Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Read Full Post »

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)

 

   

Το Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί από την ΕΤ1 η τρίτη εκπομπή, με την οποία κλείνει το αφιέρωμα της στην Αργολίδα, η επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου.

Το Άργος που μαζί με την Θήβα είναι οι αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, διαθέτει μια πολιτιστική κληρονομιά που ελάχιστα είναι γνωστή στο κοινό! Η ενδιαφέρουσα αυτή κληρονομιά αποτυπώνεται στα απομεινάρια του παρελθόντος, μνημεία και κατοικίες, τα οποία είναι η ίδια η ιστορία της πόλης αλλά και της Ελλάδας.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Πολίτες του Άργους δημιούργησαν την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της πόλης αλλά και ολόκληρου του Νομού Αργολίδας, μέσα από την οποία αποκαλύπτονται κορυφαίες στιγμές της ιστορίας αλλά και σημαντικά γεγονότα του ιστορικού παρασκηνίου.

Η Φωτόσφαιρα ακολούθησε τις σελίδες της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης   και περιπλανήθηκε στην πόλη και στις εξοχές του Άργους αλλά και του Ναυπλίου.

 

Η δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου με τον Α. Τσάγκο στα γραφεία της Βιβλιοθήκης.

 

Μια άλλη Αργολίδα αναδύεται μέσα από τις άριστα επιμελημένες σελίδες της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης που φτάνει στις οθόνες των χρηστών του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια λαμπρή ιστορία που μέχρι χθες έμοιαζε να υποχωρεί εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των επιστημόνων  ερευνητών, των φοιτητών, των μαθητών και των πολιτών που θα επιχειρήσουν να μπουν στην ιστοσελίδα.

Η Φωτόσφαιρα στο οδοιπορικό της στην Αργολίδα καταγράφει την ιστορία και παρουσιάζει αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ομάδας, που με τόσο σεβασμό πέρασε την ιστορία της πόλης στο διαδίκτυο.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ίδρυσαν οι Γιώργος Γιαννούσης, Τάσος Τσάγκος και Τάκης  Ουλής. Για την λειτουργία και τον συνεχή εμπλουτισμό της εργάζεται με επιμονή και μεράκι ένα επιτελείο συνεργατών, ενώ πολλοί επιστήμονες και λογοτέχνες την υποστηρίζουν με κείμενα, άρθρα και πρωτότυπες εργασίες.    

Η έρευνα και η παρουσίαση της εκπομπής είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του  Χρίστου Ακρίδα και το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη.

Read Full Post »

Ομιλία του καθηγητή κ. Μιλτιάδη Χατζόπουλου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard


 

Διάλεξη θα πραγματοποιήσει την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), ο καθηγητής κ. Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, είναι: «Η ταφή των νεκρών ή η συνεχιζόμενη διένεξη περί την ταυτότητα των νεκρών του Τάφου ΙΙ στην Βεργίνα».

 

Ποιος είναι ο ομιλητής  

  

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962 και έλαβε το πτυχίο Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόννης το 1967. Μελέτησε Μυκηναϊκή Φιλολογία και την αρχαία ελληνική κοινωνία και θρησκεία στην Εcole Ρratique des Ηautes Εtudes (Παρίσι) και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο Ρaris Ι (Πάνθεον Σορβόννη) το 1971 και του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο Ρaris ΙV (Σορβόννη) το 1988.

Εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης αλλά και ως καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νanterre (Παρίσι). Από το 1979 είναι ερευνητής στο Κέντρο Ελληνορωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το οποίο διευθύνει από το 1992. Εχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες και έχει τιμηθεί με το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Read Full Post »

Νέος Ερμής ο Λόγιος – Τεύχος 1 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2011)


 

Ένας νέος «Λόγιος Ερμής» σε αντιπαράθεση με τον «Λόγιο Ερμή», που ξεκίνησε να εκδίδεται στην Βιέννη, το 1811, με διευθυντή το λόγιο Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή και αργότερα το 1816, τον κληρικό Θεόκλητο  Φαρμακίδη και τον Χίο λόγιο Κωνσταντίνο Κοκκινάκη.

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού «νέος Ερμής ο Λόγιος». Πρόκειται για μια τετραμηνιαία έκδοση με αντικείμενο την ιστορία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τέχνη. Το πρώτο τεύχος ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.

 

Ο Ερμής ο Λόγιος – πιο γνωστός ως Λόγιος Ερμής – ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό που εκδιδόταν στη Βιέννη, με εμπνευστές τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ίδρυσε την «Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου», η οποία και τον εξέδιδε, καθώς και τον Αδαμάντιο Κοραή. Πρώτος διευθυντής του περιοδικού υπήρξε ο λόγιος Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γαζής. Η κυκλοφορία του άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1811 και εκδιδόταν – με μια διακοπή το 1815 – μέχρι την 1η Μαΐου 1821, οπότε και σφραγίστηκε από την αυστριακή αστυνομία. Μετά τον Άνθιμο Γαζή – που επέστρεψε στις Μηλιές για να οργανώσει την περίφημη Σχολή-, ανέλαβαν την διεύθυνση του περιοδικού, το 1816, ο επίσης κληρικός λόγιος Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Χίος λόγιος, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης. Ο Λόγιος Ερμής υπήρξε το σημαντικότερο προεπαναστατικό έντυπο του ελληνικού κόσμου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού και την ιδεολογική προετοιμασία της παλιγγενεσίας.

 

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει κείμενα ενδεικτικά των αντιλήψεων της συντακτικής ομάδας και των συνεργατών του περιοδικού. Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Δημήτρης Μαυρίδης για την συνέχεια του ελληνισμού, ο Σπύρος Βρυώνης παραθέτει τις αντιλήψεις που επικρατούν στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από το έθνος και τον εθνικισμό, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος αναφέρεται στην νεοελληνική κουλτούρα και το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο.

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος - Τεύχος 1

 

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821. Περιλαμβάνονται 6 κείμενα: του Γιώργου Καραμπελιά (Η ελληνική Αναγέννηση), του Απόστολου Διαμαντή (Έθνος και λόγιοι στην Τουρκοκρατία), του Δημήτρη Καραμπερόπουλου (Το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά τη Νεοελληνική Αναγέννηση), του Στέφανου Μπεκατώρου (Ιωάννης Πρίγκος, εραστής των βιβλίων), του Αλέξανδρου Παπαδερού (Μετακένωσις) και του Τάσου Χατζηαναστασίου (Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας).

Λόγιος Ερμής

Στο τρίτο μέρος υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών του περιοδικού. Ο Γιώργος Κοντογιώργης γράφει για την γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, η Παναγιώτα Βάσση αναλύει την θεώρηση της Ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου, ο Χρίστος Δάλκος γράφει για την ανάγκη υπέρβασης της νεωτερικής και μετανεωτερικής αντίληψης για την γλώσσα και την διδασκαλία της, ενώ ο Νίκος Βαρβατάκος αναφέρεται στον θεσμό των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Χριστιανισμός και Αναρχία του Ζακ Ελύλ και Το καλό και το κακό στην τέχνη και το Δίκαιο του Βασίλη Μαρκεζίνη), μία εκτενή παρουσίαση του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου Το στρατηγικό βάθος: η θέση της Τουρκίας από τον Σπύρο Κουτρούλη και μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Βασίλη Καραποστόλη, γύρω από την ελληνική ιδιοπροσωπία, με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου Διχασμός και Εξιλέωση.

Πηγή: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

 

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

 

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

 

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού Αργολίδας


  

Η παλαιοτάτη αυτή Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου , έχει ανοικοδομηθεί σε απότομη πλευρά της οροσειράς των Διδύμων και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Δίδυμα της Ερμιονίδας. Σήμερα η Μονή δεν έχει μοναχούς, λειτουργείται μερικές φορές το χρόνο εκτός από την εορτή του (Αγίου Δημητρίου) στις 26 Οκτωβρίου και την εορτή των Αγίων Θεοδώρων το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών (φυλάσσεται ιερά εικόνα των Αγίων στη μονή) , από τον εφημέριο της ενορίας των Διδύμων και ιερείς των γύρω περιοχών. Η μονή δεν φαίνεται από τον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει για τα Δίδυμα.  Από τη διασταύρωση που υπάρχει η πινακίδα, η μονή απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ύδρας – Σπετσών –  Αιγίνης – Ερμιονίδος & Τροιζηνίας.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού, λεπτομέρεια, Ντιάνα Αντωνακάτου

«Βράχια» λένε οι ντόπιοι τη θέση που είναι χτισμένη η Μονή Αυγού. Και ίσως είναι η απρόσιτη αυτή θέση, που έχει κρατήσει την αρχαιότατη Μονή του Αγίου Δημητρίου άγνωστη για τους πολλούς και έχει διαφυλάξει τη μορφή της του 11ου αιώνα. Πάνω από τη χαράδρα του Ράδου (Μπεντενιού), στις βορινές πλαγιές του όρους Αυγού (853 μ.), σε απόκρημνους και θεόρατους βράχους σφηνωμένη, καθηλώνει τη ματιά, καθώς την πρωτοαντικρίζει κανείς μέσα στη σιωπή και στην εγκατάλειψη, να φθείρεται με το βάρος εννιά αιώνων πάνω της.

Ανήκει στις μεσαιωνικές αρχαιότητες του τόπου και βρίσκεται στα χέρια της απλής και ανεύθυνης ευλάβειας των χωριών, που την διαφεντεύουν και την διεκδικούν (Ιρια, Καρνεζαίικα, Δίδυμα) και στην άγνοια των πιστών τους. Ούτε καν «διατηρητέον μνημείον». (Επίσημα άγνωστη, πριν τη δώσει σε μελέτη του το 1935 ο Γ. Σωτηρίου). Ωστόσο έχει αγιογραφίες στους ναούς της, καθώς και στοιχεία αρχιτεκτονικά του 11ου αι. και γενικά η δομή της Μονής Αυγού παραμένει ένα κλασσικό σύνολο μονής των βράχων, που συγκροτήθηκε από μικρότερες και αρχαιότε­ρες σκήτες.

Μια ευχάριστη, ίσως και η πιο ξεκούραστη, διαδρομή, για το Αυγό, είναι μέσα από τα Ίρια Ναυπλίας. Σε μια απόσταση 2 χλμ. από το χωριό Καρνεζαίικα, αρχίζει ένας καρόδρομος κοντά στο ποτάμι, το Ράδο, και οδηγεί προς τη Μονή. Οκτώ χλμ. περίπου απόσταση. Ανά­μεσα σ’ ελιές και περιβόλια, πάντα δίπλα στο ποτάμι, ενώ στα νότια της διαδρομής ογκώνεται η μεγάλη οροσειρά που σχηματίζεται από τα Ίρια: φυσικό όριο της Ναυπλίας με την Ερμιονίδα. Σιγά σιγά το μαλακό τοπίο, που αφήσαμε στην πεδιάδα των Ιρίων, γίνεται αδρό και επιβλητικό με την ορεινή χαραδρωμένη του σύσταση.

Η Μονή ξεχωρίζει από μακριά, μέσα στον ίσκιο του βορινού προσανατολισμού της. Μια ώρα πορεία μας φέρνει κοντά της. Δέκα χλμ. περίπου από την Τραχειά, ένας άλλος δρομος είναι πιο εύχρηστος για τον επισκέπτη, που ταξιδεύ­ει την επαρχιακή οδό Ναύπλιο Κρανίδι. Αυτός ο δρομάκος ο αγροτικός διακλαδώνεται στα δεξιά πάνω στο οροπέδιο της Μαρίτσας – κοντά στη διασταύρωση για το χωριό Ράδο – και οδηγεί σε κατοικίες κτηνοτρόφων της περιοχής.

Στη διαδρομή του, μια χαριτωμένη χαρούμενη φύση ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε εύφορους καλλιεργημένους λοφί­σκους, πάνω από τη χαράδρα του Μπεντενιού. (Είκοσι χιλιόμετρα ο μεγάλος χείμαρρος, που εκβάλλει στα Ίρια, ξεκινάει από το χωριό Μπεντένι – ακατοίκητο πια — μεταφερμένο ανατολικότερα με την ονομασία Μπάφι – χτισμένο στα πόδια της ομώνυμης ακρόπολης. (Το Μπεντένι – τούρκικο φρούριο – περιβάλλεται από πελασγικά τείχη κι’ άγνωστο έμεινε το αρχαίο του όνομα).

Το μονοπάτι, γι’ αυτόν που δεν θα το ακολουθήσει σωστά, γίνεται πολύωρο κι’ επίπονο, καθώς συνεχίζει όλο προς τη δύση. (Γι’ αυτό πρέπει να ζητηθεί κοντά στου Σαράντου του Ανάργυρου το μαντρί). Στο φυσιολάτρη πεζοπόρο, αν βοηθάει μαζί μια ωραία ανοιξιάτικη ήμερα, θ’ αποκαλυφθεί ένα μοναδικό πανόρα­μα. Μια φύση που αλλάζει λίγο λίγο μορφή κι’ από ήμερη και πεδινή, μεταβάλλεται σε άγρια, περήφανη, βουνίσια έξαρση, πάνω από τα χείλη των βράχων της χαράδρας.

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή περίπου το 1969 ] .

Κάτω βαθειά μαζί του συμπορεύονται βιαστικά τ’ αφρισμέ­να νερά. Φως διάφανο, αέρας ανάλαφρος και ευωδιαστός, χρώμα πασίχαρο, της άγριας βουνίσιας βλάστησης η άνθηση κι’ ανάμεσα η μορφή των βράχων σε σχήματα εναλλασσόμε­να, ανθρωπομορφικά, ποικίλλουν τις εντυπώσεις και βοη­θούν το σκαρφάλωμα πάνω σε ρουμανιασμένα μονοπάτια, δυσκολοπέραστα για τον ξένο και τον αμάθητο. Στο τέλος σχεδόν της παραστρατημένης πορείας, σ’ ένα αναπάντεχο ξάνοιγμα – οροπέδιο λουλουδιασμένο, καταμεσίς ένα κομ­μάτι βράχου σ’ ανθρώπινο ανάστημα, μ’ ανθρώπινη λαξευ­μένη μορφή, δημιούργημα φυσικό, απολιθωμένη σύσπαση γεωλογική, στερεώνει τα κουρασμένα από την τρίωρη ανά­βαση βήματα: μοιάζει σαν τοποθετημένο σε πάρκο γλυπτό σύγχρονου καλλιτέχνη… (Κοντά στη Μονή Αυγού ένα άλλο εύρημα, ένα μήνυμα χιλιετιών στο πέρασμά μας: ένα απολι­θωμένο κέρατο ελαφιού… Αν σύμφωνα με του Ησίοδου το μέτρημα, υπολογίσουμε ότι η έλαφος ζει χίλια και πλέον χρόνια, το ελάφι εκείνο του Αυγού ήταν ένα μήνυμα από το βάθος τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, το λιγότερο).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

 

Σ’ αυτή τη δεύτερη διαδρομή, το Μοναστήρι μένει αθέατο ως το τέλος της, κι’ η αναμονή σκαρφαλώνει κι’ αυτή μαζί με τον επισκέπτη ένα ανέβασμα ανυπομονησίας. Μπορεί να είναι μια τρίτη διαδρομή το μονοπάτι που πήρε το 1935 ο Γ. Σωτηρίου, όπως μας το δίνει η ίδια του η περιγραφή: «Από του γραφικού παρά το Κρανίδιον χωρίου της Αργολίδος Δίδυμοι (κ. Δίδυμα), μετά τρίωρον δύσβατον πορείαν δια μέσου των τραχέων και ανύδρων βουνών του Αυγού, φθάνει τις εις την διαλελυμένην και όλως έρημον σήμερον αρχαιοτάτην Μονήν.. [1] 

Το πρώτο σημάδι της Μονής, από όποιο δρόμο και να βρει κανείς, είναι μια μισογκρεμισμένη στέρνα. Κοντά, πάνωθέ της, τα ερείπια ενός χτιρίου, άγνωστης χρήσης – ίσως βοσκών κατοικία. Στον κατηφορικό δρόμο προς τη Μονή, έξω από τον κύριο χώρο και αντίκρυ της, δεύτερο χτίσμα, διώροφο λιθόχτιστο, ακέραιο και νεότερης κατασκευής. Η μακριά πλευρά του προς τη Μονή, με τρία τοξωτά άνισα παράθυρα πάνω, και στο ισόγειο ένα άλλο μικρό άνοιγμα και μια μεγάλη τοξωτή πόρτα. Στη θύρα εισόδου από τη στενή ΒΑ πλευρά και στο ανώφλι της, χαραγμένη σε πωρόλιθο η χρονολογία: 1875. Ξενώνας μοιάζουν τα δυο δωμάτιά του και το ισόγειό του στάβλοι.

Πριν από τον περίβολο της Μονής χτίσματα ερειπωμένα δεξιά και αριστερά μας. Απέναντι ο τοίχος του περίβολου κάθετος στο πέρασμα και στερεωμένος στα βράχια, έχει ένα άνοιγμα, μια μεγάλη θύρα εισόδου – με θυρόφυλλα μέχρι λίγα χρόνια πριν – με κόγχη πάνω από το ανώφλι της. Μέσα το αίθριο (προαύλιο): άνετο, σχηματισμένο από τη γωνία που διαρθρώνει το σύνθετο και περίπλοκο οικοδόμημα της Μονής, στηριγμένο πάνω στην ανάλογη γωνιώδη υποδοχή των βράχων.

Εντυπωσιακή με τη στοιχειωμένη δραματική της όψη φανερώνεται η Μονή. Γκρίζο, ώχρα και κόκκινο σκουριάς το χρώμα της λιθοδομής της, προστατεύεται από τους άγριους ομοιόχρωμους βράχους, με τις κοσμογονικές συσπάσεις τους απολιθωμένες, όπως έμειναν σε κάποια στιγμή πτώσης, χαμένη στην αιωνιότητα των γεωλογικών μεταβολών. Και μοιάζει φωτοστεφανωμένη από το ασημένιο φως της ανατολής, που περιτρέχει τις κορφές ψηλά των βράχων της: οι πλευρές τους, κάθετες, σκοτεινές κατέρχονται ως τα βάθη της χαράδρας -γιγάντιες αρθρώσεις της δημιουργίας. Το σχήμα και οι όγκοι της Μονής καθαρογραμμένοι μέσα στον ίσκιο του βορινού της προσανατολισμού, ένας συγκινητικός χαιρετισμός αιώνων. Προς τη δύση της το μεγαλόπρεπο ξάνοιγμα κατά τα Ίρια, τη θάλασσα και τα αχνογάλαζα βουνά του Ναυπλίου.

 

Ιερά Μονή Αυγού

 

Στ’ ανατολικά της αυλής ένα ανυψωμένο επίπεδο, μια πρόσβαση με βαθμίδες, οδηγεί στη μικρή θύρα εισόδου της Μονής. Δεύτερη πόρτα της, στο χαμηλότερο προς Δ επίπεδο, οδηγούσε σε χώρους βοηθητικούς. Μια σκάλα με εννέα σκαλοπάτια ανεβάζει στον πρώτο όροφο, που τον χωρίζει κατά μήκος ένας διάδρομος: τα τέσσερα κελλιά της βόριας πλευράς έχουν διατηρηθεί, της νότιας έχουν ερειπωθεί.

Μια δεύτερη σκάλα με δέκα τρία σκαλοπάτια οδηγεί στο δεύτερο όροφο με τον ίδιο διαχωριστικό διάδρομο, τα τέσσερα κελλιά προς την αυλή και προς το βράχο μερικά ερειπωμένα. Σ’ αυτό τον όροφο σώζεται το καθολικό της Μονής.

επιστημονική περιγραφή του Γ. Σωτηρίου θα βοηθήσει στην αρχαιολογική εξέταση του μνημείου, στην αναγνώριση των αρχιτεκτονικών του στοιχείων. Και η μελέτη τους όπως και τα συμπεράσματά της, στη χρονολογική τοποθέτηση των ναών της Μονής Αυγού, αφού γραπτή μαρτυρία δεν υπάρχει. Θα χρησιμεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος και στη δική μας περιγραφή).

Στο τέλος του διαδρόμου λίγα σκαλιά φέρνουν στο δισυπόστατο ναό, που κατέχει μικρό ακανόνιστο τετράγωνο χώρο, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ο ναός αυτός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Θεοδώρα, είναι λαξεμένος κατά τις τρεις πλευρές του μέσα στο βράχο. Μόνον η βόρια και λίγο από τη δυτική είναι χτισμένη έξω το σπήλαιο. Ο χτιστός αυτός τοίχος αποτελεί και την πρόσοψη του ναού και έχει μία μόνον είσοδο, όπως αναφέραμε, στην άκρη του διαδρόμου δεξιά.

Εσωτερικά τα τοιχώματα του βράχου, που στερεώνουν τις άλλες τρεις πλευρές του ναού, ήταν ντυμένα με τοιχοδομία και κονίαμα, και αγιογραφημένα σύγχρονα με το ναό. Όμως μια πυρκαγιά – ίσως όταν εγκαταλείφθηκε η Μονή – κατάστρεψε το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο (ακόμη το θυμόνταν μισοκαμένο οι γέροντες Διδυμιώτες γύρω στο 1935), μαύρισε τις τοιχογραφίες και έρριξε τα κονιάματα: έτσι φάνηκε και η τοιχοδομία ολόκληρη από πλίνθους καλοκαμωμένους. Τώρα οι τοίχοι είναι σοβαντισμένοι, υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες και το τέμπλο είναι από σανίδες.

Από το αρχαίο πρώτο μαρμάρινο τέμπλο, ένα τμήμα (το μισό) θωρακίου με διάκοσμο σταυρό «εκ πλέγματος» και «ακάνθους», που θυμίζει ανάλογα του Όσιου Λουκά, και που το θέμα του σταυρού κάτω από τόξο είναι σύνηθες σ’ όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης, χρησιμεύει για σκαλοπάτι στη σκάλα του ναού.

Ο μεγαλύτερος ναός, που κατέχει το εσωτερικό της σπηλιάς, αποτελείται από τετράγωνο χώρο, τον κυρίως ναό, στεγασμένο με μεγάλο βυζαντινό σταυροθόλιο. Οι διασταυ­ρωμένες ακμές του χαμηλώνουν ως το 1,30 μ. από το δάπεδο.

Αυτός ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το έξω από τη σπηλιά τμήμα του ναού, μέσα από ένα δίλοβο άνοιγμα, στηριγμένο πάνω σ’ ένα κίονα ιωνικό – μέλος αρχαίου χτιρίου. Στην όψη των τόξων του ανοίγματος, μαυρισμένες τοιχογραφίες – στηθάρια αγίων – βεβαιώνουν ότι ιστορήθηκαν μαζί με το χτίσιμο του ναού.

Το Ιερό Βήμα αυτού του ναού καλύπτεται με ωοειδή θόλο και είναι τρίκογχο κατά τούτη τη διάταξη: το Διακονι­κό δεξιά το αντικαθιστά απλή κόγχη, προς Α στο μέσον η μεγάλη κόγχη και αριστερά η Πρόθεση έχει δικό της διαμέρισμα, σαν μικρό παρεκκλήσι με τοξωτή πυλίδα για είσοδο. Έχει ακόμη δυο κόγχες και στεγάζεται με ημισφαι­ρικό θολίσκο, στηριγμένο σε τέσσερα τρίγωνα πλίνθινα. Τα τόξα στις κόγχες είναι οξυκόρυφα. Ο δεύτερος μικρός ναός της Αγίας Θεοδώρας, προς Β και κοντά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου, είναι χωρι­σμένος σε τρεις τετράγωνους χώρους: το Ιερό του Βήμα, αγιογραφημένο με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, χωρίζεται με χτιστό τέμπλο και στεγάζεται με καμάρα που φέρεται από νότο προς βορά, ενώ ο κυρίως ναός με καμάρα εγκάρσια από ανατολή προς δύση. Ο τρίτος χώρος στεγάζεται με οκτάγωνο τρούλλο. Είναι αυτός που προβάλλει από το όλο οικοδόμημα της Μονής έξω, με οκτώ παράθυρα, τα φωτιστι­κά ανοίγματα του ναού. Με ακόμη ένα κοντά στη σκάλα ανόδου προς Δ.

Έντεκα σκαλιά στην ανατολική γωνία του διαδρόμου φέρνουν πάνω από το δισυπόστατο ναό ένα είδος ταράτσας η σκεπή του γύρω από τον τρούλλο και εμπρός του προς Β υψώνεται η στέγη της καμάρας του μικρού ναού της Αγ. Θεοδώρας, δίρρυτη οξυκόρυφη. Στην πρόσοψη, μια κόγχη με εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο κοίλωμά της, και ένα μικρό δίλοβο παράθυρο στο κάτω μέρος. Ανάμεσα κόγχη και παράθυρο μια πλάκα εντοιχισμένη (0,40X0,40) με ανάγλυφο σταυρό. Ο τρούλλος και το τύμπανο της καμάρας είναι σοβαντισμένα: τα μόνα λευκά τμήματα στο συγκρότημα της Μονής.

 

Τοιχογραφία - Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

 

Μια σκάλα λαξεμένη στο βράχο, στο ανατολικό πάλι άκρο του διαδρόμου, οδηγεί σ’ ένα άλλο σπήλαιο χωρισμένο σε δυο τμήματα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση Σωτήρος (αργότερα οστεοθήκη). Στο πρώτο τμήμα υπάρχουν δεξιά πάνω στο βράχο τοιχογραφίες: η Παναγία, η Αγία Άννα, η Αγία Κυριακή, ολόσωμες, τέχνης του 11ου αιώνα. Στη ΒΑ γωνία, από το κελλί εισέρχεται κανείς σε άλλο σπήλαιο με «ηχεία», πιθανό παρεκκλήσι κι’ αυτό. Αυτά τα σπήλαια υπήρξαν ασκητήρια, που συγκρότησαν φαίνεται τον 11ο αιώνα τη Μονή.

Οι θόλοι των ναών της Μονής με την πλινθοκατασκευή τους βεβαιώνουν για την ίδρυση των ναών τον 12ο αιώνα. Γιατί μόνο ναοί του 11ου και ίσως μέρους του 12ου αι. έχουν τους θόλους πλινθόκτιστους (Δαφνί). Στην Ελλάδα μετά επικρατούν οι λιθόκτιστοι. Επίσης τα σταυροθόλια και οι θολίσκοι είναι, σαν χρήση, χαρακτηριστική του 11ου αιώνα μόνο στην Ελλάδα. Το τρίκογχο του ιερού απαντά σε ναούς του 11ου αιώνα. Τέλος οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι του 11ου αιώνα.

 

 

Η Μονή Αυγού φαίνεται να λειτουργούσε κατά το μεσαίω­να. Ο Βενετός μηχανικός Φ. Βαντέϋκ στο Catastico του (1700) αναφέρει ότι η Μονή είχε: 16 καλογήρους και ισαρίθμους υπηρέτες, 127 άλογα, 3000 πρόβατα, 800 γίδια κλπ.

Ο ηγούμενος της Μονής του Αυγού, που πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου, [2] σκοτώθηκε στις 10.4.1821 όταν βγήκαν οι Τούρκοι από το κάστρο ξαφνικά και αιφνιδίασαν τους Έλληνες πολιορκητές που γλεντούσαν το Πάσχα τους. [3]

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η Μονή θα συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και οι μοναχοί της θα στρατεύθουν στο πλευρό του Παπαρσένη. Ο Κρανιδιώτης ηγούμενος της Μονής Διονύσιος Βούρ(λ)γαρης θα πολεμήσει στην πολιορκία του Ναυπλίου και ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) θα αιχμαλωτισθεί από του Τούρκους και θα κρεμαστεί στο Παλαμήδι. Σε έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου (1824), προς το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, υπογράφει και ο «ηγούμενος του Αυγού Ανανίας», ενώ ένα χρόνο αργότερα (1825) το μοναστήρι θα πυρποληθεί από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το έτος 1833, στη Μονή κατοικεί ένας μόνο μοναχός και η περιούσια της έχει παραμεληθεί. Τον επόμενο χρόνο με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα η μονή θα διαλυθεί (Πέτρος Σαραντάκης, «Αργολίδα / Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, 2007) ].  

Δυστυχώς τα αρχεία της Μονής Αυγού καταστράφηκαν μετά τη διάλυσή της, το 1834. Κατά προφορική μαρτυρία του ηγουμένου της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου Μακαρίου, ο τελευταίος μοναχός της Μονής Αυγού πέθανε στο νησάκι Παραπόλα.

Στοιχεία που έχουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μας δίνουν μιαν εικόνα του Μοναστηριού. Μέσα σε πίνακα το 1833 σημειώνεται ότι έχει: Πατέρες 1, υπηρέτες 3, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 330, ακαλλιέργητη στρ. 1700, αμπελώνες στρ. 40, ελαιόδενδρα 5660, περιβόλια 1, ελαιοτριβείον 1, Μύλους 1,1/2, αιγιδοπρόβατα 300, νομαδικά 43, ζώα φορτηγά 4, Μετόχια 2, χαλκός οκ. 70. Κι’ ενώ έχει ετήσιο εισόδημα δρχ. 5000, έχει ένα χρέος 500 δρχ.  [4]

Από την ίδια κατάσταση διαπιστώνουμε ότι: Η οικοδο­μή, περιέχουσα είκοσι δωμάτια, είναι στερεά… Το περιβόλι περιέχει στρέμματα δέκα αλλά όλα χέρσα. Οι αμπελώνες αν καλλιεργηθώσι, αντί 250 μπότζαις, τας οποίας δίδουν σήμερον, μπορούν να δώσουν 2500. Ο δε ελαιών αντί 2000 ημπορεί να δώση 4000. Από εκποιήσεις κτημάτων καταγράφεται το ποσό των 6485 δρχ. και από ενοικιάσεις δρχ. 1160, της διαλυμένης Μονής. [5] Υπάρχουν πολλά έγγραφα γύρω από ενοικιάσεις κτη­μάτων της Μονής, χρέη ενοικιαστών, χρέη μοναχών, διενέξεις μακροχρόνιες κ.ά.  [6] Έγγραφα 109, 1834-1842, που αφορούν και παλιότερες υποθέσεις.

 

Παραδόσεις για τη Μονή

 

Είναι ο μύθος γνωστός και κοινός γύρω από την επικύρωση του τόπου που διαλέχτηκε για την ίδρυση κάθε μονής. Είναι πάντα τα εργαλεία των μαστόρων που μετατο­πίζονται κάθε βράδι και βρίσκονται το πρωί σ’ άλλο μέρος: αυτό που δεν το διαλέγει η ανθρώπινη, αλλά η θεία βουλή. Το ίδιο έγινε κατά την παράδοση και για τη Μονή Αυγού. Άλλον τόπο είχαν διαλέξει οι ιδρυτές, τούτον που στέριωσε το μοναστήρι προτιμούσαν τα εργαλεία και ο Άγιος Δημήτριος. Για να βεβαιωθούν οι χριστιανοί έρριξαν ένα αυγό πάνω από τα βράχια: αυτό έπεσε στη θέση της Μονής, άθικτο. Γι’ αυτό, λένε, και την ονόμασαν Αυγό.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού

 

Τον Άγιο Δημήτριο όλα τα χωριά γύρω τον θεωρούν πολύ θαυματουργό και στοργικό, έτοιμο να σκύψει πάνω στις αγροτικές τους αγωνίες. Τον φροντίζουν: έχουν καθα­ρή την εκκλησιά του κι’ αναμμένα τα καντήλια του. Ωστόσο, μας είπαν οι Διδυμιώτες, μεγάλη γιορτή κάνουν της Αγίας Θεοδώρας. Είναι κι’ αυτή θαυματουργή. Στην εικόνα της κολλάνε νομίσματα, βάζοντας στο νου μιαν ευχή. Αν κολλήσει το νόμισμα, η ευχή θα πραγματοποιηθεί… Γιορτάζουν ακόμη στη Μονή Αυγού κάθε Σεπτέμβρη, τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Κι’ έρχονται με ταξίματα πολλά από την Ασίνη, το Τολό, το Δρέπανο.

 

Η ονομασία της

 

Όσο όμορφη κι’ αν είναι η παράδοση για της πίστης το άθραυστο αυγό, που έδωσε το όνομα στο μοναστήρι, δεν εμποδίζει την αναζήτηση για μια άλλη προέλευση, λιγότερο ρομαντική.

Είναι πιο εύκολο ίσως να αποδοθεί στην ονομασία του όρους Αυγού. Και μπορεί να δόθηκε πολύ αργότερα από την ίδρυση της Μονής. Η ονομασία «Αυγό» απαντιέται συχνά στο Μωριά και βαφτίζει βουνό γυμνό. Στη Βόριο Ήπειρο έλεγαν τη γυμνή κορφή «Βέ» (αυγό). Μάλε αρβανίτικα σημαίνει κορυφή. Μαλεβέ = βουνοκορφή γυμνή (σαν αυγό).

Έτσι έχουμε στην Κυνουρία, τον Πάρνωνα που ακόμα οι ντόπιοι τον ονομάζουν Μαλεβέ η Μαλεβό, όπως και το Μαλεβό στο Αρτεμίσιο. Στη Μάνη το γυμνό χωράφι το έλεγαν «μαλεβό». Η ίδια έννοια στην ελληνική ονομασία αυγό είναι επίσης συχνά δοσμένη. Όπως: το Αυγό = βουνό της Ασίνης Ναυ­πλίας, το Αυγό, λόφος Κορινθίας και το ομώνυμο χωριό κοντά. Ακόμη το γυμνό οξυκόρυφο νησάκι των Κυθήρων, Αυγό. Και το δικό μας όρος Αυγό της Αργολίδας, που ανήκει στην οροσειρά των Διδύμων.

Όση κι’ αν είναι η ευλάβεια των περιοίκων για τη Μονή Αυγού, δεν είναι αρκετή. Ούτε εκείνη η κατάλληλη, που έχει ανάγκη ένα βυζαντινό μνημείο κι’ ο ναός του. Ένας ανάμεσα στους ελάχιστους που έχουμε του 11ου αιώνα ναούς: σε μια περιοχή κοντά, Ίρια και Τραχειά, σημαντική και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα, σύμφωνα με τα λείψανα αρχαίων κάστρων και μικρών βυζαντινών ναών. Η ωραία Μονή του Αυγού, που μοιραία πηγαίνει στον αφανισμό της, αξίζει μιας ιδιαίτερης φροντίδας αρχαιολογι­κής, τη συντήρηση, σαν πολύτιμο διατηρητέο μνημείο. Και ίσως ανάμεσα σε τόσες ψυχές που αναζητούν τη λύτρωση στη μοναξιά και στην αυτοσυγκέντρωση – ακόμη και στην εποχή μας – μπορούσαν να βρεθούν κάποιοι να χρησιμέψουν κάτοικοι – φὐλακές της.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  



Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Γ. Σωτηρίου, Μονή Αυγού παρά τους Διδύμους της Αργολίδος, «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», (1935), σσ. 457-464.

 [2] Η Μονή είχε κι΄ άλλον ηγούμενο αγωνιστή, τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο  από την Καλλίπολη. Στην κατάληψη του Παλαμηδίου 29.11.1822, πάνω από στη Μπεζεριάν τάπια, έσπασε το πόδι του, μένοντας για πάντα χωλός.  

 [3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 198-199.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 1.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213. Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 2.

[6] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φακ. 220, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας, Επαρχία Ναυπλίας, Άγιος Δημήτριος Αυγού.

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Ιστορία και Πολιτισμός από τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων Αργολίδας


 

Το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι.Δ.ΕΚ.Ε.) διαχειρίζεται και υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης (Γ.Γ.Δ.Β.Μ.)  του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Κ.Ε.Ε.) της Γ.Γ.Δ.Β.Μ.  σύμφωνα με το Νόμο  3879 (Ανάπτυξη της Δια Βίου Μάθησης) υλοποιούν στους νομούς όλης της χώρας  προγράμματα τα οποία εντάσσονται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης ( ΕΣΠΑ 2007 – 2013 ) και προσφέρονται στους πολίτες εντελώς δωρεάν.

Μετά την αξιολόγηση και ολοκλήρωση του προγράμματος οι εκπαιδευόμενοι λαμβάνουν Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης. Τα τμήματα μάθησης ξεκινούν αφού συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος αριθμός εκπαιδευομένων όπως αυτός ορίζεται στο πλαίσιο λειτουργίας του Κ.Ε.Ε.

Πρόγραμμα και  διδακτικές ενότητες, για τον τομέα της Ιστορίας και του Πολιτισμού, εκπαιδευτικό έτος 2010-11:

 

Τοπική Ιστορία ( Διάρκεια  25 ώρες ) 

Η ιστορία του τόπου – Από τι εξαρτάται η ιστορική γνώση – πως ορίζεται ο τόπος – φυσικό τοπίο, τεχνολογία, οικονομία – δημογραφία, πολιτική ζωή, πολιτισμός – εργαλεία και μέθοδοι της ιστορικής γνώσης – τα στάδια της ιστορικής αναζήτησης κι έρευνας – ιστορικές πηγές –καταγραφή και κριτική αξιολόγηση του υλικού που συγκεντρώνουν οι εκπαιδευόμενοι ξεκινώντας μια ομαδική εργασία – σύνθεση και παρουσίαση των δεδομένων.

 

Η σοφία έρχεται με τα χρόνια!

 

 

Ελληνική Ιστορία: Σημαντικοί Σταθμοί από την Αρχαιότητα μέχρι Σήμερα ( Διάρκεια  50 ώρες )   

Πρώτοι Πολιτισμοί – Η προϊστορία του Αιγαίου, Μινωικός και Μυκηναϊκός πολιτισμός – ο ελληνικός αποικισμός – το κράτος της Σπάρτης – κλασσική περίοδος – ακμή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας – Πελοποννησιακός πόλεμος – Η άνοδος της Μακεδονίας – η ελληνιστική εποχή – η κυριαρχία της Ρώμης – από τη Ρώμη στο Βυζάντιο – η μεγάλη ακμή του Βυζαντίου –   ελληνισμός υπό Οθωμανική κυριαρχία  -η ελληνική επανάσταση – η Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα – Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος – Η μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα – Δικτατορία – μεταδικτατορική Ελλάδα.

  

Συνοπτική Ιστορία της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Διάρκεια  25 ώρες )   

Η ιστορία της Ευρώπης – Αναγέννηση (Ιστορία των επιστημών – θρησκευτικές διαμάχες στην Ευρώπη) – η συγκρότηση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη – Γαλλική επανάσταση – τα πρώτα ελληνικά συντάγματα – αποικιοκρατία – ιστορία του εργατικού κινήματος και των γυναικείων διεκδικήσεων στην Ευρώπη – από την ΕΟΚ στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα – Εθνικές ταυτότητες, πολυγλωσσία και πολυπολιτισμικότητα.

 

Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων

 

 Λαογραφία: Παραδοσιακός Πολιτισμός ( Διάρκεια  25 ώρες )   

Παραδοσιακός πολιτισμός – Καταβολές κύρια χαρακτηριστικά – οι όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού – δημοτικά τραγούδια – παραδόσεις – παραμύθια – αινίγματα  – κατοικία – τέχνη –ενδυμασία – βίοι και επαγγέλματα – διατροφή – ήθη, έθιμα – κοινοτική οργάνωση – οικογένεια – δίκαιο λατρευτικά λαϊκά βιώματα – επισκέψεις σε τοπικά λαογραφικά μουσεία.

  

Ιστορία της Τέχνης ( Διάρκεια  50 ώρες )   

Θεωρία της Τέχνης – κυρίαρχα ρεύματα και ιδέες της Δύσης ( από την εποχή των σπηλαίων ως τον 20ο αιώνα) – η τέχνη στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο – η ισλαμική Τέχνη – η Μεσαιωνική  τέχνη – η Αναγέννηση ( Ιταλία, Φλάνδρα, Ολλανδία, Γαλλία και Ισπανία,) Μπαρόκ – Ροκοκό – Η τέχνη των ιθαγενών της κεντρικής και Νότιας Αμερικής (προκολομβιανή εποχή) – η Τέχνη στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Ρωσική Αυτοκρατορία – Νεοελληνική Τέχνη (19ος αιώνας και 20ος αιώνας).

Αιτήσεις συμμετοχής – πληροφορίες, Τσώκρη 63, Άργος, τηλ. επικοινωνίας 27510 69131.   

 

Read Full Post »

Η Αργολίδα στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)


 

Στα πλαίσια της προβολής και ανάδειξης των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, από την ΕΤ1 και ειδικότερα από την επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου, το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010, στις 2 το μεσημέρι θα μεταδοθεί η πρώτη εκπομπή από τις τρεις ήδη προγραμματισμένες.

Ο γνωστός ερευνητής και δημοσιογράφος Γιώργος Αντωνίου– συνεργάτης της Βιβλιοθήκης-  είναι ο πρώτος καλεσμένος, ο οποίος θα αναφερθεί στο 20χρονο έργο του για την Αργολίδα που χάνεται και που έχει ήδη καταθέσει στην κοινωνία της Αργολίδας με το θαυμάσιο βιβλίο του « Η Αργολίδα που φεύγει» των εκδόσεων « Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Μηδέας

 

Με γλαφυρότητα και ευαισθησία, καταγράφει έναν κόσμο πέτρινο, έναν κόσμο των νερών, των αλωνιών, των παλιών συνηθειών. Έναν κόσμο που σιγά- σιγά ξεθωριάζει και απωθείται όλο και περισσότερο στο παρελθόν ενώ αφήνει ελάχιστα δείγματα μιας αγροτικής ζωής που σβήνει. Δείγματα πολιτισμού που υποχωρούν και που ο Γιώργος Αντωνίου, με τον φακό και την καρδιά, ώρες πολλές και μέρες τα κατέγραψε και τα παρουσιάζει.

 

Παραδοσιακή οικία στο Βρούστι Άργους

 

Η επιμέλεια και παρουσίαση είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του Χρίστου Ακρίδα, η τεχνική διεύθυνση του Σίμου Συλαίδη, το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη. Υλικό αντλήθηκε τόσο από τα αρχεία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού – www.argolikivivliothiki.gr, όσο και από τα προσωπικά αρχεία του δημοσιογράφου – ερευνητή Γιώργου Αντωνίου. Πολύτιμη  υπήρξε η συμβολή του Αναστασίου Τσάγκου, διευθυντή της Βιβλιοθήκης, στο συντονισμό της εκπομπής.

 

« Φωτόσφαιρα». Νέος κύκλος επεισοδίων   

 

Το περιβάλλον ο πολιτισμός, η ποιότητα ζωής των Τοπικών κοινωνιών παρουσιάζονται στον νέο κύκλο επεισοδίων της εκπομπής.

Τα οικολογικά προβλήματα οι προκλήσεις και οι αναγκαιότητες της πράσινης ανάπτυξης, τα πολιτισμικά στοιχεία κάθε τόπου και η ανάδειξή τους απασχολούν την «Φωτόσφαιρα» που προσεγγίζει τις τοπικές κοινωνίες προσαρμοσμένη στις ραγδαίες κοινωνικές οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στην Ελλάδα.

 

Γεφύρι στο Ηλιόκαστρο Ερμιονίδας

 

Ποια είναι η στάση των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων, απέναντι στο περιβάλλον και την ιστορικότητα του τόπου τους; Ποιες είναι οι φιλοδοξίες τους για την πόλη τους ή την ύπαιθρο; Πόσο ο εναλλακτικός τρόπος ζωής που προτείνει το οικολογικό κίνημα αγγίζει τις αξίες τους; Καλλιτέχνες, μουσικοί, φωτογράφοι, συγγραφείς, αρχιτέκτονες καταθέτουν την άποψή τους για μια άλλη ποιότητα ζωής.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »