Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βυζάντιο’

Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας, Άργος


 

Το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας στεγάζεται στη Δυτική και Νοτιοδυτική Πτέρυγα των Στρατώνων Καποδίστρια στο Άργος. Το συγκρότημα των Στρατώνων, ιστορικό διατηρητέο κτίσμα, βρίσκεται σε κεντρική θέση της πόλης και σε μεγάλη εγγύτητα με το νεοκλασικό κτήριο της Δημοτικής Αγοράς και το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους.

 

Το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας στεγάζεται σε ένα ιστορικό διατηρητέο συγκρότημα της πόλης του Άργους, που έχει μείνει γνωστό ως «Στρατώνες Καποδίστρια». Το συγκρότημα καταλαμβάνει μια ευρύτατη έκταση στο κέντρο της πόλης και απαρτίζεται από τέσσερις πτέρυγες (σήμερα σώζονται μόνο οι τρεις). Η αρχική του φάση ανάγεται γύρω στο 1700, ενώ ανοικοδομήθηκε το 1828-1829 με εντολή του Ιωάννη Καποδίστρια και με αρχιτέκτονα τον Λάμπρο Ζαβό, προκειμένου να στεγάσει το ιππικό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το ισόγειο των πτερύγων του προοριζόταν για τον σταβλισμό των αλόγων (ακόμα και σήμερα διατηρούνται οι ταΐστρες των αλόγων στο ισόγειο του μουσείου) και ο όροφος για τους θαλάμους των στρατιωτών, ενώ ο όροφος της βόρειας πτέρυγας, η οποία δεν σώζεται, για το διοικητήριο και τους θαλάμους των αξιωματικών. Τη δεκαετία του 1970 υπήρξαν έντονες πιέσεις για την κατεδάφιση του συγκροτήματος, οι συντονισμένες όμως ενέργειες του Υπουργείου Πολιτισμού, του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους και ευαισθητοποιημένων πολιτών είχαν ως αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό του ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου, με χρήση ως πολιτιστικό κέντρο.

 

Έκθεση, Γ3 Ενότητα, Το βυζαντινό σπίτι .

 

Το μουσείο ιδρύθηκε το 1989 και στεγάζεται στη δυτική και νοτιοδυτική πτέρυγα του συγκροτήματος. Ο εκθεσιακός χώρος καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο της δυτικής πτέρυγας, ενώ στο ισόγειο της νοτιοδυτικής πτέρυγας στεγάζεται η Αίθουσα Περιοδικών Εκθέσεων και Εκδηλώσεων του μουσείου.

Η δημιουργία της μόνιμης έκθεσης διήρκεσε από το 2011 έως το 2016 και πραγματοποιήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Δυτική Ελλάδα – Πελοπόννησος – Ιόνιοι Νήσοι» με συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κύριος στόχος του μουσείου είναι η παρουσίαση αντιπροσωπευτικών πτυχών της βυζαντινής Αργολίδας μέσα από άγνωστα στο κοινό εκθέματα, καθώς και η δημιουργία μιας εστίας πολιτισμού στο Άργος και την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, που θα παρέχει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες στους πολίτες και επισκέπτες του.

Η έκθεση υποστηρίζεται από ποικίλα ερμηνευτικά μέσα, όπως κείμενα, φωτογραφίες, σχέδια, αναπαραστάσεις, ηχητικά στοιχεία, βιντεοπροβολές, ενώ έμφαση δίνεται στα εκθέματα αφής, που αφορούν σε κομβικά ευρήματα σε κάθε εκθεσιακή ενότητα, προκειμένου μεγάλο τμήμα της έκθεσης να είναι προσιτό σε άτομα με προβλήματα όρασης, που έχουν τη δυνατότητα να ψηλαφίσουν πρωτότυπα έργα των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων.

 

Οι ενότητες του Μουσείου

 

Τα εκθέματα, κυρίως κεραμικά και γλυπτά, καθώς και νομίσματα, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και ποικίλα μικροαντικείμενα, προέρχονται από τις σωστικές ανασκαφές των τοπικών Εφορειών Αρχαιοτήτων (Δ΄ ΕΠΚΑ, 5ης ΕΒΑ, 25ης ΕΒΑ) στην πόλη του Άργους, ενώ δεν λείπουν και εκθέματα από σημαντικές ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Παράλληλα παρουσιάζονται και ευρήματα από άλλες περιοχές της Αργολίδας, όπως το Ναύπλιο, η Ανδρίτσα, το Κεφαλάρι, ο Χώνικας, το Πλατανίτι, ο Μέρμπακας, η Τίρυνθα, το Λιγουριό, η Τραχειά, η Ερμιονίδα και τα νησιά του Αργολικού.

 

Ψηφιδωτό δάπεδο με προσωποποίηση Φθινοπώρου, Άργος 4ος αιώνας.

 

Ο εκθεσιακός χώρος καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο της δυτικής πτέρυγας του συγκροτήματος και η μόνιμη έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις κύριες ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο «Μια αυτοκρατορία γεννιέται», παρουσιάζεται η νέα αυτοκρατορία, η βυζαντινή, καθώς και η νέα θρησκεία, ο χριστιανισμός. Παράλληλα, παρουσιάζεται η συνέχιση των δομών της αρχαιότητας σε βασικές πτυχές του καθημερινού βίου, όπως συνέβαινε στις πολυτελείς οικίες, με εξέχοντα εκθέματα τα ψηφιδωτά με την προσωποποίηση του φθινοπώρου και την απεικόνιση νικηφόρου άρματος.

Η δεύτερη ενότητα πραγματεύεται τη μετάβαση στον μεσαίωνα και τις συνθήκες ανασφάλειας που επικρατούσαν από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα. Παρουσιάζονται μολύβδινες σφραγίδες βυζαντινών αξιωματούχων που βρέθηκαν στα νησάκια του Αργολικού, ενώ το πλέον προβεβλημένο σύνολο αποτελούν τα ευρήματα του Σπηλαίου της Ανδρίτσας, μια μοναδική αρχαιολογική ανακάλυψη της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας & Σπηλαιολογίας.

 

Έκθεση, Β’ Ενότητα. Οι καταφυγόντες του Σπηλαίου Ανδρίτσα.

 

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα», αποτελεί την «καρδιά» της έκθεσης συγκεντρώνοντας την πλειονότητα των εκθεμάτων. Οργανώνεται σε τρεις μεγάλες υποενότητες, από τις οποίες η πρώτη επικεντρώνεται στην εκκλησία, η οποία στη μεσαιωνική εποχή καθίσταται σε κέντρο όχι μόνο της δημόσιας λατρείας, αλλά και της δημόσιας ζωής ευρύτερα. Ο χώρος είναι διαμορφωμένος ως μικρό παρεκκλήσι, με σημαντικές κτητορικές και αφιερωτικές επιγραφές στην είσοδό του, μαρμάρινα μέλη και τοιχογραφίες στο εσωτερικό του. Η δεύτερη υποενότητα, με τίτλο «Στην αγορά της βυζαντινής Αργολίδας», πραγματεύεται τη δράση των επαγγελματιών σε μια βυζαντινή πόλη, ενώ παρουσιάζονται και εκθέματα που χρησίμευαν στις ποικίλες συναλλαγές και το εμπόριο. Στην τρίτη υποενότητα παρουσιάζεται η ζωή στο βυζαντινό σπίτι, με αντικείμενα, κυρίως κεραμικά, που χρησιμοποιούνταν στην αποθήκευση, το μαγείρεμα και το σερβίρισμα των τροφών. Παρουσιάζονται, επίσης, χαρακτηριστικά αντικείμενα ένδυσης, καλλωπισμού και ψυχαγωγίας.

 

Θωράκιο με παγόνι, Άργος 12ος αιώνας.

 

Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα με τίτλο «Αργολίδα: ένα σταυροδρόμι πολιτισμών», το ενδιαφέρον στρέφεται στη συνάντηση, συνύπαρξη και σε ορισμένες περιπτώσεις ενσωμάτωση διαφορετικών πολιτισμών στα εδάφη της Αργολίδας, με την παρουσίαση χαρακτηριστικών στοιχείων του υλικού και άυλου πολιτισμού τους. Στην υποενότητα των Σλάβων παρουσιάζονται εργαλεία, στοιχεία ένδυσης και κοσμήματα κυρίως από το σλαβικό νεκροταφείο της Μάκρης στην Αρκαδία που αποκαλύφθηκε το 2009 από την 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Η παρουσίαση συμπληρώνεται με τα χαρακτηριστικά χειροποίητα ή αργού τροχού αγγεία από την Τίρυνθα, το Άργος και τα σλαβικά νεκροταφεία της Αρκαδίας (Ασέας και Μάκρης). Στους Φράγκους εξέχουσα θέση έχει ο θησαυρός φραγκικών νομισμάτων που βρέθηκε στο Άργος, καθώς και τα χαρακτηριστικά ιταλικά αγγεία πρωτομαγιόλικα και αρχαϊκής μαγιόλικα, που επιχωριάζουν στις φραγκοκρατούμενες περιοχές. Οι Βενετοί αντιπροσωπεύονται από τον φτερωτό λέοντα και οικόσημα αξιωματούχων, νομίσματα και κεραμική, όλα προερχόμενα από το μεγάλο κέντρο της εποχής, το Ναύπλιο. Οι Αρβανίτες παρουσιάζονται μέσω του άυλου πολιτισμού τους, με διαδραστική εφαρμογή που εστιάζει σε αρβανίτικα επώνυμα και τραγούδια, καθώς και σε χαρακτηριστικές αρβανίτικες συνταγές της Αργολίδας. Η ενότητα κλείνει με τους Οθωμανούς, με έμφαση σε δύο καθημερινές συνήθειες που έχουν τις απαρχές τους στον 17ο αιώνα· το κάπνισμα με την παρουσίαση χαρακτηριστικών λουλάδων και την κατανάλωση καφέ με μικρά κύπελλα εργαστηρίων της Κιουτάχειας.

 

Οικόσημο Grimani, Ναύπλιο, 1708.

 

Στον σχεδιασμό του μουσείου, εκτός από το χώρο της μόνιμης έκθεσης, υπήρξε μέριμνα για τη δημιουργία ξεχωριστής αίθουσας για τη διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων και εκδηλώσεων (συνεδρίων, ημερίδων, ομιλιών κτλ.), με στόχο το νέο μουσείο να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία στον επισκέπτη και να αποτελέσει μια κοιτίδα πολιτισμού στην καρδιά της πόλης του Άργους.

Το μουσείο θα λειτουργεί καθημερινά από Δευτέρα έως Κυριακή, 8.30-16.00, ενώ κάθε Τρίτη θα είναι κλειστό.

Στρατώνες Καποδίστρια, 212 00 Άργος
efaarg@culture.gr

https://www.byma.gr

Τηλ. 27510 68937
Τηλ/πία: 27510 68977

Αναστασία Βασιλείου

Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών,  Αρχαιολόγος Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας

Read Full Post »

Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)».

 

Ο σκληρός στρατιωτικός και πολιτικός ανταγωνισμός Βυζαντινών και Αράβων, κυρίως κατά την κορύφωσή του (9ος-10ς αι.), έβρισκε την ιδεολογική του έκφραση στα κείμενα των εκπροσώπων της εξουσίας και των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, δύο σχετικές αναφορές, προερχόμενες αντίστοιχα από μία αραβική και μία βυζαντινή πηγή. Στο αίτημα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ προς τον χαλίφη των Φατιμιδών al-Mu’iiz για σύναψη αιώνιας ειρήνης (957-958), εκείνος, σύμφωνα με τον άραβα ιστορικό Al-Nu’man (al-majalis wa l-musayarat), απάντησε μέσω του βυζαντινού πρεσβευτή ως εξής: η θρησκεία και ο ισλαμικός νόμος απαγορεύουν τη σύναψη αιώνιας ειρήνης διότι ο Αλλάχ έστειλε τον προφήτη του Μωάμεθ και εγκαθίδρυσε το θεσμό των Ιμάμηδων προκειμένου να καλέσουν τον κόσμο ν’ ασπασθεί τη θρησκεία του και να διεξάγουν, για το σκοπό αυτό, ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων.[1]

Από την άλλη πλευρά, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, στον 18ο κανόνα των «Τακτικών» του, ομολογεί ότι συνέγραψε το συγκεκριμένο έργο εξαιτίας των Σαρακηνών (Αράβων). Προκειμένου να ενισχύσει το ηθικό των στρατηγών του, επιστρατεύει και εκείνος το ιδεολογικό επιχείρημα της θρησκείας, κηρύσσοντας στην πραγματικότητα με τη σειρά του ένα είδος «ιερού πολέμου» των χριστιανών εναντίον των «απίστων» Αράβων. Καὶ ἐθίζεσθε πάντες ὁμοῦ οἱ διὰ Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ πατρίδος καὶ τοῦ ὅλου τῶν Χριστιανῶν ἔθνους ἀγωνιζόμενοι εὐκόλως ὑποφέρειν καὶ … δεινὰ γενναίως ἐγκαρτερεῖν, ἔστι γὰρ τῶν ἀποκειμένων μισθῶν έκ τε Θεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐξ αὐτοῦ βασιλείας ἡμῶν παρ᾽ ὑμῶν ἐργασία.[2]

 Οι δύο παραπάνω πηγές χρονολογούνται τον 10ο αιώνα, ένα αιώνα ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος, σημαδεύτηκε από τις πιο σκληρές αραβο-βυζαντινές συγκρούσεις. Με βάση τις μαρτυρίες αυτές και πολλές συναφείς, και λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των πολεμικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στα αραβο-βυζαντινά σύνορα και στις επικράτειες των δύο αυτοκρατοριών, στη διάρκεια των δύο τουλάχιστον αιώνων που εξετάζουμε εδώ, οι σχέσεις των δύο πλευρών θα μπορούσαν εύκολα να περιγραφούν με όρους καθαρά πολεμικούς. Ωστόσο, πολλές μαρτυρίες, προερχόμενες από ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα και από την επιστολογραφία των βασιλικών αυλών του Βυζαντίου και των διαφόρων αραβικών χαλιφάτων, μας δίνουν και την άλλη «όψη του νομίσματος». Εκείνη, δηλαδή, που απεικονίζει μια διαρκή, αμοιβαία προσπάθεια ειρηνικής προσέγγισης, συνεννόησης και αλληλοκατανόησης των εμπολέμων, μέσα από ποικίλες δράσεις και με τη διαμεσολάβηση πολλών παραγόντων. Οι προσπάθειες αυτές είχαν εκδηλωθεί και κατά τους προηγούμενους αιώνες, σποραδικά και άναρχα, τον 9ο και 10ο όμως αιώνα ενισχύθηκαν σημαντικά, εντάσσοντας στην εξωτερική πολιτική των δύο αυτοκρατοριών μια υψηλού επιπέδου θεσμοθετημένη διπλωματία.

Το επιχείρημα περί του «ιερού πολέμου» δεν αποτελούσε εκείνη την εποχή παρά ένα σημαντικό εργαλείο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των ηγεσιών των δύο πλευρών προκειμένου να κρατούν σε εγρήγορση τους ταλαιπωρημένους από τους συνεχείς πολέμους στρατιώτες τους. Το Βυζάντιο, αν και συρρικνωμένο εδαφικά, διέθετε ακόμη μεγάλη πολιτική δύναμη και πνευματική ακτινοβολία, ενισχύοντας και παγιώνοντας, μέσα και έξω, την αντίληψη για την παγκόσμια κυριαρχία του. Τον 9ο αιώνα, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εχθρό που είχε εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη. Ήταν η μόνη δύναμη, ανάμεσα στους γείτονές του, με γραφειοκρατική διοίκηση, θεσμούς, διπλωματία, οργανωμένο στρατό και πολεμική τεχνολογία. Το Ισλάμ με σημαία τον «ιερό πόλεμο» έθετε πλέον ξεκάθαρα σε αμφισβήτηση την παγκοσμιότητα του Βυζαντίου και διεκδικούσε για λογαριασμό του την παγκόσμια εξουσία. Η Κρήτη και οι άλλες χώρες του κόσμου είναι δικές μας χάρη στην εύνοια του Θεού, ο οποίος μας έθεσε επικεφαλής του κόσμου, διακηρύσσει ο χαλίφης al-Mu’iiz στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β’, με αφορμή την πρεσβεία του 957/8.[3] Παρατηρεί κανείς εδώ ότι στα μέσα πλέον του 10ου αιώνα η πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών περί της εκ Θεού απορρέουσας παγκόσμιας εξουσίας [4] έχει μεταλαμπαδευθεί στους κόλπους του Ισλάμ και έχει επηρεάσει βαθειά τη σκέψη και την πολιτική φιλοσοφία των αραβικών ηγετικών κύκλων.

 

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Η βυζαντινή αυλή, αμήχανη και αντιφατική μπροστά στη νέα κατάσταση που σταδιακά διαμορφώνεται στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας, αναγκάζεται, φραστικά έστω, ν’ αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της ως ισότιμο και να του αναγνωρίσει τυπικά το μερίδιο που του αναλογεί στη διεκδίκηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε αυτό το πνεύμα του συμβιβασμού και της υποχώρησης από τις πάγιες θέσεις περί της μοναδικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και της πρωτοκαθεδρίας της στην παγκόσμια ηγεμονία, συνέταξε τη γνωστή επιστολή του προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al- Muqtadir, ο πατριάρχης και αντιβασιλεύς Νικόλαος Α΄ Μυστικός, με το γνωστό, χαρακτηριστικό παρακάτω απόσπασμα: Υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο, αυτή των Σαρακηνών (Αράβων) και αυτή των Ρωμαίων (Βυζαντινών), οι οποίες υπερτερούν όλων των άλλων και λάμπουν όπως οι δύο φωστήρες του στερεώματος. Στη συνέχεια, επισημαίνει μεν τις τεράστιες διαφορές στους κόλπους των δύο κοινωνιών λόγω των θρησκειών, σπεύδει όμως να τονίσει ότι αυτές δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στις μεταξύ τους κοινωνικές και αδελφικές σχέσεις και να στερήσουν από τους δύο λαούς την επικοινωνία.[5] Λίγα χρόνια πριν, ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄, στα «Τακτικά» του, μέσα από ένα λόγο αντιφατικό, καθώς εμπεριείχε και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Άραβες, δεν διστάζει να τους προβάλει ταυτόχρονα και ως πρότυπο προς μίμηση, αναφερόμενος στη στρατιωτική τους οργάνωση, την ανιδιοτελή μαζική συμμετοχή τους στον πόλεμο και την αποτελεσματικότητα του «ιερού πολέμου» (djihād), στοιχεία και συμπεριφορές που θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και οι Βυζαντινοί.[6]

Το Βυζάντιο όφειλε πλέον ν’ αντιμετωπίσει έναν εχθρό «με κεφαλαίο Ε», όπως εύστοχα έχει επισημάνει η Ν. Κουτράκου σε σχετική μελέτη της.[7] Όφειλε να προσδιορίσει έναν αντίπαλο που του έμοιαζε σταδιακά όλο και περισσότερο, μια μεγάλη πολιτική και θρησκευτική δύναμη που διεκδικούσε τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα και αμφισβητούσε σοβαρά τη δική του ηγεμονία.

Επομένως, όσο σκληρή και αν ήταν η πολεμική που ασκούσαν οι Βυζαντινοί εναντίον των Αράβων, μέσω των θρησκευτικών τους κυρίως κειμένων, όσο φανατικές και αν ήταν οι εκκλήσεις των θρησκευτικών κυρίως αραβικών κύκλων για ιερό πόλεμο (djihād) εναντίον των χριστιανών, η προσέγγιση των δύο πλευρών είχε πλέον καταστεί νομοτελειακή. Πέρα από ιδεολογίες και ιδεοληψίες, η βυζαντινή αυλή όφειλε ν’ αντιμετωπίσει με την ψυχρή λογική τη σκληρή πραγματικότητα ενός μεγάλου επελαύνοντος εχθρού και μιας πραγματικής πλέον απειλής για την ύπαρξή της. Στο αραβικό χαλιφάτο, από την άλλη πλευρά, είχαν ξεσπάσει, την εποχή εκείνη, διαμάχες και σκληροί εσωτερικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες δυναστείες με αποτέλεσμα τη διατάραξη της εθνικής συνοχής τους και τη σταδιακή υποχώρηση της στρατιωτικής τους ορμής. Κατά συνέπεια, οι δύο μεγάλες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να «εξημερώσουν» τον πόλεμο, εντάσσοντάς τον στις κανονικές κοινωνικές σχέσεις τους, να τον καταστήσουν προβλέψιμο, περιορίζοντας το χώρο και το χρόνο του, και να τον μετατρέψουν σε αιτία και παράγοντα μιας αέναης μεταξύ τους επικοινωνίας.[8] Σε επίπεδο ηγεσιών οι δύο πλευρές είχαν προ πολλού ξεκινήσει τις διπλωματικές διεργασίες, οι οποίες μέχρι τον 9ο αιώνα αφορούσαν κυρίως σε ζητήματα πολέμου και σε συνθήκες ειρήνης[9] Από τον 9ο αιώνα και μετά η άμεση επικοινωνία και οι διπλωματικές επαφές βυζαντινών αυτοκρατόρων και χαλίφηδων εντάθηκαν και εξελίχθηκαν σημαντικά. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης αναπτύχθηκε μια νέα δυναμική με επίκεντρο τους αιχμαλώτους: την εξαγορά, την ανταλλαγή, τη νομική προστασία και τη δίκαιη μεταχείρισή τους από τον αντίπαλο. Μέσα από τις διαδικασίες επίλυσης τέτοιων ζητημάτων αναπτύχθηκαν νέες μορφές διπλωματικής δραστηριότητας στις δύο αυλές, οι οποίες δημιούργησαν εξαιρετικές συνθήκες επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.[10]

Σε βυζαντινές και αραβικές πηγές διασώζεται μεγάλος αριθμός σχετικών πληροφοριών, οι οποίες συνθέτουν την εικόνα ενός διπλωματικού μαραθώνιου, στον οποίο, όπως προκύπτει από τη μελέτη τους, εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες: αυτοκράτορες και χαλίφηδες, υψηλοί αξιωματούχοι των δύο αυλών (στρατηγοί, πατρίκιοι, εμίρηδες και βεζύρηδες), πατριάρχες και ιεράρχες, πρέσβεις και διερμηνείς και κυρίως επώνυμοι αιχμάλωτοι και από τα δύο στρατόπεδα, οι οποίοι, εκούσια ή ακούσια, συνέβαλαν στην επικοινωνία, την πληροφόρηση, την πολιτική και πολιτισμική προσέγγιση των δύο αυτοκρατοριών. Αξιοπρόσεκτη για το επίπεδο επικοινωνίας των δύο πλευρών, τον 9ο αιώνα, είναι η αφήγηση του al-Tabarī, σχετικά με την πρεσβεία του περίφημου Άραβα διπλωμάτη Nașr bn. al-Azhar (Nașir) (861), απεσταλμένου του χαλίφη al-Mutawakkil για τη διαπραγμάτευση της πέμπτης ανταλλαγής αιχμαλώτων, στον οποίο οι αξιωματούχοι της βυζαντινής αυλής προσέφεραν κατά την αποχώρησή του πολλά δώρα, προορισμένα για τον χαλίφη, όπως αρώματα, μετάξι, κρόκο και άλλα πολύτιμα είδη[11].

Τομή στις διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου – Ισλάμ υπήρξε, αναμφίβολα, ο θεσμός των επίσημων ομαδικών ανταλλαγών των αιχμαλώτων, ο οποίος καθιερώθηκε στα τέλη του 8ου αιώνα.[12] Η αποστολή πρεσβευτών, επιστολών και δώρων, η ανταλλαγή ομήρων και το πλήθος του απλού κόσμου που συνέρρεε εκεί από τις πλησιέστερες συνοριακές περιοχές συνιστούσαν πλέον το τελετουργικό του νέου status των αραβο-βυζαντινών σχέσεων γύρω από τους αιχμαλώτους. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών προσέφερε την ευκαιρία μιας πολυεπίπεδης επικοινωνίας των εμπολέμων, που ξεκινούσε από τις βασιλικές αυλές του Βυζαντίου και του Ισλάμ, περνούσε από τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές των συνοριακών επαρχιών και έφθανε στους απλούς ανθρώπους – χριστιανούς και μουσουλμάνους. Σ’ ένα πνεύμα κατευνασμού των παθών, παρά τον θρησκευτικό φανατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση που καλλιεργούνταν, οι ιθύνοντες της στρατιωτικής διπλωματίας και των δύο πλευρών συμπεριέλαβαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προσέγγισης και τους κατοίκους των αραβο-βυζαντινών συνόρων. Επέτρεπαν σε συνοριακούς εκατέρωθεν πληθυσμούς να προσεγγίσουν τον ποταμό Λάμο και να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς όλες αυτές τις πρωτόγνωρες διπλωματικές διεργασίες της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι οποίες αποτελούσαν αναντίρρητα ένα σημαντικό βήμα στην προσέγγιση των δύο αντιπάλων.[13]

Είναι αλήθεια ότι ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια των αραβοβυζαντινών διπλωματικών σχέσεων έχει εγγραφεί στο περιεχόμενο των επίσημων ανταλλαγών και εξαγορών αιχμαλώτων, στις όχθες του ποταμού Λάμος, κοντά στην Ταρσό. Οι περισσότερες συμφωνίες και οι διαδικασίες των ανταλλαγών έχουν καταγραφεί από Άραβες ιστορικούς όπως, ο al-Masudi, ο al-Maqrizī, ο al-Tabarī, ο al-Balādhurī, και άλλοι.[14] Το περιεχόμενο της επιστολής του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al-Radī, το έτος 938, με αφορμή την ανταλλαγή αιχμαλώτων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αγωνιώδους προσπάθειας επικοινωνίας με τον αντίπαλο. Ο βυζαντινός ηγέτης εκφράζει την ευχή και την επιθυμία, μετά την ανταλλαγή, να προχωρήσουν στη σύσφιγξη των μεταξύ τους σχέσεων και στη συμφιλίωση των λαών τους.[15] Ανάλογη ανησυχία εκφράζει και o πατριάρχης Νικόλαος Α΄ προς τον χαλίφη al- Muqtadir για την κατάσταση των Κυπρίων αιχμαλώτων, και ταυτόχρονα διατυπώνει την επιθυμία και την ευχή του για συμφιλίωση των δύο κόσμων.[16] Το ίδιο ενδιαφέρον εκδήλωναν συχνά και οι αραβικές αρχές για την τύχη των μουσουλμάνων αιχμαλώτων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαμαρτυρία προς τις αρχές της Κωνσταντινούπολης του βεζύρη Alī bn-Isā για την κακομεταχείριση των Αράβων αιχμαλώτων, κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Αλέξανδρου, αδελφού του Λέοντος Σοφού (911-912).[17]

Στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των ανταλλαγών κορυφαίο ρόλο έπαιζαν οι πρεσβευτές. Και από τις δύο πλευρές επιλέγονταν ικανοί και ευέλικτοι αξιωματούχοι που διακρίνονταν για την ευφυία, τις γνώσεις και τον πολιτισμό τους,[18] με πιο γνωστούς από το Βυζάντιο τον Μεθόδιο,[19] τον Λέοντα Χοιροσφάκτη[20] και τον Κουρκούα[21] και από το χαλιφάτο τον έμπειρο και επιτυχημένο διπλωμάτη Naşir (Naşr) bn al- Azhar.[22]

Οι συνθήκες της εποχής και η γραφειοκρατία των δύο αυλών επέβαλαν τη μακρά, συνήθως, παραμονή των ξένων πρεσβευτών στις πρωτεύουσες των συνομιλητών τους, η οποία τους παρείχε την ευκαιρία όχι μόνο της απλής επικοινωνίας, αλλά και της ενημέρωσης για την βαθύτερη γνώση της κοινωνίας της «άλλης πλευράς.»[23] Αραβικές και βυζαντινές πηγές περιγράφουν την υποδοχή των πρέσβεων στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών ως μεγαλοπρεπή και ιδιαίτερα πομπώδη. Οι διοργανωτές της επεδίωκαν με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσουν τους ξένους επισήμους για τον πλούτο της αυλής τους και τη δύναμη του ηγέτη τους.[24] Στο σημείο αυτό αξίζει ν’ αναφερθώ ενδεικτικά (τα παραδείγματα είναι πολλά) στην επιστολή του εμίρη της Αιγύπτου Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό, με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 936-937. Στο περιεχόμενό της εκτυλίσσεται με λεπτομέρειες όλο το σκηνικό της υποδοχής και της φιλοξενίας των βυζαντινών πρεσβευτών στο παλάτι του εμίρη και αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην αποκατάσταση ή την περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων Βυζαντίου και Αράβων. Είναι πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό η φράση με την οποία ο εμίρης Muhammad, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα, κλείνει την επιστολή του: «επειδή εσύ εγκαινίασες σχέσεις φιλικές και ευγενικές μαζί μας αξίζεις να τις καλλιεργήσουμε και να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς, ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες σου και τις επιθυμίες σου.»[25]

Οι Βυζαντινοί, σύμφωνα με τη λεπτομερή περιγραφή του έργου «Περί της βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, απέδιδαν μεγάλη σημασία στη φιλοξενία των Αράβων πρεσβευτών και στις εντυπώσεις που εκείνοι θα αποκόμιζαν από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.[26] Στο συγκεκριμένο έργο γίνονται ειδικές αναφορές στους «φίλους Σαρακηνούς», τους οποίους υποδέχονταν στα σύνορα βυζαντινοί αξιωματούχοι και τους εγκαθιστούσαν στη συνέχεια στο πολυτελές οίκημα, το γνωστό από τον Πορφυρογέννητο μητᾶτον. Η συμμετοχή τους σε επίσημες αυλικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, η πρόσκλησή τους σε επίσημα συμπόσια και η τιμητική θέση που καταλάμβαναν σε αυτά[27] καταδεικνύουν τη λειτουργία ενός ειδικού τιμητικού πρωτοκόλλου για τους Άραβες, στο οποίο ο Λέων ΣΤ΄ ενέταξε και Άραβες αιχμαλώτους, σύμφωνα με το περίφημο «Κλητορολόγιον» του Φιλoθέου, το οποίο ο δημιουργός του συνέγραψε στις αρχές του 10ου αιώνα.[28] Στο πλαίσιο αυτού του νεωτερισμού εντάσσεται αναμφίβολα η πρόσκληση και η συμμετοχή στις εκδηλώσεις του παλατιού και στις θρησκευτικές τελετές, του γνωστού, λόγιου Άραβα αιχμαλώτου Harūn bn-Yahyā. Ο Άραβας αιχμάλωτος αποκαλύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια και αξιοπιστία τους συμβολισμούς και τη σημειολογία των πρακτικών της βυζαντινής διπλωματίας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως», στο οποίο έχει καταγράψει προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις από την περίοδο της αιχμαλωσίας του στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Harūn bn-Yahyā αποτελεί, μαζί με το «Περί της βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, μία από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορική γεωγραφία της βυζαντινής πρωτεύουσας του 9ου και 10ου αιώνα. Η περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του διάκοσμου του παλατιού και της Μεγάλης Εκκλησίας, οι θρησκευτικές και οι αυτοκρατορικές τελετές, η παρουσία και η συμμετοχή ξένων στα δρώμενα της βασιλικής αυλής, αντανακλούν, αναμφίβολα, την έκπληξη, το θαυμασμό αλλά και το δέος του παρατηρητή-συγγραφέα. Η γραπτή κατάθεση του Harūn bn-Yahyā με όλα τα συναισθήματα που προκαλεί η περιγραφή του, μεταφέρθηκε και μεταδόθηκε στον κόσμο των Αράβων μέσω του ομοεθνούς συγχρόνου του γεωγράφου, Ibn Rosteh, ο οποίος το διέσωσε, ενσωματώνοντάς το στο δικό του έργο «Kitab al-a laq al nafisā» (= «Livre des choses presieuses»)[29]. Τόσο η συγκεκριμένη πολύτιμη για τη βυζαντινή διπλωματία πηγή όσο και οι μαρτυρίες άλλων βυζαντινών και αραβικών πηγών που αναφέρονται στις διπλωματικές δραστηριότητες της βυζαντινής αυλής, προδίδουν ξεκάθαρα τις στρατηγικές και τους στόχους της αυτοκρατορίας για την αντιμετώπιση και την ειρηνική προσέγγιση του μεγαλύτερου, ίσως, έως τότε εχθρού της, ο οποίος διεκδικούσε με αξιώσεις τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Μέσω των περίπλοκων μηχανισμών και των περίτεχνων μεθόδων της, η βυζαντινή διπλωματία, ιδιαίτερα τον 10ο αιώνα, είχε εξαπολύσει έναν «πόλεμο» εντυπώσεων και μια «επίθεση» ιδεολογικής επιρροής, σε όλα τα επίπεδα, στον ευρύτερο αραβικό κόσμο: στη Δύση, στη Βόρεια Αφρική και κυρίως στην Ανατολή, διαδίδοντας την οικουμενική χριστιανική ιδεολογία της μέσα στους κόλπους του Ισλάμ και προβάλλοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον υλικό πολιτισμό και τον πλούτο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στα μάτια ανθρώπων της άρχουσας, κυρίως, τάξης των Αράβων, όπως ήταν για παράδειγμα οι πρεσβευτές καθώς και οι επώνυμοι και διάσημοι αιχμάλωτοι. Ως προσπάθεια ιδεολογικής παρέμβασης μπορεί να ερμηνευτεί και η ευνοϊκή μεταχείριση εκ μέρους των βυζαντινών αρχών των γνωστών στην αραβική κοινωνία, επώνυμων Αράβων αιχμαλώτων, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του εμίρη της Κρήτης Abd al-Azīz (του γνωστού Κουρουπά), του ποιητή-διανοούμενου Αbū Firās, του προαναφερόμενου Harūn bn-Yahyā, παλαιότερα του Qabāth ibn-Razīn, κ. α.[30] Σε αυτό το πνεύμα, ενταγμένη σε ένα χριστιανικό πολιτισμικό πλαίσιο, λειτουργούσε και η συμβολική γλώσσα των βυζαντινών τελετών, όπως την προσέλαβε, χωρίς ενδεχομένως να την κατανοεί, ο αιχμάλωτος Harūn[31]. Ο θαυμασμός και η έκπληξή του από το τελετουργικό σύμπλεγμα των θριάμβων, των δημοσίων πομπών, των τελετών και των συμποσίων, όλα μέσα από μια θρησκευτική διάσταση, καταγεγραμμένα στο κείμενό του, όπως ο ίδιος τα βίωσε, φαίνεται να δικαιώνουν τους εμπνευστές και τους λειτουργούς του διπλωματικού γίγνεσθαι της βυζαντινής βασιλικής αυλής. Η ακριβής περιγραφή του αυτοκρατορικού ανακτορικού συγκροτήματος της Κωνσταντινούπολης από τον Harūn ibn Yahyā και οι εικόνες που μετέφεραν και μετέδιδαν στα αραβικά χαλιφάτα οι επιφανείς αιχμάλωτοι και οι υψηλοί αξιωματούχοι – πρεσβευτές του Ισλάμ, δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Άραβες χαλίφηδες και τις αυλές τους. Με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 917 στη Βαγδάτη, στην οποία οι Άραβες επεφύλαξαν μια από τις λαμπρότερες υποδοχές στους βυζαντινούς απεσταλμένους, καταγράφηκαν πολλές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων με την απαρίθμηση και την περιγραφή όλων των μερών του παλατινού συγκροτήματος των Αββασιδών, το οποίο, σύμφωνα με την ιστορία της Βαγδάτης του al-Hatīb al-Bagdādī,[32] ανταγωνίζονταν επάξια σε πλούτο και λαμπρότητα το βυζαντινό. Και ενώ για τους Αββασίδες δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, πέραν των λογικών υποθέσεων, για το αν το τελετουργικό της αυλής τους ακολουθούσε βυζαντινά πρότυπα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου. Κατά τον σπουδαίο αραβολόγο M. Canard, ο οποίος επιχείρησε μια συγκριτική μελέτη του βυζαντινού και του αραβικού τελετουργικού των Φατιμιδών, μέσα από τις διασωζόμενες πηγές των δύο πλευρών («Περί της βασιλείου τάξεως» του Πορφυρογέννητου και τους «πίνακες τελετών» του άραβα Maqrizi και των μεταγενέστερων Ibn al-Ma’ mūn και Ibn al-Tuwair)[33], υπάρχει συνέχεια στις διάφορες πτυχές του φατιμιδικού τελετουργικού, η οποία δικαιολογεί τη σύγκριση και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από τα τέλη του 10ου έως τον 12ο αιώνα, η αυτοκρατορία του Βυζαντίου και εκείνη των Φατιμιδών είναι πλέον οι δύο μόνες μεγάλες δυνάμεις της μεσογειακής Ανατολής. Οι Φατιμίδες, εντυπωσιασμένοι προφανώς από τις περιγραφές των Αράβων επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης και τις παραγόμενες εικόνες, υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στο τελετουργικό τους ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία του βυζαντινού τελετουργικού, προκειμένου να ανταγωνισθούν σε λάμψη και σε δόξα τον «Ρωμαίον» αυτοκράτορα, όπως, αναμφίβολα και παρά την απουσία σχετικών πληροφοριών, το είχαν πράξει και οι Αββασίδες. Ο θαυμασμός και η έκπληξη που ένοιωθαν οι βυζαντινοί πρεσβευτές κατά την επίσκεψη και την παραμονή τους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης, παραπέμπουν στον πλούτο και τη λαμπρότητα με την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, περιβαλλόταν το παλάτι των Αββασιδών.[34]

Η βυζαντινή αυλή βέβαια, λειτουργώντας στο πλαίσιο ενός δαιδαλώδους παρασκηνίου και εφαρμόζοντας τις πολυσύνθετες πρακτικές της διπλωματίας της, δεν αρκούνταν στην έκθεση του υλικού και πνευματικού πλούτου της βυζαντινής πρωτεύουσας και στη δημιουργία εικόνων μόνο και εντυπώσεων. Μέσω των πρεσβευτών της επιχειρούσε και άλλες παρεμβάσεις με περιεχόμενο πολιτιστικό, κοινωνικό και ενίοτε ιδεολογικό. Για την πολιτιστική πολιτική που άσκησε το Βυζάντιο στις αυλές των χαλιφάτων, εκτός από τις περιστασιακές αναφορές Βυζαντινών και Αράβων συγγραφέων σε αμοιβαίες προσφορές δώρων, στη διάρκεια των διαφόρων διπλωματικών αποστολών, πληροφορίες παρέχει και μία άλλη αυθεντική πηγή, προερχόμενη, κατά τους μελετητές των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, από το αρχειακό υλικό των αραβικών βασιλικών αυλών. Πρόκειται για το περίφημο «Βιβλίο θησαυρών και δώρων» («Livre des Tresors et des Cadeaux»), το οποίο έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 11ου αιώνα.[35] Περιέχει κατάλογο και περιγραφές των πολύτιμων δώρων που ανά τακτά διαστήματα αποστέλλονταν από βυζαντινούς αυτοκράτορες σε χαλίφηδες και εμίρηδες μέσω των πρεσβειών, κυρίως κατά τους 10ο και 11ο αιώνες. Ενδεικτικά, μπορούν ν’ αναφερθούν για τον 10ο αιώνα δύο αποστολές δώρων εκ μέρους των βυζαντινών αυτοκρατόρων προς Άραβες χαλίφηδες, ο κατάλογος και η περιγραφή των οποίων εμπεριέχεται στην προαναφερόμενη αραβική πηγή. Πρόκειται για τα πολύτιμα δώρα που απέστειλε ο Ρωμανός Λεκαπηνός στον χαλίφη της Βαγδάτης Al-Radī το έτος 938 και για εκείνα του Ιωάννη Τσιμισκή προς τον Φατιμίδη χαλίφη Al-Mu’ izz, μετά την είσοδό του στην Αίγυπτο το 973.[36]

Πρέπει να επισημανθεί ακόμη ότι πολιτιστική διπλωματία στους κόλπους των Αράβων ασκήθηκε από το Βυζάντιο και κατά τους προηγούμενους αιώνες, και μάλιστα από την αρχή της συγκρότησης του αραβικού χαλιφάτου. Αραβικές πηγές αναφέρουν ότι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέστειλαν αρχιτέκτονες, τεχνίτες μωσαϊκών και υλικά για την ανέγερση και τη διακόσμηση των πρώτων παλατιών των χαλίφηδων, κυρίως όμως για τη διακόσμηση των τζαμιών της Μεδίνας και της Δαμασκού.[37] Η επιβίωση αυτών των διπλωματικών πρακτικών και κατά τους επόμενους αιώνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποστολή βυζαντινών τεχνιτών στην Cordova για την ψηφιδωτή διακόσμηση του μεγάλου τζαμιού της[38], αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της συνέχισης των πολιτισμικών παρεμβάσεων της βυζαντινής αυλής, πάντοτε στο πνεύμα και το πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής προσέγγισης.

 

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη,
β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ότι στο πολιτισμικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι των Αράβων, από την εμφάνιση του Ισλάμ, τόσο κατά τη διάρκεια της συγκρότησης και της ακμής των χαλιφάτων, όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν κατευθύνονταν απευθείας από τη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Από αραβικές κυρίως πηγές αντλούμε πληροφορίες για την αξιοποίηση βυζαντινών αιχμαλώτων, ιδιαίτερα στην αρχή της οργάνωσης του χαλιφάτου, σε τομείς της διοίκησης, των τεχνικών έργων, των οικονομικών υπηρεσιών, των γραμμάτων, κ.λπ.[39] Εξίσου σημαντική υπήρξε, επίσης, και η συμβολή των χριστιανικών κοινοτήτων (μονοφυσιτών, κοπτών και νεστοριανών), που παρέμειναν μετά την κατάληψη των εδαφών τους υπό αραβική κατοχή.[40] Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, όπως ήταν η Αλεξάνδρεια, η Γάζα, η Βηρυτός, η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Νίσιβις, κ. ά., μετά την κατάληψή τους από τους Άραβες, από την πρώιμη ισλαμική εποχή, μετατράπηκαν σε πεδίο έντονων θεολογικών διαλόγων και αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο μιας διαθρησκευτικής, διαπνευματικής προσέγγισης χριστιανισμού και ισλαμισμού, μέσω κυρίως της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας.[41] Πνευματικοί άνθρωποι από τις υποδουλωμένες στους Άραβες χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής μετέδωσαν και διέδωσαν, μέσω διπλών συνήθως μεταφράσεων, τα έργα των μεγάλων ελλήνων φιλοσόφων, ενώ άλλοι, εκούσια ή ακούσια, επιστρατεύθηκαν από τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Ανατολής στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας της, προσφέροντας την τεχνογνωσία και τις εμπειρίες τους στην οργάνωση της αυλής των χαλίφηδων, στη διπλωματία, στο εμπόριο, στις τέχνες, κ.λπ.[42]

Η κορυφαία πνευματική συνάντηση των Βυζαντινών με τους Άραβες έγινε τον 9ο αιώνα, όταν εκδήλωσαν από κοινού το ενδιαφέρον τους για την αναβίωση της κλασικής ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας.[43] Κλασικά ελληνικά έργα, από τα δύο προαναφερόμενα πεδία, μεταφράσθηκαν στα αραβικά κατά την περίοδο της χαλιφίας των Αββασιδών στο μεγάλο διεπιστημονικό κέντρο της Βαγδάτης, στον «Οίκο της Σοφίας».[44] Το γεγονός αυτό υπήρξε αναμφίβολα η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση Βυζαντινών – Αράβων, στο πνευματικό και επιστημονικό πεδίο, με πρωτοβουλία του γνωστού λάτρη της κλασικής αρχαιότητας, του χαλίφη al Ma’mun και τη συμμετοχή και συνεργασία βυζαντινών μοναχών και πνευματικών ανθρώπων της Συρίας και της Μεσοποταμίας, πιθανότατα με την παρότρυνση και τη βοήθεια της βυζαντινής αυλής.[45] Αξίζει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την αλληλογραφία του χαλίφη al Ma’mūn και του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόφιλου, με αφορμή τον μεγάλο βυζαντινό διανοούμενο Λέοντα Μαθηματικό, τον οποίο ο πρώτος διεκδικούσε ειρηνικά από τη βυζαντινή αυλή, προκειμένου να μεταδώσει τις γνώσεις του στο χαλιφάτο. [46] Εκτός όμως από την κλασική φιλοσοφία και τις ελληνικές επιστήμες, στον αραβικό κόσμο διείσδυσε εν μέρει και η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή σε τομείς, όπως ήταν τα νομικά κείμενα, τα στρατιωτικά εγχειρίδια, και σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστοριογραφία. Αυτό προκύπτει από τη συνολική ή την αποσπασματική διάσωση ορισμένων αραβικών κειμένων, τα οποία αποτελούν μεταφράσεις ή προσαρμογές από αντίστοιχα βυζαντινά, όπως είναι ο «Νόμος Ροδίων»[47], ο «Πρόχειρος Νόμος»[48], τα «Ναυμαχικά»[49] και άλλα στρατιωτικά εγχειρίδια, καθώς και ορισμένα δάνεια από βυζαντινές χρονογραφίες, προσαρμοσμένα σε αραβικά χρονικά, με πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση την ιστορία του al- Tabarī.[50] Σχετικά με την αντιμετώπιση, από τις δύο αυλές, των πρεσβευτών οι οποίοι αποτελούσαν τους βασικούς παράγοντες προσέγγισης, είναι γνωστό ότι το status των μουσουλμάνων πρεσβευτών στη βυζαντινή πρωτεύουσα βασιζόταν, γενικά, στην κλασική παράδοση περί φιλοξενίας και στη χριστιανική αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το status, αντίστοιχα, των βυζαντινών απεσταλμένων στις διάφορες αραβικές πρωτεύουσες ήταν πιο περίπλοκο και περιείχε διάφορα στάδια και επίπεδα, όπως αυτά ορίζονταν από τους κανόνες του μουσουλμανικού δικαίου. Κοινή συνισταμένη, ωστόσο, όλων των νομικών φάσεων της υποδοχής και της παραμονής τους στο χαλιφάτο ήταν η προστασία και η γενναιόδωρη φιλοξενία, καθώς επίσης και η αντιμετώπισή τους ως ιερά πρόσωπα, όπως συνέβαινε σε όλα τα πολιτισμένα «έθνη» της εποχής εκείνης.[51] Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στο σύνολο των πρεσβειών που αντηλλάγησαν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, περιλαμβάνονται ορισμένες αποστολές με περιεχόμενο καθαρά πολιτιστικό. Η προσφορά από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, μέσω πρεσβειών, της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του Ορόσιου και του εγχειριδίου «Περί βοτανικής» των Διοσκουρίδων προς τον χαλίφη της Cordova, το αίτημα του χαλίφη της Βαγδάτης al- Ma’mūn προς τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, μέσω ειδικής πρεσβείας, να αποστείλει στην αυλή του τον Λέοντα Μαθηματικό, παρόμοιο με εκείνο του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ προς τον χαλίφη Hārūn ar-Rashīd να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα τον άραβα ποιητή Abū’ l-Atāhiya,[52] η αποστολή καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών υλικών (μωσαϊκών, μαρμάρων, όνυχα κ. λπ.) από το Βυζάντιο προς τα διάφορα χαλιφάτα για την ανέγερση και τη διακόσμηση παλατιών και τζαμιών, αποτελούν αναφορές που υποδηλώνουν στοχευμένες παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των δύο κόσμων, μέσω των γραμμάτων, του πολιτισμού και της τέχνης, οι οποίες ξεπερνούσαν τα στενά όρια των τυπικών διπλωματικών σχέσεων.[53]

Στο θρησκευτικό και ιδεολογικό πεδίο, το Βυζάντιο και το Ισλάμ, παρά τις μεγάλες διαφορές των δύο θρησκειών, μοιράζονταν μια κοινή κοσμοαντίληψη, μια κοινή θεολογική ενόραση της ανθρώπινης ιστορίας με παρόμοια ηθικά επίπεδα ως προς την επίγεια δικαιοσύνη και τη μετά θάνατο ζωή.[54] Από πολύ νωρίς άλλωστε, και συγκεκριμένα από την εποχή των Ομμεϊάδων, οι ίδιοι οι χαλίφηδες και ορισμένοι άνθρωποι της αυλής τους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον χριστιανισμό και έθεταν ερωτήματα σχετικά με το θεολογικό περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του. Σχετικά με την διαθρησκευτική επικοινωνία Βυζαντινών και Αράβων στην αναζήτηση πνευματικών συγκλίσεων και αποκλίσεων, είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω παραδείγματα: ο διάλογος μεταξύ του Στέφανου Βυζάντιου και ενός Άραβα διανοούμενου στα μέσα του 9ου αιώνα για τη θέση των δύο θρησκειών απέναντι στις ανθρωποκτόνες πράξεις[55], η μυθιστορηματική αφήγηση του Άραβα αιχμαλώτου στην Κωνσταντινούπολη Quabāth bn-Razīn, (διεσώθη από τον ομοεθνή του al-Tanūkhi, 10ος αι., στο έργο του «La delivrance après l’angoisse»), για τον θεολογικού περιεχομένου διάλογο που είχε ο ίδιος με τον πατριάρχη, με πρωτοβουλία του βυζαντινού αυτοκράτορα,[56] καθώς και οι αναφορές του αιχμάλωτου ποιητή Abū- Firās, στην ποιητική συλλογή του Rūmmiyyāt (οι Έλληνες), για έναν παρόμοιο διάλογο που διεξήγαγε με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά.[57] Αξιοσημείωτο επίσης και ενδεικτικό της προσπάθειας προσέγγισης Βυζαντίου και Ισλάμ, είναι το επεισόδιο της επίσκεψης ενός Άραβα διανοούμενου, κατ’ επιθυμίαν του χαλίφη Wātiq αλλά κατά παρέκλιση των αρχών της βυζαντινής διπλωματίας, στο σπήλαιο των επτά κοιμωμένων στην Έφεσο, μια σκηνή της χριστιανικής μυθολογίας, που φιγουράρει χαρακτηριστικά στο κοράνι.[58] Επομένως παρά τις μακρές περιόδους πολέμου και σκληρών συγκρούσεων και παρά τη διάσταση που χαρακτήριζε τις δύο θρησκείες, υπήρχαν ή δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις περιστασιακών, έστω, συνεργασιών των δύο αυτοκρατοριών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η θεολογία, η επιστήμη, η τέχνη και άλλα τεχνικά εγχειρήματα.

Ολοκληρώνοντας, πρέπει να σημειωθεί ότι τα επεισόδια των ειρηνικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων είναι πολλά και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν σε μια μελέτη. Από τα παραδείγματα, ωστόσο, στα οποία έγινε αναφορά μπορούν να εξαχθούν κάποια ενδεικτικά συμπεράσματα.

Ως προς το ζήτημα των αιχμαλώτων, που αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς στην παρούσα μελέτη, φαίνεται ότι ο θεσμός των επίσημων ανταλλαγών ή εξαγορών λειτούργησε και για τις δύο πλευρές ως στοιχείο τακτικής και συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση μιας κάποιας πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Από την άλλη, ο νεωτερισμός αυτός, μοχλός πίεσης στην ανάπτυξη ενός διαρκούς διαλόγου, χάραξε διαύλους επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των δύο κόσμων.

Όσον αφορά τον γενικό πίνακα των διπλωματικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων, αυτές φαίνεται ότι κινήθηκαν σε δύο άξονες: α) στον άξονα μιας αυστηρά θεσμοθετημένης διπλωματίας, στο πλαίσιο της οποίας περιλαμβάνονταν η αποστολή πρέσβεων, επιστολών, δώρων και ενίοτε αιχμαλώτων, με σκοπό τη διαπραγμάτευση συνθηκών ειρήνης, ανακωχών και ανταλλαγών ή εξαγορών αιχμαλώτων· και β) στον άξονα μιας πιο χαλαρής και ελεύθερης διπλωματίας, εθιμικού κυρίως χαρακτήρα, στο περιεχόμενο της οποίας εγγράφονται πολιτιστικές δράσεις, ευνοϊκές συμπεριφορές έναντι ορισμένων προσώπων και από τις δύο πλευρές,[59] αλλά ακόμη και προσπάθειες ανάπτυξης πνευματικού και θρησκευτικού διαλόγου, στο πλαίσιο της ίδιας της διαφορετικότητας των θρησκευτικών αντιλήψεων των δύο κόσμων.[60] Επομένως, ο ίδιος ο πόλεμος και οι συνέπειές του – εξίσου σκληρές και επώδυνες και για τις δύο πλευρές – και η εκατέρωθεν αναγνώριση του αντιπάλου ως ισότιμου, υπήρξαν οι σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν, παράλληλα με τις εχθρικές, οι ειρηνικές ή οι φιλικές ενίοτε σχέσεις της βυζαντινής αυλής και του αραβικού χαλιφάτου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes: La dynastie macédonnienne (867-959), II-1, Βρυξέλλες 1950, 420-423; M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siecles, Melanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 287-289 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII]; Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations in the reign of Al-Mu’iiz li-Din (953-975 A. D.) as reflected in primary arabic sources, Graeco-arabica 4 (1991), appendix II, 102.

[2] Λέοντος Σοφού Τακτικά, έκδ. G. Dennis,The Taktika of Leo VI (text, translation, and commentary), Ουάσιγκτον 2010, 444. Πρβλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Ο δίκαιος πόλεμος κατά τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, Σύμμεικτα Σεφεριάδου, Αθήνα 1961, 411-434.

[3] Canard, Les sources arabes, 287; Tibi, Byzantine-Fatimid relations, appendix III, 104.

[4] Σοφία Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο. Από τη θεωρία στην πράξη, Αθήνα 2008, 29-128.

[5] J.H. Jenkins – L.G. Westerink, Nicholas I Patriarch of Constantinople Letters, [CFHB VI], Dumbarton Oaks, Ουάσιγκτον 1973, 2.

[6] G. Dennis, The Taktika of Leo VI, 474-480; Πρβλ. G. Dagron «Ceux d’en face». Les peuples étrangers dans les traites militaires byzantins, Traveaux et Memoires 10 (1987), 223; J.F. Haldon, Recruitement and Conscription in the Byzantine Army c. 550-950. A study on the origins of the Stratiotika Ktemata (Oster. Akad. d. Wissenschaften Phil.-hist. Kl. Sitzungsber., 357 bd.), Βιέννη 1979, 48 κ ε.

[7] Nike Koutrakou, The image of the Arabs in middle-byzantine Politics. A study in the Enemy principle (8th-10th centuries), Graeco-arabica 5 (1993), 215.

[8]  G. Dagron, Apprivoiser la guerre. Byzantins et Arabes ennemis intimes, στον τόμο Το εμπόλεμο Βυζάντιο 9ος-12ος αι. (Byzantium at war), Αθήνα 1997, 37.

[9] H. Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy in the Near East from the Ιslamic Conquests to the Mid-eleventh Century, έκδ. J. Shepard – S. Franklin, Byzantine Diplomacy, Variorum 1992, 137.

[10] Η συμβολή των βυζαντινών αιχμαλώτων, σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, υπήρξε πολύ σημαντική, από τους πρώτους αιώνες της αραβικής εξάπλωσης, στην οργάνωση του χαλιφάτου και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε όλα τα επίπεδα. Μαζί με τις χριστιανικές κοινότητες της Συρίας και της Αιγύπτου (μονοφυσιτικές και κοπτικές), οι αιχμάλωτοι πολέμου χρησιμοποιήθηκαν και αξιοποιήθηκαν στη μετάδοση της γνώσης των επιστημών και της κλασικής φιλοσοφίας, αλλά κυρίως στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας του Ισλάμ σε τομείς όπως ήταν η διοίκηση, η διπλωματία, το εμπόριο, οι τέχνες, οι οικιακές εργασίες, κ. λπ. (βλ. J. Meyendorff, Byzantine Views of Islam, DOP 18 (1954), 113; Maria Campagnolo-Pothitou, Les échanges de prisoniers entre Byzance et l’Islam aux IXe-Xe siècles, Journal of Oriental and African Studies 7 (1995), 24; Milka Andonova-Hristova, Modéles historiques de coexistence pacifique entre musulmans et chrétiens orthodoxes pendant les periodes byzantine et post-byzantine, Byzantinoslavica 61 (2003), 229-239.

[11] Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy, 139. O Tabarī, μέσα από την εξιστόρηση της πρεσβείας του Άραβα απεσταλμένου και των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στη βυζαντινή αυλή, μας παρέχει μια ακόμη πολύ σημαντική πληροφορία. Πρόκειται για την παρουσία ελλήνων διερμηνέων στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, οι οποίοι γνώριζαν την αραβική γλώσσα από την περίοδο της αιχμαλωσίας και της υπηρεσίας τους πιθανότατα σε κάποιους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του χαλιφάτου (στο ίδιο, 140).

[12] R. A. Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί: το πρόβλημα των αιχμαλώτων πολέμου, Θεσσαλονίκη 1983, 68-87· Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 29-30.

[13] A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, la dynastie macédonienne (867-959), Extraits des sources arabes (μτφ. Marius Canard), Βρυξέλλες 1950, 117. Πρβλ. Fr. R. Trombley, The Arabs in Anatolia and the Islamic Law of War (fiqh al-jihad) Seventh-Tenth Centuries, Al-Masãq, (Islam and the Medieval Mediterranean) 23/1 (2011), 151 και Σοφία Πατούρα, Οι αχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ς αι.), Αθήνα 1994, 137-138.

[14] Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 7-8, 30.

[15] Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 425-430; Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί, 69-70.

[16] Jenkins – Westerink, Nicholas I Patriarch, 2-16· πρβλ. C. P. Kyrris, The nature of arab-byzantine relations in Cyprus from the middle of the 7th to the middle of the 10th century A. D. Graeco-arabica 3 (1984), 152-153.

[17] Στην περίοδο της χαλιφίας του al-Muqtadir, ο βεζύρης του Alī bn-Isā απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία, συνοδευόμενη από τους πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, με σκοπό να διερευνήσουν τις συνθήκες διαβίωσης και τη μεταχείριση που είχαν από τους Βυζαντινούς οι μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι της βυζαντινής πρωτεύουσας (M. Canard, Extaits des sources arabes, στο A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 286-291).

[18] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 390-393.

[19] Ο σλαβονικός Βίος των ιεραποστόλων αδελφών Κύριλλου και Μεθόδιου παραδίδει την πληροφορία σχετικά με την πρεσβεία του Μεθόδιου στη Βαγδάτη το έτος 851· βλ. Fr. Dvornik, Les legendes de Constantin et de Methode vues de Byzance, Πράγα 1969/2, 69 κ.ε.

[20] Ο Λέων Χοιροσφάκτης, επικεφαλής της πρεσβείας του 908 στη Βαγδάτη, επέδωσε κατά τον ιστορικό al-Tabarī ιδιόγραφη επιστολή του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄, μέσω της οποίας του πρότεινε ανταλλαγή αιχμαλώτων και του ζητούσε να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα έναν Άραβα πρεσβευτή προκειμένου να συγκεντρώσει τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους. Η ανταπόκριση του χαλίφη υπήρξε άμεση, λόγω κυρίως της ευελιξίας και των διαπραγματευτικών ικανοτήτων του Χοιροσφάκτη, όπως επισημαίνει ο Άραβας ιστορικός· (Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1 132-139· G. Kolias, Léon Choerosphactès, magister, proconsul et patrice, Αθήνα 1939).

[21] Βλ. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 316.

[22] Ο al-Tabarī, στην περιγραφή της πρεσβείας του Naşir στην Κωνσταντινούπολη το έτος 860-861 για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής αιχμαλώτων αναφέρεται στο επεισόδιο που προκλήθηκε στη βυζαντινή αυλή από την άρνηση του Άραβα πρεσβευτή να ακολουθήσει το πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο όφειλε να αλλάξει την ενδυμασία του και να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα. Το επεισόδιο αυτό αποτελεί ένδειξη της ισχύος του συγκεκριμένου προσώπου και της υψηλής θέσης που κατείχε στο χαλιφάτο (Vasiliev, Byzance et les Arabes I, La dynastie d’Amorium [820-867], Βρυξέλλες 1935, 320, όπου και η μετάφραση του σχετικού χωρίου ).

[23] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 141.

[24] Στο ίδιο, 141-143.

[25] M. Canard, Une lettre de Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd émir d’Egypte a l’empereur Romain Lécapène, Annales de l’Institut d’Etudes Orientales de la Faculté des Lettres d’Alger (AIEO) 2, Αλγέρι 1936 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, VII].

[26] Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί της βασιλείου Τάξεως, έκδ. J.J. Reiske, Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae [CSHB 2], Βόννη 1829-1830, 570-592.

[27] Στο ίδιο, 399, 401, 570-592· πρβλ. M. Canard, Les relations politiques et sociales entre Byzance et les Arabes, DOP 18 (1964), 36-37 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIX]· L. Douglas – J. Shepard, A double life: placing the peri presbeon, Byzantinoslavica 52 (1991), 34-35.

[28] Σύμφωνα με το νεωτερισμό που εισήγαγε ο Λέων ΣΤ΄ Σοφός με το «Κλητορολόγιον» του Φιλοθέου, στα επίσημα συμπόσια που πραγματοποιούνταν στη βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τις εορτές της χριστιανοσύνης προσκαλούνταν και μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι, στη θέση ενδεχομένως των απόντων πρεσβευτών (βλ. N. Oikonomides, Les listes de Préséance byzantines des IXe et Xe siècles (Introduction, Text, Traduction et Commentaire), Παρίσι 1972; Liliana Simeonova, In the depths of tenth-century byzantine ceremonial: the treatment of Arab prisoners of war at imperial banquets BMGS 22 (1998), 75-104.

[29] A.A. Vasiliev, Harūn ibn-Yahyā and his description of Constantinople, Seminarium Kondakovianum 5 (1932), 149-153· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 103-110.

[30] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 93-110 και 121-123.

[31] Simeonova, In the depths, 95-98.

[32] Canard, Bagdât au IVe siècle de l’hégire, 271; Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 42.

[33] M. Canard, Le cérémonial fatimite et le cérémonial byzantin: essai de comparaison, Byzantion 21 (1951), 415-417 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIV].

[34] M. Canard, Bagdât au IVe siecle de l’hégire, 271-272.

[35] M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siècles, Mélanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 289-290 [= Variorum Reprints, Byzance et les Musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII].

[36] Στο ίδιο, 290. Πρόκειται πιθανότατα για την πρεσβεία που απεστάλη από τον βυζαντινό αυτοκράτορα στον χαλίφη Al- Mu’ izz, μετά την κατάληψη του χαλιφάτου της Αιγύπτου και τη μεταφορά της αυλής του από τη βόρεια Αφρική στο Κάιρο, της οποίας ηγείτο κάποιος Νικόλαος (βλ. Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations, 97.

[37] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135.

[38] Ε. Levi-Provencal, Histoire de l’Espagne musulmane II, (Παρίσι 1950), 143-153 και ΙΙΙ (Παρίσι 1967), 393.

[39] Campagnolo-Pothitou, Les échanges des prisoniers, 24.

[40] Από τις χριστιανικές κοινότητες των μονοφυσιτών και των νεστοριανών, Άραβες αξιωματούχοι προσέλαβαν δούλους, διπλωμάτες και γραμματείς, εμπόρους και επιχειρηματίες, πρόθυμους να συμβάλουν στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας των Αράβων (Meyendorff, Byzantine Views, 115).

[41] I. Shahid, Byzantium and the Islamic World, στον τόμο (έκδ. Angeliki E. Laiou – H. Maguire) Byzantium: A World Civilisation, Dumbarton Oaks, 1992, 50-51.

[42] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135. C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs: war and peace between two world civilisations, Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), 18-20 (= The Arabs, Byzantium and Iran: Studies in Early Islamic History and Culture, Variorum 1996, XIII).

[43] Η ακτινοβολία του Ελληνισμού, ο οποίος αναβίωσε κατά την περίοδο της εικονομαχίας και αγκάλιασε προοδευτικά όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτων – ποίηση, θέατρο, ρητορική, ιστορία, θετικές επιστήμες και φιλοσοφία – δεν έλαμψε μόνο στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας αλλά επεκτάθηκε και έξω από τα σύνορά της με ξεχωριστή επίδραση στον ισλαμικό κόσμο και, κυρίως, στις ηγετικές του τάξεις (βλ. B. Hemmerdinger, Une mission scientifique arabe a l’origine de la renaissance iconoclaste, BZ 55 [1962], 66· P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, μτφ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Αθήνα 1985/2, 35· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 49-60.

[44] Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 35, σημ. 9. Σχετικά με τους τύπους των μεσαιωνικών μεταφράσεων από την ελληνική στην αραβική γλώσσα και τη γενικότερη μεταφραστική δραστηριότητα στο χαλιφάτο των Αββασιδών, βλ. N. Serikoff, Ancient Greece and Byzantium through Arabic Eyes, Byzantinoslavica 54/1 (1993), 198-201· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 76-77.

[45] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 389.

[46] Αφορμή για την αλληλογραφία του χαλίφη al-Ma’mūn με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο υπήρξε η παρουσία στην αυλή του χαλίφη κάποιου διανοούμενου βυζαντινού αιχμάλωτου, άλλοτε μαθητή του Λέοντος του Φιλόσοφου ή Μαθηματικού. Στο 4ο βιβλίο της Συνέχειας του Θεοφάνη, την οποία ακολουθεί πιστά σχεδόν ο Κεδρηνός, διασώζεται η παράδοση που αναφέρεται στη ζωή και τη διδασκαλία του Λέοντος του Μαθηματικού, στην αιχμαλωσία του μαθητή του από τους Άραβες και στη συνάντηση του τελευταίου με τον ίδιο τον χαλίφη Ma’mūn· (Θεοφάνους Συνεχιστής, έκδ. I. Bekker, Theοphanis Continuatus, [CSHB], Βόννη 1838, 165-191 και Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, έκδ. I. Bekker, Georgii Cedreni Compendium Historiarum II, [CSHB], Βόννη 1839, 166-169· πρβλ. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 130-134).

[47] V. Christides, Raid and Trade in the Eastern Mediterranean: A treatise by Muhammad bn. ‘Umar: the Faqīh from occupied moslem Crete and the Rhodian Sea Law: two parallel texts, Graeco-arabica 5 (1993), 63-94 και D. G. Letsios, Sea trade as illustrated in the «Rhodian Sea Law» with special reference to the reception of its norms in the Arabic Ecloga, Graeco-arabica 6 (1995), 209-225.

[48] J. Pahlitzsch, The translation of the byzantine Procheiros Nomos into arabic: techniques and cultural context, Byzantinoslavica 65 (2007), 19-29.

[49] V. Christides, Naval warfare in the Eastern Mediterranean (6th-14th centuries). An arabic translation of Leo VI’s Naumachica, Graeco-arabica 3 (1984), 137-143.

[50] S. Franklin – Maria Mauroudi, Graeco-slavic and graeco-arabic translation. Movements and their cultural implications: problems and possibilities of comparison, Byzantinoslavica 65 (2007), 57-67.

[51] C.E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 6; Canard, Les relations politiques, 37-38.

[52] Βλ. M. Canard, La prise d’Héraclée et les relations entre Hārūn ar-Rashīd et l’empereur Nicéphore Ier, Byzantion 32 (1962), 366-371 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, London 1973, XVIII].

[53] Canard, Les relations politiques et sociales, 36; Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 78-81. Στην πολιτιστική διπλωματία περιλαμβάνονταν ασφαλώς και τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσονταν μέσω των πρέσβεων αλλά και το εμπόριο που ασκούσαν ελεύθερα οι επίσημοι απεσταλμένοι, Βυζαντινοί και Άραβες, κατά την παραμονή τους στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών.

[54] C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 18.

[55] D. Krausmuller, Killing at God’s Command: Niketas Byzantios’ Polemic against Islam and the Christian Tradition of Divinely Sanctioned Murder, Al-Masāq (Islam and the Medieval Mediterranean) 16/1 (2004), 163-170.

[56] M. Canard, Les aventures d’un prisonnier arabe et d’un patrice byzantin à l’epoque des guerres bulgaro-byzantines, Récit tiré de Tanūkhi (Xe siècle), al Faradj ba’ d ash-shidda, la delivrance après l’angoisse, DOP 11 (1956), 51-72 και Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 97-103.

[57] M. Canard, Extraits… στο A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 349-350. Στις σελίδες 353-370 περιλαμβάνονται τα μεταφρασμένα αποσπάσματα από το Diwan του Άραβα ποιητή, από ποιήματά του όμως που αναφέρονται σε γεγονότα μέχρι το 959· πρβλ. Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 93-97.

[58] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes I, 8, 12 και Toynbee, Constantine Porphyrogenitus, 389.

[59] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 22-26, 83-124, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία.

[60] C. E. Bosworth, The «protected peoples» (christ.ians and Jews) in medieval Egypt and Syria, στο Bulletin of the John Rylands University Library of Manchester 1979, 11-35 [= Variorum, The Arabs, Byzantium and Iran. Studies in Early Islamic History and Culture, Λονδίνο 1996, VII]· J. Meyendorff, Byzantine views of Islam, DOP 18 (1964), 115-132· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 50-51.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Read Full Post »

Πανεπιστήμιο Harvard, διάλεξη, «Πόλεμος και Ειρήνη στους Βυζαντινούς Χρόνους ».


 

Την Τετάρτη 8 Ιουνίου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Ταξιάρχης Κόλιας, Καθηγητής, Διευθυντής του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του  Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Πόλεμος και Ειρήνη στους Βυζαντινούς Χρόνους ».

 

 

Ταξιάρχης Κόλιας

 

Ταξιάρχης Κόλιας

Ο Ταξιάρχης Γ. Κόλιας σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, του οποίου είναι και διδάκτωρ (1980). Από το 1981 έως το 2001 δίδαξε Βυζαντινή Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (από το 1996 καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας).

Από το 2001 είναι καθηγητής του Βίου και του Πολιτισμού των Βυζαντινών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2006 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιστρέφονται γύρω από τον βυζαντινό στρατό, το φαινόμενο του πολέμου στον Μεσαίωνα, τον καθημερινό βίο των Βυζαντινών και τη βυζαντινή κοινωνία γενικότερα.

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, Παλαιό Δημαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος, Ναύπλιο, τηλέφωνο, 27510 47030.      

 

 

Read Full Post »

Η φιλοσοφική παιδεία και το γενικότερο πνευματικό κλίμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία την εποχή του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.


 

Εισήγηση του κου Γεωργίου Στείρη, λέκτορος φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εορταστική συνεδρία, Κυριακή 3 Μαΐου, στο πλαίσιο του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Αίθουσα διαλέξεων «Δαναού».

 

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Στο Μεγαλυνάριο του Α­γίου Πέτρου αναφέρεται: Τον του Βυζαντίου κλεινόν βλαστόν. Ο Άγιος Πέτρος τοποθετείται από τον υμνωδό του σε συγκεκριμένο χωροχρονικό και πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο επέδρασε καθοριστικά στο σχηματισμό της προσωπικότητας του και τη γενικότερη πνευματική του πορεία. Στη σύντομη αυτή εισήγηση θα περιγραφεί αδρομερώς αυτό ακριβώς το πνευματικό περιβάλλον των 9ου και 10ου αιώνων, επικεντρώνοντας στη φιλοσοφική παιδεία. Καταλήγοντας, θα επιχειρηθεί η σύνδεση του Αγίου Πέτρου με τη γενικότερη πνευματική κίνηση της εποχής του. Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη του β’ μισού του 9ου αιώνα, μια περίοδο ακμής, που πρώτος ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Kurt Weitzmann αποκάλεσε Μακεδονική Αναγέννηση, επειδή επιχειρήθηκε η επαναδιαπραγμάτευση των κλασσικών ιδεωδών του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, τα γράμματα και η τέχνη απέκτησαν μια σχετική αυτονομία  και αυθυπαρξία  έναντι της Θεολογίας ως  κλάδοι του επιστητού. Οι  αυτοκράτορες Θεόφιλος και  Καίσαρ Βάρδας αναδιοργάνωσαν το λεγόμενο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Λέων ο Στ’, ο επονομαζόμενος Σοφός, κατέστησε το παλάτι χώρο επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου. Ο πρώτος που πληροί το περιεχόμενο της λέξης σοφός στη μεταβυζαντινή περίοδο υπήρξε ο Λέων ο Μαθηματικός, ο οποίος ήκμασε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στο στοχασμό.

Σύμφωνα με τα θρυλούμενα,  αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποίησε ότι στη βασιλεύουσα δεν υπήρχε άνθρωπος ικανός να τον διδάξει περαιτέρω, κατέφυγε στην Άνδρο, όπου ένας άγνωστος σε εμάς σοφός τον μύησε στη ρητορική, τη φιλοσοφία, την αστρονομία, την αστρολογία, τη μουσική και τα μαθηματικά. Παράλληλα, άδραξε την ευκαιρία να μελετήσει πλήθος αρχαίων χειρογράφων που ανακάλυψε στις μοναστικές βιβλιοθήκες της νήσου. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, δίδασκε ιδιωτικά, δίχως να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινωνίας. Όταν όμως ένας από τους μαθητές του συνε­λήφθη από τον περίφημο χαλίφη της Βαγδάτης ΑΙ Mamun, ερωτηθείς πώς απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις που εξέπληξαν τους Άραβες, ενημέρωσε τον ΑΙ Mamun  για την ύπαρξη του Λέοντος. Ο χαλίφης απηύθυνε επιστολή στο Λέοντα, προσκαλώντας τον στην αυλή του.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, έσπευσε να διορίσει το Λέοντα καθηγητή στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων και τον απέτρεψε να ταξιδέψει στο χαλιφάτο, παρότι ο ΑΙ Mamun συνεχώς αύξανε την προσφορά του. Ο Λέων τελικά, κατόπιν πρωτοβουλίας του Καίσαρα Βάρδα, διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε ένα καινούριο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο  έδρευε πιθανότατα στη Μαγναύρα. Το ίδρυμα αυτό πιθανότατα αποτέλεσε την απόπειρα απάντησης των βυζαντινών στην επιστημονική και φιλοσοφική ακτινοβολία του αραβικού κόσμου.

Κανένα από τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Λέοντος δε διασώζεται, παρότι υπήρξε πρώτος εκδότης και υπομνηματιστής πλατωνικών έργων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στον Λέοντα αποδίδεται, αν και όχι με ασφάλεια, το σωζόμενο «Σύνοψις εις την φύσιν ανθρώπων«, έργο ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου.

Μετά το Λέοντα στην πνευματική ζωή της Κωνσταντινουπόλεως κυριάρχησε ο πατριάρχης Φώτιος, ο λόγιος που υπήρξε η επιτομή της μακεδονικής αναγέννησης, καθώς διακρίθηκε για τη σπάνια πολυμάθεια του. Πηγές της εποχής τον εμφανίζουν περισπούδαστο στην ποίηση, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήταν βαθιά προσηλωμένος στη μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας και στην κράση θεολογίας και θύραθεν σοφίας. Συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη», μια σύνοψη της έως τότε γνωστής αρχαίας γραμματείας, μοναδική στο είδος της και πολύτιμη ακόμα και σήμερα, καθώς διασώζει στοιχεία για πολλά έργα αρχαίων συγγραφέων.  

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Στο άλλο μεγάλο του την «Αμφιλόχια», περιλαμβάνονται σχόλια στις «Κατηγορίες»  του Αριστοτέλη και άλλες συντομότερες φιλοσοφικές πραγματείες. Ο Φώτιος ενδιαφέρθηκε για τη  φιλοσοφία καθαυτή, δίχως να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Η μελέτη του κατέτεινε κυρίως στη        διαλεκτική και τη λογική, στρεφόμενος τελικά προς μια μορφή σκεπτικισμού. Παρότι αντιμετώπιζε με σεβασμό την αρχαία φιλοσοφία, δε δίστασε να ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική στις αριστοτελικές κατηγορίες και την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Σαφής υπήρξε παρά   ταύτα η προτίμηση του στην αριστοτελική φιλοσοφία, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η ποιητική και μη συστηματική ανάπτυξη των φιλοσοφικών ζητημάτων από τον Πλάτωνα.    Η ενασχόληση του με τις ελευθέριες τέχνες έστρεψε εναντίον του τον συντηρητικό κλήρο, ο οποίος του προσήψε κατηγορίες για μαγεία και διαστρέβλωση των δογμάτων. Συγγενής, μαθητής και   θαυμαστής του Φωτίου υπήρξε ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, ο οποίος   ο  διετέλεσε επίσης συμμαθητής και εξ απορρήτων σύμβουλος του αυτοκράτορα  Λέοντος Στ’ του Σοφού. Ο  Νικόλαος ο Μυστικός ήταν   εκείνος που ενδιαφέρθηκε για τον Άγιο Πέτρο και τελικά τον εξώθησε να αναλάβει καθήκοντα επισκόπου στο Άργος το 912, όταν ο Νικόλαος Μυστικός επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ύστερα από την καθαίρεσή του για τη στάση που τήρησε στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος.  Ο Νικό­λαος ο Μυστικός, πέρα από το ποιμαντικό του έργο, συνέθεσε μια σειρά ομιλιών, οι οποίες διακρίνονται για το υψηλό τους πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο, κατατάσσοντας τον ανάμεσα στους σημαντικότερους ρήτορες της εποχής του.

 

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

Συνομήλικος του Αγίου Πέτρου και του Νικολάου του Μυστικού ήταν ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο οποίος παρότι γεννήθηκε στην Πάτρα, ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συνέγραψε σχόλια στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη και την «Εισαγωγή» του Πορφυρίου, ενώ αντίθετα από τον Φώτιο, προέκρινε τον Πλάτωνα. Η ρήξη του με την παράδοση του Φωτίου σηματοδοτεί την αναβίωση της πολεμικής για το φιλοσοφικό πρωτείο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η οποία επρόκειτο να ταλανίσει για αιώνες τους πνευματικούς κύκλους του Βυζαντίου και να κληροδοτηθεί στην αναγεννησιακή Δύση. Ο Αρέθας, παρότι αρχικά συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Μυστικό, ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς ο Αρέθας μετεστράφη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος και στήριξε τον αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον Νικόλαο Μυστικό.

Ο Αρέθας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παραγγελιοδότες χειρογράφων στα τέλη του 9 ου και στο μισό του 10 ου αιώνα. Χάρη στη δραστηριότητά του αυτή, στην οποία επιδιδόταν ήδη πριν ενταχθεί στον κλήρο, μας έχουν παραδοθεί πολυάριθμα έργα σημαντικότατων αρχαίων συγγραφέων, μεταξύ άλλων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αίλιου Αριστείδη, του Αθήναιου, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Ευκλείδη κ.α.

Συγγενής της Ζωής Καρβονωψίνας, της συζύγου του αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, υπήρξε ο Λέων Χοιροσφάκτης, μια άλλη σημαντική προσωπικότητα της εποχής. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, στο έργο του Χιλιόστιχος Θεολογία, δείχνει να διαθέτει ενδελεχή γνώση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και των έργων του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Τα συγγράμματα του Λέοντα Χοιροσφάκτη είχαν σαγηνεύσει τον Αρέθα, ο οποίος τα αποκαλούσε έργα ενός γνήσιου Έλληνος, με την ιδιαίτερη σημασία που ελάμβανε ο όρος στην εποχή. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, όπως και ο Αρέθας, είχαν επιδοθεί και διακριθεί στη ρητορική.

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Τη σκυτάλη της πνευματικής ηγεσίας μετά τον Αρέθα παρέλαβε ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος ηγήθηκε της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο καιρό ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διαπίστωσε ότι οι ελευθέριες τέχνες και οι επιστήμες είχαν σημειώσει κάμψη. Για την αναστροφή της κατάστασης μερίμνησε προσωπικά διορίζοντας καθηγητές στην ανακτορική σχολή.

Ο Άγιος Πέτρος εντάσσεται μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, του οποίου υπήρξε αντιπροσωπευτικό και εξέχον δείγμα. Του αποδίδονται επτά ομιλίες, αλλά η νεότερη έρευνα εγείρει αμφιβολίες για τον Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και το Εγκώμιο εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν. Ο Κυριακόπουλος τοποθετεί τη συγγραφή όλων των ομιλιών στην περίοδο που ο Άγιος Πέτρος διέμενε στο Άργος, αλλά μόνο τρεις εξ αυτών, συγκεκριμένα ο «Λόγος εις τους Αγίους Αναργύρους», ο «Λόγος εις τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου» και εκείνος «Εις την σύλληψιν της Αγίας Άννης», περιέχουν σαφείς χρονολογικές αναφορές.

Το «Εγκώμιον εις την αγίαν Άννα» και ο «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» δεν χρονολογούνται με ακρίβεια. Ο Σιδεράς χρονολογεί δε τον αμφισβητουμένης πατρότητας  «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», το 890. Ο μαθητής του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρος Μητροπολίτης Νικαίας, αναφέρει ότι ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός τον επέλεξε ως επίσκοπο, όταν, μετά την επάνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, επιθυμούσε να επανδρώσει τις μητροπόλεις με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο Άγιος Πέτρος ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήδη γνωστός για τη μόρφωση και την αρετή του, γεγονός που μας οδηγεί να συνάγουμε ότι πιθανότητα είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο και πριν το 912, μέρος του οποίου πιθανότατα δεν σώζεται ή δεν έχει ακόμα ανευρεθεί.

Η επιλογή του από τον πατριάρχη ως επισκόπου και η επιμονή του Νικολάου του Μυστικού να τον πείσει να αποδεχθεί τη θέση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη γνωστός στην Κωνσταντινούπολη ως συγγραφέας και ρήτορας. Η ομιλητική παράδοση, στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 900 γνώρισε ακμή, όπως έχει αποδείξει η Αντωνοπούλου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της παράδοσης αυτής υπήρξαν ο αυτοκράτωρ Λέων Στ’ ο Σοφός, οι πατριάρχες Ευθύμιος και Νικόλαος Μυστικός, ο επίσκοπος Αρέθας, ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγόνιος, ο Λέων Χοιροσφάκτης και δύο ανώνυμοι ρήτορες. Ο Άγιος Πέτρος πρέπει να ανήκε στη χορεία αυτών των εξόχων πνευματικών ανδρών. Ο κύκλος τους περιελάμβανε ιερωμένους και λαϊκούς. Όλοι οι προαναφερθέντες ρήτορες συνδέονταν με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό: ο Νικόλαος ο Μυστικός ήταν συμμαθητής του και προσωπικός του γραμματέας, ο πατριάρχης Ευθύμιος πνευματικός του πατέρας, ο Αρέθας αυλικός ρήτορας, ο Νικήτας μαθητής  του Αρέθα, ο Χοιροσφάκτης υψηλόβαθμος διπλωμάτης, ο Άγιος Πέτρος επιλογή του Νικολάου του Μυστικού.

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι ο Άγιος Πέτρος είχε σχέση με τον στενό κύκλο του αυτοκράτορα Λεόντα Στ’ και εξέχουσα θέση στους πνευματικούς κύκλους της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του μακαριστού Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου ότι ο Άγιος Πέτρος υπήρξε συμμαθητής του Νικολάου του Μυστικού. Αλλά και συμμαθητές να μην υπήρξαν, σίγουρα ανήκαν σε ένα στενό κύκλο λογίων, υψηλού πνευματικού και κοινωνικού διαμετρήματος, ο οποίος είχε πρόσβαση στο παλάτι.

Ο Άγιος Πέτρος είχε πιθανότατα λάβει προσεγμένη παιδεία, θύραθεν και λαϊκή, και είχε διακριθεί στα γράμματα πριν έλθει στην Πελοπόννησο, ώστε να τον εμπιστευτούν και να θεωρείται ομότεχνος και ισάξιος όλων των προαναφερθέντων. Η δε επιλογή των γονέων του να ονομάσουν το μικρότερο αδελφό του Αγίου Πέτρου, Πλάτωνα να είναι ενδεικτική της μόρφωσης, της κοινωνικής θέσης και των πνευματικών ενδιαφερόντων τους, τα οποία ήταν προφανώς απόλυτα ευθυγραμμισμένα προς τις προτιμήσεις των πλέον προβεβλημένων εκπροσώπων της μακεδονικής αναγέννησης. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου είναι η άριστη γνώση και χρήση της ελληνικής, η λογιότητα και η μεγαλοπρέπεια του ύφους, αλλά και η άρτια θεολογική του κατάρτιση.

Στον αμφισβητούμενο δε «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», απαντώνται μνείες που επιτρέπουν να εικασθεί η εξοικείωση του συγγραφέα με την κλασσική γραμματεία και την αρχαία φιλοσοφία, τις οποίες δεν αναπαράγει δουλικά. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η πλατωνική τριμερής διάκριση της ψυχής σε λογιστικόν, επιθυμητικόν και θυμοειδές, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς η πατρότητα της θεωρίας. Επίσης ο συγγραφέας συγκρίνει τη στάση του Σωκράτη ενώπιον του θανάτου με αυτή του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Μεθώνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο «ημέτερος» αγιος σαφώς υπερτερεί αυτού για τον οποίο ΄επαίρονται΄΄ οι Έλληνες.

Συμπερασματικά, ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους δεν κατήγαγε άθλα μόνο στον εκκλησιαστικό στίβο, δεν προσέφερε μόνο σπουδαίες υπηρεσίες στο ποίμνιό του, αλλά υπήρξε και σημαίνον πνευματικό μέγεθος της εποχής του. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται ίσως να στραφεί περισσότερο η σύγχρονη μελέτη.

   

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Αργειακό Βήμα», την Τετάρτη 20 Μαΐου 2009.

 

 

Read Full Post »

 

Λέων Σγουρός

                                               

Α΄. Θεόδωρος Σγουρός

 

Όταν ξεκινούσαν σιδηρόφρακτα με τον κόκκινο σταυρό στο στήθος τα Σταυροφορικά τάγματα, ως σκοπό τους και ευγενή φιλοδοξία τους είχαν την απελευθέρωση των αγίων  τόπων από τους Μουσουλμάνους. Στην πορεία όμως παρεκτράπησαν του αρχικού τους σκοπού και άρχισαν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές και κυρίαρχοι. Μετά την πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204) άρχισαν να υποβλέπουν τον νότο και τέλος θέλησαν να επεκταθούν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Οι επιδρομές τους υπήρξαν καταστροφικές και οι φιλοδοξίες τους υπερβολικές. Ανδριανούπολη, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Στερεά, Πελοπόννησος αλλά και άλλες περιοχές της Ελλάδας, μπήκαν στο στόχαστρό τους.

 

Το Ναύπλιο εκείνη την εποχή γνωρίζει σπουδαία ανάπτυξη. Μαζί του το Άργος και η Κόρινθος. Οι Σταυροφόροι είναι ακόμη μακριά του. Οι Βυζαντινοί το υποστηρίζουν και το υπολογίζουν.  Αυτή την ευλογημένη γωνιά της Ελλάδας καλείται να διοικήσει ο Θεόδωρος Σγουρός, όταν το 1180 το Βυζάντιο ( αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός) τον αναγνωρίζει ως άρχοντα του.  

 

 

Η καταγωγή τους

 

 

Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου γράφει. «…Για τούτη την επωνυμία αναφέρεται πως στο βιβλίο της Κουγκέστας απαντά ως Σγούρος, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας στην ίδια έκδοση. Αναφέρεται επίσης ότι « οι Φράγκοι τον λέγανε Lasgur » και φαίνεται ότι από τη γαλλική παραλλαγή του κειμένου της Κουγκέστας* προέρχεται ο αναφερόμενος τύπος της επωνυμίας. Για τους προγόνους του Σγουρού δεν υπάρχουν στοιχεία, το δε μικρό όνομά του πιθανολογείται ως Θεόδωρος. Σημειώνουμε πως ο Λαμπρυνίδης πρώτος πρόσεξε ιδιαίτερα το επίθετο Σγουρός αναφέροντας: « Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός, Δεσπότης Άρτης, Ιωαννίνων και Αγγελοκάστρου. Εκ της οικογενείας ταύτης κατήγετο και ο ημέτερος Μερκούριος, ου οι πρόγονοι αρχομένου του ΙΕ΄αι. μετώκησαν εις Ναύπλιον, όπου και εγκατεστάθησαν. Η οικογένεια αύτη ηξίον ότι κατήγετο εκ του γνωστού άρχοντος Ναυπλίου Λέοντος Σγουρού, εφ̉ ω συν τω Μπούα έφερε την προσωνυμίαν Σγουρού».

 

 

Το περιβάλλον

 

 

Από τον 9ο αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος « συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ( 912- 959) στο έργο του «περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το Θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν 4. Η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα».

 

Τον 10ο και 11ο αιώνα η Αργολίδα αλλά και η Κορινθία, κυρίως λόγω της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής του μεταξιού, γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Δεν είναι όμως ήρεμες. Επί πολύ χρόνο τα παράλια κυρίως της Πελοποννήσου, ταλανίζουν οι άγριες επιδρομές πειρατών. Αυτές τις πειρατικές εφορμήσεις έχει γνωρίσει η Πελοπόννησος από πολύ παλιότερα, όταν επίσκοπος Άργους ήταν ό Άγιος Πέτρος ο θαυματουργός και Σημειοφόρος. Κυρίως Αγαρηνοί και Κρήτες πειρατές λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις της περιοχής.

 

 

Ο Φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας γράφει « Πρόκειται για Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν  τους  πληθυσμούς  των  παραλιακών  περιοχών  της  Πελοποννήσου      (9ος και 10ος αι.). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα».

 

Η πειρατεία λοιπόν, αποτελούσε μια χαίνουσα πληγή για τις κοινωνίες της Πελοποννήσου και επί των ημερών της ηγεμονίας του Σγουρού.

 

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) ο και «βαμβακοράβδης» αποκαλούμενος λόγω του χαύνου και μαλθακού χαρακτήρα του, ανάθεσε στον Άρχοντα του Ναυπλίου την εκδίωξη των πειρατών από την Πελοπόννησο, την Στερεά και τα νησιά, αναγκάζοντας τις περιοχές που υπέφεραν από τις επιθέσεις, να καταβάλουν αναγκαστική εισφορά στον Σγουρό « υπέρ πλωῒμων» προκειμένου αυτός να κατασκευάσει και να διατηρεί αξιόμαχο στόλο.

 

Επί της πρώτης βασιλείας του Ισαάκου Β΄Αγγέλου (1185-1195 και 1203-1204) ο Θ. Σγουρός, κατάφερε να αποσπάσει την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου από την κηδεμονία της Κορίνθου και να την καταστήσει αυτόνομη, προσαρτώντας την Ερμιονίδα και μέρος ( Θυρέα ) της Κυνουρίας. Εξ᾽ άλλου ο Σγουρός ανήκε στην τάξη των Δυνατών, τους οποίους υπολόγιζαν σοβαρά οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Μάλιστα, κάποιοι υπήρξαν φιλικοί και υποστήριζαν τους Δυνατούς και άλλοι ήταν εχθρικοί και πολέμιοι τους. Κατά καιρούς εκδίδουν διάφορους νόμους «Νεαρές» προσπαθώντας να περιορίσουν την δύναμη ή τον πλούτο τους.   

 

Γεγονός είναι ότι επί των ημερών του ο Θ. Σγουρός, πέτυχε σπουδαία προνόμια για το αρχοντάτο του και κατόρθωσε να το αναδείξει ως σημαντικό προπύργιο ασφάλειας της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

 

Μετά τον θάνατο του «μέγα ανθρώπου και φοβερού στρατιώτη» Θεόδωρου Σγουρού το 1201, την αρχοντία του Ναυπλίου κληρονομεί ο γιος του Λέων Σγουρός.   

 

 

Β΄Λέων Σγουρός

 

 

 

Ο Λέων Σγουρός, όταν ανέλαβε την ηγεμονία του Ναυπλίου, βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του. Τότε επικρατούσε μια ακραία αντιπάθεια από τους αξιόμαχους νέους, τους αποκαλούμενους στρατιώτες προς τους ιερωμένους και τους μοναχούς. Μαζί με αυτούς και ο Λέων, ο οποίος ήταν διαποτισμένος από δυνατό μίσος και εχθρότητα.

 

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της ηγεσίας του αρχοντάτου του Ναυπλίου από τον Λέοντα, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Νικόλαος, είτε από εκδικητική διάθεση προς τον πατέρα του επειδή του είχε αφαιρέσει το Άργος και το Ναύπλιο από την επισκοπή του, είτε από πονηρία και εχθρότητα επιχείρησε να τον πολεμήσει και να τον καθαιρέσει, πριν αυτός συγκροτηθεί, ισχυροποιηθεί και παγιωθεί ως άρχοντας.(1201).

 

Ο Σγουρός αν και βρέθηκε απροετοίμαστος για κάτι τόσο σοβαρό, κατόρθωσε να υπερασπίσει το Ναύπλιο και να απωθήσει τον Μητροπολίτη μέχρι το Άργος. Αργότερα, αφού συγκέντρωσε αρκετό στρατό και οργανώθηκε κατάλληλα, επιτέθηκε στο Άργος, το κυρίευσε εκδίωξε τον Μητροπολίτη Νικόλαο και τιμώρησε τον Μητροπολίτη του Άργους, γιατί είχε βοηθήσει τον Κορίνθιο ιερωμένο.

 

 

Στην Κόρινθο

 

 

Τον επόμενο χρόνο (1202) ο Λέων κυριεύει εύκολα την Κόρινθο. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου μολονότι παραδόθηκε στον νικητή, τυφλώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο Σγουρός τον έπνιξε με την χορδή ενός τόξου ή κατά μια άλλη εκδοχή, τον γκρέμισε από τον βράχο της Ακροναυπλίας. Στον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη διαβάζουμε απόσπασμα επιστολής του Μιχαήλ Ακομινάτου προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό « …ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ᾽ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ᾽ οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφθήναι θαλάσσιον, οι δε νευράς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται».

 

Η πράξη αυτή τον συνόδεψε σε όλη του την ζωή. Σημάδεψε και αμαύρωσε την εικόνα και την ιστορία του Λέοντα Σγουρού. Οι μεν σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν « φοβερό βέβηλο στρατιώτη» οι δε Φράγκοι τον αποκαλούσαν « le miserable tyran ou roi de la Morée, appelé Sgouros,né a Nauplie…», που σημαίνει, ο άθλιος τύραννος ή βασιλιάς του Μωρηά, ονομαζόμενος Σγουρός, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο.. κ.λ.π.

                                                                                                                                          

Το Βυζάντιο, πάντα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τους Σγουρούς και βέβαια και προς το πρόσωπο του νέου Άρχοντα, του Λέοντα. Αυτή η συμπάθεια και υποστήριξη του Βυζαντίου, έδινε δύναμη και ορμή στον φιλόδοξο νεαρό άρχοντα.

 

Επί αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Αγγέλου για τον οποίο ο Georg Ostrogofsky γράφει ότι ήταν   «… Ένας τιποτένιος  άνθρωπος, διψασμένος για εξουσία, αντιπροσωπευτικός γόνος της εποχής αυτής, της παρακμής. Σα να ήθελε να γελοιοποιήσει τη δυναστεία των μεγάλων Κομνηνών, ονόμασε τον εαυτό του Κομνηνό, επειδή το όνομα Άγγελος δεν του φαινόταν αρκετά ευγενικό» αλλά και γιατί ήθελε να ξεχαστεί το ανοσιούργημα της τύφλωσης και φυλάκισης του αδελφού του, ξέσπασαν πολλές στάσεις και ταραχές, και πολλές περιοχές αποσπάστηκαν και αυτονομήθηκαν από την αυτοκρατορία.

 

Ο Λέων Σγουρός που ήταν πλέον ισχυρός και είχε εδραιώσει την θέση του άρχοντα του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου, δεν έχασε την ευκαιρία. Αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος από την Βυζαντινή κυριαρχία.

 

« Ο Λέων Σγουρός βραχύ προ της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Σταυροφόρων είχε καταστεί κύριος της Ναυπλίας, του Άργους και της Κορίνθου ( ως και της περί τα οχυρά φρούρια υπαίθρου χώρας) και είχεν αναγορεύσει αυτός εαυτόν ανεξάρτητον από της βυζαντινής κυβερνήσεως ηγεμόνα» για το λόγο ότι «μεγάλη μάστιξ των Πελοποννησίων υπήρξεν, ως φαίνεται, ουχί σπανίως κατά τον Μεσαίωνα, και η απληστία και η φαυλότης των κυβερνητικών υπαλλήλων, οι οποίοι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξεπέμποντο εις την κυρίως Ελλάδα» και « οίτινες πολλάκις την υπ̉ αυτών διοικουμένην χώραν προσέβλεπον και μετεχειρίζοντο ως εάν ήτο εχθρικό πεδίον». Αυτά γράφει η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη.

 

Το παράδειγμα του Σγουρού μιμήθηκαν και άλλοι φεουδάρχες και άρχοντες. Πολλοί επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα αρχοντάτα ή φέουδα. Ο φεουδάρχης της Τραπεζούντας, οι Βρανάδες και οι Κατακουζηνοί στην Μεσσηνία, ο Λέων Χαμάρετος στη  Λακωνία,  οι Μελισσηνοί στη Φωκίδα,  Ο Βουτζαράς Δοξαπατρής στο Αράκλοβο της Αρκαδίας ( ο θρύλος τον θέλει γίγαντα που κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το ρόπαλό του αλλά και πικραμένο πατέρα αφού η κόρη του Μαρία Δοξαπατρή, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το κάστρο για να μην πέσει στα χέρια των κατακτητών)  κ.α.

 

Έχοντας πάντοτε  την υποστήριξη των γαμβρών και άλλων συγγενών του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄του Αγγέλου και κυρίως του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ του Στριφνού, ο Λέων συνεχώς μεγάλωνε το κράτος του, φτάνοντας να είναι ο ισχυρότερος άρχοντας της Πελοποννήσου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Πολιορκία της Αθήνας

 

 

Ο Λέων παρακινούμενος από τον ορμητικό χαρακτήρα και την ακραία φιλοδοξία του, μετά την κατάληψη της Κορίνθου, πέρασε τον Ισθμό και κατέλαβε με ευκολία τις περιοχές των  Μεγάρων, της Ελευσίνας  και της Αττικής. 

 

Η Επόμενη κίνησή του ήταν η πολιορκία και η κατάληψη της Αθήνας. Αφού ενίσχυσε και οργάνωσε καλλίτερα το στρατό του στράφηκε εναντίον της με ισχυρές θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις.

 

Εκεί όμως, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον Μητροπολίτη της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτο ή Χωνιάτη, ο οποίος αρχικά ένοιωθε  φιλικά  αισθήματα  προς τον Σγουρό και τον οποίο αποκαλούσε « εν πνεύματι υιόν». Τώρα, τον παρότρυνε και τον παρακαλούσε να εγκαταλείψει την πολιορκία και να αποχωρήσει ειρηνικά από την Αθήνα.

 

Οι προτροπές και οι παρακλήσεις του Μητροπολίτη, δεν συγκίνησαν τον Λέοντα ο οποίος διέταξε σφοδρή επίθεση. Ο Μητροπολίτης και οι άνδρες του, μη αντέχοντας την ισχυρή πίεση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην ασφαλή Ακρόπολη, την οποία ο Σγουρός πολιόρκησε στενά.

 

Ο Σγουρός για να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αξίωσε από τον Μητροπολίτη την παράδοση ενός ασήμαντου και αναιδούς νεαρού, προκειμένου να τον τιμωρήσει. Ο Μιχαήλ όμως, μολονότι και αυτόν τον ίδιο είχε βρίσει άσχημα, αρνήθηκε να τον παραδώσει γνωρίζοντας εκ των προτέρων την σκληρή τύχη του κακότροπου νέου.

 

 

Η Άλωση της Θήβας

 

 

Αφού για αρκετό καιρό προσπάθησε να καταλάβει την Ακρόπολη χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος είτε γιατί πείστηκε από τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, για τον οποίον κατά βάθος έτρεφε κάποιον σεβασμό, είτε γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκπορθήσει το φρούριο, έλυσε την πολιορκία.

 

Παρ᾽όλο τον όποιο σεβασμό όμως, γκρέμισε την πόλη της Αθήνας για τιμωρία και παίρνοντας ως αιχμάλωτο κάποιον νέο που ήταν συγγενής του Μητροπολίτη, πέρασε στην Βοιωτία, όπου σχεδόν αμαχητί κυρίευσε την Θήβα.

 

 

Ο Σγουρός στην Λάρισα και ο γάμος του

 

 

Μετά από εκεί, αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε στη Θεσσαλία και κατέλαβε την Λάρισα το 1204. Στόχος και σκοπός του ήταν να προχωρήσει και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη η οποία βρισκόταν πλέον  υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων.

 

Οι Σταυροφόροι, μετά την άλωση της ανίσχυρης και σχεδόν διαλυμένης  Κωνσταντινούπολης την ίδια χρονιά και την λεηλασία της, αντί να στραφούν προς την Ιερουσαλήμ προκειμένου να την ελευθερώσουν από τους Μωαμεθανούς, όπως ισχυριζόντουσαν, στράφηκαν στο νότο συμπεριφερόμενοι ως στυγνοί κατακτητές και όχι ως «Στρατιώτες του Χριστού» σημαδεμένοι με το σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του.

 

Στη Λάρισα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄Αγγέλου που είχε καταφύγει εκεί και χήρα του επί τρίμηνο αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄Δούκα του επονομαζόμενου Μουρτζούφλου (σμιχτοφρύδη)(28/01/1204-13/04/1204).

 

« Ο Αλέξιος Γ΄μη διαθέτοντας ούτε θέλησι ούτε δραστηριότητα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο» μας πληροφορεί ο Vasiliev στην ιστορία του.

 

Ο Αλέξιος Ε΄Δούκας ήταν ο μοιραίος και δειλός αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο οποίος εγκατέλειψε την Πόλη φοβούμενος την αιχμαλωσία του από τους Σταυροφόρους που την πολιορκούσαν και τον οποίο ο ίδιος ο πεθερός του Αλέξιος Γ΄ τύφλωσε, όταν αυτός ως φυγάς έφτασε νύχτα στην Μεσσηνόπολη της Θράκης.

 

 

Και για τον Μουρτζούφλο γράφει ο Vasiliev « …. Ο Μουρτζούφλος, γνωστός ως Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄ήτο οπαδός του Εθνικού Κόμματος, που διετίθετο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους ….Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄, Δούκας Μουρτζούφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθή  και πέση «στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο» διέφυγε, ενώ η Κωνσταντινούπολι έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων».   

 

 Ο Σγουρός  αφού   έγινε γαμπρός  του  αυτοκράτορα, πήρε  όπως  ήταν η συνήθεια  και τον τίτλο του « Σεβαστοϋπερτάτου» τον οποίο έσπευσε να χαράξει στην σφραγίδα του, η οποία από την μια πλευρά έφερε την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη με την επιγραφή:

ΑΓΙΟC ΘΕΟΔΩΡΟC

ενώ στην άλλη έγραφε το πιο κάτω δίστιχο:

CEBACTOYΠΕΡΤΑΤΟΝ ΜΑΡΤΥC ΜΕ CKEΠOIC

ΛΕΟΝΤΑ CΓΟΥΡΟΝ ΕΚ ΓΕΝΟΥC ΚΑΤΗΓΜΕΝΟΝ

 

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η μέχρι την Λάρισα πορεία του Λέοντα ήταν σκληρή, βίαιη και αιματηρή. Ο Μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό, τονίζει την σκληρότητα του Λέοντα, και την επιλογή ορισμένων φρουρίων να παραδίδονται στους Φράγκους, που τους θεωρούσαν πιο επιεικείς και ανεκτικούς προς τους γηγενείς.

 

Αλλά και ο αδελφός του Μητροπολίτη, ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, δεν υπήρξε φιλικός απέναντι στον Σγουρό. « Ο δε Σγουρός ούτος εκ του Ναυπλίου γεγεννημένος χρόνον μέν τινα των εκ του γένους βία μάλλον ήπερ πειθοί κατίσχυε πατρώον τι μέτρον αναπληρών και χειρίζων ουχ αιμάτων καθαρεύον κληρούχημα. Αεί δε τω των πραγμάτων ανωμάλω εκδιδούς και στασιώδεσι καιροίς οιδαινόμενος μέγας εκ μικρού πρόεισιν, ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι˙το γάρ ιππόβοτον Άργος υπονοθεύσας και επί τωδε την Κόρινθον ληισάμενος και προιών αεί τοις ληστεύμασιν˙είτα και ταίς Αθήναις αυταίς προσήραξε μετά πολεμικών νηών και τον Ισθμόν διελθόντος στρατεύματος». 

 

 

Η Υποχώρηση στην Πελοπόννησο          

 

 

Ο Σγουρός είχε μεγάλες προσδοκίες και βλέψεις. Φλεγόταν από την επιθυμία της δημιουργίας δικού του μεγάλου κράτους που θα απλωνόταν από το Ναύπλιο μέχρι την Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν.

 

Μετά την άλωση της Πόλης, προέκυψε το σοβαρό πρόβλημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας ισχυρός άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τον θρόνο ήταν ο αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας όμως αρνήθηκε σθεναρά. Αντί του Βονιφάτιου, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Βαλδουΐνος, Κόμης της Φλάνδρας.

 

Οι Σταυροφόροι στην συνέχεια ασχολήθηκαν με το μοίρασμα των εδαφών του Βυζαντίου. Στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υποσχέθηκαν μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας αλλά τελικά του έδωσαν  την Θεσσαλονίκη με την γύρω περιοχή της Μακεδονίας, την Θεσσαλία και την ηπειρωτική Ελλάδα, που αποτέλεσαν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης το οποίο διαφέντευε ο Βονιφάτιος ως βασιλιάς, υποτελής του Βαλδουίνου.

 

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1204, δεν έχασε τον καιρό του. Παντρεύτηκε την Ουγγαρέζα Μαργαρίτα (ή Μαρία), χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄Αγγέλου και την οποία προσηλύτισε με την βοήθεια του Καρδιναλίου Σοφρέδου στον Καθολικισμό.

 

Αυτήν άφησε ως επίτροπό του στην Θεσσαλονίκη και αυτός επικεφαλής μεγάλης στρατιάς αποτελούμενης από Γερμανούς, Νορμανδούς, Βουργουνδούς και Καμπανίτες ιππότες αλλά και από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του λόγω του ευγενικού και ήπιου χαρακτήρα του. Μαζί του είχε και τον πρόγονό του, γιό του Ισαάκιου και της Μαργαρίτας και τους Γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτ και Όθωνα ντε λα Ρός.

 

Τον Οκτώβρη του 1204, περνάει τα Τέμπη, εισέρχεται στη Θεσσαλία και επιχειρεί την απόκτηση ολόκληρης της Στερεάς αλλά και της Πελοποννήσου, την οποία του είχαν παραχωρήσει οι Ενετοί λόγω ελλείψεως χερσαίων δυνάμεων, όταν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μοίρασαν τις επαρχίες της οι νικητές.

 

Ο Άρχοντας του Ναυπλίου, αντιλαμβάνεται  ότι  οι  δυνάμεις  του  Βονιφάτιου είναι ισχυρότερες και πιο οργανωμένες από τις δικές του. Εγκαταλείπει την Λάρισα και συνοδευόμενος από την οικογένεια του και τον πεθερό του, παραμένει για λίγο στις Θερμοπύλες.

 

Για μια στιγμή σκέπτεται να οχυρωθεί εκεί και να αντισταθεί στις δυνάμεις των Φράγκων. Μετά όμως από ωριμότερη σκέψη αποφασίζει ότι φρονιμότερο είναι να καταφύγει στην Κόρινθο και να οχυρωθεί στο ασφαλέστερο φρούριο της Ακροκορίνθου. Έτσι πράττει.

 

Ο Βονιφάτιος, ακολουθεί τον Σγουρό «κατά πόδας». Κυριεύει την Λάρισα. Γίνεται αμαχητί κύριος της Θήβας.  Κατευθύνεται προς τις Θερμοπύλες. Η μικρή δύναμη που έχει αφήσει πίσω του ο Σγουρός στη θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφάτιου, τρέπεται σε φυγή.

 

Μετά την κατάληψη της Αθήνας, εγκαθιστά και ονομάζει « Δούκα των Αθηνών» τον Όθωνα ντε λα Ρός. Με όλες του τις δυνάμεις κατευθύνεται στον Ισθμό. Συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την πόλη της Κορίνθου.

 

Αιχμαλωτίζει τον πεθερό του Λέοντα, τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄και την σύζυγό του Ευφροσύνη, τους οποίους με συνοδεία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να παραδοθούν στον αυτοκράτορα. Αυτοί βέβαια, στο δρόμο δωροδόκησαν τους  στρατιώτες της φρουράς τους και διέφυγαν, εγκαταλείποντας όλα τα πολύτιμα σκεύη ακόμη και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, τα οποία παραδόθηκαν στον αυτοκράτορα Βαλδουῒνο.

 

Ο Φράγκος ηγέτης πολιορκεί στενά την Ακροκόρινθο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι τόση η επιθυμία του και η αποφασιστικότητα του να καταλάβει την συγκεκριμένη περιοχή, που συγχρόνως με την επιχείρηση άλωσης της Ακροκορίνθου, στέλνει μέρος του στρατού του να πολιορκήσουν το Ναύπλιο.

 

Ο Σγουρός από την μεριά του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία « …Εκείθεν αφορμώμενος προσέβαλλε συχνά τους κατέχοντας την κάτω πόλιν της Κορίνθου Φράγκους και πολλούς εξ αυτών εξολώθρευσεν».(Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τους Βέη και Κορδάτο).

 

Εν τω μεταξύ, αγγελιοφόρος πληροφορεί τον Βονιφάτιο ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε κίνδυνο, γιατί ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Ιωάννης ο Αζάνης παρακινούμενος από τους Βυζαντινούς επιτίθεται στην πρωτεύουσά του. Ανήσυχος ο Βονιφάτιος ετοιμάζεται επειγόντως να αναχωρήσει. Λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ανακαλεί τις δυνάμεις που πολιορκούσαν το Ναύπλιο.

 

Μέσα στην σύγχυση που επικρατεί και ζυγίζοντας την κατάσταση ο Σγουρός, αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά κατεβαίνει από το φρούριο του νύχτα και προλαβαίνοντας το στρατό του αντιπάλου του στον Ισθμό, προκαλεί σημαντικότατες απώλειες.

 

 

Καπετάνιος των Ρωμαίων

 

 

Ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς Δωρόθεος γράφει στην σύντομη ιστορία του ότι «Ο Σγουρός ο δε Καπετάνιος των Ρωμαίων, όπου ήτανε επάνω εις το κάστρο της Κορίνθου, ως είδεν ότι το Φράγκικο φουσάτο εμίσεψε και επήγεν εις το Άργος (;) κατέβη την νύκτα με τέχνην και εμπήκεν εις την κάτω χώραν της Κορίνθου, εκεί όπου εφύλαγαν οι Φράγκοι, και τους έκοψεν όλους και επήρε την χώραν». ( Μιχαήλ Λαμπρυνίδης).

 

Για τέσσερα χρόνια ο Σγουρός πολεμά και αντιστέκεται στους Φράγκους. Η σύγκρουσή του μαζί τους – έστω κι αν έχει μια προσωπική φιλοδοξία- τον αναδεικνύει υπερασπιστή του Βυζαντινού Κράτους. Στην συγκεκριμένη δε στιγμή η ισχυρή αντίσταση που προβάλλει εκμεταλλευόμενος το φυσικό κάστρο της Ακροκορίνθου, του προσδίδει την τιμητική ιδιότητα του προμάχου και προασπιστή ολόκληρου του Μορηά. 

 

Για το κατόρθωμα αυτό ο γενναίος Θεόδωρος Α΄Λάσκαρης ( 1204-1222) ο οποίος, μετά την άλωση της Πόλης, είχε ιδρύσει την αυτοκρατορία της  ισχυρής Νίκαιας στην Μικρά Ασία το 1206, επιθυμώντας να στηρίξει ηθικά τον Σγουρό για τους αγώνες του, τον τίμησε με τον τίτλο του  Σεβαστοϋπέρτατου το 1207. Αλλά και ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, ο οποίος εκτιμούσε και αναγνώριζε τους αγώνες του, υποκίνησε επανάσταση κατά των Φράγκων μετά από συνεννόηση μαζί του.

 

 

 

Ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ

 

 

 

Όταν ο Βονιφάτιος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την Θεσσαλονίκη, ανέθεσε την κατάκτηση της Πελοποννήσου στον φίλο του και συμπολεμιστή του Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο τον Γ΄ ως νόμιμος ηγεμόνας της Πελοποννήσου ή όπως τότε την αποκαλούσαν Αχαΐα. ( Princeps totius Achaiae Provincie).

 

Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος ιππότης που τον έλεγαν Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο, ανεψιός και συνονόματος του Σταυροφόρου και ιστορικού Γοδεφρείδου Βιλλαρδουΐνου, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτ στην Δ΄Σταυροφορία, βρισκόταν κάπου μεταξύ Παλαιστίνης και Συρίας, αφού από νωρίς είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους Σταυροφόρους και είχε ακολουθήσει την αρχική πορεία προς τους Αγίους τόπους.

 

 Όταν έμαθε την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους έσπευσε προς τα εκεί αλλά παρασυρμένος από τους θαλασσινούς ανέμους και μια σφοδρή καταιγίδα, παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και προσορμίστηκε τυχαία στην Μεθώνη.

 

Εκεί αφού αρχικά συναντήθηκε με τον Ιωάννη Κατακουζηνό, συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί του και να τον βοηθήσει να καταλάβει τις παραλιακές περιοχές από την Πύλο μέχρι την Πάτρα.

 

Γρήγορα όμως διαφώνησαν. Ο Γοδεφρείδος αποχώρησε. Γνωρίζοντας ότι ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πολιορκούσε την Ακροκόρινθο, απευθύνθηκε σ᾽ αυτόν και τάχθηκε  στην υπηρεσία του.

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, έμεινε κοντά στον Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του, τον διόρισε άρχοντα Καλαμάτας και του ανέθεσε, ως ειδική αποστολή, την πολιορκία του Ναυπλίου.

 

Ο νέος ηγεμόνας προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του και να αποκτήσει το γρηγορότερο την Πελοπόννησο και κυρίως να καταστρέψει το αρχοντάτο του Λέοντα Σγουρού, μη συγχωρώντας σε αυτόν την καταστροφή  που είχε προξενήσει στο στρατό του φίλου του Βονιφάτιου.

 

Ενώ αυτά προγραμμάτιζε και ετοίμαζε τις δυνάμεις του για την εναντίον του Σγουρού επίθεση, ένα μήνυμα από την Γαλλία ανέτρεψε τα πάντα. Ο άτεκνος αδελφός του Λουδοβίκος είχε πεθάνει και μόνος διάδοχος ήταν ο Γουλιέλμος. Τον καλούσαν λοιπόν να αναλάβει την ηγεμονία της Βουργουνδίας.

 

Με την συνοδεία δύο ιπποτών και δώδεκα υπαξιωματικών, αναχώρησε από το λιμάνι της Γλαρέντζας ( Κυλλήνη) το Μάϊο του 1209.

 

Την ηγεμονία της Πελοποννήσου ανάθεσε στον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο εκφράζοντας και πάλι την βαθειά του επιθυμία να καταλάβει τις πόλεις της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου, κάτι που ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει.

 

Πριν την ανάθεση των καθηκόντων του τοποτηρητή της ηγεμονίας στον Γοδεφρείδο, οι δύο άντρες υπέγραψαν συμφωνία που επισφραγίστηκε με όρκο, ότι αν μέσα σε ένα χρόνο δεν εμφανιστεί ο ίδιος ο Γουλιέλμος ή άλλος συγγενής του για να αναλάβει την ηγεμονία, τότε αυτή θα έμενε για πάντα στα χέρια του Γοδεφρείδου.

 

 

Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος και Ροβέρτος

 

 

 

 

Όταν ο Γουλιέλμος ανέλαβε την εξουσία της Βουργουνδίας και τις ευθύνες της Κομητείας, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Έστειλε λοιπόν αμέσως τον ανεψιό του Ροβέρτο να αναλάβει την ηγεμονία της περιοχής, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

 

Ο Ροβέρτος αν και αναχώρησε έγκαιρα από την Βουργουνδία αντιμετώπισε πολλές χρονοβόρες δυσκολίες. Κακοκαιρία και τρικυμίες αλλά και διάφορα άλλα εμπόδια που προφανώς με δάκτυλο του Γοδεφρείδου του προέκυψαν, όπως η παραμονή του επί τουλάχιστον δύο μήνες στην Βενετία, τον καθυστέρησαν αρκετά.

 

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Γοδεφρείδος μετά από συνεννόηση με τους Ενετούς καθυστερούσε σκόπιμα την άφιξη του Ροβέρτου. Πέρα από τις καιρικές συνθήκες και την καθυστέρηση στην Βενετία, ο καπετάνιος του πλοίου, αντί να τον αποβιβάσει στη Γλαρέντζα, τον άφησε στην Κέρκυρα.

 

Παρ᾽ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην Γλαρέντζα και να αποβιβαστεί στον όρμο του Αγίου Ζαχαρία, λίγες μόλις ημέρες πριν την λήξη της διορίας.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος μαθαίνοντας κρυφά από ανθρώπους του ότι τελικά έφτασε ο Ροβέρτος, και παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει την άφιξη, αναχωρεί από την Ανδραβίδα, πηγαίνει στην Καλαμάτα και στην συνέχεια στην Λακωνία, αποφεύγοντας την δυσάρεστη συνάντηση με τον Ροβέρτο.

 

Είχε αποφασίσει να μην αρνηθεί φανερά και καθαρά την παράδοση της ηγεμονίας αλλά να ακολουθήσει την τακτική της καθυστέρησης και κωλυσιεργίας  και επομένως την παραβίαση των χρονικών ορίων τα οποία προβλέπονταν στην συμφωνία.

 

Ο Ροβέρτος, αφού περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες ακολουθώντας τον Βιλλαρδουΐνο, κατόρθωσε τελικά να τον συναντήσει στην Λακωνία λίγο μετά την εκπνοή της προθεσμίας.

 

Του ζήτησε  να  του  παραδώσει  την  ηγεμονία  έστω  κι αν  είχε  καθυστερήσει λίγες ημέρες.

Ο Βιλλαρδουΐνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τον Ροβέρτο έκπτωτο λόγω παραβίασης των όρων της συμφωνίας.

 

Το συμβούλιο των Φράγκων ιπποτών και Φεουδαρχών της Πελοποννήσου, των οποίων την υποστήριξη ζήτησε ο Ροβέρτος, χωρίς καμία επιφύλαξη δικαίωσε τον Βιλλαρδουΐνο, τον οποίο χωρίς καθυστέρηση αναγνώρισαν οριστικά ως ηγεμόνα της Αχαΐας και μάλιστα έσπευσαν να τον στέψουν σύμφωνα με τους ιπποτικούς κανόνες.

 

Μετά από την δυσμενή αυτή εξέλιξη, ο Ροβέρτος επέστρεψε άπρακτος στη Βουργουνδία και ποτέ δεν ξανακούστηκε κάτι γι᾽αυτόν.

 

 

Ο μισέρ Τζεφρές

 

 

 

 

Η χωρίς ενδοιασμούς και καθυστερήσεις αναγνώριση του Γοδεφρείδου από τους υπόλοιπους άρχοντες και Φεουδάρχες της Πελοποννήσου, στηριζόταν κυρίως στα φιλικά αισθήματα και την συμπάθεια που ένοιωθαν προς το πρόσωπο του. Η συμπάθεια και η εκτίμηση όμως προς αυτόν δεν προερχόταν μόνο από τους Φράγκους αλλά και από πολλούς Έλληνες οι οποίοι αποφεύγοντας το κανονικό αλλά δύσκολο όνομά του, τον αποκαλούσαν μισέρ Τζεφρέ.

 

Αυτό γίνεται φανερό από επιστολή του Μητροπολίτη Μονεμβασιάς Δωρόθεου ο οποίος γράφει: « …ο μισέρ Τζεφρές ήτο καλός άνθρωπος και τον αγαπούσαν Ρωμαίοι και Φράγκοι δια τας χάριτας όπου είχε. Και έτσι εβουλεύτησαν οι άρχοντες, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι, να κάμουν αφέντην του Μορέως τον μισέρ Τζεφρέν».

 

Την υποστήριξη των ιπποτών και αρχόντων ο Βιλλαρδουΐνος δεν την ξέχασε. Μόλις ανέλαβε και επίσημα την εξουσία, παραχώρησε σε αυτούς μεγάλες και εύφορες περιοχές του Πριγκιπάτου του, αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους βοήθεια και συνδρομή.

 

Ήταν τόση η υπόληψη και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Έλληνες ώστε έφθασαν στο σημείο, κυρίως οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους πολύχρονους πολέμους και τις λεηλασίες, να σκέπτονται την αυτόβουλη παράδοση τους.

 

Ακόμη και κάστρα και πόλεις που δεν είχαν παραδοθεί ούτε είχαν υποκύψει, προτείνουν την παράδοσή τους αρκεί αυτός να υποσχεθεί γραπτά και με όρκο ότι θα σεβαστεί τα έθιμα τους και την θρησκεία τους και ότι δεν θα αναγκάσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους να γίνουν καθολικοί.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος δέχτηκε αμέσως. Έδωσε το έγγραφο που του είχαν ζητήσει και ορκίστηκε για την τήρηση των υποσχέσεων του, γιατί αφενός δεν ήταν φανατικός Καθολικός ούτε ένοιωθε μίσος προς τους ανθρώπους που πίστευαν σε άλλες θρησκείες και δόγματα.

 

Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που τον οδήγησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας ήταν τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε για τον Πάπα, ο οποίος πεισματικά αρνιόταν να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο ηγεμόνα της Αχαΐας, θεωρώντας τον σφετεριστή της αρχής. 

 

 

 

 

Η κατασκοπευτική επιδρομή των Λομβαρδών και ο θάνατος του Λέοντος Σγουρού

 

 

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, ο Λέων Σγουρός παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των πόλεων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου, υπερασπιζόμενος και των τριών κατά των επιθέσεων των Φράγκων, οι οποίες είχαν πυκνώσει και είχαν γίνει ιδιαίτερα απειλητικές μετά την ανάληψη της εξουσίας της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο.

 

Εκτίμησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν αποσυρόταν στο Ναύπλιο. Εξασφάλισε λοιπόν άφθονα τρόφιμα και άλλα εφόδια και οχυρώθηκε στο σίγουρο φρούριο του. Έτσι ένοιωθε έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο.

 

Στο τέλος του 1208 ή στην αρχή του 1209, μερικοί Λομβαρδοί ιππείς κατάφεραν να φτάσουν κρυφά μέχρι την πύλη του Ναυπλίου, προφανώς για να κατασκοπεύσουν τις θέσεις και την δύναμη των υπερασπιστών της πόλης.

 

Οι Ναυπλιώτες φρουροί τους κατάλαβαν και  τμήμα της φρουράς με επί κεφαλής τον ίδιο τον Σγουρό τους καταδίωξαν. Η καταδίωξη ήταν άγρια και άτακτη. Οι Λομβαρδοί σκορπίστηκαν πανικόβλητοι στους αγρούς και στα χαντάκια.

 

Ο Σγουρός με την γνωστή του ορμή σε κάποια στιγμή χωρίστηκε από την υπόλοιπη φρουρά. Έφιππος, χτυπούσε τους τρομαγμένους Λομβαρδούς με μανία. Κάποιος Λομβαρδός κρυμμένος σε ένα χαντάκι τον αναγνώρισε. Συγχυσμένος και έντρομος χτυπάει με το δόρυ του  τον ανύποπτο άρχοντα στην κοιλιά. Εκείνος πέφτει. Ο άρχοντας Σγουρός είναι νεκρός.

 

Αργότερα, οι στρατιώτες που γύριζαν στην πόλη μετά την διάλυση των Λομβαρδών, βρήκαν τον άρχοντα τους. Τον μετέφεραν στο Ναύπλιο και τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια στο νάρθηκα του Μητροπολιτικού ναού. Η οδύνη και οι θρήνοι όλου του λαού και κυρίως της συζύγου του, ακουστήκανε  μέχρι τις πιο μακρινές βίγλες του φρουρίου.

 

 

 

Ο Θρύλος της αυτοκτονίας  

 

 

Στην εξιστόρηση ηρωϊκών κατορθωμάτων, που αναφέρονται σε σπουδαίους ανθρώπους, πρίγκιπες, άρχοντες και βασιλιάδες το λόγο παίρνει το τραγούδι ή το ποίημα. Σε όλα όμως χωράει και η φαντασία. Έτσι βλέπουμε καμιά φορά οι ήρωες να πεθαίνουν δύο φορές ή ενώ έχουν ήδη πεθάνει να υπερασπίζονται τα κάστρα τους και τις πριγκίπισσες τους.

 

Άλλες φορές ο λαός τους θέλει αθάνατους. Κοίτα τον Διγενή. Κάπως έτσι γεννώνται οι θρύλοι. Κάπως έτσι μπερδεύεται μέσα μας η ιστορία και ο θρύλος. Αυτό ταιριάζει και στον Λέοντα.

 

Τι τάχα θέλουμε; Εγώ πάντως προτιμώ να βλέπω την ιστορία μέσα από μια αέρινη μυστική αχλή. Να βλέπω στα κάστρα του Ναυπλίου, στις βίγλες του, στον θαλασσινό του πύργο, στην πύλη της ξηράς, τις λαμπερές σιδερένιες πανοπλίες, τα ψηλά λοφία στα κράνη και τα πολύχρωμα φλάμπουρα με τα οικόσημα του, στα χέρια των υπερασπιστών του.

 

Πεθαίνει ένας Σγουρός από σκουτάρι; Μπορεί να σκοτωθεί από ένα φοβισμένο στρατιώτη;    «…υπήρξε δε μακρά η ένοπλος κατά των Φράγκων δράσις του Λέοντος Σγουρού, ο οποίος απελπίσαι επί τέλους έφιππος κατερρίφθη από του απορρώγος Ακροκορίνθου, ίνα επί των κάτωθι αυτού βράχων κατασυντριβή εις άμορφον πτώμα».

 

Η έφιππη θρυλική του αυτοκτονία από τον Ακροκόρινθο. Ηρωϊκός στην απελπισία του.

 

Έτσι τα λέει  η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη στο ωραίο της βιβλίο « Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες».  

Τέλος, στο καλό βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Μια πόλη στην Λογοτεχνία. Ναύπλιο» βρίσκουμε σ᾽ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, μια άλλη γραφή.

 

« Ήτανε κι αυτός ένας από μας τους ανθρώπους…».

 

 

                                                                                                 Αντώνιος Σιούτος

 

Υποσημείωση

 

 

* Κουγκέστα. Ο Συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Μάλλον ο πατέρας του ήταν Φράγκος και η μητέρα του Ελληνικής καταγωγής. Αφηγείται την ιστορία της κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και αρχίζει από το 1104. Από θρησκευτικό φανατισμό, πολλές φορές στρέφεται κατά των Ελλήνων. Υπάρχουν δύο εκδόσεις. Στην Γαλλική και την Ελληνική σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Από ένα στίχο προκύπτει ότι ο συγγραφέας κάποιες φορές απέδιδε τα κείμενά του προφορικά. « Ει μεν ηξεύρεις γράμματ συχν᾽αναγίνωσκέ τα ει δε και είσ᾽αγράμματος κάθου σιμά μου μάθε».

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
  •  Θοδωρή Γκόνη, « Ναύπλιο – Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2002.
  •  Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Εκδόσεις Μπεργάδη.
  •  Ηλία Λάσκαρη, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Τόμος β,  Έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1995.

 

   

Read Full Post »