Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Φαλέζ, (στρατιωτικός, εγγονός του «Γέρου του Μωριά»)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- Φαλέζ, εγγονός του Γέρου του Μοριά, αποτελεί μια αξιόλογη προσωπικότητα του δέκατου ένατου αιώνα, παραμερισμένη ωστόσο σήμερα από την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία.

Γιος του Γιάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1829 στο Ναύπλιο. Διατήρησε αποστάσεις από τους γονείς του, τους οποίους και θεωρούσε μέλη της Βαυαρικής Αριστοκρατίας, αφού μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο πατέρας του έγινε γερουσιαστής από τον Όθωνα. Ως προς το συνταγματικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, τήρησε εχθρική στάση, γι’ αυτό άλλωστε και αυτοεξορίσθηκε, πριν επιστρέψει παρακινούμενος από τον Όθωνα για να αναλάβει γερουσιαστής.

Ο Φαλέζ φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, σπουδές τις οποίες δεν επέλεξε. Επηρεάστηκε από τα μεγάλα λαϊκά κινήματα της Ευρώπης. Συντάκτης πολλών τολμηρών για την εποχή του πολιτικών κειμένων, τυπωμένων σε φυλλάδια ή δημοσιευμένων σε αθηναϊκές κυρίως εφημερίδες, συνήθιζε να συμπληρώνει τις κάθε φορά διακηρύξεις του με αντίστοιχη έντονη δράση, με την οποία αντιμαχόταν την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων. Ο Φαλέζ πίστευε ότι η κακοδαιμονία του τόπου στον καιρό του οφειλόταν λιγότερο στην ανικανότητα ή ανηθικότητα των συγκεκριμένων προσώπων και περισσότερο στο ίδιο το «χολερικό» σύστημα διοίκησης, που αυτά υπηρετούσαν – ένα σύστημα, που το συγκροτούσε, όπως έγραφε, «ένα κράμα εμπεριέχον την αυθαιρεσίαν της μοναρχίας, τον φατριατισμόν του συνταγματικού πολιτεύματος και τον τραμπουκισμόν της δημοκρατίας». Αυτό το σύστημα ο Φαλέζ το απέρριπτε και ως βασικό στοιχείο χρηστής και αποδοτικής διοίκησης θεωρούσε τις κατά τόπους λαϊκές συνελεύσεις, ενώ παράλληλα αποδεχόταν ως ορθές σε πολλές περιπτώσεις τις δραστηριότητες των ελλήνων πρώιμων σοσιαλιστών, των οποίων άλλωστε υπήρξε ειλικρινής φίλος.

Από τον στρατό παραιτήθηκε για ένα διάστημα προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής.

Από εγκεφαλικό επεισόδιο στερήθηκε τις διανοητικές του ικανότητες το 1894 και οδηγήθηκε στο θάνατο, στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους.

 

Πηγές

  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Αι Τελευταίαι Ημέραι της Βασιλείας του Όθωνος », Εν Αθήναις, 1881.
  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Πολιτικά κείμενα», Εκδόσεις, Σύγχρονη Εποχή, 2005.

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης


 

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης

Ο Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1958. Το 1976 τέλειωσε το 6/τάξιο Γυμνάσιο Αγ. Αναργύρων Αττικής. Το 1977-79 φοίτησε στην Ανωτ. Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού Κύμης και κατόπιν εργάστηκε ως Γ’ Πλοίαρχος.

Επίσης έχει τελειώσει την Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης Τ.Ε.Ι Πειραιώς, την  Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας και το Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο Μαράσλειο Διδασκαλείο ειδικεύτηκε στην Ειδική Αγωγή. Σήμερα υπηρετεί ως δάσκαλος Ειδικής Αγωγής στην Α/θμια Εκπ/ση.

Έχει εκδώσει:

  • «AB IMO PECTORE», Ποιήματα, 1975.
  • «Ένα Χωριό γράφει την Ιστορία του – Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός»,  Τοπική ιστορία – Λαογραφία, 2002.
  • «Γωνία Διοπτεύσεως», Ποιήματα, 2005.
  • «Του έρωτα», Ποιήματα, 2012.
  • «Εν καταδύσει», Ποιήματα, 2012.

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Καρατζά Ελένη

 

Κόρη του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη και σύζυγος του βουλευτή και δημάρχου Άργους Ανδρέα Καρατζά. Ήταν το υστερότοκο παιδί του στρατηγού και διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών στο Άργος.

Μετά τον θάνατό της, πρόεδρος του Συλλόγου έγινε η κόρη του Μιχ. Πασχαλινόπουλου Κατίνα Ν. Μπόμπου

 

Η εκλεκτή και πολύ αγαπητή κυρία Ελένη έμεινε άτεκνη. Έτσι, με το θάνατό της έσβησε για πάντα η ονομαστή οικογένεια του στρατηγού, παρά το γεγονός ότι η γυναίκα του Μαριγώ τού είχε γεννήσει έξι αγόρια και τρία κορίτσια, από τα οποία άλλα πέθαναν πρόωρα, άλλα δεν παντρεύτηκαν ή παντρεύτηκαν χωρίς ν’ αποκτήσουν παιδιά.

Η Ελένη Καρατζά πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1916, πιθανότατα όχι πλήρης ημερών, αφού ο άνδρας της πέθανε 16 χρόνια αργότερα (27 Μαρτίου του 1932).

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

 

Καραβάνου Άννα – Schoelter

 

Καραβάνου Άννα - SchoelterΗ Άννα Καραβάνου – Schoelter γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1964 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα τέσσερά της χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για τη Γερμανία, όπου ήδη ζούσαν οι γονείς της. Στο Μόναχο έζησε μέχρι που τελείωσε το δημοτικό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα φοίτησε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο της Γερμανική Σχολής Αθηνών στον Παράδεισο Αμαρουσίου. Μετά την αποφοίτησή της σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1985 πήγε στην Αυστρία όπου και έκανε το διδακτορικό της στο πανεπιστήμιο της Klagenfurt. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Από το 1988 διατηρεί εκεί φροντιστήριο γερμανικών. Η ιστορία υπήρξε πάντοτε ένα από τα ενδιαφέροντά της. Το 2008 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα, « Η κατάρα του πρίγκιπα ». 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Σπάνια λιθογραφία που απεικονίζει πιθανότατα τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Από τη συλλογή σχεδίων του Ch. De Sictivaux του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο, 1829.

 

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Ηλίας Χρ. Ξενοφών

 

Ηλίας Χρ. ΞενοφώνΓεννήθηκε το 1944 στο χωριό Αλέα Αργολί­δας. Φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού του και στα Γυμνάσια Νεμέας και Άργους. Έλαβε μέρος με επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως, σπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) 1962-1964 και αποφοίτησε με άριστα.

 

Διορίστηκε το 1966 και υπηρέτησε στα Δημοτικά σχολεία Πλατανίτσας, Αστρά και Κατσα­ρού Πύργου Ηλείας. Αποσπάστηκε στη Γερμα­νία και υπηρέτησε 1971-1974 στο Δημοτικό σχολείο Harburg. Φοίτησε τρία εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου στον κλάδο ειδί­κευσης: Παιδαγωγικές Επιστήμες. Υπηρέτησε το χρονικό διάστημα 1974-1976 στα Δημοτικά Σχολεία Εξοχής και Προσύμνης Αργολίδας.

 

Μετεκπαιδεύτηκε 1976-1978 στο Μ.Δ.Δ.Ε. και παράλληλα φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από το οποίο έλαβε πτυχίο Πολιτικών Επιστημών το έτος 1981.

Ακολούθως, υπηρέτησε ως Γραμματέας στο ΠΥΣΠΕ Δυτικής Αττικής 1978-1981, δάσκαλος στο 3ο Δημοτικό σχολείο Αιγάλεω και από το 1986 ως Διευθυντής στο 2ο Δημοτικό σχολείο

Χαϊδαρίου.

 

Το 1989 αποσπάστηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και εργάστηκε εκεί ένα έτος. Από το 1990-1993 άσκησε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του 2ου Γραφείου Π.Ε. Δυτικής Αττικής και στη συνέχεια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του 1993-2002 υπηρέτησε ως Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης στην 41η Περιφέρεια Αθηνών με έδρα το Αιγάλεω. Είναι παντρεμένος με τη δασκάλα Αικατερίνη Νικ. Καλαρά και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, το Χρήστο και τη Ζωή.

 

Κυκλοφορούν τα βιβλία του:

 

  • Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας, Αθήνα 1994 και
  • Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας, Αθήνα 2003.

Read Full Post »

Καραγιάννης Χρήστος

 

Επιφανής δικηγόρος και διατελέσας Πρόεδρος της Κοινότητας Άργους*.

Διετέλεσε κοινοτάρχης την κοινοτική περίοδο 1917-1918 καθώς και κοινοτικός σύμβουλος κάποιες άλλες χρονιές και ήταν πιθανότατα βενιζελικός.

Για τον Καραγιάννη γνωρίζουμε ελάχιστα, γιατί δεν υπάρχουν εφημερίδες για την περίοδο 1914-1932, κατά την οποία βρισκόταν στην ακμή της δράσης του, ούτε άλλα δημοσιεύματα. Από συμβόλαια των αρχών του αιώνα στο Υποθηκοφυλακείο Άργους πληροφορούμαστε ότι ήταν δικηγόρος, ότι είχε τέσσερεις αδελφές και πως ο πατέρας τους Αναστάσιος είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια.

 

Υποσημείωση

 

* Την περίοδο 1914-1925 το Άργος ήταν κοινότητα, επειδή ο πληθυσμός της πόλης ήταν κάτω των 10.000 κατοίκων (νόμος ΔΝΖ΄ του 1912).

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Καραμουτζάς Θεοδόσιος

 

Πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη και για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.* Επίσης, όπως προκύπτει από έγγραφα, διετέλεσε δήμαρχος Άργους το 1865.**

Η ιστορική οικογένεια Καραμουτζάδων έμενε στα Γεφύρια*** και η γειτονιά παλιότερα, και πριν το 1821, ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν υπάρχει ο φάκελός του, ο οποίος θα περιείχε στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πολέμησε· είναι γνωστό ότι πολλοί αγωνιστές δεν έκαμαν αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών τους.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ιστορία Ι. Ζεγκίνη, σ. 332.

** Βλ. περ. «Αναγέννηση», τχ 329, σ. 12.

***  Το όνομα Γεφύρια είναι μεταγενέστερο και οφείλεται σε γεφύρι που υπήρχε για τη διέλευση των πεζών.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ρούσσος Εμμανουήλ

 

Ρούσσος Εμμανουήλ

Γιατρός και δήμαρχος Άργους (1899-1903). Με την πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δήμαρχος το 1895. Τότε εκλέχτηκε για τελευταία φορά ο Σπ. Καλμούχος. Ο Ρούσσος το 1899 υποστηρίχτηκε από το Σωτήρη Δανόπουλο.

Από δημοσίευμα της εφ. «Αγαμέμνων» (φ. 137/18-9-1901) πληροφορούμαστε ότι ο Εμμ. Ρούσσος ανήγειρε νέα σφαγεία και μερίμνησε για την προέκταση της κεντρικής υπονόμου, για τη δενδροφύτευση των κεντρικότερων οδών και πλατειών και για τον καθαρισμό των παραποτάμων του Ερασίνου. Ήταν αδελφός του φαρμακοποιού και κοινοτάρχη Γεωργίου Ρούσσου.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »