Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’

Κληρικοί της επαρχίας Ερμιονίδας: Αρωγοί της Παιδείας του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους (1828 -1853) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Για να τεθούν οι βάσεις της Παιδείας και ειδικότερα της εκπαίδευσης του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους κατά την πρώτη 25/ετία της οργάνωσής του, βοήθησαν οικονομικά φορείς, ιδιώτες αλλά και ορισμένοι κληρικοί της επαρχίας Ερμιονίδας, όπως η έρευνά μας αποκάλυψε.

Βλέποντας τα ονόματά τους στους καταλόγους των συνδρομητών αισθανθήκαμε έκπληξη αλλά και χαρά. Σκεφθήκαμε πως οι άνθρωποι αυτοί, που ίσως να ήταν απαίδευτοι ή ολιγογράμματοι, αναγνώριζαν την Παιδεία ως τη μόνη ικανή δύναμη να «αναστήσει» το Έθνος. Έτσι παρά τη φτώχεια ή ακόμη και την οικονομική τους εξαθλίωση, έβρισκαν τη δύναμη να συνεισφέρουν για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του Έθνους.

Συγκεκριμένα:

Στον κατάλογο των μελών της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του έτους 1837 αναγράφονται τα ονόματα των: Γρηγορίου Μερτζέλου, ηγουμένου της Ι. Μ. των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης και Σεραφείμ, ηγουμένου της Ι. Μ. Κοιλάδας. Οι ως άνω κληρικοί, όπως αναφέρεται στα «Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, εν Αθήναις 1842» ήσαν μέλη της και κατέβαλαν εισφορά για το έργο της Εταιρείας. [1]

Ο ηγούμενος της Ι.Μ. των Αγίων Αναργύρων ιερομόναχος Χατζή Γρηγόριος Μαρτσέλος ή Με(α)ρτζέλος με καταγωγή από το Σοφικό Κορινθίας διετέλεσε ηγούμενος της Μονής πλέον της εικοσαετίας (1829/1830-1851). Ήταν κληρικός ελεήμων και φιλάνθρωπος, πρόθυμος να παρέχει ηθική και υλική συμπαράσταση σε όποιον είχε ανάγκη, γι’ αυτό και ήταν πολύ αγαπητός στην επαρχία μας. Ο ηγούμενος της Ι. Μ. Κοιλάδας ιερομόναχος Σεραφείμ ανέλαβε τη διοίκηση της Μονής το έτος 1822 και παρέμεινε σ’ αυτή «εν μέσω πολλών ταραχών» μέχρι τον Μάιο του 1837, οπότε και τον έπαυσαν.

Αλλά και σε αχρονολόγητο (όπως αναγράφεται) Παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, κατά την άποψή μας του έτους 1850 ή 1852, «Η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν Ελληνικού Πανεπιστημίου Επιτροπή» ενημερώνει ότι τελείωσε η πρώτη πτέρυγα και ξεκίνησαν οι εργασίες για την ανέγερση της δεύτερης πτέρυγας. Μεταξύ των συνδρομητών του έργου, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που κατέβαλαν, αναγράφονται από την επαρχία μας οι:

  • Ηγούμενος Γρηγόριος Μαρτσέλος, Ι. Μ. Αγίων Αναργύρων – 16 δραχμές και 74 λεπτά.
  • Ηγούμενος Αγάπιος Πετζάλης, Ι. Μ. Κοιλάδας.
  • Πρεσβύτερος Λουκάς Στρίγκος, εφημέριος Τιμίου Προδρόμου Κρανιδίου – 8 δραχμές.
  • Σύγκελλος Διονύσιος (Δημήτριος) Κρο(ε)μμύδας, εφημέριος Αγίου Βασιλείου Κρανιδίου – 8 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Ρομπότ(ζ)ης, εφημέριος Μεταμόρφωσης (Χριστού) Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Σακελλαρίου, εφημέριος Εισοδίων της Θεοτόκου (Κάτω Παναγιά) Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Γεώργιος Τσούτσας, εφημέριος Αγίου Βασιλείου Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Τσούτσας, όχι Στούτσας όπως είναι γραμμένος, εφημέριος Μεταμόρφωσης (Χριστού) Κρανιδίου – 5 δραχμές.

Θα ήταν παράλειψη όμως, αν κλείνοντας το άρθρο μας αυτό, δεν αναφερόμαστε στην προσωπικότητα και το έργο του πρωτεργάτη και θεμελιωτή της Εκπαίδευσης στην επαρχία μας, Επίσκοπο Άνθιμο Κομνηνό – κληρικό «πεπαιδευμένον με διαγωγήν αρχιερατικήν».

Άνθιμος Κομνηνός

Ο Άνθιμος χειροτονήθηκε Επίσκοπος το 1811 και τοποθετήθηκε Μητροπολίτης της Ι. Μ. Ηλιουπόλεως και Θυατείρων (Επισκοπή Εφέσου) Μ. Ασίας. Το 1821 με την έναρξη της Επανάστασης ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1828. Τότε κλήθηκε να αναλάβει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της επαρχίας Άργους και Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας), θέση στην οποία παρέμεινε για μια 5/ετία (1828 – 1833) έχοντας τον τίτλο του Μητροπολίτη «Πρώην Ηλιουπόλεως».

Κατά τους χρόνους της αρχιερατικής του θητείας συνεργάσθηκε άριστα με τους δημογέροντες της περιοχής μας και καθοδηγώντας τους αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ αυτών και της Κυβέρνησης. Έτσι, τις περισσότερες φορές, τα δύσκολα εκπαιδευτικά προβλήματα που προέκυπταν, διευθετούνταν με τον ευνοϊκότερο τρόπο. Γι’ αυτούς τους λόγους ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έτρεφε προς αυτόν μεγάλη εκτίμηση και εμπιστοσύνη.

Καθοδηγούμενοι από τον Επίσκοπο «όστις συνέδραμε πολυειδώς εις το κοινωφελές τούτου κατάστημα» οι κάτοικοι του Διδύμου (Διδύμων) σύστησαν την Ελληνοαλληλοδιδακτική τους Σχολή. Μάλιστα «κατά την 13η του παρελθόντος Οκτωβρίου (1829) τη συνεργασία του καλού μας πατρός Αγίου Ηλιουπόλεως… εσκέφθημεν πρώτον περί του ετησίου μισθού του διδασκάλου και των ενδεχομένων εξόδων εν τω σχολείω…».

Όπως είναι γνωστό, διδάσκαλος της Σχολής ανέλαβε ο ιερομόναχος Δημήτριος Βλαχογιάννης, Λέσβιος, του οποίου ο Επίσκοπος εκθειάζει την κατάρτιση και τις εκπαιδευτικές του ικανότητες (Μάιος του 1832). Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, ο διδάσκαλος παραιτείται λόγω της μη καταβολής του μισθού του. Ο τοποτηρητής συμμερίζεται την κατάσταση και αποδίδει και αυτός την παραίτηση του ικανού διδασκάλου Δημητρίου Βλαχογιάννη αποκλειστικά στην «έλλειψιν των μισθών» του.

Να προσθέσουμε, ότι ο Μητροπολίτης Άνθιμος, κατά τη σύσκεψη της 13 Οκτωβρίου 1829, ανέλαβε να προμηθεύσει τη Σχολή του Διδύμου με τα απαραίτητα βιβλία και τη γραφική ύλη.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Επισκόπου και στη σύσταση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κρανιδίου καθώς και στην εξεύρεση διδασκάλου. Στις 29 Μαρτίου 1830 απευθυνόμενος στον Γραμματέα (Υπουργό) της Παιδείας μεσολαβεί για την αποστολή διδασκάλου «ίνα ίδωσι ταχύτερον τους καρπούς της σχολής» οι κάτοικοι του Κρανιδίου. Τελικά η κυβέρνηση «πέμπει διδάσκαλον αλληλοδιδακτικόν εις την εκεί σχολήν τον κύριον Γεννάδιον Γεώργιον (Γεωργίου) ειδήμονα της Μεθόδου». Στη συνέχεια, όταν προέκυψαν διάφορα οικονομικά ζητήματα, για τη λειτουργία της Σχολής και τη μισθοδοσία του διδασκάλου, πάλι ο Μητροπολίτης Άνθιμος διορίζει τρεις εφόρους «τους αξιότερους και υποληπτικώτερους», για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αποπληρωμής των χρεών της Σχολής.

Αλλά και όταν περί τα μέσα του 1832 πολλά προβλήματα του διδακτηρίου παρέμεναν σε εκκρεμότητα, ο Επίσκοπος πρότεινε στη Γραμματεία της Παιδείας να διατεθούν οι επιτόπιοι πόροι για τις επισκευές της Σχολής «ήτις απαιτεί καθ’ όλα διόρθωσιν». Οι δημογέροντες, οι πρόκριτοι και οι κάτοικοι του Κρανιδίου αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του «Ηλιουπολίτη» Μητροπολίτη Ανθίμου τον θερμό συμπαραστάτη των προσπαθειών τους, έλεγαν χαρακτηριστικά: «Όσο ο Μητροπολίτης βρίσκεται στο Κρανίδι όλα πάνε καλά. Όταν φεύγει όλα χωλαίνουν». [2]

Το 1833 σε ηλικία 50 χρόνων ο Άνθιμος τοποθετείται «επί της Διοικητικής Επιτροπής» Επίσκοπος στην επαρχία Μονεμβασίας, αλλά παραιτείται άμεσα και αναλαμβάνει τη Μητρόπολη Κυκλάδων, την οποία διαποίμανε για μια περίπου 10/ετία με ιδιαίτερο ζήλο.

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος πέθανε στη Σύρο το 1842 «προσβληθείς υπό καροτικού πυρετού». Αναγγέλλοντας τον θάνατό του το περιοδικό «Ελληνικός Ταχυδρόμος» έγραφε: «Απεβίωσεν εις Σύραν την 9(21) του ε.μ. (ενεστώτος μηνός) ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Κυκλάδων αφήσας θλίψιν γενικήν καθ’ όλην την επισκοπήν του. Αι αρεταί του μακαρίου Ανθίμου επέσυρον προ καιρού εις αυτόν γενικόν σέβας και πάντες ήδη θεωρούμεν χρέος μας να αποδώσωμεν εις τας σπανίας αρετάς του τον δίκαιον έπαινον». [3]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ιδρύθηκε, όπως είναι γνωστό, στις 26 Ιουλίου 1836 με πρωτοβουλία του παιδαγωγού Ιωάννη Κοκκώνη, με σκοπό τη μόρφωση διδασκαλισσών και μητέρων και γενικότερα την εξάπλωση της Παιδείας σε όλη τη χώρα. Τα σχολεία της Εταιρείας που λειτουργούν μέχρι και σήμερα, έχουν το όνομα του μεγάλου ευεργέτη της Εταιρείας Αρσάκη (Αρσάκεια).

[2] Στην Ερμιόνη παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλαν ο τοποτηρητής Άνθιμος και οι κάτοικοι, εξαιτίας ορισμένων αδυναμιών και προσωπικών διενέξεων, Σχολή δεν λειτούργησε εκείνους τους χρόνους, αλλά δέκα χρόνια αργότερα, το 1839.

[3] «Ελληνικός Ταχυδρόμος», αρ. 19, έτος Ε΄, Εν Αθήναις 16 Ιουλίου 1842.

 

Π η γ έ ς

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

Β ι β λ ί α

  • Αθουσάκης Αδάμ: «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 1832)», Κόρινθος 2003.
  • Βασιλείου Ιωάννης: «Η Ερμιονίς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Εν Αθήναις 1907.
  • Γκάτσος Α., Προκοπίου Γ, Γκερέκος Ι.: «Το προσκύνημα της Ερμιονίδας», Ερμιόνη 1994.
  • Ησαΐας Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.
  • Σπετσιώτης Γιάννης – Ντεστάκου Τζένη: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)», Αθήνα 2016.
  • Χατζηστεφανίδης Θεοφάνης: «Ιστορία της Νεολληνικής Εκπαίδευσης (1821-1986)», Αθήνα 1990.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ιερά Μονή Ταλαντίου (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Το Αραχναίο είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Αργολίδας – όπως μετονομάστηκε το Χέλι. Βρίσκεται αποκομμένο από όλο τον άλλο νομό. Ριζωμένο ανάμεσα στην οροσειρά της Τραπεζώνας (1137 μ.) προς Β, και του όρους Αραχναίου (1199 μ.) προς Ν, και σε απόσταση 30 χλμ. από το Ναύπλιο, δεν έχει επικοινωνία ούτε οπτική με άλλο χωριό. Ο ασφαλτωμένος δρόμος έχει δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του άλλοτε, με τη ζωή του κέντρου και το σήμερα.

Πριν ακόμη μας αποκαλύψουν το χωριό οι στροφές που κατηφορίζουν, διακρίνεται το πρώτο μήνυμα του Αραχναίου: η Νέα Μονή Ταλαντίου. Διαγράφεται καθαρά στην ξερή γύμνια του τοπίου, δυτικά του χωριού και σ’ απόσταση μιας ώρας με τα πόδια. Ένα μονοπάτι ξεκινάει ψηλά από το εικονοστάσι, πριν από το Αραχναίο. Κι’ ένα άλλο, μέσα από το χωριό. Φέρνουν και τα δυο στη Νέα Μονή Ταλαντίου.

Το χωριό, ξανοιγμένο οριζόντια πάνω στην πλαγιά Μπρίνια, έχει στα νοτιοανατολικά του πρόπυλο την Παλιά Μονή Ταλαντίου – ερειπωμένη πια – σε μια απόσταση 100 μ. από τα πρώτα του σπίτια. Λιγνά κοκκινοχώματα και γκρίζες ξερολιθιές περιβάλλουν τη Μονή και το Αραχναίο. Βουνίσιο, βασανισμένο χωριό – οι Γερμανοί του είχαν κάψει στην Κατοχή τα σπίτια. Κτηνοτροφικό, με 1200 ανθρώπους περίπου, είναι διπλοκατοικία άλλων χωριών: της Δήμαινας, της Μιδέας, του Λιγουριού. Καλοχτισμένα πλατύστομα πηγάδια παντού, δείχνουν ακόμη και μέσα στο χωριό τις περίσσιες ανάγκες του για νερό. Με φημισμένους σε παλιά χρόνια τσελιγκάδες και ηρωικούς ληστές όπως οι Δρουγκαΐοι και ο Λύγκος ο Χελιώτης – ληστής προστάτης των φτωχών – κυριάρχησε το χωριό στα άγρια μονοπάτια του όρους Αραχναίου, που ήταν ως την Ενετοκρατία δασωμένο. Από τους αμέρευτους εκείνους καιρούς, έμεινε ηχώ το τραγούδι τούτο:

Θε μου και τί να γίνηκαν οι δόλιοι οι Ντρουγκαΐοι

Ούτε σε γάμο φάνηκαν ούτε σε πανηγύρι,

Ούτε στο δόλιο Πηλιαρό πούχαν τον Ποτισώνα…[1]

 

Παλιά Μονή Ταλαντίου [2]

 

Νοτιοανατολικά του χωριού και αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς το Πηλιαρό απέναντι από το ρέμα και σε απόσταση από αυτό λίγες δεκάδες μέτρα, υπάρχει ένας αρχαίος διπλός Βυζαντινός Ναός που οι Χελιώτες το ονομάζουν «Μετόχι» και αποτελείται από δύο χωριστούς Ναούς που εφάπτονται μεταξύ τους και είναι διαφορετικού μεγέθους.

Το Μετόχι κατά την παράδοση ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου η οποία εγκαταλείφθηκε από τους Μοναχούς λίγο μετά το 1761 μ.Χ. Η εγκατάλειψη έγινε επειδή μεταξύ των Καλόγηρων της Μονής και των κατοίκων του Χελιού υπήρχαν προστριβές, γύρω από τις μακροχρόνιες διεκδικήσεις διαφόρων κτημάτων κοντά στη Μονή και έτσι αναγκάστηκαν οι Καλόγεροι να αναζητήσουν άλλο μέρος και να κτίσουν τη Νέα Μονή Ταλαντίου. Το Μοναστήρι αυτό όπως και εκείνο που κτίσθηκε αργότερα είναι αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Από το μοναστήρι σώζεται το καθολικό και ένα μικρότερο παρεκκλήσι προσκολλημένο στα νοτιοανατολικά του. Τα δύο κτίσματα επικοινωνούν εσωτερικά με μικρό άνοιγμα. Το καθολικό θα ήταν αφιερωμένο στους Ταξιάρχες, την Παναγία και τον άγιο Βλάσιο, ενώ το παρεκκλήσι στην αγία Μαρίνα. Το καθολικό θα πρέπει να ανεγέρθηκε, βάσει των μορφολογικών του στοιχείων, στον 14ο-15ο αι., ενώ το παρεκκλήσι ίσως ιδρύθηκε λίγο αργότερα. Φωτογραφία και λεζάντα από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Η αρχαία εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται σήμερα ασφαλισμένη και ήσυχη, στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό. όπου οι Χελιώτες την λατρεύουν κυριολεκτικά και είναι διατεθειμένοι και πόλεμο ακόμα να κάνουν για να την κρατήσουν στο χωριό. Έχουν γίνει στο παρελθόν πολλές απόπειρες για να μεταφερθεί σε άλλα Μοναστήρια της περιοχής, στη Μονή Καρακαλά και στη Μονή των Ταξιαρχών μα πάντοτε συνάντησε την αντίδραση των Χελιωτών οι οποίοι τελικά την κράτησαν στο χωριό.

Επίσης απόπειρες πολλές έχουν γίνει για την κλοπή αυτής από διαφόρους αρχαιοκάπηλους, μα πάντοτε έχουν οδηγηθεί σε αποτυχία και σήμερα η εικόνα βρίσκεται ασφαλισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί που ολόκληρο είναι γερά στερεωμένο σε μια κολώνα της Εκκλησίας. Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα αυτή βρέθηκε θαμμένη μέσα σε ένα χωράφι εκεί που κτίσθηκε η πρώτη Μονή και ότι όταν αργότερα έγινε η μεταφορά της Μονής στη νέα θέση η εικόνα αυτή άλλαζε θέση κάθε λίγο από την παλαιά στη νέα Μονή και αντίστροφα.

Η ερειπωμένη σήμερα. παλαιά Μονή Ταλαντίου (Μετόχι) δεν ξεχωρίζει καθόλου από το φυσικό της περιβάλλον. Πέτρινη και γκριζόθωρη μοιάζει να είναι ένα με τα πρώτα χωράφια μαζί με τους σωρούς από πέτρες, που αντικρίζουμε όταν πλησιάζουμε στο χωριό.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Φωτογραφία από το Αρχείο της Μαρίας Μπιμπή, 30-4-2016.

 

Το κτιριακό συγκρότημα του Μοναστηριού είναι σήμερα σωρός από πέτρες σαν γκρεμισμένες ξερολιθιές που σιγά-σιγά λιγοστεύουν και αυτές.

Το Καθολικό, δηλαδή ο κύριος Ναός της Μονής που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως έχει προαναφερθεί, είναι χτισμένος με απλή λιθοδομή χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Είναι Ναός Σταυρεπίστεγος με τετράγωνο Τρούλο, μεγάλο σε σχέση με τις διαστάσεις του Ναού του οποίου είναι 10,30 μ. η μεγάλη του πλευρά μαζί με το Ιερό και το Νάρθηκα και 4 μ. η μικρότερη του πλευρά. Ο Τρούλος δεν στηρίζεται στο κέντρο του Σταυρού, αλλά υψώνεται πάνω από το δυτικό σκέλος. Έτσι υπάρχει οπτικά μια ισορροπία όγκων ανάμεσα στο Καθολικό και στο συνεχιζόμενο παρεκκλήσι του.

Το Καθολικό έχει φωτιστικά ανοίγματα τις τέσσερις θυρίδες του Τρούλου, τη θυρίδα του Ιερού του Ναού στην Ανατολική πλευρά και την κύρια και μοναδική πόρτα προς τη δύση. Πάνω από την κεντρική πόρτα σχηματίζεται, ένα τόξο που περιβάλλει ένα ανακουφιστικό κενό. Το τόξο αυτό περιβάλλεται από ένα κέραμο πλαστικό διάκοσμο και οδοντωτή ταινία που συνεχίζονται δεξιά και αριστερά από την πόρτα και διατρέχουν όλη την πρόσοψη, ένα δε κομμάτι της είναι συμπληρωμένο με τούβλα σύγχρονα από επισκευή που έχει γίνει πρόσφατα. Ένα μικρό φωτιστικό άνοιγμα υπάρχει ακόμα στο βόρειο τύμπανο του Σταυρού. Στο ίδιο τύμπανο καθώς και το αντίστοιχο του στο νότιο, εσωτερικά, σχηματίζονται τυφλές αψίδες αϊτό μία στο καθένα. Στο εσωτερικό του Νάρθηκα και σε ύψος 1,50 μ. περίπου και στη νότια πλευρά υπάρχει η παρακάτω επιγραφή:

 

ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΥΡΙΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ

ΤΟΥ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ

ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

ΣΙΚΟΥΛΑ

 

Οπωσδήποτε ο Ηγούμενος αυτός Σίκουλας είναι πριν από το 1761 που έγινε η μεταφορά της Μονής γιατί από το 1751 και μετά είναι γνωστοί όλοι οι ηγουμενεύσαντες στη Μονή.

Ολόκληρη η εσωτερική επιφάνεια του Ναού είναι αγιογραφημένη και αρκετές αγιογραφίες σώζονται καλά διατηρημένες, όπως ο εκφραστικός Άγιος Φανούριος και η άρτια σύνθεση της Παναγίας με τους Αποστόλους. Ο Παντοκράτορας είναι σχεδόν καταστραμμένος.

Όλες οι Αγιογραφίες είναι έργα καλού τεχνίτη της Κρητικής σχολής και διακρίνονται για το ευλύγιστο σχέδιο και την πλαστική αβρότητα μοιάζουν να έχουν συγγένεια στην Τεχνική με τις Αγιογραφίες της Μονής Σωτήρος Kαραθώνας και είναι και αυτές πιθανόν του 16ου αιώνα.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Τοιχογραφία. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Το δάπεδο φαίνεται να ήταν πλακόστρωτο από τα ελάχιστα τμήματα που έχουν σωθεί. Το τέμπλο είναι πέτρινο και υπάρχει μόνο μία πόρτα. Σε κανένα σημείο του Ναού δεν υπάρχει επιγραφή που να δείχνει πότε χτίστηκε ο Ναός. Από την τοιχοποιία όμως και ειδικά από το διάκοσμο, βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχει κτιστεί μέσα στους βυζαντινούς χρόνους, πριν δηλαδή ακόμα από την Τουρκοκρατία.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Παντοκράτωρ. Με την εικόνα του Παντοκράτορα Ιησού αγιογραφείται ο κεντρικός θόλος (τρούλος) όλων των βυζαντινών ναών. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στη νότια πλευρά του Ναού είναι προσκολλημένο το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, έτσι τουλάχιστον από την παράδοση το ξέρουν οι κάτοικοι του Αραχναίου (Xελιού) γιατί κανένα σημείο του, δεν φανερώνει σε ποιόν Άγιο είναι αφιερωμένο το παρεκκλήσι αυτό. Το μικροσκοπικό αυτό Ναΐδριο είναι επίσης σταυρεπίστεγο με διασταυρούμενες καμάρες εσωτερικά και μία μοναδική πόρτα εισόδου στο δυτικό μέρος που το ανώφλι της είναι μονολιθικό. Τρούλος δεν σώζεται καθόλου, όπως δεν σώζεται και τίποτα από την αγιογράφηση της εκτός από κάποια ίχνη εικόνας Αγίας με τα γράμματα Α.Κ. που πιθανόν να σημαίνουν Αγία Κυριακή.

Και οι δύο Ναοί σαν σταυρεπίστεγοι πρέπει να ανήκουν στον 12ο μ.Χ. αιώνα, ίσως όμως ο μεγάλος τετραγωνικός και άκομψος Τρούλος να είναι μεταγενέστερος.

Εγκαταλειμμένη από τους Μοναχούς η πρώτη αυτή Μονή Ταλαντίου από το 1761, αφανίστηκε χρόνο με το χρόνο. Σκόρπιοι σωροί οι πέτρες της Μονής βρίσκονται στη πρώτη ζήτηση των κατοίκων του χωριού και ίσως σήμερα να μην υπάρχουν ούτε αυτές. Έχουν μείνει μόνο τα δύο εκκλησάκια από τη Μονή και αυτά χορταριασμένα παντού, εγκαταλειμμένα, για πολλά χρόνια χρησίμευαν για να σταλίζουν πρόβατα το καλοκαίρι και για το λόγο αυτό η καταστροφή στο εσωτερικό ήταν ραγδαία στην εποχή του μεσοπολέμου μέχρι το 1940.

Μετά τον πόλεμο ο Ιερέας του χωριού προσπάθησε να περισώσει ότι υπήρχε από τους δύο αυτούς Ναούς. Καθάρισε την κοπριά που υπήρχε μέσα και κατασκεύασε μια σιδερένια πόρτα στο μεγάλο Ναό, μα και πάλι η εγκατάλειψη ακολούθησε στο Ναό.

Από πρόσφατη επίσκεψη που έκανα εκεί, διαπίστωσα πως η σιδερένια πόρτα είναι σήμερα καταστραμμένη, βγαλμένη από τη θέση της και πεταμένη έξω. Μου έκανε δε εντύπωση πραγματικά η αδιαφορία του σημερινού Ιερέα να μη νοιάζεται καθόλου, τουλάχιστον να ξανά τοποθετήσει την πόρτα στη θέση της για να μη γίνει και πάλι σταλείο για τα ζώα η ιστορική αυτή Εκκλησία. Η μόνη αναλαμπή στον Ιστορικό αυτό Ναό είναι το αναμμένο καντήλι που φωτίζει των Αγίων τα πρόσωπα, που και αυτά όμως χλομιάζουν και φθείρονται λίγο-λίγο από την εγκληματική αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Γύρω από  τα  δυο  εκκλησάκια  η  περιοχή  είναι  καλλιεργήσιμη  και κατάσπαρτη από κεραμικά, απομεινάρια των κελιών του Μοναστηριού, και του οικισμού που πιθανόν να υπήρχε εκεί γύρω από το Μοναστήρι.

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου (περιγραφή)

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου βρίσκεται δυτικά του Αραχναίου και άπεχει από το χωριό περίπου μια ώρα πεζοπορία. Με το χωριό επικοινωνεί με ένα μονοπάτι που ξεκινάει από αυτό, ακολουθεί για ένα διάστημα την πλαγιά του βουνού, λίγο πάνω από την κοίτη του χειμάρρου που κατευθύνεται προς τον Αμαριανό και παράλληλα προς αυτό και έπειτα κατεβαίνει και ακολουθεί την κοίτη αυτού, φθάνει στο Μοναστήρι και συνεχίζει έπειτα προς τον Αμαριανό. Η πορεία από το χωριό στο Μοναστήρι είναι δύσκολη το χειμώνα και κουραστική το καλοκαίρι.

Εκτός από το μονοπάτι αυτό, υπήρχε και άλλο μονοπάτι που ξεκινούσε από το εικονοστάσι που υπάρχει στον αμαξιτό δρόμο, Άργους – Αραχναίου ακριβώς εκεί που τελειώνουν οι στροφές της σκάλας και αρχίζει δρόμος οριζόντιος και σε μια πορεία λιγότερο από μια ώρα μπορεί να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι. Δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι αυτό υπάρχει ένα τοπίο στυφό που με μεγάλη τσιγκουνιά έχει δοθεί σε αυτό το χώμα το οποίο μόλις και μετά βίας σκεπάζει τα πετροχώοαφα που υπάρχουν στις πλαγιές.

Η βλάστηση είναι χαμηλή και περιορισμένη σε μικρά πουρνάρια (πατουλιές) κα σφάκες, χωρίς να μπορεί να σχηματίζει καθόλου σκιά για να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος που πάει για το Μοναστήρι και στεγνώνει το μάτι του τις καλοκαιρινές ημέρες και που τα ττετροριζώματα του πυρακτωμένου τοπίου του ξεραίνουν το λαρύγγι του.

Σήμερα υπάρχει και ένας αμαξιτός δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, που αρχίζει από το Πρόι-Λάζεριτ και ακολουθώντας την πλαγιά που εκτείνεται προς το Πρόι-Λάζεριτ κατεβαίνει και καταλήγει στο Μοναστήρι.

Από κάποια απόσταση η νέα Μονή Ταλαντίου μοιάζει σαν ένας ζωντανός – οργανισμός, έτσι όπως εκτείνεται από τη δύση προς την ανατολή, σαν να υπάρχουν μέσα κάτοικοι έτοιμοι να υποδεχθούν τον επισκέπτη. Όταν όμως πλησιάσει κανένας σε αυτή νοιώθει πραγματικά την μοναξιά, σαν να απομακρύνεται μέσα στο χρόνο χωρίς ελπίδα όσο πλησιάζει προς τη σιωπή της, σαν εκείνα τα καράβια στην τελευταία τους καταδικασμένη πορεία εγκαταλειμμένα από τους Ναυτικούς τους.

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Το καθολικό της βρίσκεται στο κέντρο του αύλειου χώρου και είναι σταυρεπίστεγο κτίσμα με ημικυκλική αψίδα στο ιερό. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο του Δήμου Ναυπλιέων.

 

Οι σημερινοί κάτοικοι του Μοναστηριού είναι μία μόνο Μοναχή [2002] κλειδαμπαρωμένη μέσα στο κελί της, που για να ανοίξει την πόρτα του Μοναστηριού χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία. Εδώ θα κάνω μια περιγραφή της Μονής όπως τη θυμάμαι πριν από σαράντα πέντε χρόνια.

Η νέα αυτή Μονή είχε την κλασική μορφή του παραλληλογράμμου που το όριζαν και στις τέσσερις πλευρές συνεχόμενα διώροφα κτίρια και στην εσωτερική αυλή βρίσκεται ο Ιερός Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση. Eορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την πληροφορία σημειώνει  η Ντιάνα Αντωνακάτου και ο Τάκης Μαύρος στο βιβλίο τους, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 54, Αθήνα, 1976, και μας την επιβεβαίωσαν σήμερα 11 Σεπτεμβρίου 2018, οι μοναχές τη Μονής Καρακαλά].

Ερειπωμένη πια η νέα μονή στο μεγαλύτερο μέρος της, διατηρεί ωστόσο τη συγκρότηση, τη μνήμη της λειτουργίας και το καθολικό της. Από την τοξωτή πόρτα που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά από το διαβατικό της, μια στοά τρία περίπου μέτρα, ο επισκέπτης μπαίνει και προχωρεί στο αίθριο, αφήνοντας αριστερά του, διώροφο κτίριο που στον επάνω όροφο το πρώτο κελί ευρύχωρο και περιποιημένο, ήταν το Ηγουμενείο που αποτελείτο από κοιτώνα και ένα μεγάλο γραφείο, το γραφείο του Ηγουμένου, συνέχεια δε ήσαν αρκετά κελιά τα οποία χρησιμοποιούντο σαν κοιτώνες των Μοναχών.

Μπροστά από τα κελιά υπήρχε ένα μακρόστενο ξύλινο μπαλκόνι από το οποίο επικοινωνούσαν ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί που έμεναν στα κελιά αυτά. Εκεί που τελείωνε το Μπαλκόνι ξεκινούσε μια ξύλινη σκάλα 10-15 σκαλοπάτια και κατέληγε σε ένα άλλο μπαλκόνι που αντιστοιχούσε στο δεύτερο όροφο της δυτικής πλευράς της Μονής από το εσωτερικό αυτής.

Ανεβαίνοντας κανείς από τη μεγάλη αυτή σκάλα ακριβώς απέναντι υπήρχε μεγάλο κελί που περιελάμβανε κοιτώνα και μεγάλη σάλα και που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Επίσκοπο της Αργολίδας όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Ένας διάδρομος αριστερά οδηγούσε εξωτερικά σε ένα ξύλινο επίσης μπαλκόνι που στηριζόταν σε τέσσερις πέτρινες κολώνες, χώρος που χρησιμοποιείτο και αυτός αποκλειστικά από τον Μητροπολίτη και τη συνοδεία του όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχε κελί που χρησιμοποιούσε ο ακόλουθος του Μητροπολίτη, Ιεροδιάκονος. Συνέχεια από τη σάλα του Μητροπολίτου υπήρχαν κελιά, μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα κατάλληλα διαρρυθμισμένα για τη φιλοξενία υψηλών προσώπων.

Στο ημιυπόγειο της αριστερής πλευράς και στο εσωτερικό υπήρχαν διάφορες αποθήκες και στο τέρμα της αριστερής πλευράς μεγάλο δωμάτιο ισόγειο μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα εργαλεία του μελισσοκομείου και τα μεγάλα σκεύη αποθήκευσης του μελιού που προοριζόταν για το εμπόριο.

Εξωτερικά του νοτίου τμήματος και στο ισόγειο υπήρχαν χώροι για τα μεγάλα ζώα, άλογα, μουλάρια, αγελάδες, βόδια καματερά που χρησιμοποιούσε το Μοναστήρι.

Στο ισόγειο της δυτικής πλευράς μετά την αποθήκη του μελιού, υπήρχε μια δεύτερη μεγάλη πόρτα του Μοναστηριού και αμέσως μετά μια δεύτερη αποθήκη του μελισσοκομείου και εκεί μέσα γινόταν και διανομή μεγάλης ποσότητας μελιού στους κατοίκους του Χελιού. Συνέχεια υπήρχε μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα που χρησιμοποιείτο από τους μοναχούς και το υπόλοιπο βοηθητικό προσωπικό που απασχολούσε η Μονή.

Στο δεξιό μέρος όπως μπαίναμε στη Μονή υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο που κάλυπτε όλη τη δυτική πλευρά με κελιά μοναχών στο επάνω μέρος και στο ισόγειο υπήρχε αίθουσα ζυμωτηρίου, φούρνοι, αποθήκες τροφίμων κλ.π. και στη βόρεια πλευρά υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο με συνεχόμενα κελιά στο επάνω μέρος και κάτω διάφοροι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες για κυψέλες, κ.λπ. Τέλος κάτω από τα χαγιάτια της Νότιας πλευράς βρισκόταν μία στέρνα για νερό που άλλοτε δρόσιζε τους καλόγερους, σήμερα όμως είναι ξερή και βρώμικη.

Σήμερα από όλο αυτό το συγκρότημα υπάρχουν, η θολωτή είσοδος στην ανατολή και ένα κομμάτι από την παλαιά μονή που κάλυπτε τη νότια πλευρά με ερειπωμένα τα κελιά για τα οποία έχει αρχίσει η συντήρηση τους και η επισκευή τους. Έχει γίνει αλλαγή της σκεπής, έχουν γίνει εσωτερικά επιχρίσματα και συνεχίζεται η συντήρηση και η αντικατάσταση όπου πρέπει των φθαρμένων πατωμάτων και των κουφωμάτων.

Το δυτικό κομμάτι της νότιας πλευράς, μεγαλοπρεπές άλλοτε Δεσποτικό με το μεγάλο εξωτερικό μπαλκόνι έχει κατεδαφιστεί και το μόνο απομεινάρι είναι οι πέτρινες κολώνες που στήριζαν το εξωτερικό χαγιάτι.

Η βόρεια πλευρά επίσης κατεδαφισμένη ολόκληρη και στη θέση της υπάρχει ένα καινούργιο σύγχρονο κτίσμα όπου και διαμένει η μοναδική Μονάχη που σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι.

Η σημερινή Μοναχή έχει περιφράξει τα υπάρχοντα εκεί σήμερα κτίσματα και ένα κομμάτι του εξωτερικού χώρου με δικτυωτό συρματόπλεγμα, και έχει μόνο μία πόρτα στο ανατολικό μέρος όπου διατηρείται και σήμερα η πρόσβαση προς το Μοναστήρι.

Το Καθολικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Στο κέντρο της εσωτερικής αυλής είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, [Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση], το Καθολικό της Μονής. Ο καινούργιος Ναός της Μονής είναι μονόκλιτος και σταυρεπίστεγος, διατηρείται καλά εξωτερικά είναι κτισμένος επί τουρκοκρατίας, αν και ο αρχαιότερος τύπος του σταυρεπίστεγου εφαρμόστηκε από τον δωδέκατο αιώνα. Πιστεύεται λοιπόν πως ο Ναός της Νέας Μονής Ταλαντίου να είναι αρχαιότερος από την ίδρυση εκεί της Μονής το 1761 πιθανότατα του 15ου αιώνα, όπως χρονολογείται από τους ειδικούς.

Στρώμα από αμμοκονία καλύπτει τη λιθοδομή του Ναού. Η είσοδος γίνεται από μια μικρή πόρτα στη δυτική πλευρά. Πάνω από την πόρτα υψώνεται δίλοβο, δικληνές κωδωνοστάσιο που τα δυο του τόξα στηρίζονται στη μέση επάνω σε στρογγυλό μικρό κίονα με ιωνικό κιονόκρανο. Μια μικρή καμπάνα κρέμεται στο βορινό τόξο.

Δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο υπάρχουν πεζούλια που στερεώνουν την πρόσοψη του Ναού και αναπαύουν τον επισκέπτη. Οι πλευρές του ναού έχουν μήκος 8.20 μ. και το πλάτος 3.25 μ. Το εσωτερικό της στέγης διαμορφώνεται από δύο καμάρες, η μία που αναπτύσσεται κατά μήκος διακόπτεται στο μέσον περίπου του Ναού από την εγκάρσια καμάρα που είναι μικρότερη και σε ψηλότερο επίπεδο και που αναπτύσσεται κάθετα προς την πρώτη. Οι δυο καμάρες διαγραφούν το σχήμα του Σταυρού και από αυτό δε και η ονομασία του ναού «Σταυρεπίστεγος» και ο τύπος αυτός των ναών συναντάται συχνότατα στην Ελλάδα. Εκεί που διασταυρώνονται οι δύο καμάρες υψώνεται ο τρούλος του Ιερού Ναού.

Εκτός από το άνοιγμα της κύριας εισόδου του Ναού υπάρχει ακόμα και από ένα στρογγυλό παράθυρο στο βόρειο και νότιο τύμπανο του σταυρού έχει ακόμα και δύο ανοίγματα στη νότια πλευρά του.

Εσωτερικά ο Ναός είναι αγιογραφημένος. Διαφαίνεται επίσης ότι υπήρχαν και παλαιότερα στρώματα αγιογραφήσεων που είναι επικαλυμμένα με νεώτερα στρώματα. Αριστερά από την πύλη του και κάτω από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, διακρίνεται άλλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην άκρη της οποίας υπάρχει δυσανάγνωστη επιμήκης επιγραφή. Οι Αγιογραφίες της μεγάλης καμάρας έχουν καταστραφεί από την υγρασία. Άλλες εικόνες, όπως αυτές που είναι δεξιά και αριστερά της εισόδου έχουν δεχθεί νεώτερες διορθώσεις.

 

Ιστορικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Από γραπτά κείμενα φαίνεται πως η μεταφορά της Μονής Ταλαντίου από το Μετόχι στη νέα της θέση έγινε το 1761 μ.Χ. Συμφώνα με μελέτη του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος» στις 15 Σεπτεμβρίου 1915, το 1761 ο τότε εξουσιαστής του χωριού Χέλι Κιουσούκ  Μεχμέτ Αγάς, με αίτηση του Ηγουμένου της Μονής Ταλαντίου Δανιήλ παραχώρησε σαν ιδιοκτησία της Μονής εκτεταμένη περιοχή ακαλλιέργητο, με σκοπό να καταβληθεί σε αυτόν το δέκατο από τα εισοδήματα αυτού [3]. Το έγγραφο της παραχωρήσεως που σωζόταν μέχρι το έτος 1915, οπότε συντάχθηκε η μελέτη του αειμνήστου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, καθόριζε τα όρια της περιοχής που παραχωρήθηκε ως εξής:

«Εις το σύνορο του Μοναστηριού Ταλάντιον το οποίον βρίσκεται στο χωριό Χέλι, το υποκείμενο στην Επαρχία Κορίνθου, ευρίσκετε γη δρυμώδης αγεώργητος και εγκαταλελειμμένη, περιοριζόμενη εξ ενός μέρους από το σύνορο του χωρίου Λιμία, το χωράφιον του Παπά, εκ του άλλου από το λοξό ρεύμα, εκ του άλλου από πλησίον τρία ρεύματα, εκ του άλλου από τον δρυμόν Κίρλα εκ του άλλου από τον δρυμόν το λεγόμενον δεξιά πλευρά, εκ του άλλου από το λεγόμενον Μουσταφά-τζίκ και εκ του εσχάτου από τη Σκάλα Χέλι. Αυτήν λοιπόν την γην ο Καλόγηρος Παπαδανιήλ, εζήτησε να ανοίξει με την αξίνην και να την γεωργήσει.


Διό και ο υποφαινόμενος έχων υπό την εξουσίαν μου δια το ενεστώς χιλιοστόν εβδομηκοστόν έβδομον (Μουσουλμανικό έτος όπου αντιστοιχεί προς το 1761 μ.Χ. της χριστιανικής χρονολογίας) το ρηθέν χωρίον αφού κατά τον βασιλικό Κανούνιον έλαβαν το δικαίωμα της γης έδωσε στον ειρημένο Καλόγηρο το παρόν τοπίο, ώστε αφού αυτός καθορίσει την ρηθείσα εν όσω γεωργεί και σπείρει αυτήν και πληρώνει ετησίως εις τους κατά καιρόν κυρίους της γης τα νόμιμα δέκατα, θέλει κατέχει και νέμεσθαι αυτή το Μοναστήριον και χωρίς να εμποδίζεται υπουδενός».

Από το κείμενο αυτό μαθαίνει κανείς τα όρια της νέα Μονής με τα τοπωνύμια που υπάρχουν και σήμερα. Αναφέρεται στα όρια κάποιο χωριό Λιμία που σήμερα τέτοιο χωριό δεν υπάρχει. Πιθανότατα να πρόκειται για το σημερινό χωριό Λίμνες που τα σύνορα του με το Χέλι είναι η κορυφή Μάλια-Γκιόναβε όπου εκεί επάνω υπάρχει και η τοποθεσία, Χωράφι Παπά.

Το παραπάνω έγγραφο μεταφράστηκε από το σωζόμενο μέχρι τουλάχιστον το 1915 τούρκικο πρωτότυπο σε δύο μεταφράσεις από τις οποίες ακριβέστερη είναι αυτή που έγινε στην καθέδρα της Αθήνας στις 22 Σεπτεμβρίου 1837 και η οποία επικυρώθηκε από το Βασιλικό διερμηνέα Λουκά Αργυρόπουλο.

Στο  μοναστήρι σωζόταν μέχρι τότε που διαλύθηκε αντίγραφο μετάφρασης που έγινε στις 26 Μαρτίου 1838, από τον Χρήστο Παπαδόπουλο, συμβολαιογράφο του Ναυπλίου. Το πρωτότυπο έγγραφο φέρει τις υπογραφές του Κιουσούκ Μεχμέτ Αγά, τεσσάρων ακόμα Μουσουλμάνων και ενός Έλληνα του Γιάννη Μακρή από το Χέλι που υπογράφει σαν μάρτυρας.

Το έτος 1761 πρέπει να θεωρείται η απαρχή της μετακίνησης της Μονής από την παλαιά θέση Μετόχι στο χώρο που σήμερα βρίσκεται αυτή και ότι το καινούργιο Μοναστήρι άρχισε να κτίζεται από τον ηγούμενο Δανιήλ μέσα στο κτήμα που παραχωρήθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αμέσως μετά την παραχώρηση δηλαδή στον ίδιο χρόνο 1761.

Το 1782 κατατάγηκε δόκιμος μοναχός ο Χελιώτης Γρηγόριος Κουκινιώτης, δώδεκα ετών τότε ο οποίος μαζί με τον Δανιήλ δούλεψαν για το Μοναστήρι, εκχερσώνοντας εκτάσεις με τα ξινάρια και δημιούργησαν έτσι εκτάσεις καλλιεργήσιμες που καθημερινά αυξάνονταν σε έκταση.

Το 1798 έγινε ηγούμενος ο Γρηγόριος σε ηλικία 23 ετών, ο οποίος έμεινε στη θέση αυτή 54 ολόκληρα χρόνια, παραιτήθηκε δε το 1852 λόγω γήρατος και μετά από δύο χρόνια πέθανε το 1854 σε ηλικία 84 ετών.

Το 1850 σε δημοπρασία αγόρασε ο Γρηγόριος, με τη μεσολάβηση του Στρατηγού Φωτομάρα μεγάλο τουρκικό κτήμα για λογαριασμό του Μοναστηριού. Η αγορά αυτή αμφισβητήθηκε από τα παιδιά του Φωτομάρα, αλλά μετά από δέκα χρόνια δικαστικού αγώνα δικαιώθηκε η Μονή Ταλαντίου από τον Άρειο Πάγο. Ο ίδιος ηγούμενος αγόρασε για το Μοναστήρι και το κτήμα άνω Αμαριανός. Ο ίδιος επίσης ανακαίνισε το βόρειο μέρος της Μονής όπου υπήρχε πλάκα εντοιχισμένη διαστάσεων 0.40μ Χ. 0,40μ με την επιγραφή:

 

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙ

ΕΠΙ ΤΩΝ 46 ΕΤΩΝ

ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΜΑΚΑΡΙΟΥ

1841

 

Μετά τον Γρηγόριο Ηγούμενος έγινε ο Ανανίας  Μπουχιούνης από 1852 μέχρι το 1857 οπότε αντικαταστάθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Καραβασιλόπουλο με απόφαση του τότε Επισκόπου Αργολίδας Γεράσιμου.

Το γεγονός όμως αυτό εξερέθισε τους καλόγερους οπότε ο Χρύσανθος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει το Μοναστήρι και Ηγούμενος έγινε το 1862 ο Κωνσταντίνος Τζαμίλας, στη θητεία του οποίου το Μοναστήρι έφθασε σε παρακμή μέχρι του σημείου οι καλόγεροι να ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Το 1866 διορίστηκε Ηγούμενος ο Δανιήλ Χρήστου, ανιψιός από τη μητέρα του Ηγουμένου Γρηγορίου Κουκινιώτη ο οποίος ηγουμένευσε μέχρι το 1899 οπότε πέθανε. Η ηγουμενία του διακόπηκε από το 1870 μέχρι το 1875 που ηγουμένευσε πάλι ο Ανανίας Μπουχιούνης. Επί Δανιήλ Χρήστου το 1880 ανακαινίσθηκε το νότιο τμήμα της Μονής.

Τον Δανιήλ Χρήστου τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Δωρόθεος Χρήστου το 1899, ο οποίος είχε καταταγεί μοναχός το 1895. Επί Δωροθέου Χρήστου έγινε εξωραϊσμός και διακόσμηση του Ιερού Ναού, αύξησε τα δωμάτια για τους μοναχούς, ίδρυσε μελισσοκομείο στο Μοναστήρι και έκτισε καινούργια πτέρυγα, το Δεσποτικό όπου υπήρχε μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή:

 

ΑΝΗΓΕΡΘΕΙ ΕΠΙ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΠΟΝΗ

ΚΑΙ ΑΝΘΙΜΟΥ ΣΤΑΤΕΡΑ

ΕΝ ΕΤΗ 1909

 

Μεγάλες ποσότητες μελί από το δικό του μελισσοκομείο μοίραζε στους κατοίκους του Χελιού. Είχε γίνει παράδοση επί ηγουμενίας Δωροθέου Χρήστου, την εποχή του τρύγου των κυψελών που γινόταν συνήθως Αύγουστο μήνα, μετά της Παναγίας, εκατοντάδες παιδιά από το χωριό κατέβαιναν στο Μοναστήρι με τα μικρά τους δοχεία πάσης φύσεως από κατσαρολάκια, βάζα κύπελλα, κανατάκια κ.λπ. και ο ηγούμενος Δωρόθεος κάνοντας ειδική τελετή κάθε μέρα που πήγαιναν παιδάκια, μοίραζε μεγάλες ποσότητες από μέλι σε όλα τα παιδιά, τα οποία στη συνέχεια έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο χωριό χαρούμενα γιατί έφερναν μαζί τους το πολύτιμο μέλι από το Μοναστήρι. Μεγάλη ήταν και η συμβολή στην ανάπτυξη της Μονής του Ιερομόναχου Γερασίμου Μπόνη που είχε την καταγωγή του από την Αλέα Αργολίδας.

Στις 26 Αυγούστου 1933 πέθανε ο Ηγούμενος Δωρόθεος Χρήστου και από τότε το Μοναστήρι βαδίζει προς την παρακμή. Ο Δωρόθεος Χρήστου έλαχε να είναι ο τελευταίος Ηγούμενος της Μονής Ταλαντίου που τουλάχιστον για 172 χρόνια γνώρισε δόξες ιδιαίτερα επί της ηγουμενίας του.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στο μοναστήρι αυτό τρεις μόνο καλόγεροι ο Παρθένιος, ο Νικόδημος και ο Δανιήλ που ήσαν όλοι τελείως ακατάλληλοι για το αξίωμα του ηγουμένου γιατί και οι τρεις τους ήσαν τελείως αγράμματοι και διανοητικά καθυστερημένοι, αφού ούτε τα χρήματα που κυκλοφορούσαν τότε γνώριζαν εκτός από τα κέρματα.

Το Μοναστήρι από τότε συγχωνεύεται με τη μονή του Καρακαλά και αμέσως άρχισε η μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτής στο Καρακαλά, αρχής γενομένης από τα μελίσσια εκτός εκείνων των ελαχίστων που ανήκαν στους καλόγερους που όμως επειδή ήσαν τελείως ανίκανοι δεν μπόρεσαν να τα διατηρήσουν και σε μικρό χρονικό διάστημα τα έχασαν όλα.

Στη συνέχεα άρχισε η μεταφορά και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ ο εξοπλισμός του μελισσοκομείου εκποιήθηκε από τον ηγούμενο του Καρακαλά και περιήλθε στα χέρια των Χελιωτών. Δεν έμεινε τίποτα στο Μοναστήρι εκτός από τους τρεις καλόγερους και το Ηγουμενείο κλειδωμένο όπου μέσα σε αυτό υπήρχαν τα προσωπικά είδη του Δωροθέου, μια αξιόλογη βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής.

Η αποδυνάμωση της Μονής Ταλαντίου και της Μονής Καρακαλά είχε αρχίσει από το 1932, οπότε πολλά από τα κτήματα τους απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν σε εκατοντάδες ακτήμονες από τα χωριά της περιοχής. Τα κυριότερα από τα κτήματα αυτά ήσαν ο Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και ο Καρακαλάς της αντίστοιχης Μονής, όπου από την αποκατάσταση των ακτημόνων δημιουργήθηκαν αργότερα και οι δύο οικισμοί του Αμαριανού και του Μετοχιού, που σήμερα έχει γίνει κοινότητα, ο Άγιος Δημήτριος.

Μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές στην κυριότητα της μονής Ταλαντίου είχαν παραμείνει δύο περίπου χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης και μη έκτασης γύρω από αυτήν. Το 1938 με δημοπρασία πουλήθηκε η έκταση αυτή αντί ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων δραχμών σε κατοίκους του Χελιού και στο Μοναστήρι παρέμεινε μια έκταση γύρω από αυτό, περίπου πενήντα στρεμμάτων, τα οποία σήμερα καλλιεργούν και βόσκουν τσοπάνηδες από το Χέλι που καταβάλλουν κάποιο μίσθωμα στο Μοναστήρι και το οποίο αναπροσαρμόζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μέχρι το 1940 ζούσαν στο Μοναστήρι οι τρεις καλόγεροι, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε αθλία κατάσταση και συντηρούντο από μικρή βοήθεια σε τρόφιμα που έπαιρναν από τη Μονή Καρακαλά και από τα βοηθήματα των κατοίκων του Χελιού, αφού το Μοναστήρι δεν είχε πλέον εισοδήματα. Οι Καλόγεροι αυτοί πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον πρώτα ο Νικόδημος, έπειτα ο Δανιήλ και τελευταίος ο Παρθένιος στις αρχές του 1943.

Από το 1942 είχε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι ένας Αρχιμανδρίτης, ο Παπανικόλας, καθηγητής της Θεολογίας ο οποίος δίδασκε σε Σχολείο της Σμύρνης και κατά την μικρασιατική καταστροφή είχε πιαστεί από τους Τούρκους αιχμάλωτος και είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, του είχαν βγάλει οι Τούρκοι το ένα μάτι, του είχαν ξεριζώσει όλα τα νύχια των χεριών και των ποδιών και του είχαν σπάσει τη λεκάνη και έτσι ένα σαράβαλο και με ακράτεια ούρων τον είχαν αφήσει ελεύθερο και σε αυτήν την άθλια κατάσταση βρέθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής ξέπεσε στη Μητρόπολη της Αργολίδας και ο Μητροπολίτης τον έστειλε στη Μονή Ταλαντίου, όπου εγκαταστάθηκε και για ένα μικρό διάστημα έμενε με τον μοναδικό τότε καλόγερο Παρθένιο.

Εκεί ζούσε με τη σύνταξη του και με τα χρήματα που έπαιρνε από την ενοικίαση της γύρω περιοχής. Τα χρήματα όμως αυτά εκείνη την εποχή λόγω της αλματώδους ανόδου του πληθωρισμού εξανεμίζονταν αμέσως και για το λόγο αυτό, συντηρείτο κυρίως από βοηθήματα που έπαιρνε από τους Χελιώτες σε τρόφιμα.

Στην εποχή εκείνη που στο Μοναστήρι βρισκόταν ο Παπανικόλας, άνοιξε και το κελί του Ηγουμένου Δωροθέου που μέσα είχε, όπως έχει αναφερθεί, μια αξιόλογη Βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής και που δυστυχώς ολόκληρος αυτός ο πνευματικός πλούτος λεηλατήθηκε από τον Παπανικόλα, όχι για να σφετερισθεί τα ανεκτίμητα βιβλία και έγγραφα, αλλά για να γίνουν όλα αυτά προσανάμματα στη φωτιά που καθημερινά συντηρούσε ο Παπανικόλας και ακόμα σπάνια βιβλία χρησιμοποιήθηκαν για τσιγαρόχαρτο από τον ίδιο, ο οποίος κατασκεύαζε τσιγάρα με ολόκληρο φύλλο βιβλίου και καπνό που προμηθευόταν από το χωριό.

Αυτό ήταν δυστυχώς το τέλος της αξιόλογης βιβλιοθήκης της Μονής και του ιστορικού αρχείου αυτής, από έναν άνθρωπο, σπουδαγμένο βέβαια αλλά που λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν δεν λειτουργούσε καθόλου η λογική. Τέλος μετά από λίγα χρόνια πέθανε και αυτός, αφού πρώτα πέθανε και η ιστορία της Μονής.

Από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο καταβλήθηκαν προσπάθειες για να ξαναζωντανέψει το Μοναστήρι με μοναχές, αλλά όλες οι απόπειρες απέτυχαν, αφού μοναχές που εγκαταστάθηκαν εκεί, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα εγκατέλειψαν τη Μονή και ξαναγύρισαν στα Μοναστήρια από οπού προερχόντουσαν και η Μονή Ταλαντίου ερήμωνε και πάλι.

Υπήρχε στο μοναστήρι μία μοναχή Χελιώτισα την καταγωγή η οποία ήρθε από τη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και εγκαταστάθηκε εκεί. Είχε  τύχει μεγάλης συμπαράστασης από τους Χελιώτες, φρόντιζε το μοναστήρι να παραμένει ανοικτό και πολύ συχνά τελούνταν και λειτουργίες από τον Ιερέα του χωριού. Η Μοναχή αυτή αν και μόνη της, ήταν αρκετά δραστήρια και με πρωτοβουλία δική της και με εισφορές των πιστών είχε κτιστεί μια καινούργια πτέρυγα και επισκευαζόταν μία ακόμα από τις παλαιές πτέρυγες που έχουν διασωθεί.

Το Μοναστήρι έχει τηλεφωνική επικοινωνία και ο βατός αμαξιτός δρόμος που το ενώνει με την κεντρική οδική αρτηρία Χελίου – Άργους – Ναυπλίου, εξυπηρετεί τους πιστούς που θέλουν να επισκεφθούν το μοναστήρι και να προσευχηθούν.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Σήμερα γίνονται προσπάθειες ανακαίνισης της μονής. Οι μοναχές της Μονής Καρακαλά φροντίζουν για τη διατήρηση της επισκεψιμότητας του χώρου. Κατά την τελευταία ανακαίνιση διαμόρφωσαν μια χαμηλή αποθήκη της εισόδου σε ημιυπόγειο παρεκκλήσι με χαμηλή τοξωτή στέγη, αφιερωμένο στον Τίμιο  Πρόδρομο και την Αγία Ευγενία. Η αγιογράφηση είναι καινούργια και καλύπτει όλους τους τοίχους, έγινε με δωρεές των Χελιωτών. Τα θυρανοίξια τέλεσε ο βοηθός επίσκοπος της μητροπόλεως Αργολίδας,  ο Επιδαύρου Καλλίνικος, (σήμερα 2017 Μητροπολίτης Άρτης)].

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Εδώ το Καθολικό και τα νότια κελιά μετά την αναπαλαίωση, 2015. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).

 

 Από έγγραφα της Ιεράς Συνόδου προκύπτει ότι:

το 1850 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 6

το 1855 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9 (οι 5) δόκιμοι

το 1860 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9

το 1881 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 8

το 1912 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 7

το 1932 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 4

το 1938 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 3

το 1942 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

το 1990 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

Οι ηγουμενεύσαντες από την εποχή της μετακίνησης της Μονής στη νέα θέση το 1761 μέχρι και το τέλος του 1933 είναι οι παρακάτω:

1. Δανιήλ 1761-1798

2. Γρηγόριος Κουκινιώτης 1798-1852

3. Ανανίας Μπουχιούνης α’ 1852-1858

4. Χρύσανθος Καραβασιλόπουλος 1858-1862

5. Κωνσταντίνος Τζαμίλας 1862-1855

6. Δανιήλ Χρήστου α’ 1866-1870

7. Ανανίας Μπουχιούνης β’ 1870-1875

8. Δανιήλ Χρήστου β’ 1875-1899

9. Δωρόθεος Χρήστου 1899-1933


Μερικές πληροφορίες από ιστορικά έγγραφα για τη Μονή Ταλαντίου

 

Από τα ιστορικά έγγραφα που υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μπορούμε να πάρουμε σήμερα αρκετά ιστορικά στοιχεία για τη Μονή Ταλαντίου αφού το δικό της πλούσιο Αρχείο καταστράφηκε. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικά από αυτά.

1) Το 1822 η Πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την «Ιερά Μονή την κατά το Χέλι κείμενην» δάνειο χίλια γρόσια για τρία χρόνια προς οκτώ τις εκατό.

Τριπολιτζά Μαρτίου 1822.

2) Το 1833 27 Δεκεμβρίου στο Νόμο της Αντιβασιλείας «Περί συστάσεως Δήμων» αναφέρεται ότι η Μονή Ταλαντίου είχε 39 κατοίκους, χωρίς όμως να γίνεται διάκριση πόσοι από αυτούς ήσαν Μοναχοί και πόσοι Λαϊκοί (υπηρετικό προσωπικό).

3) Το 1834 21 Ιουλίου καταγράφεται το «Ταλάντη» σαν Μοναστήρι διατηρούμενο από το εισπραττόμενο του Εκκλησιαστικού Δευτεροδεκάτου για δύο χρόνια που είναι 460 δραχμές.

4) Με Αριθμό πρωτοκόλλου 6093/20-10-1834 υπάρχει καταγγελία του Κατοίκων του Χελιού:

α) Γιώργη Δημητρόπουλου

β) Γιάννη Αγιώργη

γ) Γιάννη Νατσούλη και

δ) Ανασάσιο Μπουχιούνη

προς την Ιερά σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος, ότι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος Κουκινιώτης οσάκις του εζητήθη να γνωρίσει εις την αρμοδία υπηρεσία τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής, ούτος απέκρυπτε την αλήθεια και δήλωνε ελάχιστα και αυτοί καταγράφουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής είναι: Γιδοπρόβατα χίλια, αγελάδες εκατόν δέκα, καματερά βόδια είκοσι τέσσερα, μουλάρια τρία, φορτηγά άλογα δύο, μελίσσια οκτακόσια, χωράφια στρέμματα πέντε χιλιάδες, αμπέλια στρέμματα δέκα πέντε, ελαιορίζες οκτακόσιες και μύλοι χειμερινοί δύο. Και ότι ακόμη δεν μαρτύρησε και τα εισοδήματα που είχε, σιτάρι κουβέλια εκατόν είκοσι, από μελίσσια έξι χιλιάδες γρόσια κ.λπ.

5) Με αριθμό Πρωτοκόλλου 184/341/5-7-1835 Αναφορά Νομάρχη Αργολίδος προς την εκπ/κήν κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματεία Επικρατείας διαβιβάζει αναφοράν Ηγουμένου Μονής Κοίμησης της Θεοτόκου και συνηγορεί όπως γίνει δεκτό το αίτημα αυτού για τη χορήγηση άδειας πώλησης των κάτωθι ζώων:

  • 3 βόες ανικάνους για Γεωργίαν
  • 30 αιγοπρόβατα γηραιά
  • 4 άλογα ομοίως γηραιά
  • 4 γελάδια ομοίως γηραιά και
  • 40 Μελίσσια μικρά,

που προς το παρόν είναι άκαρπα, για να καλύψουν οικονομικές ανάγκες της Μονής.

6) Με το 9976/14-10-1836 πρωτόκολλων γίνεται καταγραφή των πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού της Μονής Ταλαντίου, ονομαζόμενου Ανανία Τζούρη. 2 τάλιρα το ένα Ελληνικό και το άλλο Γαλλικό, 2 υποκάμισα, 1 ζευγάρι παπούτσια καινούρια, 2 γελάδες, 1 κάπα τράγινη παλαιά, 2 γίδια, 1 τενεκές με ταμπάκο 100 δράμια, 4 προβατοψάλιδα και 3 κουτάλια ξύλινα.

7) Ομοίως με 3400/1-4-1837 πρωτόκολλο γίνεται καταγραφή πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού Αρσενίου Βαρδάκα, 50 μελίσσια, 1 κασέλα, 1 τουφέκι, 1 πιστόλα, 1 βελέντζα, 2 τσεκούρια, 1 πλάνη, 2 μπουκάλια, 1 πριόνι 300 δράμια ατσάλι και 27,90 δραχμές.

8) Αριθμ. Πρωί. 181 προς Την επί των Εκκλησιαστικών κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματείαν Επικρατείας.

«Οι υποσημειούμενοι ηγούμενος και σύμβουλοι της κατά την Αργολίδα Μονής Ταλαντίου απειράκις και επανειλημμένως αναφέρθημεν και προς την Νομαρχία και προς την Διοίκηση Αργολίδας περί της Βασιλικής χορηγίας δια τον τρίτον εν τη Μονή μας αόμματο, ουδ’ απαντήσεως ηξιώθημεν.

Το Μοναστήριόν μας Βασ. Γραμματεία είναι το δυστυχέστερο όλων των κατά την Αργολίδα Μοναστηριών. Γαίας δια σίτο δεν έχει, ελαιώνα δεν έχει, αμπέλια δεν έχει, ζώα δεν έχει, τα πάντα εν γένει στερούμεθα, μόλις δύναται να προσπορίζεται τα προς το ζην απολύτως αναγκαία δια των ιδρωτών και των καθημερινών ακαμάτων κόπων των μοναχών. Προς τοις άλλοις δε έχοντες και ικανό χρέος και καταζητούμενοι παρά των δανειστών μας αμηχανούμεν τι πρώτον να προφθάσομε επί των τοσούτων αναγκών μας. Εις τοιαύτην δυστυχία ευρισκόμενοι είμεθα επιφορτισμένοι να διατρέφωμεν και ενδύουμε και τρεις αόμματους και τοσούτον ανικάνους ώστε και το ύδωρ αυτό έχουσι χρείαν άλλον να τους το προσφέρει.

Παρηγορήθημεν κατά το ότι η Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας μας εκοινοποίησε δια της από 21-6-1834 έτους την υπ’ αριθμ. 2011 διαταγή σας ότι η Α. Μ. ο τρισέβαστος Βασιλεύς μας ευηρεστήθη να αποφασίσει δι έκαστον των εν τη Μονή διατρεφομένων τριών αόμματων να προσφέρει ανά εκατό δραχμάς εις έκαστον κατ’ έτος, καθότι εκ των δι’ έκαστον αποφασισθεισών εκατόν τούτων δραχμών, ηλπίζομεν ότι θέλουσι προσβλέπεσθαι και τα προς ενδυμασίαν εκάστου αυτών, αλλά κατά δυστυχίαν αφότου απεφασίσθει η προς τους τρεις τούτους αόμματους Βασιλική χορηγία, έκτοτε δια μόνον τους δύο ελαμβάνομεν τας αποφασισθείσας δραχμάς εκατό δι’ έκαστον, δια δε τον τρίτον δεν ελάβομεν εισέτι ουδέν λεπτόν, μολονότι ανεφέρθημεν περί τούτου πολλάκις.

Ένεκα τούτων όλων απεφασίσαμεν ήδη να αναφέρωμεν και προς την Βασιλικήν Γραμματείαν ταύτην τα παράπονα μας ως προς την έλλειψιν της δια τον τρίτον τούτων αόμματον Χρίστον Νικολάου χορηγίας και να παρακαλέσωμεν αυτήν να ευαρεστηθεί και διατάξει να μας αποσταλεί και η δι’ αυτά ταύτα Βασιλική χορηγία των παρελθόντων 4 ετών δια να δυνηθώμεν δι’ αυτής να απαιτούμεν και τα προς ενδυμασίαν αυτών.

Επαναλαμβάνομεν Βασιλική Γραμματεία ότι η Μονή μας είναι δυστυχεστάτη και υστερούμεθα και αυτά τα προς το ζην αναγκαία και όμως και το διπλοδέκατον πληρώνομαι και αόμματους τρεις, έχομεν και την χορηγίαν δί αυτούς σώαν δεν λαννβάνομεν. Όθεν παρακαλούμε θερμώς την Βασιλικήν ταύτην να μη μας παραβλέψει, αλλά να ευαρεστηθεί να διατάξει την απόδοση της Βασιλικής Χορηγίας και δια τον τρίτον αόμματο προς αναψυχλην της δυστυχισμένης Μονής μας ως προς την πρόβλεψη της περιθάλψεως του αόμματου τούτου.

Μένομεν Ευπειθέστατοι

Εν τη Μονή Ταλαντίου 18 Απριλίου 1838

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

Σε απάντηση της αναφοράς αυτής εστάλη το με αριθμ. 3484 χρηματικό ένταλμα από δραχμές 100 για μόνο το έτος 1837 και εντέλλεται η διοίκηση Αργολίδας όπως του λοιπού πληρώνει τακτικά τα εντάλματα των επομένων ετών.

9) το 1839 η Μονή απευθύνεται στο Δήμαρχο Αραχναίου «Με την υπαριθμ. 1072 κλήση της Δημαρχίας, λάβαμε ως το υπ’ αριθμ. 2898 χρηματικό ένταλμα δια τους τρεις αόμματους [4], δια το έτος 1838. Ταύτα προς απάντηση της Δημαρχίας ταύτης».

Εν Μονή Ταλάντη τη 5 Φεβρουαρίου 1339

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

10) Από 25-5-1839 μέχρι 30-11-1339 εγένετο ανά την επικράτεια έρανος για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και αναγράφονται προσφορές …. Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος δραχμές 60. Πρεσβύτερος Χελίου Νάτζουλης δρχ. 8…

11) Το 1854/14 Αυγούστου σε κατάσταση της Ιεράς Συνόδου προς το Υπουργείο, η Μονή καταγράφεται «Κοίμησης της Θεοτόκου Μήδειας» και χαρακτηρίζεται «Οργανισμένη».

12) Το 1892 Με Βασιλικό Διάταγμα συγχωνεύονται στη Νέα Μονή Ταλαντίου η Μονή Αγνούντας και η Μονή Ταξιαρχών αλλά οι Μοναχοί λίγο-λίγο την εγκαταλείπουν.

13) Το 1933 μετά τον θάνατο του τελευταίου ηγουμένου Δωροθέου Χρήστου η Μονή Ταλαντίου υπάγεται στη Μονή Καρακαλά [5]. Πέρα από τα στοιχεία αυτά στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν και ένα πλήθος άλλων εγγράφων τα οποία αφού συγκεντρωθούν όλα σε φωτοαντίγραφα των προτύπων χειρογράφων θα δημοσιευθούν σε ιδιαίτερο τεύχος.

 

Σημειώσεις Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Η εισαγωγή προέρχεται από το βιβλίο: Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 52, Αθήνα, 1976.

[2] Δεν γνωρίζουμε από που και πως πήρε την ονομασία της η Κοίμηση Θεοτόκου Ταλαντίου (στο Αραχναίο). Σα μια βοηθητική υπόθεση αναφέρουμε ότι υπήρχε Επισκοπή Ταλαντίου. Δεν είναι απίθανο οι ιδρυτές της Παλιάς Μονής Ταλαντίου της Αργολίδας να είχαν από εκεί προέλευση ή κάποια σχέση. Ο Κ. Ν. Σάθας στα Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας (τομ. Γ, σ. 556) έχει: Επαρχία Ταλαντίου και Διαυλίας (Αγ. Δουκά). Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

[3] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, « Η εκκλησία Άργους & Ναυπλίας», τεύχος Β’, σελ. 97, έκδοσις Χριστιανικής Εστίας Άργους, 1961.

[4] Φαίνεται ότι τα μοναστήρια είχαν μια υποχρέωση να περιποιούνται τυφλούς. Υπάρχει έγγραφο πού σ’ αυτό ζητούνται πληροφορίες για την κατάσταση «των έν τοΐς μοναστηρίοις τυφλών») (Γ.Α.Κ., Γενικά Μοναστηριακά, Φακ. 212, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας 1833-1859, έγγραφα 28).

[5] Τά χρόνια του εμφύλιου πολέμου, 1946-50, τα κελλιά της χρησίμεψαν πολλές φορές καταφύγιο στούς καταδιωκόμενους. Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ιεροί Ναοί Αραχναίου Αργολίδας


 

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου που είναι και η Μητρόπολη του χωριού. Πότε ιδρύθηκε η Εκκλησία αυτή είναι άγνωστο. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, υπήρχε παλαιός Ναός, μικρότερος βέβαια από τη σημερινή εκκλησία σε ρυθμό Βασιλικής που κατεδαφίστηκε το 1930 επειδή είχε καταστεί ετοιμόρροπος και μετά από δύο-τρία χρόνια θεμελιώθηκε η καινούργια εκκλησία, αλλά οι εργασίες όμως της ανέγερσης σταμάτησαν ακριβώς επάνω στα θεμέλια για αρκετά χρόνια.

 

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Το 1938 μερικοί κάτοικοι του χωριού πήραν πρωτοβουλία να κατασκευάσουν τις κολώνες της εκκλησίας, οι οποίες έγιναν κτιστές με αγκωνάρια από το Λάκκωμα και τσιμέντο και στη συνέχεια χτίστηκαν και τα εξωτερικά τοιχία μέχρι το επάνω μέρος από τα κουφώματα. Ήρθε όμως ο πόλεμος του 1940, οι εργασίες σταμάτησαν και όταν ο πόλεμος τελείωσε μετά το 1945 άρχισαν πάλι οι εργασίες και κατασκευάστηκε και η σκεπή του Ναού  από μπετόν-αρμέ.

Η καινούργια εκκλησία του Αγίου Αθανασίου είναι βυζαντινού ρυθμού, οι εργασίες για την αποπεράτωση συνεχίστηκαν για αρκετά ακόμα χρόνια και σήμερα είναι σχεδόν έτοιμη και στο εσωτερικό της έχουν τελειώσει και οι Αγιογραφίες. Πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου κάθε χρόνο.

Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονος. Όλα τα χρόνια που η μητρόπολη ήταν κατεδαφισμένη και γίνονταν οι εργασίες ανέγερσης της νέας ο κόσμος εκκλησιαζόταν σε μια άλλη εκκλησία που βρίσκεται ανατολικά και έξω από το χωριό. Είναι μια Βασιλική όχι πολύ μεγάλη και αφιερωμένη στον Άγιο Παντελεήμονα η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 27 Ιουλίου και είναι το μεγαλύτερο πανηγύρι που γίνεται τα τελευταία τουλάχιστον 65 χρόνια στο χωριό.

 

Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου. Απέναντι ακριβώς του Αγίου Αθανασίου και προς την βόρεια πλευρά αυτού, μέσα στο βράχο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Είναι λαξευμένη μέσα σε σκληρό έδαφος (πορί) και φαίνεται πως χρησιμοποιείτο αρκετά επί τουρκοκρατίας, έχει μόνο μία πόρτα και παραπλεύρως ένα μικρό παράθυρο. Μπροστά υπάρχει τοίχος που κλείνει το ανοικτό εμπρός μέρος του Ναού.

Ιερός Ναός του Αγίου Φανουρίου. Είναι καινούργια εκκλησία κτισμένη στο δυτικό μέρος του χωριού τα τελευταία χρόνια σε ρυθμό Βασιλικής.

 

Ιερός Ναός Αγίου Φανουρίου. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎ από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Ιερός Ναός του Προφήτη Ηλία. Είναι και αυτή καινούργια εκκλησία σε ρυθμό Βασιλικής κτισμένη στην τοποθεσία άρεζε- Γκίλεζα κάτω από τον δημόσιο δρόμο.

Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής. Στα Φράκια υπήρχαν ερείπια εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής και στην ίδια θέση έχει κτιστεί τώρα μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην ίδια Αγία.

Ο οικισμός Φράκια βρισκόταν στο δρόμο που σήμερα ενώνει το χωρίο Αραχναίο με το χωριό Αγγελόκαστρο και σε απόσταση τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από το χωριό Αραχναίο. Σήμερα η περιοχή Φράκια είναι μια εκτεταμένη καλλιεργήσιμη έκταση, στην οποία υπάρχουν και πολλά πηγάδια. Στα πηγάδια αυτά πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ποτίζονταν το καλοκαίρι, αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα που έβοσκαν στην περιοχή εκείνη, αλλά και σήμερα ακόμα υπάρχει σημαντικός αριθμός από μικρά ζώα τα οποία βόσκουν και ποτίζονται εκεί. Στην ίδια περιοχή καλλιεργούνται ακόμα και σήμερα αρκετά στρέμματα με αμπέλια.

 

Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎, από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Στον οικισμό αυτόν υπήρχε και εκκλησία η Αγία Παρασκευή, τα ερείπια της οποίας σώζονταν μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Σήμερα επάνω στα ερείπια αυτής της εκκλησίας έχει κτιστεί μικρός Ναΐσκος αφιερωμένος στην ίδια Αγία, ο οποίος και λειτουργείται συχνά από τους πιστούς του σημερινού Αραχναίου. Δεν ξέρω όμως αν το Ναΐδριο αυτό έχει την ίδια μορφή που είχε η ερειπωμένη εκεί Εκκλησία.

Ο οικισμός αυτός πιθανότατα να ήταν οικισμός αρβανιτών από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο οροπέδιο του Αραχναίου γύρω στο 1463 μ.Χ. και που ίσως οι γηγενείς τότε κάτοικοι του Χελιού να τους παραχώρησαν αυτήν την τοποθεσία για την εγκατάσταση τους. Η ονομασία δε Φράκια πιθανόν να προέρχεται από την ονομασία FRAG που σημαίνει τσουχτερό κρύο.

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή ο οικισμός αυτός να ήταν οικισμός στρατιωτών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Δελαρός και ήσαν φύλακες του δρόμου από τον Γκύκλο προς το Αγγελόκαστρο.

 

Η κ. Μαρία Μπιμπή σημειώνει στον διαδικτυακό της τόπο «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη».  

 

Η εκκλησία της Αγια-Παρασκευής βρίσκεται στα Φράκια, σε μια τοποθεσία κάπου τέσσερα χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό Αραχναίο. Ο δρόμος από το Αραχναίο προς το Αγγελόκαστρο διασχίζει εκεί μια λεκάνη με εύφορα χωράφια που αποτελούσαν άλλοτε καλλιεργήσιμους αγρούς, πολύτιμους για τα νοικοκυριά του χωριού. Σ΄ αυτήν τη χαρούμενη ισιάδα βρίσκονται πολλά πηγάδια με καθαρό νερό, γι’ αυτό εδώ σύχναζαν παλιά οι τσοπάνηδες για να ποτίσουν τα χιλιάδες γιδοπρόβατά τους. Αφήνοντας τον δρόμο, αν στρίψεις δεξιά μέσα από κάποια χωράφια, μετά από πολλά δέντρα, αμυγδαλιές και αχλαδιές κυρίως, συναντάς την εκκλησούλα της Αγια-Παρασκευής.

Θυμάμαι με τις φίλες μου τα καλοκαίρια του δημοτικού, πηγαίναμε με τα πόδια τον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο για τον εσπερινό και το πανηγυράκι της Αγια-Παρασκευής. Περπατούσαμε παράλληλα με πολλές άλλες παρέες προσκυνητών, ειδικά γυναικών, που κουβαλούσαν αποβραδίς τα χρειαζούμενα για το προσκύνημα (μπουκάλια με λάδι, καθαριστικά για τον ευπρεπισμό της εκκλησούλας). Στο δρόμο λέγαμε ιστορίες, παρατηρούσαμε τη φύση, πιάναμε χελώνες, γελούσαμε και παίζαμε εκτελώντας ταυτόχρονα ένα τόσο ευχάριστο θρησκευτικό καθήκον που, μέσα στην άγουρη συνείδησή μας, έπαιρνε τη διάσταση του ανεξίτηλου παιδικού βιώματος μιας εκδρομής. Ειδικά όταν βγαίναμε από τον ασφαλή δρόμο και παίρναμε δεξιά το χωμάτινο μονοπάτι μέσα από τα χωράφια, κόβαμε γινωμένα αχλάδια από τις αχλαδιές που βρίσκαμε στο δρόμο μας, χασομερούσαμε εξερευνώντας τα πηγάδια και ο περίπατος φάνταζε σαν εξωτική περιπέτεια.

Αργότερα, με την είσοδο των αυτοκινήτων στη ζωή μας, σταμάτησαν οι περιπατητές και πηγαίναμε εποχούμενοι πια, χάνοντας μεν όλη εκείνη την παρατεταμένη αίσθηση της εκδρομής, κερδίζοντας όμως χρόνο και δυνάμεις για τον εσπερινό ή την πρωινή λειτουργία στο εκκλησάκι. Έτσι, μπορούσαν να έρχονται και γεροντότεροι και πολύ μικρά παιδιά. Οι προσκυνητές όμως είναι πάντα πολυπληθείς γιατί η Αγία Παρασκευή, πέρα από γιάτρισσα των ματιών είναι πάντα η προστάτιδα και αγαπημένη Αγία των βοσκών όλης της περιοχής των Φρακιών.

Η Ιστορία

Εδώ υπήρχε από πολύ παλιά ένα ερειπωμένο ξωκλήσι που είχε καταγραφεί στη μνήμη όλων των κατοίκων του χωριού ως αφιερωμένο στην Αγια-Παρασκευή. Κοντά σε κείνο το παμπάλαιο ερείπιο που σιγά-σιγά χάθηκε, χτίστηκε στη δεκαετία του ’60 η τωρινή εκκλησούλα από τους Χελιώτες με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Δημητρίου Μανώλη (ή Γαλάνη). 

Από τότε και μέχρι και τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη και την επιμέλεια των κατοίκων του χωριού, υπήρξαν αισθητικά όμορφες παρεμβάσεις και προεκτάσεις που ομόρφυναν το αρχικό λιτό κτίσμα και το έκαναν πιο επιμελημένο και φιλόξενο. Ο ναός επεκτάθηκε με στεγασμένη είσοδο στην πρόσοψη και αποθηκούλα στο πλάι, έγινε κοκκινωπή κεραμοσκεπή, επικάλυψη της πρόσοψης με πελεκητή πέτρα της περιοχής, πλακόστρωση του προαυλίου και του διαδρόμου εισόδου και διαμόρφωση του αύλειου χώρου με δενδροφύτευση και παγκάκια. Επίσης η μάντρα από τσιμεντόλιθους ανακαινίστηκε με πετρόχτιστη διακόσμηση και όμορφη είσοδο. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη κατασκευή που στεγάζει ικανοποιητικά την ευλάβεια των Χελιωτών και τους κάνει περήφανους.

 

Ο Αναστάσιος Δημητρίου Μανώλης σέρνει πρώτος τον χορό ανδρών έξω από τη νεόκτιστη εκκλησία στα Φράκια κατά τον εορτασμό της Αγίας Παρασκευής, γύρω στο 1960. Οι ντόπιοι οργανοπαίκτες δίνουν τη μουσική με τα λαγούτα, τα κλαρίνα και τα βιολιά (Ντακαρούνης). Καθισμένος αριστερά πιθανόν ο Ιωάννης Κοροντάνης, ο οποίος ήταν και ψάλτης, μπορεί να τραγουδάει. Σε τέτοιες περιπτώσεις τραγουδούν τα δημοτικά τραγούδια σύσσωμα όλοι οι χορευτές. Τρίτος στον χορό ο Γεώργιος Πίτσας. Κάποιος τούς κερνά κρασί. Σπάνια και πολύτιμη φωτογραφία από το αρχείο του Δημητρίου Χ. Παπαϊωάννου, που μαρτυρεί τα ήθη άλλων εποχών. Αρχείο: Μαρία Μπιμπή.

 

Ο παππού-Γαλάνης είχε τότε τα γιδοπρόβατα που έβοσκαν σε κείνα τα μέρη και είδε όνειρο την Αγία Παρασκευή. Αποφάσισε να της χτίσει την εκκλησία και παρακίνησε και τον δεύτερο ξάδερφό του Γεώργιο Πίτσα ή Δρόσα να την χτίσουνε μαζί. Ανοιχτήκανε στο χωριό και μαζέψανε «χάρες» από άλλους συγχωριανούς, δηλαδή βοήθεια σε είδος. Καθένας τσοπάνης, ειδικά εκεί στα Φράκια, έδωσε κι από ένα κατσίκι. Πούλησαν τα ζωντανά που μάζεψαν, έβαλαν και δικά τους έξοδα κι έχτισαν την εκκλησία.

Ακολουθεί προφορική μαρτυρία του Ιωάννη Αναστασίου Μανώλη, του μικρότερου γιου του Αναστασίου και θείου μου, που διατηρεί φούρνο και παντοπωλείο στο Αραχναίο (2016):

«Γύρω στο 1942, Ιούλιος μήνας ήταν, τον έπιασε τον πατέρα μου ένας πόνος στο πόδι και δεν μπορούσε να κάτσει καθόλου στα γιδοπρόβατα. Και ήρθε στο χωριό και ξάπλωσε εδώ στο σπίτι. Αλλά στο σπίτι που κάθισε φοβόταν γιατί εκεί στα Φράκια που είχε τα ζώα ήταν όλο αμπέλια. Πολλοί από το χωριό είχαν βάλει αμπέλια ο Κωτσ-Καλοπέρης πατέρας του Αλέκο-Καλοπέρη, ο Κερκέζης, οι Τζαριμαίοι, ο Γιωρ-Πρίφτης, πολλοί.  Είχε την στρούγκα κάτω στην Πίουγια, και είχε αφήσει τα παιδιά να φυλάνε τα ζώα. Τότε η Αννιώ θα ήταν 12 και ο Μήτσος 10 χρονών. Ήσανε μικροί για να τα φυλάγανε μόνοι τους. Κι έλεγε «Παναγία μου, να μη μου πάνε στα αμπέλια». Παρακαλούσε να μην πηγαίνανε τα γίδια στα αμπέλια. Άμα πήγαιναν στα αμπέλια δεν του φτάνανε για αποζημιώσεις. Πέρασε ο καιρός, έγινε καλά. Πήγε πέρα και πράγματι δεν είχαν πάει τα γίδια. Σκαρίζανε τα γίδια το πρωί και αντί να πηγαίναν στα αμπέλια κολλάγανε απέναντι προς το βουνό εκεί που τα έχει τώρα ο γέρο-Μπίζης. Κι ένα βράδυ που κοιμόταν βλέπει μια γυναίκα μαυροφόρα και του λέει: «Εγώ σου τα κράταγα τα γίδια και δεν πήγανε στα αμπέλια». Κατάλαβε ότι ήταν η Αγία Παρασκευή και είπε «να την φτάξουμε, να την φτιάξουμε». Πέρασαν όμως αρκετά χρόνια και δεν την είχανε φτιάξει ακόμα».

Αικατερίνη σύζ. Ιωάννου Μανώλη: «Εγώ πήγαινα εκεί γιατί εκείνο το χωράφι ήταν του γιαγιάς μου, της Γιανν-Μπύρμπαινας.  Σαν προσκυνητάρι ήτανε. Κάτι πέτρες παλαιές ήταν εκεί, ερείπια από ένα εκκλησάκι μικρό αλλά ξεσκέπαστο. Είχε μια εικονίτσα όμως μέσα, τη θυμάμαι! Ένα χάλασμα ήταν, ενάμισυ μέτρο ψηλό και είχε μια παλαιά εικόνα της Αγια-Παρασκευής. Και όλο το χωριό την έλεγε Αγια-Παρασκευή, όπως αλλού λένε Άγιο Νικόλα κλπ. Μόνο αυτή η εικόνα ήταν κι ένα χτίσμα παλιό…».

Ιωάννης Αναστασίου Μανώλης: «Πάνω στο ίδιο σημείο ξαναχτίστηκε η εκκλησία. Το 1960 νομίζω.  Κι όταν σκάψαμε και κάναμε τα θεμέλια βρήκαμε και κόκκαλα από τάφους. Μπορεί να είχε οικισμό εκεί κοντά. Πρέπει να υπήρχε οικισμός γιατί απέναντι δεξιά, εκεί προς τη ρίζα του βουνού υπάρχουν ακόμα κάτι χοντρά κεραμίδια.

Εκεί, όπως έλεγαν, ο γέρο-Στέφας, ο πατέρας της γιαγια-Μήτραινας, είχε στάνη με γίδια και βοσκάγανε εκεί ίσια κάτου που ήταν άγριο το μέρος γιατί δεν είχανε ακόμα καταπατήσει τα χωράφια. Και γύριζε τα γίδια στα Φράκια και τα πότιζε, είχαν ένα παλιό πηγάδι. Κι ένα τραγί δεν πήγαινε να πιει νερό αλλά ήταν τυλωμένο (χορτασμένο).

– Βρε παιδιά, αυτό το τραγί γιατί δεν πίνει νερό;

Το έβλεπε όμως με τα γένια βρεγμένα.

– Θα το φυλάξω, είπε μια φορά. Φύλαξε το τραγί και πήγε, λέει, εκεί στην Αγια-Παρασκευή έτσι πιο πέρα, σε μια ρεματιά ήταν ένα δάσος, μια πατουλιά και το είδε που μπήκε μέσα και βγήκε με τα γένια βρεγμένα. Πάει εκεί ο γέρο-Στέφας να δει και είδε νερό. Και, μόλις το είδε, χάθηκε το νερό. Έτσι το λένε, έτσι το έχω ακούσει εγώ. Και σηκώθηκε και πήγε στον Δεσπότη και του λέει αυτό κι αυτό. Του λέει έπρεπε να κάνεις αίμα εκείνη την ώρα που το είδες, να έσφαζες κάτι εκεί και θα έμενε το νερό. Είναι αλήθεια; Είναι ψέματα; Εγώ έτσι το έχω ακούσει.

Μετά το όνειρο, ο παππούς ήθελε να φτιάξει εκκλησία. Αλλά δεν το ξεκίνησε μόνος του. Συζητάγανε με τον πατέρα του Παπαρούντα, του Θοδωρή, το γέρο-Τασιάκο (Πίτσα Αναστάσιο του Αθανασίου) και του λέει: ««Έχω τάξει να φτιάξω την εκκλησία και δεν έχω κάνει τίποτα ακόμα. Να το κινήσουμε, έχω αυτήν την επιθυμία».

«Έε, δεν το κινάμε;»

Αφού το συζητάγανε εκεί, να κι ο Δρόσας (Γεώργιος Πίτσας).

«Θα μπω κι εγώ μέσα να το προχωρήσουμε!»

Να κι ο γέρο-Ντούσκος, ο Τασ-Ντούσκος.

«Κι εγώ μαζί σας.»

Κι είπανε «μπρος να ξεκινήσουμε να φτιάξουμε την εκκλησία».

Εκεί στα Φράκια μαζευόσανε, ύστερα μπήκαν κι άλλοι μέσα που είχαν πράματα (=γιδοπρόβατα) στα Φράκια. Και βάλανε όλοι από μια γίδα ή ό,τι είχε ο καθένας. Ο θείος ο Μήτσος (το μεγαλύτερο αγόρι του Γαλάνη) είχε πάει και μέχρι τον Πηλιαρό και τους είπε «ανοίγουμε την εκκλησία» και βάλαν και οι Πηλιαριώτες. Τα μαζέψανε και τα πουλήσανε και πήγανε στον Δεσπότη και του το είπανε. Να την προχωρήσετε, τους είπε. Και την προχωρήσανε. Την ξεκίνησε ο πατέρας μου ο παππούς ο Γαλάνης που το είχε δει στο όνειρο, κι ύστερα αποφάσισε μαζί με τον Τασιάκο.  Μετά μπήκε ο Δρόσας, μπήκε ο Τασ-Ντούσκος, όλοι.

Και ήτανε μια ανυδρία εκείνη τη χρονιά! Σώθηκε το νερό στα πηγάδια, μια σταγόνα είχαν. Δεν έριξε βέβαια βροχή αλλά ενώ φτιάχναν την εκκλησία εκείνη τη χρονιά, τα πηγάδια από κείνη την σταγόνα που είχαν δεν στερέψανε. Κουβαλήσανε όλα τα νερά και φτιάξανε την εκκλησία και με κείνες τις σταγόνες  ποτίζανε και τα πράματα, κι όμως, δεν στέρεψε κανένα πηγάδι. Ούτε το δικό μας στέρεψε».

Ιερός Ναός Τιμίου Προδρόμου. Στον Πηλιαρό υπάρχει παλαιά εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (Νηστευτή) και γιορτάζεται στις 29 Αυγούστου.

 

Εσωτερικό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎, από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Εκτός από τις πάρα πάνω εκκλησίες υπήρχαν μέχρι την εποχή πριν ατό τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εμφανή ερείπια από διάφορες εκκλησίες, που σήμερα υπάρχουν μόνο σαν τοπωνύμια. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Ναούς:

Ιερός Ναός Αγίας Αικατερίνης απέναντι από το χωριό.

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου, κάτω από την Αγία Αικατερίνη.

Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου, κοντά στο ρέμα.

Ιερός Ναός των Αγίων Ταξιαρχών, κοντά στον Άγιο Ιωάννη.

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, απέναντι από το χωρίο, σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, υπάρχουν μέχρι σήμερα τα ερείπια αυτού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Νότια του χωριού βρίσκεται το Νεκροταφείο. Μέσα σε αυτό υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Στην ίδια θέση υπήρχε παλαιός Ναός, αλλά επειδή ήταν ετοιμόρροπος από το χρόνο, κατεδαφίστηκε για να κτιστεί στη ίδια θέση καινούργιος μικρός Ναός για τις ανάγκες του Νεκροταφείου.

 

Πηγές


 

  • Παναγιώτης Ι. Μπιμπής, «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002.
  • Διαδικτυακός τόπος, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Ε’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού» γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Δ’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »