Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Κεραμική ιταλικών εργαστηριών στο Βενετοκρατούμενο ΝαύπλιοΑναστασία Βασιλείου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Το Ναύπλιον ή Ἀνάπλιον των Βυζαντινών, η Napoli di Romania των Βενετών, κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους, ωστόσο έμελλε να εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο της Πελοποννήσου στις δύο «βενετοκρατίες» του ως μια από τις βασικές κτήσεις του Stato da Mar.  Ο κύριος οικιστικός του πυρήνας μέχρι τα τέλη του 15ου αι. εντοπίζεται στο κάστρο της Ακροναυπλίας, το οποίο από την περίοδο της φραγκοκρατίας χωριζόταν μέσω ενός εγκάρσιου τείχους (διατειχίσματος) στο «φράγκικο» (Castello dei Franchi) και στο «ρωμέικο» Κάστρο (Castello dei Greci), ενώ από το τελευταίο τέταρτο του 15ου αι. η κατοίκηση επεκτάθηκε βορείως του Κάστρου, με τη δημιουργία της κάτω πόλης (Εικ. 1).

 

Εικ.1. Τοπογραφικό της πόλης του Ναυπλίου με τις θέσεις των ανασκαφικών ερευνών (χάρτης: Ε. Οικονομοπούλου / επεξεργασία δεδομένων: Α. Βασιλείου).

 

Μέχρι πρόσφατα το ενδιαφέρον της αρχαιολογικής έρευνας για το μεσαιωνικό Ναύπλιο είχε επικεντρωθεί στις οχυρώσεις του. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να αξιοποιείται και η μαρτυρία των υλικών καταλοίπων των ανασκαφικών ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη. Κομβικό ρόλο στην έρευνα αυτή έχει η μονογραφία της διδάκτορος αρχαιολόγου Αναστασίας Γιαγκάκη για την εφυαλωμένη κεραμική από τη θέση «Άγιοι Θεόδωροι» της Ακροναυπλίας (11ος-17ος αι.).

Στο παρόν άρθρο η έμφαση θα δοθεί σε μια πρώτη παρουσίαση αδημοσίευτης ιταλικής κεραμικής που βρέθηκε στις ανασκαφές του 1971 και του 2011-20148 στο κάστρο της Ακροναυπλίας καθώς και σε ανασκαφές της 5ης και 25ης ΕΒΑ στην κάτω πόλη (Εικ. 1).

Ιταλική κεραμική εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Ναύπλιο στην περίοδο της φραγκοκρατίας, κυρίως από τα μέσα του 13ου αι. και εξής. Αυτό παρατηρείται ευρύτερα στα σταυροφορικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τον διαμελισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και σε περιοχές πλησίον της Αδριατικής, και συνδέεται – εκτός των άλλων – με την ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος, της ιταλικής μαγιόλικα. Κύριο γνώρισμά της ήταν η κάλυψή της με κασσιτερούχο εφυάλωση, στοιχείο που της προσέδιδε ένα λευκό, αδιαφα­νές χρώμα, καθιστώντας την επιφάνειά της ιδανικό υπόβαθρο για τη γραπτή της διακόσμηση.

 

Εικ. 2. – Εικ. 3.

 

Τα πρώτα δείγματα ιταλικής μαγιόλικα, που έχουν βρεθεί στο Ναύπλιο, προέρχονται είτε από τη νότια Ιταλία (κυρίως Απουλία) με τη λεγόμενη πρω­τομαγιόλικα (protomaiolica), είτε από την κεντρική και βόρεια Ιταλία με τη λεγόμενη αρχαϊκή μαγιόλικα (maiolica arcaica) (Εικ. 2). Ωστόσο, πιο αντιπροσωπευτική παρουσιάζεται η πολύχρωμη εφυαλωμένη (invetriata policroma ή RMR) της νότιας Ιταλίας (Εικ. 3), ενώ στον αντίποδα βρίσκεται η κεραμική τύπου Veneto, με λιγοστά δείγματα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κεραμική ιταλικών εργαστηριών στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

 

Read Full Post »

Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.) – Αγγελική Πανοπούλου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Ύστερα από μακροχρόνια οθωμανική κατοχή, η Πελοπόννησος καταλήφθηκε από τους Βενετούς με τρεις διαδοχικές εκστρατείες του αρχιστράτηγου Francesco Morosini για διάστημα περίπου 30 ετών. Παρότι βραχύχρονη, πρόκειται για σημαντική εποχή, καθώς οι Βενετοί προσπάθησαν να οργανώσουν τη διοίκηση, να αυξήσουν τους οικονομικούς δείκτες, να ανασυγκροτήσουν τους ήδη υπάρχοντες κοινωνικούς θεσμούς και να εισαγάγουν νέους. Η νέα διακυβέρνηση υπαγορεύτηκε από τα πολιτικoοικονομικά αιτήματα της Βενετίας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ενώ εμφανής ήταν ο ρόλος του οθωμανικού παρελθόντος. Το Regno di Morea, λίγο χρονικό διάστημα μετά την κατάλη­ψή του, διαιρέθηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες (provincie): της Ρω­μανίας (Romania), της Μεσσηνίας (Messenia), της Αχαΐας (Achaia) και της Λακωνίας (Laconia). Τις διοικητικές περιφέρειες συγκροτούσαν μικρότερες διοικητικές ενότητες, τα διαμερίσματα (territorii), που σε ολόκληρη την Πελοπόννησο έφθαναν τα 24. Η διοικητική περιφέρεια της Ρωμανίας, ειδικότε­ρα, είχε διαιρεθεί σε πέντε διαμερίσματα (territorii): του Ναυπλίου (Napoli di Romania), της Κορίνθου (Corinto), της Τρίπολης (Tripolizza), του Άργους (Argos) και του Αγίου Πέτρου της Τσακωνιάς (San Pietro di Zacugna).

Εκτός από τα παραπάνω διαμερίσματα, η επαρχία της Ρωμανίας περιλάμβανε δύο υποδιαιρέσεις (giurisdizioni): του Θερμησίου (σημ. Ερμιονίδα) και του Πόρου (εκτεινόταν στον παράκτιο χώρο μεταξύ Σοφικού και ακρωτήριου Σκύλαιου, περιλαμβάνοντας και τα Μέθανα).

 

Οι ανεμόμυλοι του Ναυπλίου: J. Peeters, Description…, ca. 1690 (Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών / The Nauplion of the Foreign Travellers, Εμπο¬ρική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 60, αρ. 27).

 

Χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι ανάλογος διαχωρισμός δεν υφίστατο σε άλλα διαμερίσματα της Πελοποννήσου. Η υποδιαίρεση του Πόρου (Porto Porro ή Cato Nacagé) ήταν εξαρτημένη από το διαμέρισμα της Κορίνθου, ενώ εκείνη του Θερμησίου (Τermis) ανήκε στο υπό μελέτη διαμέρισμα του Ναυπλίου. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι η συγκεκριμένη διοικητική κατάτμηση της αργολικής χερσονήσου αντέγραφε την προηγηθείσα οθωμανική διαίρεση, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ονομασία της υποδιαίρεσης του Πόρου ως Cato Nacagé στα βενετικά έγ­γραφα. Μια δεύτερη ασάφεια παρατηρείται ανάμεσα στα διαμερίσματα του Άργους και του Ναυπλίου, καθώς κατά την απογραφή του 1700 τα χωριά που βρίσκονταν στην περιοχή απέναντι από το Ναύπλιο, στο Κιβέρι, είχαν ενταχθεί στο διαμέρισμα του Ναυπλίου, ενώ στο κτηματολόγιο του Άργους του 1700 και σε απογραφή του 1704 καταγράφονται σε εκείνο του Άργους, συνιστώντας εξαίρεση στην εδαφική συνέχεια που είχαν καθιερώσει οι Βενε­τοί στη διοικητική οργάνωση. Είναι γνωστό ότι το τμήμα αυτό του Κιβερίου (σημ. Μύλοι) αποτελούσε εξάρτημα του Ναυπλίου την εποχή της πρώτης βε­νετοκρατίας και θα δεχθούμε με ασφάλεια και την ερμηνεία του Β. Πανα­γιωτόπουλου ότι στην πλούσια σε πηγές περιοχή υπήρχε σημαντικός αριθμός αλευρόμυλων, απαραίτητων για τον επισιτισμό του Ναυπλίου, καθώς και τη διαπίστωσή του ότι η θάλασσα στην περίπτωση αυτή μάλλον ένωνε τις δύο πλευρές του κόλπου παρά τις χώριζε.

Εάν η διοικητική οριοθέτηση του τεριτορίου του Ναυπλίου ήταν το αποτέλεσμα των γεωγραφικών καταναγκασμών, των ιστορικών πραγματικοτήτων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από τον 13ο αι. και ύστερα, και των οικονομικών δεδομένων, οι κλιματικές συνθήκες και η γεωμορφολογία του δεν υπόκεινται σε αυστηρές περιοδολογήσεις. Όμως επιδρούσαν καθοριστικά στους δείκτες της αγροτικής παραγωγής και περισσότερο στους τρόπους εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου τής εν λόγω περιοχής. Οι Βενετοί από την αρχή της κατάκτησης διέκριναν την αγροτική-κτηνοτροφική μορφή της οικονομίας του τόπου και σχεδίαζαν την πολιτική τους με κριτήριο την εξασφάλιση αφε­νός της επάρκειας και αφετέρου της τόνωσης του εξωτερικού τους εμπορίου. Επεδίωξαν έτσι συστηματικά την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την εντατικότερη εκμετάλλευση κάθε πλουτοπαραγωγικού πόρου.

Τα φυσικογεωγραφικά χαρακτηριστικά έκαναν το κλίμα του τεριτορίου ήπιο, εύκρατο και γλυκό, και στο εσωτερικό του ψυχρό. Αν και δεν εντοπίστηκαν μαρτυρίες, από τα εδαφικά και άλλα χαρακτηριστικά συνάγεται ότι στο νοτιοανατολικό τμήμα του τεριτορίου ήταν ξηρότερο σε σύγκριση με την υπόλοιπη Πελοπόννησο. O Marin Michiel στην Έκθεση που συνέταξε το 1689 ως γενικός προνοητής, ύστερα από την περιήγησή του σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, με τίτλο «Descrizione delle strade, fiumi, siti et altro del Regno di Morea da me veduti e transitati», έγραφε ότι ο αέρας του Ναυπλίου ήταν ανθυγιεινός το καλοκαίρι εξαιτίας του έλους που περιέβαλλε το λιμάνι και επειδή βρισκόταν κάτω από το φρούριο, το οποίο δεν άφηνε την ελεύθερη διέλευση του αέρα. Την ίδια γνώμη είχε και ο γιατρός Αlessandro Pini, ο οποίος σχολιάζοντας το 1703 στην «Περιγραφή» του το κλίμα ορισμένων πόλεων σημείωνε ότι στο Ναύπλιο η σύσταση της ατμόσφαιρας ήταν ανθυγιεινή, με αποτέλεσμα να εκδηλώνονται συχνά ασθένειες, έχοντας πιθανόν στο μυαλό του τον λοιμό που ενέσκηψε στη διάρκεια του πολέμου.

Για τις κλιματολο­γικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της Ερμιονίδας, ειδικότερα, καλή πηγή αποτελούν οι επιστολές των υπεύθυνων των αλυκών του Θερ­μησίου. Όπως αναφέρεται στα συγκεκριμένα έγγραφα, σφοδρή κακοκαιρία σημειώθηκε το φθινόπωρο του 1699, κυρίως κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, dal principio di questa luna, που έβρεχε επί 12 ημέρες συνέχεια και έπνεαν δυνατοί άνεμοι da sirocco. Σφοδροί άνεμοι φυσούσαν και στα τέλη του Ιουνίου του επόμενου έτους. Σύμφωνα με άλλες πηγές, ακραία καιρικά φαινόμενα παρατηρήθηκαν το 1705, όταν τον Ιούλιο, εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας, καταστράφηκε η παραγωγή στα χωριά των τεριτορίων Ναυπλίου και Άργους, όπως περιέγραφαν οι κάτοικοι: τη ζημία ἀπου εσταθη της παρον χρονεας απο την αβροχηὰ. Στο δεύτερο, μάλιστα, η ξηρασία συνοδεύτηκε και από την επιδρομή ακρίδων (cavalete). Την ανομβρία ακλούθησαν πολλές βροχές το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, διάρκειας τριών ημερών και δύο νυχτών, που είχαν ως αποτέλεσμα την υπερχείλιση των χειμάρρων πέρα από το σύνηθες και την παράσυρση κάθε είδους ζώων στη θάλασσα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το territorio του Ναυπλίου – Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου-αρχές 18ου αι.)

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα ξενικά κόμματα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τον Κριμαϊκό πόλεμο. Από την ακμή στην εξαφάνιση – Τηλέμαχος Καλομοίρης, Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός


 

Σκοπός της εισήγησης είναι η ανάδειξη του ρόλου των λεγόμενων ξενικών κομμάτων στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, από την ίδρυσή του μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο και την παρακμή τους. Θα αναφερθούν ακροθιγώς οι σημαντικότεροι σταθμοί της εξέλιξης των κομμάτων. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 επιδιώχθηκε η εγκαθίδρυση  ενός κράτους δυτικού τύπου. Κατά την πρώτη δεκαετία διακυβέρνησης του Όθωνα, το πολιτικό σύστημα βασιζόταν στη βασιλική απολυταρχία. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αρχίζει η περίοδος της Συνταγματικής Μοναρχίας. Μετά από τον Κριμαϊκό πόλεμο τα ξενικά κόμματα έχασαν την λαϊκή τους επιρροή και παρήκμασαν.

 

  1. Οι πολιτικές παρατάξεις κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία

Για την κατανόηση της λειτουργίας των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία, είναι απαραίτητο να διερευνηθούν τα συστήματα σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων των υπόδουλων Ελλήνων. Κυρίαρχο σύστημα, που καθόριζε τη δομή των παραπάνω σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί αυτό της «προστασίας». Τη βάση ολόκληρου του συστήματος αποτελούσε η οικογένεια, στην οποία περιλαμβάνονταν οι επιγαμίες, οι υιοθεσίες, οι κουμπαριές και οι «αδελφοποιτοί» [1]. Μία οικογένεια μπορούσε να αναζητήσει την «προστασία» μίας πιο ισχυρής και πλούσιας οικογένειας. Αυτή η εξάρτηση της μίας οικογένειας από την άλλη δημιουργούσε ενώσεις, τις «φατρίες». Η «φατρία» είχε τοπικό χαρακτήρα κατά την προεπαναστατική περίοδο και δεν διεπόταν από κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κόμμα, με τη σημερινή έννοια του όρου.

  1. Η δημιουργία του καποδιστριακού κόμματος

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Τον Ιανουάριο του 1828, έφτασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Καποδίστριας επιδίωξε να συνενώσει κάποιες από τις «φατρίες», για να δημιουργήσει έναν δικό του κομματικό μηχανισμό, χρησιμοποιώντας την κρατική μηχανή. Το κόμμα ονομαζόταν συνήθως «κυβερνητικό» ή των «Ναπαίων» (πιθανόν πήρε αυτό το όνομα από κάποιον Κερκυραίο Νάπα, που ήταν ένθερμος οπαδός του Καποδίστρια). Κύριος πυρήνας του κόμματος ήταν η ρωσική «φατρία». Δύο θεωρούνται τα επιτεύγματα του Καποδίστρια σε σχέση με το κόμμα που δημιούργησε. Πρώτον, συνέστησε ένα κόμμα με ισχυρή συνοχή και δομή. Δεύτερον, το καποδιστριακό κόμμα αναπτύχθηκε σε εθνικό επίπεδο και κάλυπτε όλη την τότε ελληνική επικράτεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το κόμμα επιβίωσε και μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Πισκατόρυ θεωρούσε ότι ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός, που έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως κόμμα ήταν το «καποδιστριακό» [2].

  1. Οι «συνταγματικές» φατρίες

Από την άφιξη του Καποδίστρια και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους λειτουργούσαν τέσσερις ισχυρές συνταγματικές φατρίες. Η πρώτη ομάδα είναι η «αγγλική», η δεύτερη η «γαλλική», η τρίτη η φατρία των Κουντουριωτών και η τέταρτη αυτή των Μαυρομιχαλαίων 3]. Οι παραπάνω «φατρίες», αν και διακρίνονταν για τον συνταγματικό και τον αντικαποδιστριακό τους προσανατολισμό, δεν κατάφεραν να συνενωθούν, ώστε να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κόμμα. [4] Η «αγγλική» φατρία αποτελούνταν από εμπόρους, άρχοντες και προερχόμενους από τη Δύση Έλληνες, χωρίς να βασίζεται σε πελατειακές σχέσεις. [5] Αντίθετα, η «γαλλική» φατρία στηριζόταν κυρίως σε πελατειακές δομές, [6] όπου κυριαρχούσαν οι Ρουμελιώτες υπό τον Ιωάννη Κωλέττη, αλλά συμμετείχαν και άρχοντες από την Πελοπόννησο. [7]

  1. Η περίοδος της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Την 30η Ιανουαρίου 1833, ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Κατόπιν, την 11η Ιουλίου 1832 ορίστηκαν τα μέλη της Αντιβασιλείας (ο κόμης Άρμανσμπεργκ, ο καθηγητής Μάουρερ και ο στρατηγός Έυδεκ). Ο Άρμανσμπεργκ τέθηκε επικεφαλής της Αντιβασιλείας. Είχε την φήμη του φιλελεύθερου στην πατρίδα του, την Βαυαρία. Είχε την υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. [8] Ο Μάουρερ ήταν εξαιρετικός νομομαθής. [9] Τέλος, ο Έυδεκ είχε έρθει στην Ελλάδα από το 1826 ως απεσταλμένος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Πολέμησε στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και είχε ταυτιστεί με το κόμμα των ρωσόφιλων «Ναπαίων».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

 

Η Αντιβασιλεία τοποθέτησε σε όλες τις σημαντικές θέσεις Βαυαρούς. [10] Ακόμη και στον στρατό, όπου θα περίμενε κανείς να αποκατασταθούν οι αγωνιστές της Επανάστασης, κυριαρχούσαν οι Βαυαροί. Την 15η Απριλίου 1833 ορίστηκαν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (Σπυρίδωνας Τρικούπης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Γεώργιος Ψύλλας, Γεώργιος Πραΐδης και Ιωάννης Κωλέττης).

Στο Υπουργικό Συμβούλιο υπερείχαν οι εκπρόσωποι του «αγγλικού» κόμματος. Ο μοναδικός εκπρόσωπος του «γαλλικού» κόμματος ήταν ο Κωλέττης, ο οποίος ανέλαβε το δευτερεύον Υπουργείο των Ναυτικών.[11] Το «ρωσικό», όμως, κόμμα δεν εκπροσωπήθηκε καθόλου στο Υπουργικό Συμβούλιο.[12] Είχε υποστεί ήδη ισχυρό πλήγμα, όταν δεν τοποθετήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αρχηγός του στρατού, όπως αναμενόταν, και παραμερίστηκαν πολλά στελέχη του καποδιστριακού κόμματος.

Η Αντιβασιλεία έδειχνε ανησυχία για την αυξανόμενη ανάμιξη της Αγγλίας και της Ρωσίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Η Γαλλία θεωρήθηκε λιγότερο ανταγωνιστική δύναμη, σε σχέση με τις άλλες δύο, και ότι δεν προκαλούσε κινδύνους για τις ελληνικές υποθέσεις. Έτσι, η Αντιβασιλεία, με κύριο εκφραστή τον καθηγητή Μάουρερ, υποστήριζε το λεγόμενο «γαλλικό» κόμμα και τη γαλλική πολιτική στην Ελλάδα. [13]

Αντίθετα, όμως, από τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις της Αντιβασιλείας, τα κόμματα δεν υπέστησαν καίριο πλήγμα. Οι εκπρόσωποι του «ρωσικού» κόμματος στράφηκαν ανοιχτά κατά της Αντιβασιλείας, μέσω της εφημερίδας «Χρόνος», η οποία άσκησε αυστηρή κριτική στις αποφάσεις της Αντιβασιλείας, όπως για την κατάργηση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και το κλείσιμο μοναστηριακών κοινοτήτων. [14] Παράλληλα, το «ρωσικό» κόμμα συνέλεγε υπογραφές με σκοπό την αποστολή επιστολής προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ (1825-1855) [15] ζητώντας την αποχώρηση της Αντιβασιλείας και την ανάληψη της εξουσίας αποκλειστικά από τον βασιλιά  Όθωνα. [16]

Η σημαντικότερη, όμως, «συνωμοσία», που είχε και δραματικότερες συνέπειες ήταν αυτή του Βαυαρού καθηγητή Φραντς, που εργαζόταν ως διερμηνέας για την Αντιβασιλεία. [17] Ο καθηγητής Φραντς, με την ανοχή, κατά πάσα πιθανότητα, του κόμη Άρμανσμπεργκ, συνέλεγε υπογραφές για την εκδίωξη των άλλων δύο μελών της Αντιβασιλείας, με σκοπό την ανάληψη της εξουσίας εξ ολοκλήρου από τον κόμη Άρμανσμπεργκ. [18] Το «ρωσικό» κόμμα υποστήριξε το κείμενο του καθηγητή Φράντς. Τα άλλα δύο, ωστόσο, μέλη της Αντιβασιλείας, έχοντας την πλειοψηφία, έδωσαν εντολή να εκδιωχθεί από την Ελλάδα ο καθηγητής Φράντς.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Η δεύτερη απόφαση της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας ήταν η τραγικότερη: δόθηκε εντολή, τον Σεπτέμβριο του 1833, για την μυστική σύλληψη των επιφανεστέρων μελών του «ρωσικού» κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιός του, Ιωάννης (γνωστός με το προσωνύμιο Γενναίος) Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Πλαπούτας, ο Κίτσος Τζαβέλλας και άλλοι αγωνιστές. Κατόπιν, η Αντιβασιλεία, για να αποδυναμώσει την επιρροή και άλλων Ελλήνων πολιτικών, απέστειλε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ως πρεσβευτή στην Αγγλία, τον Ανδρέα Μεταξά στο Κάιρο και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην Πρωσία και την Βαυαρία.

Με τον ανασχηματισμό, τον Οκτώβριο του 1833, ο Ιωάννης Κωλέττης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών και ο, επίσης, γαλλόφιλος Κωνσταντίνος Σχινάς το Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης και ο Σχινάς αποδείχθηκαν φανατικοί αντίπαλοι του «αγγλικού», αλλά κυρίως του «ρωσικού» κόμματος, ενώ επιδίωξαν την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. [19] Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η γαλλόφιλη εφημερίδα «Σωτήρ» αποφασίστηκε να οριστεί ως επίσημη κυβερνητική εφημερίδα και να τυπώνεται στο Βασιλικό Τυπογραφείο. Ο καθηγητής Μάουρερ έφτασε να χαρακτηρίζει το «γαλλικό» κόμμα ως «εθνικό» και θεωρούσε τον αρχηγό του, Ιωάννη Κωλέττη, τον δημοφιλέστερο πολιτικό της Ελλάδας εκείνη την χρονική περίοδο.

Τελικά, κάνοντας συνολική αποτίμηση της πολιτικής της Αντιβασιλείας απέναντι στα κόμματα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα μέλη της Αντιβασιλείας έπραξαν αυτό το οποίο ήθελαν, αρχικά, να καταπολεμήσουν: αναμίχθηκαν στις κομματικές διενέξεις της Ελλάδας και έλαβαν θέση υπέρ του «γαλλικού» κόμματος. [20]

Τον Ιούλιο του 1834, στάλθηκε από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, στη θέση του καθηγητή Μάουρερ, ο Κόμπελ και, του Άμπελ, που ήταν γραμματέας της Αντιβασιλείας, ο Γκράινερ. Αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε νίκη της αγγλικής διπλωματίας.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αρχηγός του «αγγλικού» κόμματος, επιδίωκε την έκδοση αθωωτικής απόφασης στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κλωνάρης, που ανέλαβε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, ήταν φίλος του «αγγλικού» κόμματος και φίλος του Μαυροκορδάτου. Συντόνισαν, με αυτό τον τρόπο, τα δύο κόμματα, το «αγγλικό» και το «ρωσικό», τη δράση τους εναντίον της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας.

  1. Η περίοδος κυριαρχίας του Άρμανσμπεργκ (1835-1837)

Μετά την αντικατάσταση των μελών της Αντιβασιλείας, δύο είχαν μείνει κυρίαρχοι στην ελληνική πολιτική σκηνή: ο κόμης Άρμανσμπεργκ και ο Ιωάννης Κωλέττης. Τον Μάιο του 1835 ο Όθωνας ενηλικιώθηκε. Ανέλαβε ο Άρμανσμπεργκ Αρχιγραμματέας. [21] Ο Άρμανσμπεργκ ευνοούνταν από την αγγλική διπλωματία, γιατί θεωρούνταν το καλύτερο αντίβαρο στην επέκταση της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα. [22] Ο Μακρυγιάννης ονομάζει τον Άρμανσπεργκ «κατζελάριο» (καγκελάριο δηλαδή) της «αγγλικής» φατρίας. [23] Ο σκωτσέζος ιστορικός Τζορτζ Φίνλεϊ ισχυριζόταν ότι ο Άρμανσμπεργκ και ο Λάυονς κυβερνούσαν την Ελλάδα. [24] 

Ο Άρμανσμπεργκ, τον Ιανουάριο του 1837, διέλυσε το αντιπολιτευόμενο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, κατέστρεψε τα Πρακτικά του και καταδίκασε τον Μακρυγιάννη σε κατ’ οίκον περιορισμό. [25] Ο Μακρυγιάννης είχε στείλει επιστολή στον Όθωνα, ο οποίος βρισκόταν στην Βαυαρία, για να απομακρύνει τον Άρμανσμπεργκ και να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. [26] Τον Φεβρουάριο του 1837, ο Όθωνας απομάκρυνε τον Άρμανσμπεργκ και διόριζε τον Ιγνάτιο φον Ρούντχαρντ Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργό Εξωτερικών. [27] Ο Ρούντχαρντ, αν και πήρε κάποια ευνοϊκά μέτρα, προκάλεσε την αντιπαλότητα των κομμάτων, που περίμεναν να αναλάβει πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ένας Έλληνας, αλλά και του Άγγλου πρεσβευτή Λάυονς, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε στενές σχέσεις με την Αυστρία. Τον Δεκέμβριο του 1837, παραιτήθηκε ο Ρούντχαρντ, [28] εξαιτίας διαφωνιών με τον ίδιο τον Όθωνα, ο οποίος εγκαθίδρυσε καθεστώς «πατερναλιστικής απολυταρχίας» σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ντάγκλας Ντέικιν. [29]  

  1. Η απόλυτη μοναρχία του Όθωνα (1838-1843)

Ο Όθωνας προσπαθούσε να τηρήσει ουδετερότητα απέναντι στα κόμματα και να μην ευνοήσει κάποιο, χωρίς όμως να το καταφέρει. [30] Την ίδια περίοδο, συντελέστηκαν ανακατατάξεις στο «ρωσικό» κόμμα. [31] Νέοι του αρχηγοί αναδείχθηκαν ο Κωνσταντίνος Οικονόμου και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [32] Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ προσπάθησε, με κάθε μέσο, να ενισχύσει το κόμμα. Εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του (προερχόταν από μανιάτικη οικογένεια) κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο, το «ρωσικό» κόμμα εκπροσωπούνταν από τον Γεώργιο Γλαράκη και τον Ανδρέα Πάικο. [33] Ως αντίδραση, συνεργάστηκαν το «γαλλικό» και το «αγγλικό» κόμμα και σχημάτισαν την αντιπολίτευση, με κοινό σύνθημα την παραχώρηση Συντάγματος. Με αυτούς συντάχθηκαν τόσο οπλαρχηγοί του Αγώνα, όπως ο Μακρυγιάννης, όσο και μορφωμένοι Έλληνες, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και άλλοι. Η εφημερίδα του «ρωσικού» κόμματος, ο «Αιών», αρχικά τασσόταν υπέρ του συστήματος της απόλυτης μοναρχίας. Αργότερα, την Άνοιξη του 1839, όμως, αλλάζει πολιτική και τάσσεται υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος. Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ άφηνε να διαφανεί ότι η Ρωσία δεν θα ήταν αντίθετη στη λειτουργία ολιγομελούς κοινοβουλευτικού σώματος.

Τον Φεβρουάριο του 1841, τοποθετήθηκε Υπουργός των Εξωτερικών και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ο ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. [34] Ο Μαυροκορδάτος, ζήτησε από τον Όθωνα την κατάργηση του Ανακτοβουλίου, που αποτελούνταν από Βαυαρούς, και την ανάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών σε Έλληνα και όχι σε Βαυαρό, όπως γινόταν μέχρι τότε. Ο Μαυροκορδάτος μιλούσε για συγκερασμένη απολυταρχία. [35] Κατά τον Πετρόπουλο, το πρόγραμμα Μαυροκορδάτου βρισκόταν ανάμεσα στο συντηρητισμό των Ελλήνων και στο μετριοπαθή φιλελευθερισμό της Ευρώπης. [36] Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε τις προτάσεις του Μαυροκορδάτου. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε παραίτηση. Κατόπιν, κανένας πολιτικός δεν αναλάμβανε την πρωθυπουργία, αν προηγουμένως δεν γινόταν δεκτές οι θέσεις του Μαυροκορδάτου. Τον Ιούλιο του 1841, ίσως από τον φόβο λαϊκής εξέγερσης, ο Όθωνας ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών στον Ανδρέα Μεταξά και, με αυτό τον τρόπο, πείστηκε να ορκισθεί ο Μαυροκορδάτος Υπουργός των Εσωτερικών. Τα υπόλοιπα κόμματα αντιπροσωπεύονταν ισότιμα στην κυβέρνηση. Η συνεργασία, όμως, με τον βασιλιά ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αναπόφευκτα, ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1841.

Αυτή η παραίτηση του Μαυροκορδάτου θεωρείται, από πολλούς μελετητές, ότι αποτέλεσε τον καταλύτη, που οδήγησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. [37] Ο Μαυροκορδάτος, με τη σθεναρή στάση του απέναντι στο βασιλιά, κατέστησε φανερό ότι ο ίδιος ο Όθωνας ήταν αυτός ο οποίος δεν ήθελε να αποδώσει την εξουσία στους Έλληνες πολιτικούς και όχι οι Βαυαροί σύμβουλοί του. Αμέσως μετά την παραίτηση Μαυροκορδάτου ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών το ηγετικό στέλεχος του «γαλλικού» κόμματος Δημήτριος Χρηστίδης. Το «γαλλικό» κόμμα δεν κατάφερε, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, να ελέγξει την δημόσια διοίκηση, με τον τρόπο που το έκανε το «ρωσικό» κόμμα. Το «γαλλικό» κόμμα περιλάμβανε στις τάξεις του στελέχη που εκπροσωπούσαν σχεδόν όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν αποτελούσε έναν συμπαγή οργανισμό. [38] Ο αρχηγός του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννης Κωλέττης, ήταν αυτός, που κρατούσε ενωμένες τις διάφορες ομάδες. Ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ προσπαθούσε να ενισχύσει την παρουσία του «γαλλικού» κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή. [39] Το 1842, το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα ενεργούσαν σαν να βρίσκονταν σε κάποιου είδους συνασπισμό με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος. [40] 

  1. Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και η παραχώρηση Συντάγματος

Τον Ιανουάριο του 1843, ο Υπουργός Εξωτερικών, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα αδυνατούσε να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια του δανείου. Οι τρεις Δυνάμεις, από κοινού, αρνήθηκαν να διευκολύνουν την ελληνική Κυβέρνηση και πίεσαν για την σύναψη νέου δανείου. Τον Σεπτέμβριο του 1843, η ελληνική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι συγκεκριμένα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για την απευθείας αποπληρωμή του χρέους, όπως οι φόροι χαρτοσήμου και ιδιοκτησίας. Οι τρεις ξένοι πρεσβευτές και ο εκπρόσωπος του οίκου Ρότσιλντ θα επέβλεπαν όλη τη διαδικασία και τη μεταφορά των χρημάτων στο εξωτερικό. Αυτή η σκληρή αντιμετώπιση επέσπευσε την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Αυτό ισχυρίζονται τόσο οι πρεσβευτές Πισκατόρυ και Πρόκες Όστεν όσο και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [41]

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Στην προετοιμασία της επανάστασης συμμετείχαν, ως οργανωτικά και ηγετικά στελέχη, ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Ανδρέας Λόντος, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος, ο Μιχαήλ Σούτσος και Ρήγας Παλαμήδης. Στη «συνωμοσία» εντάχθηκαν οι στρατιωτικοί, μέλη του «ρωσικού» κόμματος, Δημήτριος Καλλέργης, επικεφαλής του ιππικού της Αθήνας, ο Συνταγματάρχης Σκαρβέλης, Διοικητής του πεζικού, ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος, Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και ο Λοχαγός του πυροβολικού Σχινάς. Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων πιθανόν να γνώριζαν για το κίνημα, όπως ισχυρίζεται ο Μακρυγιάννης. [42]

 Ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών, τα οποία, εκτός από την παραχώρηση Συντάγματος, ήταν κυρίως η απομάκρυνση όλων των Βαυαρών από τη Διοίκηση και ο σχηματισμός Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του λαού. Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ανέλαβε ο Ανδρέας Μεταξάς.

  1. Η συνταγματική περίοδος

Μετά την παραχώρηση Συντάγματος, ο Ανδρέας Μεταξάς ανέλαβε Πρωθυπουργός και Υπουργός των Εξωτερικών. Είναι ο πρώτος που έφερε αυτόν τον τίτλο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. [43] Στην κυβέρνηση αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Συμμετείχαν, επίσης, σε αυτήν οι αρχηγοί του «αγγλικού» και του «γαλλικού» κόμματος, δηλαδή ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης αντίστοιχα, με την πρόσθετη ιδιότητα και των Υπουργών άνευ χαρτοφυλακίου, θέση, η οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική ιστορία. Οι ανταγωνισμοί των κομμάτων και ο παραμερισμός του «ρωσικού» κόμματος, κατά τις διαδικασίες για τη σύγκληση της συνέλευσης, οδήγησαν τον Μεταξά σε παραίτηση. Νέος Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης, αλλά μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο βασιλιάς όρισε διάδοχό του Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Στις εκλογές, που ακολούθησαν, το «γαλλικό» κόμμα σχημάτισε Κυβέρνηση σε συνεργασία με το «ρωσικό» κόμμα. Το δεύτερο «αγγλικό» κόμμα αποτέλεσε την αντιπολίτευση. Στις εκλογές αυτές εκλέχθηκαν 243 βουλευτές, οι οποίοι σταδιακά εκδήλωσαν τις κομματικές του προτιμήσεις. [44] Ο Κωλέττης ορίστηκε  Πρωθυπουργός και Υπουργός Εσωτερικών αλλά και Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Από το «ρωσικό» κόμμα, ο Μεταξάς έγινε Υπουργός Οικονομικών, ο Κίτσος Τζαβέλλας των Στρατιωτικών, ο Ζαφείριος Βάλβης της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε ότι, με την ακύρωση της εκλογής πολλών βουλευτών της αντιπολίτευσης, παρενέβη και επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών, πείθοντας, ταυτόχρονα, βουλευτές να στηρίξουν την κυβέρνηση, είτε με δωροδοκία είτε με υποσχέσεις. [45] Δημιουργήθηκε, έτσι, το λεγόμενο «σύστημα» του Κωλέττη, στο στρατό με τον στρατηγό Γαρδικιώτη Γρίβα αλλά και στη δημόσια διοίκηση και τη χωροφυλακή. [46] Ο πρεσβευτής της Αγγλίας Λάυονς, σε αναφορές προς την κυβέρνησή του, κατηγορούσε συνεχώς τις πρακτικές του Πρωθυπουργού Κωλέττη. Ο Υπουργός των Εξωτερικών της Αγγλίας Πάλμερστον χαρακτήριζε τον Κωλέττη «διεφθαρμένο, παράνομο, άσωτο, αντισυνταγματικό και τυραννικό». [47]

Σταδιακά, όμως, το «ρωσικό» κόμμα απομακρύνθηκε από την πολιτική του «γαλλικού» κόμματος. Τον Ιούλιο του 1845, ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε από την κυβέρνηση, λόγω διαφωνιών. Η κυριαρχία του «γαλλικού» κόμματος και της γαλλικής πολιτικής θεωρείται απόλυτη. [48] Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του λόγου του πρώτου Γραμματέα της πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα, Θουβενέλ: «εμείς κυβερνούμε την Ελλάδα». Επίσης χαρακτηριστική είναι και η ομολογία του ιδίου ότι συνέταξε, τον Ιανουάριο του 1846, τον λόγο στην Βουλή τόσο του βασιλιά Όθωνα όσο και του Πρωθυπουργού Κωλέττη. [49] Ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει ότι ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ ήταν αυτός που μαζί με τον Κωλέττη είχε το «δέσε και το λύσε» στην Ελλάδα. [50] Αποτέλεσμα της παραίτησης Μεταξά ήταν η συνεργασία των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης, του «ρωσικού» και του «αγγλικού», απέναντι στην Κυβέρνηση του «γαλλικού»  κόμματος. Η αντιπολίτευση του «ρωσικού» κόμματος εστιάστηκε στο ζήτημα της διαδοχής του Όθωνα από έναν ορθόδοξο ηγεμόνα.

Η Αγγλία άρχισε να πιέζει στο ζήτημα της καταβολής των δόσεων του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Τον Ιανουάριο του 1847, μοίρα του αγγλικού στόλου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, εισήλθε στα ελληνικά ύδατα και αξίωσε την αποζημίωση από το ελληνικό κράτος των Άγγλων υπηκόων των Ιονίων νήσων, οι οποίοι έπεσαν θύματα Ελλήνων πειρατών. Ο Κωλέττης δεσμεύτηκε ότι η Κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα για να περιορίσει το φαινόμενο της πειρατείας.

Στις εκλογές, που διεξήχθησαν, το «γαλλικό» κόμμα του Κωλέττη κατάφερε περιφανή νίκη. Ο θάνατος, όμως, του Κωλέττη τον Αύγουστο του 1847, εξαιτίας νεφρικής πάθησης, άλλαξε τα δεδομένα στην ελληνική πολιτική σκηνή. Διάδοχος του Κωλέττη ορίστηκε ο Κίτσος Τζαβέλλας. Ο πρεσβευτής της Αυστρίας Πρόκες Όστεν θεώρησε ότι, με τον θάνατο του Κωλέττη, έχανε ο Όθωνας το σημαντικότερό του στήριγμα στην πολιτική σκηνή καταλήγοντας στην ακόλουθη του θέση: «ο βασιλιάς δεν έχει (άλλη επιλογή) ή να υποκύψει ή να φύγει  (να παραιτηθεί)». Ο ίδιος ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον αδελφό του, και αναφερόμενος ευθέως στον Κωλέττη έγραφε: «είναι ο δάσκαλός μου». [51] Αντίθετα, ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη ότι συγκέντρωνε γύρω του όλους τους διεφθαρμένους. [52]

Στις 6 Μαρτίου 1848, παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός Κίτσος Τζαβέλλας και, κατόπιν, σχηματίστηκε Κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Η νέα Κυβέρνηση δεν είχε προσανατολισμό προς ένα συγκεκριμένο κόμμα. [53] Στις 12 Οκτωβρίου, η Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Στις 15 Οκτωβρίου 1848, ο Κωνσταντίνος Κανάρης αναλάμβανε εκ νέου την Πρωθυπουργία. Τα μέλη της Κυβέρνησης προέρχονταν από το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. Απουσίαζε το «αγγλικό» κόμμα, γεγονός που έκανε εντονότερη την εχθρότητα της αγγλικής διπλωματίας.

Έτσι, η Αγγλία αξίωσε για λογαριασμό της Ιονίου Πολιτείας, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της, τη διεκδίκηση των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας (βόρεια των Κυθήρων και νότια της Μεθώνης αντίστοιχα). Παράλληλα, η «υπόθεση Πατσίφικο» έδωσε αφορμή στην Αγγλία να παρέμβει στην ελληνική πολιτική. [54]

Ο Δαβίδ Πατσίφικο ήταν Εβραίος, ο οποίος χρημάτισε πρόξενος της Πορτογαλίας στην Ελλάδα, μέχρι το 1842, όταν κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Κατόπιν, άλλαξε υπηκοότητα και έγινε Άγγλος συνεχίζοντας να διαμένει στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1849, κατά τους εορτασμούς της Μεγάλης Παρασκευής, επειδή είχε απαγορευτεί το κάψιμο ομοιωμάτων του Ιούδα, λόγω της παρουσίας του Εβραίου τραπεζίτη Ρότσιλδ στην Πρωτεύουσα, πολίτες της Αθήνας εισέβαλαν στην οικία του Πατσίφικο και προέβησαν σε καταστροφές. Ο Πατσίφικο ζήτησε τη βοήθεια της αγγλικής πρεσβείας ισχυριζόμενος ότι, μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν και πορτογαλικά αξιόγραφα αξίας 665 χιλιάδων δραχμών.

Τον Ιανουάριο του 1850, ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάις εξουσιοδότησε τον ναύαρχο Πάρκερ να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά. Παρατηρήθηκε, σύμφωνα με αναφορά του Γάλλου πρεσβευτή Θουβενέλ, μετακίνηση των ψηφοφόρων του «αγγλικού» κόμματος προς το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. [55] Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1849, είχε οριστεί Πρωθυπουργός ο ναύαρχος Αντώνιος Κριεζής. Το Ιούλιο του 1850, ο αποκλεισμός τερματίστηκε. Είναι ενδεικτικό ότι η πορτογαλική κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι τα χρεόγραφα, που είχε στην κατοχή του ο Πατσίφικο ήταν αξίας μόνο 3.850 δραχμών. [56] 

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

  1. Ο Κριμαϊκός πόλεμος και η παρακμή των «ξενικών» κομμάτων

Αφορμή για το ξέσπασμα του Κριμαϊκού πολέμου θεωρήθηκε η διαμάχη Καθολικών και Ορθοδόξων για τον έλεγχο των Αγίων Τόπων. [57] Αιτία, όμως, ήταν ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για την επικράτηση στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. [58] Η Ρωσία έστειλε τον ναύαρχο πρίγκιπα Μένσικωφ να απαιτήσει από την Πύλη την αναγνώριση του δικαιώματος προστασίας των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που απέρρεε από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Οι ρωσικές δυνάμεις, όταν δεν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις τους, κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενώ ο ρωσικός στόλος, υπό την διοίκηση του ναυάρχου Νακίμωφ, κατέστρεψε εντελώς τον οθωμανικό. Το Φεβρουάριο η Αγγλία και η Γαλλία υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον Μάρτιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Στις 12 Μαΐου 1854, γαλλικό στράτευμα, από 3.000 άνδρες, αποβιβάστηκε και κατέλαβε τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Ο Όθωνας αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να διακηρύξει ουδετερότητα. Επιβλήθηκε Κυβέρνηση φιλική προς την Αγγλία και την Γαλλία, με Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το «Υπουργείο της κατοχής», όπως το ονόμαζαν οι σύγχρονοι. [59] Ο Άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντέικιν χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση του Μαυροκορδάτου «δικτατορική». [60]

Ο αθηναϊκός λαός, όμως, αγανακτούσε για την παρουσία και την συμπεριφορά των ξένων στρατευμάτων. Το γεγονός, ιδιαίτερα, που έκανε αφόρητη την παρουσία των στρατευμάτων ήταν η επιδημία χολέρας, που μετέφεραν τα γαλλικά  στρατεύματα από την Βάρνα. Κατά το ξέσπασμα της επιδημίας, πέθαναν 3.000 κάτοικοι της πρωτεύουσας, το ένα δέκατο του πληθυσμού της Αθήνας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1855, παραιτήθηκε η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έκτοτε αποχώρησε οριστικά από την ενεργό πολιτική σκηνή. Στη νέα κυβέρνηση, Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Δημήτριος Βούλγαρης. Τα στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την Ελλάδα, στις 15 Φεβρουαρίου 1857.[61]

Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε καταλυτική επίδραση στην εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Εξαιτίας της ξένης κατοχής και της συμπεριφοράς των συμμαχικών στρατευμάτων, ο ελληνικός λαός έχασε κάθε εμπιστοσύνη στις Μεγάλες Δυνάμεις και πλέον δεν εξαρτούσε την πρόοδο του έθνους και την πραγμάτωση των επιδιώξεών του από την βοήθεια της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. [62]   

Συμπεράσματα

 

Οι αρχηγοί των ξενικών κομμάτων δεν λειτουργούσαν ως πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές συγκρούστηκαν με τις κυβερνήσεις των χωρών που συμπαθούσαν. Ο Μαυροκορδάτος διατύπωνε την εξής άποψη: «είμαστε Έλληνες και όχι Ρώσοι, Άγγλοι ή Γάλλοι». Επίσης, τα γαλλικά στρατεύματα αντιτάχθηκαν στα ρουμελιώτικα σώματα του αρχηγού του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννη Κωλέττη. [63] Ο Hering υποστηρίζει ότι τα ξενικά κόμματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κόμματα προσωπικοτήτων, γιατί αρχηγοί τους γίνονταν ακόμη και αμόρφωτοι αγωνιστές, ούτε κόμματα ενσωμάτωσης μαζών. [64] Και συνεχίζει χαρακτηρίζοντας τα κόμματα «συνδυασμό απολίθωσης ορισμένων παραδόσεων», όπως η Ορθοδοξία, και επιθυμίας ταχύρρυθμου εξευρωπαϊσμού. Κοινές θέσεις και των τριών κομμάτων μπορούμε να θεωρήσουμε: α) την επιθυμία για παραχώρηση συντάγματος, β) την απόδοση αξιωμάτων σε Έλληνες – όχι στους Βαυαρούς- και γ) την υποστήριξη του αλυτρωτισμού και της απελευθέρωσης των ομογενών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. [65] Τα κόμματα είχαν πολύ καλά δομημένη τοπική οργάνωση, αν συγκρίνουμε με το γεγονός ότι στην Αγγλία κομματικές οργανώσεις ιδρύθηκαν μόλις το 1860.

Συνολικά, η πολιτική δράση των λεγόμενων ξενικών κομμάτων είχε τόσο θετικές, όσο και αρνητικές συνέπειες. Αυτή την πολιτική περίοδο, κατά πρώτον, επιτεύχθηκε η παραχώρηση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας. Και, κατά δεύτερον, τέθηκαν οι βάσεις για την ανάληψη της εξουσίας από Έλληνες πολιτικούς και όχι από ξένους. Αρνητικό στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί η συνεχής παρέμβαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική με τις διχαστικές συνέπειες που αυτή συνεπαγόταν. Η πολιτική δράση των ξενικών κομμάτων θα σταματήσει ουσιαστικά μετά την λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου και την ξενική κατοχή που την ακολούθησε.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα 1977, 27. Επίσης, J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, 70.

[2] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 144.

[3] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 29. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμ. Α΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008, 26. Ο Παπαρηγόπουλος ισχυρίζεται ότι η επιθυμία για συνταγματικές ελευθερίες ήταν απολύτως ξένη στη συνείδηση του έθνους. Απέδιδε την πίεση για παραχώρηση συντάγματος σε συνωμοσία της βρετανικής διπλωματίας. Ο δε Καρολίδης παρουσιάζει τον κοινοβουλευτισμό ως τον κύριο εχθρό του έθνους, για το οποίο βλ. ό.π., 28.

[4] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 163. Ο εμφύλιος που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια φανάτισε τους οπαδούς του «γαλλικού» και του «αγγλικού» κόμματος, με αποτέλεσμα να διασπασθεί η συνταγματική παράταξη.

[5] Αν και χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την ύπαρξη πελατειακών σχέσεων στο «αγγλικό» κόμμα ο γάμος του Σπυρίδωνα Τρικούπη με την αδελφή του Μαυροκορδάτου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να στηρίξει την υπόθεση ότι το κόμμα στηριζόταν στο πελατειακό σύστημα, καθώς αυτή είναι μία μεμονωμένη περίπτωση. Βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 105.

[6] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 168. Επίσης, το «γαλλικό» κόμμα ήταν σύμπραξη πολλών τοπικών αρχόντων και δεν είχε τόσο μεγάλη συνοχή, όπως το «αγγλικό».

[7] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 118.

[8] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 34-35.

[9] Ο Μάουρερ υποστήριζε ότι όπως οι Έλληνες τον 14ο και 15ο αιώνα έφεραν την ελληνική σοφία στην Ευρώπη, έτσι τώρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να επαναφέρουν το φως στην πατρίδα του από την οποία είχε εκλείψει τόσο καιρό, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 194-195.

[10] Το 1834 είχαν έρθει στην Ελλάδα 5.000 Βαυαροί στρατιωτικοί και όλοι οι διοικητές ήταν ξένοι. Αντίθετα στο ναυτικό δεν τοποθετήθηκαν ξένοι, για το οποίο βλ. ό.π., 196.

[11] Ο Κωλέττης είχε στόχο, εκείνη την περίοδο, την εκδίωξη των Βαυαρών και την παραχώρηση Συντάγματος, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 218.

[12] Η Αντιβασιλεία μεροληπτούσε κατά του «ρωσικού» κόμματος, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 235.

[13] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, Εστία, Αθήνα 2014, 54.

[14] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[15] Πολλοί Έλληνες πίστευαν τότε ότι πίσω από την μυστηριώδη ανώτατη αρχή της Φιλικής Εταιρείας βρισκόταν ο τσάρος της Ρωσίας, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 222.

[16] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 238.

[18] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46-47.

[19] ό.π., 48-49.

[20] ό.π., 51. Το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα είχαν κοινό μέτωπο κατά της Αντιβασιλείας, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 241.

[21] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 58-59.

[22] Ο Άρμανσμπεργκ είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας για τρεις λόγους: α) απολάμβανε την εμπιστοσύνη της Ευρώπης β) είχε άριστη γνώση των ελληνικών πραγμάτων και γ) είχε αναμφισβήτητα διοικητικά προσόντα. Βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 267.

[23] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 64.

[24] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 293.

[25] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 65. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 304-305.

[26] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 67.

[27] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843). Ο Όθωνας τη δεύτερη ημέρα της άφιξης του στην Ελλάδα απέλυσε τον Άρμανσμπεργκ. Ο Ρούντχαρντ σε επιστολή του στον Μέττερνιχ, τον Σεπτέμβριο του 1837, υποδεικνύει ότι ο Όθωνας δεν πρέπει να παραχωρήσει σύνταγμα, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 315.

[28] Ο Ρούντχαρντ είχε υποβάλει στον Όθωνα δύο αιτήσεις παραίτησης, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 195-196. Ο Ρούντχαρντ είχε την υποστήριξη της Ρωσίας και την αντιπάθεια της Αγγλίας, εξαιτίας της αντικατάστασης του Άρμανσμπεργκ, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 312. Η Αγγλία παρουσίαζε τον Ρούντχαρντ δημιούργημα αυστρορωσικής διπλωματίας, για το οποίο βλ. ό.π., 335.

[29] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989, 117.

[30] Ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον πατέρα του, τον Ιανουάριο του 1840, χαρακτηρίζει το «αγγλικό» και «γαλλικό» κόμμα ως «ελευθεριοκαπήλους», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 313. Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 72-73.

[31] Το «ρωσικό» κόμμα χαρακτηριζόταν για την δυσπιστία προς την Δύση. Οπαδοί του ήταν, εκείνη την εποχή, ακτήμονες, αγωνιστές, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, χαμηλόβαθμοι δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί και μοναχοί,  G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 225.  Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 73-74.

[32] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 328. Ο Οικονόμος είχε έρθει από την Ρωσία το 1834.

[33] ό.π., 334.

[34] Ο Μαυροκορδάτος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε πρώτα να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί εσωτερικά και ύστερα να επιδιώξει εδαφική επέκταση. Το «αγγλικό» κόμμα πρέσβευε το αντιπροσωπευτικό σύστημα, τη διάκριση των εξουσιών και την παραχώρηση συντάγματος. Ο Hering χαρακτηρίζει τις θέσεις του «αγγλικού» κόμματος ρεαλιστικές, στο G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ό.π., 199-200.

[35] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 532.

[36] ό.π., 531.

[37] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 86.

[38] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 551. Η Γαλλία στην Ελλάδα δεν συμμετείχε στους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά ασκούσε άμεσο έλεγχο μέσω του Regny, για το οποίο βλ. ό.π., 557.

[39] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 88.

[40] ό.π., 89.

[41] ό.π., 90.

[42] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 107.

[43] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 105.

[44] Οι ψηφοφόροι έγραφαν σε ένα χαρτί, εν είδει ψηφοδελτίου, τα ονόματα των βουλευτών, τους οποίους ψήφιζαν. Στο ίδιο χαρτί μπορούσαν να γράψουν ονόματα υποψηφίων από διάφορα κόμματα, εφόσον δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια των κομμάτων. Άλλωστε η έννοια «κόμμα» δεν υπήρχε ούτε στο Σύνταγμα ούτε στον εκλογικό Νόμο, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 263-264.

[45] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 119.

[46] Η βασίλισσα Αμαλία έλεγε για τον Κωλέττη: «δεν μπορεί να παραδεχθεί κανείς ότι είναι πολύ συνταγματικός», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 294.

[47] Ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη για πλουτισμό στον Όθωνα χωρίς να μπορεί να το αποδείξει, στο Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 141. Ο Hering θεωρεί την κατηγορία αυτή άκριτη, καθώς, μετά τον θάνατο του Κωλέττη, χρειάστηκε νόμος για να σβηστούν τα χρέη του, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 220 υποσ. 87.

[48] Το «γαλλικό» κόμμα στόχο είχε την συνέχιση του αγώνα κατά των Τούρκων, δικαιοσύνη για τους αγωνιστές και διανομή γης στους αγωνιστές. Οι οπαδοί του εξέφραζαν την αντίθεσή τους στους Φαναριώτες και στους διανοούμενους, ενώ οι μάχιμοι αγωνιστές του αρνούνταν να ενταχθούν στον τακτικό στρατό, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 209.

[49] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Πάπυρος, Αθήνα 1966, 214.

[50] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 144. Ο Μακρυγιάννης ονομάζει σκωπτικά τον Κωλέττη «γκενεράλ Κωλέτη».

[51] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 220.

[52] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 160.

[53] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 135.

[54] ό.π., 137-139. Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 226-227.

[55] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 140.

[56] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 231.

[57] Μ. Λάσκαρις, Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1978, 107-109. Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 143.

[58] Ο Κολιόπουλος θεωρεί βασικά αιτίες του πολέμου την προκλητική ρωσική πολιτική, που δεν άφηνε περιθώρια οπισθοχωρήσεως στους αντιπάλους της, καθώς και την αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να ακολουθήσει σταθερή πολιτική αντιστεκόμενη στην πίεση της κοινής της γνώμης εντός της Αγγλίας, για το οποίο βλ. Ι. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, 195.

[59] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 148.

[60] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), 136.

[61] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 167.

[62] 62 ό.π..

[63] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 267.

[64] ό.π., 268-269.

[65] ό.π., 272, 274.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Διαμαντούρος, Νικηφόρος (1977), «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης (1993), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
  • Λάσκαρις, Μιχαήλ (1978), Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης (2014), Απομνημονεύματα, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Εστία.
  • Μαρκεζίνης, Σπυρίδων (1966), Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Αθήνα: Πάπυρος.
  • Παπαδόπουλος, Στέφανος (1977), «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Πετρόπουλος, Ιωάννης & Κουμαριανού, Αικατερίνη (1977) «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Dakin, Douglas (1989), Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Hering, Gunnar (2008), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Petropulos, John (1997), Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

 

Τηλέμαχος Καλομοίρης,

Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός

Σύλλογος Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺν Ἀθηνᾷ».

Τί δεῖ τὸ κύριον εἶναι τῆς πόλεως; (Ἀριστ. Πολ.)

Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας, Καβάλα, Αύγουστος 2018.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573) – Κώστας Τσικνάκης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Πορτραίτο του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄, γνωστού και ως Κάρολου Κουίντου (1500-1558), έργο του Tiziano Vecelli το 1550, Kunsthistorisches Museum Vienna.

Στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι. η Πελοπόννησος αποτέλεσε πεδίο αντιπαρά­θεσης των τριών κύριων πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Η σταδιακή διείσδυση σε αυτήν των Τούρκων περιόριζε σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις των Βενετών, που είχαν χάσει τα περισσότερα ερείσματά τους στην περιοχή. Δίπλα στους δύο αυτούς αντιπάλους ήλθε να προστεθεί η Ισπανία. Από το 1515, όταν και ίδρυσε προξενείο στην Κέρκυρα, άρχισε να ενδιαφέρεται για τον ελληνικό χώρο. Ειδικά ως προς τον χώρο της Πελοποννήσου, συζητούσε την πιθανότητα οργάνωσης εκστρατείας εναντίον της. Το όψιμο ενδιαφέρον του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄ για τη χερσόνησο, όπως προέκυψε στην πορεία, εξυπηρετούσε άλλες σκοπιμότητες. Κύριος στόχος του ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις τουρκικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης – Αλγερίου και να αποκτήσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση ανάμεσα στις τρεις δυνάμεις κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540). Το καλοκαίρι του 1540, όταν πλέον η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων έδειχνε αδύνατη, οι Βενετοί ήλθαν σε επαφή με τους Τούρκους και αποδέχτηκαν την υπογραφή συνθήκης ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκαν εντολές στις βενετικές αρχές του Ναυπλίου να ενημερώσουν τους κατοίκους του πως σύντομα θα παρέδιδαν την πολιορκούμενη πόλη. Εκείνοι, αντιδρώντας σε μια τέτοια προοπτική, ειδοποίησαν τον Κάρολο Ε΄ να στείλει γρήγορα δυνάμεις για να του παραδώσουν την πόλη.

Η ισπανική πλευρά, αντιμετωπίζοντας θετικά την υπόθεση, κινήθηκε γρήγορα. Ο επικεφαλής του στόλου Andrea Doria κατευθύνθηκε προς το Ιόνιο, ώστε να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και να είναι έτοιμος να παρέμβει. Παράλληλα, ο αντιβασιλιάς της Σικελίας Ferrante Gonzaga έστειλε στο Ναύπλιο τον αξιωματικό του ισπανικού στρατού Πέτρο Σέκουλα. Ο τελευταίος, που καταγόταν από το Ναύπλιο, είχε εντολή να έλθει σε επαφή με τους συμπατριώτες του και να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο δράσης τους. Όλα τα παραπάνω γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της Βενετίας, που αντέδρασε μεθοδικά. Αφού διαμαρτυρήθηκε προς τον Κάρολο Ε΄ για τις ισπανικές κινήσεις στο Ιόνιο, φρόντισε να στείλει δικό της στόλο στην περιοχή για τον έλεγχο της κατάστασης. Με αξιωματούχους της, που ήλθαν στον Ναύπλιο, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους για την ανάγκη παράδοσης της πόλης στους Τούρκους. Τέλος, ειδοποίησαν τους Τούρκους για την επικείμενη άφιξη του Πέτρου Σέκουλα. Έτσι, μόλις έφθασε αυτός στον ελληνικό χώρο μαζί με συνεργάτες του, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν.

Με την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, στις 21 και 23 Νοεμβρίου 1540 αντίστοιχα, όλη πλέον η Πελοπόννησος είχε περιέλθει κάτω από την εξουσία των Τούρκων. Οι όποιες ελπίδες υπήρχαν για τον έλεγχό της, τόσο από τη Βενετία όσο και από την Ισπανία, εξανεμίστηκαν. Έτσι, τερματιζόταν η εκκρεμότητα που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια ως προς το μέλλον της χερσονήσου. Οι δύο νέες κτήσεις εντάχθηκαν σταδιακά στο υφιστάμενο διοικητικό σύστημα των νέων κυριάρχων και πολύ γρήγορα η ζωή σε αυτές επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, με πρεσβεία που έστειλαν κάτοικοι της πόλης προς τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Α΄, ζήτησαν την ανασύσταση της μητρόπολής τους. Το αίτημά τους έγινε αμέσως δεκτό. Στη θέση του μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, με έδρα το Ναύπλιο, το­ποθετήθηκε το 1541 ο Δωρόθεος. Το 1576, όπως σημείωνε ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς στο Οδοιπορικόν του, ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε ιερείς 150 και οσπίτια χιλιάδας τέσσαρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο στρατηγικής σημασίας χώρος της Πελοποννήσου εξακολουθούσε να απασχολεί τη Βενετία. Η επανακατάληψή του, στο πλαίσιο των γενικότερων ανακατατάξεων που επρόκειτο να συμβούν στην ευ­ρύτερη περιοχή, αποτελούσε μία από τις ανομολόγητες προτεραιότητές της.

Κι ενώ όλα έδειχναν πως η Ισπανία στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ είχε αποσύρει το ενδιαφέρον της ως προς την ανατολική Μεσόγειο, η διεθνής συγκυρία την υποχρέωσε να αλλάξει στάση. Η συνεχιζόμενη εξάπλωση των Τούρκων στη βόρεια Αφρική και η επανάσταση των κρυπτομουσουλμάνων (moriscos) στην Ανδαλουσία, το 1568, προβλημάτισαν τον Φίλιππο Β΄. Αυτές θεωρήθηκαν εξελίξεις που μπορούσαν μελλοντικά να θέσουν σε αμφισβήτηση τη θέση του και για τον λόγο αυτό έπρεπε να τύχουν δυναμικής απάντησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναζητά τρόπους προκειμένου να διεισδύσει ξανά στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Απώτερος στόχος του η δημιουργία κλίματος έντασης στην περιοχή, γεγονός που θα υποχρέωνε τους Τούρκους να έλθουν μαζί του σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον συνολικά της Μεσογείου.

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος της Ισπανίας για τον ελληνικό χώρο ανησύχησε τη Βενετία. Σε έναν χώρο στον οποίο παραδοσιακά ασκούσε μεγάλη επιρροή, προστέθηκε ξανά ένας ακόμη ισχυρός αντίπαλος, γεγονός που άλλαζε τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της Δύσης έλαβε μεγάλες διαστάσεις στις παραμονές του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Είναι η περίοδος κατά την οποία στην ελληνική χερσόνησο περιοδεύουν διάφοροι μυστικοί πράκτορές τους. Οι κινήσεις όλων αυτών των προσώπων μοιάζουν. Κινούμενα προσεκτικά, συλλέγουν πληροφορίες για τις αμυντικές δυνατότητες των φρουρίων της, εντοπίζουν ατέλειες και επιδιώκουν να εντάξουν ισχυρούς τοπικούς παράγοντες στα συνωμοτικά σχέδια που επεξεργάζονταν. Προκειμένου να τους προσεταιριστούν, δεν δι­στάζουν να τους δίνουν υποσχέσεις για μελλοντική αποκατάστασή τους.

Επίκεντρο όλων σχεδόν των πρωτοβουλιών που εκδηλώνονται τόσο από τη βενετική όσο και από την ισπανική πλευρά, ήταν η Πελοπόννησος. Ως πρώτο βήμα, και από τις δύο πλευρές, εξεταζόταν η δυνατότητα οργάνωσης στην περιοχή επαναστατικών κινήσεων, με στόχο την απελευθέρωσή της. Σημαντική θέση, στο πλαίσιο της συνολικότερης εξέγερσης, κατείχε η κατάληψη του Ναυπλίου, το οποίο αποτελούσε, άλλωστε, το κέντρο της Πελοποννήσου.

Από τα σχέδια που υποβλήθηκαν εκείνη την περίοδο προς τις ισπανικές αρχές και σχετίζονται με την Πελοπόννησο, ξεχωρίζουν τρία: το πρώτο κατα­τέθηκε στις αρχές της άνοιξης του 1569 από τον διοικητή των «στρατιωτών» του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας Πέτρο Μενάγια. Για την πατρότητα του δεύτερου σχεδίου, το οποίο υποβλήθηκε το φθινόπωρο του 1569, φιλο­νικούσαν ο Iωάννης Bάρελης και ο Ιωάννης Ακκίδας, που κατάγονταν από οικογένειες κωδικογράφων και εμπόρων ελληνικών χειρογράφων, και είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Το τρίτο συνωμοτικό σχέδιο κατατέθηκε τον Ιούνιο του 1570. Εμπνευστής του ήταν ο Γεώργιος Μειζότερος από την Τριπολιτσά, που είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια σε στρατιωτικές ομάδες τόσο της Βενετίας όσο και της Ισπανίας ως διοικητής Ελλήνων «στρατιωτών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα από τα σχέδια, εκείνο του Πέτρου Μενάγια, υπήρχε πρόχειρο σκαρίφημα της Πελοποννήσου, στο οποίο σημειώνονταν τα μεγάλα στρατιωτικά κέντρα των Τούρκων στη χερσόνησο.

Και στα τρία σχέδια που υποβλήθηκαν, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις προέβλεπαν την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, ανάλογα με τον εμπνευστή του, ως προς τις περιοχές που θα εκδηλώνονταν οι επαναστατικές κινήσεις. Σε εκείνο του Πέτρου Μενάγια, που καταγόταν από τα Πυργιά Κυπαρισσίας, το επίκεντρο τοποθετούνταν στην περιοχή της Μεσσηνίας, στο σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα στη βόρεια Πελοπόννησο και στο σχέδιο του Γ. Μειζότερου, που καταγόταν από την Τριπολιτσά, στην κεντρική Πελοπόννησο.

Το Ναύπλιο, σύμφωνα με το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, συμπεριλαμβανόταν στις πόλεις που ήταν απαραίτητο να καταλη­φθούν. Το ισχυρό φρούριό του, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συλλέξει ο Πέτρος Μενάγιας, προστάτευαν τότε 600 άνδρες. Δεν αναφέρονται πληροφορίες, ωστόσο, για συνωμοτικές κινήσεις που οργανώνονταν στην πόλη. Για την επιτυχία των σχεδίων προβλεπόταν η συμμετοχή στις επιχειρήσεις ομάδων «στρατιωτών» που υπηρετούσαν σε μονάδες του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας και της Ιταλίας. Η πίεση των συγκεκριμένων ομάδων για την ανάληψη δράσης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, υπήρξε καθοριστική.

Σε μια προσπάθεια των μυστικών πρακτόρων να δελεάσουν την ισπανική πλευρά και να υιοθετήσει τα σχέδιά τους, εκθείαζαν τη σημασία που είχε η Πελοπόννησος στον χώρο της Ανατολής. Οι προτάσεις τους προκάλεσαν αρχικά το ενδιαφέρον της ισπανικής πλευράς. Εκείνη, ωστόσο, με εξαίρεση το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, που φαινόταν πιο πρακτικό, δεν έδωσε συνέχεια στις υποθέσεις. Αυτό οφειλόταν στη μεγάλη έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα τεράστια έξοδα που απαιτούνταν να γίνουν, ώστε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα.

Όλες οι παραπάνω κινήσεις ήταν σε γνώση της Βενετίας, που ψύχραιμα παρακολουθούσε τις εξελίξεις και αναζητούσε τρόπους αντίδρασης στην ισπανική διείσδυση στον ελληνικό χώρο. Η θέση της, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά δυσμενής, καθώς έπρεπε να δραστηριοποιηθεί με μεγάλη μυστικότητα, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στις διπλωματικές σχέσεις της με τους Τούρκους. Η ευκαιρία που περίμενε για την εντονότερη δραστηριοποίησή της δεν άργησε να δοθεί.

Με την έναρξη του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου, την άνοιξη του 1570, το σκηνικό άλλαξε. Απέναντι στην τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου κρίθηκε σκόπιμο, παράλληλα με την αντιμετώπισή της σε στρατιωτικό επίπεδο, να οργανωθούν επαναστατικές κινήσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτές θα δημιουργούσαν σύγχυση στον αντίπαλο και θα τον δυσκόλευαν να εστιάσει την προσοχή του στον βασικό στόχο του. Προς αυτή την κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν αμέσως διάφοροι μυστικοί πράκτορες, με θεαματικά αποτελέ­σματα. Κάθε πληροφορία για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων ήταν πολύτιμη.

Το κρίσιμο εκείνο διάστημα η συμβολή του ελληνικού παράγοντα της πόλης υπήρξε καθοριστική. Η κινητοποίηση που εκδηλώθηκε στους κόλπους της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας, μόλις έγινε αντιληπτή η βενετική πρόθεση για ανάληψη στρατιωτικής δράσης στον ελληνικό χώρο, υπήρξε έντονη.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρθηκαν όσα μέλη της Αδελφότητας κατάγονταν από το Ναύπλιο. Με νωπές ακόμα στο μυαλό τους τις μνήμες της γενέθλιας πόλης θεώρησαν πως ανοίγονταν κάποιες ελπίδες για την κατάληψή της. Ανάμεσά τους ήταν και ο λόγιος Γρηγόριος Μαλαξός, που πρότεινε την υποκίνηση επαναστατικής κίνησης στον ελληνικό χώρο, την οποία θα ενίσχυε ο οικουμενικός πατριάρχης Μητροφάνης Γ΄.

Αποδέκτης του προβληματισμού που αναπτυσσόταν τότε, ήταν και ένα πρόσωπο που γνώριζε καλά τον ελληνικό χώρο. Πρόκειται για τον Ναυπλιώτη λόγιο Ανδρέα Λονδάνο, απόφοιτο του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και ιππότη του Τάγματος του Αγίου Στεφάνου της Τοσκάνης. Είχε παντρευτεί την Ιζαμπέτα, κόρη του επίσης Ναυπλιώτη πλούσιου εμπόρου και πλοιοκτήτη Ανδρόνικου Κουβλή του Κανάκη, και διέθετε μεγάλο κύρος στους βενετικούς κύκλους.

Την άνοιξη του 1570 αναζήτησε τρόπους για την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να κινηθούν οι βενετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, και δεν άργησε να συγκεκριμενοποιήσει τις προτάσεις του. Έτσι, στις 7 Ιουνίου εμφανίστηκε στους επικεφαλής του Συμβουλίου των Δέκα (capi del Consiglio dei Dieci) και υπέβαλε δύο προτάσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Σε αυτές, υποστήριζε, θα συμμετείχε ενεργά ο ντόπιος πληθυσμός, σύμφωνα με έγγραφες διαβεβαιώσεις που είχε από κατοίκους της Αλβανίας, της Χιμάρας και της Μάνης…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Επαμφοτερισμοί της κυριάρχου στο κράτος της θάλασσας – Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη Βενετοκρατία (1388-1540) – Μαρίνα Κουμανούδη, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Τον Δεκέμβριο του 1388 η Βενετία προσάρτησε το Άργος και το Ναύπλιο στον κορμό του θαλάσσιου κράτους της, αγοράζοντας τα δικαιώματα της χω­ροδεσποτείας από την τελευταία κυρίαρχο, τη νεαρή Μαρία d’Enghien, χήρα του Βενετού Pietro Cornaro. Πριν προλάβει όμως να αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πόλεων, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, με τη βοήθεια του πεθερού του Nerio Acciauioli, επιτέθηκε στην Αργολίδα, κατέ­λαβε το Άργος και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι ενέργειες του δεσπότη περιέπλεξαν τη διαδικασία της προσάρτησης, ανατρέποντας μοιραία τα σχέδια της Βενετίας για την οργάνωση της νέας κτήσης. Παρά ταύτα, ήδη από τις αρχές του επόμενου έτους, η βενετική κυβέρνηση έλαβε πρόνοια για την εγκαθί­δρυση διοικητικού μηχανισμού και για την οργάνωση της άμυνας των δύο πόλεων, όταν αυτές θα επανέρχονταν στον έλεγχό της.

Η οργάνωση, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης στο Ναύπλιο από την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας (τέλη 14ου αι.) έως την τουρκική κατάκτηση (1540) έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων με ποικίλες οπτικές αλλά και ειδικών μελετών με αντικείμενο την ιστορία της περιοχής, για την οποία υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον τα τελευταία χρό­νια. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί, καθώς διαφορετικές αναγνώσεις των ήδη μελετημένων πηγών, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση πρόσθετων μαρτυριών, οδηγούν σε αναθεώρηση πολλών από τα εγνωσμένα. Υπό το πρίσμα αφενός των νέων στοιχείων και αφετέρου της νέας βιβλιογραφίας για την οργάνωση της διοίκησης στη βενετική επικράτεια, στην παρούσα μελέτη επανεξετάζεται η διοικητική πολιτική της Βενετίας στην περιοχή και επιχειρείται η τοποθέτηση των εξελίξεων στη σωστή ιστορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για οικονομία χώρου, εκτός από έναν, αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις, «διάλογο» με τις νεότερες μελέτες που πραγματεύονται ζητήματα της διοικητικής ιστορίας του Ναυπλίου, δεν θα γίνει περαιτέρω εμβάθυνση στις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και θέσεων.

Ο Antonio Venier (1330-1400) ήταν ο 62ος Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας (1382 – 23 Νοεμβρίου 1400).

Εν μέσω συγκεχυμένων πληροφοριών, στις 26 Ιανουαρίου του 1389 η Σύγκλητος αποφάσισε να αποστείλει εκτάκτως στην περιοχή έναν προνοητή (provisor pro factis Argos et Neapolis), δηλαδή έναν αξιωματούχο με αυξημένες πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση και, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του βενετικού στόλου και τους διοικητές της Μεθώνης και της Κορώνης, να αναλάβει διπλωματική δράση για την επίλυση της κρίσης. Την ίδια μέρα, η διευρυμένη Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση αυτή τον Βενετό ευγενή Perazzo Malipier, ο οποίος παρέλαβε την Εντολή του (Comissio) από τον δόγη Antonio Venier στις 18 Φεβρουαρίου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πελοπόννησο.

Λόγω της ρευστότητας της κατάστασης και της ελλιπούς πληροφόρησης της βενετικής κυβέρνησης, η Εντολή του Malipier περιείχε διαφορετικές οδηγίες για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει στο πλαίσιο της αποστολής του, ανάλογα με τις ποικίλες πιθανές εκδοχές της έκβασης των πραγμάτων.

Έτσι, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι, στην περίπτωση που η Βενετία αποκτούσε τον έλεγχο του Άργους ή του Ναυπλίου ή και των δύο πόλεων, ο Malipier θα παρέμενε στη μία από αυτές ως προνοητής, αναλαμβάνοντας και αρμοδιότητες τοπικού διοικητή, εκτός δηλαδή από τα διπλωματικά του καθήκοντα θα είχε και την ευθύνη της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και δικαστικές, επίσης, εξουσίες στην πόλη.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής της Βενετίας στην περιοχή, την οποία καλούνταν να εφαρμόσει ο Malipier, ήταν η εύρυθμη και αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων του δημοσίου, η απόδοση ορθής δικαιοσύνης και η διασφάλιση της άμυνας με στόχο την εδραίωση και διατήρηση της κυριαρχίας της. Σε θέματα δημοσιονομικά τον προνοητή θα πλαισίωνε ένας αξιόπιστος, έντιμος και ικανός οικονομικός αξιωματούχος της δικής του επιλογής και, για την καλύτερη υποστήριξη γενικά του διοικητικού του έργου, στην ακολουθία του, την οποία αποτελούσαν ένας νοτάριος και τρεις υπηρέτες (famuli), θα προστίθεντο ένας βοηθητικός υπάλληλος (socius) και ένας ακόμα υπηρέτης. Ως δικαστής όφειλε να αποφασίζει με γνώμονα τις χριστιανικές επιταγές της δικαιοσύνης και την τιμή του βενετικού κράτους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποιο θα ήταν το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Σε ό,τι αφορούσε την οργάνωση της άμυνας, οι διοικήσεις της Κορώνης και της Μεθώνης, που ήταν οι πλη­σιέστερες γεωγραφικά, είχαν λάβει εντολή να βρίσκονται σε ετοιμότητα για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας· την ίδια εντολή είχαν λάβει αντιστοίχως και οι διοικήσεις της Εύβοιας και της Κρήτης, μαζί με τον βενετικό στόλο για την παροχή της απαιτούμενης ναυτικής υποστήριξης. Επίσης, προβλεπόταν το ποσό των 600 δουκάτων για επισκευές σε οχυρώσεις και για άλλες επεί­γουσες ανάγκες.

Παρότι οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου διά του εκπροσώπου τους Giovanni Gradenigo είχαν ζητήσει οικειοθελώς να υπαχθούν στο βενετικό κράτος, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, λόγω της έλλειψης επαρκών πληροφοριών, κατά πόσο ήταν ουσιαστική η ταύτισή τους με τη νέα κυρίαρχο.

Οι οδηγίες που έλαβε ο προνοητής, καθιστούν σαφές ότι η βενετική κυβέρνηση θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση των κυριαρχικών της στόχων τη διαρκή συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πίστη του εγχώριου πληθυσμού δεν ήταν δεδομένη. Στην κατεύθυνση της επίτευξης συναίνεσης ο προνοητής όφειλε, βάσει της Εντολής του, με τον λόγο που θα εκφωνούσε κατά την είσοδό του στην πόλη, να παροτρύνει τους κατοίκους να παραμείνουν πιστοί στη νέα κυρίαρχο, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα προστασία. Επίσης, είχε οδηγία να κινηθεί αυστηρά εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου σε θέματα δη­μοσιονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο προφανώς των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Βενετία για τον σεβασμό των τοπικών συνηθειών. Τέλος, ήταν υποχρεωμένος να κρατά ενήμερες τις μητροπολιτικές αρχές για κάθε πράξη και απόφασή του, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του βενετικού κράτους, για την αποτροπή αυθαιρεσιών και οικονομικών σκανδάλων που θα είχαν δη­μοσιονομικό κόστος και θα διατάρασσαν την κοινωνική ομαλότητα…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Μαρίνας Κουμανούδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)


 

Ο ένατος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων περιλαμβάνει τα πρακτικά του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο, το 2015, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους, το τέλος της βενετοκρατίας και γενικότερα της παρουσίας δυτικών κυριάρχων στην Πελοπόννησο.

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά(επ. επιμ.) Ευτυχία Λιάτα. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2016), έκδ. Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ι. Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2017.

 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Περιεχόμενα τόμου

 

  • Ευτυχία Δ. Λιάτα, Από την πρώτη στη δεύτερη βενετοκρατία: επισημάνσεις, σ. 29-40.
  • Μαρίνα Κουμανούδη, Επαμφοτερισμοί της Κυριάρχου στο Κράτος της Θάλασσας. Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540),  σ. 41-82.
  • Αγγελική Τζαβάρα, Αρχειακές μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου (14ος-15ος αι.), σ. 83-100.
  • Κατερίνα Β. Κορρέ, Η Napoli di Romania των stradioti (15ος-16ος αι.): πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα, σ. 101-118.
  • Χρήστος Τσενές, Οι Greghesche του 16ου αι., σ. 119-122.
  • Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715), σ. 125-144.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας, σ. 145-154.
  • Κώστας Τσικνάκης, Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573), σ. 155-175.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Λόγιοι και χρονογράφοι, σ. 179-210.
  • Σωτήρης Κουτμάνης, Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος ‒ αρχές 18ου αι.). Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία, σ. 211-219.
  • Σπύρος Θ. Τακτικός, Η υπηρεσία της Δημόσιας Σιταποθήκης στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 223-236.
  • Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακοί θεσμοί στο βενετικό Ναύπλιο, σ. 237-256.
  • Αλέξης Μάλλιαρης, Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715), σ. 257-267.
  • Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου. Η Λατινική Αρχιεπισκοπή, σ. 271-286.
  • Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Στοιχεία της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, σ. 287-298.
  • Ιωάννα Στεριώτου, Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος-18ος αι.), σ. 301-312.
  • Αφροδίτη Κούρια, Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα, σ. 313-326.
  • Δημήτριος Χ. Γεωργόπουλος, Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688), σ. 327-330.
  • Αναστασία Βασιλείου, Κεραμική ιταλικών εργαστηρίων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, σ. 331-348.
  • Αγγελική Πανοπούλου, Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 351-370.
  • Μαρία Βελιώτη, Ανταποκρίσεις των Γάλλων Προξένων περί Ναυπλίου (1692-1715)», σ. 371-384.

 

Μπορείτε να διαβάσετε την έκδοση σε μορφή pdf: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »