Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Κούζης Π. Δημήτριος (†1958)


 

Κούζης Π. Δημήτριος

Γιατρός, δήμαρχος Άργους, βουλευτής και γερουσιαστής. Ήταν ανιψιός του δημάρχου και βουλευτή Μιχ. Παπαλεξόπουλου. Αναδείχτηκε δήμαρχος στις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 1903 και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι το 1907. Το 1910 εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου στη Β’ Αναθεωρητική Βουλή και αργότερα γερουσιαστής (1929-1932).[1]

Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος μας παρουσιάζει την προσωπικότητα του Δημητρίου  Κούζη με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια: «Ο ήδη γερουσιαστής, αναδειχθείς και βουλευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων με πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέψεως βαθυτάτης, διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου».

Ο Δημήτριος Κούζης έμεινε άγαμος.[2] Πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα (3 Δεκεμβρίου 1958).

 

Υποσημειώσεις


[1] Β’ Αναθ. Βουλή: 28-11-1910 έως 20-12-1911.

Η Γερουσία ως θεσμός της Ελληνικής Πολιτείας, λειτούργησε σε δύο περιόδους:

α) 1844-1862 (περίοδος συνταγματικής μοναρχίας). Το 1844 αναδείχτηκαν 36 γερουσιαστές και μέχρι τέλους της περιόδου (1862) συνολικά 97.

β) 1929-1935. Η δύναμη της Γερουσίας την περίοδο αυτή αριθμούσε 120 γερουσιαστές, από τους οποίους: 92 εκλέγονταν από το Εκλογικό Σώμα. (Τρεις εκλέγονταν από την περιοχή της Αργολιδοκορινθίας). 18 εκλέγονταν από τις επαγγελματικές τάξεις μέσω των οργανώσεών τους και 10 εκλέγονταν από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου. Οι εκάστοτε εκλεγόμενοι ήταν πολιτικοί ή προσωπικότητες που είχαν διακριθεί στα γράμματα ή σε υψηλά αξιώματα του δημόσιου βίου (καθηγητές πανεπιστημίων, αρεοπαγίτες, στρατηγοί, διευθυντές υπουργείων κ.ά.). Στο αξίωμα αυτό αναδείχτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια (1929-1935) συνολικά 183 γερουσιαστές, από τους οποίους 4 από την Αργολιδοκορινθία ως αιρετοί:

α. Ο σταφιδέμπορος Απόστολος Ζούζουλας (1875 – ) αγνώστου κόμματος.

β. Ο αξιωματικός Ιππικού Γεώργιος Καρπετόπουλος (1864-1929) του λαϊκού κόμματος.

γ. Ο γιατρός Δημήτριος Κούζης (1870- 1958 ) του κόμματος των Φιλελευθέρων.

δ. Ο δικηγόρος Αθανάσιος Χριστόπουλος (1881-) του κόμματος των Φιλελευθέρων. (Από τα Μητρώα Βουλευτών και Γερουσιαστών της Βουλής των Ελλήνων).

[2] Ο Δ. Κούζης είχε δύο αδελφές, την Κορίννα και τη Θέτιδα, οι οποίες επίσης έμειναν άγαμες. Ο αδελφός τους στρατηγός Ευάγγελος Κούζης απέκτησε δύο κόρες, την Πόπη και τη Λιλίκα. Η Λιλίκα παντρεύτηκε τον χημικό από τη Σκοτεινή Δημ. Καραμήτσο. Το ζεύγος Καραμήτσου απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρίνα (Μάνια), η οποία παντρεύτηκε τον Ελβετό Μπερνάρ Κέσελρινγκ. Η κόρη τους Εύα Κέσελρινγκ είναι ηθοποιός και τραγουδίστρια. (Μαρτυρία Καίτης Προκοπίου).

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη,  Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)


 

Καλμούχος Σπήλιος (†1906 ή 1907)

Γιατρός και επί σειρά ετών δήμαρχος Άργους. Πολιτευόταν από το 1857. Για πρώτη φορά εκλέχτηκε δήμαρχος το 1874 και συνολικά πέντε φορές, συμπληρώνοντας στο αξίωμα 19 συνολικά χρόνια.[1] Επίσης ήταν πληρεξούσιος Άργους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση Αθηνών (1862).

Ο Καλμούχος ήταν οπαδός του Χαρ. Τρικούπη και πολιτικός φίλος του Μιχ. Κωτσάκου, υποστηριζόταν όμως και από τον Γεώργιο Τσώκρη, αδελφό του Στρατηγού, και από τον βουλευτή Σωτήριο Δανόπουλο, τουλάχιστον κατά τις εκλογές του 1887. Ο Σπ. Καλμούχος, παρά την πολεμική που του εξαπολύουν οι εφημερίδες της εποχής του, ήταν γενικά αποδεκτός από τον πολιτικό κόσμο, γιατί ήταν ισχυρή προσωπικότητα και είχε να επιδείξει πολύ αξιόλογο και θετικό έργο από τη θέση του Δημάρχου. Γι’ αυτό είχε και ισχυρά λαϊκά ερείσματα. Ορθά παρατηρεί ο Δημ. Βαρδουνιώτης ότι «ο κ. Καλμούχος είναι μεγάλη πολιτική δύναμις» και ότι «είχε κατά την λήξασαν τετραετίαν αρίστην την υπ’ αυτού διαχείρισιν της δημοτικής αρχής».

Το 1899, που ήταν και πάλι υποψήφιος δήμαρχος «ο γηραιός πλέον πολιτικός», ηττήθηκε από το συνάδελφό του γιατρό Εμμ. Ρούσσο. Ο ίδιος ο Καλμούχος, ο οποίος μάλιστα την παραμονή των εκλογών δέχτηκε δολοφονική επίθεση έξω από το σπίτι του από αγνώστους, θα ομολογήσει με παράπονο ότι η αποτυχία του οφειλόταν στην εγκατάλειψη των μέχρι τότε πολιτικών του φίλων και υποστηρικτών.

Ο Σπήλιος Καλμούχος υπήρξε αναμφισβήτητα ο καλύτερος δήμαρχος Άργους. Επί της εποχής του έγιναν πολλά και σοβαρά έργα υποδομής και το Άργος έπαψε σιγά σιγά να μοιάζει περισσότερο με χωριό. Παρουσιάζεται δηλαδή για πρώτη φορά μια σοβαρή τάση για αστική συγκρότηση της πόλη.

Επί της εποχής του κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889) και το κτίριο του πρώτου Γυμνασίου Άργους (Βασ. Σοφίας 2), όπου σήμερα στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες του Δήμου. Αναμορφώθηκε, επίσης, το δημαρχείο με τα παρακείμενα κτίσματα, που είναι της καποδιστριακής περιόδου. Επίσης, φυτεύτηκαν δένδρα, έγινε μέριμνα για το φωτισμό της πόλης με φανούς,[2] κατασκευάστηκαν και επισκευάστηκαν δρόμοι μέσα και έξω από την πόλη, κατασκευάστηκαν οχετοί, καθαρίστηκε η κοίτη του Ερασίνου, συστάθηκαν και τελειοποιήθηκαν τα λουτρά του Αλμυρού,[3] κατασκευάστηκε δεξαμενή και διοχετεύτηκαν τα νερά του Ερασίνου[4] με σιδεροσωλήνες μέσα στην πόλη, έγινε απόφραξη των καταβοθρών της Στυμφαλίδας, για να εμπλουτίζονται τα νερά του Ερασίνου, επισκευάστηκαν διάφορα κεντρικά κτίσματα της πόλης, η οποία καλλωπίστηκε και νοικοκυρεύτηκε. Ακόμα και ουρητήρια[5] τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Διετέλεσε Δήμαρχος τις περιόδους 1874-79, 1883-1891 και 1893-99.

[2] Πριν απ’ τον ηλεκτροφωτισμό, που έγινε επί Ανδρέα Καρατζά, η πόλη φωτιζόταν τη νύκτα  με φανούς πετρελαίου και αργότερα οινοπνεύματος.

[3] Ο Αλμυρός ήταν οι Μύλοι, όπου μετέβαιναν οι Αργείτες με το τρένο για τα θαλάσσια λουτρά τους. Ο πρώτος ατμοκίνητος τότε σιδηρόδρομος έκανε το παρθενικό του ταξίδι από Κόρινθο στο Άργος το 1885 (εφ. «Άργος», φ, 17/19-12-1885). Την ίδια εποχή περίπου κατασκευάζονται και οι γραμμές του Άργους-Ναυπλίου και Άργους – Μύλων – Τρίπολης.

[4] Το 1899, λόγω ανομβρίας, τα νερά της Στυμφαλίδας μειώθηκαν πολύ και ο Ερασίνος στο Κεφαλάρι στέρεψε. Ο Καλμούχος δαπάνησε τότε πολλά χρήματα για την απόφραξη των καταβοθρών της λίμνης με τη βοήθεια της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη και με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Μιχ. Κωτσάκου (εφ. «Αγαμέμνων», φ. 140/14-2-1903).

[5] εφ. «Άργος», φ. 56/12-6-1888. Η εφημερίδα σημειώνει ότι τοποθετήθηκαν δεκαέξι ουρητήρια σε διάφορα μέρη της πόλης, «κομισθέντα εκ του εν Πειραιεί μηχανουργείου του κ. Βασιλειάδου».

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Πασχαλινόπουλος Μιχαήλ

 

Κτηματίας και δήμαρχος Άργους από το 1866 έως το 1870.

 

Από δημοσίευμα της εφ. «Αργολίς» πληροφορούμαστε ότι «διά της τιμίας συνετούς και πατριωτικής διοικήσεώς του δικαίως απολάβει της ευγνωμοσύνης των συμπολιτών του καθωραΐσας την πόλιν του Άργους διά της κατασκευής δρόμων, δημοσίων καταστημάτων, πλατειών και άλλων έργων κοινωφελών προς δόξαν παντοτεινήν και αγαθήν μνήμην του ονόματός του»

Η ίδια εφημερίδα μας πληροφορεί ότι ήταν εξάδελφος του Σπ. Καλμούχου, τον οποίο υποστήριξε στις εκλογές του 1874 και ότι η σύζυγός του Ελένη πέθανε σε νεαρή ηλικία, αφήνοντας πίσω της τρεις νεαρές κόρες.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Βλάσσης Χρήστος


 

Προεστός του Άργους στις παραμονές του Αγώνα, φιλικός και πρώτος δήμαρχος της πόλης του Άργους. Έλαβε μέρος στην επανάσταση και διετέλεσε πληρεξούσιος σε όλες σχεδόν τις εθνοσυνελεύσεις, καθώς και σ’ εκείνη που συνήλθε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Επίσης, διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου (1823), Σύμβουλος Επικρατείας και αργότερα Γερουσιαστής (1844-49). Ο Χρήστος Βλάσσης υπήρξε ο πρώτος δήμαρχος του Άργους (1834-1838).

Η ιστορική και επιφανής οικογένεια των Βλάσσηδων προερχόταν από την Κοτίτσα του Νομού Λακωνίας. Φαίνεται πως κάποιος Χρήστος Βλασσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιδιαίτερή του πατρίδα μετά την ατυχή επανάσταση του 1770 και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στο Άργος.

Γιος του ήταν ο Θεόδωρος Bλάσσης, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος μινίστρoς δικαίου (υπουργός δικαιοσύνης) το 1822. Με τη γυναίκα του Ασημίνα απέκτησε έντεκα παιδιά. Ίσως ο Χρήστος Βλάσσης, ο πρώτος δήμαρχος Άργους, να ήταν ο επιφανέστερος. Ο αδελφός του Ιωάννης ήταν γιατρός και διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858 και βουλευτής 1844, 1859, 1861). Ο άλλος του αδελφός, ο Κωνσταντίνος, που ήταν κτηματίας στην περιοχή του Άργους, έγινε δήμαρχος Σικυώνος. Η αδελφή τους Ελένη ήταν σύζυγος του εθνομάρτυρα Ιωάννη Περούκα. Η άλλη τους αδελφή, η Αλεξάνδρα, παντρεύτηκε τον Σπύρο Σπηλιωτόπουλο από τη Δημητσάνα.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), βρίσκεται νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης. Είναι διώροφο κτίσμα με τετράρριχτη κεραμωτή στέγη και ξύλινη τραβηχτή κορνίζα σ’ όλο το περιμετρικό γείσο, χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το σπίτι ήταν του πρώτου Δημάρχου της πόλης μας, αλλά κατά καιρούς δέχτηκε προσθήκες και μετατροπές. Σήμερα είναι ιδιοκτησία Ελένης Μητροκόλια. Έχει κηρυχτεί διατηρητέα (ΦΕΚ 592 Β/1983). Είναι σε άσχημη κατάσταση.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

 Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη», Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Willy Ronis

 

Ο Willy Ronis γεννήθηκε στο Παρίσι  στις 14 Αυγούστου του 1910. πατέρας του είχε έλθει από την Οδησσό ως πρόσφυγας και άνοιξε  ένα στούντιο φωτογραφίας στην λεωφόρο Voltaire  στο βόρειο τμήμα του Παρισιού. Ο νεαρός  Ronis, στάθηκε δίπλα στον πατέρα του και ανέπτυξε έναν ισχυρό θαυμασμό για αυτόν, είχε κληρονομήσει όμως το μουσικό ταλέντο της μητέρας του και το ενδιαφέρον του για την  μουσική ήταν  μεγάλο με την ελπίδα κάποτε  να γίνει συνθέτης.

 

Willy Ronis - Ναύπλιο 1980

Willy Ronis - Ναύπλιο 1980

Στα δεκαπέντε του  πατέρας του του έδωσε μια φωτογραφική μηχανή αλλά δεν ανάπτυξε πολύ  ενδιαφέρον για την φωτογραφία ώσπου κάποιος πλούσιος πατέρας ενός από τους φίλους του  του δάνεισε μια  Contax Τον εντυπωσιάστηκε η δυνατότητα να φωτογραφίζει χωρίς ισχυρό φωτισμό  Μια από τις πρώτες του φωτογραφίες είναι  μια νυχτερινή λήψη μερικών φίλων γύρω από μια φωτιά με ξυλά. Όπως όλοι οι  νέοι της εποχής ο Ronis στρατεύτηκε υποχρεωτικά   και όταν επέστρεψε από το στρατό το 1932 τα σχέδιά του για μια μουσική σταδιοδρομία εγκαταλείφθηκαν μιας και ο πατέρας του έπασχε από καρκίνο και δεν θα μπορούσε πλέον να κρατήσει το κατάστημα έτσι ο Ronis  αναλαμβάνει το φωτογραφείο Αυτή ήταν μια δουλειά που μίσησε , δεν υπήρχε τίποτα δημιουργικό.


Σε μια επίσκεψη του  στην ετήσια διεθνή έκθεση φωτογραφίας στο Παρίσι είδε την δουλειά από φωτογράφους όπως ο Alfred Stieglitz, Ansel Adams και άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως να είναι δυνατόν να φωτογραφίσει με τον τρόπο του και έτσι  να εκφράσει τα δημιουργικά του ενδιαφέροντά του. Από εκείνη την στιγμή  ξόδευε ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του  περιπλανομένος στους δρόμους  του Παρισιού με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι.
Όταν ο πατέρας Ronis πέθανε το 1936, απελευθερώθηκε από το κατάστημα και το εγκατέλειψε αμέσως για να δοκιμάσει το φωτορεπορταζ. Η πραγματική σταδιοδρομία του ως Φωτορεπόρτερ  άρχισε με ένα ρεπορτάζ στην επιστροφή των αιχμαλώτων πολέμου το 1945, 
Μετά από μια επιτυχή σταδιοδρομία ως Φωτορεπόρτερ ο Ronis αποφάσισε στην ηλικία των 50 ότι το ύφος φωτογραφίας του δεν ήταν πλέον αυτό που η αγορά επιθυμούσε και  απομακρύνθηκε από το Παρίσι, περνώντας την επόμενη περίοδο διδάσκοντας στην  Vaucluse. Η εργασία του επέστρεψε στην δημοσιότητα στο φεστιβάλ Arles το 1980, και από τότε έχει συμπεριληφθεί  σε σημαντικά μουσεία σε όλο τον κόσμο.


Όμως δεν περιορίστηκε στη αποτύπωση στιγμιότυπων ζωής από το Παρίσι, αλλά φωτογράφισε και άλλες χώρες, κυρίως βαλκανικές, μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα. O Willy Ronis παραμένει αεικίνητος κυνηγός της ζωής και των εικόνων της. Μέχρι τα 85 του χρόνια έκανε ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο. Μέχρι τα 90 του έκανε τις καθιερωμένες βόλτες στο Παρίσι, φωτογραφίζοντας. Τώρα, στα 96 του χρόνια, δεν μπορεί να κάνει τίποτα από αυτά, αλλά εξακολουθεί να αγαπά τη ζωή. Το περασμένο φθινόπωρο ήταν το τιμώμενο πρόσωπο στη Γαλλία, με σειρά εκδηλώσεων με αποκορύφωμα τη μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Δημαρχείο του Παρισιού, που είχε περισσότερους από 500.000 επισκέπτες μέσα σε δύο μήνες.

 

Πηγή

 

  • Jean – Claude Gautrand, « Willy Ronis », Taschen 2004.

 

Read Full Post »

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Read Full Post »

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Read Full Post »

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς (1788-1841)

 

Άγγλος στρατηγός από τη Σκωτία και φιλέλληνας, από τους πρώτους που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και αγαπούσε τα ταξίδια. Έτσι, αποχώρησε από το στράτευμα της Αγγλίας και από το 1810 άρχισε να ταξιδεύει. Επισκέφθηκε πολλά μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Στην Κωνσταντινούπολη μάλιστα παντρεύτηκε Ελληνίδα αρμενικής καταγωγής.

 

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

 

Με την έναρξη της επανάστασης απέπλευσε με δικό του πλοίο από τη Μασσαλία με προορισμό την Ελλάδα. Κατέληξε στα Τρίκορφα, έξω από την Τρίπολη, τον Αύγουστο1821, έχοντας μαζί του 600 όπλα, τρία κανόνια και μολύβι. Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον δέχτηκε με τιμές και του ανέθεσε να συγκροτήσει σώμα από Έλληνες και Φιλέλληνες. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου του 1821), απογοητευμένος και οργισμένος από την απειθαρχία και τις σφαγές των Ελλήνων, έφυγε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος επιτροπής για την ενίσχυση του Αγώνα με χρήματα και όπλα. Επανήλθε στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση των Ελλήνων (1826) και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, από όπου έστελνε τρόφιμα προς τα ελληνικά στρατόπεδα και άλλα εφόδια, που έρχονταν από το εξωτερικό. Την ίδια χρονιά έφτασε στο Ναύπλιο με 14.000 λίρες. Ήταν τα τελευταία χρήματα από το β΄ δάνειο. Το 1827 πολέμησε εναντίον του Κιουταχή από τον λόφο της Μουνυχίας, τον οποίο οχύρωσε, επικεφαλής 2.300 Ελλήνων. Μα και πάλι έφυγε, αγανακτισμένος από την κακή συμπεριφορά των Ελλήνων. Αργότερα ξαναήλθε, προσέφερε και άλλες υπηρεσίες στη χώρα και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Στο Άργος έκτισε την περίφημη οικία Γόρδωνος το 1829 και γι’ αυτό μερικά χρόνια αργότερα η γειτονιά ονομαζόταν συνοικία Γόρδωνος, πρώην Αρβανιτιά επί τουρκοκρατίας.

Όταν ήρθε σε ρήξη με τον Άρμανσμπεργκ, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα. Πέθανε στη Σκωτία το 1841. Έγραψε ιστορία «Περί της Ελληνικής Επανάστασης», έργο πλούσιο σε ιστορικές πληροφορίες, αλλά κακίζει τους Έλληνες για τη σκληρότητά τους, γιατί του ήταν δύσκολο να κατανοήσει ότι το μίσος εναντίον του εχθρού οφειλόταν στην καταδυνάστευση των Ελλήνων και στα πολλά εγκλήματα του τυράννου σε βάρος τους.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »

Βαρδουνιώτης Δημήτριος (1847-1924)


 

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα.

Ήταν ασκητικός και δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή. Του άρεσε να εργάζεται ώρες ατέλειωτες. Σ’ όλη του τη ζωή ήταν αφοσιωμένος στο λειτούργημά του και στο συγγραφικό του έργο. Η εργατικότητά του έμεινε παροιμιώδης. Ο ίδιος έλεγε ότι η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», από τον οποίο αποχώρησε το 1900, επειδή διαφώνησε με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαοικονόμο ως προς την τακτική του συλλόγου. Ο Βαρδουνιώτης επιθυμούσε να έχει ο σύλλογος ιστορικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό μετά την αποχώρησή του, ίδρυσε τον βραχύβιο «Λαϊκό Σύλλογο Ίναχο», αποσκοπώντας στο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού προς την ιστορία του Άργους. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία. Ο ζήλος του, όμως, ήταν αξιοθαύμαστος. Διοργάνωνε εκπαιδευτικές εξορμήσεις στις Μυκήνες, στα Δερβενάκια και πιο μακριά, όπως στην Ολυμπία, όταν λειτούργησε ο σιδηρόδρομος. Και υπάρχουν στον τύπο του Άργους σχετικά δημοσιεύματα, που αναφέρονται στις οργανωμένες ξεναγήσεις και στις εντυπώσεις των εκδρομέων.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Σπ. Καλμούχου την τετραετία 1883-87, οπότε δεν επανεκλέγεται.

Ήταν οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, τον οποίο μάλιστα προσφώνησε, όταν πέρασε από το Άργος στις 18 Μαρτίου 1885 κατά την προεκλογική του περιοδεία και κατέλυσε στο σπίτι του Σωτ. Δανόπουλου. Αργότερα εμφανίζεται οπαδός του Χαρ. Τρικoύπη.

Με το Σπήλιο Καλμούχο είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις και τον υποστήριξε στην αρθρογραφία του. Ο ίδιος εξέδιδε την εφ. «Άργος» από το 1885 έως το 1889 σε αντικατάσταση του «Δαναού», που εξέδιδε μέχρι τότε ο Ι. Κ. Υψηλάντης. Μετά την επανάσταση στο Γουδί ανήκε στους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς. Αλλά όταν επήλθε η ρήξη ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση κατά του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το Φεβρουάριο 1918 σε ηλικία 71 χρονών στη Μυτιλήνη, από όπου επέστρεψε ύστερα από λίγους μήνες ταλαιπωρημένος και αγνώριστος.

Το πνευματικό έργο του Βαρδουνιώτη άφησε τη σφραγίδα του στα γράμματα του Άργους για 50 ολόκληρα χρόνια. Με εμφανή τα ίχνη του ρομαντισμού έγραψε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία όμως δεν άντεξαν στο σαρωτικό πέρασμα του χρόνου. Από την πεισιθάνατη ποίησή του λείπει η πηγαία έμπνευση και τα γνήσια αισθήματα, ενώ με τα διηγήματά του δεν μπόρεσε να ζωντανέψει χαρακτήρες ή να αναλύσει με επιτυχία την κοινωνία. Αλλά το ιστορικό και ιστοριοδιφικό του έργου είναι πολύ σημαντικό και προσελκύει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον μας.

Ακούραστος στην ιστορική έρευνα, με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα συνέβαλε στην εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το έπος του 1821 και για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Ιδιαίτερη θέση, την πρώτη ίσως, κατέχει «Η καταστροφή του Δράμαλη», Τρίπολη 1913, που αναφέρεται στη μάχη των Δερβενακίων.

Επίσης, έγραψε για τη δίκη του Κολοκοτρώνη, την Μπουμπουλίνα και άλλους ήρωες και αγωνιστές του 1821. Άλλα σημαντικά του έργα είναι η «Εκδρομή εις τας Μυκήνας», «Η Αφνειός Κόρινθος», «Η Φρύνη», «Παρά τον Ερασίνον» κ.ά. Πολλά δημοσιεύματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο του Άργους, στα ημερολόγια Σκόκκου και Σβορώνου και αλλού. Υπέγραφε πολλές φορές με τα ψευδώνυμα Έσπερος και Τίμων.

Ο Βαρδουνιώτης απέκτησε δύο παιδιά. Ο γιος του Κωστάκης πέθανε μικρός. Η κόρη του παντρεύτηκε τον αξιωματικό του στρατού Ηλία Γιαννακόπουλο, αλλά πέθαναν άτεκνοι. Ο Βαρδουνιώτης πέθανε στο Άργος και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς Άργους.

 

Δημήτριος Βαρδουνιώτης

 …Το καθημερινό του κέντρο ήταν το τότε βιβλιοχαρτοπωλείο και τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή – μια πνευματική εστία – που συγκέντρωνε τους λογίους της περασμένης γενεάς του Άργους Κ. Ολύμπιον, Αγαμ. Φυκιώτην, και τους νεοσούς τότε του στίχου Σ. Παναγιωτόπουλον, Α. Ρουσσόπουλον, Κ. Αποστολίδην και Σ. Δημόπουλον. Εκεί κορυφαίος της συντροφιάς πάντα ο «Μπάρμπα Δημητράκης» ως τον αποκαλούσαν διηγώνταν τις ωραίες ιστορίες του τόπου μας με γλαφυρότητα και έξαρσι και όλοι τον παρακολουθούσαν με κατάνυξι.

Φοίβος, περ. Τα Ηραία, τχ. 16/1939, σ. 17

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)

 

 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Λίμπρο ντ’ Όρο (Libro d’ Oro). Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.

Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).

Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα. 

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα,* που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας,  ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος ο πρώτος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λειψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. 

Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης από το 1814 ως το 1822, υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία.

Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν και τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της Ελβετίας, παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ.

Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.

Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.

Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη,** έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη.

Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος.

Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη.

Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Βασίλη Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει.

Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια. Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.

  

Υποσημειώσεις  

 

* Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

  Οι γραμμές αυτές είναι της Ρωξάνδρας Στούρτζα.

** Αν ο καθένας από εσάς (και ομιλώ δι’ εκείνους που κατέχουν τας πρώτας θέσεις εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας) με εβοήθει ολίγον και καλοπίστως, λησμονών δια μίαν στιγμήν τα προσωπικά του συμφέροντα, το έργον μου θα εγίνετο περισσότερον εύκολον δι’ εμέ και περισσότερον καρποφόρον δια την Πατρίδα… 

 Προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,   Μάιος 1828

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Κωνσταντίνου Τσάτσου, « Ιωάννης Καποδίστριας – Διακόσια χρόνια από την γέννησή του 1776 – 1976 », Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.
  • Ιωάννης Καποδίστριας, « Κείμενα»,  Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »