Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’

Το Σύνταγμα του 1864 –  Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1864 θεσπίσθηκε από Συντακτική Συνέλευση (την Β’ Εθνική Συνέλευση) χωρίς τη σύμπραξη του βασιλιά. Κορυφαίο χαρακτηριστικό του νέου Συντάγματος αποτελεί η εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, με την οποία αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο το δημοκρατικό κεκτημένο των συνταγμάτων της Επανάστασης, αν και μετριασμένο από τον θεσμό του «ισόβιου και κληρονομικού ανωτάτου άρχοντος». Ο συνδυασμός των δυο αυτών στοιχείων, της δημοκρατικής αρχής και του βασιλικού θεσμού, συνεπάγεται την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της «βασιλευόμενης δημοκρατίας», το οποίο έμελλε να διαρκέσει, με ορισμένα διαλείμματα, για έναν αιώνα περίπου (μέχρι το 1967). Με το Σύνταγμα του 1864, το πιο μακρόβιο στην ελληνική συνταγματική ιστορία, δημιουργούνται οι θεσμικές προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό του πολιτικού συστήματος – ο οποίος εδραιώνεται με την εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875 – και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Το Σύνταγμα του 1864 αποτελείται από 110 άρθρα κατανεμημένα σε δώδεκα μέρη: «Περί θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί Συντάξεως της Πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής», «Περί των Υπουργών», «Περί Συμβουλίου Επικρατείας», «Περί Δικαστικής Εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Κυριότερα πρότυπά του υπήρξαν τα δημοκρατικά Συντάγματα του Βελγίου του 1831 και, λιγότερο, της Δανίας του 1849. Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου Συντάγματος σε σχέση με εκείνο του 1844 είναι αναμφίβολα η ρητή και πανηγυρική καθιέρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και, γενικότερα, η εδραίωση του δημοκρατικού του χαρακτήρα. Παράλληλα, ενισχύονται και τα φιλελεύθερα στοιχεία του Συντάγματος.

Η νομική φύση του νέου Συντάγματος απορρέει τόσο από τον τρόπο παραγωγής του όσο και από το περιεχόμενό του. Σε αντίθεση προς το Σύνταγμα του 1844, στη θέσπιση του οποίου συνέπραξαν ο λαός (εθνοσυνέλευση) και ο μονάρχης – φορέας της κυριαρχίας και το οποίο, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως «σύνταγμα-συνάλλαγμα», το Σύνταγμα του 1864 αποτελεί προϊόν μιας πραγματικής συντακτικής συνέλευσης, όπου ο λαός  -φορέας της κυριαρχίας άσκησε γνήσια συντακτική εξουσία, μονομερώς και αδέσμευτος από κάθε άλλη εξουσία. Έτσι, παρόλο που ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην παραγωγή του, το γεγονός ότι η Β’ Εθνική Συνέλευση ήταν κυρίαρχη και αποκλειστικός φορέας της συντακτικής εξουσίας αποκλείει τη θεώρηση του Συντάγματος του 1864 ως «συμβολαίου» μεταξύ λαού και μονάρχη. Εξάλλου, η αντίληψη αυτή, παρόλο που υποστηριζόταν ευρέως εκείνη την εποχή, έρχεται σε αντίφαση και με τη «λαϊκή κυριαρχία», δηλαδή με τη θεμελιώδη αρχή του νέου Συντάγματος.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η επιβίωση της αντίληψης περί συντάγματος-συμβολαίου

 

Η αντίληψη περί Συντάγματος – συμβολαίου ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στους θεωρητικούς της εποχής. Χαρακτηριστικά είναι, από την άποψη αυτή, ορισμένα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής:

 

«Τί είναι το Σύνταγμα; Συμβόλαιον δι’ ου το έθνος εν τη κυριαρχία αυτού εξεχώρησεν ωρισμένα προς τον βασιλέα δικαιώματα και ώρισε κανόνας διέποντας τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Το Σύνταγμα λοιπόν, το επίσημον τούτο μεταξύ του Έθνους και του ηγεμόνος συμβόλαιον, ούτινος το κύρος ενόρκως ανεγνώρισε και απεδέξατο ο βασιλεύς είναι η καθαρά της βουλήσεως του έθνους έκφρασις, είναι το πολυτιμότερον της εθνικής κυριαρχίας εχέγγυον και δια τούτο φρουρός αυτού ετάχθη ο πατριωτισμός των Ελλήνων» (εφημ. «Συνταγματική», φύλλο υπ’ αρ. 1 της 9.6.1874).

«Το πνεύμα του ημετέρου Συντάγματος είναι η μετοχή του Λαού εις τα κοινά δια των υπ’ αυτού εκλεγομένων αντιπροσώπων, η σύμπραξις αυτού μετά του Στέμματος, αντιπροσωπευομένου υπό κυβερνήσεως εις την εκλογήν της οποίας συμπράττουσιν οι μεν εμμέσως, το δε αμέσως» (εφημ. «Εθνικόν Πνεύμα», φύλλο της 3.5.1874).

 

Τις αντιλήψεις αυτές ασπάζονταν και πολλά μέλη της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, μεταξύ των οποίων και οι θεωρητικοί του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Ι. Σαρίπολος και Δ. Κυριακός. Στις εργασίες της Συνέλευσης, ωστόσο, διατυπώθηκαν με ενάργεια και αντίθετες θέσεις. Έτσι, στην άποψη του Ν. Ι. Σαρίπολου ότι «το Σύνταγμα είναι συμβόλαιον μεταξύ του Έθνους και του Βασιλέως» και ότι, για τον λόγο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στον βασιλιά το δικαίωμα «του συμπράττειν εις τον καταρτισμόν του Συντάγματος», ο πληρεξούσιος Γ. Μίλησης αντέταξε:

 

«Η τροπολογία, κύριοι, του κ. Σαριπόλου, υποθέτει δύο δυνάμεις, δύο κυριαρχίας συνυπαρχούσας εν τη πολιτεία και συμπραττούσας εις έν και το αυτό έργον. Αλλ’ η υπόθεσις αυτή είναι ψευδής εις την θεωρίαν και ανεφάρμοστος εις την πράξιν. Η κυριαρχία είναι μία και αδιαίρετος (…). Ο βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων της πολιτείας, συντεταγμένης ήδη, αλλ’ η σύνταξις αυτής είναι καθήκον της Συνελεύσεως» [Επίσημος Εφημερίς της εν Αθήναις Β’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμ. Γ’, σ. 586].

 

Και ο πληρεξούσιος Αρ. Γλαράκης υπερθεμάτιζε:

 

«Αποδεχόμεθα το Σύνταγμα… ουχί ως συνάλλαγμα αλλ’ ως καταστατικόν χάρτην της πολιτείας, το οποίον επιβάλλει η κυριαρχία του έθνους εις όλους τους λειτουργούς του, από του πρώτου μέχρι του τελευταίου· ώστε, όπως δεν συναλλάσσεται με την Βουλήν, με τους υπουργούς, με τους αξιωματικούς και με τους λοιπούς υπαλλήλους, ούτω και με τον αρχηγόν της εκτελεστικής εξουσίας δεν συναλλάσσεται» [Επίσημος Εφημερίς, τόμ. Γ’, σ. 1018].

 

Η δημοκρατική αρχή στο Σύνταγμα του 1864

 

Με το Σύνταγμα του 1864 συντελείται η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή. Πυρήνα της δημοκρατικής αρχής αποτελεί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Περαιτέρω, τη δημοκρατική αρχή εξειδικεύει και επιβεβαιώνει ένα πλέγμα συνταγματικών θεσμών (καθολική ψηφοφορία κλπ.), που αποτελούν λειτουργικές εκφάνσεις της.

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας

 

Η σπουδαιότερη διάταξη του Συντάγματος του 1864 βρίσκεται στο περίφημο άρθρο 21, όπου ορίζεται ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουσιν εκ του Έθνους, ενεργούνται δε καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται – τριανταεπτά χρόνια μετά το Σύνταγμα της Τροιζήνας όπου είχε διακηρυχθεί για πρώτη φορά – η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία πηγή και φορέας όλων των εξουσιών είναι ο λαός. Υπέρ του λαού συντρέχει η υπέρτατη αρμοδιότητα εντός του κράτους (η λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»): ο λαός έχει την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητά του, καθώς και την αρμοδιότητα των άλλων κρατικών οργάνων.

Βέβαια, η χρήση του όρου «έθνος» θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι καθιερώνεται όχι η λαϊκή, αλλά η «εθνική κυριαρχία». Η διαφορά είναι λεπτή, όχι όμως αμελητέα, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικές εκδοχές της δημοκρατικής αρχής (παρόλο που την εποχή εκείνη οι δύο όροι χρησιμοποιούνταν συνήθως ως ταυτόσημοι). Το έθνος είναι μια έννοια υπερβατική και αφηρημένη, καθώς αναφέρεται σε ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με συναισθηματικούς δεσμούς, που δημιουργούνται κατά βάση από την κοινή ιστορία και τις κοινές παραδόσεις. Αντίθετα, ο λαός είναι μια έννοια συγκεκριμένη: αναφέρεται στο σύνολο των υπηκόων (πολιτών) ενός κράτους, οι οποίοι συνδέονται προς αυτό με τον νομικό δεσμό της ιθαγένειας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάκριση (εθνοτική, φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική κλπ.). Δεδομένου ότι ο λαός μπορεί να μην ταυτίζεται πάντοτε με το έθνος, η ισχύς της αρχής της εθνικής κυριαρχίας συνεπάγεται ότι η εξουσία μπορεί ενίοτε να ασκείται σε αντίθεση προς τη βούληση του λαού (και σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του υπερβατικού έθνους). Αντίθετα, υπό την ισχύ της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η εξουσία ουδέποτε μπορεί να ασκηθεί αντίθετα προς τη βούληση του λαού. Με την εθνική κυριαρχία συνδέεται συνήθως η περιορισμένη, τιμηματική ψηφοφορία (που υποτίθεται ότι εκφράζει τον «ορθό» λόγο και το «αληθινό» συμφέρον του έθνους), ενώ η καθολική ψηφοφορία (ως έκφραση της βούλησης του συνόλου των μελών της κοινωνίας, δηλαδή του λαού) αποτελεί λειτουργική έκφανση της λαϊκής κυριαρχίας.

Όλες οι επιμέρους εκφάνσεις της δημοκρατικής αρχής στο Σύνταγμα του 1864 (ιδίως η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας, η καθιέρωση «μονήρους» Βουλής κ.α.) συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατική αρχή κατοχυρώνεται υπό την εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, η χρήση του όρου «έθνος» εξηγείται, διότι συμβολίζει το αίτημα για εθνική ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους: αναφέρεται δηλαδή στο (σημαντικό ακόμη) τμήμα του έθνους που ζούσε τότε έξω από τα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η χρήση του όρου έχει έτσι ιστορική και συμβολική – ηθικοπολιτική σημασία, δεν έχει όμως νομικές συνέπειες: η κυριαρχία ανήκει στον ελληνικό λαό, δηλαδή στο σύνολο των πολιτών του ελληνικού κράτους, και όχι στο ελληνικό έθνος. Κατά συνέπεια, υπέρτατη θέληση εντός του κράτους είναι η θέληση των Ελλήνων πολιτών, η οποία εκφράζεται μέσω του εκλογικού σώματος (δηλαδή του λαού με τη στενή έννοια, που απαρτίζεται από τους ενήλικους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν) και εκδηλώνεται με τις εκλογές.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν τη δημοκρατική αρχή

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας συνοδεύεται από την εισαγωγή μιας σειράς θεσμών και ρυθμίσεων, που αποτελούν αφενός απόρροια της αρχής και αφετέρου προϋπόθεση της λειτουργίας της. Αλλά και γενικότερα, η δημοκρατική αρχή αντανακλάται σε ολόκληρο το συνταγματικό κείμενο. Έτσι, πολλές διατάξεις που μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το Σύνταγμα του 1844, όπως αυτές για τις αρμοδιότητες του βασιλιά, αναβαπτίζονται υπό το φως της αρχής αυτής και αποκτούν νέο νόημα.

Οι κυριότεροι συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν την καθιέρωση της δημοκρατικής αρχής, επιβεβαιώνοντας και ολοκληρώνοντας το περιεχόμενό της, είναι οι ακόλουθοι:

α) Καταργείται η Γερουσία και καθιερώνεται το λεγόμενο σύστημα της «μονήρους Βουλής». Σύμφωνα με το Ψήφισμα της Συνέλευσης της 7ης Οκτωβρίου 1863, η Γερουσία «θεωρείται καταλυθείσα από της 11ης Οκτωβρίου 1862». Με την κατάργηση αυτού του δημοκρατικά ανομιμοποίητου – καθότι τα μέλη του δεν εκλέγονταν, αλλά διορίζονταν από τον βασιλιά- σώματος ενισχύεται η λαϊκή κυριαρχία: πλέον το (ενιαίο) κοινοβούλιο ως όργανο της νομοθετικής λειτουργίας είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο στο σύνολό του, αφού όλα τα μέλη της Βουλής εκλέγονται από τον λαό. Ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτόν, ολοκληρώνεται το εννοιολογικό περιεχόμενο της καθολικής ψηφοφορίας.

Στη λογική του αποκλεισμού θεσμών χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση κινείται επίσης η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ένα χρόνο μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

β) Κατοχυρώνεται συνταγματικά η καθολική ψηφοφορία, η οποία μέχρι τότε προβλεπόταν μόνο στον Νόμο περί εκλογής βουλευτών της 18ης Μαρτίου 1844. Σε συνδυασμό με την κατάργηση της Γερουσίας, αυτό σήμαινε ότι η καθολική ψηφοφορία κατέστη η μόνη νομιμοποιητική βάση του πολιτεύματος.

Παράλληλα, ως στοιχεία του εκλογικού συστήματος που δεν μπορούν πλέον να μεταβληθούν με νόμο, καθιερώνονται με ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 66) οι αρχές της άμεσης, καθολικής, μυστικής (δια σφαιριδίων) και ταυτόχρονης σε όλη την επικράτεια εκλογής των βουλευτών. Εξάλλου, από το όλο πνεύμα της σχετικής συνταγματικής ρύθμισης συνάγεται, ως προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο της καθολικότητας, και η αρχή της ισότητας της ψήφου, η αρχή δηλαδή ότι κάθε πολίτης – εκλογέας έχει μία μόνο ψήφο και οι ψήφοι όλων των εκλογέων είναι νομικά ισοδύναμες.

 

Η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας: μια πρωτοποριακή συνταγματική αρχή

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας θεωρήθηκε τότε από πολλούς «πρώιμη», δεδομένου ότι στα ευρωπαϊκά κράτη εξακολουθούσε να ισχύει η περιορισμένη τιμηματική (με κριτήρια περιουσιακά) ψήφο. Είναι αλήθεια ότι πολλοί δεν συμφωνούσαν με την κατοχύρωση της καθολικής ψήφου, θεωρώντας ότι οι ευρύτερες λαϊκές μάζες ήταν «ανώριμες» για να έχουν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη, υπήρχαν κι αυτοί που στη σημαντική αυτή κατάκτηση του ελληνικού λαού προέβλεπαν (ορθά, όπως αποδείχθηκε) μια γενικότερη τάση που επρόκειτο να επικρατήσει στα πολιτεύματα των ευρωπαϊκών κρατών.

Μάλιστα, οι πιο ριζοσπαστικές φωνές έβλεπαν στην κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας ένα μέσο πολιτικής χειραφέτησης των ευρύτερων λαϊκών μαζών, που μπορούν να χρησιμοποιούν την ψήφο για την προβολή εκ μέρους τους κοινωνικών διεκδικήσεων, με απώτερη προοπτική και την κοινωνική τους χειραφέτηση. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» (φύλλο της 26.9.1864):

 

«Μεταξύ των θεμελιωδών αρχών και των πολιτικών αξιωμάτων… ενεγράφη εν τω Συντάγματι και η πάνδημος ψηφοφορία, ήτις είναι ο αγρυπνότερος φύλαξ και η ασφαλεστέρα εγγύησις των συνταγματικών ελευθεριών. Η νίκη αυτή, ως νίκη της προόδου κατά της οπισθοδρομήσεως και ως θρίαμβος των νεωτέρων αρχών της ισότητος κατά των οικτρών κοινωνικών διακρίσεων, διήγηρε παντού αγαθωτάτην εντύπωσιν».

 

Η καθολική ψήφος, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων του «συνέρχεσθαι» και του «συνεταιρίζεσθαι», αποτέλεσαν έτσι τις θεσμικές προϋποθέσεις για την ανάδειξη, στη συνέχεια, του λεγόμενου «κοινωνικού ζητήματος» και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Από την άποψη αυτή, η καθολικότητα της ψήφου, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης (δικαιώματα του «συνέρχεσθαι» και «συνεταιρίζεσθαι»), συνέβαλε στην ίδρυση των πρώτων εργατικών σωματείων και σοσιαλιστικών συλλόγων περί τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Πέρα από τη συνταγματική κατοχύρωσή της, διευρύνθηκε η καθολικότητα της ψήφου και, κατά συνέπεια, το ίδιο το εκλογικό σώμα, καθώς μειώθηκε το όριο της εκλογικής ηλικίας. Έτσι, ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε από την ίδια τη Β’ Εθνική Συνέλευση παράλληλα με το Σύνταγμα καθιέρωσε ως εκλογική ηλικία το 21ο έτος αντί του 25ου που ίσχυε μέχρι τότε. Δεν θα πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι, την εποχή εκείνη, μέλη του εκλογικού σώματος νοούνται αποκλειστικά οι άνδρες. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος και στις γυναίκες θα συντελεστεί στην Ελλάδα μόλις το 1952, οπότε η ψηφοφορία γίνεται πραγματικά καθολική.

γ) Κατοχυρώνεται για πρώτη φορά η καθολική ψηφοφορία για τις δημοτικές εκλογές. Το άρθρο 105 του Συντάγματος προβλέπει τη διενέργεια της εκλογής των δημοτικών αρχών με άμεση, καθολική, και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία. Μέχρι τότε, οι δημοτικές εκλογές διενεργούνταν ακόμη με τον εκλογικό νόμο που είχε θεσπιστεί επί βαυαροκρατίας και προέβλεπε ένα αυστηρά τιμηματικό σύστημα, περιορίζοντας το δικαίωμα ψήφου στους «μάλλον φορολογουμένους πολίτες». Η καθιέρωση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας στην εκλογή των δημοτικών αρχών ολοκληρώνει τον εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος, καθώς επεκτείνει την ισχύ της δημοκρατικής αρχής και στο τοπικό επίπεδο. Πρόκειται για μια επιλογή που διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοτυπία, κάτι που καταδεικνύει και τον ιδιαίτερα ριζοσπαστικό και πρωτοποριακό, για τα μέτρα της εποχής, χαρακτήρα της.

δ) Καθιερώνεται το τεκμήριο της αρμοδιότητας υπέρ του λαού και κατά του μονάρχη (υπέρ του οποίου συνέτρεχε υπό το μοναρχικό Σύνταγμα του 1844): ο βασιλιάς περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η διάταξη του άρθρου 44 του Συντάγματος («ο βασιλεύς δεν έχει άλλας εξουσίας, ειμή όσας τω απονέμουσι ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι Νόμοι») συμπληρώνει το εννοιολογικό περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας, καθιστώντας σαφές ότι η εξουσία του βασιλιά είναι δοτή και περιορισμένη: όπως όλες οι εξουσίες, έτσι κι αυτή έχει πηγή και όριο τη λαϊκή κυριαρχία.

δ) Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη ή συμμετοχή του βασιλιά στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στη Βουλή και διενεργείται απ’ αυτήν, με παρεμβολή του εκλογικού σώματος (διενέργεια εκλογών). Η ρύθμιση αυτή έχει χαρακτηριστεί ως η «ασφαλιστική δικλείδα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας». Και πράγματι, η επιφύλαξη τόσο του συντακτικού όσο και του αναθεωρητικού έργου στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αντιπροσώπων του λαού αποτελεί όχι μόνο συνέπεια, αλλά και προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας.

 

Το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας

 

Στο πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας ο ρυθμιστικός ρόλος του βασιλιά προσδιορίζεται και κατευθύνεται από την εκδηλωμένη λαϊκή θέληση, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία που αναδεικνύεται στις εκλογές. Η σχέση αυτή, όπου ο μοναρχικός θεσμός αποδυναμώνεται τόσο, ώστε να μην αναιρεί τη δημοκρατική αρχή, έχει αποτυπωθεί επιγραμματικά από τον Διομήδη Κυριακό [1], στις Παρατηρήσεις του επί του σχεδίου Συντάγματος, με τη φράση: «ο Βασιλεύς βασιλεύει και δεν κυβερνά». Ουσιώδης προϋπόθεση, ωστόσο, για να επιτευχθεί ο συγκερασμός του βασιλικού θεσμού με τη δημοκρατική αρχή είναι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση συλλογικά και ο κάθε υπουργός ατομικά υπέχουν πολιτική ευθύνη απέναντι στη Βουλή και εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της. Η κοινοβουλευτική αρχή, όμως, δεν καθιερώνεται ρητά στο Σύνταγμα του 1864. Κατά συνέπεια, το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας παραμένει ελλιπές με τη θέσπιση του Συντάγματος και δεν ολοκληρώνεται παρά με την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος το 1875.

 

Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος από τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής

 

Είναι αλήθεια ότι ούτε στο ίδιο το Σύνταγμα του 1864 ούτε σε κάποιο άλλο επίσημο κείμενο υπάρχει ρητός χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Σε συνταγματικό κείμενο ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1952. Την εποχή εκείνη, όπως φάνηκε και από τις εργασίες της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επικρατούσε εννοιολογική σύγχυση μεταξύ «συνταγματικής μοναρχίας» και «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Από τους θεωρητικούς της εποχής, ορισμένοι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τον όρο «συνταγματική μοναρχία», ενώ άλλοι έκαναν λόγο για «δημοκρατική βασιλεία». Ήταν όμως σαφές σε όλους ότι το νέο πολίτευμα διέφερε ριζικά από τη συνταγματική μοναρχία του Συντάγματος του 1844. Έτσι, με τον καιρό διαπλάστηκε και επικράτησε ο όρος «βασιλευόμενη δημοκρατία», που, με κριτήριο την όλη διάρθρωση της συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, αποδίδει εύστοχα τον χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Εκ πρώτης όψεως, ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως βασιλευόμενης δημοκρατίας φαίνεται να διαψεύδεται από την πρόβλεψη της Συνθήκης του Λονδίνου (Ιούλιος 1863) μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων και της Δανίας, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάς αποτελεί κράτος μοναρχικόν, ανεξάρτητον και συνταγματικόν». Απ’ τη διατύπωση αυτή θα μπορούσε κάποιος να συνάγει ότι το πολίτευμα παραμένει συνταγματική μοναρχία. Ωστόσο, ο προσδιορισμός του πολιτεύματος δεν είναι ζήτημα τυπικό, αλλά ουσιαστικό: καθοριστικό κριτήριο δεν είναι το πώς αυτό χαρακτηρίζεται στα επίσημα κείμενα, αλλά ποιος είναι στην πραγματικότητα ο φορέας της κυριαρχίας. Και δεν χωρεί αμφιβολία ότι την κυριαρχία την ασκούσε ο λαός μέσω της συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Αυτό εκφράστηκε πανηγυρικά στο άρθρο 21 του Συντάγματος, το οποίο, ενόψει και της συνολικής συνταγματικής ρύθμισης, ασφαλώς αποτελεί εγκυρότερο κριτήριο για το χαρακτηρισμό του πολιτεύματος απ’ ό,τι μια διεθνής συνθήκη.

 

Επιβεβαιώσεις του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος πριν από το Σύνταγμα του 1864

 

Αλλά και πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος, ο δημοκρατικός – και όχι μοναρχικός – χαρακτήρας του πολιτεύματος που επρόκειτο να εγκαθιδρυθεί είχε επιβεβαιωθεί κατ’ επανάληψη: α) Ήδη στο «Ψήφισμα του Έθνους» (10.10.1862) γινόταν λόγος για εκλογή ηγεμόνα από την (κυρίαρχη) Εθνοσυνέλευση. β) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 22.1.1863 προέβλεπε ότι ο πρίγκιπας Αλφρέδος (η εκλογή του οποίου μεταγενέστερα ματαιώθηκε) «εξελέχθη κυριαρχική του Έθνους θελήσει Συνταγματικός Βασιλεύς των Ελλήνων». γ) Με το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 18.3.1863 ο Γεώργιος αναγορεύθηκε σε «Συνταγματικό Βασιλέα των Ελλήνων». Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Γεώργιος πήρε τον τίτλο «Βασιλεύς των Ελλήνων» – και όχι, όπως ο Όθωνας, «ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» -, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι τα δικαιώματά του επί του θρόνου δεν τα έχει «εξ ιδίου δικαίου» ή «ελέω Θεού», αλλά επειδή του τα παραχώρησαν οι Έλληνες, δηλαδή από την κυρίαρχη θέληση του ελληνικού λαού. δ) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 9.10.1863 σχετικά με τα δικαιώματα του βασιλιά όριζε ότι αυτός έχει το δικαίωμα κύρωσης των νόμων πλην του Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτόν, η Συνέλευση απέκλεισε οποιαδήποτε σύμπραξη του βασιλιά από την άσκηση συντακτικής εξουσίας, την οποία επιφύλαξε κυριαρχικά για την ίδια. Ο Γεώργιος θα καλούνταν απλώς να υπογράψει το Σύνταγμα (σε αντίθεση με τον Όθωνα, ο οποίος είχε κυρώσει και εκδώσει το Σύνταγμα του 1844). ε) Τέλος, με την ολοκλήρωση του έργου της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, ο Πρόεδρός της κήρυξε στις 16.11.1864 «κατ’ εντολήν και εξ ονόματός της» τη λήξη των εργασιών της, αφού αυτή είχε συνέλθει μόνη της, ασκώντας κυρίαρχη συντακτική εξουσία. Αντίθετα, τη λήξη των εργασιών της Εθνικής Συνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου την είχε κηρύξει στις 18.3.1844 ο Όθωνας, ο οποίος συνέπραττε στην άσκηση συντακτικής εξουσίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην άσκηση της συντακτικής επιτροπής και όχι αυτού που επισυνάφθηκε στο βασιλικό διάγγελμα. Περαιτέρω, όταν η Συνέλευση υπέβαλε το τελικό κείμενο του Συντάγματος στον Γεώργιο για να το υπογράψει, αυτός με νέο διάγγελμά του στις 31.10.1864 δήλωσε ότι το «αποδέχεται», αλλά ζήτησε την τροποποίηση δύο διατάξεων. Η Συνέλευση έκανε δεκτό το αίτημά του όσον αφορά το άρθρο περί θρησκείας, όχι όμως όσον αφορά το άρθρο περί αναθεώρησης. Τέλος, κατά τη δημοσίευση του Συντάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Γεώργιος χρησιμοποίησε και πάλι την έκφραση ότι «αποδέχεται» το Σύνταγμα. Όλα αυτά δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δήθεν το Σύνταγμα «συμφωνήθηκε» μεταξύ του λαού και του βασιλιά, αφού την αποκλειστική και αδιαίρετη συντακτική εξουσία την είχε η κυρίαρχη Συνέλευση. Αλλά μάλλον πρέπει να ερμηνευτούν ως απλές προσπάθειες δημιουργίας εντυπώσεων εκ μέρους του βασιλιά. Κατά τα λοιπά, οι περί «αποδοχής» του Συντάγματος δηλώσεις του τελευταίου δεν έχουν σημασία άλλη παρά το ότι αυτός «δέχεται» να παραμείνει στο θρόνο υπό τους όρους και τους περιορισμούς του Συντάγματος που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Γεώργιος δεν αρνούνταν καταρχήν ότι η εξουσία του πήγαζε από τον ελληνικό λαό. Σε προκήρυξή του με αφορμή την άφιξή του στην Ελλάδα, η οποία διαβάστηκε στην Εθνοσυνέλευση στις 19.10.1863, έλεγε χαρακτηριστικά: «Έλληνες, αναβαίνων εις τον θρόνον εφ’ όν με εκάλεσεν η ψήφος υμών…». Το ότι ο βασιλιάς δεν συμπράττει ούτε από νομική ούτε από πολιτική άποψη στην παραγωγή του Συντάγματος επρόκειτο να επιβεβαιωθεί περίτρανα κατά την αναθεώρηση του 1911, στην οποία ο βασιλιάς δεν είχε καμία απολύτως συμμετοχή.

 

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Η εξέγερση της 10ης Οκτωβρίου 1862 είχε κατά κάποιο τρόπο προδικάσει τη μορφή του πολιτεύματος, καθώς το «Ψήφισμα του Έθνους» κατάργησε τη δυναστεία του Όθωνα, όχι όμως και τον βασιλικό θεσμό. Αντίθετα, προέβλεψε ρητά τη σύγκληση Συνέλευσης με σκοπό – πέρα από τη θέσπιση Συντάγματος – και την εκλογή νέου ηγεμόνα. Βέβαια, η Β’ Εθνική Συνέλευση που εκλέχθηκε στη συνέχεια, ως γνήσια συντακτική συνέλευση, δεν δεσμευόταν τυπικά απ’ το Ψήφισμα. Ωστόσο, η πολιτική τάση που επικρατούσε, ενόψει και της επιρροής των ξένων δυνάμεων, ήταν σαφέστατα υπέρ της διατήρησης του βασιλικού θεσμού. Κάποιες ριζοσπαστικές φωνές που επιθυμούσαν την εγκαθίδρυση γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος δεν ήταν δυνατό, στις συνθήκες αυτές, να βρουν ανταπόκριση. Πάντως, ήδη από το «Ψήφισμα του Έθνους», στο οποίο γινόταν λόγος για «εκλογή» του βασιλιά από την κυρίαρχη εθνοσυνέλευση, γινόταν αντιληπτό ότι η νομικοπολιτική θέση του βασιλιά θα ήταν διαφορετική στο νέο πολίτευμα.

Πράγματι, η μεταπολίτευση του 1862 και η Β’ Εθνική Συνέλευση διατήρησαν μεν τον βασιλικό θεσμό, αλλά μετέβαλαν ριζικά τη νομική φύση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατά το Σύνταγμα του 1844 το πρόσωπο του βασιλιά ήταν «ιερόν και απαραβίαστον», στο Σύνταγμα του 1864 χαρακτηρίζεται απλώς ως «ανεύθυνον και απαραβίαστον» (άρθρο 29). Ο βασιλιάς παύει να αποτελεί το ανώτατο όργανο της πολιτείας – που, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, δεν μπορεί παρά να είναι ο λαός – και περιορίζεται στο αξίωμα του «Ανωτάτου Άρχοντος» του κράτους. Η διαφορά είναι καίρια. Το ανώτατο όργανο έχει, ως φορέας της κυριαρχίας, τη λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»: είναι το όργανο που, ασκώντας συντακτική εξουσία, καθορίζει ποια θα είναι τα όργανα του κράτους και ποιες αρμοδιότητες θα έχουν. Ένα από αυτά τα όργανα είναι και ο ανώτατος άρχοντας, η τυπική και συμβολική «κεφαλή» του κράτους, ο οποίος, ασκώντας συντεταγμένη εξουσία, έχει μόνον αυτές τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή είχε, επομένως, την έννοια ότι φορέας της κυριαρχίας κατέστη ο λαός αντί του βασιλιά, ο οποίος έχασε το τεκμήριο της αρμοδιότητας (που πλέον συντρέχει υπέρ του λαού), περιοριζόμενος μόνο σε όσες εξουσίες του απονέμουν ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι νόμοι (άρθρο 44).

Έτσι, ο βασιλιάς έχασε τις υπερεξουσίες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα του 1844. Παραμένει βέβαια ο κύριος παράγοντας της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία του «ανήκει», και εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα διορισμού και παύσης των υπουργών «αυτού». Ωστόσο, μετά την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», δεν μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατά βούληση και χωρίς περιορισμούς, όπως μέχρι τότε. Επίσης ο βασιλιάς διατηρεί τις αρμοδιότητες έκδοσης των αναγκαίων για την εκτέλεση των νόμων διαταγμάτων, καθώς και διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων. Ως «ανώτατος άρχων του κράτους», εξάλλου, άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες – αρμοδιότητες που του επιτρέπουν την ανάμιξη στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Ο βασιλιάς διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες και στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας. Ωστόσο η συνολική επιρροή του σ’ αυτήν είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω της κατάργησης της Γερουσίας. Κατά τα λοιπά ο βασιλιάς διατηρεί την αρμοδιότητα να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους. Εάν μάλιστα ένα νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή δεν κυρωθεί από το βασιλιά εντός δύο μηνών από τη λήξη της βουλευτικής συνόδου, τότε αυτό θεωρείται ότι ακυρώθηκε (άρθρο 36). Πρόκειται για ένα δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) που δύσκολα συμβιβάζεται με τη δημοκρατική αρχή. Από την άλλη, το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, δηλαδή η δυνατότητα του βασιλιά να υποβάλλει νομοσχέδια προς ψήφιση στη Βουλή, περιορίζεται, καθώς πλέον ορίζεται ότι αυτό ενασκείται «δια των υπουργών».

Περαιτέρω, ο βασιλιάς διατηρεί έναν περιορισμένο ρόλο ως παράγοντας της δικαστικής εξουσίας, ιδίως όσον αφορά τις αρμοδιότητες απονομής χάριτος και διορισμού των δικαστών. Περιορισμό της εξουσίας του αποτελεί πάντως η ενίσχυση του θεσμού της ισοβιότητας των δικαστών. Σε συμβολικό επίπεδο, εξακολουθεί μεν να προβλέπεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται εν ονόματι του βασιλιά, απαλείφεται ωστόσο η πρόβλεψη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν. Ο βασιλιάς διατηρεί, τέλος, και τη λειτουργία του ρυθμιστή του πολιτεύματος, με την έκδοση των διαταγμάτων διορισμού και παύσης της κυβέρνησης, σύγκλησης και διάλυσης της Βουλής, καθώς και προκήρυξης εκλογών.

Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Συντάγματος, η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως την πρώτη Νοεμβρίου κάθε έτους, εκτός εάν ο βασιλιάς τη συγκαλέσει νωρίτερα.

Ενδεικτικό για τα κοινοβουλευτικά ήθη της εποχής είναι και το ακόλουθο περιστατικό, που αναφέρει ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης:

 

«Ληξάσης της Συνόδου του 1872 κατά Ιούνιον του 1873 δια της αποχωρήσεως των βουλευτών πριν έτι κηρυχθή η λήξις, και της 1ης Νοεμβρίου επελθούσης άνευ τινός υπό του Βασιλέως συγκαλέσεως, η μεν Βουλή δεν συνήλθεν αυτοδικαίως, είς δε και μόνος βουλευτής μετέβη εις το βουλευτήριον και επί πολύ μάτην παρέμεινε προς τήρησιν της διαάξεως του άρθρου 54» (Ελληνικοί κώδικες – Ελληνικά συντάγματα, 1901, σ. 183).

 

Ενόψει των παραπάνω, αποκτούν διαφορετικό νόημα οι αρχές του (πολιτικά) ανεύθυνου του βασιλιά και της προσυπογραφής των πράξεών του. Οι αρχές αυτές – σύμφωνα με τις οποίες ο βασιλιάς δεν φέρει καμία ευθύνη για τις πράξεις του, ενώ κάθε πράξη του πρέπει να προσυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό που αναλαμβάνει έτσι την ευθύνη – προβλέπονταν ήδη στο Σύνταγμα του 1844. Υπό την ισχύ του τελευταίου, όμως, ο βασιλιάς μπορούσε να ασκεί «προσωπική εξουσία» και ο ρόλος των υπουργών περιοριζόταν κατά βάση στο να καλύπτουν την πολιτική του βασιλιά: έτσι, άλλος κυβερνούσε κι άλλος είχε την ευθύνη. Αντίθετα, υπό την ισχύ ενός δημοκρατικού Συντάγματος, αυτοί που κυβερνούν πρέπει να έχουν και την ευθύνη: ο (ανεύθυνος) βασιλιάς δεν δικαιούται πλέον να ασκεί προσωπική εξουσία. («ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά»). Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «με δεδομένο ότι η εξουσία βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται και η ευθύνη και αντιστρόφως, η διάταξη του άρθρου 30 σύμφωνα με την οποία «ουδεμία πράξις του βασιλέως ισχύει ουδέ εκτελείται αν δεν είναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου υπουργού» αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τις εξουσίες του Στέμματος που μόνο τυπικά και κατ’ όνομα του ανήκουν». Η εξουσία τείνει κατ’ αυτόν τον τρόπο να μετατοπιστεί από τον ανεύθυνο βασιλιά στους υπεύθυνους υπουργούς.

Ωστόσο, το ότι ο βασιλιάς διατηρεί την εξουσία να επιλέγει χωρίς δεσμεύσεις τους υπουργούς του λειτουργεί ανασχετικά στην τάση αυτή. Έτσι, όσο δεν καθιερώνεται κοινοβουλευτικό σύστημα (οπότε ο βασιλιάς οφείλει να διορίζει τους υπουργούς που έχουν την εμπιστοσύνη της βουλής), ο βασιλιάς διατηρεί σημαντική εξουσία. Από την άποψη αυτή, η εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875, οπότε ο βασιλιάς δεν μπορεί πλέον να επιλέγει τους, υπεύθυνους και προσυπογράφοντες τις πράξεις του, υπουργούς κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του, συνεπάγεται σοβαρό, αν και άτυπο περιορισμό της συνολικής εξουσίας του.

 

Η Βουλή

 

Με την κατάργηση της Γερουσίας η Βουλή καθίσταται ο βασικός παράγοντας της νομοθετικής λειτουργίας. Τα μέλη της Βουλής εκλέγονται για τετραετή θητεία (ενώ υπό το Σύνταγμα του 1844 η θητεία ήταν τριετής) και είναι τουλάχιστον εκατόν πενήντα. Η θέση του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με τη θέση δημοσίου υπαλλήλου ή δημάρχου, όχι όμως και με αυτή του αξιωματικού. Αξιωματικοί που εκλέγονται βουλευτές τίθενται πάντως σε διαθεσιμότητα και επανέρχονται στην υπηρεσία μετά τη λήξη της βουλευτικής θητείας τους. Για την προστασία των βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προβλέπονται και οι σχετικές εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας: Δεν καταδιώκονται ούτε εξετάζονται για γνώμη που εξέφρασαν στη Βουλή ή για ψήφο που έδωσαν, ενώ, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος. Κατοχυρώνεται επίσης η αυτονομία της Βουλής, καθώς ορίζει η ίδια τον τρόπο λειτουργίας της με Κανονισμό που ψηφίζει [2].

Στο σύστημα της «μονήρους Βουλής», όπως αποκαλείται, ενισχύεται η πολιτική θέση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Αυτό αποτυπώνεται και σε μια σειρά νέων ρυθμίσεων που εισάγονται στο περί Βουλής κεφάλαιο του Συντάγματος. Διευρύνονται, έτσι, οι δυνατότητες άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου. Εξορθολογίζεται και ρυθμίζεται πληρέστερα το δικαίωμα της Βουλής να κατηγορεί τους υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου (και όχι, όπως πριν, ενώπιον της Γερουσίας) σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Κυρίως όμως θεσπίζεται για πρώτη φορά το δικαίωμα της Βουλής να συγκροτεί «εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές» για να ελέγχει τους υπουργούς. Βέβαια, οι ρυθμίσεις αυτές από μόνες τους (εκτός δηλαδή των πλαισίων του κοινοβουλευτικού συστήματος) δεν αρκούν για να επιφέρουν μια ουσιαστική μετατόπιση της εξουσίας από τον βασιλιά προς τη Βουλή. Θέτουν, ωστόσο, το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να καθιερωθεί το κοινοβουλευτικό σύστημα.

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές συγκρότησε η Βουλή στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι οποίες καταγράφονται από τον Γ. Δυοβουνιώτη: α) το Φεβρουάριο του 1882, ύστερα από πρόταση του πρωθυπουργού Αλ. Κουμουνδούρου, για να εξεταστεί υπόθεση του ελλείμματος του Ταμείου Θηβών· β) τον Απρίλιο του 1882, μετά από πρόταση του βουλευτή Ηλ. Παλαμίδη, προς εξέταση της μεταβίβασης του κτήματος Αδαμών· γ) το 1885, μετά από πρόταση των βουλευτών Κ. Μαυρομιχάλη και Δ. Λυμπερόπουλου, για να εξεταστεί η διαχείριση των έργων οδοποιίας, καθώς και το δάνειο των 170 εκατομμυρίων· δ) το 1891, συγκροτήθηκε επιτροπή, για να ελέγξει τις πράξεις του Χ. Τρικούπη ως Υπουργού των Στρατιωτικών.

Καμιά απ’ τις επιτροπές αυτές δεν κατέληξε στην άσκηση ποινικών διώξεων κατά υπουργών. Μόνο στην τελευταία περίπτωση αποφασίσθηκε η παραπομή του Χ. Τρικούπη σε δίκη, η οποία ωστόσο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.

 

Ποινική ευθύνη των Υπουργών

 

Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 80-81), η Βουλή μπορεί να κατηγορεί τους Υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και από δώδεκα δικαστές που κληρώνονται μεταξύ του συνόλου των αρεοπαγιτών και εφετών. Τη διαδικασία και τις ποινές ορίζει ειδικός νόμος περί ευθύνης υπουργών. Μέχρι την έκδοση του νόμου αυτού, οι υπουργοί μπορούν να κατηγορούνται και να δικάζονται για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας, παράνομης είσπραξης και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος και των νόμων στην οποία προβαίνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο Νόμος ΦΠΣΤ’ «περί ευθύνης των Υπουργών» ψηφίστηκε στις 23.12.1876 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23.2.1877. Πολύ σύντομα τροποποιήθηκε με τον Νόμο ΧΕ’ «περί μεταρρυθίσεως των διατάξεων του περί ευθύνης των Υπουργών νόμου», που δημοσιεύθηκε στις 11.3.1877. Πριν την έκδοση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, είχαν εισαχθεί σε δίκη, ευθέως βάσει του Συντάγματος, οι εξής υπουργοί: α) Οι Ι. Βαλασσόπουλος, υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, και ο Β. Νικολόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης, κατηγορούμενοι «επί σιμωνία». Τον Μάρτιο του 1876, ο Βαλασσόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και στέρηση της ικανότητάς του να λαμάνει δημόσιες θέσεις για τρία έτη, ενώ ο Νικολόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών. β) Όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Δ. Βούλγαρη, κατηγορούμενοι για εκλογικές παραβάσεις, οι οποίοι πάντως απαλλάχθηκαν λόγω ακύρωσης του κατηγορητηρίου τον Σεπτέμβριο του 1876.

Όπως το Σύνταγμα του 1844, έτσι και το Σύνταγμα του 1864 δεν επέβαλλε τη λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος, καθώς στις διατάξεις του δεν προέβλεπε την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ούτε την εξάρτησή της από την εμπιστοσύνη της βουλής. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Σύνταγμα, που φαινόταν να αποκλείει μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος, το Σύνταγμα του 1864 κάθε άλλο παρά αντίθετο με την εκδοχή αυτή ήταν. Η εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος αποτελούσε τη λογική ολοκλήρωση του πολιτεύματος που καθιέρωνε το Σύνταγμα. Μοιάζει, για το λόγο αυτόν, ως ανωμαλία η καθυστέρηση της καθιέρωσής του για περισσότερο από δέκα χρόνια.

 

Η (εκ νέου) κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Μετά την (πρώτη) κατάργησή του από το Σύνταγμα του 1844, το Συμβούλιο της Επικρατείας επανήλθε στο Σύνταγμα του 1864. Σ’ αυτό μάλιστα αφιερώθηκαν οι αρκετά αναλυτικές διατάξεις των άρθρων 83-86. Βέβαια, επρόκειτο για ένα θεσμό αρκετά διαφορετικό από τον ομώνυμο που είχε ιδρύσει η αντιβασιλεία. Αυτή τη φορά προβλέφθηκε αποκλειστικά ως συμβουλευτικό σώμα «προς παρασκευήν και βάσανον των νομοσχεδίων». Συγκεκριμένα, ως αποστολή του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίστηκε η διατύπωση γνώμης επί όλων των νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου που ψηφίζονται στη Βουλή επί της αρχής και προτού αυτά ψηφιστούν κατ’ άρθρον. Ωστόσο, η προδιάθεση προς το όργανο αυτό, που στη μνήμη του λαού είχε συνδεθεί με την απολυταρχία, ήταν μάλλον αρνητική. Η επαναφορά του στο Σύνταγμα συντελέσθηκε μετά από πολλή συζήτηση στην Εθνική Συνέλευση και έγινε αποδεκτή με πολύ μικρή πλειοψηφία. Ως παραχώρηση προς την ισχυρή μειοψηφία που αντιδρούσε στην εγκαθίδρυση ενός σώματος που θεωρούσε αριστοκρατικό, η Συνέλευση δέχτηκε κατ’ εξαίρεση τη δυνατότητα αναθεώρησης των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος.

Πράγματι, το όργανο αυτό δεν έμελλε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του. Ένα χρόνο μετά τη θέση του Συντάγματος σε ισχύ, ενεργοποιήθηκε η «ρήτρα αναθεώρησης» και με τον νόμο ΡΙΒ’/ 25.11.1865 καταργήθηκαν οι περί Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεις. Είναι η πρώτη φορά που τροποποιείται το Σύνταγμα (με κατάργηση διατάξεών του). Βέβαια, δεν κινήθηκε η (τακτική) αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 107, αλλά απλώς έγινε χρήση μιας εξαιρετικής πρόβλεψης του Συντάγματος για αναθεώρηση ενός πολύ συγκεκριμένου κομματιού της συνταγματικής ύλης. Δεν παύει, παρόλα αυτά, να πρόκειται για μια τυπική μεταβολή του συνταγματικού κειμένου, η οποία μάλιστα έγινε με τήρηση της προβλεπόμενης συνταγματικής διαδικασίας και όχι με συνταγματική εκτροπή.

Η ενίσχυση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος

Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος ενισχύεται, καθώς το Σύνταγμα του 1864 κατοχυρώνει πληρέστερα και αποτελεσματικότερα τις ατομικές ελευθερίες. Το Σύνταγμα του 1844 περιλάμβανε βέβαια έναν σχετικά πλήρη κατάλογο ατομικών ελευθεριών, ωστόσο, στην πράξη, η προστασία τους παρουσίαζε σοβαρά ελλείμματα. Με το Σύνταγμα του 1864 αφενός συμπληρώνεται ο κατάλογος με νέα δικαιώματα και αφετέρου προβλέπονται ορισμένες, διαδικαστικού κυρίως χαρακτήρα, εγγυήσεις, που καθιστούν αποτελεσματικότερη την άσκησή τους. Οι περισσότερες μάλιστα από αυτές τις προσθήκες και βελτιώσεις συνδέονται με τη δημοκρατική αρχή και, κατά τούτο, επιτυγχάνεται η σύζευξη του φιλελεύθερου με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Η σημαντικότερη, ωστόσο, εξέλιξη στην προστασία των ατομικών ελευθεριών επέρχεται περί τα τέλη του αιώνα, με την καθιέρωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια. Η δυνατότητα δικαστικής προστασίας των πολιτών απέναντι σε αυθαιρεσίες της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συμβάλλει στην εδραίωση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

 

Πληρέστερη κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα

 

Οι κυριότερες βελτιώσεις που το Σύνταγμα του 1864 επιφέρει στην προστασία των ατομικών ελευθεριών:

(α) Κατοχυρώνονται τα δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: η ελευθερία της συνάθροισης (ελευθερία του συνέρχεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις και άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, και η ελευθερία της συνένωσης (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Με τα δικαιώματα αυτά διευρύνεται η συμμετοχή του λαού στις αντιπροσωπευτικές διαδικασίες. Ειδικότερα, αποκτά συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των κομμάτων και λοιπών πολιτικών ενώσεων, εξέλιξη ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και περαιτέρω – κάτι το οποίο διευκρινίστηκε με την αναθεώρηση του 1911 – βρίσκει συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των επαγγελματικών ενώσεων και εργατικών σωματείων, παρέχοντας τη δυνατότητα στις εργαζόμενες τάξεις να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

 

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι στην ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου

 

«Η ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου θεωρούσε ανέκαθεν την ελευθερία του συνεταιρισμού ως την πιο στοιχειώδη εκδήλωση κοινωνικότητας του ανθρώπου, ως το δικαίωμα που επιβεβαιώνει και επικυρώνει την κοινωνική του διάσταση. Ο Ν. Ι. Σαρίπολος στην Πραγματεία του περί του Συνταγματικού Δικαίου, θεωρεί «την ελευθερίαν του συνεταιρίζεσθαι ως συμφυή εις την ανθρώπινον φύσιν», καθ’ ότι ο άνθρωπος «ον φύσει κοινωνικόν, λογικόν μάλλον παρά φυσικόν, χρήζει της από των ομοίων βοηθείας και αντιλήψεως», έχει δε έμφυτον «την ορμήν προς το φιλείν, την προς τον όμοιον ομιλίαν». Επικαλούμενος μάλιστα τη γνώμη του Αριστοτέλη (…), καταλήγει ότι είναι «φυσικόν τοις ανθρώποις το είναι συνηνωμένους, φυσικόν δε και το κατά μερικωτέρας ομάδας συνεταιρίζεσθαι».

(…) Η αυθόρμητη αυτή εκδήλωση της κοινωνικότητας του ανθρώπου δεν κατοχυρώθηκε, ωστόσο, νομικά παρά μόνο στους νεότερους χρόνους, στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το Δίκαιο «ήλθε να προσδώση εις την ελευθερίαν ταύτην ωρισμένον τύπον και σχήμα» (Αλεξ. Σβώλος). Πράγματι, τότε μόνο η ελευθερία του συνεταιρισμού αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, όταν με τους αγώνες και την πολιτική άνοδο των μαζών από «φυσικό» έγινε δικαίωμα νομικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του μέλους της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας. Ακόμη και ο Ν. Ι. Σαρίπολος ομολογεί ότι το δικαίωμα του συνεταιρισμού «κατάκτησις νέα της ελευθερίας εστί ως κατά πρώτον εν τω Συντάγματι του 1864 ομολογηθέν». Έως τότε η ίδρυση πολιτικών και επαγγελματικών οργανώσεων απαγορευόταν ή η σύστασή τους εξαρτιώταν από άδεια της αρχής.

Ο ισχύων τότε Ποινικός Νόμος στα άρθρα 212 και επόμενα απαγόρευε τη σύσταση, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης, ενώσεων δύο ή περισσοτέρων προσώπων για οποιοδήποτε σκοπό εκτός από επιστημονικό ή φιλανθρωπικό. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με ποινές φυλάκισης. Το 1864, ο συνταγματικός νομοθέτης έθεσε υπό την προστασία του Συντάγματος (άρθρο 11) ιδίως τους συνεταιρισμούς που επεδίωκαν σκοπούς πολιτικούς καθώς και τις φιλανθρωπικές και θρησκευτικές ενώσεις. Κατά την αναθεώρηση του 1911 η συνταγματική προστασία της ελευθερίας του συνεταιρισμού επεκτάθηκε και στα επαγγελματικά σωματεία, μετά από σχετική δήλωση ότι ο όρος «συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει ου μόνον τους πολιτικούς συλλόγους, αλλά και τα κοινωνικούς σκοπούς επιδιώκοντα σωματεία και πάσαν εν γένει ένωσιν πλειόνων προς οιονδήποτε θεμιτόν σκοπόν». Μετά την ερμηνευτική αυτή δήλωση, το άρθρο 11 κάλυπτε πλέον όλο το φάσμα των οργανώσεων, δηλαδή και τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές οργανώσεις. Η σημασία της συνταγματικής κάλυψης των πολιτικών συνεταιρισμών είναι προφανής, αν σκεφθεί κανείς ότι στο Σύνταγμα του 1864/1911/1952 δεν υπήρχε άλλο συνταγματικό έρεισμα για τη δράση των πολιτικών κομμάτων» (Αντώνης Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1981, σ. 235-237).

Στην πράξη, τα νεοπαγή αυτά δικαιώματα αντιμετωπίστηκαν με πολλή επιφύλαξη – αν όχι εχθρότητα – από τους κρατούντες. Οι ισχύοντες νόμοι έθεταν σοβαρούς περιορισμούς στη συλλογική δράση, ιδίως των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν έλειψαν και περιπτώσεις βίαιης καταστολής των εργατικών δικαιωμάτων, όπως στην περίπτωση των Λαυρεωτικών. Στο κλίμα αυτό, η ίδρυση των πρώτων εργατικών και σοσιαλιστικών συλλόγων βρήκε περιορισμένη μόνο απήχηση.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

 

Οι πρώτοι νεκροί διαδηλωτές

 

Στις 15 Ιανουαρίου 1878 διαδηλώνουν 5000 άτομα στα Προπύλαια, στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά στο σπίτι του Κουμουνδούρου.

 

«Ο λαός διετάχη να διαλυθεί. (…) Οι αξιωματικοί διέταξαν εκφόβισιν… Στρατιώται επυροβόλησαν. Τινές πολίτες δια πιστολίων αντεπυροβόλησαν… Αίφνης φωνή ηκούσθη: ‘Σε κρέας τώρα’. Τρεις πολίται έπεσαν. Τρεις χωροφύλακες πληγώθησαν. Οι πυροβολισμοί συνεχίσθησαν. Επί κάρρων εφέροντο οι φονευθέντες και πληγωθέντες και το πλήθος διεσκορπίζετο. Έγιναν και συλλήψεις. Ο υπουργός στρατιωτικών Πετμεζάς απαγόρευσε τα συγκεντρώσεις. Έγινε και συζήτηση στη Βουλή όπου με μεγάλη πλειοψηφία εγκρίθηκαν τα κυβερητικά μέτρα» (Εφημερίς, 16.1.1878).

 

(β) Προστατεύεται πληρέστερα η ελευθερία του τύπου. Η κατοχύρωσή της στο Σύνταγμα του 1844 υπήρξε ατελής, καθότι απαγόρευε μεν τη λογοκρισία, όχι όμως και την κατάσχεση. Στο Σύνταγμα του 1864 (άρθρο 14) οι εγγυήσεις υπέρ του τύπου διευρύνονται: απαγορεύεται η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο, καθώς επίσης και η κατάσχεση των εφημερίδων και άλλων εντύπων. Κατ’ εξαίρεση, κατάσχεση είναι επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις προσβολής της χριστιανικής θρησκείας και του προσώπου του βασιλιά και μόνο μετά την δημοσίευση. Η επιβολή κατάσχεσης συνοδεύεται, πάντως, από ορισμένες διαδικαστικού χαρακτήρα εγγυήσεις (απόφαση εισαγγελέα, βούλευμα δικαστικού συμβουλίου για τη διατήρηση ή άρση της κατάσχεσης, δυνατότητα ανακοπής κατά του βουλεύματος).

(γ) Καταργείται η απάνθρωπη ποινή του πολιτικού θανάτου.

(δ) Τα πολιτικά εγκλήματα υπάγονται σε επιεικέστερο, σε σχέση με τα κοινά εγκλήματα, καθεστώς: περιορίζονται τα ανώτατα χρονικά όρια προφυλάκισης (μέχρι τρεις μήνες), παρέχεται η δυνατότητα πρόωρης απόλυσης του προφυλακισμένου με απόφαση δικαστικού συμβουλίου, ενώ, για τα αμιγώς πολιτικά εγκλήματα, καταργείται η θανατική ποινή.

(ε) Προστατεύεται πληρέστερα, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1844, η προσωπική ασφάλεια, καθώς στη σχετική συνταγματική διάταξη (άρθρο 5) εισάγονται ορισμένες εγγυήσεις διαδικαστικού βασικά χαρακτήρα (άμεση προσαγωγή του συλληφθέντα στον ανακριτή, ανώτατα χρονικά όρια κράτησης). Ορίζεται μάλιστα ότι οι υπάλληλοι (δεσμοφύλακες κλπ.) που παραβαίνουν τις σχετικές διατάξεις και κρατούν τον συλληφθέντα πέρα από τα επιτρεπτά όρια θα θεωρείται ότι διαπράττουν το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης και θα τιμωρούνται.

(στ) Ορίζεται (στο άρθρο 20) ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο» (ενώ το Σύνταγμα του 1844 όριζε απλώς ότι «είναι απαραβίαστο»). Μ’ αυτή την, συμβολικής κυρίως σημασίας, επίταση της διατύπωσης της διάταξης εκφράζεται η αντίδραση της Β’ Εθνικής Συνέλευσης στις σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος αυτού από την οθωνική εξουσία.

 

Οι Σ. και Θ. είχαν προφυλακιστεί για να δικαστούν ως ληστές. Τα στοιχεία βάσει των οποίων παραπέμφθηκαν σε δίκη προέρχονταν από μια επιστολή, που έχει βρεθεί στο πτώμα του ληστή Κ. και απευθυνόταν σ’ αυτούς. Ο Άρειος Πάγος, σε μια πρωτοποριακή απόφασή του (την 89/1871), έκρινε ότι «η επιστολή αυτή δεν ηδύνατο να ληφθή υπ’ όψιν, διότι το άρθρο 20 του Συντάγματος διαλαμβάνει επί λέξεσιν ότι το απόρρητον των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστον»∙ διέταξε έτσι την αποφυλάκιση των Σ. και Θ., επειδή, πέρα από την επιστολή, δεν υπήρχαν άλλες ενδείξεις για την παραπομπή τους σε δίκη.

 

ζ) Προστίθεται στο άρθρο 3 διάταξη στην οποία ορίζεται ότι σε Έλληνες πολίτες «δεν απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης». Η διάταξη αυτή, που απηχεί τις δημοκρατικές αντιλήψεις των μελών της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

(η) Κατοχυρώνεται πληρέστερα η θρησκευτική ελευθερία, χωρίς ωστόσο να απαλείφεται η ρήτρα της απαγόρευσης του προσηλυτισμού κατά της επικρατούσας θρησκείας και βέβαια χωρίς να αίρεται η σχέση έντασης που δημιουργείται από την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Πάντως, εξισώνεται το καθεστώτος των λειτουργών των (λοιπών) αναγνωρισμένων θρησκειών με αυτό των λειτουργών της επικρατούσας θρησκείας, ενώ καθιερώνεται και η ορκοδοσία των αλλόθρησκων βουλευτών κατά τον τύπο της θρησκείας τους. Με τις ρυθμίσεις αυτές διευκολύνονται τα μέλη άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων στην άσκηση της θρησκευτικής τους ελευθερίας.

 

Η συσχέτιση των ατομικών ελευθεριών με τη δημοκρατική αρχή

 

Η συνολική βελτίωση της προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει σε μεγάλο βαθμό να θεωρηθεί και αυτή ως απόρροια της καθιέρωσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Η δυνατότητα ακώλυτης συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ελευθεριών. Χαρακτηριστικά είναι, όσον αφορά τα πλέον «πολιτικά» από τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και την ελευθερία του τύπου, ορισμένα αποσπάσματα από τις συζητήσεις στην Εθνοσυνέλευση. Ο πληρεξούσιος Α. Διαμαντόπουλος επισημαίνει, έτσι, ότι:

 

«εις τας δημοσίας συναθροίσεις, εις τους δημοσίους συνεταιρισμούς μορφούται και αναπτύσσεται η κοινή γνώμη… Σύνταγμα, εκλογαί άνευ κοινής γνώμης είναι ψεύδος, απάτη… Ο συνεταιρισμός μόνον δύναται να φέρει εις ισορροπίαν τας δυνάμεις της Κυβερνήσεως και του ατόμου».

 

Και, σύμφωνα με τον Ν. Ι. Σαρίπολο [3],

 

«η ελευθερία του τύπου δίδει περισσοτέραν έντασιν εις την εν γένει ελευθερίαν του έθνους. Περιορίζοντες την ελευθερίαν του τύπου, προσβάλλετε του έθνους την κυριαρχίαν, ήτις είναι αλληλένδετος προς τη ελευθερίαν της ψήφου και την ελευθερίαν του εκφράζειν την διάνοιαν και την επί του πολιτευομένων κρίσιν…».

 

Η καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων

 

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα τα δικαστήρια αρνούνταν να προβούν σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής στη νομοθετική εξουσία. Ο δικαστής περιοριζόταν να εξετάσει εάν ένας νόμος φέρει τα τυπικά γνωρίσματα που απαιτεί το Σύνταγμα για τους νόμους, αλλά δεν εξέταζε το περιεχόμενό του. Τη θέση αυτή, που πρωτοδιατύπωσε ο Άρειος Πάγος το 1847 με την απόφαση 198/1847, επαναλάμβαναν έκτοτε τακτικά τα δικαστήρια. Στην απόφαση 254/1883, για παράδειγμα, ο Άρειος Πάγος τόνιζε ότι:

 

«εφ’ όσον ο νόμος φέρει πάντα τα εξωτερικά γνωρίσματα, ήτοι ότι εν αυτώ λέγεται ότι εψηφίσθη υπό της Βουλής, εκυρώθη υπό του Βασιλέως και εδημοσιεύθη δια της εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν δικαιούνται τα δικαστήρια να εξετάσωσιν αν, κατά την κατάρτισιν αυτού, ετηρήθησαν αι εσωτερικαί διατυπώσεις, ήτοι εάν εψηφίσθη σύμφωνα με τα εν τω Συντάγματι ως προς τούτο διαγραφόμενα».

 

Παρομοίως, με την απόφαση 1850/1896, το Εφετείο Αθηνών αρνήθηκε να κρίνει τη συνταγματικότητα ενός νόμου ο οποίος ανέτρεπε ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενός ιδιώτη, επισημαίνοντας ότι:

 

«ο δικαστής δεν επικρίνει αλλά εφαρμόζει τον νόμον, επομένως έστιν αρμόδιος να εξετάσει μόνον εάν η νομοθετική πράξις φέρει τους παρά του Συντάγματος αναγραφόμενους τύπους… ουχί δε και να εξελέγξη τας τοιαύτας νομοθετικάς αποφάσεις ως προς το περιεχόμενον αυτών, διότι τότε η δικαστική εξουσία. θα καθίστατο ανωτέρα της νομοθετικής».

 

Η στάση αυτή των δικαστηρίων σήμαινε ότι ο πολίτης δεν μπορούσε να προστατευθεί απέναντι σε νομοθετικές πράξεις αντίθετες προς το Σύνταγμα και ιδίως απέναντι σε νόμους που προσβάλλουν τις ατομικές ελευθερίες. Βέβαια, θεωρητικά, ο νομοθέτης ήταν εκπρόσωπος του έθνους και εκφραστής του «κοινού καλού» και, ως εκ τούτου, επικρατούσε η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πράττει σε βάρος των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς, όμως, γινόταν αντιληπτό ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα το «κοινό καλό» δεν προσδιορίζεται από το ενιαίο και υπερβατικό έθνος, αλλά από τον συγκεκριμένο λαό και ότι η γενική βούληση σχηματίζεται μέσα από τις συγκρούσεις των επιμέρους κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων, άρχισε να συνειδητοποιείται και η ανάγκη προστασίας των ατομικών ελευθεριών απέναντι στη συγκυριακή βούληση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Άλλωστε, η παραμέριση ενός νόμου υπέρ του Συντάγματος δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως προσβολή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας – με τη δικαιολογία ότι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης αποτελεί την γνησιότερη έκφρασή της -, αλλά αντίθετα ως επιβεβαίωσή της: καθώς το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους και την πρωταρχική έκφραση της λαϊκής θέλησης, είναι εύλογο να υπερισχύει έναντι των κοινών νόμων.

Σταδιακά, η αντίληψη αυτή άρχισε να επικρατεί και στα δικαστήρια. Για πρώτη φορά, το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση 3504/1892, δέχτηκε ότι:

«τα δικαστήρια, οσάκις ήθελον συναντήσει προφανή αντίφασιν μεταξύ Συντάγματος και νόμου, μη δυνάμενα να θεωρήσωσι καταργημένον το αμετάβλητο Σύνταγμα, κατ’ ανάγκη θέλουσι λύσει την αντινομίαν, αποδίδοντα εις τούτο την επικράτησιν και θεωρούντα τον νόμον ανίσχυρον».

Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση 1847/1893, έκρινε ότι:

«ο κατά το περιεχόμενον αντισυνταγματικός νόμος δεν δύναται ποτέ να θεωρηθή ως ισχύον όπως δήποτε και εφαρμοστέος. Καθ’ όσον εν τοιαύτη περιπτώσει αποτελεί καθαρώς κατάλυσιν πλήρη ωρισμένης διατάξεως του Συντάγματος (όπερ αναμφισβητήτως είναι υπέρτερον και επικρατέστερον παντός νόμου…)» και, κατά συνέπεια, «ο δικαστής… δύναται χωρίς να κατακριθή επί υπερβάσει των οικείων της εξουσίας αυτού ορίων ου μόνον να εξετάζη εκάστοτε εάν ο νόμος φέρη πάντα τα γενεθλιακά αυτού στοιχεία, και εάν δεν αντίκειται κατ’ ουσίαν προς το Σύνταγμα, αλλά και να αποφαίνηται τούτο επικρατέστερον εκείνου. Καθ’ όσον και εν τοιαύτη περιπτώσει υποτίθεται ουχί ότι αρνείται υποταγήν εις τον Νόμον. αλλ’ ότι κηρύττει μη καταργηθέν δια νόμου το Σύνταγμα».

Το αποτέλεσμα του παραπάνω σκεπτικού ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος ΡΟΓ’ του 1867 και ειδικότερα οι διατάξεις του που καταργούσαν αναδρομικά τα δικαιώματα κυριότητας που είχαν οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες της λίμνης Κωπαΐδος, χωρίς όμως να έχει καταβληθεί προηγουμένως αποζημίωση, όπως όριζε το άρθρο 17 του Συντάγματος. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα και από τον Άρειο Πάγο. Με την ιστορική απόφαση 23/1897 διακήρυξε ότι:

«όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδην διάταξιν αυτού, δικαιούται το δικαστήριον να μην εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει».

Με την παραπάνω εξέλιξη της νομολογίας τους, τα δικαστήρια καθιερώνουν μια σπουδαία εγγύηση του κράτους δικαίου. Αναγνωρίζεται ότι το Σύνταγμα και ιδίως οι διατάξεις του που κατοχυρώνουν ατομικές ελευθερίες δεσμεύουν κάθε κρατική εξουσία, επομένως ακόμη και την νομοθετική. Και αναδεικνύεται ο ρόλος των δικαστηρίων να προστατεύουν τον πολίτη απέναντι σε κάθε είδους προσβολή των δικαιωμάτων του, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ακόμη δηλαδή κι αν συντελείται με νόμο ψηφισμένο από την πλειοψηφία της Βουλής.

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος και η λειτουργία του πολιτεύματος

 

Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1864 και μέχρι την αναθεώρηση του 1911, η λειτουργία του πολιτεύματος διέρχεται δύο στάδια, με ορόσημο την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875. Κατά το πρώτο στάδιο (1864-1875) σταθεροποιείται η λειτουργία του πολιτεύματος, ενώ το δεύτερο στάδιο (1875-1911) χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή και λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Παράλληλα με αυτή την πορεία εξορθολογισμού του πολιτικού συστήματος και εξομάλυνσης του δημόσιου βίου, το ελληνικό κράτος επεκτείνεται εδαφικά και αναπτύσσεται οικονομικά.

 

Το πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων και η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους

 

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδίως στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του μια νέα εποχή αρχίζει να διαμορφώνεται στις διεθνείς σχέσεις. Οι κυριότερες τάσεις μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Οι μεγάλες δυνάμεις τείνουν να εγκαταλείψουν οριστικά το, παρωχημένο υπό τις νέες συνθήκες, δόγμα της διατήρησης της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάτι που επιταχύνει την αποσύνθεσή της. Οι συνέπειες είναι εμφανείς ιδίως στα Βαλκάνια, όπου αυξάνει διαρκώς – και μάλιστα μετά τη νέα τουρκική ήττα στον ρωσοτουρκικό πόλεμο – η επιρροή της Ρωσίας. Οδηγούμαστε έτσι στις επαναστάσεις της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και της Βουλγαρίας (το 1875 και το 1876 αντίστοιχα) και τελικά στην αναγνώριση της βουλγαρικής και της σερβικής ανεξαρτησίας το 1878 με τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου.

β) Με την ενοποίηση της Ιταλίας το 1870 και της Γερμανίας το 1871, νέες δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους στη διεθνή σκηνή. Ιδίως η Γερμανία διεκδικεί ένα σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Αρχίζει πια να γίνεται αντιληπτό ότι η εποχή όπου η διεθνής πολιτική επικαθοριζόταν από την αντιπαράθεση των δυο βασικών δυνάμεων (Αγγλία – Ρωσία) τείνει να παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ένας ιδιότυπος πολυπολισμός αναδύεται, με συνέπεια οι μικρότερες χώρες να αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών: δεν είναι πλέον αναγκασμένες να προσδένονται στο άρμα της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, αλλά μπορούν να δημιουργούν νέες συμμαχίες και να τις αλλάζουν, ανάλογα με τη συγκυρία.

γ) Με τη διεθνή οικονομική ύφεση των ετών 1870-1890 συνειδητοποιείται η σημασία του οικονομικού παράγοντα για τις διεθνείς εξελίξεις. Για την ελληνική οικονομία, που έφερε το δυσβάστακτο βάρος των δανείων του ελληνικού κράτους, η διεθνοποίηση της οικονομίας και ιδίως η κινητικότητα των κεφαλαίων στη διεθνή αγορά λειτούργησε θετικά: με την προσέλκυση των παροικιακών κεφαλαίων δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και, μαζί μ’ αυτήν, για τη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης.

Η θέση της Ελλάδας στο νέο αυτό διεθνές πλαίσιο χαρακτηρίζεται ιδίως από την, περιορισμένη έστω, εδαφική επέκτασή της. Η κρητική επανάσταση του 1864-1867 μπορεί να μην οδήγησε τελικά στην ένωση της μεγαλονήσου, ωστόσο με την προσχώρηση των επτανήσων το 1864 και της Θεσσαλίας και Άρτας το 1881 το ελληνικό κράτος αυξάνει την εδαφική του έκταση κατά το εν τρίτο περίπου. Η εδαφική επέκταση συνοδεύεται από οφέλη οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά ακόμη και πολιτικά (αρκεί να σκεφτούμε τη συμβολή των επτανήσιων πληρεξουσίων στην επικράτηση των δημοκρατικών στοιχείων κατά τις εργασίες Β’ Εθνικής Συνέλευσης). Σημαντική συνέπεια των εξελίξεων αυτών αποτελεί, εξάλλου, και το ότι εξορθολογίζεται η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Αποβάλλει έτσι το ρομαντικό περίβλημά της (με αναφορές στο Βυζάντιο και την αρχαιότητα) και επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο – και γι’ αυτό ρεαλιστικό – αίτημα δημιουργίας ενός ισχυρού νεοελληνικού κράτους. Στην περίοδο αυτή τίθενται τα θεμέλια της εθνικής ολοκλήρωσης, τα αποτελέσματα της οποίας δεν φάνηκαν παρά αρκετά αργότερα – και ύστερα από αρκετές αποτυχίες, με κορυφαία την ήττα του 1897-, με τους βαλκανικούς πολέμους.

 

Η σταθεροποίηση της λειτουργίας του πολιτεύματος (1864-1875)

 

Η πρώτη δεκαετία εφαρμογής του Συντάγματος του 1864 και πρώτη περίοδος λειτουργίας του πολιτεύματος της βασιλευόμενης δημοκρατίας έμεινε αρκετά πίσω από τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η δημοκρατική επανάσταση του 1862. Ύστερα από τριάντα χρόνια μοναρχίας (απόλυτης και συνταγματικής), δεν είχε ακόμη αφομοιωθεί πλήρως ο φιλελεύθερος και, ιδίως, ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος. Έτσι, πολλές από τις ατυχείς πρακτικές της προηγούμενης περιόδου φαίνεται να επιβιώνουν και στο νέο καθεστώς.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Ο βασιλιάς Γεώργιος διεκδικεί, αν και με λιγότερο απροκάλυπτο τρόπο απ’ ό,τι ο προκάτοχός του, άμεσο πολιτικό ρόλο, κυρίως μέσω της αρμοδιότητάς του να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις. Στη λογική του πολιτεύματος ανήκει – εν δυνάμει, αλλά χωρίς να κατοχυρώνεται ρητά – και η κοινοβουλευτική αρχή, δηλαδή η υποχρέωση του βασιλιά να διορίζει κυβερνήσεις που έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Παρόλα αυτά ο Γεώργιος ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατ’ αρέσκειαν: κατά κανόνα διορίζει φιλικές προς αυτόν κυβερνήσεις, τις οποίες δεν διστάζει να παύει όταν γίνονται ανεπιθύμητες. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότερες από τις 18 συνολικά κυβερνήσεις που διορίστηκαν μέχρι το 1875 δεν διέθεταν την πλειοψηφία στη Βουλή. Σε κάποιες περιπτώσεις – όπως με την κυβέρνηση Επ. Δεληγεώργη το 1872 – ο βασιλιάς επέμενε να διατηρεί «τεχνητά» στην εξουσία κυβερνήσεις που εξυπηρετούσαν τους προσωπικούς πολιτικούς του σχεδιασμούς. Σε άλλες περιπτώσεις απομάκρυνε από την εξουσία κυβερνήσεις, όταν διαφωνούσε με την πολιτική που ακολουθούσαν. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο εξαναγκασμός σε παραίτηση της κυβέρνησης Αλ. Κουμουνδούρου το 1867, η οποία μάλιστα διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γιατί ο βασιλιάς διαφωνούσε με το χειρισμό του κρητικού ζητήματος. Η αποπομπή της κυβέρνησης Κουμουνδούρου υπήρξε η απαρχή μια πολυετούς πολιτικής κρίσης, η οποία δεν παρήλθε παρά με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875.

Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της βασιλείας του, ο νεαρός και άπειρος Γεώργιος επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από διάφορους συμβούλους των ανακτόρων και «αυλοκόλακες», οι οποίοι έτσι αποκτούν σημαντική (εξω-θεσμική) εξουσία και δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής. Διαβόητος υπήρξε ιδίως ο Δανός μυστικοσύμβουλος κόμης Σπόνεκ, η συμπεριφορά του οποίου κατά τα δυο πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου εξήγειρε εναντίον του την κοινή γνώμη, ώστε τελικά να εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα.

 

Η αποτυχημένη συναίρεση του βασιλικού θεσμού με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: ένας αιώνας πολιτειακής κακοδαιμονίας

 

Η πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Γεώργιο αναφορικά με τον διορισμό και την παύση κυβερνήσεων δημιούργησε ένα αρνητικό προηγούμενο και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας μοναρχικής «ανάγνωσης» και ερμηνείας της σχετικής αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς έχει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας κατά την άσκηση της. Η ερμηνεία αυτή έρχεται όμως σε αντίθεση με τη δημοκρατική αρχή, η οποία διαπνέει το Σύνταγμα στο σύνολό του και, άρα, θα έπρεπε να αποτελεί και το ερμηνευτικό κριτήριο όσον αφορά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βασιλιά.

Στην εδραίωση της φιλομοναρχικής αυτής ερμηνείας – και, ως εκ τούτου, στην ενίσχυση του πολιτικού ρόλου του στέμματος – συνέβαλε και η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε σε αγόρευσή του στη Βουλή (9.11.1865) ο Επ. Δεληγεώργης,

 

«Το δικαίωμα του Βασιλέως είναι πλήρες, δύναται να καλέση ον αυτός βούλεται ίνα κυβερνήση τον τόπον. Το δικαίωμα του Βασιλέως δεν υπόκειται εις κανένα περιορισμόν. Αι κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, αφού κυβερνήσωσιν, υπό του έθνους και της Βουλής ή δύνανται να πέσωσιν αυθωρεί…».

 

Η αντίληψη αυτή δεν εγκαταλείφθηκε ούτε μετά την εισαγωγή της αρχής της «δεδηλωμένης», ούτε καν μετά τη ρητή συνταγματική καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος με το Σύνταγμα του 1864/1911/1952. Η επιβίωση μοναρχικών «υπολειμμάτων» σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα αποτέλεσε πηγή πολιτικών ανωμαλιών, που χαρακτήρισαν ολόκληρο της περίοδο της βασιλευόμενης δημοκρατίας μέχρι τα «κύκνειο άσμα» της, τη βασιλική εκτροπή του 1965–1967. Έναν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864, με αφορμή τα Ιουλιανά του 1965, ο Φαίδων Βεγλερής συνόψιζε τις βασικές αιτίες της κακοδαιμονίας που ταλάνιζε τη λειτουργία του πολιτεύματος:

 

«Το πολίτευμα που προσπαθεί, από το Σύνταγμα του 1864, να συναιρέση την αρχήν ότι «ο Βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων του Κράτους» με την αρχήν ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Έθνους» και που το ισχύον Σύνταγμα ονομάζει ‘Βασιλευομένην Δημοκρατίαν’, δεν έχει αφομοιωθη από τον Θρόνον, ούτε, καθώς φαίνεται, από μεγάλην μερίδα του πολιτικού κόσμου. Με σταθερότητα και επιμονή ο Θρόνος διεκδίκησε πάντοτε το δικαίωμα να διορίζη κυβερνήσεις και υπουργούς της προσωπικής εμπιστοσύνης του και να τους παύη όταν διαφωνή προς την πολιτική που ακολουθούν, την γενικήν ή την ειδικήν…» («Το Σύνταγμα, το ήθος και το έθνος», πρωτοσέλιδο άρθρο στην εφημερίδα ‘Το Βήμα’, 5.9.1965).

 

β) Παράλληλα με το στέμμα, στη νόθευση του πολιτεύματος συντέλεσαν, με την μικροπαραταξιακή τακτική τους, και οι κομματάρχες. Τα κόμματα της εποχής, χαλαρά οργανωμένα γύρω από ιδεολογικές αρχές και ηγέτες, λειτουργούσαν κατά βάση ως μηχανισμοί διαμεσολάβησης για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων και συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών. Σύμφωνα με τον Γ. Αναστασιάδη, «οι κομματικοί σχηματισμοί της περιόδου, ως συντονιστές των πελατειακών σχέσεων, ήταν ουσιαστικά οι οργανισμοί που αναλάμβαναν τον ρόλο του συλλογικού εκπροσώπου των εκλογικών συμφερόντων των βουλευτών και του συλλογικού αντιπροσώπου των προσωπικών συμφερόντων των ψηφοφόρων απέναντι στους ελεγχόμενους από τους βουλευτές και την κυβέρνηση κρατικούς μηχανισμούς». Εξάλλου, η πολιτική ολιγαρχία ταύτιζε κατά βάση τα συμφέροντά της με αυτά του κυρίαρχου κοινωνικο-πολιτικού συγκροτήματος, απ’ όπου και προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό οι πολιτευόμενοι.

Στις συνθήκες αυτές – και στο πλαίσιο ενός δικτύου όπου συμμετέχουν πολιτικοί ηγέτες, οικονομικοί παράγοντες και τοπικοί κομματάρχες – βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι πελατειακές σχέσεις, το ρουσφέτι, η διαφθορά και η κακοδιοίκηση. Η εφημερίδα «Εθνικόν Πνεύμα», ασκώντας σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση Βούλγαρη, γράφει χαρακτηριστικά στο φύλλο της 26.2.1868:

 

«Μόλις η εξουσία περιήλθεν εις χείρας σας, επί των δημοσίων θέσεων επεπέσατε ως λύκων αγέλη, όπως τα πάντα διαρπάσητε, τα πάντα καταφάγητε και κατασπαράξητε… Τι έμεινε πλέον δι’ υμάς ιερόν και όσιον; Διακόσια πεντήκοντα διατάγματα προσωπικών διορισμών υπεγράφησαν εν μία μόνη ημέρα κατά την παρελθούσαν εβδομάδα, και τούτο όπως κορέσητε την ακόρεστον αδηφαγίαν των υπουργικών συνδυασμών».

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι «παλαιοκομματικές» πρακτικές και οι «μικροπολιτικές» σκοπιμότητες οδηγούσαν σε απαξίωση το πολιτικό και κομματικό σύστημα και αναβάθμιζαν έτσι έμμεσα το ρόλο του βασιλιά. Όπως επισημαίνει ο Π. Πετρίδης, «οι κομματικοί αρχηγοί της εποχής, εμμένοντας στον παλαιοκομματισμό, ευνοούσαν, ακούσια μάλλον, τον αυξανόμενο πολιτικό ρόλο του στέμματος».

 

Οι μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου

  

Ο μεταμφιεσμένος αντισυνταγματισμός – αντικοινοβουλευτισμός στα πρώτα χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος του 1864.

 

«Ένα άρθρο της εφημερίδας ‘Παλιγγενεσία’ (27.3.1869) απέκρουε τις επιθέσεις εναντίον των κομμάτων και μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που δεν ήθελαν να είναι το Κοινοβούλιο ο κυρίως παράγοντας της διακυβέρνησης της χώρας δεν παρουσιάζονταν ως αντισυνταγματικοί – αντικοινοβουλευτικοί. (…)

 

Η εφημερίδα υπενθύμιζε ότι κοινοβουλετικό πολίτευμα δίχως κόμματα δεν μπορούσε να υπάρξει και ότι το ζητούμενο ήταν η μετάβαση σ’ ένα δικομματικό σύστημα και η ηθικοποίηση των κομμάτων – όχι η εξάλειψή τους.

 

Ένας λόγος γι’ αυτήν ή και για άλλες μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου ήταν ότι το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είχε τις ρίζες του στην Επανάσταση του 1821 με τον διπλό εθνικό και κοινωνικό της χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, το συνταγματικό θεωρούνταν το μόνο εθνικό πολίτευμα, ενώ και η πολιτική εμπειρία των Ελλήνων ενίσχυε τη συνταγματική ιδεολογία, αφού όσοι ως τότε είχαν κυβερνήσει τη χώρα ‘δικτατορικά’ είτε ήταν ξένοι, όπως οι Βαυαροί, είτε ετερόχθονες, όπως ο Καποδίστριας. Επομένως, η διακήρυξη ενός καθαρού αντικοινοβουλευτισμού επέσυρε σχεδόν αυτόματα την κατηγορία του ανθελληνισμού (…). Η πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού από Έλληνες, ιδιαίτερα όταν συνδεόταν με την υλική και πολιτισμική υστέρηση του κράτους, μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ότι ταυτιζόταν με την ευρωπαϊκή ή ξενική ανθελληνική καταδίκη της Ελλάδας, καθώς και την υπονόμευση της πίστης της στην εκπλήρωση της εθνικής αποστολής…» (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003)

 

γ) Η ξενική επιρροή παραμένει ισχυρή. Τα παλιά ξενώνυμα κόμματα (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό) δεν υφίστανται πλέον, ωστόσο οι κύριοι κομματικοί σχηματισμοί και οι ηγέτες τους (Αλ. Κουμουνδούρος, Δ. Βούλγαρης, Επ. Δεληγεώργης, Θρ. Ζαΐμης) εξακολουθούν να εντάσσονται στο πεδίο επιρροής της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, επιλέγοντας ή αλλάζοντας «στρατόπεδα» ανάλογα με τη συγκυρία. Ιδίως στον ευαίσθητο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι ξένες δυνάμεις ασκούν επιρροή τόσο μέσω των ηγετικών πολιτικών ομάδων όσο και μέσω του βασιλιά, ο οποίος, πέρα από το θεσμικό ρόλο που το Σύνταγμα του αναγνωρίζει σε θέματα διεθνών σχέσεων, επιδιώκει να ασκεί και προσωπική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική του κράτους συνδιαμορφώνεται έτσι από δύο εν μέρει αντίρροπους στόχους: αφενός την ικανοποίηση του εθνικού φρονήματος, στο πλαίσιο της πάντοτε δημοφιλούς πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας, και αφετέρου τη σύμπλευση με τους σχεδιασμούς και τις επιταγές των Μεγάλων Δυνάμεων.

δ) Ενόψει όλων των παραπάνω, ο λαός παραμένει στο περιθώριο, αδυνατώντας να ασκήσει αποτελεσματικά τις εξουσίες που το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα τού αναγνωρίζει. Οι εκλογές, που αποτελούν την κύρια μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της εξουσίας, συχνά αμαυρώνονται από αθέμιτους επηρεασμούς των ψηφοφόρων και φαινόμενα βίας και καλπονοθείας. Παράλληλα, οι ατομικές (πελατειακές) εξαρτήσεις αποπροσανατολίζουν τους πολίτες από την εξυπηρέτηση των ευρύτερων κοινωνικών ή ταξικών τους συμφερόντων.

Σύμφωνα με τον Π. Πετρίδη,

 

«υπό αυτά τα δεδομένα, η συμμετοχή των πολιτών στη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας, ενώ φαινομενικά ήταν ευρεία, στην ουσία παρέμενε περιορισμένη, αφού εξαρτιώταν καθοριστικά από την πολιτική επιρροή, την κοινωνική επιβολή και την ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης, που εξασφάλιζε κατά κανόνα την ποθητή αντιπροσώπευσή της στο Κοινοβούλιο. Μοιραία, ο λαός, αποκλεισμένος από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης από τις πολιτικές διαδικασίες, ήταν υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί ή να ταυτίζεται με τον εκάστοτε αρχηγό του ισχυρότερου, κατά περίπτωση, κόμματος που κι αυτό ήταν εξαρτημένο από τοπικούς κομματικούς παράγοντες».

 

Τα παραπάνω φαινόμενα, ωστόσο, όσο αρνητικά κι αν είναι καθεαυτά, δεν αναιρούν μια γενικότερη τάση εξομάλυνσης του πολιτικού βίου της χώρας. Καταρχάς, την περίοδο αυτή λείπουν οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και διχοτομήσεις. Όπως επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρά τις αναμφισβήτητες απόπειρες επηρεασμού του εκλογικού αποτελέσματος, σε τελευταία ανάλυση, «οι εκλογές αποτέλεσαν τον κανόνα του παιχνιδιού και, με την περιοδική διεξαγωγή τους, λειτούργησαν πάντοτε ως ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή γενικευμένων συγκρούσεων». Περαιτέρω, οι σημαντικές πολιτικές κρίσεις και διενέξεις επιλύονται σχετικά ‘ανώδυνα’, καθώς η διευθέτησή τους παραμένει στα πλαίσια του συνταγματικού πολιτεύματος, και δεν εξελίσσονται σε συνταγματικές εκτροπές. Ως συνέπεια των παραπάνω, αναβαθμίζεται ο ρόλος της λαϊκής αντιπροσωπείας, σε βάρος μάλιστα των ‘προνομιών’ του στέμματος. Εξάλλου, η αντίφαση που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή, δηλαδή από τη μια η ενίσχυση του πολιτικού και θεσμικού βάρους της Βουλής και από την άλλη η εμμονή του θρόνου να παρεμβαίνει στην κοινοβουλευτική ζωή, υπήρξε η βαθύτερη αιτία για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρας μας.

«Εχθροί του πολιτεύματος»!

«Κηρύττομεν εχθρούς του πολιτεύματος όλους εκείνους οίτινες νοθεύουν και έναν μόνον όρον του Συντάγματος και μάλιστα τον αφορώντα την εκλγογήν του λαού, ήτις είναι η βάσις ολοκήρου του οικοδομήματος… Είναι λοιπόν εχθροί άσπονδοι της βασιλείας του Γεωργίου οι υπουργοί του Βούλγαρη, προεξάρχοντος αυτού, διότι νοθεύουν το Σύνταγμα.» (εφημ. «Εθνοφύλαξ», 13.8.1868)

«Ζήτω το Σύνταγμα»!

«Φοιτηταί κραυγάζοντες προ του Πανεπισημίου: ‘Ζήτω το Σύνταγμα’! Μετ’ ολίγον έφθασεν το πεζικόν, το ιππικόν, η χωροφυλακή, οι πυροσβέσται μετ’ αντλιών και διέλυσαν τους κραυγάζοντας» («Εφημερίς», 13.11.1873)

«Έκαυσαν εφημερίδες»

Φοιτητές «έκαυσαν δύο εφημερίδας της πρωτευούσης εις ένδειξιν αποδοκιμασίας του πικρού ύφους μεθ’ ου αύται επραγματεύθησαν και διέστρεψαν το ζήτημα των φοιτητών» («Εφημερίς», 17.11.1873)

(Πιθανώς η πρώτη φορά που καίγονται εφημερίδες σε συλλαλητήριο στην Αθήνα).

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος (1875-1911)

 

Από το 1870 και μετά αρχίζει να τίθεται επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής του κυβερνήσεων που υποδεικνύονται από την πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή το ζήτημα της εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος. Η πολιτική ανωμαλία που χρόνιζε, τουλάχιστον από το 1868, κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του Δ. Βούλγαρη στις 19 Μαρτίου 1875. Η γενική κατακραυγή που η συνταγματική αυτή εκτροπή προκάλεσε είχε τελικά ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», με τον λόγο του θρόνου που εκφώνησε ο Γεώργιος στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 18ης Ιουλίου 1875. Δικαιώθηκαν έτσι οι αγώνες του Χ. Τρικούπη, παρόλο που ο ίδιος υπέστη ήττα στις εκλογές εκείνες.

Η εξέλιξη αυτή, που συνεπάγεται την απαρχή της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και ολοκληρώνει τη μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή, είχε καταλυτικές συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτεύματος και, πράγματι, άλλαξε τη φυσιογνωμία του. Η εξαγγελία της αρχής της δεδηλωμένης, παρόλο που δεν δέσμευε τον Γεώργιο τυπικά-νομικά, παρά ηθικοπολιτικά μόνο, συνιστά μιαν άτυπη, αλλά εξαιρετικά σημαντική μεταβολή του Συντάγματος. Πρόκειται ουσιαστικά για την επίσημη επαν-ερμηνεία της βασιλικής αρμοδιότητας διορισμού και παύσης των κυβερνήσεων – και συνακόλουθα της αρμοδιότητας διάλυσης της Βουλής – υπό το φως της δημοκρατικής – κοινοβουλευτικής αρχής. Η συνεπής εφαρμογή της αρχής αυτής θα σήμαινε ότι ο βασιλιάς δεν συμμετέχει παρά τυπικά μόνο στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης: ότι δηλαδή περιορίζεται απλώς να διαπιστώσει ποιος πολιτικός αρχηγός διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, ώστε να του αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Αυτό θα σήμαινε, με άλλα λόγια, ότι πραγματώνεται η αρχή «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά».

Στη συνταγματική πρακτική, η εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης υπήρξε πιο περιορισμένη, καθώς επικράτησαν δύο ερμηνείες που τη σχετικοποιούσαν. Πρώτον, ο βασιλιάς ανέθετε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης όχι αμέσως μετά την εκλογή της Βουλής, αλλά μετά την ψηφοφορία για την ανάδειξη του προεδρείου της, στην οποία θεωρούνταν ότι αποτυπώνεται ασφαλέστερα η κοινοβουλευτική δύναμη του κάθε κόμματος. Και δεύτερον, οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν ενώπιον της Βουλής για να λάβουν ψήφο εμπιστοσύνης μετά το διορισμό τους από το βασιλιά. Η εμπιστοσύνη της Βουλής θεωρούνταν, ως εκ τούτου, αναγκαίο, αλλά όχι επαρκές προσόν για την παραμονή μιας κυβέρνησης στην εξουσία, ενώ δεν θεωρούνταν απαραίτητη για το διορισμό της. Ουσιαστικά δηλαδή υπήρχε διπλή εξάρτηση της κυβέρνησης, τόσο από τη Βουλή όσο και από τον Ανώτατο Άρχοντα. Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς αποκτούσε ορισμένα, καθόλου ευκαταφρόνητα, περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Από την πλευρά του Γεωργίου δεν έλειψαν, έτσι, οι παρεμβάσεις, ακόμα μάλιστα και παύσεις κυβερνήσεων που είχαν την εμπιστοσύνη της Βουλής, όπως στην περίπτωση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη τον Φεβρουάριο του 1892.

Πέρα από τη διαμάχη γύρω από τη δεδηλωμένη, δύο κυρίως στοιχεία χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή: η διαμόρφωση του πρώτου ελληνικού δικομματισμού και οι εκλογικές μεταρρυθμίσεις.

α) Στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η εφαρμογή της αρχή της δεδηλωμένης, κατέστη σαφές ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος προϋποθέτει οργανωμένα και σταθερά κόμματα, ούτως ώστε να είναι ευκρινής η κοινοβουλευτική δύναμη που στηρίζει τον κάθε αρχηγό. Εξάλλου, εφόσον πλέον η βασιλική εύνοια δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για το διορισμό κυβερνήσεων, μοιραία αναβαθμίζεται η αντιπαράθεση πολιτικών επιλογών και προγραμμάτων. Αυτά είχαν ως συνέπεια την μετατροπή των κομμάτων από χαλαρούς προσωποπαγείς συνδέσμους σε πραγματικά κόμματα αρχών (έστω και συσπειρωμένα γύρω από έναν ισχυρό ηγέτη), τα οποία χαρακτηρίζονταν από συνεκτικούς κομματικούς δεσμούς και κομματική πειθαρχία. Παράλληλα, συνεπαγόταν και την εγκαθίδρυση συστήματος δικομματισμού, όπου δύο κυρίαρχα κόμματα μονοπωλούν την εξουσία εναλλασσόμενα σ’ αυτήν. Στον δικομματισμό συνέτεινε, εξάλλου, και η ενίσχυση του θεσμικού ρόλου της κυβέρνησης σε βάρος της Βουλής, την οποία επιδίωξε με διάφορα μέτρα ο Τρικούπης. Έτσι, ιδίως η περίοδος 1885-1895 συνδέθηκε με την αντιπαράθεση του Τρικουπικού – «νεωτεριστικού» κόμματος με το Δηλιγιαννικό – «εθνικόν» κόμμα.

Ο δικομματισμός, βέβαια, δεν επαρκούσε από μόνος του για να εγγυηθεί την πολιτική σταθερότητα. Τόσο οι παρεμβάσεις του βασιλιά όσο και οι καιροσκοπικές πρακτικές των πολιτικών δυνάμεων είχαν ως αποτέλεσμα ότι μέχρι το 1890, δηλαδή μέσα σε μία εικοσιπενταετία, άσκησαν εξουσία ούτε λίγο ούτε πολύ 25 κυβερνήσεις. Παρά ταύτα, καθόλου δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι όλο αυτό το διάστημα – σε μια άνευ προηγουμένου διάρκεια – ο κοινοβουλευτισμός λειτουργεί απρόσκοπτα και σε συνθήκες συνταγματικής ομαλότητας.

β) Με τον νέο εκλογικό νόμο, τον ν. ΧΜΗ’ της 17.9.1877, που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης Κουμουνδούρου, η εκλογική διαδικασία εκσυγχρονίζεται. Προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών στην οργάνωση και διενέργεια των εκλογών, η παρουσία δικαστικών αντιπροσώπων στα εκλογικά τμήματα και η ολοκλήρωση των εκλογών σε μία ημέρα, που έπρεπε να είναι Κυριακή. Προβλέφθηκαν επίσης ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν την εκλογική νομοθεσία. Με τον ίδιο νόμο, εξάλλου, καταργούνται και οι τελευταίοι περιορισμοί του δικαιώματος της ψήφου (η προϋπόθεση του να έχει ο ψηφοφόρος κάποια ιδιοκτησία ή να μετέρχεται οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα), έτσι ώστε η καθολικότητα της ψήφου επεκτείνεται πλέον στο σύνολο του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ιδίως μετά την προσάρτηση των νέων εδαφών, τίθενται οι όροι για την οικονομική ανάπτυξη και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Η ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας, ο εκχρηματισμός της οικονομίας, η ανάπτυξη σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά και ο μετασχηματισμός των κομμάτων και η αποδυνάμωση του πελατειακού συστήματος και των αθέμιτων σχέσεων μεταξύ πολιτικής και διοίκησης υπήρξαν οι κύριες επιδιώξεις των κυβερνήσεων Τρικούπη. Οι προσπάθειες αυτές ανακόπηκαν, ωστόσο, από δύο κυρίως παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό, που οδήγησε την Ελλάδα, όταν κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση των δανείων, στην κήρυξη πτώχευσης τον Δεκέμβριο του 1893 και στην επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, που οδήγησε σε έναν άφρονα ελληνοτουρκικό πόλεμο και στη στρατιωτική ήττα του 1897.

Κατά την περίοδο αυτή, την εξουσία διαχειρίζεται μια, σχετικά αυτόνομη από τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα, πολιτική ολιγαρχία, στην οποία ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό ρόλο. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόταν, αν δεν υποδαύλιζε, τις κομματικές αντιπαραθέσεις, προκειμένου να παρουσιάζεται ως συνδετικός κρίκος των φυγόκεντρων τάσεων μέσα στο πλέγμα της εξουσίας, αλλά και ως σύμβολο ενότητας του έθνους. Ταυτόχρονα βέβαια λειτουργούσε και ως «εγγυητής» της εξάρτησης της χώρας από τις ξένες δυνάμεις. Ο ρόλος του αυτός, ωστόσο, δοκιμάστηκε κατά την κρίση του 1896-1897, οπότε το βασιλικό γόητρο υπέστη ρωγμές, μεταξύ άλλων και λόγω των ευθυνών του αρχιστράτηγου των ελληνικών δυνάμεων, διαδόχου Κωνσταντίνου, στην ήττα του 1897. Μόνο μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Γεωργίου στις 14.2.1898 θα αρχίσει να μεταστρέφεται η κοινή γνώμη και η δυναστεία θα επανακτήσει μέρος της χαμένης δημοτικότητάς της.

Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, τα ανεπίλυτα προβλήματα συσσωρεύονται: στη Θεσσαλία το αγροτικό ζήτημα προξενεί ταραχές, η κακοδιοίκηση και η φαυλοκρατία εξακολουθούν να ταλανίζουν το κράτος, η αποχώρηση του Τρικούπη αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό ηγεσίας, ενώ οι νέες πολιτικές δυνάμεις υποχωρούν υπέρ του παλαιοκομματισμού. Διέξοδο από την κατάσταση αυτή αναλαμβάνει τελικά να δώσει ο στρατός: το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, μολονότι ξεκίνησε με περιορισμένα αιτήματα, στην πορεία «στέγασε» ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις. Παράλληλα, κατέστη σαφές ότι ο αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας προϋποθέτει μιαν ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος.

 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος

Η ρύθμιση της αναθεώρησης στο Σύνταγμα

 

Σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 1844, που ήταν από τα συντάγματα που χαρακτηρίζονται ως «απολύτως αυστηρά» (δεν προβλέπουν δηλαδή καμία δυνατότητα αναθεώρησης), το Σύνταγμα του 1864 ήταν «σχετικώς αυστηρό». Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 107, τη δυνατότητα αναθεώρησής του, ωστόσο υπό δύο σοβαρούς περιορισμούς. Πρώτον, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα στο σύνολό του, αλλά μόνον ορισμένες διατάξεις του, οι «μη θεμελιώδεις». Υπάρχει δηλαδή ένας «σκληρός και αναλλοίωτος πυρήνας της ελληνικής συνταγματικής τάξης», που τον συνθέτουν οι θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στον αντιπροσωπευτικό, κοινοβουλευτικό, φιλελεύθερο και δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος (Αντ. Μανιτάκης). Και δεύτερον, η αναθεώρηση επιτρέπεται να διενεργηθεί μόνον εφόσον τηρηθούν ορισμένες αυστηρές διαδικαστικές προϋποθέσεις, που είναι οι εξής: πρέπει να έχουν παρέλθει τουλάχιστον δέκα έτη από τη δημοσίευσή του· η ανάγκη αναθεώρησης πρέπει να βεβαιωθεί από τη Βουλή σε δύο διαδοχικές βουλευτικές περιόδους· την αναθεώρηση πρέπει να ζητήσουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού των βουλευτών· αφού ληφθεί η απόφαση περί αναθεώρησης πρέπει να διαλυθεί η Βουλή και να συγκληθεί, ύστερα από τη διενέργεια εκλογών, νέα, ειδική Αναθεωρητική Βουλή με διπλάσιο αριθμό βουλευτών.

Σχετικά με το περί αναθεώρησης άρθρο του Συντάγματος πρέπει να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που προέβλεπε ήταν τόσο αυστηρές ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι απαγορευτική την αναθεώρηση. Στην πράξη, άλλωστε, ουδέποτε εφαρμόστηκε η διαδικασία αυτή. Παρόλο που υπήρξαν επανειλημμένες απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης, το Σύνταγμα του 1864 αναθεωρήθηκε μόλις το 1911 και μάλιστα χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107. Δεύτερον, φορέας της αναθεωρητικής λειτουργίας είναι ένα σύνθετο όργανο, το οποίο αποτελείται από δύο διαδοχικές Βουλές και από το εκλογικό σώμα, το οποίο παρεμβάλλεται για την εκλογή της Αναθεωρητικής Βουλής. Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη άλλου οργάνου, και ιδίως του βασιλιά, είτε κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης είτε εκ των υστέρων (πράγμα που σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν εάν η συντελεσθείσα αναθεώρηση έγινε κατά παράβαση των προϋποθέσεων που θέτει το Σύνταγμα).

 

Οι (αποτυχημένες) απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης

 

Ήδη από το 1874-1875, όσο δηλαδή πλησίαζε η συμπλήρωση της δεκαετίας που απαιτούνταν για την αναθεώρηση, υπήρξαν διάφορες απόπειρες για κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει άλλωστε να γίνει αντιληπτή και η παρέμβαση του Χ. Τρικούπη με το «Τίς πταίει», παρόλο που δεν κατέληξε σε πρόταση αναθεώρησης. Αλλά και νωρίτερα υπήρξαν κάποιες παρασκηνιακές προτάσεις προς τον Γεώργιο να επιδιώξει αναθεώρηση του Συντάγματος «επί το μοναρχικώτερον» κατά παράβαση των όρων του άρθρου 107, που ισοδυναμούσαν βέβαια με προτάσεις πολιτειακής εκτροπής. Το 1874 μάλιστα κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι επίκειται πραξικοπηματική μεταρρύθμιση – ή «βελτίωση», όπως κατ’ ευφημισμό ονομαζόταν – του Συντάγματος μετά από συνεννόηση της Αυλής με τον Δ. Βούλγαρη.

 

«‘Οι περισσότεροι άνθρωποι’ – γράφει σε αναφορά του ο βρετανός πρέσβης – ‘που δεν ανήκουν στην τάξη των από πεποίθηση πολιτικών’ (δηλαδή Αθηναίοι των διευθυντικών τάξεων και μέλη της ανώτατης κρατικής υπαλληλίας) τάσσονταν υπέρ της μεταρρύθμισης του Συντάγματος σε βάθος και σε αντιδημοκρατική κατεύθυνση. (…) Ο πρέσβης δεν σημείωνε τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, αν και γνωρίζουμε απ’ άλλες πηγές ότι υπήρχε αντίθεση του κόμματος του Κουμουνδούρου καθώς και μερίδας του Τύπου απέναντι σ’ ό,τι θεωρούσαν αντισυνταγματικές προθέσεις του στέμματος». (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003).

 

Μετά τη εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης (με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875) οι προτάσεις αναθεώρησης πλήθυναν. Τον Φεβρουάριο του 1883 ο Ν. Ι. Σαρίπολος, σε επιστολή του προς τον Γεώργιο, διατύπωσε την άποψη ότι «το περί αναθεωρήσεως άρθρο 107 του Συντάγματος δεν ισχύει διότι αντίκειται εις την κυριαρχίαν του έθνους και τον ορθόν λόγον» και προέβη σε δύο (φιλομοναρχικές) προτάσεις αναθεώρησης: τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος (Γερουσίας) και την επανασυγκρότηση του (καταργηθέντος από το 1865) Συμβουλίου της Επικρατείας. Επρόκειτο φυσικά για απροκάλυπτη πρόταση συνταγματικής εκτροπής. Η πρώτη «γνήσια», δηλαδή σύμφωνη με τους όρους του Συντάγματος, πρόταση αναθεώρησης κατατέθηκε από τον βουλευτή Ι. Μεσσηνέζη (παλαιό κοινοβουλευτικό, που είχε διατελέσει πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης) στη Βουλή στις 4.2.1884. Ο Μεσσηνέζης πρότεινε να συσταθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής 15μελής Επιτροπή που θα μελετήσει τις διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης, προκειμένου να υποβάλλει σχετική πρόταση αναθεώρησης. Υποδείκνυε μάλιστα ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τη σύσταση Γερουσίας, τη διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας, τον περιορισμό της ανάμιξης του στρατού στην πολιτική, καθώς και την αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου περί αναθεώρησης, προκειμένου να απλουστευθεί η διαδικασία. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή πρόταση δεν απασχόλησε τελικά τη Βουλή.

Το 1885 εκδίδεται η εφημερίδα «Χρόνος των Αθηνών», που αναδεικνύει την αναθεώρηση του Συντάγματος σε «προγραμματικό» της στόχο. Ιδίως μετά το 1890 η ιδέα της αναθεώρησης κερδίζει έδαφος σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης. Η ανάγκη συνταγματικών μεταρρυθμίσεων προβάλλεται από δημοσιογράφους, βουλευτές, ακόμα και πολιτικούς συλλόγους που ιδρύονται για το σκοπό αυτόν. Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, αρχίζει να συνειδητοποιείται ευρύτερα η ανάγκη ριζικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Στην πρωτοπορία των σχετικών προτάσεων βρίσκεται μια νέα γενιά διανοουμένων, που δραστηριοποιούνται μέσα από πολιτικούς και επιστημονικούς συλλόγους (με πιο διακεκριμένο ίσως την «Κοινωνιολογική Εταιρία» που ιδρύθηκε το 1908 από τους Αλ. Παπαναστασίου, Αλ. Δελμούζο, Π. Αραβαντινό, Κ. Τριανταφυλλόπουλο κ.α.).

 

«Ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός»

«Αυτό το σύστημα της πολιτικής και κυβερνητικής ρεμούλας δεν είναι ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός, αλλά καθαρά λαφυραγωγία της χώρας, τας ευθύνας της οποίας θα ζητήσει ο λαός, όταν χάσει τελείως την υπομονήν του» (εφημ. «Χρόνος», 24.11.1908)

 

Τελικά, αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864 δεν συντελέστηκε παρά μόνον αρκετά αργότερα, το 1911, ως αποτέλεσμα του κινήματος στο Γουδί (1909) και της δυναμικής εμφάνισης του Ελ. Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή.

 

Αποτίμηση

 

Η σημασία του Συντάγματος του 1864 ξεπερνά τα χρονικά πλαίσια της εποχής του. Υπήρξε το πιο μακρόβιο Σύνταγμα στην ελληνική πολιτική ιστορία. Με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952, και παρά τις εν μέρει σημαντικές τροποποιήσεις του, κατ’ ουσίαν αναβαπτίστηκε και συνέχισε την ύπαρξή του. Εξάλλου, πολλές διατάξεις του επιβιώνουν με την ίδια σχεδόν διατύπωση στο ισχύον Σύνταγμα του 1975. Η μεγάλη συνεισφορά του Συντάγματος του 1864 υπήρξε βέβαια η καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η διατήρηση, παράλληλα, του βασιλικού θεσμού (πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας) φαίνεται πως αποτέλεσε έναν ιστορικά αναγκαίο συμβιβασμό, ωστόσο η σχέση έντασης που δημιουργήθηκε με τη δημοκρατική αρχή υπήρξε πρόξενος ενός αιώνα πολιτειακών περιπετειών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Διομήδης Κυριακός (Σπέτσες 1811 – Νεάπολη 1869 ). Νομομαθής και πολιτικός. Καθηγητής του Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξελέγη πληρεξούσιος Σπετσών στην Α΄ και τη Β΄ Εθνοσυνέλευση (1844, 1864). Διετέλεσε πρόεδρος της Β΄ Εθνοσυνέλευσης (20  Μαΐου – 19 Ιουλίου 1863) και εξελέγη μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη του σχεδίου του Συντάγματος. Στις 29 Ιουλίου 1864 υπέβαλε «Παρατηρήσεις επί του συνταχθέντος υπό της επιτροπής της Συνελεύσεως σχεδίου του Συντάγματος». Πηγή: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).

[2] Ο Κανονισμός της Βουλής, που ψηφίστηκε το 1865 και τροποποιήθηκε αρκετές φορές έκτοτε, περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με: τον έλεγχο των διαφορών σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, τη συγκρότηση Προεδρείου, τη διαδικασία των συνεδριάσεων και των συζητήσεων, τη διαδικασία κατάθεσης και συζήτησης προτάσεων νόμου, τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών, τους κανόνες ψηφοφορίας, την τήρηση πρακτικών, την αντιπροσώπευση της Βουλής κ.α.

[3] Ν. Ν. Σαρίπολος (Λάρνακα 1817–Αθήνα 1887). Αναμφισβήτητος «γενάρχης» της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, ο Νικόλαος Ν. Σαρίπολος έμεινε γνωστός ως «Σαρίπολος πατήρ», προκειμένου να διακρίνεται από τον συνώνυμο γιο του, επίσης συνταγματολόγο.

Ο Ν. Ν. Σαρίπολος γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1817. Σε μικρή ηλικία βρέθηκε στην Τεργέστη, όπου κατέφυγε η οικογένειά του, προκειμένου να γλιτώσει από τους διωγμούς που είχαν εξαπολύσει η Τούρκοι στην Κύπρο μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821. Το 1840 πήγε στο Παρίσι και άρχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και η θέσπιση του Συντάγματος του 1844 τον ώθησαν να ειδικευτεί στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου, αφενός – όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του – «ως πολλώ τη πατρίδι χρησίμου μετά την νέαν των πραγμάτων τάξιν», αλλά και «ουδενός προς την τούτου διδασκαλίαν ειδικού Καθηγητού υπάρχοντος εν τω Πανεπιστημίω της Ελλάδος». Πράγματι, ο προστάτης του, Ι. Κωλέττης, πέτυχε την ίδρυση έδρας Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο, στην οποία ο Σαρίπολος διορίστηκε ως έκτακτος καθηγητής το 1846.

Το 1851 δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του μνημειώδους έργου του Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου. Το 1852, αντιπολιτευόμενος τη βασίλισσα Αμαλία, παύθηκε από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα και ασχολήθηκε με το δικηγορικό επάγγελμα. Το 1862 εξελέγη τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου, την οποία διατήρησε μέχρι το 1875, όπου δίδαξε Ποινικό και Διεθνές Δίκαιο.

Πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Οκτωβρίου 1862 και συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου και των αποδήμων Κύπρου, Βηρυττού, Αδριανουπόλεως κ.α. Κατά τις εργασίες της Συνέλευσης εξελέγη μέλος «της επί της συντάξεως του πολιτεύματος Επιτροπής» και ορίστηκε εισηγητής του τελικού σχεδίου του Συντάγματος. Χρησιμοποιήθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ ως σύμβουλός του σε συνταγματικά ζητήματα. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε άδοξα στη συγκυρία του 1875 (Στηλιτικά), όταν απομακρύνθηκε οριστικά ως υποστηρικτής του Δ. Βούλγαρη. Εκτός από τις μελέτες του που δημοσιεύθηκαν σε ελληνικά και ευρωπαϊκά νομικά περιοδικά, έγραψε και τα ‘Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα’ (1889) που περιέχουν πολύτιμες μαρτυρίες για την πολιτική ζωή της χώρας.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α’ 1821­1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821-1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Κοινοβούλιο και μοναρχία στην Ελλάδα (1995).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979).
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844-1994 (2000).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Ν.Ι. και Ν.Ν. Σαριπόλων βίος και θεωρία», σε: περιοδικό Το Σύνταγμα 1998, σ. 5-21.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Η δημοκρατική αρχή εις το Σύνταγμα του 1864» [1966], σε: Συνταγματική θεωρία και πράξη (1980), σ. 65-117.
  • Μανιτάκης, Αντώνης, «Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα», σε: Τιμητικό Τόμο Κ. Μπέη (2003), σ. 3121-3154.
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Β’ 1862-1917 (1997).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55-104.
  • Σωτηρέλης, Γιώργος, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909 (2003).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Το Σύνταγμα του 1864 και η εφαρμογή του μέχρι το 1909», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 67-72.

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 13, Νεώτερος Ελληνισμός 1862- 1895 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 64-113. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της Αργείας κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: «Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη».

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη

 

Εισαγωγή – Η προέλευση του ησυχασμού – Η θέωση του Χριστιανού – Η ησυχαστική οδός (Ερημία και σιωπή – Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα – Μετάνοια και ταπείνωση – Ακτημοσύνη – Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες – Σκληραγωγία) – Πνευματική Νήψη (Απάθεια – Καθαρότητα καρδιάς – Θεωρία – Θεοπτία – Νοερά προσευχή – Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος – Ιάσεις και θαύματα – Προφητικό χάρισμα – Προόραση – Θείες εμπειρίες) – Επίλογος – Βιβλιογραφία

 

  1. Πρόλογος

 

Η παρούσα φροντιστηριακή εργασία εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος «Χριστιανική Αγωγή» και ειδικότερα στα πλαίσια του μαθήματος της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής που διδάσκεται από την κ. Βαρβάρα Γιαννακοπούλου.

Μέσα από το γνωστικό αντικείμενο της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής και την ένθερμη διδασκαλία της κ. Β. Γιαννακοπούλου συνειδητοποίησα τον γνήσιο σκοπό της σύγχρονης Ποιμαντικής. Ο οποίος είναι να οδηγεί τον σύγχρονο, κατατρεγμένο, συγχυσμένο, αγχώδη Ορθόδοξο Χριστιανό στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη, δηλαδή στην πολυπόθητη Θέωση. Ακόμη κατανόησα την ουσιαστική και σωτηριώδη αξία του ησυχασμού ως ευθεία απάντηση στην αναζήτηση του σημερινού ανθρώπου και στη σύγχυση των πολλών κοσμοθεωριών και μυστικιστικών και αποκρυφιστικών συστημάτων.

Η οπτική μας θα εστιάσει στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ο οποίος ανήκει στους πατέρες της Φιλοκαλίας και στα ποιμαντικά στοιχεία του βίου και του έργου του. Πιο συγκεκριμένα θα δούμε την ποιμαντική διακονία του και πως κατάφερε ως πνευματικός ποιμένας να συνδέσει το ποίμνιο του με τον Αρχιποίμενα Ιησού Χριστό.

Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάσκουσα κ. Β. Γιαννακοπούλου που μας εισήγαγε με τόση εν Χριστώ αγάπη και οικογενειακή θέρμη στον κόσμο της Φιλοκαλίας και άγγιξε της καρδιές μας.

  1. Εισαγωγή

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

Βασική πηγή του παρόντος πονήματος είναι η Φιλοκαλία, ως ανθολόγιο ή συλλογή πνευματικών κειμένων, γραμμένων στα ελληνικά ανάμεσα στον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Φιλοκαλία σημαίνει αγάπη του κάλλους, αγάπη για κάθε ωραίο και καλό επομένως και για την πηγή κάθε ωραίου και καλού που είναι ο ζωοδότης Θεός. Ο ακριβής τίτλος του έργου αυτού είναι «Φιλοκαλία των αγίων Θεοφόρων πατέρων», όπου βλέπει κανείς πως ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται. Οι συγγραφείς της συλλογής αυτής ονομάζονται θεοφόροι πατέρες και νηπτικοί πατέρες.

Η αρχική δημοσίευση της Φιλοκαλίας και οι μετέπειτα μεταφράσεις της αποτέλεσαν ένα κίνημα πνευματικής ανανέωσης, αναγέννησης και διάδοσης του ησυχασμού. Ισχυρή επίδραση είχε στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Ενδεικτικό θρησκευτικό κέντρο αποτέλεσε το 19ο αιώνα το μοναστήρι της Όπτινα απ’ όπου πέρασαν επίλεκτοι Ρώσοι διανοούμενοι όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι κ.α. Αργότερα δε διαδόθηκε και στη Δύση όπου μελετήθηκε ως αυθεντικό έργο Ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης.

Η μελέτη της Φιλοκαλίας σήμερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδοξίας. Ένα ταξίδι στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας που τιμούν την Ιερά Παράδοση. Μία ματιά στην ιδεώδη κοινοτική ζωή και στην αδιάλειπτη προσευχή που διέδωσε άλλοτε ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μια προσέγγιση των μοναχών – ασκητών, που η ζωή τους ολόκληρη έχει γίνει προσευχή και που το πρόσωπο τους αντικατοπτρίζει ένα Φως φερμένο από αλλού. Ένα Φως που είναι η απέραντη Αγάπη.

«Η πνευματική διδασκαλία, όπου στηρίζεται η ζωή αυτών των μοναχών, ονομάζεται γενικά ησυχασμός. Η ησυχία πρέπει να εννοηθεί εδώ με πολλούς τρόπους. Και πρώτα πρώτα σημαίνει την υλική μόνωση κι σιωπή, που βοηθούν την κατάνυξη της ψυχής. Έπειτα σημαίνει την εσωτερική γαλήνη, που προκαλεί η νήψις. Η λέξη αυτή που σημαίνει την (πνευματική) εγκράτεια, δηλώνει την επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, δηλαδή τις κακές υποβολές που τα πάθη γεννούν μέσα στην ψυχή και ευρύτερα, τον αποκλεισμό κάθε δραστηριότητας της φαντασίας και του εσωτερικού διαλόγου κατά την προσευχή. Τέλος εκφράζει την ειρήνη της ψυχής που συγκεντρώνεται στον εαυτό της με τη βοήθεια της γλυκύτητας που δοκιμάζει υπό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος». [1]

Μελετώντας το ανεκτίμητο έργο «Η Περιπέτειες ενός προσκυνητή» εξερευνούμε την πνευματική παράδοση και παρατηρούμε πως ακόμα και οι στάσεις του σώματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μέθοδο πραγματοποίησης της προσευχής. Δηλαδή έχουμε μια αναπνευστική τεχνική της προσευχής σε συνδυασμό με την επανάληψη του Θείου ονόματος.

 

  1. Η προέλευση του ησυχασμού

 

«Ο πρώτος συγγραφέας που παρουσιάζεται στη Φιλοκαλία είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας που ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση ετίμησε ως τον ¨πατέρα των μοναχών¨… και μόνο το όνομα του Αντωνίου στη θέση αυτή έχει αξία συμβόλου». [2] Ο ίδιος αντιτάσσει το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής έναντι του αόρατου πολέμου των πειρασμών και εφαρμόζοντας τον αναχωρητισμό, απομονώνεται και εδραιώνει την αντίληψη της πνευματικής ζωής που θα ακολουθήσουν αργότερα και οι υπόλοιποι θεοφόροι πατέρες.

Την ησυχαστική παράδοση συνέχισαν οι μοναχοί της ερήμου και οι Πατέρες της Εκκλησίας με γνώμονα την Αγία Γραφή και την Αποστολική παράδοση. Ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις των διαφόρων αιρέσεων, διαφύλαξαν ανόθευτο το δόγμα όπως επίσης περιφρούρησαν και το Χριστιανικό ποίμνιο. «Η διδασκαλία των πνευματικών δασκάλων της φιλοκαλικής παράδοσης, βασισμένη στο λόγο των προηγουμένων και ταυτόχρονα στην προσωπική τους πείρα, συνδεόταν οργανικά με τη μεγάλη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτοί μιλούσαν επίσης από την πείρα τους και τα χωρία τους με φιλοκαλικές απηχήσεις δεν λείπουν από τα θεολογικά τους έργα. Αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, το πνεύμα τους είναι παρόν παντού μέσα σ’ αυτήν, σαν μυστικό υφάδι που στηρίζει ολόκληρο το έργο».[3]

 

  1. Η θέωση του Χριστιανού

  

Η ησυχαστική πνευματικότητα είναι ουσιαστικά χριστιανική. Μελετώντας τη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων «νηπτικών» βλέπουμε πως κατανοούσαν πλήρως την ανθρώπινη φύση τους, σωματική και πνευματική. «Διότι ο Θεός – Λόγος φωτίζει πάντα άνθρωπο (βλ. Ιω. 1,9) και σε κάθε ανθρώπινο νου δίδεται αυτό που ο άγιος Ιουστίνος (+165) αποκαλούσε ¨σπέρματα¨ του Λόγου». [4] Αυτή την ανοιχτή και ευμενή στάση, που παροτρύνει σε διάλογο, τη συναντάμε συχνά στους ησυχαστές που ζουν μια ευαγγελική ζωή. Η χριστιανική πίστη είναι για εκείνους το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, που με εμπιστοσύνη και διαύγεια καρδιάς και πνεύματος γίνονται δέκτες της αποκαλύψεως του Κυρίου.

Γνωρίζουν «ότι ο τριαδικός Θεός, από αγάπη και για να τους κάμει μετόχους της χαράς Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον αόρατο κόσμο των αγγέλων και την ορατή οικουμένη με τον άνθρωπο ως βασιλέα και λειτουργό του… Δημιουργημένος με το σκοπό της θέωσης ο άνθρωπος, δεν είναι ωστόσο θείος από τη φύση του… Η αξία της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το γεγονός πως είναι ικανή να θεωθεί… Η ψυχή είναι εικόνα του Θεού, διότι φέρει εγγεγραμμένη στο βάθος της την έννοια του καλού και μία έλξη για ότι είναι σύμφωνο με τον Θεό». [5] Η θέωση είναι ένα ελεύθερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο που παρέχεται από την απέραντη αγάπη του Δημιουργού. Είναι δεδομένο πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει τέλειος και ολοκληρωμένος μόνο αν λάβει αυτό που ονομάζουν οι Πατέρες «δωρεά του Αγίου Πνεύματος», μετέχοντας έτσι στη Θεία φύση. Αυτός είναι και βασικός σκοπός της ποιμαντικής, να οδηγήσει τους ποιμενόμενους στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη.

 

  1. Η ησυχαστική οδός

  

1. Ερημιά και σιωπή

  

Κατά τον ορθόδοξο Συναξαριστή ένας μοναχός χαρακτηρίζεται ησυχαστής, ερημίτης, αναχωρητής όταν ζει σε αυστηρή απομόνωση και αφοσιώνεται στην προσευχή και τη θεωρία. Προφανώς γι’ αυτό δεν είναι προσιτή και σε όλους. Οι μεγάλοι ησυχαστές βέβαια συμβούλευαν τους μαθητές τους να θέτουν ως θεμέλιο της πνευματικής τους προόδου, την υπακοή και την αδελφική αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της κοινοβιακής ζωής.

 

2. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα

  

Οι ησυχαστές δάσκαλοι προτείνουν τη μεσολάβηση ενός πνευματικού πατέρα στον πνευματικό αγώνα κάθε πιστού. Ο μαθητής οφείλει στην πορεία να εξασκεί την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα, σαν ιατρό της ψυχής, που έχει συμβολικά τη θέση του Χριστού. Στην περίπτωση του μοναχού σκοπός είναι να υποτάξει ολοκληρωτικά τη θέληση του στη Θεία θέληση, υπερπηδώντας το γιγάντιο εμπόδιο του εγωισμού.

 

3. Μετάνοια και ταπείνωση

 

«Διά της σταυρικής Θυσίας και Αναστάσεως του Μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος εδόθη και η χάρις της μετανοίας στον κόσμο». [6] Η συντριβή της καρδιάς είναι στενά συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Από εκεί πηγάζει η πνευματική χαρά.

Προτού αρχίσει ο θεόφρων Άγιος την ασκητική ζωή ρώτησε τους ασκούμενους Αγίους Πατέρες ποια πολιτεία να διαλέξει. Εκείνοι τον συμβούλευσαν πρώτον να υποταχθεί σε ένα γέροντα και να γυμνασθεί. Έπρεπε με τα κατορθώματα της μακάριας υπομονής και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο την πέτρα του Χριστού την Θεία ταπείνωση, η οποία είναι η αρχή και η ρίζα των αρετών, να πάει και να αγωνιστεί μόνος του στην ησυχία. Τους άκουσε ο Άγιος και κάνοντας υπακοή υποτάχθηκε στον ηγούμενο του και συγκατοίκησε με τους λοιπούς αδελφούς.

Πρώτα δοκιμάστηκε στα κατώτερα διακονήματα, έπειτα τοποθετήθηκε να ψάλλει στο χορό της Εκκλησίας γιατί όταν ήταν νέος είχε μάθει μουσική. Καθώς έψαλλε έχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας, ο μακάριος. Το ίδιο πάθαινε και με τα ιερά αναγνώσματα και ήταν όλος εκστατικός. Όλη καρδιά του ήταν αναμμένη από το Θείο πυρ και φλέγονταν τα σπλάγχνα του από τη Θεία Χάρη που κατοικούσε μέσα του.

Τα πρώτα χρόνια της ασκητικής ζωής του Αγίου Μάξιμου τον έλεγαν πλανημένο, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν για να μη πλησιάσει κοντά τους. Αλλά ο ταπεινός και απλανής φωστήρας δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να τον ονομάζουν πλανημένο και όχι άγιο. Υποκρινόταν πάντα πως είναι πλανημένος και όταν μιλούσε με άλλους έκανε πως είναι μωρός, για να αφανίσει με αυτόν τον τρόπο την υπερήφανη ανθρωπαρέσκεια, την οίηση και να καρποφορήσει την ταπεινοφροσύνη, η οποία φέρνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο δεν κατοικούσε σε έναν τόπο όπως οι άλλοι, αλλά ως πλανημένος μετακόμιζε από τόπο σε τόπο και όπου πήγαινε έφτιαχνε μικρή καλύβα από χόρτα, τόση ώστε να χωράει μόνο το πολύπαθο σώμα του. Μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και έφτιαχνε άλλη.

 

4. Ακτημοσύνη

 

Εφάρμοζε σε τέτοιο βαθμό την ακτημοσύνη, ώστε δεν απέκτησε ποτέ ούτε σκαλιστήρι, ούτε ντορβά, ούτε σκαμνί, ούτε τραπέζι, τσουκάλι ή αλεύρι, ή λάδι, ή κρασί ή ψωμί, ούτε κανένα άλλο από τα αναγκαία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά περνούσε τη ζωή του σε ερήμους και άβατους τόπους. Έκαιγε την καλύβα του και έφευγε. Οι άλλοι όμως δε γνώριζαν τη Θεία Χάρη που τον σκέπαζε, την ελπίδα που τον δρόσιζε και την παντοτινή προσευχή που τον γλύκαινε.

 

5. Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες

  

Ο Άγιος Μάξιμος πήγαινε συχνά στον τότε Πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα λόγω των γλυκύτατων λόγων του τον ονόμασε νέο Χρυσόστομο. Εκείνος προσπάθησε να τον βάλει στα κοινόβια που έφτιαξε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος δεν ήθελε να αναχωρήσει από το ναό της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις, όπου έμενε στα προαύλια. Εκεί με αγρυπνία και προσευχή αγωνιζόταν όλες τις νύχτες. Την ημέρα υποκρινόταν τον μωρό και φαινόταν στους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, για να παραμένει ταπεινός.

Αργότερα  στο Άγιο Όρος ο Άγιος Μάξιμος υπέμεινε την πείνα και τη δίψα, τη γυμνότητα, τα κρύα, τους παγετούς του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού χωρίς να έχει σκέπη σπιτιού, χωρίς δεύτερο ένδυμα, χωρίς υποδήματα, χωρίς καμία υπόληψη. Σπάνια και από μεγάλη ανάγκη πήγαινε καμιά φορά σε κανένα αδελφό για να παρηγορήσει λίγο το σώμα του με ψωμί και αλάτι και με λίγο κρασί αν εύρισκε. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης ήταν «ως πετεινόν του ουρανού, ως άσαρκος εκατοικούσε εις εκείνη την έρημον». [7]

Κατά τον Θείο Παύλο, ο αείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Είχε αγγελική διαγωγή, μεγάλη υπομονή, ολονύκτια στάση προσευχής, αένναα δάκρυα, αδιάκοπτη προσευχή, μετάνοια, ησυχία, πραότητα, ταπείνωση και έφτανε στο σημείο να χτυπά το κεφάλι του στο πετρώδες έδαφος ζητώντας συγχώρεση. Γι’ αυτό έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος σαν τον Πέτρο Αθωνίτη και τον Μέγα Αθανάσιο που ήθελε να μιμηθεί. Γι’ αυτό και ο νους του έφτανε σε θεωρία και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Όλοι οι γέροντες γνώριζαν ότι κατοικούσε μέσα του η Θεία Χάρη και τον έλεγαν τίμιο Μάξιμο και φωστήρα υπέλαμπρο.

 

7. Σκληραγωγία

 

Ο Γρηγόριος παρακάλεσε το Άγιο Μάξιμο να σταματήσει να καίει το κελί του και να συμμαζευτεί σε έναν τόπο καθώς έλεγε ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος. Για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει και άλλους πολλούς, ως εμπειρότατος στην αρετή. Γιατί είχε φτάσει και στον Άγιο το γήρας και κόντευε ο θάνατος. Ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να μεταδώσει το τάλαντο, δηλαδή το χάρισμα που έλαβε ο Άγιος από το Θεό και να διαδώσει το Θείο σπόρο της διδασκαλίας του στο λαό του Θεού, διά μέσου της κατοικίας του σε έναν τόπο. Αυτές τις συμβουλές του Θείου Γρηγορίου έμαθαν και οι άλλοι μεγάλοι γέροντες και συμφώνως τον συμβούλεψαν και αυτοί να καθήσει σε έναν τόπο. Βρήκε λοιπόν ο Άγιος Μάξιμος ένα σπήλαιο, έφτιαξε μια περίφραξη με κλαδιά και χορτάρια και το είχε για κελί του. Από δω και πέρα δε ξανά έκαψε την καλύβα του αλλά πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του με ακτημοσύνη και με υπεράνθρωπη άσκηση. Αργότερα έσκαψε και το μνήμα του κοντά στο κελί του, πήγαινε εκεί για την ακολουθία του Όρθρου και έκλαιγε ο Καυσοκαλύβης καθώς έψαλλε κάποια νεκρώσιμα εξαποστειλάρια που είχε φτιάξει ο ίδιος.

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

 

  1. Πνευματική Νήψη

  

1. Απάθεια – Καθαρότητα της καρδιάς

 

«Η όλη προσπάθεια της καταπολεμήσεως των παθών τείνει πάντοτε εις την δημιουργία της ψυχικής εκείνης καταστάσεως, η οποία καλείται απάθεια. Ο Νηπτικός οφείλει διά της αδιαλείπτου ασκητικής του προσπάθειας να φθάσει εις την κατάσταση εκείνη, καθ’ ην ουδέν πάθος πλέον θα είναι δυνατόν να εύρη τόπον εδραιώσεως εν τη ψυχή του». [8]

Ο Άγιος Μάξιμος παρουσίαζε γνωρίσματα άκρας απάθειας. Δεν ένιωθε ενόχληση κατά την ώρα της προσευχής από ότι και να συνέβαινε στον εξωτερικό κόσμο, η ψυχή του βρισκόταν σε ειρηνική κατάσταση και ήταν «δυσκίνητη προς την κακία», ήταν σε εγρήγορση ο νους και το σώμα του ακόμα και στον ύπνο, κάτι που μαρτυρούσε τη γνήσια ψυχική καθαρότητα του. Τα γνωρίσματα αυτά του χάρισαν διορατικότητα και προορατικότητα, που θα αναλύσουμε παρακάτω.

 

2. Θεωρία – Θεοπτία

  

Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Μάξιμο στην κορυφή του Άθω

  

Την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, που είναι μετά τη Θεία Ανάληψη εμφανίστηκε στον Άγιο η Θεοτόκος έχουσα αγκαλιά τον Κύριο και του είπε: «Ακολούθησε με πιστότατε Μάξιμε και ανέβα πάνω στον Άθω για να λάβεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμείς». Βλέποντας δυο και τρεις φορές αυτή τη Θεία οπτασία, άφησε τη Μεγίστη Λαύρα και μετά από επτά ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όρους το Σάββατο της Πεντηκοστής και πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνος.

Έμεινε εκεί μόνος τρία μερόνυχτα προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και στη Θεοτόκο δια μέσου της νοεράς προσευχής. Εκεί δέχτηκε πειρασμούς, φαινόταν ότι γίνονταν βροντές και αστραπές, ότι γινόταν σεισμός και ξεκολλούσαν πέτρες από τα βουνά. Όλα αυτά ήταν φανταστικά μέσα στη νύχτα για να τον φοβίσουν οι δαίμονες. Την ημέρα άγριες φωνές ακούγονταν και ταραχές σαν να υπήρχε κοντά πλήθος ανθρώπων. Φαίνονταν πολλοί άσχημοι άνθρωποι να ανεβαίνουν στο Όρος, να ορμούν στον Άγιο με σφεντόνες και κοντάρια για να τον κατεβάσουν από την κορυφή γιατί δεν υπέφεραν οι κατάρατοι να κατοικήσει εκεί. [9]

Ο Άγιος Μάξιμος έχοντας τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αδιάλειπτη νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό και τη Θεοτόκο την ανάδοχο του και προστάτη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε σε αυτόν η Θεοτόκος με πολλή δόξα σα βασίλισσα, κρατώντας πάλι στα χέρια της τον Υιό της, το δημιουργό πάσης της Κτίσεως. Την αναγνώρισε ο Άγιος από το εξαίσιο και Θείο εκείνο φως που έλαμπε και φώτιζε τριγύρω όλα τα μέρη εκείνα, κατάλαβε ότι ήταν Θεία Οπτασία και αληθινή εμφάνεια της Θεοτόκου. Την δοξολόγησε με άρρητη χαρά και είπε: «Χαίρε και Χαριτωμένη, ο Κύριος με τα σου». Έπεσε, προσκύνησε τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο και δέχτηκε την ευλογία του Κυρίου. Άκουσε από την Παναγία να του λέει να πάρει τη Χάρη κατά τον δαιμόνων, ως σεπτός αθλοφόρος και να κατοικήσει στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Υιού της, για να ανεβεί σε ύψος αρετής και να γίνει δάσκαλος και οδηγός σε πολλούς και να τους σώσει. Μετά από αυτά του δόθηκε άρτος ουράνιος για τροφή αφού ήταν τόσες μέρες νηστικός.

Ευθύς μόλις πήρε τον άρτο και τον έβαλε στο στόμα του, τον περικύκλωσε άνωθεν Θείο Φώς και ακούστηκε Αγγελικός ύμνος. Η Θεοτόκος ανέβηκε στα ουράνια και ήταν τόση η λάμψη και η ευωδία που έμεινε στην κορυφή του όρους, ώστε ο Άγιος έμεινε εκστατικός και δεν ήθελε να κατέβη και να στερηθεί την ευωδία εκείνη και τη λάμψη. Μετά από τρεις ημέρες κατέβηκε, σύμφωνα με την προσταγή της Θεοτόκου και πήγε στον Ναό της. Μετά από μέρες ανέβηκε πάλι στην κορυφή και ζητούσε με δάκρυα τη Θεία εμφάνιση της. Είδε μόνο φως και μύρισε την ίδια ευωδία γεμίζοντας από χαρά και ευφροσύνη άρρητη. Το ίδιο έγινε δύο και τρεις φορές αλλά τη Θεοτόκο δεν την είδε ξανά όπως την πρώτη φορά.

 

3. Η νοερά προσευχή

  

«Μέσο αυτοδιαποιμάνσεως του πνευματικού ποιμένος προς ένωση με τον Αρχιποίμενα και καρποφορία ποιμαντική είναι η νήψη και αδιάλειπτος προσευχή. Οι εξ Ονόματος του Αρχιποίμενος ασκούντες την ποιμαντορία καρποφορούν διά της μυστικής ενώσεως τους μετ’ Αυτού, μένοντες εν Αυτώ, ως το κλήμα εν τη αμπέλω, προσευχόμενοι και επικαλούμενοι, το όνομα Αυτού». [10] Την αδιάλειπτη προσευχή, πρώτος απ’ όλους, δίδαξε ο Ιησούς με το έξοχο παράδειγμα Του.

Όπως γνωρίζουμε οι ανθολόγοι των φιλοκαλικών κειμένων, όπως και ο Άγιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης, θέλησαν να τονίσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε το μέρος εκείνο του ασκητικότατου βίου του, που η Θεοτόκος του δώρισε το χάρισμα της αδιαλείπτου, αυτοκινήτου και δια Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Συνεπώς μας δημιουργείται η εξής απορία: υπάρχει άραγε δυναμικότερη απόδειξη, για τη σημασία της προσευχής του Ιησού, από τη δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο;

Ο ίδιος έλεγε πως παρόλο που ήταν μέσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν σαν να βρίσκεται μόνος στην έρημο και έκανε αδιαλείπτως νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με», κινούμενη πάντοτε μέσα στην καρδιά του μαζί με το νου, κάτι που είναι σπάνιο και δυσκολοεύρετο. Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα της προσευχής, με αρετή και ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το υπερφυσικό γεγονός, θα μελετήσουμε το διαφωτιστικό διάλογο του Αγίου Μάξιμου με το μεγάλο δάσκαλο της νοεράς προσευχής Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, έναν από τους ελάχιστους θεωρητικούς μοναχούς που επιδίδονταν στην νοερά προσευχή την εποχή εκείνη. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διαμάντι της Φιλοκαλίας που άφησε πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.

 

Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης.

 

«Ανταμώνοντας ο Θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον Άγιο Μάξιμο κι συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:

 

-Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;

Και εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει:

Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλη με άμετρη θερμότητα καρδιάς κι εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μια θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου συγχώρεσε με.

Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:

-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του ¨Κύριε Ιησού Χριστέ¨, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;

Και ο θείος Μάξιμος του είπε:

Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο οποίος είναι μια αγάπη υπερβολική στο Θεό και μια αρπαγή του νου στον Κύριο.

Και ο Άγιος Γρηγόριος του λέει:

-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά που είπες;

Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

Δος μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα που θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;

Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:

Όχι δεν μπορεί, γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο διά μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να ενεργήσει τις δυνάμεις του, αλλά μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άυλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη του. Και τούτο που λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οι άνθρωποι τους περίπαιζαν και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαϊας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ.

Με τον ίδιο τρόπο τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους που τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πως πωρώθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι και σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο που ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά το θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα που θέλει».[11]

 

4. Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος.

 

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Είναι και άλλα, Καυσοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;

Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:

-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχίζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασίαν στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα κι εκείνος που βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αυτή την πλάνη είθε να μας γλυτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.

Αλλά τα σημεία της χάρης είναι αυτά όταν πάει στον άνθρωπο η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός του φέρει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή ευκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πως μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη ον στο είναι για την άπειρη Του δύναμη που συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται η καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ. και απολαμβάνει η ψυχή του μια αγαλλίαση απερίγραπτη.

 

Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα που του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και  πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο». [12]

 

5. Ιάσεις και Θαύματα του Αγίου Μάξιμου του Καυσοκαλύβη

 

«Οι ιάσεις ψυχών και σωμάτων και τα ποικίλα θαύματα είναι μια μορφή της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, είναι σημείο της παρουσίας και βασιλείας Του, το προανάκρουσμα του τελικού θριάμβου επί της φθοράς και του θανάτου. Διά τούτο το κήρυγμα της Βασιλείας του Ιησού συνωδεύετο από ιάσεις και θαύματα». [13]

Και μόνο με το λόγο του, ο Άγιος Μάξιμος, γιάτρευε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονισμένους. Τους ζητούσε να απέχουν από τη μνησικακία, την αδικία, την επιορκία, τη μέθη και την πορνεία. Βασική συμβουλή του ήταν να νηστεύουν το κρέας, να δίνουν με όλη την καρδιά τους ελεημοσύνη, να μετανοούν και να μεταλαμβάνουν τα άχραντα Μυστήρια για να υγιαίνουν πάντοτε.

Ακόμα και κάποιο μοναχό Μερκούριο παρεκίνησε κάποτε να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Άγιο ο μοναχός θεράπευσε το δαιμονισμένο με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Ο Άγιος Μάξιμος κάποτε συνάντησε στη στράτα του έναν υποτακτικό κάποιου γέροντος που έπασχε κακώς από δαιμόνιο. Του ζήτησε να κάνει τέλεια υπακοή στο γέροντα του, να απέχει από τυρί και κρασί και ότι θα θεραπευτεί στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πραγματικά ως θαύμα ο υποτακτικός με τα λόγια αυτά θεραπεύτηκε.

Μια άλλη φορά ένας μοναχός ήθελε να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη με ένα καΐκι. Ο Άγιος όμως δεν τον άφησε γνωρίζοντα τον κίνδυνο. Πραγματικά το καΐκι αυτό βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες του.

Μία μέρα ήρθε το λιμάνι της Λαύρας ένα καΐκι και οι άνθρωποι του πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο, όμως είχαν μαζί τους ένα δαιμονισμένο, που είχε το δαιμόνιο της αχορτασίας. Έτρωγε δηλαδή κάθε μέρα το φαγητό πέντε αντρών και πάλι δε χόρταινε. Οι συνοδοί του τον έριξαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τον ελευθερώσει από το δαιμόνιο. Τότε ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι και το έδωσε στον πάσχοντα λέγοντας του: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού , τόσο να τρως, να χορταίνεις και να ειρηνεύεις. Από τότε ο πάσχων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο της αχορτασίας και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του παξιμαδιού εκείνου που του έδωσε ο Άγιος. Μάλιστα έγινε μοναχός και κάθησε κοντά στον Άγιο, πρόκοψε οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη και έγινε άριστος μοναχός.

Για να αποκαλυφθεί πως η χάρη του Αγίου Πνεύματος μένει αχώριστη από το Θείο Λείψανο του Αγίου έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα θαύματα. [14] Κάποιος μοναχός Διονύσιος Κοντοστέφανος, αφού έπασχε από σφοδρούς πόνους στο κεφάλι επί πολλές μέρες, προσέτρεξε στον τάφο του Αγίου και παρακαλώντας τον με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του δώσει την υγεία του, αποκοιμήθηκε λίγο και ξυπνώντας από θαύμα βρέθηκε υγιής και δόξαζε τον Άγιο. Πήρε δε στα χέρια του και λίγο χώμα από τον τάφο του Αγίου και μύρο ανάβλυσε θαυμάσιο που γέμισε από άρρητη ευωδία τις αισθήσεις του. Ακόμα και ο Άγιος Νικόδημος, που είχε δει ο ίδιος τον Άγιο Μάξιμο να πετάει στον αέρα, ασθένησε βαριά και έφτασε ως το θάνατο. Τότε επικαλέστηκε με δάκρυα τον Άγιο Μάξιμο, ο οποίος του φανερώθηκε σε όνειρο, τον γιάτρεψε και έζησε δοξάζοντας το Θεό και τον Άγιο γιατί ήταν σχεδόν νεκρός και αναστήθηκε.

 

6. Προφητικό Χάρισμα – Προόραση

 

Όπως γνωρίζουμε η διόραση είναι η φυσική γνώση που είχε ο άνθρωπος από τη δημιουργία του, πριν όμως τα πάθη σκοτίσουν τον νου του. «Η προόραση όμως είναι υπέρ φύση γνώση, που κατά χάρη δίδεται στους άξιους». [15]

 Ο Άγιος Μάξιμος ήταν τόσο καταπλουτισμένος ο μακάριος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε και τα μακρά όντα έβλεπε σαν να ήταν πλησίον και τα άδηλα και μέλλοντα προεγνώριζε και προέλεγε σα να ήταν παρόντα.

Ένας μοναχός που ονομαζόταν Βαρλαάμ, ήταν υποτακτικός κάποιου γέροντα. Ο Άγιος Μάξιμος τον επέπληξε για τη σκληρότητα και την παρακοή που έδειχνε στο γέροντα του και του είπε από αυτά τα πταίσματα σου θα έχεις κακό τέλος, θα πεθάνεις από κρύο και παγετό, το οποίο έγινε και βγήκε αληθινή η προόραση του Αγίου.

Σε έναν άλλο μοναχό που ονομαζόταν Αθανάσιο, προείπε ο Άγιος ότι θα θανατωθεί από τους Ισμαηλίτες. Και αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε τελικά.

Ακόμα και τον ερχομό των βασιλέων προεγνώριζε και έλεγε πως οι Ρωμαίοι θα έρθουν σε μένα για να ακούσουν προφητείες και να λάβουν πρόγνωση των μελλόντων και όχι για να ωφεληθούν. Πέρασε λίγος καιρός και ήρθε σε αυτόν ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος που ήταν βασιλεύοντες. Ο Άγιος προφήτευσε για αυτούς όλα εκείνα που έμελε να τους ακολουθήσουν, λέγοντας τους να υπομείνουν όλα τα επερχόμενα λυπηρά. Έπειτα τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και κατάλληλα πράγματα για βασιλείς. Όταν θα αναχωρούσαν είπε στον Κατακουζηνό ότι θα γίνει ηγούμενος σε μοναστήρι και στον Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα είναι μακρά αλλά ασήμαντη και ότι θα του φέρει πολλές ταραχές. Μετά από αυτά τους αποχαιρέτησε λέγοντας «χαίρετε και υπάγετε εν ειρήνη». Πέρασε λίγος καιρός και έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς τον Κατακουζηνό ένα παξιμάδι, ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο. Με αυτά τα προμήνυε ότι θα γίνει μοναχός. Όπως και έγινε γιατί ύστερα από λίγο καιρό καταπιέστηκε από τον Παλαιολόγο και έγινε χωρίς να θέλει μοναχός. Έφαγε τότε το παξιμάδι, θυμήθηκε τον Άγιο και τον θαύμαζε. Ομοίως και ο Παλαιολόγος έβλεπε τα πράγματα να γίνονται όπως τα είχε προφητεύσει ο άγιος και τον θαύμαζε βαθιά.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το περιστατικό κατά ο οποίο ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας με κληρικούς του στη Σερβία για την ένωση και την ειρήνη της Εκκλησίας, πέρασε από το Άγιο Όρος και πήγε στην καλύβα του Αγίου Μάξιμου για να τον δει. Ο Άγιος βγήκε να τον προϋπαντήσει και έλαβε την ευλογία του. Μετά τον ασπασμό έψαλλε το «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…» προμηνύοντας με αυτό το θάνατο και την ταφή τους. Πράγματι, πηγαίνοντας ο Πατριάρχης και οι κληρικοί του στη Σερβία, δηλητηριάστηκαν όλοι, πέθαναν και τάφηκαν στην εκκλησία των Σέρβων. Έτσι έλαβε τέλος η προφητεία του Αγίου γι’ αυτούς.

Άλλοτε πάλι πήγαν στον Άγιο δυο μοναχοί. Μετά τα συνομιλία τους, πήρε ένα παξιμάδι τους το έδωσε και τους είπε να πάνε το γρηγορότερο στο μοναστήρι του Δωρόθεου για να μη κινδυνέψουν στη στράτα τους από το χειμώνα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν γιατί ήταν καιρό τρύγου και δε φαινόταν ούτε σύννεφο. Πριν όμως φτάσουν στο μοναστήρι του Δωρόθεου σηκώθηκε βίαιος άνεμος και έγινε φοβερή μεταβολή στον ουρανό. Ακολούθησε πλήθος από αστραπές, βροντές, χαλάζι, βροχή και σταμάτησε ο τρύγος γιατί εξαφάνισε τα ατρύγητα αμπέλια, διαλύοντας τα τελείως. Αφού τα είδαν όλα αυτά οι μοναχοί διακήρυτταν σε όλους την προφητεία του Αγίου.

Ένας μοναχός Λαυριώτης που λεγόταν Ιάκωβος, ήρθε τον Άγιο και του ζητούσε να του φτιάξει ένα γράμμα που θα τον βοηθούσε να βρει χρήματα για να τερματίσει τη σκλαβιά του αδερφού του. Ο Άγιος αφού αρχικά τον υπέμεινε, μετά του είπε αυστηρά να πάει να βγάλει τα εξήντα φλουριά του από τον τοίχο του πύργου που τα είχε κρυμμένα και να τα δώσει για να εξαγοράσει την ελευθερία του αδερφού του. Επίσης τον προειδοποίησε να μην είναι πλεονέκτης και ψεύτης. Ακούγοντας αυτά ο Ιάκωβος, ομολόγησε την αλήθεια, ζήτησε συγχώρεση από τον Άγιο για το τόλμημα του και το έλαβε.

 Ο Αρχιερέας Τραϊανουπόλεως ξεκίνησε μία φορά με το διάκονο του να πάει στον Άγιο. Θέλοντας να τον δοκιμάσει εάν αληθινά έχει το προορατικό χάρισμα, πήρε στο δρόμο το ράσο του διακόνου του και το φόρεσε αυτός. Τον αρχιερατικό μανδύα τον έδωσε στο διάκονο του και εκείνος τον φόρεσε. Έφτασε λοιπόν πρώτος ο αρχιερέας σα διάκονος και ζήτησε από τον Άγιο να τον ευλογήσει και αν θέλει να επιτρέψει στον αρχιερέα που τάχα περίμενε έξω να εισέλθει. Ο Άγιος Μάξιμος τότε του απάντησε ότι ήθελε να τον ευλογήσει γιατί εκείνος ήταν ο αληθινός αρχιερέας.

Κάποιος μοναχός Νικόδημος πήγε κάποτε στον όσιο χάριν ωφελείας. Τότε ο Άγιος του είπε ότι γρήγορα θα πεθάνει. Του αποκάλυψε τη μέρα της κοιμήσεως του και τα ονόματα εκείνων που θα παραβρίσκονταν στον ενταφιασμό του. Όταν έφτασε η μέρα εκείνη που είχε προβλέψει, την δεκάτη Τρίτη Ιανουαρίου, εκοιμήθει ο Άγιος, όντας ενενήντα πέντε χρονών και τάφηκε στο μνημείο που είχε σκάψει ο ίδιος κοντά στην καλύβα του. Ο ενταφιασμός του έγινε από εκείνους μόνο που είχε πει γιατί δεν ήθελε πλήθος λαού. Ακόμη άφησε εντολή να μη μεταθέσουν σε άλλο τόπο το λείψανο του.

 

7. Θείες εμπειρίες

  

Κάποιος ασκητής που ονομαζόταν Μεθόδιος πηγαίνοντας μια μέρα στον Άγιο, είδε Θείο Φως που έλαμπε τριγύρω του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Άγιος να τον πλησιάσει.

Πολλοί έλεγαν επίσης ότι ο Άγιος δεχόταν ουράνιο άρτο, γιατί το χειμώνα πήγε επίσκεψη ο Γρηγόριος, που ήταν νοσοκόμος της Λαύρας, μαζί με έναν άλλο αδελφό και από το πολύ χιόνι ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπων δε φαίνονταν πουθενά. Μετά από πολύ κόπο πήγαν στην καλύβα του Αγίου έχοντας μαζί τους ψωμί, κρασί κ.α. Καθώς όμως μπήκαν στην καλύβα του, είδαν ένα ζεστό και καθαρότατο ψωμί, που μοσκοβολούσε. Περιεργάστηκαν το χώρο για να βρουν ίχνη φωτιάς αλλά μη βρίσκοντας τίποτα έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντας τον ουράνιο άρτο. Πέσανε στα πόδια του Αγίου ζητώντας να τους δώσει μέρος του άρτου. Ο Άγιος τους σπλαχνίστηκε και τους έσωσε τον μισό άρτο λέγοντας τους να το πάρουν, να το φάνε και να μην το πουν σε κανέναν όσο ζούσε. Αλλά και νερό πόσιμο και γλυκό του έδωσε, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά το θάνατο του. Άλλοι αδελφοί είπαν ότι και το νερό της θάλασσας έκανε γλυκό και ήπιε αυτός, δίνοντας και σε εκείνους να πιούν.

Μια μέρα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μαζί με άλλον ένα μοναχό ξεκίνησαν από τη μονή του Βατοπεδίου και πήγαν στην καλύβα του Αγίου. Δεν τον βρήκαν εκεί και το έψαχναν τριγύρω. Ανεβαίνοντας πιο ψηλά ο Άγιος Νικόδημος τον είδε στη γούρνα του Αγελαρίου, περίπου δυο μίλια μακριά, που ο ενδιάμεσος δρόμος ήταν δύσβατος και πετρώδης. Ξαφνικά σαν από θαύμα βλέπει τον Άγιο Μάξιμο να υψώνεται από τη γη, πάνω ψηλά στον αέρα και σαν υπόπτερος αετός να πετά πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες και ήρθε εκεί που ήταν ο Άγιος Νικόδημος. Εκείνος τρόμαξε, έπεσε στα πόδια του και τον υποδέχτηκε. Ο Άγιος Μάξιμος τον ρώτησε πόση ώρα περίμενε σε εκείνον τον τόπο, τον πήρε από το χέρι, τον οδήγησε στην καλύβα του, τον δίδαξε πολλά και τον συμβούλεψε να μην πει σε κανέναν αυτό που είχε δει όσο θα ζούσε ο Άγιος.

 

  1. Επίλογος

 

Η ιερά ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι η ακράδαντη πίστη στο Θεό, Θείες εντολές, οι Άγιες αρετές και άσβεστη ελπίδα για τη σωτηρία και τη Θέωση πλουτίζουν και διευκολύνουν τη δυσχερή πορεία της κατά Χριστό τελειώσεως.  Το απόσταγμα της εμπειρίας των θείων και ασκητών Πατέρων είναι ότι η πνευματική ζωή είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ένωση του πιστού με τον Θεό είναι η ζωή, όπως ο χωρισμός του πιστού από το Θεό είναι ο θάνατος.

Το συγκεκριμένο πόνημα παρουσίασε τα ποιμαντικά στοιχεία του Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος με την άγια ζωή του διαμόρφωσε μια πορεία πνευματικής ζωής. Συνετέλεσε στην εμπέδωση και τη διάδοση του μοναχικού ιδεώδους και διαφώτισε τον πιστό λαό εκ της θέσεως του απλού μοναχού – ασκητού. Εύχομαι το παράδειγμα του Αγίου να μας διδάξει, να μας φωτίσει και να μας οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση και την κατά Θεό σωτηρία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999, σελ. 13

[2] Στο ίδιο, σελ.19

[3] Στο ίδιο, σελ. 31

[4] Στο ίδιο, σελ. 83

[5] Στο ίδιο, σελ. 89-93

[6] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003, σελ. 18

[7] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995, σελ.31

[8] Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000, σελ. 45

[9] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π. σελ. 27

[10] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004, σελ.35

[11] Πέτρος Δαμασκηνός, Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 310-312.

[12] Του ιδίου, σελ. 312-313.

[13] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ. 137

[14] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π.  σελ. 51

[15] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ.135-136

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004.
  •  Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η πνευματική καθοδήγηση στην συνοπτική φιλοκαλία του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2010.
  • Δαμασκηνός Πέτρος , Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988.
  • Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000.
  • Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Οι νηπτικοί πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήνα 1996.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Νηπτικοί και Πατέρες των μέσων χρόνων, Αθήνα 2000.

 

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την κυρία Δέσπω Αθ. Λιάλιου, Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., θέμα της: «Η Κυριακή των Βαΐων, Η εις Ιερουσαλήμ είσοδος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».

 

 

Α. Τα αυριανά Αναγνώσματα μας εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένα ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετκής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

 

Κυριακή των Βαΐων – 1546 μ.Χ. – Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος (Κρητική σχολή, Θεοφάνης ο Kρής).

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα». O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου δικονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν Προφητών και Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

 

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στα κεφ. ιδ´, 25-29:

 

«Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ   παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε».

Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινὰ τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

 

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος».

Εξάλλου οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανένα άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί. (Ο ένας τον πρόδωσε για τους  παράδες, ο άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος… Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τι έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση…

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών».

Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας:

 

Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του… Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

 

Κυριακή των Βαΐων – Τοιχογραφία στο Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων. 18ος αιώνας μ.Χ.

 

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό.

Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτα είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία… Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες… Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»…

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά αποδοχή και ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική:

 

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, όμως η γυνή της Ευαγγελικής περικοπής προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ, τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών:«καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει δια του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:

 

Φιλιπ. δ´, 4-9:«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:

 

Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

 

Δέσπω Αθ. Λιάλιου,

Ομότιμη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Η ποίηση για τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου


 

Ο λαός το ονόμασε Πάσχα, Πασχαλιά ή Λαμπρή. Η λέξη Πάσχα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και δήλωνε τον αέναο κινούμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Αργότερα ο χριστιανισμός ονόμασε Πάσχα, τα πάθη του θεανθρώπου Ιησού Χριστού, το θυσιαστικό θάνατο και την εκ νεκρών ανάστασή του. Στην Ελλάδα, το Πάσχα έθρεψε την έμπνευση των ποιητών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς ύμνους, μοιρολόγια και ποιήματα.

 

Ο φιλόλογος – λυκειάρχης κ. Ηρακλής Ψάλτης επιμελήθηκε μία συλλογή ποιημάτων ανά τους αιώνες που έχει ως επίκεντρό της τα Πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, τα οποία σας παρουσιάζουμε παρακάτω.

 

Επιτάφιος Θρήνος

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,
εν ξύλω κρεμασθέντα,
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;

Οι ύμνοι του Πάσχα ξεκινούν την Μεγάλη βδομάδα με αποκορύφωμα το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως.  Ο επιτάφιος θρήνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή είναι γνωστός και ως «Eγκώμια». Ο δημιουργός των εγκωμίων δεν έχει βρεθεί αν και όλοι οι μελετητές εικάζουν πως η συγγραφή του ποιήματος έγινε στα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453).

 

Η ζωή εν τάφω  

Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις;
πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

 

Η «σταύρωση» του Χριστού, οι θρήνοι της Παναγίας και η Ανάσταση του Θεανθρώπου ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Νίκος Καρούζος, «Άσμα μικρό»

Από τη Συλλογή: Τα πάθη της ποίησης

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

 

Κωστής Παλαμάς, «Γιορτές» (1904)

Από τη Συλλογή:  Ασάλευτη ζωή

 

Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,

θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν

«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,

μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου

στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες

χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.

Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα

της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν

θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν

μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα

με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,

πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,

τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.

Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν

απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι

σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:

«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»

Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι

κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,

ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα

της εκκλησιάς…

   

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή» (1950)

Από τη Συλλογή: Εποχή των ισχνών αγελάδων

 

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

 

 Κική Δημουλά:  «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες» (1998)

Από τη Συλλογή: Ενὸς λεπτού μαζί

 

«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι

σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη έθιμα

και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο

η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος

να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών

τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν

τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.

Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής

και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου

για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.

Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση

όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα

από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε

σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.

Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα

αδημονώντας σε αμνέ μας».

 

Ζωή Καρέλλη, «Πριν την Ανάσταση» (1951)

Από τη Συλλογή: Της μοναξιάς και της έπαρσης                                                 

 

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.   Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.   Χρόνια τώρα, δεν Είναι δυνατόν,
τίποτα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;   Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.   «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.   «Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.   Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.   Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.   Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Διονύσιος Σολωμός, «Η ημέρα της Λαμπρής» (1829)

Από τη Συλλογή:  Ο Λάμπρος

 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη

και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε

μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

 

Οδυσσέας Ελύτης  Κυριακή (Πάσχα) 26 (1984)

Από τη Συλλογή: Ημερολόγιου ενός αθέατου Απριλίου

 

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί

με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.

Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,

κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις

τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (2009)  

Από τη Συλλογή: Ο άνθρωπος μόνος

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

Γιάννης Ρίτσος,  «Εαρινή Συμφωνία» (1938)

(Απόσπασμα)

 

«Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Ανάσταση» (1972)

Από τη Συλλογή: Νυχτερινός επισκέπτης

 

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν, κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους, κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου, τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος, γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

 

Επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης

 

Το Πάσχα είναι η γιορτή της αγάπης, της ελπίδας, της συμφιλίωσης με κοινωνικές προεκτάσεις. Ας πάψουν, λοιπόν, οι κοινωνικές διακρίσεις, οι έχθρες, τα μίση και ο πόλεμος. Ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να λεγόμαστε άνθρωποι με τη βαθύτερη σημασία της λέξης. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Η ιστορία του ημερολογιακού καθορισμού του Πάσχα – © Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας


 

Πάσχα, Ανάσταση, Λαμπρή: Θεωρείται η μεγα­λύτερη γιορτή του Χριστιανισμού. Ο ημερολο­γιακός καθορισμός τον Πάσχα, φαινομενικά ένα καθαρά αστρονομικό θέμα (άρα και τυπι­κό ζήτημα), έχει αναμφισβήτητα αποκτήσει μια έντονα πολιτικοποιημένη, θεολογική, μέχρι και δογματική χροιά. Μια συναρπαστική περιδιάβαση στο χρονικό, τις έριδες και τις αντιπαλότητες δύο σχεδόν χιλιετιών ανάμεσα στην ίδια την Εκκλησία. 

 

Η λέξη «Πάσχα» προέρχεται από το εβραϊκό פֶּסַח (Pesah) και σημαίνει διάβαση, πέρασμα, εις ανάμνηση της σωτηρίας των Εβραίων από το πέρασμα του τιμωρού Αγγέλου του θανάτου, της διάβασής τους από την Ερυθρά Θάλασσα, της απελευθέρωσής τους από την αιγυπτιακή αιχμα­λωσία και δουλεία, και της άφιξής τους στη γη της Επαγγελίας, τη Χαναάν (Έξοδος 12:1-18). Το γε­γονός αυτό φαίνεται να συνέβηκε μια νύχτα του μήνα Νισάν με πανσέληνο, γι’ αυτό και θεσπίστη­κε από το Μωυσή με εντολή Θεού να εορτάζεται τη 14η ημέρα του μήνα Νισάν (Λευιτικόν 23:1-8, Αριθμοί 9:1-5). Η σταθερότητα της ημερομηνίας του Νομικού Πάσχα ή Φάσκα οφείλεται στο γεγο­νός ότι το εβραϊκό ημερολόγιο, όντας σεληνιακό, εξασφαλίζει πως η μέρα αυτή βρίσκεται στο μέσο ενός μήνα, άρα είναι και πανσέληνος· σύμφωνα δε με τους ιουδαϊκούς κανόνες, το εβραϊκό Πάσχα εορτάζεται μόνο ημέρα Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή.

Το χριστιανικό Πάσχα συνδέθηκε εξ αρχής με το εβραϊκό, αφού στα συνοπτικά Ευαγγέλια ανα­φέρεται πως ο Μυστικός Δείπνος τελέστηκε την πρώτη ημέρα των αζύμων (Ματθαίος 26:17-19, Μάρκος 14:12-16, Λουκάς 22:7-15). Η ημερομη­νία της Σταύρωσης είναι αόριστη: ενώ οι Συνοπτι­κοί αναφέρουν την Παρασκευή, 15 Νισάν (Ματ­θαίος 27:62, Μάρκος 15:42, Λουκάς 23:53-54), ο Ιωάννης αναφέρει τις 14 Νισάν, επίσης Παρα­σκευή, επομένως πριν σφαχτεί το αρνί του Πάσχα (Ιωάννης 13:1, 13:29, 18:28, 19:14, 19:42). Γνω­ρίζουμε, πάντως, ότι η Ανάσταση συνέβη ημέρα Κυριακή, πάρα πολύ πρωί (Ματθαίος 28:1, Μάρ­κος 16:2, Λουκάς 24:1, Ιωάννης 20:1), οπωσ­δήποτε μετά την πανσέληνο. Δεν είμαστε βέβαιοι ούτε και για το έτος το οποίο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Θείου Πάθους, το πιθανότερο είναι όμως να έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 30 μ.Χ. ή του 33 μ.Χ., αφού τα έτη εκείνα το Πάσχα εορτά­στηκε το Σάββατο [1].

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν, φυσικά, Εβραί­οι και, ως τέτοιοι, γιόρταζαν το Πάσχα το καινόν επί τές του σωτηρίου Πάσχα εορτές στις 14 Νισάν, ανεξαρτήτως ημέρας. Οι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί στην Παλαιστίνη, την Αντιόχεια και τη Μικρά Ασία επέλεγαν την ημέρα αυτή για να τονίσουν τη Σταύρωση και το Πάθος, το γεγονός ότι ο Ιησούς προσφέρθηκε συμβολικά σαν άλλο πρόβατο επί σφαγή, γι’ αυτό και πάντοτε μιλούσαν για το Πά­σχα το Σταυρώσιμον.

Από την άλλη, οι ελληνίζοντες Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας και των άλλων εθνών γιόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία, τονίζοντας την Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό άλλωστε και μιλούσαν για το Πάσχα το Αναστάσιμον.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Επίσκοπος Ευσέβιος ο Καισαρεύς (263-339) και ο Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) και Άγιος Ειρηναίος (130-202) αναφέρο­νται στη διένεξη που ταλάνιζε τη νεαρή Εκκλησία (ανάμεσα σε τεσσαρεσκαιδεκατίτες και σε πεντεκαιδεκίτες), ήδη από τα χρόνια του Πάπα Σίξτου Α’ (115-125). Είναι δε χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Άγιου Πολύκαρπου, Επίσκοπου της Σμύρνης, ο οποίος επισκέφθηκε τη Ρώμη στα 157/158, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να πειστεί από τον Πάπα Ανί­κητο για την ορθότητα του εορτασμού του Πάσχα μόνο ημέρα Κυριακή, εντούτοις αποχώρησε εν ει­ρήνη.

Το ζήτημα κατά πόσον είναι ορθό να εορτάζεται το Πάσχα σε ημέρα άλλη της Κυριακής διακανο­νίστηκε με τη Σύνοδο της Αρελάτης [(Arles) 314], όπου διακηρύχθηκε πως έπρεπε να εορτάζεται ημέρα Κυριακή, uno die et uno tempore per omnem orbem (μιαν ημέρα και μιαν εποχή για όλο τον κό­σμο), έτσι οι Μικρασιάτες αναγκάστηκαν να υπα­κούσουν, αφού ο Πάπας Βίκτωρ Α’ (189-199) τους είχε αποκόψει ως αιρετικούς [2]. Μεταξύ της απόφα­σης αυτής και της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325), προέκυψε ένα άλλο ζήτημα, όχι λιγότερο σημα­ντικό: η ημέρα εορτασμού του Πάσχα έπρεπε να είναι Κυριακή, αλλά ποια Κυριακή ακριβώς; Μια σοβαρή διαφωνία είχε προκύψει μεταξύ των Χρι­στιανών Μεσοποταμίας, Κιλικίας και Συρίας, και των Χριστιανών του υπόλοιπου κόσμου.

 

Εικόνα της Αναστάσεως, από τη Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, Θεοφάνους του Κρητός.

 

Το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ήταν εξαρτημένο από το εβραϊκό ημερολόγιο για τον υπολογισμό του Πάσχα, ενώ οι Σύροι πάντοτε γιόρταζαν την πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκό Πάσχα· επιπλέ­ον, μερικοί Επίσκοποι στη Γαλατία είχαν ορίσει τη Σταύρωση του Χριστού στις 25 Μαρτίου και την Ανάστασή Του στις 27 Μαρτίου, ενώ οι Μοντανιστές στη Φρυγία τηρούσαν το Πάσχα την Κυρια­κή κατά ή μετά τις 6 Απριλίου. Από την άλλη, οι Αλεξανδρινοί και η υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρα­τορία υπολόγιζαν το Πάσχα από μόνοι τους, ανε­ξάρτητα από το εβραϊκό, με αποτέλεσμα την ασυ­νεννοησία και ασυμφωνία. Σ’ αυτό φαίνεται να ευθύνονται έμμεσα και οι ίδιοι οι Εβραίοι, καθώς – κατά τα γραφόμενα του Αγίου και Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ του Μεγάλου (272-337) – προφα­νώς είχαν γίνει αμελείς [3] του νομου που όριζε οτι η 14η ημέρα του Νισάν δεν πρέπει να προηγείται της εαρινής ισημερίας, με αποτέλεσμα – μερικές φορές – να εορτάζονταν δύο Πάσχα ανάμεσα σε δύο εαρινές ισημερίες. Οι Αλεξανδρινοί και οι Ρωμαίοι, από την άλλη, θεωρούσαν πως το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, αμέσως μετά την εαρινή ισημερία.

Δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο κείμενο των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας για τον καθορισμό του Πάσχα, γνωρίζουμε ωστόσο από τα γραφόμενα του Αγίου και Μεγάλου Αθανασίου (Επιστολή περί της εν Νίκαια Συνόδου) και του Αγίου Επιφανίου (Πανάριον), Επισκόπου της Σαλαμίνας, ότι αποφασίστηκαν τα εξής:

  • Το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυρια­κή μετά από την πανσέληνο που θα συμβεί κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή αμέσως μετά από αυτήν.
  • Εάν η πανσέληνος συμβεί ημέρα Κυριακή, τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επόμενη Κυριακή (δηλα­δή θα έπεται της 14ης ημέρας του μήνα Νισάν).

Ο καθορισμός, που έγινε αστρονομικά και όχι ημερολογιακά (καθ’ υπόδειξη του Επισκόπου Χωνών Αιγύπτου, Αχιλλέα Τάτιου), γράφτηκε σε όρους (και όχι κανόνες) για να μην επιδέχεται αλλαγής. Ο δεύτερος όρος βασιζόταν στον α’ κανόνα της Συνόδου της Άγκυρας (314), εξασφαλίζοντας ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε με το εβραϊ­κό (και δεν θα βασιζόταν σ’ αυτό), επαναλήφθηκε δε με τον α’ κανόνα της Συνόδου της Αντιόχειας (341) [4]. Από επιστολή του Αγίου και Πάπα Λέοντος Α’ του Μεγάλου προς τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό (456), πληροφορούμαστε πως είχε αποφασιστεί να ληφθεί πρόνοια όπως οι Θεόφιλος και Κύριλλος Ά, Πατριάρχες Αλεξάνδρειας – πόλη στην οποία άκμα­ζαν η αστρονομία και οι επιστήμες – μεριμνήσουν για τον επακριβή υπολογισμό του Πάσχα και τον διαβιβάσουν στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, κάτι που έγινε γύρω στο 440 στη βάση πινάκων που είχε συντάξει λίγα χρόνια πριν ο μοναχός Αννιανός ο Αλεξανδρεύς.

Εντούτοις, λόγω γεωγραφικών και άλλων πα­ρεκκλίσεων, δεν συμφωνούσαν όλοι ως προς την ακριβή ημέρα τις εαρινής ισημερίας. Η Ρώμη αρ­χικά υπολόγιζε τους σεληνιακούς κύκλους με τον 112ετή κύκλο του Αγίου Ιππόλυτου, Επισκόπου Ρώμης (γύρω στο 200), τον οποίο αντικατέστη­σε στα τέλη του 3ου αιώνα με άλλον που εφηύρε ο Αυγουστάλιος διάρκειας 84 ετών και το 457 με τον 532ετή κύκλο του Βικτώριου της Ακουιτανίας, τοποθετώντας την ισημερία στις 25 Μαρτίου, κάτι το οποίο η Αλεξάνδρεια θεωρούσε ανακριβές, αφού από το 277 – μετά από προτροπή του πολυμαθέστατου αστρονόμου και Επισκόπου Λαοδικείας Ανατόλιου – χρησιμοποιούσε το 19ετή κύκλο του Μέτωνα, που ταύτιζε την εαρινή ισημερία με την 21η Μαρτίου. Όπως μας πληροφορεί ο Άγιος Αυ­γουστίνος Αυρήλιος (387), το αλεξανδρινό Πάσχα έπεφτε μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ το Πάσχα στη Ρώμη εορταζόταν μεταξύ 25 Μαρτίου και 21 Απριλίου.

 

Ανάσταση (1715-16), έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci. Dulwich Picture Gallery.

 

Ο αρχαίος αστρονόμος Μέτων (432 π.Χ.) υπο­λόγισε πως για κάθε 19 τροπικά έτη έχουμε 235 συνοδικούς μήνες της σελήνης [5]· η ανακάλυψη έκαμε τεράστια εντύπωση στους Αθηναίους, οι οποίοι και αποφάσισαν να γράψουν χρυσοις γράμμασιν, σε όλα τα δημόσια κτίρια, τον αριθμό που φανε­ρώνει την τάξη του κάθε έτους στον κύκλο του, ο οποίος όμως είχε ένα σφάλμα περίπου 0,086 ημε­ρών (2 ώρες 4 λεπτά) ανά 19ετία. Δεδομένου του σφάλματος αυτού, οι τελικοί πασχάλιοι πίνακες (computus) που συνέταξε το 525 ο Σκύθης Αββάς Διονύσιος ο Μικρός είχαν ήδη μια απόκλιση 4-5 ημερών, αν και ο κύκλος που υιοθέτησε η μία και αδιαίρετη Εκκλησία ήταν ουσιαστικά ένας συμβι­βασμός ανάμεσα σε υπολογισμούς Ρώμης και Αλεξάνδρειας. Ο Διονύσιος ήταν επίσης ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα αρίθμησης των ετών με βάση τη Γέννηση του Χριστού, ταυτίζοντας το 754 AUC (Ab Urbe Condita – Από Κτίσεως Ρώμης) με το έτος 1 (η έννοια του μηδενός δεν έφθασε στην Ευρώ­πη παρά τον 11ο αιώνα από τους Μαυριτανούς της Ισπανίας).

Στην Ανατολή το ζήτημα δεν διακανονίστηκε παρά μέχρι τον 6ο αιώνα, αφού ακόμη υπήρχαν τεταρτοκαιδεκίτες στη Συρία. Παρόμοιας υφής ζήτημα δημιουργήθηκε στη Βρετανία, όταν το 597 ο ιεραπόστολος, Αρχιεπίσκοπος και Άγιος Αυγουστίνος βρήκε τους εκεί Κέλτες να χρησιμοποιούν τον παλιό 84ετή κύκλο που η ίδια η Ρώμη είχε εγκαταλείψει. Αν και δεν ήταν τεταρτοκαιδεκίτες (αφού γιόρταζαν το Πάσχα ημέρα Κυριακή), φαίνεται πως πήραν το σύστημα αυτό από τους Μικρασιάτες, τηρώντας την παράδοση του Αγίου Ιωάννη. Το ζήτημα, τυπικά, έκλεισε με την ιρλανδική Σύ­νοδο του Mag Lene (631) και τη βρετανική Σύνο­δο του Whitby (664), με απόφαση να υιοθετηθεί ο 532ετής κύκλος που χρησιμοποιούσαν οι Γαλάτες και οι Φράγκοι ήδη από τον 5ο αιώνα, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε πλήρως μέχρι το 729.

Χαρακτηριστικά, ο θεολόγος Βέδας ο Αιδέσιμος (Historia ecclesiastica gentis Anglorum, 731) αναφέρει ότι συχνά στη Νορθάμπρια ενώ ο κελτοχριστιανός Βα­σιλιάς Oswiu (642-670) αρταινόταν για το Πάσχα, η ρωμαιοχριστιανή Βασίλισσα Eanfled νήστευε ακόμη για την Κυριακή των Βαΐων. Δεν ήταν παρά στα χρόνια του Καρλομάγνου (771-814) όταν όλοι πλέον υιοθέτησαν τους πασχάλιους πίνακες.

 

Βέδας ο Αιδέσιμος (Baeda ή Bede Venerabilis, Γουιρμάουθ, Σάντερλαντ 672; – Τζάροου 735 μ.Χ.). Άγγλος λόγιος και θεολόγος, άγιος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογίους του Μεσαίωνα και θεμελιωτής του αγγλοσαξονικού χριστιανικού πολιτισμού. Έργο του James Doyle Penrose (1902), με τίτλο «Ο Σεβάσμιος Βέδας μεταφράζοντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη στο κρεβάτι του». Royal Academy Summer Exhibition.

 

Από τον 9ο μέχρι και το 15ο αιώνα, ανεξαρτή­τως δογματικών ή πολιτικών διαφορών, το Πάσχα εορταζόταν από τους Χριστιανούς την ίδια ημέρα. Εντούτοις, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού το ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του Πάσχα – ήταν εξ αρχής ανακριβές: επηρεασμένος από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο, ο Ιούλιος Καίσαρας θέσπισε το ηλιακό ιουλιανό ημερολόγιο το 45 π.Χ., με τη βοήθεια του Αλεξανδρινού αστρο­νόμου Σωσιγένη, για να αντιμετωπιστεί η ημερο­λογιακή αταξία που επικρατούσε με το 355 ημερών σεληνιακό ημερολόγιο του Νουμά [6]. Για να ξεκινήσει σωστά, προστέθηκαν 90 ημέρες στο έτος 708 AUC (46 π.Χ.), το οποίο – με διάρκεια 445 ημερών έμεινε γνωστό ως annus confusionis (έτος σύγ­χυσης). Ο Ιούλιος Καίσαρας, ως pontifex maximus (αρχιερέας), κατακρίθηκε έντονα γι’ αυτή του την ενέργεια: χαρακτηριστικά, ο Κικέρωνας έλεγε πως ο παλιός του πολιτικός αντίπαλος δεν ήταν ικανοποιημένος που κυβερνούσε τον κόσμο, αλλά ήθελε να κυβερνήσει και τα άστρα.

Υπολογίστηκε πως το έτος είχε διάρκεια 365,25 ημερών και επί των ημερών του Αύγουστου Καίσαρα (8 π.Χ.) διαμορφώθηκε σε 365 ημέρες για τρία χρόνια και μια εμβόλιμη μέρα τον τέταρτο χρόνο, η δις έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου (bis sextus, αφού τη μετρούσαν δύο φορές) [7]. Ωστόσο, υπήρχε μια διαφορά περίπου 0,0078 ημερών (11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα), η οποία σε βάθος χρόνου έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε σχέση με την εαρινή ισημερία: την εποχή του Χριστού συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 στις 20/21 Μαρτίου, το 730 στις 18/19 Μαρτίου, το 1250 στις 13/14 Μαρτί­ου και το 1582 στις 10/11 Μαρτίου, προσκρούοντας έτσι στον πρώτο όρο της Συνόδου.

Ο πρώτος [8] που υπολόγισε το σφάλμα ήταν ο Βρετανός Φραγκισκανός μοναχός Ρογήρος Βάκων το 1267 (Opus Maius), αλλά ο αιφνίδιος θάνατος του Πάπα Κλήμη Δ’ τον επόμενο χρόνο πάγωσε την όποια πρωτοβουλία. Στο Βυζάντιο, η πρώτη νύξη για μεταρρύθμιση έγινε το 1324 από τον αστρο­λόγο Νικηφόρο Γρηγορά προς τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο· όπως και οι μετέπειτα προτάσεις του μοναχού Ισαάκ Αργυρού και του κανονολόγου Ματθαίου Βλάσταρη (1371), καθώς και του φιλόσοφου Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού (1450), προσέκρουσε σε άγονο έδαφος από το φόβο σχίσματος. Στη Ρώμη, την Αβινιόν και το Παρίσι, ωστόσο, επικρατούσε θετική αντιμετώπιση, όπως δείχνουν και οι μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν σύνοδοι και διάφοροι Πάπες και Γάλλοι Βασιλείς.

 

Άγαλμα του Βρετανού Φραγκισκανού μοναχού Ρότζερ Μπέικον (1220-1292) γνωστού στην Ελλάδα με το όνομα Ρογήρος Βάκων, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Φωτογραφία του Michael Reeve.

 

Χριστόφορος Κλάβιος (1538-1612). Ιησουίτης Γερμανός μαθηματικός και αστρονόμος, που τροποποίησε την πρόταση για το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο μετά τον θάνατο του βασικού δημιουργού του, του Α. Λίλιο.

Μετά την εκλογή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’ το 1572, ο οποίος είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα, ο Καλαβρός αστρονόμος Αλοΐσιος Λίλιο και ο Βαυαρός Ιησουίτης μαθηματικός Χριστόφο­ρος Κλάβιος υπέβαλαν πρόταση μεταρρύθμισης, η οποία έτυχε επεξεργασίας μεταξύ 1576-1580 από ειδική επιτροπή. Με παπική βούλλα (Inter Gravissimas, 24/02/1582), την Παρασκευή 4η Οκτωβρίου ακολούθησε η 15η Οκτωβρίου. Οι αμα­θείς χωρικοί, νομίζοντας πως τους έκλεψαν ημέ­ρες, ζητούσαν αμοιβή για τις «χαμένες» μέρες ερ­γασίας, ενώ άλλοι ζητούσαν τις μέρες τους πίσω. Το έδικτο αυτό μετατόπισε την ισημερία από τις 11 στις 21 Μαρτίου, ενώ για το Πάσχα ο χρυσός μετώνειος αριθμός αντικαταστάθηκε από την επακτή με σφάλμα περίπου μίας ημέρας ανά 20.000 χρόνια.

Η αλλαγή τέθηκε σε ισχύ άμεσα σε Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία [9] και ολόκληρη σχεδόν την Ιταλία (πλην της Τοσκάνης, όπου η αλλαγή υιοθετήθηκε το 1750/1751), και λίγο αργότερα στη Γαλλία [10] και τη Σαβοΐα (1582), τις Νότιες Κάτω Χώρες (Βέλγιο και Λουξεμβούργο) (1582/1583), την Αυστρία και τα καθολικά καντόνια της Ελβετίας (1583), τα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας (1583-1585), τη Βοημία, τη Μοράβια και τη Σιλεσία (1584), την Ουγγαρία (1587) και την Τρανσυλβανία (1590).

Ωστόσο, το νέο αυτό ημερολόγιο αρχικά δεν υιοθέτησαν ούτε οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε οι Ορθόδοξοι, κυρίως λόγω αμφισβήτησης και μίσους προς τον Πάπα, αλλά και διότι το εβραϊκό Πάσχα εορταζόταν πλέον στις 15 Νισάν (30 Μαρτίου με 27 Απριλίου – παλαιότερα μεταξύ 3 Απριλίου και 1 Μαΐου), με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το πνεύμα του δεύτερου όρου της Α’ Οικουμενικής Συνόδου [11].

Σταδιακά, μέχρι το 18ο αιώνα, υιοθε­τήθηκε και από τους Προτεστάντες [π.χ. Πρωσσία (1610), Αλσατία (1648), Στρασβούργο (1682), προτεσταντικά κρατίδια Γερμανίας και Δανία/ Νορβηγία/Ισλανδία (1700), προτεσταντική Ελβε­τία και Ολλανδία (1700/1701), Ηνωμένο Βασίλειο (1752), Σουηδία/Φινλανδία (1753)11 [12], Λωρραίνη (1760), Γκριζόν (1811) κτλ], για οικονομικούς και διπλωματικούς λόγους [13]. Ωστόσο, οι γρηγοριανοί πασχάλιοι πίνακες δεν υιοθετήθηκαν παρά μετα­ξύ 1753-1845.

Στις ορθόδοξες χώρες, όμως, ο περίπλοκος υπολογισμός του Πάσχα δεν επέτρεπε την υιοθέτηση του γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο ωστόσο έγινε αποδεκτό ως πολιτικό, μεταξύ 1916-1923 [14]. Το Μάιο του 1923 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ συγκάλεσε Πανορθόδοξο Συνέδριο [15], όπου αποφασίστηκε η αλλαγή του ημερολογίου, με μέρα εφαρμογής την 1/14 Οκτωβρίου 1923. Εντούτοις, μόνο οι Εκκλησίες της Ελλάδας και της Ρουμανίας υλοποίησαν την απόφαση, αφού η Εκκλησία της Κύπρου θεώρησε το θέμα ανώριμο, οι Εκκλησίες Ρωσσίας και Σερβίας αποφάσισαν παραμονή στο ιουλιανό, τα Πατριαρχεία Αλεξάν­δρειας και Αντιόχειας δεν δέχθηκαν την απόφαση, ενώ το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων θεώρησε ότι η αλλαγή του ημερολογίου επέφερε και αλλαγή του πασχαλίου.

Την οριστική λύση έδωσε ένα χρόνο μετά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’, με πρόταση αποδοχής του γρηγοριανού ημερο­λογίου και υπολογισμό του Πάσχα βάσει του ιουλιανού και ημέρα αλλαγής τις 10/23 Μαρ­τίου 1924. Έτσι, οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες [16] – με εξαίρεση τα Πατριαρχεία Ιε­ροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας και Γεωργίας, τις Εκκλησίες Πολωνίας και Ουκρανίας, την Αρ­χιεπισκοπή του Σινά και το Άγιο Όρος – έχουν υιοθετήσει το αναθεωρημένο ιουλιανό ημερο­λόγιο (διάρκειας 365,2422222222… ημερών) [17], το οποίο – μέχρι και το 2799 – τους επιτρέπει να συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τις Δυτικές Εκκλησίες, αλλά το Πάσχα με τις λοιπές Ορθόδοξες, για να αποφευχθεί το σχίσμα λόγω παράβασης των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς (1879 – 1958). Σέρβος μαθηματικός, αστρονόμος, κλιματολόγος, γεωφυσικός. Ο Μιλάνκοβιτς ασχολήθηκε με το ημερολογιακό ζήτημα και δημιούργησε ένα νέο ημερολόγιο για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, το «Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο», που είναι σχεδόν ταυτόσημο με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, αλλά ακριβέστερο…

Εκτός από τις πιο πάνω Εκκλησίες, το ημερολόγιο του Σέρβου αστρονόμου Milutin Milankovic (Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς) δεν υιοθέτησαν και οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες, που αυτοαποκαλούνται Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΓΟΧ). Οι ΓΟΧ πρεσβεύουν ότι η αλλαγή του ημερολογίου είναι παράτυπη, παραβιάζει τις Συνόδους, καταπατά τις «πατρώες παραδόσεις», αναστατώνει την αρμονία και την ισορροπία του λειτουργικού έτους[18], συνιστά αναγνώριση του Πάπα, υπο­κινείται από τη Μασωνία και τις σκοτεινές δυ­νάμεις, θεωρούν δε πως το ιουλιανό ημερολόγιο είναι δοσμένο από το Θεό (!), αδιαφορώντας για το ότι θεσπίστηκε από έναν ειδωλολάτρη Ρωμαίο Αυτοκράτορα.

Ωστόσο, η όποια ημερομηνιακή διαφορά ανάμεσα στο Ορθόδοξο και το Δυτικό Πά­σχα οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο υπο­λογισμού του και όχι σε δογματικά αίτια. Οι Δυτικοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ουνίτες, Αγγλικα­νοί, Προτεστάντες) τηρούν τον πρώτο όρο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, όχι όμως και το δεύ­τερο (στην ουσία δεν αθετούν το γράμμα, αλλά το πνεύμα του όρου), αφού πολλές φορές εορτά­ζουν το Πάσχα πριν ή μαζί με το Φάσκα, ενώ οι Ορθόδοξοι (βυζαντινού, σλαβικού και καυκάσιου ρυθμού) τηρούν απαρεγκλίτως το δεύτερο όρο της Συνόδου, συχνά αθετώντας τον πρώτο, λόγω κυρίως του σφάλματος 5 ημερών από τη χρήση του μετωνικού κύκλου. Μαζί με τους Ελληνορ­θόδοξους εορτάζουν οι Κύπριοι Μαρωνίτες και Λατίνοι και οι Έλληνες Αρμένιοι και Καθολικοί, ενώ μαζί με τους Διαμαρτυρόμενους οι Φινλανδοί και Εσθονοί Ορθόδοξοι.

Όσον αφορά τις Παλαιές Ανατολικές Εκκλησί­ες (Προχαλκηδόνιοι), οι Αιθίοπες, οι Ερυθραίοι και οι Κόπτες υπολογίζουν το Πάσχα με βάση το ιουλι­ανό ημερολόγιο, ενώ οι Αρμένιοι (πλην του Αρμε­νικού Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ), οι Ιακωβίτες (Σύροι) και η Ινδική Εκκλησία στο Μαλαμπάρ της Ινδίας με βάση το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1923, 1953 και 1956, αντίστοιχα. Οι Ασσύριοι (Χαλδαίοι), γνωστοί και ως Νεστοριανοί, χρησιμοποιούν το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1964.

Ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι ένα σύνθετο μαθηματικό θέμα, αν και ουσιαστικά απαιτεί τις 4 πράξεις της αριθμητικής (αλγόριθμος Γκάους [19]). Εάν η εαρινή πανσέληνος συμβεί μεταξύ 21-30 Μαρτίου δεν θεωρείται πασχαλινή από τους Ορθόδοξους, οι οποίοι περιμένουν την επόμενη πανσέληνο, με αποτέλεσμα να εορτάζουν το Πάσχα 4 μέχρι και 6 εβδομάδες μετά τους Δυτικούς. Εάν η πανσέληνος συμβεί από τις 30 Μαρτίου και μετά, θεωρείται πασχαλινή από όλους, κι έτσι το Δυτικό Πάσχα συμπίπτει ή εορτάζεται μια εβδομάδα πριν (αφού ιουλιανή 22 Μαρτίου = γρηγοριανή 4 Απριλίου).

Για να έχουμε Κοινό Πάσχα, θα πρέπει η γρηγοριανή και ιουλιανή πανσέληνος να συμβούν από την Κυριακή μέχρι και την Τρίτη της ίδιας εβδομάδας, κάτι που θα λάβει χώρα για τελευταία φορά τον Απρίλη του 2698. Οι ημερομηνίες του Δυτικού Πάσχα κυμαίνονται μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ οι αντίστοιχες Ορθόδοξες είναι 4 Απριλίου με 8 Μαΐου [20]. Πιο κάτω, δίνεται πίνακας για τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη:

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

2008 23 Μαρτίου 27 Απριλίου 2013 31 Μαρτίου 5 Μαΐου 2018 1η Απριλίου 8 Απριλίου
2009 12 Απριλίου 19 Απριλίου 2014 20 Απριλίου 2019 21 Απριλίου 28 Απριλίου
2010 4 Απριλίου 2015 5 Απριλίου 12 Απριλίου 2020 12 Απριλίου 19 Απριλίου
2011 24 Απριλίου 2016 27 Μαρτίου 1η Μαΐου 2021 4 Απριλίου 2 Μαΐου
2012 8 Απριλίου 15 Απριλίου 2017 16 Απριλίου 2022 17 Απριλίου 24 Απριλίου

Η σημασία του Πάσχα για την Εκκλησία δεν είναι μόνο συμβολική (αφού μας υπενθυμίζει το Θείο Πάθος, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), αλλά και ουσιαστική, καθώς με βάση το Πάσχα καθορίζεται το σύνολο των κινη­τών εορτών, ως εξής:

 

Α) Τριώδιο:

  • Κυριακές [του Τελώνη και του Φαρισαίου (10 Κυριακές πριν το Πάσχα), του Ασώτου Υιού (-9), της Απόκρεω (-8) και της Τυροφάγου (-7)].
  • Άλλες ημέρες [Τσικνοπέμπτη (Πέμπτη πριν την Κυριακή της Απόκρεω) και Ψυχο­σάββατο Α’ (Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω)].

Β) Μεγάλη, Σαρακοστή

  1. Κυριακές [της Ορθοδοξίας (-6), του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (-5), της Σταυροπρο­σκύνησης (-4), του Αγίου Ιωάννου της Κλίμα- κος (-3), της Οσιας Μαρίας της Αιγυπτίας (-2) και των Βαΐων (-1)].
  2. Άλλες ημέρες [Καθαρή Δευτέρα (μετά την Κυριακή της Τυρινής), του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας), του Μεγάλου Κανόνος (Πέμπτη μετά την Κυριακή του Ιωάννου της Κλίμακος), του Ακάθιστου Ύμνου (Σάββατο πριν την Κυ­ριακή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας) και Σάββατο του Λαζάρου (πριν την Κυριακή των Βαΐων ή της Ελιάς)].

Γ) Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα: η εβδομάδα που προηγείται του Πάσχα.

Δ) Εβδομάδα της Διακαινησίμου: η εβδομάδα που έπεται του Πάσχα.

Ε) Πεντηκοστάριο:

  1. Κυριακές [του Θωμά (1 Κυριακή μετά το Πάσχα), των Μυροφόρων (+2), του Παράλυτου (+3), της Σαμαρείτιδας (+4), του Τυφλού (+5), των Αγίων 318 πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (+6), της Πεντηκοστής (+7) και των Αγίων Πάντων (+8)].
  2. Άλλες ημέρες [της Ζωοδόχου Πηγής (Παρα­σκευή μετά το Πάσχα), της Μεσοπεντηκοστής (Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παράλυτου), της Απόδοσης του Πάσχα (Τετάρτη μετά τηνΚυριακή του Τυφλού), της Αναλήψεως (η επο­μένη της Αποδόσεως), Ψυχοσάββατο Β’ (πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής) και του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού (Δευτέρα μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής)].

Στ) Άλλες εορτές:

Αν το Πάσχα συμβεί ανήμερα ή μετά τις 23 Απρι­λίου, η γιορτή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου εορτάζεται τη Δευτέρα του Πάσχα και του Αποστόλου Μάρκου την Τρίτη του Πάσχα (Λαμπροτρίτη), μαζί με τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη της Μυτιλήνης.

 

Ασπασμός του Πάσχα (1850). Έργο του Tadeusz Gorecki (1825-1868). Μουσείο San Petesburgo, Málaga.

 

Το διορθωμένο ιουλιανό ημερολόγιο δεν εί­ναι τέλειο: έχει σφάλμα 2,81 sec/έτος, ωστόσο εί­ναι ακριβέστερο από το γρηγοριανό [σφάλμα 1 μέρας/3323 χρόνια (26,81 sec/έτος] και πολύ πιο ακριβές από το ιουλιανό [σφάλμα 1 ημέρας/128 χρόνια (674,81 sec/έτος), το οποίο σε βάθος χρόνου μετατοπίζει την ισημερία. Αν οι Ορθόδοξοι εξακο­λουθήσουν να υπολογίζουν το Πάσχα με το παλαιό ημερολόγιο μέχρι το έτος 14.000, τότε η εαρινή πανσέληνος θα συμβεί στις 2 Ιουλίου (!), με καθυ­στέρηση 103 ημερών, το Πάσχα θα εορταστεί την 23 Ιουλίου και ο Μάρτης δεν θα είναι πλέον μέρος της Σαρακοστής.

Τα ημερολόγια είναι ανθρώπινες επινοήσεις και, ως τέτοια, δεν διεκδικούν το αλάθητο, θα ήταν δε παράλογο να υποστηρίζουμε πως ο Θεός και οι Άγιοι ακολουθούν οποιοδήποτε ημερολόγιο!!! Μπορεί τα ουράνια φαινόμενα να μην πειθαρχούν σε κανέναν, ωστόσο οι ουρανοί εορτάζουν και αγάλλονται κάθε ημέρα και ώρα, αφού δεν περιορί­ζονται ούτε και εξαντλούνται από τους δικούς μας εορτασμούς. Όπως είπε και ο Χριστός: «άπόδοτε συν τά Καίσαρος Καίσαρι κα’ι τά τοϋ Θεοϋ τω Θεω» (Ματθαίος 22:21, Μάρκος 12:17, Λουκάς 20:25). Καλή Ανάσταση!

Επιπλέον υλικό: David Ewing Duncan (1998): Καλαντάρι – η ιστορία του ημερολογίου δια μέσου των αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος και Ιωάννης Φάκας (2014): Πάσχα των Ορθοδόξων, Πάσχα των Ρωμαιοκαθολικών και Πάσχα των Ιου­δαίων – υπολογισμός με βάση την αστρονομία και μια εισήγηση για διόρθωση. Λευκωσία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η ασάφεια αναφορικά με το ακριβές έτος του Θείου Πάθους προέκυψε επειδή οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ενδιαφέ­ρονταν για τη σωστή χρονολόγηση των γεγονότων, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Απόστολοι και οι αρχικοί οπαδοί του Χριστού πίστευαν ακράδαντα στη σύντομη επιστροφή του Μεσσία, με αποτέλεσμα γι’ αυτούς ο χρόνος να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

[2] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Άγιος Ειρηναίος μεσολάβησε στην άρση του σχετικού αφορισμού, θυμίζοντας στον Πάπα Βίκτωρα την ανοχή του προκατόχου του, Ανίκητου.

[3] Αυτό πρέπει να οφείλεται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και τη Διασπορά των Εβραίων, οι οποίοι πλέον χρησιμοποιούσαν τα κατά τόπους ειδωλολατρικά ημερολόγια για να καθορίσουν το Πάσχα τους, κάτι που φαίνεται και από τους πασχάλιους πίνακες που συντάχθηκαν στη Σύνοδο της Σαρδικής (343).

[4] Στη Νίκαια θεσπίστηκε και ο Ζ’ Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος απαγορεύει την τέλεση του Πάσχα «προ της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων» για να καταπολεμήσει τους Πρωτοπασχίτες, που γιόρταζαν το Πάσχα με τους Εβραίους και βασίζονταν σε αυτούς για τον υπολογισμό του (οι οποίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου). Ωστόσο, μερικοί Πρωτοπασχίτες επέμεναν μέχρι και τα τέλη του 4ου αιώνα, όπως βλέπουμε από κηρύγ­ματα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

[5] Τροπικό έτος είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές διαβάσεις του Ήλιου από το ίδιο σημείο αναφοράς και της συμπλήρωσης του κύκλου των εποχών [365,24218966978 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45,19 δευτερόλεπτα), με μείωση περίπου 0,531670176 δευτερόλεπτα ανά αιώνα], ενώ συνοδικός μήνας είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φάσεις της Σελήνης [29,5305888531 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (29 ημέρες, 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,88 δευτερόλεπτα), με αύξηση περίπου 18,680544 χιλιοστοδευτερόλεπτα ανά αιώνα].

[6] Αρχικά η Ρώμη χρησιμοποιούσε το σεληνιακό ημερολόγιο του Ρωμύλου, διάρκειας 10 μηνών ή 304 ημερών. Γύρω στο 713 π.Χ. και για να προσεγγίσει το ηλιακό έτος, ο Ρωμαίος Βασιλιάς, Νουμάς Πομπίλιος, πρόσθεσε ακόμη δύο μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος).

[7] Ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς και κατά τη διάρκειά του οι Ρωμαίοι έπρεπε να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια και την εξιλέωση (Februare). Από φόβο προς τους χθόνιους θε­ούς και για αποφυγή της ασέβειας στη μνήμη των νεκρών, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη ημέρα και έτσι την μετρού­σαν διπλά, στις 24 Φεβρουαρίου.

[8] Προηγουμένως και άλλοι είχαν υποψιαστεί ή/και υπολογίσει ότι υπήρχε σφάλμα, όπως οι Κλαύδιος Πτολεμαίος, Αιδέσιμος Βέδας, Νότκερ ο Τραυλός, Χέρμαν ο Χωλός, Ρενιέ του Παντερμπόρν, Κόνραντ του Στρασβούργου, Ρόμπερτ Γκρόστεστ και Ιωάννης ντε Σακρομπόσκο, κανένας εκ των οποίων όμως δεν εισακούστηκε έγκαιρα, λόγω και του σκοταδισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη.

 [9] Μεταξύ 1721-1915 στα ρωσσοκρατούμενα τμήματα των Βαλτικών χωρών βρισκόταν σε χρήση το ιουλιανό ημερολό­γιο. Η Λεττονία και η Λιθουανία το υιοθέτησαν το 1915 (κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής), ενώ η Εσθονία το 1918.

[10] Με την αλλαγή του ημερολογίου στη Γαλλία, εδραιώθηκε και η αλλαγή που είχε επιβάλει το 1564 ο Κάρολος Θ’ η πρωτοχρονιά να εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου αντί της 1ης Απριλίου. Έκτοτε, οι αστοί κορόιδευαν τους αντιδρα­στικούς που γιόρταζαν με τον παλιό τρόπο, στέλλοντάς τους δώρα και προσκλήσεις για ανύπαρκτες γιορτές, τον πρόδρομο των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων.

[11] Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός συγκάλεσε τρία Πανορθόδοξα Συνέ­δρια (1583, 1587 και 1593), όπου με σιγίλλια και εγκυκλίους το «νέον καλενδάριον» αναθεματίστηκε και καταδικά­στηκε ως αντικανονικό. Το γρηγοριανό ημερολόγιο αναθεματίστηκε εκ νέου από πατριαρχικό σιγίλλιο (1756) και με εγκύκλιο (1848).

[12] Η εφαρμογή του νέου ημερολογίου στη Σουηδία (και τη Φινλανδία, που μέχρι το 1809 αποτελούσε τμήμα της Σουη­δίας και μετά της Ρωσίας) υπήρξε επεισοδιακή: μεταξύ 1700-1712 ήταν μία μέρα μπροστά από το ιουλιανό ημερολό­γιο, το 1712 επανήλθε στο ιουλιανό (με ένα Φεβρουάριο 30 ημερών), ενώ μεταξύ 1740-1844 το Πάσχα υπολογιζόταν αστρονομικά.

[13] Για τους ίδιους λόγους υιοθετήθηκε και από μη χριστιανικές χώρες (Ιαπωνία: 1873, Αίγυπτος: 1875, Θαϋλάνδη:1889, Κορέα:1895, Αλβανία και Κίνα:1912, Οθωμανική Αυτοκρατορία:1917, Περσία:1925, Σοβιετική Ένωση:1922, Τουρκία:1927 κτλ). Το γρηγοριανό ημερολόγιο εφαρμόστηκε ταυτόχρονα και στις υπερπόντιες ευρωπαϊκές κτήσεις και αποικίες.

[14]Το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία το υιοθέτησαν το 1916, η Ρωσία το 1918 [γι’ αυτό και η επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης εορτάζεται στις 7/11], η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία το 1919, ενώ η Ελλάδα μόλις το 1923 (οπότε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάστηκαν ξεχωριστά, επισπεύδοντας τη μετέπειτα υιοθέτηση του κοσμικού ημερολογίου).

[15] Στο Συνέδριο αρνήθηκαν να συμμετάσχουν τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, δεν προ­σκλήθηκε η Εκκλησία της Βουλγαρίας (λόγω σχίσματος με την Κωνσταντινούπολη) και δεν συμμετείχε το Πατριαρ­χείο Μόσχας (λόγω σοβιετικών αναταραχών). Του Συνεδρίου είχαν προηγηθεί εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρ­χη Ιωακείμ Γ’ (12/06/1902 και 12/05/1904) προς τις λοιπές Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ζητώντας την άποψή τους αναφορικά με πιθανή τροποποίηση του ιουλιανού ημερολογίου.

[16] Τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας το υιοθέτησαν το 1928, ενώ το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας το 1968.

17 Η διάρκεια του είναι 365 218/900 ημέρες (αντίθετα με το γρηγοριανό που έχει διάρκεια 365 97/400 ή 365,2425 ημέ­ρες)· όσον αφορά τα επαιώνια έτη, μόνο αυτά που διαιρούνται με το 900 και αφήνουν υπόλοιπο 2xx ή 6xx θεωρού­νται δίσεκτα. Μια αξιοσημείωτη διαφορά των δύο ημερολογίων είναι ότι στο γρηγοριανό όλα τα επαιώνια έτη που δι­αιρούνται με το 400 θεωρούνται δίσεκτα: έτσι, το έτος 2800 θεωρείται δίσεκτο μόνο από το γρηγοριανό ημερολόγιο. Στο ιουλιανό όλα τα έτη που διαιρούνται με το 4 είναι δίσεκτα.

[18] Στην πολεμική τους κατά του νέου ημερολογίου προβάλλουν και τις εξής κριτικές: α) η εορτή της α’ και β’ εύρεσης της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου) μπορεί να πέσει κατά την περίοδο της νηστείας, β) η εορτή των εν Σεβαστεία Αγίων Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) πέφτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, γ) η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25 Μαρτίου) πέφτει πάντοτε πριν το Πάσχα, ενώ στο ιουλιανό ημερολόγιο υπάρχει περίπτωση να πέφτει την ημέρα του Πάσχα (οπότε και ονομάζεται Κύριον Πάσχα) και δ) η νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων επιδεικνύει τη μεγαλύτερη αδυναμία του νέου ημερολογίου σε συνδυασμό με το ιουλιανό πασχάλιο: ξεκινά τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει στις 29 Ιουνίου, καθώς το νέο ημερολόγιο είναι 13 ημέρες μπροστά από το παλαιό, η νηστεία αυτή είναι 13 ημέρες μικρότερη και, αναλόγως της ημερομηνίας του Πάσχα, μπορεί να ξεκινήσει στις 31 Μαΐου ή, κάποιες χρονιές, να μην τελεστεί καθόλου.

[19] Ο αλγόριθμος αυτός εφευρέθηκε από το μεγάλο Γερμανό μαθηματικό Carl Friedrich, Gauss το 1800 και τελειοποιήθηκε το 1816 και ισχύει και για τα δύο ημερολόγια. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι αλγόριθμοι για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα

[20] Στο γρηγοριανό ημερολόγιο η συχνότερη ημερομηνία του Πάσχα είναι η 19η Απριλίου (3,87%), ενώ η σπανιότερη η 22η Μαρτίου (0,48%), με βάση τον επαναλαμβανόμενο κύκλο των 5.700.000 ετών (ο κύκλος του Μέτωνα επαναλαμ­βάνεται κάθε 532 χρόνια). Με βάση πίνακες του Πάσχα (1583-3000), υπάρχει 19,12% πιθανότητα Κοινού Πάσχα, 49,26% το Ορθόδοξο Πάσχα να ακολουθεί το Δυτικό κατά μία εβδομάδα, 0,14% δύο εβδομάδες, 1,91% τέσσερις εβδομάδες.

 

Αλέξανδρος – Μιχαήλ Χατζηλύρας

Ερευνητής, Μελετητής, Συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρος) το 2015.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Τα σήμαντρα και οι καμπάνες


 

Κάθε χριστιανική εκκλησία έχει το καμπαναριό και την καμπάνα της. Απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Ναός χωρίς καμπάνα είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ακόμα και κάποια απομακρυσμένα εξωκλήσια έρημα και εγκαταλελειμμένα στις κορυφές των βουνών έχουν μια μικρή καμπάνα, που χτυπάει πότε – πότε, ακόμα και από τον αέρα. Η εισαγωγή της καμπάνας στη χριστιανική ζωή και λατρεία δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Αργολίδας. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Οι Χριστιανοί στα πρώτα χρόνια της νέας θρησκείας δεν είχαν ναούς και βωμούς.  Η διάδοση και η δράση του Χριστιανισμού γινόταν με μυστικούς τρόπους και πολλές φορές οδηγούσε σε διωγμούς τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Ρωμαίους ως τις αρχές του 4ου αιώνα, που ο χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι πρώτοι χριστιανοί στους  χρόνους των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία τους από τους ονομαζόμενους «θεοδρόμους» ή «λαοσυνάκτες», οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καμιά φορά και με κίνδυνο της ζωής τους, και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας τους. Άλλες φορές ο ίδιος ο ιερουργός στο τέλος μιας σύναξης ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή τους.

 

Τα σήμαντρα

 

Μετά τους διωγμούς, άγνωστο πότε ακριβώς, μπήκαν σε χρήση σε ναούς και μοναστήρια τα σήμαντρα. Από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα πολλοί χριστιανοί, διωγμένοι από τους εχθρούς του χριστιανισμού, έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν και έστηναν καλύβες στην έρημο, μακριά από τον κόσμο, και ζούσαν αυστηρή ζωή αφιερωμένη στο Θεό μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί. Ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρέψουν το Θεό από κοινού με κάτι ξύλα, που τα χτυπούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. θέσπισε την ανεξιθρησκία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σταμάτησαν οι διωγμοί των χριστιανών. Με  το τέλος των διωγμών οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ειδοποιούνται με επισημότητα. Ο πρώτος τρόπος  ειδοποίησης ήταν τα σήμαντρα, που είχαν καθιερώσει οι πρώτοι μοναχοί.

Μοναχός με φορητό ξύλινο σήμαντρο.

Τα σήμαντρα είναι ιδιόφωνα μουσικά όργανα, που ανήκουν στην κατηγορία των κρουστών,  που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές και διαδόθηκαν σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Τα πρώτα που παρουσιάσθηκαν στα μοναστήρια ήταν ξύλινα ή σιδερένια και ονομάζονταν «αγιοσίδερα». Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου με τις ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. Το ξύλινο σήμαντρο ονομάζεται και τάλαντο. Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο είναι μια ελαφριά μακρόστενη καλά πλανισμένη σανίδα με μήκος περί τα 2- 3μ., πλάτος περί τα 10 εκ., και πάχος 5 εκ., που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρεις οπές συμβολίζουν τον τριαδικό θεό, ενώ οι πέντε οπές σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Το μικρό ξύλινο χειροσήμαντρο ήταν φορητό. Το κρατούσαν οι περιφερόμενοι μοναχοί στο ένα χέρι και το χτυπούσαν ρυθμικά με ξύλινο σφυρί, τον κόπανο, με το άλλο χέρι. Συνήθως τα κατασκεύαζαν από ξύλο φλαμουριάς, καρυδιάς και κυρίως από σφεντάμι ή οξιά, γιατί τα ξύλα αυτά δίνουν καλύτερο ήχο. Σύμφωνα με την παράδοση το «τάλαντο» το χρησιμοποίησε πρώτος ο Νώε, για να μαζέψει τα ζώα και τα πτηνά στην Κιβωτό λίγο πριν από τον κατακλυσμό. Έτσι σήμερα η κρούση του συμβολίζει το κάλεσμα των πιστών στην «κιβωτό της σωτηρίας», που είναι η Εκκλησία, για να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Το μεγασήμαντρο είναι μεγαλύτερο σήμαντρο που φτάνει σε μήκος και τα τέσσερα μέτρα και ονομάζεται «κόπανος». Είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρεις ή πέντε οπές, που συμβολίζουν αντίστοιχα τον τριαδικό θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Το χτυπούσαν με αυξομειούμενη δύναμη με έναν κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ώστε να παράγει διαφορετικούς ήχους με κάποιο είδος ρυθμού. Ο ήχος συμβολίζει την παρουσία του θεού στη γη και το κήρυγμα της παραβολής του τάλαντου, που έδωσε ο θεός και πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος. Το μεγασήμαντρο και το τάλαντο με την πάροδο των χρόνων αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις μονές του Αγίου Όρους. Χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη σύναξη των μοναχών, αλλά και για να προμηνύσουν τη χαρά ή τη λύπη μέσα στο κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης της ιερής πολιτείας.

 

Μεγασήμαντρο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μεγασήμαντρο ή κόπανος εδώ και αιώνες κρούεται ρυθμικά για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. Ο ήχος του συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.

 

Το αγιοσίδερο είναι  ένα τεμάχιο από σίδερο και σπανιότερα από ορείχαλκο, συνήθως σε αρκετά μικρότερο μέγεθος από το ξύλινο, που το χτυπούσαν ρυθμικά με μια σφύρα ή κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό. Με τον ήχο του, που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της καμπάνας, συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του αγγέλου, που θα ακουστεί στη δευτέρα παρουσία και τη φωνή του θεού, που θα αποδώσει τη δίκαιη κρίση σε κάθε άνθρωπο. Το μεγασήμαντρο και το αγιοσίδερο τα κρεμούσαν οριζόντια με δυο σχοινιά ή αλυσίδες από κάποιο δένδρο ή δίπλα στην είσοδο του ναού και τα χτυπούσαν σε διάφορα σημεία, για να παράγουν αρμονικούς ήχους. Στα μοναστήρια συνήθως το ξύλινο σήμαντρο χτυπά για την ακολουθία του όρθρου και το μεταλλικό για την ακολουθία της θείας λειτουργίας.

 

Μεγάλο ξύλινο σήμαντρο

 

Τα σήμαντρα παραμένουν και σήμερα σε χρήση μαζί με τις καμπάνες και χτυπούν σε ορισμένο χρόνο, όπως ορίζει η τάξη κάθε μοναστηριού. Η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους καθορίζονται από το χτύπημα αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας. Εδώ και αιώνες χτυπούν ρυθμικά με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί σε πολλά μοναστήρια και χρησιμοποιούνται για να αφυπνίσουν τους μοναχούς ή να τους συνάξουν για την τέλεση των ιερών καθηκόντων τους. Η εικόνα ενός μοναχού, που χτυπάει το σήμαντρο και καλεί τους πιστούς στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά καθήκοντα, εκφράζει έναν από τους πιο απλούς και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Για πολλούς τα σήμαντρα αποτέλεσαν τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση τους περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.

Καμπάνες στην ορθόδοξη ανατολή δεν υπήρχαν, είναι όμως γνωστές από την αρχαιότητα. Οι πρώτες αναφορές στη χρήση της καμπάνας έρχονται από την Κίνα, όπου ήταν γνωστή πολύ πριν από το 1.000 π.Χ. Υπάρχουν στοιχεία για χρήση καμπανών στην αρχαία Βαβυλωνία και Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και συνεχίσουν να παίζουν στον ινδικό πολιτισμό.

 

Ασιατική καμπάνα.

 

Οι Εβραίοι στα ενδύματα των αρχιερέων τους είχαν χρυσά κουδουνάκια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός  δίνει εντολή στο Μωυσή να κατασκευάσει στολή με καμπανάκια για τον αρχιερέα Ααρών, για να ιερουργήσει στη σκηνή του Μαρτυρίου:  «Με την ίδια μορφή θα κατασκευάσεις χρυσά ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς και ανάμεσά τους κωδωνίσκους χρυσούς κυκλικά στον υποδύτη. Σε κάθε χρυσό ομοίωμα καρπού και άνθους ροδιάς στο κάτω τμήμα και ολόγυρα στον υποδύτη θα αντιστοιχεί και ένας χρυσούς κώδων. Και θα ακούγεται ο ήχος των κωδώνων, όταν ο Ααρών εισέρχεται, για να λειτουργήσει στον άγιο χώρο ενώπιον του Κυρίου, και όταν εξέρχεται».  [τὸ αὐτὸ εἶδος ροΐσκους χρυσοῦς καὶ κώδωνας ἀναμέσον τούτων περικύκλῳ· παρὰ ροΐσκον χρυσοῦν κώδωνα καὶ ἄνθινον ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ. καὶ ἔσται Ἀαρὼν ἐν τῷ λειτουργεῖν ἀκουστὴ ἡ φωνὴ αὐτοῦ, εἰσιόντι εἰς τὸ ἅγιον ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιόντι.] [Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» κεφ. 28]. Στους λαούς της Μεσογείου από την αρχαία εποχή αναφέρεται η χρήση τεμαχίων μετάλλου, δηλαδή τα γνωστά σήμαντρα, τα οποία χτυπούσαν με μεταλλική ή ξύλινη ράβδο στις διάφορες τελετές και συναθροίσεις με σκοπό τη συγκέντρωση του λαού.

 

Οι καμπάνες στη Δύση

 

Η λέξη «καμπάνα» προέρχεται από την Καμπανία, περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας, όπου υπήρχε παραγωγή ονομαστού χαλκού από τον οποίο κατασκευάσθηκαν οι πρώτες καμπάνες. Είναι κρουστό ηχητικό όργανο με σχήμα αναποδογυρισμένου κυπέλλου φτιαγμένο συνήθως από μπρούτζο. Ένα κοίλο ακουστικό αντηχείο που κατατάσσεται στα ιδιόφωνα μουσικά όργανα. Ο ήχος του προέρχεται από το χτύπημα της εξωτερικής ή της εσωτερικής επιφάνειάς του. Το αντικείμενο που χρησιμεύει για το  χτύπημα μπορεί να είναι το γλωσσίδι, που κρέμεται μέσα στην καμπάνα, ένα σφαιρίδιο έγκλειστο στο εσωτερικό του σώματος σε μικρές καμπάνες ή μια ξεχωριστή σφύρα ή σφυρί, που χτυπάει την εξωτερική επιφάνεια της καμπάνας.

Οι πιο παλιές καμπάνες ήταν χονδροειδείς κατασκευές από μεταλλικές πλάκες συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι σημερινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο). Η αναλογία των μετάλλων και το πάχος της καμπάνας καθορίζουν τον ήχο της, ο οποίος είναι πάντα σε βυζαντινές νότες. Η άποψη ότι ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους και ότι ειδικά με την προσθήκη αργύρου η καμπάνα αποκτά καλύτερο ήχο, δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ίσως με τον τρόπο αυτό οι χύτες εκμεταλλεύονταν τους πιστούς, οι οποίοι προσέφεραν αργυρά σκεύη και κοσμήματα για την κατασκευή τους. Οι νεότερες καμπάνες κατασκευάζονται με τη μέθοδο της μεταλλοχύτευσης και υπάρχουν διάφορα μεγέθη, από μικρές διακοσμητικές καμπάνες έως καμπάνες με 5 μέτρα ύψος, οι οποίες ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Το μέταλλο πρέπει να ριχτεί στο καλούπι όσο είναι ακόμα ρευστό σε θερμοκρασία 1.200 βαθμών κελσίου. Θα χρειαστεί να μείνει μία ημέρα στο καλούπι, για να στεγνώσει, και στη συνέχεια να τροχιστεί και να γυαλιστεί ώστε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία. Αν στο τέλος δοκιμαστεί και δεν έχει τον σωστό τόνο και τη σωστή νότα, καταστρέφεται και ξαναφτιάχνεται από την αρχή.

Η δημόσια χρήση της καμπάνας χρονολογείται από το μεσαίωνα, ενώ η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της για την πρόσκληση του λαού στη δημόσια λατρεία εμφανίζεται στη δύση τον 5 αιώνα μ. Χ. Συγκεκριμένα το 409 μ.Χ. ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν επίσκοπος Ρώμης στις αρχές του 7ου αιώνα, καθιέρωσε τη χρήση της καμπάνας και εκτός Καμπανίας και οι καμπάνες διαδόθηκαν σε όλες τις εκκλησίες της δύσης. Το 15ο αιώνα κάποιοι μοναχοί της καθολικής εκκλησίας από το τάγμα των Καπουτσίνων εισήγαγαν το λεγόμενο «βάπτισμα των κωδώνων» πριν τις ανεβάσουν στο κωδωνοστάσιο για την αποτροπή κάθε βασκανίας. Από τότε επικράτησε η συνήθεια οι Λατίνοι ιερείς να βαπτίζουν τις καμπάνες με αγιασμένο νερό, έλαιο και άλας, να δίνουν σε καθεμιά όνομα αγίου και να τις στολίζουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

 

Η καμπάνα στην ορθόδοξη εκκλησία

 

Στην ορθόδοξη εκκλησία οι καμπάνες εισάγονται από τη Δύση τον 9ο αιώνα. Το 824 μ.Χ. οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, που αποτελούσε «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και στα μέσα του 9ου μ. Χ. αι. απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός επιτέθηκε κατά των Αράβων, τους νίκησε και κατάφερε να απαλλάξει τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των επιδρομών τους. Όπως αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ ο Πορφυρογέννητος, περιχαρής για την κατατρόπωση των Αράβων στη Δαλματία από τους Ενετούς και τον δούκα της Βενετίας Ούρσο, απένειμε στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ο Ούρσος τότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης χάρισε στον αυτοκράτορα δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες οι βυζαντινοί έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι καμπάνες αυτές κρεμάστηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον νάρθηκα του ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ., πολύ μετά το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας. Αγαπήθηκαν μάλιστα τόσο πολύ από το λαό, ώστε γρήγορα η χρήση τους γενικεύθηκε, εξαπλώθηκαν προοδευτικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην ανατολική εκκλησία και στην ορθόδοξη  Ρωσία και από τον 9ο αιώνα συγκαταλέγονται στα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

Οι καμπάνες αυτές της Αγίας Σοφίας χτυπούσαν για 600 περίπου χρόνια. Όταν όμως το 1453 μ.Χ. η Πόλη έπεσε, σταμάτησαν να χτυπούν και οι καμπάνες. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλιωσε και τις έκανε κανόνια και βόλια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η χρήση της καμπάνας απαγορεύθηκε, διότι κατά τους θεολόγους του Κορανίου η καμπάνα «είναι το μυστικό όργανο του διαβόλου»  και ο ήχος της ταράζει τον ύπνο των νεκρών μουσουλμάνων! Στα φοβερά εκείνα χρόνια οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν πάλι με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν ξανά οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες», και τις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας έτρεχαν με κίνδυνο της ζωής τους να ειδοποιήσουν τους χριστιανούς του σκλαβωμένου γένους των Ελλήνων, για να εκκλησιαστούν και να μάθουν γράμματα. Στους ενοριακούς ναούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας επανήλθε το σήμαντρο, λόγω της ανάγκης των πιστών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται χωρίς κωδωνοκρουσίες.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε με τις καμπάνες στο γνωστό ιστορικό δημοτικό τραγούδι «της Αγιά-Σοφιάς», που αποτελεί  έναν  από τους πιο διαδεδομένους και συγκλονιστικούς θρήνους:

 

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος».

 

Οι Τούρκοι κατακτητές απαγόρευσαν τις καμπάνες σε όλα τα χριστιανικά μέρη κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, εκτός από το Άγιο Όρος, μερικά νησιά και τα Ιωάννινα, όπου ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ παραχώρησε προνόμια στους κατοίκους των 46 χωριών του Ζαγορίου της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων ήταν η αυτοδιοίκηση και η λειτουργία μερικών εκκλησιών. Τα προνόμια αυτά έγιναν σεβαστά και κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Ιωαννίνων από τον Αλή Πασά. Οι εκκλησίες αυτές διατηρούσαν και καμπαναριά και τα χρησιμοποιούσαν ελεύθερα. Η αυτονομία αυτή ήταν που προστάτεψε και διατήρησε τις μοναδικής αρχιτεκτονικής εκκλησίες και τα υπέροχα μοναστήρια της περιόδου εκείνης μέχρι τις μέρες μας.

 

H σημασία των χτυπημάτων

 

Όταν ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, οι καμπάνες επανήλθαν στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών, άρχισαν να χτυπούν ξανά θριαμβευτικά και κυριάρχησαν στις πολυπληθείς πλέον πόλεις ως το δυνατότερο σε εμβέλεια μέσο πρόσκλησης των πιστών στους ιερούς ναούς. Στα χωριά ήταν το κύριο μέσο ειδοποίησης όχι μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και για κάθε σημαντικό γεγονός που απασχολούσε την τοπική κοινότητα.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χρησιμοποιούνται κυρίως για εκκλησιαστικούς λόγους, για να σημάνουν την έναρξη κάποιας τακτικής ιερής ακολουθίας, όπως ο εσπερινός, ο όρθρος, η ιερά αγρυπνία κ.λ.π. Την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν, όταν εορτάζει ο άγιος της ενορίας, όταν ψάλλεται η δοξολογία ή όταν επισκέπτεται την ενορία ο Επίσκοπος, για να χοροστατήσει στη λειτουργία.

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Στη διάρκεια της θείας λειτουργίας έχουμε τρεις κωδωνοκρουσίες. Μία στην αρχή του όρθρου, μία στο μέσον του όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη δοξολογία. Υπάρχουν και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία. Έτσι, όταν γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να γίνει θεία λειτουργία ή τα πρωινά που ψάλλεται ο όρθρος χωρίς θεία λειτουργία, χτυπά μόνο η μία από τις καμπάνες, το λεγόμενο «μονοκάμπανο». Όταν όμως γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει γιορτή και θα γίνει θεία λειτουργία, χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, το λεγόμενο «διπλοκάμπανο», σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει». Ανήμερα του Πάσχα επιτρεπόταν να χτυπήσει όποιος και όποτε θέλει τις καμπάνες λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος. Αυτή την ημέρα τα παιδιά μπορούσαν να δοκιμάσουν να μιμηθούν το χτύπημα της καμπάνας από τους μεγάλους. Το ίδιο επιτρεπόταν και τα Χριστούγεννα, αλλά το κρύο της εποχής συνήθως αποθάρρυνε τους επίδοξους κωδωνοκρούστες. Το χτύπημα της καμπάνας πάντως απαγορεύεται σε ώρες κοινής ησυχίας.

Οι καμπάνες όμως σημαίνουν και για κοσμικά γεγονότα, όπως για να εορταστούν εθνικές επέτειοι ή για τη σύγκληση κοινοτικών αρχών, για έκτακτα περιστατικά, όπως η φωτιά, η αναγγελία ενός θανάτου, οι φυσικές καταστροφές, ο ερχομός κάποιου σημαντικού προσώπου στην περιοχή, η επίτευξη της ειρήνης μετά από έναν πόλεμο κ.λ.π. Διαφορετικά χτυπούσαν στις χαρές και διαφορετικά στις λύπες. Όταν η καμπάνα χτυπούσε λίγες φορές, σήμαινε χαρούμενες ειδήσεις στο χωριό. Τα δυο χτυπήματα σήμαιναν τη γέννηση κοριτσιού. Όταν η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές, είχε γεννηθεί αγόρι. Συνήθως τότε ο πατέρας του νεογέννητου – ειδικά αν ήταν το πρώτο του παιδί – ανέβαινε στο δώμα του σπιτιού του και έριχνε τρεις τουφεκιές, γιατί πίστευε ότι ο ήχος της καμπάνας δεν ήταν τόσο δυνατός για να ακουστεί η χαρά του.

Όταν η καμπάνα χτυπούσε πολλές φορές, οι ειδήσεις δεν ήταν για καλό. Το μονότονο, αργό και λυπητερό νταν…νταν… νταν…, που επαναλαμβάνεται πέντε ή έξι φορές, ήταν για να αναγγείλει κάποιο θάνατο σε ολόκληρο το χωριό και καλούσε τους πιστούς σε συμμετοχή και συμπαράσταση. Ο συνεχής πένθιμος ήχος έφθανε στις γύρω λαγκαδιές και στα καταράχια, για να μεταφέρει σε όλους το λυπητερό γεγονός. Όλοι οι ενορίτες ξαφνιασμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και στις αυλές, παρατούσαν τα χωράφια τους και έτρεχαν σε εκείνον που χτύπησε την καμπάνα, για να μάθουν τι έγινε. Λίγα  λεπτά αργότερα ολόκληρο το χωριό, με πρώτες τις γυναίκες, βρίσκονταν στο πλευρό εκείνου που έχασε τον άνθρωπό του. Χτυπούσαν όμως και για το σχολείο, για το κατηχητικό, για έκτακτες περιπτώσεις, για να καλέσουν τους κατοίκους σε συγκέντρωση, όταν  γινόταν κάποια κηδεία κ.α. Γενικότερα οι καμπάνες από την εμφάνισή τους είναι άρρηκτα δεμένες με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.

 

Ιστορικές καμπάνες

 

Τεράστιες καμπάνες κατασκευάζονταν στη Ρωσία μέχρι το 1917, οπότε με την επικράτηση της οκτωβριανής επανάστασης όλες οι καμπάνες των ναών αφαιρέθηκαν και μεταβλήθηκαν σε μέταλλα. Χαρακτηριστική του μεγέθους και της ποιότητας κατασκευής είναι η «Καμπάνα του Τσάρου», που βρίσκεται στο Κρεμλίνο της Μόσχας («Κρέμλιν» στη ρωσική γλώσσα σημαίνει κάστρο). Ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο που είχε ονομασθεί «Βασιλεύς των κωδώνων» και  η χύτευσή της  διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Άρχισε το έτος 1733, ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1735 και τοποθετήθηκε στο καμπαναριό αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν τα ανάγλυφά της. Έχει ύψος 6,14 μέτρων, διάμετρο 6,60 μέτρα και βάρος πάνω από 200 τόνους. Δύο χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Κρεμλίνο, η καμπάνα έσπασε καθώς κρύωσε απότομα από το πολύ νερό της κατάσβεσης και έτσι δεν ήχησε ποτέ. Το κομμάτι που έσπασε διασώζεται μέχρι σήμερα και ζυγίζει 11,5 τόνους. Το 1836 η «Καμπάνα του Τσάρου» τοποθετήθηκε σε ανάβαθρο κοντά στο καμπαναριό «Ιωάννης ο Μέγας» στην πλατεία Ιβανόφσκαγια, όπου δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο του 1600 με ύψος 81 μέτρα, και εκτίθεται μέχρι σήμερα ως τουριστικό αξιοθέατο.

 

Η Καμπάνα του Τσάρου, φωτογραφία του 1860. Μόσχα.

 

Η Καμπάνα του Αγίου Πέτρου του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Κατασκευάστηκε το έτος 1923 από τον Χάινριχ Ούλριχ στα Χυτήρια Κωδώνων της Απόλντα και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσίδιο που ζυγίζει 600 κιλά. Είναι η παγκοσμίως μεγαλύτερη καμπάνα του είδους της.

 

Η καμπάνα της Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος στον, Άθω είναι γνωστότερη ως Ρωσικό Μοναστήρι. Φωτ. Κώστας Ασίμης.

 

Μεγαλύτερη των Βαλκανίων θεωρείται η καμπάνα του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του καμπαναριού πάνω από την Τράπεζα. Το βάρος της είναι 13 τόνοι, η διάμετρος της 2,70 μ., η περιφέρειά της 8.71 μ., απαιτούνται δύο μοναχοί για να την κτυπήσουν και ακούγεται σε όλη τη νοτιοδυτική ακτή του Αγίου Όρους και στη γειτονική χερσόνησο της Σιθωνίας. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμα καμπάνες βάρους 3 τόνων η κάθε μία. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν αρκετές καμπάνες μικρότερες συνδεδεμένες με το ρολόι του καμπαναριού και οι ρυθμικές κωδωνοκρουσίες τους δημιουργούν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρμονία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σήμερα βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας. Οι Κολωνέζοι την αποκαλούν Ντίκερ Πίτερ (Dicker Pitter), δηλαδή «Χοντρός Πέτρος» στα ελληνικά. Κατασκευάστηκε το 1923 και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου της Κολωνίας. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσσίδι που ζυγίζει 600 κιλά.

 

Τα καμπαναριά στον ελλαδικό χώρο

 

Από την εποχή των σημάντρων και μετέπειτα των πρώτων καμπανών προέκυψε η ανάγκη μόνιμης  σταθερής κατασκευής, όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν. Τα παλαιότερα σήμαντρα κρέμονταν σε οποιοδήποτε σημείο περιμετρικά του ναού. Η   ανάγκη όμως να ακούγεται ο ήχος τους μακριά οδήγησε στη σκέψη να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες πλησιέστερους στους ναούς πύργους ή να κατασκευάσουν ειδικά ψηλά οικοδομήματα. Έτσι δημιουργήθηκε το καμπαναριό (< καμπάνα + αίρω = σηκώνω) ή κωδωνοτάσιο (<κώδων + ίστημι = στέκομαι), ένας μικρός πύργος, στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη μία ή περισσότερες καμπάνες. Σιγά – σιγά το οικοδόμημα που στηρίζει της καμπάνες έγινε απαραίτητο στοιχείο της ναοδομίας. Αρχικά το καμπαναριό αποτέλεσε συνέχεια των αμυντικών ρωμαϊκών πύργων. Με την πάροδο των αιώνων όμως απέκτησε διαφορετική λειτουργική και καλλιτεχνική σημασία. Οι κομψές οξυκόρυφες απολήξεις του έγιναν το αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού και προσέθεσαν ένα στοιχείο με έντονο θριαμβικό και συμβολικό χαρακτήρα.

 

Το ιστορικό καμπαναριό του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Φωτεινής. Το καμπαναριό έχει κτισθεί μπροστά από το Ναό Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης και είναι αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης στα παράλια της Μικράς Ασίας. Φωτογραφία: π. Αναστάσιος Σαλπάτας.

 

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων – κωδωνοστασίων αρχίζει στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατών στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από την ορθόδοξη εκκλησία του καμπαναριού ως απαραίτητου στοιχείου του ναού. Πριν από τη φραγκική κατάκτηση οι πύργοι κατασκευάζονταν στις διάφορες μονές για άμυνα και παρατήρηση. Το στοιχείο που μετέφεραν οι Φράγκοι στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτό από την εκκλησία είναι η καμπάνα, η οποία αντικατέστησε τα παραδοσιακά ξύλινα ή μεταλλικά σήμαντρα που χρησιμοποιούνταν ως τότε.

Η μακρόχρονη παραμονή των Φράγκων στην Ελλάδα συντέλεσε στη γενίκευση της χρήσης του καμπαναριού και στη γέννηση μορφών επηρεασμένων από τη Δύση. Η επίσημη και η λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, με τη φαντασία και την άμιλλα των αρχιτεκτόνων δημιούργησαν πλήθος πρωτότυπων και αξιόλογων καμπαναριών με ποικιλία σχεδίων και συνδυασμών.

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους, με το παλιό καμπαναριό. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν στην πρόσοψη του ναού τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η πληροφορία προέρχεται από την ανακοίνωση του Αρχιμανδρίτη Καλλινίκου Κορομπόκη, σημερινού Μητροπολίτη Άρτης, στο Ά Συνεδρίο Αργειακών Σπουδών, το Νοέμβριο του 2004, με τίτλο «Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση».

 

Το καμπαναριό ή κωδωνοστάσιο είναι μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε σχήμα πύργου. Συγκεκριμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων σε σχέση με το ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Η  συνήθης θέση πάντως του καμπαναριού είναι στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Άλλοτε είναι ενσωματωμένο στο ναό και άλλοτε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από σίδηρο.  Τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι διαλεγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίζει με τον γενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του κτιρίου, στο οποίο υπάγεται, αλλά και να ενισχύει τον ήχο της καμπάνας και να τον μεταφέρει όσο το δυνατό μακρύτερα. Η μορφή του ποικίλει ανάλογα με την κουλτούρα του αρχιτέκτονα και των κατασκευαστών και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (πέτρινο, ξύλινο, μαρμάρινο, σιδερένιο ή τσιμεντένιο).

Τα καμπαναριά διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα πυργοειδή ή πυργωτά, που τα ονομάζουν και βενετσιάνικα, και τα απλά καμπαναριά, που ονομάζονται φράγκικα. Σε σχέση με το ναό μπορούν να διακριθούν σε ανεξάρτητα ή συνεχόμενα με αυτόν κτίσματα. Τα πυργωτά είναι μεμονωμένα τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από το ναό, κοντά στο ιερό βήμα, στο μέσον του προστώου του ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του ναού, αλλά σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Έχουν βαριά όψη με χοντρούς τοίχους και συνήθως τρεις ή τέσσερεις ορόφους. Σε κάθε όροφο ανοίγονται μικρά παράθυρα για το φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Τα απλά καμπαναριά συνδέονται άμεσα με το ναό και στηρίζονται στη στέγη του, πάνω στο προστώο ή στο νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου του ναού. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο περίγραμμα της εκκλησίας,  έχουν διάτρητα τοιχώματα και αποτελούν έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας.

Τα πιο αξιόλογα καμπαναριά στην Ελλάδα είναι εκείνα των ναών του Μιστρά, ιδιαίτερα του Αφεντικού και της Παντάνασσας με τρεις ορόφους καθέτως, κεραμοπλαστικά κοσμήματα στις όψεις τους και επάλληλα παράθυρα. Αξιόλογες μορφές βυζαντινών καμπαναριών συναντώνται στις μονές Βατοπεδίου και Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ επηρέασαν περισσότερο τις ελληνικές περιοχές που είχαν άμεση εξάρτηση από τη Δύση, όπως τα Επτάνησα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Η επίδραση των δυτικών μορφών στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση είναι φανερή στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά, στα Κύθηρα και στην Κέρκυρα. Ανάλογα πυργοειδή καμπαναριά συναντώνται και σε άλλες ελληνικές περιοχές, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες, η Τήνος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη.

 

Το καμπαναριό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Άργους, περίπου το 1949. Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα καμπαναριά του Άργους. Κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου.

 

Τα ψηλότερα καμπαναριά της Ελλάδος βρίσκονται στην Ζάκυνθο, στον ιερό ναό του Αγίου Διονυσίου με ύψος 40 περίπου μέτρων και με πυραμοειδή κορυφή, στην Αίγινα στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου με ύψος 42 μέτρα, στην Κατερίνη στον ιερό ναό της Αγίας Άννας, και το επιβλητικό καμπαναριό στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Άργος που είναι και ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα, αφού κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου, και αποτελείται από ένα κατώτερο κτιστό τμήμα, που χρησίμευε ως βάση για το ανώτερο μαρμάρινο τμήμα των τριών ορόφων κατασκευασμένο με λαξευτά μαρμάρινα αρθρωτά μέλη.

 

Πηγές


 

  • Αραβαντινός Σπ. Π., «Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2004.
  • Καντιώτου Αυγουστίνου, «Ορθόδοξος Ναός», Αθήνα 1992.
  • Κουρής Σπυρίδων, «Σεισμική Συμπεριφορά Πυργωτών Κατασκευών στην Κέρκυρα», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2010.
  • Λοΐζα Μολέσκη, «Τα Ιερά Σκεύη και Άμφια και οι Λειτουργικοί Συμβολισμοί τους», διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Μπάρλα Χαρίκλεια, «Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων», Αθήναι 1959.
  • Πολίτης Νικόλαος, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», εκδ. Εκάτη, 2005.
  • «Συμβουλή τριών επισκόπων προς τον πάπα Ιούλιον τον Τρίτον», εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1836.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Older Posts »