Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

H πολιορκία της Τριπολιτσάς


 

Στα μέσα Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες αφ’ ότου έφτασε η είδηση της εισόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες, οι κοινοτικοί άρχοντες της Πελοποννήσου, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς, καθώς και οι Μανιάτες αρχηγοί, δραστηριοποιήθηκαν για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στηριγμένοι στο κύρος που διέθεταν και στον εξουσιαστικό έλεγχο που ασκούσαν στις κοινότητες, κινητοποίησαν τις επαρχίες και ανέλαβαν διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκρότησαν δηλαδή σώματα ενόπλων, αποτελούμενα κατά βάση από τους κάπους που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, και προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες και κυρίως στην πολιορκία των οχυρών.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ωστόσο, στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που έκριναν τη στερέωση της Επανάστασης, όπως ήταν οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου), πρωταγωνίστησαν και διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, παλιοί καπομπασήδες και κατά καιρούς κλέφτες. Τέτοιοι ήταν οι Πλαπουταίοι, οι Πετιμεζαίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Σταματελόπουλος κ.ά., με προεξάρχουσα τη φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, και ιδιαίτερα σε πολεμιστές του κύρους του Κολοκοτρώνη, να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες με αυτόνομη πολιτική παρουσία και δύναμη και να διεκδικήσουν κυριαρχικά δικαιώματα στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, πλάι στις παραδοσιακές εξουσιαστικές αυθεντίες του τόπου.

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά

δημιούργησαν νέα δεδομένα

για την εξάπλωση της Επανάστασης

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεών τους, προς την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. Έως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες και οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου τού επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Βέβαια, ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί, περίπου την ίδια εποχή, στην συνέλευση των Καλτεζών (Μάιος), ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα, ιδίως μετά την πρώτη αποτυχημένη μάχη στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου). Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε και από την αναγνώρισή του ως αρχιστράτηγου της Καρύταινας από τους κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους (28 Απριλίου).

Με τις νίκες του στα μέσα Μαΐου πέτυχε την προώθηση των ελληνικών θέσεων εγγύτερα στην Τριπολιτσά, συγκροτώντας ταυτόχρονα το πλέον οργανωμένο στρατόπεδο από όσα έως τότε είχαν συσταθεί στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα, ενώ πριν από τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά τα Ελληνικά στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά βρίσκονταν στα Τρίκορφα, στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι και στα Βέρβαινα, έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι Ελληνικές θέσεις προωθήθηκαν, ύστερα από μικρές νικηφόρες συγκρούσεις, στους Αγίους Θεοδώρους, τον Άγιο Βλάση, στην Επάνω Χρέπα, στο Στενό και τις Ρίζες, ενώ δημιουργήθηκαν νέες οχυρές θέσεις στον Θάνα και την Αγία Παρασκευή.

Έκτοτε, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε περισσότερο ασφυκτική, ιδίως μετά και την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις αρχές Ιουλίου, οπότε και καταλήφθηκαν εγγύτερες θέσεις προς την πόλη και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων χωρίστηκε σε τέσσερα σώματα με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Μαυρομιχάλη και Γιατράκο. Σημαντική, από επιχειρησιακής πλευράς, ήταν και η δημιουργία της περίφημης Γράνας (τάφρου) έξω από την Τριπολιτσά, ώστε να εμποδιστούν οι έξοδοι Οθωμανικών αποσπασμάτων για την προμήθεια εφοδίων, που κι αυτή ιδέα του Κολοκοτρώνη ήταν.

Η νίκη των Ελλήνων στη θέση αυτή (10 Αυγούστου 1821) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας, καθώς οι πολιορκημένοι ουσιαστικά αποκλείστηκαν μέσα στα τείχη. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την κυρίευση της πόλης και κλιμακώθηκαν οι διαπραγματεύσεις, τόσο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους, για τους όρους παράδοσης, όσο και μεταξύ των πολιορκητών, για τη διανομή των λαφύρων.

Ο Κολοκοτρώνης, από το στρατόπεδό του στα Τρίκορφα, που ήταν το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, διηύθυνε με τους ενόπλους του ουσιαστικά αυτός την πολιορκία, παρά το γεγονός ότι ήταν απλώς ο αρχηγός ενός από τα κύρια ένοπλα σώματα γύρω από την Τριπολιτσά και τυπικά βρισκόταν κι αυτός, όπως και οι άλλοι πολεμικοί αρχηγοί, υπό τις διαταγές του Υψηλάντη. Ενδεικτικό ακόμη του κύρους που απολάμβανε ήταν οι χωριστές διαπραγματεύσεις με την Αλβανική φρουρά της πόλης, η συμφωνία στην οποία κατέληξε (18 Σεπτεμβρίου) και, ιδίως, η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η ασφαλής έξοδος μερικών χιλιάδων Αλβανών ενόπλων στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημέρα της άλωσης  κι ενώ η πόλη βρισκόταν στο έλεος των πολιορκητών. [1]

 

Στις απαρχές της Επανάστασης

η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία,

ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή

του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν

 

Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Παπαφλέσσα.

Στην διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και έως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρωναίοι και Πλαπουταίοι, ο επίσης συγγενής του Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Παναγιώτης Κεφάλας, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετμεζαίοι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς, που διεκδικούσαν νέους ρόλους στην Επανάσταση, ήταν άνθρωποι δικοί του, τον στήριζαν στις επιλογές του και συνέδεαν μαζί του την προσωπική τους παρουσία και δύναμη. Ταυτόχρονα, όπως και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, αντλούσαν το κύρος τους από τη δύναμη των όπλων που διηύθυναν, από τους ένοπλους Πελοποννήσιους που τους ακολουθούσαν.

Πραγματικά, για πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Βέβαια, στις απαρχές της Επανάστασης η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία [2], ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν. Ωστόσο, οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά μετέβαλαν την κατάσταση, δημιουργώντας στους ανθρώπους αυτούς νέες παραστάσεις όσον αφορά τις καινούργιες προοπτικές και τις δυνατότητες που έφερνε ο πόλεμος εναντίον των Οθωμανών, τους καλλιέργησαν λογής προσδοκίες που τους κινητοποιούσαν, τους έκαναν να ανταποκρίνονται θετικά στα κελεύσματα των οπλαρχηγών, να προσέρχονται και να παραμένουν στα στρατόπεδα, να παίρνουν μέρος άφοβα στις μάχες. Και δεν έχει τόση σημασία τι μπορεί να ήταν αυτό που αναγνώριζε ο καθένας μέσα από τη συμμετοχή του στην πολιορκία, τι ήταν δηλαδή αυτό που τον κινητοποιούσε (το επαναστατικό φρόνημα, η συμμετοχή στα λάφυρα, η εκδίκηση ή η απελπισία), όσο το γεγονός καθ` εαυτό της μαζικής κινητοποίησης και συμμετοχής στον πόλεμο. Το γεγονός ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί έφτιαχναν τον καιρό εκείνο το στρατό της Επανάστασης, μετέτρεπαν τους χωρικούς σε πολεμιστές, οργάνωναν στρατιωτικά την κοινωνία της εποχής, την έκαναν να πιστεύει στον πόλεμο και να μπορεί να τον αναλάβει και τούτο ήταν σημαντικό από μόνο του. Κάπως έτσι, άλλωστε, δεν γίνεται με όλες τις επαναστάσεις;

Έτσι, από τον Απρίλιο του 1821, που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης. Τότε φάνηκε, δηλαδή, ότι η Επανάσταση είχε αρχίσει να γίνεται στρατιωτική υπόθεση, υπόθεση των στρατιωτικών και τούτο σε βάρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και των προυχοντικών οικογενειών που είχαν φτιάξει αυτόν τον θεσμό, είχαν αναλάβει από την αρχή οι ίδιοι τα της Επανάστασης και πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έλεγχαν την εξουσία στη νέα κατάσταση. Για να το πούμε διαφορετικά: Στις νέες συνθήκες του πολέμου, όπου αξιοδοτούνταν τα όπλα και καταξιώνονταν οι φορείς τους, φτιαχνόταν μια νέα κοινωνικοπολιτική αυθεντία, ο Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός, και μια νέα κοινωνικοπολιτική κατηγορία, το «στρατιωτικό» της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να επαναπροσδιοριστούν έκτοτε οι σχέσεις δύναμης και εξουσίας στην επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Η Πελοπόννησος, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, δεν είχε την εμπειρία του πολέμου. Ο γενικευμένος πόλεμος ήταν έξω από τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων του τόπου: Είχε περάσει περισσότερο από αιώνας από τις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715), ενώ ελάχιστοι είχαν ζήσει τις, μικρής άλλωστε κλίμακας, επιχειρήσεις των Ορλοφικών (1770). Οι Πελοποννήσιοι της εποχής λοιπόν δεν είχαν ποτέ τους πολεμήσει. Ακόμη περισσότερο, η πλειονότητα των ραγιάδων δεν ήξερε από όπλα, δεν κατείχε τέτοια και συνεπώς δεν γνώριζε τη χρήση τους.

 

Οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους

μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες

και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας

 

Μάλιστα, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με δέος τις ένοπλες ομάδες των κάπων, οι οποίοι, στην υπηρεσία των ισχυρών κοινοτικών αρχόντων, περιφέρονταν στα χωριά για να επιβλέπουν τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και απόδοσης των προσόδων, αλλά και για να κυνηγήσουν τους κλέφτες και τους κάθε λογής απείθαρχους. Με δέος, επίσης, οι ραγιάδες άκουγαν και διηγούνταν ιστορίες για τους κλέφτες και με φόβο τους αντιμετώπιζαν όσα χωριά βρίσκονταν στο χώρο των δραστηριοτήτων τους. Όλα τούτα, τα κλέφτικα και τα καπιλίκια, η ζωή και η ενασχόληση με τα όπλα γενικότερα, ήταν για τους λίγους, όχι για τους πολλούς. Τούτοι οι τελευταίοι γνώριζαν καλά ότι το παιχνίδι της εξουσίας ανάμεσα στους λογής ενόπλους, τις περισσότερες φορές κατέληγε σε βάρος τους και φρόντιζαν να μένουν μακριά από αυτό. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και το σχέδιο που εξυφαινόταν στους κόλπους της. Έτσι, και παρά την οπωσδήποτε επιτυχημένη προπαγάνδα των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας τον τελευταίο χρόνο πριν από την Επανάσταση, οι πολλοί όχι μόνο δεν ήταν προετοιμασμένοι να ζήσουν σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, αλλά και δεν είχαν καν διανοηθεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να συμβεί στους ίδιους και στον τόπο τους.

Η πραγματικότητα αυτή δέσμευε ασφαλώς το πώς και από ποιους θα ξεσπούσε η Επανάσταση. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1821, τους σχεδιασμούς και τις προετοιμασίες για τον πόλεμο τα είχαν αναλάβει και τα διαχειρίζονταν οι κοινοτικές ιεραρχίες. Οι προύχοντες του τόπου, με τους ενόπλους που είχαν τότε στην υπηρεσία τους, βάλθηκαν να οργανώσουν το «γενικό ξεσηκωμό». Έφτιαξαν έτσι «Οργανισμούς», «Γερουσίες», «Κονσολάτα» και «Εφορείες», με σκοπό να συλλέξουν πολεμικό υλικό και κυρίως να στρατολογήσουν, να συστήσουν στρατόπεδα, με άλλα λόγια να φτιάξουν το στρατό της Επανάστασης. Με την πειθώ ή με τη φοβέρα και την απειλή, μοιράζοντας πραγματοποιήσιμες ή και απατηλές, τις περισσότερες φορές, υποσχέσεις, οι τοπικές αρχηγεσίες επιδόθηκαν στο δύσκολο έργο να μάθουν την κοινωνία της εποχής να ζει σε συνθήκες πολέμου. Για να το πούμε αλλιώς: ηγήθηκαν μιας κίνησης που απέβλεπε στη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας.

 

Σχέδιο της πολιορκίας.

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι ένοπλοι του τόπου, παλιοί κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, βρίσκονταν στην υπηρεσία των μεγάλων προυχοντικών οικογενειών που είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την ευθύνη τής κατά τόπους οργάνωσης και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, διαφορετικά από ό,τι συνέβαινε με τους αρματολούς της Ρούμελης, δεν αποτελούσαν κυριαρχική δύναμη στην Πελοπόννησο, οι επαρχίες της οποίας ελέγχονταν από τους κοτζαμπάσηδες.

Η Πελοπόννησος ήταν «χώρα», δηλαδή ήταν ένας πολιτικά και διοικητικά αυτόνομος και ενοποιημένος κοινωνικός χώρος, καλά οργανωμένος, με ισχυρούς πολιτικούς θεσμούς και ιεραρχίες, τις μεγάλες προυχοντικές οικογένειες, που είχαν πολιτική εμπειρία και οικονομική δύναμη, ασκούσαν εξουσίες και είχαν κύρος και επιρροή στις επαρχίες. Οι προύχοντες εισέπρατταν τις προσόδους των επαρχιών και με τα έσοδα που αποκόμιζαν προσλάμβαναν οπλαρχηγούς και συγκροτούσαν στρατιωτικά σώματα τα οποία έλεγχαν και μισθοδοτούσαν οι ίδιοι.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί, μυημένοι αρκετοί στη Φιλική Εταιρεία, άνθρωποι με πολεμικές δεξιότητες, γνώστες του χώρου και των ανθρώπων του, είχαν λοιπόν τη δυνατότητα και βάλθηκαν εξαρχής, ενεργώντας στην υπηρεσία των προυχόντων, να κινητοποιήσουν, να προετοιμάσουν και να οργανώσουν τις κοινότητες για πόλεμο.

Ωστόσο, καθώς η παρουσία των οπλαρχηγών κρινόταν απαραίτητη, στις νέες συνθήκες του πολέμου, η θέση τους πολύ γρήγορα επρόκειτο να αναβαθμιστεί. Ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, στα στρατόπεδα των επαναστατών και στα πεδία των μαχών, νέες κοινωνικές σχέσεις άρχισαν να καλλιεργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και στους στρατολογημένους αγροτικούς πληθυσμούς, σχέσεις που διέπονταν από τις αξίες και τις αρχές των νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης και δράσης τις οποίες γεννούσαν οι έκτακτες συνθήκες και ανάγκες του πολέμου. Βέβαια, η σύσταση των πρώτων στρατοπέδων ακολουθεί αρχικά μορφές οργάνωσης που προσιδιάζουν σε μια κοινωνία οργανωμένη στη βάση των δεσμών συγγένειας και της τοπικότητας. «Οι Έλληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. (…) Κάθε χωρίον είχε ιδικόν του καπετάνιον, και δεν επαραχώρει εις κανένα άλλον την αρχηγία, ούτε οι γείτονές των ακολούθουν άλλον τινά. Τότε ως επί το πλείστον ήσαν ομάδες συγγενικαί».[3]

Αρχικά, μόνο στους Μανιάτες φαίνεται ότι παραχωρούνταν η αρχηγία, ωστόσο σιγά σιγά άρχισαν να αναγνωρίζονται όσοι διακρίνονταν στη μάχη. Στα στρατόπεδα και τα πεδία του πολέμου οι άνθρωποι μοιράζονταν δυνατές και πρωτόγνωρες εμπειρίες, μάθαιναν να αναμετριούνται με το φόβο και δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Στους χώρους αυτούς, λοιπόν, άρχισαν να αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους και οι άπειροι στον πόλεμο χωρικοί συνδέονταν με σχέσεις πίστης και αφοσίωσης προς τους εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς τους. Αυτοί οι τελευταίοι προσπαθούσαν, και σε ένα βαθμό το κατόρθωναν, με το καλό ή με το άγριο να μετατρέψουν τους φοβισμένους και απείθαρχους χωρικούς σε πολεμιστές:

«Ο Κολοκοτρώνης εις Χρυσοβίτσι είχε συνήθειαν κάθε δύο ημέρας να κατεβάζη τους στρατιώτας κάτω εις τον κάμπον, να βάλλη τους υπασπιστάς του να τους μετρούν, να τους ομιλή και να τους λέγη να κάμουν ανά δύο δύο διάφορα κινήματα με τα ντουφέκια των και πώς να φέρωνται, να τους εμψυχώνη, να τους κάμη να γνωρίζονται και να αγαπώνται και να πονούνται αναμεταξύ των όταν έβλεπεν ο ένας τον άλλον, μάλιστα έσταιναν όπως οι τακτικοί τα τουφέκια των όλα μαζί πυραμίδας, έπαιζαν, ωμιλούσαν, έριχναν τo λιθάρι, εχόρευαν επήδαγαν και έπειτα με μίαν φωνήν τους επανέφερε πάλιν εις τα άρματα».[4]

Στα στρατόπεδα, και ιδίως γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις πρώτες δυσκολίες και, κυρίως, να υπακούουν τους σωματάρχες τους και να εκτελούν τις διαταγές τους. Ακόμη, μάθαιναν κανόνες και αρχές κοινωνικής συνύπαρξης εντελώς διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους είχαν μάθει έως τότε να ζουν: η κατοχή και η καθημερινή χρήση των όπλων, οι νέοι αξιακοί κώδικες που συναρτώνται με αυτά, η πειθαρχία και ο καταμερισμός ρόλων και αρμοδιοτήτων μιας οιονεί στρατιωτικής ζωής, δηλαδή οι νέες ιεραρχίες που συστήνονταν και νομιμοποιούνταν πρωτίστως βάσει των πολεμικών δεξιοτήτων· όλα τούτα ήταν πράγματα που δεν αντλούσαν από την παράδοση των κοινοτικών θεσμών, ήταν πράγματα καινούργια, που άνοιγαν, με τη σειρά τους, νέες προοπτικές για τούς επαναστάτες και τους οπλαρχηγούς τους.

Οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι

στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί

και εξουσίες, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά,

είχαν αποσταθεροποιηθεί

 

Οι πολεμικές δεξιότητες, παραδείγματος χάριν, καθώς αναγνωρίζονταν ως οι μέγιστες αξίες στις νέες αυτές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καταξίωναν τους φορείς τους στις συνειδήσεις των υπολοίπων, και βεβαίως αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, μέσον επίδειξης και εμπέδωσης ισχύος και επιβολής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του πολέμου, οι κανονικότητες των αγροτικών πληθυσμών είχαν διαταραχθεί, πολλοί από τους καταναγκασμούς της προηγούμενης ζωής τους εξέλιπαν πλέον και νέες μέριμνες και υποχρεώσεις τους είχαν αντικαταστήσει: οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί και εξουσίες, τώρα πια, μέσα στην αναστάτωση, τις νέες προτεραιότητες και τις ανάγκες που γεννούσε ο πόλεμος, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά, είχαν αποσταθεροποιηθεί. Πολλοί λοιπόν ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τα σπίτια και τις οικογένειες τους για τα στρατόπεδα, που άφηναν πίσω το φοροεισπράκτορα και τα χρέη τους ακολουθώντας κάποιον οπλαρχηγό. Αρχικά, το έκαναν πιθανά από φόβο, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ή γιατί δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και αναζητούσαν κάποιες νέες ευκαιρίες.

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Εκεί πάντως, στα στρατόπεδα, ένιωθαν κατά κάποιον τρόπο ελεύθεροι, και βέβαια ήταν οπλισμένοι, στην αρχή μόνο με μαχαίρια και αγροτικά εργαλεία και στη συνέχεια με τα όπλα των αντιπάλων τους, τα οποία κέρδιζαν στη μάχη, γεγονός που τους έδινε μια αίσθηση δύναμης, τους έκανε να έχουν μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Οι φήμες πάλι, που οργίαζαν εκείνη την εποχή για τις μεγάλες περιουσίες των Τούρκων στις οχυρωμένες πόλεις και στα κάστρα, και ιδίως στην Τριπολιτσά, τους κινητοποιούσαν, όπως και η προπαγάνδα των Φιλικών για τη διανομή των χωραφιών που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

Η προσκόλληση σε κάποιο δυνατό οπλαρχηγό, ο οποίος θα μπορούσε να τους τα προσφέρει όλα τούτα, ήταν κίνητρο ζωής για τους ανθρώπους της εποχής, που τους έκανε να ακολουθούν πιστά τους αρχηγούς τους, να δένονται μαζί τους και να τους εμπιστεύονται τις τύχες τους. Κυρίως, όμως, οι οπλισμένοι χωρικοί, μπροστά στο φόβο του πολέμου, αναγνώριζαν στον οπλαρχηγό εκείνον που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη τους, να τους προστατέψει. Από τη στιγμή μάλιστα που εντατικοποιήθηκε η διαδικασία της στρατολόγησης και πολλοί χωρικοί ζούσαν πλέον ως πολεμιστές στα στρατόπεδα, όπως συνέβη από ένα σημείο κι έπειτα στην Τριπολιτσά, όλο και περισσότερο συνέδεαν τη ζωή τους και τη μοίρα τους με τους οπλαρχηγούς τους, τους οποίους άρχιζαν να αναγνωρίζουν πλέον ως νέους αρχηγούς τους, νέους προστάτες και ευεργέτες τους.

 

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα

από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε

τους εξεγερμένους Χριστιανούς

 

Από την άλλη πλευρά, οι οπλαρχηγοί, που διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατολόγηση και τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και προκαλούσαν το σεβασμό των ανθρώπων που οδηγούσαν στις μάχες, οι οποίοι αναγνώριζαν σ’ αυτούς το δεινό πολεμιστή, αυτόν που γνωρίζει να χειρίζεται τα όπλα και να δίνει λύσεις στις δύσκολες στιγμές, που δεν φοβάται τον εχθρό, μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι του και να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσον.

Έτσι, οι οπλαρχηγοί δεν άργησαν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθάνονται και οι ίδιοι δυνατοί στο «φυσικό» τους περιβάλλον που ήταν ο πόλεμος. Με άλλα λόγια, στους ανθρώπους αυτούς άρχισε να καλλιεργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από τους παλιούς πάτρωνές τους, τους προύχοντες, και να διεκδικήσουν πλέον νέους, αυτόνομους ρόλους στην Επανάσταση.

Ας μην το ξεχνάμε. Ο πόλεμος, με τη μεγάλη κοινωνική σύγχυση και το κενό εξουσίας που είχε προκαλέσει στις επαρχίες της Πελοποννήσου, συνιστούσε μια ρευστή κατάσταση που κυοφορούσε αλλαγές στη ζωή, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν αυτήν την αίσθηση της ανατροπής στη ζωή τους· το παλιό και το σταθερό, ότι κι αν σήμαινε για τον καθένα, δεν υφίστατο, προς το παρόν τουλάχιστον, και αυτό τους δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια. Ο κόσμος, στον οποίο είχαν μάθει να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν ρόλους στον εαυτό τους και τον άλλο, δεν ήταν, τώρα, ο ίδιος με πριν. Ακόμη και η αίσθηση που είχαν για το χρόνο οι άνθρωποι είχε αρχίσει να αλλάζει: από το μακρό, σχεδόν ακίνητο χρόνο και την κανονικότητα της ποιμενικής και αγροτικής ζωής, ζούσαν τώρα μέσα στη δίνη του πολέμου και του επαναστατικού πυρετού, όπου τα γεγονότα διαδέχονταν γρήγορα το ένα το άλλο, το ίδιο και τα συναισθήματα, οι εμπειρίες και οι προκλήσεις που καθημερινά είχαν να αντιμετωπίσουν. Είχαν λοιπόν οι άνθρωποι την αίσθηση του ρευστού παρόντος και του ασχημάτιστου όσο και αβέβαιου μέλλοντος, που τους έκανε να φοβούνται, αλλά και τους έδινε, ταυτόχρονα, μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης και ελευθερίας.

Στα στρατόπεδα των επαναστατών, λοιπόν, οι παλιές ιεραρχίες και οι καταναγκασμοί των κοινοτικών θεσμών έχαναν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και νέες ξεπρόβαλλαν, οι στρατιωτικοί αρχηγοί, που πρωταγωνιστούσαν στον πόλεμο, προσεταιρίζονταν τις κοινότητες, αποκτούσαν τους «δικούς τους» ανθρώπους κι άρχισαν έτσι να διαμορφώνουν το δικό τους χώρο. Με άλλα λόγια, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, στα στρατόπεδα που βρίσκονταν έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, συστήνονταν νέες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες εγκαθιδρύονταν ως σχέσεις προστασίας ανάμεσα στον παλιό κάπο και κλέφτη, που διεκδικούσε να γίνει στρατιωτικός ηγέτης, και τις εξεγερμένες πλέον κοινότητες που μάθαιναν ένα νέο τρόπο ζωής· σχέσεις που, στις νέες αυτές συνθήκες, δεν διαμεσολαβούνταν αναγκαστικά από την παρουσία των προυχόντων, των παλιών αφεντάδων και των μεν και των δε, και εκ των πραγμάτων διαρρήγνυαν τους μακρόχρονους δεσμούς αυτών των τελευταίων με τους κοινοτικούς πληθυσμούς και έθεταν έτσι υπό αίρεση τις παραδοσιακές σχέσεις και θεσμούς εξουσίας. Κοντολογίς, η ένταξη των ανθρώπων του 1821 στις νέες μικροκοινωνίες και ιεραρχίες των στρατοπέδων είχε αποτέλεσμα τη διατάραξη μακραίωνων πολιτικών ισορροπιών, την άρση πολλαπλών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων, βάσει των οποίων είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν μέχρι τότε οι κοινοτικοί δεσμοί στην Πελοπόννησο.

Οι δυναμικές αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται μετά τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά και τη συστηματοποίηση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη, ενισχύθηκαν από την άφιξη στην Πελοπόννησο του Δημήτριου Υψηλάντη (21 Ιουνίου) και την απαίτησή του να αναλάβει, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, τη γενική διεύθυνση του Αγώνα.

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε τους εξεγερμένους Χριστιανούς που πήραν δυναμικά το μέρος του στις πρώτες διαφωνίες με τους κοτζαμπάσηδες στα τέλη Ιουνίου (Βέρβαινα) και στις αρχές Ιουλίου (Ζαράκοβα). Ο Υψηλάντης έκανε λοιπόν ηγεμονική εμφάνιση στην Πελοπόννησο, παρουσιάστηκε ως ο «αρχηγός» των εξεγερμένων, διεκδίκησε για τον εαυτό του το ρόλο του ισχυρού και αναγνωρισμένου ηγέτη τους στην Επανάσταση και υιοθέτησε τα στρατιωτικά σχέδια του Κολοκοτρώνη για τη σημασία της πτώσης της Τριπολιτσάς.

Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη, του προσέφεραν, αρχικά τουλάχιστον, την υποστήριξη τους στις αντιδικίες του με τους προύχοντες και από την 1η Ιουλίου τον αναγνώρισαν ως αρχηγό της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και από κοινού ανέλαβαν την οργάνωση της. Έκτοτε, ο Υψηλάντης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους ενόπλους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία και την κυρίευση της πόλης, ήλεγχαν τα στρατεύματα και κατηύθυναν τις κινήσεις τους, αντιπροσώπευαν τους πολιορκητές στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια αναγνωρίζονταν πλέον ως στρατιωτικοί αρχηγοί. Ως τέτοιοι οι οπλαρχηγοί συμμετείχαν και στην κατανομή των λαφύρων, όταν έπεσε η πόλη, γεγονός που τους επέτρεψε να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην Επανάσταση. Τα λάφυρα τους προσέφεραν τη δυνατότητα να στρατολογούν και να διαθέτουν δικούς τους ενόπλους, αφού θα μπορούσαν πλέον να τους μισθοδοτούν οι ίδιοι. Ακόμη περισσότερο, τώρα που είχαν φύγει οι Οθωμανοί και είχαν κλειστεί στα κάστρα, οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι θα μπορούσαν, δια των ενόπλων τους και με τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει, να ελέγχουν τις επαρχίες ιδιοποιούμενοι τις προσόδους και εισπράττοντας τους φόρους τους.

Γι’ αυτούς του ανθρώπους, όπως και για τους προύχοντες εξάλλου, το ζήτημα της εξουσίας στην Επανάσταση αφορούσε το ποιος θα ελέγχει τα όπλα και θα διαχειρίζεται τις κοινότητες ως προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι διαμόρφωναν έτσι, εκείνη την εποχή, τους υλικούς όρους ανάδειξης και αναπαραγωγής τους ως αυτόνομης στρατιωτική και πολιτικής δύναμης στην Επανάσταση.

Ήδη στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο είχαν προκληθεί σημαντικές ανακατατάξεις στις σχέσεις τοπικής δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και τους προύχοντες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συγγενείς του Πλαπουταίοι είχαν διαμορφώσει ζώνες επιρροής στην Καρύταινα και ασκούσαν τον έλεγχο σε σημαντικά τμήματα της επαρχίας, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον πρώτο, λίγο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, να στρατολογήσει και να εκστρατεύσει στην Πάτρα επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος. Ο Κολοκοτρώνης είχε ισχυρές διασυνδέσεις στην εν λόγω επαρχία από την εποχή που ήταν καπόμπασης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους συγγενείς του Πλαπουταίους, επίσης ισχυρούς καπομπασήδες της ίδιας επαρχίας, που ήλεγχαν από παλιά τα χωριά της Λιοδώρας. Τα ήδη δημιουργημένα αυτά δίκτυα σχέσεων ενεργοποιήθηκαν και ενδυναμώθηκαν στις νέες συνθήκες του πολέμου, με αποτέλεσμα να ανατραπούν παραδοσιακές ισορροπίες και να αρχίσουν να μεταστρέφονται οι τοπικοί συσχετισμοί δύναμης υπέρ των στρατιωτικών και σε βάρος της μεγάλης προυχοντικής οικογένειας των Δεληγιανναίων.

Όταν έπεσε η Τριπολιτσά (23 Σεπτεμβρίου), ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Πελοποννήσιους ενόπλους «πάτησε το πόδι του» στην πόλη ως θριαμβευτής και νέος κατακτητής. Και το γεγονός τούτο συμβόλιζε τη μεγάλη δύναμη που άρχιζαν πλέον να αποκτούν στην Επανάσταση οι παλιοί κάποι και κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Επανάσταση και ο πόλεμος έφτιαχναν τότε ένα νέο τύπο ηγέτη: τον Πελοποννήσιο ένοπλο, στον οποίο προσφερόταν η δυνατότητα να αποδεσμευτεί από την επιρροή των παλιών πατρώνων του, να καταξιωθεί μέσα από τη συμμετοχή και την προσφορά του στον πόλεμο, να αποκτήσει ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία και πολιτικό βάρος και να διεκδικήσει έτσι ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση ως στρατιωτικός αρχηγός.

 

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

 

Άλωση Τριπολιτσάς – η εξέλιξη

 

23 Σεπτεμβρίου 1821 – (Παρασκευή) 9 π.μ. -10 π.μ.

Μάχες και εξόντωση της τουρκικής φρουράς στην τάπια της «Πόρτας τ’ Αναπλιού», από το Σώμα του Μανόλη Δούνια. Είσοδος των Ελλήνων και ύψωση της σημαίας τους πάνω από την Πόρτα, όπου κυμάτιζαν πριν οι ημισέληνοι.

10 π.μ. – απόγευμα

Σκληρές οδομαχίες στην πόλη της Τριπολιτσάς, με 300 Έλληνες πολεμιστές νεκρούς. Νωρίς το απόγευμα. Εκτέλεση Σωτηράκη Κουγιά, προεστού Τριπολιτσάς, και άλλων συνεργατών των Τούρκων, που ήσαν αντίθετοι στην Επανάσταση

4. μ.μ. (;)

Ανεπιτυχής απόπειρα πυρπόλησης των γραφείων του σεραγιού της Τριπολιτσάς – όπου στεγάζονταν τα αρχεία και άλλες υπηρεσίες – από τους ίδιους τους Τούρκους.

5.00 μ.μ. – 6.00 μ.μ.

Καύση των διαμερισμάτων (κονακίων) μόνο του σεραγιού από τους Έλληνες. Εκεί βρίσκονταν 300 Αλβανοί, που δεν δέχονταν να «συμβιβαστούν» με τους επαναστάτες.

Μεσάνυχτα

Ολοσχερής πυρπόληση και αποτέφρωση του σεραγιού (γραφείων, κονακίων, λοιπών εγκαταστάσεων) χωρίς να είναι γνωστός ο δράστης, Τούρκος (;) ή Έλληνας (;)

24 Σεπτεμβρίου 1821 (Σάββατο) Πρωί

Οι οδομαχίες συνεχίζονται. Σφαγή Ελλήνων συνεργατών-Τούρκων και Εβραίων.

Μεσημέρι (;)

Απομάκρυνση – έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – περίπου 3.000 (;) Αλβανών που είχαν εισέλθει στην Τριπολιτσά πριν από την άλωση.

25 Σεπτεμβρίου 1821 (Κυριακή)

Συνέχεια σφαγών: συνολικά σφάζονται περί τους 10.000 ή και περισσότερους Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες και Αλβανούς. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι λιγοστοί, όπως και οι Αλβανοί. Οι εβραϊκές οικογένειες υπολογίζονται σε 50. Οι υπόλοιποι είναι Τούρκοι.

26 Σεπτεμβρίου 1821 (Δευτέρα)

Διαταγή παύσης σφαγών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρβλ.: «…εγώ τους είπα “Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίταις, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορήξη εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα”. Κ’ εμβήκα μπροστά με τους σωματοφύλακάς μου… Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής μου», Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 165.

[2] Πρβλ. «Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστειλεν αμέσως τον Πάνον εις τα χωρία της Καρύταινας με γραπτή διαταγήν του να βγάλη όλους τους Καρυτινούς εις τα άρματα… Είχε δε την άδειαν ο Πάνος να σκοτώνη, να καίη τα σπίτια των και να δημεύη τα πράγματά των προς όφελος των στρατιωτών», Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τ. Α, εκδόσεις Βεργίνα, 1996, ο. 93.

[3] Ο.π., σ. 115

[4] Ο.π., σ. 130

 

Νίκος Ροτζώκος – Ιστορικός, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διονύσης Τζάκης – Ιστορικός, Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Τριπολιτσά πριν από την επανάσταση


  

Η απαρχή

 

H Τριπολιτσά, θεμελιωμένη στο κέντρο της Πελοποννησιακής ενδοχώρας και του Αρκαδικού λεκανοπεδίου, ανάγει την αρχή της τουλάχιστον στα ύστερα Παλαιολόγεια χρόνια, πιθανόν ως μικρός οικισμός (εμπορικός σταθμός) σε μικρή απόσταση από το κάστρο Droboniza, προφανώς παραφθορά της τοπωνυμίας Draboliza, όπως διασώζεται η πληροφορία και η τοπωνυμία σε κατάλογο Πελοποννησιακών κάστρων του έτους 1450, αλλά και σε παρόμοιους διαδοχικούς καταλόγους κάστρων, ως Draboliza [1] (1469) και Drοboliza (1467-1469). Η πολυτυπία, γραπτή και προφορική, της ονομασίας του οικισμού προέρχεται ασφαλώς από τη γλωσσική σύγχυση που προκαλεί η διατύπωση της ξενικής τοπωνυμίας και θα συνοδεύει την πόλη στην ιστορική διαδρομή της μέχρι τον 20ό αιώνα. Το κάστρο, μικρό οχυρό που επέβλεπε τη ΝΔ ευρεία περιοχή του τριπολιτσιώτικου οροπεδίου και έλεγχε τις διαβάσεις του Μαινάλου προς την ορεινή Γορτυνιακή ενδοχώρα με τα συνεχόμενα ονομαστά κάστρα της, προειδοποιούσε έγκαιρα τους πληθυσμούς από μαζικές εχθρικές εισβολές ή μεμονωμένες παρενοχλήσεις.

 

17ος αι.: Σε χάρτες αλλά και σε χειρόγραφα

αναφέρεται ο οικισμός με το όνομα Τριπολιτσά

 

Σε θέση επίκαιρη με εποπτεία μεγάλης εδαφικής επίπεδης έκτασης, συμπήχθηκε με την πάροδο του χρόνου εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών εφοδιασμού των στρατιωτών του κάστρου και εξελίχθηκε σε σημαίνουσα θέση στην είσοδο των Γορτυνιακών ορεινών όγκων. Είναι γνωστό ότι η αρχαία πόλη με την ονομασία «Τρίπολις» δεν υπήρξε. Η τοπωνυμία, σλαβικής προελεύσεως (σημ. «μικρό δάσος»),* χωρίς τούτο να είναι απόλυτα βέβαιο, δεν υποδηλώνει εξάπαντος ότι υπήρχε πόλισμα [πόλισμα < αρχαία ελληνική πόλισμα < πόλις]  με αυτή την ονομασία από τον 7ο αιώνα μ.Χ, όταν τα Σλαβικά φύλα κατεβαίνουν νότια και κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για μικροτοπωνύμιο της περιοχής, όπως διατηρούνται μέχρι σήμερα και τόσα άλλα στο εύφορο λεκανοπέδιο, χωρίς να προϋποθέτουν αντίστοιχες οικιστικές εγκαταστάσεις. Άλλωστε, η μόνη Βυζαντινή «χώρα» (πόλη), με ονομαστό κάστρο και οργανωμένη Ελληνική στρατιωτική διοίκηση, υπήρξε στην περιοχή, ήδη από τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους (9ος αιώνας), το Νύκλι (αρχαία Τεγέα). * [Σημ. Βιβλιοθήκης] Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά (ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.

 

Ο Πληθυσμός

 

Λαός ομόθρησκος και σύμμαχος, κατά περιόδους, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα με άδεια και βοήθεια των Αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της οικονομικής και διοικητικής κακοδαιμονίας, του φορολογικού αδιεξόδου και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε στον τόπο. Η ερήμωση μεγάλων παραγωγικών εδαφικών εκτάσεων στην Αρκαδία και η μείωση του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού επέβαλαν ως άμεση λύση των σοβαρών αυτών προβλημάτων , για να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας, τη μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών στο Δεσποτάτο του Μυστρά, κατά την περίοδο των Αυτοκρατόρων Μανουήλ Καντακουζηνού (1380) και Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου (1382-1407).

 

Οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα

στα αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα λόγω

της μείωσης του γηγενούς πληθυσμού

 

Οι επήλυδες, μαζί με τους Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ονομαστών ορεινών κάστρων γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς (Μουχλί, Τσιπιανά, Ταβία, Μπεζενίκος).

Το έτος 1668 (περίοδος Α’ Τουρκοκρατίας) ο αμφισβητούμενος από ορισμένους ιστορικούς και χαρακτηριζόμενος ως αφελής μυθοπλάστης Τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε την Τριπολιτσά και την ευρύτερη περιοχή της, επισημαίνοντας την παρουσία Αλβανών «που μιλούν Αλβανικά».

 

Η εξέλιξη της πόλης από το 16ο αιώνα

 

Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στη σκοτεινή και μαρτυρική περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας, στην εδαφική περιφέρεια του ερειπωμένου πλέον κάστρου Draboliza, ο μικρός ομώνυμος οικισμός ευνοήθηκε από τη θέση του και την ιστορική συγκυρία και εμφανίζεται ως σημαντικός οικιστικός πυρήνας σε σχέση με τους υπόλοιπους αγροτικούς οικισμούς (χωριά) του οροπεδίου.

 

Τριπολιτσά, δημοσιεύεται στο: Christopher Wordsworth, «Greece pictorial, descriptive, & historical , 1839, σελ. 343.

 

Μνημονεύεται στους χάρτες των J. Gasta (1545 Ντρομπολίτσα) και Morea Peninsula (1574, Ιντροπολίτσα). Στο προσφάτως δημοσιευμένο Μαρτύριο του Τριπολιτσιώτη νεομάρτυρα και ιερομονάχου Λαζάρου (το χειρόγραφο των αρχών του 17ου αιώνα, πριν από το 1618), ο οικισμός προσδιορίζεται ως «κώμη» (πατρίδα δε έσχε κώμην τινά, Υδροπολιτζάν ονομαζομένην)· αλλά και σε γραπτές πηγές του 17ου αιώνα (1645, 1651, 1696) η Τριπολιτσά χαρακτηρίζεται οικιστικά ως «χώρα». Η ιστορική έρευνα έχει προ πολλού επισημάνει ότι με τον όρο «χώρα», κατά τη μακρά χρονική περίοδο του 16ου έως και των αρχών του 19ου αιώνα στη Πελοπόννησο, νοείται αρκούντως μεγάλη οικιστική εγκατάσταση με κάποια μορφή αυτοδιοίκησης, ενδιαφέρουσα οικονομική δραστηριότητα, διακίνηση γεωργικών προϊόντων και βιοτεχνικών εμπορευμάτων, την επεξεργασία πρώτων υλών σε μικρά και μεγάλα εργαστήρια με εξειδικευμένες ομάδες (συντεχνίες) τεχνιτών, εγκατεστημένων ομαδικά σε συγκεκριμένους δρόμους και συνοικίες στην πόλη.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Το ίδιο συμβαίνει και στην Τριπολιτσά, η οποία ευνοείται επιπροσθέτως και από τη μεταφορά της έδρας του σουλτάνου (Μόρα Βαλεσή) με όλη τη διοικητική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία που ταλαιπωρεί και ελέγχει την πίστη των υποδούλων, αλλά και αναπτύσσεται η οικονομία, το εμπόριο, οργανώνονται βιοτεχνίες και καταστήματα. Η πόλη εξελίσσεται ραγδαία στην καρδιά του Μοριά. Είναι πλέον η διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης.

Το 18ο αιώνα μαρτυρείται έντονη χρηματιστική αγορά με κύριους εκπροσώπους Τούρκους και Εβραίους, αλλά και τραπεζίτες Τούρκους και Έλληνες. Στην οικονομική κίνηση συμβάλλει οπωσδήποτε και το ονομαστό πανηγύρι της Τριπολιτσάς, που συνήθως γινόταν στην εβδομάδα Διακαινησίμου και αποτελούσε κέντρο εμπορικής έλξης για την αγορά της ορεινής ενδοχώρας με τη διαχείριση τσόχινων, μεταξωτών και διαφόρων υφασμάτων, αλλά και της μετάξης που προαγόραζαν Γάλλοι έμποροι, την παραλάμβαναν από τους παραγωγούς και τους έμπορους στο πανηγύρι του Μυστρά το Σεπτέμβριο και το διακινούσαν εκτός Πελοποννήσου. Μετά την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλοφικών (1770), το πανηγύρι της Τριπολιτσάς, αλλά και εκείνο του Μυστρά, διαλύθηκαν και δεν ανασυγκροτήθηκαν. Άλλωστε και η Γαλλική εμπορική δραστηριότητα σχεδόν εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στα τέλη του αιώνα. Παρέμεινε μόνον η Αγορά εντός της Τριπολιτσάς, με τη διακίνηση προϊόντων και αγαθών για την εξυπηρέτηση της τοπικής και περιφερειακής κοινωνίας.

 

Ορλοφικά

 

Στην επανάσταση του Ορλόφ (1770), ο Ρώσος λοχαγός Μπαρκόφ, βαδίζοντας εναντίον της υπόδουλης Τριπολιτσάς, βρήκε, παρά τις στρατηγικές εκτιμήσεις του, οργανωμένη ντόπια Τουρκική δύναμη και ενώ πολιορκούσε την πόλη, οι Τούρκοι, με την αναπάντεχη ενίσχυση των Αλβανών, διέλυσαν τους επιτιθέμενους επαναστάτες και την πολιορκία και προέβησαν σε ανηλεείς σφαγές των κατοίκων, λεηλασίες, εμπρησμούς, τη Μ. Δευτέρα 29 Μαρτίου (παλ.) του 1770. Ένα από τα θύματα και ο Μητροπολίτης Άνθιμος με τους κληρικούς του.

 

1770: Στη διάρκεια των Ορλοφικών

οι εξεγερμένοι Έλληνες πολιορκούν την πόλη.

Τελικά οι Τούρκοι καταφέρνουν να αποκρούσουν

τους επιτιθέμενους και προβαίνουν σε μαζική

σφαγή και λεηλασία των χριστιανών κατοίκων της (Απρ.).

 

Ο αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων Αντ. Πετρίδης περιγράφει την οδυνηρή ημέρα στη δύσμοιρη Τριπολιτσά: «Τόση άδικος σφαγή έγιναν εις αυτήν την δύστηνον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα… Εκκλησίαι, μοναστήρια και σχολεία κατεσκάφησαν και ηφανίσθησαν, άπειρα πλήθη αθλίων χριστιανών, ιερωμένων τε και λαϊκών, ανδρών τε και γυναικών, νέων τε και γερόντων, παρθένων τε και απειροκάλων βρεφών, δορυάλωτοι, εις τα πέρατα της οικουμένης διασπαρέντες».

 

 

1715: Οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο,

η οποία για περίπου μία 30ετία ανήκε στους Βενετούς.

Η Τρίπολη ορίζεται ως έδρα του πασαλικιού του Μοριά.

Αναπτύσσεται σε διοικητικό, πολιτικό και οικονομικό

κέντρο της πελοποννησιακής ενδοχώρας.

 

Τρίπολη, 1836. Υδατογραφία του Hans Hanke από το έργο του Ludwig Köllnberger.

 

Τουρκική εγκατάσταση – Το τείχος 

 

1785: Η πόλη οχυρώνεται.

Το τείχος που την περικλείει οε τετράγωνο

σχήμα διαθέτει 7 πύλες επικοινωνίας.

 

Η ανοργάνωτη και αποτυχημένη Επανάσταση είχε ολέθριες συνέπειες στην εξέλιξη της πόλης, σε όλους τους τομείς του βίου της. Πρώτη συνέπεια υπήρξε η απόφαση του Σουλτάνου να την οχυρώσει και να μεταφέρει εδώ την διοίκηση της Πελοποννήσου.

Σταθμό στην ιστορική πορεία της προεπαναστατικής πόλης αποτελεί η τείχισή της και η σταδιακή διαμόρφωσή της ως τυπικής οργανωμένης τουρκόπολης. Μετά τα δραματικά για την Τριπολιτσά γεγονότα της επανάστασης του Ορλόφ, οχυρώθηκε το 1786. Το επιβλητικό τείχος, σύμβολο της Τουρκικής κυριαρχίας στο κέντρο του Μοριά, είχε περίμετρο 3.500 μ. και η πόλη εκτεινόταν σε εμβαδόν 1.320 στρεμμάτων. Το τείχος, πλάτους περίπου 2,00 μ. και ύψους 5,50 μ. είχε επάλξεις με πολεμίστρες, τέσσερις μεγάλους πύργους και δεκατρείς μικρούς που το ενίσχυαν σε καίρια σημεία του. Στη ΝΔ πλευρά, σε μικρό ύψωμα, το τετράγωνο φρούριο (ακρόπολη) μικρών διαστάσεων (Μεγάλη Τάπια, σημερινή «Δεξαμενή») επέβλεπε την πόλη και έλεγχε τις κινήσεις στην περίμετρο των τειχών. Το τετράγωνο οχύρωμα είχε τέσσερις προμαχώνες με κανόνια ενετικής προέλευσης, προφανώς κατάλοιπα της κατοχής των Ενετών (Β’ Ενετοκρατία, 1687 – 1715). Επτά πύλες στα τείχη διευκόλυναν την επικοινωνία της τειχισμένης πόλης, ονοματισμένες οι περισσότερες από τις κατευθύνσεις των δρόμων προς τα οικιστικά κέντρα των όμορων καζάδων (επαρχιών) με την Τριπολιτσά: Καλαβρύτων, Καρύταινας, Λεονταρίου, Ναυπλίου, Μυστρά, Αγ. Αθανασίου και μιας για την αποκλειστική χρήση των αναγκών του σεραγιού.

 

Θρησκευτικός βίος

 

Παράλληλα με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 17ου αιώνα, η Τριπολιτσά αποτελεί έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Βέβαια, λεπτομέρειες δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, λείπει το πλήθος των γραπτών μαρτυριών, όμως οι Ενετοί κατακτητές (1687 – 1715) διέκοψαν τις επαφές της Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και εγκατέστησαν στην Τριπολιτσά πρόσωπα, ιεράρχες, φιλικά προσκείμενα στην Καθολική Εκκλησία. Στη θέση του σημερινού κτιρίου του «Μαντζουνείου» υπήρχε το λεγόμενο «Καθολικό Σχολείο», κέντρο δυτικής προπαγάνδας. Τότε εγκαθίσταται, με την υποστήριξη των Ενετών, ο Αγαθάγγελος ως μητροπολίτης. Εξαιρετική δραστηριότητα στον προσηλυτισμό φαίνεται να επέδειξε και ο Γάλλος πρόξενος Μπ. Αμιρά (B. Amirat), ο οποίος επηρέασε θρησκευτικά την αρμένικη κοινότητα της Τριπολιτσάς.

 

1798-1799: Ο Γάλλος Πουκεβίλ,

ευρισκόμενος στα χέρια των Τούρκων στην Τρίπολη,

καταγράφει σημαντικές πληροφορίες

για την καθημερινή ζωή της πόλης.

 

Τα τελευταία χρόνια οι πληροφορίες μας για την βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο, και ειδικότερα για την Τριπολιτσά, πληθαίνουν από τη δημοσίευση των Ενετικών Αρχείων. Το αρχείο της Ενετικής Διοικήσεως του Μορέως (Αρχείο Grimani), όταν διοικητής είχε αναλάβει ο Φρ. Γκριμάνι (1697-1700), περιέχει καταλόγους των οικισμών της χώρας. Κληρικοί, όλων των βαθμίδων, καταγράφουν με λεπτομέρειες την εκκλησιαστική περιουσία.

Η Τριπολιτσά, απαλλαγμένη από την Τουρκική παρουσία, οικισμός με Ελληνικό πληθυσμό, είναι διαιρεμένη εκκλησιαστικά σε ενορίες.  Ιδού μια ενδεικτική αναγραφή: «1696 Σεπτεμβρίου 8 εις Δρομπολητζά. Ενορία του Ταξιάρχου. Η εκκλησία του Ταξιάρχου με άρτοικους [νάρθηκες] δύο και αυλή. Στην ενορία υπάρχουν σπίτια αυθεντικά…».

Επανήλθε ασφαλώς η Πατριαρχική Εξαρχία με την αποχώρηση των Ενετών και την επανάκαμψη των Τούρκων (1715), αλλά με σοβαρά οργανωτικά προβλήματα. Όμως οι Τριπολιτσιώτες προεστοί, με αναφορά τους στο Πατριαρχείο, ζήτησαν να αποτελέσει η πόλη έδρα ξεχωριστής επαρχίας και πετυχαίνουν τον αναβιβασμό της σε Αρχιεπισκοπή, εξαρτωμένης από το Πατριαρχείο, με πρώτο αρχιεπίσκοπο τον ονομαστό εθνομάρτυρα (1770) Τριπολιτσιώτη Άνθιμο, από τη γνωστή προεστή οικογένεια Βάρβογλη (Μπάρμπογλη). Η Αρχιεπισκοπή καταργήθηκε το έτος 1763.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

Φαινόμενο ιστορικά ανεξερεύνητο ακόμη, σε όλες τις εκδηλώσεις του, αποτελούν οι νεομάρτυρες, μορφή αντίστασης και διαμαρτυρίας των Ελλήνων Χριστιανών στον αλλόθρησκο κατακτητή.

Ενδιαφέρουσα είναι η κατηγορία των νεομαρτύρων που οικειοθελώς, σε κάποια δύσκολη φάση του βίου τους (από επηρεασμό, πείσμα και άλλα προσωπικά γεγονότα), έκριναν πως έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρική πίστη και να ασπαστούν το Μωαμεθανισμό. Μερικοί εξαπατήθηκαν από Τούρκους, άλλοι κατηγορήθηκαν αναιτίως. Αυτή η θρησκευτική μεταστροφή δήλωνε οπωσδήποτε Τουρκοποίηση. Η δημόσια ομολογία και η επανάκαμψη στο Χριστιανισμό σήμαινε τελεσίδικα και μαρτύριο. Η Τριπολιτσά, ως διοικητικό κέντρο του Μοριά, έδρα του πασά και των δικαστικών αρχών, έχει να επιδείξει πλήθος ανώνυμων και επώνυμων νεομαρτύρων, καταγόμενων από την πόλη ή που οδηγήθηκαν δέσμιοι και μαρτύρησαν σε αυτήν: Λάζαρος ιερομόναχος, Τριπολιτσιώτης (αρχές 17ου αιώνα), Μήτρος (1794), Δημήτριος, κτίστης – κουρέας, από Λιγούδιστα Μεσσηνίας (1803), Παύλος, σανδαλοποιός, από Σοποτό Καλαβρύτων (1818) και ο Τριπολιτσιώτης Πέτρος ο οποίος μαρτύρησε στο Τεμίσι της Μ. Ασίας (1776). Για την υπόδουλη τριπολιτσιώτικη Ελληνική κοινωνία, η οικειοθελής δημόσια θυσία τους, στην Αγορά της πόλης ή έξω από την πύλη του σεραγιού, αποτελούσε έμπρακτη διαμαρτυρία στο ανελεύθερο καθεστώς και παρηγορούσε τους Χριστιανούς.

Στη γνωστή απογραφή της Τριπολιτσάς του Ρήγα Παλαμήδη (1828) καταγράφεται και δημόσιο Τουρκικό κτίριο «Μεχκεμές» (κατοικία των κριτών) όπου μέσα σ’ αυτό πρέπει να ομολόγησαν την ορθή πίστη οι νεομάρτυρες, αλλά και πλήθος αιχμαλώτων Ελλήνων που ήταν κάτω από τις εκάστοτε ορέξεις και διαθέσεις της Τουρκικής ηγεσίας.

 

Η απογραφή

 

Η απογραφή του Ρήγα Παλαμήδη των επαρχιών της Τριπολιτσάς και του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας είναι διεξοδική και εξόχως διδακτική για τη σκιαγράφηση του καθημερινού βίου της πόλης στις δύο τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες. Αν και η απογραφή έγινε με εντολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, επί τόπου, μας αποκαλύπτει τις εσωτερικές δομές της Τριπολιτσάς, όσον αφορά την οικονομία, το εμπόριο, την παραγωγή και τη δραστηριότητα των καταστημάτων, στοιχεία για πλησιόχωρους με την πόλη οικισμούς, κτήματα, επαγγέλματα, επώνυμα Τούρκων και Ελλήνων, ιδιωτικά και δημόσια Τουρκικά κτίρια, χριστιανικές εκκλησίες και άλλα λεπτομερειακά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν θησαύρισμα ανεπανάληπτο για τη δραστηριότητα της πόλης πριν το μεγάλο επαναστατικό τόλμημα.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία του Prosper Baccuet, 1836.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία (λεπτομέρεια) του Prosper Baccuet, 1836.

 

Ιδού δείγμα απογραφής του Ρ. Παλαμήδη: «Μητρόπολις Τριπολιτσάς, το εμβαδόν της οποίας συνίσταται από στέμματα 525, έχοντα πήχεις τετραγωνικές 45 κατά πλάτος και 45 κατά μήκος».

Φαμίλιαι τουρκικαί και ιδιοκτησίαι αυτών:


– Χασάν Μπαρμπέρης, οσπίτια 1, ο ίδιος μετά της φαμίλιας του εδώ [δηλαδή Τριπολιτσά] Χριστιανοί.
– Εμίν Αγάς, οσπίτια 1, η γυνή του και δύο θυγατέρες του εδώ, 2 αρρένες εις Τουρκίαν.

Εισοδήματα Τούρκων Τριπολιτσάς:


Αλή Κότζης: οσπίτιον 1, εργαστήρια 9 (τα 5 προς 8 γρόσια τον μήνα, το 1 προς 20, τα 2 προς 10, το 1 προς 25), χρονικόν εισόδημα εις γρόσια 1260. Οι υιοί του με τις φαμέλιαις εις Τουρκίαν.

Χριστιανοί Τριπολιτζάς:  Φαμέλιαι 1237, ψυχαί 2113.

Απογραφή καταστημάτων:

Θανάσης Γεωργόπουλος, φούρνος ψωμάτικος.

Δημήτριος Λαγοπάτης, καβενές.

Πολίτης Χρυσόχος κλεισμένον [ενν. εργαστήριο].

Αναστάσιος Παπαγιαννόπουλος, καβενές και μπαρμπέρικον.

Γιώργος Βυτινιώτης, μπακάλης.

Από τα συναγόμενα της απογραφής Παλαμήδη εμφανίζεται μια σχετικά ευημερούσα και δραστήρια προεπαναστατική πόλη, χωρίς όμως να δίνονται πληροφορίες και για τη νοοτροπία των κρατούντων, κατά κανόνα εριστική, ύπουλη και γενικά αρνητική προς τον ελληνικό εντόπιο πληθυσμό, στην πλειονότητά του φτωχό. Αποκαλυπτική η πληροφορία του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφθηκε λίγα χρόνια πριν από την επανάσταση την Τριπολιτσά, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων: «Οι κακόμοιροι Έλληνες, εξοστρακισμένοι στα σοκάκια γύρω από τα τείχη, κατοικούν σε κάτι πανάθλιες μονόχωρες τρώγλες, που έχουν απολεπισμένα κεραμίδια, ανάμεσα στα οποία βρίσκει διέξοδο ο καπνός της εστίας, τοποθετημένης στο κέντρο του χώρου».

Η πλασματική, για το σύνολο των κατοίκων, οικονομική βελτίωση της πόλης στα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια θα ανακοπεί από τον άθλο των Ελλήνων επαναστατών υπό την ηγεσία και στρατιωτική οξύνοια του Θ. Κολοκοτρώνη. Η άλωση (23 Σεπτεμβρίου 1821) θα την πλήξει σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Οριστικό τέλος θα δώσει ο Ιμπραήμ με τη οργανωμένη κατεδάφισή της (Φεβρουάριος 1828) και δεν θα υπάρξει επιστροφή στο θλιβερό παρελθόν. Η νέα ελεύθερη πόλη θα σχεδιαστεί εν μέρει επάνω στα ερείπια της παλαιάς και η κοινωνία της θα δραστηριοποιηθεί ανάλογα με τις δυνατότητες του νέου ελεύθερου κράτους. Τίποτε δεν θα θυμίζει πλέον το παρελθόν, παρά μόνον η φήμη μιας «αθλίας» (Δ. Σολωμός), αλλά και ένδοξης Τριπολιτσάς.

 

Υποσημείωση


 

[1] Ντρομπολιτσά – Τριπολιτσά – Τρίπολη: μια ιχνηλάτηση. Τα ονόματα, μια αντικειμενική κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, έχουν κι εκείνα τη δική τους ιστορία. Το όνομα, κοντολογίς, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη και αντικειμενική ιστορική πηγή. Ξεκινώντας την ιχνηλάτηση, θα διαπιστώνει ο ερευνητής του παρελθόντος πως ο στίχος του γνωστού δημοτικού άσματος («σαράντα παλληκάρια… πάνε για να πατήσουνε την Ντρομπολιτσά») δεν αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για τον αρχικό τύπο του ονόματος. Η αρχαιότερη μνεία του ονόματος (και του οικισμού) είναι, πιθανώς, εκείνη που αναφέρεται στο έργο ενός ύστερου Βυζαντινού χρονικογράφου, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, σε συνάρτηση με την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1422. Ως «ερειπωμένο κάστρο» αναφέρεται η Droboliza σε έναν κατάλογο του Σεπτεμβρίου του έτους 1467 που περιλαμβάνεται στα «Ενετικά Χρονικά» («Annali Veneti») του Stefano Magno. Η ίδρυση, λοιπόν, του κάστρου της Τριπολιτσάς θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά μεταξύ των ετών 1422 κατ 1467.

Το όνομα Dropolitza/Dropolizza/Dropoliza αναφέρεται στους ενετικούς χάρτες της Πελοποννήσου κατά τους 16ο και 17ο αιώνες, ενώ σε αγγλικό χάρτη του 1660 φέρεται με τις παραλλαγές Ντρομπόλιτζα, Ντρομπόλιτσα, αλλά και Υδροπολιτσά. Ο τελευταίος αυτός τύπος προέρχεται ασφαλώς από μια λόγια παρετυμολογία του ονόματος, η οποία εμφανίζεται σε ελληνικές πηγές του 17ου αιώνα. Το 1715, τέλος, ο Γάλλος Benjamin Brue, που συνοδεύει τα τουρκικά στρατεύματα που θα ανακαταλάβουν οριστικά την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, θα αναφέρει την πόλη στο Χρονικά του ως Dropoliza.

Η σύντομη αυτή επισκόπηση των πηγών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική ονομασία της πόλης ήταν Drobolitsa και ότι οι τύποι Υδροπολιτσά  καθώς και ο σημερινός τύπος Τρίπολη δεν είναι παρά μεταγενέστερες λόγιες παραλλαγές, οι οποίες οφείλονται σε παρετυμολογία. Το αρχικό έτυμο του ονόματος είναι σλαβικό: πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε από ένα σλαβικό ανθρωπωνύμιο Drobol και από το επίθημα (κατάληξη) -ica. Ως προς τη σημασία του ανθρωπωνυμίου Drobol, θα αναφέρουμε εδώ ότι πρόκειται για ένα προσωνύμιο («παρατσούκλι»), που αποδίδει μια φυσική ιδιότητα του ατόμου (σλαβικό: drob= «λεπτός, μικροκαμωμένος»).

Δύο είναι τα συμπεράσματα, οι πληροφορίες τις οποίες θα αντλήσει ο ερευνητής του παρελθόντος από τον αντικειμενικό αυτό μάρτυρα, το όνομα που μας παραδόθηκε από το μακρινό παρελθόν: η Ντρομπόλιτσα ανήκει, πρώτον, στην κατηγορία εκείνη των τοπωνυμίων του νότιου ελλαδικού χώρου (Πελοποννήσου και Στερεάς) τα οποία σχηματίστηκαν από γλωσσικούς φορείς της σλαβικής γλώσσας. Τα τοπωνύμια αυτά, μαζί με τις μαρτυρίες των γραπτών πηγών, τεκμηριώνουν ένα αντικειμενικό δεδομένο: ότι κατά το μακρινό παρελθόν (γύρω στις αρχές του 8ου αιώνα) ήλθαν και εγκαταστάθηκαν σποραδικά στις ελλαδικές επαρχίες του Βυζαντίου Σλάβοι καλλιεργητές.

Το δεύτερο συμπέρασμα, στο οποίο θα οδηγηθεί ο αντικειμενικός ιστορικός ερευνητής, είναι ότι, επειδή το τοπωνύμιο (όπως έχει διατηρηθεί στην ελληνική γλωσσική παράδοση) αντικατοπτρίζει μια πρώιμη φάση στη γλωσσική εξέλιξη των σλαβικών γλωσσών, οι αρχικοί φορείς του απώλεσαν νωρίς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τους ελληνόφωνους γηγενείς. Μια διεργασία, η οποία τεκμηριώνεται και από τις αφηγηματικές πηγές, στις οποίες δεν αναφέρονται σλαβόφωνοι κάτοικοι της Πελοποννήσου μετά το 15ο αιώνα.  Ένα συμπέρασμα, η συνάφεια του οποίου με την τρέχουσα επικαιρότητα [2003] είναι προφανής, διότι οι ξένοι «λαθρομετανάστες» κατά το Μεσαίωνα αφομοιώθηκαν τελικά από το γηγενή, τον ελληνόφωνο πληθυσμό και δεν αποτέλεσαν παρά ένα βραχυχρόνιο επεισόδιο στη μακραίωνη εθνική μας περιπέτεια…

[Σημείωση του αειμνήστου ιστορικού και καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Φαίδωνα Μαλιγκούδη].

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλεξάνδρου (Παπαδοπούλου) Μητροπολίτου, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α, Αθήναι 2000.
  • Ν. Α. Βέη, Η Τρίπολις προ του 17ου αιώνος, εν Αθήναις 1907.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α, Αθήναι 1972.
  • Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792), Αθήνα 1972.
  • Α. Πετρονώτη, Η Οθωμανική Τριπολιτσά (Μνημεία Αρχιτεκτονικής), Πρακτικά Β’ Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Αθήνα 1990, 263-272.
  • Φρ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα. Πελοπόννησος, Αθήνα 1997 (εκδ. Τολίδη).
  • Ε. Fenster, Nochmals zu den Venezianischen listen der Kastelle auf der Peloponnes, «Byz. Zeit» 72 (1979), 321.
  • Pylia, Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIXe siecle: fonctions et comportements, t. I-II, Παρίσι 2001.

 

 

Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Βαλτέτσι 1821 – Δοξασίες και ψυχολογία των πολεμιστών | Κώστας Ρωμαίος, Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός


 

Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, πασίγνωστος ιδίως με το βαπτιστικό του όνομα ως Φωτάκος, είναι γνωστό ότι από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 υπήρξε αφοσιωμένος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ότι αρκετούς χρόνους, μετά το τέλος της Επαναστάσεως, συνέγραψε εκτενή Απομνημονεύματα που έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους [1]. Εκείνο όμως, που δεν είναι ευρύτερα γνωστό, είναι ότι ο Φωτάκος, ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται – παράλληλα με την εξαίρετη ιστορική άξια των Απομνημονευμάτων του – και ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή. Γενικά για τον λαϊκό πολιτισμό της εποχής του 1821, τόσο τον σχετικό με τον υλικό βίο όσο και με τον κοινωνικό και ιδιαίτερα τον πνευματικό βίο του λαού, ο Φωτάκος γίνεται με το βιβλίο του πολύτιμος.

 

Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος. Προτομή στο χωριό Μαγουλιανά.

 

Από το πλούσιο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου, έχω διαλέξει να ασχοληθώ μόνο με το στρατόπεδο που συνεστήθη στο Βαλτέτσι, για να οργανωθεί αποτελεσματικότερα η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τα χρονικά όρια των γεγονότων εκείνων περιορίζονται μεταξύ της 16 Απριλίου και της 13 Μαΐου 1821. Άλλα και πάλι, από το ποικίλο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου διάλεξα να εξετάσω τώρα μόνο τρία περιστατικά, με τα όποια δεν έχω ύπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί έως σήμερα άλλος ερευνητής της ελληνικής λαογραφίας.

Αναφέρονται τα τρία αυτά προβλήματα στα έξης περιστατικά: 1) Στο ότι οι Μανιάτες στο Βαλτέτσι με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να μετρηθούν, και ας επρόκειτο για διαταγή του Κολοκοτρώνη. 2) Στο ότι οι Έλληνες στρατιώτες, μόλις αντίκρισαν τα κατακρεουργημένα κορμιά των συναδέλφων τους, που είχαν πριν από λίγη ώρα σφαγή από τους Τούρκους, έστεκαν κίτρινοι από τον φόβο τους και δεν τολμούσαν να τα εγγίσουν και να τα θάψουν. Και 3) στο ότι μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα του Κολοκοτρώνη, που ξεκίνησε από το Χρυσοβίτσι και έσπευδε στη μάχη, ξεπετάχτηκαν ξαφνικά τρεις λαγοί, που όμως τους έπιασαν ζωντανούς.

A

Η καταμέτρηση του στρατού στο Βαλτέτσι

 

Τον Απρίλιο του 1821 ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να οργάνωση στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, ώστε να αρχίσει στενότερη την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Φωτάκος και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν στις 16 Απριλίου από το Διάσελο της Αλωνίσταινας, όπου είχαν στρατόπεδο, και επήγαν στο Βαλτέτσι.

Στις 23 Απριλίου άρχισε εκεί μια συστηματική καταμέτρηση όλων όσοι ήσαν παρόντες. Σκοπός γι’ αυτό το μέτρημα ήταν να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των στρατιωτών, για να οργανωθεί αντίστοιχα καλύτερος ο επισιτισμός τους. Ξαφνικά όμως σ’ αύτη την καταμέτρηση αρνήθηκαν να πάρουν μέρος οι Μανιάτες, κυρίως οι απλοί στρατιώτες. Τελικά όμως αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να δεχθούν την καταμέτρηση, επειδή αλλιώς ο Κολοκοτρώνης δεν επρόκειτο να τους συμπεριλάβει στον κατάλογο των δικαιούχων για τροφοδοσία. Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την περασμένην ημέραν (δηλαδή την πριν από τη μάχη και τη διάλυση του στρατοπέδου, η οποία έγινε στις 24 Απριλίου) εμετρήθημεν όλοι οι ευρεθέντες εκεί και ήμεθα υπέρ τας δύο ήμισυ χιλιάδες στρατιώται. Εις αυτήν μάλιστα την καταμέτρηοιν έναντιωθησαν οι άπλοι Μανιαται στρατιώται και δεν ήθελαν να μετρηθούν, διότι το είχαν κακόν, άλλ’ εβιάσθηοαν να δεχθούν την καταμέτρησιν, διότι δεν ήθελεν ο Κολοκοτρώνης να τους δώση τροφήν (ταΐνι)»[2].

Την επομένη ημέρα μετά την καταμέτρηση, επετέθησαν εναντίον του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι περίπου 9 χιλιάδες Τούρκοι, πεζικό και ιππικό, που βγήκαν από την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι κυρίευαν το χωριό Βαλτέτσι και οι Έλληνες απωθήθηκαν βορεινά, προς το δρόμο που οδηγούσε στο μικρό χωριό Αραχαμίτες που βρίσκεται κοντά στην σημερινή Ασέα.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Εκεί στο δρόμο, έξω από το Βαλτέτσι και βορεινά του χωριού, σταμάτησαν οι Καπεταναίοι και πολέμησαν μόνοι τους, αναγκάζοντας έτσι τους Τούρκους να μην προχωρήσουν πιο πέρα. Αν δεν είχαν επιχειρήσει αύτη την αντίδραση οι Καπεταναίοι, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πιάσουν οι Τούρκοι αιχμάλωτο τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον αρχηγό των Μανιατών. Εξ άλλου από την πλευρά τους οι Μανιάτες, που δείλιασαν και δεν έμειναν να πολεμήσουν (όπως ήξεραν και μπορούσαν να πολεμούν), γόγγυζαν εναντίον του Κολοκοτρώνη, λέγοντας ότι εκείνος έφταιγε που τους ανάγκασε να μετρηθούν, και για τούτο οι Τούρκοι τους έκαμαν μάγια και εκείνοι δείλιασαν και δεν σταμάτησαν να πολεμήσουν.

Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την άλλην ημέραν (24 Απριλίου) μετά την καταμέτρησιν… ήρθαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έως 9 χιλιάδες πεζοί και καβαλαραϊοι και αφού μας εκυνήγησαν, εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτον εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον. Οι Τούρκοι μας επήραν το χωρίον Βαλτέτσι και μας έσπρωξαν κατά το βορεινόν μέρος σιμά τον χωριού, όπου είναι ο δρόμος των Αραχαμιτών εκεί επολέμησαν μόνοι των οι μεγάλοι Καπεταναΐοι και τους εσταμάτησαν άλλως επίαναν ζωντανόν τον Κυριακούλην»[3].

Η συμπεριφορά των Μανιατών είναι φυσικό να μας φαίνεται τουλάχιστον περίεργη. Επιβάλλεται όμως να την προσέξουμε πιο πολύ και να αναζητήσουμε να την ερμηνεύσουμε.

Είναι γνωστό ότι ακόμη και σήμερα οι Έλληνες βοσκοί, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, αποφεύγουν να μετρούν τα πρόβατα ή τα γίδια της στάνης τους, και κυρίως αποφεύγουν συστηματικά να ανακοινώνουν σε άλλους τον ακριβή αριθμό των ζώων τους. «Το έχουν για κακό», όπως γράφει και ο Φωτάκος για τους Μανιάτες. Για τούτο, οσάκις κάποιος τρίτος, ανίδεος από την ψυχολογία των βοσκών, ερώτηση κάποιον τσοπάνη πόσα είναι τα πρόβατά του, εκείνος αποφεύγει να αναφέρει αριθμό. Συνηθισμένη απάντηση του είναι: «Δεν ξέρω» η αλλιώς: «Πόσα είναι; Όσα είναι».

Πιστεύουν οι βοσκοί ότι, αν μετρήσουν τα ζώα της στάνης τους, τότε αυτά κινδυνεύουν να υποστούν άμεση καταστροφή. Είναι γνωστή η φράση: «Από τα μετρημένα τρώει ο λύκος». Πρόκειται αρχικά για ένα ποιμενικό γνωμικό ολοκληρωτικής λαϊκής αποδοχής, που γρήγορα έπειτα έγινε πανελλήνια παροιμία. Η άποψη, που υποστηρίζεται μ’ αυτό το γνωμικό, μπορεί να διατυπωθεί: Αν δεν μετρήσεις τα ζώα της στάνης σου, αυτά όχι μόνο δεν κινδυνεύουν άλλα και θα πληθύνονται συνεχώς. Αν όμως τα μετράς, εκείνα κινδυνεύουν άμεσα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και σήμερα ακόμη, υπάρχει ανάλογη δοξασία ανάμεσα και στους χαρτοπαίκτες. Εάν ένας κερδίζει και το παιγνίδι συνεχίζεται, δεν εννοεί με κανένα τρόπο να μετρήσει πόσα κερδίζει, γιατί πιστεύει – και πιστεύουν και οι άλλοι – ότι όσο δεν τα μετράει, τόσο η ευνοϊκή τύχη θα εξακολουθεί και τα κέρδη θα αυξάνονται και θα πληθύνονται, ενώ αν κάμει το μεγάλο λάθος να τα μετρήσει, από εκεί και πέρα η καλή τύχη σταματάει και η χασούρα αρχίζει να κυριαρχεί. Και τότε, τα μετρημένα δεν τα τρώει μόνο ο λύκος, άλλα και τα ενθυλακώνει ο αντίπαλος χαρτοπαίκτης.

Ακόμη και σχετικά με τα παιδιά μίας οικογένειας, παλαιότερα δεν ήθελαν οι γονείς να ανακοινώνουν σε άγνωστους και τρίτους, πόσα είναι. «Πόσα παιδιά έχεις; – Όσα έχει δώσει ο Θεός!» απαντούσαν.

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

Πίσω από αυτά τα έθιμα κρύβεται η λαϊκή δοξασία ότι καταμετρώντας κάποιο πλήθος, το περιχαρακώνεις, το εξουσιάζεις και το κάνεις ευπαθέστερο. Γι’ αυτό αν θέλεις να παραμένει εκείνο ισχυρό, (οτιδήποτε είναι που χρειάζεται προστασία, αύξηση και μεγάλωμα, όπως είναι ζώα, παιδιά, χρήματα, καρποφόρα δέντρα), οφείλεις να αποφεύγεις την καταμέτρηση τους [4]. Ούτε πρέπει να ανακοινώνεις σε άλλους τον ακριβή αριθμό των πραγμάτων που έχεις. Εκείνος που θα πληροφορηθεί τον ακριβή αριθμό των ζώων μίας στάνης, είναι σα να έχει γίνει ο μαγικός κάτοχος της στάνης. ’Εάν δηλαδή ακουστή ο αριθμός των ζώων της στάνης, τούτο ισοδυναμεί ως να έχει κοινολογηθεί ήδη το σπουδαίο μυστικό και ως να έχει μάθει τούτο ακόμη και ο λύκος, στον οποίο άλλωστε είναι γνωστό ότι του απεδίδοντο δαιμονικές ιδιότητες. ’Ακόμη και για τα παιδιά της οικογένειας, ο αριθμός τους έπρεπε να παραμένει μυστικός για τους ξένους, επειδή και εκείνοι, γινόμενοι κάτοχοι του αριθμού, είναι σα να αποκτούν αντίστοιχα τη δυνατότητα να βλάψουν. Ποικίλη μαγική ενέργεια στο μέλλον θα είναι πολύ εύκολο να κατευθύνεται εναντίον του συγκεκριμένου εκείνου αριθμού.

Συγκεντρωμένοι συνεπώς για πρώτη φορά οι Μανιάτες στις 23 Απριλίου του 1821 στο στρατόπεδο του Βαλτετσίου, – στην πρώτη τους πολεμική έξοδο από τη Μάνη και πριν καλά-καλά συμπληρωθεί μήνας από την επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως – μετέφεραν μαζί τους έντονες όλες τις δοξασίες τους, που μάλιστα γίνονταν ισχυρότερες μπροστά στο αβέβαιο του πολεμικού κινδύνου. Είναι για τούτο δικαιολογημένοι, διότι δεν ήθελαν να μετρηθούν πριν από τη μάχη. Αν δέχονταν, θα ήταν σα να παραχωρούν στους αντιπάλους τους -προκαταβολικά και εθελοντικά – τη δύναμη της μαγικής εξόντωσής τους.

Οι Μανιάτες συνεπώς, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έχουν γίνει υποκείμενο ισχυρής μαγείας, υπέστησαν αυθυποβολή. Οι εμπειροπόλεμοι στρατιώτες της Μάνης, ξαφνικά έγιναν απόλεμοι. Και για να αποφύγουν μια μάχη που εκ των προτέρων πίστευαν ότι θα τους αποβεί μοιραία, προχώρησαν στον μόνο τρόπο σωτηρίας που τους απέμενε, στο να φύγουν κυνηγημένοι για να σωθούν. Στη φυγή τους μάλιστα ξέχασαν και τον γενναίο αρχηγό τους, τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ήταν φυσικό να οπισθοχωρεί ακούσια και τελευταίος, και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμάλωτος. Καθώς πήγαινε ουραγός, θα είχε σίγουρα αιχμαλωτισθεί, εάν οι άλλοι «μεγάλοι Καπεταναίοι» – όπως τους ονομάζει ο Φωτάκος – δεν σταματούσαν και δεν πολεμούσαν μόνοι τους Τούρκους, σώζοντας τον Κυριακούλη.

Πιστεύω ότι τώρα μπορούμε να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την συμπεριφορά των Μανιατών στο Βαλτέτσι. Έχοντας ριζωμένη στον ψυχικό τους κόσμο την πεποίθηση ότι έπειτα από τη δημόσια καταμέτρησή τους ένας μεγάλος κίνδυνος τους απειλεί, επίστεψαν ότι στους επιτιθέμενους Τούρκους της επομένης ημέρας πολύ σωστά «αναγνωρίζουν» τους ανθρώπους που τους έκαναν μάγια και τώρα έρχονται να αποτελειώσουν με φόνο το αποτέλεσμα της μαγικής ενέργειας που είχε προηγηθεί. Το κείμενο του Φωτάκου ευθυγραμμίζεται με όλα αυτά και αποδίδει με ακρίβεια την ομαδική ψυχολογία. Ιδού: «Εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτου εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον»[5].

 

Β

Τα κατακρεουργημένα κορμιά στο Βαλτέτσι

 

Αφού οι Τούρκοι έφυγαν, μετά την επίθεση και τη σφαγή που έκαμαν, ξαναγύρισαν έπειτα στο Βαλτέτσι και οι Έλληνες. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν τότε ήταν φρικιαστικό. Βρήκαν να έχουν κατακρεουργηθεί οι Έλληνες εκείνοι, όσοι έμειναν και πολέμησαν και στη συνέχεια δεν πρόλαβαν να φύγουν. Κανένας από τους ερχόμενους – και ανάμεσά τους φυσικά και ο Φωτάκος – δεν είχε το θάρρος να ζυγώσει κοντά στους σκοτωμένους. Κατακίτρινοι όλοι τους από τον φόβο, έστεκαν και κοίταζαν. Τότε ο Κολοκοτρώνης για να τους δώσει θάρρος, επήγε ο ίδιος και άρχισε να μαζεύει τα σκόρπια κομμάτια των σκοτωμένων. Τα έπαιρνε, τα φιλούσε και έλεγε στους γύρω του στρατιώτες ότι αυτοί, που σκοτώθηκαν μ’ αυτό τον άγριο τρόπο, είναι πραγματικοί άγιοι και ότι θα πάνε στον παράδεισο, γιατί είναι μάρτυρες που εμαρτύρησαν για τον Χριστιανισμό. Μονάχα τότε, έπειτα από όλα αυτά, επήραν θάρρος – ο Φωτάκος και οι άλλοι τρομαγμένοι – και επλησίασαν και έθαψαν τους νεκρούς.

Το σχετικό κείμενο, που μας έχει παραδώσει για το περιστατικό ο Φωτάκος, έχει ως εξής: «Αφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επέστρεψα – μεν εις το χωριό Βαλτέτσι, ήβραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Εκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους. Ο δε Κολοκοτρώνης δια να μας ενθαρρήνη, εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού, τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας ότι αυτοί είναι άγιοι και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν»[6].

Ανάλογο επεισόδιο συνέβη και αργότερα, πάλι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το περιστατικό συνέβη στον Άγιο Σώστη, ένα από τα χωριά στον κάμπο της Τεγέας, ασφαλώς το πιο κατάλληλο για οχύρωση, επειδή βρίσκεται πάνω σε χωμάτινο λόφο και αγναντεύει τον κάμπο και το δρόμο για τη γειτονική Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή στον Φωτάκο, να πάει και να ζυγώσει στο χωριό, τον Άγιο Σώστη. Πριν ξεκινήσει όμως ο Φωτάκος, ο Κολοκοτρώνης του έδωσε και άλλες σπουδαίες οδηγίες που ήσαν το αποτέλεσμα της Κολοκοτρωναίϊκης μακροχρόνιας πείρας στον τομέα της κλεφτουριάς. Γράφει σχετικά ο Φωτάκος: «Έπειτα με ωδήγησε, πως να πλησιάσω τον Άγιον Σωστήν. Να υπάγω δηλαδή τριγύρω ξέμακρα, να μη με τρώγη το βόλι εύκολα. – Πρόσεξε, μου είπεν ακόμη, τα πουλάκια τα μικρά, όταν τα σηκώνης ή οηκώνωνται μοναχά τους, εάν περνούν επάνω από το χωριό και τα ιδής να κάθωνται μέσα εις το χωριό άφοβα, τότε δεν είναι μέσα Τούρκοι και πήγαινε άφοβα ει δε και τα βλέπεις, άμα φθάσουν εις το χωρίον και γυρίζουν πίσω φοβισμένα και κάμουν (ε)λιγμούς ξαφνιασμένους, τότε είναι μέσα Τούρκοι και μην πας»[7].

Ο Φωτάκος ακολούθησε με προσοχή τις συμβουλές του Κολοκοτρώνη και έπειτα μπήκε στο χωριό τρέχοντας με το άλογό του από τη βορεινή πλευρά του χωρίου προς τη μεσημβρινή. Εκεί, στο νότιο μέρος του Αγίου Σώστη, είδε την εκκλησία του χωριού και την πόρτα της ανοιχτή. Ο Φωτάκος πλησίασε και κοίταξε στο εσωτερικό της εκκλησίας: «Έσκυψα και είδα την εκκλησίαν γεμάτην από πτώματα κοψοκέφαλα. Εφοβήθηκα πολύ και εγύρισα οπίσω εις τον αρχηγόν, ο όποιος ήρχετο με τους στρατιώτας, δια να πιάσουν το χωρίον και να κάμουν όλην την νύκτα ταμπούρια»[8].

Ο Κολοκοτρώνης ερώτησε τον Φωτάκο, γιατί έχει γίνει κίτρινος από τον φόβο του και εκείνος διηγήθηκε όσα είδε. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης εκάλεσε τους καπεταναίους και τους ρώτησε, τι πτώματα ήσαν εκείνα μέσα στην εκκλησία. Εκείνοι του είπαν ότι δεν έθαψαν τους σκοτωμένους. «Τότε (ο Κολοκοτρώνης) έδιαλεξεν ανθρώπους συνηθισμένους να μη φοβούνται τους νεκρούς (διότι τότε ο φόβος ήτο πολύς εις τους Έλληνας, επειδή ήσαν ασυνήθιστοι να πιάνουν και να θάφτουν πτώματα) και τους έστειλε και έκαμαν ένα μεγάλον λάκκον και τους έρριξεν όλους μέσα»[9].

Ανακατωμένες είναι οι δικαιολογίες που φέρνει ο Φωτάκος. Ωστόσο ο φόβος των Ελλήνων στρατιωτών στο Βαλτέτσι δεν οφείλεται απλώς στο ότι πρώτη φορά εκείνοι έβλεπαν ανθρώπους σκοτωμένους. Ούτε και κιτρίνισαν άπ’ αυτή την αιτία, δηλαδή διότι δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν σκοτωμένους. Εξ άλλου, στον Άγιο Σώστη της Τεγέας ο φόβος δεν προερχόταν απλώς γιατί είδαν μέσα στην εκκλησία τα κορμιά να είναι κοψοκέφαλα. Αν ήσαν μόνο αυτοί οι λόγοι, ασφαλώς έπειτα από τον πρώτο φόβο οι Έλληνες στρατιώτες θα ζύγωναν και θα έθαβαν τους νεκρούς.

Αλλά τότε, ποιός είναι ο βαθύτερος – και ο άγνωστος – λόγος για τον οποίο όλοι τους, Φωτάκος και λοιποί, έστεκαν κατακίτρινοι και ασάλευτοι, μην τολμώντας να πλησιάσουν και να έγγισουν τα πτώματα;

Πριν απαντήσω στο ερώτημα, προτείνω να γνωρίσουμε, τι ακριβώς πιστεύει, ακόμη και σήμερα, ο πολύς λαός ως προς τους πιθανούς κινδύνους που απειλούν καθέναν που θα πιάσει με τα χέρια του κάποιον νεκρό. Πιστεύουν λοιπόν ότι το λιγότερο που έχει να πάθη, είναι ότι θα τρέμουν τα χέρια του ή θα μένουν μουδιασμένα ή πιασμένα. Αυτό σημαίνει ότι τα χέρια που θα αγγίξουν το πτώμα, θα αχρηστευθούν προσωρινά από κάποιο νευρικό κλονισμό που θα πάθουν, ή από την ακινησία του αίματος και το βαρύ μούδιασμα.

Αναφέρω δύο παραδείγματα που μου είναι γνωστά από τη Θράκη: 1) Στον Σκοπό της Θράκης οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στο άλλαγμα του νεκρού, συνήθιζαν να κόβουν από το σάβανο ένα μικρό τετράγωνο κομμάτι που το έραβαν έπειτα πάνω στο εσωτερικό ποκάμισό τους, και το έκαναν αυτό «για να μην τρέμουν τα χέρια τους» [10]. 2) Στο Σαμακόβι της Ανατολικής Θράκης «οι νεκροθάφτες, φεύγοντας από το σπίτι του πεθαμένου, παίρνουν μια λωρίδα πανί και το κρύβουν κάπου, έξω στην αυλή τους. Έπειτα από σαράντα ημέρες το παίρνουν πάλι, το πλένουν και το βάζουν για μπάλωμα σ’ ένα ρούχο τους, για να μην πιαστούν τα χέρια τους»  [11].

Διαπιστώνομε ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις εκείνος που θα πιάσει τον νεκρό, είτε για να τον αλλάξει, είτε για να τον θάψει, κινδυνεύει να ίδει τα δύο χέρια του να τρέμουν ή να είναι πιασμένα και αχρηστευμένα και αυτό να γίνεται για αρκετόν καιρό. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν στις πιο αθώες περιπτώσεις, όταν δηλαδή ο θάνατος είναι φυσιολογικός και γίνεται μέσα στο σπίτι, και όταν οι γειτόνισσες σπεύδουν πρόθυμα για να περιποιηθούν τον προσφιλή νεκρό και οι νεκροθάφτες του χωριού να βοηθήσουν για την ταφή.

Στην περίπτωση όμως των βιαιοθανάτων, που τα κορμιά τους κατακρεουργήθηκαν από αιμοσταγείς φονιάδες, είναι πολύ φυσικό ότι η εκδικητική αντίδραση του νεκρού θα είναι πολύ ισχυρότερη και χειρότερη, και ότι θα κατευθύνεται αδιακρίτως εναντίον καθενός που θα τολμήσει να πιάσει τα διαμελισμένα κομμάτια του αδικοσκοτωμένου νεκρού. Καθένας που θα πιάσει τα ματωμένα κομμάτια, θα βάψη και αυτός τα χέρια του στο αδικοχυμένο αίμα. Θα γίνει συνεπώς συνένοχος στον φόνο και συνεκδοχικά συμμέτοχος στην εκδίκηση και την τιμωρία που θα προκαλέσει ο νεκρός.

Το μίασμα συνεπώς και ο πανίσχυρος φόβος από το μίασμα, ήσαν οι λόγοι που είχαν κάμει στο Βαλτέτσι και τον Φωτάκο και τους άλλους Έλληνες, να σταθούν περίτρομοι, κατακίτρινοι και αποσβολωμένοι, ευθύς ως αντίκρισαν τα κομματιασμένα κορμιά των συστρατιωτών τους. Ούτε και θα μετέβαλλαν ποτέ εκείνοι αύτη τη στάση τους, εάν δεν παρενέβαινε ο Κολοκοτρώνης, αυτός ο συχνός «από μηχανής θεός» για πάρα πολλά προβλήματα, μικρά και μεγάλα, που συνεχώς παρουσιάζονταν σε όλη την μακροχρόνια διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Εζύγωσε λοιπόν τότε ο Κολοκοτρώνης και όχι μόνο έπιανε και εμάζευε ο ίδιος τα σκόρπια κομμάτια από τα διαμελισμένα κορμιά, άλλα και – αντιπαραθέτοντας σκόπιμα, στους δήθεν μιασμένους και εκδικητικούς νεκρούς, την αγιότητα των τωρινών νεκρών – έλεγε στους στρατιώτες του ότι οι νεκροί εκείνοι δεν είναι βλαπτικοί και μιασμένοι, άλλ’ ότι είναι πραγματικοί Άγιοι, και θα πάνε σίγουρα στον παράδεισο, γιατί είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες του Χριστιανισμού.

Και για να αποδείξει έμπρακτα ο Κολοκοτρώνης ότι επρόκειτο για Αγίους και για λείψανα Αγίων, εφιλούσε με ευλάβεια το κάθε κομμάτι που εμάζευε. Το εφιλούσε με ευλάβεια, που ήταν όμοια με εκείνην, όταν φιλούμε τα ιερά λείψανα κάποιου Αγίου.

Γ

Οι τρεις λαγοί, πριν από τη μάχη στο Βαλτέτσι

 

Αρκετές ημέρες πριν από τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης πηγαινοερχόταν κάθε ημέρα ανάμεσα στο Χρυσοβίτσι, το Βαλτέτσι και την Πιάνα. Οι ενδιάμεσες αποστάσεις σ’ αυτά τα τρία χωριά είναι αρκετά μεγάλες, αλλά ο οργανωτικός Κολοκοτρώνης εννοούσε να έχει κάθε ημέρα προσωπική αντίληψη για το κάθε πρόβλημα: «Αφού ήλθαν τα στρατεύματα, εις Βαλτέτσι, τότε ο Κολοκοτρώνης δια πολλάς ημέρας επήγαινε και ήρχετο εις Βαλτέτσι την αυγήν από εκεί το μεσημέρι πάλιν εις Χρυσοβίτσι και το εσπέρας εκείθεν εις Πιάνα. Ταύτα ήσαν αδύνατον να μη γίνουν κάθε ημέραν, μολονότι το διάστημα ήτο όχι ολίγον»[12].

Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ακριβώς μέσα σε εκείνο το καθημερινό πέρα – δώθε βρήκε τον Κολοκοτρώνη και η είδηση, ότι επί τέλους οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ξεκίνησαν πανστρατιά, με σκοπό να συντρίψουν ολοσχερώς όλους τους Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στο Βαλτέτσι. Ο Φωτάκος γράφει σχετικά: «Ο δε Κολοκοτρώνης εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται και να βλέπη και τας τρεις θέσεις… του Χρυσοβιτσιού, της Πιάνας και του Βαλτετσιού, και τα πάντα ήσαν έτοιμα… Τέλος πάντων ήλθεν η ώρα να δοξασθούν και να ελευθερωθούν οι Έλληνες με του Θεού την βοήθειαν. Οι Τούρκοι εβγήκαν από την Τριπολιτσάν όλοι υπέρ τας δώδεκα χιλιάδας πεζοί και καβαλαραΐοι… Ο Κολοκοτρώνης εις το Χρυσοβίτσι τότε ευρισκόμενος, άμα είδε τους καπνούς[13], ότι οι Τούρκοι πηγαίνουν εις το Βαλτέτσι, αμέσως έστειλε τον Θεοδόσην Καρδαράν καβαλάρην με μίαν σημαίαν να έβγη εις την ράχιν του Βαλτετσιού δια να τον βλέπουν οι κλεισμένοι εις το Βαλτέτσι, ότι τους πηγαίνομεν βοήθειαν. Έπειτα διέταξε τους στρατιώτας να τον ακολουθήσουν»[14]. Και πιο κάτω ο Φωτάκος συνεχίζει: «Αφού ο πόλεμος άρχισεν εις τα καλά, έφθασεν ο Κολοκοτρώνης με τους Χρυσοβιτσιώτας και άλλους κοντά 700 και επήρε τις πλάτες των Τούρκων»[15].

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ανάμεσα, όμως σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, – ενώ η μεγάλη μάχη είχε αρχίσει και ενώ ο Κολοκοτρώνης πήγαινε, εσπευσμένα, για το Βαλτέτσι, – ιδού ότι στο δρόμο του ξεπετάχτηκαν μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα τρεις λαγοί. Ψυχολογικά, το ασήμαντο τούτο για σήμερα περιστατικό ήταν για τότε ότι χειρότερο θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς για εκείνες τις ώρες. Γενικά, εάν ένας λαγός παρουσιαζόταν είτε στο στρατόπεδο είτε σε ώρες κρίσιμες για πολεμική δράση, και ιδίως εάν ο λαγός έκοβε τον δρόμο προσπερνώντας κάθετα, τότε όλοι πίστευαν ότι τούτο ήταν προάγγελος για βέβαιη καταστροφή. Το νόημα όμως του οιωνού εκείνου πίστευαν ότι θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά, αρκούσε οι στρατιώτες να ήσαν ικανοί να σκοτώσουν τον απροσδόκητο τετράποδο επισκέπτη τους, ή προπάντων να καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό. Το τελευταίο τούτο εθεωρείτο και ως το σπουδαιότερο. Και τότε η ελπίδα για επικείμενη και βέβαιη νίκη άλλαζε και γινόταν πεποίθηση.

Ο Φωτάκος, περιγράφοντας το περιστατικό, έχει φροντίσει να προσθέσει και τις δικές του παρατηρήσεις σχετικά με την δοξασία. Το κείμενό του έχει ως εξής: «Όταν ο πόλεμος άρχισεν εις το Βαλτέτσι και ο Κολοκοτρώνης με τούς Χρυσοβιτσιώτας ήρχετο εκεί, οι στρατιώται του εις τον δρόμον έπιασαν λαγούς ζωντανούς· επειδή δε οι Έλληνες εκ προλήψεως εθεώρουν τον λαγόν, τον οποίον απαντούσαν καθ’ οδόν ως κακόν σημείον, ο Κολοκοτρώνης είπε τότε εις τους στρατιώτας δια να τους δώση θάρρος· «καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους»[16].

Παραλλαγή, ως προς την αφήγηση του αυτού επεισοδίου, συναντούμε στα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως ο Γέρος του Μόρια αφηγήθηκε το ίδιο περιστατικό στον Γεώργιο Τερτσέτη: «Όταν εκίνησα διά να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους επιάσαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους επίαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο»[17].

Προτού προχωρήσω στις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις μου, θα προτιμούσα να παραθέσω αμέσως τώρα το κείμενο από τρεις άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, που προέρχονται από την νεώτερη προφορική παράδοση.

Η πρώτη προέρχεται από την καταγραφή μίας ρουμελιώτικης παραδόσεως που την άκουσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ο τελευταίος την ανακοίνωσε στον Γιάννη Βλαχογιάννη, ο όποιος και τη δημοσιεύει το έτος 1927: «Στη Γραβιά, πριν μπούνε και κλειστούν οι Έλληνες στό Χάνι, πετάχτηκε λαγός από τα γύρωθε σπαρτά. Ο Ανδρούτσος φώναξε: – Μη χαλάτε τα φουσέκια σας». Έβαλε το λαγό στο κυνήγι και τον έπιασε ζωντανό, λένε»[18].

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου έχουν την ακόλουθη δοξασία, σύμφωνα με όσα γράφει στην Λαογραφία το έτος 1921 ο καταγόμενος από εκεί και μετέπειτα καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιος Αναγνωστόπουλος: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός, δε βρίσκεις καλά και μ’ ευκολία για ότι δουλειά πας»[19].

Τέλος η φιλόπονη και ευσυνείδητη λογία της Θράκης Ελπινίκη Σαραντή-Σταμούλη, γνωστή ιδιαίτερα για τις λαμπρές πληροφορίες εθίμων και δοξασιών της Θράκης που έχει δημοσιεύσει, γράφει το 1951 στη Λαογραφία:  «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό»[20].

Έχω τη γνώμη ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να συγκρίνω τις πληροφορίες και να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις που θα ήθελα να κάμω.

  1. Πρώτα-πρώτα, η πιο αδύναμη μαρτυρία από όλες τις πιο πάνω είναι αύτη που ο Γιάννης Βλαχογιάννης την έχει δημοσιεύσει στην «Ιστορική Ανθολογία». Γίνεται φανερό ότι ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, που άκουσε τη σχετική ρουμελιώτικη διήγηση, θαύμασε προπάντων τη λεβεντιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου και ιδίως τη θρυλική ταχύτητά του στο τρέξιμο. Θαυμάζοντας όμως αυτά, δεν πρόσεξε και δεν ρώτησε να μάθη περισσότερα για τη λαϊκή δοξασία, που κρύβεται πίσω από την ιστορία. Όπως η παράδοση έχει διασωθεί, φαίνεται απλώς σαν ένα περιστατικό που δείχνει την ωκυποδία του θρυλικού στο τρέξιμο Οδυσσέα. Στο μεταξύ όμως η παράδοση – μ’ αύτη τη μορφή της – έχει χάσει όλο το δραματικό στοιχείο της, που επικεντρώνεται στο ότι, την ώρα που οι γενναίοι αλλά ολίγοι πορεύονται για το απροστάτευτο Χάνι, ένας λαγός ξεπετιέται μπροστά τους, για να τους προειδοποιήσει ότι εκεί που πάνε τους περιμένει ο θάνατος. Μονάχα επειδή ο Οδυσσέας κατάφερε και έπιασε ζωντανό εκείνο τον λαγό, μονάχα τότε όλοι τους έγιναν σίγουροι, και ότι θα ταπεινώσουν την επόμενη ήμερα τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό, και ότι οι ίδιοι τελικά θα ξεφύγουν, με εκείνο το νυκτερινό άλλα δυναμικό γιουρούσι τους την μεθεπόμενη νύχτα.
  2. Αντίθετα όμως με τη διήγηση για τον Ανδρούτσο και το Χάνι της Γραβιάς, οι άλλες πληροφορίες είναι πολύ καλές. Πρόκειται για τις δύο για το Βαλτέτσι και για τις άλλες δύο, τις σχετικές με τη νεώτερη ζωή στο Ζαγόρι της Ηπείρου και στη Θράκη. Αξίζει λοιπόν να απομονώσουμε – και να τονίσουμε – τα σπουδαιότερα στοιχεία τους.

Και πρώτα-πρώτα, από όσα υποστηρίζουν οι δύο νεοελληνικές μαρτυρίες, η πληρέστερη μορφή της δοξασίας δεν ολοκληρώνεται απλώς με την παρουσία ενός λαγού στο δρόμο, άλλα κυρίως με το να προσπεράσει κάποιος λαγός κάθετα, μπροστά από τον δρόμο σου: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός» τονίζεται στο Ζαγόρι. «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο», επιμένουν και στη Θράκη.

Η αναποδιά πάντως, που προκαλείται με την εμφάνιση του λαγού, είναι γενική και ισχύει για τον οποιοδήποτε σκοπό που επιδιώκεται με την πορεία. Κυρίως όμως η απροσδόκητη εμφάνιση κάποιου λαγού συνδέεται αμεσότερα με τους κινδύνους που σχετίζονται με το στρατό και τον πόλεμο, διότι εκεί άλλωστε δεσπόζει το αβέβαιο του μέλλοντος. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν μεταξύ τους, τόσο η μαρτυρία της Θράκης, όσο και οι δύο σχετικές με το Βαλτέτσι, ιδίως όμως η παραλλαγή που την διηγείται ο ίδιος δ Κολοκοτρώνης. «Σαν ο λαγός τους έκοψε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, και προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό» (Θράκη). «Οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο[21] και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο» (Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα).

 

Δ

 

Ως προς τον ρόλο τώρα του λαγού, και τη σημασία της ξαφνικής παρουσίας του, δεν έχω αμφιβολία ότι ως αρχική αφετηρία στις δοξασίες πρέπει να έχει υπάρξει η δαιμονική και κυρίως η χθόνια ιδιότητα, που από παλαιότατους χρόνους και από αρκετούς ευρωπαϊκούς λαούς έχουν αποδοθεί στον λαγό. Γι’ αυτό τον λόγο ο λαγός – ιδίως στα ευρωπαϊκά έθιμα του θερισμού – έχει πολύτιμες μαγικές ιδιότητες. Εάν έξαφνα στο τέλος του θερισμού ξεφύγει κάποιος λαγός, που σ’ αύτη την περίπτωση συμβολίζει τον πλουτοδότη δαίμονα του σίτου, τότε πιστεύουν ότι η καρποφορία του μεγάλου χωραφιού θα μεταβληθεί σε ασήμαντη για το επόμενο έτος. Εάν όμως οι θεριστές του αγρού, κόβοντας τα τελευταία δράγματα (τις τελευταίες «χεριές») από τα στάχια, θα τύχη να συλλάβουν κάποιον αληθινό λαγό, η έστω εάν απομιμηθούν ότι τάχα τον έπιασαν – φωνάζοντας θριαμβευτικά «να, ο λαγός» και τρέχοντας «τον πιάνουν» – τότε και η καλή εσοδεία του αγρού εκείνου πιστεύουν ότι θα είναι απόλυτα εξασφαλισμένη και για την επόμενη χρονιά. Η ευετηρία που συνυπάρχει με τον λαγό, δαίμονα του σίτου, παραμένει στο χωράφι, όπου και ανήκει.

Συνοψίζω συνεπώς τις σκέψεις μου γύρω από το βαθύτερο νόημα, που – σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, άλλα και στην Ελλάδα – βρίσκεται πίσω από τα έθιμα του θερισμού: Η εμφάνιση του λαγού φέρνει μαζί της την ευγονία της γης και την ευτυχία στον αγρότη, άλλα στη συνέχεια η φυγή και εξαφάνισή του σε ξένους αγρούς προκαλεί αντίστοιχα την καχεξία του χωραφιού στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, εάν κατορθωθεί η σύλληψη του λαγού ζωντανού, ή έστω «η εικονική μιμητική σύλληψή του» μέσα στις φάσεις του θεριστικού «δρωμένου», τότε τούτο συμβολίζει ότι και η μελλοντική επιτυχία στην παραγωγή του χωραφιού θα είναι σίγουρη.

Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά μόνο τα ίδια νοήματα και τους συμβολισμούς να τους μεταφέρουμε και στο χώρο του πολέμου και να παραδεχτούμε ότι και εκεί συμβαίνουν πράγματα πανομοιότυπα. Η εμφάνιση δηλαδή και στη συνέχεια η φυγή ενός λαγού μπροστά από τους στρατιώτες, σημαίνει καταστροφή τους. Αντίθετα η σύλληψη του ζωντανού, σημαίνει μεγαλειώδη θρίαμβο κατά την επόμενη μάχη.

Ο Κολοκοτρώνης συνεπώς δεν είχε άδικο, όταν βλέποντας ότι οι στρατιώτες του έπιασαν ζωντανούς τους τρεις λαγούς τους είπε ότι η νίκη στο Βαλτέτσι είναι σίγουρη: «Εις τον δρόμο (για το Βαλτέτσι, όπου έσπευδαν) εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι «η νίκη, παιδιά, είναι δική μας».

Σιγά-σιγά όμως το παλαιότατο και βαθύτερο νόημα, ως προς την εμφάνιση και τη φυγή ή τη σύλληψη ζωντανού του λαγού, που ήταν ο δαίμων του σίτου και πάροχος αγροτικής ευημερίας, ήταν φυσικό με τα χρόνια να ξεχασθεί.

Τι απέμενε λοιπόν έκτοτε; Απέμενε να παρεμβληθεί η λύση της ομοιοπαθητικής αναλογίας. Το παλαιό δηλαδή έθιμο επέζησε, το αίμα όμως που ανανεώνει τη ζωή του έχει αλλάξει ιδιότητες και αιτιολογία.

Στη νέα αύτη φάση, με την οποία επιβιώνει σήμερα η παλιά δοξασία, υπόκειται το ακόλουθο σκεπτικό. Ερώτηση: Συμβαίνει ένας λαγός να παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά σου και προσπερνώντας να σου κόβει το δρόμο, την ώρα που πηγαίνεις για κάτι σπουδαίο; Αν αυτό συμβαίνει, τότε με αύτη την εμφάνισή του είναι σα να προειδοποιεί και να σου λέγει: «Όπως εγώ τρέχω πανικόβλητος για να σωθώ, έτσι και εσύ αυτού που πας θα τρέχεις το ίδιο πανικόβλητος για να σωθείς». Εάν λοιπόν ο λαγός τελικά ξεφύγει, τότε τούτο σημαίνει μεγάλη ζημιά η μεγάλο κίνδυνο. Εάν όμως θα καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό – όπως και στα μιμητικά δρώμενα του θερισμού – τότε τα πράγματα αλλάζουν, γιατί εκείνος που θα τρέχει σε λίγο, κυριολεκτικά πανικόβλητος, θα είναι ο νικημένος αντίπαλός σου.

Στα έθιμα τοκετού, κάθε φορά που θα έρθει μέσα στο σπίτι της επιτόκου κάποια γειτόνισσα, αντί του καθημερινού και κανονικού χαιρετισμού συνηθίζεται να λέει ως πρώτη λέξη την ακόλουθη ευχή: «Χέλια!» Μπορεί αλλιώς να ειπεί και ως έξης: (Όπως γλιστράει το χέλι, έτσι να γλιστρήσει και το παιδί». Σ’ αύτη τη φράση αναγνωρίζουμε τον τρόπο που γίνεται η σύνθεση της ομοιοπαθητικής ευχής. Η ευχή δηλαδή που εκφωνείται απαρτίζεται από δύο ισόποσα, ισότιμα και αλληλοεπηρεαζόμενα τμήματα, που συνδέονται και εξομοιώνονται μεταξύ τους με τους δύο εναρκτήριους συνδέσμους «όπως… έτσι…».

Ακριβώς όμως παρόμοια αμοιβαία εξομοίωση έχει συμβεί και στη σύντομη προσφώνηση του Κολοκοτρώνη προς τους στρατιώτες του, αμέσως μετά τη σύλληψη των τριών λαγών. Ο Φωτάκος βέβαια αναφέρει μόνο το δεύτερο τμήμα, γράφοντας: «Καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θά πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Δεν υπαρχή φυσικά καμιά αμφιβολία, ότι και ο Κολοκοτρώνης είναι δυνατόν να είπε ακριβώς έτσι, δηλαδή να παρέλειψε το πρώτο τμήμα ως ευκολονόητο. ‘Ωστόσο η κανονική και πλήρης διατύπωση της ομοιοπαθητικής μορφής πρέπει να είχε ως έξης: «Καλόν σημείον, παιδιά [22], όπως επιάσατε ζωντανούς τους λαγούς, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Με αυτή τη διατύπωση η ομοιοπαθητική έκφραση έχει πάρει την τέλεια μορφή της.

Τελικά η παλαιά ιδιότητα του λαγού, που φέρει μαζί του τον δαίμονα του σίτου και την ευημερία, έχει πλέον ξεχασθεί. Η νέα όμως δικαιολογία που ξεφύτρωσε, στηριγμένη ειδικά πάνω στην ομοιοπαθητική διαδικασία, ζει και βασιλεύει. Ημπορεί μάλιστα να δίνη τέτοια φτερά στα πόδια και τέτοιο κουράγιο στις καρδιές των πολεμιστών του Βαλτετσίου, ώστε πολύ σύντομα το περιεχόμενο της ομοιοπαθητικής προμαντείας θα γίνει πραγματικότητα. Περιγράφεται μάλιστα από τον Φωτάκο εκείνη η νέα πραγματικότητα με δύο διαφορετικές ενότητες, πρώτα με τα όσα έγιναν στο Βαλτέτσι, και δεύτερο με όσα διαδραματίσθηκαν μέσα στην Τριπολιτσά.

Ως προς το Βαλτέτσι, οι Τούρκοι «έφυγαν και άφηκαν σκοτωμένους γεμάτες τις ράχες δεξιά και αριστερά, καθώς πάει η ρεματιά εις την Τριπολιτσάν» [23]. Ως προς δε τους ολοφυρμούς στην Τριπολιτσά, ο Φωτάκος γράφει: «Τούτο δε μόνον εμείς γνωρίζομεν, ότι ολονυκτίς εκουβάλαγαν πληγωμένους μέσα εις την Τριπολιτσάν θρήνος και κλαυθμός πολύς εγίνετο μέσα εις την πόλιν, και δεν ήτο κανένα σπίτι χωρίς μοιρολόγια και κλαύματα. Αι γυναίκες των, τα παιδία των και όλη η Τουρκιά της Τριπολιτσάς έτρεχαν εις τους δρόμους, ως μας είπαν ύστερα οι κλεισμένοι μέσα Έλληνες, και ερωτούσαν και εφώναζαν ο καθένας τους δικούς των, αν τους είδαν ζωντανούς ή σκοτωμένους, και αν έρχωνται, ή τι έγιναν. Εκεί έβλεπε τις τας γυναίκας των Τούρκων να κορωνυχιάζουν τα μάγουλα των με τα νύχια των και να τραβούνε τα μαλλιά των, τα δε παιδιά να φωνάζουν και να γυρεύουν τους πατέρας των. Τοιαύτη ήτο η θέα της Τριπολιτσάς εις το έμβασμα των Τούρκων των τσακισμένων εις το Βαλτέτσι» [24].

 

Ε

  

Έχω υποστηρίξει, αμέσως από την αρχή της μελέτης μου, ότι ο Φωτάκος, «ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται… ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή» για την εποχή εκείνη. Νομίζω ότι τα τρία μικρά προβλήματα που εξέτασα πιο πάνω, σχετικά με το ελληνικό στρατόπεδο και τη μάχη στο Βαλτέτσι, είναι ικανά να αποδείξουν αύτη την αλήθεια.

Το αποτέλεσμα στην πρώτη μεγάλη μάχη και τη νίκη των Ελλήνων εκερδήθη φυσικά από την στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος όμως ο στρατηγός γνώριζε πολύ κοίλα ότι πίσω από τα γεγονότα – και παράλληλα με αυτά – βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και μία άλλη μορφή πολέμου, η σχετική με τη σύγκρουση των δοξασιών. Αν ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης δεν είχε προβλέψει τι οδυνηρές συνέπειες θα είχε για όλο το στρατόπεδο «το μέτρημα» των Μανιατών – που παρά λίγο να είχε στοιχίσει την αιχμαλωσία στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον «Μεγαλομούστακον» της Μάνης -, ωστόσο ο Γέρος του Μόρια παρενέβη σωτήρια στις δύο άλλες και σημαντικές περιπτώσεις: α) Δυνάμωσε την ψυχική αντοχή των στρατιωτών του, ως προς τη θέα των κατακρεουργημένων κορμιών και τους βοήθησε να απαλλαγούν από τον ισχυρό φόβο του μιάσματος. Και β) στη συνέχεια, στερέωσε την πίστη των στρατιωτών του για σίγουρη νίκη, και αυτό έγινε κατά τις κρίσιμες στιγμές, όταν ξεπετάχτηκαν οι τρεις λαγοί, σύμβολα  – όπως και οι Δελφικοί χρησμοί – δισυπόστατα από σημασιολογική άποψη. Σύμβολα δηλαδή επαίσχυντης φυγής, εάν δεν συλληφθούν, άλλα και σύμβολα θριάμβου, εάν οι λαγοί θα συλληφθούν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτίου Χρυσανθοπούλου η Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθηνήσι 1858. Φωτοτυπική επανέκδοση, – με επιμέλεια, εισαγωγή και ευρετήριο από τον κ. Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον -, έχει γίνει από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών (Αθήναι 1974). Σ’ αύτη την τελευταία έκδοση παραπέμπω κάθε τόσο, πιο κάτω.

[2] Φωτάκος Α, σελ. 121.

[3] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[4] Σε ανέκδοτους ιατροσοφικούς κώδικες των περασμένων αιώνων η ερευνήτρια αυτών των κωδίκων Αγλαΐα Παπασπυροπούλου, διδάκτωρ Λαογραφίας, με πληροφορεί ότι λέγεται συχνά: «βάλε αμέτρητο» άπ’ αυτό το βοτάνι η το άλλο. Αν το μετρήσεις, νομίζω ότι εκείνο χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

[5] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[6] Φωτάκος Α, σελ. 126.

[7] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[8] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[9] Φωτάκος Α, σελ. 218-219.

[10] Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου, τομ. 2 (1940) σελ. 173.

[11] Έπετ. Λαογρ. Αρχ. 2, 187.

[12] «Οι καπεταναίοι όσοι βαστούσαν την Επάνω Χρέπαν, φρόντιζαν πάντοτε να βάλλουν καπνούς εις την κορυφή δια να ειδοποιείται ο κόσμος και τα στρατόπεδα, ότι βγήκαν οι Τούρκοι» (Φωτάκος Α, σελ. 150).

[13] Από τους καπνούς στην Επάνω Χρέπα του Μαινάλου οι Έλληνες εμάθαιναν όχι μόνο ότι εβγήκαν Τούρκοι από την Τριπολιτσά, αλλά και προς τα που κατευθύνονται. Αυτά τα εμάθαιναν από ορισμένα σημάδια. «Το σημείον ήτο το ακόλουθον όταν οι Τούρκοι έβγαιναν να υπάγουν δια το Ναύπλιον, έβαλλαν εις την κορυφήν του βουνού της Επάνω Χρέπας ένα καπνόν, αν επήγαιναν δια το Λεβίδι τρεις, και δια το Βαλτέτσι τέσσερας και ούτω καθ’ εξής. Εδώ δια πρώτην φοράν μετεχειρίσθησαν οι Έλληνες τους καπνούς δια να γνωρίζουν που πηγαίνουν οι Τούρκοι. Αφού έβλεπαν τους καπνούς ετουφέκιζαν από ράχιν εις ράχιν και στρατιώται και τσοπάνηδες όπου ευρίσκοντο και διεδίδετο από τον έναν εις τον άλλον η είδησις της εξόδου των Τούρκων εις όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και ούτως εφύλαττον τας οικογένειας των και τα ζώα των από τους Τούρκους» (Φωτάκος Α, σελ. 140-141).

[14] Φωτάκος Α, σελ. 150-151.

[15] Φωτάκος Α, σελ. 153.

[16] Φωτάκος Α, σελ. 161.

[17] Θ. Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Έλλην. φυλής, φωτομηχανική επανέκδοση από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, με εισαγωγή, εύρετηριον, επιμέλεια Τάσου Γριτσόπουλου, Αθήναι 1981, σελ. 83.

[18] Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικοί Ανθολογία, 1927, σελ. 139, αρ. 264.

[19] Λαογραφία τομ. 8 (1921) σελ. 219, αρ. 18. Ο Γ. Αναγνωστόπουλος στο ρήμα προσπέραση δίνει την ερμηνεία (που είναι η σωστή) «διάσχιση τον δρόμον καθέτως και προ σού».

[20] Λαογραφία 13 (1951) σελ. 233, αρ. 196.

[21] Η έκφραση «από το στρατόπεδο» έχει εδώ τη σημασία, ότι οι λαγοί θα διέσχιζαν το στρατόπεδο. Τούτο ισοδυναμεί με την περίπτωση που ένας λαγός προσπερνάει κόβοντας κάθετα τον δρόμο.

[22] Η κλητική που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης (στα Απομνημονεύματά του) είναι «παιδιά» και όχι «στρατιώται» που γράφει ο Φωτάκος.

[23] Φωτάκος Α, σελ. 160.

[24] Φωτάκος Α, σελ. 160.

 

Κώστας Ρωμαίος (1913 – 1992)

Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός

«Πελοποννησιακά» (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό σύστημα.

 

Read Full Post »

Οι μάχες στην Αλαμάνα, τη Γραβιά και το Βαλτέτσι


 

Η Πύλη ανέθεσε την καταστολή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο στο διοικητή της Χουρσίτ πασά, που βρισκόταν στα Γιάννενα εναντίον του Αλή πασά. Ο Χουρσίτ είχε αρχίσει να προετοιμάζεται νωρίτερα, αφού στην Τρίπολη είχε αφήσει το χαρέμι και τους θησαυρούς του. Παράλληλα ήθελε να διασκεδάσει την οργή του σουλτάνου, τον οποίο πριν από λίγο καιρό διαβεβαίωνε για την ησυχία των κατοίκων.

Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Οι οπλαρχηγοί της Πανουργιάς, Αθανάσιος Διάκος και Γιάννης Δυοβουνιώτης, έχοντας καταλάβει Σάλωνα (Άμφισσα), Λιβαδειά, Θήβα και Μπουδουνίτσα, ετοιμάζονταν να ξεσηκώσουν τους άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς και να αποκλείσουν το δρόμο από Λιβαδειά προς Ζητούνι (Λαμία), αναχαιτίζοντας έτσι την εχθρική κάθοδο των Τούρκων προς τον Ισθμό. Στόχος, να διατηρηθεί και εξαπλωθεί η Επανάσταση.

 

Αθανάσιο Διάκος

Προσωπογραφία του Αθανασίου Διάκου. Λιθογραφία εκ των παλαιοτέρων εκδοτικών οίκων της Ελλάδος Δ. Π. Δημητράκου.

 

Ο Χουρσίτ ανέθεσε το έργο της καταστολής στον έμπιστό του Κιοσέ Μεχμέτ, τον οποίο διόρισε προσωρινό βαλή της Πελοποννήσου, και στον Αρβανίτη Ομέρ Βρυώνη (γόνο παλαιάς εξισλαμισθείσας χριστιανικής οικογένειας), παλαιό φίλο του Αλή πασά και πρόσφατα διορισμένο πασά του Βερατίου. Αν και ο Ομέρ Βρυώνης ήταν από τους ικανότερους στρατηγούς του τουρκικού στρατού, η αρχηγία της εκστρατείας ανατέθηκε στον Κιοσέ Μεχμέτ, γιατί η αποστασία του Αλή πασά είχε προξενήσει δυσπιστία προς τους Τουρκαλβανούς.

 

Η μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου 1821)

 

Αθανάσιος Διάκος, «ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτας εις την μάχην».

Η μεγάλη τουρκική δύναμη – 8.000 πεζοί και 800 ιππείς – έθετε σε μεγάλο κίνδυνο την Επανάσταση. Σε πολεμικό συμβούλιο στους Καμποτάδες, στις 20 Απριλίου, αποφασίστηκε η αντιμετώπιση του εχθρού στις στενές διαβάσεις των Θερμοπυλών, όπου δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν όλες οι εχθρικές δυνάμεις. Η ελληνική δύναμη μόλις ανερχόταν στους 1.500 άνδρες: 600 Σαλωνίτες υπό τον Πανουργιά, 500 Λιβαδίτες υπό τον Διάκο και 400 από τα υπόλοιπα μέρη υπό τον Δυοβουνιώτη. Ο τελευταίος πρότεινε να παραμείνουν ενωμένοι στην ίδια θέση περιμένοντας τον εχθρό, αλλά υπερίσχυσε η άποψη του Διάκου να χωριστούν και να καταλάβουν τα τρία περάσματα. Έτσι, ο Πανουργιάς κατέλαβε το χωριό Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια), όπου άφησε τους Παπανδρέα Κοκκοβιστιανό και Κομνά Τράκα, και τη Χαλκωμάτα (στο δρόμο των Σαλώνων), όπου παρέμεινε ο ίδιος με τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Ο Δυοβουνιώτης τη γέφυρα του Γοργοποτάμου και ο Διάκος της Αλαμάνας.

Στις 23 Απριλίου εμφανίστηκε ο εχθρικός στρατός. Μπροστά στην υπεροχή του εχθρού, ο Δυοβουνιώτης άφησε τον Γοργοπόταμο και οπισθοχώρησε προς την οχυρή θέση Δέμα, πιστεύοντας ότι το ανώμαλο έδαφος θα εμπόδιζε τους ιππείς του Ομέρ Βρυώνη, αλλά και από εκεί καταδιώχθηκε. Στη συνέχεια ο Ομέρ Βρυώνης στράφηκε προς το Μουσταφάμπεη, όπου όμως συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τους άνδρες των Παπανδρέα Κοκκοβιστιανού και Κομνά Τράκα, που είχαν οχυρωθεί στα σπίτια του χωριού, στην εκκλησία και στο μύλο. Τότε έκρινε σκόπιμο να εγκαταλείψει το Μουσταφάμπεη και να στραφεί προς τη Χαλκωμάτα και την Αλαμάνα. Διαίρεσε το στράτευμά του σε τρία σώματα: το πρώτο εναντίον της Χαλκωμάτας και του Πανουργιά, το δεύτερο εναντίον του Διάκου στην Αλαμάνα και το τρίτο στα υψώματα για να προλάβει την υποχώρηση των Ελλήνων. Η ηρωική αντίσταση του Πανουργιά, που μαχόταν στην πρώτη γραμμή, γρήγορα κάμφθηκε και άρχισε η υποχώρηση, κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί άνδρες, μεταξύ των οποίων και ο επίσκοπος Ησαΐας.

 

Η θυσία του Αθανάσιου Διάκου

σύντομα πέρασε στη σφαίρα

του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα.

 

Η Μάχη της Αλαμάνας. Φανταστικός πίνακας του Αλέξανδρου Ησαΐα. Ο Αθανάσιος Διάκος επιτίθεται εναντίον των Τούρκων, ενώ ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας Παπαστάθης πέφτει τραυματισμένος.

 

Παράλληλα στην Αλαμάνα συνεχιζόταν η επίθεση των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, στις οποίες προστέθηκαν και αυτές του Κιοσέ Μεχμέτ. Ο Διάκος προτίμησε να παραμείνει και να αντισταθεί με κάθε θυσία. Διακόσιοι από τους πεντακόσιους άνδρες του βρίσκονταν στη γέφυρα υπό τους Μπακογιάννη και Καλύβα, τα πρωτοπαλίκαρά του. Οι δυο τους τότε μαζί με δύο στρατιώτες πέρασαν τη γέφυρα και οχυρώθηκαν σ’ ένα χάνι αντιστεκόμενοι στον εχθρό. Ο Διάκος ήταν στα Ποριά, σε απόσταση είκοσι λεπτών, αντιστεκόμενος στις εχθρικές επιθέσεις. Μολονότι ήταν ολοφάνερη η επικείμενη συντριβή, δεν υποχωρούσε παρά τις έντονες παρακλήσεις των συντρόφων του και ιδιαίτερα του παλαιού του φίλου Βασίλη Μπούσγου. Στο τέλος έμειναν γύρω του μόνο 48 παλικάρια. Σε κάποια στιγμή ο Διάκος σμετατοπίστηκε στα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, ταμπουρωμένος πίσω από τα βράχια και μόνο με δέκα άνδρες γύρω του. Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Μετά τον τραυματισμό στο δεξί του ώμο, ο Διάκος συνέχισε κρατώντας με το αριστερό χέρι το σπασμένο σπαθί του. Επέμεινε μέχρι που έχασε όλους τους συντρόφους του (εκτός του Μπούσγου) και συνελήφθη ζωντανός. Ως απάντηση στην πρόταση των Βρυώνη και Μεχμέτ να συνεργαστεί, προτίμησε το θάνατο. Η θυσία του, στις πρώτες κιόλας εβδομάδες της Επανάστασης, σύντομα πέρασε στη σφαίρα του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα. Στη συνείδηση του λαού ο τόπος και ο τρόπος του θανάτου του παρομοιάστηκαν με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

 

Η μάχη της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821)

 

Odysseas Androutsos (1788 or 1789-1825): Fighter of the Greek Revolution of 1821

Ανδρούτσος Οδυσσεύς, ξυλογραφία Rousseau H. «Εθνική Επιθεώρησις» (1870-1871) σελ. 325.

Μετά τη νίκη αυτή των Τούρκων, οι εξαντλημένες επαναστατικές δυνάμεις της Ανατολικής Ελλάδας είχαν χάσει το ηθικό τους, ενώ οι Τούρκοι ετοίμαζαν ανενόχλητοι την κάθοδο προς την Πελοπόννησο. Μία λάθος κίνηση όμως του Ομέρ Βρυώνη ανέτρεψε την κατάσταση.

Η σκέψη να προσεταιριστεί τον οπλαρχηγό Οδυσσέα Ανδρούτσο, ηγετική πολεμική μορφή με μεγάλη επιρροή στην περιοχή, καθυστέρησε την τουρκική προέλαση. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από παλιά, αφού είχαν θητεύσει στην αυλή του Αλή πασά, αποκτώντας πολεμική εμπειρία και βιώνοντας τις ραδιουργίες και τη συνεχή καχυποψία. Ο Ανδρούτσος, ως ευνοούμενος του πασά των Ιωαννίνων, στον οποίο και όφειλε τη δύναμή του, είχε αποκτήσει το αρματολίκι της Λιβαδειάς (το σημαντικότερο της Ανατ. Ελλάδας), που συνόρευε με την Ήπειρο και τις ακτές του Ευβοϊκού κόλπου. Μετά την αποστασία του Αλή πασά είχε καταφύγει στα Επτάνησα, όπου το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης, πέρασε στην Πελοπόννησο και μετά στη Στερεά, σχεδιάζοντας την ένωση όλων των οπλαρχηγών της Ρούμελης. Η παρουσία του είχε ενθαρρύνει τους κατοίκους και τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον άνδρα ο Ομέρ Βρυώνης στήριζε πολλές ελπίδες και ζήτησε συνεργασία με αντάλλαγμα την αρχιστρατηγία όλης της Ανατ. Ελλάδας. Πρότεινε συνάντηση στη Γραβιά (ανάμεσα στον Παρνασσό και την Γκιόνα, στο δρόμο από Μπράλο προς Σάλωνα), όπου ήδη βρισκόταν ο Ανδρούτσος με τους Σουλιώτη Χρήστο Κοσμά και Σπύρο Κατσικογιάννη. Μετά έφθασαν εκεί οι Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και Μπούσγος.

 

Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ελαιογραφία σε μουσαμά. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Αγγελής Γοβιός ή Γοβγίνας (1780- 1822), οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, διακρίθηκε για την αναδιοργάνωση του Αγώνα στην Εύβοια.

Θεωρώντας σίγουρη την τουρκική κάθοδο στην Πελοπόννησο μέσω Σαλώνων και Γαλαξιδίου και όχι μέσω Ισθμού, αποφασίστηκε να αναχαιτίσουν την πορεία αυτή χωρίς καθυστέρηση. Η άποψη του Ανδρούτσου ήταν να οχυρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις στο χάνι. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν θα μπορούσε να προφυλαχθεί από την κατά μέτωπο επίθεση εξαιτίας του επίπεδου εδάφους που δεν είχε φυσικά οχυρώματα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης διαφώνησαν θεωρώντας το μικρό πλινθόκτιστο χάνι, που βρισκόταν σε ανοιχτό πεδίο, ακατάλληλη θέση για την άμυνα 1.300 Ελλήνων έναντι 9.000 Τούρκων. Αντιπρότειναν την κατάληψη των γειτονικών στενών, για να διευκολυνθεί τυχόν υποχώρηση. Επειδή ήταν όλοι αμετάπειστοι, ο Ανδρούτσος πρότεινε να καταλάβουν οι Πανουργιάς και Δυοβουντώτης τα αριστερά του δρόμου προς το Χλωμό και ο Κοσμάς τα δεξιά, στην κρήνη του Σύντσικα. Ο Ανδρούτσος ταμπουρώθηκε στο χάνι όπου εθελοντικά τον ακολούθησαν περίπου 120 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Γκούρας, Παπανδρέας Κοκκοβιστιανός, Κομνάς Τράκας, Αγγελής Γοβγίνας κ.ά.

 

Όταν ο Ανδρούτσος εγκατέλειψε

το χάνι της Γραβιάς  είχε χάσει

μόνο έξι συντρόφους του,

έναντι 300 Τούρκων νεκρών

 

Στις 8 Μαΐου εμφανίστηκε ο Ομέρ Βρυώνης. Διαίρεσε το στρατό του σε τρία τμήματα. Πρώτα επιτέθηκε στους Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Κοσμά, των οποίων η αντίσταση κάμφθηκε και σκόρπισαν στα γύρω ορεινά. Στη συνέχεια έμειναν οι υπερασπιστές στο χάνι. Μια τελευταία προσπάθεια προσεταιρισμού του Ανδρούτσου απέτυχε. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αναποτελεσματικές επιθέσεις στο χάνι. Μόνη λύση για τον Ομέρ Βρυώνη ήταν ο κανονιοβολισμός και ζήτησε κανόνια από το Ζητούνι. Ο Ανδρούτσος, μαντεύοντας τις προθέσεις του, τη νύχτα εγκατέλειψε το χάνι, έχοντας χάσει μόνο έξι συντρόφους έναντι 300 νεκρών και 200 τραυματιών Τούρκων.

 

Το κέρδος από τη στρατηγική

νίκη στη Γραβιά ήταν η καθυστέρηση

καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων

στην Πελοπόννησο

 

Η στρατηγική αυτή νίκη ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων και πτόησε την υπερβολική αυτοπεποίθηση του εχθρού. Πολύ σημαντικό κέρδος για την πορεία της Επανάστασης ήταν η αναβολή της εχθρικής καθόδου στην Πελοπόννησο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά. Έτσι, λίγες μέρες αργότερα, οι Πελοποννήσιοι αντιμετώπισαν στο Βαλτέτσι μόνο τις δυνάμεις του Μουσταφά μπέη.

 

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12- 13 Μαΐου 1821)

 

Αναγνωσταράς, «ο Αναγνωσταράς νικά τους Τούρκους στο Βαλτέτσι».

Στο μεταξύ, στην Πελοπόννησο η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη. Τον Απρίλιο είχαν φθάσει οι δυνάμεις που είχε στείλει ο Χουρσίτ υπό τον Γιουσούφ πασά και τον κεχαγιάμπεη (υποδιοικητή) Μουσταφά. Ο τελευταίος στις 6 Μαΐου έμπαινε στην Τρίπολη με πολλούς αιχμαλώτους και λάφυρα, ενθαρρύνοντας τις τουρκικές δυνάμεις που ετοιμάζονταν να καταστείλουν την Επανάσταση. Οι προοπάθειές του για υποταγή των επαρχιών με αντάλλαγμα την αμνηστία των αρχιερέων και προκρίτων, που κρατούνταν στην Τρίπολη, απέτυχαν.

Οι Έλληνες άρχισαν να ενισχύουν την άμυνα γύρω από την πρωτεύουσα του Μοριά. Στρατηγικός νους της επιχείρησης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχιστράτηγος της Καρύταινας, που επισήμανε την καίρια θέση του Βαλτετσίου, το οποίο οχυρώθηκε. Παράλληλα ενισχύθηκαν τα στρατόπεδα στο Χρυσοβίτσι, την Πιάνα και το Λεβίδη. Η ελληνική δύναμη έφθανε μόλις στους 2.300 άνδρες με ανεπαρκή οπλισμό, ενώ ο κεχαγιάμπεης χρησιμοποίησε 12.000 άνδρες, χωρισμένους σε πέντε τάγματα. Η εφορεία της Καρύταινας (ως οργανωμένη πολεμική υπηρεσία, υπό την προεδρία του Κανέλλου Δεληγιάννη) μεριμνούσε για την τροφοδοσία και συντήρηση του στρατεύματος, ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης επέβλεπε καθημερινά τους άνδρες φροντίζοντας για την απαραίτητη συνοχή και μαχητικότητά τους. Όπως υπαγορεύει στα απομνημονεύματά του: «Εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβιτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά».

 

Η μάχη του Βαλτετσίου

 

Ο αγωνιστής και Φιλικός Πέτρος Βορβιτσιώτης ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου.

Τα ξημερώματα της 12ης Μαΐου ο κεχαγιάμπεης έστειλε εναντίον του Βαλτετσίου το πρώτο σώμα υπό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή, το οποίο επιτέθηκε κατά του προμαχώνα του Μητροπέτροβα και των Μεσσηνίων υπό τους Μαυρομιχαλαίους, που πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Έπειτα από λίγο ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι έσπευσε για αντιπερισπασμό βόρεια του Βαλτετσίου και ο Δημ. Πλαπούτας από την Πιάνα στα Β.Δ. Νέα σώματα έφθασαν από Τρίπολη για συμπαράσταση στον Ρουμπή, αλλά αποκρούστηκαν. Η απόπειρα του εχθρού να χρησιμοποιήσει τα κανόνια απέτυχε λόγω ακαταλληλότητας του εδάφους. Η μάχη συνεχίστηκε και τη νύχτα, ενώ ο Κολοκοτρώνης φρόντιζε για τις προμήθειες των στρατιωτών σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Η παρουσία του εμψύχωνε και ενθουσίαζε τους αγωνιστές. Τα μεσάνυχτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροδούνι νέες ενισχύσεις υπό τους Αντ. Μαυρομιχάλη, Πέτρο Βαρβιτσιώτη κ.ά., ενώ τα χαράματα νέα Βοήθεια με τους Παν. Γιατράκο, Αναγν. Κονδάκη και τον επίσκοπο Βρεσθένης. Μια νέα προσπάθεια του εχθρού να χρησιμοποιήσει το πυροβολικό απέτυχε. Ο Ρουμπής ήταν πια αποκλεισμένος. Τη δυσχερή θέση του επιδείνωσε η άφιξη από το Άργος της δύναμης 300 ανδρών που μετέφεραν μολύβι, με επικεφαλής τούς Νικηταρά, Κων. Μαυρομιχάλη, Γενναίο Κολοκοτρώνη κ.ά. Οι τελευταίοι μόλις αντελήφθησαν την εξέλιξη της μάχης, παρέλαβαν από τα Βέρβαινα ενισχύσεις και κατευθύνθηκαν στο Βαλτέτσι. Ο αποκλεισμός του Ρουμπή ήταν πλέον τόσο στενός και επίμονος, που ο κεχαγιάμπεης αναγκάστηκε να διατάξει οπισθοχώρηση, κατά την οποία οι πανικόβλητοι Τούρκοι εγκατέλειπαν και τα όπλα τους ακόμη. Έπειτα από 23 ώρες μάχης οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και 600 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες 18 νεκρούς και 31 τραυματίες.

 

Ο γέρων Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός Ανδρούσας και Λεονταρίου, που πολέμησε με σθένος στη μάχη του Βαλτετσίου.

 

Τόση ήταν η σημασία της νίκης, που ο Κολοκοτρώνης τη χαρακτήρισε «ευτυχία της Πατρίδος». Συνέβαλε στην εδραίωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η περιοχή της Τρίπολης αποτελούσε νευραλγικό σημείο και πέρασμα προς Μεσσηνία και Μάνη, προπύργια της Επανάστασης. Εκεί ήταν η έδρα του Τούρκου διοικητή, στη Δημητσάνα υπήρχαν οι περίφημες μπαρουταποθήκες για τον πολεμικό εφοδιασμό των επαναστατών. Σε περίπτωση ήττας στο Βαλτέτσι, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν οι ελληνικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν. Από αυτή τη νίκη οι Έλληνες κέρδισαν αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και συνειδητοποίησαν την ανάγκη συντονισμού και οργάνωσης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα έξοδο, η οποία αποκρούσθηκε στα Δολιανά και Βέρβαινα. Ύστερα από τέσσερις μήνες οι Έλληνες έμπαιναν πλέον νικητές στην Τρίπολη.

 

Βιβλιογραφία


  • Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], τ. Α’.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εισαγ.- σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, έκδ. β, Αθήναι [1947].
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγηοις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ.- επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Α.
  • Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Γ.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πανούκλα – Ο μαύρος θάνατος στο Μεσαίωνα | Στέφανος Γερουλάνος, καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής, Ιωάννινα


 

Ιωάννης Βοκάκιος, από το βιβλίο «Académie Des Sciences Et Des Arts» του Isaac Bullart, που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ από τον Elzevier το 1682.

Ποτέ άλλη αρρώστια δεν προκάλεσε τόσο πολλούς νεκρούς στον κόσμο όσο ο Μαύρος θάνατος ή πανούκλα. Μόνο η Ευρώπη θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς από το 1348 μέχρι και το 1420. Πέρα απ’ αυτό όμως καμιά άλλη επιδημία δεν προκάλεσε τέτοιο φόβο, πανικό και φρίκη. Όπως αναφέρει ο Βοκάκιος: «Αυτή η συμφορά προξένησε τέτοια τρομάρα στις ψυχές ανδρών και γυναικών, ώστε απαρνήθηκε αδελφός τον αδελφό, θείος τον ανιψιό και αδελφή τον αδελφό. Οι γυναίκες συχνά εγκατέλειπαν τους άνδρες τους. Και το χειρότερο, αν και φαντάζει απίστευτο, πατεράδες και μανάδες φέρονταν στα παιδιά τους σαν ξένα, αρνούμενοι να τα δουν και να τα φροντίσουν». Ο κίνδυνος να κολλήσει ο ένας απ’ τον άλλο ήταν τόσο μεγάλος και ο θάνατος κάτω από τραγικές συνθήκες τόσο βέβαιος, ώστε οδήγησε ο’ αυτές τις απάνθρωπες συμπεριφορές.

Μια πρώτη περιγραφή της αρρώστιας συναντάμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα γύρω στο 1060 π.Χ., στον πόλεμο των Ιουδαίων με τους Φιλισταίους. Περισσότερες από 30 αναφορές σε ανάλογες επιδημίες συναντάμε στη Βίβλο. Είναι ο θεός που τιμωρεί τους ανθρώπους για τις άδικες ή αμαρτωλές πράξεις τους. Εδώ διαφαίνεται ήδη ότι η ασθένεια συναντάται συχνότερα σε πολέμους, σε λιμούς, ή άλλες καταστροφές.

Τον τιμωρό θεό τον φαντάζονταν Εβραίοι, Αιγύπτιοι και Μεσοποτάμιοι, όπως και στην Ελλάδα του Ομήρου ή του Σοφοκλή, με τόξο στα χέρια και θανατηφόρα Βέλη. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο Απόλλων συχνά μαζί με την Άρτεμη που εκτόξευαν αυτά τα βέλη.

Σε πείσμα της χριστιανικής θρησκείας, η πεποίθηση ότι η πανώλης προκαλείται από αόρατα βέλη θα κυριαρχήσει μέχρι και το Μεσαίωνα. Από αυτά τα βέλη θεωρούσαν τότε ότι προστάτευε τους πιστούς ο Άγιος Σεβαστιανός. Από τον καιρό αυτό οι αναφορές για επιδημίες πανώλους στην Αθήνα, τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ή αλλού είναι πολλές. Συχνά όμως εξελάμβαναν διάφορες άλλες επιδημίες για πανώλη, όπως π.χ. τον περίφημο λοιμό των Αθηνών, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Παλαιότερα πίστευαν ότι επρόκειτο για πανώλη, σήμερα πιστεύουμε ότι ήταν μάλλον ή ευλογιά ή συνδυασμός ευλογιάς με εξανθηματικό τύφο.

 

Από την πανούκλα μόνο η Ευρώπη

Θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς,

από το 1348 μέχρι και το 1420.

 

 

Ρούφος ο Εφέσιος.

Ο πρώτος που περιγράφει πραγματικά την πανώλη είναι ο Ρούφος ο Εφέσιος (110-180 μ.Χ.), που την ξεχωρίζει από τις άλλες επιδημίες. Αναφερόμενος στην επιδημία που άρχισε την εποχή του Τραϊανού (100 μ.Χ.) αναφέρει για πρώτη φορά το «βουβώνα», δηλαδή τη διόγκωση και διαπύηση λεμφαδένων και τις θέσεις που η αρρώστια μπορεί να πρωτοεμφανιστεί. Ο ίδιος, αναφερόμενος σε κάποιον Διονύσιο, περιγράφει και μια όμοια επιδημία του 280 π.Χ. σε Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία. Όπως μας λέει, και οι δύο αυτοί λοιμοί ήταν τραγικά θανατηφόροι.

Πολύ γνωστή είναι και η επιδημία που ενέσκηψε επί Μάρκου Αυρηλίου το 164 μ.Χ. Ο στρατός του νίκησε μεν τους Πάρθους στην Κτησιφώντα της Μεσοποταμίας, αλλά προσβλήθηκε από πανώλη που εξαπλώθηκε μετά σ’ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Διήρκεσε 24 ολόκληρα χρόνια και τελικά σκότωσε και τον ίδιο τον αυτοκράτορα έξω απ’ τη Βιέννη. Είναι η εποχή του Γαληνού (130-198 μ.Χ.), ο οποίος φοβούμενος μην κολλήσει εγκαταλείπει την πόλη της Ρώμης δυο φορές. Σε πολλά από τα βιβλία του που διασώθηκαν, ο Γαληνός αναφέρεται συχνά στην πανώλη αλλά και σε άλλους λοιμούς. Αιτία αυτών των επιδημιών είναι ο μολυσμένος αέρας, το μίασμα, που έλεγε ο Ιπποκράτης, μαζί με «τη δυσκρασία των χυμών». Με φωτιές, καπνούς και θυμιάματα προσπαθούν λοιπόν να απολυμάνουν τους χώρους και τον αέρα, κάτι που επέζησε μέχρι την εποχή μας. Ποιος δεν θυμάται το σφράγισμα των δωματίων νοσοκομείων έπειτα από θάνατο ασθενούς με λοίμωξη και την «απολύμανση» με ατμούς φορμαλίνης ή άλλων αντισηπτικών. Κατάλοιπα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής.

Ανάλογα γνωστή είναι και η επιδημία επί Ιουστινιανού, που περιγράφει ο ιστορικός Προκόπιος. Μια νέα ενδιαφέρουσα παρατήρηση καταγράφει πρώτος ο μεγάλος Άραβας ιατρός Αβικέννας (980- 1037). Πριν εκδηλωθεί επιδημία πανώλους, αρχί­ζουν να βγαίνουν απ’ τη γη ποντικοί, αρουραίοι και άλλα πολλά τρωκτικά. Συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα, γεννάνε όπου βρουν και πεθαίνουν σωρηδόν.

 

Αβικέννας, ο μεγάλος άραβας ιατρός που συνέδεσε πρώτος την πανώλη με τους ποντικούς. Πορτρέτο σε ασημένιο βάζο. Museum at BuAli Sina (Avicenna) Mausoleum – Hamadan – Western Iran.

 

Τεράστιες απώλειες είχαν και οι σταυροφό­ροι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αντιόχειας το 1097-98. Εδώ πέθαναν περί­που 50.000 σταυροφόροι. Μία ομάδα από 1.500 Γερμανούς, που έφθασαν με πλοία απ’ το Ρέγκενσμπουργκ (Regensburg) της Βαυα­ρίας, πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες μετά την απο­βίβασή τους. Τελικά από τους 100.000 σταυροφό­ρους που ξεκίνησαν την πολιορκία της Αντιόχειας, μόνο 21.000 γλίτωσαν και προχώρησαν προς την Ιε­ρουσαλήμ. Υπάρχουν ανάλογες αναφορές και από επόμενες σταυροφορίες. Πολλοί ιστορικοί μιλούν για 4, άλλοι για 7 σταυροφορίες. Στην πραγματι­κότητα όμως πρόκειται για διάφορα κύματα σταυ­ροφόρων. Το πήγαιν’-έλα δεν σταμάτησε ποτέ. Συ­νήθως πήγαιναν πεζή για να προσκυνήσουν και αφού πλιατσικολογούσαν ό,τι έβρισκαν στο δρόμο, έφθαναν στην Ιερουσαλήμ και έφευγαν, όντας «πιο πλούσιοι», με πλοία. Εκτός από τα κλοπιμαία έ­φερναν μαζί τους στα πλοία τους μαύρους αρουραίους, τους πιο επικίνδυνους ξενιστές της ασθέ­νειας. Έτσι, η αρρώστια δεν μπορούσε να καταλα­γιάσει ποτέ στη Δύση.

Οι πόλεις στην Ευρώπη ήταν τότε πολύ φτωχές. Οι αγρότες από το φόβο των επιδρομών κατέφευγαν μαζί με τα ζώα τους μέσα στις πόλεις. Κάθε πρωί τα έβγαζαν έξω από τα τείχη για να βοσκή­σουν ελεύθερα. Το απόγευμα τα έφερναν πίσω. Ο δρόμος μπροστά από κάθε σπίτι θεωρούνταν τότε ιδιοκτησία του σπιτιού. Εκεί στάβλιζαν τα ζώα τους και στοίβαζαν τα ξύλα. Ιδεώδης χώρος για τους πο­ντικούς και τους αρουραίους όπου εύρισκαν τροφή και κατοικία.

 

Η επιδημία πρωτάρχισε στην Κίνα,

όπου η πανώλης θέρισε 13 εκατομμύρια

ανθρώπους μέσα σε λίγα χρόνια

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ανέτειλε ο 14ος αι­ώνας, που έμελλε να φέρει σε όλη την τότε γνωστή οικουμένη μια νέα καταστροφή. Η επιδημία πρω­τάρχισε στην Κίνα, όπου η πανώλης θέρισε κυριολεκτικά τον πληθυσμό και 13 εκατομμύρια άνθρω­ποι πέθαναν μέσα σε λίγα χρόνια. Η μογγολική δυναστεία που κυβερνούσε τότε την Κίνα – ας θυ­μηθούμε τις στενές σχέσεις τους με το Βυζάντιο  τη Μαρία των Μογγόλων, την εκκλησία της Παναγίας των Μογγόλων στην Κωνσταντινούπολη, κ.ά.- αποδεκατίστηκε και αντικαταστάθηκε από τοπικούς ηγεμόνες, τη μετέπειτα περίφημη δυναστεία των Μινγκ (Ming) (1368-1644). Από εκεί η επιδημία πέρασε στις Ινδίες όπου σκόρπισε το θανατικό. Το 1347 μαζί με το μετάξι έφθασε στην Κριμαία. Οι Τάταροι πολιορκούσαν τότε την πόλη Φεοδοσία, που κατείχαν Γενουάτες. Η κατάσταση μέσα στην πόλη χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Τότε εμφανίστηκε η επιδημία πανώλους στο στρατό των Τατάρων. Εκατοντάδες στρατιωτικοί πέθαιναν καθημερινά. Για να σπάσουν την αντίσταση των Ιτα­λών οι Τάταροι άρχισαν να πετάνε με τους καταπέλτες πτώματα μέσα στα τείχη. Η πανώλης εξα­πλώθηκε και εκεί. Οι Τάταροι όμως λόγω του λοιμού αναχώρησαν. Τότε οι Γενουάτες μπήκαν αμέ­σως στα πλοία τους και έφυγαν για τη Δύση. Στο δρόμο τους έφεραν την πανώλη στην Κωνσταντι­νούπολη. Από εκεί πήγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στη Σικελία. Όταν τα 12 πλοία έφθασαν αρχές Οκτωβρίου του 1347 στη Μεσσήνη, λίγες μέ­ρες μετά άρχισε το μεγάλο θανατικό (Mortalega grande). Έδιωξαν αμέσως τους Γενουάτες από την

πόλη τους, οι οποίοι συνέ­χισαν την επι­στροφή προς την πα­τρίδα τους, φέρνοντας ό­που άραζαν το θάνατο. Οι πανικοβλημένοι Μεσσήνιοι έφυγαν από την πόλη ζητώντας προστασία από την Αγία Αγάθη, τα θαυματουργά λείψανα της οποίας φυλάσσο­νταν στην Κατάνια. Η επιδημία εξαπλώθηκε κι εκεί. Όσοι Κατάνιοι επέζησαν βγήκαν στην ενδοχώρα ή πήγαν στο Παλέρμο. Από την αρρώστια πέθαναν στο Παλέρμο 60.000 άτομα.

Φεύγοντας από τη Μεσσήνη τα περισσότε­ρα πλοία με τους Γενουάτες ανέβηκαν τα δυτικά παράλια της Ιταλίας και έφεραν το θανατικό στην Πίζα, τη Γένοβα και το Νοέμβριο στη Μασσαλία. Ένα μικρό μέρος των καραβιών ανέβηκε την Αδριατική. Ο λοιμός εξαπλώθηκε στις Δαλματικές ακτές και με­τά στη Βενετία. Την εποχή εκείνη έγραψε ο Βοκάκιος το γνωστό «Δεκαήμερο». Στην αρχή του βι­βλίου περιγράφει την ασθένεια, το «βουβώνα» και τους μαύρους ή μπλε λεκέδες στο δέρμα. Είναι αυ­τός που δίνει στην αρρώστια το όνομα «Μαύρος θά­νατος». Ο ανίδεος περί την ιατρική συγγραφέας ανατρέπει πρώτος τις παλιές θεωρίες του Γαληνού, περί μιάσματος και δυσκρασίας των χυμών.

 

Η πανώλη στη Φλωρεντία το 1348, όπως περιγράφεται στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.

 

Αρχές Ιανουάριου του επομένου έτους η πανώλης φθάνει στην Αβινιόν, που ήταν τότε έδρα του πάπα Κλήμη ΣΤ. Μέχρι το τέλος του Απριλίου υπολογίζεται ότι είχαν πεθάνει 60.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και 9 καρδινάλιοι.

Οι αδυναμία των ιατρών να καταπολεμήσουν την αρρώστια συνοψίζεται στον αφορισμό της εποχής: «Fuge, fuge cito, fuge long, fuge tadre» = Φύγε, φύγε μακριά, φύγε για μεγάλο διάστημα.

Τον Ιούνιο η πανώλης είχε φθάσει στο Παρίσι, τον Αύγουστο στο Καλέ, τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Απ’ τα 4 εκατομμύρια που είχε πληθυσμό το Λονδίνο μέσα σε 16 μήνες έμειναν 2,5. Στη Γερμανία το 1349 πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο τουλάχιστον 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη

θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια

από το Μαύρο θάνατο 25

εκατομμύρια νεκρούς,

 δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια από το Μαύρο θάνατο 25 εκατομμύρια νεκρούς, δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της. Στη δυστυχία αυτή πρέπει να προστεθεί και η καταδίωξη των Εβραίων, επειδή κάποιος αντισημίτης διαδίδει ότι οι Εβραίοι έριξαν δηλητήριο στα πηγάδια και τις στέρνες. Με τη δικαιολογία αυτή, άλλους σκοτώνουν, άλλους διώχνουν απ’ τις πόλεις, άλλους πάλι τους καίνε ζωντανούς. Υπάρχουν περιγραφές ότι μέσα σε μια Κυριακή έκαψαν ζωντανά πάνω στην ίδια φωτιά κάπου 300 άτομα.

Η επιδημία και οι μαζικοί θάνατοι έφεραν βέβαια και οικονομικό μαρασμό. Τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα αφού δεν υπήρχαν εργάτες να τα δουλέψουν. Έτσι, έλειπαν τα αγαθά πρώτης ανάγκης. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν επισκευάζονταν. Το εμπόριο φυτοζωούσε. Όσοι χωρικοί μπορούσαν μετανάστευαν, όσοι έμεναν πίσω καταπιέζονταν και δεν είχαν να φάνε. Το 1358 στη Γαλλία και το 1381 στην Αγγλία οι χωρικοί επαναστατούν. Όμως οι επαναστάσεις αυτές καταπνίγονται τελικά στο αίμα, προσθέτοντας στους νεκρούς του λοιμού και τους νεκρούς των εμφυλίων πολέμων.

Μέσα απ’ τη δυστυχία αυτή, οι άνθρωποι έμαθαν και καθιέρωσαν κάποιες βασικές πρακτικές για την καταπολέμηση της πανώλους, όπως: η απομόνωση όσων αρρώσταιναν, ο ψεκασμός ή η κάλυψη των νεκρών με ασβέστη, νιτρικό οξύ, θειάφι ή καμφορά, το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου με ξίδι που περιέχει αντισηπτικές πολυφενόλες, η υποχρέωση να δηλώνεται κάθε κρούσμα, η απαγόρευση των συναθροίσεων. Για πρώτη φορά απαγορεύονται οι σκουπιδότοποι (χωματερές) μέσα στις πόλεις και αν δεν γινόταν αλλιώς, τις σκέπαζαν κάθε τόσο με ασβέστη. Επίσης απαγορεύονται τα χοιροστάσια μέσα στην πόλη.

Οι προφυλακτικές αυτές μέθοδοι υγιεινής βοήθησαν κυρίως στην προστασία από άλλες ασθένειες. Η μόνη μέθοδος όμως που βοήθησε πραγματικά στο να μη διαδοθεί περαιτέρω η πανώλης ήταν η απομόνωση.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη.Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το 1374 η Βενετία, που είχε τραγικά δοκιμαστεί από επανειλημμένες επιδημίες, αποφασίζει να απομονώνεται κάθε πλοίο, πραμάτεια, ή ταξιδιώτες που έρχονταν από μολυσμένα μέρη στην αρχή για 30 και αργότερα για 40 ημέρες (καραντίνα). Τα πλοία έπρεπε να σηκώνουν κίτρινη σημαία και αγκυροβολούσαν στο νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro), όπου υπήρχε και μικρό νοσοκομείο, το Lazaretto. Από εδώ προέρχονται και οι όροι καραντίνα (ιταλικά quaranta =σαράντα), Λαζαρέτο και η λέξη isolation= απομόνωση, από τη λέξη isola=νηοί. Για να γλιτώσουν την καραντίνα που τους κόστιζε ακριβά, οι καπετάνιοι ζη­τούσαν από το λιμάνι αναχώρησης και τα ενδιάμε­σα λιμάνια όπου άραζαν επιστολή που βεβαίωνε ό­τι στο συγκεκριμένο λιμάνι δεν υπήρχε επιδημία πανώλους. Πολλά απ’ αυτά ήταν ψεύτικα. Έτσι απέφευγαν την καραντίνα. Τα μέτρα δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και ο πληθυσμός στράφηκε προς τους δύο μεγάλους προστάτες, τον Άγιο Ρόκο και τον Άγιο Σεβαστιανό.

 

Νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro).

 

Με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, αρχίζει δυστυχώς μια νέα εποχή για την πανώλη στην Ανατολή. Το περίφημο Επταπύργιο, το ση­μερινό Jedi Kule, τόπος καραντίνας στη βυζαντινή εποχή, καταργείται και μετατρέπεται σε φυλακή, καθ’ ότι η θέση του Κορανιού στο θέμα των ασθενειών είναι ξεκάθαρη: οι αρρώστιες στέλνονται α­πό τον Αλλάχ και εκείνος αποφασίζει αν οι άν­θρωποι θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Ακόμη και αν βρίσκεται κανείς στον πιο ισχυρό πύργο, ο θάνατος αν είναι να τον βρει θα τον βρει. Η θέση αυτή του Κορανιού ήταν μέχρι το 1836 αμετακίνητη. Η Πόλη αλλά και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα παραμείνει μια μεγάλη δεξαμενή της πανώλους μέχρι το 1836, οπότε ο Τούρκος Σεχουνισλάμ για πρώτη φορά έλαβε θέση λέγοντας ότι δεν είναι όλες οι αρρώστιες από τη μοίρα.

Στη Δύση το 1546 ο Τζιρολάμο Φρακαστόρο (Girolamo Fracastoro) (1483-1553) θα γράψει το περίφημο βιβλίο του για τις μεταδοτικές λοιμώξεις. Εκεί ξεχωρίζει ξανά, 1.400 χρόνια μετά τον Ρούφο, την πανώλη από άλλες μεταδοτικές ασθένειες κα πιστοποιεί ότι είναι τρομερά επικίνδυνο ακόμη και το να πάρεις ένα ρούχο από κάποιον άρρωστο με πανώλη. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Τζερόνιμο Μερκουριάλε (Geronimo Mercuriale), που συνέχισε την παράδοσή του, υποπτεύθηκαν ότι η αιτία της μόλυνσης ήταν οι ψύλλοι των ποντικών που κρύβονταν στα υπάρχοντα των πεθαμένων.

 

O Ιταλός γιατρός και ποιητής Τζιρολάμο Φρακαστόρο, συγγραφέας του βιβλίου για τις μεταδοτικές λοιμώξεις.

 

Τον ίδιο καιρό περίπου, ο Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, πλησίασε κοντότερα στα αίτια της λοίμωξης. Επισήμανε ξανά το γεγονός του θανάτου των αρουραίων λίγο πριν από την έναρξη επιδημίας πανώλους. Χρειάστηκε όμως να περάσουν άλλα 250 χρόνια μέχρις ότου ο Ελβετός Γιερσέν (Yersin) ανακαλύψει την αιτία και τη σχέση της αρρώστιας με τους αρουραίους και τους ψύλλους των τρωκτικών.

 

Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, ενώ εξετάζει ασθενή.

 

Την ίδια εποχή η Γερμανία θρήνησε 12 με 13 εκατομμύρια νεκρούς μόνο από επιδημίες που ενέσκηψαν λίγα χρόνια μετά τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου, μεγάλο μέρος από τις οποίες οφειλόταν στην πανώλη. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις χειροτέρεψαν τα πράγματα. Όταν οι Σουηδοί κατέλαβαν τη Γερμανία στον τριακονταετή πόλεμο, η πανώλης εξαπλώθηκε και πάλι σε όλη τη χώρα. Ο πληθυσμός του Άουγκσμπουργκ (Augsburg) και του Ρέγκενσμπουργκ σχεδόν εξαφανίστηκε. Σε μια πολίχνη, ονόματι Σβέιντνιτς (Schweidnitz), πίσω απ’ τα τείχη της οι δρόμοι είχαν γεμίσει άθαφτους νεκρούς που τους μετέφεραν μαζικά. Για να μην ακούγεται ο μακάβριος θόρυβος της ρόδας στο λιθόστρωτο αναγκάστηκαν να βάλουν στις ρόδες των κάρων πέτσινα λουριά, μια εφεύρεση που καθιερώθηκε από τότε και για τις άμαξες μεταφοράς ατόμων.

Μια και δεν υπήρχαν νεκροθάφτες, πετούσαν τους νεκρούς σε κάρα και από εκεί στο ποτάμι ή τους έθαβαν σε κοινό τάφο. Στο νεκροταφείο του Αγίου Λεονάρδου διατηρείται και σήμερα ταφόπλακα με γραπτή μαρτυρία του γεγονότος: «Εδώ είμαστε θαμμένοι 77, που πεθάναμε σε μια μέρα από την πανώλη, έτος 1637». Ανάλογα περιστατικά διαδραματίζονταν στη Γαλλία, την Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Παντού υπήρχε σκηνικό φρίκης. Στα σπίτια έφθασαν να μένουν μόνον κατοικίδια ζώα. Στις πόλεις κατέβαιναν λύκοι και επετίθεντο στους ανθρώπους. Αγελάδες και πρόβατα έμεναν έρημα στα χωράφια και μούγκριζαν γιατί δεν υπήρχε κανείς να τ’ αρμέξει, ενώ τα σιτηρά δεν υπήρχε κανείς για να τα κόψει. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθεί ο φθόνος, η επιβουλή της περιουσίας των άλλων (αρκούσε να κατηγορήσει κανείς τη διπλανή του για μάγισσα, ώστε να καεί στην πυρά και να καρπωθεί αυτός την περιουσία της), και γενικά η επικράτηση του νόμου του ισχυροτέρου. Στην επιδημία του 1636 ο αρχιεπίσκοπος του Μάιντς (Mainz) απαγόρευσε για πρώτη φορά τα βασανιστήρια και τις δίκες των μαγισσών, παρακινούμενος από το φίλο του ιησουίτη Φρειδερίκο φον Σπέε (1591-1635), που ως εξομολογητής των άτυχων αυτών ανθρώπων είχε κατανοήσει ότι ήταν θύματα. Το βιβλίο του Σπέε, που πρωτοτυπώθηκε το 1631, επανατυπώθηκε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, πάντα με ψευδώνυμο για το φόβο των αντιποίνων.

 

Χάρτης διασποράς της πανδημίας.

 

Το 1631 ένας άλλος Ιησουίτης, ο Αθανάσιος Κίρχνερ, θα ανακαλύψει με το μικροσκόπιο μέσα στο πύον από βουβώνες, αλλά και στο αίμα ασθενών, κάτι μικρά σκουληκάκια που ονόμασε «vermiculi» και εντόπισε σ’ αυτά την αιτία της πανώλους. Αν ήταν πράγματι τα Gram – αρνητικά βακτήρια που προκαλούν την πανώλη, είναι δύσκολο να το πει κανείς σήμερα. Δεν παύει όμως να είναι ο πρώτος που έγραψε ότι το λεγόμενο «μίασμα» δεν είναι τίποτε άλλο από ένας στρατός από μικρά σκουληκάκια που μπαίνει με την αναπνοή ή από το δέρμα στο σώμα, κάνει τους αδένες να γεμίζουν πύον και σκοτώνουν τον ασθενή. Οι πρακτικές όμως που ακολουθούσαν τότε οι ιατροί ήταν ακόμη «μεσαιωνικές». Ο φόβος για το μίασμα τους έκανε να ντύνονται με βαριά ρούχα ποτισμένα σε κερί και να φοράνε μια περίεργη μάσκα, μέσα στην οποία έβαζαν σφουγγάρι ποτισμένο με ξίδι, καμφορά ή άλλα αντισηπτικά ονομαζόμενα «νερά της πανώλους». Ένα από αυτά ανακάλυψαν γύρω στο 1700 στην Κολονία δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ιωάννης-Βαπτιστής και ο Ιωάννης-Μαρία Φαρίνα Είναι το επιλεγόμενο «Eau de Cologne», η σημερινή κολόνια.

 

Ο Ιησουίτης Αθανάσιος Κίρχνερ που πρώτος είδε μέσα στο πύον και το αίμα παθογόνους μικροοργανισμούς που αποκάλεσε σκουληκάκια (vermiculi).

 

Ιατρική προφυλαχτική φορεσιά του 17ου αι. που «προφύλασσε» από την πανώλη. Στην κορακοειδή μύτη τοποθετούσαν ένα σφουγγαράκι που το πότιζαν με ξίδι και μετά το 1700 με κολόνια.Χαλκογραφία του Γιατρού Schnabel [εδώ Dr. Beak], ένας γιατρός της πανούκλας του 17ου αιώνα, στη Ρώμη, περίπου το 1656.

 

Όμως ήδη πριν από το 1700 στη διάρκεια του αγγλοολλανδικού πολέμου (1665-67), μια νέα επιδημία ξέσπασε στο Λονδίνο και απ’ τους 500.000 κατοίκους πέθαναν οι 70.000. Στο ημερολόγιο του γραμματέα του αγγλικού ναυαρχείου Σαμουήλ Πέπι (1633-1703) περιγράφονται τραγικές λεπτομέρειες για την επιδημία αυτή. Κατά την ίδια επιδημία ξεσπά στις 2 Σεπτεμβρίου του 1666 η μεγάλη πυρκαγιά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου. Στη φωτιά παραδόθηκαν 460 δρόμοι με 14.000 σπίτια και 80 εκκλησίες. Το ευτύχημα όμως ήταν ότι μαζί μ’ αυτά κάηκαν οι ποντικοί και οι φωλιές τους. Λίγο μετά, το αγγλικό Κοινοβούλιο αποφασίζει να απαγορεύσει τις ξύλινες κατασκευές σπιτιών για να μην ξαναπροκληθούν τέτοιας έκτασης ζημιές από τη φωτιά. Δίνονται άδειες κατασκευής μόνο σε σπίτια που κτίζονται με πυρότουβλα. Στο μέρος αυτό του Λονδίνου δεν ξαναεμφανίστηκε επιδημία πανώλους. Τα ποντίκια δεν μπορούσαν να φωλιάσουν κοντά σε ανθρώπους και οι ψύλλοι να μεταδώσουν τα βακτήρια στον άνθρωπο.

 

Φέρετρο πολλαπλών χρήσεων για νεκρούς από πανώλη, 17ος αι. Δίπλα ιατρική προφυλακτική φορεσιά του 10ου αι. Από πίσω αντίγραφο της ελαιγραφίας «Ο θρίαμβος του θανάτου». Κάτω από το φέρετρο δύο αρουραίοι. Μουσείο Ιστορίας Ιατρικής Πανεπιστημίου Ζυρίχης.

 

Στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις οι επιδημίες έρχονται κι επανέρχονται. Το 1679 η Βιέννη μετρά 140.516 νεκρούς. Μόλις συνέρχεται η πόλη εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός του διαβατηρίου υγείας για τον καθένα που θα μπει. Σώμα στρατού 10.000 ανδρών γύρω απ’ την πόλη ελέγχει τον καθένα και την πραμάτειά του και διασφαλίζει την τήρηση του θεσμού. Έτσι γεννιέται γενικότερα ο θεσμός του διαβατηρίου και του τελωνείου.

Οι αυστηροί έλεγχοι, είτε στα λιμάνια της Μεσογείου είτε γύρω απ’ τις πόλεις, όπως η Βιέννη, δεν είχαν πάντα αποτέλεσμα. Στις 25 Μαΐου 1720 άραξε στη Μασσαλία το πλοίο «Le Grand Saint Antoine». Το περίμεναν με ανυπομονησία γιατί έφερνε πραμάτεια απ’ την Ανατολή για μια μεγάλη εμπορική έκθεση. Ο καπετάνιος του είχε ήδη μαζί του τρία διαβατήρια υγείας από τη Σίδη, την Τρίπολη και την Κύπρο, που του επέτρεπαν ελεύθερη πρόσβαση, αλλά και ένα άλλο απ’ τον ιατρό του πλοίου – που είχε ήδη πεθάνει μετά από 7 ναύτες -, το οποίο έλεγε ότι πέθαναν από πανώλη. Στις 27 Μαΐου πεθαίνει άλλος ένας μέσα στο πλοίο. Τον νεκροτομούν στο νοσοκομείο του λιμανιού, αλλά κρύβουν πάλι ότι ήταν πανώλης. Στις 12 Ιουνίου  πεθαίνει ο υπάλληλος του τελωνείου που είχε επισκεφθεί το πλοίο και κατόπιν δύο ναύτες. Ο αρμόδιος χειρουργός το αποκρύπτει ξανά μέχρις ότου πεθαίνει κι αυτός. Η πραμάτεια έχει βγει πια στο λιμάνι. Λίγο αργότερα, την 1η Αυγούστου, πεθαίνουν μαζικά 100 άτομα, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πάνω από 1.000. Κανείς δεν δέχεται να τους θάψει και οι αρχές πανικοβλημένες φέρνουν καταδίκους απ’ τις φυλακές. Από τους 698 πεθαίνουν οι 457.

 

Ένα τυπικό φορτηγό πλοίο του 17ου – 18ου αιώνα, όπως το Grand Saint-Antoine.

 

Στην επιδημία αυτή ο καθηγητής Παθολογίας Ντεϊντιέ (Deidier) απ’ τη Ζυρίχη θα κάνει στο Μονπελιέ  τα πρώτα πειράματα που αποδεικνύουν τη μεταδοτικότητα της αρρώστιας. Παίρνοντας χολή από ασθενή και δίνοντάς την ενδοφλεβίως, από το στόμα ή υποδόρια, μεταδίδει την αρρώστια σε σκύλους. Από τότε η αυστηρή επιτήρηση των ταξιδιωτών γίνεται νόμος.

 

Οι νεκροί από την πανώλη θάβονταν στην αρχή των επιδημιών σε φέρετρα, συχνά σε αγρούς και όχι στα νεκροταφεία. Εκεί θάβονταν αργότερα χωρίς φέρετρα, ενώ όταν άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θάβονταν σε ομαδικούς τάφους ή πετιούνταν σε ποτάμια. Ανάμεσά τους και κάποιοι μισοπεθαμένοι.

 

Στην Τουρκία, που οι αρχές δεν παίρνουν καμιά προφύλαξη, ο πληθυσμός συνεχίζει να αφανίζεται. Οι πολλοί θάνατοι του 1836 αναγκάζουν το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ να ακολουθήσει την εισήγηση των ιατρών Στεφάνου και Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (παππού του περίφημου μαθηματικού), για άμεση μεταφορά όσων έχουν προσβληθεί από πανώλη στο λοιμοκαθαρτήριο του Πύργου του Λεάνδρου. Το μέτρο αυτό βοηθά στο να καταστείλουν την επιδημία. Για να τους ευχαριστήσει ο σουλτάνος τούς έδωσε την άδεια να ανεγερθεί η εκκλησία της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νεοχώρι.

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη

για την αντιμετώπιση

της πανώλους θα κάνει το 1894

ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη για την αντιμετώπιση της πανώλους θα κάνει στις 22 Ιουνίου του 1894 ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν (Alexander Yersin, 1863-1943), που φέρνει στο φως το αιτιογόνο βακτήριο της πανώλους, τη Yersinia pestis, όπως αυτό ονομάστηκε προς τιμήν του μετά το θάνατό του. Επιπλέον, ο Γιερσέν απέδειξε ότι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα ήταν ο αρουραίος. Είχε εντυπωσιαστεί από τις εκατοντάδες νεκρών αρουραίων που είδε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, και από την εικόνα αυτή βοηθήθηκε να κάνει τον πρώτο συνειρμό.

 

Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς.

 

Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι να αναλάβει την έρευνα για την προφύλαξη και θεραπεία της πανώλους. Τον ίδιο χρόνο, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού του Ινστιτούτου δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα με αντιτοξικούς ορούς. Το Σεπτέμβριο σώζει με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους με πανώλη στην Ινδοκίνα, όπου είχε κληθεί.

Τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας έκλεισε στη Βομβάη ο Ισπανός Σιμόντ (Simond) που εργαζόταν με τον Υερσέν στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι. Παρατήρησε ότι οι ξυπόλυτοι Hindus πριν εμφανίσουν αποστήματα στη βουβωνική χώρα, εμφάνιζαν μικρή φλύκταινα στο δέρμα του ποδιού τους, συνήθως κάτω απ’ τα σφυρά. Την ονόμασε «Phlyktaena praecox»= πρώιμη φλύκταινα. Από το υγρό αυτό καλλιέργησε Yersinia. Βλέποντας την ομοιότητα με τα τσιμπήματα των ψύλλων «ψυλλιάστηκε»!

Όπως έγραψε αργότερα, εκείνη την ώρα ανατρίχιασε πιστεύοντας ότι ίσως ανακάλυψε το μεγάλο μυστικό της αρρώστιας. Συγκέντρωσε τότε ψύλλους από αρουραίους που πέθαναν και με το μικροσκόπιο, αλλά και στις καλλιέργειες, ανακάλυψε Yersiniae. Κατόπιν τοποθέτησε δοκιμαστικά σε θάλαμο που χωριζόταν με συρμάτινο δίχτυ, απ’ τη μια μεριά έναν αρουραίο με πανώλη, γεμάτο ψύλλους, και απ’ την άλλη έναν υγιή αρουραίο, που είχε αφαιρέσει όλους τους ψύλλους. Το ήδη άρρωστο ζώο πέθανε μέσα σε μια μέρα, ενώ το υγιές έπειτα από έξι ημέρες. Έκανε το ίδιο πείραμα με έναν άρρωστο αρουραίο χωρίς ψύλλους και έναν υγιή χωρίς ψύλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άρρωστος να πεθάνει και ο υγιής να επιζήσει. Ήταν πια φανερό ότι το βακτήριο της πανώλους το περνούσαν οι ψύλλοι απ’ τον έναν αρουραίο στον άλλο μέσα απ’ το συρμάτινο δίχτυ, ενώ ο ένας αρουραίος δεν μπορούσε να κολλήσει απ’ ευθείας τον άλλο αν δεν υπήρχαν ψύλλοι. Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθε το DDT και τα άλλα εντομοκτόνα και έτσι η ασθένεια περιορίστηκε σημαντικά.

[ Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Λωζάννης, τού Μαρβούργου  και των Παρισίων και ακολούθως εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων, συνεργαζόμενος με τον Εμίλ Ρου πάνω στην τοξίνη της διφθερίτιδας.

Στο Χονγκ Κονγκ, στις 22 Ιουνίου του 1894, ανακάλυψε, την ίδια στιγμή με τον Κιτασάτο, το Βάκιλο της πανούκλας, ο οποίος ονομάστηκε προς τιμήν του Yersinia pestis. Ο Υερσέν, εντυπωσιασμένος από το πλήθος των νεκρών αρουραίων που έβλεπε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, κατέληξε στη σκέψη πως αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη αιτία μετάδοσης της νόσου. Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε πάλι στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι και τέθηκε επικεφαλής των ερευνών εναντίον της πανούκλας, ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε τα πρώτα του συμπεράσματα πάνω στους ορούς για την αντιμετώπιση της νόσου, Το Σεπτέμβριο μάλιστα του 1895 κλήθηκε στην Ινδοκίνα για να αντιμετωπίσει την επιδημία πανούκλας που είχε ενσκήψει και έσωσε με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους. Ίδρυσε τέλος δύο Ινστιτούτα Παστέρ στην Κίνα].

Σήμερα αν κάποιος προσβληθεί από πανώλη θεραπεύεται με αντιβιοτικά. Η στρεπτομυκίνη, οι τετρακυκλίνες και η χλωραμφενικόλη είναι τα φάρμακα επιλογής.

Η πανώλης νικήθηκε πια σχεδόν οριστικά, παρ’ όλο που πολλά τρωκτικά (κάπου 200 είδη) παραμένουν ακόμη σαν φυσική δεξαμενή στη νοτιοανατολική Ασία, το Ιράν, τις Ινδίες, την κεντρική και νότια Αφρική, αλλά και στις δυτικές πολιτείες της Αμερικής, προκαλώντας σποραδικά μικρές επιδημίες και μεμονωμένους θανάτους.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Lode Η., Stahlmann R., Infektiologie, Aesopus, Zug 1984, 168-71.
  • Lyons A., Petrucelli R., Medicine – An Illustrated History, Abrams, New York 1987.
  • Margotta R., The Hamlyn History of Medicine, Octopus, London 1996.
  • Moergeli Chr., Das Medizinhistorische, Museum der Universitaet Zurich.
  • Παπαβασιλείου I., Ρόζου B., Εγχειρίδιο Ιστορίας Ιατρικής, Εκδ. Πανεπιστημίου, Αθήναι, 1979.
  • Schreiber W., Mathys F., Infectio, Ed. Roche, Basel, 1987 Surbeck R., Fernsehen in die An tike – Die Welt von gestern mit den Augen von heute, Wiese, Basel, 1994, 117 ff.
  • Τσονίδη T., To γένος Καραθεοδωρή, Μέλισσα, Νέα Ορεστιάς 1989.
  • Winkle S., Kulturgeschichte der Seuchen, Artemis & Winkler, Duesseldorf/Zurich.

 

 

Στέφανος Γερουλάνος,

καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής – Ιωάννινα

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Πανούκλα – Ο Μαύρος θάνατος», τεύχος 101, 20 Σεπτεμβρίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης»

 

Ίσως η περισσότερο άγνωστη φυλακή της πόλης του Ναυπλίου είναι η Στρατιωτική Φυλακή. Είναι γνωστές οι φυλακές στο Παλαμήδι, στο κτήριο «Λεονάρδου» και Βουλευτικού, οι  γυναικείες φυλακές στο ισόγειο του Βουλευτικού και σε ιδιωτικό κτήριο και η φυλακή των πολιτικών κρατούμενων στην Ακροναυπλία.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη οργανώθηκε για πρώτη φορά επί εποχής Καποδίστρια, όταν συγκροτήθηκε το Διαρκές Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (21 Νοεμβρίου 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

Η ποινή του θανάτου για τους στρατιωτικούς εκτελείτο με τυφεκισμό ενώ των ποινικών με την γκιλοτίνα.

 

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου.

 

1884 (τέλη): Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε υπάρχοντα ενετικά κτήρια της Ακροναυπλίας, ίσως και με προσθήκη κάποιων νέων κτηρίων για τις ανάγκες στέγασης των στρατιωτικών φυλακών.

1885: Αρχές του έτους άρχισε η μεταφορά των στρατιωτικών καταδίκων από τις φυλακές του Παλαμηδίου στην Ακροναυπλία. Στο χώρο των φυλακών υπάρχει και εκκλησία για τον εκκλησιασμό των κρατούμενων ενώ έχει καταγραφεί και αίτημα για διορισμό μόνιμου ιερέα στη φυλακή. Η φυλακή έχει δύο ορόφους, με δύο θαλάμους, ατομικά κρεβάτια και καρτέλες σε κάθε κρεβάτι με το όνομα, την αναγραφή της ποινής, το αδίκημα και το στρατιωτικό σώμα που άνηκε. Οι εφημερίδες της εποχής πανηγυρίζουν για την εφαρμογή στις στρατιωτικές φυλακές του νέου συστήματος.

1885: Ιδρύεται το 8ο πεζικό σύνταγμα στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο (μετέπειτα πολιτικές φυλακές Ακροναυπλίας), δίπλα από τις στρατιωτικές.

1886: Στα μέσα του χρόνου μαθαίνουμε ότι οι φυλακές φιλοξενούν 337 κρατούμενους στρατιωτικούς και είναι πλήρεις.

1888: Έχει μειωθεί ο αριθμός των κρατουμένων σε 221 στρατιωτικούς.

1897: Στα μέσα του χρόνου γέμισαν όλες οι στρατιωτικές φυλακές (π.χ. Μεντρεσές στην Αθήνα) από λιποτάκτες φαντάρους. Πολλοί από τους λιποτάκτες του πολέμου του 1897 οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών.

 

1897 (Απρίλιος – Μάιος ): Μεταφορά στις στρατιωτικές φυλακές 124 Τούρκων αιχμαλώτων από τον πόλεμο του 1897.

1897: Στα τέλη του έτους μαζική απόδραση από τις στρατιωτικές φυλακές κρατουμένων, οι οποίοι συγκροτούν συμμορία ληστών στην περιοχή της Μαντινείας.

1897: Ορίζεται το Ναύπλιο ως έδρα ταξιαρχίας, που στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο δίπλα από τις στρατιωτικές φυλακές.

1900: Στις 2 Αυγούστου οδηγούνται στις φυλακές Ακροναυπλίας οι επικεφαλής κινήματος αξιωματικών πεζικού. Το στρατιωτικό κίνημα είχε γίνει στις 18/7/1900.

1902: Στις 2 Ιουνίου υπογράφεται επιστολή στρατιωτικών καταδίκων, όπου επιβραβεύεται ο διοικητής των φυλακών Ι. Παναγιωτόπουλος για την τάξη που έχει επιβάλλει. Από την επιστολή μαθαίνουμε για δύο φόνους μεταξύ των καταδίκων την προηγούμενη χρονιά στη φυλακή.

 

Το συγκρότημα των στρατιωτικών φυλακών στο Ναύπλιο.

 

1903: Τον Απρίλιο, σε έκθεση επιθεωρητή των φυλακών μαθαίνουμε ότι οι κατάδικοι στρατιώτες παίζουν χαρτιά και στα κελιά έχουν μπουκάλια με ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

1905: Στις 16 Οκτωβρίου γίνεται απόδραση από τις φυλακές Ακροναυπλίας καταδίκου σε ισόβια δεσμά, δεκανέας στο βαθμό.

1909: Στη φυλακή μεταφέρονται οι στασιαστές του κινήματος του Ναυτικού, που έγινε στις 17-10-1909, μετά το κίνημα στο Γουδί.

1909: Το Νοέμβριο ο αριθμός των κρατούμενων είναι 300 στρατιωτικοί.

1913: Στις φυλακές μεταφέρονται και Τούρκοι αιχμάλωτοι.

1921: Το Νοέμβριο μεταφέρονται στις στρατιωτικές φυλακές απεργοί στρατεύσιμοι από το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας, μετά από απόφαση στρατοδικείου.

1922: Τον Αύγουστο, 800 οι στρατιωτικοί κατάδικοι της Ακροναυπλίας ζητούν να πάνε στο μέτωπο. Έχουν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των κρατούμενων, ίσως χρησιμοποιούσαν τότε ως χώρο φυλακής και το μεγάλο ενετικό κτήριο.

1922: Άρχισαν να μεταφέρονται στις φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο ΚΚΕ. Οι στρατιωτικοί κρατούμενοι μεταφέρουν νερό από την πόλη του Ναυπλίου με ντενεκέδες για τη δεξαμενή της φυλακής και ασχολούνται με σπάσιμο χαλικιού. Όταν διαβάζουν ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ τιμωρούνται. Άλλη μια αγγαρεία ήταν ο καθαρισμός των πέντε δεξαμενών της πόλης του Ναυπλίου.

1929: Ψηφίζεται το Ιδιώνυμο (Νόμος 4249/25-7-29) «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1929: Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός για όλους τους θανατοποινίτες κρατούμενους.

1931: Τον Ιούλιο του 1931 δημοσιεύεται επιστολή στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, η οποία υπογράφεται από τον «Κόκκινο φαντάρο». Εκεί μαθαίνουμε ότι το συσσίτιο είναι κακό, ο ίδιος έχει περάσει 25 μήνες στη φυλακή και η αγγαρεία του είναι να σπάει πέτρες. Το ημερομίσθιο του φυλακισμένου είναι οχτώ δραχμές την ημέρα και η καταβολή του αργή.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών και η αναγραφή της φυλακής στην πρόσοψη του κτηρίου.

 

1932: Στις στρατιωτικές φυλακές οδηγούνται φαντάροι που ανήκουν στο ΚΚΕ, οι οποίοι κατηγορούνται ότι «συνεδρίασαν για την ανατροπή του καθεστώτος» ή μοίραζαν προκηρύξεις.

1932: Αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και ποινικών στρατιωτικών κρατούμενων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούν το σύστημα ότι αφήνει ελεύθερα τα ναρκωτικά στη φυλακή (χασίς).

1935: Στις 13 Απριλίου οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε την 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Στις 2 Δεκεμβρίου αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

1935: Τον Δεκέμβριο αρχίζουν απεργία πείνας στις στρατιωτικές φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι για να τους δοθεί αμνηστία.

1936: Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Έχει αποφασιστεί, όπως μαθαίνουμε από τοπική εφημερίδα η μετατροπή των φυλακών αποκλειστικά «για τους κομμουνιστάς».

1937: Στις 3 Φεβρουαρίου αρχίζει η λειτουργία των φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους οι πολιτικοί με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας λειτουργούν στο μεγάλο ενετικό κτήριο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Παπαφλέσσας Γρηγόριος Δικαίος (1786-1825)


 

Ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της Φιλικής Εταιρείας και της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε το 1786 στην Πολιανή της Μεσσηνίας. Στερνοπαίδι του Δημήτριου Δικαίου από τον δεύτερο γάμο του με την Κωνσταντίνα από το γένος των Ανδροναίων, πήρε το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο Φωτάκος στη βιογραφία του Γρηγόριου Δικαίου αναφέρει ότι ο πατέρας του απέκτησε δεκαοκτώ παιδιά με την πρώτη γυναίκα του και δέκα με τη δεύτερη, από τα οποία ο Γεώργιος (Γρηγόριος) ήταν το τελευταίο. [1] Αν οι αριθμοί αυτοί δεν είναι «πατριωτικά» διογκωμένοι ίσως δεν είναι άσχετοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού Γεώργιου Δικαίου.

 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Εξάλλου, σχετικά με την προέλευση του ονόματος Παπαφλέσσας πάλι ο Φωτάκος αναφέρει μία, τουλάχιστον περίεργη και μυθώδη, εκδοχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι απόγονοι του Δημήτριου Δικαίου ονομάστηκαν Φλεσαίοι από τη λέξη Εφεσίους της γνωστής επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία δεν προφερόταν σωστά στην εκκλησία της Πολιανής αλλά εκφερόταν ως Εφλεσίους, για να μεταπέσει σε Φλεσίους και περαιτέρω σε Φλεσαίους και από εκεί να καταντήσει επώνυμο της οικογένειας των Δικαίων και οπωσδήποτε του Γρηγορίου Δικαίου. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί βέβαια αν υποκρύπτεται κάποιο γεγονός πίσω από αυτές τις λεκτικές ακροβασίες, αλλά αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος (Γρηγόριος) Δίκαιος θα γίνει τουλάχιστον τα ύστερα χρόνια γνωστότερος ως Παπαφλέσσας παρά ως Δίκαιος.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του που μόλις μνημονεύσαμε, παιδί φέρεται ότι έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά σε κάποιον καλόγηρο, ενώ αργότερα παραδίδεται ότι ο εξάδελφος από τον πατέρα του Παναγιώτης, πρόκριτος της επαρχίας Λεονταρίου, όπου ανήκε και η Πολιανή, έστειλε τον μικρό Γεώργιο, μαζί με τα δικά του παιδιά, στην Ελληνική σχολή της Δημητσάνας, όπου είχε δάσκαλο πιθανόν τον λόγιο μοναχό Αγάπιο Αντωνόπουλο.

Αργότερα, το 1816, σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Γεώργιος Δίκαιος θα καρεί μοναχός στη μονή Βελανιδιάς, που βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα, και θα λάβει το μοναχικό όνομα Γρηγόριος, με το οποίο θα γίνει γνωστός· ωστόσο και πάλι εμφιλοχωρεί ένα πρόβλημα, δεδομένου ότι όσοι εμπλέκονταν με τον μοναχικό βίο το έκαναν πολύ νωρίτερα από την ηλικία των 30 ετών, που είναι το 1816 ο Δικαίος. Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως ο μοναχός Γρηγόριος στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή Βελανιδιάς και να καταφύγει σε ένα άλλο μοναστήρι, και συγκεκριμένα στη μονή Ρεκίτσας, που βρίσκεται μεταξύ Μιστρά και Λεονταρίου.

Η συνέχεια της ενδιαφέρουσας αυτής εξιστόρησης θέλει τον νεαρό μοναχό Γρηγόριο Δικαίο να έρχεται σε σύγκρουση και με τον ισχυρό Τούρκο της περιοχής Λεονταρίου Χουσεΐν αγά, γνωστό και ως Σερντάρη, που κατείχε πολλά κτήματα κοντά σε εκείνα της μονής Ρεκίτσας, τα οποία επιζήτησε να αποσπάσει από αυτήν. Στις συνεχείς διενέξεις μεταξύ του Τούρκου τσιφλικά και της μονής ο δραστήριος μοναχός  Γρηγόριος Δικαίος φέρεται ότι θέλησε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την περιουσία της μονής, ζήτησε μάλιστα και την παρέμβαση του πασά της Τριπολιτσάς.

Ακολουθούν διάφορα μυθιστορηματικά επεισόδια μεταξύ των ανθρώπων του αγά και της μονής που θα συνεπιφέρουν αναπόφευκτα και την καταδίωξη του Παπαφλέσσα, ο οποίος φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να παραμείνει στην Πελοπόννησο. Έτσι θα αναγκαστεί το 1818 να περάσει πρώτα στη Ζάκυνθο και από εκεί να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη, προκρίνοντας κατά τα φαινόμενα, ότι στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα υπήρχαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την περαιτέρω ιερατική του πορεία, δεδομένου ότι θα βρισκόταν κοντά στο κέντρο των εξελίξεων της Ανατολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

 

Πράγματι, στην Κωνσταντινούπολη ο Γρη­γόριος Δικαίος θα γνωρίσει πολύ κόσμο, θα συναντήσει πατριώτες του, ανάμεσα στους οποίους ο τότε μητροπολίτης Δέρκων, θα έρθει σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με την οικογένεια του λόγιου κληρικού Ζαχαρία Αινιάντος και ακόμα ως εκκλησιαστικός θα γίνει αρχιμανδρίτης, πιθανώς αναζητώντας, πα­ράλληλα, την ευκαιρία για να εκλεγεί μητρο­πολίτης και να τεθεί έτσι επικεφαλής κάποιας επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν. Εί­ναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Δίκαιος εί­χε στενές σχέσεις με τον τότε μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο (καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα Αχαΐας), ο οποίος θα θανατωθεί μαζί με τους άλλους ιεράρχες ως πράξη αντιποίνων για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ο Γρηγόριος Δέρκων να υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ωστόσο, οι επιδιώξεις του Γρηγόριου Δικαί­ου για ανώτερη εκκλησιαστική σταδιοδρομία φαίνεται να υποχωρούν δραματικά με τη μύη­σή του στη Φιλική Εταιρεία που θα γίνει από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο [2] ή από τον Ανα­γνώστη Παπαγεωργίου-Αναγνωσταρά [3] στις 21 Ιουνίου 1818. Στον κατάλογο Φιλικών του Σέκερη η σχετική αναγραφή έχει καταχωριστεί ως εξής: «Γρηγόριος Δικαίος. Αρχιμανδρίτης και έξαρχος Πατριαρ­χικός. Χρόνων 32. Διά του Π. Παπαγεωργίου. 1818, Ιουνίου 21, Κωνσταντινούπολις. Τω Ηλία Δικαίω εις Πολιανήν. Γρ. 10». [4] Το συνωμοτικό όνομα που έλαβε ως μέ­λος της Εταιρείας ήταν Αρμόδιος, ενώ κατείχε και τα διακριτικά αρχικά Α Μ.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα ενστερνισθεί με θέρμη και ζήλο τους σκοπούς της Φιλικής Εται­ρείας και θα αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δρα­στήρια μέλη της, σε έναν από τους πιο δρα­στήριους αποστόλους της. Το πρώτο πεδίο δράσης του υπήρξε βέβαια εκείνο της Κων­σταντινούπολης αλλά γρήγορα θα επεκτείνει τη δράση του και στην περιοχή των Ηγεμο­νιών, όπου, όπως έχουμε διαπιστώσει, τα πε­ρισσότερα από τα ανώτερα στελέχη της Εται­ρείας αλλά και ένα πλήθος από μεσαία και κα­τώτερα, θα δραστηριοποιηθούν τα χρόνια πριν από την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον κατάλογο Φιλικών του Παν. Σέκερη αλλά και του Ιωάννη Φιλήμονα, ο Γρη­γόριος φέρεται να μύησε την περίοδο 1818- 1819 τουλάχιστον τριάντα Φιλικούς, ανάμε­σα στους οποίους υπάρχουν και σημαντικά ονόματα (Καμαρηνός Κυριακός, Παναγιώτης Γιατράκος, Δημήτριος Θέμελης).

Πρέπει εξάλλου να επαναλάβουμε στο ση­μείο αυτό ότι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο που όλη σχεδόν η ηγετική ομάδα της Εταιρείας έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας· με άλλα λό­για βρισκόμαστε στο κρίσιμο διάστημα μετα­ξύ των ετών 1818 και 1820, όταν σημειώνε­ται «μια γενικευμένη ανάπτυξη κινήσεων, σχεδιασμών και άλλων ενεργειών, σε όλες τις χώ­ρες διαμονής των Ελλήνων. Οι περισσότεροι «απόστολοι» έχουν κινηθεί με επιτυχία, η Εφο­ρεία της Κωνσταντινούπολης με την ενεργό συμμετοχή του Π. Σέκερη λειτουργεί ικανο­ποιητικά, νέα μέ­λη της ηγετικής ομάδας όπως ο Γρηγόριος Δικαί­ος (Παπαφλέσ­σας) έχουν δώσει ένα νέο δυναμικό τόνο στην Εται­ρεία, η δε Πελοπόννησος έχει εμπλακεί ορι­στικά στην υπόθεση της εξέγερσης». [5]

Για να προσεγγίσουμε τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας με βάση, κυρίως, τις πληροφορίες από τα κείμενα που οι ίδιοι και οι συναγωνιστές τους μας παρέχουν και που εξακολουθούν να έρχονται στο φως, όπως λ.χ. το Αρχείο Ξάνθου, θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε από κοντά τον Γρηγόριο Δικαίο, με απώτερο βέβαια σκοπό να γνωρίσουμε καλύτερα το πρόσωπο και τη δράση του πρώτα ως Φιλικού και αργό­τερα ως αγωνιστή της Επανάστασης, του οποίου μάλιστα τη δράση επισφράγισε και ο ηρωικός θάνατος στο Μανιάκι (1825).

Όπως αναφέραμε, ο Γρηγόριος Δικαίος κα­τά το πρώτο διάστημα της σταδιοδρομίας του ως Φιλικού ανέλαβε δράση στην περιοχή των Ηγεμονιών. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι τον διακατείχε τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να προβαίνει στην κατήχηση νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας αδιακρίτως, χωρίς δηλα­δή να λαμβάνει τις δέουσες προφυλάξεις αλλά ούτε και να εγείρει επιφυλάξεις για το ποιόν των προσήλυτων. Ίσως κάτι τέτοιο ακριβώς να υπαινίσσεται η παρατήρηση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κλείνοντας ένα γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο της 26ης Μαρτίου 1819 επισημαίνει: «αύτη η ενόχλησις και η επαπειλουμένη τρικυμία σοι λέγω εν συντόμω ότι προήλθεν από την αδιαφορίαν του αναθεματι­σμένου παπά Γρηγορίου».[6]

Στον κατάλογο των μετακι­νήσεων του Δικαίου ανά τις Ηγεμονίες είναι βέβαια το Ιάσιο, όπως μας πληροφο­ρεί επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου της 24ης Μαΐου 1819 προς τον Εμμ. Ξάνθο. [7] Από την επιστο­λή αυτή, ανέκδοτη έως πρό­σφατα, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα εν­δεικτικό των σχέσεων του Γρηγόριου Δικαίου με τα άλ­λα μέλη της Εταιρείας, από τα οποία ο επιστέλλων Αναγνωστόπουλος δεν φαίνεται να έχει και τις καλύτερες δια­θέσεις προς τον φλογερό αρ­χιμανδρίτη, μολονότι τους συνδέει η κοινή πελοποννησιακή καταγωγή:

 

«Ο παππά Γρηγόριος εις τας 17 τούτου εμίσεψεν διά Γαλάτζι, ολίγον συγχυσμένος μαζύ μου, εξ αιτίας οπού τον εσυμβούλευα να μην πιστεύη τινα, επειδή και αι κατ’ αυτόν καταλαλιαί προήλθον εκ τού­του διά την εις καθένα πίστην του. συγχυσμέ­νος εις τέτοιον τρόπον οπού ούτε έξοδα είχεν, ούτε ηξεύρω ποίος του έδωσεν, επειδή και δεν είχεν ούτε λεπτόν, προτού με είχε συστήση εις Ισμαήλ καλώς, και στοχάζομαι ότι δεν θέλει αναιρέσει εκείνο όπερ πρότερον είπεν, μ’ όλον τούτο μη λείψετε αυτού διά να του γράψητε, καμονόμενος ότι διότι εμάθατε πως ήλθεν του ζητείτε γράμμα μου, και καθώς σας αποκριθή οδηγήσθαι και τον προλαμβάνετε, καθ’ όποι­ον τρόπον στοχασθήτε εις το περί εμού…».

Εξάλλου για την επικείμενη, εν συνεχεία, με­τάβασή του στο Γαλάτζι, μας πληροφορεί και επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στα τέλη Μαΐου 1819. [8] Μάλιστα από την επιστολή αυτή κερδίζουμε επιπλέον και το ψευδώνυμο «ιντερεσάτος» του Γρηγορίου Δικαίου. Όμως είχε φθάσει η 7η Ιουνίου και ο Δικαίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο Γαλάτζι, πράγμα που έχει προκαλέσει ανησυχίες ανάμεσα σε κάποια μέλη της Φιλικής Εταιρείας που τον περιμένουν για διαβουλεύσεις. Ενδεικτική της ανησυχίας αυτής είναι μία άλλη επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 7ης Ιουνίου 1819 από το Γαλάτζι, όπου ο άρχων ισπράβνικος των Ηγεμονιών αναφέρει μεταξύ των άλλων: «ο Δίκαιος αφού εμίσεψεν από Ιάσιον εις τας 19 του απελθόντος κατά τας βεβαίας ειδήσεις έχω, μέχρι τουδε δεν ήλθεν εδώ, και, το τι έγινεν ευρίσκομαι εις μεγαλοτάτην απορίαν, φαίνεται ότι άλλαξεν τον δρόμον του οπού αντί να ερθή εδώ επήγεν εις άλλον μέρος, εις ποιον όμως αγνοώ – οι φίλοι από Ιάσιον τον έχουν ότι ευρίσκεται εδώ… δεν ημπορώ να καταλάβω, φίλτατέ μοι, αυτό το κίνημα του Δικαίου τι εννοεί… θέλω γράψη αύριον και εις τον εν Βουκουρέστι ακριβόν μας… φίλον, αν ήρχοντο ο διάβολος ο Δικαίος εδώ ήτον πολλά ωφέλιμον, διά τας γνωστάς αιτίας, επειδή ηξευρω πως να τον οικονομήσω…». [9]

Οι κινήσεις του  Γρηγορίου εν συνεχεία εντοπίζονται στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, όπου μάλιστα αρρώστησε βαριά. Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από επιστολή και πάλι του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21ης Ιουλίου 1819: «χθες ελθών από Βουκουρέστι ο σιορ Στέργιος Πρασσάς μας διηγείται την δεινήν ασθένειαν του αγίου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρ. Δικαίου, με μεγάλην λύπην και άκρον μας κακοφανισμόν, ήτις τω επισυνέβη με το να εκοιμήθη υποκάτω μιας καρυδιάς εις εν ζεύκι [: γλέντι] οπού είχον φίλοι τινές εις ένα παχτζέν, όπου από αψηφισίας πλευριτωθείς έπεσε κλινήρης επιστρέψας αυτόν εις λοιμικήν νόσον, τον άφησε δε, ως μας λέγει, εις αθλίαν κατάστασιν και ο Θεός να τον βοηθήση».[10]

Η ίδια πληροφορία για την αρρώστια του Δικαίου διασταυρώνεται και από παράλληλή της που βρίσκουμε σε επιστολή του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο και φέρει χρονολογία 24 Ιουλίου 1819 αλλά και από αντίστοιχη της 28ης του ίδιου μήνα γραμμένη από τον Ευάγγελο Μαντζαράκη προς τον ίδιο αποδέκτη. Ο Γρηγόριος Δίκαιος φέρεται ασθενής και σε επιστολή της 4ης Αυγούστου 1819 του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο, μολονότι σε έγγραφο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης φέρεται στις 3 Αυγούστου 1819 να αδελφοποιήθηκε με τον Ιωάννη Φαρμάκη και τον Γεώργιο Ολύμπιο.[11] Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα η αδελφοποίηση αυτή έγινε όχι για συνωμοτικούς λόγους αλλά είχε τον χαρακτήρα προσωπικής συμφωνίας για αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία.

Αυτά, λοιπόν, μας παραδίδουν για την κατάσταση του Δικαίου στο Βουκουρέστι οι επιστολές που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ωστόσο, ο Ιω. Φιλήμονας (και ο Φωτάκος αργότερα) παραδίδει για τον Γρηγόριο Δικαίο και το γνωστό επεισόδιο στο Βουκουρέστι, όταν ο αρχιμανδρίτης θέλησε να πληροφορηθεί με δυναμικό τρόπο από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο για την Υπέρτατη Αρχή, στην οποία διεκδίκησε και τελικά πέτυχε να συμμετάσχει και ο ίδιος. Τότε φαίνεται ότι απέκτησε το ψευδώνυμο Αρμόδιος και τα συνωμοτικά αρχικά Α Μ, που έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, ο Γρηγόριος Δικαίος φαίνεται ότι διαθέτει γερή υγεία και έτσι αρκετά γρήγορα από μελλοθάνατος, όπως τον ήθελαν πολλοί αλληλογράφοι στα γράμματά τους, στις 4 Αυγούστου και κυρίως στις 11 Αυγούστου 1819 φέρεται ως υγιής σε επιστολή του Ευάγγελου Μαντζαράκη προς τον Εμμ. Ξάνθο, καθώς και σε άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, προς τον οποίο μάλιστα στέλνει και τους χαιρετισμούς του.[12]

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος κατάφερε να γίνει και αυτός μέλος της Αρχής της Εταιρείας. Τότε ακριβώς έλαβε γνώση και των διεργασιών που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκιά της και συγκεκριμένα την αποστολή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη στην προσπάθεια να πείσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της. Στη γραμμή αυτή, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο αρχείο Υψηλάντη, θα αποστείλει και ο Παπαφλέσσας στην Πετρούπολη τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον I. Φαρμάκη για να παρακαλέσει τον Καποδίστρια για τον ίδιο λόγο. Το σχετικό έγγραφο που αναφέραμε δεν πρέπει όμως να έφθασε ποτέ στα χέρια του υπουργού του τσάρου.

Ωστόσο, οι ενέργειές του στις Ηγεμονίες και η όλη δραστηριότητά του πρέπει να ανησύχησαν τις επιτόπιες αρχές. Έτσι ο Γιαννιώτης γιατρός Μιχαήλ Χρησταρής και άλλοι Φιλικοί, που κατάλαβαν ότι ο Δικαίος διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να απομακρυνθεί γρήγορα από το επικίνδυνο περιβάλλον. Βέβαια, ο ίδιος πρόβαλλε ως δικαιολογία των ενεργειών του τη συγκέντρωση δωρεών για τη σύσταση του σχολείου που, οι Καλλιμάχης και Νέγρης ετοιμάζονταν να ιδρύσουν στην Πελοπόννησο, ενώ στην πραγματικότητα απώτερος σκοπός τους ήταν η συγκεκαλυμμένη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του έργου της Εταιρείας. Έτσι κατόρθωσε να πάρει διαβατήριο και να αναχωρήσει από το Βουκουρέστι.

Στη δράση του Γρηγόριου Δικαίου πρέπει εξάλλου να προστεθεί και η μεταστροφή του Ανδρέα Σφαέλου. Ο τελευταίος είχε σταλεί εκ μέρους του αδελφού του δολοφονηθέντος Νικολάου Γαλάτη, Ευσταθίου, προκειμένου να εξοντώσει ορισμένα υψηλά στελέχη της Εταιρείας ως εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού του. Ο Σφαέλος στην περιπλάνησή του στις Ηγεμονίες φέρεται ότι επιχείρησε να έλθει σε επαφή με τον Δικαίο, ο οποίος τελικά θα κατορθώσει να τον μεταστρέψει από τους σκοπούς του και τον καταστήσει ενεργό στέλεχος της Εταιρείας – μάλιστα πολέμησε και σκοτώθηκε στη μάχη στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821. Τη μεταστροφή αυτή του Σφαέλου υπαινίσσεται και σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της 9ης Σεπτεμβρίου 1819 ο Δημήτριος Θέμελης, γράφοντας: «έχω εντελεστάτην πληροφορίαν ότι ανταμόθην [ο Σφαέλος] με τον Δικαίον… και φαίνεται από εν γράμμα το οποίον έστειλεν εδώ εις ένα του φίλον ο γνωστός… ότι έλαβεν άλλην μορφήν, καθησυχάσαντες αυτόν από του να ακροβατεί».[13]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Γνωρίζουμε ήδη ότι από το 1818, όταν αποφασίστηκε από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας η αναχώρηση αποστόλων – εθνεγερτών προς διάφορες περιοχές για την οργάνωση των επιτόπιων κλιμακίων της Εταιρείας, ο Καμαρηνός Κυριακός – ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει, μυήθηκε στην Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα – είχε επιφορτισθεί με τη σημαντική αποστολή να μεταβεί στη Μάνη και να κατηχήσει τον Πετρόμπεη. Πράγματι, ο Κυριακός πέτυχε να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και όχι μόνο αυτό. Εκ μέρους του Πετρόμπεη και μέσω του Κυριακού θα εκδηλωθούν πρωταγωνιστικές ενέργειες καθώς ο τελευταίος στις αρχές του 1819 θα φθάσει στην Κωνσταντινούπολη ως κομιστής επιστολών του Πετρόμπεη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τις οποίες θα τους ζητούσε οικονομική βοήθεια και στην ουσία θα τους έκανε πρόταση να τεθούν επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια του απελευθερωτικού αγώνα που ετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια ο Πετρόμπεης μέσω του Κυριακού έχει πληροφορηθεί το παιχνίδι που παιζόταν στα ανώτερα κλιμάκια της Εταιρείας και πιθανότατα αποπειράθηκε να ενεργήσει ως παράλληλο όργανο ενός άλλου πρωταγωνιστικού κέντρου των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ο Καμαρηνός Κυριακός θα φθάσει στην Πετρούπολη πριν από τον επίσημο απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Εμμ. Ξάνθο, γι’ αυτό και ο τελευταίος με επιστολή του προς τον Κυριακό της 1ης Ιανουάριου 1820 από τη Μόσχα, του συνιστά να τον περιμένει και να μην ενεργήσει από μόνος του αλλά να δείξει ότι είναι συνετός, όπως έχει δηλώσει γι’ αυτόν ο Δικαίος που γραπτώς τον είχε συστήσει στον Ξάνθο.[14]

Από το Αρχείο Ξάνθου, έχουμε δύο, έως πρόσφατα ανέκδοτες, επιστολές του Γρηγόριου Δικαίου προς τον Καμαρηνό Κυριακό.[15] Η πρώτη είναι γραμμένη από το Βουκουρέστι στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 και σε αυτή ο Δικαίος ομολογεί ανοιχτά ότι άνοιξε μια επιστολή του Κυριακού προς τον Μιχαήλ Χρησταρή και διαπίστωσε την ανοησία του να κατηγορεί ανθρώπους και κυρίως ότι βεβαιώθηκε ότι Κυριακός δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα: «τούτο το γράμμα σου μ’ εβεβαίωσε ότι εις έτι αεροβατείς, καθ’ ότι ηθέλησες να δείξης ότι ευρίσκεσαι εις μεγάλας υποθέσεις και ότι είσαι σημαντικόν υποκείμενον, και με τούτο δεν έκαμες άλλο τι, αλλά απέδειξες καθαρότατα την κουφότητα του νοός σου… Καμαρηνέ! σε παρακαλώ να φέρεσαι εις  όλας σου τας συναναστροφάς, συνομιλίας και κινήματα, με μεγάλην προσοχήν και πάντοτε να εξακολουθής τας νουθεσίας του Παναγιωτάκη [Αναγνωστόπουλου]…».

Στην επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο Δικαίος αντιμετωπίζει πλέον την όλη κατάσταση με τρόπο περισσότερο συγκρατημένο, καθώς οι πρώτες κινήσεις του στις Ηγεμονίες διακρίνονταν από υπέρμετρο ενθουσιασμό, και, κατά τις παρατηρήσεις των άλλων Φιλικών, εμπεριείχαν μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθούν σημαντικά μυστικά της Εταιρείας. Με τον Καμαρηνό Κυριακό βέβαια γνωρίζεται από την συμπαραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα, και από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι τρέφει για αυτόν μεγάλη συμπάθεια και αγάπη. Εις την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ο Δικαίος αναφέρει στην ίδια επιστολή ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει την ίδια μέρα (13 Σεπτεμβρίου 1819) και παρακινεί τον Κυριακό να έλθει και αυτός εκεί για να συναντηθούν.

Πράγματι, ο Γρηγόριος Δικαίος θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη με τον Καμαρηνό Κυριακό, σύμφωνα με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1819. Η επιστολή είναι γραμμένη με το ίδιο επιτιμητικό ύφος, καθώς τον κατηγορεί ότι στην Κωνσταντινούπολη που βρέθηκε δεν συμπεριφέρθηκε με συνετό τρόπο αλλά απευθυνόταν στον ένα και στον άλλο και γύρευε χρήματα ενώ παράλληλα κοινοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού του: «Καμαρινέ! τα τοιαύτα κινήματα δεν είναι ανθρώπων μεγαλοφρονούντων οίτινες κινούνται να κάμουν κοινήν ωφέλειαν, αλλά χαμερπών, αχαρακτήριστων και μικρονόων· συ δεν έκαμες άλλο τίποτες εδώ, παρά να δόσης λαβήν εις τους υπεναντίους με τα φερσίματά σου να σατηρίζωσι το όνομά μας εις τας συναναστροφάς των… όθεν σε παρακαλώ… να διορθώσης το ελάττωμά σου διά της άκρας σιωπής, προσοχής και καλόν φερσιμον…». Στη συνέχεια του συνιστά να περιμένει και πάλι οδηγίες από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, τον οποίον του συνιστά να ακούει με προσοχή.

Πέρα από τη διαπίστωση των συμβουλών που δίνει ο Γρηγόριος Δικαίος στον Κυριακό, η προσεκτική ανάγνωση των δύο επιστολών και ειδικότερα της δεύτερης μας αφήνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο αρχιμανδρίτης γνωρίζει για τις προθέσεις του Πετρόμπεη («γνωρίζω τι ημπορείς να δικαιολογηθής εις τούτο, ότι δηλαδή σε εβίασαν οι κάτω»), ενώ είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ Δικαίου και Πετρόμπεη, όπως άλλωστε ο Παπαφλέσσας αναφέρει και στην πρώτη και στη δεύτερη. Εξάλλου, η συνεχής υπόμνηση στον Καμαρηνό Κυριακό να ακολουθεί όσα του λέγει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ίσως υποδηλώνει τον σχηματισμό μιας μικρής ομάδας Πελοποννησίων εντός της Φιλικής Εταιρείας, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και έχει ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό για το επικείμενο επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, μετά από λίγο ο Κυριακός Καμαρηνός θα χάσει τη ζωή του, αποτελώντας μαζί με τον Νικόλαο Γαλάτη το δεύτερο θύμα των εσωτερικών συγκρούσεων της Φιλικής Εταιρείας και η υπόνοια της παράκαμψης των μηχανισμών της Εταιρείας εκ μέρους του – έστω και ως οργάνου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – πρέπει να συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη και εκτέλεσή του λίγο αργότερα.

Στην παραμονή και δράση του Γρηγόριου Δικαίου στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε επιστολή του από το Ρένι της 24ης Ιανουάριου 1820, προς τον Εμμ. Ξάνθο: ότι δηλαδή βρήκε τα πράγματα ο Δικαίος στην Κωνσταντινούπολη σε αταξία και «ο Αρμόδιος [= Δικαίος] τους μεν παραπονεμένους ησύχασε, τους δε κακόβουλους ανέτρεψεν ησύχως». Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ακόμα μια ένδειξη ότι μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Δικαίου έχει αναπτυχθεί μια οικειότητα και δεσμός, καθώς λίγο παρακάτω ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος και πάλι στη δράση των κακοβούλων αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Δικαίος «κινδυνεύουν να απαυδήσουν».

Μία εξαιρετικά εύστοχη περιγραφή του χαρακτήρα του Γρηγόριου Δικαίου, θεωρώ ότι κάνει ο Γεώργιος Λεβέντης σε γράμμα του από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) της 19ης Μαΐου 1820.[16] Ο σεμνός αυτός αλλά δραστήριος Φιλικός θυμάται τη δράση του Αναγνωστόπουλου και του Δικαίου στις Ηγεμονίες και γράφει: «ο δεύτερος [Δικαίος] είναι καλός, πλην εις άκρον τολμηρός εις τα έγγραφά του, και ήθελε γένη ωφέλημον αν εκείθεν τον ελέγετε ότι έμαθον οι εκεί φίλοι το αχαλήνοτον θράσος του και ότι πρέπει να γένη μετριώτερος. με τούτο διορθώνεται διότι κατά τα άλλα είναι καλός, έχει ψυχήν γενναίαν, θάρρος ελληνικόν, και άλλα αναγκαία είς τον άνθρωπον προτερήματα, χωρίς όμως να τον δώσητε να καταλάβη ότι προέρχεται από εμέ διότι εγώ τον επίπληξα αρκετά».

Ο Γρηγόριος παραμένει αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1820, στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του δεν φαίνεται χωρίς κινδύνους. Ο Αθανάσιος Σέκερης γράφοντας από την Οδησσό στον Εμμ. Ξάνθο στις 14 Αύγουστου 1820 που τώρα πια βρίσκεται στο Ισμαήλιο, έχοντας επιστρέψει από την Πετρούπολη όπου είχε πετύχει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αναφέρεται στους κινδύνους αυτούς με σαφή τρόπο: «ο Αρμόδιος [Δικαίος] και ο Κάριμος [Παναγιώτης Σέκερης] κάθε στιγμήν ευρίσκονται είς κίνδυνον να γένωσι θύμα των τυράννων· δεν απελπίζονται όμως, αλλά φέρονται γενναίως και με όλην την δυνατήν προσοχήν, και αν τι απευκταίον συμβή εις αυτούς, εκπληρώνουν το προς την ιεράν πατρίδα χρέος των, και γίνονται παράδειγμα των λοιπών».

Ο Γρηγόριος Δικαίος θα εγκαταλείψει και πάλι την Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1820 και μετά από 8 ημέρες, και συγκεκριμένα στις 31 Αυγούστου 1820, γνωρίζουμε τώρα ότι θα φθάσει και πάλι στο Βουκουρέστι και όντας ακόμα στην καραντίνα θα καλέσει τον Δημήτριο Καλαματιανό, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, τον οποίο το 1818 ο Δικαίος είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία, για να συζητήσουν.[17]

Ο Γεώργιος Λασσάνης στην επίσημη σφραγίδα του Δήμου Κοζάνης.

Ήδη έχουν δρομολογηθεί πλέον σοβαρές εξελίξεις, καθώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, είχε φθάσει στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας τον Οκτώβριο του 1820 όπου θα συρρεύσουν πολλοί Φιλικοί (Ξάνθος, Περραιβός, Λασσάνης, Ήβος Ρήγας, Ευμορφόπουλος, Θέμελης, Ύπατρος, Μαντζαράκης, κ.ά.). Ανάμεσά τους βέβαια και ο Γρηγόριος Δικαίος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο Παναγιώτης Σέκερης να σπεύσει στο Ισμαήλιο κατ’ εντολήν του ίδιου του Υψηλάντη.[18] Πράγματι, εκεί για πρώτη φορά ο Δικαίος θα γνωρίσει τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας.

Στο Ισμαήλιο στις αρχές του Οκτωβρίου 1820 έλαβαν χώρα οι κρίσιμες συσκέψεις που θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Αγώνα. Στις συσκέψεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι ο αγώνας θα ξεσπούσε πρώτα στη Μάνη και σ’ αυτόν βέβαια η συμμετοχή του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας ήταν επιβεβλημένη. Κατόπιν τούτων όλοι ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας κάποια κρίσιμη αποστολή και έτσι στον Δικαίο ανατέθηκε ο συντονισμός της δράσης στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Γρηγόριος Δικαίος θα πάρει τον δρόμο από το Ισμαήλιο προς τη νότια Ελλάδα στις 28 Νοεμβρίου 1820. Στην πορεία του προς την Πελοπόννησο ο  Γρηγόριος Δικαίος θα περάσει και πάλι από την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει στις 4 Νοεμβρίου 1820, και θα παραμείνει έως τις 12 του ίδιου μήνα.

Την άφιξή του θα κοινοποιήσει στον Ξάνθο με γράμμα του της 12ης Νοεμβρίου 1820 από την Κωνσταντινούπολη, όπου αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη προθυμία από τους Φιλικούς και όπου περιμένει τους Αθαν. Τσακάλωφ και Παναγ. Αναγνωστόπουλο, πλήρης αγωνιστικού φρονήματος ότι «ελπίζονται μεγάλα πράγματα προς εκτέλεσιν ιερού ημών σκοπού». Από την Πόλη, επίσης, ο Γρηγόριος θα απευθύνει στις 15 Νοεμβρίου 1820 επιστολή – γραμμένη σε πολλά σημεία με παραπλανητικές λέξεις – προς την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στη Μόσχα, με την οποία ζητά άμεση αποστολή βοήθειας σε χρήματα και μπαρούτι, «ότι η περίστασης είναι πολλά κρισιμωτάτη και δεν επιδέχεται ουδέ την παραμικρόν αργοπορίαν».[19] Εκεί περιεβλήθη και με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος η επικείμενη αποστολή του στην Πελοπόννησο. Σε συνεννόηση κατόπιν με την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στην Πόλη και τον Παναγιώτη Σέκερη ο Γρηγόριος Δικαίος αγοράζει ένα καράβι στο όνομα του Μυτιληνιού εμπόρου και δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και με καπετάνιο τον Μανόλη Ψαριανό αρχίζουν το ταξίδι, μέσω Μυτιλήνης, Κυδωνιών, για την Πελοπόννησο.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Παναγ. Σέκερης κάνει και αυτός μνεία των γεγονότων αυτών σε μια επιστολή του της 12ης Δεκεμβρίου προς τον Αλ. Υψηλάντη.[20] Σύμφωνα με τον Σέκερη ο Δικαίος αναχώρησε με το καράβι στις 29 Νοεμβρίου 1820 από την Πόλη, ο ίδιος, όμως, όπως αναφέρει, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή του Υψηλάντη, δεν του παρέδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, επειδή ο Δικαίος «είναι καλός διοργανωτής αλλά περισσότερον από το πρέπον και ακόμη συνοδευμένος με ένα δεσποτικόν ύφος, το οποίον εδυσαρέστησε πολλούς». Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Δικαίος έλαβε 90.000 γρόσια (τις 15.000 έδωσε ο Σέκερης), ενώ οι έφοροι υποσχέθηκαν ότι θα του στείλουν και άλλα, μολονότι ο Παπαφλέσσας στους εφόρους της Πόλης δεν έκανε καλή εντύπωση: «τα ίχνη του Αρμοδίου δεν τους έκαμαν καλήν εντύπωσιν και είναι ανάγκη να τους γράψετε εγκαρδιώνοντας τους».

Παρά τα αρνητικά σχόλια του Σέκερη και τους δισταγμούς του το πλοίο αυτό θα φθάσει στην Ύδρα και στις Σπέτσες και αφού αποβιβάσει τον Παπαφλέσσα, με τυπικό ιδιοκτήτη τον Παλαιολόγο Λεμονή, έπρεπε εν συνεχεία να πλεύσει στην Τεργέστη για να παραλάβει, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ισμαηλίου, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.[21] Πράγματι, το πλοίο θα φθάσει τον Δεκέμβριο του 1820 και μολονότι, όπως σημειώνει ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα οργανωτική επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας, ο Αλ. Υψηλάντης δεν θα φθάσει ποτέ στην Τεργέστη, επειδή έχει αλλάξει το σχέδιο και κατευθύνεται βορειότερα, όπου θα εμπλακεί στις γνωστές πολεμικές περιπέτειες με κορύφωση την καταστροφή στο Δραγατσάνι.[22]

 

Το λιμάνι και η πόλη της Ύδρας τον 19ο αιώνα, σε χαλκογραφία του Barclay. Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας.

 

Με την ευκαιρία της απόπειρας συγγραφής της βιογραφίας αυτής και εν όψει των γεγονότων που αναφέρθηκαν λίγο πριν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και ένα απόσπασμα από επιστολή του Αλ. Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στις 4 Νοεμβρίου 1820 και γνωστή ήδη από την έκδοση των Απομνημονευμάτων Ξάνθου.[23] Στην επιστολή αυτή αναφέρει ο Υψηλάντης: «η ευγενεία σου δε γράψε παρευθύς και προς τον Περραιβόν και Δίκαιον, ως παραγγελμένος παρ’ εμού διά να μην εκτελέση τας υστερινάς διαταγάς μου, αλλά να εξακολουθήσωσιν ως ωμιλήσαμεν αυτού προσωπικώς»: τι υπονοεί εδώ ο Υψηλάντης; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτά που γράφει και στην αλλαγή του σχεδίου που ο ίδιος αποφάσισε και πραγματοποίησε;

Η άφιξη του Γρηγόριου Δικαίου στην Ύδρα και στις Σπέτσες θα γίνει γνωστή στον Σέκερη από γράμμα του ίδιου του Δικαίου προς τον Σέκερη, που μνημονεύει το γεγονός σε άλλη επιστολή του της 3ης Ιανουάριου 1821.[24] Ο Γρηγόριος, όντας πλέον στην Πελοπόννησο, θα αντιμετωπίσει αρχικά πολύ δύσκολες καταστάσεις. Πρέπει να προετοιμάσει και να προπαγανδίσει την έναρξη του επαναστατικού αγώνα, να πείσει τους προκρίτους των νησιών και του Μοριά ότι επίκειται η άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και ότι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, ο Υψηλάντης  βραδυπορεί, επειδή έχει αλλάξει προσανατολισμούς και ο Παπαφλέσσας δεν γνωρίζει τίποτε, δεν έχει ειδοποιηθεί για τις κινήσεις του και αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τις ενέργειές του.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, που έχει μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ότι και αυτήν ακόμα την κρίσιμη στιγμή θυμάται τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αρχιμανδρίτη και γι’ αυτό γράφοντάς του από την Πόλη στις 18 Ιανουάριου 1821 προσπαθεί να τον αποτρέψει από παράφορες ενέργειες και φιλονικίες: «Εγώ που τόσον σε ενθυμούμαι πάντοτε να σου λέγω μεθ’ ειλικρίνειαν το “τύψον μεν άκουσον δε”. Άφησε το δεσποτικόν ύφος. Γενού μετριώτερον ορμητικός… μην αγαπήσης ποτέ σχίσματα, τα οποία κατά την ιστορίαν έφεραν τον παντελή αφανισμόν εις την αναγεννηθησομένην Ελλάδα, οίον ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν είναι καιρόν φιλονικίας αλλά άμιλλας και κάμνε ό,τι διδάσκει… στοχάσου ότι έλαβες το ζύγι εις το χέρι, από το οποίον κρέμεται η αιώνιος δόξα ή (άπαγε της βλασφημίας) το αιώνιον όνειδος. Μη βιασθήτε να τρυγήσητε όμφακας [: αγουρίδεδ]…».[25] Ο ίδιος ο Σέκερης εξάλλου μετά από 11 ημέρες (7 Ιανουάριου) θα του γράψει με την ευκαιρία της αναχώρησης του Γεωργίου Πάνου και άλλο ένα μικρό γράμμα, όπου, ανάμεσα στα άλλα, θα του επαναλάβει: «Προσέξετε δι’ αγάπην Θεού να μην κάνετε κανένα λάθος, επειδή η περίσταση, είναι κρίσιμος και το λάθος (ο μη γένοιτο) καταντά αδιόρθωτον».[26]

Είναι φανερό ότι ο Παναγ. Σέκερης αυτή την περίοδο αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους κρίκους στην αλυσίδα της Φιλικής Εταιρείας. Τούτο άλλωστε γίνεται αντιληπτό από την προσεκτική μελέτη των εγγράφων που αποτελούν το αρχείο του.[27] Μάλιστα, ενώ γνωρίζουμε ότι το κρίσιμο αυτό διάστημα δεν υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ του Αλ. Υψηλάντη και του Γρηγόριου Δικαίου, από επιστολή του Σέκερη προς τον Ξάνθο της 1ης Φεβρουαρίου 1821, ο Σέκερης προσπαθεί να φέρει σε επαφή του δύο βασικούς παράγοντες αυτής της περιόδου, Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, μέσω του Ξάνθου, καλώντας τον τελευταίο να του εμπιστευτεί όποια γράμματα έχει για τον Δικαίο.[28] Από το ίδιο γράμμα πληροφορούμαστε ότι ο Σέκερης και η Εφορεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πελοπόννησο, δεν του εμπιστεύτηκαν «την βούλλαν και τα δοκιμάσματα [γράμματα] των συννέφων [μελών της Φιλικής Εταιρείας]», όσα βρίσκονταν στα χέρια του Σέκερη, εξαιτίας και πάλι του παρορμητικού χαρακτήρα του φλογερού αρχιμανδρίτη.

Εν τω μεταξύ στις 26 Ιανουάριου 1821 έλαβε χώρα στη Βοστίτσα (Αίγιο) μυστική συγκέντρωση των προκρίτων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, στην οποία βέβαια ήταν παρών και ο Γρηγόριος Δικαίος, ο οποίος παρουσίασε τα σχέδια και τις εντολές του Αλ. Υψηλάντη για την έναρξη του αγώνα. Ωστόσο, ο Παπαφλέσσας συνάντησε τη δυσπιστία, ακόμα και την έχθρα, ορισμένων, οι οποίοι πρόβαλαν μια σειρά λόγων, σύμφωνα με τους οποίους η επανάσταση έπρεπε να αναβληθεί για το μέλλον.

Ο Φωτάκος μας παραδίδει 11 κρίσιμα ερωτήματα που είχαν ετοιμάσει οι πρόκριτοι να θέσουν στον Παπαφλέσσα αναμένονταν να λάβουν τις αντίστοιχες απαντήσεις ώστε να καθορίσουν τη στάση τους.[29] Τα ερωτήματα αυτά περιελάμβαναν ακόμη και ερωτήσεις για το ποια ευρωπαϊκή δύναμη θα υποστήριζε την εξέγερση, τι θα γινόταν αν αποτύγχανε το κίνημα κ.λ.π. Φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, επειδή ήταν αδύνατο να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, κατά τον Φωτάκο, «ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεθειμένος από την Σεβ. Αρχήν… να μίσθωση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν την επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν».

Η σύσκεψη της Βοστίτσας απέτυχε ολοκληρωτικά και μάλιστα ειπώθηκαν βαρειές κουβέντες – σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή που παραβρέθηκε στη σύσκεψη – από τον Παπαφλέσσα και τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος, μαζί με τον προεστό των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, ήταν αντίθετοι προς το προετοιμαζόμενο επαναστατικό κίνημα και προσωπικά εναντίον του Γρηγόριου Δικαίου. Φαίνεται μάλιστα ότι υπήρξε και πρόταση να συλληφθεί ο Παπαφλέσσας ή να περιορισθεί στη μεσσηνιακή μονή της Σιδηρόπορτας.

Έτσι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται πλέον σε μεγάλη αδημονία και σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, ενώ διαδίδει την άμεση άφιξη του Αλ. Υψηλάντη, ο πρίγκιπας δεν εμφανίζεται. Γι’ αυτό στις 22 Φεβρουάριου 1821, την ημέρα που ο πρίγκιπας διάβαινε τον ποταμό Προύθο, θα γράψει εσπευσμένα προς τον Ξάνθο εκφράζονταν την απορία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη, αντίθετα προς όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει στις συσκέψεις του Ισμαηλίου και παρά τις δικές του φροντίδες και ετοιμασίες για την έναρξη του κινήματος.[30] Την ίδια ημέρα θα γράψει περίπου τα ίδια και προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, απευθύνοντας την επιστολή του στο Βουκουρέστι.[31] Πέρα από αυτά ο Παπαφλέσσας φοβάται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποψιαστούν τις κινήσεις των μελών της Εταιρείας οι Τούρκοι και το όλο εγχείρημα να κινδυνεύσει. Την ίδια εξάλλου μέρα θα γράψει και τρίτη επιστολή, προς μη κατονομαζόμενους αποδέκτες («Εντιμώτατοι Κύριοι»), αλλά προφανών προς τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας εκτός Πελοποννήσου, αναφέροντας όλες τις ενέργειές του αλλά και τα όσα προσμένει με αγωνία να γίνουν από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα τρία γράμματα ο Δικαίος δεν αναφέρεται στη συνέλευση της Βοστίτσας, προφανώς μη θέλοντας να συντελέσει σε δισταγμούς και χρονοτριβές.

Ο Παναγ. Σέκερης όμως εξακολουθεί να γράφει στον Γρηγόριο Δικαίο και να τον συμβουλεύει, χωρίς φυσικά να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων – ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να έχει καθώς η άφιξη της αλληλογραφίας από τη Μολδοβλαχία και κυρίως από την Πελοπόννησο απαιτούσε πολλές μέρες για να φθάσει – και να τον διαβεβαιώνει για τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή στο γράμμα του Σέκερη της 24ης Φεβρουάριου 1821 προς τον Δίκαιο, όπου αναφέρονται τα προφητικά: «ο Αρμόδιος [Γρηγ. Δικαίος] τότε αποθανατιστεί το όνομά του με τον θάνατον και χύσιν του αίματος του, όταν το αίμα του χυθή, όταν και όπως, και όπου πρέπει», και θα εξακολουθήσει να του δίνει και πάλι συμβουλές και νουθεσίες ώστε να μη συμπεριφέρεται όπως παλαιότερα στη Βλαχία και Μολδαβία, όταν πολλοί καταφέρονταν εναντίον του Παπαφλέσσα για τις άστοχες ενέργειές του.[32]

Όμως, παρά τα γραφόμενα του συνετού Παναγ. Σέκερη για μετριοπάθεια, οι καιροί δεν απαιτούσαν τέτοιες «αρετές» αλλά έντονη δραστηριότητα, γι’ αυτό και Γρηγόριος Δικαίος, παρά την απογοήτευσή του για την ουσιαστική έλλειψη ανταπόκρισης εκ μέρους των προεστών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Αχαΐα, δηλαδή, ο Γρηγόριος Δικαίος κινήθηκε προς τη Γορτυνία και συναντήθηκε στα Λαγκάδια με μέλη της οικογένειας των Δεληγιανναίων, τα οποία έδειξαν την ίδια αναβλητικότητα και δυσπιστία έναντι του Παπαφλέσσα, ενώ ταυτόχρονα του ζήτησαν αποδείξεις και εγγυήσεις για όσα αυτός διέδιδε, δηλαδή για την άφιξη στρατιωτών, πόλεμο εφοδίων κ.λπ.

Ο Παπαφλέσσας ωστόσο θα συνεχίσει τις επαφές του και μάλιστα συναντήθηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, ενώ ήρθε σε επαφή και με τις αρχές της Μάνης, όπου δρούσαν την εποχή αυτή ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όπως παραθέτει ο Φωτάκος στον βίο του Παπαφλέσσα, υπήρξε σχέδιο για την εξόντωση του Παπαφλέσσα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο αρχιμανδρίτης ήταν σε θέση να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων του.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι γεγονός ότι ο Παπαφλέσσας, μολονότι απογοητευμένος εξαιτίας της βραδυπορίας του Αλ. Υψηλάντη και της ανεξήγητης γι’ αυτόν καθυστέρησής του να βρεθεί στα μέρη την Πελοποννήσου, δεν έμεινε άπρακτος. Ωστόσο, υπάρχει στο Αρχείο του Ξάνθου μία επιστολή της 19ης Μαρτίου 1821, η οποία ως το 2002 παρέμεινε ανέκδοτη και, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των πραγμάτων.[33] Η επιστολή αυτή δεν φέρει όνομα ούτε αποστολέα ούτε παραλήπτη· όπως όμως παρατηρεί και ο I. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν που τη σχολιάζει, από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για επιστολή του Εμμ. Ξάνθου προς τον Γρηγόριο Δικαίο.

Στο Αρχείο σώζεται το πρωτότυπο και δεν γνωρίζουμε αν αντίγραφό της έφθασε και στα χέρια του Παπαφλέσσα· έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το περιεχόμενό της αυτούσιο ή με κάποιο άλλο τρόπο έγινε γνωστό σ’ αυτόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ο Ξάνθος στο γράμμα αυτό προβαίνει σε μια αναλυτική παράθεση των όσων συμβαίνουν στις Ηγεμονίες: αναφέρεται λεπτομερώς στις κινήσεις του Υψηλάντη, στο σχέδιό του ώστε μετά τη συντριβή των Τούρκων στα βόρεια να κινηθεί επικεφαλής του στρατού και να φθάσει στον Όλυμπο της Θεσσαλίας και από εκεί στην Πελοπόννησο, για να συμπληρώσει και τούτο το σημαντικό: «[…] ός σας τόπος αν έμεινε χωρίς αρχηγόν τούτο δεν προήλθεν απ’ άλλο, ειμή διότι ο αρχιστράτηγος έχων όλην την πεποίθησιν εις τον πατριωτικόν ζήλον, εις την αγχίνοιαν και αξιότητα και δυνατά μέσα των αυτού αρχόντων σας εστοχάσθη ότι και χωρίς της παρουσίας του, είναι ικανοί να εκλέξουν μεταξύ των ένα αρχηγόν έως να έλθη ο ίδιος ή εις των αυταδέλφων του. Ο αγών και τα συμφέροντα είναι κοινά διά τούτο και αι ενέργειαι των αυτόθι αδελφών θέλουν γίνει ως τα επιθυμούμεν, άγετε λοιπόν και κινηθήτε συν Θεού και η θεία βοήθεια μεθ’ ημών έσται. Απόφασης χρειάζεται και όλα γίνονται με την απόφασιν και προθυμίαν. Αυτή είναι η θέλησις του Αρχηγού ημών…».

Πολύ σημαντικά όλα αυτά αν ήλθαν σε γνώση του Δικαίου, έστω και με καθυστέρηση, αφού το γράμμα είναι γραμμένο στις 19 Μαρτίου 1821 και σχεδόν τις ίδιες ημέρες ξεκινά και η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Αλλά και μετά από μέρες να έγιναν γνωστά, πάλι ξεκαθάριζαν το τοπίο και έδιναν το σύνθημα για την επανάσταση και οπωσδήποτε κοινοποιούσαν ότι η αναμενόμενη από ώρα σε ώρα άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όπως άλλωστε και δεν πραγματοποιήθηκε. Πολύ σύντομα όμως θα φθάσει στην Πελοπόννησο, μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, «εις των αυταδέλφων του», όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Εν τω μεταξύ τον Μάρτιο του 1821 είχε φθάσει στον Αρμυρό της Μάνης πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια που έστελναν οι Φιλικοί της Σμύρνης και των Κυδωνιών, πράγμα για το οποίο άλλωστε είχε ενεργήσει ο Παπαφλέσσας κατά τη διέλευσή του από τις Κυδωνίες και σε λίγες μέρες η επανάσταση θα είναι γεγονός, καθώς Μανιάτες αγωνιστές με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Αναγνωσταρά θα εξορμήσουν προς τη Μεσσηνία και στις 23 Μαρτίου θα καταλάβουν την Καλαμάτα, η μικρή τουρκική φρουρά της οποίας θα παραδοθεί αμαχητί στους Έλληνες.

 

Καλαμάτα. Λιθογραφία του Α. St. Aulaire, 1835. Δημοσιεύεται στο Καλαμάτα, «Τόπος και Εικόνα», Καλαμάτα, εκδ. Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας, 1996

 

Από την απελευθερωμένη Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, αφού οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις ευοδώθηκαν, θα συνεχίσει ακάθεκτος, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, παροτρύνοντας τους κατοίκους να ξεσηκωθούν και βοηθώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Έτσι θα κατευθυνθεί από την Καλαμάτα προς την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και στη συνέχεια στην Ανδρίτσαινα, στην επαρχία Ολυμπίας, στην Καρύταινα. Από εκεί αναστροφή και άφιξη στο Άργος, όπου διευθέτησε ορισμένα ζητήματα του κινήματος και από εκεί στην Κόρινθο, προκειμένου, μαζί με άλλους Έλληνες, να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές δυνάμεις που έσπευδαν προς την ξεσηκωμένη Πελοπόννησο. Τα διάφορα επεισόδια της δράσης του την εποχή αυτή και στη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο πρώτος βιογράφος του Γρηγόριου Δικαίου, ο Φωτάκος. Συγκεκριμένα στην αφήγηση του Φωτάκου γίνεται λόγος για πυρπόληση των παλατιών του Κιαμίλ μπέη στην Κόρινθο, για να θεωρηθούν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και να ανακοπεί η εγκατάλειψη του αγώνα· αναφέρεται η κατάληψη από τον Παπαφλέσσα πύργου στο Σοφικό Κορινθίας, όπου είχαν οχυρωθεί Έλληνες που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν· τέλος, αναφέρεται το κλείσιμό του στο φρούριο του Άργους.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Στη συνέχεια ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί και πάλι στην Καρύταινα και από εκεί θα σπεύσει στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας προκειμένου να ενισχύσει τους Έλληνες που συγκεντρώθηκαν εκεί τον Ιούλιο του 1821 για να αποκρούσουν την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες έχοντας επικεφαλής τον Ομέρ Βριόνη κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ θα φθάσει στην Πελοπόννησο αντί του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο αδελφός του Δημήτριος και ο Γρηγόριος Δικαίος θα σπεύσει στη Βέρβενα για να τον συναντήσει.

Η αδιάκοπη κινητικότητα του συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα και στη συνέχειά της έχει να επιδείξει διέλευση από τα Τρίκορφα, τα Μεγάλα Δερβένια και την άφιξή του στην Τριπολιτσά, μετά την άλωση της πρωτεύουσας του πασαλικίου του Μοριά από τους Έλληνες, και στην Κόρινθο, όπου παραβρέθηκε στην άλωση του κάστρου του Ακροκορίνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1821 ο Γρηγόριος Δίκαιος θα εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία είχε πρόεδρο τον Δημήτριο Υψηλάντη, και βέβαια θα λάβει ως πληρεξούσιος μέρος στις εργασίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821).

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Βρισκόμαστε πια στο έτος 1822, όταν ενέσκηψε δεινός κίνδυνος για τους επαναστατημένους Έλληνες, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των δυνάμεων του Δράμαλη. Και από αυτή τη σκληρή μάχη δεν θα απουσιάσει ο Γρηγόριος Δικαίος. Βρέθηκε λοιπόν στον Αχλαδόκαμπο και έλαβε μέρος στις συσκέψεις του Κολοκοτρώνη για την αντιμετώπιση του σοβαρού κινδύνου. Από τις συσκέψεις θα βρεθεί και στον πραγματικό πόλεμο και θα λάβει μέρος στις συγκρούσεις του Μαλανδρίνου και εν συνεχεία, μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, σ’ εκείνες που έλαβαν χώρα στο Αγιονόρι, στον Άγιο Σώστη και στην Περαχώρα τον Ιούλιο του 1822.

Η παρουσία του στα πολεμικά μέτωπα εναλλάσσεται με εκείνη των πολιτικών εξελίξεων και έτσι ο Παπαφλέσσας θα λάβει μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823), ως πληρεξούσιος Πελοποννήσου. Όπως είναι γνωστό η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε ως κύριο σκοπό την αναθεώρηση του Προσωρινού Πολιτεύματος που είχε καθιερώσει η Α’ Εθνική Συνέλευση την Επιδαύρου. Στην Επιτροπή που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό και πράγματι τροποποίησε το Πολίτευμα της Επιδαύρου θα λάβει μέρος ως μέλος και ο Γρηγόριος Δίκαιος (τα άλλα μέλη ήταν οι: επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, Γεώργιος Καλαράς, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος, Γεώργιος Ψύλλας, Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Θεόδωρος Νέγρης). Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου 1823 διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και την 1η Ιουλίου 1823 υπουργός της Αστυνομίας στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα πρωταγωνιστήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν την περίοδο αυτή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης και νομής της εξουσίας από διάφορες ομάδες που συνέθεταν: παλαιοί κοινοτικοί άρχοντες, άνθρωποι των όπλων, Πελοποννήσιοι, νησιώτες, Ρουμελιώτες, παλαιοί Φιλικοί κ.λπ. Όπως ήταν επόμενο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά την εξουδετέρωση του Δράμαλη αύξησε σημαντικά τη δύναμη και επιρροή του και έχοντας ως πολιτικό έρεισμα την Πελοποννησιακή Γερουσία και την υποστήριξη ισχυρών προυχόντων (Κρεββατάς, Δεληγιανναίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Φωτήλας, Περούκας κ.ά.) θα βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Στην ουσία η Πελοποννησιακή Γερουσία ασκούσε έργο κεντρικής κυβέρνησης καθώς διέθετε πολλές εξουσίες και αρμοδιότητες (στρατολογία, μισθοδοσία, οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων, διαχείριση προσόδων κ.λπ.).

Όπως ήταν αναμενόμενο η πολιτική εξουσία, η οποία απέρρεε από τις ρυθμίσεις της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου και κυρίως οι Υδραίοι και ο κύκλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προσπάθησαν αρχικά να συνεννοηθούν με τους στρατιωτικούς και τους πελοποννήσιους προύχοντες, υποσχόμενοι αξιώματα αλλά και να τους απειλήσουν με απόσυρση από τον αγώνα. Η πρόταση των Υδραίων φάνηκε συμφέρουσα σε ορισμένους από τους πελοποννήσιους προύχοντες (Π. Μαυρομιχάλη, Παναγ. Κρεββατά, Αναγνώστη Δεληγιάννη) αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτικών. Έτσι εκδηλώθηκε σφοδρή αντίδραση των Υδραίων, οι οποίοι κατήγγειλαν τους πάντες και επικαλούμενοι τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η Επανάσταση κάλεσαν τους πελοποννήσιους πατριώτες να εγκαταλείψουν την ομάδα του Θ. Κολοκοτρώνη και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την εθνική διοίκηση.

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 1822 και η κεντρική εξουσία της εποχής βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπαδούς του, και προκειμένου να τον αποδυναμώσει έτι περαιτέρω υπόσχεται τιμές και αξιώματα στους στρατιωτικούς και στους προύχοντες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη ο Μαυρομιχάλης, ο Παναγ. Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Βασ. Πετμεζάς.

Στην ολοένα και αυξανόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη διοίκηση το φρούριο του Ναυπλίου που είχε καταλάβει και κατείχε. Επιπλέον στις 18 Ιανουάριου όρισε ως τόπο της Εθνοσυνέλευσης το Ναύπλιο και κάλεσε τον φρούραρχο Δημ. Πλαπούτα να το παραδώσει. Τέτοιο πράγμα φυσικά δεν έγινε αποδεκτό και έτσι ορίσθηκε ως τόπος της Εθνοσυνέλευσης το Άστρος αλλά συγχρόνως ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε δύσκολη θέση επειδή φάνηκε να ενεργεί αντεθνικά. Έτσι αγωνιστές οι οποίοι θα μπορούσαν στην ουσία να είναι με το μέρος του βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, και, ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Δίκαιος. Στην ουσία δηλαδή έχουμε πλήρη διάσπαση την Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

Ναύπλιο, βορειοανατολική άποψη από την Πρόνοια. Δημοσιεύεται στο Στέλιος Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), «Το Λεύκωμα Peytie», Αθήνα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 1971.

 

Θα ακολουθήσουν οι εργασίες της Β’ Εθνοσυνέλευσης και η εκλογή νέας εθνικής διοίκησης, στην οποία οι πελοποννήσιοι προύχοντες κατείχαν σημαντικές θέσεις με τους στρατιωτικούς να έχουν απολέσει σημαντικά ερείσματα αλλά να διατηρούν ισχυρές θέσεις στην Πελοπόννησο, όπως η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Κόρινθος. Στη συνεχή διαπλοκή των πραγμάτων και τις συνεχώς ανασυντασσόμενες συμμαχίες θα προσφερθεί η θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού στον Θ. Κολοκοτρώνη και αυτός θα την αποδεχθεί (27 Μαΐου 1823).

Πολύ γρήγορα όμως ο Κολοκοτρώνης θα έλθει και πάλι σε σύγκρουση διεκδικώντας για λογαριασμό του συγγενούς του Αναγνώστη Δεληγιάννη τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, πράγμα που τον κατέστησε αντίπαλο με τον Αλ. Μαυροκορδάτο αλλά και με τους αδελφούς Κουντουριώτη που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανώμαλης κατάστασης ήταν να θεωρηθεί και πάλι ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ενεργούσε σαν παλιός κλέφτης και στην ουσία ότι στρεφόταν εναντίον των νόμων και του Συντάγματος. Απαιτούνται πολλές σελίδες για να παρουσιαστούν με ικανοποιητικό τρόπο οι αντιθέσεις, οι δολοπλοκίες, οι συμμαχίες, οι αλλαγές στάσεων και γενικά η συνολική κατάσταση ρήξης που επικρατούσε στα μέσα του 1823 και βέβαια αυτό δεν μπορεί ούτε είναι θεμιτό να γίνει μέσα από το βιογραφικό σχήμα του Γρηγορίου Δικαίου που προσπαθούμε να παρουσιάσουμε στις σελίδες αυτές.

 

Σημαία των Σπετσών με σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Σημαίες ελευθερίας», Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος 1996.

 

Πάντως, τον Δεκέμβριο του 1823 οι δύο αντίπαλες παρατάξεις οδηγήθηκαν και πάλι σε ρήξη, όταν ανατράπηκε το Εκτελεστικό, που ελεγχόταν από τους Πελοποννησίους, από τα μέλη του Βουλευτικού που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους προύχοντες. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η συγκρότηση ενός νέου Εκτελεστικού που είχε επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και έδρα το Κρανίδι. Στο Κρανίδι εγκαταστάθηκαν εξάλλου και τα μέλη του Βουλευτικού, όσα υποστήριζαν τη νέα κατάσταση, ενώ κηρύχτηκαν έκπτωτα όσα δεν πειθαρχούσαν.

Αποτέλεσμα, η διπλή εξουσία, καθώς ο αντίπαλος πόλος που είχε επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και έδρα την Τρίπολη, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Διάθεση συμβιβασμού όμως δεν έδειχνε και η άλλη παράταξη και κατά συνέπεια τα πράγματα όδευαν προς την ένοπλη σύγκρουση στις αρχές του 1824.

Στη γοργή εξέλιξη των γεγονότων που οδηγούσαν στη σύγκρουση κηρύχτηκε αποστάτης ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος που κρατούσε το Ναύπλιο, υπακούοντας στις εντολές της παλιάς διοίκησης, η πόλη πολιορκήθηκε, ενώ άλλες δυνάμεις της νέας κατάστασης κινήθηκαν προς άλλα σημεία με απώτερο σκοπό να πλήξουν την Τρίπολη ώστε να διασπάσουν τις κύριες δυνάμεις των αντιπάλων της, που με επικεφαλής τους Θεόδωρο και Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον Νικηταρά βρίσκονταν γύρω από την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.

Εκεί λοιπόν θα βρεθεί και ο Γρηγόριος Δικαίος, όχι όμως – αυτός ο παλιός συνεργάτης των Κολοκοτρωναίων – ως σύμμαχός τους αλλά ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος της νέας διοίκησης Κουντουριώτη, επιδιδόμενος σε μικροσυμπλοκές με τους αντιπάλους του και περιμένοντας ενισχύσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη. Προσωρινά η εμφύλια διαμάχη φάνηκε να εκτονώνεται τον Ιούλιο του 1824 όταν η νέα διοίκηση του Κουντουριώτη φάνηκε να επικρατεί, οι δυνάμεις της αποσύρθηκαν από την Τρίπολη, το Ναύπλιο είχε παραδοθεί, αμνηστία παραχωρήθηκε στους «στασιαστές» και φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρισκόταν με την πλευρά των «νικητών».

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως το καλοκαίρι του ίδιου έτους (1824), τα πράγματα οδηγήθηκαν και πάλι σε αδιέξοδο που θα καταλήξει σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Προηγουμένως είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 3 Οκτωβρίου 1824 και οι αντίπαλοι θα επιδοθούν σε έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στην πολύπλοκη παρασκηνιακή δράση οι ισχυροί πρόκριτοι της Πελοποννήσου Ζαΐμης και Λόντος αλλάζουν στάση και από φίλοι της κυβέρνησης Κουντουριώτη θα γίνουν αντίπαλοί της. Το όλο κλίμα είναι εκρηκτικό αλλά οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν και θα επικρατήσουν οι Υδραίοι με τους συμμάχους τους, ο Γ. Κουντουριώτης θα παραμείνει πρόεδρος του Εκτελεστικού, ενώ είναι και πάλι εμφανής ο παραμερισμός των Πελοποννησίων, καθώς ο Ζαΐμης δεν κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος, σε επαφή βέβαια με άλλους ισχυρούς προύχοντες, ετοιμάζονται να αναλάβουν στρατιωτική δράση και προσχηματικά απαιτούν τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.

 

Η αφορμή για

την έναρξη της νέας

εμφύλιας σύγκρουσης

θα δοθεί όταν οι

κάτοικοι της Αρκαδίας

τον Οκτώβριο του

1824 αρνήθηκαν την

είσπραξη των

προσόδων

της επαρχίας τους

υπέρ της κυβέρνησης

Κουντουριώτη

 

Η αφορμή για την έναρξη της νέας εμφύλιας σύγκρουσης θα δοθεί όταν οι κάτοικοι της Αρκαδίας [Κυπαρισσίας] τον Οκτώβριο του 1824 αρνήθηκαν την είσπραξη των προσόδων της επαρχίας τους υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ανταρσία κατά της κεντρικής εξουσίας, η οποία διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο να κατευθυνθεί επικεφαλής ένοπλου τμήματος στην περιοχή αυτή και να καταστείλει την ανταρσία.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Πράγματι, προς τα τέλη Οκτωβρίου 1824 ο Παπαφλέσσας θα φθάσει στη συγκεκριμένη περιοχή και θα απαιτήσει από τους τοπικούς άρχοντες να πειθαρχήσουν, δηλαδή να συγκεντρώσουν και να παραδώσουν στη διοίκηση τους φόρους. Όμως οι οπλαρχηγοί της περιοχής σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, που ουσιαστικά είχε υπό τον έλεγχό του την περιοχή αυτή, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Παπαφλέσσα και η κατάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση. Για να βοηθήσουν τους τοπικούς οπλαρχηγούς έσπευσαν οι γιοι του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος, και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ενώ ο Παπαφλέσσας έλαβε βοήθεια από κυβερνητικά στρατεύματα που είχαν επικεφαλής τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο. Η σύγκρουση στο χωριό Κωνσταντίνοι της Αρκαδίας κράτησε δύο ημέρες και υπερίσχυσαν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή οι κυβερνητικοί που διοικούσε ο Παπαφλέσσας διασκορπίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει ηττημένος στο Ναύπλιο. Έτσι λοιπόν άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, πιο σύντομος από τον πρώτο αλλά περισσότερο καταστροφικός και οπωσδήποτε πιο σκληρός.

Είναι γεγονός ότι ο Γρηγόριος Δικαίος, ο φλογερός Φιλικός, αυτός που τόσο κατηγορήθηκε από τους συντρόφους Φιλικούς ότι συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του για την Εταιρεία και τον επικείμενο απελευθερωτικό αγώνα δεν συγκρατούσε τα λόγια του θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Εταιρεία, αυτός που πολλές φορές κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των τουρκικών αρχών, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στο επίκεντρο των εμφυλίων διενέξεων, βρέθηκε στο σημείο να υπερασπίζεται μία πολιτική κατάσταση εναντίον μιαν άλλης, βρέθηκε να εκστρατεύει εναντίον άλλων Ελλήνων, να αντιμετωπίζει στρατιωτικά τους ακόλουθους του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες ένοπλοι να λεηλατούν την Πελοπόννησο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση των πραγματικών εχθρών.

Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε, η άχαρη συμμετοχή του στους εμφύλιους πολέμους έφεραν σε δύσκολη θέση και τον βιογράφο του Φωτάκο, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την εμπλοκή του Παπαφλέσσα γράφοντας ότι ο Δικαίος «είχε μετανοήσει διά τας πρότερον πράξεις και ενεργείας του προς καταστροφήν των λεγομένων ανταρτών. Αλλ’ αν και ήτον υπουργός δεν εισηκούσθη, διότι ο Κουντουριώτης δεν ήθελε συγκατανεύση ποτέ ν’ απολυθούν κ.λπ. κ.λπ. Αφού λοιπόν ο Φλέσας απέτυχεν εις τας συμβουλάς του, αποφάσισε να εκστρατεύση ο ίδιος διάνα σώση τον τόπον…»· και ο Φωτάκος βέβαια δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τον άμεσο κίνδυνο για την Επανάσταση που αντιπροσώπευε η άφιξη των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η οθωμανική κυβέρνηση μετά από την άσχημη τροπή που έπαιρνε ο αγώνας των επαναστατημένων Ελλήνων γι’ αυτήν, συνήψε συμφωνία με τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου και έτσι από τις αρχές του 1825 ο γιος του τοπάρχη την Αιγύπτου, Ιμπραήμ πασάς, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ενεργώντας σε συνδυασμό με τις οθωμανικές δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ Κιουταχή πασά, ενώ τις επίγειες δυνάμεις συνέδραμαν και ναυτικές δυνάμεις την Πύλης και της Αιγύπτου.

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο που εκδηλώνεται η σφοδρή τουρκοαιγυπτιακή αντεπίθεση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συρράξεις. Μεγάλο μέρος του πρώτου αγγλικού δανείου είχε δαπανηθεί στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ πολλοί οπλαρχηγοί κρατούνταν φυλακισμένοι από τους κυβερνητικούς του Κουντουριώτη, που φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος του κινδύνου. Παρά ταύτα κάποια στιγμή θα αποδοθεί αμνηστεία και θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εκδηλώνονται κάποιες κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του ορατού όσο και άμεσου κινδύνου που αντιμετώπιζε η επανάσταση από τη συντονισμένη επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων, όπως λ.χ. η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς οι πολεμικές αναμετρήσεις ειδικότερα με τους Αιγυπτίους, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και ασφαλώς απαιτούσαν τακτική αντιμετώπιση και όχι συγκρούσεις ατάκτων.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς είχε αποβιβαστεί χωρίς ενόχληση στη Μεθώνη και αφού έλαβε και νέες ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί και να καταλαμβάνει τα διάφορα φρούρια που κατείχαν οι επαναστάτες. Στις 7 Απριλίου 1825 οι Έλληνες θα ηττηθούν στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας. Στις 25 Απριλίου θα καταληφθεί από τους Αιγυπτίους, μετά από σφοδρή σύγκρουση, η Σφακτηρία όπου θα σκοτωθεί ο υπουργός πολέμου Αναγνωσταράς και ο ιταλός φιλέλληνας Σαντόρε Σανταρόζα. Στις 30 Απριλίου θα πέσει το Νεόκαστρο.

Αυτή την κρίσιμη στιγμή ο υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος αναλαμβάνει ο ίδιος να εμποδίσει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά, μολονότι συνάντησε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών να συνταχθούν μαζί του. Σκοπός του Παπαφλέσσα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Φωτάκο, ήταν να κατορθώσει να πετύχει 1-2 νίκες εναντίον του Ιμπραήμ και έτσι από θέση ισχύος να ζητήσει από τον Κουντουριώτη να δώσει αμνηστία, να απελευθερώσει τον Θ. Κολοκοτρώνη και ο ίδιος να εμφανιστεί κυρίαρχος της κατάστασης. Μάλιστα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο, που είχαν απελευθερωθεί και βρίσκονταν στην περιοχή των Καλαβρύτων.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Παπαφλέσσας προς τα τέλη Απριλίου αναχώρησε από το Ναύπλιο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Εκεί έμεινε 3-4 μέρες και συγκέντρωσε διάφορους οπλαρχηγούς με περιορισμένες δυνάμεις. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το Λεοντάρι όπου συγκέντρωσε και κάποια άλλα στρατεύματα. Στην πορεία του, όπως την περιγράφει ο Φωτάκος, περιλαμβάνονται ακόμα τα χωριά Λάκκοι, Φουρτζάλα, Άγιος Φλώρος, σημεία όπου θα συναντήσει λείψανα ελληνικών δυνάμεων που περιφέρονταν ηττημένες μετά από τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία. Περαιτέρω θα βρεθεί στο χωριό Δραήνα, όπου παρέμεινε 2 ημέρες και έλαβε διάφορα γράμματα από οπλαρχηγούς ότι θα τον συνδράμουν.

Τελικά ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπου θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία είχε εντοπίσει να κινούνται στην περιοχή. Οι στρατιώτες του επέλεξαν μια οχυρή θέση στην οποία έφτιαξαν τρία ταμπούρια. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας με 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά θα παραμείνουν μαζί του 500 άνδρες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα, θα συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ στο ορεινό χωριό Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στη σφοδρή σύγκρουση που θα ακολουθήσει οι δυνάμεις του Παπαφλέσσα θα δεχτούν την επίθεση τριών χιλιάδων ιππέων και πεζών των Αιγυπτίων και θα συντριβούν, ενώ και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στο πεδίο της μάχης.

 

Το φίλημα. Σύνθεση που αποδίδει τη θρυλούμενη σκηνή του ασπασμού του νεκρού Παπαφλέσσα από τον Ιμπραήμ πασά, μετά την φιλόδοξη αλλά αποτυχημένη αναμέτρηση στο Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

 

Τα διάφορα περιστατικά, πράξεις και διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, του Παπαφλέσσα και των άλλων οπλαρχηγών, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Φωτάκος, από τον οποίο παραδίδεται το πασίγνωστο επεισόδιο κατά το οποίο ο Ιμπραήμ διέταξε να καθαρίσουν και να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα, να θέσουν το κομμένο κεφάλι στη θέση του και αφού το παρατήρησε είπε στους αξιωματικούς του: «τω όντι αυτός ήτον ικανός και γενναίος άνθρωπος και καλλίτερον ήτον να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν, διότι πολύ ήθελε μας  χρησιμεύση».

Εξάλλου, και ο Αμβρόσιος Φραντζής στη δική του Ιστορία  θα μεταφέρει διάφορες λεπτομέρειες, ανάμεσα στις οποίες, εκείνη του γνωστού επεισοδίου, όπου ο Ιμπραήμ ζήτησε και του έφεραν το κεφάλι του Παπαφλέσσα και «ελυπήθη διότι εφονεύθη εις τοιούτος γενναίος ανήρ…».[34]

Όπως είναι φυσικό το επεισόδιο του ηρωικού θανάτου του Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι της Μεσσηνίας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποτελέσει – μαζί με άλλα βέβαια κατορθώματα των Ελλήνων – σημείο αναφοράς και συνεχούς αναπαραγωγής από πολλούς συγγραφείς, κυρίως παιδικών και σχολικών αναγνωσμάτων. Αρχίζοντας από το δημοτικό τραγούδι και συνεχίζοντας με το γνωστό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Το Φίλημα» και το θεατρικό του Σπύρου Μελά, συναντούμε μεγάλη παραγωγή κειμένων που προορίζονται για παιδικά αναγνώσματα ή κείμενα για τις σχολικές εορτές, στα οποία ο θάνατος του Παπαφλέσσα αποτελεί κεντρικό μοτίβο. Στην ίδια γραμμή έχει εκδοθεί και στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς-Πεχλιβανίδη αντίστοιχο τεύχος με κείμενο της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 1.

[2] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 7.

[3] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110.

[4] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110, αρ. 92.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 65.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-92.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105-06.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, αρ. εγγρ. 7302 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 128.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 133.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 167.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 2-4.

[15] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 171-177.

[16] Στο ίδιο, τ. Β’, σ. 115. Η επιστολή είναι γνωστή και από την Απολογία και από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου.

[17] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 173.

[18] Στο ίδιο  σ. 178 και Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 66.

[19] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 116 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 53-55.

[20] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 73-74.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 249.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 31.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 206.

[24] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 79.

[25] Στο ίδιο, σ. 81-82.

[26] Στο ίδιο, σ. 82.

[27] Στο ίδιο, σ. 83-87.

[28] Στο ίδιο, σ. 84.

[29] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 16-17.

[30] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 144-145 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 108-110.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 107-107.

[32] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 89-90.

[33] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 152-156.

[34] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 69 και Αμβρ. Φραντζής, Ιστορία, τ. ‘Β, σ. 352.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, Αθήνα 1839.
  • Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868 (φωτομηχανική ανατύπωση: Αθήνα 1986).
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Bασίλης Βλ. Σφυρόερας, «Παπαφλέσσας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, χ.χ.
  • Τ. Λάππας, Παπαφλέσσας. Βιογραφία του ηρωικού Αρχιμανδρίτη, Αθήνα 1971.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.
  • Σόλων Γρηγοριάδης, Ο Παπαφλέσσας, Αθήνα 1982.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »