Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

«Σπυρίδων – Ο άλλος Τρικούπης 1788-1873» – Λύντια Τρίχα


 

Το Μάρτιο του 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πόλις», το βιβλίο 848 σελίδων, «Σπυρίδων – Ο άλλος Τρικούπης 1788-1873» της Λύντιας Τρίχα που βιογραφεί τον  Σπυριδώνα Τρικούπη. Η Λύντια Τρίχα γεννήθηκε το 1950 στην Αθήνα, όπου και σπούδασε νομικά. Από το 1987 ασχολείται με την έρευνα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, έχει επεξεργασθεί το αρχείο του Χαρίλαου Τρικούπη και έχει δημοσιεύσει δέκα βιβλία ιστορικού περιεχομένου. Επί μία εξαετία ασχολήθηκε ενεργά με τη διοίκηση και τη διεύθυνση του Ε.Λ.Ι.Α., ως γενική γραμματέας και αντιπρόεδρός του. Σήμερα είναι αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Παιδείας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

 

Φιλελεύθερος πολιτικός ευρωπαϊκού προσανατολισμού, διπλωμάτης και λόγιος, ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο πρώτος πρεσβευτής της στο Λονδίνο. Ένας από τους ηγέτες του αγγλικού κόμματος, βαθύτατα συνταγματικός και θαυμαστής του βρετανικού πολιτεύματος, μύησε τον γιο του, τον Χαρίλαο Τρικούπη, στον κοινοβουλευτισμό και του ενέπνευσε τον σεβασμό προς το Σύνταγμα.

Ο Σπυρίδων έζησε τον φόβο του ραγιά στο Μεσολόγγι και στην Πάτρα, την ξεγνοιασιά του φοιτητή στη Νάπολη και στο Παρίσι, την αγωνία της Επανάστασης, τη χλιδή των αριστοκρατικών σαλονιών του Λονδίνου, την εύνοια και τη δυσμένεια του Όθωνα, την άσκηση της εξουσίας αλλά και την υποχρεωτική πολιτική απραξία.

Με μόρφωση σπάνια για την εποχή του και με σημαντική και εν πολλοίς άγνωστη δράση κατά την Ελληνική Επανάσταση, θεωρείται ο κατεξοχήν Έλληνας ιστοριογράφος της.

 

Το εξώφυλλο της ογκώδους βιογραφίας του Σπ. Τρικούπη (848 σελίδες) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

 

Περιεχόμενα

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΚΟΝΩΝ – ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Τα νεανικά χρόνια

1788: Ο Σπυρίδων και το Μεσολόγγι – Οικογενειακές καταβολές – Ο πατέρας του, Ιωάννης Τρικούπης – Τα νεανικά χρόνια του Σπυρίδωνα – Οι πρώτες επαγγελματικές δραστηριότητες – Περιπλανήσεις και πνευματικές αναζητήσεις – Ο Νικόλαος Στράνης και οι Βρετανοί περιηγητές.

  1. Με τον λόρδο Guilford

Ο λόρδος Guilford – Από την Πάτρα στο Λονδίνο, 1815-1817 – Ταξιδεύοντας ανά την Ευρώπη, 1817-1819 – Σπουδές αρχαιολογίας στη Νάπολη, 1819 – Σπουδές φιλολογίας στο Παρίσι, 1820-1822.

  1. Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης

Ο Ιωάννης Τρικούπης στην Επανάσταση, 1821-1824 – Ο Σπυρίδων στο Μεσολόγγι και στα Ιόνια, 1822-1823 – Η πρώτη του εκλογή ως παραστάτη Μεσολογγίου, 1823 – Από την Ύδρα στην Κέρκυρα, 1823-1824 – Ο θάνατος του Ιωάννη Τρικούπη, 1824.

  1. Σπυρίδων, Σολωμός και λόρδος Βύρων

Ο Σπυρίδων και ο Διονύσιος Σολωμός – Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν – Ο λόρδος Βύρων
Ο επικήδειος λόγος για τον λόρδο Βύρωνα.

  1. Στο Βουλευτικό, 1824-1826

Είσοδος στο Βουλευτικό, 1824 – Στο Ναύπλιο, 1824 – Στο λυκαυγές της εξουσίας – Στην τρίτη βουλευτική περίοδο, 1825 – Επευφημίες και επιφυλάξεις – Στο επίκεντρο των πρώτων αναζητήσεων μονάρχη – Αποστολή στα Επτάνησα, 1825 – Επιστροφή στο Βουλευτικό, 1825 – Η ζωή στο Ναύπλιο, 1825-1826 – Η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου – Επενδύσεις σε ακίνητα, 1825-1826.

  1. Στη Γ’ Εθνική Συνέλευση, 1826-1827

Το Μεσολόγγι κινδυνεύει – το Μεσολόγγι πέφτει – Στη Γ’ Εθνική Συνέλευση, 1826 – Μέλος της Διοικητικής Επιτροπής, 1826 – Στον Πόρο και στην Αίγινα, 1826 – Νέα σύγκληση της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης, 1827.

  1. Από τον Καποδίστρια στην Αντιβασιλεία, 1828-1833

Πρωθυπουργός του Καποδίστρια, 1828-1829 – Υπουργός αντιπολιτευόμενος, 1829 – Στην αντιπολίτευση, 1829-1831 – Ιδιωτικές ώρες, 1828-1832 – Στην περίοδο της αναρχίας, 1831-1832 – Πρωθυπουργός της Αντιβασιλείας, 1833.

  1. Πρεσβευτής στο Λονδίνο, 1834-1838

Από το Ναύπλιο στο Παρίσι – Άφιξη και κοινωνική ζωή στο Λονδίνο – Διπλωματική δραστηριότητα, 1834-1837 – Περί Συντάγματος.

  1. Από την Αθήνα στο Λονδίνο, 1838-1843

Επιστροφή στην Αθήνα, 1838 – Τα Πατήσια και η δούκισσα της Πλακεντίας – Διεργασίες διορισμού – Και πάλι πρεσβευτής στο Λονδίνο, 1841-1843.

  1. Από το Σύνταγμα του 1844 στο Σύνταγμα του 1864

Το Σύνταγμα του 1844 – Στην πρώτη συνταγματική κυβέρνηση, 1844 – Γερουσιαστής, 1844-1850 – Παρίσι, 1850 – Και πάλι στο Λονδίνο, 1851-1861 – Εμπόλεμος διπλωματία – Στην Αθήνα και στη Β’ Εθνοσυνέλευση, 1862-1864 – Προς το τέλος, 1865-1873.

  1. Σπυρίδων ο λόγιος

Ο Σπυρίδων και η γλώσσα – Ο Δήμος – Η ποίηση στη ζωή του – Η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο επικήδειος λόγος για τον λόρδο Βύρωνα (κείμενο) – Δημοσιεύματα Σπυρίδωνα Τρικούπη (εν είδει Εργογραφίας) – Γενεαλογικό δένδρο – Χρονολόγιο

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ – ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

 

Η συγγραφέας Λύντια Τρίχα. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή, 8-7-2019.

 

 Ο Σάκης Ιωαννίδης στην εφημερίδα «Καθημερινή», 23 Απριλίου 2019, γράφει για το βιβλίο:

 

Στο άκουσμα του ονόματος «Τρικούπης», το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στον «Χαρίλαο», το «Τις πταίει» και την πτώχευση του 1893, την οποία θυμηθήκαμε αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια.

Για πολλά χρόνια, ωστόσο, ο πιο προβεβλημένος Τρικούπης ήταν μόνο ο Σπυρίδων, πατέρας του Χαριλάου, ο οποίος έζησε μια ζωή άκρως ενδιαφέρουσα και συναρπαστική και ήταν πολλά παραπάνω από τον ιστοριογράφο της Ελληνικής Επανάστασης. Θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε την υπερηφάνεια που θα αισθάνθηκε ο πατέρας βλέποντας τον γιο του να διαπρέπει και να κατακτά το υψηλότερο πολιτικό αξίωμα του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, αλλά είναι άδικη η σκιά που ρίχνει στη ζωή του Σπυρίδωνα. Αυτή την αδικία έρχεται να διορθώσει η βιογραφία «Σπυρίδων. Ο άλλος Τρικούπης» της Λύντιας Τρίχα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις.

Έχοντας διακριθεί με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας 2017 για το βιβλίο «Χαρίλαος Τρικούπης. Ο πολιτικός του «Τις πταίει» και του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (εκδ. Πόλις), η συγγραφέας εμβαθύνει στην οικογένεια Τρικούπη και παρουσιάζει με λεπτομέρεια γνωστές και άγνωστες πτυχές του ανθρώπου που διαμόρφωσε την προσωπικότητα του Χαρίλαου και έζησε σε τρεις διαφορετικές περιόδους, την τουρκοκρατία, την Ελληνική Επανάσταση και τη βασιλεία του Όθωνα.

Η ζωή του Σπυρίδωνος Τρικούπη περικλείεται σε 11 κεφάλαια και συγκροτεί έναν τόμο περίπου 850 σελίδων. Ξεκινά από τα νεανικά του χρόνια στο Μεσολόγγι για να καταλήξει στον θάνατό του σε ηλικία 85 ετών, πολύ πιο πάνω από τον μέσον όρο ηλικίας της εποχής, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον λόγιο Σπυρίδωνα, στη συγγραφή της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και στην ποίηση που απ’ ό,τι φαίνεται είχε σημαντικό ρόλο στη ζωή του παρόλο που (σχεδόν) κανείς δεν τον θυμάται σήμερα ως ποιητή. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η συγγραφέας στα πρόσωπα που επηρέασαν τον Σπυρίδωνα, όπως ο Βρετανός λόρδος Γκίλφορντ, υπό την προστασία του οποίου κατάφερε να σπουδάσει, να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να δημιουργήσει ένα δίκτυο χρήσιμων επαφών και ανθρώπων, και o Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος τον οποίο εκτιμούσε και παντρεύτηκε την αδελφή του Αικατερίνη. Στο παράρτημα του τόμου η συγγραφέας δημοσιεύει τον πολυμεταφρασμένο επικήδειο λόγο που έγραψε για τον λόρδο Βύρωνα, αν και οι δυο τους ήταν ζήτημα εάν είχαν συναντηθεί πάνω από δύο φορές λίγο πριν πεθάνει ο Βρετανός φιλέλληνας.

Μέσα από τις σελίδες του τόμου βλέπουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται η προσωπικότητα του Σπυρίδωνος και πώς από γιος ενός σεβαστού προύχοντα από το Μεσολόγγι σταδιακά «ανεβαίνει» την κοινωνική κλίμακα, κατακτά πολιτικά αξιώματα και γίνεται πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο. Η συγγραφέας παρουσιάζει το πορτρέτο ενός ανθρώπου μορφωμένου, ευγενούς, με πνεύμα επιχειρηματικό, με ικανότητες πολιτικού «μπαλωματή» που έγιναν διπλωματικές, που μπορεί να μην έπιασε στα χέρια του το καριοφίλι αλλά βοήθησε τον αγώνα συγκεντρώνοντας χρήματα και γράφοντας την ιστορία του – αν και επικρίθηκε στην εποχή της – που αν και θαύμαζε τον Καποδίστρια δεν δίστασε να συγκρουστεί μαζί του και να παραιτηθεί από την κυβέρνησή του όταν του ζητήθηκε να «παρακάμψει» διαδικασίες και νόμους. Σε ένα σχόλιό της η συγγραφέας περιγράφει τη γέννηση του νεποτισμού στο ελληνικό κράτος με τον διορισμό συγγενών του Καποδίστρια σε επιφανείς θέσεις και του Τρικούπη στον δημόσιο τομέα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ οι του Καποδίστρια αποσύρθηκαν μετά τη δολοφονία του, οι συγγενείς του Τρικούπη παρέμειναν και συνέχισαν να διορίζονται καθώς υπηρετούσαν σε αυτό που σήμερα θα λέγαμε «ευρύτερος δημόσιος τομέας».

Η έρευνα βασίζεται σε δημοσιευμένο και μη αρχειακό υλικό, ενώ η αφήγηση της Λύντιας Τρίχα διανθίζεται από άγνωστες πτυχές της ζωής του Τρικούπη, όπως η παραίνεσή του στον Σολωμό να αλλάξει μια στροφή του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» για να μη δυσαρεστήσει την Ευρώπη, αλλά και η μεγάλη του προσωπική τραγωδία, καθώς από τα έξι παιδιά του επιβίωσαν μόνο τα δύο.

 

 

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

«Ο Εξωλέστατος» – Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Εξωλέστατος», του Εκπαιδευτικού και συγγραφέα από τη Σαρακήνα Χανίων, Οδυσσέα Κουμαδωράκη, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999, από τις  Εκδόσεις Δωρικός.

«Ο Εξωλέστατος» αναφέρεται  στην ζωή και τη δράση ενός αγνώστου για πολλούς αγωνιστή του 1821, του Υδραίου Αντώνη Οικονόμου, τον οποίο δολοφόνησαν  οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας στον ποταμό Χάραδρο του Άργους, γνωστότερο ως Ξεριά. Μνημείο του Αντώνη Οικονόμου βρίσκεται στη γέφυρα του Ξεριά Άργους.

 

Ο Εξωλέστατος

 

Ο Οικονόμου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον μπουρλοτιέρη των ψυχών Παπαφλέσσα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν επανήλθε στην πατρίδα του, φλογισμένος και μεθυσμένος από την ιδέα της επανάστα­σης, ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας, παρά τη θέληση των προκρίτων, οι οποίοι έμεναν αδρανείς. Οι πρόκριτοι, οι ισχυροί εφοπλιστές της εποχής, οι οποίοι είχαν συσσωρεύ­σει αμύθητα πλούτη στα αρχοντικά τους και διοικούσαν το νησί ολιγαρχικά, δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Αναγκάστηκαν, όμως, να αποδεχτούν το κίνημα του δημο­φιλή και ισχυρού τότε Οικονόμου, αλλά κάποια στιγμή τον ανέτρεψαν και τον εξόρισαν σε μοναστήρι της ορεινής Αχαίας, από όπου εκείνος δραπέτευσε, για να καταλήξει στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού της ορεινής Κορινθίας.

Όταν άρχισαν οι εργασίες της A‘ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, ο Οικονόμου εγκαταλείπει τη μονή και με λίγους συντρόφους του κατευθύνεται προς το Άργος. Και τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας αποφασίζουν να τον δολοφονήσουν.

Πέρα από την  περιπετειώδη και μυθιστορηματική βιο­γραφία του Άντώνη Οικονόμου, στο βιβλίο, παρακολουθούμε τις μεθοδεύσεις των προκρίτων να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και να κυβερνήσουν ολιγαρχικά, καθώς επίσης και τη σύγκρουσή τους με τον αγνό και ανιδιοτελή Δημήτριο Υψηλάντη.

Αν και βασικός στόχος της μυθιστορίας είναι η ζωή και η δράση ενός συγκεκριμένου αγωνιστή, εντούτοις υπάρχει η αίσθηση ότι ο μέγας σηκωμός τώρα αρχίζει με όλο το πάθος και το γνωστό ενθουσιασμό.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο κλίμα της εποχής, ζει την αγωνία, το πείσμα και τον ενθουσιασμό, μετέχει στην ιδιωτική και δημόσια ζωή και γνωρίζει λεπτομέρειες από τον τρόπο του πολέμου μέχρι τη διοίκηση των μοναστηριών και την απόκτηση των τεράστιων περιουσιών τους.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και βασίστηκε κυρίως σε επίσημα έγγραφα και σε μαρτυρίες των αγωνιστών, καθώς και σε εξειδικευμένες μελέτες, και αποκαλύπτει ορισμένες πτυχές της εποχής εκείνης, άγνω­στες ή ελάχιστα γνωστές για πολλούς από εμάς. Γι’ αυτό και ο χρόνος συγγραφής τον ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

 

«Ο Εξωλέστατος» Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Σελίδες 352, σχήμα 14Χ20 – ISBN 978 9602 7940 43

Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα, Οκτώβρης, 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Βεργιόπουλος Ανδρέας


 

Ανδρέας Βεργιόπουλος, φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Περί εκλεπτύνσεων», στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Παρασκευή 7-12-2018.

Ο ποιητής και εκπαιδευτικός Ανδρέας Βεργιόπουλος γεννήθηκε στην πόλη του Ναυπλίου το 1959 και έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, όπου βρέθηκε στην Πάτρα για σπουδές στον τομέα της Φυσικής. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την ποίηση και την λογοτεχνία, διάβαζε έργα μεγάλων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τα δικά του ποιήματα. Το 1980, σε ηλικία 23 ετών,  φοιτητής ακόμη, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δορκάδες». Καθηγητής πια στην μέση εκπαίδευση και με μεταπτυχιακό στην κβαντική φυσική, συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει ποιητικές συλλογές έως και το 2018 όπου και εκδόθηκε η τελευταία, με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων».

Ενδιάμεσα, γράφει άλλες τρείς ποιητικές συλλογές, «…με την οπλή του αλόγου…» το 1991, «Φαινομενολογία Αργυρότητος» το 1997 και «Ωραιότατοι συνδαιτυμόνες» το 2005.

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο (Τεύχος 210-211, Σεπτέμβριος 2016). Στα κείμενα αυτά όπως και στα ποιήματά του, θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο γραφής διαδοχής εκλεπτυσμένων νοητικών χειρισμών που θα ενσωματωθούν και στην «Περί εκλεπτύνσεων» νέα ποιητική του συλλογή.

 

Το έργο του

 

Το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου χαρακτηρίζεται από άκρατο λυρισμό με έναν εσωστρεφές ρομαντισμό που υποφώσκει σε πολλά από τα ποιήματα του.

Τα πρωτόλεια ποιήματα του που εμπεριέχονται στην συλλογή με τίτλο «Δορκάδες» (1980), τίτλος που δεν σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο των ποιημάτων μιας και δορκάς, αρχαία ελληνική, δορκάς σημαίνει το ζαρκάδι, έχουν έναν χαρακτήρα πιο ερωτικό και ένα ταπεραμέντο πιο έντονο γεγονός που δικαιολογείται απόλυτα από το νεαρό της ηλικίας του ποιητή και την κοσμοθεωρία του. Η ορμή της ηλικίας, των επιθυμιών και των σκέψεων καταγράφονται μέσα από λέξεις που δημιουργούν εικόνες.

Η δεύτερη συλλογή που ονομάζεται «…με την οπλή του αλόγου…»  (1991) είναι μάλλον και η πιο δημοφιλής από το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου. Εδώ το θέμα που πραγματεύεται είναι καθαρά ο αγώνας της ζωής του ανθρώπου. Από την γέννηση του ο άνθρωπος ξεχύνεται σε μία μάχη επιβίωσης και έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια, συναισθήματα συνθήκες τα οποία καλείται να τα υπερπηδήσει στην κούρσα της ζωής και να βγει νικητής.  Το Κιρκάκι, το άλογο που αναφέρεται στο ποίημα είναι όλα αυτά που τελικά πεθαίνουν σε αυτή την κούρσα και ένα από αυτά είναι και ο έρωτας. Συναίσθημα που δεν κρατά για πάντα και όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, έρχεται και ο θάνατος του. Το δημιούργημα αυτό είναι μία καμπή στην γραφή του Ανδρέα Βεργιόπουλου, καθώς μετά από την συγκεκριμένη συλλογή ο λόγος γίνεται πιο δομικός και οι κανόνες στην γραφή του και στη σημασία χαράζονται πιο έντονα και δεν υπάρχουν οι συναισθηματικές εξάρσεις που συναντώνται έως τώρα.

Στη συνέχεια εκδίδεται, το 1997, η «Φαινομενολογία Αργυρότητος», η οποία περιγράφει όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται ασημένια, δηλαδή σημαντικά  και έχει ως πρωταγωνιστή το ασημένιο χρώμα. Κύριο λόγο εδώ έχει η νύχτα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για αυτήν ή η εικόνα που περιγράφουν είναι ένα βράδυ μεταξύ άλλων βραδιών, όπου το φεγγάρι κάτι έχει να δηλώσει, να δείξει κάτι δηλαδή με το μοναδικό ασημένιο του χρώμα. Τα φαινόμενα της νύχτας είναι φαινόμενα που μας κυριεύουν «καθώς στην οθόνη του’ ουρανού τ’ αστέρια σπιλώνουν συνειδήσεις».

Η ποιητική συλλογή «Ωραιότατοι Συνδαιτυμόνες». Ένα έργο μνεία στην φιλία και στις στιγμές της παιδικής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που έρχονται στο νου. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών μαζεύεται στο Μπούρτζι, το οποίο μπορεί να μην κατονομάζεται αλλά περιγράφεται με την φράση «επιθαλάσσιο κάστρο». Το έργο αυτό ξεκινά με μία εισαγωγή που μας φέρνει στο μυαλό την προηγούμενη συλλογή του (Φαινομενολογία Αργυρότητος) και είναι εμφανές ότι όλα τα έργα έχουν μεταξύ τους μία μυστική σύνδεση  που ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν είναι νοηματική είναι σίγουρα γλωσσική. Σύμφωνα με τον ποιητή: «…η σελήνη κατοικούσε εικοσιτέσσερις φορές πλουσιότερη και τρομαχτικά αργυρότερη του λησμονημένου νομίσματος τριάντα δραχμών κοπής ασημιού, τις μορφές των βασιλέων και τους γάμους Δία και Πανδώρας, φιλοξενώντας στις όψεις του».

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο. Σε αυτά τα κείμενα όπως και στα ποιήματα του συνεχίζει να μη δίνει τίτλους παρά αριθμούς. Στις ποιητικές συλλογές το κάθε ποίημα αντιστοιχούσε σε έναν λατινικό αριθμό και κατατασσόταν μέσα στον ευρύ τίτλο της εκάστοτε συλλογής. Εδώ, θίγονται θέματα θεμελιακά όπως η μητρική στοργή, η σχέση με τον Θεό, η παιδική αλλά και νεανική ηλικία. Μεταβατικά στάδια της ζωής του ανθρώπου και αξίες καθοριστικές περιγράφονται με γλαφυρότητα και εικόνες που σε μεταφέρουν σε δικές σου αναμνήσεις και σκέψεις με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς.

Στην τελευταία ποιητική του συλλογή που έχει εκδοθεί με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων», 2018, καταθέτει συμβολισμούς μιας νέας δυναμικής συνάρτησης ανάμεσα στον Κόσμο και όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς. Μιας δυναμικής που παραμένει στο βάθος της μυστική και απροσπέλαστη στην απλή λογική. Για να την καταλάβει κανείς χρειάζεται να ασκηθεί στην κατανυκτική της ανάγνωση, να την προσεγγίσει με την ψυχή και να καταθέτει από το υστέρημά του σε κοινό σκοπό μαζί με όσους φτιάχνουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της έκστασης.

 

Πηγές


  • Αθανασοπούλου Μαρία, Συνέντευξη με τον ποιητή Ανδρέα Βεργιόπουλο, Ναύπλιο 2017.
  • «Αργολικά», Ανδρέας Βεργιόπουλος: η «Περί εκλεπτύνσεων» ποιητική συλλογή, του Γ. Κόνδη.

 

Read Full Post »

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μήτσας Αντ. Σταμάτης  (1857-1933)


 

Σταμάτης Μήτσας. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονου της ιστορικής οικογένειας.

Ο Σταμάτης Αντ. Μήτσας γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1857. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια (Σταμάτης, Δημοσθένης, Αθανάσιος, Κωνσταντίνος) κι ένα κορίτσι (Μαργαρίτα), του Αντώνη Στ. Μήτσα. Από μικρός διδάχθηκε την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του, γαλουχήθηκε με τις αρχές της και ανατράφηκε με τις αναλλοίωτες κληρονομικές αρετές της.

Ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και το 1875 όντας τριτοετής εύελπις αφήνει τα θρανία της Σχολής, λιποτακτεί και έρχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του πατέρα του, που συμμετείχε στη Θεσσαλική επανάσταση. Ο τύπος εκείνης της εποχής και αργότερα οι ιστορικοί που κατέγραψαν και σχολίασαν τα πολεμικά γεγονότα και τις μάχες που δόθηκαν στα Θεσσαλικά πεδία εξυμνούν την ανδρεία και την προσφορά του 20χρονου εύελπι.

Το 1897, λοχαγός ήδη, παίρνει μέρος στο φοβερό μα άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ως Διοικητής της 1ης ορειβατικής πυροβολαρχίας του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού (Στρατού Θεσσαλίας). Οι μάχες που δίνει στο Γρίμποβο, το Βελεστίνο, τον Δομοκό, το Μάτι, τα Πέντε Πηγάδια είναι φονικές. Η ευστοχία, όμως, και η ακρίβεια των κανονιών της πυροβολαρχίας του Σταμάτη Μήτσα κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις δυσμενείς καταστάσεις του εδάφους θερίζουν τις αντίπαλες δυνάμεις! Οι εφημερίδες των Αθηνών που μεταφέρουν τις ειδήσεις του πολέμου, εγκωμιάζουν τον γενναίο και συνετό αξιωματικό. Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής τού αφιέρωσε τιμητικό ποίημα. [1]

 

Σταμάτης Μήτσας

 

Του κανονιού του τη φωνή

την τρόμαξαν οι μάχες

και των Φερών εσείστηκαν

τραγουδημένες ράχες,

την ώρα την αξέχαστη,

την καθεμιά του μπάλα

νεκρή στο χώμα σώριαζε

των Τούρκων την καβάλα.

Συ που τον κοίταξες κι αλλού

και μες στην γη του Ρήγα

να πολεμά μερόνυχτα,

συ μάννα, γλυκοφίλησε

το τιμημένο το παιδί,

που ξέρει λόγια λίγα

και μόνο με του κανονιού

το στόμα παραμίλησε.

 

Μετά τον πόλεμο ο Σταμάτης Μήτσας επέστρεψε στην Αθήνα. Ο κόσμος τον περίμενε με λαχτάρα και κοντά στο Δαφνί του επεφύλαξε θερμότατη υποδοχή ραίνοντας με άνθη τον ίδιο, τους στρατιώτες, τα άλογα και τα κανόνια.

Ο Σταμάτης Μήτσας έδωσε το παρόν, 55 ετών πλέον και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Αντισυνταγματάρχης όντας του Ελληνικού Στρατού. Το όνομά του, όπως είδαμε, συνδέθηκε με την κατάληψη του Μετσόβου και μέχρι σήμερα οι κάτοικοί του θυμούνται τον απελευθερωτή της πόλης τους. Μετά τους πολέμους τοποθετήθηκε φρούραρχος Ιωαννίνων και στις 13 Δεκεμβρίου 1916 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Υποστρατήγου. Θεωρήθηκε από τους «λογίους» αξιωματικούς, μιλούσε τη Γαλλική γλώσσα και τιμήθηκε με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και το «Μετάλλιον Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου» για την πολυετή και γενναία προσφορά του στην Πατρίδα.

Ο Σταμάτης Μήτσας, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε και στην πολιτική ζωή της χώρας. Πέτυχε μάλιστα να εκλεγεί δύο φορές βουλευτής Ερμιονίδας: α) 3 Μαΐου 1892 – 20 Φεβρουαρίου 1895 και β) 27 Νοεμβρίου 1902 – 22 Δεκεμβρίου 1904.

Παντρεύτηκε την Άννα Τομαροπούλου (1868-1906) από την Καλαμάτα και απέκτησαν 5 κορίτσια. [2] Ίσως ο Σταμάτης Μήτσας, ως αξιωματικός που ήταν, να επιθυμούσε να αποκτήσει ένα αγόρι που θα συνέχιζε την παράδοση της οικογένειας, πράγμα που δεν έγινε. Ωστόσο, αισθανόταν πολύ περήφανος για τις θυγατέρες του και τις καμάρωνε, όταν καβάλα πάνω στ’ άλογα τις πήγαινε βόλτα στο Φάληρο. [3]

Ο Σταμάτης Μήτσας [4] παραβρέθηκε στην πόλη μας προσκαλεσμένος της Δημοτικής Κοινότητας στις λαμπρές τελετές για την εκατονταετηρίδα της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους και τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων το Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 1930.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1933 ημέρα Σάββατο ο άνθρωπος που αψήφησε τόσους κινδύνους και έδωσε τόσες μάχες στη ζωή του, έκλεισε ήρεμα τα μάτια του σε ηλικία 76 χρόνων στην Αθήνα ανάμεσα στα απαρηγόρητα παιδιά του. Η εξόδια ακολουθία τελέσθηκε την επομένη, στον Ι. Ν. της Μητρόπολης χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου. Σ’ αυτή παραβρέθηκαν ο Υφυπουργός Σαγιάς, εκπροσωπώντας τον Πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη, ο Αντιπρόεδρος της Βουλής Αθηνογένης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Κονδύλης, ο Υπουργός Εσωτερικών Μουντζουρίδης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, [5] γερουσιαστές, βουλευτές, αξιωματικοί και πλήθος κόσμου.

Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία επικήδειους λόγους εκφώνησαν εκ μέρους του Στρατού ο Υπουργός Κονδύλης, της Βουλής ο αντιπρόεδρος Αθηνογένης, του Δήμου Αθηναίων ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παπαγεωργίου και από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ερμιόνη, ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Μάλλωσης.

Όλοι οι ομιλητές τόνισαν την προσφορά του νεκρού προς την πατρίδα και εγκωμίασαν την ανδρεία και τη σεμνότητα του χαρακτήρα του. Στη συνέχεια με τιμητική συνοδεία αποσπάσματος του προτύπου Τάγματος Ευζώνων και τη Μουσική της Φρουράς οδηγήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και κηδεύτηκε στον οικογενειακό τάφο.

 

Η προσωπικότητα του Σταμάτη Αντ. Μήτσα

 

Ασφαλώς ο Σταμάτης Μήτσας δεν είχε το κάλλος, τη σωματική ρώμη και την εκρηκτικότητα του πατέρα του Αντώνη. Ήταν όμως εξ ίσου ανδρείος, αγέρωχος, απτόητος αλλά και συνετός πολεμιστής. Η αγάπη του προς την Πατρίδα ανιδιοτελής, ενώ η απαράμιλλη γενναιοψυχία και η πολεμική του αρετή αναγνωρίζονταν από όλους. Οι κίνδυνοι του πολέμου και οι δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις δεν τον λύγιζαν, μάλλον χαλύβδωναν την ψυχή του.

Άριστος αξιωματικός και βαθύς γνώστης της πολεμικής τέχνης είχε αποκτήσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του. Διεξήγαγε με επιτυχία δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις οδηγώντας με ασφάλεια τους «υπ’ αυτόν» αξιωματικούς και οπλίτες, που τον υπεραγαπούσαν, σε νικηφόρες μάχες.

Στοργικός πατέρας καμάρωνε τις θυγατέρες του και τις δίδασκε με το παράδειγμά του το ήθος, τη σεμνότητα, την ευγένεια και την ευπρέπεια. Χαιρόταν τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους που τον περιέβαλαν και έπνιγε μέσα του πικρίες, πάθη και κυρίως την ανθρώπινη αχαριστία.

Θεωρώ πως τέτοια παραδείγματα αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και μακάρι να μας κατευθύνουν τα χρόνια που έρχονται…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ποίημα/αφιέρωμα στον Σταμάτη Αντ. Μήτσα γράφτηκε στις 28 Ιουνίου 1897. Ανήκει σε μια θαυμάσια σειρά από ωδές και θούρια, εμπνευσμένα από τους αγώνες για την πατρίδα, τους τολμηρούς αγωνιστές και φλογερούς πατριώτες.

[2] Καλλιρρόη, Ελένη, Ερμιόνη, Βασιλική και Μαρία.

[3] Η τρίτη από τις θυγατέρες του, η Ερμιόνη, πέθανε στις 9 Ιουνίου 1898 σε ηλικία μόλις 8 χρόνων από σοβαρά εγκαύματα.

[4] Το όνομά του είναι γραμμένο στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ερμιόνης του έτους 1906-1907 με αύξ. αρ. 260, αρ. Μητρώου Αρρένων: 271 και Επάγγελμα: Μαθητής Στρατιωτικής Σχολής.

[5] Ο Σπύρος Μερκούρης ήταν πρώτος εξάδελφος του Σταμάτη Μήτσα.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Σαν σήμερα… πριν από 106 χρόνια! Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιάννης Σπετσιώτης μας περιγράφει την κατάληψη του Μετσόβου και τον πρωταγωνιστή της νίκης αυτής,  Ερμιονίτη, Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

«Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας»

 

Το χρονικό της απελευθέρωσης

 

Στις 16 Οκτωβρίου ο αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας Διάδοχος Κωνσταντίνος έδωσε διαταγή στην 1η Στρατιωτική Περιοχή Λάρισας να συγκροτήσει απόσπασμα δύναμης 340 ανδρών τακτικού στρατού. Ως Διοικητή τοποθέτησε τον Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα, διοικητή έως τότε της εκεί τοπομαχικής Μοίρας, με κύρια αποστολή την απελευθέρωση του Μετσόβου. Το απόσπασμα αποτελούμενο από δύο λόχους με έντεκα (11) αξιωματικούς, τριακόσιους τριάντα δύο (332) οπλίτες και σαράντα (40) ζώα έφθασε στις 29 Οκτωβρίου το μεσημέρι στο χωριό Μαλακάσι διαμέσου Τρικάλων και Καλαμπάκας. Παράλληλα το Υπουργείο Στρατιωτικών συγκρότησε και έστειλε στην Καλαμπάκα εθελοντικό στρατιωτικό τμήμα διακοσίων πενήντα (250) Κρητικών. Τελικός σκοπός του ήταν να προωθηθεί στο Μέτσοβο μέσα από την Ελληνοτουρκική μεθόριο, που διέσχιζε τότε τα ανατολικά υψώματα της περιοχής. Έτσι, σύμφωνα με τους πίνακες δημοσιευμένους από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, το απόσπασμα Μετσόβου είχε την εξής σύνθεση:

 

Διοικητής: Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού
  Μήτσας Σταμάτιος μέχρι 8/2/1913
Συγκρότηση: 2 λόχοι (11 αξιωματικοί και 332 οπλίτες)
  Σώματα εθελοντών Κρητικών (550 άνδρες)
  Σώμα εθελοντών Ηπειρωτών (100 άνδρες)

 

Η κατάληψη του Μετσόβου έπαιζε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή των συνθηκών υπέρ των Ελλήνων και θα διευκόλυνε, επίσης, την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Γι’ αυτό, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (υπερβολικό κρύο, σφοδροί άνεμοι, χιόνια), ο Ελληνικός Στρατός με υψηλό ηθικό και αφού πριν από πέντε μέρες είχε απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη, προχωρούσε αποφασιστικά προς το Μέτσοβο.

 

Η ημέρα των επιχειρήσεων

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου του 1912 (2 π.μ.) το απόσπασμα του Μετσόβου συνεπικουρούμενο από αντάρτικες ομάδες της Ηπείρου και Μετσοβίτες εθελοντές έχοντας περάσει τη νύχτα την κορυφογραμμή Κατάρας – Ζυγού επιτίθεται κατά των Τούρκων φρουρών. Αυτοί, διακόσιοι πέντε (205) στρατιώτες με δύο (2) κανόνια, μόλις τους αντιλήφθηκαν άρχισαν τους κανονιοβολισμούς.

Η προέλαση όμως του Ελληνικού Στρατού συνεχιζόταν. Γύρω στις 10:00 το πρωί  αιφνιδίασαν το εχθρικό πυροβολικό και το έτρεψαν σε φυγή. Περίπου στις 4:30 το απόγευμα υψώθηκε λευκή σημαία από τους εντός του φρουρίου πολιορκημένους Τούρκους στρατιώτες και υπαλλήλους, σήμα ότι παραδίδονται. Ο Ελληνικός στρατός συνέλαβε πολλούς από τους νιζάμηδες (Οθωμανούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στον τακτικό στρατό).

Έτσι απελευθερώθηκε το Μέτσοβο του οποίου οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους και υποδέχτηκαν το απόσπασμα και τον Διοικητή του Σταμάτη Μήτσα με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι απώλειες για τους Έλληνες ήσαν ένας (1) νεκρός και πέντε (5) τραυματίες. Για τους Τούρκους ένας (1)αξιωματικός και δεκαοκτώ (18) οπλίτες νεκροί, (18) δεκαοκτώ τραυματίες και (3) τρεις αξιωματικοί με ενενήντα δύο (92) οπλίτες αιχμάλωτοι, καθώς επίσης δύο (2) πυροβόλα και άφθονα υλικά πολέμου.

Τις επόμενες ημέρες μετά την απελευθέρωση του Μετσόβου και επί ένα 10/μερο, από 1-10 Νοεμβρίου, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν με σκληρές μάχες για να «εξασφαλιστεί» η γύρω περιοχή και με Διοικητή του αποσπάσματος τον Ερμιονίτη Αξιωματικό Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

Οι τρεις αδελφοί Μήτσα: Αθανάσιος, Σταμάτιος και Κων/νος, και οι τρεις αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.

 

Οι στίχοι του ποιητή Γεωργίου Σουρή

 

Η απελευθέρωση του Μετσόβου, το ήθος, η πολεμική αρετή και αυταπάρνηση του Σταμάτη Μήτσα δεν άφησαν ασυγκίνητο τον ποιητή Γεώργιο Σουρή. Γι΄ αυτό στο φύλλο «Δευτέρα Δεκεμβρίου κι’ εικοστή έτος χίλια δώδεκα και εννιακόσ’ ακόμα» της ιδιαίτερης εφημερίδας «ΡΩΜΙΟΣ», που ο ίδιος έγραφε, του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους:

Θέαμα τρομερόν

αιματηράς σκηνής.

Εκεί να πας κωθώνι

με το νωθρό το μάτι

ν’ ακούσης το κανόνι

του Μήτσα του Σταμάτη.

Το Μέτσοβο υμνεί

με δάφνινο στεφάνι

παλληκαριά σεμνή

όπου μιλιά δεν βγάνει.

Εκεί να πας μαγκούφη

της σαχλοπρωτευούσης.

Δημοσιεύουμε στη συνέχεια δύο μοναδικά ντοκουμέντα. Την επιστολή που έστειλε η Βασιλική Γεωργ. Δεληγιάννη (κόρη του Σταμάτη Μήτσα) στις 20 Μαΐου 1937 στην Κοινότητα Μετσόβου μαζί με τη σπάνια φωτογραφία απελευθέρωσης της πόλης, που βρέθηκε στο αρχείο του Στρατηγού πατέρα της.

 

Φωτογραφία από την ελευθέρωση του Μετσόβου. Διακρινονται ο Διοικητής του αποσπάσματος Αντισυνταγματάρχης Σταμάτης Μήτσας, και οι αξιωματικοί Μπασακίδης, Δεπάστας, Μαντούβαλος κ.α.

 

Επιστολή της Βασιλικής Γεωργ. Δεληγιάννη, κόρης του Σταμάτη Μήτσα.

Σημ. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονο της ιστορικής οικογένειας, για το γράμμα και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο, που μου παραχώρησε.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Older Posts »