τον άγιο να απελευθερώσει τα πνευματικά του τέκνα. Δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο του παραπάνω κώδικα η ευόδωση του αιτήματος του Ιωνά, αλλά υπονοείται και γι’ αυτό τον λόγο «ο Πατήρ την τούτον (αγ. Φανουρίου) εικόνα ιστορήσας προς την Κρήτην μετ’ αύτον φέρων». [21]

Υποθέτω ότι η μονή που φιλοξένησε το αντίγραφο της αρχέτυπης εικόνας, ήταν εκείνη του Βαλσαμόνερου, καθώς – απ’ όσο γνωρίζω – ήταν ο μοναδικός μέχρι σχεδόν τις αρχές του 20ού αιώνα περίπου, χώρος λατρείας του αγίου Φανουρίου όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο χώρο της Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν άρχισε η λατρεία του αγίου στη Μεγαλόνησο, όπου συνέχισε να θαυματουργεί, αποκαλύπτοντας χαμένους ανθρώπους, ζώα και αντικείμενα, γιατρεύοντας ανθρώπους και ζώα, και γενικά ευεργετώντας τους πιστούς.

Σωστά, κατά τη γνώμη μου, η Ε. Ζαχαριάδου [22] χρονολογεί την τέλεση του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών στις αρχές της έκτης δεκαετίας του 14ου αιώνα. Στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα που υπονοούνται στο κείμενο του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού καθώς και στην ανάμειξη του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, τον οποίο τοποθετεί χρονικά – όπως τον παρουσιάζουν οι επισκοπικοί κατάλογοι – μεταξύ των ετών 1357-1369. Η χρονολόγηση του παραπάνω θαύματος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τους συναξαριστές είναι εσφαλμένη, διότι υπάρχει, εκτός των άλλων, ως terminus ante quem η οικοδόμηση του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου στη Μονή Βαλσαμονέρου το 1426.

Εκείνο που εκπλήσσει όλους τους συναξαριστές του αγίου είναι το γεγονός ότι, όπως γράφει ένας απ’ αυτούς: «Ούτος (ο Φανούριος) γάρ εν αδήλοις αθλήσας καιροίς άδηλος ην ναός τε και τούνομα αυτού πάσιν…»[23] Πράγματι, όλα τα βυζαντινά συναξάρια [24] αγνοούν τον άγιο. Τον αγνοεί επίσης και ο Διονύσιος [25] ο εκ Φουρνά και δεν περιγράφει τον εικονογραφικό του τύπο. Όλα τα συναξάρια [26] του, οι ύμνοι της ακολουθίας του, [27] αλλά και μία από τις σκηνές του βίου του, [28] που κοσμούν το παρεκκλήσι του στη Μονή Βαλσαμονέρου, δικαιολογούν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου Φανουρίου στο προσκήνιο της ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας με την τυχαία, όπως προαναφέρθηκε, αποκάλυψη της «εικόνας» του στα ερείπια του ναού του στη Ρόδο. Ο άγιος Φανούριος, γράφει ο L. Petit, [29] εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας στη Ρόδο, όπως η Αφροδίτη μέσα από τους αφρούς των κυμάτων της θάλασσας. Μάλιστα, οι γραπτές πηγές επιμένουν με πείσμα ότι εκτός από τον ναό του αγίου (μερικοί συναξαριστές πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλοί ναοί) υπήρχαν «… και εικόνες εν όλη τη νήσω Ρόδω προσκηνούμεναι και σεμνηνόμεναι, θαυμάσιαι…» [30] Και όμως όλα αυτά φαίνεται να διαψεύδονται από την πραγματικότητα.

Ναός του Αγίου Φανουρίου [31] (εικ. 9,1) στη Ρόδο υπάρχει τώρα μόνο ένας μέσα στη μεσαιωνική πόλη και όχι στον χώρο εκτός τειχών, όπου τον τοποθετούν με σαφήνεια όλα τα συναξάρια. Όλες οι εκκλησίες της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους το 1522 μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη. Από τις 34 ή 35 σωζόμενες εκκλησίες [32] εντός των τειχών μπορούμε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα μόνο τρεις: τον κοινοβιακό ναό των Ιπποτών, Άγιο Ιωάννη Κολλάκιου, την Παναγία του Κάστρου (ορθόδοξη μητρόπολη στη βυζαντινή εποχή και καθολική κατά την Ιπποτοκρατία) καθώς και τον Άγιο Δημήτριο του Polsasco που βρίσκεται στην περιοχή του ιπποτικού ταρσανά. Για την ονομασία των υπόλοιπων εκκλησιών μόνο υποθέσεις – για την ώρα – μπορούμε να κάνουμε.

Η εκκλησία λοιπόν της μεσαιωνικής πόλης, που αποκαλείται σήμερα Άγιος Φανούριος ήταν γνωστή στην Τουρκοκρατία και την Ιταλοκρατία με την ονομασία Peial el Din μετζίτ. [33] Η Ιταλική Αρχαιολογική Υπηρεσία [34] συντήρησε τον ζωγραφικό της διάκοσμο στη δεκαετία του 1920. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι Έλληνες κατέλαβαν την εκκλησία, που εγκαινιάστηκε και αφιερώθηκε στον άγιο το 1946. Στον πρόλογο ενός φυλλαδίου – που εκδόθηκε το 1961 κατά την επέτειο της συμπλήρωσης 15 χρόνων από τον εγκαινιασμό του ναού – η εκκλησιαστική επιτροπή του γράφει μεταξύ των άλλων:

«…Πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της Ρόδου στηριζόμενοι στο συναξάρι που λέγει ότι ο άγιος Φανούριος εμαρτύρησε στη Ρόδο, εθεώρησαν καλόν την πρώτη εκκλησίαν που εφανερώθηκε μετά την απελευθέρωση μέσα στο Κάστρο να την ονομάσουν άγιο Φανούριο, βασιζόμενοι και στην μεγάλην εικόνα της τοιχογραφίας κοντά στο αριστερόν αναλόγιον που την ενόμισαν εικόνα του. Αν όμως προσέξει κανείς την μεγάλην αυτήν εικόνα θα διακρίνει τον Ταξιάρχην Γαβριήλ που κρατεί στο δεξί χέρι το σκήπτρον (λάβαρο) και στο άλλο τη σφαίρα… Την έρευναν αυτήν είχε κάμη πρώτος ο κ. Αν. Βροντής (λόγιος δημοδιδάσκαλος και συγγραφέας του φυλλαδίου) και ανέφερε στον τότε μητροπολίτην Τιμόθεον (1947-1949), ο οποίος με μίαν εγκύκλιόν του διέταξε να γίνεται πανηγύρι του Αγίου Φανουρίου δύο φορές τον χρόνο στην μνήμη του και στην εορτή των Ταξιαρχών».[35]

Πρέπει επίσης να τονίσω το γεγονός ότι δεν έχουμε καμία μαρτυρία για την ονομασία αυτού του ναού κατά την εποχή πριν την Τουρκοκρατία.

Έμμεσα λοιπόν, πλην σαφώς, η ίδια η εκκλησιαστική αρχή του νησιού, η μητρόπολη Ρόδου, αλλά και ομάδα πιστών απέρριψαν την ιδέα ότι το Peial el Din μετζίτ ήταν πριν από την Τουρκοκρατία εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο [36] και έκλιναν περισσότερο προς την ιδέα ότι ήταν ναός των Αρχαγγέλων. Απορρίπτοντας λοιπόν αυτήν την ιδέα, διαπιστώνουμε ότι δεν υπήρχε στη Ρόδο πριν από το 1946 εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο.

Φαίνεται να έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο καθώς, από τη μία οι αγιολογικές πηγές επιμένουν ότι στη Ρόδο υπήρχε τουλάχιστον στον 14ο αιώνα όχι μόνο ναός του αγίου Φανουρίου στα προάστια της τειχισμένης πόλης αλλά και θαυματουργές, «θαυμαστές», εικόνες σε όλο το νησί, και από την άλλη δεν έχει εντοπιστεί από την έρευνα ούτε ίχνος ή ανάμνηση όλων αυτών.

Από τον διάλογο που αναπτύχθηκε μέσω του περιοδικού Εκκλησία [37] το 1947 και το 1948 μεταξύ του Ιεζεκιήλ μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος, του Σοφ. Αβρ. Χουδαβέρδογλου Θεόδοτου και του Γρηγόριου Παπαμιχαήλ διαπιστώνεται ότι από τα τέλη τουλάχιστον του 19ου αιώνα η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος θεωρούσε τον άγιο Φανούριο ανύπαρκτο και η Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιό της είχε απαγορεύσει τον εγκαινιασμό ναών στο όνομά του.

Το θέμα της ανυπαρξίας του αγίου Φανουρίου το επανέφερε αργότερα ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος (1918- 1920), απαγορεύοντας και αυτός τον εγκαινιασμό ναών του. Ο Μ. Γεδεών [38] μάλιστα επέμενε ότι η επιγραφή πάνω στην εικόνα που βρέθηκε στη Ρόδο θα ήταν «ΑΓ ΦΝΡ» και ότι ο μητροπολίτης Νείλος έπλασε κατά το Ονούφριος τη λέξη Φ[α]ν[ού]ρ[ιος], ενώ πιθανώς να ήταν Φ[α]ν[ά]ρ[αιτος] ή Φ[α]ν[ε]ρ[ωτής]. Ανύπαρκτο άγιο θεωρούν επίσης τον Φανούριο οι δύο μεγάλοι αγιολόγοι, ο ασσομψιονιστής L. Petit [39] και ο βολλανδιστής Fr. Halkin. [40]

Επανερχόμενοι και επανεξετάζοντας τους εικονογραφικούς τύπους με τους οποίους παριστάνεται ο άγιος Φανούριος, διαπιστώνουμε από πρώτη ματιά – εξαιρούμενου του εικονογραφικού τύπου του διακόνου [41] στον Άγιο Κωνσταντίνο στο Αβδού της Κρήτης – ότι είναι ίδιοι με εκείνους που απεικονίζονται στρατιωτικοί άγιοι [42] και ιδιαίτερα ο άγιος Γεώργιος.

Ο συνηθισμένος εικονογραφικός τύπος του αγίου Φανουρίου, όπως αναφέρθηκε, είναι εκείνος του πεζού πολεμιστή που έχει καταβάλει τον φτερωτό δράκο (σύμβολο του κακού) και όρθιος θριαμβευτής τον πατεί. Είναι, φυσικά, ένα αρκετά παλαιό εικονογραφικό σχήμα που κατάγεται από την απεικόνιση θριαμβευτών Βυζαντινών αυτοκρατόρων [43] που συνθλίβουν κάτω από τα πόδια τους τους εχθρούς του Βυζαντίου που καμιά φορά παριστάνονται και με τη μορφή δράκου. Φαίνεται ότι αυτή την παράσταση του αγίου Φανουρίου απηχεί το στιχηρό [44] που αναφέρει ότι βρήκε ο Σ. Ευστρατιάδης στον κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους Λ. 164 φ. 405.

 

Παράσταση του Αγίου Φανούριου. Τοιχογραφία δια χειρός Γουλιέλμου Μ. Ζώρζου εκ θήρας. Ι. Ν. Αγ. Σπυρίδωνος, Πειραιάς. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Σκηνή από θαύμα του Αγίου, «Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο», λεπτομέρεια της παραπάνω τοιχογραφίας.

 

Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τον άγιο Φανούριο και τον ξεχωρίζει, όχι μόνο από τον άγιο Γεώργιο αλλά και από τους υπόλοιπους στρατιωτικούς αγίους, είναι ο σταυρός με την αναμμένη λαμπάδα που κρατά στο χέρι του. Αυτό το σύμβολο [45] εμφανίζεται τουλάχιστον από το α’ μισό του 15ου αιώνα στην εικονογραφία του αγίου. Σε μία μάλιστα από τις αμφιπρόσωπες φορητές εικόνες (εικ. 7) της Μονής Βροντησίου [46] που έχει ζωγραφίσει ο Άγγελος διακρίνεται στην πάνω αριστερή γωνία μια μισοκατεστραμμένη σκηνή, όπου ο Χριστός παραδίδει στον άγιο τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα, με την οποία ψάχνει προσεκτικά και βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ή ό,τι γενικά ποθεί και το επιζητεί ο πιστός από τον άγιο. Υπάρχει η έκφραση που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα: «ζητώ κάτι με το κερί». Έκφραση που δηλώνει την προσεκτική και επίμονη αναζήτηση ανθρώπου, ζώου ή αντικειμένου. Από το α’ μισό του 15ου αιώνα λοιπόν, ο άγιος Φανούριος είχε καθιερωθεί ως ο κατεξοχήν άγιος – ευρέτης.

 

Εικ. 7. Ο Χριστός παραδίδει στον άγιο Φανούριο το σύμβολο του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα. Λεπτομέρεια από φορητή εικόνα του 15ου αι. Μονή Βαλσαμονέρου, Κρήτη (Vassilakes-Maurakakes).

 

Ορισμένος αριθμός μαρτυρίων [47] του αγίου Φανουρίου και του αγίου Γεωργίου είναι κοινός, αν και αναφέρονται στα συναξάρια και στην εικονογραφία και σε άλλους μάρτυρες. Στον τομέα όμως των θαυματουργών ιδιοτήτων των δύο αγίων υπάρχουν έντονες ομοιότητες. Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται ο κατεξοχήν ελευθερωτής αιχμαλώτων. [48] Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου είναι η απελευθέρωση των τριών Κρητικών κληρικών. Θαύμα που – όπως αναφέρθηκε παραπάνω – έβγαλε τη λατρεία του εκτός των ορίων της Ρόδου.

Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης [49] των γεωργών και των κτηνοτροφών. Προφανώς στην ανάπτυξη της λατρείας [50] του μεταξύ των χωρικών συνέβαλε από τη μία, το ίδιο του το όνομα – παράγωγο της λέξης γεωργία – και από την άλλη, η ημέρα της εορτής του (23 Απριλίου) που θεωρείται αρχή της καλοκαιριάς και της έναρξης των γεωργικών εργασιών. Ο άγιος Γεώργιος γιατρεύει ζώα, [51] αλλά κυρίως βρίσκει τα χαμένα ζώα των κτηνοτροφών. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το θαύμα της εύρεσης του χαμένου βοδιού του Θεοπίστου. [52] Στη Ρόδο ιδιαίτερα έως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα οι βοσκοί ζητούσαν από τον άγιο Γεώργιο να τους βρει τα χαμένα ζώα [53] τους. Επίσης, οι νέες γυναίκες της Ρόδου απ’ αυτόν ζητούσαν να μεσολαβήσει να βρεθεί ο κατάλληλος γι ’ αυτές σύζυγος.[54]

Τις ίδιες περίπου ιδιότητες έχει και ο άγιος Φανούριος απ’ ό,τι διαπιστώνουμε από την παλαιότερη αγιολογική πηγή, τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, αλλά και από τα νεότερα συναξάρια του αγίου. Γιατρεύει ανθρώπους [55] και ζώα, [56] βρίσκει χαμένα [57] ζώα και αντικείμενα, αποκαλύπτει ζωοκλέφτε ς[58] κ.λπ. Όταν μάλιστα η λατρεία του εξαπλώθηκε στα ελληνικά αστικά κέντρα, ο άγιος έγινε ο κατεξοχήν ευρέτης. Απ’ αυτόν ζητούν οι πιστοί να τους βρει χαμένα αντικείμενα, αυτόν παρακαλούν οι γυναίκες που έχουν χάσει την επαφή με τέκνα ή σύζυγο, χαμένους στον πόλεμο ή στην ξενιτιά να τις πληροφορήσει για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.

Αυτές οι έντονες ομοιότητες των δύο αγίων στον εικονογραφικό και τον λατρευτικό τομέα οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, στην πιθανή σκέψη ότι ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άγιος Γεώργιος με διαφορετική ονομασία και με ενισχυμένη την ιδιότητα του ευρέτη, που φαίνεται ότι είχε ήδη ο άγιος Γεώργιος, τουλάχιστον από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. [59] Στην εδραίωση αυτής της λαϊκής πίστης ότι ο άγιος Φανούριος βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ασφαλώς συντέλεσε η σύνδεση από παρετυμολογία του ονόματος Φανούριος με το ρήμα φανερώνω, δηλαδή αποκαλύπτω, ευρίσκω κάτι που θεωρείται χαμένο. Οι πιστοί συνήθως επικαλούνται τον άγιο να τους βοηθήσει να βρουν ό,τι έχει χαθεί με τη φράση: «Άγιε Φανούριε φανέρωσε μου το τάδε…».

Είναι λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, σχεδόν βέβαιο ότι ο άγιος Φανούριος αποτελεί μια μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου. Πώς όμως και γιατί από κάποια εποχή και μετά ξεπήδησε από τον άγιο Γεώργιο ένας νέος άγιος, που στους νεότερους χρόνους έγινε δημοφιλέστατος, αν και αμφισβητήθηκε η ύπαρξή του από ευσεβείς κληρικούς και σοφούς ερευνητές και λογίους; Δύο φορές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος με εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου υποστήριξε την ανυπαρξία του αγίου Φανουρίου και απαγόρευσε τη λατρεία του.

Όλοι οι συναξαριστές και οι ύμνοι της ακολουθίας του αγίου επιμένουν με πείσμα ότι από τη Ρόδο μεταλαμπαδεύτηκε η λατρεία του αγίου Φανουρίου στην Κρήτη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Κι όμως η έρευνα δεν έφερε κανένα στοιχείο στο φως για την ύπαρξη κέντρου λατρείας του αγίου στη Ρόδο πριν από τα μέσα της πέμπτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Πιθανώς το επεισόδιο της εύρεσης της ερειπωμένης εκκλησίας και της «εικόνας» του αγίου Φανουρίου πλάστηκε από τους συναξαριστές λόγω της αμηχανίας τους, εξαιτίας της απουσίας του όνοματός του από τα παλαιά συναξάρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι λοιπόν ο άγιος Φανούριος απέκτησε το επίθετο του «νεοφανούς».

 

Άγιος Φανουρίος, τοιχογραφία του Π. Βαμπούλη, β΄ ήμισυ 20ού αι. Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Σαρωνίδα Αττικής. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Στην πολιορκία της Ρόδου από τους Τούρκους το 1480 διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός εκκλησιών και άλλων κτισμάτων έξω και γύρω από την τειχισμένη πόλη και προφανώς πολύ κοντά στις οχυρώσεις χρησιμοποιήθηκε από τον εχθρό ως επιθετικό έρεισμα. Έτσι λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη τους τη γνώμη του Έλληνα μητροπολίτη, των Ελλήνων ιερέων, των φραγκισκανών μοναχών και των εκπροσώπων του λαού, ο μεγάλος μάγιστρος και το Συμβούλιό του αποφάσισαν στις 3 Φεβρουάριου του 1481 την κατεδάφιση των παραπάνω εκκλησιών και των υπόλοιπων κτισμάτων ως επικίνδυνων για την ασφάλεια της πόλης. Στο κείμενο [60] της  απόφασης κατονομάζονται οι κατεδαφιστέες εκκλησίες μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η εκκλησία του San Giorgio di Proventura.[61]

Η μεσαιωνική λατινική λέξη proventura ερμηνεύεται στα ελληνικά – κατά τη γνώμη μου – ως η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση ή η καλή τύχη. Η λέξη Φανούριος [62] έχει περίπου την ίδια σημασία: είναι εκείνος που φάνηκε ή που φαίνεται ούριος, που φάνηκε ή που φαίνεται ευνοϊκός, καλός, τυχερός. Το επίθετο ούριος στην αρχαία ελληνική γλώσσα συνήθως συνοδεύει το ουσιαστικό άνεμος. Ούριος άνεμος είναι ο ευνοϊκός άνεμος· ήδη όμως σε κλασικούς Έλληνες συγγραφείς [63] χρησιμοποιείται η λέξη με μεταφορική σημασία χαρακτηρίζοντας και πρόσωπα. Ούριος είναι αυτός που φέρνει ευτυχία, επιτυχία, ή οδηγεί μια υπόθεση, ένα θέμα σε ευτυχές τέρμα. Η εκκλησία λοιπόν στα ελληνικά, κατά τη γνώμη μου ονομαζόταν «Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος», αλλά ο Λατίνος γραφέας [64] καταγράφοντάς την στο έγγραφο μετάφρασε την ελληνική ονομασία στα μεσαιωνικά λατινικά ως San Giorgio di Proventura.

Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε σήμερα τη θέση όπου βρισκόταν αυτή η εκκλησία. Έξω από τη μεσαιωνική πόλη υπάρχουν σήμερα τρεις εκκλησίες[65] αφιερωμένες στον άγιο Γεώργιο (εικ. 9, 3,4,6). Φαίνονται και οι τρεις κτίσματα της Τουρκοκρατίας. Η μία βρίσκεται δυτικά της μεσαιωνικής πόλης, αλλά αρκετά μακριά απ’ αυτή, η δεύτερη ανατολικά και η τρίτη νοτιοανατολικά. Είναι πιθανόν στη θέση της μίας από τις τρεις εκκλησίες να βρισκόταν ο Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος που κατεδαφίστηκε το 1481, αλλά ανοικοδομήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ είχε χαθεί πλέον κάθε ανάμνηση της προσωνυμίας Φανούριος.

Πιθανότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι να μη βρισκόταν σε μία από τις τρεις θέσεις των υπαρχόντων μεταβυζαντινών εκκλησιών, αλλά σε μία άλλη τέταρτη θέση. Η απαρίθμηση στον κατάλογο των κατεδαφιστέων εκκλησιών αρχίζει με τον Άγιο Αντώνιο (εικ. 9,8), που βρισκόταν βορειοδυτικά της πόλης, στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο τεκές του Ρεΐς Μουράτ.[66] Συνεχίζει προς τα δυτικά με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ (εικ. 9,9) που πιθανώς είναι το εκκλησάκι[67] που βρίσκεται στη σημερινή οδό Ηρώων Πολυτεχνείου. Μετά την αναφορά επτά ακόμα εκκλησιών που δεν υπάρχουν πια, ακολουθεί η Παναγία η Ελεμονήτρια.[68] Αυτή η εκκλησία δεν σώζεται, αλλά ξέρουμε ότι βρισκόταν περίπου εκεί που χτίστηκε στην περίοδο της Ιταλοκρατίας το κτίριο της καπνοβιομηχανίας, νοτιοδυτικά της μεσαιωνικής πόλης, και όπου στεγάζονται σήμερα το Γ’ Λύκειο και το Α’ Γυμνάσιο της Ρόδου (εικ.9,5). Αμέσως μετά αναφέρεται ο Άγιος Γεώργιος di Proventura (εικ. 9,7) και στη συνέχεια η εκκλησία της Αγίας Αναστασίας (εικ. 9,2). Είναι πολύ πιθανόν η τελευταία να βρισκόταν στη θέση που τώρα ορθώνεται η μεταβυζαντινή ομώνυμη εκκλησία.[69] Είναι λοιπόν πιθανόν ο Άγιος Γεώργιος di Proventura ή ο Άγιος (Γεώργιος ο) Φανούριος να βρισκόταν στα νότια της μεσαιωνικής πόλης, όπου τον χωροθετούν και τα συναξάρια, και ανάμεσα στις δύο παραπάνω εκκλησίες.

 

Εικ. 9. Χάρτης της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου και των προαστείων της.

 

Φυσικά, αυτή την εκκλησία ο λαός θα την αποκαλούσε Άγιο Φανούριο και όχι Άγιο Γεώργιο τον Φανούριο. Σήμερα κανείς δεν αποκαλεί στη Ρόδο τη Μονή της Παναγίας της Τσαμπίκας με αυτή την ονομασία, αλλά Τσαμπίκα, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ το Θαρενό, Θαρενό. Στη Σύμη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης αναφέρεται ως Πανορμίτης και ο Μιχαήλ ο Κοκκιμίδης ως Κοκκιμίδης, και αντίστοιχα έχουν δημιουργηθεί βαπτιστικά ονόματα: Τσαμπίκος, Τσαμπίκα, Θαρενός, Πανορμίτης, Κοκκιμίδης κ.λπ. Στην υπόλοιπη Ελλάδα [70] παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κανείς δεν θα αναφέρει την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα, αλλά τη Μυρτιδιώτισσα, την Παναγία την Παρηγορήτισσα, αλλά την Παρηγορήτισσα κ.λ. Ο μητροπολίτης Νείλος προέτρεψε τον Ιωνά λέγοντας του: «… Πορεύθητι εις την μονήν του άγιον μεγαλομάρτυρος Φανουρίου προσκύνησον και εξαίτησον…».[71] Τον άγιο Φανούριο λοιπόν γνώρισε ο Ιωνάς και όχι τον άγιο Γεώργιο τον Φανούριο, και αυτού την εικόνα αντέγραψε και μετέφερε στην Κρήτη.

Όλες οι διεργασίες για τη μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου σε άγιο Φανούριο, κατά τη γνώμη μου, έγιναν και ολοκληρώθηκαν εκτός Ρόδου, στην Κρήτη, όπου κανείς ίσως δεν γνώριζε την πραγματική ταυτότητα του αγίου. Από την Κρήτη προέρχονται οι παλαιότερες εικόνες του και εκεί βρισκόταν έως τον 19ο αιώνα πιθανώς το μοναδικό και μεγάλο κέντρο λατρείας του, η Μονή Βαλσαμόνερου. Στη Μεγαλόνησο πλάστηκε και το σύμβολό του, η αναμμένη λαμπάδα. Είναι πιθανόν επίσης ότι οι συναξαριστές, όταν η λατρεία του αγίου Φανουρίου φούντωσε στην Κρήτη, ευρισκόμενοι σε αμηχανία – επειδή το όνομά του απουσίαζε από τα βυζαντινά αγιολόγια και συναξάρια και θέλοντας να δικαιολογήσουν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου στη λαϊκή λατρεία – να εφεύραν το επεισόδιο της τυχαίας αποκάλυψης του ναού του στη Ρόδο.

Έτσι λοιπόν πλάστηκε, κατά τη γνώμη μου, ο μειλιχιότερος ίσως άγιος της ελληνικής Ορθοδοξίας – πρέπει να τονίσω το γεγονός ότι ο άγιος Φανούριος είναι άγνωστος στις εκτός Ελλάδας Ορθόδοξες εκκλησίες -, ο άγιος ευρέτης, ο άγιος της ελπίδας. Ο άγιος που ευεργετεί τους πιστούς και δεν ζητά τίποτα ως τάμα για τον ίδιο. Επιθυμεί να παρακαλούν οι χριστιανοί τον Θεό να συγχωρέσει την αμαρτωλή μάνα [72] του και να τη φέρει και εκείνη από τη σκοτεινή και βασανιστική Κόλαση στον Παράδεισο.

Επίμετρο

Ενώ είχα παραδώσει αυτό το άρθρο προς εκτύπωση, συνεργείο της 4ης ΕΒΑ., που συντηρεί τις τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στην Πάτμο, αποκάλυψε δύο μορφές του αγίου Φανουρίου. Η μία είναι ολόσωμη (εικ. 8) και κοσμεί τη δυτική πλευρά της βορειοδυτικής παραστάδας που συγκρατεί τον τρούλο του μονόχωρου σταυρικού εγγεγραμμένου καθολικού, και η άλλη ημίσωμη βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας. Και οι δύο φέρουν την επιγραφή: Ο AHOC ΦΑΝΟΥΡΙΟC.

 

Εικ. 8. Πάτμος, Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Τοιχογραφία Αγίου Φανουρίου.

 

Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στο α’ τέταρτο του 17ου αιώνα. Είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται σ’ ένα ζωγραφικό σύνολο η μορφή του ευρέτη – αγίου στον δωδεκανησιακό χώρο. Κατά τη γνώμη μου, οι ζωγράφοι αποκαλύπτουν την κρητική καταγωγή τους ζωγραφίζοντας έναν άγιο – και μάλιστα δύο φορές – που η λατρεία του, απ’ όσο ξέρω, κατά τον 17ο αιώνα δεν είχε ξεπεράσει τα όρια της Μεγαλονήσου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Χατζηδάκης, Εικόνες της Πάτμου. Ζητήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής (1977) 117 κ.ε. πίν. 27· Μ. Vassilakes-Maurakakes, ΔΧΑΕ 10 (1980-1981) 229 κ.ε. πίν. 52,57· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης. Από τον Χάνδακα ώς τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη (κατάλογος έκθεσης 1993) 448-49,479 πίν. 95, 122.

[2] Vassilakes-Maurakakes (ό.π.) πίν. 58.

[3] [Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης], Νέον Λειμωνάριον (1819) 108· Κ. Λουκάκης, Μέγας Συναξαριστής. Μήνας Αύγουστος (1894) 393.

[4] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 53· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 472, 480 πίν. 115, 123.

[5] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 55,60 α-β· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48 πίν. 94· Κ. Gallas , Κ. Wessel.M. Borboudakis, Byzantinisches Kreta (1983) 321 εικ. 281.

[6] Μ. Χατζηδάκης, Κρητικά Χρονικά 6 (1952) 65-66· ΑΔ 25 (1970), Χρον. πίν. 28β· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 πίν. 51α.

[7] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 477 πίν. 121.

[8] Χατζηδάκης (σημ. 1)118 σημ. 3· Gallas – VVessel – Borboudakis (ό.π.) εικ. 281.

[9] Σ. Ξανθουδίδης, Αθηνά 15 (1903) 138 κ.ε.· G. Gerola, Monumenti Veneti dell’isola di Creta 4 (1932) 539-40· Χατζηδάκης (σημ. 6) 72 κ.ε.

[10] Χατζηδάκης (σημ. 1) 118· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 κ.ε.· Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1).

[11] Acta Sanctorum, Μάιος, τ. 6 (1688) 692 κ.ε

[12] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 103 κ.ε.

[13] Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής (έκδ. Θ. Νικολαΐδου-Φιλαδελφέως) Β'(1868) 346. Τόσο το Νέον Λειμωνάριο όσο και ο Συναξαριστής τυπώθηκαν μετά τον θάνατο των συγγραφέων.

[14] Το γράψιμο της ακολουθίας του αγίου Φανουρίου (Μηναίον του Αυγούστου [ 1969J 173 κ.ε.) που είχε αποδοθεί στον Αθανάσιο τον Πάριο (Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία (1863] 640), αμφισβητήθηκε (V. Grumel, λ. «Nicodeme lTiagiorite», στο: DTC [1923-1972] 11,490).

[15] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50β· Gallas, Wessel, Borboudakis (σημ. 5) εικ. 281.

[16] Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48,478-79 εικ. 94, 122.

[17] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108 κ.ε.· Δουκάκης (σημ. 3) 387 κ.ε.· Σ. Ευστρατιάδης, Αγιολόγιον της Ορθοδόξου εκκλησίας (χ.χρ.) 457-58· Μηναίον Αυγούστου (σημ. 14) 179.

[18] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108. Ο ελληνικός κώδικας του Βατικανού 1190 κάνει μόνο μικρή μνεία της εύρεσης των ερειπίων του ναού του Αγίου Φανουρίου: «Εκ πάλαι δέ λόγος πρεσβενόμενος προς πολλοις εύρέθη ό ναός, ούτος Φανουρίου τον μεγάλου έστιν» {Acta Sanctorum [σημ. 11] 693). Όλες οι νεότερες του κώδικα 1190 του Βατικανού ιστορικές πηγές αναφέρουν ως κυρίους της Ρόδου τους Αγαρηνούς (= Οθωμανούς) κατά τη διάρκεια των γεγονότων της αποκάλυψης του ναού του Αγίου Φανουρίου και του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών.

[19] Στον κατάλογο των μητροπολιτών της Ρόδου αναφέρονται τρεις με το όνομα Νείλος. Ο πρώτος είναι ανύπαρκτος· δημιουργήθηκε από λανθασμένο σχολιασμό από τους Ιησουίτες του κειμένου του κώδικα 1190 (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 6). Πίστευαν ότι οι πειρατές, που αιχμαλώτισαν τους μοναχούς τους απελευθερωθέντες από τον Άγιο με θαύμα, ήταν Αραβες από την Ισπανία, διότι κατά τη γνώμη τους τα Παλάτια, όπου μεταφέρθηκαν οι Κρητικοί κληρικοί, βρίσκονταν στην Ισπανία και όχι στη Μικρά Ασία, γεγονός αναμφισβήτητο. Επίσης, χρονολογούν το θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών μετά το 720 (χρονιά κατάληψης της Ισπανίας από τους Αραβες) και πριν από το 822 (χρονιά κατάληψης της Κρήτης από τους Αραβες). Στη συνέχεια υιοθετούν αυτή τη λανθασμένη πληροφορία πρώτος ο Μ. Le Quien (Oriens Christianus [1740] 926) και μετά ο I. Σακκελίων (Πατμιακή Βιβλιοθήκη [1890] 168 σημ 5). Ο τελευταίος τοποθετεί τον Νείλο A’ στην εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Στη συνέχεια αβασάνιστα επαναλαμβάνεται από τον Τρ. Ευαγγελιδη {ΕΕΒΣ 6 [1929] 165), τον X. Παπαχριστοδούλου (Ιστορία της Ρόδον [ 1994-] 339), τον Εμμ. Κωνσταντινίδη {Η εν Δωδεκανήσω Εκκλησία [1970] 51) κ.ά. Ο Νείλος Β\ σύμφωνα με τους παραπάνω επισκοπικούς καταλόγους, είναι ο Λ’, μετά τα όσα προανέφερα. Αυτός έχει την προσωνυμία ο Διασωρινός και έζησε στο β μισό του 14ου αιώνα. Ήταν γόνιμος και πολυμερής συγγραφέας. Πήρε μέρος στη διαμάχη μεταξύ των ησυχαστών (οπαδών του Γρηγορίου Παλαμά) και του Βαρλαάμ, ως ένθερμος υπο- στηριχτής των πρώτων (Λ. Eabricius, Bibliothequa Graeca 10 [1807] 30· Κ. Krumbacher, Ιστορία της βυζαντινής Αογοτεχνίας 1 (1897, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, φωτ. ανατ. 1974] 212). Επίσης ήταν γνωστός αντιλατίνος (PG 159, στ. 968· Fabricius [ό.π.]· V. Grumel, λ. «Nil Diasorenus», στο: DThC 11, 674). Από εκεί και μετά επικρατεί ασάφεια και σύγχυση για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν μητροπολίτης Ρόδου ο Νείλος και αν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολής του ως αντιλατίνος, ενώ η Ρόδος βρισκόταν υπό την εξουσία των καθολικών Ιωαννιτών Ιπποτών. Πριν και μετά από αυτόν, κατά τον 14ο αιώνα, κανείς ορθόδοξος αρχιερέας δεν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολης Ρόδου. Από την κατάληψη του νησιού από τους Ιππότες το 1309 έως το 1350 δεν αναφέρεται μητροπολίτης Ρόδου. Από το 1350 έως το 1355 μαρ- τυρείται ο Ρόδου Ιωάννης, που διαμένει όμως στην Κωνσταντινούπολη (Fr. Miklosich – Ios. Muller, Acta et diplomat a graeca Mcdii aevi sacra et profana 1 [1860] 300, 326, 338, 341, 433). To 1369 η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης και έξαρχο Παμφυλίας (Miklosich – Muller [ό.π.] 1,511) και το 1371 στον μητροπολίτη Μελενίκου (Miklosich – Muller [ό.π.] 1, 558). Το 1387, η μητρόπολη Ρόδου και η αρχιεπισκοπή Κω δίνεται και πάλι «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Πέργης και Αττάλειας αλλά σχεδόν συγχρόνως και στον μητροπολίτη Μύρων. Όπως ήταν φυσικό, ακολουθεί διαμάχη μεταξύ των δύο ιεραρχών και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για να τους συμφιλιώσει αναγκάζεται να “εξαπολύσει” δύο έγγραφα (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,92-94, και 94-95). Στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του Αντωνίου (1391-1397) η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σταυρουπόλεως (Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197 κ.ε.) «διά τομή δυνατόν είναι γνήσιον έν τή Ρόδω χειροτονεϊσθαι μητροπολίτην, αλλά κατ’ έπίδοσιν άλλοτε προς άλλον αρχιερέα δίδοσθαι αϋτην…», Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197-98. Στη συνέχεια, από τα τέλη του14ου αιώνα έως τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) δεν γίνεται μνεία μητροπολίτη Ρόδου. Στην παραπάνω σύνοδο συμμετείχε ο Ναθαναήλ και υπέγραψε μαζί με τους άλλους παριστάμενους ορθόδοξους ιεράρχες τον όρο της ένωσης των Εκκλησιών. Από τότε και έως το τέλος της Ιπποτοκρατίας, η μητρόπολη της Ρόδου είχε εγκατεστημένο στην έδρα του “ενωτικό” μητροπολίτη. Είναι λοιπόν φανερό ότι σε όλη τη διάρκεια του 14ου και μέρος του 15ου αιώνα, έως τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, δεν βρισκόταν στην έδρα του μητροπολίτης Ρόδου. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διόριζε «κατ’ επίδοσιν» μητροπολίτες Ρόδου ιεράρχες άλλων μητροπόλεων, που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη ή στις επαρχίες τους και έρχονταν στη Ρόδο, ύστερα από άδεια πιθανώς των ιπποτών, για να εκτελέσουν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα (χειροτονίες κληρικών, εγκαινιασμούς ναών κ.λπ.), όπως διαφαίνεται στη συνοδική πράξη «υπέρ του Σταυρουπόλεως» (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,198). Εντούτοις, παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, όλοι σχεδόν όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Εκκλησίας της Ρόδου θεωρούν τον Νείλο Διασωρινό εγκατεστημένο στη Ρόδο μεταξύ των ετών 1357-1369. Η άποψη αυτή -κατά τη γνώμη μου- διαμορφώθηκε από τα κείμενα του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού και τα συναξάρια του αγίου Φανουρίου, που όλα θέλουν τον μητροπολίτη Ρόδου Νείλο εγκατεστημένο στη Ρόδο, άλλοτε αναμειγνυόμενο στο θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών και άλλοτε στην αποκάλυψη της «εικόνας» του αγίου. Σύμφωνα με τον J. Darrouzes (Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople, 1: Les actes des patriarches [1977] 330), η χρονολόγηση της διαμονής του Νείλου στη Ρόδο μεταξύ των 1357-1369 οφείλεται σε ένα σχόλιο του Ρώσου αρχιμανδρίτη Αρσενίου το 1891, όταν εξέδωσε έργα του Νείλου. Το 1357 ο Πατριάρχης «εξαπολύει» δύο έγγραφα προς τους κληρικούς, τους άρχοντες και τον λαό της Ρόδου, με τα οποία αναγγέλλει τη χειροτονία ενός ανώνυμου μητροπολίτη Ρόδου και την άφιξη του στο νησί (Miklosich – Muller [ό.π.], 1,363 κ.ε.). Το 1369 η μητρόπολη Ρόδου δόθηκε «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης. Έτσι λοιπόν, απ’ αυτά τα δύο έγγραφα διαμορφώθηκε -κατά τη γνώμη μου- ο μύθος της διαμονής του Νείλου Διασωρινού στη Ρόδο μεταξύ 1357-1369. Μου φαίνεται ότι είναι απίθανο γεγονός οι Ιωαννίτες να επέτρεψαν να εγκατασταθεί στη Ρόδο επί 12 χρόνια μια προσωπικότητα με γνωστή αντιλατινική δράση, από τη στιγμή που δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν άλλο ορθόδοξο ιεράρχη σε όλη τη διάρκεια του Μου και μεγάλο μέρος του 15ου αιώνα να παραμείνει μόνιμα στο νησί. Όπως και να έχει όμως το θέμα τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 εξακολουθούν να είναι δυσερμήνευτα, διότι προαναγγέλλουν την άφιξη στη Ρόδο μητροπολίτη, που πριν από λίγο είχε χειροτονηθεί. Πιθανόν να εννοούν την προσωρινή διαμονή στη Ρόδο, ύστερα από άδεια των Ιπποτών, για να εκτελέσει τα αρχιερατικά του καθήκοντα και όχι τη μόνιμη εγκατάστασή του εκεί. Η ανάμειξη από τους συναξαριστές του Νείλου Διασωρινού στα γεγονότα τα σχετικά με τον άγιο Φανούριο πιθανώς να οφείλεται στην επιθυμία τους να τους δώσουν αληθοφάνεια σ’ αυτά με την ενεργό παρουσία μιας σπουδαίας προσωπικότητας, ενός λόγιου και μαχητή της Ορθοδοξίας. Ο Νείλος Γ’ (1455-1470), που ουσιαστικά είναι Β’ χειροτονήθηκε πιθανώς στη Ρώμη από τον «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ’ (G. Mercati, Scriti d’Isidoro il Cardinale Ruteno e codici a lui appartenuti che si conservano nella bibliotheca Apostolica Vaticana [1926] [= Studi e Testi, 46] 132 κ.ε.· Z. Τσιρπανλής, Η εφαρμογή του φλωρεντινού ‘Όρου” στη βενετοκρατούμενη Κρήτη και στην ιπποτοκρατούμενη Ρόδο. Η Ρόδος και οι νότιες Σποράδες στα χρόνια των Ιωαννιτών Ιπποτών [14ος-16ος αι.) [1991] 302-03). Συνοψίζουμε: ο αναφερόμενος ως Νείλος Α’ μητροπολίτης Ρόδου, αρχής γενόμενης από τον Μ. Le Quien, είναι ανύπαρκτος για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ο Νείλος Β’ ο Διασωρινός των επισκοπικών καταλόγων είναι ουσιαστικά Α’. Είναι αρκετά αμφίβολο ότι τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 τον υπονοούν. Μαρτυρείται ως μητροπολίτης Ρόδου σε χειρόγραφους κώδικες με τα έργα του» ως οπαδός των ησυχαστών, ως αντιλατίνος καθώς και στα σχετικά με τον άγιο Φανούριο κείμενα. Είναι αδύνατον -κατά την γνώμη μου- να εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Ρόδο και δεν είναι βέβαιο ότι ήταν μητροπολίτης Ρόδου κατά το χρονικό διάστημα 1357-1369. Ο Νείλος Γ των καταλόγων των μητροπολιτών Ρόδου είναι εκ των πραγμάτων Β ‘.Ήταν «ενωτικός» που πιθανόν χειροτονήθηκε στη Ρώμη από τον επίσης «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ.

[20] Στα συναξάρια του αγίου, που χρονολογούν το θαύμα στην Τουρκοκρατία, οι πειρατές μεταφέρουν τους κληρικούς στη Ρόδο, όπου και τους πουλούν. Οι τρεις αιχμάλωτοι καταφεύγουν και προσεύχονται στον ναό του Αγίου Φανουρίου, όπου ο άγιος αναγκάζει τους κυρίους τους να τους απελευθερώσουν. Οι κληρικοί αντιγράφουν την εικόνα του αγίου και τη μεταφέρουν στην Κρήτη (βλ. σημ. 17). Σε αυτά τα λαϊκά αναγνώσματα δεν εμφανίζονται να αναμειγνύονται ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ούτε ο πνευματικός πατέρας των Κρητικών κληρικών Ιωνάς.

[21] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696.

[22] Ε. Ζαχαριάδου, Αρχείον Πόντου 26 (1964) 313 κ.ε.

[23] Δουκάκης (σημ. 3) 397.

[24] Συναξάριον του Συμεών του Μεταφραστή (PG 114-16) και το Σιρμονδιανόν Συναξάριον ή Συναξάριον της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (II. Dclchayc, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanas (1902]).

[25] Διονύσιος ο εκ Φουρνά, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης (έκδ. A. Παπαδοπούλου – Κεραμέως) (1909).

[26] Βλ. σημ. 17.

[27] Μηναίον Αυγούστον (σημ. 14) 173 κ.ε.

[28] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50b.

[29] L. Petit, Bibliographic des acolouthies grecques (1926) xv.

[30] Acta Sanctorum (σημ. 11) 693.

[31] A. Ορλάνδος, ABME 6 (1948) 164 κ.ε.· Ηλ. Κάλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδον και το Παλάτι τον μεγάλου μαγίστρον (1994) σχ. I αρ. 18.

[32] Ηλ. Κάλλιας, Αναζητώντας τα χαμένα μνημεία της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου (υπό έκδοση).

[33] Λ. Gabriel, La Cite de Rhodes 2 (1923) 193-94· Ορλάνδος (σημ. 31) 164 κ.ε.

[34] G. Jacopi, CIRh 1 (1928) 161-62.

[35] Α. Βροντής, Ο άγιος Φανούριος και ο ναός τον στη Ρόδο (1961) 5-6 (πρόλογος της Εκκλ. Επιτροπής).

[36] Ο Ορλάνδος (σημ. 31) 164 σημ. 1, η Ζαχαριάδου (σημ. 22) 311 και ο Χατζηδάκης (σημ. 1) 117, θεωρούν το Peial el Din μετζίτ ως εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο από την πριν από την Τουρκοκρατία εποχή.

[37] Εκκλησία (1947) 311, 364· Εκκλησία (1948) 81, 90-91.

[38] Εκκλησία (1947) 364.

[39] «… Voila, par example, un saint Phanourios qui est bien νεοφανής, comme le dit le litre, car on ne sait rien de lui. Pared ά Aphrodite nee de lecume de flots, il a, par un beau jour, dans Vile de Rhodes, fait son apparition aufirurament de I’histoire. Un erudite occidental sera peut-etre tente de lui chercher des origines. Alois le bon people grec sait bien, lui, ά quoi sen tenir. Pour les femmes mariees, pour les Jeunes files de la bourgoisie et du Monde ouvrier, Phanourios, par les attributs dont il est dote, est le Meilleurs de patrons», Petit (σημ. 29) xv.

[40] Τον αναφέρει ως «…pseudo-Alartyr Phanourios de Rhodes», Fr. Halkin, Recherches et documents d’hagiogra- phie Byzantine (1971) 6.

[41] Βλ. σημ. 6.

[42] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 235.

[43] A. Grabar, Lempereur dans Part byzantin (1936) 43 κ.ε.

[44] «’Υπερθαύμασαν άγγελοι / το τής ψηχής, οου στερέμνιον, / ώ τον Κύριον άθλητά Φανουριε. / ΙΙώς έσαρκώθης ό εύσαρκος / Ααίμοσι συμπλεκόμενος / ‘Επικρατέστερος γέγονας / Kαι τήν Όφρυν αυτών κατέβαλες, / Ώ τον Κυρίου άθλητά Φανούριε». Ο Ηυστρατιάδης (σημ. 17) 457-58 ισχυρίζεται ότι το παραπάνω στιχηρό μελοποίησε: «ο Ιωάννης Λάσκαρης ο Πηγωνίτης εκ Κρήτης, ακμάσας πρό της αλώσεως. Τούτον δε μέλη ενρηνται και εις άλλους κώδικας της Λαύρας, τον Ε. 173 και (-). 207… Εις τον αχ. Φανούριον εποίησε στιχηρά και ιδιόμελα ο Αίαλαξος Νικόλαος (16ος αι.) αποκείμενα εις τον κώδικα 140 cl. 2 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης». Η δρακοντοκτονία του αγίου Φανουρίου αναφέρεται και στην ακολουθία του (Μηναίον Ανγούστου [σημ. 14] 174).

[45] Βλ. σημ. 1-5.

[46] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 478 εικ. 122.

[47] Περιγραφή των μαρτυριών του αγίου Φανουρίου, βλ. Δουκάκης (σημ. 3) 393, και του αγίου Γεωργίου PG 115, στ. 141-61 Διονύσιος ο εκ Φουρνά (σημ. 24) 183-84.

[48] Στο συναξάρι του αγίου Γεωργίου αναφέρονται τρεις διαδοχικές περιπτώσεις απελευθέρωσης απ’ αυτόν νέων ανδρών, J. Aufhauser, Miracula S. Georgii (1913) 15 κ.ε., 100 κ.ε. Επίσης, στο απολυτίκιό του ο άγιος Γεώργιος χαρακτηρίζεται ως «τών αιχμαλώτων έλευθερωτής» (Μηναίον του Απρίλιον (1972] 89).

[49] Ν. Πολίτης, Λαογραφικά Σύμμεικτα 1 (1920)· Η. Delahaye, Les legends hagiographiques (1955) 162.

[50] Delchayc (ό.π.) 162· G. Spyridakis, HeUenisme Contemporain 2 (1952) 16.

[51] PG 115, 156· A. Βροντής, Ο άγιος Γεώργιος στη ροδίτικη λαογραφία (1933) 22.

[52] Aufhauser (σημ. 48) 44 κ.ε.· Βροντής (ό.π.) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[53] Βροντής (σημ. 51) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[54] Βροντής (σημ. 51) 27.

[55] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697.

[56] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696· Δ. Οικονομίδης, λ. Φανούριος, στο: ΘΗΕ (1962-1968) 11, στ. 987.

[57] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697-98· Οικονομίδης (ό.π.) στ. 987-88· Γ. Αικατερινίδης, στο: Κρητική Πρωτοχρονιά 1965, 163 κ.ε.

[58] Αικατερινίδης (ό.π.) 167-68· Οικονομίδης (σημ. 56) στ. 987-88.

[59] Delahaye (σημ. 49) 56 κ.ε.

[60] J. Bosio, DelVistoria della sacra religione el Illustrissima Militia di S. Giovanni gerosolimitano 2 (1695) 43132· Κάλλιας (σημ. 31) 103-06.

[61] Η λέξη δεν μαρτυρεΐται στον C. Du Cange (Glossarium mediae et intimae Latinitatis). Πιθανώς έχει σχέση με τις λατινικές λέξεις ventus (=τύχη, άνεμος) και proventus (= η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση) και με την ιταλική ventura (Ια) (= τύχη, καλή τύχη

[62] Οι Ιησουίτες σχολιάζοντας τη λέξη φανούριος γράφουν: «Φανούριος graece. Latine redid potest felicitate clarus, vel manifestefelix» (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 2).

[63] Αισχ. Ικετ. 590· Ευρ. Ηρ. Μαιν., 95· Λνθ. Παλ. 12, 53 (Η. Liddel – R. Scott, Μέγα Ελληνικό λεξικό [μτφρ. Ξ. Μόσχος – Μ. Κωνσταντινίδης] 3 [χ.χρ.] 384).

[64] Συνήθως οι Φράγκοι γραφιάδες των Ιπποτών άφηναν τα προσωνυμία των εκκλησιών όπως τα άκουγαν, χωρίς να τα μεταφράζουν στα λατινικά (βλ. Ζ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα Έγγραφα, για τη Ρόδο και τις νότιες Σποράδες από το Αρχείο των Ιωαννιτών Ιπποτών (1421-1453) [1995] 101 κ.ε.). Δύο περιπτώσεις έχω υπόψη μου, όπου ο γραφέας μεταφράζει το προσωνύμιο της εκκλησίας στα λατινικά: «Ο Αγ. Νικόλαος τον Νησιού στην περιοχή Στεγνά του χωριού Αρχάγγελος της Ρόδου μεταφράζεται σε Sanctus Nicolaus de Insula» (βλ. Ζ. Τσιρ- πανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 277) και ο Αγιος Ιωάννης της Πηγής στα προάστια της πόλης μεταφράζεται σε «Sanctus Johannis Baptiste de Fonte» (βλ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα [ό.π.] 106,239 κ.ε.). Πιθανώς όπου ο λατίνος γραφέας κατανοούσε τη σημασία του προσωνυμίου το μετάφραζε. Ίσως το έγγραφο του Φεβρουάριου του 1481 για την κατεδάφιση των εκτός τειχών εκκλησιών να το είχε συντάξει ο γνωστός για την ανθρωπιστική μόρφωση του Guillaume Caoursin, υπεύθυνος της Γραμματείας του Τάγματος. Ο Caoursin, ως γνώστης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, κατανόησε τη σημασία της λέξης Φανούριος και τη μετάφρασε με τη λατινική λέξη proventura (βλ. για τον G. Caoursin, S. Picenardi, Itincraire dun Chevalier de Saint-jean de Jerusalem dans I’ile de Rhodes [1900] 129-30· Τσιρπανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 128).

[65] Αδημοσίευτες.

[66] Η. Balducci, Achitettura turca in Rodi (χ.χρ.) 150 κ.ε.· V. Strumza, II Tecche di Murat Reis a Rodi {1934).

[67] Ορλάνδος (σημ. 31) 91-92 εικ. 85.

[68] Bosio (σημ. 60) 399,413,432,697-98· Piccnardi (σημ. 64) 162-63· Z. Τσιρπανλής, Δωδώνη 17 (1988) 197 κ.ε.

[69] Αδημοσίευτη.

[70] Γ. Δημητροκάλλης, ΕΕΒΣ 50 (1999-2000) 383 κ.ε., όπου έχουν συγκεντρωθεί με μεγάλη επιμέλεια δεκάδες ονόματα από όλο τον ορθόδοξο ελληνικό χώρο ανύπαρκτων αγίων, προερχομένων από προσωνύμια αγίων, που το όνομα τους λησμονήθηκε.

[71] Acta Sanctorum (σημ. 11) 695.

[72] Βλ.σημ. 58.

 

Ηλίας Ε. Κόλλιας**

«Χάρις Χαίρε. Μελέτες στη μνήμη της Χάρης Κάντζια», τ. Β’, 285-305. Υπουργείο Πολιτισμού – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

** Ο Ηλίας Κόλλιας (1936-2007), σπούδασε στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για την προσφορά του, βραβεύθηκε το 1999 από την Ακαδημία Αθηνών.

Από την Κοκκινιά όπου γεννήθηκε, βρέθηκε στη Ρόδο το 1965 για να εργασθεί ως αρχαιολόγος, και έκτοτε, γοητευμένος από τα μνημεία της, αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Ως απλός επιμελητής αρχικά και ως Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αργότερα, ασχολήθηκε με όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και την ύπαιθρο της Ρόδου, κυρίως όμως με τη μεσαιωνική πόλη της, τη «μεγάλη αγαπημένη» του. Σε αυτήν επικεντρώθηκε και ως «μάχιμος αρχαιολόγος» αλλά και ως ερευνητής που τα κρυμμένα στο έδαφος και στα παλιά αρχεία μυστικά της τον απασχολούσαν νυχθημερόν. Για αυτήν οραματίστηκε μια νέα κατάσταση και έθεσε στόχους, τους οποίους και πραγματοποίησε με τους συνεργάτες του, όπως την αναβάθμιση της ζωής των κατοίκων της, την ανάδειξη της αρχαιολογικής και ιστορικής της αξίας, καθώς και την απόδοση του πολιτιστικού της αποθέματος σε ένα ευρύ ελληνικό και διεθνές κοινό, μεταξύ άλλων και με την ανακήρυξή της μεσαιωνικής πόλης ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Με τη μεσαιωνική πόλη δεν έπαψε στιγμή να ασχολείται, και μετά τη συνταξιοδότησή του, και ως μελετητής αλλά και από θέση ευθύνης ως πρόεδρος του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων, κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία του πνοή. Καρπός της ενασχόλησης αυτής, εκτός από τη διάσωση και παράδοση πλήθους μνημείων σε ένα ευρύ κοινό, είναι τα βιβλία του «Οι Ιππότες της Ρόδου – Το παλάτι και η πόλη» (Αθήνα 1992), «Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου» (Αθήνα 1994, 2004), καθώς και «Τα χειρόγραφα των Μαϊστόρων» (Αθήνα-Ρόδος 2018).

Read Full Post »

Ακύλας Μιχάλης (1900-1942)


 

Μιχάλης Ακύλας: Ο αργείτης ποιητής στο εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανιών.

Άρθρο του Δημήτρη Καρυάμη στην εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.

 

Μιχάλης Ακύλας

Ο Μιχάλης Ακύλας του Αντωνίου, ποιητής και διηγηματογράφος, γεννήθηκε στο Άργος το 1900 και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές το καλοκαίρι του 1942. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων από ηλικία 15 ετών. Αποφοίτησε το 1919 ως σημαιοφόρος και υπηρέτησε ως αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό και έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του στόλου κατά τα έτη 1920 – 1923. Το 1929 εκπαιδεύτηκε ως παρατηρητής αεροπόρος, και μετατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία. Αποστρατεύτηκε αργότερα και ανεκλήθη ως έφεδρος επισμηναγός κατά το πόλεμο του 1940-1941 και υπηρέτησε με αξιόλογο δράση κατά των στρατευμάτων κατοχής.

Παράλληλα, ο Μιχάλης Ακύλας ασχολήθηκε με την ποίηση και τον πεζό λόγο, συνεργαζόμενος με λογοτεχνικά έντυπα, τυπώνοντας μόνο δύο βιβλία: Το 1934, το διήγημα «Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα» και το 1935 τη συλλογή «Ποιήματα».

Την άνοιξη του 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς ενώ επιχειρούσε με άλλους 43 πατριώτες, αξιωματικούς και πολίτες, να διαφύγουν με δύο καΐκια στην Αίγυπτο. Κάποιος τους πρόδωσε… Λίγο μετά τον απόπλου από τον Πειραιά, γερμανικό περιπολικό συνέλαβε όλους τους επιβαίνοντες στα δυο καΐκια. Από την 1η Απριλίου 1942 βρέθηκαν φυλακισμένοι στις φυλακές Αβέρωφ και την 27η Μαΐου ειδοποιήθηκαν στη φυλακή ότι χαρακτηρίζονται ως όμηροι. Κάτι που σήμαινε ότι θα πλήρωναν με τη ζωή τους κάθε εκδήλωση σαμποτάζ εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων.

Έπειτα από μια εβδομάδα με τον ισχυρισμό ότι είχε γίνει δολιοφθορά στη σιδηροδρομική γραμμή Λαρίσης κοντά στο Μενίδι, διατάχθηκε, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία, η εκτέλεση 8 κρατούμενων ομήρων αξιωματικών για λόγους αντιποίνων και κατόπιν επιλογής μεταξύ των κρατουμένων. Ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ακύλας. Το πρωί της 5ης Ιουνίου 1942, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Ο Ακύλας αντίκρισε υπερήφανα το απόσπασμα, τραγουδώντας με τους υπόλοιπους αξιωματικούς τον Εθνικό Ύμνο και αναφωνώντας προ του τέλους «Ζήτω η Ελλάς»… Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, με αφορμή τη φυλάκιση και την εκτέλεση των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Καισαριανή, το 1946 έγραψε ένα αφήγημα στο περιοδικό «Γράμματα» με τον τίτλο «Η Δάφνη», το οποίο εξέδωσε και σε βιβλίο τη δεκαετία του ’60. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελευθερία» (27 Οκτωβρίου 1963) αναφέρεται στο περιστατικό και χαρακτηρίζει τον επισμηναγό Ακύλα «πνευματικότατο άνθρωπο».

Αναφέρεται και στην έγγραφη αναφορά προς τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό του ιερέα Αντ. Αντωνόπουλο που κοινώνησε τους μελλοθάνατους: «Προ της αναχωρήσεως εκάστης ομάδος (προς το απόσπασμα) οι μελλοθάνατοι μας ενηγκαλίζοντο καταφιλούντες τας χείρας μας και το μέτωπόν μας, ως επίσης και ημείς αυτούς, θέαμα προκαλέσαν σπαρακτικάς συγκινήσεις. Οι μελλοθάνατοι κατείχοντο από υπερχειλίζουσαν πίστιν και θερμότητα πατριωτισμού. Ιδιαιτέρως οφείλω να εξάρω την απόλυτον ψυχραιμίαν και απάθειαν αληθούς φιλοσόφου, του αντισυνταγματάρχου (;) Μιχ. Ακύλα, τελευταίως εκτελεσθέντος μετά του Δημ. Γιαγκουδάκη».

 

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανωλάκης γράφει για τον  Μιχάλη Ακύλα στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 2 Ιουνίου του 2018.

 

Μιχαήλ Ακύλας: ένας ωραίος έλληνας ήρωας και ποιητής

 

Τα χαράματα της 5ης Ιουνίου 1942 ο επισμηναγός και ποιητής Μιχαήλ Ακύλας εκτελέστηκε μαζί με επτά έλληνες αξιωματικούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Είχε συλληφθεί πριν από λίγους μήνες από τους Γερμανούς για την αντιστασιακή δράση του, οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ και από εκεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Εκτός από την εθνική δράση του, ο Μιχαήλ Ακύλας ήταν και συγγραφέας. Το 1934 δημοσίευσε ένα διήγημα, «Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα», και το 1935 την ποιητική συλλογή «Ποιήματα», η οποία θαυμάστηκε πολύ.

Έως και λίγα χρόνια πριν γνωρίζαμε τις σχέσεις του Μιχαήλ Ακύλα με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ηλία Βενέζη. Μάλιστα, ο τελευταίος σε επιστολή του στη «Νέα Εστία» (τ. 430, 15/5/1945) αναφέρεται στη θυσία του ήρωα-ποιητή και δικαιολογεί για ποιον λόγο δεν τόλμησε το 1943, όταν κυκλοφόρησε η «Αιολική Γη», να αφιερώσει όπως σκόπευε αυτό το βιβλίο στον νεκρό φίλο του. Ευρισκόταν, όπως λέει, και ο ίδιος στις φυλακές Αβέρωφ όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο και ο εκδότης του τον συμβούλευσε να μην επιβαρύνει τη θέση του με αυτή την αφιέρωση. Σήμερα η «Αιολική Γη» είναι αφιερωμένη «Στη μνήμη του φίλου μου Μιχάλη Ακύλα, αντισμήναρχου – ποιητή που πέθανε για την Ελλάδα από σφαίρες Γερμανών στα 1942».

 

Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα

 

Ωστόσο, από όσα ξέρουμε σήμερα, ο Μιχαήλ Ακύλας διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στη συλλογή «1934 / Προϊστορία / ή Καταγωγή» ο Εμπειρίκος του αφιερώνει ένα θριαμβευτικό ποίημα, το «Ιε παι», ενώ σε ένα άλλο ποίημά του, πάλι του 1933, «Το ζήτημα του υποκαμίσου», αφιερωμένο στον Νικόλαο Κάλας, διαβάζουμε «…κι αυτή τη γνώμη μου την δείχνει και η συμβουλή που σου ‘δωσα / στο εστιατόριο όπου φάγαμε μαζί με τον μεγάλο φίλο μου Μιχάλη…». Ιδού λοιπόν ένα τόσο ενδιαφέρον τρίο που μέχρι πρόσφατα το αγνοούσαμε.

Όμως ο Εμπειρίκος δεν μνημονεύει τον «μεγάλο φίλο του Μιχάλη» μόνο σε αυτά τα ποιήματα. Στην «Ενδοχώρα» υπάρχει ένα ακόμη ποίημα, το επιγραφόμενο «Βορειονατολική παλάμη» (1934), που αφιερώνεται στον Ακύλα. Και όχι μόνο. Το ανέκδοτο, πριν από λίγα χρόνια, πεζό κείμενο του Εμπειρίκου «Τα τεκταινόμενα», γραμμένο στις 22/2/1940, αφιερώνεται, εκ των υστέρων, «Στη μνήμη του Μιχάλη Ακύλα».

Το σημαντικότερο όμως κείμενο του Εμπειρίκου που αναφέρεται στον Μιχάλη Ακύλα είναι το ανέκδοτο εισέτι και προσεχώς εκδιδόμενο γραπτό «Der Sonderführer Nikolaus Schultz», που γράφεται στις 20/2/1946. Σε αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Εμπειρίκου μαθαίνουμε τα έργα και τις ημέρες ενός εθνικοσοσιαλιστή αξιωματικού, του Nikolaus Schultz, ο οποίος έρχεται στην Ελλάδα ως κατακτητής και διαπράττει, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σωρεία εγκλημάτων. Είναι εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με το γραπτό του Εμπειρίκου, εκτελεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τον ήρωα, φίλο και ποιητή Μιχάλη Ακύλα μαζί με τους επτά άλλους ήρωες. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η περιγραφή της σκηνής της εκτελέσεως του Ακύλα και των άλλων επτά στην Καισαριανή, όπως επίσης ο περιγραφόμενος θαυμασμός του γερμανού αξιωματικού μπροστά σε αυτούς τους ήρωες. Ο αιμοσταγής και εν ταυτώ φιλέλληνας (!) Γερμανός θαυμάζει τους μελλοθάνατους πατριώτες και λυπάται επειδή «απέθαναν τόσο ωραία που θάταν άξιοι να γίνουν στρατιώται της Wermacht»!

Ιδού λοιπόν πώς ένας ξεχασμένος ήρωάς μας (μαζί με τόσους άλλους, επανέρχεται στο φως χάρη στον φίλο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο). Ιδού για άλλη μια φορά μπροστά μας η, έστω και πολύ καθυστερημένη, αγαθότητα της Ιστορίας. Ιδού και η πρώτη και η τελευταία στροφή αυτού του οιονεί «πολεμικού» ποιήματος «Ιε παι» που αφιερώνει ο ποιητής στον δημοκρατικό φίλο του Μιχάλη Ακύλα.

Πρόκειται για έναν, θα λέγαμε, παιάνα πολεμικής τάξεως, ή και πολιτικής, συνταγμένο από τον Εμπειρίκο, ο οποίος την εποχή αυτή (1933) είναι στραμμένος στα σοσιαλιστικά του οράματα. Δεν γνωρίζουμε τι συζητούσαν οι δύο ποιητές, αλλά το ποίημα μάλλον πολιτικής τάξεως μοιάζει να είναι. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται αυτή η ελπίδα του Εμπειρίκου ότι ο «χαρμόσυνος αγώνας» του φίλου του κάποια ημέρα θα βοηθήσει ώστε να αναπτερωθεί η «σερνάμενη ζωή μας με τον παιάνα της Νίκης».

«Μεγαλόψυχε φίλε! / Αν μπόρεσης μιαν ημέρα με την δύναμη που έχεις / Και θεούς ν’ αναστήσης / – Με τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα πριν απ’ όλους τους άλλους / (Ή και μόνον με αυτούς γιατί, ξέρεις, αρκούν αυτοί που αγαπάμε) / Μη ξεχάσης τον Πάνα. (…) Να τον έχης λοιπόν μαζί σου τον Πάνα / Κ’ έτσι / Οταν έρθη η ημέρα της αναπότρεπτης πάλης / Και θα δονούνται οι καρδιές, τα μπετόν και τα φύλλα / Θα σε βοηθήση, φίλε, μεγάλως κι αυτός, / Στον χαρμόσυνό σου αγώνα / Ν’ αναπτέρωσης εσύ την σερνάμενη ζωή μας / Με τον παιάνα της Νίκης. Αθήνα, 2/8/33».

 

Πηγές


  • Εφημερίδα «Τα Αργολικά», Αρ. φύλλου 206. Σάββατο 23 Ιουνίου 2012.
  • Εφημερίδα «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 2018.

 

Read Full Post »

Ντεστάκου Τζένη


 

Ντεστάκου Τζένη

Η Τζένη Δ. Ντεστάκου γεννήθηκε στο Γύθειο Λακωνίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός στην Α/θμια Εκπαίδευση. Πτυχιούχος της Ραλλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας (Ρ.Π.Α.Π.) και του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.), του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στη Γενική Αγωγή στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) και στην Αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών στην Εκπαίδευση στο Εργαστήριο «Πληροφορική στην Εκπαίδευση» του Π.Τ.Δ.Ε. (Τομέας Μαθηματικών και Πληροφορικής). Είναι τελειόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου.

Έχει δημοσιεύσει με τον εκπαιδευτικό Γιάννη Σπετσιώτη τα διηγήματα «Πορφύρες από την Ερμιόνη» και «Βιτόριζα» στη σειρά «Μύθοι και Αλήθειες 1, 2» και τα βιβλία «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829 – 1862)» /Α΄ και Β΄ Έκδοση και «Το ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890 – 1909)» με συμπληρωματικό τεύχος.

Αρθρογραφεί στο Ιστορικό-Λαογραφικό-Λογοτεχνικό περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», ενώ παράλληλα δημοσιεύονται άρθρα της στους τοπικούς ιστότοπους. Είναι συνεργάτης, μαζί με τον Γιάννη Σπετσιώτη, της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.

 

Πηγή


  • Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού – Βιβλιονετ.

Read Full Post »

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ» | 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης


 

Νίκος Καρούζος

Ένα ξεχωριστό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ιδιαίτερου ποιητή, θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Το δοκιμιακό ντοκιμαντέρ του Γιάννη Καρπούζη – σε σενάριο των Ανδρέα Βακαλιού και Ηλία Λιατσόπουλου και έρευνα του Ηλία Λιατσόπουλου – για τον Νίκο Καρούζο (Ναύπλιο 1926-Αθήνα 1990), έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και αγωνιστή της Αριστεράς την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, που πλήρωσε βαρύ τίμημα για τους αγώνες του (εξορίες, βασανιστήρια, σοβαρές βλάβες στην υγεία του), συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (online, 15-28 Μαΐου 2020).

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Η αφιερωμένη στην ποίηση και βιωμένη μέσω αυτής ζωή του Νίκου Καρούζου ξετυλίγεται στην ταινία με έναν μη συμβατικό, πρωτοποριακό τρόπο. Το δραματουργικό εύρημα – μυθοπλαστική παρείσφρηση – του ερευνητή (ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός) και της μελέτης από αυτόν, σε στούντιο, αρχειακού οπτικοακουστικού υλικού καταγραμμένου σε κασέτες αποτελεί οργανικό μέρος της ταινίας, αφού η ζωή και το έργο του ποιητή ανασυνθέτονται μέσα από τη διαλεκτική σχέση του ερευνητή-πρωταγωνιστή της ταινίας με το υλικό του. Ο ερευνητής, με βάση το πλούσιο και ετερογενές υλικό, αφηγείται σημαντικά γεγονότα και περιστατικά της ζωής του ποιητή, διαβάζει ποιήματά του και εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα για τα γεγονότα και το ποιητικό του έργο. Αφηγούμενη το θέμα της, η ταινία στην πραγματικότητα αφηγείται και τον εαυτό της.

 

Δημήτρης Καταλειφός

 

Παράλληλα, στο ντοκιμαντέρ, μέσα από σύγχρονες λήψεις σε εμβληματικούς τόπους της ζωής και της ποίησης του Καρούζου (Ναύπλιο, Αθήνα, Μακρόνησος, Κροστάνδη), μέσα από συνεντεύξεις (είκοσι μία συνολικά) με στενούς συγγενείς και φίλους, ποιητές, κριτικούς, μεταφραστές και σκηνοθέτες που τον γνώριζαν, μέσα από ποιητικά και εικαστικά πλάνα του σύγχρονου φυσικού και αστικού περιβάλλοντος (λάιτ-μοτίβ η τρικυμισμένη θάλασσα, όπως και η ταραχώδης ζωή και η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή), μέσα από φωτογραφικό υλικό, προσεγγίζεται ανάγλυφα, με φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις, η ποιητική γλώσσα και το αγωνιώδες υπαρξιακό σύμπαν του Νίκου Καρούζου.

 

Τίτος Πατρίκιος

 

Για τον Καρούζο η ποίηση είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ύπαρξη, με την κοινωνική μνήμη, είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια. Το όνειρο, η φαντασία, ο έρωτας, ο θάνατος, η αντίσταση στη χειραγώγηση του κοινωνικού ατόμου από την εξουσία, η αταξική κοινωνία αποτελούν βασικούς άξονες της ποίησής του. Στο κέντρο της είναι η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, ο χρόνος και η γλώσσα.

 

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρπούζης.

 

Στην ταινία, η ιστορία της ζωής του ποιητή διαπλέκεται με την τραγική Ιστορία της Ελλάδας κατά την περίοδο 1930-1970. (Η χρήση αρχειακού ιστορικού υλικού από αυτή την περίοδο είναι σημαντική.)

Οι νέοι δημιουργοί, Γιάννης Καρπούζης, Ηλία Λιατσόπουλος και Ανδρέας Βακαλιός, με το ντοκιμαντέρ τους για τον Νίκο Καρούζο, πέφτοντας κατευθείαν στα βαθιά, έφεραν σε πέρας με επιτυχία ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει στο 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η ταινία θα είναι διαθέσιμη δωρεάν για το κοινό και θα διατίθεται για 400 θεάσεις, σε χρήστες αποκλειστικά στην Ελλάδα. Περισσότερα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ https://www.filmfestival.gr/el/

 

22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

 

Συντελεστές:

Πρωταγωνιστεί: Δημήτρης Καταλειφός
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καρπούζης
Σενάριο: Ανδρέας Βακαλιός, Ηλίας Λιατσόπουλος
Μουσική: Κλέων Αντωνίου, Γιάννης Χαρούλης, Λευτέρης Ανδριώτης
Μοντάζ: Λεωνίδας Παπαφωτίου
Έρευνα: Ηλίας Λιατσόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Καρπούζης, Γιάννης Κανάκης
Μεταφράσεις: Κωνσταντίνος Κουτσικουρής (Constantine Cucci)
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Φυλακτίδης, 17 δηλητηριασμένοι Εγγλέζοι
Μιξάζ: Κώστας Φυλακτίδης
Επεξεργασία χρώματος: Γρηγόρης Αρβανίτης (Gregory Arvanitis) / Authorwave
Post: Authorwave
Παράγωγη: Empty Square, ΕΡΤ, ΕΚΚ
Εκτέλεση Παραγωγής: Λίνα Σαμοίλη, Jacob Moe
Συμμετέχουν (με σειρά εμφάνισης): Γιώργος Ξένος, Σάββας Μιχαήλ, Κωστής Παπακόγκος, Τίτος Πατρίκιος, Πότα Κακαβά, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Ευριπίδης Γαραντούδης, Θεόδωρος Ρακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Αλέξιος Σαββίδης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Τάσος Γουδέλης, Θάνος Σταθόπουλος, Αντώνης Φωστιέρης, Απόστολος Γιαγιάννος, Μανόλης Πρατικάκης, Αριστείδης Βετούλης, Irene Larsson, Σταύρος Στρατηγάκος, Εύα Μπέη, Θάνος Κωνσταντινίδης

 

Δημήτρης Καλαντίδης

Ο Δημήτρης Καλαντίδης είναι ιστορικός και κριτικός κινηματογράφου, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας – ΟΚΛΕ.

 

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Older Posts »