Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Υφαντή – Κατσαρού Αδαμαντία (1910-1995)

 

Μεγάλη ευεργέτιδα του «Δαναού». Γεννήθηκε στο Άργος και πέθανε στην Αθήνα. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια· οι γονείς της Ανδρέας και Γεωργία Υφαντή ήταν έμποροι. Ήταν παντρεμένη με τον Ελληνοαμερικάνο Γεώργιο Κατσαρό, έμπορο, ο οποίος καταγόταν από τη Λυρκεία και διέμενε στην Αθήνα. Το ζεύγος Κατσαρού δεν είχαν την ευτυχία ν’ αποκτήσουν παιδιά. Η Αδαμαντία Κατσαρού κληροδότησε στο Σύλλογο «Δαναό» μετοχές, χρήματα σε ξένο συνάλλαγμα και δύο ακίνητα, ένα στο Λουτράκι και ένα στην Αθήνα. Ο «Δαναός» την ανακήρυξε μεγάλη ευεργέτιδα και για λόγους ευγνωμοσύνης αποφάσισε να φιλοξενηθεί η προτομή της και να τοποθετηθεί δίπλα στην προτομή του Αγ. Λύγδα.

Τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης προτομής, έργο του γλύπτη Σ. Φιλιππότη, έγιναν στις 3 Μαΐου 1998, ημέρα εορτής του πολιούχου της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου και ετήσιας εορτής του «Δαναού», όπως έχει καθιερωθεί.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Δεσμίνης Δημοσθένης (1868-1936).

 

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης αποφοίτησε από το Βαρβάκειο, σπούδασε νομικά στη Λειψία και εργάσθηκε πολλά χρόνια στην Τράπεζα της Ελλάδος. Παντρεύτηκε την Έλλη Βαλασσοπούλου από τη Σπάρτη, αλλά δεν απόκτησαν παιδιά. Το 1918 έχασε τη γυναίκα του και έμεινε χήρος. Ήταν ανιψιός της Αικατερίνης Καλλιοντζή, της αδελφή της παιδί. Σ’ αυτόν άφησε η Καλλιοντζή την περιουσία της, για να κτιστεί νοσοκομείο στο Άργος. Εκείνος κράτησε την υπόσχεσή του να προσθέσει και τη δική του περιουσία για τον ίδιο σκοπό.

Δεσμίνης Δημοσθ�νης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Τμηματάρχης της Τράπεζας της Ελλάδος, εκδότης και διευθυντής της εφ. «Δαναίς» και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Ο πατέρας του Δημήτριος Δεσμίνης ήταν Αργείος, αλλά σε ηλικία 12 ετών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου με σκληρή δουλειά έγινε πλούσιος παντοπώλης. Παντρεύτηκε τη Μαριώγκα, κόρη του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου και απέκτησαν μόνο έναν γιο, τον Δημοσθένη. 

Η διαθήκη του Δεσμίνη δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 30 Μαρτίου 1936. Το κληροδότημα ήταν τέσσερις κατοικίες και οικόπεδα, καθώς επίσης πίνακες και έπιπλα, ενώ η πλούσια βιβλιοθήκη του προσφερόταν στο «Δαναό».

Σχεδόν αμέσως εκποιήθηκαν δύο ακίνητα και αγοράστηκε οικόπεδο 57 στρεμμάτων ΒΑ του λόφου Ασπίδας και έγινε η πρώτη αρχιτεκτονική μελέτη από τον αρχιτέκτονα Ν. Παπαχρήστου (1938). Ο πόλεμος που ακολούθησε ανέκοψε κάθε πρόοδο. Αργότερα προστέθηκαν τα κληροδοτήματα Αναστ. Στεργίου και Μπαμπαλιάρου και η δωρεά Δημ.Μπόνη. Τα επίσημα εγκαίνια της λειτουργίας του νοσοκομείου Άργους έγιναν στις 21 Ιουλίου 1973. Ο Δημοσθένης Δεσμίνης εξέδιδε στην Αθήνα την εφ. «Δαναίς» για τέσσερα χρόνια (1910-1914), η οποία ήταν φιλοβενιζελική. Τεχνικά και αισθητικά ήταν από τις καλύτερες της εποχής. Η διάταξη της ύλης, η αξιολόγηση των θεμάτων, η δομή της, αλλά και το ήθος ήταν για την εποχή εκείνη υποδειγματικά. Ξεφυλλίζοντάς την διακρίνουμε την αγάπη και την ανησυχία του εκδότη για το Άργος. Μέσω της εφημερίδας του ανέλαβε αγώνα για την επίλυση του αρδευτικού προβλήματος με δική του πρωτοβουλία συστάθηκε Επιτροπή από επωνύμους και επιφανείς Αργείους, η οποία θα μελετούσε το «γεωργικό ζήτημα». Από τα ονόματα που δημοσιεύτηκαν στη Δαναίδα (φ.23/18-11-1911), τα οποία αντιπροσώπευαν την κοινωνία του Άργους στο σύνολό της, συμπεραίνουμε ότι ο Δεσμίνης είχε κύρος και γόητρο και είχε κατορθώσει ως εκδότης να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο. Επί συνόλου 50 φύλλων της Δαναΐδος, 22 από αυτά φιλοξενούν επιστολές, άρθρα, κρίσεις, απόψεις, εκθέσεις, συνεντεύξεις και κάθε λογής ειδήσεις για το εάν και κατά πόσον είναι εφικτή η άρδευση του αργολικού κάμπου. Αποκορύφωμα και αποτέλεσμα της κίνησης αυτής ήταν η σύνταξη νομοσχεδίου (φ. 24/17-12-1911 ) και η υποβολή του στην τότε κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου (φ. 25/18-1-1912).

 

Επίσης, ο Δημ. Δεσμίνης ενδιαφέρθηκε για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του «Δαναού», κληροδοτώντας στον Σύλλογο την προσωπική του βιβλιοθήκη, η οποία απαρτίζεται από γερμανόγλωσσα κυρίως βιβλία. Το ενδιαφέρον του, όμως, για τον «Δαναό» και τη βιβλιοθήκη, του Συλλόγου ήταν ανέκαθεν μεγάλο. Γι’ αυτό και με παρέμβασή του προς τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831 – 1907) ο οποίος είχε διατελέσει Δήμαρχος Οδησσού επί 16 έτη ( από το 1878 ), μπόρεσε και εξασφάλισε για τον Δαναό πλήρη σειρά της βιβλιοθήκης Μαρασλή, η οποία περιέχει βιβλία πολύτιμα για την ιστορία και τον πολιτισμό της Ευρώπης και της Ελλάδας. Επίσης, ως τμηματάρχης της Τράπεζας της Ελλάδος, δώρισε στον «Δαναό» εκτεταμένα αντίγραφα της αλληλογραφίας του, που περιέχουν αξιόλογα στοιχεία για την οικονομία της χώρας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο Δημ. Δεσμίνης ήταν επίτιμο μέλος του «Δαναού» (πράξη ΓΣ 17/3-2-1902) και μετά θάνατό του ανακηρύχθηκε μέγας ευεργέτης του Συλλόγου για τις συνεχείς ενέργειές του «Για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης» (πράξη ΓΣ 20/30-10-1949).

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Καλλιοντζή Αικατερίνη (1855-1932): ευεργέτιδα Άργους.

 

 

Καλλιοντζή Αικατερίνη

Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν κόρη του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου. Ο σύζυγός της Δημήτριος Καλλιοντζής, γεννημένος και αυτός στο Άργος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στην Αθήνα. Το ζεύγος Καλλιοντζή απέκτησε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και τον Χαρίλαο, που είχαν την ατυχία να πεθάνουν σε ηλικία 10 και 25 ετών αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Αικατερίνη έχασε και το σύζυγό της (1909), αλλά παρέμεινε στην Αθήνα. 

Το 1924 με ιδιόχειρη διαθήκη άφηνε την περιουσία της για την ίδρυση νοσοκομείου στο Άργος. Λίγο πριν από το θάνατό της πείσθηκε από τον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη και έκανε δημόσια διαθήκη «δι’ ης κατέλιπε την περιουσίαν της προς αυτόν με την προφορικήν διαβεβαίωσίν του ότι και αυτός θα αφήσει την περιουσίαν του και της θείας του για τον ίδιο σκοπό» και τήρησε την υπόσχεσίν του.

 

Πηγή

 

 

Read Full Post »

Μπουσουλόπουλος Σπυρίδων (1862-1927)

 

 

Σπυρίδων Μπουσουλόπουλος

Δωρητής και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν μπακάλης, αλλά είχε την ατυχία να χάσει τη μικρή του περιουσία, πριν ακόμη ο μικρός Σπύρος τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Έτσι, σε ηλικία 11 χρονών, μπήκε υπηρέτης στο μαγαζί του Μακαντούλια, όπου εργάστηκε 25 ολόκληρα χρόνια. Σε αναζήτηση καλύτερης τύχης ξενιτεύτηκε στην Αμερική και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Ατλάντα, όπου εργαζόταν σε εστιατόριο μιας μικρής παρόδου.

Από μικρός είχε γνωρίσει τη φτώχεια και τη στέρηση και είχε μάθει να είναι φειδωλός. Μακριά από τις ανέσεις και τις απολαύσεις της ζωής, μάζευε με υπομονή τα χρήματά του. Είχε θέσει ως υψηλό στόχο της ζωής του να τα δωρίσει στην ιδιαίτερη του πατρίδα, για να κτιστεί σχολείο. Πεθαίνοντας άφησε 22.200 δολάρια, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη, με την εντολή να ανεγερθεί Γυμνάσιο στο Άργος. Εκτελεστές της διαθήκης άφηνε τους ομογενείς στην Ατλάντα Κων/νο Ξυνό και Χαρ. Ρονιώτη, καθώς επίσης και τον εκεί Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», του οποίου ήταν μέλος και σύμβουλος. Το διδακτήριο ήταν έτοιμο και λειτούργησε το 1939, αφού ταλαιπωρήθηκε το κληροδότημα αρκετά χρόνια, λόγο της δυστοκίας που ανέκαθεν παρατηρείται δυστυχώς στην κοινωνία μας.

 

Το Μπουσουλοπούλειο θεωρείται πρωτοποριακό για την εποχή του, αφού είχε και κλειστό γυμναστήριο και κινηματογραφική αίθουσα. Η αίθουσα αυτή, η οποία ανακαινίστηκε και εξοπλίστηκε το 1985 από τον τότε Δήμαρχο Γ. Πειρούνη, είναι σήμερα μοναδική στην πόλη σε χωρητικότητα και δυνατότητες. Δίνονται θεατρικές παραστάσεις και πραγματοποιούνται σχολικές γιορτές και πολιτιστικές δραστηριότητες του Δήμου και άλλων φορέων. Σήμερα στεγάζεται στο Μπουσουλοπούλειο το 1ο Γυμνάσιο και το Εσπερινό Γυμνάσιο Άργους. Ο Σπυρίδων Μπουσουλόπουλος, ο οποίος έμεινε άγαμος, κατόρθωσε με υπομονή να γίνει ευεργέτης του Άργους και να χαρίσει στο ταπεινό  όνομά του την αθανασία. Κάθε χρόνο, την ημέρα της ονομαστικής του γιορτής, τελείται μνημόσυνο προς τιμήν του.

                                                                                      

 

Πηγές

 

  • « Αργειακόν Ημερολόγιον», Γεωργίου Λογοθέτη – Ανδρέα Χριστόπουλου, Τεύχος Ά, σελ. 67-68, Άργος 1930. 

 

Read Full Post »

Γεώργιος Θωμόπουλος (1906-1995)

 

 

Γεώργιος Θωμόπουλος (1906-1995): έμπορος, δημοσιογράφος, συγγραφέας  και Δήμαρχος Άργους (1964-67). Γεννήθηκε στο Άργος. Φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας χωρίς να περατώσει τις σπουδές του. Από νεαρή ηλικία είχε πνευματικές ανησυχίες, ήταν δραστήριος και ιδιαίτερα φιλόδοξος. Διετέλεσε έφορος της βιβλιοθήκης Δαναού και Γεν. Γραμματέας του ίδιου συλλόγου. Το 1934 ίδρυσε τον «φυσιολατρικό, προοδευτικό Σύλλογο Νέα Ζωή.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Ν�α Ζωή, Γεώργιος Θωμόπουλος, με ομάδα του Συλλόγου σε Εθνική Εορτή 1937.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Νέα Ζωή, Γεώργιος Θωμόπουλος, με ομάδα του Συλλόγου σε Εθνική Εορτή 1937.

 

 

Ο Σύλλογος αυτός, με πρόεδρο τον Γ. Θωμόπουλο, ήταν ιδιαίτερα δραστήριος σε μια εποχή μάλιστα που τα πολιτιστικά πράγματα στο Άργος ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Η Νέα Ζωή διοργάνωνε πολύ συχνά εξορμήσεις μέσα και έξω από την Αργολίδα, συναυλίες και διαλέξεις, διέθετε Μουσική Σχολή με αρκετούς μαθητές για την εκμάθηση μουσικών οργάνων με διευθυντή τον μουσικό Ανδρέα Ντόλα, είχε αθλητικό τμήμα, τμήματα ξένων γλωσσών (Γαλλικών-Γερμανικών) και τμήμα Προσκόπων. Σύντομα η Μουσική Σχολή απέκτησε και χορωδία. Για τον εξωραϊσμό του Άργους η Νέα Ζωή φύτεψε πεύκα στο αρχαίο θέατρο. Αρχικά η Νέα Ζωή δεχόταν φιλοξενία στο μέγαρο του Δαναού. Αργότερα απέκτησε δικά της γραφεία σε ενοικιαζόμενο οίκημα κοντά από τον δημοτικό κήπο (εφ. «Ασπίς», φ. 211/1.11.1936).

Ύστερα όμως από τρία χρόνια και πλέον θαυμαστής και αξιοζήλευτης πορείας, ο Σύλλογος πέρασε βαθιά κρίση από την οποία δε συνήλθε ποτέ.

 

Ο Γ. Θωμόπουλος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Ήταν ιδρυτικό μέλος του αθλητικού Συλλόγου «Αργεύς» (1928). Διετέλεσε, επίσης, Πρόεδρος του «Παναργειακού», ο οποίος, επί προεδρείας Θωμοπούλου, αγωνίστηκε στην Α΄ Εθνική (1957). Επίσης, επί προεδρίας Θωμοπούλου ο «Παναργειακός» κάλεσε τον διάσημο πρωταθλητή ελεύθερης πάλης Τζιμ Λόντο (Χρήστο Θεοφίλου) για μια παλαιστική επίδειξη με τον πρωτοπαλαιστή Πανάγο. Η επίδειξη έγινε στο αρχαίο θέατρο Άργους (1956) και οι εισπράξεις (100.000 δρχ. περίπου) διατέθηκαν για την αγορά οικοπέδου και την ίδρυση σταδίου, το οποίο θεμελίωσε ο Γ. Θωμόπουλος το 1965 ως Δήμαρχος.

 

Το 1954 εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο του Ευσταθίου Μαρίνου και διετέλεσε για ένα διάστημα Πρόεδρος του ΔΣ. Έκτοτε ασχολήθηκε χωρίς διακοπή με την ενεργό πολιτική και το 1964 εκλέγεται Δήμαρχος. Είναι η εποχή που πνέει ένας διαφορετικός άνεμος στην πολιτική κονίστρα με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου στην Κυβέρνηση. Ο λαός επιζητούσε κάποια αλλαγή. Και σε τοπικό επίπεδο ο Γ. Θωμόπουλος κατόρθωσε ν’ αναδειχθεί Δήμαρχος με την ψήφο πολλών κεντρώων και αριστερών ψηφοφόρων. Επί δημαρχίας του επισκευάστηκαν οι περισσότεροι δρόμοι του Άργους και των συνοικιών, διοργανώθηκε γιορτή πορτοκαλιού για τρεις συνεχείς χρονιές, ιδρύθηκε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου και οργανώθηκε το φεστιβάλ Άργους, στο οποίο συμμετείχαν αξιόλογοι καλλιτέχνες (Άννα Συνοδινού, Θάνος Κωτσόπουλος, Μάνος Κατράκης, Δώρα Στράτου κ.ά.). Το 1967 ο Γ. Θωμόπουλος απομακρύνθηκε από το αξίωμα του Δημάρχου με απόφαση του Υπ. Εσωτερικών Στ. Παττακού της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης.

Στις δημοτικές εκλογές που ακολούθησαν (30.3.1975 και 15.10.1978) έλαβε μέρος ως υποψήφιος δήμαρχος, χωρίς να εκλεγεί. Δεν έπαψε, όμως, να ενδιαφέρεται για τα κοινά, όπως φαίνεται από την εφημερίδα του «Αργειακόν Βήμα», η οποία εκδίδεται ανελλιπώς από το 1960 και είναι η μακροβιότερη εφημερίδα του Άργους. Το 1994 δημοσίευσε ένα ογκώδες βιβλίο με τον τίτλο «Αφιέρωμα», όπου φιλοξενούνται διάφορα δημοσιογραφικά του κείμενα, άρθρα, ποιήματα, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κ.ά. Στις 29.1.1995, επτά μήνες περίπου πριν από το θάνατό του, ο Δήμος τίμησε «τον πρώην δήμαρχο, δημοσιογράφο και συγγραφέα Γ. Θωμόπουλο» στο Δημαρχείο, όπου και του δόθηκε τιμητική πλακέτα για τα εβδομήντα χρόνια του πολιτιστικού του έργου. Ο Γ. Θωμόπουλος πέθανε στο σπίτι του (Μυστακοπούλου 12) πλήρης ημερών στις 22 Ιουλίου 1995.

 

 

 

Πηγές

 

  

  • Γεωργίου Χρ. Θωμόπουλου, « Αφιέρωμα…», Έκδοση Εφημερίδας  «Αργειακό Βήμα», Άργος 1994.  
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


  

Καλλέργης Δημήτριος

Καλλέργης Δημήτριος

Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867): αγωνιστής από την Κρήτη, όπου και γεννήθηκε, και οπλαρχηγός με πλούσια στρατιωτική δράση. Ο Υπουργός της Ρωσίας Νέσελδορ ήταν θείος του και γι’ αυτό πήγε στην Πετρούπολη για σπουδές, όταν πέθανε ο πατέρας του. Ύστερα σπούδασε ιατρική στη Βιέννη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Τον επόμενο χρόνο ο Εμμανουήλ πεθαίνει. Οι άλλοι δύο συνεχίζουν τον αγώνα. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος και πλήρωσαν οι συγγενείς του από τη Ρωσία 70.000 γρόσια ως λίτρα για την απελευθέρωσή του, όμως οι Τούρκοι του είχαν κόψει ήδη το ένα αφτί. Χρημάτισε υπασπιστής του Φαβιέρου, του Καποδίστρια και αργότερα του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνα.

Αλλά το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε με το Μακρυγιάννη στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ο Καλλέργης ήταν τότε διοικητής του Ιππικού με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

Αργότερα, παραιτήθηκε από τον στρατό και υπηρέτησε ως πρεσβευτής της χώρας μας στο Παρίσι και Λονδίνο. Διετέλεσε και Υπουργός των Στρατιωτικών επί κυβερνήσεως Αλέξ. Μαυροκορδάτου. Είχε εκλεγεί πληρεξούσιος και στις δύο εθνοσυνελεύσεις (1843 και 1862) καθώς επίσης και βουλευτής (1856-59).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους. Μετά το θάνατό του και συγκεκριμένα από το 1869 εγκαθίσταται οριστικά στο σπίτι αυτό η γυναίκα του Σοφία, η άλλοτε πανέμορφη Σοφία Ρέντη, όπου και πέθανε το 1893 σε ηλικία 90 ετών.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.* Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα. Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι. Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

Ο Στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία απέκτησαν μία κόρη κι ένα γιο. Ο γιος τους Μανώλης ήταν άριστος αξιωματικός και σπουδαίος κιθαρίστας, αλλά ερωτεύτηκε την αυτοκράτειρα της Γαλλίας Ευγενία. Αυτός ήταν και ο λόγος που τον ανάγκασαν να επανέλθει στην Ελλάδα. Ο Μανώλης ήταν ο τελευταίος ένοικος του ιστορικού σπιτιού. Έζησε εκεί μέχρι το θάνατό του (1909).

 

Υποσημείωση

 * Θεοχαράκης ή Θεοχάρης Ρέντης: προεστός της Πελοποννήσου και Φιλικός (Κόρινθος 1778 – Τρίκαλα 1825). Μέλος της Γερουσίας της Πελοποννήσου (Μάιος 1821). Η ωραιότατη θυγατέρα του Σοφία Ρέντη (1803-1893) υπήρξε αρχικά μνηστή του αρχοντόπουλου Ιωάννη Νοταρά (1805 – 1827) και κατόπιν παντρεύτηκε τον στρατηγό Δημήτριο Καλέργη, αρχηγό της Επαναστάσεως του 1843 και πρεσβευτή.

Αριστείδης Ρέντης: στρατιωτικός και πολιτικός (1815-1858). Γιος του Θεοχαράκη, λοχαγός πυροβολικού, σπούδασε στην Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου ως υπότροφος του βασιλιά Όθωνος. Πληρεξούσιος Κορινθίας στην Εθνική Συνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843. Το 1848 οργάνωσε στάση κατά του Όθωνος. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Στρατοδικείο Τρίπολης, αλλά αμνηστεύθηκε. Θεοχάρης Ρέντης (1825-1895): Γιος του Θεοχαράκη. Πολιτικός, Πληρεξούσιος Κορινθίας στην Β΄ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών. Θεοφάνης Ρέντης (1819-1897): Αξιωματικός. Γιος του Θεοχαράκη. Κωνσταντίνος Ρέντης (1884-1958): Γιος του Θεοφάνη και της Σοφίας Ράδου. Διδάκτωρ της Νομικής, δικηγόρος, υπάλληλος στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Μετέσχε στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 και διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Επαναστατικής Επιτροπής Βορείου Ηπείρου υπό τον Χριστάκη Ζωγράφο. Υπηρέτησε ως διπλωματικός εκπρόσωπος της Ελλάδος στο Μαυροβούνιο. Πληρεξούσιος της Κορινθίας στην Δ’ Συντακτική Συνέλευση (1923), βουλευτής από το 1946 έως το 1951. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης, Εξωτερικών, Στρατιωτικών, Δημόσιας Τάξεως, ΕθνικήςΑμύνης,Εσωτερικών.
Προσωρινός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (1948). Διετέλεσε επίσης αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών (1925).

  

Πηγές


  • Notizie storico – biografiche sul colonnello Demetrio Gallergi comandante in capo della guarnigione di Atene, seguite da una corrispondenza privata tenuta con lui dal presidente della Grecia conte Giovanni Capodistria / compilate e publicate da Andrea Papadopulo Vreto, 1843.
  •  Οι κατά την κηδείαν και το μνημόσυνον του αοιδίμου στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη εκφωνηθέντες επιτάφιοι. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Ιω. Κασσανδρέως,1867.
  • Βιογραφία Τσουδερών ή Καλλεργών : εκ του ανεκδότου ενάτου τόμου των Παραλλήλων Βίων των κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 διαπρεψάντων ανδρών, υπό Α. Γούδα, μετά προλεγομένων περί Καλλεργών υπό του εκδίδοντος, Εν Αθήναις, 1930.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • 3η Σεπτεμβρίου 1843, Δημήτρη Φωτιάδη, σειρά Τα φοβερά ντοκουμέντα, εκδόσεις Φυτράκης χ.χ.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αναπλιώτης Αντώνης (1888-1951)


 

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αντώνης Αναπλιώτης (φιλ. ψευδ. του Αντώνη Λεκόπουλου), ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο το 1902. Εργάσθηκε στο πρωτοδικείο Ναυπλίου και παράλληλα σπούδασε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και έφθασε ως το Βαθμό του επιθεωρητή. Την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση έκανε το 1910, τυπώνοντας την ποιητική του συλλογή «Τo Βιολί». Ωστόσο είχε ήδη από το 1907 γράψει το τρίπρακτο δράμα «Ο Πιπιάς», το οποίο τυπώθηκε το 1992 από τη βιβλιοθήκη του Ναυπλίου «Παλαμήδης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τη λαογραφία, το θέατρο, το χρονογρά­φημα και έγραψε ποικίλες διατριβές. Στα σαράντα χρόνια της πνευματικής του πορείας συνεργάσθηκε με πολλά έντυπα της επαρχίας και της πρωτεύουσας («Ευβοϊκά Γράμματα», «Εμπρός», «Πρωία», «Νέα Εστία», «Ατλαντίς» Ν. Υόρκης κ.ά.), στα οποία βρίσκεται κατεσπαρμένο μεγάλο μέρος του έργου του. Το θεατρικό του έργο «Ο Πιπιάς» βραβεύθηκε το 1938 στον «Καλοκαιρίνειο Διαγωνισμό».

Ο Αντώνης Αναπλιώτης ήταν ο πρώτος μεγάλος δωρητής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των βιβλίων της, το 1949. Προτομή του κοσμεί την αυλή της Βιβλιοθήκης από το 1957.

Με επιμέλεια του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Τσουκαντά και του Ν. Δεληβοριά κυκλοφόρησε μεταθα­νάτια (1958) επιλογή της ιδιότυπης ποίησης του Αντώνη Αναπλιώτη με τίτλο «Αναπλίωτικα». Πέθανε στην Αθήνα το 1951.

 

 Μια κριτική για τον ποιητή Αντώνη Αναπλιώτη στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών (1953) 

Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης

 

Μια κριτική του τότε εκλεκτού κριτικού Γιώργου Φτέρη που έγινε στη ραδιοφωνική του ομιλία απ’ το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53, δύο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σύνταγμα» στις 25 Μαρτίου 1953 με τη φροντίδα του Θ. Κωστούρου.

 

ΜΙΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ κ. Γ. ΦΤΕΡΗ

(Όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο, δίνουμε σήμερα ολόκληρη την ομιλία του εκλεκτού λογίου κ. Γεωργ. Φτέρη, για τον ποιητή μας Α. Αναπλιώτη. Την ομιλία αυτή που έγινε στον Ρ. Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53 ο κ. Φτέρης είχε την καλοσύνη να την αποστείλη, μέσω του Λογοτεχνικού συνεργάτου μας κ. Θ. Κωστούρου, στο «ΣΥΝΤΑΓΜΑ».)

 

«Είχεν επάνω σ’ όλο το παρουσιαστικό του κάτι το συμπαθέστατα επαρχιακό, τόσο που να φαίνεται σχεδόν ξένος, σχεδόν νιόφερτος στην Αθήνα, αν κι εδώ εζούσε χρόνια ολόκληρα. Είχεν ακόμη εκείνον τον ειδικό, τον χαρακτηριστικό τόνο στο ντύσιμο που θύμιζε Κυριακή της επαρχίας, όταν είναι κλεισμένα τα μαγαζιά, τα εμπορικά. Κι οι άνθρωποι, ιδίως οι μεσόκοποι που εκφράζουν περισσότερο την ηλικία της επαρχιακής πολιτείας – εν αντιθέσει προς τη νεότητα, που δίνει έναν τόνο επικρατέστερο στα μεγάλα κέντρα – οι Κυριακάτικοι άνθρωποι με την τσάκιση στα παντελόνια και τα κομπολόγια στα χέρια τους, κάνουν τον αργό λικνιστικό περίπατο στην κεντρική πλατεία και χαιρετά ο ένας τον άλλον με οικειότητα. Είχε προπάντων μια γελαστή συστολή, κάτι το ντροπαλά εγκάρδιο στο πρόσωπό του και μαζί μ’ αυτό μια υποχωρητικότητα, μια προκαταβολική συγκατάθεση μέσα στο βλέμμα, βαθειά ανθρώπινη. Ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση τον εαυτό του, το έργο του, μ’ όλο που τ’ αγαπούσε τόσο τρυφερά.

Αναπλιώτης (Αντώνης Λεκόπουλος)

Μιλάμε για τον ποιητή Αναπλιώτη, τον Αντώνιο Λεκόπουλο, που ετιμήθη τελευταία στο Ανάπλι η μνήμη του μετά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Και μιλάμε για να εξάρωμε πρώτα-πρώτα το παράδειγμα. Εννοούμε το γεγονός ότι η επαρχία παίρνει πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, αισθάνεται δηλαδή την ανάγκη να τιμήση τους πνευματικούς εκπροσώπους της. Πρόκειται για μια κίνηση που θάπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να ενθαρρυνθεί, για να γίνη συστηματικώτερη και ευρύτερη, όχι μόνον γιατί έτσι μπορούν να αξιοποιηθούν αισθητικά, τουριστικά, διάφορες επαρχιακές πολιτείες. Αλλά και γιατί είναι δίκαιο να αναγνωρισθούν επί τέλους και στην επαρχία – που όσο κι αν παρουσιάζεται εγκαταλελειμμένη αποτελεί πάντα τον πυρήνα, τη ρίζα της ελληνικής ζωής – οι πνευματικοί τίτλοι της. Το νομίζομε, γιατί η ελληνική επαρχία έχει αποκτήσει, όσο καμμιά άλλη επαρχία συγχρόνου τόπου, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητος πνευματικής. Της το εδημιούργησε η πρωτεύουσα, όπως έχει συγκεντρώσει, όπως εξακολουθεί να συγκεντρώνη μ’ έναν τρόπο σχεδόν μονοπωλιακό, όλη την πνευματική δραστηριότητα της χώρας και ν’ απορροφά κάθε φλέβα, κάθε ικμάδα ταλέντου που εκδηλώνεται στην περιοχή των επαρχιών. Αυτό κανταντά βέβαια μοιραίο, με τη σημερινή διαμόρφωση της Ελληνικής ζωής, με το γενικώτερα συγκεντρωτικό σύστημα που τη χαρακτηρίζει και με την εγκατάλειψη της επαρχίας στην τύχη της. Ούτε μπορεί ν’ ακολουθήση ο καθένας το παράδειγμα του Μιστράλ και του Φρανσίς Ζαμ – για ν’ αναφέρωμε τους γνωστοτέρους ποιητές, που για χάρη της επαρχίας επεριφρόνησαν και τη διαμονή στο Παρίσι και τη δόξα του Ακαδημαϊκού. Ωστόσο πρέπει να θυμίζεται ότι οι Ελληνικές επαρχίες δεν βγάζουν μόνο προϊόντα για την αγορά, αλλά τροφοδοτούν επίσης τα Ελληνικά γράμματα.

Ότι εκείνες ανανεώνουν διαρκώς τα Ελληνικά γράμματα. Και ότι το Μεσολόγγι, το Αγρίνιο, το Καρπενήσι, ο Έπαχτος με τον Παλαμά, με το Μαλακάση, με το Χατζόπουλο, με τον Παπαντωνίου, με το Βλαχογιάννη, η Καλαμάτα με τον Νικόλαο Πολίτη, τον Καμπίση και τον Αποστολάκη, τα Λεχαινά με τον Καρκαβίτσα, η Σπάρτη με το Μητσάκη, η Μάνη με τους Πασαγιάννηδες – για να μη προχωρήσουμε στα νησιά – έχουν προσφέρει στην πνευματική μας αναγέννηση πολύ περισσότερα από την Αθήνα.

Μιλάμε επίσης για τον Αναπλιώτη, επειδή θέλομε στο πρόσωπό του να τιμήσωμε μια κατηγορία ποιητών που το έργο τους, με το να είναι σε ελάσσονα τόνο τους τοποθετεί στο ημίφωτο, στο βάθος, πίσω από τις προνομιούχες μορφές όπου πέφτει η αντηλιά της δόξης μ’ όλη της την ένταση, είναι οι «MINORES» οι ποιητές που έχουν μια μετριώτερη απήχηση και αναγνώριση στην εποχή τους, κάτι το ωχρό μπροστά στη θαμπωτική λάμψη των άλλων, που τους κάνει μέσα στη γραμματολογία βαθύτατα συμπαθείς. Και που υποχρεώνει την ανθρώπινη μνήμη να μη τους εγκαταλείπη στη λησμονιά, να τους σέβεται.

Είπαμε παραπάνου ότι ο Αναπλιώτης ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση το έργο του, μ’ όλο που το αγαπούσε τρυφερά. Και το αγαπούσε ότι όπως κάθε ποιητής αγαπά τη δημιουργία του, σ’ ότι τον εζέστανε, σε ότι τον εγοήτεψε πιο πολύ. Γιατί το έργο του Αναπλιώτη δεν το συνέθεταν λυρικές προσπάθειες λιγώτερο ή περισσότερο επιτυχείς, που αρχίζουν πάντως από καταστάσεις αφηρημένες, αυτές που πλαισιώνουν την πρώτη έμπνευση. Εδώ τα τραγούδια είναι πρωτ’ απ’ όλα βιώματα, μέσα στις φόρμες τους έχει μεταφέρει ο ποιητής το υλικό της ζωής του. Έχει βάλει την τοπογραφία της, την πραγματογνωσία της, την ονοματολογία της τα πάντα. Διαθέτοντας μία εξαίρεση, μία ασφαλεστάτη αναδρομική αίσθηση, κάνει άμεσα τα γεγονότα και τα πρόσωπα που θυμάται, τα παρουσιάζει σχεδόν ζωντανά. Οι άνθρωποί του δεν είναι αόριστοι, ανώνυμοι, τοποθετημένοι μέσα σε πλασματικές περιπτώσεις. Είναι συγκεκριμένοι με τα ονόματά τους, τα μικρά και τα μεγάλα, με τα επαγγέλματά τους, με τα παρατσούκλια τους. Είναι ο Τσορονίκος ο Γουρλής, ο Γιώργος ο Παπαθανάσης, του Νίκου και του Κώστα ο αδερφός, είναι η κυρά Σπύραινα, η «χήρα η κακομοίραινα», ο Μπεκιάρης, ο Παναγιώτης, ο Ψάλτης ο Παβουγαδές, ο Κορομίχης με τον Κορομπίλη «σαράντα χρόνια χρυσοί γειτόνοι και φίλοι».

Είναι ο Γρίντζος, ο Μετζίτης κι ο Μπιτζαξής, που μικρά παιδιά τόσκαζαν απ’ το σχολείο στο μάθημα των γαλλικών. Και όταν τους φώναζε ο καθηγητής:

– Ω με ζ-ανφάν! Ου βου ζ-αλλέ; του απαντούσανε κι οι τρεις:
– Στο Ιτσ-Καλέ! Στο Ιτσ-Καλέ! ώσπου έπαιρναν στο τέλος, όταν εγένοντο οι εξετάσεις:
– Στου Κατελούζου τον καιρό. Τρουά ζερό! Τρουά ζερό!

Ότι γίνεται στ’ Ανάπλι, τα γλέντια, οι μικρές οικογενειακές έγνοιες για τους δύσκολους γάμους των προχωρημένων σε ηλικία κοριτσιών, αθώοι παιδικοί έρωτες, το σχολείο, οι ταβέρνες, οι μπουζουξήδες, οι εκκλησιές, οι ψαλτάδες, τα ψυχοσάββατα, όλα περιγράφονται με ένα λυρικό και μαζί γελοιογραφικό τρόπο γεμάτον συμπάθεια για τον άνθρωπο.

Τελειώνουμε την ομιλία τούτη μ’ ένα χαρακτηριστικό τραγούδι του Αναπλιώτη αφιερωμένο στο «Μιστό».

Εμπήκα στο μιστό
της μοίρας τα γραμμένα
τ’ αναθεματισμένα…
Για κείνο το μιστό
πού νάειθε τσακιστώ
στερήθηκα τ’ Ανάπλι
στερήθηκα και σένα.

Γ. ΦΤΕΡΗΣ

 

Πηγές


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα, 1958.
  •  Κώστα Μιχ. Σταμάτη, « Πελοποννησιακή Λογοτεχνία – Η Λογοτεχνία της Αργολίδας », Αθήνα, 1995.
  • Εφημερίδα «Σύνταγμα».

Read Full Post »

Δαγρές ή Νταγρές Γιαννάκος

 

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρ� στην Καρυά

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Καπετάν Γιαννάκος Δαγρές οπλαρχηγός από την Καρυά Αργολίδας.

Ο Γιαννάκoς Δαγρές και ο αδελφός του Θανάσης είχαν χρηματίσει προεπαναστατικά κλέφτες. Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 οργάνωσαν δικό τους σώμα από Καρυώτες και άλλους ντόπιους και πολέμησαν τους Τούρκους.

Έτσι, τους συναντάμε να συμμετέχουν και αυτοί στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Στις 10 Αυγούστου 1821 βρίσκονταν στο χωριό Λουκά έξω από την Τρίπολη, όπου δέχτηκαν αιφνιδιασμό από τούρκικο ασκέρι. Ο Γιαννάκoς πρόλαβε με τους πιο πολλούς στρατιώτες του και χώθηκε σε μια σπηλιά, όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να βάλουν φωτιά, ρίχνοντας από ψηλά κλαδιά στο στόμιο. Πιεζόμενοι όμως από άλλους Έλληνες, αναγκάστηκαν να κάμουν πίσω και τότε πέρασε κι ο Γιαννάκoς Δαγρές στην αντεπίθεση, και οι Τούρκοι δεχόμενοι από παντού χτυπήματα και προπαντός στη Γράνα, έπαθαν μεγάλη ζημιά. Ο αδερφός του, όμως, ο Θανάσης* δεν τον ακολούθησε στη σπηλιά, φοβούμενος προφανώς μην εγκλωβιστεί, μέχρι που κυκλώθηκε από τους Τούρκους και για να μη συλληφθεί, αυτοπυροβολήθηκε. Έπεσαν επίσης και οι δεκατρείς σύντροφοί του.

 

Ο Γιαννάκoς Δαγρές έλαβε μέρος και σ’ άλλες μάχες και πολέμησε εναντίον των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ μέχρι τέλους. Ο Φωτάκος γράφει στ’ απομνημονεύματά του πως όταν έπεσε η Τριπολιτσά, ο Δαγρές τιμώρησε με θάνατο τον κoτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Έτυχε να πέσει κατά την άλωση στα χέρια του κι αφού του έκοψε τ’ αυτιά και τον βασάνισε, τον σκότωσε.

 

Οι Καρυώτες, τιμώντας τη μνήμη και την προσφορά του Γιαννάκου στην υπόθεση της ελευθερίας του γένους, του έφτιαξαν προτομή στο χωριό τους, που βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Ιωάννου Προδρόμου.

Υποσημείωση

 

 

* Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Βιβλιογραφία

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Δημητρίου Θ. Σπανού, « Καπετάν Δαγρές 1766 – 1849 » Β΄ Έκδοσις 1980.
  • Κωνσταντίνου Μπούκουρα, «Άγραφη Αργειακή Ιστορία – Στις Πλαγίες του Φαρμακά ».  Άργος 1961
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Παπαντωνίου Ιωάννα (1936-2026)


 

Ιωάννα Παπαντωνίου.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Ήταν σπουδαία σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ιδρύτρια και πρόεδρος του Πελοποννησιακού Λαογραφικού ιδρύματος Β. Παπαντωνίου στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε αρχικά με τη λαογραφία και στη συνέχεια σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο (1967-1970). Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά, το 1971, ήταν τα σκηνικά και τα κοστούμια για τον Κοριό του Μαγιακόφσκι, που παρουσίασε το Προσκήνιο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού.

Πατέρας της ήταν ο Βασίλειος Παπαντωνίου, ένας από τους ιδρυτές της Α.Ε. Κονσερβών Κύκνος ενώ η μητέρα της Αναστασία, το γένος Παπαγιάννη, ήταν δημόσια υπάλληλος. Στα δεκαοκτώ της η Ιωάννα Παπαντωνίου στάλθηκε από τη μητέρα της σε Finishing school (σχολή καλών τρόπων) της Αγγλίας. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα παντρεύτηκε (σε ηλικία είκοσι ετών) αλλά χώρισε δέκα χρόνια αργότερα. Μετά τον χωρισμό της επέστρεψε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, όπου σπούδασε ενδυματολογία και σκηνογραφία το διάστημα 1967-1970 στο Wimbledon School of Art.

Είχε φιλοτεχνήσει σκηνικά και κοστούμια για σημαντικά έργα του ελληνικού και παγκόσμιου δραματολογίου, όπως Η δίκη του Κάφκα (1971), Σαν περάσουν πέντε χρόνια (1971), Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1988) του Λόρκα, Τριαντάφυλλο στο στήθος (1971), Καμίνο Ρεάλ (1974), Ξαφνικά το τελευταίο καλοκαίρι (1988) του Τ. Ουίλλιαμς, Ο έμπορος της Βενετίας (1971), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1971), Τρωίλος και Χρυσηίδα (1973), Το ημέρωμα της στρίγγλας (1975), Η δωδέκατη νύχτα (1990), Άμλετ – Το δάγκωμα του φιδιού (1998) του Σαίξπηρ, Μάνα Κουράγιο (1971), Ταμπούρλα στη νύχτα (1974), Γαλιλαίος (1990) του Μπρεχτ, Ακμή και παρακμή της πόλης Μαχαγκόνυ των Μπρεχτ – Κ. Βάιλ (1977), Το δάσος του Οστρόφσκι (1972), Ο λοχαγός τον Κέπενικ του Κ. Τσουκμάιερ (1972), Οπερέττα (1972), Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας (1985) του Β. Γκομπρόβιτς, Ανάσταση του Τολστόι (1973), Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία του Βιτράκ (1973), Ο Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης τον Γ. Σκούρτη (1973), Κόκκινα τριαντάφυλλα για μένα του Ο’ Κέιζυ (1974), Η τύχη της Μαρούλας (1974), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1992) του Κορομηλά, Δον Κάρλος του Σίλλερ (1975), Οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ (1975), Καποδίστριας του Καζαντζάκη (1976), Οι μικροαστοί του Γκόρκι (1976), Η ερυθρά νήσος του Μπουλγκάκωφ (1978), Η νίκη της Αναγνωστάκη (1978), Το γαλάζιο πουλί τον Μαίτερλινγκ (1980), Σίβυλλα του Σικελιανού (1981), Ο γάμος του γανωματή, Καβαλάρηδες στη θάλασσα, Ο ίσκιος του λαγκαδιού (1982) του Συνγκ, Το γαϊτανάκι του Α. Σνίτσλερ (1984), Ταρτούφος (1985), Ο ασυλλόγιστος (1986), Ο αρχοντοχωριάτης (1992) του Μολιέρου, Η δολοφονία του Μαρά του Βάις (1988), Ο επιθεωρητής του Γκόγκολ (1988), Οι δούλες του Ζενέ (1991), Κωνσταντίνου και Ελένης του Σεβαστίκογλου (1991), Η παρεξήγηση του Καμύ (1992), Ο Κατσούρμπος του Χορτάτση (1993), Η κατάληψη τον Κορρέ (1994), Ο έφηβος του Ντοστογιέφσκι (1994) κ.ά.

Ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος, δούλεψε με το Θέατρο Τέχνης και με το θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού, όπως επίσης και με Κρατικά Θέατρα (Εθνικό Θέατρο, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) και με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου. Χάρη στο Σολομό, η Ιωάννα Παπαντωνίου ήταν η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε ως ενδυματολόγος στο Εθνικό Θέατρο (Ορέστης, Επίδαυρος – 1971), σπάζοντας μια ανδρική παράδοση 39 ετών. Η ίδια εκφραζόταν με θαυμασμό για τον Κάρολο Κουν και εκτιμούσε τη δουλειά του Κώστα Τσιάνου στο Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας). Στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με τον Michael Elliot στο Royal Exchange Theatre του Manchester.

Με το αρχαίο δράμα ασχολούνταν από το 1970, όταν εκπόνησε τη διπλωματική της εργασία στο Wimbledon School of Art, με θέμα τις Βάκχες, ενώ την επόμενη χρονιά (1971) έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στο χώρο του αρχαίου δράματος με τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Έκτοτε συνεργαζόταν σε παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών με σημαντικούς σκηνοθέτες – Κάρολο Κουν, Αλέξη Σολομό, Κώστα Μπάκα και Κώστα Τσιάνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις εργάστηκε μόνο ως ενδυματολόγος ενώ σε άλλες και ως σκηνογράφος.

Συνεργάστηκε στον Ορέστη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1971, 1973, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (Θέατρο Τέχνης -1975, 1977, σκηνοθεσία Κ. Κουν και Κ.Θ.Β.Ε. -1993, σκηνοθεσία Σ. Τσακίρη), στη Μήδεια του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1976, 1977, 1978, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη (Προσκήνιο – 1971 και Εθνικό Θέατρο – 1978, 1979, 1982, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1979, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Βάκχες του Ευριπίδη (B.B.C. -1980), στους Αχαρνής του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο – 1980, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή (Royal Exchange Theatre, Manchester, 1981), στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1983, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στην Εκάβη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1985, σκηνοθεσία Λ. Κωστόπουλου, Προσκήνιο – 1987, σκηνοθεσία Α. Σολομού και Εθνικό Θέατρο -1994, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στους Βατράχους του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1986, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα και Θέατρο Τέχνης -1992, 1993, σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή), στις Εκκλησιάζονσες του Αριστοφάνη (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου -1987, σκηνοθεσία Π. Παπαϊωάννου και Εθνικό Θέατρο «Παιδικό Στέκι» – 1997, σκηνοθεσία Κ. Ρουγγέρη), στους Ιππής τους Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1991, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στις Χοηφόρους του Αισχύλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, Θεσσαλικό Θέατρο -1992, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στις Ικέτιδες του Αισχύλου (Δεσμοί – 1994, σκηνοθεσία Στ. Ντουφεξή) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή (Διόνυσος -1995, σκηνοθεσία Λ. Τσάγκα).

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επιτόπια έρευνα για τα θέματα του λαϊκού ενδύματος και του χορού στο Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών κατά το διάστημα 1956-1966 και δημοσίευσε βιβλία και άρθρα με θέμα τις ελληνικές τοπικές φορεσιές και τη μόδα (Ελληνικές φορεσιές, Αθήνα 1973, 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Γυναικείες, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Ανδρικές, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981 – Η ελληνική γυναικεία φορεσιά και το κόσμημα άλλοτε και τώρα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1985 – Ελληνικές φορεσιές. Συλλογή Λυκείου των Ελληνίδων Καλαμάτας, Αθήνα 1991 – Μακεδόνικες φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1992 -Greek Traditional Costumes, Lyceum Club of Greek Women, Secreteriat General for Press and Information, Athens 1993 – Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996 – «Φορεσιές της Μακεδονίας», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 96, Θεσσαλονίκη, Μάιος 1974, σ. 24-31 – «Οι φορεσιές Αλώνων και Ανταρτικού», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 99, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1974, σ. 36-39 – «Οι τοπικές φορεσιές Φλωρίνης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 100, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1974, σ. 26-30 – «Ανδρικές φορεσιές Βορείου Ελλάδος», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 102, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1974, σ. 24-31 – «Φορεσιές της Θράκης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 104, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1975, σ. 26-31 – «Θρακιώτικες φορεσιές», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 105, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1975, ο. 26-31 -«Σαρακατσάνοι: φορεσιές και στολίδια», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 109, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1975, ο. 26-33 – «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1978, σ. 5-92 – «Οι φορεσιές της Ορεινής Σερρών», Εθνογραφικά 3, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981-82, ανάτυπο – «Οι τοπικές φορεσιές στο Αιγαίο από την Άλωση μέχρι την Απελευθέρωση», Εθνογραφικά 4-5, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1983-85, ανάτυπο).

Το 1974 ίδρυσε το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (νυν Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου), στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου. Το Ίδρυμα βραβεύθηκε το 1981 με το European Museum of the Year Award (EMYA) και το 2013 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό. Το 2003 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας.

Δίδαξε στα Τμήματα Θεατρολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι επίτιμη διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1981), με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (2000), με το έπαθλο «Πάνος Αραβαντινός» του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (2004), με το Lifetime Achievement Award της European Museum Academy (2013) και με το Αριστείο «Ιωάννης Καποδίστριας» για τις Επιστήμες, τα Γράμματα και τις Τέχνες του Δήμου Ναυπλιέων (2022). Το 1987 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο για την ενδυματολογική της εργασία στην ταινία του Φώτου Λαμπρινού Δοξόμπους.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, στην ηλικία των 90 ετών, την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2026.

 

Πηγή


  • Συλλογικό έργο, Έλληνες Σκηνογράφοι – Ενδυματολόγοι και Αρχαίο Δράμα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1999.

 

Read Full Post »

Κουμαδωράκης Οδυσσέας (1952 – 5 Αυγούστου 2022)


 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης γεννήθηκε στη Σαρακήνα Χα­νίων το 1952, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Κισάμου και σπούδασε φιλολογία στην  Αθήνα. Από το 1977 ζούσε και δίδασκε  στο Άργος. Ήταν νυμφευμένος με τη φιλόλογο Καίτη Γεώργα. Ως φιλόλογος εργάστηκε στο 4ο Γυμνάσιο Άργους· οι μαθητές του τον θυμούνται με θαυμασμό για τις γνώσεις και την κατάρτισή του αλλά κυρίως για τη συμπεριφορά και το ήθος του.

Οι γυμνασιακές και πανεπιστημιακές του σπουδές συνέπεσαν με την περίοδο της δικτατορίας, γι’ αυτό και τα δύο πρώτα του βιβλία («Τα χαμένα δώρα», διηγήματα 1985, και «Ως ελαιόκαρπος», μυθιστόρημα 1986) είναι αντιστασιακού περιεχομένου.

Στη συνέχεια στράφηκε προς την παιδική και νεανική λογοτεχνία κι έγραψε τα παραμύθια: «Ο κόσμος της Καστανούλας», εκδ. Άλμα 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες», εκδ. Άλμα 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών», εκδ. Καστανιώτη 1996 και το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο εξωλέστατος», εκδ. Δωρικός 1999, που αναφέρεται στη δράση και τη δολοφονία του πρωτεργάτη της Ελληνικής Επανάστασης στην Ύδρα Αντώνη Οικονόμου.

Είχε ασχοληθεί με το θέατρο και είχε γράψει την κωμωδία «Γλυκιά μου Σοφία», η παράσταση της οποίας απέσπασε ειδική διάκριση στους 8ους περιφερειακούς θεατρικούς αγώνες (2002) και το μονόπρακτο «Η συνάντηση», αδημοσίευτο.

Ακόμη, είχε γράψει το βιβλίο «Γνωριμία με το Άργος» με τους μαθητές του από αγάπη προς αυτούς και προς το Άργος, όπου ζούσε και δίδασκε από το 1977. Επανεκδόθηκε συμπληρωμένο και βελτιωμένο με τίτλο «Άργος το Πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε  το βιβλίο του  «Στα χνάρια του χθες» από τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.

Είχε δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες σε επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά της Αργολίδας.

Το 2006 τιμήθηκε από τον Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» για την πνευματική και την κοινωνική του προσφορά.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ήταν ένας μαχητής της ζωής. Έπειτα από ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1997, κατάφερε και πάλι να σταθεί στα πόδια του, να επιστρέψει στις σχολικές αίθουσες και τους αγαπημένους του μαθητές και να ασχοληθεί με ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορική έρευνα και το συγγραφικό του έργο.

Απεβίωσε το πρωί της Παρασκευής 5 Αυγούστου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 70 ετών. Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Κυριακή 7 Αυγούστου στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, όπου και ετάφη.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Το μεγάλο ταξίδι του Οδυσσέα

 

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πεις κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.
Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ’ αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα.

 

Με τούτο το ηρωικό κρητικό ριζίτικο τραγούδι θα συνοδέψουμε τον συνοδοιπόρο στις πνευματικές και κοινωνικές αναζητήσεις, τον καλό φίλο, τον αγαπητό συνάδελφο, τον καλό και αγαθό άνθρωπο, τον συνειδητά ενεργό πολίτη, τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη, που ξεκινά αύριο Κυριακή (7-8-2022) με τις ευχές και την αγάπη όλων το μεγάλο του ταξίδι.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης, το 2017, στο χορό της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

Απαλλαγμένος από τα δεσμά της καθημερινότητας, χωρίς να είναι πισθάγκωνα δεμένος στο μεσιανό κατάρτι, ελεύθερος να τραγουδάει στην άκρια της πλώρης, αγναντεύοντας στο βάθος να δει να του κουνάνε καλοδεχούμενα χέρια ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο Νικόλας Ταρατόρης, η Κατερίνα Παπαδριανού, ο Γιώργος Αντωνίου και τόσοι άλλοι που έκαναν ήδη το πέρασμα στην αιωνιότητα. Από το 1977 παρουσίαζε την Οδύσσεια στα παιδιά του σχολείου και να τώρα που ήρθε η ώρα, ίδιος ο Οδυσσέας, να ξεκινήσει για το δικό του μεγάλο ταξίδι.

Ήρεμος πάντα, με τη σοφία που του χάριζαν οι εμπειρίες της ζωής, ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ανήκει σ’ εκείνη την ομάδα με τους ξενοτοπίτες που στέριωσαν στην Αργολίδα, εργάστηκαν, έκαναν οικογένεια και άνοιξαν δρόμους στον πολιτισμό.

Όπως πάντα στις περιπτώσεις αυτές, δεν ξεχνάς ποτέ τον τόπο που σε γέννησε και στον οποίο μεγάλωσες. Ο Οδυσσέας δεν ξέχασε τη Σαρακήνα Χανίων, ούτε τον Κίσαμο όπου τελείωσε το Γυμνάσιο πριν έρθει στη Φιλοσοφική Αθηνών. Συχνά πήγαινε εκεί και γύριζε ανανεωμένος για να γεμίσει με τη ζωντάνια του το Άργος που αγάπησε όσο και την ιδιαίτερή του πατρίδα. Συζητούσαμε για την Κρήτη, για τα τραγούδια της, τις ομορφιές της και όλα μετατρέπονταν σε χειροπιαστή έρευνα για κάτι νέο!

Ο Οδυσσέας, εκτός από το αναγνωρισμένο για την ποιότητα εκπαιδευτικό του έργο, είχε ένα πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό βάζοντας στο επίκεντρο τα παιδιά και στη συνέχεια τους μαθητές του. Η έκδοση «Γνωριμία με το Άργος» είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη της σύζευξης σχολικής κοινότητας και έρευνας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το έργο αυτό στάθηκε, σε πανελλήνιο επίπεδο, ένας οδηγός για τις σχολικές ερευνητικές ομάδες. Η συνέχεια των εκδόσεων αποτελούν μια πλούσια παρακαταθήκη στην τοπική και εθνική λαογραφία, ιδιαίτερα με το έργο του «Στα χνάρια του χθες» (2010), ενώ είχε προηγηθεί το «Πολυδίψιον Άργος» (2007) που αποτελεί μια βελτιωμένη έρευνα της «Γνωριμίας με το Άργος» και σήμερα παραμένει ένα βιβλίο αναφοράς για την πόλη.

Σημαντικό είναι και το λογοτεχνικό έργο για παιδιά και ενήλικες: «Τα χαμένα δώρα» 1985, «Ως ελαιόκαρπος» 1986, «Ο κόσμος της Καστανούλας» 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες» 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών» 1996, «Ο εξωλέστατος» 1999.

Συχνά βέβαια, οι αναφορές στο πλούσιο συγγραφικό του έργο επισκιάζουν δυο άλλες σημαντικές πολιτιστικές προσφορές και δράσεις του: τη θεατρική με τη συμμετοχή του στο θίασο της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης και τη συμμετοχή του στην συντακτική ομάδα της «Αργειακής Γης», ενός εκ των σημαντικότερων περιοδικών εκδόσεων, για την πόλη του Άργους και την Αργολίδα, όπως επίσης και της συμμετοχής του στον «Κύκλο της Αναγέννησης» και το περιοδικό της.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης στάθηκε από την πρώτη στιγμή ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές για την «Πρόταση» και την «Αργειακή Γη», με επίπονα ωράρια προετοιμασίας αλλά και τη χαρά της δημιουργίας για ένα ζωντανό και ενθουσιώδες κοινό στο θέατρο, για ένα ετήσιο επιστημονικό αποτέλεσμα με την «Αργειακή Γη» αντάξιο των προσπαθειών που καταβάλαμε και της ιστορίας της πόλης του Άργους. Και στις δυο περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες, ο Οδυσσέας ήταν η ανθρώπινη συνδετική ουσία για όλες και όλους: μειλίχιος, ευγενικός, πράος, άκακος…. Μπορούσαμε να συζητάμε, να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε, να οργανώνουμε στα χαρτιά και να βρισκόμαστε ξανά στην υλοποίηση των ιδεών και στις δράσεις μας. Η αποκρουστική εικόνα του θανάτου μας λυπεί αλλά δεν μας φοβίζει. Η εικόνα μένει! Το έργο μένει! Μένουν και όσες/όσοι μπορούν και τα μνημονεύουν για να κρατούν ζωντανή της δημιουργική πνοή του Οδυσσέα για τους επόμενους. Μένει κυρίως η οικογένειά του, που έζησε τα χαρούμενα και τα δύσκολα μαζί του για να συντροφεύει τη μνήμη του στο μεγάλο αυτό ταξίδι. Όχι με λύπη, αλλά με τη χαρά της αιώνιας παρουσίας μιας ευγενικής μορφής και ενός ζεστού χαμόγελου…

Τον ακούω εξάλλου ακόμη στην άκρια της πλώρης να συνεχίζει ήρεμα το ριζίτικο τραγούδι αγναντεύοντας στο βάθος:

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους…

 

Γ. Κόνδης

 

Για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη

 

Με την οριστική αναχώρηση του Οδυσσέα φεύγει ένας από τους εναπομένοντες ελάχιστους λόγιους του Άργους.

Ένας Κρητικός που αφομοιώθηκε τόσο, όχι μόνο με την κοινωνική ζωή αλλά και με την ιστορία και τις αξίες της νεότερης ιστορίας του Άργους, όσο ολίγιστοι γηγενείς Αργείοι.

Τα δύο βασικά του έργα, για τις οδούς και τα μνημεία του Άργους, όπως και για τα παλαιά επαγγέλματα στην πόλη, διασώζουν πολύτιμα στοιχεία ακόμα και για το ευρύ κοινό.

Θα πρέπει να σημειωθεί και η επιμέλεια τελευταίων τόμων της «Αργειακής Γης», αξιόλογου εντύπου που η έκδοσή του ξεκίνησε επί Δημάρχου Νίκου Κολιγλιάτη (με άλλο τίτλο αρχικά).

Ανήσυχο πνεύμα ο Οδυσσέας, έβαλε το δικό του λίθο στην συνέχιση της πνευματικής ζωής του Άργους, σε καιρούς δύσκολους και πνευματικά άνυδρους. Αυτή η συμβολή του δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »