Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Καραμούντζος Κ. Σπύρος (1932- Κυριακή 26 Απριλίου 2026)


 

Καραμούντζος Κ. Σπύρος

Ο Σπύρος Κων. Καραμούντζος γεννήθηκε το 1932 στην Καρυά Αργολίδας. Ως δάσκαλος εργάστηκε σε σχολεία της Ανατολικής Μακεδονίας και της Αττικής. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε ως Γραμματέας της Σ.Ε.Λ.Δ.Ε. Αθηνών, ως Προϊστάμενος του 6ου Γραφείου Π.Ε. Ανατολικής Αττικής και ως Σχολικός Σύμβουλος, μέχρι τη συνταξιοδότηση του, στην Εκπαιδευτική Περιφέρεια Ολυμπίας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση.

 

Έχουν κυκλοφορήσει δέκα ποιητικές του συλλογές:

  • «ΑΛΚΥΟΝΕΣ» (2000)
  • «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ» (2004)
  • «ΦΥΛΛΟΒΟΛΗΜΑΤΑ» (2006)
  • «ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ- ΧΑΪΚΟΥ» (2006)
  • «ΗΛΙΑΝΘΟΙ» (2010)
  • «ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ» (2013)
  • «POET’S GARDEN» (2013)
  • «ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ -ΧΑΪΚΟΥ» (2018)
  • «ΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ» (2018)
  • «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ» (2020)

Επίσης, κυκλοφορούν το Πεζογράφημα «Λόγια Καρυάς – Παιδικές αναμνήσεις και αναφορές», 2007, και μία συνέντευξη «Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση», 2011.

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος στον κήπο του σπιτιού του, στην Καρυά Αργολίδας.

 

Για την ποιητική Συλλογή «Poet’s Garden», που έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τη Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, από το IPTRC- Κέντρο Έρευνας της Διεθνούς Ποίησης και Μετάφρασης – βραβεύτηκε ως ένας από τους καλύτερους ποιητές στον κόσμο για τη χρονιά 2013.

Το δε περιοδικό «Τhe Word Poets Quarterly», November 8, 2013, στην Κίνα, κυκλοφόρησε με πολλά του ποιήματα μεταφρασμένα στα κινέζικα και με ολοσέλιδη φωτογραφία του στο εξώφυλλο, με τον τίτλο Spiros K. Karamountzos (Greece).

 

Ο ποιητής Σπύρος Καραμούντζος, στο εξώφυλλο του περιοδικού «Τhe Word Poets Quarterly», το Νοέμβριο του 2013.

 

Για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο έχει πολλάκις αποσπάσει επαινετικά σχόλια από διακεκριμένους κριτικούς της λογοτεχνίας. Η Συλλογή μάλιστα «Δροσοσταλίδες – Χαϊκού» και άλλα του ποιήματα έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς λογοτεχνικών περιοδικών.

Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ποιητικές ανθολογίες. Επίσης δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά και σε λογοτεχνικές σελίδες εφημερίδων εκτός από τα ποιήματα και πεζά του κείμενα.

Ως Λογοτέχνης συμπεριλαμβάνεται στη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Χάρη Πάτση ( 13ος Τόμος) και στην Εγκυκλοπαίδεια WHO IS WHO στην Ελλάδα της Hubner, (3η έκδοση, 2008).

Ήταν τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της «International Writers Association» ( I.W.A.) και της «World Poets Society» ( W.P.S.)

Πολλά ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ρωσικά, στα Ιταλικά και στα Κινέζικα, και έχουν δημοσιευτεί σε ξένα περιοδικά και σε ανθολογίες.

Ο Σπύρος Καραμούντζος πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την Κυριακή 26 Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 28 Απριλίου στον Ι. Ν. Τιμίου Προδρόμου στην Καρυά.

 

Read Full Post »

Παξινού Κατίνα (1900 – 1973)


 

Κατίνα Παξινού

Αικατερίνη  Κωνσταντοπούλου – Παξινού. Μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου του κινηματογράφου και μουσικός. Ήταν ανεψιά του μεγαλέμπορου  Ηλία Κωνσταντόπουλου [Κωνσταντίνοβιτς], ο οποίος διατηρούσε αλευρόμυλους στον Πειραιά με τον αδελφό του Βασίλη και διακινούσε αλεύρι στο Άργος και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1900, κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας, και συγκεκριμένα του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου και της Ελένης Μαλανδρίνου. Η οικογένεια της είχε συνολικά επτά παιδιά: πέντε κορίτσια και 2 αγόρια και η Κατίνα ήταν το τέταρτο.

Φοίτησε αρχικά στη Σχολή Χιλ και ακολούθησε η Σχολή Καλογραιών της Τήνου. Λόγω του ζωηρού της χαρακτήρα φοίτησε εσώκλειστη σε σχολείο της Ελβετίας. Σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Παντρεύτηκε τον βιομήχανο Ιωάννη Παξινό, και απέκτησε μαζί του δύο κόρες, την Έθελ και την Ιλεάνα. Ο γάμος της κράτησε 6 χρόνια.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1920 στην όπερα του Δημήτρη Μητρόπουλου «Αδελφή Βεατρίκη», στο δημοτικό θέατρο Αθηνών. Η πρώτη εμφάνισή της στο θέατρο ήταν στο έργο «Γυμνή γυναίκα» στο θέατρο Μαρίκας Κοτοπούλη το 1929. Αμέσως καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια του δραματικού ρεπερτορίου. Τον επόμενο χρόνο (1930) συγκρότησε θίασο με τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Αλέξη Μινωτή και εμφανίστηκε στα έργα «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’ Νηλ και «Ο πατέρας του Στρίντμπεργκ».

Από το 1931 έως το 1940 συμμετείχε στο θίασο του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1930, και έπαιξε σε έργα του Ίψεν, του Σω, του Ο’ Νηλ, του Χάουπτμαν, του Στρίντμπεργκ, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Σίλλερκαι, του Σαίξπηρ αλλά και σε έργα του ελληνικού δραματολογίου (στη θυσία του Αβραάμ του Βιτσέντζου Κορνάρου, στην Τρισεύγενη, του Κωστή Παλαμά κλπ.). Επίσης, συνέβαλε στην αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας, ερμηνεύοντας την Κλυταιμνήστρα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, την Άτοσσα στους Πέρσες του ίδιου τραγικού και τη Φαίδρα στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη και Δημ. Ροντήρη.

Κατίνα Παξινού

Επίσης, η Κατίνα Παξινού με το σύζυγό της Αλέξη Μινωτή συνετέλεσαν πολύ στην καθιέρωση των Επιδαυρίων (1954), αλλά και πριν καθιερωθεί ο θεσμός αυτός «το 1938 για πρώτη φορά στο σύγχρονο κόσμο παίζεται στην Επίδαυρο η Ηλέκτρα του Σοφοκλή με την Κατίνα Παξινού σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη». Θεωρείται μεγάλη η συμβολή της, καθώς και του συζύγου της, στην επιτυχία και στην οριστική καθιέρωση του φεστιβάλ της Επιδαύρου το 1954.

Με την έναρξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου η Παξινού βρισκόταν στο Λονδίνο. Από εκεί πήγε στην Αμερική, όπου έζησε και εργάστηκε με το σύζυγό της μέχρι το 1952 περίπου. Στην Αμερική, εκτός από τις εμφανίσεις της στο θέατρο, για πρώτη φορά έπαιξε στον κινηματογράφο στις ταινίες «Για ποιον χτυπά η Καμπάνα», που της χάρισε το 1943 το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου ως η επαναστάτρια Πιλάρ, και «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (1947). Ήταν η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με Όσκαρ, όπως και η πρώτη από την Ελλάδα. Το 1947 βραβεύθηκε με το βραβείο Κοκτώ για το κινηματογραφικό έργο Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα.

 

Η Κατίνα Παξινού με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου. (Getty Images)

 

Επιστρέφοντας πάλι στην Ελλάδα, έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο στα έργα: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα, Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας του Ντύρενματ κ.α. Εμφανίστηκε αρκετές φορές στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο καθώς και σε ταινίες, «Ο κύριος Αρκάντιν» του Όρσον Γουέλς, 1955, και «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του» του Βισκόντι, 1960).

Με τη δικτατορία (1967) αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο και συγκρότησε με τον άνδρα της δικό της θίασο. Η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο ήταν στο ρόλο της μάνας στο «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ και στον κινηματογράφο στην ταινία «Το νησί της Αφροδίτης» (1969).

 

Φωτογραφία της Κατίνας Παξινού στην ηλικία των 30 ετών. Εφημερίδα «Ελληνικόν Θέατρον», (1926-1936): Όργανον Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Αθηναϊκή θεατρική εφημερίδα. Φύλλο της 1ης Νοέμβρη του 1930.

 

Η Κατίνα Παξινού, που για μισόν αιώνα εργάστηκε σκληρά, άφησε λαμπρό όνομα στην ιστορία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ήταν μια τέλεια τραγωδός με υψηλά προσόντα και στάθηκε στην κορυφή της ελληνικής θεατρικής ζωής. Είχε τέτοιες ικανότητες, που να μπορεί να ερμηνεύει δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού ύφους και κάθε εποχής, από τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι Μπρεχτ και μέχρι Παλαμά. Εξάλλου «η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη φωνή της, ώστε να αναδεικνύει με μεγάλη ευαισθησία και εκφραστικότητα τον τόνο, τη μελωδία και τους εσωτερικούς ρυθμούς του ποιητικού λόγου».

Παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Ανώτερο Ταξιάρχη Γεωργίου Α’ και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη της Δυτικής Γερμανίας. Τιμήθηκε ακόμη με τον τίτλο της Αξιωματούχου Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας και με το Βραβείο «Ιζαμπέλλα Ντ’ Εστέ».

Η Κατίνα Παξινού ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου και πολλές φορές ερχόταν για διακοπές το καλοκαίρι στο Άργος και έμενε στο αρχοντικό του θείου της, (Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο οδός Δαναού 29). Ορισμένοι ντόπιοι διηγούνται όμορφες ιστορίες από την προσωπική ζωή της μεγάλης ντίβας του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η Κατίνα Παξινού γεννήθηκε στον Πειραιά, πέθανε στην Αθήνα από την επάρατη νόσο, στις 22 Φεβρουαρίου 1973, καταγόταν από το Άργος. Ήταν Αργειτοπούλα.(;)* 

 Η Κατίνα Παξινού δεν είχε καταγωγή από το Άργος, δεν ήταν Αργειτοπούλα ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου ο οποίος  ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, Βλ. Σημ. Βιβλιοθήκης.

 

Στα σκαλιά του Αρχοντικού του Ηλία Κωνσταντόπουλου. Από το οικογενειακό αρχείο του κ. Σωτήρη Κοτσοβού, ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για τα εικονιζόμενα πρόσωπα: «Στην πίσω σειρά από αριστερά είναι ο Τάκης Μπόμπος, βουλευτής – γερουσιαστής, δίπλα του η Νίτσα Κωνσταντοπούλου, κόρη του Ηλία που παντρεύτηκε στην Πάτρα τον μεγαλέμπορο Μουστάκη, δίπλα της η μητέρα της Κωστούλα Γεωρ. Τσαπούρη, συζ. του Ηλία Κωνσταντοπούλου (αδελφή του παππού μου) και στη πάνω άκρη δεξιά η Κατίνα Κωνσταντοπούλου συζ. του Τάκη Μπόμπου. Εμπρός αριστερά είναι ο Μίμης Κωνσταντόπουλος δικηγόρος, (ο τελευταίος επιζών στην μεταβίβαση του κτηρίου) οι άλλοι δύο δεν είναι της οικογένειας.

 

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Συμπληρωματικές πληροφορίες, για την οικογένεια Κωνσταντόπουλου και την Κατίνα Παξινού,  μας δίνει ο Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Σωτήρης Κωτσοβός, στενός συγγενής της οικογένειας. (Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος είχε νυμφευθεί την Κωστούλα Τσαπούρη αδελφή του παππού του).]

Το όνομα Κωνσταντόπουλος είναι εξελληνισμός του αρχικού επωνύμου τους, Κωνσταντίνοβιτς. Όνομα που υπάρχει και στον οικογενειακό τάφο τους στο κοιμητήριο της Παναγίας στο Άργος. Ήρθαν στην Ελλάδα οικογενειακά απ’ τον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, φέρνοντας τότε αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και χρυσό. Εξ αυτού στον Πειραιά αλλά και στο Άργος μεταγενέστερα το προσωνύμιό τους ήταν «Χρυσικός».

Απ’ αυτούς ο ένας γιος, ο Βασίλης ίδρυσε επιχείρηση εισαγόμενων σιτηρών από την Ρωσία και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε βιοτεχνία προϊόντων αλευρόμυλου που γιγαντώθηκε όμως σχετικά γρήγορα και έγιναν μια γνωστή πανελλήνια επιχείρηση με  τον τίτλο, «Μύλοι Κωνσταντόπουλου», αλλά και κοινωνικά μια ιδιαίτερα εξέχουσα  οικογένεια του Πειραιά. Ο Βασίλης απέκτησε επτά (7) παιδιά, μεταξύ αυτών και η Κατίνα (μετέπειτα Παξινού) αλλά και ο Λευτέρης, παππούς της ζωγράφου Μαρίας Ελευθερουδάκη-Τόλια που ζει στην Επίδαυρο.

Ο άλλος γιος ο Ηλίας, που επίσης ασχολήθηκε με εισαγωγή σιτηρών, ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά τον Δημήτρη, τον Βασίλη, τον Γιώργο (λογοτέχνη με το ψευδώνυμο «Δωρικός»), την Δέσποινα (Νίτσα), την Κατίνα και την Δήμητρα (Μιμή).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έκτισε το σπίτι του (Κωνσταντοπούλειο) στην  οδό Δαναού με σχέδια Τσίλλερ και στην οδό Τσώκρη το κατάστημα πώλησης σιτηρών – αλεύρων κ.λπ. (σημερινό Ernesto). Το σπίτι τους αυτό, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε ως επιταγμένη έδρα της Ιταλικής στρατιωτικής δύναμης, στη συνέχεια ως Αγροτική Τράπεζα, ως Νοσοκομείο, ως Γυμνάσιο Θηλέων κ.λπ. και στεγάζει σήμερα την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παραχωρήθηκε την δεκαετία του ’90 από τους εν ζωή τότε ιδιοκτήτες του γιούς Δημήτρη, Βασίλη και Γεώργιο στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η οποία και το παραχώρησε στον Δήμο Άργους για πολιτιστικούς σκοπούς. Το κατάστημά του πωλήθηκε λίγο μετά την Κατοχή σε ιδιώτη.

Οι σχέσεις των δύο αδελφών Βασίλη και Ηλία ήταν πάντα άριστες όχι μόνον επαγγελματικά, στην εμπορία σιτηρών /αλεύρων αλλά και οικογενειακά. Στο τεράστιο μάλιστα σπίτι του Ηλία στο Άργος έρχονταν πάντα τα καλοκαίρια τα παιδιά του Βασίλη και ιδίως η Κατίνα που ήταν και η αγαπημένη εξαδέλφη της εδώ Κατίνας του Ηλία, η οποία στην πορεία ήταν και η μόνη που έμεινε στο Άργος αφού παντρεύτηκε τον Βουλευτή αλλά και Γερουσιαστή Τάκη Μπόμπο. Όταν μάλιστα η Κατίνα Παξινού διέπρεπε ως ηθοποιός κάθε χρόνο έμενε στο σπίτι της Κατίνας Μπόμπου (επί της οδού Βασ. Σοφίας – ήδη ιδιοκτησία Μαρίκου) για μερικές μέρες πριν πάει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της.

 

Πηγή  


Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Μορμόρηδες

 

 

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

 

 

Ονομαστοί Αναπλιώτες στρατιώτες ήσαν οι αδελφοί Μανόλης και Γεώργιος Μόρμορη. Είναι πολύ πιθανό να ανήκουν στην ίδια γενιά με τους λόγιους Μουρμούρηδες, που αναφέρονται από τον Παρανίκα» και που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία. Οι Μορμόρηδες, μετά την παράδοση του Αναπλιού, ακολούθησαν τους Βενετούς κατά την αποχώρηση τους και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, όπου εγκαταστάθηκαν μαζί με εξήντα τέσσερις στρατιωτικές οικογένειες (1541).

 

 Οι Βενετοί παραχώρησαν στους αρχηγούς των οικογενειών αυτών προνόμια πολλά. Οι στρατιώτες αυτοί κράτησαν τα προνόμια ως την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα (1797). Αναφέρονται όμως αυθαιρεσίες τούτων των προνομιούχων σε βάρος των κατοίκων των νησιών του Ιόνιου.

 

Στην Κέρκυρα ο Μανόλης Μόρμορης ανάλαβε και πάλι στρατιωτικά καθήκοντα ως «γκουβερναδόρος» δηλαδή διοικητής της στρατιάς των Αναπλιωτών του νησιού. Και σημειώνουμε πως η αναφορά σε Αναπλιώτες στρατιώτες δεν προϋποθέτει μόνο αυτούς που είχαν γενέτειρα τ’ Ανάπλι. Όλοι οι στρατιώτες της Αργοναυπλίας αποκαλούνταν Αναπλιώτες και είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι προερχόμενοι από την Ερμιονίδα – Θερμήσι, οι περίφημοι Θερμησιώτες στρατιώτες.

 

Λίγα χρόνια μετά την εγκατάσταση αυτή, ο Μανόλης Μόρμορης, για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στην εκστρατεία των Τούρκων κατά της Κύπρου (1570), με την έγκριση και τη σύμπραξη του γενικού επίτροπου της Βενετίας στην Ανατολή Σεβαστιανού Βενιέρι, πο­λιόρκησε και κυρίεψε το Σοποτό στην περιοχή της Χιμάρας. Στην τολμηρή αυτή επιχείρηση δυο Αναπλιώτες στρατιώτες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για τη γενναιότητα τους: ο Μανόλης Μπλέσης και ο Ιωάννης Μπαρμπάτης – Βαρβάτης, γιος του διοικητή της στρατιάς, πριν από τον Μόρμορη, Αυγουστίνου Βαρβάτη, που είχε ονομάσει Αναπλιτοχώρι και τον τόπο της εγκατάστασης των Αναπλιωτών στην Κέρκυρα.

 

Η επιτυχία του Σοποτού είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση των Χιμαριωτών και των Ηπειρωτών ενάντια στο σουλτάνο. Ο τουρκικός στόλος όμως με ναύαρχο τον Αλγερινό πειρατή και ηγεμόνα της χώρας του Ουλούτς Αλή στάλθηκε στον Αυλώνα μαζί με ισχυρό στρατιωτικό σώμα που είχε επικεφαλής του τον Κρητικό αρνησίθρησκο Χασάν Βάφο.

 

Σε μια πρώτη σύγκρουση ο Γεώργιος Μόρμορης, αδελφός του Μανόλη, ύστερα από ανελέητη σφαγή, ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Μια δεύτερη προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων αναχαιτίστηκε από τον επίσης Αναπλιώτη Ελληνοαλβανό αρχηγό στρατιωτών Φίλιππο Προγονή και πάλι με μεγάλες απώλειες του εχθρού».

 

Ύστερα από τις απανωτές αυτές αποτυχίες των τουρκικών δυνάμεων, ο σουλτάνος έστειλε ενισχύσεις που πολιόρκησαν το Σοποτό. Οι κάτοικοι του μαζί με τους στρατιώτες των Μορμόρηδων αντιστάθηκαν πεισματικά, προξενώντας μεγάλη φθορά στους πολιορκη­τές, τελικά όμως αναγκάστηκαν να παραδοθούν, προδομένοι από την πείνα και από την έλ­λειψη πολεμοφοδίων. Ο Μανόλης Μόρμορης αιχμαλωτίστηκε από τον Ουλούτς Αλή. Μετά το θάνατο του τη διοίκηση της στρατιάς ανάλαβε ο αδελφός του Γεώργιος Μόρμορης, που λίγο πριν είχε κατασφάξει το στρατιωτικό σώμα του Βάφου.

 

Στους διαλεχτούς στρατιώτες αναφέρεται ακόμη ο Νικόλαος Μαμωνάς, που είχε δια­κριθεί, συμπράττοντας με τους Βενετούς, στην παράδοση της Κορώνης στον Andrea Doria (1532V«. Τόπος καταγωγής του δεν αναφέρεται, αλλά ίσως στους απογόνους του να συγκα­ταλέγεται και ο Μαμωνάς, που διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αναπλιού (1715) και σκοτώθηκε κατά τη μεγάλη τουρκική έφοδο ενάντια στο κάστρο.

Μνημονεύουμε και πάλι εδώ τα ηρωικά τέκνα της αναπλιώτικης αρχοντικής γενιάς των Μπουζίκηδων, που το ένα σκοτώθηκε στην πρώτη πολιορκία του κάστρου (1500), άλλα δυο στη δεύτερη (1538), ενώ όσα επιζήσανε συνέχισαν τον αγώνα κάτω από τις βενετικές ση­μαίες»».

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

 

Read Full Post »

Μπλέσης Μανόλης

 

 

 

Διάσημος ανάμεσα στους Ελληνοαλβανούς στρατιώτες προβάλλει ο Αναπλιώτης ευγενής Μανόλης Μπλέσης, που ανέβαζε την καταγωγή του στον άρχοντα Λέοντα Σγουρό. Ο Μπλέσης, εκτός από στρατιώτης, προβάλλει και ως ποιητής, η δε πολεμική δράση του σημειώνεται σε όλες σχεδόν τις μάχες ενάντια στους Τούρκους και σε εκστρατείες και επιδρομές που έγιναν στη Δυτική Ευρώπη.

Από τα 1560 πολέμησε στη Δαλματία στο πλευρό των Βενετών ενάντια στους Τούρ­κους. Στα 1570 πήρε μέρος στην άμυνα της Λευκωσίας της Κύπρου κατά την πολιορκία της από τα σουλτανικά στρατεύματα. Και στη συνέχεια με τέσσερις μόνο στρατιώτες έφτασε στις Παραδουνάβιες χώρες και διέσχισε την Αυστρία, τη Βαυαρία και την Πρωσία πάντοτε καβαλάρης και πολεμώντας. Κατά τα μέσα του ιστ’ αι. η πολεμική δόξα και τα κατορθώματα του είχαν πλατιά απήχηση και τα τραγούδια του, που τα μελοποιούσαν Φλαμανδοί και Ιταλοί μουσικοί, ακούγο­νταν στους δρόμους των ευρωπαϊκών χωρών και ιδιαίτερα στην Ιταλία.

Ο Μανόλης Μπλέσης τιμήθηκε με μεγάλους τίτλους από το Συμβούλιο των Δέκα για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφερε στη Γαληνότατη Δημοκρατία και για την προσωπική αξία του. Στα βενετικά αρχεία διαφυλάχτηκε το οικόσημο του θρυλικού στρατιώτη, που φάνταζε ως ένας νέος Ηρακλής. Μετά την επιστροφή του στη Βενετία έγραψε ποιήματα για την πολιορκία της Λευκω­σίας, ελεγεία για τους διαλεχτούς στρατιώτες που έχασε εκεί. Η έκδοση έγινε στα 1571.

Η φήμη του Μανόλη Μπλέση και τα κατορθώματα του έπλασαν θρύλους γύρω από την ηρωική μορφή του. Ένας από τους θρύλους αυτούς αφορούσε στην αγάπη μιας Κρανιδιώτισσας μάγισσας προς τον Μπλέση, που για χάρη του είχε γίνει αερικό και τον ακολουθούσε παντού, τον προστάτευε από τους κινδύνους και τον όπλιζε με υπεράνθρωπη δύναμη, ώστε να βγαίνει νικητής από τις πολεμικές περιπέτειες του. Και θέλοντας να δοκιμάσει την αφο­σίωση του, μεταμορφώθηκε σε δράκο και επανήλθε στην ανθρώπινη μορφή με ένα φίλημα του ήρωα, που τον αγκάλιασε και τον πήρε μαζί της στην αθανασία με εναέριο άρμα'».

  

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

 

Read Full Post »

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

Οίκος Μπούα

Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Ο Μερκούριος Μπούας,  Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ο Μερκούριος Μπούας, Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα.

 

Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496. Ήταν εγγονός του δεσπότη του Αγγελόκαστρου της  Άρτας και των Γιαννίνων Μαυρίκιου Μπούα – Σγουρού (αρχές του ιε’ αι.), που ανέβαζε  την καταγωγή του στο βυζαντινό άρχοντα του Αναπλιού Λέοντα Σγουρό.

 

 

 

Ο Μπούας μεγάλωσε στ’ Ανάπλι, όπου και παντρεύτηκε κόρη της αρχοντικής επίσης οικογένειας των Μποχαλαίων, την Αικατερίνη·». Με τη συνθήκη της παράδοσης του Αναπλιού (1540) έφυγε στην Ευρώπη, όπου τα πρώτα χρόνια κατατάχτηκε στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IB‘, ως αρχηγός επίκουρων στρατιωτών. Στο πλευρό των Γάλλων διακρίθηκε μαζί με τους στρατιώτες σε πολλές μάχες και ιδιαίτερα στην άλωση της Γένουας. Για τις πολεμικές αρετές του απονεμήθηκε από τον Γάλλο βασιλιά ο τίτλος του κόμη. Στη συνέχεια πέρασε στο βενετικό στρατό και ανέλαβε υπηρεσία στο Treviso, επικεφαλής της φρουράς του. Στο πλευρό των Βενετών συνέβαλε αποτελεσματικά στην κατάκτηση Παβίας (1527) και της Βερόνας, στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στη Βενετική Δημοκρατία και τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Μαξιμιλιανό. Η πολεμική ικανότητα του αναγνωριστικέ από το δόγη και τη γερουσία και του απονεμήθηκαν εξαιρετικές τιμές.

 

Ο Μερκούρης Μπούας πέθανε στο Treviso μεταξύ 1527-1562 και ενταφιάστηκε στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίας Maggiore. Προς τιμή του στήθηκε λαμπρό μνημείο μαρμάρινο 1562), έργο του γλύπτη Antonio Lombardi, όπου αργότερα χαράχτηκε τιμητική επιγραφή 1637) για την προσωπικότητα και το έργο του.  

Ο κόμης Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας διέθετε φιλοπολεμικό πνεύμα, στρατηγικό μυαλό και καρτερικότητα. Τα πολεμικά κατορθώματα του εξύμνησαν σύγχρονοι του ραψωδοί  της Ιταλίας και ο επίσης σύγχρονος του στρατιώτης Ζακυνθινός λόγιος Τζάνες Κορωναίος του αφιέρωσε μακροσκελέστατο ποίημα, τα «Ανδραγαθήματα Μερκουρίου Μπούα», που  το έγραψε στα 1519, όπου περιγράφει τα κατορθώματα του ως τα 1517 και αναφέρει τις τιμές που του απονεμήθηκαν. Τον παρουσιάζει ως Αχιλλέα και Μέγα Αλέξανδρο στην ανδρεία , ως Νέστορα στη γνώση και ως Πάρη στην ομορφιά. Ο Μερκούρης Μπούας χαρακτηρίζεται «Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλινών την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Όσο για το αφιερωμένο στον Μπούα ποίημα αναφέρεται: «Εκτός της μεγάλης ιστορι­κής αξίας, μεγαλυτέραν έχει την φιλολογικήν η εποποιία του Κορωναίου. Είναι το πρώτον απ’ αρχής μέχρι τέλους γεγραμμένον εις καθαρούς ομοιοκατάληκτους στίχους νεοελληνικόν ποίημα, φέρον καθαρόν τον τύπον της πρωτοτυπίας, και επομένως του ελληνικού Παρνασ­σού γνήσιον τέκνον καθιστάμενον».

 

Ο Μπούας θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, ο δε Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα, που σώθηκε στα αρχεία της Βενετίας, το απαρτί­ζουν οι σπουδαιότερες από τις πολεμικές σημαίες που είχε κατακτήσει.

 

Σύγχρονοι και συγγενείς του Μπούα στρατιώτες μνημονεύονται: Ο Λεκαμπούας (Αλέ­ξανδρος Μπούας), ο Αλέξης Μπούας, ο Μαρκαντώνιος Μπούας, ο Αντρέας Μπούας’.

 

Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες αναφέρονται επίσης ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θε-ράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. Όλοι ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες και είχαν τιμη­τικές διακρίσεις. Τιμητικά αναφέρεται ακόμη ο στρατιώτης του Μπούα Μαυρίκης Κόκλας»».

Σημειώνουμε ακόμη ότι από τη μεγάλη οικογένεια των Μπουζίκηδων, όπου αλλού ανα­φερόμαστε σε ηρωικά μέλη της, ο Γεώργιος Μπουζίκης έφτασε στο βαθμό του στρατηγού. Με το στρατηγό Μπουζίκη, τα προτερήματα του και τη θέση του στην αριστοκρατία της Βε­νετίας ασχολήθηκε ο λόγιος πρωτοπαπάς του.

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Μουσείο Ελληνικής Παροικιακής Ιστορίας της Βενετίας.

 

 Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος   

 

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

Μπούγα ή Καλλιρρόη και Πέτρος Μπούας.

 

Μπουγαίος, Μπουγαίισα= οι κάτοικοι του χωριού Μπούγα,  όπως λεγόταν παλιά η Καλλιρρόη.

Απ’όσο έχω ψάξει υπάρχουν 2 εκδοχές για αυτή την ονομασία. Η 1η και πιο απλοϊκή είναι αυτή που μου έλεγε ο παππούς μου. Ότι τα παλιά χρόνια είχε πέσει μεγάλη ξηρασία στα χωριά μας και δεν υπήρχε νερό, ώσπου  κάποια μέρα ένας “γελαδάρης” παρατήρησε ότι στις οπλές των ποδιών των βοδιών του βρήκε λάσπη (άρα νερό) και ακολουθώντας την άλλη μέρα το κοπάδι του έφτασε σε μια πηγή στην τοποθεσία Μουντρά (τώρα πια έχει στερέψει)  και βρήκαν το πολυπόθητο νερό. Η οπλή του βοδιού λεγόταν “μπουγά”, και δεν ξέρω αν λέγεται ακόμη, ως εκ τούτου έβγαλαν και το όνομα του χωριού μου Μπούγα.

Η 2η εκδοχή είναι ιστορική και έχει ως εξής: την ονομασία Μπούγα την πήρε το χωριό μου από τον Πέτρο Μπούα της ξακουστής φάρας των Μπουαίων. Περί τα τέλητου 14ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας από τους Βυζαντινούς άρχοντες του Μοριά ( Εμ. Κατακουζηνός ) έποικοι από τη Βόρεια Ήπειρο, που ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και που παράλληλα με την Ελληνική μιλούσαν και την Αλβανική γλώσσα, οι γνωστοί Αρβανίτες. Σκοπός της εγκατάστασης τους ήταν να χρησιμοποιηθούν ως συνοριοφύλακες του Βυζαντινού Δέσποτα του Μυστρά, καθόσον στην απέναντι πλευρά της Νέδας, στην Ολυμπία, υπήρχαν οι Φράγκοι. Ένας από τους πρώτους οικισμούς που έκτισαν οι έποικοι εκείνοι ήταν το Λιόπεσι (Άνω Κούβελα), σε υψόμετρο 1000μ., ανατολικά της κορυφής του Κουβελαίικου Αη-Λιά. Το Λιόπεσι φαίνεται να ήταν η έδρα των αλβανόφωνων εποίκων, αφού εδώ είχε το ορμητήριό της η ξακουστή φάρα των Μπουαίων.
Οι Αρβανίτες έποικοι ήλθαν σε πολλές συγκρούσεις με τους Φράγκους και συνέβαλαν αποφασιστικά στην εκδίωξή τους από το Μοριά υπό τον αρχηγό τους Πέτρο Μπούα. Στην συνέχεια αμύνθηκαν με σθένος κατά των Τούρκων εισβολέων και όταν τελικά ο Μοριάς έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ (1461), τέθηκαν στην υπηρεσία των Βενετών, που τότε κατείχαν τα φρούρια Μεθώνης, Κορώνης, Μονεβασιάς και Ναυπλίου, με σκοπό να εξασφαλίσουν την βοήθειά τους για την εκδίωξη των Τούρκων. Το 1479 ο Θεόδ. Μπούας από το Κούβελα (Λιόπεσι) με τον Κροκ. Κλαδά από την Μάνη επαναστάτησαν κατά των Τούρκων, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς και η επανάσταση τους κατεστάλη το 1484.
Κατά το Βενετο-Τουρκικό πόλεμο του 1540 οι κάτοικοι της περιοχής πολέμησαν στο πλευρό των δυτικών συμμάχων. Μετά την πτώση των κάστρων και την αποχώρηση των Βενετών από τον Μοριά, οι περισσότεροι αρβανίτες στρατιώτες αναχώρησαν με τις οικογένειές τους για την Δύση και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Απουλίας (Κάτω Ιταλίας), ελπίζοντας σε σύντομο επαναπατρισμό τους.( Ιστορία Κ. Παπαρρηγόπουλου, Κ. Σαθά, Αθ. Γρηγοριάδη κ.α.). Τις πληροφορίες αυτές τις βρήκα από την ιστορία του Χωριού Κούβελα μιας και ο μπαμπάς μου από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από τη Νέδα.

Η φάρα των ΜΠΟΥΑ κατάγεται απο την Βόρεια Αλβανία.Η ονομασία της προέρχεται απο τον ποταμό Μπουγιάνα που σημαίνει,νερό. Βλέπε μπουγιέλο.Απόγονοι των Μπουαϊων υπήρξαν ονοματοδότες φαρών όπως Σπαταίοι, Γριβαίοι, Μερκουραίοι, Λιοσαίοι, Μουρικαίοι και άλλοι. Βλέπε Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων, Α.ΚΟΛΛΙΑΣ. Βλέπε, Αρβανίτες, Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Κ.ΜΠΙΡΗΣ. Πληθωρα Βενετικών αρχείων είναι διαφωτιστικά. ΑΥΤΑ και μόνον περιεκτικά. Σημαντικά μέλη του Οίκου Μπούα ήταν ο Μερκούριος Μπούα ο οποίος τιμήθηκε από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό και τον Βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο τον ΙΒ’ το 1524 με τον τίτλο του Κόμη της Σουαβίας και αργότερα του Πρίγκηπα του Λίχτενμπεργκ (τίτλους που φέρουν έκτοτε οι απόγονοι του Οίκου) για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Επίσης, ο Ιωάννης Μπούας και ο Σγουρός Μπούας Δεσπότες Ηγεμόνες του Αγγελοκάστρου, ο Ιωάννης Μπούας και ο Μαυρίκιος Μπούας Δεσπότες του Δεσποτάτου της Άρτας, ο Θωμάς Μπούας που διετέλεσε Διοικητής του Ιππικού του Βασιλέως της Μ. Βρετανίας Ερρίκου Η΄, ο Πέτρος Μπούας που έδρασε στην Ιταλική Χερσόνησο και ο Θεόδωρος Μπούα μαζί με τον Ακροκόνδυλο Κλαδάπου έδρασαν στον Ελληνικό και Βαλκανικό χώρο και Ιταλικό χώρο . Ήταν οι μόνοι που αντισταθήκαν στους κατακτητές στον ελληνικό χώρο και ειδικά στην Πελοπόννησο, στη Θεσπρωτία και στον ευρύτερο γεωγραφικά χώρο της Ηπείρου τον 14ον αιώνα. Από τους Μπούα ξεκίνησε στην Δυτική Ευρώπη η δράση των Ελλήνων μισθοφόρων (Stratioti όπως τους ονόμαζαν) αλλά και στον ελληνικό χώρο η δράση των Αρματωλών και Κλεφτών, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Συνέχεια του Οίκου αποτελεί ο Οίκος Στύλου που συνέχισε την στρατιωτική παράδοση του Οίκου Αγγέλων και Μπούα στην σύγχρονη Ελλάδα. Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.  Το χωριό (Καλλιρρόη)ονομαζόταν αρχικά Μπούγα. Χτίστηκε 8 αιώνες πριν και το πρώτο σπίτι είχε σκεπή από πλάκες και κορμούς ασφάκας (δένδρο με στριφτό ξύλο που δεν σπάζει). Το 1928, με το διάταγμα υπ’αρ. Α 156/28 μετονομάστηκε σε Καλλιρόη, κατά μία εκδοχή από την καλή ροή του λαδιού της  και του νερού της και κατά μία άλλη από την πηγή του χωριού Μουντρά που είχε καλή ροή. Με το όνομα Καλλιρόη άλλωστε, υπήρχε και πηγή της περιοχής στην αρχαιότητα. Από ανασκαφές το 1929, προκύπτει ότι οι Σπαρτιάτες είχαν εδώ φυλάκιο για να φορολογούν τους διερχόμενους, διότι ήταν διάβαση από την Ανατολική στην Δυτική Πελοπόννησο. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι είχαν εκεί φρουρά και στρατό. Φαίνεται ότι η σημερινή Καλλιρόη βρίσκεται εκεί που άλλοτε υπήρχε η προέκταση της αρχαίας πόλης Ανδανίας (2600-2200 π.Χ.) (πηγή site Δήμου Μελιγαλά http://www.meligala.gr)

Δήμητρα Γιαννοπούλου

(Kopanaki News)

 

 

 

 

cf83ceb7cebcceb1-word-press1

 

Read Full Post »

Βαγγέλης Καζάν (1938-2008)

 

 

 Ο Βαγγέλης Καζαντζόγλου, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Βαγγέλη Καζάν, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1938. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και ως μαθητής της σχολής εμφανίστηκε το 1955 στον «Μάκβεθ». Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση έγινε το 1959 με τον θίασο της Μαίρης Αρώνη στη «Μαντώ Μαυρογένους».

Βαγγ�λης Καζάν
Βαγγέλης Καζάν

Ένας από τους σημαντικότερους καρατερίστες του ελληνικού κινηματογράφου, ο Βαγγέλης Καζάν, αγαπημένος ηθοποιός του Θόδωρου Αγγελόπουλου, με εξειδίκευση στους ρόλους του σκληρού, ήταν ο «κατάσκοπος» στον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος στον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο». «Φάτσα» που έγραφε στο γυαλί και δεν την ξεχνούσες εύκολα, είχε παίξει σε ταινίες που άφησαν εποχή. 

 Ακολούθησαν συνεργασίες με το Εθνικό Θέατρο, τους θιάσους του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, της Ελλης Λαμπέτη, του Σπύρου Ευαγγελάτου, της Αννας Συνοδινού, το «Θέατρο Νέας Ιωνίας», το «Θέατρο Τέχνης». Συμμετείχε στους ιστορικούς «Ορνιθες» του Τέχνης αλλά και σε άλλα έργα του θεάτρου, με τελευταία εμφάνιση το 1972 στους «Μουσικούς» του Γ. Σκούρτη, όπου ερμήνευσε τον ρόλο του Πάντζο. Εκτοτε ασχολήθηκε επί σειρά ετών με τον κινηματογράφο, που αποδείχτηκε η μεγάλη του αγάπη.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1953, στην ταινία «Από έξι μείναμε δύο». Ακολούθησαν πολλές άλλες, ανάμεσά τους: «Υπόθεση Πολκ», «Απαγωγή», «Η σοφερίνα», «Τζένη Τζένη», «Καγγελόπορτα», «Ορατότης μηδέν», «Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου», «Κελί μηδέν».

 

Ιδιαίτερη ήταν η συμμετοχή του στις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Μέρες του ’36», «Θίασος», «Οι κυνηγοί», «Τοπίο στην ομίχλη» και «Το βλέμμα του Οδυσσέα». Τιμήθηκε από το Φεστιβάλ Ελληνικού Kινηματογράφου με βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου για τον ρόλο του στην ταινία «Θίασος», καθώς και στο «Κελί μηδέν».

 

Η Μάνια Παπαδημητρίου, ο Βαγγ�λης Καζάν, η Τζ�νη Ρουσσ�α και άλλοι στην ταινία «Το βλ�μμα του Οδυσσ�α» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου (1995).
Η Μάνια Παπαδημητρίου, ο Βαγγέλης Καζάν, η Τζένη Ρουσσέα και άλλοι στην ταινία «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου (1995).

 

Συμμετείχε στις τηλεοπτικές σειρές «Ο επισκέπτης της ομίχλης», «Κάμπινγκ», «Η αγάπη της γάτας», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Ανατομία ενός εγκλήματος» και σε πολλές ραδιοφωνικές. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά.

Ωστόσο, πέραν της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας, ήταν ενεργός πολίτης, άνθρωπος με κοινωνική συνείδηση και ξεχωριστή συμβολή στους αγώνες για την ειρήνη, τη διεθνή αλληλεγγύη και την προστασία του περιβάλλοντος. Η προσήλωσή του στα ιδεώδη της παγκόσμιας ειρήνης ήταν μεγάλη, όπως και η συμμετοχή του σε δεκάδες πορείες και ειρηνοδρομίες. Άλλωστε υπήρξε ο μόνος ηθοποιός που έγινε μέλος του ΔΣ του ΣΕΓΑΣ.

 

 

Φιλμογραφία ( Ενδεικτική )

 

 

1.  Το σπίτι στην εξοχή (1994)

2. Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1980) [(ταγματάρχης) Γεώργιος Παπαδόπουλος]

3. Ο θίασος (1975) [(κατάσκοπος)]

4. Ένας υπέροχος άνθρωπος (1971)

5. Ορατότης μηδέν (1969) [Γεράσιμος]

6. Φτωχογειτονιά αγάπη μου (1969) [Δημήτρης]

7. Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου (1969)

8. Κορίτσια στον ήλιο (1968) [(ξενοδόχος)]

9. Οικογένεια Χωραφά (1968)

10.  Ταπεινός και καταφρονεμένος (1968)

11.  Ο αχόρταγος (1967) [Κίμων]

12.  Τρούμπα 67 (1967) [Παπαδόπουλος]

13.  Τζένη Τζένη (1965)

14.  Η μοίρα του αθώου (1965)

15.  Αδίστακτοι (1965)

16.  Προδοσία (1964)

17.  Η σωφερίνα (1964)

 

 

 

Read Full Post »

Ντιάνα Αντωνακάτου – Ζωγράφος – Συγγραφέας


 

 

Ντιάνα Αντωνακάτου

Η Ντιάνα Αντωνακάτου γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική και χαρακτική. Είχε δασκάλους τον Παρθένη,* τον Κεφαλληνό,** τον Πρεβελάκη.*** Πήρε δίπλωμα ζωγραφικής και θεωρητικών μαθημάτων το 1949. Είναι μέλος του «Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος».

Έλαβε μέρος σε πολλές Πανελλήνιες και πραγματοποίησε πάνω από 30 ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και την Επαρχία. Μέλος γνωστών καλλιτεχνικών σωματείων συμμετείχε σε πολλές ομαδικές που οργανώθηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δίδαξε για μια 12ετία ως καθηγήτρια καλλιτεχνικών μαθημάτων σε Γυμνάσια της Αθήνας. Σε παράλληλη δράση εικονογράφησε ημερολόγια, εξώφυλλα βιβλίων, περιοδικά, εφημερίδες. Σκηνογράφησε το έργο «Ανταρσία» στο νέο θέατρο του Διαμαντοπούλου. Εκεί ανέβασε και το θεατρικό της έργο «Χρύσα» αποδομένο από τους μαθητές του Γυμνασίου Αθηναϊκή Σχολή. Μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο το βραβευμένο από το υπουργείο Πολιτισμού Θεατρικό της «Μεγίστη Ώρα» με ερμηνεία ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου αρκετές φορές.

Συγχρόνως ανέπτυξε πολύπλευρη πολιτιστική δραστηριότητα στο χώρο Αργολίδας, Κεφαλονιάς και Επτανήσου γενικά. Συνεργάστηκε από το 1958 με ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά (Ηώς, Αρχιτεκτονική, Ελληνικά θέματα, Ζυγός, Πολιτικά θέματα) με στήλη κριτικής, με χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά και λαογραφικά κείμενα. Ανήκε στην «Ένωση Ελλήνων Κριτικών» και Ιστορικών Τέχνης».

Έδωσε πολλές διαλέξεις στην Αθήνα και στην Επαρχία. Συμμετείχε σε Συνέδρια ιστορικού περιεχομένου. Είναι μέλος της «Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών» και ιδρυτικό μέλος του «Κέντρου Μελετών Ιονίου». Το 1982 έγινε ανακοίνωση από τον ακαδημαϊκό κ. Δ. Ζακυνθινό στην Ακαδημία Αθηνών για πορίσματα ερευνών της Αντωνακάτου «περί την ιστορίαν της Μεσαιωνικής Κεφαλονιάς». Εργασία της σχετική έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Βυζαντινά» το 1983. Στα πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου, Τ.1, 1989. Στο Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Τ.32, 1989, στα «Κεφαλληνιακά Χρονικά». Τ.8, 1999.

 

Εκδόσεις

 

Έχει η ίδια εκδώσει τα μεγάλα εικονογραφημένα βιβλία: Κεφαλονιά, Επτάνησα, Αργολίδα,  με κείμενα και ζωγραφική δική της. Έχει εκδώσει επίσης και τα «Ελληνικά Μοναστήρια Πελοπόννησος» σε δυο ανεξάρτητους τόμους: Μονές Αργολίδα, Μονές Αρκαδίας, με κείμενα Ντ. Αντωνακάτου-Τ. Μαύρου, εικονογράφηση δική της. Το 1985 παρουσιάζεται το βιβλίο της –λεύκωμα «Μεσσηνία» με κείμενα ζωγραφική της- έκδοση Ροταριανού Συλλόγου Καλαμάτας. Τον Δεκέμβριο του 1988 εκδίδει το βιβλίο της «Ναύπλιο 88». Το 1995 το αφιέρωμά της στο Ναύπλιο «FOLIO” . Έχει επίσης εκδώσει τα διηγήματά της «Ανά τριάκοντα δευτερόλεπτα» και την ποιητική της συλλογή «Έριξε του ήλιου πετριές». Έγραψε και επιμελήθηκε στον οδηγό της Αργολίδας «Αργολίδος Περιήγησις», έκδοση Νομαρχίας. Είναι η πρώτη που έγραψε, εικονογράφησε και εξέδωσε βιβλία λευκώματα αφιερώματα στον ελληνικό χώρο, με λαογραφικό και ιστορικό περιεχόμενο. Υπό έκδοση είναι το βιβλίο της: Αργοστόλι-Ληξούρι 1901-2001.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου. Παναγία η Κατακεκρυμμένη, Άργος.

 

Διακρίσεις

 

Τιμητική διάκριση του «Σαλόν ντε λ’ αρ Λίμπο» το 1965 για τη ζωγραφική της. Μετάλλιο της Σοσιετέ «ARTS SCIENCES LETTRES» για τα βιβλία της. Έπαινος του Λυκείου Ελληνίδων για την διάλεξη της «Η Επτανήσια». Έπαινος των «Δώδεκα» για τα διηγήματα της το 1964 με τον τίτλο «Ανά 30’». Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών για τα «Επτάνησα» το 1966. Έπαινος του Υπ. Πολιτισμού για το θεατρικό της έργο «Μεγίστη Ώρα». Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τα βιβλία της «Αργολίδα, Ναύπλιον», το 1971. Αργυρούν μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το 1979, για όλη την προσφορά της με αφορμή τις εκδόσεις της για τα «Ελληνικά Μοναστήρια».

Ντιάνα Αντωνακάτου

Πρωτοστάτησε στην πατρίδα της για την δημιουργία τακτικών θερινών εκθέσεων και τη συνένωση των εικαστικών δυνάμεων της Κεφαλονιάς σε ομάδα η οποία λειτούργησε με αισθητικές παρεμβάσεις και ως κοινωνική συμπαραστατική δύναμη σε ορόσημα καλλιτεχνικών αποφάσεων. Όπως για παράδειγμα στη μορφή της αποπεράτωσης του Δημοτικού Θεάτρου «Ο Κέφαλος» στο Αργοστόλι 1993-1994.

Η ίδια με την ομάδα αυτή οργάνωσε και την Α’ έκθεση στην αίθουσα του «Αντίοχος Ευαγγελάτος» με θέμα «Κεφαλλήνες ζωγράφοι και γλύπτες του 18ου και 19ου αιώνα» από 14-1 ως 28-2-1994 και με 135 έργα μουσείων και πινακοθηκών, με παράλληλες ομιλίες και προβολές περί τέχνης. Επίσης και βοήθησε στην οργάνωση της έκθεσης – αφιέρωμα στον Νικόλαο Ξυδιά- Τυπάλδο στα πλαίσια εκθέσεως «Επτανήσιοι Καλλιτέχνες 18ου και 19ου αιώνα» με έργα Εθνικής Πινακοθήκης στον ίδιο χώρο το 1996. Καθώς και στην οργάνωση της αφιερωματικής στον εξαίρετο Κεφαλονίτη ζωγράφο Γιάννη Πεταλούδη έκθεσης ένα χρόνο από το θάνατό του, Σεπτέμβριο 1994, στην ίδια αίθουσα του Θεάτρου. Από το 1990 πραγματοποιεί κάθε Αύγουστο ατομική έκθεση ζωγραφικής στο χωριό Βιλλατώρια περιοχής Ληξουρίου, με θέμα πάντα «τοπίο και άνθρωποι της Κεφαλονιάς», με παράλληλες άλλες πνευματικές εκδηλώσεις στον ίδιο χώρο.

Έχει στενή συνεργασία με το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας ως μέλους του Δ.Σ. και πολλών Επιτροπών του, καθώς και ως συνδιοργανωτής συνεδρίων του. Συγχρόνως συνεχίζει τη δημιουργική της παρουσία τόσο στη ζωγραφική όσο και στο λόγο. Μέλος επίσης της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας και του Δ.Σ. της, συμβάλλει στο έργο της.

  

Εκθέσεις ατομικές

 

Από την πρώτη ατομική της έκθεση στην αίθουσα Τέχνης διακρίθηκε για το προσωπικό ύφος της ζωγραφικής της έκφρασης, την αγάπη της στο τοπίο του ελληνικού χώρου και στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία που άλλαξε σε μια εξέλιξη γοργή χάνοντας τα τοπικά του γνωρίσματα. Το νόημα της ζωγραφικής της πορείας ήταν θαυμασμού και αποχαιρετισμού. Το ίδιο περιεχόμενο αποδόθηκε και στα βιβλία – λευκώματα της. Οι εκθέσεις της που ακολούθησαν είχαν αυτό τον στόχο και ήταν τις περισσότερες φορές πρόδρομοι των βιβλίων της, όπως οι παρουσιάσεις έργων της στις αίθουσες Αθηνών που θα αναφέρουμε: Αίθουσα των εφημερίδων, Βήμα – Νέα, το 1954, αίθουσα Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών 1957, Μεγάλη αίθουσα Παρνασσού 1956, Αίθουσα Ξενοδοχείου Χίλτον, αίθουσα Αρχιτεκτονικής.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου - Ναύπλιο

 

Γκαλερί: Αστόρ, Αργώ, Συλλογή, ΑΔΥΤΟΝ, Χρυσοθέμις, Ροτόντα, Θόλος κ.ά. Στις αίθουσες επαρχιών, Ρυθμός (Λάρισα), Γαλλικού Ινστιτούτου (Λάρισα), Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», στη Δημοτική Πινακοθήκη, στη Δημοτική Πινακοθήκη, στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ναυπλιέων (Ναύπλιο), στην αίθουσα Τέχνης (Ναύπλιο), σε κεντρικές αίθουσες του Άργους, στην αίθουσα του «Δασκάλου», «Της Φιλαρμονικής» του Δημοτικού Θεάτρου «Ο Κέφαλος» (στο Αργοστόλι), στο Δημαρχείο Ληξουρίου, στην Καλαμάτα, στο Άργος.

 

Εκθέσεις ομαδικές

 

Εκθέσεις ομαδικές: Μέλος της ομάδας «ΣΤΑΘΜΗ», στο Ζάππειο Μέγαρο, στην Αίθουσα Τέχνης (Θεσσαλονίκη) και αλλού. Μέλος του Σωματείου Ελλήνων Καλλιτεχνών στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Αθηνών και αλλού. Μέλος πολλών άλλων πολιτιστικών σωματείων στην Αθήνα και στην Επαρχία.

 

Οι εκδόσεις

 

Οι εκδόσεις της: Για τα βιβλία – λευκώματά της, οι εκδόσεις Κεφαλονιά, Επτάνησα, Αργολίδα, Ελληνικά Μοναστήρια: Μονές (Αργολίδας, Αρκαδίας), Μεσσηνία, Ναύπλιο ’88, Αφιέρωμα στο Ναύπλιο – FOLIO, πραγματοποιήθηκαν από την ίδια, χωρίς βοήθεια χορηγιών. Η έρευνα, η μελέτη και η συγγραφή κειμένων, ήταν πολύχρονη εργασία δική της, καθώς και η επιμέλεια, η συνθετική μορφή των βιβλίων. Σε ένα μακροχρόνιο οδοιπορικό πραγματοποιήθηκε επί τόπου και η εικονογράφησή τους.

Άλλες εικονογραφήσεις- ημερολόγια: Της Αγροτικής Τράπεζας: 1) Περιοχές Ελληνικές με ειδική γεωργική απασχόληση. 2) Αφιέρωμα στην Ελληνίδα Αγρότισσα του Δήμου Ναυπλίου «Η πόλη του Ναυπλίου» 1999. Επίσης, «Τοπία της περιοχής» του Δήμου Ασίνης το 2000. Της χαρτοποιίας Αιγίου, «Κεφαλονιά», του Συλλόγου Αποδήμων Ληξουριωτών: Το Ληξούρι. Πολλά είναι τα εξώφυλλα βιβλίων και καταλόγων με εικονογράφηση της ίδιας.

Δημοσιευμένες ανακοινώσεις της Αντωνακάτου πάνω σε ειδικές ιστορικές έρευνές της για την Αργολίδα και τη Μεσαιωνική Κεφαλονιά, σε πρακτικά συνεδρίων, σε ειδικούς τόμους και σε μεμονωμένες εκδόσεις. Άλλες δημοσιεύσεις: Πολλά άρθρα εικαστικού, ιστορικού, λαογραφικού και κοινωνικού περιεχομένου δημοσιεύθηκαν στον Τύπο και σε γνωστά περιοδικά, Αθηνών και Επαρχίας.

 

 Διαλέξεις

 

Σε διάφορες αίθουσες των Αθηνών, με θέματα πάντα αντιστοίχου περιεχομένου. Για τον Γεράσιμο Στέρη, το 1990 στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, με νέα στοιχεία. Για τον «Ευάγγελο Ποταμιάνο» αγωνιστή του 1821 συνεργάτη του Καποδίστρια με έρευνα ειδική, στο Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο: Στο Ναύπλιο το 1998 (Βιβλιοθήκη). Για την «Αρκαδία» στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας κ.ά.

 

Συνέδρια

 

Έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή συνέδρια με ανακοινώσεις της. Οργανωτικό μέλος επίσης στα συνέδρια του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας και ιδιαιτέρως των δυο Συνεδρίων του «Για την εκκλησιαστική Τέχνη στην Ελλάδα σήμερα. Παράδοση – εξέλιξη ως πρόεδρος (Μονή Ελατάδων Θεσσαλονίκη 1993 και Πάτμου 2000). Και το 2001 στο διεθνές συνέδριο για τον Ανδρέα Λασκαράτο, στην Κεφαλονιά.

 Για το ζωγραφικό έργο, τις εκδόσεις και τις ιστορικές της έρευνες, έχουν γράψει και ομιλήσει ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, πνευματικοί άνθρωποι, ιστορικοί και κριτικοί της Τέχνης όπως: Ιωάν. Θεοδωρακόπουλος, Δ. Ζακυθυνός, Ροζέ Μιλλιέξ, Π. Χάρης, Καραντώνης, Π. Τέτσης, Σ. Μυριβίλης, Παπανούτσος, Αγγ. Τερζάκης, Αλ. Σολωμός, Σπ. Μπελάς, Π. Παλαιολόγος, Ελ. Κούκκου, Αθ. Καλογεροπούλου, Τατιάνα Σταύρου, Νίκος Αλεξίου, Θαν. Τσουπαρόπουλος, Νίκος Μοσχονάς, Πέλλη Κεφαλά Καρακατσάνη, Δώρα Μαρκάτου, Δημ. Σταμέλος, Παν. Λαλιάτση και πολλοί άλλοι.

 

Δημοσιογραφική και κριτική δράση

 

Έγραψε χρονογραφήματα καθημερινά στον ανεξάρτητο Τύπο, ρεπορτάζ καλλιτεχνικό και κριτικά σημειώματα, καθώς και στις εφημερίδες «Νίκη» και αλλού. Όπως επίσης επί σειρά ετών στα περιοδικά «Ηώς», «Ελληνικά Θέματα», «Αρχιτεκτονική», «Πολιτικά Θέματα», παρακολουθώντας από κοντά το εικαστικό γίγνεσθαι, μέσα στο φαινόμενο των κοινωνικών εξελίξεων.

Η Ντιάνα Αντωνακάτου απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών, την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011.   

 

Υποσημειώσεις


 

 * Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 10 Μαΐου 1878 – Αθήνα, 25 Ιουλίου 1967) ήταν διακεκριμένος  έλληνας ζωγράφος, που με το έργο του έφερε σημαντική αλλαγή στα εικαστικά δρώμενα της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αι.

** Ο Γιάννης Κεφαλληνός (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 12 Ιουλίου 1894 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1957), γνωστός και ως Jean Kefalinos, ήταν διακεκριμένος έλληνας χαράκτης, σχεδιαστής βιβλίων και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

** Ο Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986) ήταν κρητικός λογοτέχνης και μελετητής της Τέχνης. Έγραψε ποίηση, θεατρικά έργα, δοκίμια, μελέτες, αλλά είναι κυρίως γνωστός ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πεζογραφικής γενιάς του 1930.

 

Πηγές


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993 », Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου  « Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ », 1994.
  • Δικτυακή Πύλη Κεφαλονιάς.

Read Full Post »

Λάσος ο Ερμιονεύς


 

Στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, μεταξύ των ετών 548-545, γεννήθηκε στην Ερμιόνη της Αργολίδας ο Λάσος ο Ερμιονεύς, γυιός του Χαρμαντίδου ή Σισυμβρίνου ή, κατά τον Αριστόξενο, του Χαβρίνου. Τον Λάσο τον θαύμαζαν πολύ κατά την Αρχαιότητα, γιατί υπήρξε σημαντική μορφή της αρχαίας ελληνικής μουσικής, αλλά και σοφιστής μεγάλης φήμης. Ο Διογένης ο Λαέρτιος[1] μας μεταφέρει την πληροφορία ότι ο Έρμιππος τον είχε  συγκαταλέξει μεταξύ των 17 σοφών, ενώ ο Σουΐδας τον κατατάσσει μεταξύ των 7 σοφών της Αρχαιότητας, αντί του Περιάνδρου.

Ο Λάσος έζησε μεγάλο διάστημα της ζωής του στην Αθήνα την εποχή των Πεισιστρατιδών, όπου ανέπτυξε έντονη αντιπαλότητα προς τον Σιμωνίδη τον Κείο. Υπήρξε ο δάσκαλος στη μουσική του Πινδάρου.

 

Κιθαρωδός σε ερυθρόμορφο αττικό αμφορέα του 5ου π.Χ. αιώνα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. Παρίσι Μουσείο Λούβρου, G 1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Hervé Lewandowski.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ερρίκος Σλήμαν (1822-1890)


 

heinrich_schliemann

Heinrich Schliemann

Ο Σλήμαν υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος στον τομέα της αρχαιολογίας και έρευνας. Το όνομα συνδέεται με την ανακάλυψη της Τροίας και των Μυκηνών. Χαρακτηρίστηκε ως πατέρας της μυκηναϊκής αρχαιολογίας. Υπήρξε ένας οραματιστής και ενθουσιώδες ερασιτέχνης ερευνητής. Υποστήριζε με ακλόνητη πεποίθηση της απόψεις του, την εποχή που οι άλλοι των περιγελούσαν και τον κορόιδευαν. Οι επιθέσεις και οι κατηγορίες από το ακαδημαϊκό κατεστημένο δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει το έργο του. Επικρίθηκε και δίκαια για της χονδροειδές και γρήγορες ανασκαφές του, ο ίδιος αργότερα βέβαια βελτίωσε την ανασκαφική μέθοδο του με την βοήθεια του Νταίρπφελτ.

Γεννήθηκε το 1822 στο Neubukow της Α. Γερμανίας από φτωχούς γονείς. Το ενδιαφέρον του για την αρχαία Ελλάδα και τα Ομηρικά έπη ξεκίνησε από μικρή ηλικία όταν έπεσε στα χέρια ένα βιβλία αρχαίας ιστορίας που του είχε χαρίσει ο πατέρας που απεικόνιζε μέσα την Τροία στη φλόγες. Η εικόνα της φλεγόμενης Τροίας δεν σβήστηκε ποτέ από το μυαλό του και πίστευε πως η Τροία ήταν υπαρκτή. Θεωρούσε πως τα Ομηρικά έπη δεν ήταν μόνο μύθοι αλλά περιείχαν και ιστορικά στοιχεία. Μεγαλώνοντας οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν να τα βγάλει πέρα. Άρχισε να δουλεύει από τα 14 χρόνια του σε ένα κατάστημα και εκεί άκουσε να απαγγέλουν για πρώτη φορά Όμηρο στο πρωτότυπο.

Αργότερα μπαρκάρει σε πλοίο που ναυαγεί στης Ολλανδικές ακτές. Εκεί γίνεται λογιστής σε ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Ταυτόχρονα μαθαίνει διάφορες γλώσσας ανάμεσα τους ελληνική και ρωσική. Αργότερα πάει στην Πετρούπολη και ανοίγει το δικό εμπορικό οίκο. Παντρεύεται την Αικατερίνη Λύσχιν και φεύγει για την Αμερική. Σε ηλικία 36 ετών έχει αποκτήσει μια τεράστια περιουσία. Κλείνει την επιχείρηση του στην Πετρούπολη και αφιερώνεται στο όνειρο της ζωής του.

Ελεύθερος οικονομικά αφιερώνεται στης μελέτες του για την ανακάλυψη της Τροίας. Για την επίτευξη του σκοπού του ταξιδεύει σε διάφορες χώρες της Ευρώπης καθώς και στην Ιταλία σε όλη την Ελλάδα στην Εγγύς και Άπω Ανατολή. Το 1866 πηγαίνει στο Παρίσι όπου σπουδάζει κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Το 1869 ανακηρύσσετε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ροστόκ. Από εδώ και πέρα αρχίζει ουσιαστικά η αναζήτηση του.

Υποστήριζε πως η Τροία βρίσκετε στην θέση Χισαρλίκ και όχι στο Μπουνάρμπασι όπως υποστήριζαν πολλοί εκείνη την εποχή. Καθώς και για τους τάφους του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας υποστήριζε πως βρισκόταν εντός των τειχών της πόλης των Μυκηνών, οι οποίοι αναφερόταν και από τον Παυσανία. Και οι δύο υποθέσεις του επαληθεύτηκαν από τον ίδιο αργότερα. Το 1869 παντρεύετε ξανά με την Σοφία Εγκαστρωμένου (Καστριώτη) και κάνει δυο παιδιά.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Τον Μάιο του 1873 ανακαλύπτει μετά από ανασκαφές πλήθος νομισμάτων και διαφόρων αντικειμένων και πιστεύει πως ανακάλυψε τον θησαυρό του Πριάμου. Πολλά τα μεταφέρει λαθραία στο Λονδίνο και αργότερα στο Βερολίνο όπου στην διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου εξαφανίζονται.

Το 1876 κάνει την δεύτερη μεγάλη ανακάλυψη της ζωής του στης Μυκήνες, όπου βρίσκει 5 θολωτούς τάφους με πλήθος χρυσών κοσμημάτων και χάλκινων όπλων.

Ταφικό μνημείο Ερρίκου Σλήμαν ( 1882 - 1890 )

Ταφικό μνημείο Ερρίκου Σλήμαν ( 1882 – 1890 ). Πηγή: Γλυπτοθήκη, http://glypto.wordpress.com/

Ο Σλήμαν βρίσκεται στο επίκεντρο των εφημερίδων και των συζητήσεων σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς. Συζητιέται όχι μόνο στους επιστημονικούς κύκλους αλλά και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Όμως ο Σλήμαν δεν σταματάει εδώ, συνεχίζει της έρευνες στην Ιθάκη στον Ορχομενό στην Τίρυνθα. Εδώ ανακαλύπτει το πρώτο μυκηναϊκό ανάκτορο και τον τάφο του Μινύου. Με όλα αυτά ο Σλήμαν έγινε σύμβολο της αρχαιολογίας, χαρακτηρίστηκε από τον σερ Τζον Μακρς ως η άνοιξη που έσβησε με τον θάνατο του.

Υπήρξε ένας μεγάλος πρόδρομος της εποχής του και πρόσφερε πολλά ακόμα και στις προϊστορικές μελέτες.Ο Σλήμαν εκτός του άλλων έγραφε με μεγάλη ευκολία και γρήγορα. Κυρίως σκοπός του η γρήγορη γνωστοποίηση των ανακαλύψεων του στο ευρύ κοινό και σε όλο τον κόσμο. Μερικά από τα βιβλία του «Ίλιον, η πόλη και η χώρα των Τρώων», «Μυκήναι», «Τροία», «Τίρυνς». Ο Σλήμαν πέθανε το 1890 τα Χριστούγεννα στην Νεάπολη και τάφηκε στην Αθήνα.

 

Πηγές


  • Εγκυκλοπαίδεια ΥΔΡΙΑ εταιρία Ελληνικής Έκδοσης Α.Ε
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
  • Γλυπτοθήκη, http://glypto.wordpress.com/

 

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »