Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Πέτρος ο Πελοποννήσιος (1730-1777)

 

 


 

Διαπρεπής λαμπαδάριος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και μελοποιός (γνωστός και ως Πέτρος ο Λαμπαδάριος). Πρόκειται για τον μέγιστο των μουσικοδιδάσκαλων του 18ου αι. (και ίσως ολόκληρης της μετά την Άλωση εκκλησιαστικής Μουσικής Ιστορίας). Το επώνυμό του ήταν πιθανόν Μπαρδάκης και θεωρείται η «4η πηγή» της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής (μετά τους: Ιωάννη  Δαμασκηνό, Κουκ(κ)ουζέλη Ιωάννη και Ιωάννη τον Κλαδά). Η προσφορά του στη διάσωση του βυζαντινού μέλους της ελληνορθόδοξης λατρείας κρίνεται ως ανεκτίμητη.

 

Νεότερες έρευνες για την κοσμική διάσταση του μουσικού έργου του

 

Πέτρος ο Πελοποννήσιος

Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος υπήρξε διαπρεπής μουσικός και μελοποιός της μεταβυζαντινής μουσικής περιόδου (ΙΗ-ΙΘ αι.). Διακρίθηκε όχι μόνο στην ψαλτική τέχνη, αλλά και ως συνθέτης της μουσικής πολλών και ποικίλων εκκλησιαστικών ύμνων. Ήταν προικισμένος με έκτακτο μουσικό τάλαντο και υπέροχη ιδιοφυΐα και με τα προσόντα του αυτά κατόρθωσε να αναδειχθεί κορυφαίος μεταξύ των συγχρόνων του μουσικών και ένας από τους κυριότερους ανά τους αιώνες εκπροσώπους του βυζαντινού μουσικού είδους.

Καταγόταν από το νομό Λακωνίας και γι’ αυτό ονομαζόταν Λακε­δαιμόνιος ή Πελοποννήσιος. Επίσης ονομαζόταν και Λαμπαδάριος από τη θέση που κατείχε ως ψάλτης στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Δεν είναι πολύ γνωστά τα βιογραφικά του.  [i] Ξέρουμε μόνο ότι εμφανίζεται για πρώτη φορά ως δομέστικος του πατριαρχικού ναού και αργότερα ως Λαμπαδάριος. Δίδαξε μουσική στη δεύτερη μετά την άλωση Πατριαρχική Μουσική Σχολή, αλλά και στους τότε Αρμενίους ψάλτες της Κωνσταντινουπόλεως δίδαξε ιδιαίτερο τρόπο μουσικής γραφής που διατηρούν μέχρι σήμερα.

Πέθανε το 1777 από λοιμώδη νόσο, όχι σε πολύ μεγάλη ηλικία. Άφησε μουσικό έργο εκπληκτικό σε όγκο, αλλά και σε ποιότητα, που διακρίνεται για την πρωτοτυπία του και φέρνει τη σφραγίδα της ιδιοφυΐας του. Το έργο του στο ύφος της βυζαντινής μουσικής διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Η δομή των μελικών του διαγραμμάτων διέπεται από λιτότητα στα μέσα μουσικής έκφρασης και από μορφολογική αρτιότητα. Αυτά τα στοιχεία, που είναι ευδιάκριτα στο έργο του Πέτρου  Πελοποννήσιου είναι χαρακτηριστικά της παλαιότητας και μένουν αναλλοίωτα μέσα στους αιώνες.

Η προσφορά του στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι ανέλυσε εκτενέστερα τα σημάδια της πρώτης μουσικής σημειογραφίας και μετέγραφε όλα τα αρχαία μαθήματα. Η δημιουργική προσφορά του Πέτρου  Πελοποννήσιου δεν αναφέρεται μόνο στον τομέα της μελοποιίας.

Ο Πέτρος  Πελοποννήσιος συνετέλεσε τα μέγιστα στη διάσωση του αρχαίου μέλους της Ελληνορθόδοξης λατρείας. Με πολύ απλουστευμένο μουσικό σύστημα έδωσε την τελική μορφή στις διαδοχικές απλοποιήσεις – «εξηγήσεις» των παλαιοτέρων μορφών της βυζαντινής μουσικής σημειογραφίας που χρησιμοποιούσε σύμβολα ως είδος μουσικής στενογραφίας. Αυτό το πέτυχε ο Πέτρος  Πελοποννήσιος με τη χρήση περισσοτέρων μουσικών «χαρακτήρων» για να παραστήσει τις διάφορες θέσεις και τα μελικά διαγράμματα των ασμάτων.

Έτσι, συνεχίζοντας το έργο των προγενεστέρων, με την προσφορά του έβαλε τη σφραγίδα του στη βυζαντινότητα των μέχρι της εποχής του διατηρημένων μελών. Η δική του σημειογραφία, που αποτελεί σταθμό στην ιστορία της βυζαντινής παρασημαντικής, έγινε το μεταίχμιο μεταξύ της πρώτης σημειογραφίας (της στενογραφίας) και της σημερινής τελικής σημειογραφίας που θεσπίστηκε το 1815. Παράλληλα έγραψε και όλα τα συντομότερα μέλη που σώζονταν μέχρι τότε μόνο με τη φωνητική μουσική παράδοση.

Στο μουσικό έργο που άφησε στον τομέα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής ανήκουν τα ακόλουθα: δυο Αναστασιματάρια, τέσσερις στάσεις χερουβικών και κοι­νωνικών των Κυριακών, πολυέλεοι, πασαπνοάρια, δοξολογίες, δοξαστάρια και ειρμολόγιο.

Πέρα από το πρωτότυπο έργο του εργάστηκε πολύ και στον τομέα της επεξεργασίας εκκλησιαστικών μελωδιών παλαιοτέρων βυζαντινών και μεταβυζαντινών δασκάλων, όπως είναι τα μεγάλα κεκραγάρια του Ιωάννου Δαμασκηνού, τα μεγάλα εωθινά Ιωάννου του Γλυκέως, τα μεγάλα ανοιξαντάρια διαφόρων μελοποιών, αργά πασαπνοάρια, το «άνωθεν οι προφήται», καθώς και άλλα μαθήματα.

Μεγάλη είναι η προσφορά του και στη διάσωση των σύντομων μελών (ειρμολογικών και σύντομων στιχηραρικών ) με την καταγραφή που αυτός εφεύρε. Το έργο αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί τα μέλη αυτά δεν ήταν μουσικώς γραμμένα, επειδή ήταν σύντομα. Τα έργα του μεταφέρθηκαν στην εν χρήσει σημερινή παρασημαντική της βυζαντινής μουσικής και εκτυπώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Πέρα από τις εκκλησιαστικές συνθέσεις ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος άφησε και ανατολικές μουσικές φόρμες και κοσμικά τραγούδια (του κρασιού και της αγάπης).

Οι συνθέσεις αυτές έγιναν ευμενώς δεκτές από το λαό και τις τραγουδούσαν τόσο στην Πόλη όσο και στα ελληνικά αστικά κέντρα της Ανατολής μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Μερικά από τα τραγούδια αυτά που είναι σπάνια δείγματα της παλαιότερης μουσικής που δεν είναι ούτε εκκλησιαστική ούτε δημοτική, σώζονται ανέκδοτα σε διάφορα χειρόγραφα.

Νεότερες έρευνες φέρνουν εις φως πολλές από τις κοσμικές μουσικές συνθέσεις του Πέτρου  Πελοποννήσιου. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε έρευνα του διδάκτορα μουσικολόγου Γιάννη Πλεμμένου με θέμα αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου που περιλαμβάνει κοσμικά άσματα σε βυζαντινή σημειογραφία.

Το αυτόγραφο αυτό εντοπίστηκε στο τέλος της Ανθολογίας που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι. Από αυτό το αυτόγραφο του Πέτρου  Πελοποννήσιου και άλλο που είχε προηγηθεί αποδεικνύεται έμπρακτα ότι ήταν και μελοποιός κοσμικών ασμάτων, σύμφωνα και με αυτό που έχει λεχθεί από βιογράφους του, ότι «εμέλισε και στί­χους πολιτικούς κατά τα μακάμια (ήχους) των Οθωμανών και κατά τους ρυθμούς των αυτών». Γιάννης Πλεμμένος, «Νέο Αυτόγραφο του Πέτρου Πελοποννήσιου», Ανάτυπο από τα «Πελοποννησιακά», τ. ΚΗΙ 2005-2006, σ. 220.

Σύμφωνα με την παραπάνω εργασία, που ακολουθούμε από εδώ και πέρα, οι κοσμικές συνθέσεις που αποδίδονταν στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο είχαν εντοπισθεί και σε Ανθολογίες άλλων μεταγενέστερων γραφέων. Σύμφωνα με σημείωμα που βρίσκεται στην Ανθολογία που μνημονεύσαμε πιο πάνω, αυτή καταρτίσθηκε κατά τη δεκαετία του 1770, όταν ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος υπηρετούσε ως Λαμπαδάριος (ό.π.σ. 221). Στο χειρόγραφο αυτό υπάρχουν 118 καταγραφές που ανήκουν στον ίδιο γραφέα και περιλαμβάνουν τραγούδια που είναι καταχωρισμένα σε ομάδες ήχων. Το ότι πρόκειται για αυτόγραφο του  πιστοποιείται και από αντιπαραβολή της γραφής του με άλλα που έχουν ήδη αποδοθεί σ’ αυτόν (ό.π. σ. 224).

Είναι καταφανές ότι ο Πέτρος ο Πελοποννή­σιος  είναι ο συνθέτης της μουσικής αυτών των ασμάτων. Δεν έχει όμως διευκρινισθεί από τους ερευνητές του θέματος, αν ανήκει και η πατρότητα των στίχων των τραγουδιών (ο.π.σ. 230). Πέρα από τη μουσική που ανήκει στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο δεν απο­κλείεται και κάποιοι από τους μελοποιημένους στίχους του αυτόγραφου να ανήκουν σ’ αυτόν. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ο Σκαρλάτος ο Βυζάντιος όχι μόνο αναφέρει την επίδοση του Πέτρου του Πελοποννή­σιου στην ποίηση, αλλά και τον συγκαταλέγει μεταξύ «των διακεκριμένων εν τω Φαναρίω ποιητών». Πάντως υπάρχουν στίχοι που αποδίδονται στον Πέτρο  Πελοποννή­σιο και εκφράζουν την επιθυμία του να μπορούσε να κάνει στίχους που να έχουν επιτυχία και υπόληψη από τους αναγνώστες, όπως φανερώνει το τετράστιχο που ακολουθεί.

 Ήθελα νάχω μια τέτοια χάρι

νάχαν οι στίχοι μου ιχτιμπάρι (υπόληψη), 

σε κάθε μέρος να τους αρέσουν,

και βλέποντές τους να τους παινέσουν. (ό.π. σ. 231). 

Τα τραγούδια που μελοποιεί  στο αυτόγραφό του που αναφέραμε δεν περιλαμβάνουν στίχους μεγάλης ποιητικής τέχνης. Κατά το Σκαρλάτο Βυζάντιο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την περίοδο που γράφτηκαν δεν υπήρχε ποιητική άνθιση. Έτσι όσοι καταπιάστηκαν με την ποίηση, άνθρωποι χωρίς ποιητικό τάλαντο, έκαναν στίχους χωρίς ποιητική πνοή και ο στόχος τους ήταν μόνο να πετύχουν μια βεβιασμένη πληκτική ομοιοκαταληξία, του είδους που υπάρχει στο τε­τράστιχο που αναφέραμε.

Βασικό στοιχείο των ποιημάτων που μελοποιεί ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος στο αυτό­γραφό του είναι ο έρωτας και τα παρεπόμενά του, η θλίψη, η απογοήτευση και η απελπισία κλπ. που εκφράζονται με φράσεις όπως: Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, Ας κλαύσω απαρηγόρητα, Εχάθηκαν οι κόποι μου  κλπ. που μαρτυρούν ένα ερασιτέχνη μετριότατο ποιητή που αποπειράται ανεπιτυχώς με ψευτοδραματικό τρόπο να τραγουδήσει τον έρωτα (ό.π. σ. 232).

Όπως προκύπτει από το αυτόγραφο αυτό ο Π.Π. ξεπερνάει το χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής, στον οποίο μας άφησε τεράστιο έργο, όπως είδαμε πιο πάνω, και κάνει ανοίγματα προς το χώρο της κοσμικής μουσικής όχι απλά ως μουσικός, αλλά και με το μοντέλο του μουσικού ποιητή, το οποίο έχει προβληθεί από τους Έλληνες διαφω­τιστές της εποχής, που ήθελαν ο ποιητής να μην είναι άμουσος, αν θέ­λει τα ποιήματά του να λάβουν την πρέπουσα ζωηρότητα και να συμ­βάλουν στη βελτίωση της ποιητικής τέχνης (ό.π.σ.232).

Την πλειονότητα των μελοποιήσεων του  στο αυτόγραφό του αυτό, αποτελούν ποιήματα σε δεκαπεντασύλλαβους, που άλλοτε είναι εναλλασσόμενοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι και επτασύλλαβοι και λί­γα είναι οκτασύλλαβα, δεκατρισύλλαβα και δεκασύλλαβα ιαμβικά. Σε τροχαϊκό μέτρο μελοποίησε μόνο 26 τραγούδια. Προτιμούσε τον ιαμβικό στίχο και στην εκκλησιαστική υμνογραφία, όπως φαίνεται από τη μελοποίησή του σε θεοτόκια και τριαδικά βυζαντι­νών και μεταβυζαντινών ποιητών που επισυνάπτει στους πολυελέους του (ό.π.σ.233). Αν και οι μελοποιήσεις των τραγουδιών του βασίζονται σε οθωμανικά μακάμια (ήχους) και ρυθμούς, παρουσιάζουν όμως μια αντιστοιχία στίχου και μέλους που πλησιάζει αυτήν του δημοτικού τραγουδιού (ο.π.).

Σε ό,τι αφορά τη μετρική μονάδα που χρησιμοποιεί αυτή είναι η οθωμανική «σοφιάν», που είναι το απλούστερο σχήμα της οθωμανικής μουσικής, που μετρείται σε τρεις κινήσεις, μια μακρά και δύο βραχείες, όπως συμβαίνει στον αρχαίο πόδα που ονο­μάζεται δάκτυλος (- υ υ) της επικής ποίησης. Στη μακρά αντιστοιχεί το ισχυρό μέρος του μέτρου και στις βραχείες το ασθενές. Η ρυθμική μετρική αντιστοιχία σ’ αυτό το μοντέλο που προτιμά αντιστοιχεί τόσο στο μετρικό όσο και στον ποιητικό τονισμό του κειμένου που συμπίπτει πολλές φορές με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, με το οποίο ήταν εξοικειωμένος λόγω καταγωγής του από τη Λακωνία.

Τα τραγούδια που δεν ανήκουν στη μετρική μονάδα σοφιάν ακολουθούν άλλες ρυθμικές μονάδες που ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος τα διασκευάζει για να ταιριάσουν με τον μετρικό τονισμό των στιχουργημάτων (ό.π.σ.235). Αναφορικά με τις οθωμανικές κλίμακες αξιοποιεί 35 από τα πιο γνωστά μακάμια (ήχους), της οθωμανικής μουσικής που καλύπτουν τη δωδεκάφθογγη κλίμακα από το κάτω σολ ως το άνω ρε, σύμφωνα με την οθωμανική θεωρία της εποχής, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις.

Ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος χρησιμοποιεί τα 35 αυτά μακάμια σύμφωνα με την οθω­μανική θεωρία και βάζει στις ρούπρικες το μακάμι (ήχο) που ακολου­θεί η μελωδία, παραθέτοντας συγχρόνως και το σημάδι του αντίστοι­χου εκκλησιαστικού ήχου. Σύμφωνα με αυτή την τάση της αντιστοι­χίας μακαμιών και ήχων τα 35 αυτά μακάμια που χρησιμοποιεί μπορούν να ενταχθούν αντίστοιχα στους οκτώ εκκλησιαστικούς ήχους. Τελειώνοντας μπρορούμε να συμπεράνουμε ότι η κοσμική μουσι­κή του  ακολουθεί βασικά την οθωμανική μουσική παράδοση, αλλά και πάλι τα μακάμια που εφαρμόζει στη μελοποίηση των στιχουρ­γημάτων (τραγουδιών) έχουν κάποια έστω και τυπική σύνδεση με τους οκτώ ήχους της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, στην οποία ο Πέτρος  Πελοποννή­σιος είχε διαπρέψει ως μουσικός.

 Ν. Α. Βολιώτης

 

Πηγή

 


  

 
  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Υποσημείωση

 

 [i] Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στο λεξικό της Ελληνικής μουσικής, του Τάκη Καλογερόπουλου, διαβάζουμε: Ο Πέτρος ο Λαμπαδάριος πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα (κατά την παιδική του ηλικία στη Σμύρνη) από έναν ιερομόναχο Θεοδόσιο. Ατεκμηρίωτες πληροφορίες (που έχουν μάλιστα υιοθετηθεί και από τον Γιάννη Β. Ιωαννίδη σε μυθιστορηματική βιογραφία του Πέτρου) μιλούν για κάποιον Ιωάννη Κρίκο, ο οποίος ήταν τάχα «άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» στο διάστημα 1700-1727 (για το οποίο ουδέν στοιχείο διαθέτουμε, ούτε καν το όνομά του) και ήταν εκείνος που εντυπωσιάστηκε από τον Πέτρο όταν τον άκουσε στην Πελοπόννησο και τον παρακίνησε να σπουδάσει βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολη. Ποιος να ξέρει…

Το βέβαιο είναι ότι ο Πέτρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μαθήματα από τον τότε πρωτοψάλτη Ιωάννη Τραπεζούντιο, με τον οποίο συνέψαλλε στη Μ. Εκκλησία ως β’ δομέστικος. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη, διορίστηκε πρωτοψάλτης ο Δανιήλ, ενώ ο Πέτρος (αντί για α’ δομέστικος) έγινε το 1771 (παρά την τάξη) λαμπαδάριος (ενώ ως β’ δομέστικος διορίστηκε ο Πέτρος ο Βυζάντιος). Ο λαμπαδάριος Πέτρος ο Πελοποννήσιος, αν και πέθανε πρόωρα στον λοιμό του 1777 (κατά τον Γρ. Στάθη ο λοιμός στην Κωνσταντινούπολη εμφανίστηκε τον χειμώνα του 1778) ανέδειξε πλείστους λαμπρούς μαθητές (Πέτρο Βυζάντιο, Ανδρέα Σιγηρό, κ.ά.).

Εκτός της βυζαντινής, δίδασκε και την τουρκική μουσική (μαρτυρία Fétis) και μάλιστα μαθητής του υπήρξε ο άριστος κάτοχός της, ο Antoine Murat (που ήταν διερμηνέας της πρωσικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως). Δίδαξε επίσης βυζαντινή μουσική (Παπαδική και Στιχηράριο) και στη «Β’ Πατριαρχική Μουσική Σχολή».

Ο Πέτρος θεωρείται ότι ευεργέτησε και την αρμένικη μουσική, γιατί δίδαξε στον Τερετζούν Χαμπαρτζούμ (Baba Hamparsum Limonciyan) τον πρωτοψάλτη του αρμενικού πατριαρχικού ναού, τον τρόπο γραφής των μουσικών μελών. Την ημέρα της κηδείας του Πέτρου συνέρρευσαν στον Πατριαρχικό Ναό δερβίσηδες από όλους τους τεκέδες της Βασιλεύουσας και ζήτησαν την άδεια από τον τότε Πατριάρχη Νεόφυτο να συνοδεύσουν την εκφορά του μεγάλου καλλιτέχνη, ψάλλοντας τη νεκρώσιμη ωδή κατά τα έθιμά τους (με χρήση πλαγιαύλων). Ο Πατριάρχης δεν τους επέτρεψε μεν να πάρουν ενεργό τελετουργικό μέρος στην εκφορά, όμως μετά τον ενταφιασμό και το επακόλουθο τρισάγιο αφέθηκαν οι δερβίσηδες να περικυκλώσουν τον τάφο του Πέτρου και να τον θρηνήσουν με παθητικότατες αυλωδίες, που εκείνος είχε συνθέσει συχνάζοντας στα λημέρια και τα σπίτια τους (τους μεβλεβί χανέδες).

Read Full Post »

Καποδίστριας Αυγουστίνος (1778-1857)

 

 

  

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

 

Ο Αυγουστίνος Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας, ήταν ο μικρότερος αδελφός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν ο τρίτος γιος του νομικού και πολιτικού Αντωνίου Μαρία Καποδίστρια και της κυπριακής καταγωγής Διαμαντίνας Γονέμη, πέθανε στην Αγία Πετρούπολη.

Σπούδασε αγρονομία και φιλολογία. Υπήρξε γραμματέας της πρεσβείας της Επτανήσιας Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1818 ήταν διπλωματικός ταχυδρόμος του τσάρου. Τέλος, όταν ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, έγινε αρχικά μέλος της και στη συνέχεια έφορός της στην Κέρκυρα.

Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον αδελφό του, ανέλαβε την πολιτική και στρατιωτική δι­οίκηση της δυτικής Ελλάδας (1829). Ένα μεγάλο μέρος του έργου του τότε θεωρείται από πολλούς ότι ήταν η εκδίωξη των τουρκικών φρουρών από τη Ναύπακτο, το Αντίρριο, το Μεσολόγγι.

Μετά τη δολοφονία του αδελφού του (1831) εξελέγη από τη Γερουσία πρόεδρος της προσωρινής τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας» (27 Σεπτεμβρίου7 Δεκεμβρίου) μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Η αντιπολίτευση, το αγγλικό κόμμα, στράφηκε κατά της τριανδρίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της απολυταρχίας και της φιλορωσικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Κατόρθωσε να προσεταιρισθεί και τον Ιωάννη Κωλέττη, που ήταν επικεφαλής του γαλλικού κόμματος και συσπείρωνε κυρίως τους στερεοελλαδίτες.

Στις 5 Δεκεμβρίουσυνεκλήθη στο Άργος η Ε’ Εθνοσυνέλευση και ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος. Οι αντιπολιτευόμενοι, που αυτοαποκαλούνταν «συνταγματικοί», αμφισβήτησαν τη νομιμότητά της. Στις 15 Μαρτίου, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, ψηφίσθηκε το Σύνταγμα από την Ε’ Εθνοσυνέλευση, γνωστό ως «Ηγεμονικό», επειδή προέβλεπε βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα, η οποία ονόμασε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας μέχρι την άφιξη του βασιλιά. Στην εξουσία όμως έμεινε μόνο για λίγες ημέρες, καθώς επικράτησε το κίνημα του Κωλέττη.

Έτσι, ο Αυγουστίνος Καποδί­στριας εγκατέλειψε τα κοινά, έφυγε για την Κέρ­κυρα και από εκεί στην Αγία Πετρούπολη, όπου και συνταξιοδοτούνταν μέχρι το θάνατό του από τη ρωσική κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, που τελούσε ακόμη υπό αγ­γλική προστασία, στις 16 Ιουλίου του 1840 του αναγνώρισε τον τίτλο του κόμη. Γενικά, η περίο­δος διακυβέρνησης του Αυγουστίνου Καποδί­στρια χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, η οποία οδήγησε σε εμφύλιο σπαραγμό, που κρά­τησε μέχρι το καλοκαίρι του 1832.

 

 

Πηγές


 

 

  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καποδίστριας Βιάρος (1774-1842)


 

 

 

Καποδίστριας Βιάρος

Νομικός, πολιτικός, γερουσιαστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν γιος του κόμη Αντώνιου Μαρία Καποδίστρια, γόνου αρχοντικής οικογένειας της Κέρκυρας και αδελ­φός του Ιωάννη και του Αυγουστίνου. Σπούδασε νομικά στην Πάντοβα και αναμείχθηκε στην πολι­τική ζωή των Επτανήσων. Διατέλεσε γερουσια­στής Κέρκυρας, μέλος της Εθνικής Ιατρικής Εται­ρείας, ενώ το 1818 μυήθηκε και στη Φιλική Εται­ρεία.

 

 

Όταν ο αδελφός του Ιωάννης ήλθε στην Ελ­λάδα, ο Βιάρος χρημάτισε μέλος του Πανελληνίου με αρμοδιότητα τα οικονομικά θέματα του στρατεύματος, διοικητής Σποράδων και γραμμα­τέας της Γραμματείας Ναυτικών. Επίσης, σημα­ντική ήταν η προσφορά του στην ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του ορ­φανοτροφείου του νησιού. Λόγω της όξυνσης της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα επέστρεψε το 1831 στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1842.

 

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος 21, Εκδόσεις National Geographic, Αθήνα, 2010.   

 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Καραργύρης Γιάννης (ΟΡΝΕΑΤΗΣ) – (1935 – 1999)


 

Γιάννης Β. Καραργύρης

Ο Γιάννης Β. Καραργύρης γεννήθηκε το 1935 στο Γυμνό Αργολίδας. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του, το οχτατάξιο Γυμνάσιο Νεμέας και φοίτησε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το διορισμό του στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εξασφάλισε διετή υποτροφία στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Διδακτικής κ.ά. Υπηρέτησε επί σειρά ετών ως διευθυντής στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ χρημάτισε μέλος επιτροπής κρίσεως των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού Σχολείου στο Υπουργείο Παιδείας.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα εφηβικά του χρόνια. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά και ασχολήθηκε συστηματικά με την κριτική βιβλίων και τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού. Έργα του έχουν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες, όπως «Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνία», «Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες», «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά. Έχει τιμηθεί με σαράντα δύο λογοτεχνικά βραβεία ποίησης και πεζογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, μόνιμο μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Academie Internationale De Lutece Paris και αρχισυντάκτης και συνεργάτης του περιοδικού «Λογοτεχνική Δημιουργία». Πέθανε το 1999 στην Αθήνα.

Τα ποιήματά του εντάσσονται στο χώρο της παραδοσιακής ποίησης, ενώ η διηγηματογραφία του είναι ηθογραφική. Έργα του που έχουν δημοσιευτεί είναι:

Ποιητικές Συλλογές: «Στ’ αγνάντεμα της χαραυγής» (1991), «Στα σύννεφα του χρόνου» (1992), «Από τον Ευαγγελισμό στην Ανάσταση – Πορεία θριάμβου» (Ορατόριο, 1993), «Στου ήλιου την απλοχωριά» (1995).

Διηγήματα: «Στης ζωής τα κύματα» (1992), «Καράβια αταξίδευτα» (1997).

Μυθιστόρημα: «Παπα – Οικονόμος και Κιαμήλ – Μπέης» (1977).

Ιστορικές Μελέτες: «Φλόγες και αίμα στα Καλάβρυτα» (1993), «Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά – Ο Φαρμακάς ως ιστορικός χώρος» (1995), «Ταξιδεύοντας στο παρελθόν» (1999).

Δοκίμια: «Πνευματική οδοιπορία» (1998).

Σχολικά: «Οι εκθέσεις μου» (1976), «Αριθμητική πρώτης δημοτικού» (1979).

Read Full Post »

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο – Λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα, σε ηλικία 65 ετών. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε τελικά η ποίηση. Το  λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”, τεύχος 177-178 που κυκλοφορεί,  είναι  αφιερωμένο στο μεγαλύτερο μέρος του  στον ποιητή  Νίκο  Καρούζο.

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτυμόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια.

(Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο - “Το Δέντρο”

Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης ομολογεί την αρχική του λαχτάρα να βρει στο πρόσωπο του Καρούζου έναν Έλληνα μπητνίκο, έναν Γκίνσμπεργκ, έναν Κέρουακ – έστω μια εικόνα και ομοίωση των φαντασμάτων που τους στοίχειωναν στα κοινά τους μπαρ – ποτοσχολαστήρια (όπως τα έλεγε). Αργότερα, καθώς εκείνος ο Τελετάρχης των Αντοχών βεβαίωνε με γέλια ομηρικά πως το χιούμορ του είναι φερμένο από την τραγωδία και γύρευε την δέουσα λέξη, αληθινός ακροβάτης στο σχοινί πάνω απ’ την άβυσσο του χρόνου, είδε την διαφορά. «Η διαλεκτική του…μια σχεδόν ολέθρια ένταση για το τι μας περιμένει και πώς θα μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε, να εναλλάσσεται με μια πολύτιμη, λυτρωτική αταραξία, αποκτημένη ύστερα από διαλεχτά διαβάσματα και στοχασμούς σχετικά με το πώς θανατώνεις, νυχθημερόν, το θάνατο» .

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.

Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το πολιτικό Μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας


 

Διάλεξη με θέμα «Το πολιτικό Μήνυμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας», πραγματοποιεί την Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, (Παλαιό Δηµαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων & οδού Όθωνος – αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»).

Ομιλητής θα είναι ο κύριος Νικόλαος Κονοµής, Ακαδηµαϊκός, Πρόεδρος του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών. Η ομιλία, εντάσσεται στο πλαίσιο του «Events Series 2011» του Κέντρου.

 

 

Νικόλαος Κονοµής

 

Ο Νικόλαος Κονοµής γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη σήμερα Μόρφου της Κύπρου, από αγρότες γονείς. Μετά το Παγκύπριο Γυμνάσιο σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια της Οξφόρδης και του Καίμπριτζ. Διατέλεσε καθηγητής του Παγκύπριου Γυμνασίου, του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, υφηγητής του πανεπιστημίου του Κέϊπ Τάουν της Ν. Αφρικής, καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του ΑΠΘ, πρόεδρος και κοσμήτορας, αντίστοιχα, της Φιλοσοφικής Σχολής των δύο αυτών Πανεπιστημίων, πρύτανης του ΑΠΘ, πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, υπουργός Παιδείας της Κύπρου, πρόεδρος της Aκαδημίας Αθηνών, πρόεδρος της Εταιρίας Ελληνο-Αραβικών Σπουδών, διευθυντής του περιοδικού «Ελληνικά», μέλος πολλών ελληνικών, κυπριακών και ξένων επιστημονικών επιτροπών. Στο ενεργητικό του έχει και σημαντικό συγγραφικό έργο. Aσχολήθηκε ιδιαίτερα με τους ρήτορες, τους λεξικογράφους και την αρχαία λυρική ποίηση.

Kύρια αυτοτελή έργα του είναι: Studies on the orator Lycurgus (Oxford 1956), – Oι δόχμιοι παρ’ Aισχύλω και Σοφοκλεί (Aθήνα 1962), – The dochmiacs of Greek Drama (Stuttgart 1965), – Lycurgi Opera (Leipzig 1970), – Deinarchi Opera cum fragmentis (Leipzig 1975), – Aρχαϊκή Λυρική Ποίηση A΄ (Hράκλειο 1991), – Aπό την ιστορία της λατινικής γλώσσας (Aθήνα 2003).

Πληροφορίες: Παλαιό Δηµαρχείο. Πλατεία Φιλελλήνων & οδού Όθωνος, 21 100 Ναύπλιο. Τηλ. 27520 47030 – Fax 27520 47039.  http://greece.chs.harvard.edu  – chsnafplion@mail.chs.harvard.edu  

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Γεώργιος του Πετρόμπεη – Η πορεία του δολοφόνου του Καποδίστρια και η διαθήκη του 


 

Στο «Αργολικόν Ημερολόγιον» του 1910[1] περιγράφεται από τον Δ. Θ. Καμαρινό με αρκετές λεπτομέρειες η δολοφονία του Καποδίστρια και η πορεία των δολοφόνων του Γεωργίου Μαυρομιχάλη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη[2].

«… Ο Καποδίστριας τότε προχωρών έφθασεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου Σπυρίδωνος αντίκρυ της οποίας και προς τα δεξιά κείται η οικία του Δικηγόρου κ. Π. Ανδριανοπούλου όπισθεν της γωνίας  της  οποίας  ενήδρευεν, ο  εις  των  Μαυρομιχαλαίων,  ο  επιλεγόμενος Κεχαγιάμπεης ( εννοεί τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη), όστις άμα τη εμφανίσει του Καποδίστρια παρά την θύραν πυροβολεί παραχρήμα και ο Καποδίστριας πίπτει προ αυτής συγχρόνως δε επιπίπτει μετά του φονέως επί του δολοφονηθέντος και ο έτερος αδελφός του Κεχαγιάμπεη ο Μουσταφάμπεης Μαυρομιχάλης ( εννοεί τον  Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη) ο όπισθεν του υπάρχοντος Τουρκικού Λουτρού μέχρι της στιγμής εκείνης ενεδρεύων, και ούτως αμφότεροι αδελφοί* συμπληρούσι δια των μαχαιρών το αποτρόπαιον αυτών έργον, της ιεροτελεστίας ένεκα του φόνου διακοπείσης προς στιγμήν ( καθ’ ήν ακριβώς ώραν ανεγινώσκετο από της ωραίας Πύλης το ιερόν Ευαγγέλιον).

[* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Προφανώς λόγω σύγχυσης ο Δ. Θ. Καμαρινός, θεωρεί τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο αδέλφια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για θείο (Κωνσταντίνος) και ανεψιό ( Γεώργιος). Ο Κωνσταντίνος ήταν αδελφός του Πετρόμπεη, ενώ ο Γεώργιος γιος του].

Κατά συγκυρίαν όμως εις μικράν από της Εκκλησίας απόστασιν, τουτέστι εις την δευτέραν κρήνην δεξιά της οποίας είναι η προς την Δυτικήν Εκκλησίαν άγουσα, ευρίσκετο ο μονόχειρ βρακοφόρος Κρής, πιστός υπηρέτης του Καποδιστρίου, πληρών την υδρίαν ύδατος, όστις άμα τω πυροβολισμώ και τη πτώσει του Καποδιστρίου, σπεύδει δρομαίως κατά των φονέων κρατών εις χείρας δίκροτον όπλον, όπερ έφερεν μεθ’ εαυτού, και προλαμβάνει τον ένα εξ αυτών, τον Μουσταφάμπεην, φεύγοντα προς την ανωφερή οδόν της οικίας του προμνησθέντος Δικηγόρου κ. Ανδριανοπούλου και πυροβολεί κατ’ αυτού, πριν ή φθάση εις την οικίαν Ψαλίδα και φονεύει, της σφαίρας εισελθούσης ολίγον άνωθεν του πρωκτού και εξελθούσης κάτωθεν του θώρακος, του ετέρου φονέως, του Κεχαγιάμπεη καταφυγόντος εις το Γαλλικόν Προξενείον ( ένθα το Φρουραρχείον άλλοτε) και ζητήσαντος προστασίαν.

Τον Μουσταφάμπεην φονευθέντα παρά τον τόπον του εγκλήματος παρέλαβον οι προστρέξαντες στρατιώται άμα τω θλιβερώ ακούσματι και σχοίνω τους πόδας αυτού δέσαντες, έσυρον ανά τας οδούς του Ναυπλίου και κατέληξαν εις την πλατείαν του Συντάγματος, ένθα οι στρατιώται δια των λογχών το πτώμα διατρήσαντες παρεμόρφωσαν εντελώς, και είτα παραλαβόντες αυτό μετέφερον εις Ιτς – καλέ και επέταξαν εις το όπισθεν μέρος.

Μετά τούτο ο αδελφός του Καποδιστρίου Αυγουστίνος κατέφυγεν εις το πλοίον του Ορλώφ, εν ω ούτος μαθών τον φόνον του Καποδιστρίου και την προσφυγήν του σωθέντος φονέως εις το Γαλλικόν Προξενείον, έσπευσεν αμέσως εν στολή και εζήτησε παρά του προξενείου την παράδοσιν του φονέως επιμόνως, αλλ’ εις αρνητικήν απάντησιν του Διευθύνοντος τότε το Προξενείον, ότι δεν παραδίδει αυτόν, πλήρης θυμού γενόμενος επέστρεψεν αμέσως εις το πλοίον αυτού και άνευ ουδεμιάς χρονοτριβής ύψωσεν επί του ιστού την πολεμικήν σημαίαν και επυροβόλησε κατά του Προξενείου, την στέγην του οποίου απέσπασεν η βόμβα, ήτις διαγράψασα την τροχιάν αυτής εκτύπησεν επί του τοίχου του δώματος της Δυτικής Εκκλησίας και αφήκεν οπήν ευδιάκριτον μέχρι σήμερον[3], ως τοιαύτην αφήκεν επί του πλαγίου της θύρας του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος ( δεξιά της Εισόδου) και η τον Καποδίστριαν πλήξασα σφαίρα.

Οι εν τω Προξενείω κατιδόντες ότι χρόνος άλλης ενεργείας δεν επετρέπετο και ότι πάσα προστασία έπρεπε να αρθή, εξήλθον αμέσως εις τον εξώστην αυτού και ύψωσαν αντί σημαίας μανδήλιον λευκόν και ούτως απεσοβήθη πάσα άλλη εχθρική πλέον πράξις εκ μέρους του πλοίου και ο Κεχαγιάμπεης παρεδόθη εις τα αρχάς.

Το Δικαστήριον σχηματισθέν αυθημερόν εξέδοτο την καταδικαστικήν αυτού απόφασιν, καθ’ ήν έξωθεν της Πύλης ξηράς και παρά τον Σιδηροδρομικόν σταθμόν ώρυξαν λάκκον μέγαν προ του οποίου έστησαν τον φονέα κατάδικον, και εις απόστασιν 20 βημάτων απ’ αυτού παρέταξαν περί τους 100 στρατιώτας, αλλά το πλήθος εκμανέν κατ’ αυτού και πριν ακόμη συμπυροκροτήσωσιν οι άνδρες εφόνευσεν αυτόν δια λίθων κτλ.».

 

Μαυρομιχάλης Γεώργιος

 

Όταν ο θρυλικός για το παράστημα, τις γνώσεις και την παλικαριά του «Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης έπεφτε νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος, το (παλιό) ημερολόγιο έλεγε ημέρα Σἀββατο 10 Οκτωβρίου 1831.

Ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία του Αγώνα, ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Υπερείχε στο σύνολο των Μαυρομιχαλαίων σε μόρφωση και πολιτική εμπειρία και νεώτατος ανήλθε στους  υψηλότερους βαθμούς της νεοσύστατης τότε στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας μας. Και αυτό το όφειλε στο γεγονός ότι, για να δώσουν το « μπεηλίκι» της Μάνης οι Τούρκοι στον πατέρα του Πετρόμπεη, τον πήραν όμηρο ως αμανάτι (εγγύηση) στην Κωνσταντινούπολη το 1815.

Ο περίπου 17ετής τότε « Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης ( έτσι τον αποκαλούσαν) ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε στην αρχή, στην Οθωμανική Πύλη και αργότερα στο Πατριαρχείο από ειδικούς Φαναριώτες δασκάλους και τον – εθνομάρτυρα αργότερα – Γρηγόριο τον Ε΄που τον είχε υπό την προστασία του. Έγινε πολύγλωσσος με γραμματικές γνώσεις και πολιτική εμπειρία μιας και το Φαναριώτικο περιβάλλον που ζούσε τον βοηθούσε πολύ σ’ αυτό. Μυήθηκε από τους πρώτους στην Φιλική Εταιρεία[4]. Κατόρθωσε να δραπετεύσει από την επιτήρηση των Τούρκων και λίγες μέρες πριν συλληφθεί και απαγχονισθεί ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον φυγάδευσε με σπετσιώτικο καράβι για την Ελλάδα.

 

Γεώργιος Mαυρομιχάλης (1798 ή 1800 – 1831)

 

Στην Επανάσταση του 1821 συμμετέχει από τις πρώτες επιχειρήσεις στα κάστρα της Κορώνης και της Μονεμβασίας. Στην άλωση της Ντροπολιτσάς (Τρίπολης) είναι αυτός που του εμπιστεύεται ο Θ. Κολοκοτρώνης την φύλαξη των αιχμαλωτισθέντων χαρεμιών και των θησαυρών που έπεσαν σαν λάφυρα του Χουρσίτ Πασά και των άλλων μπέηδων. Εναντίον του Δράμαλη ανδραγαθεί στην μάχη που δίνεται στο κάστρο του Άργους.

Από το 1822 μέχρι το 1826 συμμετέχει ενεργά σε όλα τα πολεμικά και πολιτικά δρώμενα της Επανάστασης με ηγετικό ρόλο. Το 1826 ως Φρούραρχος στο Νεόκαστρο της Πύλου, στην παράδοση του Φρουρίου ο Ιμπραήμ με μπαμπεσιά τον αιχμαλωτίζει για να τον ανταλλάξει με τους αιχμάλωτους πασάδες του Ναυπλίου. Μαζί με τον Δ. Υψηλάντη εκλέγονται διαιτητές και συμβιβαστές στην έριδα μεταξύ των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων που αιματοκύλισαν το Άργος και το Ναύπλιο.

Το 1827 στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας εκλέγεται πρώτο μέλος, δηλαδή Πρόεδρος της Αντικυβερνητικής Επιτροπής. Είναι μέσα στα τραγικά παιχνίδια που παίζει η ιστορία. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με το ίδιο χέρι που έδωσε τον διορισμό στον Καποδίστρια για να γίνει ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας με το ίδιο χέρι 4 χρόνια αργότερα τον σκότωσε. Στυγερό έγκλημα που άλλαξε την ροή της πολύπαθης Πατρίδας μας. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η δολοφονία του Κυβερνήτη είχε αίτια πολιτικά και Ελληνικά και ξένα, κομματικούς ανταγωνισμούς και ξενοκίνητες έριδες. Ο Καποδίστριας είχε πολλούς εχθρούς σε πολλά μέτωπα και μέσα και έξω από την χώρα.

Η επιθετική αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια ήταν πολυπρόσωπη, οξύτατη και πολυεπίπεδη. Με τον Μιαούλη εναντίον του, με τις συνωμοτικές συγκεντρώσεις των προεστών στην Ύδρα, με την εμπρηστική αρθρογραφία των Πολυζωΐδη και Θεοκλήτου Φαρμακίδη εις την εφημερίδα «Απόλλων» με τους φλογερούς στίχους του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου κατά του «τυράννου» Καποδίστρια, με τους διαλόγους του Κοραή, τα αντικαποδιστριακά και επαναστατικά κινήματα στη Μάνη με τους Μαυρομιχαλαίους, στην Ρούμελη με τον Καρατάσο και τα νησιά του Αιγαίου με επικεφαλής τους «Ελεύθερους Χίους» από την Σύρα και πολλά άλλα, διαμόρφωσαν ένα πνιγηρό σκηνικό που εμπόδιζε πλέον κάθε προσπάθεια του Καποδίστρια να κυβερνήσει ομαλά την πολύπαθη χώρα μας.

Έτσι, μέσα σ’ αυτό το κλίμα η οικογενειακή αντιπαράθεση των Μαυρομιχαλαίων με τον Κυβερνήτη και το περιβάλλον του ( κύρια με τον αδελφό του Καποδίστρια τον Αυγουστίνο) που είχε οδηγήσει την ισχυρή ηγεμονική οικογένεια της Μάνης με τους διωγμούς που υπέστη, όχι μόνο σε πολιτικό και ηθικό, αλλά κυρίως, σε οικονομικό αδιέξοδο[5] έδωσαν την αφορμή να σχεδιαστεί και να γίνει ο φόνος του Καποδίστρια από την οικογένεια Μαυρομιχάλη, σύμφωνα με τον άγραφο μανιάτικο νόμο του «γδικιωμού».

Γι’ αυτό και τον φόνο του Κυβερνήτη αποφάσισαν να τον κάνουν οι πρώτοι και άριστοι της οικογένειας που ονειρευόντουσαν να γίνουν Εθνικοί ήρωες, μιμητές των τυραννοκτόνων της αρχαίας Αθήνας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και όχι άλλοι συγγενείς, αφοσιωμένοι φίλοι ή πληρωμένοι φονιάδες, που θα τους ήταν πανεύκολο, γιατί ο Καποδίστριας κυκλοφορούσε ελεύθερος και σχεδόν αφρούρητος μέσα στο Ναύπλιο. Γι’ αυτό μόλις έγινε ο φόνος δημοσιεύτηκαν οι στίχοι του δηλωμένου εχθρού του Καποδίστρια Αλεξ. Σούτσου:

 « Μιμητής του Αρμόδιου και Αριστογείτωνος νέος

σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου με μυρσίνη,

τον προδότη της Πατρίδος κτύπα,

κτύπα και γενναίως πέθανε καθώς εκείνοι».

Και κανείς τότε δεν ήταν σίγουρος ότι οι στίχοι αυτοί είχαν γραφτεί μετά τον φόνο ή πριν από τον συνωμότη ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο στην προσπάθειά του με πολλούς άλλους να παρουσιάσει την οικογενειακή έχθρα των Μαυρομιχαλαίων κατά του Καποδίστρια σε ιερό αγώνα κατά της τυραννίας και πείθοντας με ιδεολογήματα και πατριωτικές κορώνες τους – όντως πατριώτες στον Αγώνα για την απελευθέρωση της από τους Τούρκους – Μπεηζαντέ Γιωργάκη και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, να τους οπλίσει τα χέρια και να τους οδηγήσει στο αποτρόπαιο έγκλημα που δεν σκότωσε μόνο τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας αλλά και τις ελπίδες και τις προσπάθειες για την ανόρθωσή της.

Και έτσι- ίσως- εξηγείται ότι μετά τον φόνο, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που κατάφυγε στη Γαλλική πρεσβεία και παραδόθηκε από τους Γάλλους – όπως παραπάνω είδαμε να περιγράφει το Αργειακό Ημερολόγιο του 1910 – στους διώκτες του, δήλωσε ότι: « Ως στρατηγός και πληρεξούσιος» όφειλε να δικαστεί από την Συνέλευση που τον εξέλεξε. Έδειχνε σαν να είχε προβεί στο έγκλημα με την βεβαιότητα ή έστω την βάσιμη ελπίδα ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα απέφευγε τον θάνατο.

Όμως η εξέγερση του λαού υπήρξε τόσο άμεση και μεγάλη που κατέπνιξε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης προς αυτόν. Έτσι ο Γάλλος πρέσβης τον παρέδωσε, ο Κωλέτης – που μάλλον γνώριζε το προμελετημένο έγκλημα – όχι μόνο τον αρνήθηκε αλλά και έγινε μέλος της Κυβερνητικής επιτροπής που τον καταδίκασε σε θάνατο, ο δε Θ. Κολοκοτρώνης στάθηκε μακριά του, γνωστόν εξ’ άλλου ότι δεν έτρεφε και τα καλύτερα αισθήματα γι’ αυτόν και τους Μαυρομιχαλαίους[6].

Μετά την παράδοσή του από τους Γάλλους, την δίκη του και καταδίκη του « αυθημερόν» σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες με τον κατηγορούμενο ν’ αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη για την πράξη του, περιοριζόμενος μόνο να χαρακτηρίσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως άδικη και να πει ότι « αποθνήσκω υπέρ Πατρίδος» ο μελλοθάνατος φυλακίστηκε σ’ ένα υπόγειο και σκοτεινό κελί στον Προμαχώνα στο Παλαμήδι ( κιζντάρ-ντάπια).

Από εκεί ο Φρούραρχος του Παλαμηδιού – ένας μορφωμένος αξιωματικός του τακτικού στρατού, ο Κάρπος Παπαδόπουλος– τον μετέφερε τα μεσάνυχτα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέα και του επέτρεψε να προσευχηθεί και να γράψει την διαθήκη του.[7]

Ειδοποιήθηκε ο «Δημόσιος μνήμων»[8] (ο συμβολαιογράφος δηλαδή) του Ναυπλίου, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος[9] ο οποίος ήρθε με μάρτυρες, τον Δημ. Ζώρα κάτοικο Ναυπλίου και τον Ηλία Αθαν. Κόκκινο από τα Σάλωνα, έμποροι και οι δύο στο Ναύπλιο και βρήκαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη να γράφει ιδιοχείρως την διαθήκη του μέσα στο ναό του Αγίου Ανδρέα. Έτσι δεν εγράφη η διαθήκη στο βιβλίο του Συμβολαιογράφου αλλά παρέλαβε την ιδιόχειρη διαθήκη την οποία υπέγραψε αυτός και οι δύο μάρτυρες και σφραγίστηκε με την σφραγίδα του Δ. Ζώρα μιας και ο Χ. Παπαδόπουλος ξέχασε να φέρει την δική του σφραγίδα.

Η χειρόγραφη διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη έχει χαρακτηριστεί ως « Εν από τα σημαντικώτερα κειμήλια του Τμήματος χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης»[10].

Η διαθήκη « δεικνύει διαύγειαν πνεύματος, νηφαλιότητα σκέψεως, ακρίβεια μνήμης και αταραξίαν ψυχής απαράμιλλον, πράγματα σπάνια και αξιοθαύμαστα δ’ άνθρωπον καταδικασμένον σε θάνατον, του οποίου η ποινή ώφειλε να εκτελεσθή 24 ώρες μετά την απόφασιν και ο οποίος επρόκειτο σχεδόν αμέσως μετά την γραφήν της διαθήκης αυτού να υποστή πρώτον την ποινήν πατροκτόνου δια της κοπής της δεξιάς χειρός και αμέσως έπειτα να δεχτή τας σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος»[11].

Το γραπτό του φανερώνει χαρακτήρα στοργικού οικογενειάρχη, δίκαιου ανθρώπου, καλού χριστιανού, θερμού πατριώτη, γνησίου τέκνου της Μάνης. Ο μόνος υπαινιγμός κατά του Καποδίστρια είναι η σύσταση προς τις προστάτιδες δυνάμεις να μην ανεχτούν στο μέλλον να « δουλωθή η Ελλάς από κανέναν άνθρωπον, αλλά να στηρίζουν την Ελευθερίαν της εις τους καλούς της νόμους).

Ας δούμε το κείμενο της διαθήκης, αυτό το σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, όπως ακριβώς γράφτηκε από τον Μπεηζεντέ Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι του Αναπλιού.

 

Η Διαθήκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη

 

« Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.

Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποί­νης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση  εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ : Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ : η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύντα­γμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο­νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου· επίσης δε δέομαι θερμώς και || των τριών φιλανθρώπων δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στη­ρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.

Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ­γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, Ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.

 Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους· και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο­δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ­ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει­κτικά τα αυτά.

Χρεωστώ και || δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρό­σια : και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας.

Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν. Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία   εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό­σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επί­σης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου· όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να  τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω­θούν επίσης. Εις δε τον μενέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον || ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος   Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα­στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.

Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων. Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον  ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.

Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.

Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω. Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.

Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν  και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.

Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς  συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορήται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως \\ να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης. προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα.

Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.» Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του (Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα) ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙  το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου. προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγγκα Γαλλικά  και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ\\[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.

Όλα ταύτα οπού γράφω να εκτελεσθώσιν απαραμοιώτως είτι και (;) άλλως να μη δυνηθή να κάμη, και όποιος κάμη αλλέως να έχη τας αράς των οσίων πατέρων, αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. και συ ω αγαπητή μου γυναίκα να φυλάξης σε παρακαλώ θερμώς τα όσα σας λέγω και σας παραγγέλω δηλ: να μην υπανδρευθής, να με ενθυμήσαι και να με λειτουργής , να αγαπάς και να περιποιήσαι τα παιδιά μας, να δώσης ευθύς τα ψυχικά, να κάθεσαι μαζί με τον πενθερόν σας και να αγαπηθής με τους γονείς μας δια μέσου του πενθερού σου και του συνηγόρου μας κ. Κ. Κλονάρη και Κ. Κενταύρου, χωρίς να παραχωρήσης το προικοσύμφωνόν μας, αλλά να πάρης το τρίτον και της πενήντα πέντε χιλιάδες γρόσια, τα εισοδήματα δια να πληρώσης οπού χρεωστούμεν. Εάν κάμης διαφορετικώτερα, να γίνω βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις τον άλλον κόσμον.[12] συγχωρήσατέ με όλοι σας εμέ τον αμαρτωλόν και ο πανάγαθος Θεός να σας χαρίση όλα τα αγαθά, αμήν. ώστε και παρ’ εμού συγχωρημένοι.    

( Σ. Β. Κουγέα, Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Πελοποννησιακά, Τόμος  Ά, 1956). 

Γιώργος Γιαννούσης

 

Σχετικά θέματα:

 Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831) 

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης (1765 ή 1773 – 1848) 

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια  

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Συλλογή: Γ. Γιαννούση – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

[2] Ο Δ. Θ. Καμαρινός δεν τους αναφέρει ποτέ με τα ονόματά τους!! Τον μεν Γεώργιο Μαυρομιχάλη τον αποκαλεί «Κεχαγιάμπεη» τον δε Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη «Μουσταφάμπεη». Το 1908 που έγραψε το άρθρο ο συγγραφέας ίσως είναι πολύ νωρίς γι’ αυτόν και την εποχή του να περιγράψει με «ουδετερότητα» τη δολοφονία του Κυβερνήτη και τους δολοφόνους του.

[3] Η βόμβα σώζεται ακόμη εις την Δυτική Εκκλησία και ευρίσκεται εκεί όπου και έπεσε.

[4] Εις τον κατάλογο του εκ των αρχηγών της Φιλικής Εταιρείας Παναγ. Σέκερη, φέρεται εγγεγραμμένος με αύξ. Αριθμ. 69 ως Μπεϊζαδές Μαυρομιχάλης, υιός του Μπέη της Μάνης, σπουδάζων εις την Κων/πολιν, χρόνων 20, 28 Ιουλίου 1818.

[5] Ο Μακρυγιάννης εις τα απομνημονεύματά του (τ.2 σελ.273) γράφει για το οικονομικό αδιέξοδο που περιήλθαν οι Μαυρομιχαλαίοι λόγω των καταδιώξεων του Καποδίστρια: « …τους πλάκωσαν οι δανειστές τους, τους γύρευαν το δικό τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε…»

[6] Η γυναίκα του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, Διαμαντούλα, ήταν κόρη του Σωτήρη και ανιψιά του Πανούτσου Νοταρά. Ήταν επίζηλη νύφη λόγω της ομορφιάς της και του πλούτου της. Την είχε ερωτευτεί ο γιος του Θ. Κολοκοτρώνη Γενναίος όπως αναφέρουν και ο Φωτάκος ( Απομνη. τ. Γ΄σελ΄402) και ο Μακρυγιάννης ( Απομν.Τ.2 σελ. 107και 110). Έτσι το 1824 είχε παρατήσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα για χάρη της Διαμαντούλας. Αυτή όμως αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη που τον έβρισκε κοντό και άσχημο, προτίμησε το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη για την ομορφιά και την παλικαριά του. Βέβαια, οι Νοταραίοι την εποχή εκείνη απειλούντο από μισθοφόρους Ρουμελιώτες και Αρβανίτες που λόγω καθυστερήσεως των μισθών τους απειλούσαν να αρπάξουν την περιουσία των Νοταραίων οι οποίοι ήταν διαχειριστές των δημοσίων προσόδων στην Κορινθία. Γι’ αυτό επεδίωξαν να ενισχύσουν την δύναμη στην οικογένεια τους, συγγενεύοντας με την πανίσχυρη τότε οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Έτσι, εκτός της Διαμαντούλας και η οικογένεια των Νοταραίων προτίμησαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη

[7] Από ευγνωμοσύνη προς τον Φρούραρχο Κάρπο Παπαδόπουλο, για την «φιλανθρωπία του που έδειξε και εις εμέ» του δώρισε το δαχτυλίδι του. 

[8] Μνήμων λεγόταν τότε ο Συμβολαιογράφος. Ο Καποδίστριας στις 11/2/1830 με το υπ’ αριθ. 67 ψήφισμα αντικατέστησε τον από Φραγκοκρατίας υφιστάμενο τίτλο και θεσμό του «Νοτάριου» με το αρχαίο Ελληνικό «Μνήμων». Ίσχυσε μέχρι το 1835 όταν αντικαταστάθηκε με τον « Οργανισμό των Συμβολαιογράφων» που θέσπισε η Αντιβασιλεία του Όθωνα. Από τότε επεκράτησε ο τίτλος και το αξίωμα του « Συμβολαιογράφου».

[9] Ο ίδιος Συμβολαιογράφος Χαράλαμπος Παπαδόπουλος 10 χρόνια αργότερα θα συντάξει την Διαθήκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Το αρχείο του ευτυχώς βρίσκεται στο Τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

[10] Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ». Ιστορικά σημειώματα 16/11/1932. Δ. Γατόπουλος. Ο Δ. Γατόπουλος είναι αυτός που έγραψε την Ιστορική Μονογραφία « Περί τον Καποδίστρια».

[11] Λίγη ώρα πριν την εκτέλεση του του «εχαρίσθη ο ακρωτηριασμός» του δεξιού χεριού του, από τον «αδελφόν του υψηλοτάτου θύματος». Τα σχόλια είναι του Σ.Β. Κουγέα « Η διαθήκη του Μαυρομιχάλη».

[12]  «να μην υπανδρευθής», αφήνει τελευταία επιθυμία και εντολή ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης στη σύζυγό του Διαμαντούλα. Και το επαναλαμβάνει πολλές φορές, της θυμίζει τους όρκους της αν ποτέ ερχόταν ο θάνατός του, αλλιώς την απειλεί «θα γίνω βάτος να σε πιάσω… ». Δεύτερο παιδί η γυναίκα του δεν του έκανε. Δεύτερο γάμο όμως έκανε λίγα χρόνια μετά με τον αδελφό του δικηγόρου του τον Χριστόδουλο Κλωνάρη. Μαζί του δεν έκανε παιδιά. Μετά το θάνατό του η Διαμαντούλα το 1849 παντρεύτηκε για τρίτη φορά έναν πολύ νεότερό της  άσημο δάσκαλο. Ο ακαδημαϊκός Δ. Καμπούρογλου γράφει στην επιφυλλίδα της «Καθημερινής», 24 -6-1949: «Κατά την ώραν του γάμου οίκοθεν ή υπ΄ άλλων αποσταλέντες, μετέβησαν έξωθεν της εν η ετελείτο ο γάμος οικίας, χυδαίοι τινες, οίτινες βωμολοχούντες   έψαλλον: Μια σκουριασμένη κλειδωνιά έχασε το κλειδί της, παντρεύεται η Κλωνάρενα και παίρνει το παιδί της». Πράγματι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγινε από τον Άδη εκδικητής βάτος που έπνιξε στην ανυποληψία της εποχής εκείνης την αγαπημένη του σύζυγο.       

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »