Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Δράμαλης’

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Μάχη των Δερβενακίων –  Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)


 

Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.

Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.

Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.

Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:

 «Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».

Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.

Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.

Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.

Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.

Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.

 

Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους, Αλέξανδρος Ησαΐας

 

Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.

Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.

Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.

Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.

Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων  Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.

 

Στα στενά των Δερβενακίων, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

 

Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.

Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.

Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Βιβλιογραφία


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.
  • Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.
  • Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.
  • Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.
  • Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.
  • Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

 

Πηγή


 

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

 

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

 

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

  

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

   

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

 

 

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

Γεννήθηκε  στο Κρανίδι το 1770.   Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Κρέστας. Είχε βαπτισθεί με το όνομα Αλέξανδρος. Από παιδί υπήρξε ευφυής και είχε ιδιαίτερη κλίση προς την θρησκεία. Αυτός ήταν και ο λόγος που ως πρώτο δάσκαλό του είχε κάποιον  ιερέα από το Κρανίδι. Δεκαπεντάχρονος έφυγε από το Κρανίδι και για μικρό διάστημα εργάστηκε κοντά σε κάποιον έμπορο στην Αίγινα. Ακολούθησε τον ηγούμενο της Μονής Πόρου, αρχιμανδρίτη Λεόντιο και παρέμεινε στην Μονή ως δόκιμος μοναχός. Μετά από μερικά χρόνια χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Δαμαλών διάκονος και έλαβε το όνομα Αρσένιος. Κατόπιν έγινε ιερέας και επανήλθε στο Κρανίδι όπου διορίστηκε εφημέριος και δάσκαλος.

 

Μετά από λίγο καιρό έγινε ηγούμενος της Μονής Κοιλάδας. Με δαπάνες των  Μονών Κοιλάδας και Αγίων Αναργύρων αλλά και την αρωγή Κρανιδιωτών, φοίτησε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, όπου έλαβε ανώτερη μόρφωση. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε μεταξύ των συμμαθητών του και έγινε έγκριτος λόγιος. Τον διέκρινε η φιλοπατρία, το φιλελεύθερο πνεύμα και η ανδρεία. Μυήθηκε στη Φιλική εταιρία. Με την έκρηξη της επανάστασης ανεδείχθη από τον λαό, τους προκρίτους και τους εφόρους όλης της περιοχής αλλά και από την Διοίκηση των Σπετσών (Καγκελαρία)  οπλαρχηγός του Κρανιδίου και αρχηγός της Επιδαύρου και της Ερμιονίδας (Κάτω Ναχαγέ). Διακρίθηκε στα πολεμικά πράγματα και χαρακτηρίστηκε ως ανδρειότατος και ατρόμητος.

 

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

 

 

Στις 3 Απριλίου, αφού συγκρότησε στράτευμα, έφτασε στην Αργολίδα και συμμετείχε με άλλους στην πολιορκία του Ναυπλίου. Έλαβε μέρος σε όλες τις περιπέτειες  ακόμη και στην απόπειρα άλωσης της πόλης, στις 4 Δεκεμβρίου 1821.  Όταν στα τέλη του Απριλίου 1821, έγινε η εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, επικεφαλής 80 Κρανιδιωτών  και με την συμμετοχή πολλών Αργείων, προσπάθησε ατυχώς να αντισταθεί.  Λόγω ακριβώς της σθεναρής αντίστασης του, ο Κεχαγιάμπεης αρνήθηκε να τον συμπεριλάβει στην γενική αμνηστεία που παραχώρησε στους υπόλοιπους διασωθέντες.

 

Κλείστηκε τότε στο μοναστήρι της Παναγίας μαζί με 600 γυναικόπαιδα και άλλους Αργείους καθώς και τους 80 Κρανιδιώτες. Εκεί, πολιορκήθηκε στενά από τους Τούρκους. Την τρίτη νύχτα του αποκλεισμού, με το σπαθί στο χέρι και ακολουθούμενος από τους 80 ανδρείους του, διέσχισε τις τάξεις του εχθρού και σώος έφτασε στους Μύλους. Όταν ο Κεχαγιάμπεης έφυγε για την Τρίπολη, ο Παπαρσένης πολιόρκησε και πάλι το Ναύπλιο και πήρε μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στην γύρω περιοχή. Λίγο καιρό πριν από την επιδρομή του Δράμαλη, όταν εστάλησαν Πελοποννησιακά στρατεύματα στην Στερεά, ακολούθησε τον Νικηταρά και έλαβε μέρος στις μάχες της Στυμφαλίδας και της Αγίας Μαρίνας. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες κατά του Δράμαλη και διακρίθηκε στις μάχες των Δερβενακίων και του Αγιονορίου, πολεμώντας στο πλευρό του Νικηταρά από τον οποίο δεν απομακρύνθηκε μέχρι τον ηρωικό θάνατό του στον Άγιο Σώστη των Δερβενακίων, στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

 

Την 23 Ιουνίου 1846, ο βουλευτής Κρανιδίου Άγγελος Γουζούασης υπέβαλε αναφορά προς την Βουλή στην οποία έγραφε: Ο Αρσένιος Κρέστας και ο Ιωάννης Κ. Μερεμέτης, ένδοξοι αγωνισταί και εταιρισταί, έπεσον ενδόξως εις την κατά του Δράμαλη μάχην, συγκροτηθείσαν εις τα Δερβενάκια…και εζήτησε να καταγραφούν τα ονόματα τους μεταξύ των άλλων αγωνιστών, στα αρχεία της Βουλής. Το αίτημα έγινε δεκτό.

 

 

Πηγή

 

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.     

 

Read Full Post »