Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα (Temple of Apollo Epicurus on mount Kotylion) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα βρίσκεται κοντά στην αρχαία αρκαδική πόλη της Φιγαλείας και σε απόσταση14 χιλιομέτρων από την σημερινή κωμόπολη της Ανδρίτσαινας. Καταλαμβάνει ένα από τα φυσικά πλατώματα του Κωτιλίου (Βάσσαι), σε υψόμετρο1.130 μ. Από το 1968 ανήκει στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθμού. Ένα από τα πολλά ιδιόμορφα γνωρίσματά του είναι ότι στις μακρές πλευρές, έχει 15 κίονες (και όχι 13 όπως θα περίμενε κανείς, με βάση την κανονική για την εποχή αναλογία, που θέλει οι μακρές πλευρές να έχουν διπλάσιο αριθμό κιόνων από τις στενές, συν έναν). Το γνώρισμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιμήκη μορφή της κάτοψης του ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από την δωρικού ρυθμού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Ικτίνος (αρχιτέκτων και του Παρθενώνα) ο οποίος συνδύασε με αριστοτεχνικό τρόπο και τους τρεις ρυθμούς (ιωνικό – δωρικό – κορινθιακό) – ειδικά στο εσωτερικού του ναού – μια πρωτοπόρα και τολμηρή για την εποχή λύση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών και έχει σαν αποτέλεσμα ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους ναούς.

Ο ναός κατασκευάσθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (420-400 π.Χ.). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι η παρουσία στον σηκό του πρωϊμότερου κορινθιακού κιονοκράνου.     Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος, την οποία αποτελούσαν ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά στα αετώματα.     Δωρική ζωφόρος υπήρχε και γύρω από τον εξωτερικό τοίχο του σηκού. Στις μακρές πλευρές οι μετόπες ήταν ακόσμητες, στις στενές πλευρές, έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις.    

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού συμπλήρωνε η ιωνική ζωφόρος στο εσωτερικού του σηκού. Αυτή αποτελεί και το βασικότερο αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο του ναού. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της γλυπτικής σύνθεσης, και μόνο το γεγονός ότι η ζωφόρος αναπτύσσεται σε εσωτερικό χώρο, την καθιστά μοναδικό παράδειγμα.

Στις εικοσιτρείς ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες συνολικού μήκους 31 μ. περίπου, απεικονίζονται δυο πολύ αγαπητά θέματα της Ελληνικής μυθολογίας: η Αμαζονομαχία και η Κενταυρομαχία. Αφιερώνονται δώδεκα πλάκες στην πρώτη θεματική ενότητα και έντεκα στην δεύτερη. Οι πλάκες αυτές βρέθηκαν στο δάπεδο του σηκού, κάτω από λιθοσωρό αρχιτεκτονικών μελών, κατά την ανασκαφή του 1812. Στην συνέχεια αγοράσθηκαν σε δημοπρασία, για λογαριασμό του Άγγλου αντιβασιλέα και το 1815 μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και σήμερα εκτίθενται.

« … Η Φιγαλία κλείνεται γύρω από βουνά, αριστερά από το λεγόμενο Κωτίλιο και δεξιά από το Ελαίον Όρος που υψώνεται μπροστά της. Το Κωτίλιο απέχει σαράντα περίπου στάδια από την πόλη. Στο Κωτίλιο υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάσσαι και ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, μαρμάρινος ο ίδιος και η στέγη του. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Το προσωνύμιο δόθηκε στον Απόλλωνα, γιατί ήλθε «επίκουρος» σε αρρώστια επιδημική όπως και οι Αθηναίοι τον ονόμασαν «αλεξίκακο», γιατί και σ’ αυτούς απομάκρυνε την αρρώστια. Έφερε και στους Φιγαλείς τη σωτηρία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων και όχι σε καμιά άλλη περίσταση…». ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ VIII, 41, 7-9 (Μετάφραση Ν. Παπαχατζής)

Γιάννης Σταυρακάκης, Α.Ι.Α.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κορώνη, η πόλη και το φρούριο, σε χαλκογραφία του Vincenzo Coronelli, από το έργο του: «Citta e Fortezza di Coron battuta e pressa dall Armi Ven: l’ Anno 1685.» Η συμβολή του Coronelli στην ανάπτυξη της Γεωγραφίας υπήρξε σημαντική διότι συμπλήρωσε και βελτίωσε τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής του. Στους χάρτες του έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο υδρογραφικό σύστημα και στην μορφολογία του εδάφους, την οποία προσπάθησε να αποδώσει με φωτοσκίαση. Το τεράστιο έργο του (140 βιβλία), περιλαμβάνει πλήθος χαρακτικών στο οποίο βοηθήθηκε από 1200 περίπου επιστήμονες, μηχανικούς, τεχνικούς και καλλιτέχνες. Βέβαιο είναι ότι μεγάλο μέρος των χαρακτικών φιλοτέχνησε ο ίδιος. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1718.

Κορώνη – Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Κορώνη, παραλιακή γραφική κωμόπολη, χτισμένη αμφιθεατρικά σε χαμηλό λόφο, θυμίζει έντονα τις κυκλαδίτικες πολιτείες. Στενοί ανηφορικοί καθαροί δρόμοι ή σκαλοπάτια, χαμηλά σπίτια βαμμένα με τρία χρώματα- συνήθως λευκό, κίτρινο, με παράθυρα, μπλε, γαλάζια ή κόκκινα. Ένας πολύ «χαρούμενος» δρόμος, με «περασιές» ασβέστη στις άκρες και οριζόντια, λευκά πεζούλια, γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, οδηγεί από μια μικρή κλειστή πλατεία στο κάστρο.

Η πόλη είναι στεφανωμένη με το επιβλητικό βενετσιάνικο φρούριο, που κατέχει την κορυφή του λόφου. Το φρούριο αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα πολεμικής οχυρωματικής τεχνικής. Έχει σχήμα τριγωνικό, αποτελείται από δυο περιβόλους με προμαχώνες και μεγάλους τετράγωνους πύργους, που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα. Στο εσωτερικό του υπάρχουν υπόγειες δεξαμενές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειάς του καταλαμβάνεται από τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια της μονής του Προδρόμου, που κτίσθηκε στις αρχές του αιώνα μας, γύρω από την βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας.

Το κάστρο κτίσθηκε από τους Βενετούς τον 13ο αι., στην θέση της αρχαίας ακρόπολης και ενισχύθηκε από τους Τούρκους τον 16ο αι., ήταν επανειλημμένα αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των δύο (Τούρκων – Βενετών). Οι Τούρκοι το κράτησαν έως το 1828, οπότε και ελευθερώθηκε από τα στρατεύματα του στρατηγού Μαιζών.

  

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου, « Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820»


 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους»,  της διδάκτορος ιστορίας  και Σχ. Συμβούλου Φιλολόγων Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Συλλόγου, την Τετάρτη  6  Απριλίου  2011  και  ώρα  7.00 μ.μ. 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Η Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Ιστορίας και ο  Βασίλης Τσιλιμίγκρας, τ. Σχ. Σύμβουλος, Φιλόλογος.

Η συμμετοχή και παρουσία σας στη νέα εκδοτική προσπάθειά μας για την τεκμηρίωση της τοπικής ιστορίας και μάλιστα στηριγμένη στην Οικογένεια Περρούκα, γνωστή για την προσφορά της στο Άργος και το έθνος μας γενικότερα, θα αποτελέσει για μας ιδιαίτερη τιμή.

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

Το Χρονικό του Μορέως  


 

Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.

Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το 1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.

Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ’ αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 5091.[1]

 

Κείμενο από το Χρονικό του Μορέως

 

Ο Πέτρος Π. Καλονάρος χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι 1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292.

 

Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αφηγηματικές ενότητες, όπως π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά.

Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων,  γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των.

Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.

 

 [ Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο την καθομιλουμένη, αλλά και την λόγια, όπως φαίνεται από κάποιους τύπους που χρησιμοποιεί. Επίσης πρέπει να γνώριζε καλά και την γαλλική γλώσσα, αν κρίνουμε από γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούνται. Σχετικά με την χρήση των γαλλικών λέξεων προκύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα αν είναι απλά αποτέλεσμα της ανάγνωσης του γαλλικού κειμένου ή αν είναι μάρτυρας της επίδρασης της γαλλικής γλώσσας στην ομιλία των κατοίκων της περιοχής. (H. Tonnet, Ιστορία τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ελλ. μτφρ. 1995, Αθήνα: Παπαδήμας ) ]

 

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης.

 

Η στέψη του Βονιφάτιου του Μομφεράτου σαν αρχηγού της 4ης Σταυροφορίας - έργο του Henri Decaisne (1840).

 

Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει, την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

 

«Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς  τους τοπικούς Ρωμαίους,

όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,

κ’ είπαν κ’ εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα

η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως’

ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,

ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ‘ς αύτην». (στ. 1424-1429) 

 

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων.

Ήταν τέτοια η καταπίεση της Βυζαντινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού.

Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής – μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:

 

«’Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει

τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,

να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,

και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,

τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .

το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.

Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,

εμεταστάθη, ως χριστιανός’ ο Θεός να τον συγχωρήσει.

Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,

θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,

διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν

δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

 

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο.

Απ’ την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες:

«Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα…» [2]

Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν.

 

Γοδεφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος - Geoffroi de Villehardouin

 

Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισσας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π.

[Το κείμενο του Χρονικού του Μορέως ήταν πηγή έμπνευσης για αρκετούς έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν έργα σχετικά με αυτήν την ιστορική περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Ο Αυθέντης του Μορέως), Άγγελος Τερζάκης (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ), Δημήτριος Βερναρδάκης (Μαρία Δοξαπατρή). Σήμερα είναι σημείο αναφοράς για την ιστορία όλων των πόλεων και των χωριών της Πελοποννήσου που αναφέρονται σε αυτό ].

Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα.

Ακόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα.

Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση:

 

«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες

εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου

κ ‘εκάμνασιν τον παρλαμά κ ‘επαίρναν την βουλή τους’

κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες,

μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης

και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,

όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

 

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ’ την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος.

Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον 14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.

Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι» ευγενικοί, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι, αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ’ άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός.

Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

 

«ποτέ. Ρωμαίου μη εμπιστευτείς δια όσα και σου ομνύει’

όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,

τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,

ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937). 

 

Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:

 

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,

να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.

Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ αναγιγνώσκεις’

ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ’

κ’ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,

επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,

όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

 

Γίνεται σαφές κι απ’ αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους – και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους.

Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

 

«Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα

όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,

πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

 

Και αλλού:

 

«Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,

το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,

αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν

καθώς βαρειώμαι γαρ κ’ εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).

 

Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!

Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας.

Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί.

Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική.

Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ’ εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.

Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό:

«ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία».

Και συνεχίζει:

«Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που – σπάνια – παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται».[3]

Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ’ την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ’ τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!

Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως».

Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», « Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» κ.ά.

Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ’ αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.

 

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Υποσημειὠσεις


 

[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ’ + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας ( Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς) ». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[3] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ’ έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

 

 

Πηγή


  • Ελληνικό ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό, «Διαπολιτισμός», http://www.diapolitismos.gr

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Άποψη του Άργους από τους κήπους της πόλης που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως (View of Αrgos) , Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας κάτω από το οποίο ανοίγεται μια σπηλιά και, στην κορυφή της νότιας πλαγιάς, το περίγραμμα κτισμάτων που ταυτίζονται πιθανώς με την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Πάνω από την πόλη διακρίνεται, ανάμεσα σε δύο δέντρα, αριστερά η πορεία του υδραγωγείου στην πλαγιά του βουνού.  

Ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, πέρασε από το Άργος στις 15 Ιουλίου του 1829.

Michel Sève, «Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος», Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1993.

 

Read Full Post »

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή


 

Ένα νέο βιβλίο από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», με τίτλο «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους και γενικότερα της Πελοποννήσου. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς της ιστορικού Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή. Στο βιβλίο της η κ. Καραγεώργου παρουσιάζει τη δραστηριότητα της σημαντικής προυχοντικής οικογένειας Περούκα με βάση πλούσιο οικογενειακό αρχείο που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Η συγγραφέας αναλύει την επιχειρηματική δράση της οικογένειας, τις επενδύσεις σε γη, τις φοροενοικιάσεις, τις εμπορικές συναλλαγές και συνεργασίες που είχε σε μια περίοδο που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 18ου έως το 1820 και με επίκεντρο την περιοχή του καζά του Άργους.

Η ανάλυσή της είναι ιδιαίτερα μεθοδική, αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών προϊόντων του καζά, και όχι μόνο, επικεντρώνει όμως, όπως είναι φυσικό, στη διακίνηση του κατεξοχήν εμπορευματοποιημένου προϊόντος, τη σταφίδα, του προϊόντος δηλαδή που όταν κυρίως οι συνθήκες του διεθνούς εμπορίου επέτρεπαν, παρείχε στους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα απόκτησης σημαντικών κεφαλαίων.

 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

 

Η ανάλυση των επιχειρηματικών και χρηματοπιστωτικών στρατηγικών, των σχέσεων μεταξύ εμπόρων, μεσαζόντων, γαιοκτημόνων και χωρικών, αλλά και του ευρύτερου εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από το Άργος και την Τριπολιτσά έως την Κωνσταντινούπολη, και όλα αυτά με ενάργεια και οικονομία λόγου, οδηγούν στη διαμόρφωση σαφούς εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην βόρεια Πελοπόννησο, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικογενειακού αρχείου.

Η συγγραφέας ξεφεύγει από μια απλή, έστω ενδελεχή, εξέταση των δραστηριοτήτων μιας προ­υχοντικής οικογένειας και επιδιώκει την αναγωγή από το ειδικό στο γενικό, από την οικονομική δραστηριότητα μιας οικογένειας στις ευρύτερες συνθήκες άσκησης εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στο ρόλο που έπαιξαν οι ανταγωνιστικές μεταξύ τους οικονομικές πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Παράλληλα, αναδεικνύει ζητήματα όπως το ενδιαφέρον φαινόμενο του «σκορπισμού», της εγκατάλειψης του τόπου από μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά, φαινόμενο που έλαβε αυξητικές τάσεις έως το 1820 εξαιτίας των έντονων φορολογικών πιέσεων, την καταχρέωση των φορολογουμένων και τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των οικονομικών των κοινοτήτων.

Μέσα από ένα πλούσιο σε πληροφορίες οικογενειακό αρχείο η συγγραφέας αναδεικνύει πέρα από τις οικονομικές στρατηγικές, υποβόσκουσες κοινωνικές αντιθέσεις, όπως στην περίπτωση των χωρικών σταφιδοπαραγωγών και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα έναντι των σταφιδεμπόρων-πιστωτών. Οι αντιθέσεις αυτές διαμόρφωσαν αποκλίνουσες προσμονές ως προς την προοπτική απεμπλοκής από το οθωμανικό σύστημα.

Η κ. Καραγεώργου αξιοποιεί συνθετικά τις πληροφορίες που προσφέρει το οικογενειακό αρχείο των Περούκα και με τη μελέτη της συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση των ευρύτερων κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων στην βόρεια Πελοπόννησο στα χρόνια πριν την επανάσταση.

(Από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »