Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Γούναρης Δημήτριος (1866-1922)  


 

Γούναρης Δημήτριος

Γούναρης Δημήτριος

Πρωθυπουργός, δικηγόρος και δεινός ρήτωρ. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του εμπόρου σταφίδας Παναγιώτη Γούναρη  από το Άργος και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου. Εκπαιδεύτηκε στο λύκειο Πράπα & Γκιαούρη και γνώριζε ήδη από την παιδική του ηλικία γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Γερμανία, το Παρίσι και το Λονδίνο. Το 1893 άρχισε να δικηγορεί στην Πάτρα.

Το όνομα του συνδέθηκε με την αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών της κυβερνήσεώς του, η οποία κατέληξε στη Μικρασιατική καταστροφή. Ύστερα από αυτό το γεγονός συνελήφθη, παραπέμφθηκε στη «Δίκη των Έξι» και εκτελέστηκε στο Γουδί. Ανιψιός του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Στις εκλογές του 1902 ο Γούναρης πρωτοεκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας, απέτυχε ωστόσο  στις εκλογές του 1905, ενώ στις εκλογές του 1906 επανεκλέχτηκε. Τον Οκτώβριο του 1906 εμφανίστηκε στη Βουλή το «κόμμα των Ιαπώνων»[1], με κύριο εμψυχωτή  τον Γούναρη. Τον Ιούνιο του 1908, έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη, με αποτέλεσμα τη διάλυση της ομάδας των «Ιαπώνων». Ο ίδιος παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Θεοτόκη στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1909. Στις εκλογές του 1910 δεν υπέβαλε υποψηφιότητα, ενώ στις εκλογές του 1912 εκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αχαΐας με ρητή δήλωση ότι θα είναι «αντιπολιτευόμενος».

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Τον Φεβρουάριο του 1915, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος διαφώνησε με την εισήγηση του Βενιζέλου να λάβει μέρος η Ελλάδα στην επιχείρηση των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια, ύστερα από την παραίτηση του Βενιζέλου ο Γούναρης σχημάτισε στις 25 Φεβρουαρίου την πρώτη του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 ως ιδρυτής  του κόμματος των «εθνικοφρόνων» που το μετονόμασε  αργότερα (1920) σε «Λαϊκό  κόμμα» ο Γούναρης έχασε και υπερίσχυσε με μειωμένη δύναμη ο Βενιζέλος. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1915  το κόμμα των Φιλελευθέρων δεν έλαβε μέρος. Στη δεύτερη διάλυση της Βουλής τον ίδιο χρόνο ο Γούναρης βγήκε νικητής στις εκλογές με αποχή μεγάλου τμήματος του λαού.

Ως αντιβενιζελικός εκτοπίστηκε τον Ιούνιο του 1917 στο Αιάκειο της Κορσικής. Το 1919 διέφυγε από την Κορσική και ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ιταλία. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα όταν προκήρυξε ο Βενιζέλος εκλογές για την 1 Νοεμβρίου του 1920. Αυτές οι εκλογές έδωσαν την πλειοψηφία στην Ηνωμένη Αντιπολίτευση με ισχυρότερο κόμμα στη Βουλή το «Λαϊκό κόμμα» του Γούναρη. Ο Γούναρης καταδικάστηκε – χωρίς ο ίδιος να απολογηθεί- από έκτακτο στρατοδικείο (στην γνωστή δίκη των έξι), στις 15 Νοεμβρίου του 1922 στην ποινή του θανάτου ως ένοχος «εσχάτης προδοσίας» για την Μικρασιατική καταστροφή.

Στις 11:27 π.μ. εκτελέστηκε στο Γουδί, παρουσία λιγοστών συγγενών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ξάδερφος του και μετέπειτα δήμαρχος Πατρέων, Ιωάννης Βλάχος. Δεν δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια. Η εκτέλεση τους έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία προς την χώρα τους. Τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν όλες οι ταφές πριν τις 3 μ.μ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν εκτελεστεί έγραψε την λιτή διαθήκη του, στην οποία ανέφερε:

 

Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της θυγατρός του Μαρίας. Εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή αφίνω δέκα χιλιάδας, και την βιβλιοθήκην μου εις τον Δήμον Πατρών.

 

Η διαθήκη του όπως και η ζωή του ήταν λιτή γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ περιουσία. Με την διαθήκη του ο Γούναρης έγινε μέγας ευεργέτης του Δήμου Πατρέων και συγκεκριμένα της δημοτική βιβλιοθήκης. Στις 3 Ιουνίου του 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου η οδός Καλαβρύτων ή νέος δρόμος μετονομάστηκε σε οδός Δημήτριου Γούναρη. Ήταν μια από τις πρώτες κινήσεις για την αποκατάσταση του ονόματος του.

 

Υποσημείωση

[1] Το όνομά τους οφείλεται στο δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, σε άρθρο του στις 10 Φεβρουαρίου 1907, στην εφημερίδα Ακρόπολη, όπου παρομοίαζε τη μαχητικότητά τους με αυτή των Ιαπώνων σαμουράι για την υπεράσπιση του αυτοκράτορά τους κατά τον σινοϊαπωνικό πόλεμο του 1894-5, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει το διεθνή τύπο με τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις τους ενάντια στα ρωσικά στρατεύματα.


 

Πηγές


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
  • Βικιπαίδεια.

Read Full Post »

Φλέσσας Μιχαήλ (1882-1956)

 

 

Μιχαήλ Φλέσσας

Μιχαήλ Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη και Ελένης Φλέσσα.

Ο Μιχαήλ Φλέσσας γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας το1882 και ήταν το τέταρτο παιδί του Κων/νου Aναγνώστη Φλέσσα. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον δάσκαλο πατέρα του στο δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του. Ακολούθησαν  σπουδές στο Γυμνάσιο Άργους, και στη συνέχεια στο Διδασκαλείο Τριπόλεως. Το 1903 λαμβάνει πτυχίο Δημοδιδασκάλου και αμέσως διορίζεται στο Δημοτικό σχολείο Κοφινίου, όπου υπηρετεί για 14 χρόνια. Το ίδιο έτος παρουσιάζεται στο στρατό, αλλά απαλλάσσεται «ως πρεσβύτερος υιός ζώντος πατρός». Το 1912 κατατάσσεται στο 8ο σώμα Πεζικού ως επίστρατος. Για την εκστρατεία κατά της Βουλγαρίας και τη συμμετοχή του στις μάχες Κρέσνας – Τζουμαγιάς λαμβάνει το 1914 μετάλλιο από τον υπουργό των Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο.  Το ίδιο έτος παντρεύεται την Κων/να Ν. Ζουγλή από το Κοφίνι και κάνουν τέσσερα παιδιά. Το 1918 μετατίθεται στο δημοτικό σχολείο Ναυπλίου στο οποίο υπηρετεί δώδεκα χρόνια. Το 1922 του απονέμεται ηθική αμοιβή διότι κρίνεται άξιος από το Εποπτικό Συμβούλιο για την προσφορά του, το ήθος, την αφιλοχρηματία και το εξαίρετο διδακτικό του έργο. Το ίδιο έτος τον συναντάμε αντιπρόσωπο του Διδασκαλικού Συλλόγου Αργολίδος , και ιδρυτικό μέλος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.

 

Διδασκαλική Ομοσπονδία της Ελλάδος 1922.

Διδασκαλική Ομοσπονδία της Ελλάδος 1922. Αρχείο: Μιχάλη και Ελένης Φλέσσα.

 

Το 1928 του απονέμεται έπαινος και τιμητική διάκριση για την άριστη διδασκαλική του υπηρεσία, για την ίδρυση της νυχτερινής σχολής απόρων Ναυπλίου και για τις προσπάθειες που κατέβαλε ώστε να επιτευχθεί η ανοικοδόμηση των διδακτηρίων Καρυάς, Κοφινίου και Κατσιγκρίου.

 

 

Αναγνωστικό «Το πρώτο μου βιβλίο», 1934.

Αναγνωστικό «Το πρώτο μου βιβλίο», 1934. Αρχείο: Μιχάλη και Ελένης Φλέσσα.

Το 1930 προάγεται στο βαθμό του εισηγητή και μετατίθεται στο 9ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών. Τέσσερα  χρόνια αργότερα εκδίδει το αναγνωστικό της πρώτης τάξης με τίτλο «ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ». Το 1938 ακολουθεί το δεύτερο βιβλίο με τίτλο ΙΕΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. Έως το 1940 υπηρετούσε ως διευθυντής στο 9ο δημοτικό Αθηνών. Αναγκάζεται να παραιτηθεί διότι το σχολείο είχε καταληφθεί από τη φασιστική νεολαία του δικτάτορα Ι. Μεταξά  και του ήταν αδύνατο να ασκήσει το λειτούργημά του.

Επανέρχεται στην υπηρεσία το 1945 –το 1951 που συνταξιοδοτείται. Παρότι συνταξιούχος το ίδιο έτος του χορηγείται άδεια ίδρυσης ιδιωτικού σχολείου στα Βριλήσσια Αττικής. Δεν ξεχνάει την ιδιότητα του λειτουργού της δημοτικής εκπαίδευσης, γιατί όπως φαίνεται στο μαθητολόγιο ανάμεσα στα παιδιά που φοιτούν υπάρχουν και πολλά άπορα. Το πρώτο του μέλημα ήταν να διδάξει τα παιδιά, να τους μεταφέρει τις γνώσεις του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπρεπε να αμειφτεί.

Την 28η Οκτωβρίου του 1956 ο δάσκαλος πεθαίνει στην Αθήνα σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σεβαστή και ευυπόληπτη οικογένεια, μια επιτυχημένη πορεία στην υπηρεσία της παιδείας αλλά και τα δυο παιδιά του Κων/νο και Θεοδοσία (εκπαιδευτικούς) άξιους συνεχιστές  του έργο του.

      

Πηγή

 

  • « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  το υπό έκδοση βιβλίο της Ελένης Φλέσσα.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Καισαρείας Βασίλειος ( Μπλάτσος)

 

 

Μητροπολίτης Καισαρείας Βασίλειος

Ο κατά κόσμον Χρήστος Μπλάτσος γεννήθηκε στο Άργος το 1923. Το 1939 μετέβη στα Ιεροσόλυμα. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 11 Ιουλίου 1946 από τον Νεαπόλεως Παντελεήμονα και Πρεσβύτερος στις 23 Ιανουαρίου 1954 από τον Σεβαστείας Αθηναγόρα.

Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1950. Διετέλεσε Διευθυντής του περιοδικού «Νέα Σιών», Γραμματέας και από τις 8 Ιουνίου 1956 Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Στις 26 Αυγούστου 1962 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου. Την χειροτονία τέλεσε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Βενέδικτος, συμπαραστατούμενος από τους Αρχιεπισκόπους Θαβωρίου Βησσαρίωνα, Φιλαδελφείας Επιφάνιο, Γάζης Στέφανο και τον Μητροπολίτη Δράμας Φίλιππο. Παρέμεινε στη θέση του Αρχιγραμματέα μέχρι το 1981. 

Στις 20 Αυγούστου 1975 εξελέγη Μητροπολίτης Καισαρείας, ενώ το 1981 διορίσθηκε  Πατριαρχικός Επίτροπος. Αναχώρησε για τους ουρανούς σε ηλικία 90 ετών, την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012.

 

 

Πηγές

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Ιστοσελίδα Μάρκου Μάρκου, Θεολόγου.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου  Ιωακείμ (Σμυρνιώτης) 1885-1965

 

 

Γενέτειρά του υπήρξε το ‘Αργος της Πελοποννήσου. Νεώτατος ακολούθησε τον μοναχικό βίον, πηγαίνοντας στην Μονήν Ιβήρων Αγίου Όρους. Μετά από λίγο έγινε αρχιμανδρίτης.   

 

Υπηρέτησε ως κληρικός στη Μητρόπολη Σερρών, όπου συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα και βασανίστηκε το 1907. Επίσης διετέλεσε εφημέριος στην Αρτάκη Μ. Ασίας (1910-1912), στρατιωτικός ιερέας στο μικρασιατικό εκστρατευτικό σώμα και εφημέριος στην Αθήνα. Το 1945 τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου την οποία διαποίμανε μέχρι την εκδημία  του το έτος 1965.        

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Ιστοσελίδα Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κικλισίου.

 

Read Full Post »

Νέζος Γεώργιος (1907-1989)

 

 

Γεννήθηκε το 1907 στο Κουτσοπόδι Άργους. Ηθοποιός και λογοτέχνης,  έπαιξε με επιτυχία σε πολλά θεατρικά και κινηματογραφικά έργα. Από τα βιβλία που εξέδωσε αναφέρουμε: « Στίγματα στιγμών», «Ρήγματα σε προσωπείο», «Ομόκεντρα Τοπογραφικά», «Πανδέκτης ο εγκάρδιος», «Βιόσφαιρα», « Γαρμπίλι», «Μι­κρά τίποτα», «Πεντάστικτα», «ΕνΑθήναις», «Γιασεμί, το ως αντίπαλο δέος». Χρησιμοποίησε και το ψευδώνυμο Γιώργος Ίναχος. Είναι απόγονος των οπλαρχηγών του 1821 Τάσου και Κωνσταντίνου Νέζου. Πλούσια και σεμνή πνευματική προσωπικότητα πέθανε το 1989.

 

 

Φιλμογραφία

 

Ο γύρος του θανάτου (1983) [Αρίστος]

Θέμα συνειδήσεως (1973)

Η Μαρία της σιωπής (1973) [(γιατρός)]

Ο εχθρός του λαού (1972)

Τι 30… τι 40… τι 50… (1972)

Η κόρη του ήλιου (1971)

Η εφοπλιστίνα (1971) [καπετάν Γιάννης]

Μια γυναίκα στην αντίσταση (1970) [(γιατρός)]

Στον δάσκαλό μας … με αγάπη (1969) [(πρόεδρος)]

Η κόμησσα της φάμπρικας (1969) [Χαράλαμπος]

Αυτή που δεν λύγισε (1968) [(καθηγητής ιατρικής)]

Κοντσέρτο για πολυβόλα (1967)

Κάνε τον πόνο μου χαρά (1966) [; (γιατρός) Αναγνώστου]

Το σπίτι των ανέμων (1966) [(γιατρός)]

Ου κλέψεις (1965)

Το μπλόκο (1965)

Το φυλαχτό της μάνας (1965) [Γιάννης]

Όχι,.. κύριε Τζόνσον (1965)

Είμαι αθώος (1960) [(στρατηγός)]

Τζο ο τρομερός (1955) [(κλεπταποδόχος)]

Διαγωγή… μηδέν! (1949)

 

Πηγές

 

  • «Μικρό Ανθολόγιο Αργείων Ποιητών», Εκδόσεις ¨ΕΛΕΒΟΡΟΣ¨, Άργος  1993.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

 

 

 

 

Read Full Post »

Καρυωτάκης Θεόδωρος (Άργος 1903 – Αθήνα 1978)


 

Θεόδωρος Καρυωτάκης

Ο Θεόδωρος Καρυωτάκης γεννήθηκε στο Άργος το 1903 και πέθανε στην  Αθήνα στις 14 Ιουνίου 1978. Ήταν σημαντικός συνθέτης, ξάδελφος του ποιητή Κ. Καρυωτάκη, του μελοποίησε μάλιστα και 5 ποιήματα. Έγραψε το ορατόριο  «Άσμα ασμάτων», μουσική δωματίου, συμφωνικά έργα και μεγάλο αριθμό τραγουδιών.

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών, από 14 ετών, με τον Φ. Οικονομίδη. Επίσης, ιδιωτικά με τον Δ. Μητρόπουλο (αρμονία και σύνθεση) και με τον Μ. Βάρβογλη (ενορχήστρωση). Παράλληλα, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το 1937 (;) διορίστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, για να παραιτηθεί μερικά χρόνια αργότερα προς χάριν της μουσικής. Υπήρξε πολλά χρόνια γενικός γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών (1957-1978) και του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής. Σημαντικός παράγοντας στις εκδόσεις ελλ. μουσικών έργων. Επίσης μέλος ΔΣ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και πολλών καλλιτεχνικών και εξεταστικών Επιτροπών.

Η δημιουργία του (μετά τα πρώτα του έργα της περιόδου 1932-38 που χαρακτηρίζονται από έντονη δηκτικότητα και νεανική ανησυχία) πλημμυρίζει από θερμό λυρισμό, μεγάλη αρμονική γνώση και λεπτότητα αισθήματος που ξεχωρίζει και διαποτίζει όλα τα έργα του (ιδιαίτερα τα τραγούδια του, πολλά από τα οποία είναι υποδείγματα του είδους και αποτελούν πολύτιμη προσφορά στην Ελληνική Μουσική). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καρακάσης  Κώστας (10 Οκτωβρίου 1936 – 19 Μαρτίου 2022)


 

Καρακάσης Κώστας

Καρακάσης  Κώστας

Ο Κώστας Καρακάσης γεννήθηκε στην Αίγυπτο από Έλληνες γονείς. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη και της μητέρας του από την Κεφαλλονιά. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Υπηρέτησε εθελοντής στο Βασιλικό Ναυτικό, αλλά μετά από δεκατρία χρόνια υπηρεσίας προτίμησε την ελευθερία από τη σιγουριά της καριέρας του. Αποφοίτησε από την Σχολή Ξεναγών Κρήτης και στην συνέχεια έκανε σπουδές στην Ιστορία Τέχνης.

Οι κόσμοι του μητροπολιτικού ελληνισμού και αυτού της διασποράς παραμένουν οι δύο πυλώνες που διατρέχουν τις σκέψεις, τα βιώματα και τα κείμενά του. Αν και δεν θεωρεί τον εαυτό του ποιητή, έχει γράψει μια μεγάλη συλλογή ποιημάτων που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ -εκτός από δύο τα οποία μελοποίησε τη δεκαετία του ’70 η Ηλέκτρα Παπακώστα και τραγούδησε η Καίτη Χωματά- αν και είχε την επίνευση του γνωστού ποιητή, λογοτέχνη, βιολονίστα και μουσικολόγου Σταύρου Καρακάση, αδελφού του πατέρα του. Άρθρα, κριτικές, διηγήματα και πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Στην πεζογραφία εμφανίσθηκε μόλις το 2000 με το εκτενές μυθιστόρημά του «Αθηνά. Ευτυχώς που δεν Γεννήθηκα Όμορφη» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2000), το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα ανάμεσα στα πλέον ευπώλητα βιβλία των τελευταίων πενήντα χρόνων και έλαβε βραβείο λογοτεχνίας και ηθικών αξιών από την Ε.Ε.Χ.Γ. και είχε προταθεί για το πρώτο Βραβείο Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Τρανούλη. Το 2005 από τις εκδόσεις Λιβάνη εκδόθηκε το «Πορτραίτα σε θρυμματισμένο καθρέφτη».

Το μυθιστόρημα του «Η αγάπη δεν έχει τέλος» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2006), εξελέγει δεύτερο από τον Πανελλήνιο διαγωνισμό που οργάνωσε το ΕΚΕΒΙ και ο ΣΚΑΙ, και παρέμεινε πρώτο επί ένα χρόνο στη λίστα των Best sellers σε όλη την χώρα.

Μαζί με το «Η αγάπη δεν έχει τέλος» εκδόθηκε το «Ιστορίες για τον Θεό και τον άνθρωπο». Το βιβλίο αυτό (εκδόσεις Ψυχογιός, 2006) αφιερωμένο στον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο τον Α!, έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και εξαιρετικά κολακευτικά λόγια, τόσο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και από τους Πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας Διόδωρο Α! και Θεόδωρο Α!, τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιο, όπως και από το σύνολο των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, και των αυτοκέφαλων εκκλησιών Κρήτης και Δωδεκανήσου.

Το 2007 από τις εκδόσεις Λογοσοφία εξεδόθει το βιβλίο του «Ένας Ίκαρος ήταν αρκετός» και τον Φεβρουάριο του 2009 το βιβλίο του «Ο Βιολονίστας» από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Έχει τιμηθεί με το Μετάλλιο πολυετούς ευδοκίμου υπηρεσίας του Β.Ν., με το διάσημο των Υποβρυχίων και των Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ (O.S.J.).

Το 1990 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Συνεργάστηκε με τον Δημοτικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Ναυπλίου για έξη χρόνια με πέντε εβδομαδιαίες εκπομπές, εκ των οποίων το «Πολιτιστικό Περισκόπιο της Κυριακής» άφησε εποχή για την ενημέρωση των ακροατών σε θέματα πολιτισμού από την Ελλάδα και τον Κόσμο, με αναμετάδοση κλασικής μουσικής. Ταυτόχρονα είχε αναλάβει πρώτος Διευθυντής της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ναυπλίου (Δ.Ε.Π.Α.Ν.) και είναι ο εμπνευστής και δημιουργός του «Μουσικού Φεστιβάλ Ναυπλίου» το οποίο και υφίσταται μέχρι σήμερα.

Επί των ημερών του, το Ναύπλιο αναδείχθηκε σε πόλη με την μεγαλύτερη πολιτιστική δραστηριότητα στην Ελλάδα εκτός της πρωτεύουσας.

Απεβίωσε  από επιπλοκές του κορονοϊού το πρωί του Σαββάτου, 19 Μαρτίου 2022, στο νοσοκομείο Ναυπλίου όπου νοσηλευόταν με πολλαπλά προβλήματα υγείας.

Read Full Post »

Γκόνης Θοδωρής

 

 

Στιχουργός, Συγγραφέας, Ηθοποιός, Σκηνοθέτης

 

Γκόνης ΘοδωρήςΟ Θοδωρής Γκόνης κατάγεται από την Αλωνίσταινα της Αρκαδίας. Γεννήθηκε στην Γκάτζια Ναυπλίου το 1956. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Πέλου Κατσέλη. Σπούδασε οικονομικά. Εργάζεται στο θέατρο ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Γράφει λόγια για τραγούδια.

 

Έχει συνεργαστεί με το Θεσσαλικό Θέατρο, Κ.Θ.Β.Ε., θίασο Καρέζη-Καζάκου, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, Πατρών κ.ά. Συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις του Θεατρικού Οργανισμού » Εποχή «. Σκηνοθέτησε στο Δημοτικό Θέατρο Άργους τον Φιάκα του Δ. Κ. Μισιστζή και το διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ποίος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου. Τον Λεπρέντη του Μ. Χουρμούζη στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών.

Την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου του Μισέλ Φάις στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής και Δημοκρίτειο Πανεπιστ. Θράκης. Το φιντανάκι του Π. Χορν. Το αμάρτημα της μητρός μου του Γ. Βιζυηνού και την Απολογία του Γ. Τερτσέτη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Το φιντανάκι του Π. Χορν και το Δάφνες και Πικροδάφνες των Δ. Κεχαΐδη – Ε. Χαβιαρά στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου.

 

Την τριετία 1995-98 διδάσκει υποκριτική στη δραματική σχολή του Κ.Θ.Β.Ε. Το 1987 αρχίζει συνεργασία του ως στιχουργού με τον Νίκο Ξυδάκη (Κάιρο-Ναύπλιο-Χαρτούμ, Τένεδος, Βενετσιάνα, Το μέλι των γκρεμών, Βουή του μύθου, Ακρωτήριον Ταίναρον κ.ά.) Ακολουθούν συνεργασίες του με τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Πέτρο Ταμπούρη, τον Γιώργο Ανδρέου, τον Τάσο Γκρους, τον Ορφέα Περίδη, κ.ά. Από τον Ιανουάριο 2000 είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου.

Read Full Post »

Σταθόγιαννης Πάνος

 

Σταθόγιαννης ΠάνοςΟ  Πάνος Σταθόγιαννης γεννήθηκε στα Λευκάκια Ναυπλίου το 1959.

Σπούδασε δημοσιογραφία και έκανε μεταπτυχιακά πάνω σε ζητήματα Κοινωνιολογίας της Μαζικής Επικοινωνίας. Έγραψε ποιήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια και στίχους για τραγούδια. Μετέφρασε Σλάβους – κυρίως – συγγραφείς. Πεζά και ποιητικά κείμενά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

 

Βιβλιογραφία

 

 

 

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »