Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Από τα τελευταία χρόνια  του Στάϊκου Σταϊκόπουλου


 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Η διάλεξη του Πάνου Λιαλιάτση στο Ναύπλιο, τον Νοέμβριο του 2008, και, στη συνέχεια, η δημοσίευσή της σε αθηναϊκή και σε αργολική εφημερίδα1, έδωσε το τελικό έναυσμα για τη σύνταξη και τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου μου. Από όσο γνωρίζω και θυμάμαι, σε κάθε επέτειο του παρσίματος του Παλαμηδιού (30-11-1822, με το παλαιό ημερολόγιο), παραδοσιακά εκφωνούνταν μεγαλόστομοι λόγοι, προς δόξα του λαϊκού αγωνιστή Στάϊκου Σταϊκόπουλου και, τελικά, μια ανα­κριβής εικόνα των γεγονότων γύρω από το Παλαμήδι, στα 1821 -22, είχε διαμορφωθεί και άγγιζε τα όρια της ιδεολογικής πλαστότητας.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης τόλμησε να αποκαταστήσει, σε κεντρικό και τοπικό επίπε­δο, την ιστορική αλήθεια των γεγονότων αυτών, αξιοποιώντας όλο το μέχρι σήμερα ιστορικό υλικό, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο, να τη μεταδώσει προφορικά και να την καταθέσει γραπτά.

Στον τωρινό τόμο των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» το πόνημά του παίρνει την τελική μορφή του. Από την πλευρά μου, έχοντας προ ετών ερευνήσει στα κεντρικά «Γενικά Αρχεία του Κράτους» το υφιστάμενο καποδιστριακό και οθωνικό αρχείο εγγράφων, με αντικείμενο κτιριολογικά, πολεοδομικά και χωροταξικά (όπως λέμε σήμερα) θέματα του Άργους, του Ναυπλίου και της Αργολίδας γενικότερα, εντόπισα και παράπλευρα στοιχεία για την τοπική ιστορία. Το υλικό που έτσι αποκόμισα ήδη έχει υπερπληρώσει, με τις σχετικές φωτοτυπίες, αρκετά κουτιά αρχείου.

Η έρευνα που συνέχισα, για τον τοπικό Τύπο της Αργολίδας, με οδήγησε στον εντοπισμό και άλλων ιστορικών στοιχείων. Ολοκληρώθηκε σε δυο αποστολές – μεταβάσεις μου στο Παρίσι, μέσω της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών και με τις εκεί έρευνές μου σε τρεις αρχειακές ενότητες. Έτσι, η έρευνα με οδήγησε στον εντοπισμό τεκμηρίων για τα τελευταία και ταραγμένα χρόνια του Σταϊκόπουλου στην περιοχή μας, συγκεκριμένα εκείνα μεταξύ των ετών 1831-1833, όταν δηλαδή ήταν στην ηλικία των 31-33 ετών.

Με τα στοιχεία αυτά δίδονται συγκεκριμένες πληροφορίες για την ψυχική κατάστασή του, αναφέρονται επεισόδια που προκάλεσε και επιβεβαιώνονται όσα και ο Λιαλιάτσης ανέφερε στο πόνημά του. Πέρα, όμως, από αυτά εντόπισα και τρεις νεκρολογίες για τον Σταϊκόπουλο, που δημοσιεύθηκαν σε τρία έντυπα τα οποία αρχικά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στο Ναύπλιο και, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα ορισμένα μεταφέρθηκαν και αυτά εκεί. Μετά από σύντομη αναφορά σε αυτές, τις αναδημοσιεύω αυτούσιες σε παράρτημα.

Είναι χρήσιμο, νομίζω, ο σημερινός αναγνώστης να έρθει σε επαφή με κείμενα που γράφτηκαν «εν θερμώ», μόλις λίγες μέρες από τον θάνατο του αγωνιστή και τα συμβάντα που τον ακολούθησαν, ιδίως για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας του. Η δεύτερη νεκρολογία προκάλεσε επιστολή του «ιατρού του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» I. Θεοφιλά όπου περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Σταϊκόπουλου και κάποια συμβάντα που προξένησε, ενώ αναφέρεται και στον θάνατό του.

 

Τα τεκμήρια από τα ΓΑΚ


 

Στα τεκμήρια αυτά περιλαμβάνονται επίσημα έγγραφα της Διοίκησης, λίγο πριν τη δολοφονία του Καποδίστρια και μέχρι τα μέσα του έτους 1833, όπως και επιστολές του ίδιου του Σταϊκόπουλου, με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα η κάθε μια, γι’ αυτό και συνάγω ότι έχουν γραφεί με υπαγόρευση ή με εντολή του. Το πρώτο έγγραφο προέρχεται από τον Διοικητικό Τοποτηρητή του Άργους Ε. Βασιλειάδη και απευθύνεται προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών (ομόλογη προς σημερινό Υπουργείο Εθν. Άμυνας), περιέχει δε συνημμένο προς αυτό έγγραφο του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους προς τον Τοποτηρητή.

Το πρώτο έγγραφο έχει αρ. πρωτοκόλλου 3165 και ημερομηνία 31-8-1831, ενώ το δεύτερο αρ. πρωτοκόλλου 3610/4263 και ημερομηνία 20-8-1831. Προσυπογράφεται από τον Γραμματέα του δικαστηρίου Π. Α. Κυπαρίσση, ο οποίος υπήρξε, μετά από μια περίπου δεκαπενταετία, ο πρώτος αγοραστής της οικίας του Σπυρίδωνα Τρικούπη, στο Άργος.

Το πρώτο έγγραφο2 έχει ως εξής:

« Ο βεβλαμμένας έχων τας φρένας Στάϊκος Σταϊκόπουλος, ευρισκόμενος ενταύθα προ ικανού καιρού, περιφέρεται καθημέραν εις το Δικαστήριον και τας διοικητικάς αρχάς και επαπειλών και ημάς και αυτούς τους κριτάς, δεν πείθεται κατ’ ουδένα λόγον να ησυχάση, νουθετηθείς και επιπληχθείς πολλάκις παρ’ εμού και τοιουτοτρόπως φε­ρόμενος εις την αγοράν, και οπλοφορών, και μαινόμενος, είναι επόμενον να θανατώ­ση και κανέναν αθώον και ήσυχον πολίτην.

Ηκουλούθησε την παρελθούσαν να πηγαίνη αυθαιρέτως εις την οικίαν πολίτου τινός και του ήρπασε τους καπνούς του και τον σίτον του, προφασιζόμενος άλλοθι με ότι είχε να λαμβάνη παρ’ αυτού, άλλοτε δε ότι ήταν ιδιοκτησία του, ονειροπολών κατά την αδύνατον φαντασίαν του τα ανύπαρκτα. Προσκληθέντες περί τούτου από τον Διοικητήν του Ναυπλίου, δια να παραλάβωμεν απ’ αυτόν τους αρπαγέντας καπνούς, μόλις ηδυνήθημεν και ελλείποντας να τους μεταφέρωμεν εις το κατάστημα της Αστυνομίας, ύστερον από πολλούς κόπους.

Σήμερον δε πάλιν ειδοποιηθέντες από τον εκεί Αστυνόμον, ότι ο αυτός Στάϊκος ελθών χθες εις την οικίαν όπου ο Πρόεδρος της Γερουσίας κύριος Τσαμαδός καταλύει και ευρών κρεμάμενον το ωρολόγιόν του, το ήρπασε, τον προσκαλέσαμεν ενταύθα και τον διατάξαμεν να μας δώση το ωρολόγιον. Αλλά τι;. Από μανιώδη αδυναμίαν κατενεχθείς, εξεμέξατο κατά της Διοικήσεως ταύτης και των λοιπών αρχών, τα εξ αμάξης κακά. Ώστε και ο κύριος Πρόεδρος του εδώ Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου έλαβεν αφορμήν το εις αντίγραφον συναπτόμενον έγγραφόν του.

Ηναγκάσθημεν τέλος να τον κρατήσωμεν υπό φύλαξιν αλλά θεωρούντες ότι το πράγμα είναι αδιόρθωτον, εάν ούτος διαμένη ενταύθα, ως είπομεν ανωτέρω, έχοντες υπ’ όψιν τα αλλεπάλληλα παράπονα των δικαστών, των δημογερόντων και διαφόρων άλλων ευυπόληπτων πολιτών, εκρίναμεν εύλογον να τον διευθύνωμεν προς την Γραμματείαν ταύτην, δια της Αστυνομίας Ναυπλίου σήμερον πολλά πρωί.

Αλλά παρ’ ελπίδα χθες το εσπέρας εδραπέτευσε διαφυγών την προσοχήν των φυ­λάκων και εκπηδήσας το περιτείχιμα των καταστήματος. Παρακαλείται η Γραμματεία να διατάξη όπου ανήκει, δια να συλληφθή ο τρελλός ούτος και να κρατηθή υπό ασφαλή φυλακήν, μεχρισότου έλθει καιρός να αναλάβη το λογικόν του, καθότι η ασθένεια του, περιοδική ούσα, με τον καιρόν ιατρεύεται».

Το συνημμένο έγγραφο του «Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Άργους και Ναυπλί­ας» προς τον Τοποτηρητή του Άργους έχει ως εξής :

«Ο κύριος Στάϊκος Σταϊκόπουλος ήλθε χθες εις το δικαστήριον τούτο ένοπλος και το κατετάραξε με τας απειλάς του.

Η φήμη κηρύττει αυτόν τρελλόν και είναι ανάγκη να επεκτείνετε επ’ αυτού την προσοχήν σας, δια να μη πράξη τι το απευκταίον».

Υπογραφές του Προέδρου του δικαστηρίου Χ. Μηλιώνη και

του Γραμματέα του Π. Κυπαρίσση.

Την ίδια μέρα και με αρ. πρωτοκόλλου 3174 ο Διοικητικός Τοποτηρητής Άργους απευθύνει νέο έγγραφο προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, όπου αναφέρει τα εξής3 :

«Ειδοποιούμεθα εκ φήμης ταύτην την στιγμήν ότι ο έφιππος ταχυδρόμος, ερχόμε­νος ενταύθα από Κόρινθον, σήμερον εσυλλήφθη από τον εκ της φυλακής δραπετεύσαντα τρελλόν Σταϊκόπουλον, περί ου εγένετο λόγος εις την σημερινήν υπ. αριθμ. 3163 προς την Γραμματείαν ταύτην αναφοράν μου, όστις παραλαβών το χαρτοφυλάκιον και τον ίππον, αναγκάζων και τον ταχυδρόμον με ακκισμούς, διευθύνη προς την Κό­ρινθον.

Παρελθούσης της ώρας καθ’ ην ο ταχυδρόμος έμελλε να εμφανισθή, αναγκαζόμεθα να θεωρήσωμεν την φήμην βεβαίαν και αληθή. Όθεν εσπεύσαμεν και τον εδώ ίλαρχον Τουρέτ και του είπομεν να πέμψη κατ’ αυτού ιπποστρατιώτας, μας υπεβλήθη δε εις ταύτην την ώραν (ότι) ξεκινά κατ’ αυτού μερικούς ιππείς.

Ειδοποιούμεν κατά χρέος την Γραμματείαν δια να λάβη τα ανήκοντα μέτρα».

Μέσα σε μια μέρα, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος εισβάλλει σε σπίτια, αφαιρεί αντικείμενα και προμήθειες, συλλαμβάνεται, δραπετεύει και ληστεύει τον ταχυδρόμο, που εκτελούσε υπηρεσία από Κόρινθο σε Άργος. Ο Τοποτηρητής Άργους απευθύνεται στον Διοικητή της μονάδας ιππικού, στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άρ­γος, Γάλλο Tοuret και του ζητεί να τον καταδιώξει και πράγματι στέλνεται άγημα ιππέων για να τον συλλάβει. Δεν ξέρουμε πώς κατέληξε το επεισόδιο αυτό. Όμως, περίπου ένα μήνα αργότερα, ο Τοποτηρητής Άργους στέλνει νέο έγγραφο στη Γραμματεία των Στρατιωτικών (αρ. 3596)4 και την πληροφορεί ότι, πριν τρεις μέρες, ο Αστυνόμος της Τρίπολης συνέλαβε τον Σταϊκόπουλο «κατά διαταγήν ανωτέραν» και τον έστειλε στη φυλακή του Άργους (σε τμήμα του σημερινού Δημαρχείου της πόλης). Ζητούνται οδηγίες για το τι «πρέπει να πράξωμεν περαιτέρω δι’ αυτόν».

Και εδώ διασπάται πάλι η συνέχεια των γεγονότων. Στο μεταξύ έχει δολοφονηθεί ο Καποδίστριας και ακολουθεί η περίοδος Αυγουστίνου, με τις γνωστές εσωτερικές διαμάχες. Τον Μάρτιο, πάντως, του 1832 εντοπίζουμε «Γραμμάτιον πληρωμής» του Σταϊκόπουλου

(αρ. 159)5, υπογραμμένο από τον Επίτροπο επί των Στρα­τιωτικών Π. Ράδο, για την καταβολή στον «απόστρατον» Στάϊκο Σταϊκόπουλο 120 φοινίκων, για το «μηνιάτικον» του Φεβρουαρίου. Το Γραμμάτιο προσυπογράφεται και από τον ίδιο.

Τον Μάιο του 1832 ο Στρατηγός και Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς του Ναυπλίου Νικ. Ζέρβας, απευθυνόμενος και αυτός προς τη Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφέρει ότι καθημερινά πολλοί πολίτες παραπονιούνται κατά του Σταϊκό­πουλου διότι «ταράττει την κοινήν ησυχίαν, πολλάκις με γυμνήν την σπάθην», τους καταδιώκει ακόμα και στην αγορά, ότι τρεις – τέσσερεις φορές τον κάλεσε και τον συμβούλεψε «να απέχη από τα τοιαύτα, αλλ’ εις μάτην». Έτσι, αναγκάσθηκε να τον «εβγάλη έξω της πόλεως» και ζητούσε οδηγίες για τα δέοντα μέτρα6.

Λίγες μέρες μετά ο Σταϊκόπουλος απευθύνει αναφορά προς την Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος, όπου επανειλημμένα τονίζει ότι «δεν έχει ταΐνι» ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους συντρόφους – στρατιώτες του και ότι βρίσκεται σε απελπισία. «Δεν εγνωρίζω», λέει «καμίαν παραμικράν αταξίαν αλλ’ ούτε βλάβην εις την πατρίδα μου» και δεν φανταζόταν ότι η Γραμματεία του Πολέμου θα του έκοβε τον μισθό του, ενώ του απαγορεύθηκε να διαμένει στο Ναύπλιο και έλαβε διαταγή να βγει από την πύλη της πόλης με όλη την οικογένειά του, «λέγοντας λόγους ψυχρούς και άτιμους ότι είμαι παλαβός και σηκώνω την ησυχίαν της πολιτείας».

Αναφέρει τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα, θεωρεί ότι «εστάθη ευπειθής προς τας διαταγάς της διοικήσεως» και ζητεί να μην του γίνεται «τοιούτος κατατρεγμός και ατιμία εις την υπόληψίν» του, να δοθεί διαταγή ώστε να αρθούν τα μέτρα εναντίον του ίδιου, της οικογένειάς του και των συντρόφων του, ώστε «να μη χαθή ψυχικά και σωματικά και είναι αμαρτία», επικαλούμενος όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και μαρτυρούν για τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.

 Ζητά, τέλος, να εισακουσθούν όλα αυτά, αλλά και συγγνώμη για την «πολυλογία της αναφοράς» του7.

Δεν γνωρίζουμε πού κατέληξε και αυτό το επεισόδιο. Ακριβώς, όμως, ένα χρόνο αργότερα, ο Σταϊκόπουλος στέλνει έγγραφο του «προς την Υψηλήν Αντιβασιλείαν», με ημερομηνία 15-5-18338, αναφέρει ότι πήρε μέρος σε δημοπρασία δημοσί­ων προσόδων στην Κόρινθο και ότι ο Γενικός Έφορος Σ. Βαλτινός τον εξύβρισε και απέρριψε την προσφορά του, παρά το ότι οι άλλες ήταν περισσότερες ασύμφορες από την δική του. Παραπονείται ότι τον απεκάλεσαν τρελό και ότι του απεύθυνε «και άλλους παμπόλλους ατίμους λόγους εναντίον του χαρακτήρος και της υπολήψεώς μου, κατ’ έμπροσθεν διαφόρων αξιών υποκειμένων». Και με την αναφορά αυτή ζητεί να του αποδοθεί δικαιοσύνη.

Δεν ξέρουμε πως κατέληξε και η υπόθεση αυτή, όμως μετά από ένα μήνα εντο­πίζονται έγγραφα από τα οποία συνάγεται ότι ο Σταϊκόπουλος είχε και πάλι διαφορές ως προς την ενοικίαση προσόδων, αυτή τη φορά στην περιοχή της Αργολίδας και για τα χωριά Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαο και Φρουσούνα, με εμπλοκή της Νομαρχί­ας και της κεντρικής Γραμματείας των Οικονομικών9.

Από όσα προηγήθηκαν γίνεται φανερό ότι ο Σταϊκόπουλος περνούσε από περιοδικές μανιοκαταθλιπτικές κρίσεις, πράγμα που ανάγκαζε τις αρχές και μέσα από τους υφιστάμενους θεσμούς να περιορίζουν τις κινήσεις του αλλά και να τον φυλακίζουν, διακόπτοντας στην «αιχμή» των επεισοδίων, που προκαλούσε, ακόμα και την μισθοδοσία του ή και αποβάλλοντας τον από τον τόπο της κατοικίας του. Με αυτά τα «μέσα» γινόταν, τότε, η αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων και ο Σταϊκόπουλος υπέστη τις συνέπειες των «κανόνων» που ίσχυαν.

 

Οι νεκρολογίες


 

Ας έρθουμε και στις νεκρολογίες. Η πρώτη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σωτήρ», την 24-2-1835, τέσσερεις μέρες μετά τον θάνατό του. Αναγνωρίζονται οι υπηρεσίες του προς την πατρίδα, και ευγενικά υπογραμμίζεται ότι «οι κόποι είχον εξαντλήσει εις άκρον τας σωματικάς δυνά­μεις του, ήτον αδύνατον αι διανοητικαί να μην λάβουν επίσης μικράν αλλοίωσιν και αδυναμίαν».

Εξαιτίας της ψυχικής του ασθένειας, γράφει ο «Σωτήρ», αναγκάσθηκε η τοπική εξουσία στο Ναύπλιο να πάρει μέτρα, «τα οποία υπαγόρευαν εις αυτήν αυτά τα ίδια συμφέροντα της υγείας του πάσχοντος» (SIC). Και συνεχίζει ότι «ευρίσκετο μεμακρυσμένος από την κοινωνίαν των ομοίων του, όταν ησθάνθη τα συμπτώ­ματα της θανατηφόρου ασθενείας, από την οποίαν δεν έμελλε να θεραπευτεί. Μετα­φερθείς μεταξύ των συγγενών και των οικίων του, απέθανε την ίδιαν ημέραν».

Κατ’ ουσία, λοιπόν, ο Σταϊκόπουλος υπέστη τη «θεραπεία» του εγκλεισμού και της απο­κοπής του από την οικογένειά του και την κοινωνία, μια κοινωνία που ακόμα και σήμερα δυσκολεύεται να εντάξει σε «κανονική ροή» όσους πάσχουν από την ίδια ασθένεια.

Μετά θάνατο και πριν την κηδεία του έκλεισαν όλα τα καταστήματα στο Ναύ­πλιο και η στρατιωτική φρουρά συνόδεψε το λείψανό του. Σημειώνουμε ότι ο «Σωτήρ» τυπωνόταν στο τυπογραφείο των Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδη, οι οποίοι υπήρξαν από τους πρωτοπόρους τυπογράφους στο νέο ελληνικό κράτος. Την ίδια μέρα, στην εφημερίδα «Εποχή», δημοσιεύεται νεκρολογία, όπου μεταξύ άλλων παρατηρεί και τα εξής ενδιαφέροντα:

« Δεν είναι ιδία της προθέσεώς μας η ανάπτυξις των αιτιών όσα επηρέασαν εις την μερικήν βλάβην του νοός του Μακαρίτου. Και οι Έλληνες και αι κατά καιρούς κυβερ­νήσεις ανεξαιρέτως, κυριευόμενοι από το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς τας στρατιωτικάς υπηρεσίας τούτου, εδεικνύοντο όλως συγκαταβατικοί εις τας περιο­δικάς και παντάπασιν αβλαβείς παραφοράς του νοός του, αλλά το αίσθημα τούτο δεν έλαβε, καθώς απεδείχθη, ουδέ την ελαχίστην χώραν, εις το πνεύμα του Κυρίου Νο­μάρχου μας.

Ώφειλε, στοχαζόμεθα, να οικονομήση ούτος εκ παντός τρόπου τον ένδοξον Συναγωνιστήν, και να μην τον ρίψη εις την σκοτεινήν, την δυσωδή και κατάψυχρον φυλακήν, χωρίς να συγχωρηθή να τω δοθώσι μήτε εν σκέπασμα, μήτε εν στρώ­μα. Ο βίαιος θάνατος ήτο παρακολούθημα φυσικόν τοιούτου μέτρου».

Η αντίθεση προς τα εφαρμοζόμενα τότε μέτρα εγκλεισμού, έστω κι αν εκδηλώ­θηκε στην περίπτωση ενός επιφανούς αγωνιστή της Επανάστασης, δεν παύει να εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα, με την πυκνή και ζωηρή περιγραφή των συνθη­κών που συνόδευαν τα μέτρα αυτά.

Όμως λίγες μέρες αργότερα, στο φύλλο της «Εποχής» με ημερομηνία 3-3-1835, δημοσιεύεται αντίκρουση, με την υπογραφή, όπως είπαμε, του γιατρού στο νομό Αργολιδοκορινθίας Ιακ. Θεοφιλά. Σε αυτή υποστηρίζει ότι ο Σταϊκόπουλος, λόγω της περιοδικής φρενοβλάβειάς του, είχε γίνει «οχληρός, επίφοβος και πολλάκις ε­πικίνδυνος» για την κοινωνία και ότι πριν δυο μήνες είχε πάλι κυριευθεί από την ασθένεια.

Οι κάτοικοι του Άργους, όπου τότε κατοικούσε, και οι αρχές δεν μπορούσαν να τον υποφέρουν και μετακόμισε και πάλι οικογενειακά στο Ναύπλιο. Αλλά και εκεί «έπραξε πταίσματα και πλημμελήματα» και το αρχείο της Εισαγγελίας περιλάμβανε πολλές μηνύσεις εναντίον του, μάλιστα μια γυναίκα παρέμενε κλινήρης από τις πληγές που της προξένησε.

Τελικά, από έλλειψη φρενοκομείου, ο Σταϊκόπουλος κατέληξε στις φυλακές, όπου όμως, βεβαίωνε ο γιατρός, σε «καμάρα» με όλες τις ανέσεις, ενώ τον επισκέπτονταν ελεύθερα οι συγγενείς του. Όποτε οι συγγε­νείς του ζητούσαν τη μετακόμιση του σε άλλο σπίτι, μεταφερόταν εκεί.

Αιτία του θανάτου του ήταν η πλευρίτιδα, αλλά και ότι δεν τήρησε τα δέοντα μέτρα: βρισκόμενος σε ανάρρωση σε σπίτι συγγενή του, καταλήφθηκε και πάλι από μανία, βγήκε έξω ημίγυμνος και επέμεινε να μην δεχθεί φλεβοτομή (τότε μέθοδος δια πάσαν νόσον), ούτε και κανένα άλλο φάρμακο. Γι’ αυτό και πέθανε.

Την αντίκρουση του γιατρού συνόδευε μικρό σημείωμα της σύνταξης της εφη­μερίδας: τονίζεται ότι έφθασε στην εφημερίδα και άλλη περιγραφή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με όσα εξέθετε ο νομίατρος Θεοφιλάς ( τον οποίο η εφημερίδα μεταγράφει σε… Θεοφυλά· το κάνει με νόημα, δηλαδή…. Ο Θεός να μας φυλάει;) δεν δημοσιεύει την δεύτερη επιστολή λόγω….στενότητας χώρου. Και έπεται παράγραφος που αρχίζει με το ότι «Μόλον τούτο η πιστοποίησης ενός ιατρού αδιαφόρου, όστις δεν πρέπει να έχη άλλον σκοπόν παρά την αλήθειαν, μας φαίνεται μάλλον αξιόπιστος, και ως τοιαύτην την δημοσιεύομεν, πιστοί εις τας αρχάς της αμεροληψίας μας».

Ένα τρίτο έντυπο της εποχής που αναφέρθηκε στον θάνατο ή, μάλλον, στην… κηδεία του Σταϊκόπουλου ήταν ο «Στρατιωτικός Έφορος», ο οποίος δημοσίευσε την προσλαλιά του φρουράρχου Ναυπλίου, Βαυαρού Λίντερ, αφού όμως προηγουμένως αναφέρθηκε με υπονοούμενα στην κριτική «τινών εφημερίδων», προφανώς για τα συμβάντα περί του θανάτου του Σταϊκόπουλου.

Αναγνωρίζει μεν την χρησιμότητα της κριτικής «προς ανακάλυψιν καταχρήσεων», όμως προσθέτει ότι πρέπει να επαινείται «ό,τι καλόν και άξιον». Και δηλώνει ότι αυτό θα πράξει για την προκειμένη περίπτωση, χωρίς ποτέ να παρεκτραπεί από τα όρια του. Και το «καλόν και άξιον» ήταν η απόδοση τιμών και η προσλαλιά του φρουράρχου Λίντερ…

Οι λίγες αυτές αναφορές στοιχειοθετούν και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου, δυο μόλις χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα και επί εποχής Αντιβασιλείας. Μένει, βέβαια, να προσεγγιστούν καλύτερα οι πραγματικές συνθήκες θανάτου του Σταϊκό­πουλου.

  

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

(Άργος, 2-1-2009)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Διαβάστε:

 

 Υποσημειώσεις


 

1 Η διάλεξη δόθηκε στο Ναύπλιο, την 22-11-08, η δημοσίευση της πρώτης γραφής έγινε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία» (24 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου 2008, σε οκτώ συνέχειες) και η δημοσίευση της δεύτερης γραφής στα «Νέα της Αργολίδας» (29-12-2008).

2 ΓΑΚ, Γραμματεία Στρατιωτικών, φ. 105.

3 ΓΑΚ, όπ. παρ.

4 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 116

5 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 141

6 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

7 ΓΑΚ, Γραμμ. Στρατ., φ. 152

8 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.321.

9 ΓΑΚ, Οικονομικών, φ.325 και 327.

Read Full Post »

Ρώσης Κανάκιος ( 1592-1644) 


 

Ο Καθολικός ιερωμένος, Κανάκιος Ρώσης, στα λατινικά Russus, Rossius, απαντά και στην παραλλαγή Rubeus, που σημαίνει «Κόκκινος». Στους ίδιους τύπους συναντάμε το πολύ διαδεδομένο νεοελληνικό επίθετο «Ρούσσος», το οποίο φέρουν Καθολικοί (κυρίως στη Σύρο) και Ορθόδοξοι (Πάρος, Θήρα, Πελοπόννησος, Κύπρος κ.α.).

Δεν αποκλείεται, συνεπώς, να πρόκειται για το ίδιο οικογενειακό επίθετο. Ο Κ. Ρώσης γεννήθηκε στο Ναύπλιο περί το 1592, εφόσον σε κατάλογο του 1622 γράφεται ότι είναι 30 ετών. Το 1614 έγινε δόκιμο μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας και το 1625, τακτικό.

Το Ελληνικό Κολλέγιο « Άγιος Αθανάσιος» της Ρώμης.

Στις 16.1.1622, «Ο Κανάκιος Ρώσιος ο εκ Ναυπλίας της Πελοποννήσου», όπως υπογράφει την ομολογία καθολικής πίστεως, ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Κατά την πενταετία, που ακολούθησε, δίδαξε τα ανθρωπιστικά γράμματα στον « Άγιο Αθανάσιο»* και υπηρέτησε ως πρώτος ψάλτης στο ναό του Κολλεγίου (AGGr τ. 1 φ. 49, τ. 53 φ. 73, τ. 3 φ. 91 – 94). Το 1625, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να διαπραγματευτεί, ως απεσταλμένος της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως**, την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών της Ανατολής και Δύσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439).

Κύριλλος Λούκαρις

Ήταν ακόμη η εποχή που ενώ ο Λούκαρης είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα φιλοκαλβινικά του αισθήματα, τα οποία κατέληξαν στην αιρετική «Ομολογία Χριστιανικής Πίστεως» του έτους 1629, δεν αρνείτο να συνδιαλέγεται για ευνόητους λόγους , με τους Καθολικούς.

Όμως, παρόλους τους διπλωματικούς ελιγμούς του κατά τα άλλα ικανότατου καλβινοφρονήσαντος πατριάρχη, ο οποίος τελείωσε τις ημέρες του στην τουρκική αγχόνη (1638), ο Κανάκιος Ρώσης, από τους πλέον αξιόλογους έλληνες καθολικούς θεολόγους της εποχής, αντιλήφθηκε σύντομα τους πραγματικούς σκοπούς του Λούκαρη και έφυγε στη Ρώμη.

Επανήλθε και πάλι με πρωτοβουλία της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστης, το κρίσιμο έτος της διαμάχης Λούκαρη – Ιησουϊτών, 1628, που έληξε με τον προσωρινό θρίαμβο του πατριάρχη και το διωγμό των Ιησουϊτών και του συνεργάτου των Κανακίου. 11 μήνες πέρασε ο ναυπλιώτης λόγιος στις φυλακές τις Χίου. Η αλληλογραφία του με την Ιερά Σύνοδο για τη διάδοση της πίστης, φωτίζει τα σκοτεινά παρασκήνια της ταραχώδους εκείνης περιόδου, που όπως αναφέραμε, τελείωσε με το βίαιο θάνατο του Λούκαρη.

Μετά την περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης, η Ρώμη ανέθεσε στον Κ. Ρώση νέα αποστολή στον Άθωνα για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης καθολικής Σχολής και ιατρείου στις Καρυές. Τις εντυπώσεις του από το αγιώνυμο Όρος περιέγραψε σε έκθεση του έτους 1629.

Του Κανακίου είχε προηγηθεί στον Άθωνα το 1627, ο φίλος και συμμαθητής του στον «Άγιο Αθανάσιο» Αλέξανδρος Βασιλόπουλος, πελοποννήσιος γεννημένος στη Ζάκυνθο. Και οι δύο συμφώνησαν για τη σκοπιμότητα λειτουργίας καθολικού Σχολείου στις Καρυές με δάσκαλους όχι τους «σκληρούς» Ιησουίτες  αλλά τους «μειλίχιους» μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου και μάλιστα της τάξεως των Καπουκίνων.

Επειδή όμως και η πρόταση  αυτή κρίθηκε τολμηρή για τον Άθωνα, ο Κανάκιος πρότεινε για το έργο αυτό τον ανιψιό του Ανδρέα Ρώση,*** που είχε επίσης σπουδάσει στον «Άγιο Αθανάσιο». Λόγω κωλύματος του Ανδρέα, δάσκαλου τότε στην Ελληνική Κοινότητα Βενετίας, τον αντικατέστησε ο αδελφός του Νικόλαος**** ο οποίος δίδαξε στις Καρυές μεταξύ των ετών 1635 και 1640.

Περισσότεροι από τους 25 ανά σχολική περίοδο μαθητές του, ήταν κελλιώτες και λιγότεροι μοναστηριακοί. Τους τελευταίους απέτρεπαν από τη σπουδή οι παλαιότεροι μοναχοί «για να μην απωλέσουν τον επ’ αυτών έλεγχον», όπως γράφει ο Νικόλαος Ρώσης.

Το 1640, ο Κανάκιος μετέφρασε στην καθομιλουμένη ελληνική το βιβλίο του φανατικά προσηλωμένου στο ρωμαϊκό πρωτείο Ι. Ματθαίου Καρυοφύλλη, ενωτικού***** ιερέα από τα Χανιά Κρήτης, «Contra Nilum». Σ’ αυτό, ο Κανάκιος έδωσε τον τίτλο «Αντίρρησις προς Νείλον Θεσσαλονίκης περί της αρχής του Πάπα».

Από το 1631 έως τον επισυμβάντα το 1644 θάνατό του, ο λόγιος Ναυπλιώτης δίδαξε αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης. Το 1637, επεχείρησε ανεπιτυχώς να ονομαστεί στον «Άγιο Αθανάσιο» επίσκοπος****** για την χειροτονία των σπουδαστών κατά το βυζαντινό τυπικό.

Απεβίωσε στη Ρώμη το 1644. Στη ζωή και το έργο του Κανακίου Ρώση, για τον οποίο θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ο Χίος πανεπιστήμων Λέων Αλλάτιος, ο ιστορικός των βυζαντινορρύθμων Καθολικών Ν. Ιταλίας Πομπήλιος  Rοdota, o J. Carafa στην Ιστορία του Πανεπιστημίου «La Sapienza» Ρώμης και πολλοί άλλοι.

  

 

Υποσημειώσεις


  

* Το Ελληνικό Κολλέγιο « ‘Αγιος Αθανάσιος» της Ρώμης. Το ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης που φέρει το όνομα του αγίου επισκόπου Αλεξανδρείας και πατρός της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, Αθανα­σίου (295-373), ιδρύθηκε από το γνωστό μεταρρυθμιστή του Ιουλιανού ή παλαιού Ημερολογίου, πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1577.

Πάπας Λέοντας Ι΄

Η ίδρυσή του συνέπεσε με την παρέλευση μισού περίπου αιώνα από την αναστολή της λειτουργίας ενός άλλου βραχύβιου ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (1513-1520), έργο του φιλόμουσου προστάτη των Ελληνικών Γραμμάτων και των Βυζαντινών λογίων της Δύσης, πάπα Λέοντος Ι, γόνου του λαμπρού γένους των Μεδί­κων.

Σκοπός του «Αγίου Αθανασίου» που με πολλές περιπέτειες συνεχίζει τη λειτουργία του στο κέντρο της αιώνιας πόλης μέχρι σήμερα, ήταν η καλλιέργεια των Ελληνικών Γραμμάτων, η μόρφωση των νέων και των δύο δογμάτων για την πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου γένους και η επαναπροσέγγιση των Χριστιανών Ανατολής και Δύσης.

Στη Σχολή αυτή φοίτησαν εκατοντάδες νέων του Λατινικού και Βυζαντινού τυπικού (ενωτικοί), από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία προέρχονταν από τη νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο στην οποία το καθολικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο μετά τη διαδοχή των Ενετών από τους Τούρκους.

Από τις πολλές μαρτυρίες αλλοδαπών και ημεδαπών ιστορικών για τον «Άγιο Αθανάσιο» και την ανεκτίμητη προσφορά του στο υπόδουλο γένος των Ελλήνων, αναφέρουμε την κρίση του αναγνωρισμένου μελετητή του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, ο οποίος γράφει μεταξύ άλλων για τον «φλογερό έρωτα» των “Γρηγοριάδων” προς το έθνος στο οποίο ανήκαν: «Έκτοτε βλέπομεν τους εξ Ελλάδος μαθητάς και διδασκάλους του Κολλεγίου τούτου, συν­δυάζοντας αληθώς εξαίρετον παιδείαν και την τήρησιν των πατρίων τύπων της ελληνικής εν τη Εκκλησία λειτουργίας, μετά της εις τον πάπαν αφοσιώσεως… Από τας εκατοντάδας των σπουδαστών του Ελληνικού Κολλεγίου, πολλοί διέ­πρεψαν ως πατριάρχες, αρχιερείς, πρυτάνεις Πανεπιστημίων, καθηγηταί, ιατροί, συγγραφείς κ.λπ., και εις όλους ανεξαιρέτως, ήταν φλογερός ο έρως προς την πατρίδα».

Από τους πλέον διαπρέψαντες «Γρηγοριάδες», όπως αποκαλούνται οι από­φοιτοι του «Αγίου Αθανασίου», αναφέρομε τον πολυγραφότατο πανεπιστήμονα Λέοντα Αλλάτιο το Χίο, το σημαντικότερο διπλωμάτη της Υψηλής Πύλης στο μεταίχμιο του 17ου και 18ου αιώνα, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρή­των, τον Κερκυραίο θεολόγο και ρήτορα Πέτρο Αρκούδιο, τους Ναυπλιώτες δάσκαλους και διαπραγματευτές υποθέσεων της Αγίας Έδρας στην Κωνσταντι­νούπολη, Κανάκιο και Νικόλαο Ρώση, τον πολυπράγμωνα θεολόγο Πανταλέοντα Λιγαρίδη από τη Χίο, τον πολυγραφότατο Κρητικό θεολόγο Ιωάννη Ματθαίο Καριοφύλλη, το μητροπολίτη Παροναξίας Μελισσηνό Νικηφόρο, τους Ιησουίτες Μάρκο Λίμα και Μιχαήλ Νευρίδα από το Ρέθυμνο και τη Χίο, το Νικόλαο Παπα­δόπουλο Κομνηνό, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Παταβίου, τον παρ’ ολίγον γενι­κό ηγούμενο των Ιησουιτών Ιωάννη Αντώνιο Τιμόνη από τη Χίο, και πλειάδα άλλων διαπρεψάντων στις επιστήμες, τα γράμματα και τα εκκλησιαστικά αξιώ­ματα.

Από το 1591, όταν ο Άγιος Αθανάσιος περιήλθε στη διοίκηση των Ιησουιτών, με πρώτο ελληνοδιδάσκαλο και μέλλοντα διευθυντή τον Χανιώτη Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη (1555-1625), εξελίχτηκε σε πρότυπο κέντρο ελληνοχριστιανικής παι­δείας στο οποίο η μάθηση άρχιζε περί το 12ο έτος της ηλικίας και τελείωνε στο 18ο. Οι καλύτεροι, έκλειναν τον κύκλο των σπουδών με απόκτηση διδακτορικού τίτλου στη φιλολογία, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία. Η απονομή του τίτλου γίνο­νταν κατά τη διάρκεια τελετής που συγκέντρωνε γύρω από τον τιμώμενο, μαθη­τές και διδάσκοντες. Το πρόγραμμα των 30-35 κατ’ έτος σπουδαστών, περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση της ελληνικής, ιταλικής και λατινικής γλώσσας, ιστορία της Εκκλησίας, φιλοσοφία και για τους προοριζόμενους στο ιερατείο, θεολογία και ποιμαντική.

Η απονομή του ενδεικτικού αποφοίτησης γίνονταν ενώπιον του καρδιναλίου προστάτου του ιδρύματος από τον διευθυντή. Γονατιστός ενώπιον τους, ο τελει­όφοιτος απήγγειλε την ομολογία πίστεως με ιδιαίτερη έμφαση στο «Filioque«, και εις την εκ του Υιού δηλαδή εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος, και στο πρω­τείο δικαιοδοσίας του Επισκόπου Ρώμης εφ’ όλων των Επισκόπων της Εκκλη­σίας, αδιακρίτως λειτουργικού τυπικού.

Οι χειροτονίες γίνονταν υποχρεωτικά κατά το βυζαντινό τυπικό από ενωτι­κούς Επισκόπους οι οποίοι διορίζονταν στον Άγιο Αθανάσιο για το σκοπό αυτό. Κατάλογο με βιογραφικά στοιχεία αυτών, κατήρτισε ο Τήνιος ιστορικός π. Μάρ­κος Φώσκολος, τελειόφοιτος του ιδίου Κολλεγίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Πρόταση του Ανδρέα Ευδαιμονογιάννη, πρύτανη των θεολόγων της Ρώμης μετά την εκδημία του επίσης Ιησουίτου καρδιναλίου Ροβέρτου Βελλαρμίνου το 1621, για τη χειροτονία των αποφοίτων από φιλενωτικούς ορθόδοξους Αρχιε­ρείς, δεν έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή Καρδιναλίων.

Οι Πελοποννήσιοι μαθητές κατά την πρώτη εβδομηκονταετία λειτουργίας του Κολλεγίου (1576-1646), ανήλθαν σε 26. Ένδεκα ήταν από το Ναύπλιο, 4 από την Κορώνη, 3 από τον Οίτυλο της Μάνης, 2 από την Πάτρα, 2 από την Κυπαρισία, ανά ένας από τη Μονεμβασία ή Νεάπολη της Μαλβαζίας, το Λεοντάρι, και 2 από άγνωστη περιοχή.

 

Πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄

 ** Η Ιερά Σύνοδος για την διάδοση της πίστης ( sacra Congregatio de propaganda fide) ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΕ΄ το 1622, με κύριο σκοπό τον ευαγγελισμό των εκτός του καθολικού κόσμου, χωρών. Στην δικαιοδοσία της είχε περιέλθει έως την ίδρυση ανεξαρτήτου Κράτους, και η μικρή καθολική μειονότητα στους ελληνόφωνους χώρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό, στα ρωμαϊκά Αρχεία της φυλάσσονται πολλά έγγραφα, που αφορούν στις ελληνοκαθολικές αλλά και ορθόδοξες κοινότητες επί Τουρκοκρατίας.

 

 *** Ανδρέας Ρώσης (Rossius, Rossi και Rubeus). Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1609 από τον Αναστάσιο, αδελφό του Κανακίου Ρώση και την Μπιάνκα Σωλημά, επιφανείς  καθολικές Οικογένειες  στην πρωτεύουσα της Αργολίδας (ACGr τ. 1 φ. 5, τ. 8 φ. 200). Εισήλθε στο Κολλέγιο «Αγίου Αθανασίου» στις 10.1.1624, με συστατική επιστολή των Ναυπλιωτών εμπόρων στη Βενετία, Γεωργίου Κρές και Ιωάννη Μπαχατούρη.

Σπούδασε ένα χρόνο γραμματική, δύο χρόνια φιλοσοφία και τρία θεολογία. Το 1625 κατέθεσε ομολογία καθολικής πίστεως και έγινε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας. Από το Κολλέγιο απεφοίτησε το 1634, αφού δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνικά σε νεότερους μαθητές. Στη Βενετία όπου εγκαταστάθηκε το 1635, δίδαξε στο Σχολείο της Ελληνικής Κοινότητας έως το 1639. Στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου για τη διάδοση της πίστεως, σειρά Acta τ. 10 φ. 304, φυλάσσεται επιστολή του, στην οποία αναφέρεται η αναχώρηση του αδελφού του Νικολάου για το Άγιον Όρος και η άφιξη του αρχιδιακόνου του φιλενωτικού αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Πατελάρου, ο οποίος έμελε να ταξιδέψει στη Ρώμη για να δώσει όρκο υπακοής στον Πάπα.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις, ο «δον Ανδρέ Ρώσιος», συνδέθηκε στη Βενετία με ορθόδοξους Έλληνες και ανέπτυξε αντιιησουϊτική δράση επειδή, όπως γράφει, «άλλο δεν σκοπούσιν ειμή πως να σβήνουν το ρητόν και την φήμην των εδικών μου, λέγω των Ρωμαίων»16.

Ο Λέων Αλλάτιος διέσωσε αρχαιοελληνικά επιγράμματα του Α. Ρώση ο οποίος απεβίωσε περί το 1640 στην Ισπανία όπου είχε αποκτήσει την εύνοια υψηλά ισταμένων προσώπων.

 

**** Νικόλαος Ρώσης ή Rubeus. Αδελφός και ανιψιός των Ανδρέα και Κανακίου Ρώση. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1592 και εισήλθε στον «Άγιο Αθανάσιο» το 1608. Παρακολούθησε όλα τα διδασκόμενα στη Σχολή μαθήματα και υπήρξε μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας από το 1626 έως το 1634, έτος εξόδου του από το Ίδρυμα.

Το 1635, μετά τη χειροτονία του στη Βενετία κατά το βυζαντινό τυπικό, ταξίδεψε στον ‘Αθωνα όπου ίδρυσε Σχολείο Ανθρωπιστικών Σπουδών αντί 60.000 σκούδων το χρόνο, τα οποία κατέβαλε η Ιερά Σύνοδος για τη διάδοση της πίστεως. Η Σχολή λειτούργησε από το 1635 έως το 1640, στον περίβολο του Πρωτάτου στις Καρυές. Από εκεί έστειλε στη Ρώμη 20 επιστολές τις οποίες δημοσίευσε ο ιστορικός των Ενωτικών Εκκλησιών της Ανατολής, Γεώργιος Hofmann. Το διδακτικό του έργο συνέχισε ο Νικόλαος Ρώσης στη Θεσσαλονίκη από το 1640 έως το έτος του θανάτου του 1642. Την ίδια εποχή οι Ιησουίτες επεχείρησαν να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, κάτι το οποίο κατόρθωσαν μισό αιώνα αργότερα (1704).

Ο ίδιος ο Ν. Ρώσης, στις επιστολές του προς τις ρωμαϊκές εκκλησιαστικές Αρχές, αντί των «άκαμπτων» Ιησουϊτών, πρότεινε για την ιεραποστολή στον Ελληνικό βορρά τους πιο «συμφιλιωτικούς» φραγκισκανούς Καπουκίνους, που μια δεκαετία αργότερα, εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ναύπλιο όπου παρέμειναν έως τα χρόνια της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή, όπως και στο γειτονικό Άργος, πρόσφεραν τις πνευματικές τους υπηρεσίες και μάθαιναν στα παιδιά γράμ­ματα.

Σε ανυπόγραφη επιστολή Καπουκίνου του Ναυπλίου με ημερομηνία 9.1.1658, διαβάζουμε τα ακόλουθα για την εκπαιδευτική δραστηριότητα των συναδέλφων του: «Στο Σχολείο μας στη Νάπολι της Ρωμανίας έχουμε 35 παιδιά, που μαθαίνουν γραμματική και κατήχηση. Αρκετά άλλα τα συνοδεύουν στην κατήχηση. Πολλά παιδιά τα αρνούμαστε επειδή έρχονται χωρίς σκοπό και συνοδεία. Αν διδάξουμε αριθμητική, τότε όλα θα έρχονται σε μας. Θα αναγκαστούμε όμως να δεχτούμε όσα επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Τα παιδιά που διδάσκονται την κατήχηση, γίνονται κήρυκες της ορθής πίστης στις 4 συνοικίες της πόλης. Πρωί και βράδυ επαναλαμβάνουν το μάθημά τους σε γονείς και γείτονες. Με την επανάληψη, η γνώση μεταδίδεται σε όλους. Σταματούν στις πλατείες και στα σπίτια για να απαγγείλουν ό,τι έμαθαν το πρωί. Μεταξύ αυτών των νεοφύτων, οι πιο ένθερμοι πηγαινοέρχονται στα σπίτια και κάνουν κατήχηση. Τους ακούω με ευχαρίστηση όταν επανέρχονται στο σχολείο. Και οι παπάδες στέλνουν τα παιδιά τους στο μάθημα. Όλοι ομολογούν ότι ποτέ δεν έζησαν κάτι παρόμοιο».

 

*****  Στην καθολική Εκκλησία, εκτός του λατινικού λειτουργικού τυπικού, το οποίο ακολουθεί η μεγάλη πλειοψηφία των πιστών, χρησιμοποιούνται όλα σχεδόν τα τυπικά των Ανατολικών Εκκλησιών όπως το Βυζαντινό, Αρμενικό, Κοπτικό, Μαρωνικό κ.ά. Οι πιστοί των τυπικών αυτών, Καθολικοί καθόλα, αποκαλούνται « Ενωτικοί».

 

******  Στο αρχείο « Αγίου Αθανασίου» AGGr τ.6 φ.32, φυλάσσεται σχετική αίτηση του Κ. Ρώση στον πάπα Ουρβανό Η΄αλλά και ενδιαφέρον ανώνυμο υπόμνημα στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ενδείκνυται η χειροτονία του Κ. Ρώση σε ενωτικό επίσκοπο με έδρα το Κολλέγιο του « Αγίου Αθανασίου». Α) Έχει αφοριστεί από 4 πατριάρχες της Ανατολής. Β) Ο ανιψιός του Ανδρέας Ρώσης αναπτύσσει φιλορθόδοξη δράση μεταξύ των Ελλήνων της Βενετίας και εκθειάζει το « σχισματικό» επίσκοπο Γαβριήλ Σεβήρο και Γ) Ο αδελφός του Κανακίου Κωνσταντίνος ασπάστηκε το μωαμεθανισμό.

  

Πηγές

 


  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ναυπλιώτες Μαθητές στο Ελληνικό Κολλέγιο Ρώμης, Άγιος Αθανάσιος 1594-1646», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 1998.
  •  Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Ανάλεκτα Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου 75μ.χ. – 2004», Έκδοση Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου, 2004.

 

Read Full Post »

 

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ'). Ελαιογραφία - Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αntonios Figuerra d’ Almeida (Αλμέιντα Αντόνιο Φιγκέιρα ντ’). Ελαιογραφία – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αντώνιο FiguerradAlmeida(1783-1847)


 

Για τον πιο διακεκριμένο φιλέλληνα της Ιβηρικής χερσονήσου, τον πορτογάλο Αντώνιο Figuerra d’ Almeida (1783 – 1847), τα πληρέστερα βιογραφικά στοιχεία οφείλουμε στον ελβετό Ερρίκο Fornesy. Το φυλασσόμενο στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών χειρόγραφό του αρ. 1697, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο πειραϊκό περιοδικό «Εβδομάς» του έτους 1884.

Το κείμενο για τον Almeida στο τεύχος του Ιανουαρίου 1884, έχεις ως εξής: «Αρχαίος αξιωματικός εις τον στρατόν της πατρίδος του Πορτογαλίας κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας της Ιβηρικής χερσονήσου κατά των Γάλλων της Α’ Αυτοκρατορίας πολέμους (του Μ. Ναπολέοντος), έλαβε το 1823 ενεργόν μέρος εις την συνταγματικήν  πάλην της Ισπανίας κατά της εισβολής των Βουρβώνων.

Εις την Ελλάδα διεδέχθη εις την αρχηγίαν του τακτικού ιππικού τον κόμητα Regnault de Saint – Jean d’ Angely, και διεκρίθη την 1η Αυγούστου 1826 εν Τριπολιτσά εις πεισματώδη μάχην, όπου επικεφαλής μιας δρακός ιππέων διεσκόρπισεν ισχυρόν τετράγωνον τακτικών Αράβων, απάντων φονευθέντων. Εν συνεχεία συνόδευσε  τον Φαβιέρο εις τινας ακολούθους εκστρατείας και εχωρίσθη αυτού εις την της Χίου.

Ένεκα της αναρχίας, ήτις επηκολούθησε την δολοφονία του κυβερνήτου Καποδιστρίου, ηναγκάσθη μετά μακράν πάλην να εγκαταλείψη την αρχηγίαν των πολεμικών θέσεων και φρουρίων του Ναυπλίου, όπου η πολιτική επιρροή της Γαλλίας και Αγγλίας ενίκησε την της Ρωσίας.

 

Έγγραφο του φρουράρχου Αντώνιο Figuerra d’ Almeida στο ιστορικό Αρχείο Ναύπλιου.

 

Η Βαυαρική αντιβασιλεία δεν εφείσθη μάλλον των άλλων του φιλέλληνος  Αλμέϊδα. Τον ηδίκησαν , του αρνήθηκαν τα δικαιώματα του, άτινα εντίμως και νομίμως απέκτησε και μόλις περί τα τέλη του 1835, τον επανέφερον εις την υπηρεσίαν με την μισθοδοσία του διαθεσίμου, και του ανέθηκαν την στρατιωτικήν διοίκησιν του Μεσολογγίου. Το μέτρον τούτο ενέπνευσε εις την αντιβασιλείαν η προαίσθησις του κινδύνου της στιγμής μάλλον, ή η ιδέα της επανωρθώσεως αδίκου παραγκωνίσεως γενναιοτάτου, ακεραίου και δραστηρίου στρατιώτου.

Πράγματι, διάφοροι στάσεις εν Πελοποννήσω δυσκόλως περισταλείσαι, μετέδωσαν γενικήν δυσαρέσκειαν εις όλην την Στερεά Ελλάδα, παροργισθείσαν κυρίως εκ της αποτόμου και εντελούς διαλύσεως των παλαιών ατάκτων στρατευμάτων και παλληκαρίων , χωρίς ποσώς ν’ αμειφθώσι, δια τας υπερανθρώπους  θυσίας και τας ηρωικάς υπηρεσίας , ας προσήνεγκον εις την πατρίδα.

Άνθρωπος πεπειραμένος, ο συνταγματάρχης Αλμέιδας ταχέως κατενόησεν εις την κυβέρνησιν αλλ’ αύτη εκώφευσεν εις την συμβουλήν του. Ούτω, τέσσαρας ημέρας μετά την ακατανόητον ελάττωσιν των δυνάμεων, ήτοι την 5 Ιανουαρίου 1836, εξερράγη η φοβερά επανάστασις εν Μσολογγίω επί κεφαλής της οποίας ήσαν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζέρβας και πλήθος παλαιών αξιωματικών αδικηθέντων υπό της εξουσίας. Εν συντόμω μετά τριμήνου προσπαθείας και με ατομικούς ως επί το πλείστον κινδύνους, ο γενναίος πορτογάλος κατόρθωσε να εξέλθη νικητής κρίσεως ήτις έθετε την δυναστείαν του Όθωνος εις το χείλος της απωλείας. Του απέδωκαν τότε ολόκληρον τον μισθόν του βαθμού του και τον επανέφερον εις την παλαιάν και έντιμον θέσιν του διοικητού του Ναυπλίου. Μετά ταύτα επροβιβάσθη εις αντιστράτηγον.

Είχε τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος, τον σταυρόν του Χριστού, έφερε δε και το μετάλλιον του ελληνικού αγώνος.  Απέθανεν υπό σύνταξιν εν Bataglia της Ενετίας την 21ην Ιουλίου 1847.

Από τα ανωτέρω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τρεις είναι οι ανεκτίμητες υπηρεσίες που πρόσφερε στην αναγεννόμενη Ελλάδα ο Αντώνιος D’ Almeida, ο κατά τον Fornesy«γενναιότατος, ακέραιος και δραστήριος στρατιώτης»: η ηρωική υπεράσπιση της Τριπολιτσάς από της ορδές των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ την 1η Αυγούστου 1826, η σωτηρία του Ναυπλίου από τον κίνδυνο εμφύλιου σπαραγμού φίλων και αντιπολιτευομένων του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, και η καταστολή της εξέγερσης των οπαδών του Συνταγματάρχη Ζέρβα στο Μεσολόγγι στις 5 Ιανουαρίου 1836.

Για τη λιγότερο γνωστή συμφιλιωτική επέμβαση του Αλμέιδα μεταξύ Καποδιστριακών και Αντικαποδιστριακών αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, έχουμε τη μαρτυρία του φίλου του Καποδίστρια από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ιταλία και γιατρού του στο Ναύπλιο από της 20ης Ιανουαρίου 1828 έως την δολοφονία του, Zecchini.

Κατά τα Απομνημονεύματά του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος», και πιο συγκεκριμένα  το κεφάλαιο που αφορά στη δολοφονία του Καποδίστρια το οποίο του παρουσίασε στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα» V (2004) σελ. 249 – 253, ο Κ. Καιροφύλας ο Zecchini πέρασε την παραμονή του αποτρόπαιου εγκλήματος στην Τίρυνθα. Την επομένη το πρωί, επιστρέφοντας πεζός στο Ναύπλιο, πληροφορήθηκε το έγκλημα. Στο κυβερνείο διαπίστωσε τον ακαριαίο θάνατο του νεκρού από πυροβολισμό στον κρόταφο.

«Μετά την δολοφονία», γράφει Zecchini και μεταφράζει ο Καιροφύλας «ο Γιώργης Μαυρομιχάλης έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας  Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκανε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού (σ. σ., κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Αύγουστο Ι. Touret, χορηγό του Μνημείου Φιλελλήνων στην Καθολική Εκκλησία Ναυπλίου)… Από εκεί ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία που του έδωσε καταφύγιο.

Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε  εκεί ζητώντας  από τον πρεσβευτή να του τον παραδώσει. Αλλά ο πρέσβης αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε, ευτυχώς επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες εις την επαναστατημένη Ελλάδα, και ήτο στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάστηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρευσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβης κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέιδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν τον δολοφόνο, ο δε Αλμέιδα εγγυήθηκε ότι ο λαός δεν θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάσει το νόμιμο δικαστήριο.

Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδόθηκε στον Αλμέιδα ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι. Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέιδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια…» 

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Morandi Αντώνιος (Ιταλός Φιλέλληνας)


  

Αντώνιος Morandi. Από τους πιο διαπρεπείς Ιταλούς φιλέλληνες που έλαβαν μέρος στον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα του Εικοσιένα, ο Α. Morandi έζησε για πολλά χρόνια στο Ναύπλιο. Μαζί με το Γάλλο συνταγματάρχη Α. Touret, και τον Πορτογάλο φρούραρχο A. DAlmeida, εργάστηκε για την διοργάνωση της καθολικής ενορίας. Εκτενείς πληροφορίες γι’ αυτόν μας δίνει ο Μπ. Άννινος  στα «Ιστορικά Σημειώματα», Αθήνα 1925 σελ. 332 – 335.

Γράφει μεταξύ άλλων ο Άννινος: Περί του ανδρός τούτου παραδόξως  αι περί Φιλελλήνων σημειώσεις του Φορνέζη περιέχουν ελαχίστας και συνοπτικωτάτας πληροφορίας. Λέγουν  ότι κατήγετο εκ του Μεγάλου Δουκάτου της Μοδένης, ότι έλαβε μέρος εις διαφόρους εκστρατείας του Φαβιέρου, ότι παραιτηθείς της ελληνικής υπηρεσίας το 1859, κατετάγη εις τον σαρδηνικόν στρατόν και ουδέν πλέον.

Εξ εναντίας, και ο Δουκάν εις τας Αναμνήσεις του και ο Αμπού εις το βιβλίο του, ομιλούν περί αυτού μάλλον δια μακρών και υπό πνεύμα ευμενές. Τα περιστατικά σε όσα αναφέρουν μαρτυρούν ότι ο πολύπλαγκτος  βίος του δεν ήτο άμοιρος ενδιαφέροντος και η εν Ελλάδι δράσις του ουχί ασήμαντος.

Παραθέτω όσα περί αυτού γράφει ο Δουκάν: «Εις των αγωνισθέντων ανδρείως κατά των στρατευμάτων του Ιβραήμ πασά εν Πελοποννήσω, ευρίσκετο τότε εις Αθήνας άεργος και περίλυπος. Ήτο ούτος  ο στρατηγός Μοράντι, καταγόμενος εκ Μοδένης, τον οποίον συνήντων συχνάκις εις τον οίκον του συνταγματάρχου Τουρέ, όπου εύρε την φιλοξενίαν ην οι παλαιοί συναγωνισταί ουδέποτε αρνούντο προς αλλήλους. Ο Τουρέ και ο Μοράντι ήρχοντο ενίοτε και συνεμερίζοντο το γεύμα μας εν τω ξενοδοχείω της Αγγλίας, η συνδιάλεξις δε μεταξύ μας παρετείνετο πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.

Ο Μοράντι ήτο θαυμάσιος τύπος γενναίου περιπλανωμένου ιππότου, προσέτρεχε πανταχού προμύθως όπου αντήχει η φωνή της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας… Κατήλθεν εις την Ελλάδαν και μετέσχε του επαναστατικού αγώνος…ανέλαβε υπερεσίαν διορισθείς ανώτατος διοικητής Χωροφυλακής αλλά εγκατέλιπεν άνευ αδείας την θέσιν του το 1848, υπηρέτησεν ως υποστράτηγος εις το πεντεδεμονιακόν στρατόν και μετέβη κατόπιν εις  Βενετίαν δια να ρίψη τας τελευταίας βολάς κατά των Αυστριακών, διεσώθη δε μετά την άλωσιν της πόλεως εκ νέου εις την Ελλάδα διασχίσας την Ήπειρον. Ήλπιζε να επανεύρη το βαθμόν του, αλλά εύρεν απεναντίας στρατιωτικόν δικαστήριον συνελθόν εν Ναυπλίω δια να τον δικάση.

Ενεφανίσθη προ αυτού, υπερίσπησεν αυτοπροσώπως την υπόθεσίν του και ηθωώθη. Αλλά η Αυστριακή διπλωματία παρενέβη, και δια των ενεργειών της ετέθη εις αργίαν. Η απραξία τον κατέθλιβε και επωφελείτο αυτής δια να συγγράψη τα Απομνημονεύματά του. ’Ητο άψογος την περιβολήν , η δε υπερβολική ζωηρότης της ομιλίας του δεν εζημίωνε ποσώς την χάριν της συμπεριφοράς του. Όχι μόνον δε ηυχαριστούμεθα να ακούωμε διηγούμενον τα συμβάντα της ζωής του, αλλά και συχνάκις τον ηρωτώμεν περί αυτών, διότι υπήρξε φίλος του λόρδου Βύρωνος μετά του οποίου συνεπολέμησεν εις Μεσσολόγγιον… 

Ο Αμπού πλέκει επίσης το εγκώμιον του ιταλού Μοράντι μετά θερμοτέρων μάλιστα εκφράσεων και υπερθεματίζων εις τας θέσις του, ανευρίσκει δε μετά χαράς αφορμήν και εις το θέμα τούτο να χλευάση και να εξυβρίση τους Έλληνας…»

Έως το 1848, έτος προσωρινής επιστροφής του Μοράντι στη Βενετία, ο γνωστός επίσης φιλέλληνας Αντώνιος Macchia, ήταν ο πιστότερος φίλος του στο Ναύπλιο. Ο θάνατος του Α. Macchia αναφέρεται στις ληξιαρχικές πράξεις του καθολικού ναού στις 26 Αυγούστου 1858, με την ένδειξη ότι ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο Καθολικών, ευρισκόμενο άνωθεν του προαστείου της Πρόνοιας (στα λατινικά: Quod est in superiori parte Proeniae).  

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Κωνσταντίνος (1800; – 1864;)


 

Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας, το χρόνο εκείνο, που ο πατέρας του Κωνσταντίνος, κλεφταρματολός, έπεσε σε μια συμπλοκή Ελλήνων και Τούρκων έξω από την Αθήνα, γύρω το 1800, γι’ αυτό πήρε και το όνομά του. Αδελφό είχε τον Παναγιώτη, μεγαλύτερο και περισσότερο εγγράμματο.

Θεωρείται ο σπουδαιότερος και βασικότερος Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Διατηρούσε ομάδα Αχλαδοκαμπιτών και ξένων στρατιωτών και βρισκόταν πάντα κοντά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου κατά των Τούρκων.

Οι σπηλιές του Ντούσια

Σαν κρησφύγετο είχε τις δυο σπηλιές στα «Κόκκινα Βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά», απρόσιτα καταφύγια στρατιωτών και γυναικόπαιδων, που μέχρι σήμερα ονομάζονται «σπηλιές του Ντούσια». Μετά το θάνατο του Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, πιθανόν να διετέλεσε και προεστός του Αχλαδοκάμπου. 

Σχετικά για το πρόσωπο και τη δράση του ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, αναφέρει τα ακόλουθα στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 73:

«Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι. Ο δε Κωσταντής ευρίσκετο παντού εις τους πολέμους με τους γειτόνους του και ήτον αγαπητός του Θ. Κολοκοτρώνη».  

Επίσης από ένα πιστοποιητικό του Θ. Κολοκοτρώνη σκιαγραφείται και η προσωπικότητα και η δράση του. Το παραθέτουμε αυτούσιο, χάρη της Ιστορίας:

« Ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προς τον Κωσταντίνον Ντούσιαν.

Ο Κωστής Ντούσιας από Αχλαδόκαμπον απ’ αρχής της Επαναστάσεως υπηρέτησε στρατιωτικώς με πίστιν και πατριωτισμόν. Είχε υπό την οδηγίαν του από μέρους των συγχωρίων του· παρευρέθη εις πολλάς μάχας και επολέμησε με ανδρείαν, όθεν γνωρίζων την καλήν διαγωγήν εις πιστοποίησιν δίδω το παρόν, δια να του χρησιμεύση όπου ανήκει.

Εν Ναυπλίω τη 25η Απριλίου 1833

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ομοίως με το παρακάτω έγγραφο του απενεμήθη Ο Αργυρός Σταυρός:

 «Αριθ. 96

Εν Κορίνθω τη 27η Μαρτίου 1836

Η Διοίκησις της 9ης Τετραρχίας της Ελληνικής Φάλαγγος,

Προς τον υπολοχαγόν κον Κωσταντίνον Δούσαν

Εις Κόρινθον

Το Γενικόν Αρχηγείον της Πελοποννήσου …. δια της υπ’ αριθ.  2187 Διαταγής του, κατά την διαταγήν της επι των στρατιωτικών Β’ Γραμματείας  υπ’ αριθ. 4690, έπεμψεν εις υμάς τον Αργυρούν Σταυρόν, τον οποίον η Α. Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς,  ευαρεστήθη να σε δώση, δια τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις  σου εις τον ιερόν αγώνα υπέρ της ελευθερίας .

Ο Διοικητής κ.τ.λ.

Δ. Τσώκρης». 

Στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών ειδικός φάκελος με έγγραφα, σχετικά με την αποζημίωση, από τις διάφορες Επιτροπές, που καταρτίστηκαν μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν υπάρχει.

Στο Νέο Μητρώο των αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 589 σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Κώστας, Υποχιλίαρχος τω 1824. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 65). (Οφειλόμενα γρόσια 10.420. Φοίνικες 523). Παρατήρηση: Τα γρόσια 10.420 επ’ ονόματι αυτού και των υπ’ αυτού. Δια τους φοίνικας 523 αναφοράς επροικοδοτήθη υπολοχαγός γρόσια 4.320».

Το «κελί του Ντόυσια» στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Κυνουρία.

Ο Αγωνιστής Κωσταντίνος Ντούσιας δεν επέτυχε κανένα άλλο υλικό όφελος  από το Κράτος, εκτός ορισμένα στανοτόπια στον Αχλαδόκαμπο και ελάχιστα κτήματα στο κάμπο της «Μηλιάς» στη Μαντινεία, τα οποία τελικά διαμοιράστηκαν σε φτωχούς. Τιμητικά του παραχωρήθηκε ένα κελί στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στην Κυνουρία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται: «Κελί του Ντούσια».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

Ο Αγωνιστής Κωνσταντίνος Ντούσιας, για τους απογόνους του, μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαφυλάττουν, το σπαθί, την μπιστόλα και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, είναι σύμβολο και καύχημα, γεγονός που τους προσδίδει μια έκδηλη οικογενειακή υπερηφάνεια.

 

 Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )


 

 

Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του  να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).

Από το οικογενειακό  περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.

Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών»  και σημειώνεται ότι  «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».

Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις  διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.  

Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.

α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ.8600

Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,

Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.

Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 17 Μαΐου 1844

Ο Υπουργός 

(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»   

  

β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:

 

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ. 460

Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι

Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.  

Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει. 

Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865 

Ο Δήμαρχος 

(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»

  

γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:

 

«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865. 

Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν,  δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.

Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής. 

Ότι κατά το  έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε  ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς  του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.

Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.

Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.

Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.  

Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν  επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και  πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια  την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα  δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68. 

Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.

Υποσημειούμαι, 

παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος

Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς

Οικονόμος».

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.  

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της   αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.

Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι  του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.

Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας  90 περίπου  χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Παραβάντης Κωνσταντίνος Αθανασίου (1805; – ; )


  

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, πρόγονος της σημερινής οικογένειας Παραβάντη, γεννήθηκε στην Ήπειρο, γύρω στο 1805. Για άγνωστους λόγους η οικογένειά του εξορίστηκε στο Μεσολόγγι. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι άρπαξαν την αδελφή του, την όμορφη Παρθενία και την έκλεισαν στα χαρέμια του Σουλτάνου, στην Κωνσταντινούπολη. Εξαιτίας  τούτο του γεγονότος η οικογένεια Παραβάντη ήρθε σε ρήξη με τους Τούρκους και εξορίστηκε από το Μεσολόγγι στην Μπούγα του Άργους. Ο πατέρας Αθανάσιος, πέθανε στο δρόμο, πριν ακόμα φθάσει στην Μπούγα. Η μητέρα είχε προ πολλού αποβιώσει.

Ο Κωνσταντίνος στη Μπούγα, με τη μόνη αδελφή του, την Αλεξάνδρα, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή, ερχόταν από την Μπούγα στον Αχλαδόκαμπο και εκκλησιαζόταν στο ναό της αγίας Κυριακής και έλεγε το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών». Ο σκοπός του ήταν να πλησιάσει τα όρια του χωριού και να εγκατασταθεί στον Αχλαδόκαμπο, αλλ’ οι πολιτικοί παράγοντες του τόπου δεν τον άφηναν.

Έχτισε εκεί ψηλά, στο επάνω μέρος της ράχης, και κοντά στα Λεύκα, μια καλύβα, για τις ανάγκες των γιδοπροβάτων του, που ονομάζεται μέχρι σήμερα «Καλύβα του Παραβάντη», και έξω στη ράχη, απέναντι από το χωριό έχτισε το σπίτι του, το οποίο αργότερα αγόρασαν οι Καριοφυλλαίοι και σήμερα έχει περιέλθει στην οικογένεια Θεοδώρου Σταυράκη.

Ο Κωνσταντίνος Παραβάντης του Αθανασίου, τυγχάνει και Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο  Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 3193 και στο Παλαιό, με αύξοντα αριθ. 1418, όπου σημειούται: «Παραβάντης Κωνσταντίνος  του Αθανασίου, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας  ως απλούς στρατιώτης. (Στη συνεδρίαση 446) ετάχθη εις την εβδόμην τάξιν των αξιωματικών, υπηρετήσας στρατιωτικώς».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, στο κουτί 171, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, δεν αναφέρεται ανάμεσα στους άλλους Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ο στρατηγός και πολιτευτής  του Άργους Δημήτρης Τσώκρης τον περιέβαλλε με συμπάθεια και τον προώθησε για Δήμαρχο. Για τη ζωή και τη δράση του ως Δημάρχου Αχλαδοκάμπου, βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 166, παράδοση αρ. 191, οικογένεια Παραβάντη.

 

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντρούλιας Ανδρέας Μήτρου (Αγωνιστής του 1821)


 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 16518, όπου σημειούται: «Ντρούλιας Ανδρέας, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, υπαξιωματικός, Τάξεως Δευτέρας. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, μαζί με τον πεθερό του Μήτρο Πέρπυρο, στο κουτί 152, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας του Μήτρου είναι ο τελευταίος γιος του Μήτρου (ή Κωνσταντίνου) Σελλή. Επειδή είχε κάνει διάφορα ανδραγαθήματα κατά των Τούρκων και ακόμη από το επιβλητικό του παράστημα, ονομάστηκε Αντρούλιας – Ντρούλιας, επώνυμο το οποίο φέρει σήμερα η μεγάλη οικογένεια των Ντρουλιαίων.

 Η τοπική παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τούρκους, στου «Παπανικολού» τ’ αλώνι, λίγο πριν την Επανάσταση, όταν καταδιώχτηκε από Τούρκους, καθώς πήγε να κλέψει σταφύλια, στα αμπέλια της Μπερτζοβάς, (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 169)

Στην αίτηση της συζύγου του Γιαννούλας, προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνος, σημειούται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κατά του Ιμπραήμ.

Ότι ο Ανδρέας, Ντρούλιας ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Παναγιώτης (1795; – 1865;)


 

Ο Παναγιώτης Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας γύρω στο 1795. Είναι γιος του κλεφταρματολού Κωνσταντίνου Ντούσια, που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα,  μεγαλύτερος και περισσότερο εγγράμματος από τον αδελφό του Αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνο Ντούσια.

Όπως φαίνεται από αίτηση των κληρονόμων του, που ζητούν αποζημίωση για τις εκδουλεύσεις του κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821, της 24ης Μαΐου 1865 και από το πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Υσιών Αντωνίου Δημ. Αντωνοπούλου, της 24ης Μαΐου 1865, που απόκεινται στον οικείο φάκελλο, στο κουτί αριθ. 151, στο Τμήμα Χειρογράφων και ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, ο Παναγιώτης Ντούσιας έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου, Τρίκορφα, Βαλτέτσι, Άγιο Γεώργιο, Δολιανά, Γράνα, Δερβενάκια, Άργος κλπ., κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών Π. Ζαφειροπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, ότι είχε κληρονόμους τα γνήσια παιδιά του Γεώργιο, Χρίστο, Παναγούλα, Γιαννούλα, και Κυριακή και ότι είχε στο μεταξύ αποβιώσει.

Πάντως δε φαίνεται πουθενά να πέτυχε η οικογένειά του υλικά οφέλη. Στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 με αύξοντα αριθ. 586, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Παναγιώτης, ως οδηγός στρατιωτών. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 432)».

Τη δράση του μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, κατά την Επανάσταση του 1821, μαρτυρεί και ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ.73: «Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

 

 

Read Full Post »

Ντούσιας Κωνσταντίνος (ο κλεφταρματολός 1780; – 1821;)


Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας, αγνώστων άλλων προγονικών στοιχείων, φαίνεται, όπως δείχνει το επίθετό του, ότι προέρχεται από το χωριό Ντούσια της Αχαΐας. Πρέπει να γεννήθηκε γύρω το 1780, αφού το 1800 φαίνεται να είναι εγκαταστημένος στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας και να έχει οικογένεια.

Γιοι του είναι οι Αγωνιστές του 1821 Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Ντούσιας. Γύρω στο 1800, φαίνεται να υπηρετούσε σαν κλεφταρματολός, γιατί οικογενειακή παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα, λίγο πριν την επανάσταση του 1821, και πως ο Νικηταράς έφερε τα όπλα του σκοτωμένου πατέρα στη χήρα και τα ορφανά και πρότεινε στους παρισταμένους ανηλίκους γιους του, Παναγιώτη και Κωνσταντίνο, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα τους και να ανδραγαθήσουν, όπως και έγινε αργότερα.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »