Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Ε’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού» γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Δ’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου – © Νικόλαος Γραίκος


 

Ο Ιερός ναός της Αγίας Τριάδας Πρόνοιας κτίστηκε τα πρώτα μετα-επαναστατικά χρόνια πιθανότατα το 1836 [1]. Το προάστιο της Πρόνοιας προέκυψε από την προέκταση της πόλης του Ναυπλίου προς τα ανατολικά στην πρώην αραιοκατοικημένη περιοχή βορείως του Παλαμηδίου [2]. Η απόφαση για την επέκταση της πόλεως ήταν του ίδιου του Καποδίστρια ήδη από το 1828 [3]. Ο ίδιος φέρεται να έδωσε και το όνομα του νέου οικισμού [4]. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός ανατέθηκε στον Στ. Βούλγαρη [5]. Στόχος της επέκτασης ήταν ο αποφορτισμός της κυρίως πόλης από τα παραπήγματα, που είχαν δημιουργήσει τα πλήθη των προσφύγων, τα οποία συνέρρεαν στην πόλη από διάφορες περιοχές. Γι΄ αυτό και τα πρώτα οικήματα του προαστίου ήταν παραπήγματα, πολλά των οποίων κατεδαφίστηκαν μετά την επιδημία πανούκλας την εποχή εκείνη. Παρά το γεγονός ότι το προάστιο σχεδιάστηκε με κανονική ρυμοτομία, τα οικήματα κτίζονταν αυθαίρετα χωρίς άδεια και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1833, οπότε οι Βαυαροί διόρισαν επόπτη μηχανικό για την περιοχή [6]. Φαίνεται ότι η Πρόνοια άρχισε ν΄ αναπτύσσεται μετά τη δεκαετία του 1840. Ο περιηγητής Th. du Moncel που επισκέφθηκε το Ναύπλιο το 1843 θα γράψει για την Πρόνοια ότι μόλις τότε «αρχίζει να αποκτάει μια κάποια σημασία» [7].

Για τον ναό δεν υπάρχει κάποια μονογραφία, μάλιστα ο Λαμπρυνίδης δε τον συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους ενδιαφέροντες του Ναυπλίου [8]. Την παρουσία του ναού αποσιωπούν και οι νεότεροι [9].

Αρχιτεκτονικά ο ναός είναι μονόχωρη βασιλική, μετρίων διαστάσεων με υπερώο στο δυτικό τμήμα. Η οροφή είναι επίπεδη και καμπυλώνει στην ένωσή της με τους πλαϊνούς τοίχους [εικ. Δ. 17] δίνοντας την αίσθηση της ατελούς αψίδας, όπως και στο ναό του Αγίου Νικολάου της πόλης του Ναυπλίου. Εξωτερικά δεν εντυπωσιάζει ούτε προδίδει το πλούσιο εσωτερικό του. Οι πολλές επισκευές και προσθήκες αλλοίωσαν την αρχική του όψη και σήμερα δίνει την εικόνα σύγχρονου ναού κι όχι του 19ου αι.

 

εικ. Δ. 17: Α. Πολίτης (;), θολωτή ουρανία και βόρειος τοίχος, αρχές δεκ. 1900. Ιερός ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου.

 

Η ανέγερσή του στο κέντρο περίπου του προαστίου, σε ξεχωριστό πολεοδομικό τετράγωνο, που περιβάλλεται όμως από στενούς δρόμους, φαίνεται ότι δημιούργησε διάφορα χωροταξικά προβλήματα. Έτσι το 1839 δέκα πολίτες της Πρόνοιας και ενορίτες του ναού υπογράφουν αίτηση προς το Δήμαρχο Ναυπλιέων, ζητώντας την κατεδάφιση όλων των παραπηγμάτων εμπορικού χαρακτήρα που υπήρχαν γύρω από τον ναό και τα οποία εμποδίζουν την ανάδειξη του κτιρίου, αλλά και την τέλεση της Θείας Λειτουργίας [10]. Γενικά οι κάτοικοι του προαστίου έδειχναν διαρκές ενδιαφέρον για το ναό τους κι αυτό φαίνεται από τα αφιερώματα και τις χρηματικές εισφορές σ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου αι. [11]

Το εικονογραφικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών σχετίζεται άμεσα από τη μονόχωρη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου, που δημιουργεί μεγάλες επιφάνειες στους πλαϊνούς τοίχους και στην οροφή.

Στο χώρο του ιερού οι παραστάσεις είναι όλες νεότερες, αγιογραφημένες τη δεκαετία του 1970, με δυτικότροπη τεχνοτροπία. Ίσως είναι έργα του Ναυπλιώτη αγιογράφου Α. Νόνη, ο οποίος υπογράφει και τις ολόσωμες παραστάσεις αγίων στο δυτικό τμήμα του ναού κάτω από το υπερώο. Στο άνω τμήμα της κόγχης εικονίζεται η Πλατυτέρα πλαισιωμένη από δύο σεβίζοντες αγγέλους και στο κάτω τμήμα έξι ολόσωμοι ιεράρχες.

Η οροφή του μονόχωρου εσωτερικού είναι καλυμμένη από κοσμηματογραφημένη και ζωγραφισμένη ουρανία, η οποία διαιρείται σε τρία διάχωρα [σχέδ. Ε] [εικ. Δ. 17]. Στο ανατολικό εικονογραφείται η Αγία Τριάδα. Ο Υιός (αριστερά) και ο Πατήρ (δεξιά) κάθονται σε αδιόρατους θρόνους και περιστοιχίζονται από νέφη. Στο άνω κεντρικό σημείο της παράστασης μέσα σε τριγωνικό πλαίσιο εικονίζεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς. Την παράσταση πλαισιώνουν έξι (6) πτερωτές κεφαλές. Οι μορφές είναι προσανατολισμένες προς τ΄ ανατολικά. Η παράσταση αντιγράφει την αντίστοιχη παράσταση του αγιογράφου στον Ν.Α. πεσσό του ναού του Αγίου Γεωργίου. Η κυριότερη διαφορά εντοπίζεται στη στάση του Πατέρα· στην παράσταση του ναού του Αγίου Γεωργίου ο Πατήρ ευλογεί με το δεξί και κρατά σκήπτρο με τ΄ αριστερό, ενώ στην παράσταση του ναού της Αγίας Τριάδας κρατά το σκήπτρο με το δεξί και στ΄ αριστερό κρατά ανοιχτό βιβλίο.

 

Σχέδ. Ε: Η ουρανία του Α. Πολίτη (;) στο ναό της Αγίας Τριάδος Πρόνοιας Ναυπλίου. 1. Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (στα φωτοστέφανα) Ο ΩΝ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Υιός) ΠΑΤΕΡ ΑΓΙΕ / ΕΓΩ ΣΕ ΕΔΟ/ΞΑΣΑ ΕΠΙ / ΤΗΣ ΓΗΣ / ΚΑΙ / ΕΦΑΝΕΡΩΣΑ // Σ(ΟΥ) ΤΟ / ΟΝΟΜΑ ΤΟΙΣ / ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Πατήρ) ΚΑΘΟΥ / ΕΚ ΔΕ/ΞΙΩΝ ΜΟΥ Ο/ΠΩΣ ΑΝ / ΘΕΣΩ // ΤΟΥΣ / ΕΧΘΡΟΥΣ / Σ(ΟΥ) ΥΠΟ/ΠΟΔΙΟΝ / ΤΩΝ / ΠΟΔΩΝ / ΣΟΥ. 2. [Παντοκράτωρ]. 3. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ / ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. 4. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ IΩΑΝΝΗΣ. 5. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ. 6. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. 7. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ.

 

Στο κεντρικό διάχωρο της ουρανίας σχηματίζεται τετράγωνο πλαίσιο, όπου εντάσσονται στο κέντρο ο Παντοκράτορας και στις τέσσερις γωνίες ισάριθμοι ευαγγελιστές. Ο Παντοκράτορας, με ανατολικό προσανατολισμό, εικονογραφείται σε κυκλικό διάχωρο. Η παράσταση έχει κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη παράσταση του Παντοκράτορα στον τρούλο του ναού του Αγίου Γεωργίου. Στις τέσσερις γωνίες σε κυκλικούς δίσκους εικονογραφούνται οι τέσσερις ευαγγελιστές στο συνήθη τύπο με τα σύμβολα μέσα σε νέφη.

Στο δυτικό διάχωρο σε οβάλ πλαίσιο, ανάλογο με το αντίστοιχο της παράστασης της Αγίας Τριάδος, εικονογραφείται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στη σύνθεση είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη της κουρτίνας δεξιά, πίσω από την Παναγία, και του τοπίου με φοίνικες στο κέντρο της παράστασης.

Στις άνω απολήξεις των πλάγιων τοίχων και στις ευθείες ένωσης με την ουρανία σχηματίζεται κοίλη επιφάνεια, που διατρέχει με μορφή ζώνης το βόρειο και το νότιο τοίχο. Οι ζώνες σε κάθε πλευρά διαιρούνται σε πέντε ορθογώνια διάχωρα, κοσμηματογραφημένα με απλό τρόπο. Στο κέντρο κάθε διάχωρου εικονογραφούνται σε οβάλ πλαίσια οι απόστολοι Παύλος, Ανδρέας, Θωμάς, Σίμων (νότιος τοίχος), Πέτρος, Φίλιππος, Ιάκωβος, Βαρθολομαίος (βόρειος τοίχος), ενώ στο κεντρικό πλαίσιο, που είναι και το μεγαλύτερο, οι παραστάσεις των Εισοδίων της Θεοτόκου (νότιος τοίχος) και του Χριστού να σώζει τον Πέτρο (βόρειος τοίχος).

Στην κάτω ζώνη των κάθετων τοίχων εικονίζονται σε ορθογώνια διάχωρα η Παναγία και ο άγιος Στυλιανός (νότιο τοίχο) και οι Τρεις Ιεράρχες και οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη (βόρειος τοίχος). Στο κέντρο της ζώνης και ανάμεσα στα παράθυρα υπάρχουν δύο μεγάλες πολυπρόσωπες συνθέσεις· ο Μυστικός Δείπνος (νότιος τοίχος) και η Σταύρωση (βόρειος τοίχος).

Στο δυτικό τμήμα του ναού και στο χώρο που διαμορφώνεται κάτω από το υπερώο εικονογραφούνται ολόσωμες μορφές αγίων αγιογραφημένες από τον νεότερο αγιογράφο Α. Νόνη.

 

Καμπαναριό Ιερού Ναού Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου, φωτογραφία από τον ιστότοπο: terrabook.

 

Το τέμπλο του ναού είναι κλασικιστικού ύφους, από σκουρόχρωμο ξύλο, με ελάχιστες φυτόμορφες διακοσμήσεις και μεγάλους επίχρυσους ιωνικούς κίονες στην κάτω ζώνη και μικρότερους στο επιστύλιο. Στο άνω μέρος απολήγει σε ενδιαφέρουσα ξυλόγλυπτη και διάτρητη ζώνη με φυτικά μοτίβα και αντιπωτούς δράκοντες, που στηρίζουν τον Εσταυρωμένο και τα Λυπηρά. Ίσως η ζώνη αυτή να είναι κατάλοιπο κάποιου παλαιότερου παραδοσιακότερου ξυλόγλυπτου τέμπλου.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του τέμπλου είναι το απλό συνεπτυγμένο, με δύο ζώνες των δεσποτικών εικόνων και των εικόνων επιστυλίου. Τα ειδοποιά εικονογραφικά στοιχεία του τέμπλου είναι η προέκτασή του προς το νότιο και βόρειο τοίχο κατά μία δεσποτική εικόνα και η τοποθέτηση της εικόνας της Αγίας Τριάδας στην πρώτη θέση αριστερά της Ωραίας Πύλης εκεί όπου συνήθως τοποθετείται ο Ιησούς Χριστός. Η μοναδική αυτή εικονογραφική ιδιαιτερότητα συνδυάζεται με την τοποθέτηση του αγίου Νικολάου δίπλα στην εικόνα της Θεοτόκου στη θέση όπου συνήθως υπάρχει η εικόνα του εφέστιου αγίου. Ίσως ο ναός όταν κτίστηκε να αντικατέστησε κάποιον άλλον προς τιμή του αγίου Νικολάου, όμως για την τεκμηρίωση της υπόθεσης δε διαθέτουμε στοιχεία.

Αναλυτικότερα η κάτω ζώνη αποτελείται από δέκα (10) συνολικά δεσποτικές εικόνες: (από βόρεια προς νότια) άγιος Γεώργιος (1825 [;]),  άγιος Χαράλαμπος (αρχές 20ου αι.), αρχάγγελος Μιχαήλ (θύρα Πρόθεσης, 1855), άγιος Νικόλαος (δεκ. 1830), Μήτηρ Θεού (τέλη 19ου αι.), Αγία Τριάδα (τέλη 19ου αι.), άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος (1841 [;]), αρχάγγελος Γαβριήλ (θύρα Διακονικού, 1855), Σύναξη αρχαγγέλων (1949), άγιοι Απόστολοι (1841) [εικ. Δ. 16].

 

εικ. Δ. 16: Κ. Θεωδορίδης (;), άγιοι Απόστολοι, 1841, Ιερός ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου.

 

Στη ζώνη του επιστυλίου είναι τοποθετημένες είκοσι δύο εικόνες αγιογραφημένες στις αρχές της δεκαετίας του 1840: Γέννηση της Θεοτόκου, Εισόδια της Θεοτόκου, Υπαπαντή, Ευαγγελισμός, Γέννηση, Περιτομή, Βάπτιση, Έγερση του Λαζάρου, Βαϊοφόρος, Άκρα Ταπείνωση, Ιερός Νιπτήρ, Σταύρωση, Ανάσταση, Μεταμόρφωση, Ψηλάφηση του Θωμά, Η συνομιλία Χριστού και Σαμαρείτιδας, Μεσοπεντηκοστή, Το Πιστεύω, Ανάληψη, Πεντηκοστή, Γέννηση του Προδρόμου, Προφήτης Ηλίας.

Ανάμεσα στις δεσποτικές εικόνες και τις εικόνες του επιστυλίου, ως λανθάνουσα τρίτη, ενδιάμεση ζώνη, υπάρχει η παρακάτω μεγαλογράμματη επιγραφή με χρυσά γράμματα, που διατρέχει σε όλο το μήκος το τέμπλο: 1836 ΕΚΤΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ / ΤΟ ΣΤΕΡΕΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙ ΣΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΗΝ ΕΚΤΗΣΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ ΣΟΥ ΑΙΜΑΤΙ / 1866 ΙΟΥΛΙΟΥ 15 ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ. Προφανώς η χρονολογία 1866 αναφέρεται στην κατασκευή του ξύλινου τέμπλου κι όχι στην αγιογράφηση των εικόνων, οι οποίες διασώζουν χρονολογίες παλαιότερες αλλά και νεότερες. Στην άνω απόληξη του τέμπλου είναι τοποθετημένος ο Εσταυρωμένος και τα Λυπηρά.

Τις δεσποτικές εικόνες ιστόρησαν διάφοροι ανώνυμοι αγιογράφοι και ο Κ. Θεοδωρίδης (;) (άγιο Νικόλαο, άγιο Ιω. Πρόδρομο, αγίους Αποστόλους) και ο Ιω. Δημάδης (τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στις δύο πλάγιες θύρες). Στο ναό φυλάσσονται επίσης εικόνες του ιερέα Φρεδιανού, του Γρηγορίου Παπαδάκη και μερικών ακόμα ανώνυμων αγιογράφων του 19ου και του 20ου αι.

 

Ιερός Ναός Αγίας Τριάδας Πρόνοιας Ναυπλίου, φωτογραφία από τον ιστότοπο: terrabook.

 

Πίνακες – σχέδια – εικόνες (Καταγραφή 2 Νοεμβρίου 2006)

 

Ι. Τοιχογραφίες

1. Ιερό

α. Πλατυτέρα κόγχης και σεβίζοντες άγγελοι. Άνοιγμα κόγχης 3 μ. Ελαιογραφίες σε προετοιμασμένο υπόστρωμα. Α. Νόνης (;), δεκ. 1970. Επιγραφές: ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ. (στο κέντρο κάτω από την Πλατυτέρα) CΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩC CΤΩΜΕΝ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ.

β. Ιεράρχες (ζώνη κάτω από την Παλτυτέρα). Έξι ολόσωμοι ιεράρχες σε δύο ομάδες. Αριστερή ομάδα: / /Γι/(Ος) // BA/CΙ/ΛΕΙ/(Ος), / /Γι/(Ος) / Ω[ΑΝΝΗΣ] // ΧΡΥ/CO/CTO/M(Ος), / /Γι/(Ος) // ΓΡΗ/ΓΟ/ΡΙΟ/ς. 

  1. Ουρανία

α. Αγία Τριάδα. Οβάλ διάχωρο 2,5 × 1,5 μ. περίπου. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα. Α. Πολίτης (;), αρχές δεκ. 1900. Επιγραφές: (πάνω ) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (στα φωτοστέφανα) Ο ΩΝ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Υιός) ΠΑΤΕΡ ΑΓΙΕ / ΕΓΩ ΣΕ ΕΔΟ/ΞΑΣΑ ΕΠΙ / ΤΗΣ ΓΗΣ / ΚΑΙ / ΕΦΑΝΕΡΩΣΑ // Σ(ΟΥ) ΤΟ / ΟΝΟΜΑ ΤΟΙΣ / ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ, (στο ανοιχτό βιβλίο που κρατά ο Πατήρ) ΚΑΘΟΥ / ΕΚ ΔΕ/ΞΙΩΝ ΜΟΥ Ο/ΠΩΣ ΑΝ / ΘΕΣΩ // ΤΟΥΣ / ΕΧΘΡΟΥΣ / Σ(ΟΥ) ΥΠΟ/ΠΟΔΙΟΝ / ΤΩΝ / ΠΟΔΩΝ / ΣΟΥ.

β. Παντοκράτωρ (στο μέσον τετράγωνου πλαισίου της ουρανίας). 2 μ. περ. διάμετρ. Α. Πολίτης(;).

γ. Ευαγγελιστές (στις τέσσερις γωνίες του τετράγωνου κεντρικού πλαισίου). Κυκλικοί δίσκοι 1 μ. διαμέτρ. i. (B.A. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ. ii. (N.A. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ IΩΑΝΝΗΣ. iii. (Β.Δ. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ. iv. (N.Δ. γωνία) Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ. Α. Πολίτης (;).

δ. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Στο δυτικό άκρο της ουρανίας σε οβάλ πλαίσιο). Α. Πολίτης (;). Επιγραφή: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ / ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

  1. Άνω ζώνη πλάγιων τοίχων

α. Νότιος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Οβάλ πλαίσιο 2 × 1 μ. περ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα37. ii. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ. iii. ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Οβάλ πλαίσιο 2 × 2,5 μ. περ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ύφασμα38. iv. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ. v. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΜΩΝ.

 β. Βόρειος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. ii. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ. iii. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟΝ. iv. Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ. v. Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ. 

  1. Κάτω ζώνη πλάγιων τοίχων

α. Νότιος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. Μ(ΗΤΗ)Ρ / Θ(ΕΟ)Υ. 2,5 × 1,20 περ. Ελαιογραφία σε μουσαμά προσηλωμένου στον τοίχο39. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ / 1911. ii. Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ. Διαστάσεις: 2,5 Χ 5 μ. περ. Ελαιογραφία σε μουσαμά προσηλωμένου στον τοίχο40. Κάτω δεξιά αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ. iii. Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Π. ΚΥΡΙΑΚΟΥ 1911.

 β. Βόρειος τοίχος. (Από ανατολικά προς δυτικά) i. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ. Κάτω αφιέρωση: ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ 1911. ii. Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ / ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. iii. Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Κ΄(ΑΙ) Η ΑΓ(ΙΑ) ΕΛΕΝΗ.

 ε. Δυτικό τμήμα (κάτω από το υπερώο). Ολόσωμες μορφές αγίων. α. Νόνης.

 

ΙΙ. Φορητές εικόνες

 1. Εικόνες τέμπλου

 

α. Δεσποτικές

 i. Άγιος Γεώργιος (στην προέκταση του τέμπλου στο βόρειο τοίχο). 73 × 104 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος / βυζαντινότροπος της τάσης του Ιωάννη Δημάδη, 1825 (;). Επιγραφές: Ὁ ἍΓΙΟς / ΓΕΡΓΙΟς, (κάτω) Δέησις τν δούλων τοΘεοτν Συνδρομητν τς γίας εκόνος ταύτης καροαμαξιλάδων κ. λοιπν υσεβν χριστιανν 18 ουνίου [18]25.

 ii. Άγιος Χαράλαμπος. 70 × 96 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος, αρχές 20ου αι. Επιγραφή: Ὁ ἍΓΙΟC / ΧΑΡΑΛΑΜΠΟς.

 iii. Αρχάγγελος Μιχαήλ (θύρα Πρόθεσης). 59 × 120 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ιωάννης Δημάδης, 1855. Επιγραφές: Ος ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟς ΜΙΧΑΗΛ, (κάτω αριστερά) Δισυνδρομς Κωνσταντίνου / Γεωργίου γηνε, (κάτω δεξιά) ν Ναυπλίτν α’ Νοεμβρίου αωνε Χειρὶ Ἰω. Δημάδ(ου).

iv. Άγιος Νικόλαος. 68 × 97 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο του αγίου. Κ. Θεωδορίδης (;), 1839. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΡΟΥΦΕΤΙΟΥ ΤΩΝ ΜΠΑΚΑΛΗΔΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΝΙΑΣ ΜΝΗΣΘΕΙΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑUΤΟΥ / 1839 Δεκεμβρίου 5.

v. Μήτηρ Θεού. 68 × 97 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού. Ανώνυμος δυτικότροπος (ο ίδιος ζωγράφισε τη εικόνα της Αγίας Τριάδος), τέλη 19ου. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Μ(ΗΤΗ)Ρ / Θ(ΕΟ)Υ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) Δαπάνη ωαν. Γιαννοπούλου κατς συζύγου ατοΜαρίας Οκογενείας / Βασιλ. Καρώνια Οκογενείας Δημ. Καρώντα Δαπάνη Κοινότητος Προνοίας, (κάτω δεξιά στην ασημένια επιφάνεια) ργον / Χρήστου Βούλγαρη / θναι 1920.

 vi. Αγία Τριάδα. 68 × 97 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα του Υιού και του Πατρός. Ανώνυμος δυτικότροπος (ο ίδιος ζωγράφισε τη εικόνα της Παναγίας), τέλη 19ου. Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ, (κάτω σε ασημένιο πλαίσιο) ΕΡΓΟΝ / ΑΔΕΛ. ΦΡΕΝΤΖΟΥ / ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ / 1916 / Β. Καμβήσης.

vii. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. 68 × 97 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο του αγίου και της αποτμηθείσης κεφαλής. Κ. Θεωδορίδης (;), 1841 (;). Επιγραφές: (πάνω στην ασημένια επιφάνεια) Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ / Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ.

viii. Αρχάγγελος Γαβριήλ (θύρα Διακονικού). 59 × 120 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ιωάννης Δημάδης, 1855. Επιγραφές: ΑΡΧΑΓΓΕΛΟς ΓΑΒΡΙΗΛ, (κάτω αριστερά) Δισυνδρομς Κωνσταντίνου / Γεωργίου γηνε, (κάτω δεξιά) ν Ναυπλίτν α’ Νοεμβρίου αωνε Χειρὶ Ἰω. Δημάδ(ου).

 ix. Σύναξη αρχαγγέλων. 70 × 96 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος δυτικότροπος, 1949. Επιγραφές: Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ / ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ, (κάτω δεξιά) Διοικητικόν Συμβούλιον [ακολουθούν πολλά ονόματα χορηγών] 8 Νοεμβρίου 1949.

 x. Άγιοι Απόστολοι. 73 × 104 εκ. Στην προέκταση του τέμπλου στο νότιο τοίχο. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Κ. Θεωδορίδης (;), 1841. Επιγραφές: ΟΙ ΑΓΙΟΙ / ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ, (κάτω) Δέησις τν δούλων τοΘεο, τν / συνδρομητν τς συντεχνίας τν λιέων / η ψαράδων τν ποίων μνησθείη Κύριος Θες / ν τΒασιλέα Ατο/ 1841 Μαρτίου 20.

 

β. Εικόνες επιστυλίου. i. Γέννηση της Θεοτόκου. 28 × 40 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Κ. Θεωδορίδης (;), 184141. Σχεδόν όλες οι εικόνες του επιστυλίου φέρουν αφιέρωση: Δέησις [Δισυνδρομς] τοδούλου τοΘεοῦ Ἠλία Λαμπροπούλου 20 Μαρτίου 1841. ii. Εισόδια της Θεοτόκου. iii. Υπαπαντή του Χριστού. iv. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. v. Γέννηση του Χριστού. vi. Περιτομή του Χριστού. vii. Βάπτιση του Χριστού. viii. Έγερση του Λαζάρου. ix. Βαϊοφόρος. x. Άκρα Ταπείνωση. xi. Η νίψη των ποδιών των μαθητών. xii. Σταύρωση. xiii. Ανάσταση. xiv. Μεταμόρφωση. xv. Ψηλάφηση του Θωμά. xvi. Η συνομιλία Χριστού και Σαμαρείτιδας. xvii. Μεσοπεντηκοστή. xviii. Το Πιστεύω. xix. Ανάληψη. xx. Πεντηκοστή. xxi. Η γέννηση του Προδρόμου. xxii. Προφήτης Ηλίας. 

  1. Εικόνες υπόλοιπου ναού

α. Αγία Τριάδα (στο αριστερό προσκυνητάριο της εισόδου του ναού). 40 × 59 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Η εικόνα φέρει ασημένια επένδυση που αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα του Υιού και του Πατρός. Ανώνυμος δυτικότροπος /βυζαντινότροπος, δεκ. 1830 (;). Επιγραφή: (στην ασημένια επιφάνεια) Η ΑΓΙΑ / ΤΡΙΑΣ.

β. Άγιος Φανούριος (στο νότιο τοίχο). 53 × 79 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Φρεδιαν[κ]ός ιερεύς, 1901. Επιγραφές: Ο ΑΓΙΟΣ / ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ, (κάτω αριστερά επιγραφή με πάνω από τριάντα ονόματα αφιερωτών) […] Φρεδιανός ερες ποίησε / Ναύπλιον ν μηνΑγούστου 1901.

γ. Αγία Βαρβάρα και σκηνές του μαρτυρίου της (στο νότιο τοίχο). 50 × 80 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος λαϊκότροπος / δυτικότροπος, μέσα 19ου αι. Επιγραφές: Η ΑΓΙΑ / ΒΑΡΒΑΡΑ, (κάτω αριστερά) Κω _ _ _ _ _ _ Καλλιόπης μμ. / _ _ _ _ _ _ λλένη θ. _ _ _ _ _ (κάτω κέντρο, πολλά ονόματα αφιερωτών μόνο με το μικρό τους όνομα).

δ. Άγιος Δημήτριος (στο υπερώο). 50 × 80 εκ. Ελαιογραφία σε προετοιμασμένο ξύλο. Γρηγόριος Παπαδάκης, 1922. Επιγραφές: Ο ΑΓΙΟΣ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, (κάτω αριστερά) Δαπάνη / ρί_ Τσιροσολέφα ερέως: νέφ. Κατσαλ _ _ Ι. Βασ. / _ _Δημ. Μπάρλα, Νικ. Μερζώτου, ρέστ. _ _ ακ. _ _ Κωνστ. Πανα/γιωτοπούλου, Δημ. Σώκου, Ιωάν, Τσαγκαράκη, Βασιλ. Μερβακίτη, Σ. / Μερβακίτη, Κωνστ. _ _ _ ρμούλη, Δημ. τάδου, Γεωρ. Κουλουρίδου, Δημ. Γεωρ/γ, Νικήτα Μππυγιώτου, Δημ. Μαυραχάλη, Στυλ. Μπόμπου, Απ. Βουλούρη / Γεωργίου Μαυρικίου κ. Στυλ. Βουδούρη, Στράτη Γεωργιάδου, Δημ. / Δρίτσα, ωάν. Μακρ, Σπυρ. Κων _ _ _, Δημ. μμ. Τερζάκη, Γρηγ. Βούλγαρη / Παν. Δριμούρα, Στ. Μπουγιώτου, Γεωρ. Γραμματικοπούλου, να. Κεφαλ/ Εαγ. Δαμιανο, Δημ. Χρ. Μπόμπου, Δημ. Μεντζέκη, Δημ. _ _ Παλαι / _ _ _ _ Δημ.Θεων, Στυλ. Λαπαθιώτου, Παν. Κυμπουρα/πούλου, Βασ. Αγρ _ _ , Βασ. Γεωργίου / ω. Ε_ _ _ _ _, Γεωρ. _ _ _ _ _ Παντ. / Κα΄βουρα, Γεωρ, Κοκκόλα, Νικολ. / γγελετοπούλου___, (κάτω δεξιά) ργον / Γρηγορίου Παπαδάκη / 1922.

ε. Άγιος Ελευθέριος (στο υπερώο). 40 × 65 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος βυζαντινότροπος / δυτικότροπος, αρχές 19ου αι. Επιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ / ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ.

στ. Σύναξη Ταξιαρχών (στο υπερώο). 70 × 95 εκ. Αυγοτέμπερα σε προετοιμασμένο ξύλο. Ανώνυμος βυζαντινότροπος / δυτικότροπος, δεκ. 1840. Είναι πολύ πιθανό η αρχική θέσης της εικόνας να ήταν στο τέμπλο και να αντικαταστάθηκε το 1949 από την ομόθεμη σημερινή εικόνα. Επιγραφή: Η ΣΥΝΑΞΙΣ / ΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. επιγραφή τέμπλου 1836 ΕΚΤΙΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ […] και Τζουβές Ματθ. (1987), 167 (παραπ. 23). Στο ΔΑΝ σώζονται έγγραφα (αδημοσίευτα) που αναφέρονται στον ναό τουλάχιστον από το 1838. Για παράδειγμα σώζεται αναφορά του παρέδρου της Προνοίας προς την Αστυνομία Ναυπλίου σχετικά με διάφορα προβλήματα που ανέκυψαν στο εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού της Αγίας Τριάδος Προνοίας, «Αντίγραφον Χρ. 18 / 21, Εν Προνοία τη 23 / Μαρτίου 1838». Επίσης αναφορά του Δημάρχου Ναυπλίας προς το Δημοτικό Συμβούλιο για να επιληφθεί ζητήματος που προέκυψε με το εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού της Αγίας Τριάδος Προνοίας, «αρ. πρ. 508.672.679.680.681.875.1083, Εν Ναυπλίω / τη 2 Ιουλίου 1838», ΔΑΝ, φάκελος  1838 / 12.31.   

[2] Ενδεικτικά, βλ. Νουχάκης, Ιω. Εμμ. (1901), Ελληνική Χωρογραφία. Γεωγραφία, Ιστορία, Στατιστική πληθυσμού και αποστάσεων, εν Αθήναις: παρά τω εκδότη Σπ. Κουσουλίνω [έκδοσις τρίτη], 437.

[3] Βλ. Μπίρης Μ. – Αδάμη–Καρδαμίτση Μ. (2001), 58. Βλ. επίσης Αδάμη–Καρδαμίτση Μ. (1994), «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία 51, Ιούνιος, 35 – 46.

[4] Βλ. Κυριαζής Π. (1976), «Σταμάτης Βούλγαρης: ο αγωνιστής, ο πολεοδόμος, ο άνθρωπος», στο: Πρώτοι Έλληνες τεχνικοί, 158. Καρούζου Σ. (1979), 69.

[5] Κυριαζής Π. (1976), op. cit., 156.

[6] Δωροβίνης, Βασ. Κ. (1985), «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33), 292 – 293. Η ειδική περίπτωση και γενικότερα προβλήματα», στο: Νεοελληνική πόλη, 287 – 296.

[7] Du Moncel Th. (1984), Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο, μτφρ. – εισαγ.: Λούβρου Ε., αρχαιολ. επιμ.: Φαράκλας Ν., Αθήνα: Ολκός – Αριάδνη, 170.

[8] Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ. (1898), «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς». Ιστορική μελέτη, Εν Αθήναις: τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 238 – 241. Ούτε και οι γνωστοί περιηγητικοί οδηγοί της εποχής, όπως για παράδειγμα το Γρηγορόπουλος, Μιχ. Σ. (1882), 54 – 59 [για Ναύπλιο].

[9] Για παράδειγμα η Σ. Καρούζου και η Ν. Αντωνακάτου.

[10] Εν Προνοία τη 28 Αυγού(στ)ου 1839,  αρ. 1825ΔΑΝ, φάκελος 1839 / Π 34.

[11] Βλ. για παράδειγμα ενδεικτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς του ναού στη διάρκεια του 19ου αι. (α) «Το Ταμεῖον τῆς ἐν Προνοίᾳ Ἐκκλησίας ἡ Ἁγία Τριὰς», ΔΑΝ, φάκελος 1852 / Ο. (β) «Προϋπολογισμὸς, ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἐν Προνοίᾳ Ἱεροῦ Ναοῦ ἡ Ἁγία Τριὰς διὰ τὸ ἕτος 1897 / Ἐν Προνοίᾳ τῇ 22 Νοεμβρίου 1896 / Τὸ  Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον», ΔΑΝ, φάκελος 1897 / Ξ 28. (γ) «Ἀπολογισμὸς τῆς Διαχειρίσεως τοῦ ἐν Προνοίᾳ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος διὰ τὸ ἕτος 1896. /  Ἐν Προνοίᾳ / τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον», ΔΑΝ, φάκελος 1897 / Ξ 28.

 

Νικόλαος Γραίκος

 Ακαδημαϊκές τάσεις της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ελλάδα κατά τον 19 αιώνα – Πολιτισμικά και εικονογραφικά ζητήματα, Θεσσαλονίκη, 2011.

Read Full Post »

Older Posts »