Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ναυμαχία του Ναβαρίνου: Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού – (Πάνος Στάμου, Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών «ΚΕΡΙΕ»).


 

Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία «της μίας πλευράς» (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο [1].

Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum – του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) – του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» [2] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

 Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου»[3].

Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας» [4].

Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος», με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο [5]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό «συμπληρωματικό» άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες – Ελλάδα, Τουρκία – δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…» [6].

Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων [7], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής. Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden).

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναβαρίνο.

Sir Edward Codrington έργο του Thomas Lawrence.

Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναβαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: «…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…». Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! … αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν… Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...» [8].

 

«Genoa» at the Battle of Navarino, 20 October 1827 – George Philip Reinagle. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου «Mosquito» που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827 [9] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων «Ασία» οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο 74 πυροβόλων πλοίο «Αζώφ» ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι [10] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης, πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω…». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα «Αζώφ» έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό «Σειρήν» (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν [11] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης…».

Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «ενώ τα Αζώφ και Γκανγκούτ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…» [12].

Στην υπηρεσιακή αναφορά [13] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά…». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο» [14], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Το «Αζώφ» με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev [15] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής «Ασία» βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…» [16]. Είχε όμως το «Αζώφ» 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκρηξη των πυρομαχικών τους. Το ίδιο το «Αζώφ» όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές [17]. Τα πληρώματα των Ρωσικών πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υπεστήκανε σοβαρές βλάβες. Το «Γκογκούτ» ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

Το Ρωσικό πολεμικό «Αλέξανδρος Νιέφσκι», ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη «γραμμή μάχης» της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναβαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών [18].  Μόλις το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί [19].Το «Αλέξανδρος Νέφσκι» επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί [20].

Τα «Προβόρνιι» και «Ελένη» επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των «Armide» και «Αλέξανδρου Νέφσκι». Το «Κάστωρ» έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το «Κωνσταντίνος» υποστήριξε τα Talbot και «Κάστωρ».

 

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

 

Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία «Γκαγκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν σοβαρές βλάβες [21].

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας…. Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία «Αζώφ», «Γκογκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν καταστροφικές ζημιές…» [22].

Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το «Αζώφ» υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το «Ασία» σε μια αψιμαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο «Μωχάμετ Μπέη», το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ (Pavel Stepanovich Nakhimov 1802-1855). Μουσείο Ρωσικού Στόλου Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου «Αζώφ»: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν – οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης – που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…» [23]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά «Ναβαρίν». Με το «Ναβαρίν» ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829 [24]!

Ο ναύαρχος Ναχίμωφ [25] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το «Αζώφ» παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το «Σήμα του Αγίου Γεωργίου» [26]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο «Αζώφ» και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου [27].

 Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου υπό τον υποναύαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν [28]:

   – Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80 (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   – Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το «Κωνσταντίνος» ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

 

Το λιμάνι του Ναβαρίνου. Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία George Phillip Reinagle, 1828. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου Mosquito που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.

Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό» [29]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το 1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του» [30]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναβαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826) [31]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826 [32]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη [33] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα [34]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος [35].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (5 Δεκεμβρίου) Έκδοση «Χριστούγεννα 1970 (5 Δεκεμβρίου). Αναμνηστική έκδοση για τα Χριστούγεννα 1970. Σχεδιάστηκε από τον Γ. Βελισσαρίδη, Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. Από την ιστοσελίδα «Το Ελληνικό Γραμματόσημο».

 

Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον [36]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’ όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης [37]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια [38].

Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναβαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο» [39].

Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» [40].

Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το «Ελλάς» και το «Καρτερία»),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία [41].

Το πλήρωμα του πλοίου «Рамять Азова» (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναβαρίνο. Αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος.

Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους «τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας» [42]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων» [43].

Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας [44].

Η  Ναυμαχία του Ναβαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναβαρίνο [45]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημά του: «Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει…». [46]!

Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…» [47]!

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α’ τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 – 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.

[2] Ίδιο Ε. Κούκου.

[3] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.

[4] Ε. Κούκου ίδιο.

[5] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.

[6] Ίδιο Ε. Κούκου.

[7] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru

[8] Ίδιο Ε. Κούκου.

[9] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.

[10] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.

[11] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.

[12] Anderson, Naval wars…, p.527.

[13] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό «Περίπλους» Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.

[14] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το «Ντάρτμουθ» ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Έσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .

[15] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.

[16] Πρυάχιν  ίδιο.

[17] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.

[18] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

[19] Ίδιο.

[20] Anderson ίδιο.

[21] http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[22] Πρυάχιν ίδιο.

[23] Πρυάχιν ίδιο.

[24] Ίδιο Πρυάχιν.

[25] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.

[26] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν

[27] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.

[28] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[29] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.

[30] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ. μγ’.

[31] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.

[32] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.

[33] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.

[34] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό…., σελ. 28.

[35] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό, σελ. 193.

[36] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986, σελ. 36.

[37] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.

[38] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.

[39] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.

[40] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.

[41] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.

[42] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.

[43] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.

[44]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», Νοέμβριος 1978.

[45] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.

[46] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.

[47] Φ. Τομαή Ίδιο.

 

Πάνος Στάμου,

Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), Οκτώβριος 2007.

23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο – Στρατιωτικές Επεμβάσεις και Δικτατορίες στην Ελλάδα (16-17 Δεκεμβρίου 2017, Άργος)


 

Στόχος είναι να συνεξεταστούν οι ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις με τις ειδικότερες κοινωνικές παραμέτρους, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν την εξέλιξη του στρατού από φορέα παγίωσης της εξουσίας του συγκεντρωτικού κράτους σε ανασταλτικό παράγοντα στην ορθή λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών ως το 1974.

Η καταληκτική συνεδρία θα αποτελέσει στην ουσία μια στρογγυλή τράπεζα για την συνολική θεώρηση του φαινομένου των στρατιωτικών επεμβάσεων και των δικτατοριών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε γειτονικές χώρες.  Επιπλέον, η θεματική του Συνεδρίου έχει διευρυνθεί, καθώς στρέφεται προς τη Λογοτεχνία και στο πώς εκείνη «εισέπραξε» τα ταραγμένα χρόνια των στρατιωτικών επεμβάσεων και των δικτατοριών. Στο Συνέδριο συμμετέχουν κορυφαίοι Πανεπιστημιακοί Διδάσκαλοι και Ειδικοί Επιστήμονες.

Διοργάνωση: Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας – Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας –  Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Άργους-Μυκηνών. Σάββατο – Κυριακή 16-17 Δεκεμβρίου 2017 στο Άργος, Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος.

 

Στρατιωτικές Επεμβάσεις & Δικτατορίες

 

Πρόγραμμα Συνεδρίου

 

Πρόγραμμα Συνεδρίου

Read Full Post »

Ρώσοι ναυτικοί στη μάχη του Ναυαρίνου – Γκριγκόρι Λ. Αρς


 

Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάϋρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης». [1]

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία, 1831, του Γάλλου ζωγράφου Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ. (Ambroise Louis Garneray 1783-1857).

 

Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις». [2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ. Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία». [3]

Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, – εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο». [4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο». [5]

Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  – έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού». [6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίου του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα. [7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη». [8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες]. [9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξολοκλήρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου». [10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι». [11]

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα.

Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από τον ενωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος». [12]

Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού.

Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους. [13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τη διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, – ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας». [14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.

[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.

[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.

[4] Στο ίδιο, σ. 58.

[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.

[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.

[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).

[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.

[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.

[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.

[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.

[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.

[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.

[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.

 

Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών,

Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Βρετανικός τύπος για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου – Δημήτρης Λουλές, «Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

«Λαμπρό επίτευγμα» ή «Αξιοθρήνητο γεγονός»; Οι Αναγνώστες των βρετανικών εφημερίδων είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς, με τους οποίους ο τύπος της Μεγάλης Βρετανίας υποδέχτηκε την είδηση για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου. Η Αντίφαση αυτή είναι ενδεικτική των ποικίλων πολιτικών και κοινωνικών αποκλίσεων των εφημερίδων της Βρετανίας, οι οποίες στο σύνολό τους αφιέρωσαν εκτεταμένα σχόλια για την ιστορική ναυμαχία της 8/20 Οκτώβρη 1827. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου και η καταστροφή του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια της τριμερούς συνθήκης του Λονδίνου. Η συνθήκη αυτή, όπως είναι γνωστό, υπογράφτηκε στις 24 Ιούνη/ 6 Ιούλη 1827 από την ’Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία, σαν πρώτο μέτρο μιας από κοινού επέμβασης στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος – όπως δηλωνόταν στο κείμενο της συνθήκης – προκαλούσε «καθημερινά και νέα εμπόδια στο εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών». [1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1820 ο βρετανικός τόπος αριθμούσε ήδη πάνω από δύο αιώνες ζωής. Σε σύγκριση με τον τόπο της ηπειρωτικής Ευρώπης διατηρούσε κάποιο βαθμό Ανεξαρτησίας. Είναι άγνωστη η πραγματική του επιρροή στις λαϊκές μάζες, γιατί και το ποσοστό των εγγραμμάτων ήταν μικρό και, κυρίως, γιατί ήταν δυσανάλογα μεγάλη η τιμή των εφημερίδων [2].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία σε χάραξη του W. Heath. Λονδίνο, 1828.

 

Οι εφημερίδες της Βρετανίας – με ελάχιστες εξαιρέσεις – είχαν από την αρχή παρακολουθήσει με διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης. Και αυτό σε αντίθεση με την επίσημη στάση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία ακολουθούσε πολιτική «ουδετερότητας». Οι εφημερίδες, ωστόσο, ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο: Ανάλογα με, την τάξη ή την πολιτική που εκπροσωπούσε η κάθε μία, επιδοκίμασαν ή αποδοκίμασαν, και σπάνια έμειναν ουδέτερες στην ιδέα της ανακήρυξης ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Το ενδιαφέρον του βρετανικού τύπου αποκορυφώθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου και την κάθοδο στην Ανατολική Μεσόγειο του ενωμένου στόλου της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας. Κύρια αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν, όπως δηλώθηκε, η εφαρμογή των άρθρων της συνθήκης – και, πριν απ’ όλα, η άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών -, αλλά «χωρίς την προσφυγή στη βία ή την απ’ ευθείας ανάμιξη του στόλου στον πόλεμο» [3].

Παρά το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση είχε ανεπίσημα προειδοποιηθεί ότι η ασάφεια των οδηγιών που είχαν δοθεί στους τρείς ναυάρχους (Codrington, de Rigny και Heyden) μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση με τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, η είδηση της ναυμαχίας, που έφτασε στο βρετανικό Ναυαρχείο μετά από τρεις εβδομάδες περίπου [4], προκάλεσε κατάπληξη και αντιφατικά αισθήματα στην αγγλική κοινή γνώμη. Οι αντιδράσεις αυτές είχαν φυσικά την αντανάκλασή τους στις βρετανικές εφημερίδες. [5]

Η πρώτη και πρόχειρη αντίδραση ήταν ότι η ναυτική αυτή επιτυχία θα πρόσθετε και νέες δάφνες στα αγγλικά όπλα: «Ήταν μία περίλαμπρη νίκη, έγραφε στις 16/11/1827 η συντηρητική, άλλα με φιλελεύθερες τάσεις, Morning Post [6]. Όμως πιο κάτω πρόσθετε, εκφράζοντας τις ανησυχίες των Άγγλων εμπόρων και κεφαλαιούχων: «Οι Ρώσοι ήταν οι μόνοι που ωφελήθηκαν. Η ναυμαχία έγινε μετά από επίμονες συστάσεις του Ρώσου ναυάρχου προς το Βρετανό συνάδελφό του». Και συνεχίζοντας τόνιζε πως η Οθωμανική αυτοκρατορία έπρεπε να ταπεινωθεί, αλλά όχι και να καταστραφεί. Λίγο αργότερα, στις 19/11/1827, η εφημερίδα συμβούλευε τους συμμάχους να προβούν σε «συλλογική κατάληψη» της Κύπρου, σαν μέσο εξαναγκασμού του σουλτάνου να αποδεχτεί τη συνθήκη του Λονδίνου. Σε γενικές γραμμές η Morning Post, εκπροσωπώντας και την παράταξη που κατεχόταν από ρωσοφοβία, έκρινε τη ναυμαχία αρνητικά. Η επόμενη αρθρογραφία της ακλούθησε την επίσημη κυβερνητική αντίδραση, Ιδιαίτερα όταν τις τελευταίες ήμερες του Νοέμβρη διέρρευσε η φήμη ότι ο ναύαρχος Codrington είχε πέσει στην δυσμένεια της κυβέρνησης και του βασιλιά.

Αντίθετα οι Times[7] έδειξαν στην αρχή αξιοσημείωτη επιφυλακτικότητα και χαρακτήρισαν τη ναυμαχία σαν ένα γεγονός που έπρεπε να το δει κανείς με «ανάμεικτα αισθήματα θαυμασμού αλλά και λύπης», ιδιαίτερα για τις απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. [8] Η ίδια εφημερίδα σε κύριο άρθρο της στις 12/11/1827 ισχυρίστηκε ότι ένα θετικό αποτέλεσμα της ναυμαχίας θα ήταν η αποθάρρυνση του σουλτάνου να αντιδράσει στην εφαρμογή της συνθήκης του Λονδίνου, γιατί αν ο πόλεμος γενικευόταν μόνο η Ρωσία θα είχε να ωφεληθεί. Ωστόσο, αντίθετες πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη διαψεύδουν τις ελπίδες της εφημερίδας: «Η οθωμανική κυβέρνηση», έγραφε στις 13/12/1827, «που πληροφορήθηκε από τα κανόνια του Ναβαρίνου ότι η ειρήνη έπρεπε ν’ αρχίσει με πόλεμο, φαίνεται πως μάλλον θα διαλέξει τον πόλεμο παρά την ειρήνη». Στο μεταξύ, και σε αντίθεση με την Morning Post, τόνιζε πως η ναυμαχία αυτή καθ’ αυτή ήταν «τυχαίο γεγονός» [9] και όχι το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των τριών συμμαχικών κυβερνήσεων ή των ναυάρχων. «Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι», ισχυριζόταν ο ανώνυμος αρθρογράφος των Times, «ότι η ναυμαχία προκλήθηκε από τυχαίες αιτίες και από την πλήρη έλλειψη πειθαρχίας ανάμεσα στα πληρώματα του οθωμανικού στόλου. Στην περίπτωση αυτή, μετά από το αυστηρό όσο και χρήσιμο μάθημα που δόθηκε στους Τούρκους, η βρετανική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις». «Δεν αποκλείεται μάλιστα», κατέληγε το άρθρο, «να παρηγορηθεί η οθωμανική κυβέρνηση για την καταστροφή του στόλου της από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του απαρτιζόταν από αιγυπτιακά πλοία», υπονοώντας προφανώς τη μόνιμη απειλή αποσκίρτησης και ανεξαρτητοποίησης του πασά της Αίγυπτου από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Sir Edward Codrington. Ο ναύαρχος του Βρετανικού στόλου Έντουαρντ Κόδριγκτον, ήρωας της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ και της ναυμαχίας του Ναβαρίνου. Λιθογραφία, δημοσιεύεται στο βιβλίο, «The royal navy, a history from the earliest times to the present (1897)» σελ. 148.

Οι Times δεν παρέλειψαν να υπερασπιστούν την όλη δράση του Codrington: «Ο ένδοξος ναύαρχος», έγραφαν στις 14/11/1827, «έκανε αυτό που έπρεπε για να επιβάλει τα άρθρα της συνθήκης που προέβλεπαν το τέλος των εχθροπραξιών. Να εισέρθει δηλαδή στον κόλπο του Ναβαρίνου, μια και αυτός ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να ελέγξει τις κινήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στόλου». Τέλος στο ίδιο άρθρο διατυπώθηκε η άποψη ότι η ναυμαχία ίσως αποβεί προς όφελος της Τουρκίας, μια και ήταν το μόνο γεγονός που μπορούσε να συγκρατήσει τη Ρωσία από μια άμεση εισβολή στα οθωμανικά εδάφη.

Ο «ακραιφνής συντηρητικός» Courrier [10] χαρακτήρισε με τη σειρά του τη ναυμαχία σαν «ένδοξο επίτευγμα όλων εκείνων που ενδιαφέρονταν για την προστασία του αθώου ελληνικού πληθυσμού» και δικαιολόγησε απόλυτα την χρησιμότητά της, χωρίς όμως να εμβαθύνει στα γεγονότα και τις συνέπειές τους. Σε κύριο άρθρο στις 17/11/1827 ο Courrier έδειξε ιδιαίτερη επιθετικότητα στα σχόλια του γαλλικού τύπου. Οι γαλλικές εφημερίδες κατηγορούσαν την Αγγλία ότι μόνη εκείνη θα είχε να ωφεληθεί από τη ναυμαχία, γι’ αυτό και είχε χρησιμοποιήσει τις χώρες αυτές που πολέμησαν για το δικό της αποκλειστικά όφελος. [11] Μαζί με τους Times, ο Counter υπερασπίζεται το ναύαρχο Codrington και παραθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για τη δύναμη και τις απώλειες των εμπολέμων. Οι απώλειες των συμμάχων, έγραφε στις 10/11/1827, ήταν πολύ κατώτερες από τις εχθρικές, παρ’ όλο που θα έπρεπε να αναμένεται το αντίθετο, λόγω της αριθμητικής υπεροχής των ’Οθωμανών και του πείσματος των εμπολέμων. Και κατέληγε: «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν η αρχή και όχι το τέλος των συνεπειών της συνθήκης του Λονδίνου. Αλλά η Ελλάδα έχει σωθεί» [12].

Ανάλογη στάση με τον Courrier κράτησε και η ανεξάρτητη εφημερίδα Aviss Birmingham Advertiser. Αλλά στις 19/11/1827 πρόσθετε ότι, στα περιθώρια των πανηγυρισμών, επιτροπή από Άγγλους εμπόρους της Ανατολικής Μεσογείου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Coderich και του ζήτησε να πάρει μέτρα για τον περιορισμό της πειρατείας στο Αιγαίο[13].

Το φιλελεύθερο περιοδικό Observer [14] σε άρθρο του στις 11/11/1827 σημείωνε ότι η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις συλλογικής δράσης, που έγινε αποκλειστικά και μόνο «για λόγους δικαιοσύνης και ανθρωπισμού». Διατηρεί βέβαια μια επιφυλακτικότητα στην κρίση του για τη ναυμαχία, άλλα υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την αποφυγή αιματηρών αντεκδικήσεων από τους Τούρκους. Ο Observer παρουσίασε επίσης και χάρτη με τεχνικές επεξηγήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής της ναυμαχίας, τονίζοντας τη ναυτική ανικανότητα των Τούρκων. Σχετικά με τις απώλειες των συμμάχων – χωρίς να αναφέρεται σε αριθμούς – υπολογίζει πως θα πρέπει να ήταν βαρύτερες για τον ρωσικό στόλο. Τέλος δεν παραλείπει να εκφράσει τις ανησυχίες του για τις πολιτικές συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα η ναυμαχία: «Δυστυχώς», έγραφε στις 18/11/1827, «αυτό που η βρετανική κυβέρνηση επιθυμεί δεν είναι η ελευθερία άλλα η ανεξαρτησία της Ελλάδας» [15], και συνέχιζε: «Ένα πολίτευμα κατασκευασμένο από Άγγλους Τόρρηδες, Γάλλους εξτρεμιστές και Ρώσους απολυταρχικούς δύσκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα διακρίνεται για το φιλελευθερισμό του. Η Ελλάδα θα είναι ανεξάρτητη αλλά όχι ελεύθερη. Ωστόσο, θα περιέχει τα σπέρματα μιας ελευθερίας, από τα οποία η πραγματική ελευθερία θα ακτινοβολήσει σε όλα τα γειτονικά έθνη».

Εντελώς αρνητική ήταν η αντίδραση του ακραίου συντηρητικού περιοδικού John Bull, που τότε συμπλήρωνε μόλις επτά χρόνια ζωής. Κατά το περιοδικό η ναυμαχία ήταν μια «αξιοθρήνητη νίκη, που θα βοηθήσει τα επεκτατικά σχέδια των Ρώσων». Αν ο τσάρος, έγραφε στις 11/11/1827, εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα απειληθεί όλο το αποικιοκρατικό συγκρότημα της Αγγλίας στην Ινδική χερσόνησο. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, κατέληγε το περιοδικό, αποτελεί την διάψευση των δήθεν φιλειρηνικών διαθέσεων των Τόρρηδων απέναντι στους παλιούς μας φίλους και συμμάχους – το σουλτάνο και τον Αιγύπτιο πασά.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Η κριτική του John Bull ήταν οξύτατη για κυβερνητικό έντυπο. Στις 18/11/1827, σε μακροσκελές κύριο άρθρο του, το συντηρητικό περιοδικό επανέρχεται στις ίδιες κατηγορίες. Επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή στα γεγονότα ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου σήμαινε «ούτε λίγο ούτε πολύ πόλεμο ενάντια και στους δυο εμπόλεμους   -Έλληνες και Τούρκους – παρ’ όλο που φανερά ο πόλεμος αποκηρυσσόταν και οι εμπόλεμοι είχαν κληθεί να απόσχουν από κάθε πολιτική ενέργεια. Ωστόσο, αν και η συνθήκη υπογράφτηκε για να καταπολεμηθεί η πειρατεία στο Αιγαίο, τίποτα δεν έγινε προς αυτή την κατεύθυνση [16]. Έτσι το μόνο αποτέλεσμα της ναυμαχίας, συνέχιζε ο John Bull, θα είναι να δούμε μια ελληνική δύναμη εγκατεστημένη στη Μεσόγειο, κάτω από την προστασία της Ρωσίας, αντίθετη στην πολιτική και τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Και αυτό, γιατί η συνθήκη στα φανερά άρθρα της καθόριζε τις τρεις μεγάλες δυνάμεις σαν μεσολαβητές, στο μυστικό της όμως άρθρο τους έθεσε στη θέση των εμπολέμων».

Εύλογη ήταν η ανησυχία των κύκλων τους οποίους εξέφραζε ο John Bull για τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα είχε η αναπόφευκτη πλέον μετατροπή του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο. Το εμπορικό κεφάλαιο της Αγγλίας, το οποίο από τον περασμένο αιώνα είχε αναγκαστεί να δεχθεί τους Έλληνες σαν μόνιμους ανταγωνιστές, φοβόταν τώρα τον πλήρη παραγκωνισμό του από τη νευραλγική αυτή περιοχή, η οποία – και για στρατιωτικούς ακόμα λόγους – έπρεπε να είναι κάτω από τον διακριτικό έλεγχο της Βρετανίας. Ο John Bull δε δίστασε να χαρακτηρίσει ανόητους τους δημοσιογράφους που πανηγύριζαν για το αποτέλεσμα της ναυμαχίας. Κατέκρινε επίσης και την όλη δραστηριότητα των τριών ναυάρχων τονίζοντας: «Με ποιό δικαίωμα εμπόδισαν τούς Τούρκους στρατιωτικούς αρχηγούς να πολεμήσουν ενάντια στους εχθρούς του κυρίου τους; Και γιατί δεν τούς προειδοποίησαν ότι θα έμπαιναν στον κόλπο του Ναβαρίνου με εχθρικούς σκοπούς; Όποια και να είναι τώρα η αντίδραση των Τούρκων, θα είναι δικαιολογημένη». Και το συντηρητικό περιοδικό κατέληγε: «Η εγκαθίδρυση μιας νέας ναυτικής δύναμης στη Μεσόγειο, που θα συνδέεται με τα συμφέροντα και το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, δεν μας είναι ευπρόσδεκτη, ούτε μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη και στη Γαλλία. Οι δυο αυτές δυνάμεις θα πρέπει να αναθεωρήσουν την πολιτική τους και – στην προσπάθειά τους να ειρηνεύσουν τον κόσμο – θα πρέπει επίσης να αποφύγουν να προκαλέσουν τη Ρωσία, η οποία χρειάζεται μόνο τη βοήθεια μιας ναυτικής δύναμης μέσα στη Μεσόγειο, για να γίνει παντοδύναμη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη». Τέλος στις 25/11/1827 ο John Bull δημοσίευσε την πληροφορία ότι ο Sir John Gore, ανώτατο στέλεχος του βρετανικού Ναυαρχείου, στάλθηκε από την κυβέρνηση για να ζητήσει επί τόπου διευκρινίσεις από τον Codrington [17].

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Με το νομικό θέμα της εισόδου του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρίνου [18] ασχολήθηκε κριτικά και ό Globe, ανεξάρτητη απογευματινή εφημερίδα του Λονδίνου με φιλελεύθερες αρχές: «Η είσοδος στο Ναβαρίνο», έγραφε στις 13/11/1827, «δεν θα χρειαζόταν δικαιολόγηση, δε γινόταν για να ζητηθεί η συνηθισμένη προστασία και βοήθεια που ζητούν ξένα πλοία σε φιλικό λιμάνι. Έτσι, η ύπαρξη, τουλάχιστον επίσημα, φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους συμμάχους ναυάρχους και τον Ιμπραήμ πασά, δεν ταυτίζεται με το γεγονός ότι η είσοδος του ενωμένου στόλου έγινε σε τάξη μάχης, ούτε αποτελεί δικαιολογία ότι αυτό έγινε για εκφοβισμό. Αντίθετα πιστεύουμε ότι αυτό ακριβώς το γεγονός αποτελεί το πιο δυσάρεστο και από την επίσημη αναφορά των τριών ναυάρχων οι Τούρκοι κτύπησαν πρώτοι, αφού όμως ο συμμαχικός στόλος είχε εισέλθει στον κόλπο του Ναβαρίνου σε τάξη μάχης, όπως διαφαίνεται από την ίδια την έκθεση». Καταλήγοντας ο Globe αναφέρει την πληροφορία ότι οι σύμμαχοι ναύαρχοι είχαν υπογράψει και σχετικό πρωτόκολλο, που καθόριζε τον τρόπο εισόδου στο Ναβαρίνο, σε τρόπο ώστε να είχαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη διάθεσή τους, είτε να τον αιχμαλωτίσουν, είτε ακόμη και να τον καταστρέψουν, αν ο Ιμπραήμ πασάς έδειχνε αδιαλλαξία. Αξιοσημείωτη είναι η άποψη αυτή της εφημερίδας, ότι η καταστροφή του οθωμανικού στόλου αντιμετωπιζόταν σαν έσχατο μέτρο από τους τρεις ναυάρχους, σε αντίθεση με τους Times που ισχυρίζονταν ότι επρόκειτο για «τυχαίο γεγονός».

Στους ισχυρισμούς του Globe απάντησε την επόμενη ημέρα η φιλελεύθερη εφημερίδα του Λονδίνου Morning Chronicle [19], τονίζοντας πως βασικός όρος της συνθήκης ήταν η επιβολή άμεσης ανακωχής ανάμεσα στους εμπολέμους. Συνεπώς, εφ’ όσον οι Οθωμανοί αθέτησαν την υπόσχεση που είχαν δώσει ότι θα σταματούσαν τις εχθροπραξίες, το μόνο πρακτικό μέσο επιβολής της ανακωχής που είχε απομείνει στους ναυάρχους ήταν η είσοδος του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρί­νου. «Φυσικά», συνέχιζε η Morning Chronicle, «στις κανονικές συνθήκες μεσολάβησης δεν περιλαμβάνεται ο καταναγκασμός των εμπολέμων σε ανακωχή.

Αλλά ο ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι ειδική περίπτωση. Η συνθήκη του Λονδίνου υπογράφηκε κυρίως για να προστατευτούν ζωτικά οικονομικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών. Αν έχουν γίνει μέχρι τώρα διάφορες συνθήκες με την Τουρκία, αυτό δεν σημαίνει πως έχει πάψει να είναι κράτος βαρβάρων. Πόλεμος της Τουρκίας με την Αυστρία ή τη Ρωσία δεν θα παρενοχλούσε τα συμφέροντα των ουδετέρων χωρών, άλλα αυτό δεν συνέβη στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Συνεπώς τα ουδέτερα κράτη έπρεπε να αυτοπροστατευθούν» [20]. Και η εφημερίδα κατέληγε: «Η ναυμαχία ήταν φυσική συνέπεια της συνθήκης του Λονδίνου και, παίρνοντας υπ’ όψη την αδιαλλαξία των Τούρκων, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος στους τρεις ναυάρχους από το να επιβάλουν την ανακωχή με κάθε μέσο. Αν η συνθήκη ήταν δικαιολογήσιμη τότε και τα αναπόφευκτα αποτελέσματά της είναι επίσης δικαιολογήσιμα. Η εφαρμογή της συνθήκης προϋποθέτει την ανάγκη του εκφοβισμού. Παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είναι φίλοι μας, προτιμήσαμε να τους μεταχειριστούμε σαν φίλους που χρειάζονται κάποια αυστηρότητα για να μάθουν να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια. Έτσι, αν έγινε κάπου κάποιο σφάλμα, αυτό δεν αφορά τους ναυάρχους, αλλά τις συμμαχικές κυβερνήσεις που δεν τους έδωσαν σαφείς οδηγίες, καθώς και την τουρκική κυβέρνηση, η οποία δεν υπολόγισε σοβαρά τη σταθερή απόφαση των συμμαχικών κυβερνήσεων να θέσουν τέρμα στον πόλεμο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Morning Chronicle ήταν μια από τις λίγες εφημερίδες που είχαν ανεπιφύλακτα ταχθεί με την ελληνική πλευρά από την αρχή της επανάστασης, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει ότι οι Τούρκοι έπρεπε να εκδιωχθούν από την Ευρώπη. Η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου, πίστευε η Morning Chronicle, ήταν η δικαίωση της φιλελληνικής πολιτικής πού έπρεπε από την αρχή να είχε ακολουθήσει η Μεγάλη Βρετανία. «Μόνο όσοι είναι γνώστες του ναυτικού πολέμου», έγραφε στις 12/11/1827, «μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισαν οι γενναίοι μας ναύτες και τις αρετές που έδειξαν στην εκτέλεση του δύσκολου έργου τους. Οι σύμμαχοι ενήργησαν με θαυμαστή σύμπνοια εκεί όπου η παραμικρή έλλειψη πειθαρχίας και προθυμίας θα μπορούσε να προκαλέσει το χειρότερο. Εφ’ όσον οι Τούρκοι παραμένουν στην Ευρώπη, δεν υπάρχει ελπίδα για την Ανατολή. Θα έπρεπε από καιρό να είχαν εκδιωχθεί απ’ εκεί, αν δεν υπήρχε η δυσκολία τού πως θα διατεθούν οι πολύτιμες περιοχές που κατέχουν. Αλλά φαίνεται πως πλησιάζει σύντομα η στιγμή που η αναβλητικότητα δεν θα είναι πια δυνατή. Τότε οι μεγάλες δυνάμεις θα χρειαστεί να αποφασίσουν μια για πάντα για το μέλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν οι Τούρκοι προβούν στο μεταξύ σε αντεκδικήσεις κατά των αόπλων συμπατριωτών μας, οι οποίοι χάριν του εμπορίου τυχαίνει να κατοικούν στην Τουρκία, αυτό θα προκαλέσει σκληρή αλλά δίκαιη ανταπόδοση από την πλευρά μας. Πραγματικά, είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι οι μεγάλες δυνάμεις – που έχουν ήδη φθάσει μέχρις εδώ – δεν θα προχωρήσουν περισσότερο μετά από παρόμοια προσβολή».

Σε ξεχωριστή στήλη η Morning Chronicle δημοσίευσε εκτεταμένες ανταποκρίσεις από το Παρίσι, όπου «όλες οι καρδιές» είναι γεμάτες από χαρά, εκτός από τις καρδιές των υπουργών[21]. Η γαλλική κοινή γνώμη, σημείωνε η ίδια εφημερίδα, είναι πεπεισμένη ότι η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου υπήρξε καταστροφική για την πολιτική του Μέττερνιχ.

Η επίσης φιλελεύθερη Morning Advertiser [22] που – όπως και η Morning Chronicle – είχε κρατήσει φιλελληνική στάση από την αρχή της επανάστασης, χαιρέτησε τη ναυμαχία του Ναβαρίνο σαν «ένδοξο επίτευγμα», παρά τις σοβαρές απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. Και συνέχιζε: «Ο Ιμπραήμ πασάς δίκαια τιμωρήθηκε, διότι φάνηκε άπιστος, αθετώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, δε θα σταματούσε αμέσως τις εχθροπραξίες». Η Morning Advertiser επιτέθηκε με δριμύτητα στους επικριτές της ναυμαχίας, και ιδιαίτερα στον John Bull, τονίζοντας ότι «τα τουρκοαιγυπτιακά τέρατα ουδέποτε υπήρξαν αληθινοί σύμμαχοι της Μεγάλης Βρετανίας».

Τέλος η Sun, φύλλο με κεντρώα απόκλιση, δικαιολογώντας τη ναυμαχία – «που λάμπρυνε τα αγγλικά ναυτικά χρονικά» – έγραφε στις 13/11/1827 ότι εφ’ όσον τα διπλωματικά μέσα είχαν εξαπλωθεί χωρίς αποτέλεσμα, οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφασίσει να επιβάλουν την ανακωχή de facto, έστω και με χρήση βίας. Αν και μετά απ’ αυτό ο σουλτάνος αρνηθεί να συμμορφωθεί – τόνιζε η εφημερίδα, δείχνοντας και αξιοσημείωτη διορατικότητα – τότε μια στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας θα πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη».

Η είδηση για την ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε με μικρή καθυστέρηση και στην ’Ιρλανδία, όπου οι πολιτικές και θρησκεύθηκες μικροεξεγέρσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο. «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου είναι το σπουδαιότερο στρατιωτικό γεγονός μετά τη μάχη του Βατερλώ» έγραφε στις 14/11/1827 η κεντρώα ρωμαιοκαθολική Dublin Evening Post [23]. Και αφού έδινε ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες για τη ναυμαχία συνέχιζε: «Ποιές θα είναι τώρα οι πολιτικές συνέπειες; Είναι βέβαιο πως μια μεγάλη κρίση περιμένει την Ευρώπη. Αλλά δεν μας διαφεύγει η πιθανότητα ότι οι ίδιες δυνάμεις, που μόλις τώρα πολέμησαν σαν σύμμαχοι, μπορεί πολύ σύντομα να βρεθούν αντιμέτωπες διαφωνώντας για το μέλλον της Τουρκίας. Οι καθολικοί της Ιρλανδίας», κατέληγε η εφημερίδα, «μπορούν να πάρουν θάρρος από παρόμοιο ενδεχόμενο: Η Αγγλία δεν μπορεί να αναλάβει πόλεμο, εφ’ όσον η Ιρλανδία δεν είναι χειραφετημένη».

Τα δημοσιεύματα του βρετανικού τύπου – που το σύνολό του έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στην είδηση – δεν μετέβαλαν την επίσημη πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης. Την αρχική έκπληξη ακλούθησε αποδοκιμασία, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε η άμεση ανάκληση και αποστράτευση του Codrington. Παράλληλα ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ακλουθούσε πολιτική κατευνασμού τού σουλτάνου, ενώ στους κυβερνητικούς κύκλους συζητούσαν το ενδεχόμενο αποζημίωσης για την καταστροφή του οθωμανικού στόλου [24]. Ωστόσο τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει τη ροή των γεγονότων. Η επίμονη άρνηση του σουλτάνου να δεχθεί την συνθήκη του Λονδίνου οδήγησε σε έναν ακόμη ρωσοτουρκικό πόλεμο. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δυο χρόνια από, την ιστορική ναυμαχία για να υπογράψουν οι Τούρκοι στις 14/9/1829 στην Αδριανούπολη, κάτω από την απειλή των ρωσικών όπλων, την αναγνώριση της ύπαρξης του ελληνικού κράτους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Times 17/7/1827, σ. 2.

[2] 7 πέννες, όταν η λίρα είχε πάνω από δεκαπέντε φορές την αξία της σημερινής, οι αγγλικές εφημερίδες τότε ήταν τετρασέλιδες, σε σχήμα κάπως μικρότερο από το σημερινό. Την πρώτη σελίδα κάλυπταν κατά κανόνα οι μικρές αγγελίες, ενώ η διεθνής ειδησεογραφία κατελάμβανε το μισό μιας από τις εσωτερικές σελίδες. Ο κανόνας αυτός είχε και τις εξαιρέσεις του. Η ειδησεογραφία για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε τον χώρο τής μιας σελίδας.

[3] Βλ. το κείμενο της συνθήκης του Λονδίνου στους Times 17/7/1827, σ. 2. «The armistice to be enforced but force to be avoided». Ωστόσο οι οδηγίες που δόθηκαν στους τρεις ναυάρχους τους άφηναν κάποιο βαθμό πρωτοβουλίας, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να προβλέψουν όλα τα ενδεχόμενα.

[4] Οι διεθνείς ειδήσεις μεταδίδονταν, είτε από το δίκτυο των ανταποκριτών, είτε από τις ξένες, γαλλικές κυρίως, εφημερίδες. Η χρήση του τηλεγράφου – ιδιαίτερα του οπτικού μέσω Dover – Calais – ήταν περιορισμένη.

[5] Τα στοιχεία που ακλουθούν προέρχονται από επτά ημερήσιες εφημερίδες του Λονδίνου, δύο επαρχιακές και δύο περιοδικά. Τα έντυπα αυτά αντιστοιχούν στο 70% – 80% των εκδόσεων του βρετανικού τόπου. (Βλ. Charles Mitchell, Newspaper Press Directory (G. B.), Λονδίνο 1857).

[6] Η M. P. υποστήριζε πολιτικά την ομάδα του λόρδου Palmerston και κοινωνικά την τάξη της αριστοκρατίας. Είχε επίσης τη φήμη του καλλίτερα πληροφορημένου εντύπου για τα διεθνή γεγονότα, χωρίς να υπολογίζει τις δαπάνες.

[7] Η εφημερίδα αυτή – συντηρητική στην επίσημη γραμμή της, αλλά με κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας από πολιτικές παρατάξεις – ιδρύθηκε το 1783. Διακρινόταν για την αυθεντική της πληροφόρηση σε νομικά και κοινοβουλευτικά θέματα και προπαγάνδιζε τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία του εμπορίου.

[8] Την ίδια μέρα (11/11/1827), και σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του Codrington, οι Times ανακοίνωσαν σε ξεχωριστή στήλη τις απώλειες των συμμάχων: 75 νεκροί και 197 τραυματίες Άγγλοι και 43 νεκροί και 144 τραυματίες Γάλλοι. Οι απώλειες της ρωσικής μοίρας δεν αναφέρθηκαν, αλλά υπολογιζόταν ότι ξεπερνούσαν τις αγγλικές.

[9] Την ίδια ερμηνεία προσπάθησε να δώσει και το επίσημο κράτος. Στο λόγο του θρόνου, τον Ιανουάριο 1828, ο Άγγλος βασιλιάς αναφέρθηκε στην ναυμαχία σαν «αδόκητο γεγονός» (untoward event).

[10] O Courrier ήταν η εφημερίδα του «νόμου και της τάξης». Ενάντια σε κάθε τι αντικυβερνητικό, βρισκόταν σε μόνιμη διαμάχη με την φιλελεύθερη Morning Chro­nicle. Ωστόσο, στα κρίσιμα προβλήματα απέφευγε κατά κανόνα, να πάρει θέση.

[11] Φυσικά οι εκτιμήσεις των γαλλικών εφημερίδων ήταν εντελώς λανθασμένες.

[12] Ο Courrier δημοσιεύει και τα παράσημα που δόθηκαν στους νικητές: Ο Γάλλος βασιλιάς προήγαγε τον de Rigny σε αντιναύαρχο και παρασημοφόρησε τους Codrington και Heyden με τον μεγαλόσταυρο του τάγματος του Αγίου Λουδοβίκου. Ανάλογες τιμές έδωσε και ο τσάρος Νικόλαος Α’ καθώς και ο Άγγλος βασιλιάς, αλλά ο τελευταίος εντελώς απρόθυμα (βλ. και Observer 9/12/1827).

[13] Αυτό τούτο το γεγονός της ναυμαχίας δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στο χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου. Όλες σχεδόν οι εφημερίδες ανέφεραν πτώση μετοχών σε εμπορικές εταιρείες της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά την ευνοϊκή τροπή των πραγμάτων οι μετοχές των δύο ελληνικών δανείων δεν επηρεάστηκαν παρά ελάχιστα.

[14] Η πρώτη έκδοση του περιοδικού χρονολογείται από το 1792. Υποστηρίζει τους Ούϊγους, και απευθύνεται στη μέση και την ανώτερη κοινωνική τάξη. Κυρίως πολιτικό περιοδικό, διακρινόταν για την σωστή ενημέρωση του και σε καλλιτεχνικά και οικονομικά θέματα.

[15] Η πρόβλεψη του περιοδικού επρόκειτο σύντομα να επαληθευθεί. Μόνο που και η ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν, για πολλά χρόνια, εικονική.

[16] Οι κατηγορίες του John Bull ήταν βάσιμες. Η ιερατεία στο Αιγαίο παρουσίασε την μεγαλύτερή της ανάπτυξη αμέσως μετά την ιστορική ναυμαχία. (Για την πειρατεία στα χρόνια αυτά βλ. Δέσποινα Θεμελή-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον Δικαστήριον κατά την πρώτην Καποδιστριακήν περί­οδον 1828 – 1829, Αθήνα 1973). Ωστόσο, οι ευθύνες γι’ αυτό δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο ανάμεσα στους Έλληνες πλοιοκτήτες, στους οποίους είχαν δοθεί από την τότε ελληνική κυβέρνηση ημινόμιμες άδειες καταδρομών, αλλά στις συνθήκες που επικρατούσαν.

17] Ο Sir John Gore, που κατά σύμπτωση ήταν φίλος του Codrington, πράγματι στάλθηκε από το βρετανικό Ναυαρχείο, ενώ από το Υπουργείο Εξωτερικών στάλθηκε άλλος αξιωματούχος για τον ίδιο σκοπό. (Βλ. Memoirs of the Life ot Sir E.Codrington, τ.2, Λονδίνο 1873, σ. 115-16). Οι εξηγήσεις που έδωσε ο ναύαρχος δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές και η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να τον ανακαλέσει τον Ιούνιο του 1828.

[18] Στις 18/10/27 οι τρείς ναύαρχοι υπόγραψαν πρωτόκολλο όπου αναλάμβαναν την υποχρέωση να μπουν στο Ναβαρίνο, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να επιβάλουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών στον Ιμπραήμ πασά «μόνο με την παρουσία του συμμαχικού στόλου». (Memoirs of Sir. Ε. C., ό.π., σ. 62).

[19] Η εφημερίδα αυτή – από τις πιο παλιές – ιδρύθηκε το 1770 και ήταν περισσότερο φιλελεύθερη παρά συντηρητική. Επηρεαζόταν από τους Ουϊγους άλλα ήταν ανεξάρτητη στην κριτική της. Προπαγάνδιζε την ποιοτική βελτίωση σε όλους τους τομείς της κρατικής πρόνοιας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.

[20] Η άποψη αυτή ήταν ταυτόσημη με την επίσημη δικαιολογία που προέβαλαν οι τρεις δυνάμεις για να δικαιολογήσουν την επέμβασή τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

[21] Η συντηρητική κυβέρνηση της Γαλλίας, πέρα από τον ενθουσιασμό της για το νέο απρόσμενο γόητρο που απέκτησαν τα γαλλικά όπλα, ανησύχησε για μια ενδεχόμενη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια επιρροή της Ρωσίας στο νέο κράτος μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα της Γαλλίας και το «άνοιγμά» της στον Μεχμέτ πασά της Αιγύπτου.

[22] Η εφημερίδα αυτή εκπροσωπούσε την τάξη των μικρεμπόρων και μικροεπιχειρηματιών και επίσημα δεν υποστήριζε καμιά πολιτική μερίδα. Απευθυνόταν στις πλατιές μάζες και προπαγάνδιζε την ελευθερία του εμπορίου και την κατάργηση της θανατικής ποινής.

[23] Αν και ρωμαιοκαθολική, η εφημερίδα αυτή ήταν υπέρ της ανεξιθρησκίας. Προπαγάνδιζε επίσης την ελευθερία στις οικονομικές συναλλαγές, αλλά όταν δεν ερχόταν σε αντίθεση με το συμφέρον του κράτους.

[24] Βλ. John Bull, 17/11/1827.

 

Δημήτρης Λουλές

«Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Read Full Post »

«Πορεία με φώς» – Έκθεση Φωτογραφιών της πόλης του Ναυπλίου από το 1900 έως το 1960


 

Πορεία με φώς

Ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», εκθέτει στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, μια σειρά από φωτογραφίες της πόλης που αφορούν στην περίοδο 1900 – 1960.

Η Έκθεση των φωτογραφιών είναι ένα χρονικό, ένα οδοιπορικό μέσα στον χρόνο. Ο επισκέπτης θα αναγνωρίσει «οικείες» αλλά άγνωστες εικόνες του Ναυπλίου, των κτηρίων του και της διαφοροποίησής τους, θα εμβαθύνει στην κοινωνική, πολιτιστική και καθημερινή ζωή της εποχής και θα την συγκρίνει με την σύγχρονη.

Οι παλιοί θα θυμηθούν και θα αναπολήσουν. Οι νέοι θα διδαχθούν και θα οραματιστούν. Όλοι οι επισκέπτες, όμως, θα αποτυπώσουν στην μνήμη τους τις ευωδιές που κυριαρχούσαν στην πόλη μας, τις μυρωδιές που χάθηκαν, τα επαγγέλματα και τις ενδυμασίες που έφεραν τον χρόνο μέχρι τις μέρες μας, το μέλλον που ζούσαν και επαγγέλονταν οι γονείς μας και οι παππούδες μας, τις ευχάριστες και λυπημένες στιγμές, την συνύπαρξη στην ίδια φωτογραφία του παλιού και του νέου. Η Έκθεση δεν θα είναι μια απλή παράθεση φωτογραφιών αλλά μια παρακαταθήκη για τις ερχόμενες γενιές.

Την επιμέλεια της Έκθεσης έχει, από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, ο ακούραστος και ονειροπόλος Γιώργος Καρατάσος και η εμπνευσμένη καλλιτέχνης ζωγράφος, μέλος του Συλλόγου μας, Κατερίνα Μπεκιάρη.

Εκτός από τις φωτογραφίες που αποτελούν ιδιοκτησία του Συλλόγου, πολλοί συμπολίτες μας έχουν συνεισφέρει με το φωτογραφικό τους αρχείο στον εμπλουτισμό του υλικού. Φωτογραφίες του Νίκου Τομπάζη, του Παναγιώτη Μαζαράκη και πολλών άλλων συμπολιτών μας αλλά και αντίγραφα πρωτοτύπων που ευγενικά και οικειοθελώς παραχώρησαν από τα φωτογραφικά τους αρχεία ο Κώστας Καράπαυλος και ο Γιάννης Καλιτσιάδης, θα πλουτίσουν τα εκθέματα από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμηδης» και θα κοσμήσουν την Έκθεση.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 2 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσει έως και την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου  2017 στο Βουλευτικό. Θα συνεχιστεί στην αίθουσα πολιτισμού του Συλλόγου έως και το τέλος των εορτών.

Η πρόταση για την υλοποίηση αυτής της Έκθεσης έγινε από τον Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας Τάσσο Χειβιδόπουλο, στο πλαίσιο των «Δρόμων Πολιτισμού Αργολίδας».

Read Full Post »

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας – Σπέτσες 22 Μαΐου 1825


 

Ο γιος της, Γεώργιος Γιάννουζας, απήγαγε την Ευγενία Κούτση. Οι γονείς αντιδρούν, ζητούν εκδίκηση. Αντί του απαγωγέα πυροβολούν τη μητέρα του. Ο δράστης συλλαμβάνεται αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ.

 

Δύο άγρια φονικά συνέβησαν στις Σπέτσες, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι φόνοι απλών ανθρώπων στο ηρωικό και πολυάνθρωπο νησί (8.000 οι κάτοικοί του), ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της Επανάστασης, όπου τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως μας πληροφορεί και ο Δημ. Βικέλας διά στόματος του Λουκή Λάρα (ψευδώνυμο πραγματικού, «υποκρυπτόμενου», πρόσφυγα από τη Χίο), ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματός του. «Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιόν μου εις την αγοράν εις Ραγουζαίος κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδελλών, τας οποίας επώλει». (σελ. 106, στις Εκδόσεις Γαλαξία, 1962). Εδώ όμως πρόκειται για τη θανάτωση δύο επώνυμων ανθρώπων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και του Ανάργυρου Λεμπέση, που είχαν διαπρέψει στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

 

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας

 

Τα αίτια της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας είναι ξεκαθαρισμένα. Για την καταγωγή, τον χαρακτήρα της, τη συζυγική και οικογενειακή ζωή της, την επαναστατική δράση της και τον θάνα­τό της, δες το σχετικό μελέτημά μας «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 308. Και τα ξεκαθάρισε για λογαριασμό μας όχι μονάχα η ζωντανή, διά στόματος, παράδοση του νησιού, αλλά και η αξιόπιστη βιογράφος της Μπουμπουλίνας Σωτηρία Αλιμπέρτη στο βιβλίο της Αι Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο γιος της Γεώργιος, από τον πρώτο γάμο της με τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημ. Γιάννουζα, αγαπούσε την Ευγενία (ή Ευγενική), την πιο νέα από τις κόρες του καραβοκύρη και πρόκριτου του νησιού Χριστόδουλου I. Κούτση. Την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Αλλά και η Ευγενία, παρά το γεγονός ότι ήταν μνηστευμένη (η εκδοχή ότι είχε μνηστευθεί τον Παν. Χατζηγιάννη Μέξη δεν πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Παναγιώτης ήταν περιζήτητος γαμπρός), δεν έμενε ασυγκίνητη μπροστά στη λεβεντιά του τρια­ντάχρονου γιου της Μπουμπουλί­νας. Οι γονείς όμως της Ευγενίας δεν συγκατένευαν στον γάμο της κόρης τους με τον Γεώργιο Δημ. Γιάννουζα. Είχαν δώσει αλλού τον λόγο τους. Η σθεναρή αντίδραση των γονιών ανάγκασε τους δυο ερωτευμένους νέους να κλεφτούν και να καταφύγουν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή (Κόστα) και όχι στο σπίτι της Κουνουπίτσας, κληρονομιά της ηρωίδας από τον πρώτο άντρα της, όπως πίστευαν οι Κουτσαίοι.

Προτού προχωρήσουμε στα της δολοφονίας, ας διευκρινίσουμε τις συγγενικές σχέσεις της Μπουμπουλίνας με τις πολύκλαδες οικογένειες των Κούτσηδων και των Μέξηδων. Κατ’ αρχήν η ηρωίδα είχε συμπεθεριάσει με την οικογένεια Γ. Κούτση. Η κόρη της από τον γάμο της με τον Δημ. Μπούμπουλη, Σκεύω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Γεωργάκη I. Κούτση, ανιψιό του Χριστόδουλου I. Κούτση. Αλλά και ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της [η μητέρα της Μπουμπουλίνας Σκεύω, χήρα του Υδραίου Σταυριανού Πινότση, είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο (1776), τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημ. Λαζάρου ή Ορλώφ και είχε αποκτήσει απ’ αυτόν έξι γιους, τον Αντώνιο, τον Μανώλη, τον Θεοδόσιο (ή Θεόδωρο), τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Αθανάσιο, και δύο κόρες, τη Μαρία (ή Μάρω) και την Ελένη, σύζυγο Γ. Λάμπρου], ο Μανώλης Δ. Ορλώφ, επονομαζόμενος Κακομανώλης, είχε παντρευτεί την αδελφή της Ευγενίας Δέσποινα.

Η συγγένειά της τώρα με τον Χατζηγιάννη Μέξη και την πολύτεκνη οικογένειά του. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο της, Μάρω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Χατζηγιάννη Μέξη, μετέπειτα γερουσιαστή, και η ετεροθαλής αδελφή της Μάρω θα παντρευτεί αρκετά χρόνια μετά τον άδοξο θάνατό της τον τριτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη τον Παναγιώτη (1800-1885). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ανιψιός του Χριστόδουλου I. Κούτση Ιωάν­νης Γεωργάκη I. Κούτση είχε νυμφευθεί την κόρη του Χατζηγιάννη Μέξη Αικατερίνη.

Ας αναφερθεί τέλος ότι οι σχέσεις της Μπουμπουλίνας με την οικογένεια Γεωργάκη I. Κούτση ήσαν φιλικότατες, με εκείνη του Χριστόδουλου I. Κούτση μάλλον καλές ως την ημέρα της απαγωγής, όπου τα συναισθήματά τους άλλαξαν ριζικά, και με τον «κρουσκ» (δηλ. συμπέθερο) Χατζηγιάννη Μέξη άριστες. Η πολυπράγμων μάλιστα ηρωίδα συχνά τον πίεζε να συμβάλει με τα αξιώματά του στην εκδίωξη από το νησί της άλλης οικονομικά ισχυρής οικογένειας των Σπετσών, των Μποτασαίων («Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 339-Σεπτέμβριος 1996).

 

Στόχος ο απαγωγέας, αλλά…

 

Ο βασικός βέβαια λόγος που κίνησε την οικογένεια Χριστ. I. Κού­τση κατά της Μπουμπουλίνας ήταν κοινωνικός και ηθικός, με την πιο στενή όμως έννοια της λέξης. Η τιμή της οικογένειας είχε τρωθεί. Η απαγωγή μιας κόρης και μάλιστα μνηστευμένης ή, έστω, λογοδοσμένης, ήταν βαρύ για την εποχή εκείνη κοινωνικό και ηθικό παράπτωμα και έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι Κούτσηδες και οι περί αυτούς, όταν ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας ήταν αποφασισμένοι, όχι μονάχα να πάρουν πίσω την Ευγενία αλλά και να τιμωρήσουν τον δράστη της απαγωγής. Αντ’ αυτού βρέθηκε στον δρόμο τους η μητέρα του, για την οποία πίστευαν ακράδαντα, επειδή ήξεραν τον χαρακτήρα της, ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την απαγωγή, η οποία ωστόσο, κατά τον Χατζηαναργύρου, είχε γίνει «εν αγνοία αυτής και των συγγενών του». Παράλληλα ήθελαν να κάνουν επίδειξη οικογενειακής ισχύος. Δεν ξεκίνησε μονάχα ο «πληγωμένος» πατέρας αλλά ολόκληρη η οικογενειακή «αρμάδα», ο ίδιος ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, οι γιοι του Ιωάννης και Δημήτριος, ο γαμβρός του Εμμ. Δημ. Λαζά­ρου (κατ’ άλλους γαμβρός του Χριστ. I. Κούτση ήταν ο Θεοδόσης) και άλλοι «πολλοί άνθρωποί τους οπλοφορούντες», κατά τη Σωτηρία Αλιμπέρτη. Είχε προηγηθεί συγγενικός όρκος ότι ο δράστης της απαγωγής έπρεπε να τιμωρηθεί.

Η Μπουμπουλίνα τον Μάιο του 1825 δεν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς της. Η «Μεγάλη Κυρά» του 1821-1822 τώρα ήταν μια συκοφαντημένη από τους πολιτικούς αντιπάλους του συμπέθερού της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη γυναίκα, είχε χάσει στον εμφύλιο του 1824-25 το μεγάλο της στήριγμα, τον άντρα της κόρης της Ελένης Πάνο Θ. Κολοκοτρώνη που ήταν φρούραρχος του Ναυπλίου, και είχε επιστρέφει στο νησί πικραμένη και αποκαρδιωμένη. Και σ’ αυτά όλα θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο κλίμα αποθάρρυνσης, αβεβαιότητας και αναταραχής που επικρατούσε στο νησί, ο μικροπανικός από τον οποίο είχαν καταλειφθεί οι κάτοικοί του, εξαιτίας και της εμφάνισης του πολυκάραβου αιγυπτιακού στόλου και της απόβασης πολυάριθμου αιγυπτιακού στρατού στη Νότια Πελοπόννησο κ.λπ. Πάντως, το βασικό ενδόσιμο για τον φόνο, ο οποίος δεν ήταν προγραμματισμένος, παρέμενε η οργή από τη βαριά προσβολή που είχε υποστεί η οικογένεια Χριστ. I. Κούτση μετά την απαγωγή.

Είναι δειλινό προς νύκτα της 22ας Μαΐου του 1825. Οι Κουτσαίοι κινούν από την περιοχή της Ευαγγελίστριας που είναι το σπίτι τους προς την περιοχή του Αγίου Αντωνίου (σημερινή Τάπια) που βρίσκεται το κυρίως σπίτι της Μπουμπουλίνας (κληρονομιά από τον δεύτερο άντρα της, τον Δημ. Μπούμπουλη), διαπιστώνουν ότι δεν είναι εκεί, απόδειξη ότι δεν αισθάνεται ένοχη για την απαγωγή, δεν κρύβεται στο πιο ασφαλές σπίτι της Τάπιας και δεν αλλάζει τις συνήθειές της να επισκέπτεται το «εξοχικό» της. Έπειτα, ανυπόμονοι και οργισμένοι, οδεύουν προς το σπίτι της Κουνουπίτσας (περιοχή Σταυρού). Με το φτάσιμο έχει πέσει κιόλας το πρώτο σκοτάδι. Συγγενείς και υποστατικοί περικυκλώνουν το σπίτι με τους μεγάλους κήπους και τις υψηλές πέτρινες μάντρες για να μην το σκάσει το ζεύγος των απαχθέντων. Κάποιοι μπαίνουν στον βορινό κήπο βρίσκοντας κατά πάσα πιθανότητα την πόρτα ξεκλείδωτη (η Μπουμπου­λίνα ήταν θαρραλέα, ανδρόφρων γυναίκα, δεν συνήθιζε να κλειδαμπαρώνεται και μάλιστα με το λυκόφως), ή την παραβιάζουν. Πρώτος την καλεί ο ετεροθαλής αδελφός της, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα «Βασκαρίνα! Βασκαρίνα!» (οι Σπετσιώτες το Λασκαρίνα το πρόφεραν Βα­σκαρίνα). Αυτή, ακούγοντας το κάλεσμα και τη γενικότερη οχλοβοή, ενοχλημένη προφανώς, εγκαταλείπει το καθιστικό ή την κουζίνα, όπου πιθανότατα βρισκόταν την ώρα εκείνη, διασχίζει τις δυο κρεβατοκάμαρες και φτάνει ως το ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς που λόγω της ανοιξιάτικης ζέστης πρέπει να ήταν ανοιχτό. Ο τοίχος κάτω από το παράθυρο είναι παχύς, όπως όλων των παλιών σπετσιώτικων σπιτιών, και αναγκάζεται να σκύψει λίγο, για να βλέπει και να ακούει καλύτερα, στηρίζοντας τα χέρια της στο περβάζι. Ο ετεροθαλής αδελφός της και οι Κουτσαίοι της ζητούν να τους παραδώσει τους απαχθέντες. Εκείνη τους απαντάει με τραχύ ύφος και σε αψιά γλώσσα, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ελληνικής και αρβανίτικης ντοπιολαλιάς. Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε με ευφράδεια τα αρβανίτικα, γιατί δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, αφού, όπως απέδειξαν νεώτερες έρευνες από τον ερευνητή της ιστορίας των Κοκκίνηδων κ. Αντώ­νιο Κοκκίνη, ούτε οι Κοκκίνηδες ούτε οι Πινότσηδες ήταν αλβανικής καταγωγής – ό,τι γνώριζε, το είχε μάθει κοντά στον πρώτο άντρα της και συναναστρεφόμενη τους αρβανιτόφωνους κατοίκους του νησιού. Τους είπε ότι ο Γιώργος με την Ευγενία δεν κρύβονται στο σπίτι. Της ζητούν εξηγήσεις, της επιρρίπτουν ευθύνες. Εκείνη θυμώνει – είναι γνωστό το πόσο οξύθυμη ήταν – σχεδόν τους υβρίζει. Σίγουρα τους ειρωνεύεται. Η παράδοση διέσωσε δύο φράσεις της που είναι πολύ πιθανό να βγήκαν από το στόμα της. Η πρώτη: «Σας τα ’λεγα εγώ και έπρεπε να μ’ ακούσετε, νάνι γιεμ κρουσκ, δηλ. τώρα είμαστε συμπέθεροι». Και η άλλη η πιο ενοχοποιητική: «Αστ ι ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε κα μένα», δηλαδή «έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα» (το τελευταίο ειπώθηκε προς τον αδελφό της). Με τα λόγια της η Μπουμπουλίνα επιβεβαιώνει τις υποψίες τους. Είναι ηθική αυτουργός στο «έγκλημα» της απαγωγής.

 

Μια πιστολιά στο μάτι

 

Όσο κρατάει ο μικρός διάλογος με τον ετεροθαλή αδελφό της, αυτοί που μπήκαν στην αυλή έχουν πλησιάσει κάτω από το μισοφωτισμένο παράθυρο. Φωνασκούν, διαμαρτύρονται. Και κάποιος σηκώνει την πιστόλα του και πυροβολεί. Η ηρωίδα, έτσι ευτραφής καθώς είναι και μαντιλοφορούσα, δίνει εύκολο στόχο. Μια κουμπουριά μονάχα, δεν χρειάστηκε δεύτερη. Το φονικό βόλι την «πήρε» πάνω από την κόγχη του δεξιού ματιού, σε μια φορά από τα κάτω προς τα άνω, και έθραυσε τα οστά του κρανίου (είναι ευδιάκριτη η οπή του δημιούργησε η μπάλα, και οι βαθιές ραγισματιές στο σημείο εκείνο). Το τραύμα δεν φαίνεται να ήταν διαμπερές (οι περισσότεροι απ’ όσους καταπιάστηκαν με τη δολοφονία λένε πως το φονικό βόλι σφηνώθηκε στο κεφάλι της Μπουμπουλίνας). Η τρύπα που επιδεικνυόταν από τους Καστριώτηδες, τελευταίους κληρονόμους του σπιτιού και προτελευταίους ιδιοκτήτες, ότι τάχα έγινε από το βόλι, δεν είναι παρά μια στρογγυλή και απόλυτα συμμετρική τρύπα που έχει δημιουργηθεί από το πέσιμο του ρόζου του ξύλουּ τέτοιες στρογγυλές και ισομεγέθεις τρύπες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του ταβανιού που παραμένει το αυθεντικό. Η Μπουμπουλίνα γέρνει προς τα πίσω. Τρέχει μια γυναίκα του σπιτιού και την υποβαστάζει. Η ηρωίδα όμως είναι νεκρή, σωριάζεται στο πάτωμα. Πεθαίνει μ’ έναν τόσο άδοξο θάνατο. Εκείνη που αψήφησε τα εχθρικά βόλια, τους μύδρους και τις κανονιές στην πολιορκία του Ναυπλίου, χάνεται από βόλι σπετσιώτικο.

Αυτή, καθώς πιστεύουμε, είναι η αυθεντικότερη εκδοχή, αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οπαίες δολοφονήθηκε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες εκδοχές λιγότερο πειστικές. Εκδοχή δεύτερη: πυροβολήθηκε με τρομπόνι, εμπροσθογεμές κι αυτό, αγχέμαχο όπλο, με κάννη πολύ μεγαλύτερου διαμετρήματος από εκείνο της πιστόλας, που ρίχνει πολλά σφαιρίδια διασκορπιζόμενα. Στα δώδεκα μέτρα η διασπορά του τρομπονιού είναι 50-90 εκ. Αν η Μπουμπουλίνα είχε βληθεί με τρομπόνι, θα είχε πληγωθεί και στο στήθος και ίχνη της βολής θα υπήρχαν στο από μαλτεζόπλακες περβάζι του παραθύρου. Εκδοχή τρίτη, εντελώς αναξιόπιστη: Πυροβολήθηκε έξω από τη μάντρα του σπιτιού, στην είσοδο ή στην ταράτσα κάποιου γειτονικού σπιτιού, με καριοφίλι βραχύκαννο ή τρομπόνι. Πέρα από το γεγονός ότι το πλησιέστερο σπίτι απέχει 20-25 μ., πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι οι Κουτσαίοι δεν είχαν καριοφίλια μαζί τους, δεν πήγαιναν για μάχη, το δε τρομπόνι έχει πολύ μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη διασπορά, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αναφορικά με το πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές.

 

 

Οι φονιάδες

 

Οι «γενναίοι παλικαράδες» κι ανάμεσά τους και ο φονιάς, σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι και φεύγουν σιωπηλοί. Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία σ’ ολόκληρο το νησί. Την άλλη μέρα τη θάβουν σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αι – Γιάννη (περιοχή Κουνουπίτσας). Οι κόρες της, οι γαμπροί της, τ’ αγόρια της, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης, οι συγγενείς της, λαός πολύς. Είναι αυτονόητο ότι ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση δεν παρευρέθησαν στην κηδεία. Οι δυο νέοι στεφανώθηκαν κάμποσο καιρό μετά κι έζησαν, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μαζί ως το τέλος της ζωής τους.

Στο μεταξύ «εκείνος που έκανε το κακό» λούφαξε, κρύφτηκε στην ανωνυμία του και στο σκοτεινό λαγούμι των τύψεων – αν είχε τύψεις -, γιατί το ξαναγράφουμε, εκείνο τον καιρό των πολιτικών παθών, η Μπουμπουλίνα, αν και ηρωίδα, αν και αρχόντισσα με μεγάλη προσφορά στον Αγώνα, αν και μάνα νεκρού ήρωα (Γιάννης Γιάννουζας, μάχη του Ξεριά Άργους, Απρίλιος 1821), δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ποιος, λοιπόν, σκότωσε τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Από την επομένη κιόλας του φονικού άρχισε μια ατέρμονη εικοτολογία που τροφοδοτήθηκε και από τα Απομνημονεύματα των Φιλελλή­νων αγωνιστών του 1821, η οποία κρατάει ως τις μέρες μας. Οι υπόνοιες του απρόσωπου λαού και σιωπηλού παρατηρητή των δρωμένων, εστράφησαν σε τρία πρόσωπα. Στον πατέρα της Ευγενίας Χριστόδουλο I. Κούτση, στον γιο του Ιωάννη, πλοίαρχο του οικογενειακού πλοίου Ηρακλής, και στον ετεροθαλή αδελφό της Μπουμπουλίνας Εμμανουήλ Δημ. Λαζάρου, σκληροτράχηλο πλοιοκτήτη και αγωνιστή του κατά θάλασσαν αγώνα, που είχε μάλιστα συνεργαστεί με την αδελφή του στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Μονεμβάσιας.

Ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, τη μέρα του φονικού, ήταν άνθρωπος κάποιας ηλικίας, συνομήλικος σχεδόν της Μπουμπουλίνας, αποδεδειγμένα συνετός και συγκρατημένος, αφού οι ίδιοι οι πρόκριτοι των Σπετσών του είχαν αναθέσει υψηλά αξιώματα, δύσκολα επομένως μπορούμε να τον φανταστούμε να σηκώνει τη βαριά πιστόλα του και να πυροβολεί κατά της συμπεθέρας. Εξάλλου ως σκιά μονάχα πλανήθηκε πάνω στο νησί η υποψία ότι αυτός σκότωσε την ηρωίδα.

Η οικογένεια της δολοφονηθείσης έστρεψε τις υποψίες της και την οργή της κατά του Ιωάννη Χριστ. Κούτση, αδελφού της Ευγενίας, δραστήριου καπετάνιου και ναυμάχου (τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο νησί, γιατί ο στόλος των Σπετσών αδρανούσε, μπορεί όμως και εξαιτίας του προβλήματος με την αδελφή του). Οι δυο μάλιστα γιοι της Μπουμπουλίνας από τον Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο ανήλικος Ιωάννης, επιτροπευόμενος από τον Χρήστο Τζίμα ή Τσά­ντα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την προσπάθεια ορ­γάνωσής του σε ευνομούμενο Κράτος (Κυβερνήτης ο φιλοσπετσιώτης Ιωάννης Καποδίστριας) κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και στηριζόμενοι στο 16ο ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Ελληνικής Συνέλευσης, κατήγγειλαν γραπτώς τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας τους. «Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νι­κόλαος Δ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη Μπούμπουλη Χρήστος Τζίμας «Τσάντας», έχοντας διαφοράν με­τά τίνος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε την Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπούμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσι, και έκτης ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν και υποφέρομεν μέ­χρι τούδε ζημίας αισθαντικάς… Εν Ναυπλίω τη 24 Ιανουαρίου 1830» (Γενικά Αρχεία Κράτους, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Ο Ιωάννης Κούτσης συλλαμβάνεται

 

Πράγματι ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης που βρισκόταν τυχαία στο Ναύπλιο (ή είχε μεταβεί σ’ αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσει την ως άνω κατηγορία), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τρεις μέρες αργότερα (27 Ιαν. 1830) στέλνει αναφορά προς τον Καποδίστρια, με την οποία διαμαρτύρεται για την προφυλάκισή του από την αστυνομία Ναυπλίου ύστερα από διαταγή της ειρηνοδικίας, χωρίς να προηγηθεί δίκη. «Εξοχώτατε! Δεν έπρεπε τάχα και χωρίς της φυλακής να με δοθή η κατηγορία διά να απαντήσω και ούτω να φυλακισθώ; Δεν έπρεπε τάχα κατά το ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως να θεωρηθή τούτο είτε από επιτροπή, είτε επιτοπίως διά να προτείνω κι εγώ τα ασύγκριτα δικαιολογήματά μου…» (ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο 52).

 Την ίδια μέρα ο φερόμενος ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας Ιωάννης Χριστ. Κούτσης, στέλνει και αναφορά προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Σεβαστή του Δικαίου Γραμματεία! Είναι γνωστοί προς την Κυβέρνησιν οι πολύπονοι και πολυκίνδυνοι της οικίας μου αγώνες. Δι’ ο παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν να διατάξη την ενταύθα ειρηνοδικίαν, να δεθχή έναν αξιόχρεον περί εμού εγγυητήν, ελευθερώνουσά με της φυλακής. Και μ’ όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κα­τηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικο­λάου… Εάν όμως ισχυρογνωμονούντες επιμένωσιν από παλαιό πάθη κινούμενοι, και συκοφαντούσι με ζητούντες να κριθώμεν επί κριτηρίων, παρακαλώ να μας παραπέμψη εις το Πρωτόκλητον των Δυτικών Σποράδων, το οποίον είναι το τμήμα μας» (ΓΑΚ, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Η έρευνα στα ΓΑΚ έγινε από τον συγγραφέα του βιβλίου Μπουμπουλίνα κ. Μανουήλ Τοσούλα. Η έρευνα δυστυχώς σταματάει στο σημείο αυτό. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έγινε κάποια δίκη κι αν αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης. Πιθανολογούμε πάντως ότι εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) και της διάλυσης του καποδιστριακού Κράτους, η υπόθεση «θάφτηκε» ή αφέθηκε να ξεχαστεί. Πάντως, το 1834, βρίσκεται ελεύθερος στις Σπέτσες και συνυπογράφει με τον

θείο του Γεωργάκη I. Κούτση το υπ’ αριθ. 1033/8-6-1834 έγγραφο της Μνημονίας (=Συμβολαιογραφείου) της νήσου Τηπαρήνου (=Σπετσών») ως εκπρόσωπος του «γέροντος» πατρός Χριστόδουλου I. Κούτση, που έχει σχέση με τη συνιδιοκτησία του πλοίου «Σαραμώνης» κατά το ένα τέταρτο.

 

Δίκη που δεν έγινε

 

Οπωσδήποτε ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης (ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευγενίας, οι άλλοι δύο ήταν ανήλικοι), συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες όλων εκείνων που καταπιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη θλιβερή τούτη ιστορία. Η αξιόπιστη Σωτη­ρία Αλιμπέρτη, εντούτοις, περιορίζεται σε γενικότητες και αποφεύγει να επικεντρώσει την προσοχή της σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: «…επηκολούθησεν σφοδρά λογομαχία μεταξύ αυτής, του αδελφού της και των Κουτσαίων εις εξ αυτών επυροβόλησεν την Μπουμπουλίναν, η δε σφαίρα εύρεν αυτήν εις το μέτωπον και την άφησεν άπνουν» (η Αλιμπέρτη εδώ αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη τον Χατζηαναργύρου. Παραδόξως οι κατ’ εξοχήν ιστορικοί του νησιού, ο Ανάργυ­ρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, συγγενής των Κούτσηδων εξ αγχιστείας, και ο Αναστάσιος Κων. Ορλάνδος, από τους οποίους αντλεί πολλά στοιχεία η Σωτ. Αλιμπέρτη στη βιογράφηση της ηρωίδας, θέλοντας προφανώς να υπερκεράσουν μια δυσάρεστη ιστορία που δεν τιμούσε καθόλου το νησί, δεν αναφέρονται παρά γενικά και κάπως αόριστα στα της δολοφονίας και, ενώ γνωρίζουν τον δολοφόνο της Μπουμπουλί­νας, τον αποκρύπτουν με τη σιωπή τους. Ο Χατζηαναργύρου μάλιστα διστάζει να αποκαλύψει και το όνομα της οικογένειας των Κούτσηδων, εξαιτίας της συγγένειάς του προς αυτούς. Άθελά του ωστόσο «φωτογραφίζει» τον δράστη για κάποιον ο οποίος μπορεί να διαβάζει και κάτω από τις αράδες των βιβλίων. «Το τόλμημα τούτο, όλως ασύνηθες παρά τοις νησιώταις τον καιρόν εκείνον, επίκρανεν τους αδελφούς της νεάνιδος και εζήτησαν ικανοποίησιν παρά του δράστου…».

Κάποιες υπόνοιες εστρέφοντο και εναντίον του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας Μα­νώλη (η Κακομανώλη) Δημ. Λαζά­ρου, σύγγαμβρου του Γεωργίου Γιάννουζα. Στηρίχτηκαν σε πληροφορίες δήθεν εμπιστευτικές που έδωσε η Μαριγώ Ορλώφ, «μια γριούλα που ο παππούς της ήταν αδελφός της Μπουμπουλί­νας», οι οποίες πήραν τη μορφή της προφορικής παράδοσης ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τις οποίες «αξιοποίησε» αργότερα ο ιστορικός Αγγελομάτης στο μελέτημά του «Ιστορικά κτίρια της Ελλάδος».

Συμπέρασμα τελικό της δικής μας έρευνας: Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε ενωρίς το βράδυ της 22ας Μαΐου 1825 στο σπίτι της Κουνουπίτσας (κληρονομιά από Δημ. Γιάννουζα). Πυροβολήθηκε με πιστόλα από τη βορινή αυλή του κήπου του σπιτιού, όταν προσκληθείσα και προκληθείσα από τον ετεροθαλή αδελφό της και γαμπρό των Κού­τσηδων Μανώλη Δημ. Ορλώφ να δώσει εξηγήσεις για την απαγωγή της κόρης του Χριστ. I Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Γεώργιο Γιάννουζα, πρόβαλε στο ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς του σπιτιού. Τη μοιραία πιστολιά έριξε, πιθανότατα, ο αδελφός της Ευγενίας, ηρωικός παρά ταύτα πλοίαρχος και ναυμάχος, Ιωάννης Χριστ. Κούτσης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός ερευνητής, Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας,

Μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

«Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 367, Ιανουάριος 1999, σελ. 30-37.

Read Full Post »

Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη


 

Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σοροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του άγνωστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοθυσία τους υπέρ της πατρίδας.

 

Ιστορική Αναδρομή

 

Η γενική αρχή της τιμητικής πράξης της ταφής των αγνώστων πεσόντων ανάγεται στους ηθικούς νόμους και τα πάτρια έθιμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Τη μαρτυρία αυτή βρίσκουμε στα αρχαία κείμενα του Θουκυδίδη. Ο ιστορικός μιλώντας περί των δημοσίων ταφών των πεσόντων στον πόλεμο Αθηναίων εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον τελούνταν ως εξής:

«…τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες, και επιφέρει τω αυτού έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής, μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες άναίρεσιν. ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι».

(Θουκιδίδης, 2.34.3)

Στους πεσόντες στον πόλεμο οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλες τιμές. Η ταφή αυτών γινόταν δημοσία δαπάνη:

«Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τάδε τω πολέμω πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε».

(Θουκιδίδης, 2.34.1-2)

Οι οικογένειές τους περιθάλπονταν και τα παιδιά τους ανατρέφονταν μέχρι την εφηβεία τους από την πόλη:

«τα δε αυτών τούς παίδας το από τούδε δημοσία η πόλις μέχρι ήβης θρέψει, ωφέλιμον στέφανον τοίσδέ τε και τοις λειπομένοις των τοιώνδε αγώνων προτιθεΐσα».

(Θουκιδίδης, 2.46.1)

Επιπλέον, επέλεγαν έναν ρήτορα για να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο, όπως και στο απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο ο επιτάφιος λόγος εκφωνείται από τον Περικλή. Σε κάθε περίπτωση οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλη σπουδαιότητα στην ταφή γενικότερα και θεωρούσαν πολύ βαρύ πλήγμα τη στέρησή της:

«κακός κακώς άθαπτος εκπέσοι χθονός»

(Σοφοκλής, Αίας, στιχ.1177)

Τόσο ο Ευριπίδης όσο και ο Χαρίτωνας χαρακτηρίζουν μάλιστα το έθιμο της ταφής των αφανών ως ελληνικό νόμο:

«Ελένη: τον κατθανόντα πόσιν εμόν θάψαι θέλω.

Θεοκλύμενος: τί δ’; έστ’ άπόντων τύμβος; ή θάψεις σκιάν;

Ελ.: Ελλησίν έστι νόμος, ός αν πόντωι θάνηι…

Θε.: τί δράν; σοφοί τοι Πελοπίδαι τά τοιάδε.

Ελ.: κενοίσι θάπτειν έν πέπλων υφάσμασιν.

Θε.: κτέριζ’· ανίστη τύμβον ου χρήιζεις χθονός.

Ελ.: ούχ ώδε ναύτας ολομένους τυμβεύομεν.

Θε.: πώς δαί; λέλειμμαι των έν Έλλησιν νόμων».

(Ευριπίδης, Ελένη, στιχ.1239-1246)

«θάπτε με, όττι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω. και γάρ ει μη το σώμα εύρηται τού δυστυχούς, αλλά νόμος ούτος αρχαίος Ελλήνων, ώστε και τούς αφανείς τάφοις κοσμείν».

(Χαρίτωνας, 4.1.3)

Σε απόδοση, λοιπόν, ταυτόσημης τιμής υπέρ των αφανών πολεμιστών έφεραν μαζί με τις λάρνακες που περιείχαν τα οστά των πολεμιστών και μια στρωμένη, αλλά κενή, κλίνη. Με τον τρόπο αυτό τελούσαν απομιμητική πράξη ταφής και υλική εκδήλωση της τιμής και του αθάνατου επαίνου της πόλης. Επίσης, διατελούσαν και ένα στοργικό καθήκον προς τους πλησιέστερους πενθούντες συγγενείς, δείχνοντας ότι η πατρίδα σέβεται εξίσου τη μνήμη των δικών τους.

Με την ίδια, λοιπόν, λογική και από την ίδια ηθική αφετηρία προήλθε η ιδέα της δημιουργίας του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη [1]. Στα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε σε πολλά κράτη η πρακτική της ύπαρξης ενός συμβολικού μνημείου, που να αντιπροσωπεύει τον πολεμικό τάφο των άγνωστων στρατιωτών.

Είναι πιθανό το πρώτο δείγμα τέτοιου μνημείου να υπήρξε το Landsolaten («Foot Soldier») του Πρώτου Πολέμου του Schleswig, στην Fredericia, της Δανίας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1849. Ένα ακόμη πρώιμο δείγμα είναι το μνημείο του 1866, που είναι αφιερωμένο στον άγνωστο θανόντα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τους πολυάριθμους νεκρούς, αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την ανέγερση μνημείων αφιερωμένων στον άγνωστο στρατιώτη. Η πρώτη ίδρυση ενός τέτοιου μνημείου με τη σύγχρονη μορφή ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν, έπειτα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενταφίασαν πρώτοι έναν «άγνωστο στρατιώτη» εκ μέρους όλων των Δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο αβαείο του Westminster το 1920, παρακινώντας με αυτόν τον τρόπο και άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Ο πιο γνωστός, ωστόσο, τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη είναι αυτός της Γαλλίας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου που ιδρύθηκε το 1921 τιμώντας τους άγνωστους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέτοιοι τάφοι δημιουργήθηκαν, επίσης, εις μνήμην άγνωστων πεσόντων και μετέπειτα πολέμων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μνημείο που χτίστηκε στο Ιράκ το 1982.

Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to God»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανέγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους [2]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών», Θουκυδίδης, 2.34.3.).

 

Ανέγερση Στην Ελλάδα – Η Ιδέα

 

Το πρώτο μνημείο του είδους, αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του αγώνα του 1821, αποφάσισε να ιδρύσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Δήμος Ερμουπόλεως Σύρου στις 16 Ιανουάριου του 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1889 σε σχέδια του Γ. Βιτάλη [3]. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων η Ελλάδα αποφάσισε την ανέγερση εθνικού μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα.

 

Ο Διαγωνισμός

 

Στις αρχές του 1926 αποφασίστηκε από τον Υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκα­λο η κατασκευή μνημείου υπέρ του αγνώστου στρατιώτη. Στις 3 Μαρτίου του 1926 ο Υπουργός δημοσιεύει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» προκήρυξη διαγωνισμού «μεταξύ Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, Γλυπτών και Ζωγράφων δια την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην» [4]. Η προκήρυξη του διαγωνισμού εμφανίζεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουάριου 1926 και υπογράφεται από τον Υφυπουργό Στρατιωτικών Κ. Νίδερ [5].

Την 9η Οκτωβρίου του 1926 το Υπουργείο Στρατιωτικών με την υπ’ αριθμόν 319168 διαταγή ενέκρινε και βράβευσε με το πρώτο βραβείο την κατά πλειοψηφία καλύτερη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος την υπέβαλε με το ψευδώνυμο «ΣΚΡΑ» [6].

Στις 30 Ιουνίου του 1928 δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί εκτελέσεως μνημείου Αγνώστου στρατιώτου και των συναφών χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών εν τη πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων» με το οποίο και εγκρίνεται η κατασκευή του μνημείου και η τοποθέτησή του στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Λαζαρίδη [7].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Καρτ ποστάλ εποχής.

 

Η Επιλογή της Θέσης

 

Η θέση του μνημείου υποδείχθηκε με την προκήρυξη του 1926 [8]. Ο Στρατηγός και αργότερα Δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σχεδίαζε να τοποθετήσει το μνημείο μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα και να στεγάσει σε αυτά το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Μετά από έντονες αντιδράσεις που εξέφρασαν αρχιτέκτονες και άλλα σημαντικά πρόσωπα της εποχής καθώς και συνεχείς συνεδριάσεις και συστάσεις επιτροπών που θα έκριναν την καταλληλότητα του έργου το ζήτημα μεταφέρεται στη Ζ’ Συνεδρίαση της Βουλής (12 Ιουλίου 1929), όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως Πρωθυπουργός, παρά τις διαφωνίες πολλών καλλιτεχνών και πολιτικών στελεχών και μετά την παρέμβαση του Υφυπουργού Συγκοινωνίας Β. Καραπαναγιώτη, που χρησιμοποίησε το παράδειγμα του μνημείου της Γαλλίας που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του Παρισιού, αποφασίζει τελεσίδικα ότι η καταλληλότερη θέση είναι αυτή που είχε προταθεί εξαρχής, δηλαδή μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα. Εξάλλου για τον Ελευθέριο Βενιζέλο η θυσία του άγνωστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (την οποία είχε μεταφέρει στα Παλαιά Ανάκτορα), υποδεικνύει τπ θυσία του «αγνώστου στρατιώτου» για τους δημοκρατικούς θεσμούς, δεδομένου ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον τους να πεθάνουν για την υπεράσπιση της πατρίδας [9].

 

Η Επιλογή του Γλύπτη

 

Θωμάς Θωμόπουλος

Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδπς είχε αρχικά συνεργαστεί με τον γλύπτη Θω­μά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό του μνημείου παράσταση γιγαντομαχίας, «ο άγνωστος στρατιώτης πίπτει και η Ελλάς στοργικά τον παραλαμβάνει δια την αιωνιότητα» [10], το οποίο και υπήρχε στο προσχέδιο που παρουσιάστηκε για την προκήρυξη του διαγωνισμού.

Όταν αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του έργου, ο αρχιτέκτονας Λαζαρίδης, τον οποίον η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου είχε ορίσει ως «επιβλέποντα πασών εργασιών» δίνοντας του τη δυνατότητα να επιλέγει ως βοηθούς του άλλους γλύπτες ή αρχιτέκτονες, παραμέρισε τον Θωμόπουλο, πιθανόν λόγω χρηματικής ασυμφωνίας. Η αντικατάσταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους των καλλιτεχνών.

Στη συνέχεια ο Θωμόπουλος εξάντλησε κάθε περιθώριο για την αποκατάστασή του στην θέση του γλύπτη αλλά στην όγδοη συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 1930 η επιτροπή ενέκρινε νέα πρόταση, αυτή του «οπλίτη εκτάδην κειμένου», την οποία χαρακτήρισε περισσότερο ταιριαστή, επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα. Κατά συνέπεια, ο γλύπτης Θωμόπουλος αντικαταστάθηκε από τον γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ[11]. Ο Ρωκ είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το 1925 (πτυχίο πλαστικής) και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στην Ακαδημία Ζυλιόρ. Είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Γαλλία και είχε αναλάβει τη θέση του εφόρου της Συλλογής Γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών όπου και δίδασκε πλαστική [12]. Η επιτροπή συμφώνησε ομόφωνα με αυτή τη μεταβολή, που έγινε ύστερα από πρόταση του ίδιου του βραβευμένου αρχιτέκτονα.

 

Περιγραφή Έργου – Περιγραφή Γενικής Αρχιτεκτονικής

 

Το έργο είναι ουσιαστικά ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου. Δεξιά και αριστερά του υπάρχουν δύο μεγάλες πλευρικές κλίμακες. Στο κέντρο ημικυκλίου, το οποίο είναι ανυψωμένο από το γύρω πλακόστρωτο, υπάρχει ένας κενός τάφος («κλίνη κενή»). Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν τοποθετημένες 16 ορειχάλκινες ασπίδες που εξυμνούν τη θυσία και την ανδρεία (πολεμικός σταυρός, τριήρης, βους κλπ.).

 

To Γλυπτό

 

Ο γλύπτης Φ. Ρωκ. Ελαιογραφία του Π. Βυζάντιου. Δεκαετία του 1920.

To γλυπτό που κοσμεί το κέντρο του μνημείου είναι ένα έργο δοσμένο σε ταπεινό ανάγλυφο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τπν απλότητα της αναπαράστασής του. Σε ένα παραλληλόγραμμο πλαίσιο – αναφορά σε σαρκοφάγο – παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους, με τα πόδια και το κεφάλι λίγο χαμηλότερα. Στο αριστερό χέρι ο νεκρός πολεμιστής κρατάει μια κυκλική ασπίδα, ενώ το δεξί χέρι είναι απλωμένο χαμηλότερα από το ύψος του εξάρματος, στο οποίο στηρίζεται ο κορμός. Στο κεφάλι του φοράει αρχαίο κράνος και το πρόσωπο έχει δοθεί από τα πλάγια με έναν τρόπο που θυμίζει αρχαία νομίσματα. Το έργο βασίζεται ουσιαστικό σε μια σειρά από καμπυλόγραμμα θέματα που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως το κράνος και το δεξί χέρι που απαντά στην ασπίδα, η συγκρατημένη και ήρεμη απόδοση του στήθους, στοιχεία που επιβάλουν μια περισσότερο αρμονική φωνή στο σύνολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καλλιτέχνης απέφυγε εντελώς τα οριζόντια στατικά θέματα, ενώ συνδύασε ρεαλιστικές λεπτομέρειες στο χέρι και το πόδι με ιδεαλιστικές διατυπώσεις στο σώμα, με συνέπεια να τονίζονται τα επικαιρικά, όσο και τα διαχρονικά στοιχεία, κατεύθυνση προς την οποία αποβλέπει και η γυμνότητα του σώματος και η απόδοση του προσώπου. Έτσι, ο θεατής έχει την εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης αποδίδει τον άγνωστα στρατιώτη όχι νεκρό αλλά ζωντανό να αναπαύεται και έτοιμο να σηκωθεί και να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Το έργο διακρίνεται για την εσωτερικότητα της πλαστικής του γλώσσας, την πυκνότητα και την ασφάλεια των διατυπώσεών της. Έτσι, το θέμα κερδίζει μία πραγματικό πλούσια εκφραστική φωνή, χωρίς φτηνή ρητορεία, επιφανειακή φιλολογία ή θεατρικότητα, με μόνο τη λιτότητα και τη δύναμη των μορφών του, την ειλικρίνεια και την πειστικότητα του συνόλου [13]. Το έργο θεωρείται ότι είναι εμπνευσμένο από τα αρχαϊκά αγάλματα των αετωμάτων του ναού της Αθηνάς Αφαίας στην Αίγινα[14].

 

Επιγραφές

 

Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις του Θουκυδίδη «ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ» (2.34.3.4) και «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ» (2.43.3.1) από τον Επιτάφιο του Περικλή.

Αρχικά, υπήρχε η πρόταση από τον Λαζαρίδη να χαραχτεί πάνω στο κενοτάφιο η φράση «ΤΑΦΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΕΚΕΙΝΩΝ, ΩΝ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ» αλλά αυτή τροποποιήθηκε και τελικά χαράχτηκε η φράση «ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΝ».

Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και πιο πολύνεκρες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού [15]. Η αρχική πρόταση περιελάμβανε 13 επιγραφές οι οποίες δεν ανέφεραν τις ίδιες μάχες με αυτές που τελικά αναγράφηκαν στο μνημείο. Η οριστική απόφαση πάρθηκε το 1931 και οι επιγραφές που πλέον ήταν 12 πήραν την τελική τους μορφή. Στις επιγραφές αυτές προστέθηκαν μεταγενέστερα άλλες δύο που αναφέρουν τις τοποθεσίες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός μετά το 1931 [16].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, εμπρός από το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα.

 

Αποκαλυπτήρια

 

Στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής μας εορτής, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Στην εκδήλωση παρέστησαν η Ιερά Σύνοδος, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, καθώς και εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και Αμερική), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στην οποία η συρροή του κόσμου υπήρξε πυκνότατη, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Αργότερα εκτελέστηκε και στρατιωτική λαμπαδηφορία με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών [17].

 

Η Φύλαξη και η Κατάσταση Σήμερα

 

Αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη το 1932, λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας» ανέλαβε την τιμητική φρούρηση του μνημείου. Ο λόχος μετονομάστηκε σε «Φρουρό του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη», όνομα το οποίο διατήρησε έως την μεταπολίτευση του 1935.

Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’ το 1935, ο Ευζωνικός λόχος μετονομάστηκε οε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά» [18].

Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης, σελ.130.

[2] http://en.wikipedia.org/wik/tomb_of_the_uknown_soldier.htm.

[3] Σφυροέρας Β., Άγνωστου. σελ. 76.

[4] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ», 3 Μαρτίου του 1926, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[5] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. φύλλο 51, 28 Φεβρουαρίου 1926. αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[6] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 5.

[7] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 112 Α, 30 Ιουνίου 1928, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[8] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» 3 Μαρτίου του 1926, ό.π.

[9] Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 25 Οκτωβρίου 1998, άρθρο Ματθιόπουλου, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[10] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», 15η Μαρτίου 1930, άρθρο – συνέντευξη αρχιτέκτονα Λαζαρίδη, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[11] Στειρανής Α. και Κολώνης Δ.. Το Μνημείο, σελ. 20.

[12] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 335-336 και Χρήστου X., Φωκίων, σελ. 129.

[13] Χρήστου X. Φωκίων, σελ. 130 και Χρήστου X. και Κουμβακάκη Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική, σελ.57.

[14] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 336.

[15] Σφυροέρας Β. Αγνώστου, σελ. 76.

[16] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 38-40.

[17] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ». 25 Μαρτίου 1932, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» και «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 26 Μαρτίου 1932, αρχείο Βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[18] Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης: Τρουπάκης Ν., λήμμα «Άγνωστος Στρατιώτης», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Σώκος Γ.Ι., Αθήνα, Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, 1928, [σσ] 129-130.
  • Σφυροέρας Β., Άγνωστου: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Κουβακας Θ., Πουρναρά Ε. και Φειδας Β., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 75-76.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος.
  • Δημακόπουλος Γ., Ρωκ: Δημακόπουλος Γ., λήμμα «Ρωκ», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Πουρναρά Ε. και Μπουγάς Ν., Αθήνα, Πάπυρος, 1992, [σσ] 335-336.
  • Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική: Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Η Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, Αθήνα, Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1982.
  • Χρήστου Χ., Φωκίων: Χρήστου Χ., λήμμα «Ρωκ Φωκίων», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Χριστόπουλος Γ.Α. και Μπαστιάς Ι.Κ., Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1991, [σσ] 129-130.
  • Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Οι Πολεμιστές του Θρύλου και της Ιστορίας, Αθήνα, 1996.

 

Πηγή


  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας.

Read Full Post »

Older Posts »