Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Διηγήσεις για την γέννηση Του Ιησού Χριστού στα Ευαγγέλια και η αποτύπωσή τους σε σύγχρονα ομιλητικά κείμενα – Κωνσταντίνος Π. Ζαγγανάς.  Διπλωματική Εργασία – Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ. –  Θεσσαλονίκη 2016


 

Κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, η γέννηση του Ιησού Χριστού και άλλα σχετικά, όπως η γενεαλογία του Ιησού και η παιδική ηλικία του Ιησού δεν αποτελούσαν θέματα θεολογικού ενδιαφέροντος. Αυτά που κυριαρχούσαν ήταν, ο θάνατος και η Ανάστασή του, και δευτερευόντως τα λόγια και τα έργα του. Παρ’ όλ’ αυτά, η ανάγκη να υπάρξει επιπλέον πληροφόρηση σχετικά με τη γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού, εκδηλώνεται νωρίς και εκφράζεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης μέσα από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά.

Tα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης αφήνουν ένα κενό μεταξύ της γέννησης του Ιησού και της βάπτισής του, εκτός από την παρουσία του στο ναό, στην ηλικία των 12 ετών, που αναφέρεται στο Λκ. 2,41-50. Έτσι, με έναυσμα την ιστορία αυτή, γράφτηκε μία σειρά από διηγήσεις, με σκοπό να καταδείξουν την πρόωρη συνειδητοποίηση από τον Ιησού της θεϊκής του καταγωγής και την εξουσία που είχε πάνω στη ζωή, το θάνατο και τη φύση.

Τα κενά εκείνα συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα από διηγήσεις που απαντούν στην Απόκρυφη χριστιανική γραμματεία. Συγκεκριμένα, το Απόκρυφο Ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ματθαίο (Ευαγγέλιο του ψευδο-Ματθαίου), και τα αποκαλούμενα Αρμένικο και Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας διηγούνται ιστορίες από την παιδική ηλικία του Ιησού, στις οποίες ο μικρός Ιησούς παρουσιάζεται να εκτελεί θαύματα κ.ά.

 

Διαβάζοντας τη Βίβλο. Εικόνα: Sias van Schalkwyk.

 

[…] Η παρούσα εργασία αποσκοπεί: πρώτον να εξετάσει τις διηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων και των απόκρυφων Ευαγγελίων που αναφέρονται στα πρώτα χρόνια του Ιησού, δηλαδή την γέννηση, την γενεαλογία και την παιδική ηλικία του Ιησού. Οι ευαγγελικές περικοπές του Ευαγγελιστή Ματθαίου και Λουκά αποτελούν τις πλέον ιστορικές μαρτυρίες για την ζωή του Ιησού πριν την δημόσια δράση του. Η παρουσία των μάγων, η απογραφή, η στάση του Ηρώδη, η περιτομή του Ιησού, η αντίδραση της Μαρίας, των διδασκάλων αλλά και των βοσκών είναι μικρές αφηγήσεις που θέλουν να δείξουν την ιστορικότητα του Ιησού αλλά και να εκθέσουν την αντίληψη των Ευαγγελιστών. Παρουσιάζουν ο κάθε συγγραφέας διαφορετικά την δική του προσωπική εμπειρία και μαρτυρία στους αποδέκτες των Ευαγγελίων τους.

Δεύτερον, η εργασία, αποσκοπεί να εξετάσει πώς οι διηγήσεις αυτές αποτυπώνονται σε διάφορα σύγχρονα ομιλητικά κείμενα Ιεραρχών της Εκκλησίας μας. Ολόκληρο το Ευαγγέλιο και τα καινοδιαθηκικά γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας, συνοψίζονται στο Ευαγγέλιο, δηλαδή στη χαρμόσυνη αγγελία της ενανθρωπήσεως του Ιησού Χριστού. Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό η σπουδαιότητα της εορτής των Χριστουγέννων που αποτελεί μία από τις κορωνίδες έκφρασης της χριστιανικής πίστης. Αιώνες τώρα η Εκκλησία έχει συμπεριλάβει στη λατρεία της και σ’ ότι επιτελείται μέσα στην λατρευτική ζωή, κάθε πρόσφορο μέσο που συντελεί στην πρόσληψη του μηνύματός της από τους πιστούς ή της μετάδοσης μηνυμάτων προς αυτούς.

Πολλές αναφορές για την γέννηση και την παιδική ηλικία του Ιησού αντλούμε στα Συνοπτικά Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά και σε απόκρυφα χριστιανικά κείμενα. Τα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης μαρτυρούν τα γεγονότα της ζωής και της δράσης του Ιησού και σηματοδοτούν μία νέα σελίδα στην ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Οι Ευαγγελιστές δεν είναι απλοί βιογράφοι και δεν αποσκοπούν μόνο στην παράθεση της ζωής του Ιησού Χριστού και ούτε επιμένουν σ’ ένα αυστηρό ιστορικό πλαίσιο, αντιθέτως γίνονται μάρτυρες και εγγυητές της σωτηριώδους εμφάνισης και παρουσίας του.

 

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Ο χαρακτήρας των Ευαγγελίων δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική τους αλήθεια αλλά διευρύνεται διαχρονικά σε όλο το θεολογικό, ηθικό και κοινωνικό πλαίσιο όλων των εποχών. Πρωτίστως οι θεόπνευστοι συγγραφείς τους δεν αποβλέπουν απλώς να διηγηθούν την ιστορία του Ιησού Χριστού ούτε να εκθέσουν τη διδασκαλία και τα έργα του, αλλά έχουν ως βασικό σκοπό να εκφράσουν την πίστη της πρώτης εκκλησίας για το έργο του Ιησού, να ερμηνεύσουν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ελληνική ποίηση για τη γέννηση του Ιησού


 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων που έχει ως επίκεντρο τη γέννηση του Θεανθρώπου. Ο κάθε ποιητής – ποιήτρια με τη δική του ευαισθησία εκφράζεται γι΄αυτό το ανεπανάληπτο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας.

 

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-1998). Χρυσουλα Αργυριαδου το γενοσ Πεντζικη,  Β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη ποιητική συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα και το Α’ κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973, υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ως το 1981) και της Ακαδημίας Αθηνών (1982)][1]

«Το Ταξίδι Των Μάγων» (1955)

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

 Εν συντριβή βαδίζοντα.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto, 1725, Museum of Fine Arts (Boston, United States).

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (1919-2005, δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα,  τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας το1956, το β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1962, τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ  το 1972, το α΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης  το1987).

 

«Χριστουγεννα 1948» (1952)

Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν

στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto. Museo di Bevagna.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ  (1900-1976, Α΄ έπαινος του διαγωνισμού διηγήματος της «Νέας Εστίας» το 1927, β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης του 1956, α΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης  του 1962, το βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης  του 1960).

 

«Η Φάτνη» (1961)

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι Άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μάνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

 

Η Προσκύνηση των Mάγων – Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Η Προσκύνηση των Mάγων, ενυπόγραφη δημιουργία της κρητικής περιόδου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614), με ευδιάκριτες επιρροές από τις τεχνοτροπικές αναζητήσεις του Tiziano και του Tintoretto. Tο έργο, φιλοτεχνημένο στον Xάνδακα, πάνω σε τμήμα παλαιάς κασέλας, χρονολογείται ανάμεσα στα 1565-1567. Μουσείο Μπενάκη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ  (1912-1991, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας  του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ το 1991, η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με το βραβείο Ουράνη το 1974, τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982), το Βραβείο Knocken και το Βραβείο της Εταιρείας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών (1980), το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών (1982), το Βραβείο του Τιμίου Σταυρού του Απόστολου και Ευαγγελιστού Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής (1984), το Μετάλλιο του Χρυσού Πηγάσου από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (1989). Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας. Τιμήθηκε από πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα, ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με το Γιάννη Ρίτσο και το Γιώργο Βαλέτα (1984), επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, επίτιμο μέλος του Παρνασσού).

 

«Η γέννηση» (1961)

Τι άνεμος, Θεέ μου! Πως μούσκεψες έτσι;
Πως μπλέχτηκαν έτσι τα μαλλιά σου, Μαρία;
Τι στέκεις στην πόρτα; Πέρασε μέσα.
Έχω λίγη φωτιά. Θα σου κάνω ένα τσάι.
(Ο μισθός μας μικρός κι’ οι φίλοι μας άμισθοι.
Αυτός είναι ο κόσμος μας). Περισσεύει ένα σάλι.
Το σπίτι είναι ανάστατο. Κοιτάζεις περίεργα.
Πέρασε μέσα.
Λίγο πριν έρθεις,
σε τούτη τη φάτνη, εγεννήθη ένα ποίημα.
Λίγο πριν έρθεις ήρθε και γέννησεν

η λύπη του κόσμου.

 

Η Γέννηση (1577), έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Marten de Vos (Μέρτεν ντε Φος), Καθεδρικός Ναός Παναγίας (Cathedral of Our Lady Antwerp), Αμβέρσα, Βελγίο.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ (1914-2004, ελληνοκύπριος  ποιητής και συγγραφέας, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης (1968), το κρατικό βραβείο Κύπρου (1973 για τη συνολική προσφορά του), το Α’ κυπριακό κρατικό βραβείο ποίησης (1976), το Α’ κυπριακό κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1979) και τον τίτλο Poete Laureate  από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου και τον 2001 ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών).

«Χριστουγεννιάτικες Κάρτες» (1974)

Και πάλι λες δεν είναι δυνατό
όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται
και πάλι λες δεν είναι δυνατή
τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,
δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, έργο του Ιταλού ζωγράφου, Corrado Giaquinto, 1740, Kunsthistorisches Museum, Βιέννη, Αυστρία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ (Γεννήθηκε το 1944, το 1996 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το φαντασμαγορικό του σύγγραμμα «Η ανακάλυψη της Ομηρικής» και το 2014 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του)

 

«Η ερμηνεία των μάγων (III)» (1979)

Κι άστην να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται

ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει

ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,

 τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο

το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα

 για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου

ένα ακριβό μυρωδικό

για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της

στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου

και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά

που θα ποτίζει στο ζυμάρι,

το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, 1568. Πόλη του Μεξικού, Museo Soumaya.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953, το πρώτο Βραβείο Ποίησης Δήμου Αθηναίων 1957, β΄ κρατικό Βραβείο Ποίησης 1976, α΄  κρατικό Βραβείο Ποίησης 1979, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων).

 

«H Γέννηση» (1983)

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

 

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

 

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ (Γεννήθηκε το  1944, σύγχρονος ποιητής κι στιχουργός, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 2011 βραβεύτηκε για το σύνολο του ποιητικού του έργου από την Ακαδημία Αθηνών)

 

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (1989)

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε

πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

[1] Βιογραφικά στοιχεία από το Ε.ΚΕ.ΒΙ. Τα περισσότερα ποιήματα είναι δημοσιευμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Οι Τελώνες των Ευαγγελίων – Συμβολή στην ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης


 

Στην εποχή του Ιησού, τον 1ο αι. μ.Χ., έργο των Τελωνών ήταν κυρίως η είσπραξη των τελών, δηλ. των έμμεσων φόρων. Όπως είναι γνωστό πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν άδικοι και άπληστοι, ενώ αυτά που συνέλεγαν έπρεπε να ικανοποιούν την κρατική εξουσία που τους είχε παραχωρήσει αυτό το έργο, αλλά και τους ίδιους. Εξ αιτίας αυτών, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, [1] θεωρούνταν από την κοινωνία της Παλαιστίνης μισητοί και ξένα σώματα, που δεν ανήκαν στους «υιούς του Αβραάμ» κάτι που κυρίως ισχυρίζονταν οι ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις, [2] ενώ εξισώνονταν με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες.

Πιο αναλυτικά, ο Π. Ν. Τρεμπέλας, [3] συνδέει την δυσμενή αντιμετώπιση των τελωνών από τους ευσεβείς Ιουδαίους, με την αργία του Σαββάτου και την επαφή τους με Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες) εμπόρους την ιερή ημέρα. Όπως γράφει «αι απαιτήσεις του επαγγέλματος των (των τελωνών) καθίστων πρακτικός αδύνατον την τήρησιν του Σαββάτου (Έλληνες έμποροι διέσχιζον τα σύνορα κατά το Σάββατον και συνεπώς οι τελώναι ώφειλον να ευρίσκονται εκεί κατά την ημέραν ταύτην). Ούτω δε ήσαν εν διαρκεί επαφή μετά του εθνικού κόσμου. Ουδείς ευσεβής Ιουδαίος θα εξέλεγε τοιούτον επάγγελμα».

Παραπλήσια, χωρίς να είναι ακριβώς ίδια, φαίνεται να είναι η θέση του G. B. Caird, ο οποίος συναρτά το κοινωνικό στίγμα των τελωνών με την συνεργασία που είχαν – εξ αιτίας του επαγγέλματός τους – με εθνικούς ανώτερους υπάλληλους και εμπόρους. Παράλληλα και αυτός υπογραμμίζει πως οι άδικοι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν εξασκώντας το επάγγελμά τους (εκβιασμοί) τους οδηγούσαν στην κοινωνική περιθωριοποίηση.[4]

 

Συλλογή φόρων από τελώνες. (Ανάγλυφο του 2ου αι. μ. Χ.)

 

Πράγματι το επάγγελμα – και πιθανόν η καταγωγή τους, όπως θα φανεί παρακάτω – τοποθετούσε τους τελώνες πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως ο λαός παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια δεν τους εκτιμούσε, ενώ οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι τους χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Θεωρούνταν αδιανόητο, όπως συμπεραίνεται από αρκετά χωρία της Καινής Διαθήκης, να τρώει κάποιος μαζί τους στο ίδιο τραπέζι ή να πηγαίνει σπίτι τους, ενώ σε καμία περίπτωση οι ραβίνοι δεν θα δέχονταν έναν τελώνη για μαθητή τους, [5] γιατί τότε, εφόσον είχαν τέτοιες συναναστροφές, θα γίνονταν υπαινιγμοί σε βάρος τους, κάτι που συνέβη στον Ιησού, και θα κινδύνευαν να χαρακτηριστούν και αυτοί αμαρτωλοί που δεν τηρούσαν τα καθιερωμένα.

Αυτές οι ενδεικτικές ακραίες εκδηλώσεις σε βάρος των τελωνών είναι δύσκολο να ερμηνευτούν μόνο ως αποτέλεσμα της απληστίας τους και του σκληρού τρόπου με τον οποίο συγκέντρωναν τα οφειλόμενα στην εξουσία. Άραγε στην ιουδαϊκή κοινωνία των χρόνων του Ιησού δεν θα υπήρχαν και άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες εξαιτίας της εργασίας τους, θα φέρονταν με σκληρότητα προκαλώντας το μίσος των πολιτών;

Για παράδειγμα οι στρατιώτες της φρουράς των Ηρωδών, (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άτομα ιουδαϊκής καταγωγής) που συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους και έπαιρναν μέρος σε αντιδημοφιλείς ενέργειες, σαν τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή, γιατί να ήταν περισσότερο αποδεκτοί, κοινωνικά και θρησκευτικά απ’ ότι οι τελώνες. Ή γιατί να μην εξισώνονται με τους εθνικούς και τις πόρνες αυτοί που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα στην Παλαιστίνη,[6] όπως π. χ. οι κάπηλοι και οι έμποροι των καρπών του Σαββατικού έτους. Και τέλος, γιατί να μην θεωρούνται άνθρωποι του Θεού, άτομα όπως ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, που η συμπεριφορά του φανέρωνε και τις θρησκευτικές του ανησυχίες και την συμπάθειά του, σε λανθάνουσα ίσως μορφή, για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του.

 

Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αρχείο: Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου Τμήμα εκτυπώσεων και φωτογραφιών Washington, 1872.

 

Βεβαίως είναι σοβαροί λόγοι, εφόσον ισχύουν, η μη τήρηση της αργίας του Σαββάτου και η συναναστροφή με ειδωλολάτρες υπαλλήλους και εμπόρους ώστε να θεωρηθούν οι τελώνες θρησκευτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Τίθεται όμως το ερώτημα, εφόσον οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι των τελωνείων, δεν θα μπορούσαν, αν το ήθελαν, να σταματούν την εργασία τους αυτή την ημέρα και να ζητούν από τους εμπόρους να περιμένουν την επόμενη για να πληρώσουν τους δασμούς και να περάσουν; Άλλωστε κανένας δεν θα τους ανάγκαζε να εργαστούν το Σάββατο, αφού οι ίδιοι ως επιχειρηματίες είχαν ενοικιάσει τους φόρους και τους εισέπρατταν πλέον για δικό τους όφελος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χριστουγεννιάτικο Δέντρο – Χριστιανικό έθιμο ή ειδωλολατρικό κατάλοιπο; – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Γενικά στοιχεία

 

Τη περίοδο των Χριστουγέννων εορτάζεται η Γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και κατ’ επέκταση συνολικά όλες οι εορτές από την ημέρα της Γεννήσεως μέχρι των Θεοφανείων, γι’ αυτό και λέγονται «δωδεκαήμερο». Των Χριστουγέννων προηγείται νηστεία τεσσαράκοντα (40) ημερών, που αρχίζει από την εορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου). Στην Ορθόδοξη υμνολογία περιλαμβάνονται λαμπροί ύμνοι για την μεγάλη εορτή από τους σπουδαιότερους υμνογράφους της Εκκλησίας, όπως του Ρωμανού του Μελωδού, του Ιωάννη του Δαμασκηνού κ.α.

Η 25η Δεκεμβρίου, ως ημέρα εορτής της Γεννήσεως του Κυρίου, θεσπίστηκε το 336 – 352 μ.Χ. επί Πάπα Ρώμης Ιουλίου. Αυτό έγινε κατόπιν έρευνας στα Αρχεία της Ρώμης για την απογραφή που είχε γίνει στα χρόνια του Αυγούστου και επιπλέον μετά από υπολογισμούς – συνδυασμούς διαφόρων χωρίων του Ευαγγελίου, όπου διαπιστώθηκε, όπως πιστεύεται, τελικώς η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού.

Ο εορτασμός των Χριστουγέννων συνοδεύεται και από ήθη και έθιμα. Όμως με το πέρασμα του χρόνου πλαισιώθηκε και από ορισμένα, τα οποία όμως δεν έχουν καμία απολύτως ουσία και σχέση με την εορτή των Χριστουγέννων. Έχουν όμως λαογραφική αξία. Ένα από αυτά είναι και το γνωστό Χριστουγεννιάτικο δένδρο.

 

Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έργο του Σπύρου Βικάτου (1878-1960), Λάδι σε μουσαμά, 77 εκ. x 105 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Παναγιά Πορτοκαλούσα, η Ήρα Ακραία και το «κρυφό σχολειό» | Χρήστος Πιτερός


 

Στα βορειοανατολικά του λόφου της Λάρισας στο απότομο πρανές και σε προεξέχουσα άκρα (=προεξοχή, κορυφή λόφου ή βουνού), είναι κτισμένος ο μνημειακός ολόλευκος εμβληματικός ναός της Παναγίας της Πορτοκαλούσας με το χαρακτηριστικό καμπαναριό, προστάτις της πόλης του Άργους. Ο ναός αυτός προβάλλεται στον φωτεινό ορίζοντα του Αργολικού πεδίου και αποτελεί από μακριά χαρακτηριστικό τοπόσημο αναγνώρισης της πόλης του Άργους και προσανατολισμού και για τους πιλότους της πολεμικής αεροπορίας, που κυριαρχούν στον ελληνικό ουρανό.

Ο ναός πανηγυρίζει στις 21 Νοεμβρίου εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Η Παναγία διαδέχθηκε στην Αργολίδα την λατρεία της Ήρας που έχει βαθιές ρίζες από τα προϊστορικά χρόνια, κυρίαρχη θεότητα της φύσης και σύζυγος του Δία στη συνέχεια, προστάτης της οικογένειας «κρατούσε τα κλείδας του γάμου» και ήταν αμείλικτη τιμωρός των επίορκων γυναικών.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας ή Κατακεκρυμμένης. Λήψη από το λόφο της Δειράδας – Προφήτη Ηλία. Φωτογραφία Ηλίας Αντωνάκος.

 

Η παλαιότερη χριστιανική λατρεία στην επιφανέστερη αυτή θέση της Πορτοκαλούσας ανάγεται γύρω στον δέκατο αι. μ. Χ., όπως έχει επισημανθεί από την αρχαιολογική έρευνα. Ανάλογη λατρεία υπήρχε και στο χαμηλότερο ορατό σπήλαιο, όπου διατηρούνται στους βράχους υπολείμματα τοιχογραφιών. Αλλά η λατρεία αυτή εγκαταλείφθηκε το πιθανότερο για λόγους ανασφάλειας σε δύσκολους καιρούς.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας, ακριβώς κάτω το σπήλαιο.

 

Το σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από την Παναγιά την Κατακεκρυμμένη.

Η Παναγία της Λάρισας είναι γνωστή και ως Παναγία του Βράχου και ως Κατακεκρυμμένη. Το δεύτερο αυτό όνομα αυστηρώς αρχαϊστικό είναι το πιθανότερο δημιούργημα των λόγιων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Ωστόσο από τους περιηγητές η εκκλησία αυτή αναφέρεται και ως Κατηχουμένη. Το όνομα αυτό προφανώς αποτελεί παραφθορά του παλαιότερου ονόματος Καταχωμένη και έλαβε το όνομα το πιθανότερο από την εικόνα που βρέθηκε χωμένη στο σπήλαιο κάτω από την εκκλησία, στη θέση που είναι γνωστή ως Εύρεση. (Για την ιστορία της εκκλησίας αυτής, Α.Π. Τσακόπουλος, Ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, συμβουλαί εις την ιστορίαν της εκκλησίας της Αργολίδος, Αθήναι 1953, 17-30). Ωστόσο το κυρίαρχο όνομα της εκκλησίας στην εποχή μας είναι Πορτοκαλούσα.

Σύμφωνα με την κρατούσα παράδοση έλαβε το όνομα λόγω παλαιού εθίμου, σύμφωνα με το οποίο οι Αργείοι έριχναν πορτοκάλια στα νεόνυμφα ζευγάρια, που επισκέπτονταν την εκκλησία κατά την πανήγυρι (21η Νοεμβρίου). Ωστόσο το έθιμο αυτό που απηχεί παλιά παράδοση ανταλλαγής μηνυμάτων μεταξύ των νέων όπως αναφέρεται και σήμερα π.χ. σε λαϊκό άσμα: «Σου στέλνω μήλο μου στέλνεις πορτοκάλι». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άγιος Φανούριος: ένας μεταλλαγμένος άγιος – Ηλίας Ε. Κόλλιας


 

Ψηλός, λυγερόκορμος έφηβος με τα μαλλιά του χωρισμένα στη μέση να καταλήγουν σε λεπτούς βοστρύχους, στέκει όρθιος πατώντας επάνω σε νεκρό φτερωτό δράκο. Φορά απαστράπτοντα πολυτελή θώρακα και κάτω απ’ αυτόν αλυσιδωτό χιτώνα. Ψηλές δρομίδες περιβάλλουν τα πόδια του και στους ώμους του είναι ριγμένος πλατύς μανδύας. Με το δεξί χέρι ο νεαρός πολεμιστής κρατά μακρύ δόρυ και με το αριστερό στηρίζει ασπίδα ακουμπισμένη στο έδαφος. Στο ίδιο χέρι κρατά σταυρό με αναμμένη λαμπάδα στην πάνω κατακόρυφη κεραία του (εικ. 1). Έτσι συνήθως παριστάνεται ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος σε μια ομάδα από τις παλαιότερες φορητές εικόνες του.[1]

 

Εικ. 1. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Μεγάλη Παναγία Πάτμου.

 

Σε μια παραλλαγή του ίδιου εικονογραφικού τύπου [2] παριστάνεται χωρίς δόρυ και ασπίδα, ο νεκρός δράκος έχει απαλειφθεί και στο δεξί χέρι του κρατά το σύμβολό του τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 2). Αυτός ο τύπος, που θα επικρατήσει στα νεότερα χρόνια, ταιριάζει με την περιγραφή του συναξαριστή: «ο άγιος στρατιωτικά φορεμένος, νέος πολύ εις την ηλικίαν κρατών εις την δεξιά χείρα σταυρόν, εις το άνωθεν μέρος του σταυρού έχει μίαν αναμμένην λαμπάδα…».[3]

 

Εικ. 2. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου. Ιδιωτική συλλογή (από: Vassilakes-Maurakakes,
ΔΧΑΕτ. 10 [1980-1981]).

 

Σπανιότερα, φορώντας τη στρατιωτική στολή και τον οπλισμό που περιγράψαμε, κάθεται σε θρόνο και χρησιμοποιεί ως υποπόδιο τον νεκρό δράκο[4] (εικ. 3).

 

Εικ. 3. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου ενθρόνου. Κρήτη, Άγιος Ματθαίος (Vassilakes- Maurakakes).

 

Επίσης σπανιότερα, θαυματουργεί φορώντας μακρύ χιτώνα και έχοντας ριγμένο στους ώμους του μανδύα.[5] Με το δεξί χέρι κρατά το σύμβολό του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα (εικ. 4).

 

Εικ. 4. Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο. Φορητή εικόνα της Συλλογής Αγίας Αικατερίνης. Ηράκλειο Κρήτης (Vassilakes- Maurakakes).

 

Μοναδικές πιθανώς είναι, έως τώρα τουλάχιστον, οι απεικονίσεις του αγίου ως διακόνου [6] στον ζωγραφικό διάκοσμο του Αγίου Κωνσταντίνου στο Αβδού της Κρήτης (1445) και ως εφίππου σε φορητή εικόνα [7] (εικ. 5) του 1843 της Μονής Οδηγήτριας στην Κρήτη.

 

Εικ. 5. Φορητή εικόνα του αγίου Φανουρίου εφίππου με σκηνές του βίου του. Κρήτη, Μονή Οδηγήτριας, (από: Εικόνες της κρητικής τέχνης. Από τον Χάνδακα ως τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη [1993]).

 

Όλες οι απεικονίσεις του αγίου, που γνωρίζουμε έως σήμερα, σε τοιχογραφίες ή φορητές εικόνες έχουν ζωγραφιστεί στην Κρήτη. Οι παλαιότερες χρονολογημένες απεικονίσεις του αγίου Φανουρίου φαίνεται να είναι εκείνες του παρεκκλησίου του στη Μονή Βαλσαμονέρου [8] της Κρήτης, όπου ντυμένος με χιτώνα και μανδύα και κρατώντας στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα θαυματουργεί (εικ. 6). Το παρεκκλήσι[9] κτίστηκε το 1426 και κοσμήθηκε με τοιχογραφίες από τον ζωγράφο Κωνσταντίνο Ειρηνικό το 1431. Ακολουθούν επτά εικόνες[10] τρεις από τις οποίες υπογράφει ο Κρητικός ζωγράφος του α’ μισού του 15ου αιώνα Άγγελος, και οι υπόλοιπες τέσσερις αποδίδονται σ’ αυτόν.

 

Εικ. 6. Σχέδιο του εικονογραφικού προγράμματος στο παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου της Μονής Βαλσαμονέρου (από: Κ. Gallas, Κ. Wessel, Ε. Borboudakis, «Byzantinisches Kreta» [1983]).

 

Ιστορικές πηγές από όπου έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε πληροφορίες για τα μαρτύρια, τα θαύματα και τη λατρεία του αγίου Φανουρίου είναι ο ελληνικός κώδικας [11] του Βατικανού 1190 του 1542, το Νέο Λειμωνάριο [12] ο Συναξαριστής [13] και η ακολουθία [14] του αγίου. Συμπληρωματικές πληροφορίες μας παρέχουν οι τοιχογραφίες [15] με σκηνές από τον βίο του αγίου Φανουρίου στο ομώνυμο παρεκκλήσι της Μονής Βαλσαμονέρου, που προαναφέραμε και δύο από τις παραπάνω εικόνες [16] του Αγγέλου.

Σύμφωνα με τους συναξαριστές [17] «…τον καιρόν όπου εξούσιασαν οι Αγαρηνοί την περίφημον νήσον Ρόδον…»[18] εργάτες σκάβοντας σε χώρο έξω και νότια της μεσαιωνικής πόλης προς πορισμό οικοδομικού υλικού, αποκάλυψαν τα ερείπια μιας εκκλησίας. Μεταξύ των άλλων ήλθε στο φως και η «εικόνα» (προφανώς τοιχογραφία) ενός στρατιωτικού αγίου, την οποία περιέβαλλαν σκηνές του μαρτυρίου του. Ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος [19] που, σύμφωνα με τους συναξαριστές, κλήθηκε να αναγνωρίσει τον άγιο, διάβασε πάνω στην «εικόνα» την επιγραφή: «άγιος Φανούριος».

 

Εικόνα του Αγίου Φανουρίου, ζωγραφισμένη από τον Άγγελο Ακοτάντο (δεύτερο τέταρτο του 15ου αι.). Αγία Αικατερίνη, Ηράκλειο.

 

Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου, πάντα σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, είναι η απελευθέρωση τριών Κρητικών ιερέων, που είχαν αιχμαλωτιστεί από μουσουλμάνους πειρατές και είχαν μεταφερθεί κατά τον ελληνικό κώδικα 1190 στα Παλάτια [20] (στη Μίλητο). Ο Ιωνάς, πνευματικός πατέρας των τριών κληρικών, μετέβη στη Ρόδο για να πληροφορηθεί που βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι και να τους εξαγοράσει.

Πάντα σύμφωνα με τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, ευρισκόμενος ο Ιωνάς σε αδιέξοδο, ύστερα από παρακίνηση του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, επισκέπτεται τον ναό του Αγίου Φανουρίου και προσευχόμενος ζήτησε από τον άγιο να απελευθερώσει τα πνευματικά του τέκνα. Δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο του παραπάνω κώδικα η ευόδωση του αιτήματος του Ιωνά, αλλά υπονοείται και γι’ αυτό τον λόγο «ο Πατήρ την τούτον (αγ. Φανουρίου) εικόνα ιστορήσας προς την Κρήτην μετ’ αύτον φέρων». [21]

Υποθέτω ότι η μονή που φιλοξένησε το αντίγραφο της αρχέτυπης εικόνας, ήταν εκείνη του Βαλσαμόνερου, καθώς – απ’ όσο γνωρίζω – ήταν ο μοναδικός μέχρι σχεδόν τις αρχές του 20ού αιώνα περίπου, χώρος λατρείας του αγίου Φανουρίου όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο χώρο της Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν άρχισε η λατρεία του αγίου στη Μεγαλόνησο, όπου συνέχισε να θαυματουργεί, αποκαλύπτοντας χαμένους ανθρώπους, ζώα και αντικείμενα, γιατρεύοντας ανθρώπους και ζώα, και γενικά ευεργετώντας τους πιστούς.

Σωστά, κατά τη γνώμη μου, η Ε. Ζαχαριάδου [22] χρονολογεί την τέλεση του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών στις αρχές της έκτης δεκαετίας του 14ου αιώνα. Στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα που υπονοούνται στο κείμενο του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού καθώς και στην ανάμειξη του μητροπολίτη Ρόδου Νείλου, τον οποίο τοποθετεί χρονικά – όπως τον παρουσιάζουν οι επισκοπικοί κατάλογοι – μεταξύ των ετών 1357-1369. Η χρονολόγηση του παραπάνω θαύματος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τους συναξαριστές είναι εσφαλμένη, διότι υπάρχει, εκτός των άλλων, ως terminus ante quem η οικοδόμηση του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου στη Μονή Βαλσαμονέρου το 1426.

Εκείνο που εκπλήσσει όλους τους συναξαριστές του αγίου είναι το γεγονός ότι, όπως γράφει ένας απ’ αυτούς: «Ούτος (ο Φανούριος) γάρ εν αδήλοις αθλήσας καιροίς άδηλος ην ναός τε και τούνομα αυτού πάσιν…»[23] Πράγματι, όλα τα βυζαντινά συναξάρια [24] αγνοούν τον άγιο. Τον αγνοεί επίσης και ο Διονύσιος [25] ο εκ Φουρνά και δεν περιγράφει τον εικονογραφικό του τύπο. Όλα τα συναξάρια [26] του, οι ύμνοι της ακολουθίας του, [27] αλλά και μία από τις σκηνές του βίου του, [28] που κοσμούν το παρεκκλήσι του στη Μονή Βαλσαμονέρου, δικαιολογούν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου Φανουρίου στο προσκήνιο της ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας με την τυχαία, όπως προαναφέρθηκε, αποκάλυψη της «εικόνας» του στα ερείπια του ναού του στη Ρόδο. Ο άγιος Φανούριος, γράφει ο L. Petit, [29] εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας στη Ρόδο, όπως η Αφροδίτη μέσα από τους αφρούς των κυμάτων της θάλασσας. Μάλιστα, οι γραπτές πηγές επιμένουν με πείσμα ότι εκτός από τον ναό του αγίου (μερικοί συναξαριστές πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλοί ναοί) υπήρχαν «… και εικόνες εν όλη τη νήσω Ρόδω προσκηνούμεναι και σεμνηνόμεναι, θαυμάσιαι…» [30] Και όμως όλα αυτά φαίνεται να διαψεύδονται από την πραγματικότητα.

Ναός του Αγίου Φανουρίου [31] (εικ. 9,1) στη Ρόδο υπάρχει τώρα μόνο ένας μέσα στη μεσαιωνική πόλη και όχι στον χώρο εκτός τειχών, όπου τον τοποθετούν με σαφήνεια όλα τα συναξάρια. Όλες οι εκκλησίες της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους το 1522 μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη. Από τις 34 ή 35 σωζόμενες εκκλησίες [32] εντός των τειχών μπορούμε να ταυτίσουμε με βεβαιότητα μόνο τρεις: τον κοινοβιακό ναό των Ιπποτών, Άγιο Ιωάννη Κολλάκιου, την Παναγία του Κάστρου (ορθόδοξη μητρόπολη στη βυζαντινή εποχή και καθολική κατά την Ιπποτοκρατία) καθώς και τον Άγιο Δημήτριο του Polsasco που βρίσκεται στην περιοχή του ιπποτικού ταρσανά. Για την ονομασία των υπόλοιπων εκκλησιών μόνο υποθέσεις – για την ώρα – μπορούμε να κάνουμε.

Η εκκλησία λοιπόν της μεσαιωνικής πόλης, που αποκαλείται σήμερα Άγιος Φανούριος ήταν γνωστή στην Τουρκοκρατία και την Ιταλοκρατία με την ονομασία Peial el Din μετζίτ. [33] Η Ιταλική Αρχαιολογική Υπηρεσία [34] συντήρησε τον ζωγραφικό της διάκοσμο στη δεκαετία του 1920. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι Έλληνες κατέλαβαν την εκκλησία, που εγκαινιάστηκε και αφιερώθηκε στον άγιο το 1946. Στον πρόλογο ενός φυλλαδίου – που εκδόθηκε το 1961 κατά την επέτειο της συμπλήρωσης 15 χρόνων από τον εγκαινιασμό του ναού – η εκκλησιαστική επιτροπή του γράφει μεταξύ των άλλων:

«…Πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της Ρόδου στηριζόμενοι στο συναξάρι που λέγει ότι ο άγιος Φανούριος εμαρτύρησε στη Ρόδο, εθεώρησαν καλόν την πρώτη εκκλησίαν που εφανερώθηκε μετά την απελευθέρωση μέσα στο Κάστρο να την ονομάσουν άγιο Φανούριο, βασιζόμενοι και στην μεγάλην εικόνα της τοιχογραφίας κοντά στο αριστερόν αναλόγιον που την ενόμισαν εικόνα του. Αν όμως προσέξει κανείς την μεγάλην αυτήν εικόνα θα διακρίνει τον Ταξιάρχην Γαβριήλ που κρατεί στο δεξί χέρι το σκήπτρον (λάβαρο) και στο άλλο τη σφαίρα… Την έρευναν αυτήν είχε κάμη πρώτος ο κ. Αν. Βροντής (λόγιος δημοδιδάσκαλος και συγγραφέας του φυλλαδίου) και ανέφερε στον τότε μητροπολίτην Τιμόθεον (1947-1949), ο οποίος με μίαν εγκύκλιόν του διέταξε να γίνεται πανηγύρι του Αγίου Φανουρίου δύο φορές τον χρόνο στην μνήμη του και στην εορτή των Ταξιαρχών».[35]

Πρέπει επίσης να τονίσω το γεγονός ότι δεν έχουμε καμία μαρτυρία για την ονομασία αυτού του ναού κατά την εποχή πριν την Τουρκοκρατία.

Έμμεσα λοιπόν, πλην σαφώς, η ίδια η εκκλησιαστική αρχή του νησιού, η μητρόπολη Ρόδου, αλλά και ομάδα πιστών απέρριψαν την ιδέα ότι το Peial el Din μετζίτ ήταν πριν από την Τουρκοκρατία εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο [36] και έκλιναν περισσότερο προς την ιδέα ότι ήταν ναός των Αρχαγγέλων. Απορρίπτοντας λοιπόν αυτήν την ιδέα, διαπιστώνουμε ότι δεν υπήρχε στη Ρόδο πριν από το 1946 εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο.

Φαίνεται να έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο καθώς, από τη μία οι αγιολογικές πηγές επιμένουν ότι στη Ρόδο υπήρχε τουλάχιστον στον 14ο αιώνα όχι μόνο ναός του αγίου Φανουρίου στα προάστια της τειχισμένης πόλης αλλά και θαυματουργές, «θαυμαστές», εικόνες σε όλο το νησί, και από την άλλη δεν έχει εντοπιστεί από την έρευνα ούτε ίχνος ή ανάμνηση όλων αυτών.

Από τον διάλογο που αναπτύχθηκε μέσω του περιοδικού Εκκλησία [37] το 1947 και το 1948 μεταξύ του Ιεζεκιήλ μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος, του Σοφ. Αβρ. Χουδαβέρδογλου Θεόδοτου και του Γρηγόριου Παπαμιχαήλ διαπιστώνεται ότι από τα τέλη τουλάχιστον του 19ου αιώνα η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος θεωρούσε τον άγιο Φανούριο ανύπαρκτο και η Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιό της είχε απαγορεύσει τον εγκαινιασμό ναών στο όνομά του.

Το θέμα της ανυπαρξίας του αγίου Φανουρίου το επανέφερε αργότερα ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος (1918- 1920), απαγορεύοντας και αυτός τον εγκαινιασμό ναών του. Ο Μ. Γεδεών [38] μάλιστα επέμενε ότι η επιγραφή πάνω στην εικόνα που βρέθηκε στη Ρόδο θα ήταν «ΑΓ ΦΝΡ» και ότι ο μητροπολίτης Νείλος έπλασε κατά το Ονούφριος τη λέξη Φ[α]ν[ού]ρ[ιος], ενώ πιθανώς να ήταν Φ[α]ν[ά]ρ[αιτος] ή Φ[α]ν[ε]ρ[ωτής]. Ανύπαρκτο άγιο θεωρούν επίσης τον Φανούριο οι δύο μεγάλοι αγιολόγοι, ο ασσομψιονιστής L. Petit [39] και ο βολλανδιστής Fr. Halkin. [40]

Επανερχόμενοι και επανεξετάζοντας τους εικονογραφικούς τύπους με τους οποίους παριστάνεται ο άγιος Φανούριος, διαπιστώνουμε από πρώτη ματιά – εξαιρούμενου του εικονογραφικού τύπου του διακόνου [41] στον Άγιο Κωνσταντίνο στο Αβδού της Κρήτης – ότι είναι ίδιοι με εκείνους που απεικονίζονται στρατιωτικοί άγιοι [42] και ιδιαίτερα ο άγιος Γεώργιος.

Ο συνηθισμένος εικονογραφικός τύπος του αγίου Φανουρίου, όπως αναφέρθηκε, είναι εκείνος του πεζού πολεμιστή που έχει καταβάλει τον φτερωτό δράκο (σύμβολο του κακού) και όρθιος θριαμβευτής τον πατεί. Είναι, φυσικά, ένα αρκετά παλαιό εικονογραφικό σχήμα που κατάγεται από την απεικόνιση θριαμβευτών Βυζαντινών αυτοκρατόρων [43] που συνθλίβουν κάτω από τα πόδια τους τους εχθρούς του Βυζαντίου που καμιά φορά παριστάνονται και με τη μορφή δράκου. Φαίνεται ότι αυτή την παράσταση του αγίου Φανουρίου απηχεί το στιχηρό [44] που αναφέρει ότι βρήκε ο Σ. Ευστρατιάδης στον κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους Λ. 164 φ. 405.

 

Παράσταση του Αγίου Φανούριου. Τοιχογραφία δια χειρός Γουλιέλμου Μ. Ζώρζου εκ θήρας. Ι. Ν. Αγ. Σπυρίδωνος, Πειραιάς. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Σκηνή από θαύμα του Αγίου, «Ο άγιος Φανούριος και η Παναγία αποτρέπουν ναυάγιο», λεπτομέρεια της παραπάνω τοιχογραφίας.

 

Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τον άγιο Φανούριο και τον ξεχωρίζει, όχι μόνο από τον άγιο Γεώργιο αλλά και από τους υπόλοιπους στρατιωτικούς αγίους, είναι ο σταυρός με την αναμμένη λαμπάδα που κρατά στο χέρι του. Αυτό το σύμβολο [45] εμφανίζεται τουλάχιστον από το α’ μισό του 15ου αιώνα στην εικονογραφία του αγίου. Σε μία μάλιστα από τις αμφιπρόσωπες φορητές εικόνες (εικ. 7) της Μονής Βροντησίου [46] που έχει ζωγραφίσει ο Άγγελος διακρίνεται στην πάνω αριστερή γωνία μια μισοκατεστραμμένη σκηνή, όπου ο Χριστός παραδίδει στον άγιο τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα, με την οποία ψάχνει προσεκτικά και βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ή ό,τι γενικά ποθεί και το επιζητεί ο πιστός από τον άγιο. Υπάρχει η έκφραση που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα: «ζητώ κάτι με το κερί». Έκφραση που δηλώνει την προσεκτική και επίμονη αναζήτηση ανθρώπου, ζώου ή αντικειμένου. Από το α’ μισό του 15ου αιώνα λοιπόν, ο άγιος Φανούριος είχε καθιερωθεί ως ο κατεξοχήν άγιος – ευρέτης.

 

Εικ. 7. Ο Χριστός παραδίδει στον άγιο Φανούριο το σύμβολο του, τον σταυρό με την αναμμένη λαμπάδα. Λεπτομέρεια από φορητή εικόνα του 15ου αι. Μονή Βαλσαμονέρου, Κρήτη (Vassilakes-Maurakakes).

 

Ορισμένος αριθμός μαρτυρίων [47] του αγίου Φανουρίου και του αγίου Γεωργίου είναι κοινός, αν και αναφέρονται στα συναξάρια και στην εικονογραφία και σε άλλους μάρτυρες. Στον τομέα όμως των θαυματουργών ιδιοτήτων των δύο αγίων υπάρχουν έντονες ομοιότητες. Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται ο κατεξοχήν ελευθερωτής αιχμαλώτων. [48] Το πρώτο γνωστό θαύμα του αγίου Φανουρίου είναι η απελευθέρωση των τριών Κρητικών κληρικών. Θαύμα που – όπως αναφέρθηκε παραπάνω – έβγαλε τη λατρεία του εκτός των ορίων της Ρόδου.

Ο άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης [49] των γεωργών και των κτηνοτροφών. Προφανώς στην ανάπτυξη της λατρείας [50] του μεταξύ των χωρικών συνέβαλε από τη μία, το ίδιο του το όνομα – παράγωγο της λέξης γεωργία – και από την άλλη, η ημέρα της εορτής του (23 Απριλίου) που θεωρείται αρχή της καλοκαιριάς και της έναρξης των γεωργικών εργασιών. Ο άγιος Γεώργιος γιατρεύει ζώα, [51] αλλά κυρίως βρίσκει τα χαμένα ζώα των κτηνοτροφών. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το θαύμα της εύρεσης του χαμένου βοδιού του Θεοπίστου. [52] Στη Ρόδο ιδιαίτερα έως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα οι βοσκοί ζητούσαν από τον άγιο Γεώργιο να τους βρει τα χαμένα ζώα [53] τους. Επίσης, οι νέες γυναίκες της Ρόδου απ’ αυτόν ζητούσαν να μεσολαβήσει να βρεθεί ο κατάλληλος γι ’ αυτές σύζυγος.[54]

Τις ίδιες περίπου ιδιότητες έχει και ο άγιος Φανούριος απ’ ό,τι διαπιστώνουμε από την παλαιότερη αγιολογική πηγή, τον ελληνικό κώδικα 1190 του Βατικανού, αλλά και από τα νεότερα συναξάρια του αγίου. Γιατρεύει ανθρώπους [55] και ζώα, [56] βρίσκει χαμένα [57] ζώα και αντικείμενα, αποκαλύπτει ζωοκλέφτε ς[58] κ.λπ. Όταν μάλιστα η λατρεία του εξαπλώθηκε στα ελληνικά αστικά κέντρα, ο άγιος έγινε ο κατεξοχήν ευρέτης. Απ’ αυτόν ζητούν οι πιστοί να τους βρει χαμένα αντικείμενα, αυτόν παρακαλούν οι γυναίκες που έχουν χάσει την επαφή με τέκνα ή σύζυγο, χαμένους στον πόλεμο ή στην ξενιτιά να τις πληροφορήσει για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.

Αυτές οι έντονες ομοιότητες των δύο αγίων στον εικονογραφικό και τον λατρευτικό τομέα οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, στην πιθανή σκέψη ότι ο «νεοφανής» άγιος Φανούριος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άγιος Γεώργιος με διαφορετική ονομασία και με ενισχυμένη την ιδιότητα του ευρέτη, που φαίνεται ότι είχε ήδη ο άγιος Γεώργιος, τουλάχιστον από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. [59] Στην εδραίωση αυτής της λαϊκής πίστης ότι ο άγιος Φανούριος βρίσκει ό,τι έχει χαθεί ασφαλώς συντέλεσε η σύνδεση από παρετυμολογία του ονόματος Φανούριος με το ρήμα φανερώνω, δηλαδή αποκαλύπτω, ευρίσκω κάτι που θεωρείται χαμένο. Οι πιστοί συνήθως επικαλούνται τον άγιο να τους βοηθήσει να βρουν ό,τι έχει χαθεί με τη φράση: «Άγιε Φανούριε φανέρωσε μου το τάδε…».

Είναι λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, σχεδόν βέβαιο ότι ο άγιος Φανούριος αποτελεί μια μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου. Πώς όμως και γιατί από κάποια εποχή και μετά ξεπήδησε από τον άγιο Γεώργιο ένας νέος άγιος, που στους νεότερους χρόνους έγινε δημοφιλέστατος, αν και αμφισβητήθηκε η ύπαρξή του από ευσεβείς κληρικούς και σοφούς ερευνητές και λογίους; Δύο φορές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος με εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου υποστήριξε την ανυπαρξία του αγίου Φανουρίου και απαγόρευσε τη λατρεία του.

Όλοι οι συναξαριστές και οι ύμνοι της ακολουθίας του αγίου επιμένουν με πείσμα ότι από τη Ρόδο μεταλαμπαδεύτηκε η λατρεία του αγίου Φανουρίου στην Κρήτη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Κι όμως η έρευνα δεν έφερε κανένα στοιχείο στο φως για την ύπαρξη κέντρου λατρείας του αγίου στη Ρόδο πριν από τα μέσα της πέμπτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Πιθανώς το επεισόδιο της εύρεσης της ερειπωμένης εκκλησίας και της «εικόνας» του αγίου Φανουρίου πλάστηκε από τους συναξαριστές λόγω της αμηχανίας τους, εξαιτίας της απουσίας του όνοματός του από τα παλαιά συναξάρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι λοιπόν ο άγιος Φανούριος απέκτησε το επίθετο του «νεοφανούς».

 

Άγιος Φανουρίος, τοιχογραφία του Π. Βαμπούλη, β΄ ήμισυ 20ού αι. Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Σαρωνίδα Αττικής. Δημοσιεύεται στο: Γιάννης Σουλιώτης, « Οι Άγιοι Στρατιώτες – Εικόνες και Βίοι», εκδόσεις, Φυτράκη, Αθήνα, 2006.

 

Στην πολιορκία της Ρόδου από τους Τούρκους το 1480 διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός εκκλησιών και άλλων κτισμάτων έξω και γύρω από την τειχισμένη πόλη και προφανώς πολύ κοντά στις οχυρώσεις χρησιμοποιήθηκε από τον εχθρό ως επιθετικό έρεισμα. Έτσι λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη τους τη γνώμη του Έλληνα μητροπολίτη, των Ελλήνων ιερέων, των φραγκισκανών μοναχών και των εκπροσώπων του λαού, ο μεγάλος μάγιστρος και το Συμβούλιό του αποφάσισαν στις 3 Φεβρουάριου του 1481 την κατεδάφιση των παραπάνω εκκλησιών και των υπόλοιπων κτισμάτων ως επικίνδυνων για την ασφάλεια της πόλης. Στο κείμενο [60] της  απόφασης κατονομάζονται οι κατεδαφιστέες εκκλησίες μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η εκκλησία του San Giorgio di Proventura.[61]

Η μεσαιωνική λατινική λέξη proventura ερμηνεύεται στα ελληνικά – κατά τη γνώμη μου – ως η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση ή η καλή τύχη. Η λέξη Φανούριος [62] έχει περίπου την ίδια σημασία: είναι εκείνος που φάνηκε ή που φαίνεται ούριος, που φάνηκε ή που φαίνεται ευνοϊκός, καλός, τυχερός. Το επίθετο ούριος στην αρχαία ελληνική γλώσσα συνήθως συνοδεύει το ουσιαστικό άνεμος. Ούριος άνεμος είναι ο ευνοϊκός άνεμος· ήδη όμως σε κλασικούς Έλληνες συγγραφείς [63] χρησιμοποιείται η λέξη με μεταφορική σημασία χαρακτηρίζοντας και πρόσωπα. Ούριος είναι αυτός που φέρνει ευτυχία, επιτυχία, ή οδηγεί μια υπόθεση, ένα θέμα σε ευτυχές τέρμα. Η εκκλησία λοιπόν στα ελληνικά, κατά τη γνώμη μου ονομαζόταν «Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος», αλλά ο Λατίνος γραφέας [64] καταγράφοντάς την στο έγγραφο μετάφρασε την ελληνική ονομασία στα μεσαιωνικά λατινικά ως San Giorgio di Proventura.

Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε σήμερα τη θέση όπου βρισκόταν αυτή η εκκλησία. Έξω από τη μεσαιωνική πόλη υπάρχουν σήμερα τρεις εκκλησίες[65] αφιερωμένες στον άγιο Γεώργιο (εικ. 9, 3,4,6). Φαίνονται και οι τρεις κτίσματα της Τουρκοκρατίας. Η μία βρίσκεται δυτικά της μεσαιωνικής πόλης, αλλά αρκετά μακριά απ’ αυτή, η δεύτερη ανατολικά και η τρίτη νοτιοανατολικά. Είναι πιθανόν στη θέση της μίας από τις τρεις εκκλησίες να βρισκόταν ο Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος που κατεδαφίστηκε το 1481, αλλά ανοικοδομήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ είχε χαθεί πλέον κάθε ανάμνηση της προσωνυμίας Φανούριος.

Πιθανότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι να μη βρισκόταν σε μία από τις τρεις θέσεις των υπαρχόντων μεταβυζαντινών εκκλησιών, αλλά σε μία άλλη τέταρτη θέση. Η απαρίθμηση στον κατάλογο των κατεδαφιστέων εκκλησιών αρχίζει με τον Άγιο Αντώνιο (εικ. 9,8), που βρισκόταν βορειοδυτικά της πόλης, στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο τεκές του Ρεΐς Μουράτ.[66] Συνεχίζει προς τα δυτικά με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ (εικ. 9,9) που πιθανώς είναι το εκκλησάκι[67] που βρίσκεται στη σημερινή οδό Ηρώων Πολυτεχνείου. Μετά την αναφορά επτά ακόμα εκκλησιών που δεν υπάρχουν πια, ακολουθεί η Παναγία η Ελεμονήτρια.[68] Αυτή η εκκλησία δεν σώζεται, αλλά ξέρουμε ότι βρισκόταν περίπου εκεί που χτίστηκε στην περίοδο της Ιταλοκρατίας το κτίριο της καπνοβιομηχανίας, νοτιοδυτικά της μεσαιωνικής πόλης, και όπου στεγάζονται σήμερα το Γ’ Λύκειο και το Α’ Γυμνάσιο της Ρόδου (εικ.9,5). Αμέσως μετά αναφέρεται ο Άγιος Γεώργιος di Proventura (εικ. 9,7) και στη συνέχεια η εκκλησία της Αγίας Αναστασίας (εικ. 9,2). Είναι πολύ πιθανόν η τελευταία να βρισκόταν στη θέση που τώρα ορθώνεται η μεταβυζαντινή ομώνυμη εκκλησία.[69] Είναι λοιπόν πιθανόν ο Άγιος Γεώργιος di Proventura ή ο Άγιος (Γεώργιος ο) Φανούριος να βρισκόταν στα νότια της μεσαιωνικής πόλης, όπου τον χωροθετούν και τα συναξάρια, και ανάμεσα στις δύο παραπάνω εκκλησίες.

 

Εικ. 9. Χάρτης της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου και των προαστείων της.

 

Φυσικά, αυτή την εκκλησία ο λαός θα την αποκαλούσε Άγιο Φανούριο και όχι Άγιο Γεώργιο τον Φανούριο. Σήμερα κανείς δεν αποκαλεί στη Ρόδο τη Μονή της Παναγίας της Τσαμπίκας με αυτή την ονομασία, αλλά Τσαμπίκα, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ το Θαρενό, Θαρενό. Στη Σύμη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης αναφέρεται ως Πανορμίτης και ο Μιχαήλ ο Κοκκιμίδης ως Κοκκιμίδης, και αντίστοιχα έχουν δημιουργηθεί βαπτιστικά ονόματα: Τσαμπίκος, Τσαμπίκα, Θαρενός, Πανορμίτης, Κοκκιμίδης κ.λπ. Στην υπόλοιπη Ελλάδα [70] παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο. Κανείς δεν θα αναφέρει την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα, αλλά τη Μυρτιδιώτισσα, την Παναγία την Παρηγορήτισσα, αλλά την Παρηγορήτισσα κ.λ. Ο μητροπολίτης Νείλος προέτρεψε τον Ιωνά λέγοντας του: «… Πορεύθητι εις την μονήν του άγιον μεγαλομάρτυρος Φανουρίου προσκύνησον και εξαίτησον…».[71] Τον άγιο Φανούριο λοιπόν γνώρισε ο Ιωνάς και όχι τον άγιο Γεώργιο τον Φανούριο, και αυτού την εικόνα αντέγραψε και μετέφερε στην Κρήτη.

Όλες οι διεργασίες για τη μετάλλαξη του αγίου Γεωργίου σε άγιο Φανούριο, κατά τη γνώμη μου, έγιναν και ολοκληρώθηκαν εκτός Ρόδου, στην Κρήτη, όπου κανείς ίσως δεν γνώριζε την πραγματική ταυτότητα του αγίου. Από την Κρήτη προέρχονται οι παλαιότερες εικόνες του και εκεί βρισκόταν έως τον 19ο αιώνα πιθανώς το μοναδικό και μεγάλο κέντρο λατρείας του, η Μονή Βαλσαμόνερου. Στη Μεγαλόνησο πλάστηκε και το σύμβολό του, η αναμμένη λαμπάδα. Είναι πιθανόν επίσης ότι οι συναξαριστές, όταν η λατρεία του αγίου Φανουρίου φούντωσε στην Κρήτη, ευρισκόμενοι σε αμηχανία – επειδή το όνομά του απουσίαζε από τα βυζαντινά αγιολόγια και συναξάρια και θέλοντας να δικαιολογήσουν την αιφνίδια εμφάνιση του αγίου στη λαϊκή λατρεία – να εφεύραν το επεισόδιο της τυχαίας αποκάλυψης του ναού του στη Ρόδο.

Έτσι λοιπόν πλάστηκε, κατά τη γνώμη μου, ο μειλιχιότερος ίσως άγιος της ελληνικής Ορθοδοξίας – πρέπει να τονίσω το γεγονός ότι ο άγιος Φανούριος είναι άγνωστος στις εκτός Ελλάδας Ορθόδοξες εκκλησίες -, ο άγιος ευρέτης, ο άγιος της ελπίδας. Ο άγιος που ευεργετεί τους πιστούς και δεν ζητά τίποτα ως τάμα για τον ίδιο. Επιθυμεί να παρακαλούν οι χριστιανοί τον Θεό να συγχωρέσει την αμαρτωλή μάνα [72] του και να τη φέρει και εκείνη από τη σκοτεινή και βασανιστική Κόλαση στον Παράδεισο.

Επίμετρο

Ενώ είχα παραδώσει αυτό το άρθρο προς εκτύπωση, συνεργείο της 4ης ΕΒΑ., που συντηρεί τις τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στην Πάτμο, αποκάλυψε δύο μορφές του αγίου Φανουρίου. Η μία είναι ολόσωμη (εικ. 8) και κοσμεί τη δυτική πλευρά της βορειοδυτικής παραστάδας που συγκρατεί τον τρούλο του μονόχωρου σταυρικού εγγεγραμμένου καθολικού, και η άλλη ημίσωμη βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας. Και οι δύο φέρουν την επιγραφή: Ο AHOC ΦΑΝΟΥΡΙΟC.

 

Εικ. 8. Πάτμος, Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Τοιχογραφία Αγίου Φανουρίου.

 

Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στο α’ τέταρτο του 17ου αιώνα. Είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται σ’ ένα ζωγραφικό σύνολο η μορφή του ευρέτη – αγίου στον δωδεκανησιακό χώρο. Κατά τη γνώμη μου, οι ζωγράφοι αποκαλύπτουν την κρητική καταγωγή τους ζωγραφίζοντας έναν άγιο – και μάλιστα δύο φορές – που η λατρεία του, απ’ όσο ξέρω, κατά τον 17ο αιώνα δεν είχε ξεπεράσει τα όρια της Μεγαλονήσου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Χατζηδάκης, Εικόνες της Πάτμου. Ζητήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής (1977) 117 κ.ε. πίν. 27· Μ. Vassilakes-Maurakakes, ΔΧΑΕ 10 (1980-1981) 229 κ.ε. πίν. 52,57· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης. Από τον Χάνδακα ώς τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη (κατάλογος έκθεσης 1993) 448-49,479 πίν. 95, 122.

[2] Vassilakes-Maurakakes (ό.π.) πίν. 58.

[3] [Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης], Νέον Λειμωνάριον (1819) 108· Κ. Λουκάκης, Μέγας Συναξαριστής. Μήνας Αύγουστος (1894) 393.

[4] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 53· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 472, 480 πίν. 115, 123.

[5] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) πίν. 55,60 α-β· Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48 πίν. 94· Κ. Gallas , Κ. Wessel.M. Borboudakis, Byzantinisches Kreta (1983) 321 εικ. 281.

[6] Μ. Χατζηδάκης, Κρητικά Χρονικά 6 (1952) 65-66· ΑΔ 25 (1970), Χρον. πίν. 28β· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 πίν. 51α.

[7] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 477 πίν. 121.

[8] Χατζηδάκης (σημ. 1)118 σημ. 3· Gallas – VVessel – Borboudakis (ό.π.) εικ. 281.

[9] Σ. Ξανθουδίδης, Αθηνά 15 (1903) 138 κ.ε.· G. Gerola, Monumenti Veneti dell’isola di Creta 4 (1932) 539-40· Χατζηδάκης (σημ. 6) 72 κ.ε.

[10] Χατζηδάκης (σημ. 1) 118· Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 229 κ.ε.· Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1).

[11] Acta Sanctorum, Μάιος, τ. 6 (1688) 692 κ.ε

[12] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 103 κ.ε.

[13] Νικόδημος Αγιορείτης, Συναξαριστής (έκδ. Θ. Νικολαΐδου-Φιλαδελφέως) Β'(1868) 346. Τόσο το Νέον Λειμωνάριο όσο και ο Συναξαριστής τυπώθηκαν μετά τον θάνατο των συγγραφέων.

[14] Το γράψιμο της ακολουθίας του αγίου Φανουρίου (Μηναίον του Αυγούστου [ 1969J 173 κ.ε.) που είχε αποδοθεί στον Αθανάσιο τον Πάριο (Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία (1863] 640), αμφισβητήθηκε (V. Grumel, λ. «Nicodeme lTiagiorite», στο: DTC [1923-1972] 11,490).

[15] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50β· Gallas, Wessel, Borboudakis (σημ. 5) εικ. 281.

[16] Εικόνες Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 447-48,478-79 εικ. 94, 122.

[17] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108 κ.ε.· Δουκάκης (σημ. 3) 387 κ.ε.· Σ. Ευστρατιάδης, Αγιολόγιον της Ορθοδόξου εκκλησίας (χ.χρ.) 457-58· Μηναίον Αυγούστου (σημ. 14) 179.

[18] Αθανάσιος Πάριος – Νικόδημος Αγιορείτης (σημ. 3) 108. Ο ελληνικός κώδικας του Βατικανού 1190 κάνει μόνο μικρή μνεία της εύρεσης των ερειπίων του ναού του Αγίου Φανουρίου: «Εκ πάλαι δέ λόγος πρεσβενόμενος προς πολλοις εύρέθη ό ναός, ούτος Φανουρίου τον μεγάλου έστιν» {Acta Sanctorum [σημ. 11] 693). Όλες οι νεότερες του κώδικα 1190 του Βατικανού ιστορικές πηγές αναφέρουν ως κυρίους της Ρόδου τους Αγαρηνούς (= Οθωμανούς) κατά τη διάρκεια των γεγονότων της αποκάλυψης του ναού του Αγίου Φανουρίου και του θαύματος της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών.

[19] Στον κατάλογο των μητροπολιτών της Ρόδου αναφέρονται τρεις με το όνομα Νείλος. Ο πρώτος είναι ανύπαρκτος· δημιουργήθηκε από λανθασμένο σχολιασμό από τους Ιησουίτες του κειμένου του κώδικα 1190 (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 6). Πίστευαν ότι οι πειρατές, που αιχμαλώτισαν τους μοναχούς τους απελευθερωθέντες από τον Άγιο με θαύμα, ήταν Αραβες από την Ισπανία, διότι κατά τη γνώμη τους τα Παλάτια, όπου μεταφέρθηκαν οι Κρητικοί κληρικοί, βρίσκονταν στην Ισπανία και όχι στη Μικρά Ασία, γεγονός αναμφισβήτητο. Επίσης, χρονολογούν το θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών μετά το 720 (χρονιά κατάληψης της Ισπανίας από τους Αραβες) και πριν από το 822 (χρονιά κατάληψης της Κρήτης από τους Αραβες). Στη συνέχεια υιοθετούν αυτή τη λανθασμένη πληροφορία πρώτος ο Μ. Le Quien (Oriens Christianus [1740] 926) και μετά ο I. Σακκελίων (Πατμιακή Βιβλιοθήκη [1890] 168 σημ 5). Ο τελευταίος τοποθετεί τον Νείλο A’ στην εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Στη συνέχεια αβασάνιστα επαναλαμβάνεται από τον Τρ. Ευαγγελιδη {ΕΕΒΣ 6 [1929] 165), τον X. Παπαχριστοδούλου (Ιστορία της Ρόδον [ 1994-] 339), τον Εμμ. Κωνσταντινίδη {Η εν Δωδεκανήσω Εκκλησία [1970] 51) κ.ά. Ο Νείλος Β\ σύμφωνα με τους παραπάνω επισκοπικούς καταλόγους, είναι ο Λ’, μετά τα όσα προανέφερα. Αυτός έχει την προσωνυμία ο Διασωρινός και έζησε στο β μισό του 14ου αιώνα. Ήταν γόνιμος και πολυμερής συγγραφέας. Πήρε μέρος στη διαμάχη μεταξύ των ησυχαστών (οπαδών του Γρηγορίου Παλαμά) και του Βαρλαάμ, ως ένθερμος υπο- στηριχτής των πρώτων (Λ. Eabricius, Bibliothequa Graeca 10 [1807] 30· Κ. Krumbacher, Ιστορία της βυζαντινής Αογοτεχνίας 1 (1897, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, φωτ. ανατ. 1974] 212). Επίσης ήταν γνωστός αντιλατίνος (PG 159, στ. 968· Fabricius [ό.π.]· V. Grumel, λ. «Nil Diasorenus», στο: DThC 11, 674). Από εκεί και μετά επικρατεί ασάφεια και σύγχυση για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ήταν μητροπολίτης Ρόδου ο Νείλος και αν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολής του ως αντιλατίνος, ενώ η Ρόδος βρισκόταν υπό την εξουσία των καθολικών Ιωαννιτών Ιπποτών. Πριν και μετά από αυτόν, κατά τον 14ο αιώνα, κανείς ορθόδοξος αρχιερέας δεν μπόρεσε να καταλάβει την έδρα της μητρόπολης Ρόδου. Από την κατάληψη του νησιού από τους Ιππότες το 1309 έως το 1350 δεν αναφέρεται μητροπολίτης Ρόδου. Από το 1350 έως το 1355 μαρ- τυρείται ο Ρόδου Ιωάννης, που διαμένει όμως στην Κωνσταντινούπολη (Fr. Miklosich – Ios. Muller, Acta et diplomat a graeca Mcdii aevi sacra et profana 1 [1860] 300, 326, 338, 341, 433). To 1369 η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης και έξαρχο Παμφυλίας (Miklosich – Muller [ό.π.] 1,511) και το 1371 στον μητροπολίτη Μελενίκου (Miklosich – Muller [ό.π.] 1, 558). Το 1387, η μητρόπολη Ρόδου και η αρχιεπισκοπή Κω δίνεται και πάλι «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Πέργης και Αττάλειας αλλά σχεδόν συγχρόνως και στον μητροπολίτη Μύρων. Όπως ήταν φυσικό, ακολουθεί διαμάχη μεταξύ των δύο ιεραρχών και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για να τους συμφιλιώσει αναγκάζεται να “εξαπολύσει” δύο έγγραφα (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,92-94, και 94-95). Στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του Αντωνίου (1391-1397) η μητρόπολη Ρόδου δίνεται «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σταυρουπόλεως (Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197 κ.ε.) «διά τομή δυνατόν είναι γνήσιον έν τή Ρόδω χειροτονεϊσθαι μητροπολίτην, αλλά κατ’ έπίδοσιν άλλοτε προς άλλον αρχιερέα δίδοσθαι αϋτην…», Miklosich – Muller (ό.π.) 2,197-98. Στη συνέχεια, από τα τέλη του14ου αιώνα έως τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) δεν γίνεται μνεία μητροπολίτη Ρόδου. Στην παραπάνω σύνοδο συμμετείχε ο Ναθαναήλ και υπέγραψε μαζί με τους άλλους παριστάμενους ορθόδοξους ιεράρχες τον όρο της ένωσης των Εκκλησιών. Από τότε και έως το τέλος της Ιπποτοκρατίας, η μητρόπολη της Ρόδου είχε εγκατεστημένο στην έδρα του “ενωτικό” μητροπολίτη. Είναι λοιπόν φανερό ότι σε όλη τη διάρκεια του 14ου και μέρος του 15ου αιώνα, έως τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, δεν βρισκόταν στην έδρα του μητροπολίτης Ρόδου. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διόριζε «κατ’ επίδοσιν» μητροπολίτες Ρόδου ιεράρχες άλλων μητροπόλεων, που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη ή στις επαρχίες τους και έρχονταν στη Ρόδο, ύστερα από άδεια πιθανώς των ιπποτών, για να εκτελέσουν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα (χειροτονίες κληρικών, εγκαινιασμούς ναών κ.λπ.), όπως διαφαίνεται στη συνοδική πράξη «υπέρ του Σταυρουπόλεως» (Miklosich – Muller [ό.π.] 2,198). Εντούτοις, παρά τα όσα προαναφέρθηκαν, όλοι σχεδόν όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Εκκλησίας της Ρόδου θεωρούν τον Νείλο Διασωρινό εγκατεστημένο στη Ρόδο μεταξύ των ετών 1357-1369. Η άποψη αυτή -κατά τη γνώμη μου- διαμορφώθηκε από τα κείμενα του ελληνικού κώδικα 1190 του Βατικανού και τα συναξάρια του αγίου Φανουρίου, που όλα θέλουν τον μητροπολίτη Ρόδου Νείλο εγκατεστημένο στη Ρόδο, άλλοτε αναμειγνυόμενο στο θαύμα της απελευθέρωσης των Κρητικών κληρικών και άλλοτε στην αποκάλυψη της «εικόνας» του αγίου. Σύμφωνα με τον J. Darrouzes (Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople, 1: Les actes des patriarches [1977] 330), η χρονολόγηση της διαμονής του Νείλου στη Ρόδο μεταξύ των 1357-1369 οφείλεται σε ένα σχόλιο του Ρώσου αρχιμανδρίτη Αρσενίου το 1891, όταν εξέδωσε έργα του Νείλου. Το 1357 ο Πατριάρχης «εξαπολύει» δύο έγγραφα προς τους κληρικούς, τους άρχοντες και τον λαό της Ρόδου, με τα οποία αναγγέλλει τη χειροτονία ενός ανώνυμου μητροπολίτη Ρόδου και την άφιξη του στο νησί (Miklosich – Muller [ό.π.], 1,363 κ.ε.). Το 1369 η μητρόπολη Ρόδου δόθηκε «κατ’ επίδοσιν» στον μητροπολίτη Σίδης. Έτσι λοιπόν, απ’ αυτά τα δύο έγγραφα διαμορφώθηκε -κατά τη γνώμη μου- ο μύθος της διαμονής του Νείλου Διασωρινού στη Ρόδο μεταξύ 1357-1369. Μου φαίνεται ότι είναι απίθανο γεγονός οι Ιωαννίτες να επέτρεψαν να εγκατασταθεί στη Ρόδο επί 12 χρόνια μια προσωπικότητα με γνωστή αντιλατινική δράση, από τη στιγμή που δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν άλλο ορθόδοξο ιεράρχη σε όλη τη διάρκεια του Μου και μεγάλο μέρος του 15ου αιώνα να παραμείνει μόνιμα στο νησί. Όπως και να έχει όμως το θέμα τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 εξακολουθούν να είναι δυσερμήνευτα, διότι προαναγγέλλουν την άφιξη στη Ρόδο μητροπολίτη, που πριν από λίγο είχε χειροτονηθεί. Πιθανόν να εννοούν την προσωρινή διαμονή στη Ρόδο, ύστερα από άδεια των Ιπποτών, για να εκτελέσει τα αρχιερατικά του καθήκοντα και όχι τη μόνιμη εγκατάστασή του εκεί. Η ανάμειξη από τους συναξαριστές του Νείλου Διασωρινού στα γεγονότα τα σχετικά με τον άγιο Φανούριο πιθανώς να οφείλεται στην επιθυμία τους να τους δώσουν αληθοφάνεια σ’ αυτά με την ενεργό παρουσία μιας σπουδαίας προσωπικότητας, ενός λόγιου και μαχητή της Ορθοδοξίας. Ο Νείλος Γ’ (1455-1470), που ουσιαστικά είναι Β’ χειροτονήθηκε πιθανώς στη Ρώμη από τον «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ’ (G. Mercati, Scriti d’Isidoro il Cardinale Ruteno e codici a lui appartenuti che si conservano nella bibliotheca Apostolica Vaticana [1926] [= Studi e Testi, 46] 132 κ.ε.· Z. Τσιρπανλής, Η εφαρμογή του φλωρεντινού ‘Όρου” στη βενετοκρατούμενη Κρήτη και στην ιπποτοκρατούμενη Ρόδο. Η Ρόδος και οι νότιες Σποράδες στα χρόνια των Ιωαννιτών Ιπποτών [14ος-16ος αι.) [1991] 302-03). Συνοψίζουμε: ο αναφερόμενος ως Νείλος Α’ μητροπολίτης Ρόδου, αρχής γενόμενης από τον Μ. Le Quien, είναι ανύπαρκτος για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ο Νείλος Β’ ο Διασωρινός των επισκοπικών καταλόγων είναι ουσιαστικά Α’. Είναι αρκετά αμφίβολο ότι τα δύο πατριαρχικά έγγραφα του 1357 τον υπονοούν. Μαρτυρείται ως μητροπολίτης Ρόδου σε χειρόγραφους κώδικες με τα έργα του» ως οπαδός των ησυχαστών, ως αντιλατίνος καθώς και στα σχετικά με τον άγιο Φανούριο κείμενα. Είναι αδύνατον -κατά την γνώμη μου- να εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Ρόδο και δεν είναι βέβαιο ότι ήταν μητροπολίτης Ρόδου κατά το χρονικό διάστημα 1357-1369. Ο Νείλος Γ των καταλόγων των μητροπολιτών Ρόδου είναι εκ των πραγμάτων Β ‘.Ήταν «ενωτικός» που πιθανόν χειροτονήθηκε στη Ρώμη από τον επίσης «ενωτικό» πατριάρχη Γρηγόριο Γ.

[20] Στα συναξάρια του αγίου, που χρονολογούν το θαύμα στην Τουρκοκρατία, οι πειρατές μεταφέρουν τους κληρικούς στη Ρόδο, όπου και τους πουλούν. Οι τρεις αιχμάλωτοι καταφεύγουν και προσεύχονται στον ναό του Αγίου Φανουρίου, όπου ο άγιος αναγκάζει τους κυρίους τους να τους απελευθερώσουν. Οι κληρικοί αντιγράφουν την εικόνα του αγίου και τη μεταφέρουν στην Κρήτη (βλ. σημ. 17). Σε αυτά τα λαϊκά αναγνώσματα δεν εμφανίζονται να αναμειγνύονται ο μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ούτε ο πνευματικός πατέρας των Κρητικών κληρικών Ιωνάς.

[21] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696.

[22] Ε. Ζαχαριάδου, Αρχείον Πόντου 26 (1964) 313 κ.ε.

[23] Δουκάκης (σημ. 3) 397.

[24] Συναξάριον του Συμεών του Μεταφραστή (PG 114-16) και το Σιρμονδιανόν Συναξάριον ή Συναξάριον της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (II. Dclchayc, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanas (1902]).

[25] Διονύσιος ο εκ Φουρνά, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης (έκδ. A. Παπαδοπούλου – Κεραμέως) (1909).

[26] Βλ. σημ. 17.

[27] Μηναίον Αυγούστον (σημ. 14) 173 κ.ε.

[28] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 228 πίν. 50b.

[29] L. Petit, Bibliographic des acolouthies grecques (1926) xv.

[30] Acta Sanctorum (σημ. 11) 693.

[31] A. Ορλάνδος, ABME 6 (1948) 164 κ.ε.· Ηλ. Κάλλιας, Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδον και το Παλάτι τον μεγάλου μαγίστρον (1994) σχ. I αρ. 18.

[32] Ηλ. Κάλλιας, Αναζητώντας τα χαμένα μνημεία της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου (υπό έκδοση).

[33] Λ. Gabriel, La Cite de Rhodes 2 (1923) 193-94· Ορλάνδος (σημ. 31) 164 κ.ε.

[34] G. Jacopi, CIRh 1 (1928) 161-62.

[35] Α. Βροντής, Ο άγιος Φανούριος και ο ναός τον στη Ρόδο (1961) 5-6 (πρόλογος της Εκκλ. Επιτροπής).

[36] Ο Ορλάνδος (σημ. 31) 164 σημ. 1, η Ζαχαριάδου (σημ. 22) 311 και ο Χατζηδάκης (σημ. 1) 117, θεωρούν το Peial el Din μετζίτ ως εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Φανούριο από την πριν από την Τουρκοκρατία εποχή.

[37] Εκκλησία (1947) 311, 364· Εκκλησία (1948) 81, 90-91.

[38] Εκκλησία (1947) 364.

[39] «… Voila, par example, un saint Phanourios qui est bien νεοφανής, comme le dit le litre, car on ne sait rien de lui. Pared ά Aphrodite nee de lecume de flots, il a, par un beau jour, dans Vile de Rhodes, fait son apparition aufirurament de I’histoire. Un erudite occidental sera peut-etre tente de lui chercher des origines. Alois le bon people grec sait bien, lui, ά quoi sen tenir. Pour les femmes mariees, pour les Jeunes files de la bourgoisie et du Monde ouvrier, Phanourios, par les attributs dont il est dote, est le Meilleurs de patrons», Petit (σημ. 29) xv.

[40] Τον αναφέρει ως «…pseudo-Alartyr Phanourios de Rhodes», Fr. Halkin, Recherches et documents d’hagiogra- phie Byzantine (1971) 6.

[41] Βλ. σημ. 6.

[42] Vassilakes-Maurakakes (σημ. 1) 235.

[43] A. Grabar, Lempereur dans Part byzantin (1936) 43 κ.ε.

[44] «’Υπερθαύμασαν άγγελοι / το τής ψηχής, οου στερέμνιον, / ώ τον Κύριον άθλητά Φανουριε. / ΙΙώς έσαρκώθης ό εύσαρκος / Ααίμοσι συμπλεκόμενος / ‘Επικρατέστερος γέγονας / Kαι τήν Όφρυν αυτών κατέβαλες, / Ώ τον Κυρίου άθλητά Φανούριε». Ο Ηυστρατιάδης (σημ. 17) 457-58 ισχυρίζεται ότι το παραπάνω στιχηρό μελοποίησε: «ο Ιωάννης Λάσκαρης ο Πηγωνίτης εκ Κρήτης, ακμάσας πρό της αλώσεως. Τούτον δε μέλη ενρηνται και εις άλλους κώδικας της Λαύρας, τον Ε. 173 και (-). 207… Εις τον αχ. Φανούριον εποίησε στιχηρά και ιδιόμελα ο Αίαλαξος Νικόλαος (16ος αι.) αποκείμενα εις τον κώδικα 140 cl. 2 της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης». Η δρακοντοκτονία του αγίου Φανουρίου αναφέρεται και στην ακολουθία του (Μηναίον Ανγούστου [σημ. 14] 174).

[45] Βλ. σημ. 1-5.

[46] Εικόνες της Κρητικής Τέχνης (σημ. 1) 478 εικ. 122.

[47] Περιγραφή των μαρτυριών του αγίου Φανουρίου, βλ. Δουκάκης (σημ. 3) 393, και του αγίου Γεωργίου PG 115, στ. 141-61 Διονύσιος ο εκ Φουρνά (σημ. 24) 183-84.

[48] Στο συναξάρι του αγίου Γεωργίου αναφέρονται τρεις διαδοχικές περιπτώσεις απελευθέρωσης απ’ αυτόν νέων ανδρών, J. Aufhauser, Miracula S. Georgii (1913) 15 κ.ε., 100 κ.ε. Επίσης, στο απολυτίκιό του ο άγιος Γεώργιος χαρακτηρίζεται ως «τών αιχμαλώτων έλευθερωτής» (Μηναίον του Απρίλιον (1972] 89).

[49] Ν. Πολίτης, Λαογραφικά Σύμμεικτα 1 (1920)· Η. Delahaye, Les legends hagiographiques (1955) 162.

[50] Delchayc (ό.π.) 162· G. Spyridakis, HeUenisme Contemporain 2 (1952) 16.

[51] PG 115, 156· A. Βροντής, Ο άγιος Γεώργιος στη ροδίτικη λαογραφία (1933) 22.

[52] Aufhauser (σημ. 48) 44 κ.ε.· Βροντής (ό.π.) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[53] Βροντής (σημ. 51) 25· Spyridakis (σημ. 50) 17.

[54] Βροντής (σημ. 51) 27.

[55] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697.

[56] Acta Sanctorum (σημ. 11) 696· Δ. Οικονομίδης, λ. Φανούριος, στο: ΘΗΕ (1962-1968) 11, στ. 987.

[57] Acta Sanctorum (σημ. 11) 697-98· Οικονομίδης (ό.π.) στ. 987-88· Γ. Αικατερινίδης, στο: Κρητική Πρωτοχρονιά 1965, 163 κ.ε.

[58] Αικατερινίδης (ό.π.) 167-68· Οικονομίδης (σημ. 56) στ. 987-88.

[59] Delahaye (σημ. 49) 56 κ.ε.

[60] J. Bosio, DelVistoria della sacra religione el Illustrissima Militia di S. Giovanni gerosolimitano 2 (1695) 43132· Κάλλιας (σημ. 31) 103-06.

[61] Η λέξη δεν μαρτυρεΐται στον C. Du Cange (Glossarium mediae et intimae Latinitatis). Πιθανώς έχει σχέση με τις λατινικές λέξεις ventus (=τύχη, άνεμος) και proventus (= η ευτυχής, η επιτυχής έκβαση) και με την ιταλική ventura (Ια) (= τύχη, καλή τύχη

[62] Οι Ιησουίτες σχολιάζοντας τη λέξη φανούριος γράφουν: «Φανούριος graece. Latine redid potest felicitate clarus, vel manifestefelix» (Acta Sanctorum [σημ. 11] 696 σημ. 2).

[63] Αισχ. Ικετ. 590· Ευρ. Ηρ. Μαιν., 95· Λνθ. Παλ. 12, 53 (Η. Liddel – R. Scott, Μέγα Ελληνικό λεξικό [μτφρ. Ξ. Μόσχος – Μ. Κωνσταντινίδης] 3 [χ.χρ.] 384).

[64] Συνήθως οι Φράγκοι γραφιάδες των Ιπποτών άφηναν τα προσωνυμία των εκκλησιών όπως τα άκουγαν, χωρίς να τα μεταφράζουν στα λατινικά (βλ. Ζ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα Έγγραφα, για τη Ρόδο και τις νότιες Σποράδες από το Αρχείο των Ιωαννιτών Ιπποτών (1421-1453) [1995] 101 κ.ε.). Δύο περιπτώσεις έχω υπόψη μου, όπου ο γραφέας μεταφράζει το προσωνύμιο της εκκλησίας στα λατινικά: «Ο Αγ. Νικόλαος τον Νησιού στην περιοχή Στεγνά του χωριού Αρχάγγελος της Ρόδου μεταφράζεται σε Sanctus Nicolaus de Insula» (βλ. Ζ. Τσιρ- πανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 277) και ο Αγιος Ιωάννης της Πηγής στα προάστια της πόλης μεταφράζεται σε «Sanctus Johannis Baptiste de Fonte» (βλ. Τσιρπανλής, Ανέκδοτα [ό.π.] 106,239 κ.ε.). Πιθανώς όπου ο λατίνος γραφέας κατανοούσε τη σημασία του προσωνυμίου το μετάφραζε. Ίσως το έγγραφο του Φεβρουάριου του 1481 για την κατεδάφιση των εκτός τειχών εκκλησιών να το είχε συντάξει ο γνωστός για την ανθρωπιστική μόρφωση του Guillaume Caoursin, υπεύθυνος της Γραμματείας του Τάγματος. Ο Caoursin, ως γνώστης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, κατανόησε τη σημασία της λέξης Φανούριος και τη μετάφρασε με τη λατινική λέξη proventura (βλ. για τον G. Caoursin, S. Picenardi, Itincraire dun Chevalier de Saint-jean de Jerusalem dans I’ile de Rhodes [1900] 129-30· Τσιρπανλής, Η Ρόδος [σημ. 19] 128).

[65] Αδημοσίευτες.

[66] Η. Balducci, Achitettura turca in Rodi (χ.χρ.) 150 κ.ε.· V. Strumza, II Tecche di Murat Reis a Rodi {1934).

[67] Ορλάνδος (σημ. 31) 91-92 εικ. 85.

[68] Bosio (σημ. 60) 399,413,432,697-98· Piccnardi (σημ. 64) 162-63· Z. Τσιρπανλής, Δωδώνη 17 (1988) 197 κ.ε.

[69] Αδημοσίευτη.

[70] Γ. Δημητροκάλλης, ΕΕΒΣ 50 (1999-2000) 383 κ.ε., όπου έχουν συγκεντρωθεί με μεγάλη επιμέλεια δεκάδες ονόματα από όλο τον ορθόδοξο ελληνικό χώρο ανύπαρκτων αγίων, προερχομένων από προσωνύμια αγίων, που το όνομα τους λησμονήθηκε.

[71] Acta Sanctorum (σημ. 11) 695.

[72] Βλ.σημ. 58.

 

Ηλίας Ε. Κόλλιας**

«Χάρις Χαίρε. Μελέτες στη μνήμη της Χάρης Κάντζια», τ. Β’, 285-305. Υπουργείο Πολιτισμού – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

** Ο Ηλίας Κόλλιας (1936-2007), σπούδασε στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για την προσφορά του, βραβεύθηκε το 1999 από την Ακαδημία Αθηνών.

Από την Κοκκινιά όπου γεννήθηκε, βρέθηκε στη Ρόδο το 1965 για να εργασθεί ως αρχαιολόγος, και έκτοτε, γοητευμένος από τα μνημεία της, αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Ως απλός επιμελητής αρχικά και ως Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αργότερα, ασχολήθηκε με όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου και την ύπαιθρο της Ρόδου, κυρίως όμως με τη μεσαιωνική πόλη της, τη «μεγάλη αγαπημένη» του. Σε αυτήν επικεντρώθηκε και ως «μάχιμος αρχαιολόγος» αλλά και ως ερευνητής που τα κρυμμένα στο έδαφος και στα παλιά αρχεία μυστικά της τον απασχολούσαν νυχθημερόν. Για αυτήν οραματίστηκε μια νέα κατάσταση και έθεσε στόχους, τους οποίους και πραγματοποίησε με τους συνεργάτες του, όπως την αναβάθμιση της ζωής των κατοίκων της, την ανάδειξη της αρχαιολογικής και ιστορικής της αξίας, καθώς και την απόδοση του πολιτιστικού της αποθέματος σε ένα ευρύ ελληνικό και διεθνές κοινό, μεταξύ άλλων και με την ανακήρυξή της μεσαιωνικής πόλης ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Με τη μεσαιωνική πόλη δεν έπαψε στιγμή να ασχολείται, και μετά τη συνταξιοδότησή του, και ως μελετητής αλλά και από θέση ευθύνης ως πρόεδρος του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων, κυριολεκτικά μέχρι την τελευταία του πνοή. Καρπός της ενασχόλησης αυτής, εκτός από τη διάσωση και παράδοση πλήθους μνημείων σε ένα ευρύ κοινό, είναι τα βιβλία του «Οι Ιππότες της Ρόδου – Το παλάτι και η πόλη» (Αθήνα 1992), «Η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου» (Αθήνα 1994, 2004), καθώς και «Τα χειρόγραφα των Μαϊστόρων» (Αθήνα-Ρόδος 2018).

Read Full Post »

Αρχαία Ασίνη – Γεωργία Ήβου (Αρχαιολόγος)


 

Το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο της χερσονήσου Καστράκι, η γοητεία που αποπνέει το όνομα της Ασίνης, οφειλόμενη σε μεγάλο βαθμό στο ποίημα του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη, και τα αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας οδηγούν πλήθος επισκεπτών στο λόφο που ταυτίζεται με τον πυρήνα της αρχαίας Ασίνης. Σ’ αυτό συμβάλλει καθοριστικά το γεγονός της γειτνίασης της θέσης με τουριστικά θέρετρα της Αργολίδας, καθώς η αρχαία Ασίνη βρίσκεται μόλις 1 χλμ. ανατολικά του παραθεριστικού οικισμού του Τολού, ανάμεσα σε δύο πολυσύχναστες παραλίες του Αργολικού κόλπου, την Ψιλή Άμμο στο Τολό και την παραλία της Πλάκας στο Δρέπανο.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Ασίνης.

 

Η καταστροφή μεγάλου μέρους των αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καθιστούσε μέχρι λίγα χρόνια πριν την επίσκεψη στο λόφο μια όμορφη, φυσιολατρική περιήγηση, η οποία ενείχε στοιχεία περιπέτειας, εάν λάβει κανείς υπόψη του τα απόκρημνα σημεία του βραχώδους τοπίου και την οργιώδη βλάστηση που κάλυπτε μονοπάτια, στρατιωτικά ορύγματα και τα λιγοστά αρχαία κατάλοιπα. Οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Ασίνη-Ακρόπολη Αρχαίας Ασίνης, Αναμόρφωση Αρχαιολογικού Χώρου Καστράκι», διαμόρφωσαν έναν αρχαιολογικό χώρο, όπου τα ισχνά πια ίχνη της μακραίωνης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή ανασυστάθηκαν με συμβατικά και σύγχρονα μέσα. Συνειδητή επιλογή του προγράμματος ήταν η ισότιμη παρουσίαση της πρόσφατης ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου, με κομβικά σημεία τις σουηδικές ανασκαφές της δεκαετίας του 1920 και την κατάληψη του λόφου από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παράλληλα ο συνολικός σχεδιασμός των παρεμβάσεων ενσωμάτωσε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη λειτουργική οργάνωση και ασφάλεια ενός αρχαιολογικού χώρου στις διαμορφωμένες από προηγούμενες χρήσεις κατασκευές, προκειμένου να αποφευχθεί η αισθητική επιβάρυνση του φυσικού τοπίου.

Ο παρών οδηγός επιχειρεί να ζωντανέψει τη διαχρονική ιστορία του τόπου, με επίκεντρο τον πρόσφατα διαμορφωμένο αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ασίνης, προσφέροντας ένα χρήσιμο βοήθημα στον σημερινό επισκέπτη. Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή, πολυετής αλλά αποσπασματικά αποτυπωμένη στο χώρο, θα αποκαλυφθεί με ουσιαστική αφορμή την περιήγηση στο λόφο Καστράκι.

 

Το Τολό τη δεκαετία του 1920. Η λήψη είναι από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Ονομασία – ταύτιση θέσης

 

Ο λόφος με το όνομα Καστράκι ή Παλιόκαστρο είχε ταυτιστεί ήδη από τα μέσα του 19ου αι. με τη θέση που κατείχε η ομηρική Ασίνη. Πρώτος ο E. Curtius, το 1852, στο έργο Peloponnesos: eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, υποστήριξε πως ο απόκρημνος λόφος μεταξύ των μικρών χωριών του Τολού και του Δρεπάνου, που προέβαλλε μέσα στη θάλασσα, ήταν η «κατά βαθύν τον κόλπον έχουσα» Ασίνη της Ιλιάδας. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά της Ασίνης στον Όμηρο, στον κατάλογο νηών, ως μία από τις πόλεις της Αργολίδας που συμμετείχαν με πλοία στην τρωική εκστρατεία υπό τη διοίκηση του Αργείου βασιλιά Διομήδη. Την ταύτιση της θέσης με την αρχαία Ασίνη αποδέχτηκε και διέδωσε περαιτέρω ο Σλίμαν. Σήμερα, Ασίνη ονομάζεται το χωριό που βρίσκεται στη διαδρομή από το Ναύπλιο προς το Καστράκι, 1,5 περίπου χλμ. βορειότερα από το λόφο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Τζαφέραγα.

 

Χαρακτηριστικά θέσης

 

Η χερσόνησος Καστράκι συνδέεται με τη στεριά με μια λωρίδα γης πλάτους περίπου 100 μ. Σύμφωνα με τον E. Zangger, η σημερινή μορφή του λόφου είναι αποτέλεσμα της έντονης γεωλογικής αστάθειας που επηρέασε τα παράλια του Αργολικού κόλπου έως το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ.

 

Άποψη της χερσονήσου «Καστράκι» από τα δυτικά (φωτ. «Αρχαιολογία και Τέχνες)».

 

Το Καστράκι, με μήκος 350 μ. (Β-Ν) και πλάτος 140 μ., περιβάλλεται σήμερα σχεδόν κατά το ήμισυ από θάλασσα. Από την πλευρά της θάλασσας, στα νότια, ο λόφος είναι δυσπρόσιτος, με απόκρημνα ψηλά βράχια. Το ύψος του φτάνει τα 52 μ. Στα βορειοδυτικά, ο βράχος ενώνεται με τη στεριά με ομαλή πλαγιά. Η πλαγιά αυτή ονομάστηκε από τους Σουηδούς ανασκαφείς «Κάτω Πόλη», σε αντιπαραβολή με τη βραχώδη κορυφή του λόφου που χαρακτηρίστηκε ως «ακρόπολη». Οι συμβατικές αυτές ονομασίες έχουν καθιερωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία.

 

Η αρχαία Ασίνη μετά την ολοκλήρωση των πρώτων σουηδικών ανασκαφών. Άποψη από το λόφο της Μπαρμπούνας. Αρχείο του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Στα βορειοδυτικά βρίσκεται ο ύψους 92 μ. λόφος της Μπαρμπούνας, ο οποίος προστατεύει το Καστράκι από τους δυνατούς βόρειους ανέμους. Φυσική προστασία από τους ανέμους που έρχονται από τα δυτικά προσφέρει και το νησάκι της Ρόμβης απέναντι από το Τολό, δημιουργώντας έτσι έναν ασφαλή τόπο ελλιμενισμού στον μικρό κόλπο που σχηματίζεται αμέσως δυτικά από το Καστράκι. Η διπλά προνομιούχα φυσική θέση, οχυρή και προστατευμένη από τους ανέμους, φαίνεται πως συνέβαλε καθοριστικά στην επιλογή της περιοχής για εγκατάσταση ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. και καθόρισε τα χαρακτηριστικά της εξέλιξής της στους αιώνες που ακολούθησαν.

 

Ανασκαφές

 

Τη δεκαετία του 1920, Σουηδοί αρχαιολόγοι, υλοποιώντας ένα φιλόδοξο ανασκαφικό πρόγραμμα, έφεραν στο φως ένα πολύπλοκο μωσαϊκό πολλαπλών φάσεων κατοίκησης, στο οποίο αποτυπωνόταν η ιστορία της περιοχής για 3.000 και πλέον χρόνια. Πτυχές που αφορούν την καθημερινότητα των κατοίκων της Ασίνης συνεχίζουν να αποκαλύπτονται μέχρι σήμερα, ως αποτέλεσμα της ανασκαφικής έρευνας αλλά και της μελέτης παλαιού και νέου υλικού. Από το 1970 έως και το 1990, το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών ανέλαβε τη διενέργεια ανασκαφών σε επιλεγμένες θέσεις ενώ μεμονωμένες έρευνες πραγματοποιήθηκαν και από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας. Τέλος, το πρόσφατο έργο διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου έδωσε τη δυνατότητα να «εντοπιστούν εκ νέου» και να επανεξεταστούν αρχαία κατάλοιπα που είχαν λησμονηθεί με την πάροδο των χρόνων και παράλληλα να προβληθούν μνημεία από τη νεότερη ιστορία του τόπου.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Για την ενασχόληση των Σουηδών με την Ασίνη αφορμή στάθηκε ένα ταξίδι του τότε πρίγκιπα και μετέπειτα βασιλιά της Σουηδίας Γουστάβου Αδόλφου ΣΤ΄, το φθινόπωρο του 1920. Στην επίσκεψη αυτή, ο πρίγκιπας συνοδευόταν από τον Έλληνα νομισματολόγο Ι. Σβορώνο. Λίγους μήνες πριν, ο Σβορώνος είχε στρέψει την προσοχή αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ασίνη, οι οποίοι είχαν προχωρήσει σε μια αρχική καταγραφή και αποτύπωση της θέσης. Μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την ανάληψη της ανασκαφής από την πλευρά του πρίγκιπα Γουστάβου, οι Γάλλοι αποσύρθηκαν. Ασαφούς έκτασης ανασκαφική έρευνα στα βορειοανατολικά του λόφου αναφέρεται πως είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αι. από τον εκπαιδευτικό Ιωάννη Κοφινιώτη, χωρίς περαιτέρω καταγεγραμμένα στοιχεία.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Δύο σχεδόν χρόνια μετά την επίσκεψη του πρίγκιπα, την άνοιξη του 1922, ξεκίνησε η ανασκαφή. Η προετοιμασία της περιελάμβανε μεταξύ άλλων την απαραίτητη αλληλογραφία μεταξύ του ελληνικού και του σουηδικού κράτους, την εξασφάλιση πόρων, τη στελέχωση της επιστημονικής ομάδας, τη συγκέντρωση και τη μεταφορά του εξοπλισμού με τα μέσα της εποχής. Την προκαταρκτική μελέτη της θέσης ανέλαβε ο Axel Persson, κλασικός αρχαιολόγος στο πανεπιστήμιο της Lund, ο οποίος ορίστηκε έπειτα συνδιευθυντής της ανασκαφής μαζί με τον Otto Frödin, αρχαιολόγο με σημαντική ανασκαφική εμπειρία. Ο Γουστάβος έγινε πρόεδρος της Επιτροπής Ασίνης στη Σουηδία, συμμετείχε στην ανασκαφή το φθινόπωρο του 1922 και συνέβαλε καθοριστικά στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της το 1938, οκτώ χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της.

 

Σύντομη αρχαιολογική επισκόπηση

 

Η άφιξη των πρώτων κατοίκων στην περιοχή τοποθετείται στην 6η χιλιετία π.Χ., όπως συνάγεται από την εύρεση νεολιθικών οστράκων στα βαθύτερα στρώματα των ανασκαφών στους πρόποδες της Μπαρμπούνας. Κατά την 3η χιλιετία π.Χ. (Πρωτοελλαδική περίοδος), ο οικισμός φαίνεται πως αναπτύσσεται στην Κάτω Πόλη και σε πλατώματα της ακρόπολης ενώ στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. (Μεσοελλαδική περίοδος), ο οικισμός της Κάτω Πόλης επεκτείνεται και σταδιακά καταλαμβάνει και τμήμα της νότιας πλαγιάς της Μπαρμπούνας. Ανατολικά από το Καστράκι, εκεί όπου σήμερα λειτουργεί εγκατάσταση κάμπινγκ, ανασκάφηκε τμήμα μεσοελλαδικού νεκροταφείου, όπου οι ταφές οργανώνονταν μέσα και γύρω από έναν κυκλικό λιθόκτιστο τύμβο.

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο και τον οικισμό των μυκηναϊκών χρόνων εναρμονίζονται με τη σύντομη αλλά ενδεικτική αναφορά του Ομήρου για την Ασίνη ως μια πόλη που συνδέεται άμεσα με τη θάλασσα. Η άνθηση του εμπορίου κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο και η ύπαρξη των μεγάλων ανακτόρων των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Μιδέας στην Αργολίδα φαίνεται πως έδωσαν τη δυνατότητα στους κατοίκους της παραθαλάσσιας Ασίνης να λάβουν ενεργά μέρος στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ των αργολικών ανακτόρων και των κέντρων της Μεσογείου. Από τους χρόνους αυτούς, εντοπίστηκε και ανασκάφηκε μικρό μόνο τμήμα νεκροταφείου θαλαμωτών τάφων στην ανατολική πλευρά του λόφου της Μπαρμπούνας, με πλούσια και συχνά εξωτικής προέλευσης κτερίσματα. Αντίθετα με τα ευρήματα από τους θαλαμωτούς τάφους, ο σύγχρονός τους οικισμός δεν εντυπωσιάζει. Αναπτύσσεται κυρίως στην περιοχή της Κάτω Πόλης ενώ κατάλοιπα οικιών της περιόδου έχουν βρεθεί τόσο στη νότια πλαγιά της Μπαρμπούνας όσο και στην επίπεδη έκταση στα ανατολικά από το Καστράκι.

Η ζωή στην Ασίνη συνεχίζεται και μετά το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου, χωρίς να καταγράφεται ανασκαφικά κάποια καταστροφή, εγκατάλειψη ή άλλου είδους διακοπή στην κατοίκηση. Από τους υπομυκηναϊκούς χρόνους και σε όλη τη διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου, η δραστηριοποίηση στο Καστράκι και γύρω από αυτό είναι συνεχής. Τους χρόνους αυτούς η οικονομία του οικισμού φαίνεται πως βασιζόταν κυρίως σε ό,τι πρόσφεραν η γη και η θάλασσα. Στην κορυφή της Μπαρμπούνας ανασκάφηκε μικρό ναϊκό οικοδόμημα που ήταν σε χρήση από το τέλος του 8ου έως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Ερευνητές ταύτισαν το Ιερό με εκείνο του Απόλλωνος Πυθαίου, που αναφέρεται μερικούς αιώνες αργότερα από τον Παυσανία. Σήμερα, την κορυφή του λόφου καταλαμβάνει η τσιμεντένια βάση ενός αντιαεροπορικού πολυβόλου και οχυρωματικά έργα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο τέλος της Γεωμετρικής περιόδου, γύρω στο 700 π.Χ., καταγράφεται η εγκατάλειψη της θέσης από τους κατοίκους της, ύστερα από πολιορκία των Αργείων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους, όταν δέχτηκαν επίθεση από το Άργος ως αντίποινα για τη βοήθεια που είχαν προσφέρει στους Λακεδαιμόνιους σε εκστρατεία των τελευταίων στην αργολική επικράτεια. Επιβιβάστηκαν, λοιπόν, σε πλοιάρια και σύμφωνα με την παράδοση μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Κορώνης, στον Μεσσηνιακό κόλπο, όπου ίδρυσαν νέα πόλη με το ίδιο όνομα. Η σύγχρονη έρευνα απέδειξε πως η περιοχή δεν ερημώθηκε πλήρως για τους επόμενους τέσσερις αιώνες, όπως πίστευαν οι πρώτοι ανασκαφείς. Μικρά λατρευτικά σύνολα από την ακρόπολη, ταφές των αρχών του 5ου αι. π.Χ. και αποσπασματικά ίχνη εγκατάστασης των κλασικών χρόνων στα ανατολικά του λόφου επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός ολιγάριθμου πληθυσμού στην περιοχή κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την καταγεγραμμένη «εγκατάλειψή» της.

Η ζωή στην Ασίνη οργανώνεται με επίκεντρο το Καστράκι για ακόμα μία φορά γύρω στο 300 π.Χ. Τότε κτίζονται τα τείχη που περιβάλλουν μέχρι σήμερα το λόφο. Οικίες, εργαστηριακές εγκαταστάσεις, λατρευτικά σύνολα και τάφοι χρονολογούνται την ίδια περίοδο.

Όταν ο Στράβων επισκέπτεται την Ασίνη, στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αντικρίζει ένα μικρό χωριό, ενώ έναν αιώνα αργότερα, στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ., ο Παυσανίας στη θέση της παλιάς πόλης βλέπει μόνο ερείπια. Τον 4ο και στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ., η Κάτω Πόλη κατοικείται ξανά. Νέα σπίτια κτίζονται πάνω στα ελληνιστικά συγκροτήματα κατοικιών, ορισμένα δε χρησιμοποιούν τμήματα των παλιότερων κτηρίων. Σε αυτή την περίοδο χρονολογούνται δύο μικρά λουτρά: το πρώτο, κατεστραμμένο σήμερα, βρισκόταν εξωτερικά των τειχών στα ανατολικά, και το δεύτερο διατηρείται ακόμα στο ανατολικό τμήμα της Κάτω Πόλης.

Από τότε και έως την καταγεγραμμένη παρουσία των Ενετών στην περιοχή του Τολού, κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1715), οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την Ασίνη παραμένουν λιγοστές, καθιστώντας ελλιπή κάθε προσπάθεια καταγραφής του στίγματός της στα χρόνια του Βυζαντίου. Η διαμόρφωση της κεντρικής πύλης της πόλης των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων με πλακόστρωτη πρόσβαση ίσως είναι δόκιμο να τοποθετηθεί στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους ενώ μικρής έκτασης επισκευές και μετατροπές σε μέρος των τειχών, κυρίως στα βορειοδυτικά, θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί τη Βυζαντινή περίοδο.

Κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, η Ασίνη θα καταληφθεί από το 433ο Μηχανοκίνητο Τάγμα της Μεραρχίας Πεζικού Piemonte. Η στρατηγική της θέση και ο φόβος μιας πιθανής απόβασης των Συμμάχων στις γειτονικές παραλίες του Τολού και της Πλάκας Δρεπάνου, θα οδηγήσουν στη μετατροπή του λόφου σε ένα σύγχρονο οχυρό, με παρατηρητήρια, πολυβολεία, αποθήκες υλικού, καταφύγια, τάφρους και βοηθητικά κτίσματα. Η κατασκευή τους θα καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό τα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία επιπλέον προσέφεραν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Μετά τη λήξη του πολέμου, θα διαπιστωθεί το μέγεθος της καταστροφής που, σύμφωνα με το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, ήταν «τελεία, ριζική και ολοκληρωτική».

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα ούτως ή άλλως λιγοστά εναπομείναντα κατάλοιπα υπέφεραν περαιτέρω από τη διάβρωση, την ανεξέλεγκτη βλάστηση, την έκθεση στις περιβαλλοντικές συνθήκες και την απουσία οποιουδήποτε μέτρου προστασίας και συντήρησης, συνθήκες που κατέστησαν δυσχερή για κάθε σύγχρονο επισκέπτη την ανασύσταση της διαδρομής του αρχαίου οικισμού. Η παρούσα περιήγηση θα ακολουθήσει τα μονοπάτια του διαμορφωμένου κατά το έργο ΕΣΠΑ αρχαιολογικού χώρου, με σταθμούς τα σωζόμενα αρχαία κατάλοιπα και τις πρόσφατες παρεμβάσεις, προσφέροντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να κατανοήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη μακρά ιστορία του τόπου, από το απώτερο παρελθόν έως τις μέρες μας.

 

Πρόσβαση στην αρχαία Ασίνη

 

Η αρχαία Ασίνη απέχει περίπου 15 λεπτά από την πόλη του Ναυπλίου. Από το Ναύπλιο και μέσω της λεωφόρου Ασκληπιού κινούμαστε ανατολικά έως τον κόμβο της Αγίας Ελεούσας. Στον ίδιο κόμβο καταλήγει κανείς ερχόμενος είτε από την Αθήνα, αποφεύγοντας την είσοδο στην πόλη του Ναυπλίου, είτε από την Επίδαυρο. Στην Αγία Ελεούσα επιλέγουμε την έξοδο προς Τολό/Δρέπανο. Αφού περάσουμε το χωριό Λευκάκια στα αριστερά μας, συνεχίζουμε ευθεία με κατεύθυνση προς Τολό. Έχοντας διασχίσει το χωριό της σύγχρονης Ασίνης, στον επόμενο κυκλικό κόμβο θα ακολουθήσουμε την έξοδο προς Καστράκι/Αρχαία Ασίνη. Μετά από 1.300 μ., στα αριστερά μας, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος.

 

Λόφος της Μπαρμπούνας

 

Λίγο πριν φτάσουμε στον οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο στα δεξιά μας, υψώνεται ο λόφος της Μπαρμπούνας. Στην κορυφή, στις νότιες και ανατολικές πλαγιές του έχουν εντοπιστεί οικιστικά, λατρευτικά και ταφικά κατάλοιπα, που χρονολογούνται από την 6η χιλιετία π.Χ. έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Από αυτά, ο σημερινός επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να επισκεφθεί τμήμα μόνο του μυκηναϊκού νεκροταφείου στην ανατολική πλαγιά, καθώς οι αποκαλυφθείσες αρχαιότητες είτε έχουν καταστραφεί στο παρελθόν είτε δεν είναι προσβάσιμες.

 

Μυκηναϊκό νεκροταφείο

 

Στα δεξιά του δρόμου προς Καστράκι, 650 περίπου μέτρα μετά τον κυκλικό κόμβο στην έξοδο του χωριού της Ασίνης, ένας μικρός τσιμεντοστρωμένος δρόμος οδηγεί προς την περιοχή των ανεσκαμμένων θαλαμοειδών τάφων του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Μπαρμπούνας. Λίγο πριν το τέλος του, 60 σχεδόν μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, ανοίγεται στα αριστερά του ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι. Ύστερα από 180 μ. το μονοπάτι καταλήγει σε υπό απαλλοτρίωση αγρό, όπου πραγματοποιήθηκε η σουηδική ανασκαφή των θαλαμοειδών τάφων. Κατά τη διάρκεια της περιήγησης, οι επισκέπτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί λόγω του έντονα επικλινούς εδάφους και της αυτοφυούς βλάστησης.

 

Ταφικός πίθος. 1900-1700 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

Οι αναφορές των πρώτων ανασκαφέων κάνουν λόγο για 50 εντοπισμένους θαλαμοειδείς τάφους στην ανατολική και βόρεια πλευρά του λόφου. Από αυτούς, οι μέχρι σήμερα ανεσκαμμένοι μόλις και ξεπερνούν τη δεκάδα. Το νεκροταφείο ήταν σε χρήση από την ΥΕ ΙΙΒ έως και την ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο.

Από τους λαξευμένους στον μαλακό βράχο τάφους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τάφος I. Στο θάλαμο και στις πλευρικές κόγχες του είχαν ταφεί τουλάχιστον 6-7 νεκροί, οι οποίοι συνοδεύονταν από πλήθος αντικειμένων. Στο θάλαμο οδηγούσαν δύο επικλινείς δρόμοι, οι οποίοι λαξεύτηκαν σε διαφορετικές φάσεις χρήσης του τάφου. Ο βορειότερος από αυτούς φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε, ίσως λόγω επικινδυνότητας, και κατόπιν διανοίχθηκε ο νότιος δρόμος. Σε αυτή τη φάση, ο κεντρικός θάλαμος επεκτάθηκε προς την πλευρά που κατέληγε ο νέος δρόμος. Ο ακανόνιστα κυκλικός κεντρικός θάλαμος συμπληρωνόταν από δύο πλευρικές κόγχες.

Από τον τάφο προέρχονται 80 αγγεία, εκ των οποίων 41 διακοσμημένα, σφραγιδόλιθοι και χάντρες με πρώτη ύλη από την Ινδία, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, τη Μαύρη Θάλασσα, χρυσά και χάλκινα δακτυλίδια και άλλα μικροαντικείμενα από γυαλί, φαγεντιανή, οστό και ελεφαντόδοντο. Ο τάφος έχει μακρά περίοδο χρήσης, η οποία καλύπτει όλη τη διάρκεια λειτουργίας του νεκροταφείου. Μικρό δείγμα των πλούσιων κτερισμάτων από τους θαλαμωτούς τάφους εκτίθενται σήμερα στον πρώτο όροφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου.

 

Περιήγηση στο χώρο

 

Κάτοψη της χερσονήσου Καστράκι. 1. Πύλη – 2. Εκδοτήριο-πωλητήριο – 3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου – 4. Αίθουσα πολυμέσων – 5. Κάτω Πόλη – 6. Οικία G – 7. Δεξαμενή – 8. Σπήλαιο – 9. Οικία Β – 10. Λουτρό – 11. Πιεστήριο – 12. Έκθεση ανασκαφών – 13. Στοά – 14. Ανατολική πύλη – 15. Ανατολικός πύργος – 16. Οικόπεδο Καρμανιόλα – 17. Πύργος Πρίγκιπα – 18. Πιεστήριο – 19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους – 20. Πρωτοελλαδική οικία – 21. Ιταλικό πολυβολείο – 22. Πιεστήριο – 23. Τείχη

 

  1. Πύλη

 

1. Πύλη

Μετά τις εργασίες του πρόσφατου έργου ΕΣΠΑ, η αρχαία πύλη χρησιμοποιείται και πάλι, αποτελώντας τη βασική είσοδο προς τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η επικλινής πρόσβαση στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών εξυπηρετεί τους επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες.

Η κύρια πύλη προς την πόλη βρισκόταν στο σημείο που τα τείχη συναντούσαν τον φυσικό βράχο. Ένας τετράγωνος πύργος στα βόρεια πρόσφερε περαιτέρω προστασία. Μεγάλο τμήμα από το εσωτερικό του πύργου καταστράφηκε από τη λειτουργία μιας ασβεστοκαμίνου στα ενετικά χρόνια. Η πύλη διαμορφώθηκε κατά την Ελληνιστική περίοδο, όταν κατασκευάστηκαν τα τείχη που περιβάλλουν το λόφο. Ωστόσο, η τελική της μορφή είναι το αποτέλεσμα μετασκευών με υλικό σε δεύτερη χρήση κατά τους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς και ενετικούς χρόνους. Κατά την τελευταία της φάση χαρακτηριζόταν από επικλινή πλακόστρωτη πρόσβαση που κατέληγε σε μονολιθικό κατώφλι, μήκους 2,15 μ. Η πύλη έφραζε με δίφυλλη ξύλινη θύρα, η οποία ασφάλιζε εσωτερικά με αμπάρες που στερεώνονταν στους πλάγιους τοίχους. Ο επισκέπτης περνούσε κατόπιν σε ένα εσωτερικό δωμάτιο και ίσως μέσω σκαλοπατιών έμπαινε στην τειχισμένη πόλη.

Η πύλη υπέστη σοβαρές φθορές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, έχει ανασυσταθεί η πλακόστρωτη, επικλινής πρόσβαση ενώ μια μεταλλική κλίμακα, μετά το εσωτερικό δωμάτιο, καλύπτει την υψομετρική διαφορά προς τον αρχαιολογικό χώρο.

 

  1. Εκδοτήριο-πωλητήριο

 

Αμέσως μετά την πύλη, στα αριστερά βρίσκεται το εκδοτήριο εισιτηρίων και πωλητήριο του αρχαιολογικού χώρου. Το κτήριο στεγάζεται σε μονόχωρο πετρόκτιστο κτίσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής λειτουργούσε ως μαγειρείο. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν τρεις κτιστές εστίες για την παρασκευή φαγητού στον τοίχο απέναντι από την είσοδο. Ο αύλειος χώρος μπροστά από το κτίσμα καλυπτόταν με λιθόστρωτο.

 

  1. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Το λευκό εκκλησάκι που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για έναν απλό μονόχωρο ναό, ο οποίος πιθανολογείται πως έχει κτιστεί στη θέση τρίκλιτης βασιλικής. Κατάλοιπα τοίχων, παράλληλων με τις μακριές πλευρές της εκκλησίας στα βόρεια και στα νότια, ίσως ανήκουν σε πρωιμότερη φάση του ναού. Οι πρόσφατες εργασίες αποκάλυψαν δύο ακτέριστες ταφές μεταξύ της εκκλησίας και του παράλληλου προς βορρά τοίχου. Κατά τη διάνοιξη αυλάκων για την τοποθέτηση δικτύων εξωτερικά αυτού ήρθε στο φως κεραμική από το 12ο έως το 14ο αι. και αποτμήματα επιχρισμάτων, τα οποία ίσως προέρχονται από την επένδυση των τοίχων του παλαιότερου ναού.

 

3. Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου

 

Στις 15 Αυγούστου, πλήθος κόσμου από τις γύρω περιοχές γεμίζει τον προαύλιο χώρο. Η εκκλησία υπάγεται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ασίνης.

 

  1. Αίθουσα πολυμέσων

 

Ο αύλειος χώρος μπροστά από την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου περιβαλλόταν στα νότια και στα δυτικά από μικρά δωμάτια και ημιυπαίθριους χώρους σε διάταξη Γ. Τα δωμάτια εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Ιερού Ναού και της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, παλιότερα ωστόσο προσφέρονταν για διαμονή και διανυκτέρευση των πιστών. Τα τελευταία χρόνια, η δυτική πτέρυγα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές, ορισμένοι δε τοίχοι της είχαν καταρρεύσει.

 

4. Αίθουσα πολυμέσων

 

Στο πλαίσιο του πρόσφατου έργου διαμόρφωσης, τμήμα της δυτικής πτέρυγας ανακατασκευάστηκε για να στεγάσει την αίθουσα πολυμέσων του αρχαιολογικού χώρου, όπου αναπτύσσονται ψηφιακές εφαρμογές με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της αρχαίας Ασίνης. Στη θέση του βορειότερου δωματίου της πτέρυγας, το οποίο είχε καταρρεύσει στο παρελθόν, δημιουργήθηκε ένας ημιυπαίθριος χώρος ανοικτός προς την Κάτω Πόλη και τον κόλπο του Τολού. Σε αυτή την πλευρά, εποπτικό υλικό ενημερώνει τους επισκέπτες για την περιπλάνηση του Γιώργου Σεφέρη στην Ασίνη της δεκαετίας του 1930.

 

  1. Κάτω Πόλη

 

5. Κάτω Πόλη

Από τον ημιυπαίθριο χώρο ο επισκέπτης έχει μια γενική εικόνα της περιοχής που ονομάστηκε Κάτω Πόλη από τους Σουηδούς ανασκαφείς. Σήμερα, στη θέση των πυκνών, σε μεγάλο ύψος σωζόμενων λειψάνων διαφορετικών οικοδομικών φάσεων που είχαν αποκαλυφθεί τη δεκαετία του 1920, υπάρχει ένα μεγάλο ανοιχτό σκάμμα, όπου παραμένουν ορατά ελάχιστα μόνο αρχαία κατάλοιπα, συνέπεια της ιταλικής παρουσίας και της φθοροποιού δράσης του χρόνου. Με εξαίρεση το μικρό ρωμαϊκό λουτρό μπροστά από την αίθουσα πολυμέσων, οι υπόλοιπες αρχαιότητες είτε έχουν ολοκληρωτικά καταστραφεί είτε σώζονται σε επίπεδο χαμηλής θεμελίωσης, παρουσιάζοντας ένα αποσπασματικό σύνολο που ελάχιστα ανταποκρίνεται στη διαχρονικότητα της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη.

Στο χώρο αυτό αναπτύχθηκε ο οικισμός των μεσοελλαδικών, μυκηναϊκών, ελληνιστικών, ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων της Ασίνης. Ισχνότερα ίχνη πρωτοελλαδικής και γεωμετρικής δραστηριότητας είχαν επίσης αποκαλυφθεί. Ακολουθώντας το μονοπάτι περιμετρικά της Κάτω Πόλης, ο επισκέπτης έχει πια τη δυνατότητα να αναγνωρίσει μια πιλοτική αναπαράσταση της μυκηναϊκής «Οικίας G» στα βόρεια, το στόμιο μιας ελληνιστικής δεξαμενής ενσωματωμένης κάποτε σε σύγχρονή της οικία στα δυτικά και τα κατάλοιπα της μεσοελλαδικής «Οικίας B» και του υστερορωμαϊκού λουτρού στα ανατολικά.

 

Πήλινο γυναικείο ειδώλιο από την Κάτω Πόλη, 3ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Οικία G

 

6. Οικία G

Στο βόρειο τμήμα της Κάτω Πόλης τη δεκαετία του 1920 ήρθε στο φως η μεγαλύτερη οικία του μυκηναϊκού οικισμού της Ασίνης, η λεγόμενη «Οικία G». Ο βασικός πυρήνας του σπιτιού αποτελείτο από μια υπόστυλη αίθουσα με δύο κεντρικούς κίονες και προθάλαμο, στοιχεία που κατατάσσουν το κτήριο στις μεγαροειδούς τύπου οικίες. Η τελική μορφή της διαμορφώθηκε με την προσθήκη δωματίων γύρω από τον κεντρικό χώρο της υπόστυλης αίθουσας, σχηματίζοντας ένα συγκρότημα δωματίων με εντατική χρήση στη Μέση και Ύστερη ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο. Το συγκρότημα μάλιστα που εκτεινόταν στα ανατολικά της «Οικίας G», η λεγόμενη «Οικία Η», θεωρείται πλέον, και κατόπιν της σύγχρονης επεξεργασίας των σχεδίων και των ημερολογίων των παλιών ανασκαφών, ως επέκτασή της, με συνεχή χρήση έως και τους γεωμετρικούς χρόνους.

Τα ευρήματα από την «Οικία G» υποδηλώνουν πως στο εσωτερικό της στεγάζονταν πολλαπλές δραστηριότητες. Σε συνάρτηση με κτιστό θρανίο στη βορειοανατολική γωνία της υπόστυλης αίθουσας, βρέθηκε αριθμός αντικειμένων με λατρευτική πιθανότατα χρήση. Μεταξύ αυτών ένας κέρνος, ένας λίθινος πέλεκυς, ειδώλια και η περίφημη πήλινη κεφαλή του «Άρχοντα της Ασίνης». Η εστία που βρισκόταν στην απέναντι γωνία του δωματίου θα χρησίμευε για λατρευτικές πρακτικές αλλά και για οικιακή χρήση, όπως εξάλλου και τα πολλά μαγειρικά αγγεία. Κάποια από τα δωμάτια ήταν αποθήκες. Η εύρεση τέλος ενός καλουπιού για την κατασκευή περονών στο ίδιο περιβάλλον υποδηλώνει την άσκηση και παραγωγικών δραστηριοτήτων.

 

«Ο άρχοντας της Ασίνης». Μυκηναϊκοί χρόνοι. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Δεξαμενή

 

7. Δεξαμενή

Λίγο πριν ολοκληρωθεί η περιήγηση γύρω από το μεγάλο σκάμμα της Κάτω Πόλης, στα νοτιοανατολικά, ξεκινά μια ξύλινη κλίμακα με κατεύθυνση προς τα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Στα αριστερά της, ένας λαξευμένος στον μαλακό βράχο διάδρομος καταλήγει σε μια τρίχωρη, υπόγεια δεξαμενή. Ο διάδρομος ανοίχτηκε κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, όταν η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε ως χώρος αποθήκευσης στρατιωτικού υλικού, προκειμένου να συνδεθεί με το γειτονικό χαράκωμα. Τότε καταστράφηκε και το δυτικό τοίχωμα της δεξαμενής, ώστε να δημιουργηθεί η πρόσβαση στο χώρο αποθήκευσης.

Η δεξαμενή έχει συνολικό μήκος 9,40 μ. και μέγιστο πλάτος 1,70 μ. Αποτελείται από τρεις θαλάμους, εκ των οποίων ο κεντρικός είναι μεγαλύτερος, με βάθος 5 μ. Στην οροφή διέθετε στόμιο. Το δάπεδό της ήταν βοτσαλωτό, με κατωφερή κλίση προς μια λεκάνη καθίζησης για τη συγκέντρωση των χωμάτων. Στον κεντρικό θάλαμο προστέθηκαν δύο μικρότεροι, πλευρικοί θάλαμοι, οι οποίοι αύξησαν τη χωρητικότητά της στα 23 κυβ.μ. Επάλληλα στρώματα υδραυλικού κονιάματος στην επιφάνεια των τοίχων εξασφάλιζαν τη στεγανοποίηση της δεξαμενής. Στην επιφάνεια, δίπλα στο στόμιο, είχε κτιστεί μια ορθογώνια λεκάνη.

 

  1. Σπήλαιο

 

Συνεχίζοντας την ανηφορική, ξύλινη κλίμακα και προσπερνώντας μια βάση πολυβόλου στα δεξιά, καταλήγουμε στην είσοδο ενός τεχνητού σπηλαίου, στα ριζά του βράχου της ακρόπολης. Το σπήλαιο διανοίχτηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα ιταλικά στρατεύματα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο και χώρος αποθήκευσης υλικού. Στο εσωτερικό του αναπτύσσεται μια μικρή έκθεση για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αργολίδα με πληροφοριακό, εποπτικό υλικό και μικροαντικείμενα της εποχής.

 

8. Σπήλαιο

 

  1. Οικία Β

 

9. Οικία Β

Επιστρέφουμε στο κεντρικό μονοπάτι και στη νοτιοανατολική πλευρά της Κάτω Πόλης. Εδώ διατηρείται σε επίπεδο χαμηλού θεμελίου ένα κτήριο που αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες περιόδους της αρχαίας Ασίνης. Πρόκειται για την «Οικία Β», η οποία χρονολογείται στην τελευταία φάση των μεσοελλαδικών χρόνων. Την εποχή της ανακάλυψής της οι τοίχοι της διατηρούνταν σε ύψος μεγαλύτερο του ενός μέτρου.

Η οικία έχει ακανόνιστο, μάλλον τραπεζιόσχημο σχήμα και 13 μακρόστενα δωμάτια. Τα θεμέλιά της ήταν ισχυρά, κτισμένα από λίθους, ενώ η ανωδομή της από ωμή πλίνθο. Το μικρό πλάτος των δωματίων επέτρεπε την κάλυψη του κτηρίου με επίπεδη στέγη. Πιθανότατα διατηρούσε και δεύτερο όροφο. Φαίνεται μάλιστα πως κατοικούνταν από περισσότερες της μίας οικογένειες, καθώς υπάρχουν πολλαπλές είσοδοι και αρκετές θέσεις εντός του ίδιου συγκροτήματος για προετοιμασία φαγητού και αποθήκευση, ώστε κάθε οικογένεια να διατηρεί ένα στοιχειώδες επίπεδο αυτονομίας.

Η οικία ήταν τμήμα μιας μικρής, παράκτιας κοινότητας που αριθμούσε 380-500 κατοίκους. Αναπτύχθηκε αρχικά στην περιοχή της Κάτω Πόλης και αργότερα επεκτάθηκε προς τους πρόποδες του λόφου της Μπαρμπούνας, λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Τα σπίτια ήταν ανεξάρτητα και χωρίζονταν μεταξύ τους με στενούς διαδρόμους και αυλές.

 

  1. Λουτρό

 

Η άμεση γειτνίαση του μικρού λουτρού με τη μεσοελλαδική «Οικία Β», από την οποία το χωρίζουν σχεδόν 2.000 χρόνια, είναι μια μικρή μόνο ένδειξη της διαχρονικότητας της κατοίκησης στην Κάτω Πόλη της Ασίνης, όπως τη διαπίστωναν καθημερινά οι πρώτοι ανασκαφείς. Το λουτρό κτίστηκε στο τέλος του 4ου-αρχές 5ου αι. μ.Χ., την ίδια εποχή με τρία ακόμα σπίτια της Κάτω Πόλης ίδιου προσανατολισμού, που δεν διατηρούνται πια. Αποτελείται από τέσσερις κύριες αίθουσες, παρατεταγμένες στον άξονα Βορρά-Νότου. Για τους θερμότερους χώρους επιλέχθηκαν οι αίθουσες στα νότια, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν καλύτερη εκμετάλλευση της ηλιοφάνειας, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. Το συγκρότημα διέθετε μια ορθογώνια αίθουσα στα βόρεια, η οποία έχει ερμηνευθεί ως αποδυτήριο. Ακολουθούσε η αίθουσα για το ψυχρό λουτρό με δύο ατομικούς λουτήρες στα ανατολικά (frigidarium). Με τη μικρή αίθουσα του χλιαρού λουτρού στη συνέχεια (tepidarium), η μετάβαση προς τις αίθουσες με το θερμό λουτρό γινόταν πιο ομαλά. Ο επισκέψιμος χώρος του συγκροτήματος ολοκληρωνόταν με το θερμό λουτρό (caldarium), στο οποίο είχαν προστεθεί επίσης δύο ατομικοί λουτήρες. Αργότερα φαίνεται πως συμπληρώθηκε ένα ακόμα δωμάτιο στα δυτικά της αίθουσας με το χλιαρό λουτρό, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως αίθουσα ξηράς αφίδρωσης (laconicum).

 

10. Λουτρό

 

Για τη θέρμανση του δωματίου του θερμού λουτρού χρησιμοποιούνταν το σύνηθες στα ρωμαϊκά χρόνια σύστημα διοχέτευσης θερμού αέρα στο υπόγειο και στους τοίχους της αίθουσας. Η φωτιά άναβε εξωτερικά, στα νότια του συγκροτήματος. Ο θερμός αέρας κυκλοφορούσε στο υπόγειο μεταξύ χαμηλών πεσσίσκων που στήριζαν το δάπεδο (υπόκαυστο) και πίσω από τους τοίχους, μέσω αεραγωγών και του κενού που δημιουργούσαν οι πήλινες πλάκες με αποφύσεις, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε απόσταση από το κυρίως σώμα του τοίχου.

Οι μικρές διαστάσεις του λουτρού δεν επέτρεπαν την ταυτόχρονη χρήση του σε περισσότερους από πέντε λουόμενους.

 

  1. Πιεστήριο

 

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης στην Κάτω Πόλη, μπορούμε πια να ανηφορίσουμε προς τη βραχώδη κορυφή του λόφου, την ακρόπολη. Μπροστά μας προβάλλει η μνημειώδης πετρόκτιστη κλίμακα, η οποία κατασκευάστηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στο λόφο. Η κλίμακα, καθώς παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ανακατασκευάστηκε στο πλαίσιο του έργου ΕΣΠΑ, ακολουθώντας κατά το δυνατόν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της ιταλικής κατασκευής.

Κατά τις εργασίες ανακατασκευής της κλίμακας και σύνδεσής της με τις διαδρομές της Κάτω Πόλης, αποκαλύφθηκε τμήμα πιεστηρίου ελληνιστικών χρόνων. Η έρευνα περιορίστηκε στην περιοχή διέλευσης του διαδρόμου κίνησης των επισκεπτών. Στο σημείο αυτό αποφασίστηκε η τοποθέτηση μεταλλικής πεζογέφυρας, προκειμένου να είναι ορατή η εργαστηριακή εγκατάσταση.

 

11. Πιεστήριο

 

Το νέο πιεστήριο ήρθε να προστεθεί σε αυτά που είχαν εντοπιστεί και ανασκαφεί κατά τις έρευνες του προηγούμενου αιώνα στην Κάτω Πόλη και στην ακρόπολη, επιβεβαιώνοντας την ενασχόληση των κατοίκων της ελληνιστικής Ασίνης με αγροτικές δραστηριότητες. Από το κτήριο ερευνήθηκε το νοτιοανατολικό τμήμα του δωματίου όπου γινόταν η συμπίεση του καρπού. Διατηρείται η ελαφρώς υπερυψωμένη ημικυκλικής κάτοψης βάση πίεσης στα ανατολικά και η κυκλική δεξαμενή στα δυτικά. Σε αυτήν κατέληγε το παραγόμενο υγρό, μέσω του επικλινούς, καλυμμένου με κονίαμα, δαπέδου. Η χρήση κονιάματος στο δάπεδο και η απουσία αυλάκων διοχέτευσης του υγρού προς τη δεξαμενή οδηγούν στην υπόθεση πως το πιεστήριο πιθανότατα προοριζόταν για την παραγωγή κρασιού. Σε χαμηλότερο επίπεδο στα βόρεια βρέθηκε η λίθινη βάση, όπου στερεωνόταν ο ξύλινος μηχανισμός συμπίεσης. Όλη η έκταση του δωματίου καλυπτόταν από πήλινες κεραμίδες από την κατάρρευση της στέγης. Το δωμάτιο εκτεινόταν περαιτέρω στα δυτικά και βόρεια. Ο τοίχος που δίνει την εντύπωση πως ορίζει το χώρο στα δυτικά είναι μεταγενέστερος, καθώς θεμελιώνεται πάνω από το στρώμα των κεραμίδων, στοιχείο που μπορεί να διακρίνει ο επισκέπτης κοιτάζοντάς τον από τα ανατολικά.

 

  1. Έκθεση ανασκαφών

 

12. Έκθεση ανασκαφών

Αφού ανέβουμε τη μνημειώδη πετρόκτιστη κλίμακα, ακολουθούμε την προτεινόμενη διαδρομή προς τα αριστερά (βόρεια), προκειμένου να ξεκινήσει η περιήγησή μας γύρω από το λόφο. Μετά τη μεταλλική γέφυρα, προβάλλει μπροστά μας ένα μικρό μονόχωρο ιταλικό κτήριο, το οποίο έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο. Τμήμα των ενετικών τειχών της ακρόπολης αποτελεί τον πίσω τοίχο του κτηρίου. Οι Ιταλοί μιμήθηκαν την οδοντωτή απόληξη των ενετικών τειχών κατά την προσθήκη καθ’ ύψος του νέου τοίχου, ώστε να μην είναι ορατή η νέα κατασκευή από τα βόρεια.

Στο εσωτερικό του κτηρίου αναπτύσσεται μικρή έκθεση με πλούσιο εποπτικό υλικό και τίτλο «Ανασκάπτοντας την αρχαία Ασίνη», η οποία περιγράφει την ανασκαφική διαδικασία μέσα από το παράδειγμα της σουηδικής αποστολής στην Ασίνη. Ανασκαφικά εργαλεία και αντικείμενα από την περίοδο των ανασκαφών της δεκαετίας του 1920 συμπληρώνουν την έκθεση. Στην επιφάνεια του πίσω τοίχου του κτίσματος έχουν διατηρηθεί τα συνθήματα που είχαν γραφτεί από παλιότερους επισκέπτες της Ασίνης. Εξωτερικά του κτηρίου, απέναντι από την είσοδο, υπάρχει ένα από τα κόσκινα που είχαν χρησιμοποιήσει οι Σουηδοί ανασκαφείς.

 

  1. Στοά

 

Βγαίνοντας από τον μικρό εκθεσιακό χώρο, συνεχίζουμε προς τα δεξιά, ακολουθώντας το μονοπάτι που περιτρέχει την ακρόπολη. Στα αριστερά μας βρίσκεται πάντα η εσωτερική πλευρά των τειχών. Η διαδρομή μάς οδηγεί στην ανατολική πλαγιά του λόφου, περνώντας αρχικά μέσα από το εσωτερικό ενός επιμήκους κτηρίου, το οποίο έχει ερμηνευθεί ως στοά. Το κτήριο, όταν αποκαλύφθηκε από τους Σουηδούς, ήταν ήδη σε αποσπασματική κατάσταση, καθώς η βορειοανατολική πλευρά του είχε καταστραφεί κατά την κατασκευή του ενετικού τείχους. Φθορές είχαν πιθανότατα προκληθεί και στο εσωτερικό του οικοδομήματος από ατεκμηρίωτες ανασκαφικές εργασίες, που φαίνεται πως είχαν πραγματοποιηθεί στις αρχές του 20ού αι.

Το κτήριο είχε μήκος μεγαλύτερο των 23 μ., στον άξονα Β-Ν, και πλάτος 9 μ. Αποτελούνταν από τετράγωνο προθάλαμο στα νότια και κυρίως αίθουσα με δύο σειρές τεσσάρων κιόνων στον άξονα. Τα δύο δωμάτια επικοινωνούσαν με θύρα πλάτους 2,5 μ. Χαρακτηρίζεται από τους ανασκαφείς ως στοά, πιθανόν ρωμαϊκών χρόνων, ανοικτή στα ανατολικά. Σήμερα, διατηρούνται μόνο ελάχιστα ίχνη του δυτικού τοίχου και οι απαραίτητες για την κατασκευή του κτηρίου λαξεύσεις στον φυσικό βράχο.

 

Πήλινη πυξίδα γεωμετρικών χρόνων. Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Φωτ.: Αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας / ΥΠΠΟΑ – ΤΑΠ.

 

  1. Ανατολική πύλη

 

Καθώς συνεχίζουμε την πορεία μας προς τα νότια, προς την πλευρά της θάλασσας, είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε τις διαφορές στον τρόπο κατασκευής του τείχους της ακρόπολης που υψώνεται στα αριστερά μας. Στο τμήμα αυτό είναι σαφής η ενετική προσθήκη, με χαρακτηριστικά δομικά στοιχεία τις μικρές πέτρες, τα εμβόλιμα θραύσματα πήλινων κεραμίδων και το συνδετικό κονίαμα.

Το σημείο της διαδρομής που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο συμπίπτει με την περιοχή της εισόδου στην ακρόπολη. Πλησιάζοντας προσεκτικά στα τείχη, θα παρατηρήσουμε πως εδώ καταλήγει λίθινη κλίμακα, πλάτους 3,5 μ., η οποία βαίνει παράλληλα με την εξωτερική πλευρά των τειχών. Από αυτή διατηρούνται 15 σκαλοπάτια. Η κλίμακα στηρίζεται σε όμορφα κτισμένο πολυγωνικό τοίχο, τον οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε κατά την περιήγησή μας εξωτερικά των τειχών.

Στις πρώτες ανασκαφικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι η κλίμακα οδηγούσε σε κατώφλι μήκους 2 μ. και πλάτους 50 εκ. Στη μία άκρη του υπήρχε υποδοχή για τη στερέωση του άξονα της ξύλινης πόρτας. Το τμήμα αυτό του τείχους συμπληρώθηκε καθ’ ύψος κατά την ιταλική κατοχή με την τοποθέτηση λίθων εν ξηρώ.

 

  1. Ανατολικός πύργος

 

15. Ανατολικός πύργος

Κατά την αρχαιότητα η προστασία της πρόσβασης προς την ακρόπολη ενισχυόταν από δύο τετράπλευρους πύργους εκατέρωθεν, στα βόρεια και στα νότια. Ο νότιος πύργος, σωζόμενου ύψους 9,5 μ., είναι μέχρι σήμερα το πιο εμβληματικό μνημείο της Ασίνης. Αφού ανέβουμε μερικά ξύλινα σκαλοπάτια μετά την είσοδο της ακρόπολης, βρισκόμαστε στην επάνω πλευρά του. Στα δεξιά μας προσπεράσαμε το στόμιο μιας από τις πολλές δεξαμενές της πόλης.

Ο πύργος στεφόταν με χαμηλό παραπέτο, ελάχιστα μέλη του οποίου βρίσκονται πια στη θέση τους. Το δάπεδό του καλυπτόταν από μεγάλες, επίπεδες πλάκες ασβεστολίθου. Η στιβαρότητα, το ύψος, χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες της κατασκευής του είναι ορατά από την εξωτερική πλευρά των τειχών. Θα επανέλθουμε σε αυτά κατά την περιήγηση περιμετρικά της ακρόπολης.

 

  1. Οικόπεδο Καρμανιόλα

 

16. Οικόπεδο Καρμανιόλα

Η εγκατάσταση κάμπινγκ που λειτουργεί στα ανατολικά της ακρόπολης, μπροστά από τον πύργο, καλύπτει την ιδιοκτησία Καρμανιόλα, όπου τη δεκαετία του 1970 διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα. Στη θέση αυτή αποκαλύφθηκε τμήμα ενός σημαντικού νεκροταφείου των μεσοελλαδικών χρόνων, το οποίο αποτελείτο από έναν λίθινο κυκλικό τύμβο με ταφές σε κιβωτιόσχημους τάφους και πίθους. Το εύρημα μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως στην Ασίνη του τέλους της Μεσοελλαδικής περιόδου υπήρχε μια ομάδα κατοίκων, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να ανεγείρουν ταφικά μνημεία αυτού του μεγέθους, διαφοροποιούμενοι με αυτή τους την επιλογή από τα μέλη της υπόλοιπης κοινότητας.

Τα αποτελέσματα της ανασκαφής στο οικόπεδο Καρμανιόλα είναι σημαντικά για δύο ακόμα λόγους: Στην περιοχή ήρθαν στο φως σπίτια του τέλους της Μυκηναϊκής περιόδου, τα οποία συνέχισαν να κατοικούνται και από τις επόμενες γενιές χωρίς κάποια ξαφνική διακοπή από βίαιο συμβάν ή εγκατάλειψη, όπως συμβαίνει μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων σε άλλες θέσεις. Ταυτόχρονα, στα ανώτερα στρώματα της ανασκαφής βρέθηκαν λίγα ίχνη οικιστικής εγκατάστασης της περιόδου 500-225 π.Χ. και αριθμός κιβωτιόσχημων τάφων του α’ μισού του 5ου αι. π.Χ., ανατρέποντας τα μέχρι τότε δεδομένα της έρευνας, σύμφωνα με τα οποία η Ασίνη μετά την επίθεση του Άργους το 700 π.Χ. είχε εγκαταλειφθεί.

Οι αρχαιότητες διατηρήθηκαν σε κατάχωση.

 

  1. Πύργος Πρίγκιπα

 

17. Πύργος Πρίγκιπα

Συνεχίζουμε την ανάβαση προς την ακρόπολη, ακολουθώντας το κατασκευασμένο από ξύλινα στοιχεία μονοπάτι. Στα αριστερά και έως τη χερσόνησο «Νησί» στην απέναντι πλευρά, απλώνεται η παραλία της Πλάκας Δρεπάνου. Την 6η χιλιετία π.Χ., η ακτογραμμή εκτεινόταν σχεδόν 700 μ. βορειότερα, σύμφωνα με τον Zangger.

Από αυτό το σημείο και έως τον «Πύργο του Πρίγκιπα», το μονοπάτι διαμορφώθηκε μέσα στο παλιό ιταλικό χαράκωμα. Στα αριστερά, 70 μ. περίπου μετά το χώρο στάσης και θέασης, προβάλλει ένας τετράγωνος πύργος του ελληνιστικού τείχους, που σώζεται σε ύψος 4 δόμων.

Ο πύργος είναι κτισμένος κατά το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας από ντόπιο, γκρίζο ασβεστόλιθο. Σε αντίθεση με την ανατολική, εύκολα προσβάσιμη πλευρά της ακρόπολης, η βραχώδης και απόκρημνη νότια πλαγιά του λόφου δεν απαιτούσε στιβαρές κατασκευές. Εδώ, τα τείχη έχουν χαμηλό ύψος και μικρούς πύργους για την ενίσχυσή τους. Ο πύργος που βρίσκεται μπροστά μας ονομάστηκε από τους Σουηδούς «ο Πύργος του Πρίγκιπα» καθώς στην ανασκαφή του είχε λάβει μέρος ο πρίγκιπας Γουστάβος. Στη βόρεια πλευρά του, το στόμιο μιας ακόμα δεξαμενής καλύπτεται με γυάλινο στέγαστρο.

 

  1. Πιεστήριο

 

Φτάνουμε στο πιο ψηλό σημείο της διαμορφωμένης διαδρομής, όπου συναντάμε τα κατάλοιπα ενός ορθογωνίου δωματίου διαστάσεων 3,5×5,5 μ. Για την κατασκευή του έχει επιπεδοποιηθεί ο φυσικός βράχος, ο οποίος αποτέλεσε τμήμα του δαπέδου και των τοίχων του. Όπου ήταν απαραίτητο, το δάπεδο συμπληρώθηκε με επίπεδους λίθους και επιστρώθηκε με κονίαμα. Στο κέντρο σχεδόν του δωματίου έχει αφεθεί υπερυψωμένη κυκλικής κάτοψης επιφάνεια με ορθογώνια εγκοπή. Το δάπεδο του δωματίου έχει κλίση προς δύο δεξαμενές, βάθους 67 εκ. και 50 εκ., οι οποίες διανοίχτηκαν στον φυσικό βράχο, η πρώτη κοντά στον ανατολικό τοίχο και η δεύτερη στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου. Τα τοιχώματά τους συμπληρώθηκαν με μικρά τεμάχια κεραμίδων και κονίαμα. Στον πυθμένα τους βρέθηκαν θραύσματα μεγάλων, άβαφων αγγείων.

 

18. Πιεστήριο

 

Το δωμάτιο χρονολογείται στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Λειτουργούσε ως πιεστήριο για την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Στη βάση που βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου προσαρμοζόταν πιθανότατα ο ξύλινος εξοπλισμός για το σύστημα συμπίεσης του καρπού. Το παραγόμενο υγρό θα κατέληγε, κυλώντας πάνω στο κατωφερές δάπεδο, στις δύο δεξαμενές.

 

  1. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

 

19. Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους

Κατεβαίνοντας τα λίγα σκαλοπάτια που συναντάμε στα δυτικά του πιεστηρίου, φτάνουμε σε μια μεγάλη για τα δεδομένα της ακρόπολης της Ασίνης επίπεδη έκταση, η οποία αποκαλείται «Πλάτωμα πολυγωνικού τείχους». Η ονομασία προέρχεται από το όμορφα κατασκευασμένο τείχος των ελληνιστικών χρόνων, που κτίστηκε μεταξύ δύο βράχων, προκειμένου να συγκρατηθεί η επίχωση και να διαμορφωθεί το τεχνητό αυτό πλάτωμα. Στην πλευρά αυτή έχει τοποθετηθεί ψηλό μεταλλικό κιγκλίδωμα για την προστασία των επισκεπτών. Το ελληνιστικό τείχος είναι ορατό μόνο από το δρόμο που οδηγεί από το Καστράκι στο Τολό. Πιθανότατα αντικατέστησε προηγούμενη αναλημματική κατασκευή, καθώς στο πλάτωμα αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής και της Μεσοελλαδικής περιόδου.

 

  1. Πρωτοελλαδική οικία

 

Σήμερα, στη νοτιανατολική πλευρά του πλατώματος διατηρείται το περίγραμμα ενός μικρού δωματίου, το οποίο ανήκε σε μεγαλύτερων διαστάσεων πρωτοελλαδική οικία. Στο δάπεδο της οικίας είχαν κατόπιν ανοιχθεί δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι των μεσοελλαδικών χρόνων.

 

20. Πρωτοελλαδική οικία

 

  1. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στη νότια πλευρά του πλατώματος, την περίοδο της ιταλικής κατοχής, κτίστηκε ένα ακόμα παρατηρητήριο-πολυβολείο. Το κτίσμα, ενσωματωμένο στο βραχώδες περιβάλλον, παρείχε πλήρη κατόπτευση του Αργολικού κόλπου. Διακοσμημένο με βοτσαλωτό δάπεδο, διατηρεί μέχρι σήμερα ίχνη από τις εγχάρακτες ιταλικές επιγραφές.

 

21. Ιταλικό πολυβολείο

 

Στα δεξιά αναγραφόταν το όνομα του τάγματος που στρατοπέδευσε στην Ασίνη και στα αριστερά η ημερομηνία που κτίστηκε το πολυβολείο, 9 Μαρτίου 1942. Χαρακτηριστική είναι η παράλληλη αναγραφή της χρονολογίας κατασκευής και με το φασιστικό σύστημα μέτρησης του χρόνου. Σύμφωνα με αυτό, το 1942 είναι το έτος ΧΧ (20), με αφετηρία τη χρονιά που ο Μουσολίνι πραγματοποίησε την πορεία του προς τη Ρώμη. Στο πολυβολείο κατέληγαν χαρακώματα, τα οποία περιέτρεχαν το λόφο και συνέδεαν τις διάφορες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

 

  1. Πιεστήριο

 

22. Πιεστήριο

Πριν ξεκινήσει η κατάβαση από τη δυτική πλευρά της ακρόπολης, θα παρακάμψουμε τη βασική διαδρομή, προκειμένου να επισκεφθούμε ένα ακόμα πιεστήριο ελληνιστικών χρόνων. Αμέσως μετά τη στάση θέασης και ανάπαυσης με το ημικυκλικό παγκάκι, θα ακολουθήσουμε το χωμάτινο, αρχικά ανηφορικό μονοπάτι προς τα νοτιοανατολικά. Έπειτα από περίπου 70 μ. θα φτάσουμε στο πιεστήριο.

Όταν ανακαλύφθηκε αποτελούνταν από συνεχόμενους χώρους που εκτείνονταν σε διαφορετικά επίπεδα στην πλαγιά του λόφου, σε μήκος μεγαλύτερο των 13 μ.

Στο ανώτερο επίπεδο διακρίνεται σήμερα ο χώρος, όπου γινόταν η διαδικασία της συμπίεσης. Η διάταξη των σταθερών εγκαταστάσεων μοιάζει αρκετά με εκείνη του πιεστηρίου που συναντήσαμε πριν από την κλίμακα ανόδου προς την ακρόπολη, ως προς τη διάταξη τριών βασικών στοιχείων: της επιφάνειας πίεσης, της δεξαμενής και του μέλους με τις δύο ορθογώνιες υποδοχές, όπου θα στερεωνόταν ο εξοπλισμός συμπίεσης. Το δάπεδο του χώρου σχηματιζόταν από μικρά τεμάχια κεραμίδων, συνδεδεμένα και καλυμμένα με κονίαμα. Η κλίση του δαπέδου οδηγούσε το υγρό προς τη μικρή, τετράπλευρη δεξαμενή, βάθους 55 εκ., μέσω δύο οπών που είχαν ανοιχθεί στο υπερυψωμένο χείλος της. Το μέλος με τις υποδοχές για τη στερέωση του εξοπλισμού συμπίεσης βρίσκεται στην ίδια ευθεία με την επιφάνεια πίεσης, 20 εκ. χαμηλότερα από το δάπεδο του δωματίου. Η είσοδος στο συγκρότημα γινόταν από τα νότια, όπου βρέθηκε λίθινο κατώφλι μήκους 1,35 μ. με δύο εγκοπές στις άκρες για την τοποθέτηση των αξόνων της θύρας.

Η ύπαρξη πιεστηρίων στην ακρόπολη της Ασίνης, σε μέρος βραχώδες και δυσπρόσιτο, όπου η μεταφορά του αγροτικού προϊόντος θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και χρονοβόρα, δημιουργεί εύλογες απορίες. Κατά την B. Wells, η Ασίνη των ελληνιστικών χρόνων ήταν ένα οχυρωμένο χωριό, όπου μέρος της καλλιέργειας θα μπορούσε να γίνεται και εντός των τειχών. Στην περίπτωση αυτή, τα τείχη θα λειτουργούσαν και ως αναλημματικοί τοίχοι για τη συγκράτηση των χωμάτων και τη δημιουργία εκτάσεων για την καλλιέργεια ελαιόδεντρων, αμπελιών ή σιτηρών. Στη φροντίδα τους θα συνέβαλλαν και οι πολλές δεξαμενές νερού που έχουν εντοπιστεί στην πόλη.

 

  1. Τείχη

 

23. Τείχη

Μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης εντός των τειχών της Ασίνης και βγαίνοντας από την αρχαία πύλη της πόλης, ο επισκέπτης μπορεί να ακολουθήσει τον αμαξιτό δρόμο προς ανατολικά και κατόπιν νότια, έως την παραλία της Πλάκας. Από εδώ θα έχει τη δυνατότητα να δει την ισχυρή ελληνιστική οχύρωση, την είσοδο προς την ακρόπολη και να θαυμάσει τον εντυπωσιακό ανατολικό πύργο. Ταυτόχρονα, με ευκολία θα διακρίνει τις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις του τείχους.

Αμέσως μετά την πύλη και στρέφοντας το βλέμμα ψηλά στο βράχο, στο σημείο όπου βρίσκεται το ιταλικό κτίσμα με τον μικρό εκθεσιακό χώρο, ο παρατηρητικός επισκέπτης θα διαπιστώσει ότι το τείχος εμφανίζει τρεις διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις. Στο κατώτερο τμήμα, οι μεγάλοι δόμοι κατά το πολυγωνικό σύστημα κτίστηκαν την Ελληνιστική περίοδο και ανήκουν στην πρώτη φάση του. Κατά τη Β’ Ενετοκρατία, το τείχος συμπληρώθηκε καθ’ ύψος με μικρούς λίθους, κεραμίδες και κονίαμα. Σε αυτή τη φάση, το τείχος στεφόταν με οδοντωτή απόληξη. Την περίοδο της Κατοχής, όταν δημιουργήθηκε το ιταλικό κτίσμα, το τείχος υψώθηκε ακόμα περισσότερο. Για την αποτελεσματικότερη κάλυψη και απόκρυψη της κατασκευής, οι Ιταλοί μιμήθηκαν τον τρόπο δόμησης και την οδοντωτή απόληξη της ενετικής φάσης.

Ο δρόμος συνεχίζει να περιτρέχει το βράχο της Ασίνης, περνώντας έξω από τα τείχη. Στην ανατολική πλευρά αρχικά ξεχωρίζει ο ισχυρός αναλημματικός τοίχος της κλίμακας που οδηγούσε στην πύλη της ακρόπολης. Είναι κτισμένος με μεγάλα μέλη από ασβεστόλιθο κατά το πολυγωνικό σύστημα. Το κατώτερο τμήμα της κλίμακας δεν διατηρείται. Στην περιοχή αυτή οι πρώτοι ανασκαφείς αναφέρουν την ύπαρξη ενός ρωμαϊκού λουτρού με υπόκαυστα, χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Το λουτρό καταστράφηκε κάποια στιγμή μετά την αποκάλυψή του, ίσως κατά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου, ο οποίος αντικατέστησε παλιότερο, στενό μονοπάτι.

Μπροστά από την κλίμακα προβάλλει ο μεγάλος ανατολικός πύργος του τείχους. Ο πύργος σήμερα φτάνει τα 9,5 μ., ύψος που δεν πρέπει να απέχει πολύ από το αρχικό του, καθώς πιθανολογείται η ύπαρξη ενός μόνο επιπλέον δόμου. Στη βάση του εξέχει από τα τείχη 5,5 μ. και 7 μ. στα βόρεια και νότια αντίστοιχα, ενώ η ανατολική του πλευρά έχει μήκος 10,3 μ. Αποτελείται από 14 δόμους πολυγωνικών λίθων. Οι δύο κατώτεροι δόμοι έχουν βαθμιδωτή διάταξη. Πάνω από αυτούς, οι γωνίες του πύργου έχουν κοπεί διαγώνια και στις ακμές τους έχει χαραχτεί κατακόρυφη ταινία. Η διαμόρφωση αυτή ακολουθείται σε οκτώ συνεχείς δόμους. Η βαθμιδωτή διάταξη των κατώτερων δόμων συμβάλλει στη στατική επάρκεια του πύργου, ο οποίος συγκρατεί στο εσωτερικό του μεγάλο όγκο χώματος. Η διαγώνια διαμόρφωση των σημείων ένωσης των πλευρών του πύργου θεωρήθηκε ότι αποσκοπούσε στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των πολιορκητικών κριών, καθώς πιθανή προσβολή των γωνιαίων λίθων οδηγεί ταχύτερα στην κατάρρευση όλου του οικοδομήματος. Η χάραξη των κατακόρυφων ταινιών βοήθησε τους τεχνίτες κατά τις οικοδομικές εργασίες.

Τα τείχη της Ασίνης κτίστηκαν στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Αρκετοί μελετητές έχουν εκφράσει την άποψη πως η κατασκευή τους αποτελούσε μέρος του φιλόδοξου προγράμματος του Δημητρίου Πολιορκητή, γιου του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος κυριαρχούσε στο Αιγαίο τα χρόνια γύρω από το 300 π.Χ.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Dietz S., Asine II Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Middle Helladic Cemetery, The Middle Helladic and Early Mycenaean Deposits, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:2, Stockholm 1980.
  • Frizell B.S., An Early Mycenean Settlement at Asine: The Late Helladic IIB-IIIA: 1 Pottery, Göteborg 1980.
  • Frödin O. / A.W. Persson, ASINE Results of the Swedish Excavations 1922-1930, Stockholm 1938.
  • Hägg R., «The House Sanctuary at Asine revisited», στο R. Hägg / N. Marinatos (επιμ.), Sanctuaries and Cults in the Aegean Bronze Age. Proceedings of the First International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 12-13 May, 1980, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 28, Stockholm 1981, σ. 91-94.
  • Hägg R., «Funerary meals in the Geometric necropolis at Asine», στο R. Hägg (επιμ.), The Greek Renaissance of the eight century BC: tradition and innovation. Proceedings of the Second International Symposium at the Swedish Institute in Athens, 1-5 June, 1981, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 30, Stockholm 1983, σ. 189-193.
  • Hägg R. / Nordquist G.C. / Wells B. (επιμ.), Asine III. Supplementary Studies on the Swedish Excavations 1922- 1930, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 45:1, Stockholm 1996.
  • Höghammar K., «The dating of the Roman bath at Asine in Argolis», Opuscula Atheniansia 15 (1984), σ. 79-106. Nordquist G.C., «A Middle Helladic Village Asine in the Argolid», Boreas 16, Uppsala 1987.
  • Nordquist G.C., «Asine- A Middle Helladic Society», Hydra Working Papers in Middle Bronze Age Studies 3 (1987), σ. 15-25.
  • Penttinen Α., «Excavations on the Acropolis of Asine in 1990», Opuscula Atheniensia 21 (1996), σ. 149-167.
  • Poulsen E., «The Post Geometric Periods. The Post-Geometric Settlement Material and Tombs of the Hellenistic Period» στο Asine II, Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-
  • 1974, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4o, 24:6:2, Stockholm 1994.
  • Sjöberg B.L., «Settlement activity at Late Helladic Asine in the Argolid», Opuscula Atheniensia 28 (2003), σ. 185-201.
  • Sjöberg B.L., Asine and the Argolid in the Late Helladic III Period: A socio-economic study, BAR International Series 1225, Oxford 2004.
  • Styrenius C.-G., Asine, En svensk utgraevningsplats I Grekland, Medelhavmuseet, Stockholm 1998.
  • Voutsaki S. / Dietz S. / Nijboer A.J., «Radiocarbon analysis and the history of the East Cemetery, Asine», Opuscula 2 (2009), σ. 31-56.
  • Voutsaki S., «The Domestic Economy in the Middle Helladic Asine», Bulletin de Correspondance Hellénique, Suppl. 52, MESOHELLADIKA (2010), σ. 765-779.
  • Wells B., Asine II: Results of the Excavations East of the Acropolis 1970-1974, The Protogeometric Period: An Analysis of the Settlement, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 4ο, 24:4:2, Stockholm 1983.
  • Wells B., «Apollo at Asine», Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Καλαμάτα, 8-15 Σεπτεμβρίου 1985, τόμ. Β: Αρχαιότης και Βυζάντιον. Πελοποννησιακά Παράρτημα 13Β, Αθήνα 1987-1988, σ. 349-352.
  • Wells B., «The walls of Asine», Opuscula Atheniensia 19 (1992), σ. 135-142.
  • Wells B. (επιμ.), New Research on old Material from Asine and Berbati in Celebration of the Fiftieth Anniversary of the Swedish Institute at Athens, Acta Instituti Atheniensis Regni Sueciae, 8o, 17, Stockholm 2002.
  • Zangger E., «The island of Asine: A palaeogeographic reconstruction», Opuscula Atheniensia 20 (1994), σ. 221-239.

  

Γεωργία Ήβου – Αρχαιολόγος

Δημοσιεύεται στο έγκριτο περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες»: τεύχος 120, Απρίλιος 2016.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Το πλήρες κείμενο σε μορφή Portable Document Format (PDF), στον σύνδεσμο: Αρχαία Ασίνη

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790 – 1867) – Η δράση του μέχρι την ανάδειξή του ως Μητροπολίτη Αργολίδος | Γεώργιος Καραμπάτσος – Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση


 

 Καταγωγή και σπουδές

 

Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, κατά κόσμον Γεώργιος Παγώνης ή Παγωνόπουλος, γεννήθηκε στη Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας το 1790[1] και όχι το 1792[2], όπως ισχυρίζονται άλλοι ερευνητές. Η Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας είναι κωμόπολη στους πρόποδες του Καλαθίου όρους προς τον Μεσσηνιακό κόλπο[3]. Ο Γεώργιος Παγώνης καταγόταν από καλή οικογένεια, με γονείς αγαθούς και ευσεβείς[4]. Πατέρας του ήταν ο Αντώνιος Παγώνης και μητέρα του η Αναστασία[5].  Από την πλευρά του πατέρα του ήταν ανιψιός του αοιδίμου Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρυσάνθου Παγώνη[6], ο οποίος απώλεσε τη ζωή του στις φυλακές της Τρίπολης το 1821[7]. Φυσικούς αδελφούς είχε τους Ιωάννη, Παναγιώτη, Σωτήριο και τον Σπυρίδωνα και αδελφή τη Χρυσηίδα[8]. Οι τέσσερις αδελφοί αγωνίστηκαν στη μάχη του 1821, ο Σωτήριος αναδείχθηκε στο αξίωμα του χιλίαρχου[9] και ο Σπυρίδωνας στο αξίωμα του Ταξίαρχου[10].

Οι ιστορικές πληροφορίες για την προέλευση της οικογένειας Παγώνη είναι ελάχιστες και δεν εκτείνονται πέραν του Μονεμβασίας Χρυσάνθου. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην υπόδουλη Ελλάδα, και ιδιαιτέρως στη Μάνη, το υψηλό εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα του ιεράρχου ήταν προνόμιο των παλαιών και ευγενών οικογενειών. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και ο οίκος των Παγώνηδων δεν αποκλείεται να είναι αρχαίος, εύπορος και ευγενής[11], καθώς ανέδειξε τουλάχιστον δύο ιεράρχες μέχρι και την εποχή που μελετούμε.

Με τη μέριμνα τον γονέων του, αλλά και του θείου του, φοίτησε στην καλύτερη για εκείνη την εποχή Σχολή του Μελέ στην Αλαγονία, η οποία είχε συσταθεί από τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο Παγώνη[12]. Επρόκειτο για σπουδαία την εποχή εκείνη σχολή, καθώς μαθήτευσε κοντά στον σοφό Μάξιμο, αντάξιο μαθητή του δασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη[13]. Ο Γεώργιος Παγώνης σπούδασε τα τότε γράμματα της εποχής και ιδίως τα ιερά. Είχε οξύ νου και ισχυρή μνήμη, την οποία διατήρησε μέχρι τα βαθειά γεράματα. Τα χαρακτηριστικά αυτά συμπληρώνονταν και από τη μεγάλη αγάπη του για την παιδεία. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να ολοκληρώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα της σπουδές του[14]. Η αποφοίτησή του από την εν λόγω σχολή συνέβαλε τα μέγιστα στο να χαρακτηρίζεται μετέπειτα ως λογιότατος[15].

 

Δραστηριότητά του ως λαϊκός

 

α. Γραμματέας του Χρυσάνθου

 

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών, δεκαπενταετής περίπου, προσελήφθη από τον θείο του Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας ως γραμματέας του[16]. Με τον τρόπο αυτό σε νεαρή ηλικία ανέλαβε άμεσα και, όπως αποδείχτηκε, αποτελεσματικά τη διεκπεραίωση πολλών υποθέσεων της μητροπόλεως, καθώς τότε η εκκλησιαστική ήταν συνάμα  και πολιτική αρχή, καθιστώντας τον έτσι ως όργανο και μοχλό της επαρχίας[17].

Ο θείος, διαπιστώνοντας τη σύνεση και τις διοικητικές ικανότητες τού εμπίστου ανεψιού, είχε αποφασίσει να τον χειροτονήσει κληρικό, με σκοπό να αναδειχθεί στη συνέχεια διάδοχός του. Αλλά ο Γεώργιος δεν αποδέχτηκε να πορευτεί σε αυτή την οδό[18]. Όπως φάνηκε, είχε άλλες προτεραιότητες· ήθελε να προσφέρει την ικμάδα της νεότητός του στον αγώνα υπέρ της Πατρίδος και να καταστεί μυσταγωγός της ελευθερίας των Ελλήνων[19].

 

β. Μύηση στη Φιλική Εταιρεία

 

Την 1η Δεκεμβρίου του 1818 ο εικοσιοκτάχρονος γραμματέας του μητροπολίτη Μονεμβασίας κατηχείται και εισέρχεται στη Φιλική Εταιρία. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Καλαμάτα από τον Ζακυνθινό ιατρό και μόνιμο κάτοικο της πόλης Αναστάσιο Κορνήλιο, ο οποίος είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη[20], με ποσό προσφοράς τριακοσίων γροσίων[21]. Ο Γεώργιος Παγώνης πολύ σύντομα αναδεικνύεται ένθερμος Φιλικός διακατεχόμενος από μεγάλο ζήλο για την ελευθερία της Πατρίδος του[22]. Επιδιώκοντας ο Γεώργιος να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον Αγώνα της Εταιρίας, μια ημέρα εισέρχεται στο δωμάτιο του θείου του Χρύσανθου και «κλίνας προς αὐτὸν τὰ γόνατα ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, μυεῖ αὐτὸν τὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Φιλικῶν[23]», προειδοποιώντας τον πως για όποια παραβίαση των κανόνων της Εταιρείας η ποινή είναι ο θάνατος.

Έχοντας άμεσο και μεγάλο ενδιαφέρον για την ενίσχυση του Ελληνικού Αγώνα και του Έθνους, ο σεβάσμιος γέροντας ασπάζεται τα των Φιλικών και στις 15 Μαΐου του 1819 γίνεται μέλος από τον Χριστόφορο Περραιβό[24].

Ως Φιλικός «ἀνέπτυξε μεγάλην δραστηριότητα εἰς τὸν τομέα τῆς μυήσεως σημαντικῶν προυχόντων τῆς Καλαμάτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν πληρεξούσιος καὶ κατόπιν πολλάκις διατελέσας δήμαρχος Καλαμάτας Ι. Κ. Κυριακός, πιθανῶς δὲ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ ἔμπιστος φίλος του Ἠλ. Μαυρομιχάλης»[25]. Ανάλογα είχε συμβεί και με τον Πρωτοσύγγελο του Χριστιανουπόλεως Αμβρόσιο Φραντζή[26].

Έκτοτε, ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, ως ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός άρχοντας, και παρ’ αυτού ο ένθεος Γεώργιος γίνονται η ψυχή της μελετώμενης Επαναστάσεως[27]. Ο Χρύσανθος ορίζεται ως ταμίας τον περιφερικών εισφορών και ως μέλος της ιθυνούσης Επιτροπής της Εταιρίας στην Πελοπόννησο[28]. Υπό την ιδιότητα αυτή αναθέτει άκρως εμπιστευτικές και επικίνδυνες αποστολές στον Γεώργιο, ο οποίος τις διεκπεραιώνει κατά τρόπο υποδειγματικό φέροντας όλες τους σε αίσιο πέρας[29].

 

γ. Συμβολή στην επανάσταση του 1821

 

Ο κρατήρας της επαναστάσεως άρχισε να θερμαίνεται και υπόκωφοι μυκηθμοί να ακούγονται. Η τουρκική αρχή, όσες φορές αντιλαμβανόταν ότι οι Έλληνες θα προκαλούσαν κάποια ταραχή, συνήθιζε να ασφαλίζεται λαμβάνοντας ομήρους[30]. Ήθελαν λοιπόν να συλλάβουν και τους Κεφάλα, Αναγνωσταρά, τον περιώνυμο Τουρκοφάγο Νικηταρά, και άλλους πολλούς μυημένους στα της επαναστάσεως. Αυτά τα σπουδαία όμως πρόσωπα της επανάστασης τα προφύλαξε ο Γεώργιος Παγώνης στις μονές της Αλαγονίας, με αποτέλεσμα να μην συλληφθούν[31]. Είναι άλλη μια ενέργεια που «λαμπρῶς καταδεικνύει τὸν ἔνθερμο καὶ ἀκαταμάχητο ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ζῆλον τοῦ ἄνδρα»[32].

 

δ. Γραμματέας του Μαυρομιχάλη

 

Οι σχέσεις του Γεωργίου Παγώνη με την οικογένεια Μαυρομιχάλη ήταν ανέκαθεν εξαιρετικές. Πέραν της συνεργασίας που είχε λόγω του θείου του Χρυσάνθου και της έντονης επαναστατικής του δραστηριότητας, διατηρούσε  με τον Ηλία Μαυρομιχάλη στενή φιλία[33]. Υπήρχε μεγάλος σεβασμός στο πρόσωπό του, δίνοντας βάση στις απόψεις του[34]. Διετέλεσε γραμματέας του Πετρόμπεη και αυτό προκύπτει από τον γραφικό χαρακτήρα σε ανυπόγραφες επιστολές του Πετρόμπεη από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1821 αλλά και από την αποστολή του Παγώνη μετά του ιερομονάχου Γερασίμου Παπαδόπουλου στην Τρίπολη εκ μέρους του Πετρόμπεη, για να επιτύχει την απελευθέρωση των αρχιερέων[35]. Ο ιδιαίτερος δεσμός του Παγώνη με τους Μαυρομιχαλαίους επιστέφεται με τον γάμο του Αναστασίου Μαυρομιχάλη με την αδελφή του Παγώνη Χρυσηίδα, γυναίκα με ομορφιά ψυχής και σώματος[36].

 

ε. Μεσσηνιακή Γερουσία

 

Ο Γεώργιος Παγώνης ήταν μέλος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και για πολλούς ερευνητές φαίνεται να είναι και πιθανώς συντάκτης της περίφημης επιστολής «Προειδοποίησις εἰς (προς) τὰς Εὐρωπαϊκὰς αυλάς»[37]. Σύγχρονες μελέτες ωστόσο αποδεικνύουν πώς ο συντάκτης της περίφημης αυτής επιστολής είναι ο στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και μέλος του επιτελείου των Φιλικών της Βεσσαραβίας Πέτρος Ηπίτης[38].

Η δεύτερη προκήρυξη, που στάλθηκε από την Μεσσηνιακή Σύγκλητο στους Έλληνες του Λιβόρνου και της Πίζας, οπωσδήποτε πρέπει να έχει συνταχτεί από έμπιστο πρόσωπο του χώρου του Μαυρομιχάλη και ο πιθανότερος συντάκτης της φαίνεται πως είναι ο Γεώργιος Παγώνης[39].

Τον Μάιο του 1821 ο Γεράσιμος Παγώνης εξελέγη πληρεξούσιος της Καλαμάτας και «κατὰ θέλησιν τοῦ Μαυρομιχάλη» έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας[40]. Συμμετέχει στη Συνέλευση στις Καλτετζές και συνυπογράφει τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας[41], ο οποίος είναι και ο πρώτος καταστατικός χάρτης της ελεύθερης Ελλάδας. Επίσης, στις 27 Ιουνίου 1821 συνυπογράφει την έκκληση προς Σπετσιώτες και Υδραίους από το στρατόπεδο των Βερβαίνων για την άμεση κινητοποίηση του στόλου και τον αποκλεισμό των παράλιων της Μεσσηνίας, ώστε να μην εφοδιάζονται οι Τούρκοι στα κάστρα της Κορώνης και της Πύλου[42].

Κατά τον έρανο που διενήργησε η Πελοποννησιακή Γερουσία ο Γ. Παγώνης συνεισέφερε 10.000 γρόσια για τη συνέχεια του έργου της. Αντιπροσώπευσε κατ΄ επανάληψιν την επαρχία Καλαμάτας ως πληρεξούσιος και βουλευτής σε διάφορες εθνοσυνελεύσεις. Το 1823 ως βουλευτής εξελέγη μέλος της επιτροπής για την «κατασφάλισιν τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των»[43]. Το 1826 ως πληρεξούσιος της συνελεύσεως της Επιδαύρου συνυπογράφει την διαμαρτυρία της 26ης Απριλίου για τις καταχρήσεις σχετικά με την εκποίηση των φθαρτών εθνικών κτημάτων[44].

Ο μητροπολιτικός οίκος του Μονεμβασίας είχε μετατραπεί σε κέντρο της επαναστατικής κινήσεως, κόμβος επικοινωνίας των Εταιριστών της Καλαμάτας με τους αδελφούς τους της Μάνης, δηλαδή με τους οπλαρχηγούς και τον Μαυρομιχάλη[45]. Στις 20 Μαρτίου 1821 έφτασαν στον Αλμυρό της Λακωνίας πλοία, τα οποία υπέθεσαν ότι έφεραν στρατό, τροφή και πολεμοφόδια για την επικείμενη επανάσταση[46]. Τότε όλοι οι προεστώτες της Καλαμάτας, μεταξύ αυτών ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης, συνήλθαν και έγραψαν προς τον Μαυρομιχάλη «πρὸς Θεοῦ νὰ μὴν γίνῃ κανὲν κίνημα, διὰ νὰ ἠμπορέσομεν νὰ ἐβγάλωμεν τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Τριπόλεως». Την επιστολή την υπέγραψαν άπαντες και την παρέδωσαν στον Ηλία Μαυρομιχάλη να την ταχυδρομήσει στον πατέρα του[47]. Αλλά ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης είχαν υπεράνω όλων την ελευθερία της πατρίδας χωρίς να προτάσσουν το συμφέρον των συγγενών τους. Έτσι, έστειλαν δεύτερη επιστολή στον Πετρόμπεη λέγοντάς του: «Ἐκλαμπρότατε συνυπεγράψαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρώτην ἐπιστολήν, ἀλλ’ ὅμως εἴμεθα ἐναντίας γνώμης. Αὔριον κτυποῦμε τοὺς Τούρκους καὶ ἂν ἀδιαφορήσῃς, δὸς λόγον εἰς τὸν Θεόν». Ενθουσιασμένος από την ανάγνωση των λέξεων αυτών ο Πετρόμπεης αναβοά: «ὁ εἷς δὲν λυπεῖται τὸν ἀδελφόν του, ὁ ἕτερος τὸν θεῖον του, ἐμπρὸς καὶ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν»[48].

Πρωτεργάτης της καταλήψεως της Καλαμάτας την 23 Μαρτίου του 1821, ο Γεώργιος ακολούθησε τον φίλο του Ηλία Μαυρομιχάλη στην πολιορκία της Τρίπολης και εκεί από κοινού με τον οπλαρχηγό αρχιμανδρίτη Ιερόθεο Αθανασόπουλο, τον κατόπιν μητροπολίτη Γυθείου, κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μεταφορά ύδατος προς την πολιορκούμενη Τρίπολη, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην ταχύτερη παράδοσή της[49]. Το γεγονός της διακοπής της ύδρευσης της Τριπόλεως γνωρίζουμε και από επιστολή (26 Απριλίου 1821) από το στρατόπεδο του Βαλτετσίου των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Π. Γιατράκου, Δ. Παπατσώνη, Κυρ. Μαυρομιχάλη, Δ. Τρουπάκη (Μουρτίζου)  και Αν.  Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) προς τους άρχοντες της Ύδρας, στην οποία αναφέρουν: «τοὺς ἐχαλάσαμεν τοὺς μύλους ὅπου ἄλεθαν, ἐκόψαμεν τὸ ἥμισυ νερόν τους»[50].

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου στις φυλακές της Τρίπολης, ο Γεώργιος όχι μόνο ανέλαβε τη διοίκηση των πραγμάτων της μητροπόλεως, αλλά, όπως και ο θείος του, ήταν  κεντρικό πρόσωπο της Εταιρίας των Φιλικών στην περιοχή. Έτσι, ο Γεώργιος μαζί με τον Πετρόμπεη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Διονύσιο Μουρτζινό, τον Παπαφλέσσα και άλλους συγκροτούν συμβούλια για αποφάσεις που αφορούσαν την ιερό αγώνα της επανάστασης[51].

 

Χειροτονία

 

ΓεράσιμοςΠαγώνης

Ζητούμενο αποτελεί η ακριβής ημερομηνία χειροτονίας του Γεωργίου Παγώνη σε κληρικό. Υποστηρίχτηκε ότι χειροτονήθηκε το 1825[52], αλλά η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, καθότι η αρχή της εκκλησιαστικής πορείας του άρχισε μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου. Ειδικότερα, όταν το 1821 τα ελληνικά στρατεύματα ήταν συγκεντρωμένα στο Τρίκορφο για να πολιορκήσουν την Τρίπολη, οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου Π. Μαυρομιχάλης, Α. Ζαΐμης, Θ. Κολοκοτρώνης και άλλοι, έβλεπαν τις ικανότητες του Γ. Παγώνη στα εκκλησιαστικά πράγματα και ήθελαν να αντικαταστήσει τον θανόντα θείο του. Έτσι, τον προέτρεψαν να εισέλθει στον εκκλησιαστικό βίο λαμβάνοντας αρχικά το μοναχικό σχήμα, μετονομαζόμενος ως Γεράσιμος, και κατόπιν να γίνει κληρικός[53]. Την 15 Νοεμβρίου 1821 υπεβλήθη  αναφορά των επισκόπων της περιοχής της Μεσσήνης και της Μεσσηνιακής Μάνης, καθώς και των οπλαρχηγών και προκρίτων της Μεσσηνιακής Μάνης προς τον Δημήτριο Υψηλάντη και την Πελοποννησιακή Γερουσία, δια της οποίας ζητούν παρά του «Γένους κυριάρχην των καὶ μητροπολίτην τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Χρυσάνθου πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον, νέον ἀνατεθραμμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ μακαρίτου μὲ εὐγενικὰ ἤθη, πεπαιδευμένον, εἴδησιν ἔχοντα τῶν ἐκκλησιαστικῶν, θεοσεβῆ, σεμνοπρεπῆ, πολιτικόν, εὐπροσήγορον, εὐδιάθετον καὶ τὰ λοιπὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προτερήματα…».

Σε άλλη αναφορά τους (18 Νοεμβρίου 1821) ο κλήρος και οι πρόκριτοι των  Πισινοχωρίων (Αλαγονίας Καλαμάτας) απευθυνόμενοι προς τον Δημήτριο Υψηλάντη διατράνωναν την επιθυμία και τη θέλησή τους να δουν «τὸν ἀνεψιὸν τοῦ μακαρίτου Χρυσάνθου κύριον Γεράσιμον ἐπάνω εἰς τὸν θρόνον τοῦ θείου του…».

Τέλος, ο ίδιος ο Γεράσιμος, σε αναφορά του προς την Ιερά Σύνοδο (13 Σεπτεμβρίου 1833), τονίζει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ὅτε ὁ Μονεμβασίας Χρύσανθος τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν ἐν τῇ ὀθωμανικῇ εἰρκτῇ τῆς Τριπολιτσᾶς … οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκείνης ἐπαρχίας δι’ ἀναφορᾶς των ἐζητήσαντό με διάδοχον τῆς χηρευούσης ταύτης ἐπαρχίας. Ἡ Πελοποννησιακὴ Γερουσία ἐγκρίνασα τὴν αἴτησιν αὐτῶν διέταξε καὶ ἐχειροτονήθην ἱερεύς, κοσμικὸς ὤν, καὶ μ’ ἀποκατέστησεν ἐκκλησιαστικὸν τοποτηρητήν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς διαδοχῆς, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θρόνου τῆς Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας».

Πράγματι, διορίστηκε με το από 20 Ιανουαρίου 1823 διάταγμα του Υπουργείου Θρησκείας τοποτηρητής Καλαμάτας και Μονεμβασίας. Στη θέση αυτή παρέμεινε, με κάποια μικρά χρονικά διαλείμματα, έως την ημέρα της εκλογής και χειροτονίας του ως επισκόπου Αργολίδος το 1852.

Την 8η Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό Σώμα ενέκρινε πρόταση του από Ανδρούσης Ιωσήφ ως υπουργού Θρησκείας να του «δοθῇ ἡ ἐπιτροπεία καὶ τῶν δύο χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν Ἕλους καὶ Πλάτσης»[54].

 Την 14η Ιανουαρίου 1823 το Υπουργείο Θρησκείας, με εγκύκλιό του προς το ιερατείο και τους φιλοσεβείς προύχοντες και λοιπούς χριστιανούς των επαρχιών Μονεμβασίας, Καλαμάτας, Κουτζούκ Μάνης, Ιμπλακίων, Σαμπαζλίκων και λοιπών χωριών, γνωστοποιούσε τον διορισμό του πρωτοσύγκελου Γερασίμου Παγώνη ως εκκλησιαστικού τοποτηρητή.

Την 8η Ιανουαρίου 1823 διορίζεται για να εξυπηρετείται οικονομικώς και μόνο στη Μονεμβασία ως επίσκοπος ο ως πρόσφυξ αναγκασθείς να κατέλθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ιεράρχης και αγωνιστής Ιγνάτιος επίσκοπος Αρδαμερίου. Στην απόφαση διορισμού του όμως τονιζόταν  ότι η «θεόπεμπτος καὶ θεοφρούρητος τῶν Ελλήνων διοίκησις διορίζουσα τὸν θεοφιλέστατον Ἅγιον Ἀρδαμερίου Ἰγνάτιον ἵνα ἐπιτελῇ πάσας τὰς ἀρχιερατικὰς ἱεροτελεστίας ἐν τῷ φρουρίῳ Μονεμβασίας …  παραγγέλλει ὅπως τὰ ἀρχιερατικὰ δικαιώματα … ὅλης τῆς ἐπαρχίας Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας προσφέρωνται εἰς τον τοποτηρητὴν ἅγιον πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον Παγώνην»[55].

Το 1828 επισκέφθηκε τη Μονεμβασία ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Τον υποδέχθηκε ο Γεράσιμος, ο οποίος τέλεσε  πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Ελκομένου. Στο Γεράσιμο ο Καποδίστριας ανέθεσε να συντάξει και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση περί της γενικής κατάστασης της επαρχίας, την οποία αυτός περάτωσε και υπέβαλε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τη σπουδαιότατη αυτή έκθεση άρχισε να εκδίδει από τα κατάλοιπα του Παγώνη ο Νίκος Βέης υπό τον τίτλο «Γεράσιμος Παγώνης, περιγραφή της επαρχίας Μονεμβασίας». Η ενδιαφέρουσα έκθεση ατυχώς δεν κυκλοφόρησε, μολονότι στοιχειοθετήθηκε μέχρι του 10ου τυπογραφικού φύλλου[56].

Ο Γεράσιμος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την θέση του και να παραιτηθεί το 1830 έως 1831, επειδή ως στενός φίλος και προστατευόμενος της οικογένειας Μαυρομιχάλη, μετείχε της αντιαποδιστριακής στάσεως στην Καλαμάτα και μάλιστα ενεργώς. «Μὲ δυσαρέσκειαν ἄκραν πληροφορεῖται ἡ Κυβέρνησις – ἐτονίζετο εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν Διοικητὴν Καλαμάτας – ὅτι ὁ αὐτόθι ἐκκλησιαστικὸς τοποτηρητὴς ἐναντίον τῶν ἱερῶν καὶ Ἀποστολικῶν Νόμων περιπλέκεται εἰς κοσμικὰς  ταραχάς, ἀντὶ νὰ καταγίνεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπαγγέλματός του, φυλάττων τὸν νοῦν του ἥσυχον ἀπὸ πᾶσαν βιοτικὴν μέριμναν. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ εἰρημένου τοποτηρητοῦ προσβάλλουσα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ πρέπον νὰ μένει ἐλευθέρα καὶ ἀνεξέταστος. Διὰ ταῦτα θέλετε προτρέψει τὴν σεβασμιότητά του νὰ περιορισθεῖ  εἰς φυλακήν του, διαμένων εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ νὰ μὴ περιφέρεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν…»[57].

Αντί όμως να περιοριστεί σε φυλακή, ο Γεράσιμος έφυγε αυτοεξόριστος στη Μάνη, όπου βρισκόταν σε ασφάλεια. Συγχωρεμένος για την απόκλιση από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, επανήλθε στην Καλαμάτα και επαναδιορίστηκε τον Δεκέμβριο του 1832. Μετά την παραίτηση του πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου ως προσωρινού τοποτηρητή, επαναδιορίσθη ο Γεράσιμος Παγώνης, ενώ τα αρχιερατικά χρέη της επαρχίας ορίστηκε να εκτελεί ο Αρδαμερίου Ιγνάτιος. Το 1834 διορίστηκε πρωτοσύγκελος της Τριφυλίας, αλλά, όπως φαίνεται, η μετάθεση αυτή δεν έγινε ποτέ. Το 1842 ήταν υποψήφιος γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξεφώνησε θαυμάσιο λόγο στον ναό της Αγίας Ειρήνης,  που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και κρίθηκε λίαν ευμενώς από της αθηναϊκές εφημερίδες. Μετά τον θάνατο τού απο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο οποίος είχε και τον τίτλο Μεσσήνης, το 1844 ανάλαβε ως τοποτηρητής και αυτού του χηρεύοντος πλέον θρόνου.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, λόγω του μεγάλου κύρους του, της μορφώσεως και της πολιτικότητάς του,  πριν ακόμη εκλεγεί επίσκοπος, χρησιμοποιήθηκε από τη Διοίκηση αλλά και την Εκκλησία σε διάφορες σημαντικές αποστολές, τις οποίες έφερε όλες σε αίσιο πέρας.

Την 28η Οκτωβρίου του 1827 απεστάλη από τη Διοίκηση και από την Εκκλησία ως έξαρχος στα νησιά του Αιγαίου και κυρίως στη Σάμο, για να διευθετήσει τα εκκλησιαστικά εκεί πράγματα.

Το 1828 διορίστηκε από  την αντικυβερνητική επιτροπή να μεταβεί και πάλι στα νησιά του Αιγαίου, για να  διερευνήσει επί τόπου τις διάφορες εκκλησιαστικές υποθέσεις και να τις ρυθμίσει δεόντως και καταλλήλως. Τον Απρίλιο του 1834 απεστάλη με τον β΄ γραμματέα της Ιεράς Συνόδου Θεοφάνη Σιατιστέα, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μάνης, ώστε «χρώμενοι τῷ ἐκκλησιαστικῷ λόγῳ εἰρηνεύσωσι τὰ πνεύματα εἰς Μάνη ἕνεκα τῶν περὶ τῆς ἐκκλησίας μεταρρυθμίσεων τῆς Ἀντιβασιλείας».

Το 1836, από κοινού με τον Θεοφάνη Σιατιστέα, στάλθηκαν ως εκκλησιαστικοί έξαρχοι στην Αιτωλοακαρνανία, για να συντελέσουν στην καταστολή της εκεί εκραγείσης στάσεως.

Το 1842, κατόπιν του εγερθέντος θορύβου ότι στο παρθεναγωγείο Hill, στην Αθήνα, γινόταν προσηλυτισμός, ορίστηκε μέλος τής υπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου τον εξ Οικονόμων επιτροπής για τον έλεγχο και την εξακρίβωση των καταγγελθέντων[58].

Συνεχίζει με μια υπέρ του τόπου έντονη δράση, συμμετέχοντας πέραν από τα εκκλησιαστικά και στα πολιτικά θέματα, μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος το 1852, όπου πράγματι αναδεικνύεται άξιος ιεράρχης. Την 30ή Μαρτίου του 1867 αποδημεί εις Κύριον.

Για την αναγνώριση των υπηρεσιών του στον Αγώνα του 1821, μετά τον θάνατό του υπέβαλε αίτηση ο ανεψιός του Παναγιώτης Παγώνης. Κατετάγη στα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με αριθμό 232 στον βαθμό Β΄ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος[59]. Η ενέργεια αυτή καταδεικνύει περίτρανα την αναγνώριση μετά θάνατον της προσφοράς του Γερασίμου Παγώνη υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και πως η Πολιτεία αυτήν την προσφορά καλό θα είναι διαχρονικά να την αναγνωρίζει εγκαίρως, διότι η Εκκλησία τόσο τότε όσο και σήμερα με διαφορετικό βέβαια τρόπο συνέχει την κοινωνία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βαλέριος Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937, σ. 28 αύξ. αρ. 173· Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, Αρχείο Π. Σέκερη, Αθήναι 1967, σ. 115, αύξ. αρ. 125. Ο Μίμης Φερέτος, «Γεράσιμος Παγώνης», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 4 (1964), στ. 345-348, κυρίως στ. 345, γράφει: «Μικρὰ Μαντίνεια».

[2] Θεόκλητος Βίμπος, «Λόγος Επικήδειος εις τον αοίδιμον Γεράσιμον Παγώνην, Αρχιεπίσκοπον Αργολίδος», εφημ. Εθνεγερσία, έτ. 2, αρ. φύλλ. 103/20.9.1867, σ. 4· Σταύρος Χ. Σκοπετέας, «Άνθη ευλάβειας εις τον Γεράσιμον Παγώνην», εφημ. Ηχώ της Μεσσηνίας, έτ. ε΄, αρ. φύλλ. 52 /26.3.1950, σ. 1.

[3] Σκοπετέας, σ. 1, ο οποίος παρέχει και ορισμένες πληροφορίες γι’ αυτήν, παραπέμποντας στην εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας», αρ. φύλλ. 6/15.6.1949.

[4] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Α΄, σ. 1: «Οἱ γονεῖς τοῦ Γερασίμου ἦσαν “ἀγαθοὶ καὶ εὐσεβεῖς περιπατοῦντες τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου”»· Φερέτος, στ. 345: «Ἀνήκων εἰς ἐπιφανῆ οἰκογένειαν τῆς περιοχῆς».

[5] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. φακ. Α 11696, φύλλ. 2, σ. 1.

[6] Βίμπος, σ. 4·   Σκοπετέας, σ. 1· Φερέτος, στ. 345.

[7] Μίμης Φερέτος, «Μεσσήνιοι Φιλικοί καθοδηγούν τον αγώνα του ΄21», εφημ. Μεσσηνικά Νέα, έτ. 29, αρ. φύλλ. 393/ 31.3.1984, σσ. 1, 3· Φερέτος, στ. 345.

[8] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, αρ. φακ. Α 11696, φυλ. 2, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3· Γ΄, σ. 2.

[9] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος γράφει ότι «ὁ Σωτήριος προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀν/ρχου τῆς Φάλλαγος» και παραπέμπει σε δύο δημοσιεύματά του: α) Λεύκωμα Ἡ Καλαμάτα καὶ ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα, Καλαμάτα 1948, σ. 90 και β) εφημ. «Νέδων», Καλάμαι 1880, αρ. φύλλ. 8, όπου νεκρολογία του Σωτηρίου· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ. 5, σσ. 2-3, 37. Σύμφωνα με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργ. Πολ., φάκ. 49, έγγρ. 110 και Εκτελ. φάκ. 53 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμ. 7, σ. 101: «Παγωνόπουλος Σωτήριος. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας και κατοικούσε στην Καλαμάτα. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 προβιβάστηκε στο βαθμό της χιλιαρχίας».

[10] Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος (Α. Α. Ε. Β. Ε.), κουτί 156, φάκ. αριθ. 12. Το έγγραφο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Μ. Φερέτο στην εφημερίδα «Μεσσηνιακά Νέα», αριθ. φύλλ. 407-9, Ιούλιος – Οκτώβριος 1985· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ.5, σσ. 2-3, 37. Με βάση το Α.Α.Ε.Β.Ε., κουτί 156, φάκ. αριθ. 12: «Παγώνης Σπυρίδων. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας. Από τον Γρηγόριο Δικαίο προβιβάστηκε στο βαθμό της ταξιαρχίας και στην έναρξη της επανάστασης από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη του ανατέθηκε η επιστασία των αρμάτων της Καλαμάτας».

[11] Σκοπετέας, Α΄, σ. 1.

[12] Πρβλ. Φερέτος, στ. 345: «ἔτυχεν λίας ἐπιμεμελημένης παιδείας καὶ οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς, μαθητεύσας πιθανῶς εἰς τὴν ἐν Μελὲ τῆς Ἀλαγονίας σχολὴν ἢ ἐκείνην τῆς Δημητσάνης».

[13] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος παραπέμπει στο βιβλίο: Α. Μασουρίδου, Αλαγωνιακά, Αθήναι 1936, σ. 263.

[14] Βίμπος, σ. 4.

[15] Φερέτος, στ. 345.

[16] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[17] Βίμπος, σ. 4.

[18] Βίμπος, σ. 4 · Σκοπετέας, σ. 3.

[19] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[20] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, με παραπομπή στο περιοδικό Εστία, τ. 1880, σ. 177· Φερέτος, στ. 35.

[21] Μέξας, Οι Φιλικοί, σ. 28, αύξ. αρ. 173· Μελετόπουλος, σ. 115, αύξ. αρ. 125· πρβλ.  Σκοπετέας, Α΄, σ. 3: «Ὁ Ἀ. Κορνήλιος ἦτο ἰατρός, σπουδάσας εἰς Πάδουσαν (sic). Ἐχρημάτισεν ὑποπρόξενος τῆς Βενετίας εἰς Κυκλάδας νήσους καὶ ἀπὸ τοῦ 1800 Γεν. Πρόξενος τῆς νεοσυστάτου “Ρεπούπλικας τῶν Ἰονίων Νήσων” εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ προσέτι “ἀγγέντες” πράκτωρ τοῦ Ρωσικοῦ Κονσολάτου εἰς Κορώνην, Μεθώνην, Νεόκαστρον, Καλαμάταν καὶ Πράτξον (sic) τῆς Μαΐνης». Πρὸ τῆς 18 Ἰουνίου 1809 εἶνε ἐγκατεστημένος εἰς Καλαμάταν. Ἐμυήθη εἰς τὴν Φ.Ε. τὴν 28 Αὐγούστου 1818 ἀπὸ τὸν Μανιάτην Ἠλίαν Χρυσοσπάθην (Μέξας, σ. 13). Συντόμως κατέστη ἐπίλεκτον μέλος της Καλαματιανῆς κοινωνίας αὐτὸς καὶ οἱ υἱοί του Ἰάκωβος καὶ Χριστόφορος, ὥστε νὰ ἀναγράφωνται συχνὰ μεταξὺ τῶν προυχόντων αὐτῆς. Προσέτι ἀπέκτησε στενωτάτας σχέσεις μὲ τοὺς Καπετανέους τῆς Μάνης καὶ μάλιστα τὸν Πετρόμπεην, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1819 χορηγηθὲν αὐτῷ συστατικὸν γράμμα τοῦ Μπέη. Εἰσήγαγε δὲ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοὺς Μεσσηνοίους τὸν Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, τὸν Πανάγον Ἀλεξίου Μόσχον ἢ Λογοθέτην».

[22] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[23]  Βίμπος, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[24] Μέξας, σ. 49, αύξ. αρ. 318.

[25] Φερέτος, στ. 346.

[26] Μέξας, σσ. 39-40, αύξ. αρ. 253.

[27] Σκοπετέας, Α΄, σσ. 3-4.

[28] Σκοπετεας, Α΄, σ. 3.

[29] Φερέτος, στ. 345-346.

[30] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοση δευτέρα, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, σ. 52.

[31] Βίμπος, σ. 4.

[32] Βίμπος, σ. 4.

[33] Φερέτος, στ. 345-346.

[34] Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1888, σ. 321.

[35] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[36] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2: «Ἡ Χρυσηίδα Παγώνη ἀπεδήμησε εἰς Κύριον τῇ 1 Μαρτίου τοῦ 1882 ἐν Ἀθήναις».

[37] Σκοπετέας, Α΄, σ. 4· Φερέτος, στ. 346· Ιεζεκιήλ Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος του από  Βελανιδιά, Έργα και ημέραι Β’, εν Βολω 1948, σ. 794.

[38] Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, «Οι επαναστατικές προκηρύξεις της “Μεσσηνιακής Συγκλήτου” της Καλαμάτας και ο φιλικός Πέτρος Ηπίτης», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 29 (1986) 47-48.

[39] Χατζόπουλος, σσ. 82-83.

[40] Φερέτος, στ. 346· Φερέτος, Β΄, σ. 3.

[41]Ανδρέας Ζ. Μάμουκας, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Α΄, εκ του τυπογραφείου «Η Αγαθή τύχη» του Ηλία Χριστοφίδου, εν Πειραιεί 1839, σσ. 15-16.

[42] Φερέτος, στ. 346· ο ίδιος, Μεσσήνιοι Φιλικοί», σ. 3, όπου αναφέρει λανθασμένα «Μάιο 1821.

[43] Φερέτος, στ. 346

[44] Φερέτος, στ. 346.

[45] Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[46] Βίμπος, σ. 4.

[47] Βίμπος, σ. 4.

[48] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[49] Φερέτος, στ. 346.

[50] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[51] Βίμπος, σ. 4.

[52] Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, «Ιστορικές διευκρινίσεις ο Αργολίδος Γεράσιμος», εφημ. «Εμπρός», 8.4.1948, σ. 4.

[53] Θεόκλητος Βίμπος, «Δύο επικήδειοι λόγοι ο μεν εις την Μαρίαν Δ. Γ. Βούλγαρη, ο δε εις τον Γεράσιμον Παγώνη», τύποις Σ. Οικονόμου και Λ. Μηλιάδου, εν Αθήναις 1869, σ. 25.

[54] Φερέτος, στ. 347-348.

[55] Φερέτος, στ. 347-348.

[56] Φερέτος, στ. 347-348.

[57] Φερέτος, στ. 347-348.

[58] Φερέτος, στ. 347-348 .

[59] Εθνικά Μητρώα Αγωνιστών 1821, Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, φακ. 158.

 

Γεώργιος Καραμπάτσος

Φοιτητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης

Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση με θέμα: «Οι μεγάλες Προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση», 18 – 19 Οκτωβρίου 2019, Συνοδικό Μέγαρο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Διοργάνωση: Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

Read Full Post »

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας | Παναγιώτης Μιχαηλάρης, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών – Ε.Ι.Ε., σελ. 516, Β΄ έκδοση 2004.


 

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μια εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν. Έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο αλλά και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση τους θέματός μας. […]

 

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μία εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο άλλα και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση του θέματος μας.

Το ενδιαφέρον μου με την ποινή του αφορισμού έχει διττή την προέλευση, σημειώνει ο συγγραφέας: υπήρξε πρώτα πρώτα το ερέθισμα που προήλθε από την ενασχόληση μου με την ιστορία της οικονομίας. Είχα διαπιστώσει τότε ότι πολλές φορές οι αντίδικοι για οικονομικά ζητήματα (εμπορικές ή εταιρικές διενέξεις, διαιτησίες κ.τ.ο.) προκειμένου να επιλύσουν τις διαφορές τους προσέφευγαν συχνά στις «υπηρεσίες» της ποινής. Με άλλα λόγια στήριζαν τις μαρτυρικές καταθέσεις τους στην επίκληση του επιτιμίου ενισχύοντας έτσι το κύρος των επιχειρημάτων τους. ‘Επιπλέον, πάντα μέσα στο ίδιο πλέγμα συμφερόντων, άλλοι που θεωρούσαν ότι υφίσταντο αδικίες προσέφευγαν στις υπηρεσίες των εκκλησιαστικών άρχων, τις όποιες παρακαλούσαν να επιβάλουν την ποινή του αφορισμού εις βάρος του αδικούντος∙ στην διαπλοκή αυτή τις περισσότερες φορές η Εκκλησία στήριζε τον αδικούμενο επιβάλλοντας την ποινή: απειλώντας δηλαδή ότι θα απομακρύνει ή και απομακρύνοντας προσωρινά τον χριστιανό από το άμεσο πεδίο δράσης της, δίνοντας του όμως παράλληλα την δυνατότητα να επανορθώσει και να επιστρέψει πάλι στον οικείο του χώρο.

Αυτό είναι το ένα. Το άλλο ερέθισμα προέρχεται από την ενασχόληση μου στο Πρόγραμμα «Θεσμοί και Ιδεολογία στην ελληνική κοινωνία: 15ος-19ος αι.» που εκπονείται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του EIE υπό την διεύθυνση του συναδέλφου κ. Δ. Γ. Αποστολόπουλου. Από την συγκέντρωση ενός μεγάλου αριθμού πατριαρχικών πράξεων της τάξεως των χιλιάδων και την συνεχή εξοικείωση με αυτές άρχισα να διαπιστώνω την ιδιαίτερη σημασία της ποινής στη διάρκεια τής Τουρκοκρατίας.

Ο αφορισμός ήταν συνεχώς στο προσκήνιο καθώς αποτελούσε σταθερά την ποινή πού χρησιμοποιούσε η Εκκλησία προκειμένου να αποκαθιστά το δίκαιο μεταξύ των μελών της, δηλαδή το μέσον με το όποιο εξασφάλιζε την εφαρμογή των αποφάσεων της. Το ευρύ αυτό πεδίο δράσης και εφαρμογής της ποινής, συνεχώς διευρύνεται και ενισχύεται κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όταν συνεπεία της πολιτικής συγκυρίας η Εκκλησία επεκτείνει τις αρμοδιότητες της – επέκταση που είχε αρχίσει να συντελείται ήδη από την ύστερη βυζαντινή περίοδο – σε όλα σχεδόν τα πεδία του Δικαίου.  Έτσι η ποινή από μία καθαρά εκκλησιαστική «επιτιμία» αρχίζει να λειτουργεί και ως κοσμικός, πολιτικός μοχλός αφού χρησιμοποιείται τόσο στο προληπτικό όσο και στο κατασταλτικό επίπεδο.

Το εύρος της λοιπόν καθίσταται υποχρεωτικά πολύ εκτεταμένο κατά συνέπεια η λέξη αφορισμός και όσα αυτή σηματοδοτεί, γίνεται ένας όρος κοινότατος με ποικίλες χρήσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται αυτόματα ότι είναι γνωστό τόσο το περιεχόμενο όσο και οι ποικίλες εφαρμογές του. Η ενασχόληση μου ωστόσο με το θέμα αυτό αποκάλυψε ότι πέραν των διαφόρων κοινοτοπιών, πολλές από τις όποιες στηρίζονται σε μια καθαρά υποκειμενική ή αλογική βάση, το επιτίμιο παραμένει στην ουσία άγνωστο στις λεπτομέρειες του άλλα και στην σημασία του. Περιλαμβάνεται βέβαια η ποινή σε όλα τα εγχειρίδια του εκκλησιαστικού και κανονικού δικαίου αφού η χρήση της δεν έχει θεσμικά αποκλεισθεί και για αμαρτήματα που διαπράττονται στις μέρες μας· επί πλέον κάποιες μικρές μελέτες και άρθρα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν ενώ οι συνήθεις δημοσιεύσεις αφοριστικών πράξεων που γίνονται τα τελευταία χρόνια προϋποθέτουν ένα κατακτημένο ήδη θεωρητικό και πρακτικό γνωστικό πεδίο της ποινής. Ωστόσο από την «καταμέτρηση» των αφοριστικών γνώσεων εύκολα συνάγεται ότι η ποινή παραμένει, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της άλλα και την λειτουργία της, πεδίο ανοιχτό στην έρευνα καθόσον μάλιστα αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες για την διαμόρφωση της νοοτροπίας των χριστιανών της Τουρκοκρατίας με προεκτάσεις εμφανείς ως και στις μέρες μας.

Βρισκόμαστε στην ουσία μπροστά σε έναν θεσμό, την Εκκλησία, που σε πολλά πεδία υποκαθιστά το πολιτικό πλαίσιο, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τους απαιτούμενους κατασταλτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την στήριξη των διοικητικών αποφάσεων, και τις δυνάμεις που θα εξαναγκάσουν την εφαρμογή του Δικαίου. Κατά συνέπεια η προσφυγή στην χρήση του αφορισμού προκειμένου να δημιουργηθεί το απαιτούμενο κλίμα του φόβου είναι περίπου αναγκαστική: ο άδικων (αμαρτάνων) θα πρέπει να τεθεί αντιμέτωπος με την ποινή που ασφαλώς θα του δημιουργήσει προβλήματα στις καθημερινές ασχολίες του και αν αδιαφορήσει για τις συνέπειες της να συναισθανθεί ότι μπορεί να οδηγηθεί και στην απώλεια της ψυχής του.

Στην διαπλοκή αυτή δεν μένει απαθής ούτε η πολιτική εξουσία που καταφεύγει στην ποινή – ή και στην ποινή – όταν το κρίνει απαραίτητο. Μπορούμε να διαισθανθούμε και να υποστηρίξουμε ανεπιφύλακτα ότι η τουρκοκρατούμενη κοινωνία, νιώθει την ποινή με τα δραστικά αποτελέσματα της – τα όποια διογκώνονται με την σύνδεση τους προς άλλες καταστάσεις, έλλογες και άλογες -, συνεχώς μπροστά της, έτοιμη να στιγματίσει τον αδικούντα και να τον θέσει στο κοινωνικό περιθώριο. Με αντίστροφο βέβαια τρόπο ο αφορισμός αποτελεί μια κανονικότητα στην οποία το κοινωνικό σύνολο πάντα προσφεύγει δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις της ακύρωσης κάθε προσπάθειας κριτικής στάσης και πολύ περισσότερο ανατροπής τής ποινής.

Αυτά στο γενικό πλαίσιο. Άλλα και ειδικότερα θέματα που έχουν σχέση με την μορφολογία της ποινής, τον τρόπο επιβολής, την άρση της κτλ. εξετάζονται αναλυτικά στην παρούσα μελέτη, προκειμένου να δειχθεί ότι η επιβολή της δεν είναι στοιχείο ξεχωριστό από την τυπολογία της: η απλή μορφή αφορισμού γίνεται συνεχώς συνθετότερη, η απλή αφοριστική απειλή μετατρέπεται σε σχοινοτενή παράθεση αρών, πάντα σε συνάρτηση προς τον χρονικό και τον κοινωνικό συντελεστή.

Τελικά δηλαδή έγινε προσπάθεια το φαινόμενο αυτό να εξεταστεί συνθετικά τόσο από την άποψη των εξωτερικών στοιχείων που το συγκροτούν όσο και από την πλευρά του μηχανισμού παραγωγής φόβου, ικανού να επηρεάσει και ως ένα βαθμό να συντελέσει στην δημιουργία της ατομικής και της συλλογικής νοοτροπίας.

Στις γραμμές των κεφαλαίων που θα ακολουθήσουν πρώτα θα περιγράφουν συνοπτικά τα γενικά χαρακτηριστικά των εκκλησιαστικών ποινών και θα τονισθεί η σημασία που έχουν αυτές για την γενική εκκλησιαστική θεωρία και πρακτική. Για τον αφορισμό βέβαια πού επέλεξα ως θέμα ανάλυσης και επεξεργασίας ο λόγος θα είναι περισσότερο εκτεταμένος και αναλυτικός.

Αυτά θα γίνουν στις σελίδες του εισαγωγικού κεφαλαίου. Στα άλλα κεφάλαια της μελέτης μας θα αναλυθούν φυσικά διεξοδικότερα οι κύριες συνιστώσες του θέματος. Θα εκθέσουμε δηλαδή πρώτα πρώτα τα βασικά εξωτερικά, κατά κάποιον τρόπο, χαρακτηριστικά της ποινής: τι είναι ο αφορισμός, ποια είναι τα διάφορα «είδη» του επιτιμίου, ποιος ο τρόπος επιβολής και άρσης, καθώς και τα «είδη» της ποινής και τα μορφολογικά της στοιχεία. Στο τρίτο μέρος θα δούμε τον τρόπο με τον όποιο η ποινή θα ενσωματωθεί στις διάφορες ιδιωτικές συλλογές απονομής δικαιοσύνης, θα ακολουθήσουν τα σχετικά με την εξέλιξη του επιτιμίου και την προσαρμογή του προς τις εκάστοτε πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, θα μας απασχολήσει ακόμα η χρήση της ποινής και από την άποψη του δογματικού όπλου.

Τέλος, κλείνοντας το θέμα μας θα σταθούμε σε ορισμένες καίριες στιγμές που σημαδεύουν την εξέλιξη της ποινής μέσα στην διαχρονία, μέσα στο γενικό σχήμα: γέννηση – ανάπτυξη –έκρηξη – ανάσχεση που παρακολουθεί την ποινή θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τους βασικότερους σταθμούς που προσδιορίζουν άλλωστε και τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής πορείας του αφορισμού. Με την διεξοδική αυτή προσέγγιση ελπίζω ότι θα καταδειχθεί πρώτα η μορφή του επιτιμίου, τι είναι ο αφορισμός, άλλα και ποιες είναι οι συνέπειες τής επιβολής του εις βάρος κάποιου χριστιανού… [Από τον πρόλογο του βιβλίου].

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Older Posts »