Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Τεκμήρια και έγγραφα της νεότερης Ιστορίας των Διδύμων, του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη


 

Με ξεχωριστή χαρά δημοσιεύουμε δυο έγγραφα συνοδευόμενα από τεκμήρια που εντοπίσαμε στην έρευνά μας με τα οποία εμπλουτίζεται, θεωρούμε, η νεότερη Ιστορία των Διδύμων.

Το πρώτο έγγραφο στέλνεται από την Ερμιόνη στις 16 Οκτωβρίου 1829 και έχει τη σφραγίδα του Διδύμου στο κάτω μέρος. Σ’ αυτή απεικονίζεται ο προστάτης και πολιούχος του χωριού Άγιος Νικόλαος. Η σφραγίδα είναι φθαρμένη και μέτριας τεχνικής. Έτσι με δυσκολία αναγνωρίζεται ο Άγιος και διαβάζονται ορισμένες από τις λέξεις που αναγράφονται σ’ αυτή. [1]

 

ΔΙΔΙΜΟ – Επί εγγράφου της 16ης Οκτωβρίου 1829 από Ερμιόνη (Γ A Κ ’ Εσωτ. φ. 111).

 

Είναι γνωστό πως η παλαιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Δίδυμα κτίστηκε στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά ανήκε στη δικαιοδοσία της Μονής του Αυγού. Σύμφωνα, ωστόσο, με την τοπική παράδοση χτίστηκε πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού του Ποσειδώνα, θεού της θάλασσας. Ίσως το γεγονός αυτό να απαντά και στο εύλογο ερώτημα πώς ο κατεξοχήν Άγιος της θάλασσας και των ναυτικών βρέθηκε στο κέντρο ενός ορεινού τόπου. [2]

Σχετικά με την ταυτοποίηση του Αγίου που απεικονίζεται στη σφραγίδα των Διδύμων ανατρέξαμε στις αγιογραφικές απεικονίσεις του Αγίου που πάντα εμφανίζεται με την αρχιερατική του στολή. Διακρίναμε στη σφραγίδα το ωμοφόριό του και κυρίως παρατηρήσαμε την έκφρασή του που είναι ίδια με εκείνη των εικόνων του Αγίου.

Το δεύτερο έγγραφο είναι η αναφορά που υπέβαλαν από το Ναύπλιο προς τη Διοίκηση οι Διδυμιώτες Αναγνώστης Παναγιώτης και Αθανάσιος Αντώνη Γιάννου στις 14 Ιουνίου 1824 και η οποία έχει ως εξής:

 

Υπερτάτη Διοίκησις!

Προλαβόντος, ότι εισέτι το Ναύπλιον ήτον υπ’ εξουσίαν ανταρτικήν και η Διοίκησις επέτρεψε τους προμάχους των Νόμων, αν εύρωσι, να κυριεύσωσιν ανταρτικάς περιουσίας κυριεύσαντος του στρατού των Κρανιδίων κινητά ανταρτικά, ανελόγισεν εις έκαστον στρατιώτην τρία γρόσια και πέντε παράδες· το δε αναλογήσαν εις ημάς τους τεσσαράκοντα στρατιώτας χωρίον της αυτής επαρχίας Διδύμων, εδιώρισεν η συντροφιά να παραλάβη ο κ. Κωνσταντής Πετρονώτης και να μας τα παραδώση. Αλλ’ η γενναιότης του, όχι μόνο τότε δεν τα έδωσεν, αλλά μήτε τώρα θέλει να τα δώση.

Προς δε και μας επαπειλεί δια την απαίτησίν μας. Περί τούτου ημπορεί να δώση αρκετήν πληροφορίαν και ο παραστάτης μας. Δια τούτο παρακαλούμεν την Σην Διοίκησιν να επιτάξη τον ειρημένον δια να αποδώση το δίκαιον των πτωχών στρατιωτικών, οίτινες λαβόντες εκ τούτου θεραπείαν… να φανώσιν αυθόρμητοι εις τα υπέρ πατρίδος μάχας. Μένομεν δε εν τούτοις μ’ όλο το σέβας.

Τη 14η Ιουνίου 1824, εν Ναυπλίω

Οι πατριώτες – Οι στρατιώτες

Αναγνώστης Παναγιώτης

Θανάσης Αντώνη Γιάννου

 

Σύμφωνα λοιπόν, με την ως άνω αναφορά ο Κωνσταντής Πετρονώτης κατακρατούσε την αναλογία των σαράντα στρατιωτών την οποία έπρεπε να επιστρέψει. Γι’ αυτό οι υπογράφοντες παρακαλούν τη Διοίκηση να τον διατάξει και την αποδώσει στους δικαιούχους.

Στο πίσω μέρος της αναφοράς υπάρχουν σημειώσεις για το είδος και την τιμή των περιουσιακών στοιχείων που «κυριεύθηκαν» και πουλήθηκαν, καθώς και το μερίδιο που έπρεπε να λάβει κάθε στρατιώτης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Παρά τον ενδελεχή έλεγχο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Εσωτ. φ.111) δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε το ανωτέρω έγγραφο.

[2] Για το θέμα αυτό βέβαια έχουν γραφτεί αρκετά και όσοι ενδιαφέρεσθε μπορείτε να τα πληροφορηθείτε. Ενδεικτικά αναφέρουμε το βιβλίο του Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα: «Η ιστορία του Κρανιδίου και των Κοινοτήτων…», Αθήνα 2013.

 

Πηγές


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους.
  • Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο: «Σφραγίδες Ελευθερίας», Αθήνα 1983.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

«Σφραγίδες Ελευθερίας» – Με αφορμή την ευχετήρια κάρτα του Ερμιονικού Συνδέσμου του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη


 

«…Και εσφραγίσθη μεν ως έθος δια του σημείου του σταυρού ευχόμενοι καλήν ελευθερίαν»

 

Στη φετινή ευχετήρια κάρτα του Συνδέσμου μας παρουσιάζονται δύο σφραγίδες που βρέθηκαν σε έγγραφα της εποχής της Επανάστασης του 1821 και σώζονται στο βιβλίο «Σφραγίδες Ελευθερίας 1821 – 1832», έκδοση της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.

Στην εσωτερική σελίδα της κάρτας, αριστερά, υπάρχει η παλαιότερη σωζόμενη σφραγίδα της Πολιτείας Καστρί (Κάτω Ναχαγέ), χρονολογούμενη από το 1808, σε έγγραφο της 16ης Αυγούστου 1821, που απεικονίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στη δεξιά σελίδα φαίνεται η ελλειψοειδής σφραγίδα του Δημογεροντίου Ερμιόνης σε έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1831, όπου απεικονίζεται η Πρόμαχος Αθηνά με την κουκουβάγια, το δόρυ και την ασπίδα, σύμβολα δύναμης και σοφίας.

Η επιλογή του θέματος συνδέεται με επετειακά γεγονότα σχετικά με την Επανάσταση του 21 και την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 

  1. Η σφραγίδα της Πολιτείας Καστρί-Κάτω Ναχαγέ 1808

(επί εγγράφου της 11ης Αυγούστου 1821, από Καστρί [1])

 

Το έγγραφο

 

Φιλογενέστατοι πρόκριτοι και επίτροποι της νήσου Σπέτζας ταπεινά προσκυνούμεν. Με το δουλικόν και προσκυνητικόν γράμμα σάς φανερώνομεν ημείς κατά την συνήθειαν του τόπου μας αύριο «Τετράδη» συν Θεώ θέλομεν να τρυγήσωμεν τα αμπέλια μας και αν αγαπάτε κοπιάστε να πάρετε [2] ως καθώς και άλλες πολλές φορές επήρατε το μούστο μας και τη φετινή χρονιά ως γειτόνοι όπου είμαστε και «θεόθεν; Υγειαίνετε».

1821 Αυγούστου 16, Καστρί

Οι δούλοι σας πρόκριτοι και λοιποί Καστριώτες στους ορισμούς σας

…. (λέξη δυσανάγνωστη) και την βούλα της Κοινότητος.

 

Η σφραγίδα είναι φθαρμένη και δύσκολα αναγνωρίζεται το αποτύπωμά της. Πρόκειται για τη γνωστή εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην οποία απεικονίζονται μόνο τα δύο κύρια πρόσωπά της, ο Χριστός και η Παναγία. [3] Η Παναγία παρουσιάζεται τεθνεώσα επάνω σε στρωμένη κλίνη. Ακριβώς πάνω από το θεοδόχο σώμα Της ο Χριστός και γιός Της κρατά την Αγία ψυχή Της με τη μορφή σπαργανωμένου βρέφους.

Σύμφωνα με την παράδοση όταν η Θεοτόκος έμαθε από τον Θεό τον επικείμενο θάνατό της ανέβηκε στο όρος των Ελαιών για να προετοιμαστεί και από εκεί ειδοποίησε τους Αποστόλους για το γεγονός που επρόκειτο να συμβεί. Επειδή όμως κατά την ημέρας της Κοίμησής της ορισμένοι Απόστολοι δεν βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, λέγεται ότι μια μεγάλη νεφέλη τους έφερε κοντά Της.

Είναι γνωστό πως η Παναγία αποτελεί το πνευματικό στόλισμα της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας μας. Το πρόσωπο της Θεοτόκου το ευλαβούνται όλοι οι Χριστιανοί και το περιβάλλουν με τιμή και σεβασμό ακόμα και οι αλλόθρησκοι, αφού η Παναγία αποτελεί «προστασία και σκέπη του γένους των ανθρώπων». Γι’ αυτό σε κάθε μέρος του κόσμου είναι χτισμένα μοναστήρια και αμέτρητες εκκλησίες μεγάλες και μικρές σε βουνά, χαράδρες, θαλασσινούς βράχους και ξέφωτα που μοσχοβολούν από την πνευματική ευωδιά της.

Ιδιαίτερα σε μας τους Έλληνες είναι βαθιά ριζωμένη η πίστη πως σε καιρούς και χρόνους χαλεπούς, όπως ήταν εκείνοι οι χρόνοι, αλλά και στις δύσκολες προσωπικές μας στιγμές πάντα η Παναγία «βάζει το χέρι της» και είναι συμπαραστάτης και βοηθός.

Δεν χρειάζεται να τονίσουμε πως όσα προαναφέραμε δικαιολογούν την επιλογή του προσώπου της Θεοτόκου να αποδίδεται σε σφραγίδες των διαφόρων Πολιτειών εκείνης της εποχής. Ωστόσο, έχω τη γνώμη πως πιθανόν να υπήρχαν και ιδιαίτεροι λόγοι που ενέπνευσαν τους τότε Προεστούς του τόπου να επιλέξουν την απεικόνιση της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη σφραγίδα της «Πολιτείας του Καστρίου». Ίσως, λοιπόν, η επιλογή αυτής της σκηνής και μάλιστα στην πιο λιτή αγιογραφική της απεικόνιση (πιθανότατα για τεχνικούς λόγους) να οφείλεται στο γεγονός ότι ο δεύτερος ενοριακός ναός της Ερμιόνης (Παναγία) αλλά και ο κεντρικός ναός της Ι. Μ. των Αγίων Αναργύρων είναι αφιερωμένοι στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αυτά, ωστόσο, σημειώνονται με κάθε επιφύλαξη, γιατί είναι πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που με την πάροδο τόσων ετών είναι δύσκολο να διερευνηθούν.

Τέλος επισημαίνουμε πως σφραγίδες και άλλων κοινοτήτων, όπως για παράδειγμα εκείνη «της Κοινότητας της Νήσου των Σπετζών», φέρουν την παράσταση της Κοίμησης της Θεοτόκου ενδεχομένως για τοπικούς λόγους.

 

Η σφραγίδα της Πολιτείας Καστρί-Κάτω Ναχαγέ 1808

 

  1. Η σφραγίδα του Δημογεροντίου της Ερμιόνης

(επί εγγράφου της 12ης Φεβρουαρίου 1831, από Ερμιόνη)

 

Το έγγραφο αρ.469: Ελληνική Πολιτεία

Η Δημογεροντία Ερμιόνης προς την Ειρηνοδικίαν Ύδρας

 

Συνεπεία της υπ’αριθμ.154 προσκλήσεως της ειρηνοδικίας ταύτης προσεκαλέσαμεν τον εδώ κατοικούντα Κωνσταντίνον Ρουμελιώτη βαφέα και εξετάσαντες τον ως προσκαλούμεθα, μας ωμολόγησεν ότι το βρακίον της Αικατερίνης Θεώδας Φρούτης ηλλάχθη και ότι πολλάκις διελέχθη περί τούτου μετ’ αυτής και δεν …(λέξη δυσανάγνωστη) δια να λάβη… αλλ’ εζήτα όμοιον πανίον ως εκ τούτου έμεινεν εις αυτόν και ότι είναι πρόθυμος ή την τιμή του να δώση ή όμοιον πανίον αυτού αν επιτύχη.

Εν Ερμιόνη τη 12 Φεβρουαρίου 1831

Οι Δημογέροντες Ερμιόνης

Σταμάτης Γεωργίου

Λάζαρος Νικολάου

 

Η σφραγίδα του Δημογεροντίου της Ερμιόνης

 

Στη σφραγίδα του ανωτέρω εγγράφου διακρίνουμε την Πρόμαχο Αθηνά με τα σύμβολα της δύναμης, την περικεφαλαία, το δόρυ και την ασπίδα αλλά και της σοφίας, την κουκουβάγια, καθισμένη σε ένα από τα δύο κλωνάρια δάφνης που στολίζουν την Θεά. Η σφραγίδα, απλής χαρακτικής τεχνικής, είναι ελλειψοειδής και η εικόνα της Θεάς χαραγμένη στην κάθετη διάσταση, ώστε να φαίνεται μεγαλύτερη και τα σύμβολά της να είναι ευκρινέστερα.

Ένα στοιχείο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ερευνητές, ιστορικούς και φιλίστορες αλλά κυρίως για τους κατοίκους της Ερμιόνης, είναι η αλλαγή του ονόματος της Πόλης, όπως παρουσιάζεται στα προαναφερόμενα έγγραφα. Στην πρώτη σφραγίδα (1808) η πόλη αναφέρεται ως Καστρί, ενώ στη δεύτερη (1831) έχει την αρχαία της ονομασία, δηλ. Ερμιόνη.

Ήδη από της εποχή της διακυβέρνησης της Χώρας από τον Ιωάννη Καποδίστρια αλλά και νωρίτερα είχε επικρατήσει η άποψη ότι ορισμένοι Δήμοι κρίνεται αναγκαίο να λάβουν τα αρχαία ονόματά τους. Εξετάζοντας διάφορα έγγραφα διαπιστώσαμε πως ορισμένοι δήμοι μεταξύ των οποίων και της Ερμιόνης, προχώρησαν άμεσα στην αλλαγή του ονόματος.

Στο δημοσίευμα «Δήμων οργάνωσις» της εφημερίδας «ΣΩΤΗΡ» της 13ης Μαΐου 1834 σημειώνεται: «Κατά την ονοματοθεσία οι δήμοι να λάβουν αρχαία ονόματα. Οι μέλλοντες να απαρτίσουσι του Νομού τούτου Δήμου Αργολιδοκορινθίας είναι εξήντα πέντε(65). Ναυπλίας οκτώ(8), Άργους δεκαέξ (16)ι, Κορινθία τριάκοντα τρεις (33), Τροιζηνία τέσσερις (4), Σπετσών και Ερμιονίδος τέσσερις (4) και Ύδρας ένας (1)… Τέλος πάντων η Ερμιονίδα (με δύο(2) πόλεις, δύο(2) κώμας, δύο(2) χωρία».

Τέλος είναι γνωστό πως με το Β.Δ. στις 28 Απριλίου/10 Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) ο δήμος ονομάστηκε και κατατάχθηκε στη Γ΄ τάξη με έδρα την Ερμιόνη. Η σφραγίδα του δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα, όπως και άλλες φορές έχουμε επισημάνει. Σφραγίδες με την παράσταση της Προμάχου Αθηνάς με μικρές χαρακτικές διαφορές είχαν και:

  • Η Προσωρινή Διοίκησης της Ελλάδος
  • Το Επαρχείον Κάτω Ναχαγέ (1825)
  • Η Επαρχιακή Δημογεροντία του Κάτω Ναχαγέ (1829)
  • Η Αστυνομία Κρανιδίου και Κάτω Ναχαγέ (1829)
  • Η Αστυνομία του Κάτω Ναχαγέ (1832) και
  • Ο Διοικητικός Τοποτηρητής Επαρχίας του Κάτω Ναχαγέ (1832)

 

Υποσημειώσεις


  1. «Σφραγίδες Ελευθερίας», έκδοση Ιστορικού Εθνολογικού Μουσείου, Αθήνα 1983/Ευχετήρια κάρτα Ερμιονικού Συνδέσμου.
  2. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η φράση του εγγράφου «αν αγαπάτε κοπιάστε να πάρετε». Την άκουγα να την χρησιμοποιούν, όταν ήμουν παιδί, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας στην Ερμιόνη. Σήμερα δεν ακούγεται συχνά.
  3. Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου γενικά είναι σύνθεση πολυπρόσωπη. Εκτός από τον Χριστό και την Παναγία που αναπαύεται σε στολισμένο νεκρικό κρεβάτι εμφανίζονται άγγελοι δίπλα στον Χριστό, οι δώδεκα Απόστολοι, Ιεράρχες της Εκκλησίας μας καθώς και άλλα πρόσωπα σε διάφορες στάσεις.

Πηγές


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους
  • Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο
  • «Σφραγίδες Ελευθερίας», Έκδοση του Ιστορικού Εθνολογικού Μουσείου, Αθήνα 1983.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

«μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

Στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρίσκεται το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Το «Κολοκοτρωνέικο» είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο, 256 σελίδων, για το 1821. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη στο οποίο ο συγγραφέας του, Νίκος Πλατής, αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες από την περίοδο της Επανάστασης του 1821 με έναν τρόπο πρωτότυπο, βασισμένος σε ιστορικές αλήθειες.

Ο Νίκος Πλατής είναι ο συγγραφέας του περίφημου «Μαύρου λεξικού», του «Μπαχαρικού λεξικού», του «Αθωνικού λεξικού» και άλλων είκοσι περίπου βιβλίων. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1951, όπου ζει και εργάζεται.

 

Οι τέσσερις καπεταναίοι του Μοριά: Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικηταράς (Les Quatre Premiers Capitaines de la Moree ο πρωτότυπος τίτλος): Σαν από το θέατρο σκιών θαρρείς βγαλμένοι (και ο Κολοκοτρώνης ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα πορφυρά). από το PUAUX, Rene. Grece, Terre aimee des Dieux, Παρίσι [G. de Maleherbe], MCMXXXII.

 

Το συγγραφέα τον γνώρισα το 2011, όταν μου τηλεφώνησε και μου μίλησε για τις σκέψεις του, προκειμένου να υλοποίηση  τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε στα γραφεία της Αργολικής Βιβλιοθήκης και έτσι από το Άργος, ξεκίνησε  να διαμορφώνετε η ιστορία του βιβλίου.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου, «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο».

 

Το βιβλίο, λοιπόν, του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο», βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες, από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του 1821 στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο, αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά, δηλαδή ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ’ όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος – πίσω με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Οι πηγές του είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρωθούμε σε μερικές, θα σταθούμε στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821.

Έχουμε τον Φωτάκο, τον Φώτιο Χρυσανθόπουλο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου  έργου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες και σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

«Ο Κολοκοτρώνης», λέει ο συγγραφέας, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Lifo,  «ήταν  άνθρωπος δυναμικός και δραστήριος.  Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του. Κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51ενος ετών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει και να κάνει την ανάλογη κίνηση».

 

Και συνεχίζει, μιλώντας για το πώς ξεκίνησε να γράφει το Κολοκοτρωνέικο.

 

«Είχα την Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», λέει, δηλαδή, «τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του ’70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη – τρίτη σελίδα σταματούσα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ’ εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν μπορείς να τον καταλάβεις εύκολα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, προεστό των Γαργαλιάνων και ισχυρό φίλο του Διοικητή της Πελοποννήσου Οσμάν Πασά, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, και ήταν αυτός που συνέλεγε τους φόρους στην Πελοπόννησο.  Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου».

 

Μια ακινητοποιημένη σκηνή στο παρελθόν του Ελληνισμού (δίκην φωτογραφικού ενσταντανέ: Ρωμιοί προύχοντες στα χρόνια του Κολοκοτρώνη, ενώ συνεδριάζουν. Συμβούλιο γενικών επιστατών (Council – Generaral of the epistates), σύμφωνα με τον επεξηγηματικό τίτλο του εκδότη της γκραβούρας. «Τουρκογέροντες» με όλα τα ντεσού (φέσια, οντάδες, λουλάδες, πέρσικες γενειάδες και φορέματα λουκ Δαρείου), κατά τη φωτογραφική μαρτυρία της εικόνας. Συλλογή του συγγραφέα.

 

Το Κολοκοτρωνέικο είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα στερεότυπα που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση, με εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας.

Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

Πορτραίτο του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1874. Έργο του Jean-Léon Gérôme (French, 1824-1904).

 

«Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά.  Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και την αλογοουρά, αντέδρασαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να του βάλει περικεφαλαία.

Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του ’21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη».

 

Ο Κολοκοτρώνης στην πραγματικότητα (και χωρίς περικεφαλαία): Κάπως έτσι ήταν ο Κολοκοτρώνης στα χρόνια της Επανάστασης. Έτσι τουλάχιστον τον απεικόνισαν οι δύο ζωγράφοι που τον γνώρισαν από κοντά: Adam Friedel (το έτος 1824) και ο Giovanni Bozzi (έναν χρόνο αργότερα, το 1825). Λιθογραφίες.

 

«Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το βιβλίο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί».

Και η Επανάσταση από ποιους έγινε; «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν χρήματα. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 ή και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων…»

 

Λέγεται πως ο Κεχαγιάμπεης έχασε τον πόλεμο για τα μάτια μιας χανούμισσας που γνώρισε στο χαμάμ της Τριπολιτζάς. Ομαδικό ζωγραφικό πορτρέτο διά χειρός Jean-Leon Gerome (1824-1904).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στον τόπο μας, το Άργος και το Ναύπλιο.

 

Άργος


 

Άργος, το (Ιστ. Γεωγρ.): Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Η Λάρισα της Πελοποννήσου (από κλιματολογικής απόψεως)! Ζεστό μέρος. Πάνω στον κάμπο της Αργολίδας. Όταν το επισκέφθηκε ο Άγγλος αρχαιολόγος (και τοπογράφος) William Gell, στα 1801, αριθμούσε περί τις 4.000 ψυχές (μόνιμους κατοίκους), τα περισσότερα σπίτια του ήσαν μονώροφα και οι δρόμοι του ευθύγραμμοι: «Ανάμεσά τους πρόβαλλαν επιβλητικά οι κατοικίες των αρχόντων τριγυρισμένες από κήπους. […] Η πολιτεία αναπτυσσόταν σταθερά. Καινούργιες οικοδομές χτίζονταν με γοργό ρυθμό. Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προστατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συγκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Για να κυκλοφορήσει ο ξένος στην πόλη έπρεπε να συνοδεύεται από γενίτσαρο γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ενοχλητικά».  (Ξεν. Ταξ., τ. Γι, σ. 122). Τα ίδια είδε κι έπαθε και ο Chateaubriand από το παιδομάνι στον Μυστρά ένα έτος αργότερα.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

Ιστορική πόλη το Άργος, η ιστορία του χάνεται στα αχανή βάθη της προϊστορίας και της μυ­θολογίας. Σημαντικός ο ιστορικός ρόλος του στο ’21: Εδώ ήταν οπλαρχηγός ο Τζόκρης. Απ’ εδώ ξεκίνησε η πρώτη Εθνο­συνέλευση (για να ολοκληρωθεί εντέλει στην Επίδαυρο): «[…] την 1η Δεκεμβρίου 1821 έγινε στο Άργος μια δήθεν εθνο­συνέλευση με εικοσιτέσσερα μέλη, που σχεδόν όλα ήταν προεστοί του Μοριά. Πρόεδρος της Συνέλευσης έγινε ο Υψηλάντης, αλλά αηδιασμένος με τις ραδι­ουργίες των μελών της έφυγε για την Κόρινθο, με σκοπό να οργανώσει την πολιορκία του κάστρου». (Ντέικιν, σ. 117)

Εδώ, στο Άργος, πρωτοσυναντήθηκε ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυροκορδάτο, όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του πρώ­του: «Ο Μαυροκορδάτος, με τον υιόν τού Καρατζα, ηλθον εις την Πάτρα, εστάθηκαν εκεί μερικόν καιρό, επειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσαμεν εΐς το Άργος. Αφού επεστρέψαμεν εις το Άργος, εμαζεύθησαν όλοι οι Άρχοντες και από διαφόρους επαρχίες και νησια της Ελλάδος». (Διήγ.)

Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, στα 1820 κατοικούσαν περί τις 10.000 ψυχές (οι περισσότεροι Έλ­ληνες, αλλά και καμιά πεντακοσαριά Τούρκοι), μέχρι την έλευση του Κεχαγιά: «Τα ελληνικά σπίτια του Άργους, όλα μικρά και χαμηλά, είχαν γίνει στάχτη από τον Κεχαγιάμπεη. […] Τα τούρκικα σπίτια είχαν σωθεί όλα. Ήταν επιβλη­τικά, καλοχτισμένα, ευρύχωρα κι όλα απομονωμένα με ψηλούς τοίχους. Κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα πηγάδια, κήπο με ξυνά και παράσπιτα». (Σιμόπ.)

Εδώ, στα περίχωρα του Άργους, κατα­γράφεται μια καραμπινάτη ήττα των Γραικών, (ο λόγος για τη «μάχη» στον ξεροπόταμο Ξεριά, που σκοτώθηκαν (σφάχτηκαν) από το ιπ­πικό του Κεχαγιάμπεη πολλοί Αργίτες, Σπε­τσιώτες και Κρανιδιώτες επαναστατημένοι, αλλά και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας), που ξεκίνησε από τον πανικό ενός καλόγηρου και κατέληξε (τι περίερ­γο!) οξύ ανακουφιστικό συναίσθημα του προκρίτου Δεληγιάννη. [Σε μια λοξοδρομισμένη, κρυπτογραφημένη επιστολή του Νικολάου Δεληγιάννη, η οποία γράφτηκε από το στρατόπεδο και απευθυνόταν στον αδελφό του Κανέλλο, ήταν γραμμένα τα εξής: «Ηττήθημεν. Ας εχει δόξαν ο Θεός! Αλλως αν ένικωμεν ο Δήμος εγίνετο βασιλεύς»· το παρεγκώμιο «Δήμος» το συνήθιζαν στις κουβέντες τους οι Δεληγιανναίοι όταν μιλούσαν για τον Κολοκοτρώνη, «παρομοιάζοντάς τον με έναν συμπα­τριώτη τους αλήτη, που είχε το ίδιο όνομα»]. (Παπαγ.)

Εδώ, στο Άργος, βρισκόταν, όπως προείπαμε, και ο έτερος Υψηλάντης (ο Δημήτριος) όταν κατέφθασαν τα πικρά νέα από την παρίστρια (η ευρισκόμενη παρά τον Ίστρον «Δούναβη», παραδουνάβια ηγεμονία), που ξεσήκωσε ανέλπιδα ο συνεπώνυμος αδελφός του Αλέξανδρος: «Το Άργος ήταν κατάμεστο από στρατιώτες. Τραγούδια θορυβώδη ακούγονταν παντού. Βρήκε τον Υψηλάντη θλιμμένο και σκε­φτικό. Είχαν φθάσει τα τραγικά νέα από τη Βλαχία κι’ ανησυχούσε για τη δική του τύχη, την επιβολή και το κύρος του». (πρ. π.)

Εδώ, στο Άργος, και το καφε­νείο που μαρτυρεί ο Ρεμπό, αυτόπτης μάρτυρας ενός φρικαλέου επεισοδίου πα­ραδειγματισμού με την ιδιόχειρη… υπο­γραφή του Σταματελόπουλου: «Μια μέ­ρα, ενώ βρισκόταν  σε καφενείο του Άρ­γους, του έφεραν ένα στρατιώτη του, που είχε δημιουργήσει σκάνδαλα στην πόλη. Τον ανέκρινε μπροστά στον κόσμο και όταν βεβαιώθηκε για τις άνομες πράξεις του, άπλωσε, ήσυχα – ήσυχα, το αριστερό του χέρι, άδραξε το στρατιώτη από τα μαλλιά και με το δεξί, τραβώντας το γιαταγάνι από το σιλάχι, του έκοψε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα. Όλοι γύρω μαρ­μάρωσαν […]». (πρ. π.)

Ως εδώ ακούγονταν οι κανονιές της πολιορκίας του Αναπλιού, τα έντεκα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Άργος από το Ναύπλιο δεν λειτούργησαν καθόλου ηχομονωτικά, με κάθε κανονιά που έπεφτε, οι Αργίτες έκαναν και μιαν ευχή (την ίδια πάντα).

Εδώ, στο αρχαίο θέατρο, έγινε η τέταρτη Εθνοσυνέλευση, ήταν παρών και ο Καποδίστριας (πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, αφού αυτός ήταν ο αρχηγός όλων).

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Εδώ, στο Άργος, άρχισε να γρά­φει τα απομνημονεύματά του ο «στρα­τηγός» Μακρυγιάννης· φρούραρχος της πόλης που ποτέ δεν συμπάθησε, με μια έκδηλη αντιπάθεια προς τους Αργείους (εδώ και το σπίτι του, ό,τι απέμεινε δη­λαδή: γκρεμίδια και μια τεράστια αγριο­συκιά για την ακρίβεια, η πόλη του Άρ­γους τον απέρριψε, όπως κι αυτός αυτή).

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά απ’ εδώ, από την πόλη του Άργους, ξεκίνησα το αναδρομικό ιστορικό ρεπορτάζ για το Κολοκοτρωνέικο. Ο Κολοκοτρώνης ανα­φέρεται σ’ αυτό (στο Άργος δηλαδή) κάμποσες φορές, εγώ στάθηκα σε τούτη δω την αναφορά του, που μαρτυρεί την παρουσία του Καραϊσκάκη και του Τζαβέλα, συνδυασμένη τρόπον τινά και με τις αργίτικες σταφίδες: «Άφηκα αντι­πρόσωπόν μου εις αύτο το στράτευμα τον Γεωργάκη Γιατράκο, και εγώ έπηρα 50 νομάτους και έπηγα εις το Άργος. Έκει εστειλα εις το Ναύπλιον και ήλθε εις το Άργος ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας και λοιποί. Ο Κώστας Μπότσαρης και μερικοί άλλοι τους κράτησε ο Ζαΐμης και τους εκαμε να μην έλθουν να ένωθοϋμεν τα στρατεύματα. Οι σταφίδες εκόντευαν να γενουν· ο Γιάννης και ο Παναγιώτης Νοταράδες άρχισαν να τρώγουνται». Βλ. λ. Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος.

 

Ναύπλιο


 

Ναύπλιο, το (Ιστ. Γεωγρ.): Έτσι «γράφει» συνήθως το Ανάπλι, ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του· η αλήθεια είναι πάντως πως «χρησιμοποιεί» και τις δύο λέξεις (Ναύπλιο και Ανάπλι) ταυτόχρονα στα απομνημονεύματά του, στην ίδια πρόταση μάλιστα ενίοτε: «Μου γράφουν από την  Τριπολιτζά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. “Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο”. Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτζά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι». (Διήγ.)

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Όταν το επισκέφθηκε στα 1801 ο Άγγλος αρχαιολόγος William Gell, λειτουργούσαν στο Ναύπλιο δύο δημόσια λουτρά, για το ένα δε από αυτά μας δίνει και τη σχετική περιγραφή: «[…] Κι’ ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. Ύστερα φέρνουν μια λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα κι’ ο λουτράρης σε τρίβει με βούρτσα από κάποιο ανατολίτικο φυτό. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία σ’ αφήνει μόνο μ’ ένα κύπελλο να ρίχνεις πάνω σου ζεστό ή κρύο νερό από τις δύο μαρμαρένιες γούρνες που βρίσκονται πλάι σου. Έπειτα χτυπάς παλαμάκια κι’ ο υπηρέτης σου φέρνει ένα καθαρό μπαμπακερό ρούχο που το δένεις στη μέση σου κι’ ένα τουρμπάνι για το κεφάλι.

Ύστερα σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις τα λεφτά σου στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές». (Ξεν. Ταξ., τ. Γ1, σ. 123)

 

Βρύση στο Ναύπλιο, Peter von Hess, λάδι σε ξύλο, 1839

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επιτόπιο ρεπορτάζ του Henry Post, (για την ακρίβεια, η αναφορά του προς το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστόνης), που «επισκέφθηκε» το Ναύπλιο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1827, επί των ημερών του μιαρού τυραννίσκου Γρίβα:

«Είδαμε μια σκηνή δυστυχίας και αθλιότητας που οι ευνοημένοι κάτοικοι της ευτυχισμένης χώρας μας δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκατοντάδες εξαθλιωμένα πλάσματα, με λιμασμένη όψη και κουρελιασμένα ρούχα, είχαν κατασκηνώσει σε καλύβες από καλάμια και μας εκλιπαρούσαν, καθώς περνούσαμε ανάμεσά τους, με απλωμένα χέρια και ικευτικά βλέμματα, να λυπηθούμε την απελπιστική κατάστασή τους. Η συμπάθειά μου κορυφώθηκε όταν έμαθα ότι πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν από τους πλουσιότερους και πιο σεβαστούς Έλληνες, ότι εγκατέλειψαν την ερημωμένη γη τους και τα καμμένα σπίτια τους και τώρα αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή με μέσα που θα συγκλόνιζαν κάθε ανθρώπινη ψυχή. […] Η πόλη, είπαν, υποφέρει πολύ από έλλειψη ψωμιού – οι στρατιώτες γογγύζουν και αρχίζουν τις αρπαγές και οι κάτοικοι φοβούνται μήπως από στιγμή σε στιγμή καταφθάσει άλλο μήνυμα του Γρίβα, όπως εκείνα που έχουν λάβει στο παρελθόν. “Γιατί συνήθιζε να επιβάλει στην πόλη αναγκαστική εισφορά κάθε φορά που αντιμετώπιζε εξάντληση των αποθεμάτων και να βομβαρδίζει σπίτια από το κάστρο αν δεν έσπευδαν οι κάτοικοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του” […]». (Σιμόπ., τ. 5, σ. 358-359). Συνών.: Νάπλι.

 

Το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» μπορεί να αποτελέσει ένα θαυμάσιο δώρο, για τις γιορτινές μέρες που έρχονται. 

 

Τάσος Τσάγκος

Επιμελητής εκδόσεων

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Η σύσταση και λειτουργία του «Παραρτήματος» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και η ίδρυση του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου (1880 – 1899) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Ενδιαφέροντα στοιχεία

 

Το 1883 ο δήμαρχος Κρανιδίου Πέτρος Γουζούασης σε έγγραφό του «Περί της καταστάσεως των διδακτηρίων της πόλεως» έκανε λόγο για το 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου το οποίο έχει μόνο ένα δωμάτιο, το προαύλιό του είναι αρκετό, το κτήριο ανήκει σε ιδιώτη και είναι μισθωμένο για τρία χρόνια προς 15 δραχμές το μήνα. Τρία χρόνια αργότερα, το 1886, βρέθηκαν έγγραφα διορισμού και μεταθέσεων δημοδιδασκάλων στο εν λόγω Σχολείο.

Νικόλαος Σκλιάς

 

Ωστόσο στην έκθεση που συνέταξε για τα σχολεία της περιφερείας του ο Θεόδωρος Μ. Λύρας, Νομαρχιακός δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου, την 1η Αυγούστου 1888 αναφέρεται μόνο σε ένα 4/θέσιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, στο οποίο υπηρετούν τέσσερις δημοδιδάσκαλοι μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Σκλιάς. Αργότερα στο βιβλίο «Μητρώον των εν Κράτει Δημοτικών Σχολείων» του Υπουργείου του έτους 1892 εμφανίζεται να λειτουργεί στο Κρανίδι δεύτερο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων με τον ίδιο δημοδιδάσκαλο, Νικόλαο Σκλιά. Τέλος, ο Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος στο βιβλίο του «Ακτίνες και Νέφη» γράφει, χωρίς να αναφέρει χρονολογία, ότι: «Ενοικιάσθη υπό του Δημοσίου και άλλο μικρόν οίκημα κείμενον όπισθεν του Ναού της Μεταμορφώσεως λόγω της αυξήσεως του αριθμού των μαθητών, όπου απεσπάσθη εκ της Καποδιστριακής Σχολής ο Νικόλαος Σκλιάς». Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση πως αυτό «το νέο σχολείο» ήταν «άτυπα» ένα άλλο σχολείο με την ονομασία 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Στην πραγματικότητα όμως και μετά τα στοιχεία που παραθέσαμε φαίνεται πως είχε συσταθεί και λειτουργούσε ως «Παράρτημα» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, λόγω της αύξησης του αριθμού των εγγεγραμμένων μαθητών. Κάνουμε επίσης και τη σκέψη μήπως κάποιο άλλο γεγονός «κρύβεται» που να έχει σχέση με τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες εκείνων των χρόνων (1880 -1895) για την οργάνωση της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τονίζουμε, όμως, πως επίσημο έγγραφο Φ.Ε.Κ. που να αποδεικνύει τη σύσταση 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων στο Κρανίδι έως το 1899, δεν εντοπίσαμε.

Έτσι τα ονόματα των δημοδιδασκάλων που βρέθηκαν και τα οποία στη συνέχεια αναφέρουμε αφορούν τα έτη 1880 -1892 λειτουργίας εκείνου του σχολείου.

 

Ονόματα δημοδιδασκάλων που δίδαξαν στο «Παράρτημα» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου. Το ανωτέρω σχολείο, εκ παραδρομής, αναφερόταν στα έγγραφα ως 2οΔημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

 

  • 1886 Νικόλαος Σκλιάς

Μετάθεση από το 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο αντίστοιχο Διμηνιού Κορινθίας. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές. Φ.Ε.Κ. 243/7 Σεπτεμβρίου 1886.

  • 1886 Κ. Κοσμόπουλος

Δευτεροβάθμιος. Μετάθεση από 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο 1ο  Δημοτικό Σχολείο Αρρένων «της ιδίας πόλεως».

  • 1886 Π. Κουσουράκης

Πρωτοβάθμιος. Διορισμός στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου, Φ.Ε.Κ. 284/14 Οκτωβρίου 1886. Μηνιαίες αποδοχές 140 δραχμές.

  • 1892 Νικόλαος Σκλιάς

(Ιερέας) Δευτεροβάθμιος. Με μηνιαίες αποδοχές 110 δραχμές.

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία στο υπ’ αρ. Φ.Ε.Κ. 244/11 Νοεμβρίου 1899 δημοσιεύτηκε η ίδρυση στο Κρανίδι «κατά την Κάτω Συνοικίαν μονοτάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων», ήτοι του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, αν το σχολείο λειτούργησε άμεσα το σχολικό έτος 1899 -1900. Το σίγουρο είναι πως λειτούργησε το επόμενο σχολικό έτος 1900 – 1901. Εντοπίστηκαν και τα ονόματα των πρώτων δημοδιδασκάλων που υπηρέτησαν στο «κοινόν» αυτό σχολείο, με το οποίο θα ασχοληθούμε σε ιδιαίτερο άρθρο μας.

 

Πηγές


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, Υλικό αταξινόμητο
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ακρόπολη Λυρκείας


 

Με την ονομασία Παλιοκαστράκι είναι γνωστό το ύψωμα BA του χωριού Λύρκεια (Κάτω Μπέλεσι), στην Αργολίδα. Στις νότιες υπώρειες του λόφου διέρχεται η νέα εθνική οδός Κορίνθου – Τριπόλεως. Στην κορυφή του διατηρούνται κατάλοιπα ισχυρού τείχους με πύλες, μαρτυρία ότι πρόκειται για σημαντική οχυρωμένη θέση – αρχαία ακρόπολη των κλασικών χρόνων με θέα προς την κοιλάδα που διασχίζει ο Ίναχος ποταμός.

Σύμφωνα με τον Παυσανία μια από τις πύλες του Άργους, προς την Δειράδα, οδηγούσε σε απόσταση εξήντα περίπου σταδίων προς την Λύρκεια, γνωστή από τον μύθο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Κατά την παράδοση ο Λυγκέας ήταν γιός του Αίγυπτου και της Αργυφίας παντρεμένος με την Υπερμνήστρα, κόρη του Δαναού, με την οποία απέκτησε τον Άβαντα. Μόνο αυτή από τις Δαναΐδες αδελφές της αρνήθηκε να υπακούσει στην πατρική εντολή και δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ανέβηκε στην ακρόπολη του Άργους και συνεννούνταν με τους πυρσούς με τον Λυγκέα που είχε καταφύγει στην Λύρκεια.

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Φόνοι, κοινωνική ρήξη και αντιπαράθεση, πολιτική συνυπάρχουν στον εντυπωσιακό αυτό μύθο του κύκλου του Άργους, τον οποίο παλαιότερα η έρευνα είχε συνδέσει με το ύψωμα Παλιοκαστράκι αποδίδοντας στη θέση και την ευρύτερη περιοχή την ονομασία Λύρκεια. Ωστόσο η απόσταση της ακρόπολης δεν συμπίπτει με τις πληροφορίες της αρχαίας γραμματείας καθώς απέχει από το Άργος περίπου εκατό στάδια (18 χλμ) και όχι εξήντα (11 περίπου χλμ).

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Η επανεξέταση των πηγών σε συνδυασμό με τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας της περιοχής οδήγησαν στην ταύτιση της οχύρωσης στο Παλιοκαστράκι με την ακρόπολη των Ορνεών. Η ονομασία της πόλης οφείλεται στον οικιστή της Ορνέα, γιο του Ερεχθέα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι Ορνεάτες και Κλεωναίοι μάχονται στο πλευρό των Αργείων αντιμετωπίζοντας τη σπαρτιατική υπεροχή στη μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.). Όμως η στρατηγική θέση των Ορνεών εντείνει την παραδοσιακή εχθρότητα Άργους – Σπάρτης και δύο χρόνια αργότερα οι Αργείοι δεν διστάζουν να την καταστρέψουν. Η ανάμειξη των Ορνεών στις συγκρούσεις με τον Αρχίδαμο (352 π.Χ.) πιθανότατα απηχεί μια προηγηθείσα επανοίκηση της περιοχής. Στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων συγκαταλέγονται στις κώμες του Άργους.

Σε ό,τι δε αφορά την αργεία κώμη των ιστορικών χρόνων Λύρκειον, αυτή τεκμηριώνεται δυτικά του Άργους στην αριστερή όχθη του Ινάχου στην περιοχή με την ονομασία Σύνορο, θέση όπου πλήθος αρχαιολογικών δεδομένων (οικισμός, ιερά, νεκρόπολη, αρχαία οχύρωση, επιγραφική μαρτυρία) και η απόσταση που αναφέρει ο περιηγητής συνηγορούν στην ταύτιση αυτή.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Νοσοκομειακοί θεσμοί στο Βενετικό Ναύπλιο – Κατερίνα Κωνσταντινίδου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

H ιστορία των νοσοκομειακών θεσμών στην ελληνολατινική Ανατολή συγκροτεί ιδιαίτερο ερευνητικό πεδίο, στο οποίο διασταυρώνονται ποικίλες συ­νιστώσες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των περιοχών αυτών, αναδει­κνύονται όψεις της καθημερινότητας των κατοίκων, θρησκευτικά συναισθή­ματα και νοοτροπίες. Παράλληλα, διαγράφονται με ανάγλυφο τρόπο οι σύν­θετες και συχνά ρευστές πολιτισμικές συντεταγμένες που ορίζουν τον χώρο δραστηριοποίησης κυβερνώντων και κυβερνώμενων, και καταγραφής του ιστορικού τους αποτυπώματος.

Κεντρική παράμετρο στη μελέτη των νοσοκομείων συνιστά, καταρχάς, η πολυσημία του ίδιου του όρου: στον δυτικό κόσμο δεν νοηματοδοτείται με σταθερό τρόπο, καθώς εγγράφει ποικίλες ταυτότητες και αποτελεί συνώνυμο διαφορετικού τύπου ιδρυμάτων, εντός των οποίων προσφέρονταν διαφορετικές υπηρεσίες σε ποικίλες κατηγορίες του πληθυσμού. Ειδικότερα, κατά τον ύστερο μεσαίωνα, ο όρος ταυτίζεται με τον νοσοκομειακό ξενώνα, ένα είδος μόνιμου ή προσωρινού καταφυγίου για απόρους, ενδεείς και ταξιδιώτες, στο εσωτερικό του οποίου η παροχή ιατρικής και φαρμακευτικής βοήθειας στους τροφίμους του δεν ήταν αυτονόητη αλλά συχνά είχε μόνο ευκαιριακό χαρα­κτήρα. Στις απαρχές της πρώιμης νεότερης εποχής, ο όρος ανασημασιοδοτείται, περιλαμβάνοντας πλέον και ιδρύματα που σταδιακά αρχίζουν να έχουν ως κεντρικό άξονα λειτουργίας την παροχή ιατρικής φροντίδας. Η διαδικασία της ιατρικοποίησης με την πάροδο των αιώνων θα ενισχυθεί σημαντικά, χω­ρίς, ωστόσο, να νομιμοποιείται η έννοια της ρήξης με τα κυρίαρχα κατά το παρελθόν νοσοκομειακά ιδρύματα ούτε να αποδίδεται στην εξέλιξή τους προς τη νέα αυτή κατεύθυνση υποχρεωτικά θετικό πρόσημο.[1]

Αντίθετα, στα νοσοκομεία του 16ου και κυρίως του 17ου και του 18ου αι. συχνά συνυπάρχουν διαφορετικές ταυτότητες: χωρίς να απολέσουν τη φιλαν­θρωπική τους διάσταση αλλά και χωρίς να ταυτίζονται με την έννοια της κλι­νικής, τουλάχιστον αποκλειστικά, οι νοσοκομειακοί θεσμοί, όπως και κατά το παρελθόν, θα συστήσουν χώρους φροντίδας του σώματος και της ψυχής των ασθενών και των τροφίμων, εργαλεία ελέγχου της ασθένειας υπό το βάρος επι­δημικών συγκυριών και ειδικών συνθηκών αλλά, παράλληλα, μέσα από μια άλλη οπτική θα συνθέσουν πεδία έκφρασης κοινωνικών διεκδικήσεων, πολιτι­κών σκοπιμοτήτων και φιλοδοξιών των θεμελιωτών και των ευεργετών τους.[2]

Στην πόλη της Βενετίας, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, οι νοσοκομει­ακοί ξενώνες αποτελούσαν τον κυρίαρχο τύπο ιδρυματικής φροντίδας των αδυνάμων. Επρόκειτο για υποδομές μικρού δυναμικού, στηριγμένες στην ιδιω­τική πρωτοβουλία υπό τον έλεγχο του κράτους, εντός των οποίων προσφέρονταν στέγη, τροφή και ενίοτε ιατρική φροντίδα σε περιορισμένο αριθμό αδυνάμων.[3] Οι τελευταίοι, σε αρκετές περιπτώσεις, διατηρούσαν το δικαίωμα καθημερινών εξόδων από τον χώρο περίθαλψης συνεχίζοντας να βιώνουν την καθημερινότητα της πόλης τους πέρα από κάθε έννοια θεσμικού αποκλεισμού ή στιγματισμού τους λόγω της ένταξής τους στις μεσαιωνικές αυτές φιλαν­θρωπικές μονάδες, οι οποίες, βεβαίως, συνεχίζουν να υφίστανται και κατά τους νεότερους χρόνους, παράλληλα με άλλα νοσοκομειακά σχήματα.

 

Venice, Perspective view of the Grand Canal with the Ospedale della Pieta, engraving by A. Porzio and A. Della Via, 1686.

 

Ospedale della Pieta – Φωτογραφία. Loren Clark, 15 Ιουλίου, 2011.

 

Μεγάλη σε έκταση ιδρυματική δομή αποτελούσε, ήδη από τον 14ο αι., το Ospedale della Pieta, που προσέφερε καταφύγιο, προστασία και εν συνε­χεία εκπαίδευση σε σημαντικό αριθμό έκθετων βρεφών και ορφανών παιδιών. Ωστόσο, διευρυμένες νοσοκομειακές υποδομές, που κινούνταν μεταξύ φι­λανθρωπίας και ιατρικής φροντίδας, θα αρχίσουν σταδιακά να οργανώνονται μόνο από τα τέλη του 15ου αι. Κατά τη διάρκεια του 16ου αι., υπό το βάρος της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, τα νοσοκομεία αλλάζουν ταυτότητα και εξελίσσονται σε χώρους ελέγχου περιφερόμενων και φτωχών. Βεβαίως, η διάσταση αυτή γίνεται ορατή μόνο στη διάρκεια των δυσχερειών της επιδη­μίας, που σε συνδυασμό με τη σιτοδεία που έπληξε κατά τη διετία 1528-1530 όλη την περιοχή του Βένετο, προσέλκυσε στην πόλη της λιμνοθάλασσας πλή­θος περιφερόμενων ενδεών και είχε ως συνέπεια την ψήφιση από τη βενετική πολιτεία νόμων για την απομάκρυνση των ξένων επαιτών και τον εγκλεισμό των επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία φτωχών·[4] μια πρακτική που δεν συνδέ­εται αποκλειστικά με την πόλη της Βενετίας και η οποία στο τέλος της δεκα­ετίας του 1520 καθόρισε το σύνολο του ευρωπαϊκού κόσμου, προτεσταντικού και καθολικού, υπό το βάρος μιας γενικευμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης· η πρακτική αυτή σηματοδότησε για τη δυτική Ευρώπη το πέρασμα της διαχείρισης του φαινομένου της φτώχιας από τις εκκλησιαστικές αρχές στους αστικούς και κοινοτικούς μηχανισμούς και εγκαινίασε τη «νέα κοινω­νική πολιτική».[5] Στη Βενετία, βεβαίως, ο κυβερνητικός έλεγχος δεν αποτελεί καινοτομία και συνεπώς το κυρίαρχο κατά τον 16ο αι. σχήμα της μετάβασης αυτής προκαλεί μάλλον «αμηχανία» κατά την εφαρμογή του στο παράδειγμα της πόλης των τεναγών, όπου ο ρόλος των πολιτικών αρχών ήταν καταρχήν καταλυτικός, υποσκελίζοντας την παρουσία των παραγόντων της καθολικής Εκκλησίας.

Στα βενετικά εδάφη της ανατολικής Μεσογείου, νοσοκομειακά ιδρύματα εντοπίζονται ήδη από τον ύστερο μεσαίωνα. Κατά κανόνα, πρόκειται για νο­σοκομειακούς ξενώνες που λειτούργησαν στον Χάνδακα και σε άλλα αστικά κέντρα των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών με πρωτοβουλία εύπο­ρων ιδιωτών, της Εκκλησίας, μοναστικών ταγμάτων που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, καθολικών, ως επί το πλείστον, αδελφοτήτων και, τέλος, μελών της βενετικής διοίκησης, πάντοτε όμως υπό τον κρατικό έλεγχο. Σε γενικές γραμμές, τα ιδρύματα στην ελληνοβενετική Ανατολή υπήρξαν περιορισμένης έκτασης και με περιορισμένο αντίκτυπο στην τοπική κοινωνία, δεδομένου ότι στις υποδομές τους βρήκε φροντίδα και στέγη εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός τροφίμων και η λειτουργία τους ενέπλεξε μικρό μέρος του τοπικού πληθυσμού. Εξαίρεση σε αυτό το σχήμα αποτέλεσαν τα στρατιωτικά νοσοκο­μεία, η οργάνωση των οποίων γινόταν με κρατική πρωτοβουλία υπό συγκε­κριμένες συνθήκες και οι υπηρεσίες τους απευθύνονταν, αποκλειστικά, στους πολυάριθμους στρατιώτες που υπηρετούσαν στο βενετικό στράτευμα.[6]

Η ίδρυση και η λειτουργία νοσοκομείων στην πόλη του Ναυπλίου κατά την περίοδο της λατινοκρατίας, όπως επίσης και της πρώτης και δεύτερης βενετοκρατίας, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν συνιστούν ενιαία διαδικασία: αφορούν διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές αλλά και στρατιωτικές συνθή­κες και, συνεπώς, στις προθέσεις θεμελίωσής τους συνοψίζονται οι ποικίλες και διαφορετικές προτεραιότητες κάθε ιστορικής περιόδου. Το Ναύπλιο, ση­μαντικό αστικό κέντρο κατά την πρώτη βενετοκρατία, με περισσότερους από 13.000 κατοίκους και σημαντική εμπορική δραστηριότητα, συνιστούσε μια εύρωστη οικονομικά και δημογραφικά περιοχή, σε αντίθεση με τη δεύτερη βενετοκρατία, όταν αφενός ο πληθυσμός του είχε συρρικνωθεί σημαντικά, αγγίζοντας περίπου τους 5.000 κατοίκους, και αφετέρου είχαν διαφοροποιη­θεί σημαντικά οι οικονομικές συνθήκες.[7]

Portrait of Nerio I Acciaioli, first Florentine Duke of Athens.

Προσωπογραφία του Νέριου Α΄Ατζαγιόλι (Nerio I Acciaioli) πρώτου φλωρεντινού δούκα των Αθηνών.

Κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Βενετών στην πελοποννησιακή πόλη, το 1394, ο δούκας των Αθηνών και κύριος της περιοχής του Άρ­γους Nerio Acciaiuoli προέβλεπε με τη διαθήκη του την ίδρυση ενός hospetal per li puoveri εντός του Ναυπλίου. Τη διαχείριση του ιδρύματος θα αναλάμ­βανε τετραμελής επιτροπή αποτελούμενη από εκκλησιαστικούς και λαϊκούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η κόρη του κληροδότη, ενώ οικονομικά το ίδρυμα θα υποστηριζόταν από το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιου­σίας του Acciaiuoli στο Άργος και στο Ναύπλιο. Παράλληλα, ο δούκας καθό­ριζε ότι το jus patronatus θα παράμενε στα μέλη της οικογένειάς του.[8] Η συ­γκεκριμένη πρακτική ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη, τόσο κατά τον μεσαίωνα όσο και κατά την πρώιμη νεότερη εποχή, καθώς αφενός διασφάλιζε τη διάρ­κεια της λειτουργίας του ευαγούς ιδρύματος και αφετέρου επέτρεπε στους οικείους του διαθέτη να «εισπράττουν» το κοινωνικό και πολιτικό αντίκρισμα της φιλανθρωπικής πρωτοβουλίας του προγόνου τους.[9]

Το τοπίο σχετικά με τον τύπο του νοσοκομείου διαγράφεται με ασαφή τρόπο, καθώς οι γενικού χαρακτήρα φειδωλές αρχειακές μαρτυρίες δεν επιτρέ­πουν παρά μόνο τη διατύπωση υποθέσεων εργασίας. Πιθανότατα, βέβαια, η απουσία διευκρινίσεων αναφορικά με την ταυτότητα του ιδρύματος οφείλεται στο ότι την εποχή εκείνη ο όρος hospetal ταυτιζόταν με τον τύπο του νοσοκο­μειακού ξενώνα. Παρόμοια, ο όρος «φτωχός» στις ίδιες οικονομικές και κοι­νωνικές συντεταγμένες εμφανιζόταν ως συνώνυμο ατόμων που βρίσκονταν σε θέση αδυναμίας λόγω οικονομικής και φυσικής κατάστασης ή λόγω ηλι­κίας, χωρίς να αποκλείεται η ένταξη σε αυτή την κατηγορία και ταξιδιωτών ή περιφερόμενων επαιτών. Τέτοιου είδους ευαγή καταστήματα μπορούσαν να δεχθούν μικρό αριθμό τροφίμων για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστη­μα, ενώ συχνά η ιδιότητα αυτή δεν συνεπαγόταν τον υποχρεωτικό εγκλεισμό των προσώπων εντός των τειχών του ιδρύματος.

Πιθανόν το νοσοκομείο που αναφερόταν στη διαθήκη του Acciaiuoli, δεν θεμελιώθηκε ποτέ. Η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και η παγίωση της βε­νετικής κυριαρχίας δεν αποκλείεται να άλλαξαν τις συνθήκες και τις προϋ­ποθέσεις για την υλοποίηση της επιθυμίας του διαθέτη. Η απουσία, εξάλλου, αναφορών σε αρχειακές μαρτυρίες του 15ου και των αρχών του 16ου αι. μάλ­λον συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Συνεπώς, υποθέσεις αναφορι­κά με τη θέση του στον πολεοδομικό ιστό είναι μάλλον παρακινδυνευμένες, δεδομένου ότι δεν βασίζονται σε αρχειακή τεκμηρίωση αλλά σε προφορικές παραδόσεις που έπονται χρονικά των γεγονότων και παγιώνονται στη συλλο­γική μνήμη συχνά στο πλαίσιο συγκρότησης της τοπικής ταυτότητας.[10]

Κατά την περίοδο μετά τη διαθήκη του Acciaiuoli, στην πόλη του Ναυπλί­ου δεν είναι γνωστή η ύπαρξη νοσοκομειακών ιδρυμάτων. Και πάλι το περιορι­σμένο αρχειακό υλικό, όπως επίσης και οι στοχεύσεις των βενετικών και τοπι­κών αρχών, ίσως υποσκίασαν ή και εξαφάνισαν πρωτοβουλίες τέτοιου τύπου. Η διευρυμένη κοινότητα της πόλης στην πορεία συγκρότησης της αστικής της ταυτότητας,[11] ενδεχομένως δεν καθόρισε ως προτεραιότητά της την οργά­νωση νοσοκομειακών θεσμών, οι οποίοι σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα συνέβαλαν στην ενίσχυσή της αποθεώνοντας το μεγαλείο των αστικών συ­γκροτημάτων της εποχής.[12] Στα αιτήματα, ωστόσο, της κοινότητας, που υπο­βλήθηκαν προς έγκριση στη βενετική κυβέρνηση, το 1516, καταγραφόταν η ανησυχία για τα puti della pieta, για τα έκθετα βρέφη και παιδιά δηλαδή, που χείριστοι και σκληρότατοι γονείς είχαν εγκαταλείψει, πιθανότατα, στην ευρύ­τερη περιοχή του Ναυπλίου. Στο πλαίσιο της προσπάθειας βελτίωσης των ακραία άθλιων και καταστροφικών (estrema miseria e calamita) συνθηκών ζωής τους, προτεινόταν – για να επικυρωθεί τελικά από τη Βενετία – η παρα­κράτηση μέρους των χρηματικών καταδικών, και ειδικότερα ενός σολδίου για κάθε κατατεθειμένο υπέρπυρο, στον magnifico camerlengo της πόλης. Ο τελευταίος με τη σειρά του θα παρέδιδε το ποσό αυτό στο υπεύθυνο για την τύχη των εγκαταλελειμμένων παιδιών όργανο (deputato) του τοπικού συλλο­γικού σώματος, το οποίο προφανώς θα το διαχειριζόταν με δική του ευθύνη προς όφελος των έκθετων βρεφών.[13]

Ωστόσο, παρότι στο κείμενο γίνεται λόγος για puti della pieta, δεν υπάρ­χει καμία ειδικότερη αναφορά σχετικά με την ίδρυση και τη λειτουργία Ospe – dale della Pieta, όρου παγιωμένου και σε χρήση την ίδια περίοδο για τα εκ­θετοτροφεία που λειτουργούσαν σε όλη την ιταλική χερσόνησο κατά τον ύστερο μεσαίωνα, συμπεριλαμβανομένης της Βενετίας. Εξάλλου, στον ίδιο τον χώρο της ελληνοβενετικής Ανατολής Εκθετοτροφείο λειτουργούσε και στον Χάνδακα της Κρήτης ήδη από τον 15ο αι. Το ίδρυμα είχε θεμελιωθεί με πρωτοβουλία του τάγματος των κλαρισσών μοναχών, για να περάσει στη συνέχεια στον έλεγχο της βενετικής διοίκησης της πόλης.[14] Δεν αποκλείεται πάντως στο Ναύπλιο της πρώτης βενετοκρατίας να εφαρμοζόταν, υπό τον έλεγχο των αρχών, η πρακτική ανάθεσης των βρεφών ή των νηπίων σε εξωτε­ρικές τροφούς και των μεγαλύτερων παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες, λόγω της έλλειψης κατάλληλων υποδομών.

Παρά την απουσία πληροφοριών για τη λειτουργία νοσοκομειακών θε­σμών, στο Ναύπλιο μαρτυρείται η ύπαρξη θέσεων δημόσιων γιατρών.[15] Σε κατάλογο του 1485 των λειτουργών της πόλης, εκτός από τον προβλεπτή, τον καστελάνο, ένα μεταφραστή, έναν υπεύθυνο για τα πλοία (amiraglio), δύο ειρηνοδίκες, έναν ταμία και έναν ιερέα, υπήρχε και ένας ιατρός (medego)}[16] Λίγα χρόνια πριν από την εκπνοή του 15ου αι., το 1493, με απόφαση της βενε­τικής Συγκλήτου καταργήθηκε ως μη αναγκαία η θέση ενός Έλληνα γιατρού, ο οποίος αμειβόταν με 50 δουκάτα ετησίως.[17] Μια δεκαετία αργότερα, τον Ια­νουάριο του 1503, η βενετική Σύγκλητος διόριζε στο Ναύπλιο τον χειρουργό dottor Panthaleo με την ετήσια αποζημίωσή του να έχει συρρικνωθεί κατά 22 δουκάτα σε σχέση με την αμοιβή που λάμβανε ο συνάδελφός του το 1493.[18]

Το 1516 γίνεται γνωστό ότι ο Joanne Savoiano, Έλληνας φυσικός γιατρός (phisico e doctor grecho), προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όλη την κοινότη­τα (Universita) λαμβάνοντας από το Δημόσιο Ταμείο 50 δουκάτα με βάση την παραχώρηση του Βενετού διοικητή. Ο θάνατός του, ωστόσο, καθιστούσε αναγκαία την πλήρωση του κενού και για τον λόγο αυτό προτεινόταν η πρόσ­ληψη του γιου του, Iacopo, επίσης φυσικού γιατρού, με πιο χαμηλές όμως αποδοχές, οι οποίες θα εκταμιεύονταν από το Δημόσιο Ταμείο του Χάνδακα, πρόταση που τελικά δεν έγινε αποδεκτή. Ο Iacopo φαίνεται ότι εργαζόταν ήδη ως γιατρός στην πόλη του Ναυπλίου, ενώ από τους συντάκτες του αιτή­ματος της κοινότητας κρινόταν ως επαρκής επαγγελματίας και με ήθος.[19]

Τέλος, τον Μάρτιο του 1539, μόλις ένα χρόνο πριν από την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς, η Σύγκλητος ανταποκρινόμενη σε αίτημα των Ναυπλιέων προχωρούσε στον διορισμό ενός medico fisico, του Ιωάννη Ανδρέα Benivol da Bologna, και ενός χειρουργού, του Ιωάννη Βαπτιστή da Buran. Και οι δύο θα προσέφεραν τη βοήθειά τους στους πολίτες όπως επίσης και στους στρα­τιώτες που υπηρετούσαν στην περιοχή, έναντι 20 δουκάτων μηνιαίως, ενώ, πριν αναχωρήσουν από τη Βενετία, θα φρόντιζαν να προμηθευτούν όλα τα απαραίτητα για την άσκηση του λειτουργήματός τους, έχοντας στη διάθεσή τους το ποσό των 100 δουκάτων.[20] Παρότι δεν είναι γνωστές οι ακριβείς αρ­μοδιότητες των δημόσιων γιατρών, πιθανότατα, όπως συνέβαινε και σε άλλα αστικά κέντρα της βενετικής επικράτειας αλλά και στην ίδια τη Βενετία, οι επαγγελματίες της υγείας ήταν υποχρεωμένοι, μεταξύ άλλων, να κοινοποιούν στις αρχές περιστατικά που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το σύνολο του πληθυσμού, και κυρίως να ενημερώνουν τους αρμοδίους σε περίπτωση εμφάνισης επιδημικών ασθενειών, με στόχο την έγκαιρη εφαρμογή των απα­ραίτητων μέτρων. Με αυτό τον τρόπο θα προστατευόταν όχι μόνο η τοπική κοινωνία αλλά κυρίως η εμπορική δραστηριότητα της ίδιας της Βενετίας, ενώ θα διασφαλιζόταν η υγειονομική καθαρότητα και συνεπώς η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών από και προς την πόλη της λιμνοθάλασσας.

Διαφορετικά διαμορφώνεται η εικόνα για τη λειτουργία νοσοκομείων στο Ναύπλιο κατά τη δεύτερη βενετοκρατία. Η πρόθεση της Βενετίας να οργα­νώσει άμεσα στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά τη νέα της κτήση ανα­γνωρίζεται, έως ένα βαθμό, και στην οργάνωση νοσοκομειακών ιδρυμάτων, με στόχο την παροχή ιατρικών και κοινωνικών υπηρεσιών σε διαφορετικές κατηγορίες του πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πριν από τέλη του 17ου αι. και την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Βασιλείου του Μοριά (Regno di Morea), όπως οι κυρίαρχοι ονόμασαν φιλόδοξα το νέο τους απόκτημα, ανέλαβαν πρωτοβουλία για τη δημιουργία υποδομών κατάλληλων να βελτιώσουν τη ζωή των υπηκόων και να επισπεύ­σουν την είσοδό του σε τροχιά ανάπτυξης: σιταποθήκες, λοιμοκαθαρτήρια, νοσοκομεία και εκθετοτροφεία αποτελούσαν θεσμούς δοκιμασμένους και παγιωμένους στις υπόλοιπες βενετοκρατούμενες περιοχές, συνεπώς η εισαγωγή και η λειτουργία τους στα εδάφη της Πελοποννήσου ενέτασσαν τη νέα κτήση στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συντεταγμένες του Dominio.

 

Peloponnesus, Presently the Kingdom of the Morea, by Frederik de Wit, 1688.

 

Ειδικά για τους νοσοκομειακούς θεσμούς, κατά την ανάγνωση της αλλη­λογραφίας και των Εκθέσεων των Βενετών διοικητικών της Πελοποννήσου εντοπίζεται, αρκετά συχνά, ο όρος ospedale. Εν προκειμένω, η χρήση του, χωρίς άλλου τύπου διευκρινίσεις ή επεξηγήσεις, στο σύνολο των περιπτώσεων αφορά τα στρατιωτικά νοσοκομεία, όπως τα συμφραζόμενα επιτρέπουν να διαγνωστεί· συχνά δε συνοδεύεται και από το επίθετο δημόσιο (pubblico), υπογραμμίζοντας τη σχέση του ιδρύματος με τον διοικητικό βενετικό μηχανι­σμό και προσδίδοντάς του συγκεκριμένη ταυτότητα.

Η θεσμοθέτηση αυτών των νοσοκομειακών ιδρυμάτων εντασσόταν στη στρατιωτική οργάνωση της κτήσης και στον εκ νέου σχεδιασμό του αστικού, κατά κύριο λόγο, τοπίου με όρους στρατιωτικούς. Η σταθερή παρουσία πολυ­άριθμων στρατευμάτων και η ανάγκη αποκατάστασης του αξιόμαχου των με­λών τους, σε συνδυασμό με τη δυσκολία ανανέωσης του μάχιμου δυναμικού, επιτάχυναν τις διαδικασίες λήψης των σχετικών πρωτοβουλιών. Οι δημόσιοι γιατροί της πρώτης βενετοκρατίας, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους και στους στρατιώτες, φαίνεται πως πλέον δεν επαρκούσαν και η περίθαλψη του στρατεύματος έπρεπε να οργανωθεί με συστηματικό τρόπο, όπως συνέβαινε ήδη σε αρκετές περιοχές του βενετικού Λεβάντε.[21]

Το 1693 ο provveditore estraordinario d’armata και viceprovveditore delle armi Marino Michiel στο εισαγωγικό σημείωμα ενός εκτεταμένου κανονισμού λειτουργίας για τα στρατιωτικά νοσοκομεία του Βασιλείου, αποτελούμενου από 20 άρθρα, καθιστούσε σαφές ότι χώροι νοσηλείας στρατιωτών υφίσταντο ήδη σε διαφορετικά σημεία της Πελοποννήσου. Αστικά κέντρα και πόλεις – λιμάνια στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος πιθανότατα διέθεταν πε­ρισσότερο ή λιγότερο συστηματικά οργανωμένες υποδομές για την παροχή ιατρικής βοήθειας σε ασθενείς και τραυματίες σε μια κρίσιμη στρατιωτικά και οικονομικά περίοδο για τη Γαληνοτάτη.[22]

Οι πρώτες πληροφορίες για τη λειτουργία στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο εντοπίζονται κατά τη διετία 1687-1688, όταν, σύμφωνα με μαρτυ­ρίες, κατά τη διάρκεια της πανώλης οι γιατροί του ιδρύματος πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς και υπόπτους ως φορείς της ασθένειας.[23] Αρκετά αργότερα, το 1695, γίνεται γνωστό ότι η βενετική Σύγκλητος ενέκρινε διά­ταξη, δημοσιευμένη δύο χρόνια νωρίτερα από τον έκτακτο προνοητή του Βασιλείου Alessandro Bon και επικυρωμένη από τον διάδοχό του Domenico Mocenigo, σχετικά με τον διορισμό του χειρουργού Francesco Veronese ως προϊστάμενου στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της πόλης.[24]

Μερικά χρόνια αρ­γότερα, το 1698, ο medico fisico dottor Rudito καλούνταν να επιλέξει φαρμα­κευτικά σκευάσματα για το στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης και της υπαί­θρου, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ύπαρξης νοσηλευτικών μονάδων και εκτός αστικού χώρου. Οι τελευταίες, ενδεχομένως, να υφίστατο με τη μορ­φή έκτακτων ξύλινων κατασκευών ή και αντίσκηνων που είχαν στηθεί προς αρωγή των μαχόμενων στρατιωτών στον καιρό του πολέμου αλλά και των φρουρών που βρίσκονταν εκτός των τειχών στον καιρό της ειρήνης.[25]

Λίγο πριν από την εκπνοή του αιώνα, το 1699, ο γενικός προνοητής της θάλασσας Giacomo Corner με επιστολή του βεβαίωνε την παροχή υπηρεσιών από τον medico fisico Alessandro Pini στον στόλο και στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Κορίνθου και του Ναυπλίου.[26]

Το 1709 ο γενικός προνοητής των όπλων Marco Loredan ενημέρωνε την κυβέρνηση της λιμνοθάλασσας ότι το νοσοκομείο που είχε θεμελιωθεί για τη νοσηλεία των ασθενών στρατιωτών, παρά τις προθέσεις των αρχών και τον άρτιο κανονισμό που διείπε τη λειτουργία του, παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις στις υλικοτεχνικές του υποδομές, γεγονός που απέβαινε εις βάρος των νοσηλευομένων και δεν ανχαποκρινόχαν στους στόχους της οργάνωσης τέτοιων ιδρυμάτων. Ο ίδιος αξιωματούχος, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί το Δημό­σιο Ταμείο, ως εναλλακτική λύση για την κάλυψη των πάγιων αναγκών υπο­δείκνυε τη διάθεση στο ίδρυμα εσόδων προερχόμενων από την εκδίκαση ποι­νικών υποθέσεων ήσσονος σημασίας. Επιπλέον, πάντοτε με στόχο την εξοικο­νόμηση πόρων, πρότεινε την αποστολή από τη Βενετία βοτάνων και πρώτων υλών, για την παρασκευή φαρμάκων, υπογραμμίζοντας ότι η πρακτική αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει όχι μόνο τη νοσοκομειακή μονάδα του Ναυπλίου αλλά και όλες τις άλλες αντίστοιχες νοσηλευτικές μονάδες της υπόλοιπης Πελοποννήσου, που βρίσκονταν αντιμέτωπες με τα ίδια ακριβώς προβλήματα.[27]

Τα οικονομικά προβλήματα αποτελούσαν κοινό παρανομαστή στη λει­τουργία των νοσοκομειακών ιδρυμάτων σε όλη την ελληνοβενετική Ανατολή. Η πραγματικότητα αυτή γινόταν ακόμη πιο οδυνηρή σε περιόδους κρίσεων. Το 1713 το προσωπικό του στρατιωτικού νοσοκομείου του Ναυπλίου αποτε­λούνταν από δύο φυσικούς γιατρούς, τέσσερεις χειρουργούς, έναν speciale, δηλαδή φαρμακοποιό, έναν barbierotto και έναν νοσοκόμο. Ωστόσο, τα αδιέ­ξοδα της μητρόπολης στις παραμονές του πολέμου καθιστούσαν αναγκαίο τον περιορισμό των εξόδων. Η μείωση μισθών και προσωπικού του νοσοκομείου, με βάση όσα υποστήριζε ο γενικός προνοητής θαλάσσης Agostino Sagredo σε επιστολή του προς τη Βενετία, θα συνέβαλλε στην άμεση ελάφρυνση του Δημόσιου Ταμείου. Ο Βενετός αξιωματούχος πρότεινε την κατάργηση της θέσης του χειρουργού, που είχε προσληφθεί τελευταία, όπως και εκείνης του φαρμακοποιού, τα καθήκοντα του οποίου θα αναλάμβανε ένα από τα εναπομείναντα μέλη της χειρουργικής ομάδας του νοσοκομείου.[28]

Nωρίτερα, άλλοι Βενετοί αξιωματούχοι σε ρόλο ανακριτών (inquisitori), με κίνητρο πάντοτε τη μείωση των εξόδων, φαίνεται ότι είχαν προκρίνει ως ιδανική λύση την παραμονή μόνο των ικανών χειρουργών στην υπηρεσία του ιδρύματος. Πα­ράλληλα, οι ίδιοι είχαν διατυπώσει την άποψη ότι οι medici fisici με μηνιαίες απολαβές 20 δουκάτα, έναντι των 15 που λάμβαναν έως τότε, θα μπορούσαν να αναλάβουν και τον ρόλο του επικεφαλής (priore) του νοσοκομείου, απαλ­λάσσοντας το ταμείο του από το έξοδο της μισθοδοσίας του συγκεκριμένου λειτουργού.[29] Η πληροφορία αυτή είναι, ενδεχομένως, ενδεικτική της δραμα­τικής μείωσης των αποδοχών του ιατρικού προσωπικού του νοσοκομείου: αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1701, η βενετική Σύγκλητος με απόφασή της είχε και πάλι εγκρίνει τον διορισμό του Alessandro Pini στη θέση του γιατρού της αρμάδας και του νοσοκομείου, με μισθό 40 δουκάτα τον μήνα. Βεβαίως, ο Pini συνιστά μάλλον ιδιαίτερο παράδειγμα, καθώς φαίνεται ότι υπηρετούσε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στον στόλο, ενώ τον χειμώνα επέστρεφε στα ιατρι­κά του καθήκοντα εντός των τειχών του ιδρύματος. Παράλληλα, ο ίδιος είχε διατελέσει προσωπικός γιατρός υψηλόβαθμων Βενετών αξιωματούχων και είχε διεκδικήσει και πετύχει την παραχώρηση από τις βενετικές αρχές ακινή­των στο Ναύπλιο ως αναγνώριση των υπηρεσιών του.[30]

Οι προτάσεις του Sagredo και των ανακριτών, οι οποίες είναι πιθανό ότι υιοθετήθηκαν τελικά από τη βενετική κυβέρνηση, προκάλεσαν την αντίδρα­ση του Βενετού επιτρόπου του ιδρύματος Αlessandro Bon. Σε αναφορά του υπογράμμιζε τη χρηματοδότηση του νοσοκομείου από το ίδιο το στράτευμα καθώς και τον λειτουργικό του ρόλο σε μια περιοχή όπου βρίσκονταν συγκε­ντρωμένοι 5.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετούντων στη φρουρά, στο ιππικό και στην αρμάδα. Ο Bon κατέθετε τεκμήρια που αποδείκνυαν ότι σε διάστημα δέκα μηνών το νοσοκομείο είχε δεχθεί περισσότερα από 1.900 περιστατικά, υπενθυμίζοντας πως, ειδικά κατά τους θερινούς μή­νες, όταν οι επιδημίες βρίσκονταν σε έξαρση,[31] οι θάλαμοι γέμιζαν ασφυκτικά και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, παρότι εργαζόταν εντατικά για να ανταποκριθεί στις ανάγκες νοσηλείας, δεν επαρκούσε. Σε αυτό το πλαίσιο η διάθεση των κεντρικών αρχών για μείωση του προσωπικού θα δημιουργού­σε ανυπέρβλητα προβλήματα, ενώ, με βάση τις εκτιμήσεις του επιτρόπου, η περικοπή των απολαβών θα οδηγούσε γιατρούς και χειρουργούς σε παραίτηση.[32] Το τελευταίο στοιχείο είναι, πιθανόν, ενδεικτικό της ύπαρξης στη δεύτε­ρη δεκαετία του 18ου αι. στο Ναύπλιο και στην ευρύτερη περιοχή μιας ιατρικής αγοράς ικανής να απορροφήσει τους επαγγελματίες της υγείας.

Νωρίτερα, στις αρχές του αιώνα, και ενώ τα στρατιωτικά νοσοκομεία εί­χαν πλέον ενσωματωθεί στο αστικό τοπίο των πόλεων της Πελοποννήσου, το ενδιαφέρον των βενετικών αρχών στρεφόταν σε ένα ακόμη πεδίο που αφο­ρούσε τη δημόσια υγεία: την οργάνωση λοιμοκαθαρτηρίων ή αλλιώς λαζαρέτων. Η υγειονομική πολιτική της πολιτείας του Αγίου Μάρκου αποτελούσε έναν από τους κεντρικούς άξονες του βενετικού οικοδομήματος, με παράδοση αιώνων τόσο στην ίδια την πόλη της λιμνοθάλασσας όσο και στην επικράτειά της. Το βενετικό υγειονομικό σύστημα υπήρξε σημείο αναφοράς για τα σύγ­χρονα της Βενετίας ευρωπαϊκά κράτη, επηρέασε τους ρυθμούς και τις διαδρο­μές του εμπορίου, ενώ αποτέλεσε μια ακόμη παράμετρο στη συγκρότηση του ίδιου του μύθου της πόλης των τεναγών.[33]

Η οργάνωση του εμπορίου και ο έλεγχος της ροής του υπήρξε βασικό μέλημα των κυριάρχων στην Πελοπόννησο και βασικό τους εργαλείο ήταν η λειτουργία των λοιμοκαθαρτηρίων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γενικός προνοητής των όπλων Francesco Grimani, τον Σεπτέμβριο του 1700, με αφορμή τη μετατροπή του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου της Κορίνθου σε λαζαρέτο, εξέδωσε έναν εκτεταμένο κανονισμό λειτουργίας για όλα τα μόνιμα λοιμοκαθαρτήρια που επρόκειτο να λειτουργήσουν στις παρυφές των αστικών κέντρων του Βα­σιλείου.[34] Το 1701, όταν πλέον η θητεία του είχε ολοκληρωθεί, στην έκθεσή του προς τη βενετική κυβέρνηση ο ίδιος έκανε λόγο για την ανάγκη άμεσης οργάνωσης ενός τέτοιου ιδρύματος στο Ναύπλιο. Από το κείμενό του γίνεται σαφές πως στην πόλη υφίστατο ήδη μια ξύλινη έκτακτη κατασκευή, η χρήση της οποίας όμως εγκυμονούσε κινδύνους για τον τοπικό πληθυσμό και για την αρμάδα, σε περίπτωση εισβολής της πανώλης, καθώς τόσο η κτηριακή εγκατάσταση όσο και η τοποθεσία δεν διευκόλυναν την εφαρμογή των πρω­τοκόλλων της απομόνωσης. Ο Grimani τασσόταν υπέρ της ανέγερσης ενός λοιμοκαθαρτηρίου, ικανού να προστατέψει το Ναύπλιο από επιδημικούς κιν­δύνους προερχόμενους τόσο από τη στεριά όσο και από τη θάλασσα, και συ­νέχιζε υπογραμμίζοντας ότι το έργο δεν θα επιβάρυνε το Δημόσιο Ταμείο, καθώς η αφθονία οικοδομικού υλικού στην περιοχή και η εργασία των αγγαρικών και των στρατευμάτων θα επέτρεπαν την ολοκλήρωση του έργου χωρίς υψηλές δαπάνες. Ως εναλλακτική πρότεινε την ανάληψη από την πλευρά της τοπικής κοινότητας της ευθύνης ανέγερσης του ιδρύματος, με αντάλλαγμα την εκμετάλλευσή του και την παραχώρηση του δικαιώματος εκλογής του προϊσταμένου (priore).[35]

 

Πορτρέτο του Francesco Grimani. Έργο του Alessandro Longhi (Venezia 1733-1813).

 

H πρόταση αυτή στην ουσία επαναλάμβανε το διάταγμα του γενικού καπιτάνου Alessandro Molin, ο οποίος τον Μάιο του 1697 σημείωνε ότι, εφόσον η κοινότητα θεμελίωνε και ολοκλήρωνε με δικά της έξοδα το λοιμοκαθαρτή­ριο της πόλης στο σημείο που θα όριζαν οι βενετικές αρχές και με βάση το αρχιτεκτονικό παράδειγμα που θα υποδείκνυαν οι αρμόδιοι Βενετοί αξιωματούχοι, τότε τα μέλη της θα μπορούσαν να επιλέγουν τον priore. Καθώς όμως η ανέγερση του κτηρίου πραγματοποιήθηκε τελικά με πόρους του βενετικού κράτους, ο priore αποτελούσε επιλογή της βενετικής Συγκλήτου, με διάταγ­μα της οποίας διοριζόταν στη συγκεκριμένη θέση.[36] Φαίνεται, λοιπόν, ότι το – ακατάλληλο κατά τον Grimani – λοιμοκαθαρτήριο του Ναυπλίου είχε οικοδομηθεί μεταξύ του 1697 και του 1700.

 

Οικόσημο οίκου Γκριμάνι. Φρούριο Ακροναυπλίας, Ναύπλιο.

 

Λίγα χρόνια μετά, το 1703, σε έγγραφό του ο προνοητής Zuan Andrea Pasqualigo περιέγραφε την αρχιτεκτονική δομή του ιδρύματος, η οποία είχε τη μορφή οκτώ ξύλινων παραπηγμάτων (baracche), προορισμένων για τον εγκλεισμό όσων διένυαν την περίοδο της απομόνωσης (contumacia), ενώ περιελάμβανε και μια οικία για τη στέγαση του προϊσταμένου. Προβλήματα, ωστόσο, προέκυπταν εξαιτίας σοβαρών ελλείψεων στις κτηριακές υποδομές, που καθιστούσαν αδύνατη την εφαρμογή των υγειονομικών μέτρων: προφα­νώς η έλλειψη χώρου σε αρκετές περιπτώσεις υποχρέωνε επιβάτες, πληρώ­ματα και εμπορεύματα να παραμένουν εντός των πλοίων, όπου και πραγμα­τοποιούνταν η διαδικασία της απολύμανσης. Καθώς όμως η αγκυροβόληση των σκαφών κοντά στις ακτές διευκόλυνε την παράνομη επικοινωνία τους με τους κατοίκους, προτεινόταν η ύψωση μιας κίτρινης σημαίας ως ένδειξης ότι η περίοδος της καραντίνας δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.[37]

Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι προϊστάμενος του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν κάποιος Giacomo Galizzi, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζεται αν ήταν γη­γενής ή έποικος, ή αν καταγόταν από κάποια άλλη περιοχή του Dominio, ούτε αν η εκλογή του είχε πραγματοποιηθεί από τις κεντρικές βενετικές αρχές ή από την κοινότητα της πόλης. Η πρακτική αυτή, παρότι είχε εφαρμοστεί σε άλλες πόλεις και οικισμούς της Πελοποννήσου,[38] στο Ναύπλιο ίσως δεν βρή­κε τελικά πρόσφορο έδαφος. Η στρατηγική θέση της πόλης, η εμπορική δρα­στηριότητα και η παρουσία της αρμάδας πιθανότατα δεν άφηναν περιθώριο για τη διείσδυση του τοπικού στοιχείου στη διοίκηση του λοιμοκαθαρτηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι πιθανό ότι εφαρμόστηκε η πολιτική της επιλογής του κατάλληλου προσώπου από την ίδια τη Βενετία, με στόχο την υπαγωγή και τον έλεγχό του απευθείας από το κεντρικό Υγειονομείο.

Μια διετία νωρίτερα, τις βενετικές αρχές του Ναυπλίου απασχόλησε ένα ζήτημα με κοινωνικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις. Στην αλληλογρα­φία των υψηλόβαθμων αξιωματούχων προς τη βενετική κυβέρνηση σημειω­νόταν επίμονα ότι σε όλες τις πολιτισμένες πόλεις της βενετικής επικράτειας λειτουργούσαν ιδρύματα για την προστασία των έκθετων παιδιών. Στερεοτυπικές περιγραφές στα έγγραφα της περιόδου κατασπαραγμένων από ζώα βρεφών στους δρόμους της πόλης, για τη σωτηρία των οποίων θα προνοούσε η βενετική πολιτεία, αναδείκνυαν την πατερναλιστική παρέμβαση του δόγη, με στόχο αφενός τον εξαγνισμό της κοινωνίας, στο πλαίσιο των αδρανειών της Νέας Φιλανθρωπίας,[39] και αφετέρου την αποκατάσταση της κοινωνικής και ηθικής τάξης. Οι ίδιες ακριβώς περιγραφές θα λειτουργούσαν και ως το βασικό επιχείρημα για την έγκριση, τελικά, στις αρχές του 1698, της λειτουρ­γίας του Ospedale della Pieta του Ναυπλίου με βάση έναν εκτεταμένο κανο­νισμό που είχε συντάξει και προτείνει στην κυβέρνηση της λιμνοθάλασσας ο γενικός καπιτάνος (capitan generale) Alessandro Molin. Το κτήριο που θα στέγαζε τα έκθετα, με βάση τον σχεδιασμό του Βενετού αξιωματούχου, θα ανεγειρόταν στο υψηλότερο σημείο της πόλης, δίπλα από τη μονή του τρίτου τάγματος των Φραγκισκανών μοναχών. Παράλληλα με την κεντρική υποδομή, προβλεπόταν η χρήση ενός βοηθητικού χώρου στην περιφέρεια της πόλης, εφοδιασμένου με βρεφοδόχο, ως μέτρο προστασίας των βρεφών και συγχρόνως διασφάλισης της ανωνυμίας των «δραστών». Στόχος ήταν η απο­φυγή του αμαρτήματος της βρεφοκτονίας και, υπό μια έννοια, o εξαγνισμός της ίδιας της κοινότητας που θα έφερε συλλογικά το βάρος.

Το ίδρυμα θα χρηματοδοτούνταν από την παρακράτηση μέρους των φό­ρων και των προστίμων, πρακτική που είχε εφαρμοστεί και κατά την πρώτη περίοδο της βενετοκρατίας για τη συντήρηση των εκθέτων της πόλης, από τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των κατοίκων, από ειδικούς φόρους, όπως επίσης και από το ταμείο της κοινότητας, δεδομένου ότι η θεμελίωσή του ενίσχυε το κύρος του ίδιου του οργάνου βελτιώνοντας την ηθική και λειτουργική εικόνα της πόλης. Τη διοίκησή του, υπό την επίβλεψη των βενετικών αρχών, θα αναλάμβαναν δύο εκλεγμένα μέλη του αστικού συμβουλίου αμισθί, ενώ με την εσωτερική διαχείρισή του θα ήταν επιφορτισμένη μια προϊσταμένη, προερχόμενη προφανώς από το ίδιο κοινωνικό περιβάλλον, έναντι του ποσού των 25 λιρών τον μήνα. Τα έκθετα θα φρόντιζαν τους πρώτους 18 μήνες της ζωής τους εξωτερικές τροφοί, ενώ μετά τον απογαλακτισμό τους θα πραγμα­τοποιούνταν η εισαγωγή τους στο ίδρυμα, όπου θα διέμεναν μέχρι και την ηλικία των εννέα ετών. Ακολούθως, τα κορίτσια θα παραδίδονταν σε ενάρε­τες οικογένειες της πόλης και τα αγόρια στον στόλο. Με αυτό τον τρόπο η επένδυση στην ευεργεσία των εκθέτων θα απέδιδε καρπούς για το βενετικό κράτος και ο δόγης θα επιβεβαίωνε τη χριστιανική-πατερναλιστική διάσταση της εξουσίας του.[40]

Το περιεχόμενο του κανονισμού Molin συνοψίζει την τυπική διάσταση της πρόθεσης ενός αξιωματούχου να οργανώσει άρτια ένα ίδρυμα που προ­οριζόταν για τη φροντίδα των έκθετων βρεφών και των εγκαταλελειμμένων παιδιών της περιοχής του Ναυπλίου. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η φιλανθρωπική «επένδυση» των τοπικών βενετικών αρχών δεν είχε τα αναμενόμενα κοινωνι­κά και οικονομικά «κέρδη». Μερικά χρόνια αργότερα, το 1703, το κτήριο που θα στέγαζε το Ospedale della Pieta στο κάστρο δεν είχε ακόμη ανεγερθεί. Με αυτή την αφορμή οι τρεις ανακριτές (inquisitor!), Anzolo Moresini, Giacomo Minio και Vicenzo Grimani, αποφάσισαν τελικά την εγκατάστασή του εντός του αστικού οικισμού. Ως βασική επιχειρηματολογία πρόβαλαν την ακαταλληλότητα του χώρου που είχε αρχικά επιλεγεί, σημειώνοντας καταρχάς ότι καθιστούσε δύσκολη την έγκαιρη μεταφορά των εκθέτων, ειδικά κατά τη δι­άρκεια της νύκτας, όταν έκλειναν οι πύλες του φρουρίου, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους. Εν συνεχεία υποστήριξαν πως η πολεοδομική απομόνωση του ευ­αγούς καταστήματος στο υψηλότερο σημείο της πόλης θα λειτουργούσε απο­τρεπτικά για τους ελεήμονες κατοίκους της, οι οποίοι, χωρίς άμεση πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του για πρακτικούς λόγους, θα το στερούσαν από τις οι­κονομικές προσφορές τους.[41] Εν προκειμένω, προέβαλε αξιωματικά η ιδέα ότι η ίδια η ύπαρξη ενός ιδρυματικού χώρου συνιστούσε κίνητρο αγαθοεργίας για τους κατοίκους μιας ευρύτερης περιοχής, καθώς μπορούσε να κατευθύνει τη φιλανθρωπική τους δραστηριότητα επηρεάζοντας τις τελικές τους επιλογές.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Βενετοί αξιωματούχοι προέκριναν ως ιδανική λύση την οργάνωση του Ospedale della Pieta εντός των ορίων του αστικού οικισμού, σε μια περιοχή πυκνοκατοικημένη και, συνεπώς, πιο ασφαλή για τη λειτουργία του ιδρύματος. Ειδικότερα, για τη στέγαση της προϊσταμένης και των bastardelli επιλέχθηκε μια κατοικία που είχε περιέλθει στο δημόσιο και η οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες των τριών inquisitori, ανήκε κατά το παρελθόν σε κάποιον Antonio Venelianopoulo. Η στενότητα, ωστόσο, του χώρου φαίνεται ότι ανάγκασε τους υπεύθυνους να προχωρήσουν και στην απαλλοτρίωση της παρακείμενης οικίας, ιδιοκτησίας Zuanne Pandolfi, έναντι του ποσού των 99 ρεαλίων. [42]

Παράλληλα με την τακτοποίηση της εγκατάστασης του ιδρύματος, οι τρεις Βενετοί αξιωματούχοι προχώρησαν στην έκδοση ενός ακόμα κανονι­σμού για την οργάνωση της λειτουργίας και της διαχείρισής του.[43] Στην πραγ­ματικότητα, ο κανονισμός των Moresini, Minio και Grimani στο μεγαλύτερο μέρος του αναπαρήγε τον κανονισμό του Alessandro Molin. Οι διαφοροποι­ήσεις εντοπίζονται σε δύο καίρια σημεία: το πρώτο αφορούσε τα οικονομικά του Εκθετοτροφείου, με έμφαση στις πηγές της οικονομικής ενίσχυσής του, στα ποσά που προορίζονταν για τη συντήρησή του και στον τρόπο είσπραξής τους. Καταρχάς, αποφασιζόταν ότι το σύνολο σχεδόν αυτών των χρημάτων θα διοχετεύονταν πλέον στο Δημόσιο Ταμείο και όχι στο ταμείο του ιδρύματος, στο οποίο θα κατέληγαν τελικά μόνο τα ποσά από την απελευθέρωση δύο καταδίκων, που θα επιλέγονταν από τους επιτρόπους του Εκθετοτροφείου.[44]

Η επιλογή αυτή φαίνεται ότι δεν ικανοποίησε τους άμεσα εμπλεκόμενους και τη διοίκηση του Ospedale della Pieta: οι δύο επίτροποί του, ο Giovanni Francesco Zoia και ο Giuseppe Pelotti, σημείωναν ότι το έργο τους θα ήταν στο εξής εξαιρετικά δυσχερές, καθώς η έλλειψη εποπτείας του συνόλου των εσόδων θα υπονόμευε την υποστήριξη των infelicipupilli, προσκρούοντας σε πρακτικά ζητήματα οικονομικού χαρακτήρα.[45] Ανεξάρτητα από την αντίδρα­ση των δύο λειτουργών του ιδρύματος, οι Βενετοί αξιωματούχοι, αναγνωρί­ζοντας την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η κοινό­τητα του Ναυπλίου, μείωναν το ποσό που η τελευταία έπρεπε να καταβάλλει, από 60 σε 25 ρεάλια. Επιπλέον, στον νέο κανονισμό προβλεπόταν η απόδο­ση των δύο σολδίων που επιβάρυναν τους δημόσιους πλειστηριασμούς μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και όχι προκαταβολικά, όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Το ίδιο θα ίσχυε και για τους φόρους των ιχθυοκαλλιεργειών και των μεταφορών. Με στόχο, προφανώς, την ελάφρυνση και άλλων ομάδων, οι νοτάριοι δεν θα κατέθεταν πλέον στο Δημόσιο Ταμείο τέσσερα σολδία για κάθε συμβολαιογραφική πράξη αλλά δύο.[46] Αντίθετα, για την παράδοση κάθε αποφυλακιστηρίου το ποσό αυξανόταν από τέσσερα σε έξι σολδία, τα οποία ο καγκελάριος θα συγκέντρωνε και θα απέδιδε στο Δημόσιο Ταμείο κάθε εξά­μηνο. Οδηγίες δίνονταν, τέλος, για τη συλλογή χρημάτων μέσω των «ελεημοσυνών» στη διάρκεια καθολικών και ορθόδοξων λειτουργιών και εορτών, και για τον τρόπο διαφύλαξής τους σε ειδικά κυτία που κλείδωναν με περισ­σότερα από ένα κλειδιά.[47] Η διευκόλυνση των επαγγελματιών με τη μείωση των υποχρεώσεών τους προς το ίδρυμα ίσως αντικατόπτριζε τις οικονομικές δυσκολίες του ντόπιου πληθυσμού και ενδεχομένως την περιορισμένη χρημα­τική ρευστότητα της περιόδου. Από την άλλη, οι μειώσεις αυτές δεν αποκλεί­εται να αποφασίστηκαν από τα αρμόδια όργανα, εφόσον διαπιστώθηκαν οι περιορισμένες ανάγκες του Εκθετοτροφείου, πιθανόν λόγω του μικρού αριθ­μού τροφίμων.

Το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης του κανονισμού των τριών ανακρι­τών από τον κανονισμό του Molin αφορούσε τη θρησκευτική ταυτότητα που οι βενετικές αρχές επεδίωκαν να δώσουν στα παιδιά της Pieta. Ενώ, λοιπόν, στον κανονισμό του 1698 δεν υπήρχε καμία διευκρίνιση σχετικά με το δόγμα της προϊσταμένης και των επιτρόπων του Εκθετοτροφείου, στον κανονισμό που δημοσιεύτηκε πέντε χρόνια αργότερα, οι προθέσεις των κυβερνώντων ήταν σαφείς: η προϊσταμένη έπρεπε, βεβαίως, να διακρίνεται για το ήθος και τους ευγενικούς της τρόπους, αλλά, παράλληλα, έπρεπε να ανήκει στο καθο­λικό δόγμα. Παρόμοια, τουλάχιστον ο ένας από τους δύο επιτρόπους έπρεπε να είναι καθολικός.[48] Η εκπαίδευση των νηπίων και των παιδιών θα γινόταν με βάση τις καθολικές αρχές, απομακρύνοντάς τα από το κυρίαρχο δόγμα του περιβάλλοντος της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, και εντάσσοντας τα στο δόγμα των δημιουργών του ιδρύματος υποδοχής τους, μια πολιτική που είχε εφαρμοστεί σε όλες τις κτήσεις της Ανατολής, στις οποίες η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν ορθόδοξη.

Η επιβολή του κανονιστικού πλαισίου εκ των άνω, ειδικά σε ένα περι­βάλλον μάλλον μη εξοικειωμένο με τη νοσοκομειακή κουλτούρα, δεν μπο­ρούσε να εξασφαλίσει την καταρχήν εφαρμογή βασικών αρχών λειτουργίας του ιδρύματος, ειδικά όταν οι εισαγωγές βρεφών και νηπίων, όπως αποδει­κνύεται, εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένες. Ενάμιση χρόνο μετά την έκδοση του κανονισμού των τριών ανακριτών, τον Απρίλιο του 1705, όταν οι δύο νεοεκλεγέντες επίτροποι του Εκθετοτροφείου Giovanni Francesco Zoia και Iseppo Pelotti μαζί με τους προκατόχους τους επισκέφθηκαν το ίδρυμα, σχολίασαν ότι εκεί δεν συνάντησαν τίποτε άλλο παρά τους τέσσερις τοίχους του κτηρίου και την προϊσταμένη που ζούσε στο εσωτερικό του (quattro muri deU’hospitio e lapriora che in quello essiste).49 Πράγματι, από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 1705, φαίνεται ότι εντός του ιδρύματος ζούσαν μόνο πέντε νήπια, ένα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, εκ των οποίων το ένα πέθανε στο τέλος του προαναφερθέντος τετραμήνου. Κάτω από την ίδια στέγη διέμε­νε η προϊσταμένη και η governatrice, βοηθητική υπάλληλος, η οποία έναντι μηνιαίας αποζημίωσης δέκα λιρών είχε αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών. Παράλληλα, την ίδια περίοδο υπήρχαν 13 βρέφη, οκτώ αγόρια και πέντε κο­ρίτσια, που είχαν δοθεί σε εξωτερικές τροφούς στην περιοχή του Ναυπλίου, από τα οποία το ένα δεν επιβίωσε, ενώ ένα ακόμη είχε ανατεθεί σε τροφό στην περιοχή της Κορίνθου.[49] [50] Πιθανόν οι δύο επίτροποι δεν χρησιμοποιούσαν τυ­χαία τον όρο hospitio, συνώνυμο του νοσοκομειακού ξενώνα, αντί του όρου hospedale, όπως κανονικά έπρεπε να αποκαλείται. Εν προκειμένω, ο εξαιρετι­κά περιορισμένος αριθμός τροφίμων λειτουργούσε μάλλον ανασταλτικά στην ολοκληρωμένη συγκρότηση και συνεπώς στη λειτουργία του θεσμού αυτού, τα χαρακτηριστικά του οποίου παρέπεμπαν σε μεσαιωνικό ευαγές κατάστημα και όχι σε ίδρυμα της νεότερης εποχής.

Η πρακτική της οργάνωσης στρατιωτικών νοσοκομείων, λοιμοκαθαρτηρίων και εκθετοτροφείων, όπως έχει ήδη σημειωθεί, συναντάται σε όλες σχεδόν τις πόλεις των βενετικών κτήσεων της Ανατολής, ενώ η ενσωμάτωσή τους στο αστικό τοπίο αποτυπώνει τη σύνδεση της νοσοκομειακής περίθαλψης με το αστικό περιβάλλον του βενετικού Λεβάντε. Παράλληλα, η λειτουργία τους συνοψίζει τα εξωστρεφή χαρακτηριστικά των πόλεων-λιμανιών των υπό βενε­τική κυριαρχία περιοχών με εμπορική δραστηριότητα, στρατιωτική παρουσία και διογκούμενα κοινωνικά προβλήματα. Σε αυτές τις συντεταγμένες μπορεί να τοποθετηθεί και το παράδειγμα του βενετικού Ναυπλίου, στον αστικό ιστό του οποίου εντάχθηκαν ιδρύματα που συνέδεσαν τον αστικό χώρο με τον κό­σμο της υπαίθρου, τον κόσμο των ταξιδιών και του εμπορίου, τον κόσμο των στρατιωτικών διαδρομών και των πολεμικών επιχειρήσεων με την πόλη.

Αν όμως στην Κρήτη και στο Ιόνιο αρκετά από τα νοσοκομεία που λει­τούργησαν, αποτέλεσαν, έστω και εν μέρει, έκφραση της αστικής κουλτού­ρας και ταυτότητας στο ιδιόμορφο κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό πε­ριβάλλον συνύπαρξης του τοπικού πληθυσμού με έναν δυτικό κυρίαρχο, στο Ναύπλιο το τοπίο διαμορφώνεται διαφορετικά. Η θεμελίωση του Εκθετοτροφείου οφείλεται σε πρωτοβουλία των βενετικών αρχών, οι οποίες εν συνεχεία ενέπλεξαν θεσμικά την τοπική κοινότητα στη διοίκηση και τη χρηματοδότη­ση του ιδρύματος. Η επιβολή του θεσμού από τα επάνω γίνεται σαφέστερη όταν αρκετά χρόνια αργότερα αποφασίζεται η θεμελίωση Εκθετοτροφείου στην Πάτρα. Η σύγκριση των κανονισμών των δύο ιδρυμάτων είναι αποκα­λυπτική, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των άρθρων τους ταυτίζεται, κα­θιστώντας σαφές ότι το κανονιστικό πλαίσιο δεν υπήρξε προϊόν ζυμώσεων στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας και προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες κάθε παραδείγματος. Στην πραγματικότητα στο Εκθετοτροφείο της Πάτρας εφαρμόζεται – με ελάχιστες παραλλαγές – ο δεύτερος κανονισμός του ναυπλιακού ιδρύματος, όπως τον είχαν επεξεργαστεί και εκδώσει οι τρεις ανακριτές (inquisitori) στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν το αρχικό πλαίσιο του προνοητή Alessandro Molin με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του. Από την άλλη, στην οργάνωση του στρατιω­τικού νοσοκομείου και στην ανέγερση νέου λοιμοκαθαρτηρίου αντανακλάται η αποικιοκρατική διάσταση της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή και η αναδιοργάνωση του πρόσφατα κατακτημένου χώρου με βάση τις οικονομικές και στρατιωτικές προτεραιότητες της ίδιας της Βενετίας, αφήνοντας στο περι­θώριο την τοπική κοινωνία για την οποία δεν προβλεπόταν θεσμική εμπλοκή στην οργάνωση και τη διοίκηση των ιδρυμάτων.

Με το τέλος της σύντομης παρουσίας των Βενετών στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της δεύτερης περιόδου της βενετικής κυριαρχίας, κλείνει και το κεφάλαιο της δυτικού τύπου ιδρυματικής πολιτικής που χαράχθηκε και υλοποιήθηκε από την ίδια την κυρίαρχο στο Ναύπλιο, πριν ενδεχομένως η ίδια η ύπαρξη των νοσοκομείων αφομοιωθεί στην καθημερινότητα των κατοί­κων και προσληφθεί από τους ίδιους ως οργανικό κομμάτι του χώρου. Αντί­θετα, το κεφάλαιο αυτό μπορεί να καταχωριστεί ως μέρος, σε μεγάλο βαθμό, της κατασκευής αστικής ταυτότητας βενετικού χαρακτήρα σε μια νέα κτήση στην περιφέρεια της μαρκιανής επικράτειας. Με την υποστολή, λοιπόν, της σημαίας του Αγίου Μάρκου από τη Napoli di Romania έκλεισαν και οι πύλες των νοσοκομείων, αφήνοντας, ενδεχομένως, ανοικτό το πεδίο εφαρμογής άλ­λων σχημάτων ιατρικής περίθαλψης και κοινωνικής φροντίδας στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


[1] Για τον προβληματισμό της σύγχρονης ιστοριογραφίας αναφορικά με τις ταυτότη­τες των νοσοκομειακών ιδρυμάτων και τον αντίκτυπό τους στις κοινωνίες της μεσαιωνι­κής περιόδου, όπως επίσης και της πρώιμης νεότερης και σύγχρονης εποχής, βλ. J. Hen­derson – P. Horden – Al. Pastore, «Introduction. The World of the Hospitals: Comparisons and Continuities», The Impact ofHospitals 300-2000, επιμ. J. Henderson – P. Horden – Al. Pastore, Βέρνη 2007, σ. 15-56.

[2] Για τους διαθέτες και τα κίνητρά τους, βλ. Sandra Cavallo, Charity and Power in Early Modern Italy. Benefactors and their Motives in Turin, 1541-1789, Καίμπριτζ 1995.

[3] Για τους νοσοκομειακούς ξενώνες στη Βενετία, βλ. Franca Semi, Gli ospizi di Ve­nezia, Βενετία 1983.

[4] Br. Pullan, La politica sociale nella Repubblica di Venezia 1500-1620, τ. 1, Ρώμη 1983, σ. 259-274.

[5] Br. Pullan, «La Nuova Filantropia nella Venezia Cinquecentesca», Nel Regno dei Poveri. Arte e storia dei grandi ospedali veneziani in eta moderna, επιμ. Β. Aikema – Dul- cia Meijers, Βενετία 1989, σ. 19-34. Β. Geremek, Lapieta e la forca. Storia della miseria e della carita in Europa, Μπάρι – Ρώμη 1995, σ. 123-148.

[6] Για τα νοσοκομειακά ιδρύματα στην Κρήτη, βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996. Για τη βενετική Κέρκυρα, βλ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Για τους στρατιώτες τους φτωχούς και τα αθώα βρέφη. Νοσοκομειακή περίθαλψη στη βενετική Κέρκυρα (17ος-18ος αι.), Αθήνα 2012. Για τα ιδρύματα στην Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, βλ. Κατερίνα Κωνσταντι­νίδου, «Estesi con sentimento diPieta… Κανονισμός λειτουργίας των στρατιωτικών νοσο­κομείων της Πελοποννήσου (1693)», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 285-301, και Katerina Konstantinidou, «Povere creature innocenti delle altrui colpe… Τα βρεφοκομεία της Πε­λοποννήσου (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.)», Θησαυρίσματα 29 (1999), σ. 435-455.

[7]   Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 2004, σ. 182-183.

[8] Μαρίνα Κουμανούδη, «“Η εποχή των ευλαβών ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρω­πία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 394-395 (εδώ βλ. και την προγενέστερη βιβλιογραφία αναφορικά με το νοσοκομείο του Acciaiuοli).

[9] Βλ. σχετικά, Cavallo, ό.π.

[10] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα 1898, σ. 109. Στη νεότερη βιβλιογραφία η Diane Wright στο άρ­θρο της «Late Fifteenth-Century Nauplion. Topography, Walls and Boundaries», Θησαυρί- σματα 30 (2000), σ. 170-171, υποστηρίζει, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση, ότι το νοσοκομείο είχε οικοδομηθεί στην περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου ζούσαν οι ψαράδες.

[11] Βλ. στον παρόντα τόμο την ανακοίνωση της Αναστασίας Παπαδία-Λάλα, «Κοινω­νία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715)», σ. 125-144, και παράβαλε το έργο της ίδιας, Ο θεσμός των αστι­κών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο, ό.π., σ. 180-190.

[12] Ενδεικτικά, για την πόλη του Τρεβίζο, βλ. D. M. D’Andrea, Civic Christianity in Renaissance Italy. The Hospital of Treviso, 1400-1530, Νέα Υόρκη 2007.

[13] Documents in0dits relatif a I’histoire de la Grece au moyen age, επιμ. C. N. Sa- thas, τ. 4, Παρίσι 1882, σ. 215.

[14] Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύματα, ό.π., σ. 111-135.

[15] Για τους δημόσιους γιατρούς του Ναυπλίου κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. στον παρόντα τόμο και Χρύσα Μαλτέζου, «Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας», σ. 145-154.

[16] Diane G. Wright – John R. Melville-Jones, The Greek Correspondence of Bar­tolomeo Minio, τ. 1, Dispacci from Nauplion, Πάδοβα 2008, σ. XV.

[17] A.S.V, Senato Mar, reg. 13, 20 Φεβρουαρίου 1493 (1492 m.v.), φ. 107v.

[18] Γεώργιος Πλουμίδης, «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενον Ναύπλιο (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266-267.

[19] Documents inedits, ό.π., τ. 4, σ. 218-219.

[20] Στο ίδιο, σ. 272.

[21] Στρατιωτικά νοσοκομεία λειτουργούσαν ήδη στον Χάνδακα της Κρήτης και στα νησιά της Κέρκυρας και της Ζακύνθου, βλ. Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύ­ματα, ό.π., σ. 169-188, και Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακή περίθαλψη στη βενετική Κέρ­κυρα, ό.π., σ. 75-120.

[22] Κωνσταντινίδου, «Estesi con sentimento di Pieta…», ό.π., σ. 285-300.

[23] Χρύσα Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη του 1687/1688 στην Πελοπόννη­σο», Η εκστρατεία του Morosini και το «Regno di Morea». Μονεμβασιώτικος Όμιλος, Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20-22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173. Προφανώς, η ιατρική φροντίδα ασθενών και υπόπτων από το ιατρικό προσωπικό του στρατιωτικού νοσοκομείου γινόταν εκτός των ορίων του, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, υπήρχε ο κίνδυνος μετάδοσης στο στράτευμα του λοιμού της πανώλης.

[24] A.S.V., Senato Mar, reg. 161, 9 Φεβρουαρίου 1695 m.v. cc., φ. 317v-318r.

[25] M.B.C., Mss Morosini Grimani, b. 464, 6 Αυγούστου 1698.

[26] A. Μάλλιαρης, Alessandro Pini: Ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 77-78.

[27] A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, b. 574/854, 14 Σεπτεμβρίου 1709. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Ευτυχία Λιάτα που μου παραχώρησε τη συγκεκριμένη αρχειακή παραπομπή.

[28] Στο ίδιο, b. 634/958, 26 Απριλίου 1713.

[29]  Στο ίδιο, b. 634/958, έγγραφο με ημερομηνία 24 Απριλίου 1713, συνημμένο στην επιστολή της 26ης Απριλίου 1713.

[30]  Μάλλιαρης, Alessandro Pini, ό.π., σ. 80, 90-92. Η παραχώρηση ακινήτων ως ανα­γνώριση των υπηρεσιών ενός ιατρού αποτελούσε μάλλον διαδεδομένη πρακτική. Το 1704 παραχωρούνταν ένας κήπος (orto) στην περιοχή Merze και δύο οικίες, η μία στη συνοικία Trombe, έκτασης 12 βενετικών passi, και η δεύτερη στη συνοικία Techie, έκτασης 22 βε­νετικών passi, στον εβραίο Emanuel Sipili για τις υπηρεσίες του ως δημόσιου γιατρού. To ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση εντοπίζεται στην εβραϊκή καταγωγή του Sipili, θεωρη­τικά ασύμβατη με την απόκτηση ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με τον βενετικό νόμο. Βλ. το Catastico Particolare στο Κέντρον Ερεύνης Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού. Για την υπόδειξη της συγκεκριμένης αρχειακής πληροφορίας ευχαριστώ την Ευτυχία Λιάτα.

[31] Ενδεχομένως, ο Βενετός λειτουργός αναφέρεται σε περιστατικά ελονοσίας, που έπλητταν το αξιόμαχο του στρατεύματος. Τέτοιου είδους περιστατικά εντοπίζονται και σε άλλες περιοχές της ελληνοβενετικής Ανατολής και αποδίδονταν στις κακές κλιματικές συν­θήκες, βλ. Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακή περίθαλψη στην βενετική Κέρκυρα, ό.π., σ. 103.

[32] A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, b. 634/958, έγγραφο με ημερομηνία 24 Απριλίου 1713, συνημμένο στην επιστολή της 26ης Απριλίου 1713.

[33] Για την υγειονομική πολιτική της Βενετίας, βλ. Nelli Elena Vanzan Marchini, «Introduzione», Le leggi di Sanita della Repubblica di Venezia, επιμ. ^lli Elena Marchi- ni-Vanzan, Βιτσέντζα 1994.

[34] Katerina Konstantinidou, Lazzaretti veneziani in Grecia, Βενετία 2015, σ. 20.

[35] B.M.C., Mss Morosini Grimani, b. 375, 6 Σεπτεμβρίου 1701.

[36]  A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, b. 578/860, 17 Μαΐου 1697. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα που μου υπέδειξε το συγκεκριμένο υλικό.

[37] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 27 Απριλίου 1703, φ. 33r-34r.

[38] Konstantinidou, Lazzaretti venezianiin Grecia, ό.π., σ. 54-55.

[39] Για τη «Νέα Φιλανθρωπία» βλ. Pullan, «La Nuova Filantropia nella Venezia Cin- quecentesca», ό.π., σ. 19-34.

[40]  Βλ. Konstantinidou, «Povere creatureinnocenti delle altrui colpe…», ό.π., σ. 435­455.

[41] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 401v-402r. Ευχαριστώ τη συνάδελφο κ. Αγγελική Πανοπούλου για την υπόδειξη του πλούσιου αυτού αρχειακού υλικού.

[42] Στο ίδιο. Με βάση τις πληροφορίες που δίνονται στο κείμενο των τριών ανακρι­τών, επρόκειτο για το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 211, το οποίο, πιθανότατα, τοπογραφικά ανήκε στο τρίτο recinto του αστικού ιστού, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου στον αστικό χάρτη επέτρεπε την «επικοινωνία» μεταξύ του αστι­κού χώρου και της υπαίθρου, παρότι η ρητή εντολή αναφορικά με την παραλαβή βρεφών αποκλειστικά στη διάρκεια της νύχτας μάλλον εγείρει ερωτήματα σχετικά με την επιλογή της θέσης του κτηρίου. Τα ερωτήματα αυτά πολλαπλασιάζονται, καθώς, όπως προκύπτει από τον δεύτερο κανονισμό, ο βοηθητικός χώρος στις παρυφές του αστικού κυττάρου, όπου θα γινόταν η παράδοση των εκθέτων, φαίνεται ότι τελικά δεν λειτούργησε, στερώ­ντας την άμεση πρόσβαση στη βρεφοδόχο των κατοικούντων εκτός των τειχών, κατά τις νυχτερινές ώρες. Για την τοπογραφική ανάπτυξη της πόλης του Ναυπλίου και τη διαίρεσή της σε recinti, βλ. τη συμβολή στον παρόντα τόμο του Αλέξη Μάλλιαρη, «Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715)», σ. 257-267.

[43] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 401r-406r.

[44] Στο ίδιο, c. 404v.

[45] Στο ίδιο, έγγραφο χωρίς ημερομηνία, cc. 399r-v.

[46]  To ποσό των τεσσάρων σολδίων αναφέρεται στο κείμενο του κανονισμού των τριών ανακριτών. Αντίθετα, στο κείμενο του κανονισμού του Alessandro Molin το ποσό ανέρ­χεται στα πέντε σολδία, βλ. Konstantinidou, «Povere creature innocenti delle altrui col- pe. . .», ό.π., σ. 453-454.

[47] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 403v-404r.

[48] Στο ίδιο, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 404r-405v.

[49] Στο ίδιο, 25 Απριλίου 1705, c. 393r και έγγραφο χωρίς ημερομηνία, cc. 399r-v.

[50] Στο ίδιο, 8 Μαρτίου 1705, cc. 408r-v και 4 Απριλίου 1705, c. 407r. Από τα ονόμα­τα των τροφών προκύπτει ότι οι γυναίκες ανήκαν στην πλειονότητά τους στον ελληνικό πληθυσμό, ενώ μικρός αριθμός επιθέτων παραπέμπει σε ιταλική καταγωγή ορισμένων από αυτές (π.χ. Ατ^ίΜ Fanton, Giulia Bova, Catterina de Rossi, Catterina Pandolfi).

 

Κατερίνα Κωνσταντινίδου

Επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Από τα μοναστήρια στο φρενοκομείο – Η αντιμετώπιση των τρελών στο ελληνικό βασίλειο τον 19ο αιώνα – Βαγγέλης Καραμανωλάκης, περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 104, Σεπτέμβριος 2007.


 

 Στις αρχές του 19ου αιώνα, στην Oθωμανική Aυτοκρατορία, ακολουθώντας μια παράδοση αιώνων, η συνήθης αντιμετώπιση όσων θεωρούνταν ότι έπασχαν από ψυχικό νόσημα ήταν η παραμονή τους στο κλειστό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον με συχνές επισκέψεις σε χώρους θρησκευτικής λατρείας. [1] Oι επισκέψεις αυτές υπήρξαν απόρροια μιας ιδιαίτερα διαδεδομένης στο χώρο της ανατολικής Mεσογείου αντίληψης για τη σύνδεση της ψυχικής ασθένειας, είτε ως χάρισμα είτε ως συμφορά, με υπερβατικές δυνάμεις. Oι δυνάμεις αυτές, μέσα από τις ανάλογες τελετές επίκλησης, διασφάλιζαν και την απαλλαγή του φορέα από την ψυχική νόσο, όταν αυτή βέβαια δεν εκλαμβανόταν ως θεϊκό χάρισμα.

 

H παραμονή του ψυχικά ασθενούς στο οικείο περιβάλλον διευκολυνόταν από την ύπαρξη κλειστών οικογενειακών σχημάτων, με στενούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη τους σε ένα κατά το μάλλον ή ήττον αγροτικό περιβάλλον, όπου ήταν δυνατή, σε αρκετές περιπτώσεις, η συμμετοχή του στην παραγωγική διαδικασία. H παρουσία του δεν συνιστούσε πλήρη ένταξη.

Πρόκειται για μια περιθωριακή ενσωμάτωση, καθώς ο λόγος του ως υπερφυσική αλήθεια ή παραλήρημα ακυρωνόταν και έχανε την επικοινωνιακή του δύναμη, αφού αντιμετωπιζόταν ως υπερλογικός ή αναίτιος. Tα πρόσωπα εκείνα, που η παρουσία τους δημιουργούσε προβλήματα στον οικογενειακό και ευρύτερο περίγυρο, απομακρύνονταν με επιλογή των οικείων τους για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. H συνήθης κατάληξη ήταν ο εγκλεισμός σε μοναστήρια ή σε άλλα κέντρα λατρείας, σε χώρους συνήθως ειδικά διαμορφωμένους γι’ αυτή τη χρήση, όπου επιδιωκόταν η θεραπεία τους με την εφαρμογή παραδοσιακών πρακτικών (απομόνωση, νηστεία, εξομολόγηση), κάποτε και με τη χρήση βίας και καταναγκασμού. Σε κάποια μουσουλμανικά τζαμιά υπήρχαν ως προσαρτήματα νοσοκομεία ειδικά για φρενοβλαβείς. Στα νοσοκομεία αυτά και καθώς η ιερότητα του προσώπου του τρελού ήταν κυρίαρχη στο μωαμεθανισμό, οι συνθήκες διαβίωσης υπήρξαν αξιοσημείωτα καλές, στις εποχές τουλάχιστον ακμής της Αυτοκρατορίας.

Οι συγγενείς των φρενοβλαβών που ζούσαν σε μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας με ισχυρή ελληνική παρουσία, όπως η Σμύρνη, η Kωνσταντινούπολη, η Xίος, είχαν τη δυνατότητα εγκλεισμού τους στα νοσοκομεία των κοινοτήτων. Πρόκειται για χώρους με σπάνια την ιατρική παρουσία, κι αυτή όχι μόνιμη, όπου συγκεντρώνονταν ασθενείς, άτομα με παραβατικές συμπεριφορές, πρόσωπα που έχρηζαν προστασίας κ.ά. Oι χώροι αυτοί, οι οποίοι διαθέτουν πολλές αντιστοιχίες με τα Γενικά Νοσοκομεία στη Δυτική Eυρώπη, συγκέντρωναν τρόφιμους κυρίως από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, καθώς είχαν πολύ κακή φήμη, η οποία απέτρεπε τις εύπορες οικογένειες από το να τοποθετούν μέλη τους εκεί. Oι τελευταίες διέθεταν, άλλωστε, τη δυνατότητα εγκλεισμού των συγγενικών τους προσώπων σε φρενοκομεία του εξωτερικού.

 

Ιερά Νοσοκομειακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Tο αγίασμα θεωρούνταν ευεργετικό και για τη θεραπεία ψυχασθενών. Στη χαλκογραφία αυτή του 19ου αιώνα, το αγίασμα της Zωοδόχου Πηγής.

 

Tέλος, στις αρχές του 19ου αιώνα υπήρχαν πάντα όσοι χωρίς οικογενειακή προστασία, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, περιφέρονταν, προκαλώντας τη χλεύη των περίοικων ή την επέμβαση της αστυνομίας και τον εγκλεισμό τους στα κρατητήρια.

H κήρυξη της ανεξαρτησίας του ελληνικού βασιλείου και η επιλογή της νέας πρωτεύουσας στις αρχές της δεκαετίας του 1830 δημιούργησαν νέα δεδομένα. Στα επόμενα χρόνια ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού μετακινήθηκε προς την Αθήνα και τον Πειραιά, αυξάνοντας, σε μικρά ακόμη μεγέθη, τον αριθμό των κατοίκων και διευρύνοντας τον πολεοδομικό ιστό της πόλης. H αύξηση του αριθμού των επαιτών αλλά και των κάθε λογής πλανητών, που περιφέρονταν στους δρόμους, αντιμετωπίστηκε από τη διοικητική μηχανή με ένα δίπολο κατασταλτικών και προνοιακών μέτρων. [2] Τα υπόγεια του παλαιού Κακουργιοδικείου αποτελούσαν τόπο συγκέντρωσης, για τους «παράφρονας» και των δύο φύλων αλλά και για τους απλώς ηλίθιους. Oι όροι διαβίωσής τους ήταν άθλιοι (ελάχιστη τροφή, χρήση βίας από τα αστυνομικά όργανα), ενώ οι περισσότεροι πέθαιναν πολύ γρήγορα. [3] Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για την έκταση της παρουσίας τους και για προσπάθειες αντιμετώπισής τους με διαφορετικούς τρόπους πλην της αστυνομικής βίας.

Από τη δεκαετία του 1850 άρχισαν οι συζητήσεις για την ίδρυση δημόσιου Φρενοκομείου, με πρωτεργάτες επιφανή μέλη της ολιγομελούς εγχώριας ιατρικής κοινότητας, οι οποίοι στιγμάτιζαν τις παραδοσιακές μεθόδους αντιμετώπισης των φρενοβλαβών και διεκδικούσαν την ανάληψη της ευθύνης αντιμετώπισής τους.

Η πανώλη που ξέσπασε το 1854 δημιούργησε νέα δεδομένα. [4] H επιδημία, με τις εκατόμβες των θυμάτων της, άφησε πίσω της μεγάλο αριθμό προσώπων, γυναικών κυρίως και παιδιών, απροστάτευτων. Ενδεχομένως, προκάλεσε και την αύξηση των φρενοβλαβών, χωρίς οικογενειακή προστασία, οι οποίοι περιπλανιόνταν στους δρόμους, προκαλώντας το φόβο των περαστικών. Η έλλειψη ενός οργανωμένου υγειονομικού δικτύου, όπως έμπρακτα φανερώθηκε με την πανώλη, ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο την ιατρική κοινότητα, η οποία διεκδικούσε μια οργανωμένη, από την κρατική μηχανή, αντιμετώπιση των φρενοβλαβών, όπου εκείνη θα διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία.

O πρώτος νόμος για την επιστημονική αντιμετώπιση των φρενοβλαβών και την ίδρυση δημόσιων φρενοκομείων ψηφίστηκε το 1862. [5] Είχε ως πρότυπο τον γαλλικό νόμο του 1838 για τα φρενοκομεία, [6] έναν από τους πλέον φιλελεύθερους της εποχής του και πρότυπο για την αντίστοιχη νομοθεσία των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, ο οποίος αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα νομοθεσίας δημόσιας ψυχιατρικής περίθαλψης. O γαλλικός νόμος και αντίστοιχα ο ελληνικός, προέβλεπε τη δημιουργία κρατικών φρενοκομείων και την υπαγωγή της διοίκησης σε ιατρό – διευθυντή, διορισμένο από την κυβέρνηση, υπόλογο απέναντι στο νομάρχη και τις δικαστικές αρχές. [7]

Στην εισηγητική έκθεση του νόμου περιγραφόταν η θέση των φρενοβλαβών στην Ελλάδα: η παραμονή τους στο σπίτι, ο εγκλεισμός στα μοναστήρια, η περιφορά στους δρόμους. H έκθεση περιλάμβανε την πρώτη στατιστική φρενοβλαβών, βασισμένη κατά κύριο λόγο σε ερωτηματολόγια προς τους τοπικούς γιατρούς. Υπολογίζονταν συνολικά σε 322 άτομα, 295 άνδρες και 127 γυναίκες. Από αυτούς οι 153 ήταν ανήσυχοι (επικίνδυνοι) και 21 έγκλειστοι σε μοναστήρια, τα οποία επιχορηγούνταν ως τόποι εγκλεισμού από το κράτος. Στην καταγραφή σημειωνόταν και ο τόπος καταγωγής των φρενοβλαβών. H πλειονότητα προερχόταν από τις Kυκλάδες (67), ίσως και λόγω ανεπτυγμένου δικτύου παροχής ιατρικών υπηρεσιών, ενώ η Αττική ήταν μόλις στην τρίτη θέση με 45 ασθενείς. Δεν γνωρίζουμε με ποια κριτήρια αξιολογούνταν η επικινδυνότητα, ούτε σε ποιους χώρους βρίσκονταν οι 151 ανήσυχοι. Από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι η αστυνομία είχε δικαίωμα να συλλαμβάνει τους περιπλανώμενους, ταραχοποιούς και επικίνδυνους φρενοβλαβείς και να τους τοποθετεί σε μοναστήρια ή στα κρατητήρια. H καταμέτρηση αυτή, όπως και κάθε άλλη που έγινε με τον ίδιο τρόπο, αμφισβητήθηκε έντονα από την ιατρική κοινότητα, καθώς δεν περιλάμβανε τους ασθενείς που βρίσκονταν σε φρενοκομεία του εξωτερικού, ούτε στους δρόμους, στα κρατητήρια, ή όσους παρέμεναν έγκλειστοι στο σπίτι.

Mε βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο εκπονήθηκαν σχέδια για την ανέγερση κρατικού φρενοκομείου σε οικόπεδο που παραχώρησε για το σκοπό αυτό η Mονή Aσωμάτων στην Aττική. H σύσταση του φρενοκομείου κρίθηκε απαραίτητη για την ασφάλεια των πολιτών, οι οποίοι κινδύνευαν από τους φρενοβλαβείς που περιφέρονταν στους δρόμους, καθώς και για την παροχή ιατρικής βοήθειας και περίθαλψης στους ίδιους τους ασθενείς. Tα σχέδια εγκαταλείφθηκαν σύντομα λόγω της υψηλής δαπάνης που χρειαζόταν. Προκρίθηκε η μετατροπή του Ορφανοτροφείου στην Αίγινα σε φρενοκομείο. [8] H έξωση του Όθωνα ματαίωσε τα σχέδια, ενώ οι προτάσεις για την ίδρυση φρενοκομείου, οι οποίες εμφανίστηκαν στον ιατρικό περιοδικό Τύπο της εποχής παρέμειναν ανεκτέλεστες λόγω του υψηλού κόστους. [9]

Oι διατάξεις του νόμου του 1862 εφαρμόστηκαν πρώτη φορά τελικά, στη δεκαετία του 1930 με την ίδρυση του Kρατικού Ψυχιατρείου στο Δαφνί. H ενσωμάτωση όμως των Iονίων νήσων το 1864 στο ελληνικό βασίλειο πρόσθεσε στη σφαίρα υπηρεσιών υγείας δύο Φρενοκομεία, της Kέρκυρας και της Kεφαλονιάς, τα οποία ιδρύθηκαν στη δεκαετία του 1840. [10] O κανονισμός λειτουργίας του Φρενοκομείου της Κέρκυρας επανακαθορίστηκε το 1860, με βάση τον γαλλικό νόμο του 1838, και παρέμεινε ως είχε και μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων, καθώς δεν διαφοροποιούνταν αισθητά από την ελληνική νομοθεσία. [11] Tο 1877 και 1878, εισήχθησαν μόλις 28 και 57 άτομα. Πρόκειται για έναν πολύ μικρό αριθμό ατόμων, αναντίστοιχο με τις πραγματικότητες της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα αν σκεφθούμε ότι μόλις 5 και 3 εισαγωγές, το 1877 και το 1878 αντίστοιχα, έγιναν από την Aθήνα και τον Πειραιά. [12] Το φρενοκομείο στην Kεφαλονιά φιλοξενούσε πολύ μικρό αριθμό ασθενών και είχε τοπικό χαρακτήρα. [13]

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα τα νοσοκομεία των κοινοτήτων, τα οποία είχαν περιέλθει σε δεινή θέση, λόγω της γενικότερης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης της αυτοκρατορίας, αναδιοργανώθηκαν. Εγκαταστάθηκαν σε νέα κτίρια, όπου έγινε διαχωρισμός των τροφίμων με βάση την αιτία εισαγωγής τους, ενώ αυξήθηκε και μονιμοποιήθηκε το ιατρικό προσωπικό. Oι εξελίξεις αυτές συνδέονταν με ευρύτερες ανακατατάξεις στην Oθωμανική Aυτοκρατορία στο χώρο της υγείας, ενταγμένες στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του κράτους.

Ζώρζης Δρομοκαΐτης. Μεγαλέμπορος και εθνικός ευεργέτης. Ελαιογραφία του Νικηφόρου Λύτρα. Μουσείο Ψ.Ν.Α Δρομοκαϊτειο. Το μεγαλύτερο από τα έργα του, ήταν το Δρομοκαΐτειο θεραπευτήριο, για το οποίο διέθεσε πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες φράγκα, και το οποίο ανεγέρθη κοντά στο Δαφνί, λίγο έξω από την Αθήνα.

Το 1880 άρχισαν έργα ανακατασκευής στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, την ίδια χρονιά που ο πλούσιος χιώτης έμπορος Ζώρζης Δρομοκαΐτης συνέτασσε τη διαθήκη του, με την οποία κληροδοτούσε ένα σημαντικότατο ποσό (500.000 γαλλικά φράγκα) για την ανέγερση φρενοκομείου στο ελληνικό κράτος.

To Ζωρζή και Ταρσής Δρομοκαΐτου ή Παφύλα Φρενοκομείον ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1887 και αποτέλεσε ένα από τα πλέον σύγχρονα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο ιδρύματα σε κτιριακές εγκαταστάσεις, σε λοιπό, ιατρικό και τεχνολογικό, εξοπλισμό. [14] Διακρινόταν σε δύο τμήματα. Ένα για ασθενείς οι οποίοι κατέβαλλαν νοσήλια και ένα για τους άπορους, οι οποίοι νοσηλεύονταν χάρη στο κληροδότημα Δρομοκαΐτη. Η καταβολή νοσηλίων και ο διαχωρισμός των ασθενών στο φρενοκομείο με βάση το ύψος του χρηματικού ποσού που κατέβαλλαν αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ιστορίας του θεσμού κατά τον 19ο αιώνα.

Ταρσή Φραγκοπούλου Δρομοκαΐτου.

Τη διοίκηση του Δρομοκαΐτειου ασκούσε Διοικητικό Συμβούλιο, επιλογής του δωρητή, το οποίο ήταν υπεύθυνο και για την επιλογή του επιστημονικού – διοικητικού διευθυντή. Πρώτος διευθυντής διορίστηκε ο γιατρός Χριστόδουλος Τσιριγώτης,[15] διευθυντής του Φρενοκομείου Κέρκυρας κατά την περίοδο 1874-1880.

Χρήστος Τσιριγώτης. Ο πρώτος Έλληνας ψυχίατρος από την Περίθεια Κερκύρας.

Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του το Δρομοκαΐτειο φιλοξένησε έναν σημαντικό αριθμό ασθενών που κατέβαλλαν νοσήλια, καθώς και έναν μικρό στην αρχή, ο οποίος σταδιακά αυξήθηκε, αριθμό απόρων. Στην αύξηση των τελευταίων διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο οι προσφορές των φιλανθρώπων, οι οποίες κινήθηκαν σε διαφορετικά επίπεδα: σημαντικά ποσά για την ανέγερση νέων περιπτέρων για τους απόρους, μικρά κληροδοτήματα και ετήσιες οικονομικές εισφορές, προσωπική εθελοντική εργασία. Στην πραγματικότητα πέρα από τη δημιουργία των νέων περιπτέρων, οι δωρεές αποτέλεσαν ένα μικρό έσοδο για το ίδρυμα. Από   την άλλη πλευρά, η επέκταση του φρενοκομείου, μόνο ως προς τους άπορους, στέρησε τη δυνατότητα νοσηλείας περισσότερων εύπορων ασθενών και αύξησης των εσόδων από τα νοσήλια. Τα οικονομικά προβλήματα που εμφανίστηκαν από την έναρξη της λειτουργίας του Δρομοκαΐτειου οδήγησαν στην ενεργητικότερη ανάμιξη του Διοικητικού Συμβουλίου στα εσωτερικά του Ιδρύματος και στην περικοπή των εξουσιών του επιστημονικού – διοικητικού διευθυντή, θέτοντας νέα προτάγματα, σε ζητήματα όπως η επιλογή  των άπορων ασθενών ή οι θεραπευτικές μέθοδοι, διάφορα των επιστημονικών.

Το διάστημα 1887-1903 πραγματοποιήθηκαν στο Δρομοκαΐτειο 1392 εισαγωγές, από τις οποίες η συντριπτική πλειονότητα αφορούσε άνδρες (1053) και μόλις 339 γυναίκες. [16] Oι περισσότεροι (περίπου το 20%) ασθενείς προέρχονταν από την Αθήνα, ακολουθούσε η Κρήτη, ενώ έπονταν σειρά αστικών κέντρων: Πάτρα, Πειραιάς, Σύρος, Kαλαμάτα, Σπάρτη, παροικίες του εξωτερικού και περιοχές της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας όπου κατοικούσαν Έλληνες, όπως η Σμύρνη. Το ιατρικό προσωπικό του Δρομοκαΐτειου θεωρούσε τον αριθμό των εισαγωγών εξαιρετικά μικρό, συγκριτικά με τη διεθνή εμπειρία και τον απέδιδε στον σαφώς μικρότερο αριθμό φρενοβλαβών σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη και στις κοινωνικές προλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες ο εγκλεισμός εκλαμβανόταν ως στίγμα για τον ασθενή και την οικογένειά του. Επισημαίνονταν ο ιδιαίτερα μικρός αριθμός γυναικών, ο οποίος συνδεόταν και πάλι με τις κοινωνικές αντιλήψεις, βάσει των οποίων οι ψυχικές διαταραχές αντιμετωπίζονταν με τον εγκλεισμό στο σπίτι, υπό αυστηρή εχεμύθεια και την αναμονή του γάμου, του αλεξικέραυνου της ασθένειας. [17] Η ηλικιακή κατανομή των ασθενών του Ιδρύματος την ίδια περίοδο ήταν, σε γενικές γραμμές, η εξής: μηδενική παρουσία παιδιών (έως 10 χρονών), ελάχιστοι ηλικιωμένοι και πολύ μικρή παρουσία νέων ανθρώπων (έως 20 χρονών). Tη μεγαλύτερη πυκνότητα παρουσίαζε η ηλικιακή κατηγορία 20 έως 40 χρόνων.

 

Δρομοκαΐτειο, 1915.

 

Oι ασθενείς, οι οποίοι νοσηλεύθηκαν, επιλέχθηκαν, για την ακρίβεια, από τους συγγενείς τους, αποτέλεσαν τη συνισταμένη κοινωνικών και όχι κυρίως νοσογραφικών δεδομένων. Πάνω από το 1/4 των εισαγωγών οφειλόταν σε ασθένειες με οργανικά αίτια (κυρίως προϊούσα καθολική παράλυση και άνοια). Πρόκειται για χρόνιες ασθένειες, με βαρύ ιατρικό ιστορικό, στο τελευταίο στάδιο εκδήλωσής τους, όταν ο ασθενής βρίσκεται συνήθως σε αδυναμία επικοινωνίας ή σε πλημμελή επικοινωνία με το περιβάλλον. Ασθένειες όπως η νοητική υστέρηση και η επιληψία εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται στο σπίτι ή στην εκκλησία. O αλκοολισμός, εξαιρετικά διαδεδομένος στην ελληνική ύπαιθρο, αποτέλεσε αιτιολογία εγκλεισμού για ελάχιστο αριθμό ασθενών, ενώ η μορφινομανία ως αιτία εγκλεισμού ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Για τη θεραπεία των ασθενών ακολουθήθηκε ένα δίπολο μέτρων, ηθικών αλλά και σωματικών, όπου η βία του νοσηλευτικού προσωπικού διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Την περίοδο 1887-1903 από το Ίδρυμα εξήλθαν ως θεραπευμένοι μόλις 252 ασθενείς. Σε αυτούς προστίθενται και 131 βελτιωθέντες, δηλαδή αυτοί των οποίων η υγεία είχε βελτιωθεί και μπορούσαν να εξέλθουν από το Ίδρυμα. O μικρός αριθμός όσων θεραπεύονταν, συγκριτικά πάντα με τα δυτικά πρότυπα, αποδιδόταν από τους ιατρούς του Δρομοκαΐτειου στην καθυστερημένη, λόγω κοινωνικών αντιλήψεων, εισαγωγή στο Ίδρυμα. Το μεγαλύτερο μέρος των ασθενών (546) εξήλθαν ως στάσιμοι, έπειτα από αίτηση των οικείων τους, στην κατάσταση στην οποία είχαν εισέλθει. Τέλος, απεβίωσαν 352.

Στην καθυστερημένη εισαγωγή στο Ίδρυμα αλλά και στη φυματίωση αποδόθηκε και ο δυσανάλογα μεγάλος, σε σχέση με τη δυτική εμπειρία, αριθμός των θανάτων. Η σύσταση του Φρενοκομείου στηρίχθηκε σε ένα προϋπάρχον θεσμικό πλαίσιο, πιστή μεταφορά εκείνου της γαλλικής σχετικής νομοθεσίας, η οποία προήλθε από μια εποχή επιστημονικής αισιοδοξίας με έντονο ακόμη τον αντίκτυπο των ψυχιατρικών μεταρρυθμίσεων των αρχών του αιώνα. Το πλαίσιο παρέμεινε ανενεργό καθώς ο μικρός αριθμός των φρενοβλαβών αντιμετωπίστηκε με τη χρήση «παραδοσιακών μεθόδων» αλλά και με την αστυνομική καταστολή στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Η ιστορική φωτογραφία του 1901. Ένα κτιριακό συγκρότημα με πολλά δέντρα βρίσκεται καταμεσής μιας πεδιάδας. Τριγύρω δεν υπάρχουν άλλα κτίρια. Ήταν το πρώτο ψυχιατρικό νοσοκομείο που χτίστηκε στην Ελλάδα και κάλυπτε μια μεγάλη έκταση κοντά στην Ιερά Οδό. Στην αυλή του ιδρύματος υπήρχαν δεντροστοιχίες που βοηθούσαν στην ηρεμία των ασθενών….

 

Στην αυλή του ιδρύματος υπήρχαν δεντροστοιχίες που βοηθούσαν στην ηρεμία των ασθενών….

Η εμφάνιση της ιδιωτικής φιλανθρωπίας στο προσκήνιο μετασχημάτισε με την οικονομική της δύναμη το δίπολο κρατικήιατρική εξουσία σε τρίγωνο. Η εκτελεστική εξουσία παραχώρησε ένα σημαντικό τμήμα των αρμοδιοτήτων της στους εκτελεστές της διαθήκης, περικόπτοντας και τις αρμοδιότητες του ιατρικού προσωπικού. Η παραχώρηση αυτή συνδεόταν κυρίως με την εμπιστοσύνη στα πρόσωπα που ασκούσαν τη διαχείριση του Ιδρύματος και όχι στη σημασία που απέδιδε στην αποστολή του καθώς δεν στήριξε οικονομικά το εγχείρημα, ούτε η κρατική εξουσία έλεγξε ποτέ τη λειτουργία του.

Το Διοικητικό Συμβούλιο περιέκοψε, με την ανοχή της κεντρικής εξουσίας, τις αρμοδιότητες του ιατρικού προσωπικού, εισάγοντας νέα κριτήρια στη λειτουργία του Ιδρύματος. Η επιλογή των απόρων με κριτήρια κυρίως προσωπικών σχέσεων, σε συνδυασμό με την αδιαφορία της δημόσιας αρχής για την τοποθέτηση ασθενών, διαιώνισε την παρουσία φαινομένων, όπως οι πλάνητες φρενοβλαβείς, τα οποία είχαν αποτελέσει βασικό επιχείρημα, στην αρθρογραφία της εποχής, ίδρυσης φρενοκομείου στην πρωτεύουσα.

Η αποδυνάμωση των αρμοδιοτήτων του ιατρικού προσωπικού δεν στέρησε από το σώμα αυτό των επαγγελματιών τον καθοριστικό του ρόλο. Εκπρόσωποι μιας από τις πλέον ισχυρές, κοινωνικά και επαγγελματικά, επιστημονικές συσσωματώσεις της ελληνικής κοινωνίας στο τέλος του 19ου αιώνα, έφεραν – άρη στη συνεργασία τους με την ιδιωτική φιλανθρωπία  μια νέα πρόταση, εκείνη του εγκλεισμού και της επιστημονικής νοσηλείας και περίθαλψης των φρενοβλαβών, ή, πιο σωστά, του ορισμού της κατηγορίας του πληθυσμού αυτού με βάση πλέον ιατρικά κριτήρια. [18]

 

Δρομοκαΐτειο – Σπάνια φωτογραφία από τα αρνητικά που διατηρεί το μουσείο.

 

Δρομοκαΐτειο – Σπάνια φωτογραφία από τα αρνητικά που διατηρεί το μουσείο.

 

Η νοσηλεία των φρενοβλαβών δεν αντιπαρατέθηκε μόνο με ένα σύμπλεγμα προϋπαρχουσών νοοτροπιών, αλλά και με την κακή φήμη του θεσμού. Η ύπαρξη των χρόνιων ασθενών στα φρενοκομεία, τα οποία παρά τις αρχικές προσδοκίες μετατράπηκαν σταδιακά σε τόπους εγκλεισμού, κατασκευασμένοι έτσι ώστε να μπορούν να εξασφαλίσουν ισόβια διαβίωση, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη διάψευση των προσδοκιών που είχε γεννήσει η ιατρική στις αρχές του αιώνα. [19] Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα ο βιολογικός προκαθορισμός της ασθένειας και η ουσιαστική παραδοχή  του ανίατου των ψυχικά ασθενών δικαιολογούσε τον περιορισμό της ψυχιατρικής στην παρατήρηση του ασθενή και στην εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών του. Η παραμονή των φρενοβλαβών στα άσυλα αποσκοπούσε κυρίως στην ασφάλεια της κοινωνίας και των ίδιων και λιγότερο σε μια εξαρχής υποθηκευμένη θεραπεία. O αυστηρός διαχωρισμός των κοινωνικών τάξεων εντός του Ιδρύματος στόχευε πλέον στην προστασία των ανώτερων τάξεων από το συγχρωτισμό με τις κατώτερες, ως φορέων ανηθικότητας και νοσηρότητας. [20]

 

Συσκευή ηλεκτροσόκ. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν. Πηγή: Lifo.

 

Στα πρώτα αυτά χρόνια λειτουργίας του το Δρομοκαΐτειο συγκέντρωσε έναν μικρό αλλά σημαντικό αριθμό ασθενών. Η τοποθέτηση ασθενών με χρόνιες κυρίως νόσους στο τελευταίο στάδιο εκδήλωσής τους ήταν ενδεικτική της εξαρχής δυσπιστίας του κοινού στο Δρομοκαΐτειο. Η διάψευση της ελπίδας για μια σύντομη θεραπεία, λόγω ακριβώς και της βαρύτητας των περιπτώσεων που φιλοξενούσε, οδήγησε στην απομάκρυνση ενός μεγάλου, του μεγαλύτερου τμήματος των ασθενών ως στάσιμων. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι περισσότεροι στάσιμοι ασθενείς, όσοι δηλαδή εξέρχονταν με αίτηση της οικογένειάς τους, προέρχονταν από τις τάξεις των καταβαλλόντων τα νοσήλια. Η απομάκρυνσή τους απάλλασσε αφενός την οικογένεια από την καταβολή των νοσηλίων και αφετέρου συνδεόταν με την οικονομική δυνατότητα της αναζήτησης, μελλοντικά, μιας άλλης θεραπευτικής διαδικασίας. Στις οικογένειες αυτές στόχευε και η πρώτη ιδιωτική κλινική, η οποία άρχισε να λειτουργεί το 1904. Για τους εύπορους, λοιπόν, ασθενείς και τους συγγενείς τους, το Δρομοκαΐτειο μεταβαλλόταν σε μια ακόμη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε άλλες. Αντίθετα, για τους συγγενείς των άπορων ασθενών το Ίδρυμα ήταν χώρος πιθανής θεραπείας και το σημαντικότερο απόθεσης, καθώς εξασφαλιζόταν στους νοσηλευομένους του μια πολύ ικανοποιητική διαβίωση, με τα μέτρα της εποχής, ανεξάρτητα από θεραπευτικά αποτελέσματα. Η παραμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα ανίατων περιπτώσεων σε συνδυασμό με την αποχώρηση μεγάλου αριθμού εύπορων ασθένων μετέτρεψε αργότερα το Φρενοκομείο στον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας επιλογών.

 

Τα πρώτα βιομηχανικά ψυχοτρόπα φάρμακα του 1950. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν. Πηγή: Lifo.

 

Στο τέλος του 19ου αιώνα ένα οργανωμένο πλαίσιο αντιμετώπισης και νοσηλείας των φρενοβλαβών μεταφέρθηκε από την Ευρώπη στην ελληνική πρωτεύουσα. Η υποστήριξή του από την ιδιωτική φιλανθρωπία σε συνδυασμό με τις εγγενείς αδυναμίες της ψυχιατρικής συντέλεσαν στην περιθωριοποίηση της πρότασης που κατέθεσε το Δρομοκαΐτειο και τη σταδιακή μετατροπή του σε άσυλο. Θα πρέπει να περιμένουμε έως τα μέσα του 20ού αιώνα για μια άλλη προσέγγιση, όταν η ανακάλυψη των ψυχοφαρμάκων δημιούργησε κλίμα εμπιστοσύνης στην ψυχιατρική, χωρίς όμως παράλληλα την πλήρη αποδυνάμωση των προϋπαρχόντων δικτύων αντιμετώπισης των ψυχικά ασθενών.

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. γενικά Δ. Πλουμπίδης, «Eισαγωγικά γύρω από την εγκατάσταση της ψυχιατρικής στην Eλλάδα», Σύγχρονα Θέματα 19 (Δεκέμβριος 1983), σ. 21-31 και «Oι παραδοσιακές πρακτικές σχετικά με τους ψυχοπαθείς και η εγκατάσταση της ψυχιατρικής στην Ελλάδα στη διάρκεια του 19ου αι. και μέχρι περίπου τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο S. Lebovici / Π. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Eλληνογαλλικό Συμπόσιο Kοινωνικής Ψυχιατρικής, Καστανιώτης, Αθήνα 1984, σ. 366-375· Aριστοτέλης Σταυρόπουλος, Tα νοσοκομεία και η νοσηλευτική πολιτική της ελληνικής εθνότητας στην Kωνσταντινούπολη (1453-1838), Aθήνα 1984.

[2] Bλ. Mαρία Kορασίδου, Oι άθλιοι των Aθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα το 19ο αιώνα, ΙΑΕΝ-ΓΓΝΓ, Aθήνα 1995, σ. 28-55.

[3] Γ. B. Tσοκόπουλος, «Oι παράφρονες εν Eλλάδι», Ψυχιατρική και Nευρολογική Eπιθεώρησις 5 (Δεκέμβριος 1902), σ. 97.

[4] Bλ. Kορασίδου, Oι άθλιοι…, σ. 58-62 και Xρήστος Λούκος, «Eπιδημία και κοινωνία. H χολέρα στην Eρμούπολη της Σύρου (1854)», Mνήμων 14 (1992), σ. 68-69.

[5] Bλ. Παράρτημα 1, στο Δημήτρης Πλουμπίδης, Iστορία της ψυχιατρικής στην Eλλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920, Εξάντας, Aθήνα 1989, σ. 227-236.

[6] Στο ίδιο, σ.135-136.

[7] Bλ. Γρηγόρης Aμπατζόγλου, Ψυχιατρική και Iατρική. Tα όρια, οι ταυτότητες και οι σχέσεις, Εξάντας, Aθήνα 1991, σ. 61-63.

[8] «Έκθεσις προς τον A.M. τον Bασιλέα», Aσκληπιός 5 (1861), σ. 89-90.

[9] Bλ. Πλουμπίδης, Iστορία…, σ. 144-166.

[10]  Στο ίδιο, σ. 168-182.

[11] Bλ. Iωάννης Γ. Λασκαράτος, Πρόληψη της αρρώστειας και κοινωνική προστασία στα Επτάνησα επί Aγγλοκρατίας, Aθήνα 1985, σ. 224-230.

[12] Στοιχεία από τις αντίστοιχες στατιστικές του Φρενοκομείου Kέρκυρας στο Πλουμπίδης, «Eισαγωγικά…», σ. 25.

[13] Bλ. Πλουμπίδης, Iστορία …, σ. 205-206.

[14] Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Το Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο: 1887-1903. Όψεις της εγκατάστασης ενός ιδρυματικού θεσμού», Μνήμων 20 (1998), σ. 45-66.

[15] Για τον Τσιριγώτη, βλ. Α.. Γκούσης, Χρ.Τσιριγώτης. O πρώτος Έλλην Ψυχίατρος, Κέρκυρα 1960.

[16] Βλ. Καραμανωλάκης, ό.π.

[17] Στατιστική του εν Δαφνίω Δρομοκαϊτείου Φρενοκομείου κατά το έτος 1888, Αθήνα 1889, σ. 18.

[18] Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Oι φρενοβλαβείς εν ταις οδοίς», στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου «Η πόλη στους νεότερους χρόνους. Μεσογειακές και Βαλκανικές όψεις (19ος-20ός αι.)», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 2000, σ. 193-202.

[19] Βλ. Θανάσης Καράβατος, «Η γένεση της ψυχιατρικής και του Ασύλου. Oι μυθοποιήσεις της πραγματικότητας και ο πραγματικός μύθος», O Πολίτης 78/6 (Απρίλιος 1987), σ. 54-55.

[20] Βλ. Andrew Scull, A Social History of Afflictions. Madness and Society in Britain 1700-1900, Λονδίνο 1993. σ. 293-303.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΜΠΑΤΖOΓΛOΥ ΓΡΗΓOΡΗΣ, Ψυχιατρική και Ιατρική. Τα όρια, οι ταυτότητες και οι σχέσεις, Εξάντας, Aθήνα 1991.
  • ΓΚOΥΣΗΣ Α., Χρ.Τσιριγώτης. O πρώτος Έλλην Ψυχίατρος, Κέρκυρα 1960.
  • «Έκθεσις προς τον A.M. τον Bασιλέα», Aσκληπιός 5 (1861).
  • ΚΑΡΑΒΑΤOΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, «Η γένεση της ψυχιατρικής και του Ασύλου. Oι μυθοποιήσεις της πραγματικότητας και ο πραγματικός μύθος», O Πολίτης 78/6 (Απρίλιος 1987), σ. 54-55.
  • ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ, «Oι φρενοβλαβείς εν ταις οδοίς», στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου «Η πόλη στους νεότερους χρόνους. Μεσογειακές και Βαλκανικές όψεις (19ος-20ός αι.)», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 2000, σ. 193-202.
  • «Το Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο: 1887-1903. Όψεις της εγκατάστασης ενός ιδρυματικού θεσμού», Μνήμων 20 (1998), σ. 45-66.
  • ΚOΡΑΣΙΔOΥ MΑΡΙΑ, Oι άθλιοι των Aθηνών και οι θεραπευτές τους. Φτώχεια και φιλανθρωπία στην ελληνική πρωτεύουσα το 19ο αιώνα, ΙΑΕΝ-ΓΓΝΓ, Aθήνα 1995.
  • ΛΑΣΚΑΡΑΤOΣ IΩΑΝΝΗΣ Γ., Πρόληψη της αρρώστειας και κοινωνική προστασία στα Επτάνησα επί Aγγλοκρατίας, Aθήνα 1985.
  • ΛOΥΚOΣ XΡΗΣΤOΣ, «Eπιδημία και κοινωνία. H χολέρα στην Eρμούπολη της Σύρου (1854)», Mνήμων 14 (1992), σ. 49-69.
  • ΠΛOΥΜΠΙΔΗΣ Δ., «Oι παραδοσιακές πρακτικές σχετικά με τους ψυχοπαθείς και η εγκατάσταση της ψυχιατρικής στην Eλλάδα στη διάρκεια του 19ου αι. και μέχρι περίπου τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο S. Lebovici / Π. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Eλληνογαλλικό Συμπόσιο Kοινωνικής Ψυχιατρικής, Καστανιώτης, Αθήνα 1984, σ. 366-375.
  • «Eισαγωγικά γύρω από την εγκατάσταση της ψυχιατρικής στην Eλλάδα», Σύγχρονα Θέματα 19 (Δεκέμβριος 1983), σ. 21-31.
  • Iστορία της ψυχιατρικής στην Eλλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920, Εξάντας, Aθήνα 1989.
  • SCULL ANDREW, A Social History of Afflictions. Madness and Society in Britain 1700-1900, Λονδίνο 1993.
  • Στατιστική του εν Δαφνίω Δρομοκαϊτείου Φρενοκομείου κατά το έτος 1888, Αθήνα 1889.
  • ΣΤΑΥΡOΠOΥΛOΣ AΡΙΣΤOΤΕΛΗΣ, Tα νοσοκομεία και η νοσηλευτική πολιτική της ελληνικής εθνότητας στην Kωνσταντινούπολη (1453-1838), Aθήνα 1984.
  • ΤΣOΚOΠOΥΛOΣ Γ. B., «Oι παράφρονες εν Eλλάδι», Ψυχιατρική και Nευρολογική Eπιθεώρησις 5 (Δεκέμβριος 1902), σ. 97-99.

 

Βαγγέλης Καραμανωλάκης

O Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι επίκουρος καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας (ΕΚΠΑ) και Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ.

 Περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 104, Σεπτέμβριος 2007.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη: Το Δρομοκαΐτειο φρενοκομείο 1887-1903

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »