Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

Το Χρονικό του Μορέως  


 

Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.

Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το 1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.

Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ’ αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 5091.[1]

 

Κείμενο από το Χρονικό του Μορέως

 

Ο Πέτρος Π. Καλονάρος χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι 1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292.

 

Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αφηγηματικές ενότητες, όπως π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά.

Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων,  γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των.

Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.

 

 [ Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο την καθομιλουμένη, αλλά και την λόγια, όπως φαίνεται από κάποιους τύπους που χρησιμοποιεί. Επίσης πρέπει να γνώριζε καλά και την γαλλική γλώσσα, αν κρίνουμε από γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούνται. Σχετικά με την χρήση των γαλλικών λέξεων προκύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα αν είναι απλά αποτέλεσμα της ανάγνωσης του γαλλικού κειμένου ή αν είναι μάρτυρας της επίδρασης της γαλλικής γλώσσας στην ομιλία των κατοίκων της περιοχής. (H. Tonnet, Ιστορία τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ελλ. μτφρ. 1995, Αθήνα: Παπαδήμας ) ]

 

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης.

 

Η στέψη του Βονιφάτιου του Μομφεράτου σαν αρχηγού της 4ης Σταυροφορίας - έργο του Henri Decaisne (1840).

 

Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει, την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

 

«Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς  τους τοπικούς Ρωμαίους,

όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,

κ’ είπαν κ’ εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα

η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως’

ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,

ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ‘ς αύτην». (στ. 1424-1429) 

 

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων.

Ήταν τέτοια η καταπίεση της Βυζαντινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού.

Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής – μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:

 

«’Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει

τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,

να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,

και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,

τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .

το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.

Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,

εμεταστάθη, ως χριστιανός’ ο Θεός να τον συγχωρήσει.

Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,

θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,

διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν

δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

 

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο.

Απ’ την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες:

«Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα…» [2]

Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν.

 

Γοδεφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος - Geoffroi de Villehardouin

 

Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισσας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π.

[Το κείμενο του Χρονικού του Μορέως ήταν πηγή έμπνευσης για αρκετούς έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν έργα σχετικά με αυτήν την ιστορική περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Ο Αυθέντης του Μορέως), Άγγελος Τερζάκης (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ), Δημήτριος Βερναρδάκης (Μαρία Δοξαπατρή). Σήμερα είναι σημείο αναφοράς για την ιστορία όλων των πόλεων και των χωριών της Πελοποννήσου που αναφέρονται σε αυτό ].

Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα.

Ακόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα.

Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση:

 

«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες

εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου

κ ‘εκάμνασιν τον παρλαμά κ ‘επαίρναν την βουλή τους’

κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες,

μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης

και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,

όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

 

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ’ την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος.

Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον 14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.

Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι» ευγενικοί, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι, αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ’ άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός.

Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

 

«ποτέ. Ρωμαίου μη εμπιστευτείς δια όσα και σου ομνύει’

όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,

τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,

ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937). 

 

Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:

 

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,

να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.

Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ αναγιγνώσκεις’

ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ’

κ’ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,

επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,

όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

 

Γίνεται σαφές κι απ’ αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους – και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους.

Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

 

«Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα

όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,

πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

 

Και αλλού:

 

«Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,

το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,

αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν

καθώς βαρειώμαι γαρ κ’ εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).

 

Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!

Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας.

Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί.

Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική.

Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ’ εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.

Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό:

«ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία».

Και συνεχίζει:

«Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που – σπάνια – παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται».[3]

Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ’ την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ’ τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!

Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως».

Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», « Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» κ.ά.

Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ’ αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.

 

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Υποσημειὠσεις


 

[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ’ + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας ( Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς) ». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[3] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ’ έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

 

 

Πηγή


  • Ελληνικό ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό, «Διαπολιτισμός», http://www.diapolitismos.gr

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Άποψη του Άργους από τους κήπους της πόλης που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως (View of Αrgos) , Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας κάτω από το οποίο ανοίγεται μια σπηλιά και, στην κορυφή της νότιας πλαγιάς, το περίγραμμα κτισμάτων που ταυτίζονται πιθανώς με την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Πάνω από την πόλη διακρίνεται, ανάμεσα σε δύο δέντρα, αριστερά η πορεία του υδραγωγείου στην πλαγιά του βουνού.  

Ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, πέρασε από το Άργος στις 15 Ιουλίου του 1829.

Michel Sève, «Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος», Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1993.

 

Read Full Post »

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή


 

Ένα νέο βιβλίο από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», με τίτλο «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους και γενικότερα της Πελοποννήσου. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς της ιστορικού Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή. Στο βιβλίο της η κ. Καραγεώργου παρουσιάζει τη δραστηριότητα της σημαντικής προυχοντικής οικογένειας Περούκα με βάση πλούσιο οικογενειακό αρχείο που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Η συγγραφέας αναλύει την επιχειρηματική δράση της οικογένειας, τις επενδύσεις σε γη, τις φοροενοικιάσεις, τις εμπορικές συναλλαγές και συνεργασίες που είχε σε μια περίοδο που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 18ου έως το 1820 και με επίκεντρο την περιοχή του καζά του Άργους.

Η ανάλυσή της είναι ιδιαίτερα μεθοδική, αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών προϊόντων του καζά, και όχι μόνο, επικεντρώνει όμως, όπως είναι φυσικό, στη διακίνηση του κατεξοχήν εμπορευματοποιημένου προϊόντος, τη σταφίδα, του προϊόντος δηλαδή που όταν κυρίως οι συνθήκες του διεθνούς εμπορίου επέτρεπαν, παρείχε στους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα απόκτησης σημαντικών κεφαλαίων.

 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

 

Η ανάλυση των επιχειρηματικών και χρηματοπιστωτικών στρατηγικών, των σχέσεων μεταξύ εμπόρων, μεσαζόντων, γαιοκτημόνων και χωρικών, αλλά και του ευρύτερου εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από το Άργος και την Τριπολιτσά έως την Κωνσταντινούπολη, και όλα αυτά με ενάργεια και οικονομία λόγου, οδηγούν στη διαμόρφωση σαφούς εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην βόρεια Πελοπόννησο, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικογενειακού αρχείου.

Η συγγραφέας ξεφεύγει από μια απλή, έστω ενδελεχή, εξέταση των δραστηριοτήτων μιας προ­υχοντικής οικογένειας και επιδιώκει την αναγωγή από το ειδικό στο γενικό, από την οικονομική δραστηριότητα μιας οικογένειας στις ευρύτερες συνθήκες άσκησης εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στο ρόλο που έπαιξαν οι ανταγωνιστικές μεταξύ τους οικονομικές πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Παράλληλα, αναδεικνύει ζητήματα όπως το ενδιαφέρον φαινόμενο του «σκορπισμού», της εγκατάλειψης του τόπου από μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά, φαινόμενο που έλαβε αυξητικές τάσεις έως το 1820 εξαιτίας των έντονων φορολογικών πιέσεων, την καταχρέωση των φορολογουμένων και τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των οικονομικών των κοινοτήτων.

Μέσα από ένα πλούσιο σε πληροφορίες οικογενειακό αρχείο η συγγραφέας αναδεικνύει πέρα από τις οικονομικές στρατηγικές, υποβόσκουσες κοινωνικές αντιθέσεις, όπως στην περίπτωση των χωρικών σταφιδοπαραγωγών και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα έναντι των σταφιδεμπόρων-πιστωτών. Οι αντιθέσεις αυτές διαμόρφωσαν αποκλίνουσες προσμονές ως προς την προοπτική απεμπλοκής από το οθωμανικό σύστημα.

Η κ. Καραγεώργου αξιοποιεί συνθετικά τις πληροφορίες που προσφέρει το οικογενειακό αρχείο των Περούκα και με τη μελέτη της συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση των ευρύτερων κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων στην βόρεια Πελοπόννησο στα χρόνια πριν την επανάσταση.

(Από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων

Read Full Post »

Έλληνες Πάπες


Η ελληνική παρουσία  στον θρόνο των ποντιφήκων

Ο παπικός θρόνος δεν μονοπωλήθηκε ευθύς εξαρχής από Δυτικοευρωπαίους ιεράρχες. Η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως στους αιώνες πριν από το Σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τον αντίκτυπό της στην παρουσία παπών ελληνικής καταγωγής στον θρόνο του Αγίου Πέτρου. Στη μελέτη αυτή κατ’ αρχήν εξετάζεται και αναδεικνύεται η ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, στη συνέχεια παρουσιάζονται οι Έλληνες επίσκοποί της και στο τέλος γίνεται λόγος για τον τελευταίο Έλληνα πάπα, τον Κρητικό Αλέξανδρο Ε’.

 

Η Ελληνικότητα της Αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης  

 

Ο Άγιος Πέτρος, Μονή Αγ. Αικατερίνης, Σινά.

Η άποψη του αείμνηστου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανε­πιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886-1979)[1] είναι πώς μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και Χρι­στιανοί ιουδαϊκής προέλευσης, αλλά ότι ως επί το πλείστον η Εκκλησία αυ­τή αποτελείτο από Χριστιανούς εξ εθνών, δηλαδή από τη Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Ελλάδα, οι οποίοι επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα, για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Αξίζει εδώ να επισημανθούν και να αναδειχθούν ορισμένα σημεία που πιστοποιούν και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης[2].

Ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες ήσαν και ελληνόφωνοι, που διαβιούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητας της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων  Ελλήνων επισκόπων της, για τους οποίους γίνεται αναλυτικός λόγος στη συνέχεια. Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που πιστοποιεί την ελληνικότητα της αρχαίας αυτής Εκκλησίας είναι η διασωθείσα φιλολογία.

Η ελληνόφωνη Εκκλησία της Ρώμης κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα ήταν ήδη «αξιόθεος», δηλαδή «αντάξια του Θεού»[3], διότι η «Ρωμαίων Εκκλη­σία» ενσωμάτωσε όλη την κληρονομιά της αποστολικότητας του Πέτρου και του Παύλου και από αυτήν προέκυψε το καθήκον να υπερασπίζεται ως «πρωτοκάθεδρη» με κύρος τις αλήθειες της πίστης και της παράδοσης[4]. Επομένως, η καταξίωσή της δεν οφειλόταν στο μέγεθός της ή στο ότι ήταν η Εκκλησία της πρωτεύουσας και στο ότι περιλάμβανε πολλούς πιστούς, αλλά στην προέλευση και την αποστολική καταβολή της, όπως και στο ορ­γανωτικό πνεύμα της, που διασφάλιζε την ευστάθεια και την ευταξία της [5].

Η ευθύνη της έγκυρης στήριξης της πίστης και της τάξης, μετά τους επισκόπους Ρώμης Λίνο (64/67-76/79) και Ανέγκλητο ή Ανάκλητο (76/79-88/91), διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με τους αρχαίους καταλόγους του Ηγησίππου[6], στον τρίτο διάδοχο των κορυφαίων αποστόλων, τον ελληνομαθέστατο επίσκοπο Φλάβιο Κλήμεντα (88/91-97/100), που θεώρησε καθήκον εξ ονόματος της Εκκλησίας του να αναλάβει πρωτοβουλία παρέμβασης για την επίλυση ενός σοβαρού εσωτερικού προβλήματος του εκκλησιαστικού σώματος της Κορίνθου, όταν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της διακονίας του «Πρεσβυτερίου» της από νεώτερα «λαϊκά» μέλη της.

Έτσι, «η μεγάλη τε και θαυμασία» κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ ιστ’ 16′) επιστολή του Κλήμη είναι γραμμένη στα Ελληνικά. Παράλληλα, στη Ρώμη γράφτηκε στα Ελληνικά, περί τα μέσα του 2ου αιώνα, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο[7]. Εκτός από τα έργα του Κλήμη και του Ερμά, συγγραφέα του έργου «Ο Ποιμήν» και αδελφού του πάπα Πίου, διασώθησαν και άλλα έργα, όπως η επι­στολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-107) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρα (166-174) προς την Εκκλησία της Κο­ρίνθου, οι οποίες επίσης γράφτηκαν στα Ελληνικά.

 

Η βασιλική του Κωνσταντίνου (σχέδιο μεταξύ 1483 και 1506)

 

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας αναγνωρίζεται ως ο κορυφαί­ος εκφραστής του δημόσιου αισθήματος της αρχαϊ­κής Εκκλησίας για την αποστολική λειτουργία της Εκκλησίας της Ρώμης, την οποία αναγνωρίζει ως «πρωτοκάθεδρη της αγάπης», όχι μόνο για τη φιλάνθρωπη αλληλεγγύη της, αλλά κυρίως για τη στοργική επιστασία της σε κάθε είδους ποιμαντική και διοικητική ανάγκη των «περιοικουσών» Εκκλησιών. Έτσι, δεν άργησε να τιμηθεί η καθέδρα του επισκόπου Ρώμης, ως η «ύπατη αποστολική αρχή» για τη στήριξη της πίστης και της παράδοσης, και να εξαρθεί η λειτουργία της ως «ο τόπος των Απο­στόλων» και ως κεντρικού «στύλου» του ιερού θε­σμού της Εκκλησίας.

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, καμία άλλη Εκκλησία δεν επιχείρησε να την υποκαταστήσει ή να της απευθύνει νουθεσίες, παραινέσεις ή ελέγ­χους, ώστε να κλονισθεί η αποστολική αυθεντία της. Η εξαιρετική προέλευση και τα έργα της αλλη­λεγγύης αυτής της Εκκλησίας ενίσχυσαν το κύρος της στην υπεράσπιση της αποστολικής παράδοσης για τα σοβαρά θέματα του «συνεορτασμού του Πάσχα» και του αναβαπτισμού των «αιρετικών».

Οι απολογητές Ιουστίνος (πεθ. 165) και Τατιανός (120-172), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα Ελληνικά, όπως Ελληνικά έγραψαν γνωστοί και μεγάλοι αιρετικοί συγγραφείς, εγκατεστημένοι στη Ρώμη, και στα Ελληνικά αντιμετωπί­σθηκαν τόσο από τον Ιουστίνο όσο και από τον γνω­στό Σμυρναίο επίσκοπο Λουγδούνου (Λυών) Ειρη­ναίο (140 – 202, επίσκοπος το 178). Ο Barnard[8] γρά­φει σαφώς ότι «μέχρι του τέλους του 2ου αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσή της ανατολική. Τα ονόματα των επι­σκόπων είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του 3ου αιώνα, ενώ η χρήση της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε ακόμη περισσότερο».

  

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η ελληνική γλώσσα, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρχιεπίσκοπος πρώην Θυατείρων και Μ. Βρετανίας, μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος (Φούγιας) (1924-2006), στο εξαίρετο και βαθυστόχαστο έργο του «Έλληνες και Λατίνοι» (σελ. 53), ήταν παράγο­ντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, διό­τι η λατινική ήταν ανεπαρκής για να εκφράσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσο­φίας. Μία παράγραφος του Αουλου Γέλλιου (Aulus Gellius), σημειώνει ο Η. Milman[9], απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράσει, παρά τις καινοτομίες του Κικέρωνα, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας.

Ένα πρόσθετο στοιχείο που ενισχύει την ελλη­νικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, και το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει παραγνωρισθεί, έγκειται στον τρόπο ανάδειξης του Λίνου ως επισκόπου Ρώμης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας είναι σαφής ως προς το ότι ο Λίνος αναδείχθηκε με κλήρωση: «μετά Πέτρον της Ρωμαίων εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται» και σε ένα άλλο σημείο: «μετά την Παύλου και Πέτρου μαρτυρίαν, πρώτος κληρούται την επισκοπήν Λίνος»[10]. Η ανάδειξη με κλήρωση στα αξιώματα κάποιας ελλη­νικής πόλης αποτελούσε την πιο δημοκρατική δια­δικασία.

Καίρια το επισημαίνει αυτό ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει: «Λέγον δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δ’ αιρετός ολιγαρχικόν»[11], περιγράφοντας τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους οποίους κυ­ριαρχούσε η κλήρωση. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η ανάδειξη του Ματθία στη θέση του Ιούδα ως δωδέκατου αποστόλου έγινε με κλήρωση[12], κατά τον τρόπο που προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα[13], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ μετά την ανάληψη του Χριστού έγινε με βάση ελληνικά πρότυπα[14].

Το πολιτικό ήθος των Ελλήνων υπεισήλθε στο ήθος και της Εκκλησίας της Ρώμης. Αξίζει να επισημανθεί ότι πριν από την αρχιερα­τεία του Σωτήρα (166-174), οι προεστώτες της εκ­κλησίας της Ρώμης ήσαν πρεσβύτεροι, όπως σα­φώς προκύπτει από τις επιστολές του Ειρηναίου προς τον επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, όταν του γρά­φει «οι προ σου πρεσβύτεροι», και προς τον επί­σκοπο Ρώμης Ανίκητο «λέγοντα, την συνήθειαν των προ αυτού πρεσβυτέρων οφείλειν κατέχειν»[15]. Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να εκληφθεί ως τάση ορ­γάνωσης της Εκκλησίας κατά το δημοκρατικό ήθος των Ελλήνων[16].

 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η λατινική παράδοση εγκαινιάσθηκε στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από Ρωμαίους, αλλά από Αφρικανούς Χριστιανούς. Έτσι, όταν ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει περί του Νοβάτου, του βίου και της αίρεσής του, αναφέρεται στην επιστολή του Κορνηλίου Ρώμης (251-252) προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) που γράφτηκε στα Ελληνικά[17], ενώ θεωρεί ως εξαιρετική και άξια μνείας την επιστολή του αγίου Κυπριανού (248/9-258) που γράφτηκε στα Λατινικά: «Ρωμαϊκή φωνή συντεταγμέναι, Κυπρια­νού και των αμ’ αυτώ κατά την Αφρικήν».

Μόλις περί τα μέσα του 3ου αιώνα υποχώρησε η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίσθηκε η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, διότι εάν δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν χριστιανικά κείμενα στα Λατινικά.

Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι την εποχή του Ευσέβιου αποκαλύπτει και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων μελών και ηγε­τών της. Αυτό το δηλώνει ο επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος γράφοντας στα Ελληνικά στον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα, του αναφέρει ότι «εξ αρ­χής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο» και «το μέχρι του καθ’ ημάς διωγμού (δηλ. του Δεκίου, 249-251) φυλαχθέν Ρωμαίων έθος», και του υπογραμμίζει τον ελε­ήμονα και ευεργετικό ρόλο της Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες («πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν εκκλησίαις τε πολλαίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας δι’ ων πέμπετε αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρω­μαίοι φυλάττοντες»)[18].

Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στη λατινική γλώσσα ήταν ο πάπας Λέων Α’ (440-461), ο οποίος στερέωσε τον λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης[19]. Αναμφισβήτητα υπήρξε μέγας, δεδομένου ότι διέσωσε τη Ρώμη τόσο από τον Αττίλα όσο και από τον Γιζέριχο, εγκαινιάζοντας παράλληλα το παπικό πρωτείο, το οποίο στήριξε σε ομιλίες του κα­τά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και στις επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως «primus omnium episcoporum» και δηλώνο­ντας ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η «plenitudo potestatis», η «solicitudo omnium pastorum» και η «communis cura universalis ecclesiae»[20]. Πρόκειται για εκ­φράσεις και συμπεριφορές που απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνο από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλά απ’ όλη την Ανατολική Εκκλησία.

 

Οι Έλληνες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρώμης

 

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμεινε ενωμένη, έστω και με δύο μέρη, υπό τους γυιούς του Μ. Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η Εκκλησία, αντίθετα, έδειχνε σημεία διαίρεσης σε Λατινική και Ελληνική. Στην Ανατολή επικράτησαν τα ελληνικά στοιχεία, κυρίως στον στρατό και στη νομοθεσία.

Η Ιστορία γνωρίζει Λατίνους στη Δύση και Έλληνες στην Ανατολή, με την κορυφαία διαφορά ότι αρκετοί Έλληνες έγιναν πάπες (του­λάχιστον 12 κατά τον π. Νικηφόρο Βιδάλη)[21] ή αντιπάπες, αλλά ουδείς Λατίνος έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό θα μπο­ρούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη της μεγαλύτερης ελευθερίας που επικρατούσε στην Ρώμη προς τους Έλληνες, ως ένδειξη ασφάλειας που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι ή ακόμη και ως μία οφειλή που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι προς τους Έλληνες που ίδρυσαν την Εκκλησία της Ρώμης[22]. Οι Έλληνες πάπες της Ρώ­μης υπερβαίνουν τους 20, διότι οι Σύριοι και οι άλλοι Ανατολί­τες πάπες πρέπει να θεωρη­θούν ελληνίζοντες, δεδομένου ότι έγραψαν στα Ελληνικά[23].

Χαρακτηριστική είναι η περί­πτωση του αγίου Ιππολύτου (217-235), μαθητή του αγίου Ει­ρηναίου, επισκόπου Λυών, ο οποίος φέρεται στο Annuario Pontifico ως Ρωμαίος, ενώ οι Ρω­μαιοκαθολικοί πατρολόγοι J. Quasten και Β. Altaner γράφουν χωρίς επιφυλάξεις ότι ήταν Έλληνας από την Ανατολή[24]. Τα γεγονότα και τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Λατι­νική Εκκλησία της Ρώμης αποτελούσε συνέχεια της Ελληνι­κής Εκκλησίας στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα.

Η προσάρτηση της διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού στη Νέα Ρώ­μη είχε αρνητικές ιστορικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις στην Ορθό­δοξη εξέλιξη του πρώτου Δυτικού πατριαρχείου. Στην αρχαία αυτή καθέ­δρα είχαν αρχιερατεύσει μέχρι τότε 13 ελληνόφωνοι επίσκοποι, με τελευταίους τον Εφέσιο πάπα Ιωάννη ΣΤ’ (701-705) και τον Καλαβρό Ιωάννη Ζ’ (705-707). Κατά την περίοδο της βασιλείας των Λέοντα Γ’ και Κωνσταντίνου Ε’ αρχιεράτευσαν ο συριακής καταγωγής πάπας Γρηγόριος Γ’ (731-741) και ο Έλληνας Ζαχαρίας (741 -752). Οι ελληνικής και συριακής καταγωγής πάπες οι οποίοι κάθισαν στο Σύνθρονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από το 607 έως το 752, υποστήριξαν σθε­ναρά την Ορθόδοξη πίστη, ίσως διότι διατελούσαν ακόμη υπό την πνευμα­τική επιρροή της Ανατολής.

Οι περισσότεροι προστάτευσαν την οικουμενι­κότητα του θρόνου τους, παρά τις επεμβάσεις των Φράγκων, τόσο στο θέ­μα της παρεξήγησης του όρου περί των αγίων εικόνων, όσο και στην εισαγωγή του διφορούμενου όρου του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, που δυστυχώς άνοιξε τον δρόμο προς την ετεροδοξία. Όσο κυριαρχούσε το ελ­ληνικό εικονόφιλο πνεύμα, το πατριαρχείο Παλαιάς Ρώμης ήταν το κέντρο αντίστασης της Ορθοδοξίας και το καταφύγιο ευσεβών κληρικών.

Η περίοδος της αρχιερατείας του επισκόπου Στεφάνου Β’ (752-757) αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας της Ρώμης στρέφοντας οριστικά την παπική έδρα προς τους Φράγκους. Η προ­οδευτική εγκατάλειψη της Ρώμης από το Βυζάντιο, οι απειλές των εικονομάχων και οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων, ανάγκασαν τον πάπα Στέφανο Β’ να καταφύγει στον Πιπίνο τον Βραχύ, που ουσιαστικά «ελευθέρωσε» τη Ρώμη από τη διπλή απειλή εξ Ανατολών και Βορρά[25].

 

 Έλληνες Πάπες

 

Πάπας Ανάκλητος

Ως ένας από τους πρώτους Έλληνες επισκό­πους της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται ο Ανάκλη­τος ή Ανάγκλητος (76/79-88/91), ο διάδοχος του Λί­νου, ο οποίος ήταν Αθηναίος. Διάδοχός του υπήρξε ο Κλήμης. Τρίτος επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με τον Ειρηναίο, ήταν ο Ευάρεστος που διετέλεσε επίσκοπος της επτάλοφης πόλης, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, από το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού μέχρι το τρίτο του Τραϊανού, δηλαδή από το 97 μέχρι το 105 μ.Χ.[26]

Πάπας Ευάρεστος

Η πληροφορία ότι ο Κλήμης καταγόταν από τον αυτοκρατορικό οίκο των Φλαβίων, έχει κριθεί ανυπόσταστη[27]. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για τον συνεργάτη του αποστόλου Παύλου στην κοινότητα των Φιλιππησίων, άποψη που αποδέχεται ο Ωριγένης[28], θεωρείται όμως απί­θανη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τον Ειρηναίο, ο οποίος αναφέρει ως βοηθό του αποστόλου τον Λίνο[29]. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του με την πρόσδεση άγκυρας στον λαιμό του, στο λιμάνι της Χερσώνας, δεν φαίνεται ακριβής, δεδομένου ότι ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι ο Ευσέβιος κάνει λόγο για φυσικό θάνατό του[30]. Ο Κλήμης είναι ο συγγραφέας των δύο περίφημων επιστολών προς τους Κορινθίους.

 

Πάπας Τελεσφόρος

Επόμενος Έλληνας πάπας μετά τον Ευάρεστο ήταν ο Τελεσφόρος (125-136), του οποίου η θητεία συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138)[31]. Με ελληνική καταγωγή (γεννήθηκε στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας), πολέμησε τις αιρέσεις των Γνωστικών και εισήγαγε πολλές λατρευτικές διατάξεις, όπως τη νηστεία της Σαρακοστής, την καθιέρωση τριών λειτουργιών κατά τα Χριστούγεννα (ανάλογα με την επιθυμία του ιερέα) και τη θέσπιση του ύμνου «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» κατά τη θεία λειτουργία. Μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού («ός και ενδόξως εμαρτύρησεν», γράφει ο Ειρηναίος Λουγδούνου)[32].

Πάπας Υγίνος

 Τον Τελεσφόρο διαδέχθηκε ο Υγίνος ο οποίος, σύμφωνα με παλαιές πηγές, φέρεται ως Αθηναίος[33]. Η αρχιερατεία του διήρκεσε από το 136 έως το 140, ή, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, από 148 έως το 142. Απεβίωσε κατά το «τέταρτον της επισκοπής έτος»[34]. Η περίοδος της αρχιερατείας του συμπίπτει με τη μακρά ειρηνική και εποικοδο­μητική περίοδο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Αντώνιο Πίο (138-161).

 

 

 Στον Υγίνο αποδίδονται αρκετές εκκλησιαστικές, λατρευτικές και θεολογικές οδηγίες, όπως ο προσδιορισμός των μικρών βαθμών του ιερατείου, η ονομασία των ιερατικών οφφικίων, η επιβεβαίωση ότι η πληρότητα του ιερατείου περιέχεται μόνον στο επι­σκοπικό αξίωμα, η άποψη ότι οι επί­σκοποι μαζί με τον πάπα αποτελούν τη διδάσκουσα Εκκλησία, η θέσπιση αναδόχων για το βάπτισμα των κα­τηχούμενων.

Πάπας Ελεύθερος

Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Ελευθέρου ή Ελευθερίου (που αναφέρεται ως «δωδέκατος από των αποστόλων»), Έλληνα την καταγωγή από τη Νικόπο­λη της Ηπείρου[35]. Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Αύγουστο σε ανάμνη­ση της νίκης του επί του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), απο­τελούσε σημαντικό κέντρο της Δυτικής Ελλάδας. Η χριστιανική Εκκλησία της Νικόπολης ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο, και γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και σήμερα η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης αναγνωρίζεται ως αποστολική. Από πληροφορία του Ηγησίππου (που αναφέρεται στην προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης), συνάγεται ότι ο Ελεύθερος υπήρξε διάκονος του Ανικήτου (τον Ανίκητο διαδέχθηκε ο Σωτήρ από την Καμπανία (166-175) και αυτόν ο Ελεύθερος).

Ο Ελεύθερος ποίμανε την Εκκλησία κατά την περίοδο της αυτοκρατο­ρίας του Μάρκου Αυρηλίου (168-180) και του γιου του Κόμμοδου (180-192). Παρά το γεγονός ότι ο Κόμμοδος δεν είχε τις αρετές του πατέρα του, κα­τά την περίοδο της διακυβέρνησής του, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, «η κατάσταση των Χριστιανών βελτιώθηκε και, θεία βουλήσει, η ει­ρήνη επεκτάθηκε σε όλες τις Εκκλησίες της αυτοκρατορίας. Ο λόγος της σωτηρίας άρχισε να ελκύει τις καρδιές των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τά­ξης και εκτενώς δόξαζαν τον Πλάστη του Σύμπαντος, έτσι ώστε στη Ρώμη πολλοί επιφανείς άνθρωποι με ολόκληρη την οικογένειά τους αγκάλιαζαν τη διδασκαλία της σωτηρίας»[36]. Η αρχιερατεία του Ελεύθερου συνέπε­σε με την αίρεση του Μοντανισμού και με τους διωγμούς του Μάρκου Αυ­ρηλίου (177-178) κατά των Χριστιανών.

Ο επόμενος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αντέρως, ο οποίος εποίμανε την Εκκλησία επί 43 ημέρες (29/11/235-3/1/236).

Η ποιμαντορία της ρωμαϊκής Εκκλησίας από τον αθηναϊκής καταγωγής Σίξτο (30/8/257-6/8/258) σημαδεύθηκε από ένα διάταγμα του Βαλεριανού (τον Αύγουστο του 257), το οποίο θεωρούσε τη χριστιανική θρησκεία παράνομη, υποχρέωνε τον κλήρο να θυσιάζει στους θεούς και απαγόρευε στους Χριστιανούς να συγκεντρώνονται στις κατακόμβες[37].

 

Tο μαρτύριο του πάπα Σίξτου.

 

Ο Ευσέβιος Καισαρείας[38] εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Βαλεριανός άλλα­ξε τακτική έναντι των Χριστιανών και, ενώ στην αρχή ήταν ανεκτικός, στη συνέχεια έγινε εχθρός τους. Μεταξύ των μαρτύρων αυτού του διωγμού συ­γκαταλέγεται ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης (13/9/257), αλλά και ο ίδιος ο Σίξτος (6/8/258). Βραχεία υπήρξε και η ποιμαντορία της Εκκλησίας της Ρώμης από τον Ευσέβιο (18/4/309 ή 310 – 17/8/309 ή 310), ο οποίος βρέθηκε ενώπιον των δραματικών καταστάσεων της εποχής του Κωνσταντίνου, του Λικίνιου και του Μαξέντιου.

Πάπας Ζώσιμος

Η ποιμαντορία της έδρας του αποστόλου Πέτρου από τον Έλληνα Ζώ­σιμο (από την Καππαδοκία) (18/3/417-26/12/418) χαρακτηρίζεται από τη στά­ση του έναντι της αίρεσης του πελαγιανισμού (η οποία είχε καταδικασθεί από τον προκάτοχό του Ιννοκέντιο Α’), καθώς και από την έκδοση εγγρά­φου σχετικού με την αμαρτία, το οποίο ο ιερός Αυγουστίνος επαινεί για τη σαφήνειά του.

Ο Ζώσιμος αγωνίσθηκε για την επιβολή πειθαρχίας στον κλήρο, την κατάργηση της δουλείας και των ανήθικων θεαμάτων. Επιπλέον κατόρθωσε να επιβάλει τα δικαιώματα της Αποστολικής Έδρας στους επισκόπους της Αφρικής[39].

 

Ρωμαίος, αλλά ελληνικής καταγωγής, ήταν ο Βονιφάτιος Γ’ (19/2/607 -12/11/607), ο οποίος είχε διατελέσει αποκρισάριος του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου (590-604), του επονομαζόμενου Διαλόγου, λόγω του συγγραφικού του έργου στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πάπας Θεόδωρος Α΄

Ο Ιεροσολυμίτης, Έλληνας πάπας, Θεόδωρος Α’ (642-649) τάχθηκε κατά της αίρεσης του μονοθελητισμού και υιοθέτησε τον τίτλο «πατριάρχης της Δύσεως». Ο Κύπρου Σέργιος του απέστειλε εγκάρδιο γράμμα, στο οποίο τον αποκαλεί «στήριγμα θεοπαγές και ασάλευτον, και στηλογραφίαν δια­φανή της πίστεως… την σην αποστολικήν καθέδραν ιδρύσατο Χριστός ο Θεός ημών. Συ γαρ… υπάρχεις Πέτρος, και τω σω θεμελίω της Εκκλησίας οι στύλοι πεπήγασι»[40].

Πάπας Ιωάννης ΣΤ΄

Από τη Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την Έφεσο, καταγόταν ο Ιωάν­νης ΣΤ’ (30/10/701 – 11/1/705), του οποίου η διαποίμανση χαρακτηρίσθηκε από σύνεση και από το ειρηνοποιό του πνεύμα. Δύο επιτεύγματα ιστορικής σημασίας καταγράφονται στο ενεργητικό του. Πρώτον, η συνετή του στά­ση έναντι του αξιωματούχου Θεοφύλακτου, Βυζαντινού έξαρχου στην Ιτα­λία, που κατευθυνόταν στη Ρώμη με κακές προθέσεις και τον οποίο ο Ιω­άννης κατόρθωσε να τον κατευνάσει ώστε να μην καταστρέψει την πόλη. Δεύτερον, η σωτηρία και η αποσόβηση του κινδύνου των επαρχιών της Ν. Ιταλίας από τον δούκα των Λογγοβάρδων Γκισούλφο Μπαμπάρδο[41].

 

Πάπας Ιωάννης Ζ΄

Τον Ιωάννη ΣΤ’ διαδέχθηκε ο γεννημένος στην Καλαβρία Έλληνας Ιωάννης Ζ’ (1/3/705 – 18/10/707), ο οποίος άφησε αγαθή μνήμη για τη διαχείρι­ση της εκκλησιαστικής περιουσίας και για τη φροντίδα του να στολίσει τη Ρώμη με μνημεία.

Στον Έλληνα πάπα Ζαχαρία (10/12/741 – 22/3/752) οφείλεται η μετάφρα­ση από τα Λατινικά στα Ελληνικά των τεσσάρων βιβλίων «Διάλογοι του πά­πα Γρηγορίου του Μεγάλου» (590-604), καθώς και η στέψη του Πιπίνου του Βραχέος ως βασιλέα των Φράγκων (751), πράξη που εγκαινίασε τη δυνατότητα των παπών να στέφουν και να καθαιρούν τους Φράγκους βασιλείς δια­σφαλίζοντας ταυτόχρονα την ιερότητα αυτής της πράξης από τους Φρά­γκους[42].

Πάπας Ζαχαρίας

Στην ιστορική αναδρομή των Ελλήνων που ποίμαναν την αποστολική έδρα του Πέτρου πρέπει να προσθέσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, την ανα­γνώριση της σημαντικής συμβολή της Ρώμης κατά την Εικονομαχία, δεδο­μένου ότι στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 24/9-23/10/787) μετείχαν ως εκπρόσωποι του πάπα Αδριανού Α’ (772-795) δυο τοποτηρητές του, ο πρω­τοπρεσβύτερος Πέτρος στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Έλληνας ηγούμενος Πέτρος «ελληνικής» μονής του Αγίου Σάββα στη Ρώμη[43]. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο πάπας Ιωάννης Α’ (523-526) ήταν ο πρώτος πάπας που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 524. Πα­ράλληλα, υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος πάπας που έστεψε Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστίνο Α’, το Πάσχα (19 Απριλίου) του 524, όταν λει­τούργησε «λατινίδι τη φωνή» στη δεύτερη βασιλική της του Θεού Σοφίας, του Θεοδοσίου Β’.

 

Αλέξανδρος Ε’: Ο τελευταίος Έλληνας πάπας

 

Για την πολυκύμαντη και πολυσχιδή δραστηριότητα του πάπα Αλεξάν­δρου Ε’ κάνει λόγο ο Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Ο Πέτρος Φιλάργης εί­χε γεννηθεί στην Κρήτη περί το 1340[44]. Προφανώς δεν είχε οικογένεια και έλαβε το όνομα Πέτρος από τον Χάνδακα. Διδάχθηκε Λατινικά από έναν Μινορίτη μοναχό. Ως Φραγκισκανός μοναχός στην Κρήτη το 1357, στάλθηκε από το ισχυρό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου στην Πάδοβα, φοί­τησε στο εκεί πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογία στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και των Παρισίων, όπου αναγο­ρεύθηκε διδάκτωρ, διδάσκοντας μάλιστα επί ένα διάστημα. Στο συγγραφι­κό του έργο συγκαταλέγονται σχόλια στα Sententiae του Πέτρου του Λομ­βαρδού[45].

Αλέξανδρος Ε’

Εγκατέλειψε όμως την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία όταν το 1378 εκδηλώθηκε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το μεγάλο σχί­σμα και όλοι οι οπαδοί του πάπα Ουρβανού ΣΤ’ εκδιώχθηκαν από το Πανε­πιστήμιο των Παρισίων. Το 1384 μετέβη στην Παβία, το 1386 εξελέγη επί­σκοπος Πιατσέντσας και το 1388 επίσκοπος Βιτσέντσας. Παράλληλα γνώ­ρισε τον Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και έγινε πολιτικός του σύμβουλος, με­τέχοντας σε διπλωματικές αποστολές στην Πράγα.

Με την υποστήριξη του Βισκόντι αναδείχθηκε αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων το 1402. Αν και στενά συνδεδεμένη με την Αυλή της Γαλλίας (λόγω του μεγάλου σχίσματος στο εσωτερικό της), η οικογένεια Βισκόντι δεν είχε εντούτοις εγκαταλείψει και τον ποντίφηκα της Ρώμης. Πάπας στην Αβινιόν ήταν ο Βενέδικτος ΙΓ’, ενώ στη Ρώμη ο Ιννοκέντιος Ζ’, ο οποίος επιζητούσε τη φιλία των Βισκόντι και του Πέτρου Φιλάργη. Από τότε ο Φιλάργης έγινε ιδιαίτερα σημαίνον πρό­σωπο για την παπική Αυλή. Το 1405 τιμήθηκε με τον τίτλο του καρδιναλίου και στάλθηκε ως πρεσβευτής στη βόρεια Ιταλία, όπου συνασπίσθηκε με τους υπόλοιπους καρδιναλίους προγραμματίζοντας σύνοδο για να επιτευ­χθεί η ένωση της Καθολικής Εκκλησίας.

Στις 25 Μαρτίου 1409 άρχισε η Σύνοδος της Πίζας, κατά την οποία ο Πέ­τρος Φιλάργης αναδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος. Στις 26 Ιουνίου 1406 εκλέχθηκε πάπας, έχοντας εξα­σφαλίσει τα δύο τρίτα του κον­κλαβίου. Έλαβε το όνομα Αλέ­ξανδρος Ε’ και όφειλε πλέον να φροντίσει για την ειρήνη του Καθολικού κόσμου, και για την καλή λειτουργία της μηχανής της παπικής εξουσίας, με όρα­μα την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Ως Φραγκισκανός, προώθησε αμέ­σως βούλλες (προνόμια) υπέρ του τάγματός του, ελπίζοντας ίσως ότι οι Φραγκισκανοί θα ανανέωναν το εκκλησιαστικό σώμα.

Ο Αλέξανδρος Ε’ επιθυμούσε το τέλος του σχίσματος μεταξύ της Αβινιόν και της Ρώμης. Αναγνωρίσθηκε από πολλές ιταλικές πόλεις, από τη Γαλλία, την Αγγλία, ένα τμήμα της Γερμανίας και από τη Βοημία. Ο σπουδαιότερος αντίπαλός του ήταν βέ­βαια η ίδια η Ρώμη. Μετά από οκτώ μήνες, την 1η Μαΐου 1410, η Ρώμη έπε­σε και ο Αλέξανδρος Ε’ θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί ως πνευματικός ηγέτης της παπωσύνης με τη δύναμη των όπλων. Τελικά όμως δεν κατόρ­θωσε να εισέλθει στη Ρώμη. Ασθένησε στην Μπολώνια, απεβίωσε στις 4 Μαΐου 1410 και ετάφη στο κοιμητήριο του τάγματος των Φραγκισκανών.

Ευαίσθητος στις πράξεις συμφιλίωσης, ο Μάρκος Ρενιέρης υπογραμμί­ζει ιδιαίτερα τη διαλλακτική στάση του Αλεξάνδρου και τις προσπάθειές του να κατευνάσει τα πάθη και να συμβιβάσει τα πνεύματα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ρενιέρης θέλησε να προβάλει στο πρόσωπό του τις αστείρευτες δυνάμεις του Ελληνισμού ο οποίος, αν και κάτω από ξένη κυριαρχία, κατόρθωσε, παρά τις εθνικές αντιξοότητες, να διαδραμα­τίσει ηγετικό ρόλο στη Δύση[46].

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του επίσης Κρητικού Οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι (1572-1638), ο οποίος με σπάνιες ικανότητες, οπλισμένος με μόρφωση, παρρησία και μεγαλειώ­δες παράστημα, υπηρέτησε τον Ελληνισμό στις πλέον κρίσιμες στιγμές του, κατορθώνοντας να καταστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο παράγο­ντα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις δύο αυτές προσωπικότητες της Κρή­της διέβλεπε ο Ρενιέρης δυνατότητες για την αποκατάσταση της Ένωσης των Εκκλησιών, που αποτελεί μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

 

 Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Διδάκτωρ Κοινωνικών & Οικονομικών

Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης

 Περιοδικό, «Ιστορικά θέματα», τεύχος 90, Δεκέμβριος 2009.

 

Υποσημειώσεις


  

[1] Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, Αθήνα 1937, σελ. 10.

[2] Μεθόδιος Φούγιας, Έλληνες και Λατίνοι, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1994, 48-54 (β’ έκδ.).

[3] Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Ρωμαίους Ι 6-9, στη σειρά Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, τ. Β’, Αθήνα 1955.

[4] Ειρηναίος, Κατ’ Αιρέσεων 3,33.

[5] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τ. Α’ (50 μ.Χ. -1850), Εκδ. Σταμούλης, Αθήνα 2008, σελ.69.

[6] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 51,5.

[7] Α. Hahn et al., Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der alten Kirche, Μπρεσλάου 1897 (ανατ. G. Olms, Χίλντεσχαίμ 1962), 22-23.

[8] L. W. Barnard, Studies in Church History and Patristics, Θεσσαλονίκη 1978, 26 (στη σειρά Analekta Vlatadon, αρ. 26).         

[9] Η. Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicholas V, τ. I, Λονδίνο 1857 (β’ έκδ.), σελ. 31, σε σημείωση.

[10] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Γ’ 4,8, και Γ’ 1,2, αντίστοιχα.

[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ’ 9, 1294 β 8-9.

[12] Πράξεις των Αποστόλων α’ 23-26.

[13] Για τη σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πρακτικής της κλήρωσης με την εκκλησιαστική παράδοση βλ. Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η άμεση δημοκρατία στην εκλογή επισκόπων και ο τελευταίος Έλλην πάπας», Η Νέα Πολιτική, τχ. 19, Μάιος 2007, σελ. 61, του ιδίου, «Εναλλακτική πρόταση για την εκλογή επισκόπων», Το Βήμα, Μ. Παρασκευή 25 Απριλίου 2008, σ. Α10, του ιδίου, «Η εκλογή επισκόπων και η αρχαία ελληνική δημοκρατία», Η Νέα Πολιτική, τχ. 34, Οκτώβριος 2008, 39-40. 

[14] Ιωάννης (Ζηζιούλιας) Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Η συνάντηση δυο κόσμων, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2008 (β’ έκδ.), σελ. 127.

[15] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 24,15 και 24,16 αντίστοιχα.

[16] Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 1959, σελ. 49, σημ. 7.

[17] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ’ 43 και ΣΤ’ 43, 3, αντίστοιχα.

[18] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 23, 9 και 10.

[19] Milman, Α’, 170. Πρβλ. Στεφανίδη, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α’ και Λέων ο Α’ εν ταις σχέσεσιν αυτών προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορας και τας υπ’ αυτών συγκαλουμένας οικουμενικάς συνόδους», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 1924.

[20] Φούγιας, σελ. 54.

[21] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι Ποντίφικες και το έργο τους, Εκδόσεις Κ.Ε.Ο, Αθήνα, 1994, σελ. 170.

[22] Ch. Diehl, Byzantium. Greatness and Decline, Rutgers Univ. Press, 1957, σσ. 241-50.

[23] Gay, «Quelques remarques sur les papes Grecques et Syriens avant la querelle des Iconoclastes (678-715)», Melanges P. Schlumberger, τ. I, Παρίσι 1924, 40 (αναφ. από τον Φούγια, σελ. 62, σημ. 41).

[24] J. Quasten, Patrology, τ. II (1962), 163, Β. Altaner, Patrologie. Leben Schriften und Lehre der Kirchenvaeter, Φράιμπουργκ 1958,183 (5η έκδ.). To ίδιο ισχύει και στους καταλόγους των παπών που έχει συντάξει ο αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 802-4.

[25] Πανώτης, σσ. 252-3.

[26] Ειρηναίος, Έλεγχος 3,3,3, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 15, 34.

[27] Για τη σχετική επιχειρηματολογία βλ. Δ. Μπαλάνο, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1930, σελ. 31 κ.εξ.

[28] Απ. Παύλος, προς Φιλιππησίους δ’ 3, Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, ΣΤ’ 36.

[29] Δημ. Μπαλάνος, Πατρολογία, σελ. 32, Σωφρόνιος (Ευστρατιάδης) Λεοντοπόλεως, Λεξικόν της Καινής Διαθήκης, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια, 1910 (ανατ.: Αθήνα, εκδ. Πελεκάνος, 2001), σελ. 436.

[30] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 34.

[31] Ο όρος «πάπας» προέρχεται από το αραμαϊκό Abba (ab στην εβραϊκή), που σημαίνει πατέρας. Ο τίτλος του πάπα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον πειθαρχικό και αυστηρό επίσκοπο Ρώμης Σιρίκιο (384-399), αλλά η τακτική χρήση του άρχισε επί, επισκόπου Ρώμης Αγαπητού (535-536): Πανώτης, σα. 151, 220, σημ. 26.

[32] Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων Γ 3,3. Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 10, Ε’ 6,4.

[33] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι ποντίφικες, σελ. 57.

[34] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Δ’ 10, 11, 6.

[35] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε’ (πρόλογος) 1. Ε 3,4, Π. Χρήστου, «Ο Έλλην πάπας Ελεύθερος (175-189)», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Β’ (1980).

[36] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε 3,4, 4,1, Ε 21,1.

[37] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι, σελ. 73.

[38] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’ 10.

[39] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Σελ. 94.

[40] Πανώτης, Το Συνοδικόν, σελ. 229.

[41] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, 150-1.

[42] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, σελ. 160.

[43] Β. Σταυρίδης, Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος Νίκαια (β’), Θεσσαλονίκη 1987, Πανώτης, 262-5.

[44] Μ. Ρενιέρης, Ιστορικαί Μελέται. Ο Έλλην Πάπας Αλέξανδρος Ε’. Η εν Βασιλεία Σύνοδος, σσ. 1-105, κεφ. Ι-Θ.

[45] Fr. Ehrle, Der Sentenzenkommentar Peters von Candia, des Pisaner Papstes Alexander V (1925) (αναφ. από τον Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 562-3).

[46] Ρωξάνη Α. Αργυροπούλου «Μάρκος Ρενιέρης: Η ρομαντική ιστοριογραφία στην φιλοσοφική της θεώρηση», Μ. Ρενιέρη, Ιστορικαί Μελέται, σσ. ξα’- πγ’.

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Η μάχη στο Μαραθώνα. Ο Γούρας (Γκούρας) καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

    

Η μάχη της Βέργας. Νίκη του Μαυρομιχάλη και των Λακώνων περί Βέργαν. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.





Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.



Ο Κωλέτης αναγγέλλει τοις Έλλησι την εκλογήν Όθωνος. Peter Von Hess.

 

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:

 

Ανδρέας Μιαούλης. Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον εχθρικόν στόλον περί την Κω. Peter Von Hess.

Read Full Post »

Διάλεξη του Dr. Richard Hunter στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

 

 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 23 Μαρτίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Dr. Richard Hunter, Καθηγητής στη Βασιλική Έδρα Ελληνικών και Εταίρος του Trinity College, Πανεπιστήμιο Cambridge. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου μας, θα είναι: «The classical past in ancient Greek literature».  Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα και θα διανεμηθεί εκτενής μετάφραση της στην ελληνική.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Χουρσίτ  Πασάς 

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε. Μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων, το Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Λιθογραφία, Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier, Τυπ. P. Simonau, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1826.

«Η δε Οθωμανική Πόρτα από μεν τον κατά του Αλή Πασά πόλεμον δεν παρητήθη, υπώπτευε δε και τα των Ελλήνων πράγματα· όθεν διώρισε Μπινά Εμίνην εις την Πελοπόννησον να επισκευάση τα φρούρια, και να τα εφοδιάση· διώρισε δε και τον τότε ηγε­μονεύοντα εκεί Ιμπραχήμ Πασά να περιέλθη εις επίσκεψιν όλων των φρουρίων της Πελοποννήσου, δια να ιδή, εάν καλώς επεσκευάσθησαν και εφωδιάσθησαν και μετά την περιήγησίν του, εκείνον μεν διώρισαν εις άλλην ηγεμονίαν, εις δε την της Πελοποννήσου διωρίσθη ο Χουρσήτ Πασάς …  εν ω κατεγίνοντο να θεραπεύσωσι και την εκείνων δυσαρέσκειαν, και εκ συμφώνου άπαντες να φροντίσωσι περί της ευταξίας του πράγματος, έφθασεν εις την Πελοπόννησον ο Χουρσήτ Πασάς, περί του οποίου οι εν Κωνσταντινουπόλει Αδελφοί ειδοποίησαν, ότι έχει μυστικάς επιταγάς να παρατηρήση προσεκτικώς τα κινήματα των Πελοποννησίων, και, αν η χρεία το καλή, να εμβάση στρατεύματα από την Ρούμελην προς ασφάλειαν. Όθεν έμειναν οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου συνεσταλμένοι, υποπτεύοντες μάλλον από τον Δραγουμάνον, Σταυράκην Ιωβίκην, Κωνσταντινουπολίτην, όστις λάτρης ων του Οθωμανικού γένους, παρατηρεί να ανακάλυψη τι, δια να προδώση τους Ομογενείς.
  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

   Ο Χουρσήτ Πασάς λοιπόν, αφ’ ου παρετήρησε με όμμα Οθωμανικόν το εσωτερικόν της Πελοποννήσου, και δεν είδε τι ψηλαφητόν πράγμα εναντίον της Διοικήσεως, ημέλησε την από της Ρούμελης είσοδον των Στρατευμάτων, και επροσπάθει να αναπαύση και την Πόρταν. Αλλ’ η Οθωμανική Πόρτα, αφ’ ου ανεκάλυψε καλώς τα της Εταιρίας και δια διαφόρων προδοσιών και δια των εγγράφων, όπου ευρέθησαν εις τον Αριστείδην και Ίππατρον οίτινες συνελήφθησαν ο μεν εις την Σερβίαν, ο δε εις την Μακεδονίαν, έλαβε μέτρα δραστηριώτερα κατά του Ελληνικού Έθνους· και τον μεν Χουρσήτ Πασάν διώρισεν Αρχιστράτηγον εναντίον του Αλή Πασά, επειδή και η εκείνου υπόθεσις δεν επρόβαινε κατά την αρέσκειαν του Σουλτάνου….» [ Γερμανού 1837]

(Πηγή: Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007). 

Χουρσίτ Πασάς. Εκδ. Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1829.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »