Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η μάχη στο Άργος (24 Απριλίου 1821) με τον Κεχαγιάμπεη, η εμπλοκή στη Μονή Κατακεκρυμμένης και ο Παπαρσένης Κρέστας – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Ιστορική συνοπτική αφήγηση της μάχης και των συναφών γεγονότων

 

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφάς ερχόμενος από την Ήπειρο στάλθηκε στο Άργος και στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πο­λιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25η Απριλίου 1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη του Άργους, άλλοι στη θέση των Μύλων του Κεφαλαρίου και ο με­γαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους της περιοχής και έτσι σώθηκαν [1]. Ο ακαταπόνητος Παπαρσένης ή Παπα-Αρσένιος [2] Κρέστας με Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες, Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά [3]. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα [4].

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στην μάχη αυτή παρά τον χείμαρρο Ξεριά, σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών με αρχηγό τον γιό της Μπουμπουλίνας Γιάννο Γιάννουζα, αντιστάθηκε στις δύο και πλέον χιλιάδες Οθωμανούς με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, απεσταλμένο τότε του Χουρσίτ πασά της Τρίπολης, με εντολή την εκκαθάριση της Αργολίδας και των γύρω περιοχών από τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μάχη ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Εκεί, έπεσε ως αληθινός ήρωας ο γιός της Μπουμπουλίνας, που όρμησε πεζός πάνω στον έφιππο Βελή-μπέη, τον έριξε κάτω από το άλογό του και τον τραυμάτισε με το σπαθί του θανάσιμα. Εχθρική όμως, σφαίρα εκείνη τη στιγμή, τον κτύπησε και έπεσε νεκρός [5].

Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης [6] πλησίον του Άργους, μαζί με τον Παπαρσένη τον πολέμαρχο της πολιορκίας Ναυπλίου και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Παπα-Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών τη νύκτα, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού. Οι άοπλοι, όμως, επειδή δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, υπετάγησαν στον Κεχαγιά, που τους χάρισε αμνηστεία [7]. Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και, αφού ενίσχυσε τη φρουρά με 300 άνδρες και εφόδιασε αυτή με τροφές, έλυσε την πολιορ­κία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά και ανέβηκε στην Τρίπολη [8].

 

Επιβεβαίωση των συμβάντων στο Άργος και τη Μονή Κατακε­κρυμμένης από τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες

 

Το Ναύπλιο με τα κάστρα του, ήταν μια σπουδαία και σημαντική πόλη στην Αργολίδα για του Τούρκους και η πολιορκία από τους Έλληνες ήταν αφόρητη χωρίς να αποκλείεται να καταληφθεί κάποια στιγμή από τις Ελληνικές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά στην Τρίπολη οι εξελίξεις δεν και τόσο καλές για τους Τούρκους. Μπροστά σ’ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση έσπευσε να βοηθήσει ο Κεχαγιάμπεης και να διαλύσει τις απρόβλεπτες δυσκολίες του κεντρικής έδρας του Πασά της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, εκεί όπου είχαν συγκεντρωθεί και αποκλειστεί οι σπουδαιότεροι παράγοντες των Τούρκων. Έτσι λοιπόν, έφθασε και στρατοπέδευσε στις 24 Απριλίου 1821 στο Κουτσοπόδι Άργους ο Κεχαγιάμπεης, με σκοπό να προχωρήσει προς τα ορεινά της Τριπόλεως. Εκεί πληροφορήθηκε ότι στα πρόθυρα του Άργους είχαν στήσει ενέδρα, οχυρωμένοι πίσω από το προφυλακτήριο τείχος του χειμάρρου Ξηριά ή Ξεριά, Ελληνικές δυνάμεις με ένοπλους Αργείους και Κρανιδιώτες υπό τη διοίκηση του Παπαρσένη Κρέστα και του γιου τής Μπουμπουλίνας, για να εμποδίσουν την πορεία του προς την Τρίπολη. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα και δημιούργησαν μια νέα κατάσταση.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι ο Κεχαγιάμπεης απέστειλε διαταγές στους παρευρισκόμενους κατοίκους του Άργους και τους ζητούσε υποταγή και ευπείθεια αποθέτοντας τα όπλα, υποσχόμενος όχι μόνο αμνηστία αλλά και επωφελή πράγματα γι’ αυτούς. Οι Έλληνες παρότι βρίσκονταν σε δυσχερή θέση, δεν δείλιασαν και κατέλαβαν κάποιες αμυντικές θέσεις για να αντιμετωπίσουν το Οθωμανι­κό στράτευμα. Ο Παπαρσένης με τα 80 παλικάρια του ταμπουρώθηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης πάνω από το Άργος. Μετά την επίθεση του Κεχαγιάμπεη, τα τέσερα στρατιωτικά τμήματα διεσκορπίστηκαν και υπέστησαν μεγάλα πλήγματα, ενώ ο Παπα-Αρσένιος ο Κρανιδιώτης μαζί με τα 80 άτομα την 29η Απριλίου ξέφυγαν, και κατά τον Α. Φραντζή «την αυτήν νύκτα ξιφήρεις εδραπέτευσαν έμπροσθεν από 4.000 περίπου Οθωμανούς» από το Μοναστήρι [9].

Σε άλλο σημείο προγενεστέρως ο Φραντζής σημειώνει για την προετοιμασία της άμυνας του Παπαρσένη στον Ξηριά: «Στρατολογήσαντες δε…(συναθροίστηκαν) 600 περίπου Κρανιδιώται, Καστρίται (Ερμιόνιοι) και τινες εξ όλων των κωμών του Κάτω Ναχαγέ, επί κεφαλής…έχοντες τον ατρόμητον Παπα-Αρσένιον Κρανιδιώτην…» [10].

Ο Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει ότι οι Αργείοι με Κρανιδιώτες υπό τον Πα­παρσένη Κρέστα και Σπετσιώτες στις 25 Απριλίου τοποθετήθηκαν πίσω από το χαμηλό τείχο του χειμάρρου Ξηριά για να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Οθω­μανών του Κεχαγιάμπεη. Μόλις πλησίασε ο Κεχαγιάς διαίρεσε τον στρατό σε τρία τμήματα, δύο με τους ιππείς και ένα με πεζούς. «Κατά της ορμής των πε­ζών ανθείξαν οι Έλληνες, διαπρέψαντος του Κρέστα». Οι άλλοι οπισθοχώρησαν και διαλύθηκαν. Ένα μέρος των οπλοφόρων μετά του Κρέστα εκλείσθησαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. «Νυκτός δε γενομένης, ο μεν Κρέστας μετά των περί αυτόν εξήλθε επιτηδείως, φυγών εις την Λερναίαν λίμνην» [11].

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης τονίζει ότι μετά την εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, «Ο Παπαρσένιος φεύγων ωσαύτως ανέβη εις το Μοναστήριον. Οι δε Τούρκοι τους επολιόρκησαν». Μετά την επίθεση των Οθωμανών και τον όλεθρο «ο Παπαρσένιος έφυγε την νύκτα με οκτώ παλικάρια από το Μοναστήριον, και εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχον Τούρκοι» [12].

Ο Σπυρίδων Τρικούπης πρωθυπουργός και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης, γράφει ότι οι Έλληνες βιάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον Κεχα­γιάμπεη στον Ξηριά του Άργους, υπέστησαν μεγάλα πλήγματα από τους ιππείς του, που κύκλωσαν κάποιες στρατιωτικές ομάδες των Ελλήνων. Τότε σκότωσαν αρκετούς Έλληνες και μαζί μ’ αυτούς τον γιο της Μπουμπουλίνας. Κάποιοι από τους Έλληνες είχαν καταφύγει στη Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, όπου αντιστάθηκαν τρεις ημέρες. Ένας από τους έγκλειστους ήταν και «ο Κρανιδιώτης Παπα-Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη, προλαβούση, μάχη, κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο Κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθεί μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας». Ο Παπαρσένης, όταν είδε ότι ήταν αδύνατο να αντέξουν οι έγκλειστοι τη δίψα «…την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους (Λέρνης)». [13]

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Ο Διονύσιος Κόκκινος, Ο Ακαδημαϊκός, ιστορικός και συγγραφέας αναφέρει ότι, μόλις πληροφορήθηκαν οι πολιορκούντες το Ναύπλιο Έλληνες την προσέγγιση του Κεχαγιάμπεη στο Άργος εγκατέλειψαν την πολιορκία και έτρεξαν να βοηθήσουν. Τότε, ο Τσώκρης με 600 Αργείους κατέλαβε τις υπεράνω του Άργους θέσεις της Μονής Κατακεκρυμμένης, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος με τους Κρανιδιώτες και ο Γιάννος Γιάννουζας με τους Σπετσιώτες κατέλαβαν μία αντιπλημμυρική μάνδρα του χειμάρρου Ξηριά, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Ο Τούρκος στρατηγός ανέπτυξε το στράτευμα με το πεζικό στο κέντρο και το ιππικό στα δύο άκρα, και επιτέθηκε. Η μάχη έγινε στήθος με στήθος και μέσα σ’ αυτήν την αναστάτωση σκοτώθηκε ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννουζας. Πολλά γυναικόπαιδα και η ομάδα του Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη κλείστηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. Μερικοί Κρανιδιώτες και Ερμιονίτες ένοπλοι κράτησαν την άμυνα της Μονής τρεις ημέρες. Ο Κεχαγιάμπεης πρότεινε δελεαστικούς όρους για την παράδοση της Μονής, αλλά απαίτησε την παράδοση του Παπαρσένη, γιατί τού είχε προκαλέσει μεγάλη φθορά στη μάχη του Ξηριά. Ο γενναίος Αρχιμανδρίτης την ίδια νύκτα, με ολίγους άνδρες μαζί του διέφυγε με το σπαθί στο χέρι δια μέσου των γραμμών των πολιορκούντων και πήγε στους Μύλους. [14]

Ο Μιχαήλ Οικονόμου από τη Δημητσάνα (ειδικός Γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη) στα «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας σημειώνει ότι ο Κεχαγιάμπεης έφθασε στο Άργος την 27η Απριλίου και στην πόλη εκείνη συνάντησε κάποια αντίσταση στο χείμαρρο Ξηριά ή Πανίτσα, «παρά την κοίτην του οποίου εις την υπώρεια υπήρχε τοίχος (τείχος) προς εμπόδιον της εν πολυομβρίαις πλημμύρας αυ­τού…». Όπισθεν του τείχους στάθηκαν να πολεμήσουν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες (Αργείοι, Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες και άλλοι), αλλά οι εχθρικές δυνάμεις τούς διέλυσαν, φόνευσαν πολλούς και σκότωσαν τον γιο της Μπουμπουλίνας. Ο Κεχαγιάμπεης, τη μόνη δυσκολία, που αντιμετώπισε ήταν στους οχυρωμένους αγωνιστές στη Μονή Κατακεκρυμμένης, που αντιστάθηκαν για δύο ημέρες, «εν οίς ο εκ Κρανιδίου γενναίος Παπα-Αρσένιος, όστις νυκτός εξελθών εσώθη εις Μύλους.. .». [15]

Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», γράφει για τη μάχη στο Άργος και τη δυναμική αντίσταση τού Παπαρσένη και των άλλων καπεταναίων στον χείμαρρο Ξηριά, τη διάλυση των Ελληνικών δυνάμεων και τον εγκλεισμό του Παπαρσένη στη Μονή Κατακεκρυμμένη. Σε κάποιο σημείο λέγει: «Ο Μουσταφά Κεχαγιάς μαθών, ότι ο ήρως Παπα – Αρσένης ήτο ο καπετάνιος του Κρανιδίου και ο πολιορκητής του Ναυπλίου, εν­δυνάμωσε την πολιορκίαν του μοναστηριού, και προήγγειλε να έβγη, έξω και να παραδοθή. Βλέπων ο Παπάς (Αρσένιος) ότι το μοναστήριον ήτον δυσβάστακτον… εβγαίνει έξω του μοναστηριού κρατών γυμνή την σπάθην εις τας χείρας του, διασχίζει την πολιορκίαν…» και σώθηκε. [16]

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, οπλαρχηγός και Γερουσιαστής από την επαρχία Τριφυλίας στο έργο του «Ιστορικαί Αλήθειαι» περιγράφει ακροθιγώς «…την πεισματώδην (τρίωρη) μάχην του Κεχαγιά Μπέη προ 1.500 Αργείους και Ερμιονείς (Κρανιδιώτες) υπό τους οπλαρχηγούς Δημήτριον Τσώκρην και Παπαρσένιον…». [17]

 

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

 

Μελετώντας τις ιστορικές αναφορές των απομνημονευματογράφων και ιστοριογράφων της Ελληνικής Επανάστασης για το συγκεκριμένο γεγονός στο Άργος με τον Καχαγιάμπεη στις 25 Απριλίου 1821 αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η δυναμική, γενναία και ηγετική προσωπικότητα του Κρανιδιώτη Παπα-Αρσένη Κρέστα, ενός καλού ιερωμένου, με αγάπη Χριστοκεντρική αλλά και πατριωτική, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

Εάν σταχυολογήσουμε τους επίλεκτους χαρακτηρισμούς και τις εκφράσεις, που σκιαγραφούν και αποτυπώνουν την προσωπικότητα του Παπαρσένη στη προαναφερόμενη μάχη, θα συγκεντρώσουμε για τον ίδιο τις παρακάτω λέ­ξεις: «ατρόμητον», «διαπρέψαντος του Κρέστα», (διαπρέπω= διακρίνομαι, έχω μεγάλη επιτυχία), «εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχαν Τούρκοι» (κατόρθωσαν να γλυτώσουν από ενέδρα – σώθηκαν), «ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης», «τόσον διέπρεψεν» (είχε μεγάλη επιτυχία), «εξήλθεν της Μονής ξιφήρης» (αυτός που φέρει ξίφος και είναι έτοιμος για επίθεση), «ο γενναίος Παπαρσένης», «διέφυγε με το σπαθί στο χέρι διά μέσου των γραμμών», «Καπετά­νιος του Κρανιδίου και πολιορκητής του Ναυπλίου».

Όλο αυτό το χαρακτηριστικό ιστορικό υλικό μάς παραπέμπει στον Έλληνα πατριώτη και αγωνιστή, που εμπνέεται από τη γνήσια και ζέουσα φιλοπατρία και την απέραντη αγάπη για την Ελευθερία, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι «ουδέν γλύκιον πατρίδος» (τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από την πατρίδα).

Ο Παπαρσένης όντας «πεπαιδευμένος και λόγιος» αλλά και «ένας ενάρετος κληρικός», κατά τον Κολοκοτρώνη, πίστευε με θέρμη και απέδειξε εμπράκτως ότι «μπροστά για την πατρίδα υποχωρεί κάθε άλλο καθήκον». Γαλουχημένος με αυτές τις αξίες ο Παπαρσένης αγωνίστηκε στη μάχη του Ξηριά στο Άργος, όντας ρεαλιστής κληρικός, που διέβλεπε πως η Ελληνική Παλιγγενεσία θα έλθει από τα ηρωικά τολμήματα και χωρίς να φοβάται το μαρτύριο και την τελική πτώση στα πεδία των μαχών. Για τούτο στις ώρες του μεγάλου Αγώνα ζώστηκε τα άρματα και έγινε μπροστάρης στην ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού. Μάλιστα, στην άνιση μάχη των ταπεινωμένων Ελλήνων με τους Οθωμανούς στον χείμαρρο του Ξηριά και στη Μονή Κατακεκρυμμένης – Πορτοκαλούσας), ο ατρόμητος και γενναίος Ιερομόναχος Παπαρσένης έκανε ένα μεγάλο και τολμηρό άλμα, γιατί η αδούλωτη ελληνική ψυχή του τον έκανε λεοντόκαρδο και σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ένοπλης σύγκρουσης διασώθηκε και διακρίθηκε στα επόμενα βήματά του ως ένας σπουδαίος ήρωας κληρικός.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 108-109.

[2] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειας σ. 110.

[3] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, A. Ε., τ. ΙΒ., σ. 107.

[5] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 159. Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214.

[6] Η Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα ήταν μοναστήρι μέχρι το 1856 στην ανατολική πλευρά της Ακρόπολης Λαρίσης του Άργους. Μία από τις περίπυστες εικόνες βρέθηκε στους υπόγειους διαδρόμους της Μονής σε κρύπτη εντός του βράχου λαξευμένη και έλαβε την ονομασία Κατακεκρυμμένη. Το 1906 καταστράφηκε από πυρκαγιά και επανοικοδομήθηκε με την ονομασία «Πορτοκαλούσα» από το παλαιό έθιμο, κατά το οποίο έριχναν πορτοκάλια στους προσκυνητές κατά την ημέρα του εορτασμού. [ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. Ε’, ΠΥΡΣΟΣ A. Ε. Σ. σ. 380, 391].

[7] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…,τ. Α’, σ. 125-126.

[8] Λαμπρυνίδου Μιχαήλ, Η Ναυπλία, ό.π. σ. 201.

[9] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 109-113.

[10] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 101-102.

[11] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[12] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…, τ. Α’,σ. 125-126.

[13] Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214- 215.

[14] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 157-161.

[15] Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, σ. 132-134.

[16] Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησιακών Ανδρών, σ. 63-66.

[17] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 110.

 

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Read Full Post »

Φιλίππος Μεμπρέ – Αξιόπιστη και λεπτομερής περιγραφή των γεγονότων, πώς οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεσή τους με ισχυρές δυνάμεις εναντίον του λαμπρού Βασιλείου και νήσου Κύπρου και εξεπόρθησαν βίαια την πρωτεύουσα αυτού Λευκωσία


 

 

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

 Φιλίππος Μεμπρέ

Αξιόπιστη και λεπτομερής περιγραφή των γεγονότων, πώς οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεσή τους με ισχυρές δυνάμεις εναντίον του λαμπρού Βασιλείου και νήσου Κύπρου και εξεπόρθησαν βίαια την πρωτεύουσα αυτού Λευκωσία

Δεύτερη Έκδοση

Επιμέλεια: Πασχάλης Μ. Κητρομηλίδης – Έλση Τορναρίτου-Μαθιοπούλου

 

 

Το βιβλίο παρουσιάζει την αφήγηση του Φιλίππου Μεμπρέ για την πολιορκία και την άλωση της Λευκωσίας από τους Τούρκους στις 9 Σεπτεμβρίου 1570. Η μαρτυρία του Μεμπρέ συμπληρώνει εκείνες του Αλέξανδρου Ποδοκάθαρου και Αυγουστίνου Αμμοχωστιανού για την άλωση της Αμμοχώστου τον Αύγουστο του 1571 και το μαρτυρικό τέλος του υπερασπιστή της Μαρκαντώνιο Βραγαδίνου, που παρουσιάστηκαν στο προηγούμενο βιβλίο της σειράς.

 

Φιλίππος Μεμπρέ

 

Ο Φίλιππος Μεμπρέ υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της πολιορκίας της Λευκωσίας. Η αφήγησή του αρχίζει με τις πρώτες ειδήσεις σχετικά με την επερχόμενη εισβολή την άνοιξη του 1570 και συνεχίζεται με την εξιστόρηση της τουρκικής απόβασης στις Αλυκές της Λάρνακας τον Ιούλιο του 1570 και με ημερολογιακή έκθεση της προέλασης προς τη Λευκωσία και της πολιορκίας και άλωσης της πρωτεύουσας του Βασιλείου της Κύπρου στις 9 Σεπτεμβρίου. Στην έκθεση του Μεμπρέ προτάσσονται πρόλογος του γερμανού εκδότη, «Βιβλιοπώλη» Ιωακείμ Λόχνερ, και περιληπτική περιγραφή της νήσου Κύπρου και της ιστορίας της.

Ο συγγραφέας Φίλιππος Μεμπρέ αιχμαλωτίστηκε κατά την άλωση της Λευκωσίας και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου κρατήθηκε για αρκετούς μήνες μέχρι την εξαγορά της ελευθερίας του το 1571. Κατά την αιχμαλωσία του έγραψε τη μαρτυρία του σε ιταλική γλώσσα και βρήκε τρόπο να τη στείλει λαθραία στη Νυρεμβέργη όπου μεταφράστηκε στα γερμανικά και δημοσιεύθηκε. Το ιταλικό πρωτότυπο δεν έχει διασωθεί, ενώ το φυλλάδιο της γερμανικής έκδοσης έχει διασωθεί σε μόνο επτά γνωστά αντίτυπα. Το κείμενο κυκλοφόρησε επίσης σε πολωνική μετάφραση.

Η έκδοση του κειμένου του Μεμπρέ απαρτίζεται από φωτομηχανική αναπαραγωγή του άκρως δυσεύρετου πρωτότυπου γερμανικού κειμένου από το αντίτυπο του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου και από ελληνική απόδοση του κειμένου από την Έλση Τορναρίτου -Μαθιοπούλου. Οι επιμελητές προτάσσουν εισαγωγικό μελέτημα για το κείμενο και τον συγγραφέα. Επιτάσσεται επίμετρο στο οποίο εκδίδεται αδημοσίευτος κατάλογος των πεσόντων κατά την άλωση της Λευκωσίας από χειρόγραφο της βιβλιοθήκης του Μουσείου Correr Βενετίας. Επίσης περιλαμβάνονται σύντομος σχολιασμός της αφήγησης της πολιορκίας (Έλση Μαθιοπούλου) και σημείωμα για τα γλωσσικά χαρακτηριστικά του κειμένου (Αναστασία Δασκαρόλη).

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών / Σειρά: Πηγές της Κυπριακής Γραμματείας και Ιστορίας / Αρ. 135 / Αθήνα 2015 / 17 x 24 εκ. / 139 σ. / ISBN: 978-960-9538-22-0

 

 

Read Full Post »

Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη Βενετική περίοδο (1686-1715) – Αλέξης Μάλλιαρης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015, πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η Σέμνη Καρούζου στο λεπταίσθητα γραμμένο βιβλίο της για το Ναύπλιο, στο κεφάλαιο για τη δεύτερη βενετοκρατία σημειώνει: «Όταν, ύστερα από εκατό πενήντα χρόνια, ξαναπήραν οι Βενετσιάνοι το Ανάπλι βρήκαν την πόλη ερειπιασμένη, όμως τα κάστρα απείραχτα από τα περασμένα χρόνια, ενώ πάνω στις πύλες τους φοβέριζαν ακόμη ανάγλυφα «del gran leon le paventate insegne». Θα τους φάνηκαν μόνο τα κάστρα πολύ παλαιικά και παράξενα και τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου κάπως παραμυθένια. Ο κόσμος είχε στο μεταξύ τόσο αλλάξει! Και κυρίως για την ίδια τη Βενετιά». [1]

Ασφαλώς οι Βενετοί εισερχόμενοι ως νικητές στα 1686 στο «δικό τους» παλιό Ναύπλιο αντίκρισαν μιαν απολιθωμένη venezianità αλλοτινών εποχών, παράδοξη στα μάτια αυτών των ανθρώπων του τέλους του 17ου αι., καθηλωμένη στην οχυρωματική μορφή του ύστερου μεσαίωνα και της πρώιμης αναγέννησης, επικαλυμμένη δε με γενναία δόση ανατολίτικης οθωμανικής επένδυσης. Η μορφή των βενετικών πόλεων, και δη των οχυρώσεων είχε πια καθ’ ολοκληρίαν μεταβληθεί. Μαζί με αυτά και το σύμβολο του Αγίου Μάρ­κου, ο λέων, δεν είχε πια τη μορφή του λιονταρόγατου που έβλεπαν τώρα οι Βενετοί πάνω στα παλαιικά βενετικά τείχη του Ναυπλίου.

Η μορφή της πόλης συγκροτήθηκε ουσιαστικά κατά την περίοδο της πρώ­της βενετοκρατίας: η βυζαντινή και φραγκική πόλη, όταν παραλήφθηκε από τους Βενετούς στα τέλη του 14ου αι., περιοριζόταν στα υψώματα της Ακρο­ναυπλίας, χώρο αρχαιότατης κατοίκησης, και ελάχιστα εκτός αυτού· πιο κάτω, εδάφη υδατόμικτα κι η θάλασσα έφθανε πολύ κοντά. Σταδιακά, η ανάγκη εξεύρεσης χώρου και η βενετική επινοητικότητα, εφαρμόζουσα οικείες της πρακτικές απομάκρυνσης της θάλασσας και επιχωμάτωσης, δημιούργησαν το χαμηλό πλάτωμα, όπου και σήμερα επικάθεται η παλαιά πόλη και το οποίο εν συνεχεία περικυκλώθηκε τειχιζόμενο. Η τεχνική επιχωμάτωσης χρησιμοποι­ούσε πασσάλους, όπως και στην πόλη της Βενετίας: χαρακτηριστικό το αίτημα του Βενετού διοικητή Bartolomeo Minio στα 1479 προς τη μητρόπολη να του αποστείλουν πρωτομάστορα έμπειρο στην πήξη πασσάλων στα ύδατα, αφού στο Ναύπλιο δεν βρισκόταν γνώστης του πράγματος: «uno protomastro murer che bisogna far la fondamenta con palli in aqua […] in questa terra non se ne trova algun maestro che sapia far tal fondamenta come se fa a Venetia». [2]

Η παρούσα εργασία βασίζεται και εστιάζεται κυρίως στην εξέταση τριών τοπογραφικών σχεδίων, μεγάλων διαστάσεων, των πρώτων χρόνων της δεύ­τερης βενετικής κυριαρχίας, που συμπίπτουν με τα έτη διοικήσεως του πολύ γνωστού Βενετού αξιωματούχου Francesco Grimani (1698-1701), ανθρώπου οργανωτικότατου, δραστήριου, φίλεργου, με υψηλό αίσθημα ευθύνης για την αποστολή του έναντι της πατρίδας του, πνεύματος δε οξύτατου. Τα σχέδια φυλάσσονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών Αθήνας, δημοσιεύθηκαν δε εν πρώτοις σε μικρό μέγεθος συνεπτυγ­μένα στο βιβλίο του Kevin Andrews, The Castles of the Morea, 1953. [3]

Τα σχέδια αποτυπώνουν τη μορφή της πόλεως – κατοικημένου χώρου, των φρουρίων της Ακροναυπλίας και των γύρω τειχών κατά τη χρονική συγκυρία της κατάκτησης – παραλαβής της πόλης από τους Βενετούς και τα πρώτα μικρής κλίμακας ενισχυτικά έργα· κυρίως καταγράφουν τις προτεινόμενες επεμβάσεις, μικρής και μεγάλης έκτασης, για τη μελλοντική οριστική και αποτελεσματική οχύρωση και προστασία της πρωτεύουσας της Πελοποννή­σου από εχθρική επιβουλή, δηλαδή από τουρκική επίθεση. Έμφαση δίδεται, όπως είναι αναμενόμενο, στα στρατιωτικά έργα. Κοντά όμως σε αυτά χαράσ­σονται και σημεία του κατοικημένου χώρου, εντός της πόλεως (città, piazza), σημειώνονται και δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα και κτήρια, δημόσια – διοι­κητικά, καθώς και ναοί. Η ποιότητα του σχεδίου προδίδει χέρια ικανότατα και επιδέξια στη σχεδίαση, όπως εξάλλου και το λεπτό, αιθέριο χρώμα της ακουαρέλας· και όσο κι αν η φωτογραφική λήψη απομειώνει τη δυνατότητα εκτίμησης των έργων αυτών, η διά ζώσης μελέτη τους τα προάγει, τα αναδεικνύει πράγματι σε τεχνουργήματα, μνημεία αξιοθέατα.

Τα σχέδια συνιστούν έξοχα δείγματα της τόσο γνωστής, πειθαρχημένης βενετικής γραφειοκρατίας και διοίκησης, τεκμήρια συγκροτημένης και ορθο­λογιστικής διοικητικής αντιλήψεως – τουλάχιστον στις προθέσεις· συναριθ­μούνται δε μαζί με ανάλογα των λοιπών πελοποννησιακών πόλεων της ίδιας περιόδου στις πρωιμότερες επιστημονικού τύπου καταγραφές των πόλεων αυτών στους νεώτερους αιώνες, πριν από εκείνες του 19ου αι. της Ανεξαρτησίας, καθώς έχουμε για πρώτη φορά πιστότατη απεικόνιση της δομής των πόλεων αυτών, η οποία φθάνει σε ύψιστο βαθμό τελείωσης στους σωζόμενους κτημα­τογραφικούς χάρτες, αποτυπώσεις και σχεδιαγράμματα των κτηματολογίων.

Στο πρώτο σχέδιο, (Σχέδιο αριθμός 1) το πρωιμότερο, [4] αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686. Καταγράφουμε την απόδοση των παλαιών μεσαιωνικών ονομασιών τής τριμερούς διαιρέσεως της Ακροναυπλίας: Castel de Greci, Castel de Franchi, Castel Torro. Δεν θα το ξαναδούμε στα επόμενα. Θα μετονομασθούν εκσυχγρονιζόμενα σε primo, secondo, terzo, quarto recinto (οχυρωμένος περίβολος). Το τοπογραφικό αυτό σχεδιάγραμμα βασίζεται σε εκείνο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης με τίτλο «Carte topografiche e piante di città e fortezze per la guerra di Morea». Το τελευταίο αυτό σχέδιο παρουσιάστηκε από την Ιωάννα Στεριώτου σε τόμο του περιοδικού Θησαυρίσματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας το 2003. [5]

 

Σχέδιο αριθμός 1. Αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686.

 

Το σχέδιο της Μαρκιανής συ­ντάχθηκε, όπως καταγράφεται, από τον μηχανικό Giovanni Bassignani κατ’ εντολήν του Francesco Morosini μάλλον αμέσως μετά τη νίκη, το 1686. Εκείνο της Γενναδείου καταγράφει τον Bortolo Carmoy ως συντάκτη του σχεδίου και αντιγραφέα του πρωτοτύπου του Bassignani. Δεν διαθέτει το πλούσιο και αναλυτικό υπόμνημα του Bassignani ούτε τη δεύτερη ζώνη με την άποψη όλης της χερσονήσου του Ναυπλίου. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η επίστεψη του σχεδίου με το οικόσημο του Francesco Grimani. Το σχέδιο έχει διαστά­σεις 70×46,5 εκ. και είναι φτιαγμένο με πένα σε ακουαρέλα. Η χρήση διαφο­ρετικού χρώματος δεν επεξηγείται στο σχέδιο· ισχύει προφανώς ό,τι και στο πρωτότυπο της Μαρκιανής: γαλάζιο για τη θάλασσα, ερυθρό για τις οχυρώ­σεις, ανοιχτόχρωμο ερυθρό εσωτερικώς για τη χάραξη οικιστικών συγκρο­τημάτων κατά μήκος των τειχών καθώς και για τον σχεδιασμό κτηρίων, και κίτρινο για τις διευθετήσεις, κατόπιν πρωτοβουλίας του Francesco Morosini.

Το δεύτερο σχέδιο, [6] (Σχέδιο αριθμός 2) διαστάσεων 103×53 εκ., ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι­κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως. Αναλυτικότερα, παρατηρούμε σχεδιασμένες πυκνές προτάσεις για την ενίσχυση του πάσχοντος ευάλωτου ανατολικού μετώπου: η διάνοιξη της τάφρου επεκτείνεται νοτιότερα, ώστε να αποκόψει τρόπον τινά ολόκληρη τη χερσόνησο επί της οποίας βρίσκεται η πόλη, την επίπεδη έκταση που οδηγεί στην είσοδο της πόλης κατά μήκος του βράχου του Παλαμηδιού, στον λαιμό δηλαδή σύνδεσης της χερσονήσου με την ξηρά, προτείνεται η δημιουργία χαμηλών τάφρων, ώστε να ελέγχεται και να εμποδίζεται η πρόσβαση, κάποια πρωταρχικά και στοιχειώδη έργα πάνω στο Παλαμήδι και οι αντίστοιχες κλίμακες ανάβασης, ευρείας έκτασης επιχωματώσεις ακριβώς έξω από τα θαλάσσια βορεινά τείχη, εκβάθυνση του λιμένος, ώστε να είναι δυνατή η προσάραξη των πλοίων και δημιουργία προμαχώνα στην βορειοανατολι­κή πλευρά των τειχών (πρόκειται για τον μεταγενέστερο προμαχώνα Dolfin).

 

Σχέδιο αριθμός 2. Ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι¬κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως.

 

Δοθέντος ότι το σχέδιο δεν απεικονίζει τα δύο βασικά έργα ενίσχυσης των ανατολικών τειχών, δηλαδή τον προμνημονευθέντα προμαχώνα Dolfin (διε­τέλεσε provveditor general da mar, 1700-1705) στη βορειοανατολική πλευρά (1704) [σήμερα καθηρημένο] και τον προμαχώνα Grimani στη νοτιοανατολι­κή πλευρά του Κάστρο del Torro (1706) [υφιστάμενο και σήμερα], συνάγουμε ότι σχεδιάστηκε τουλάχιστον πριν από το 1704 και κατά πάσα πιθανότητα στα χρόνια της διοίκησης του οργανωτικού Francesco Grimani (1698-1701). Με το σχέδιο αυτό βρισκόμαστε σε μια χρονική φάση μεταγενέστερη εκείνης του πρώτου σχεδίου και εντός του θερμού κλίματος προτάσεων, σκέψεων, προβληματισμού και έντονης διάσκεψης των βενετικών αρχών για την άκρως αναγκαία ενισχυτική επέμβαση στον οχυρωματικό οργανισμό της πόλης του Ναυπλίου, ώστε αυτή να κατασταθεί δυσάλωτη.

Το τρίτο σχέδιο, [7] (Σχέδιο αριθμός 3) διαστάσεων 71×41 εκ., πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι. Πλην των στρατιωτικών θέσεων και των οχυρωματικών τόπων, καταγράφει τα κτήρια της βενετικής διοίκησης και δύο ναούς ρωμαιοκαθολικής λατρείας. Το πράγμα είναι όλως ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι μας προσφέρει τη χωρική παράταξη της έδρας των βενετικών αρχών του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου. Παρατηρούμε ότι τα κτήρια των αρχών με διάταξη μορφής τόξου απλώνονται από ανατολάς προς δυσμάς, κατά μήκος των βορείων τειχών της θάλασσας [σήμερα εξαλειμμένα]. Εκκινούν ανατολικά από το ύψος του ναού του Αγί­ου Αντωνίου και φθάνουν δυτικά ώς τη νεότευκτη Δεξαμενή: D= Palazzo di S.E. Capitan General (μέγαρο του αρχιστρατήγου του στόλου), E= Palazzo di S.E. Provveditor General del Regno (μέγαρο του γενικού προνοητή της Πελο­ποννήσου), F= Palazzo del E.mo Rettore (μέγαρο του ρέκτορα), G= Palazzo del E.mo Provveditor (μέγαρο του προνοητή Ναυπλίου), H= Publici Magazini (Δημόσιες Αποθήκες), N= La nuova Cisterna (Η νέα δεξαμενή ύδατος). Ομι­λητικές σημάνσεις για εμάς σήμερα που μελετούμε το θέμα: οι πολιτικές, στρα­τιωτικές και εκκλησιαστικές αρχές των κυριάρχων Βενετών βρίσκονται συγκε­ντρωμένες, ασφαλισμένες στα τείχη, από τα οποία ουσιαστικά αγκαλιάζονται, σε εγγύτητα με το υγρό στοιχείο της θάλασσας, σχηματίζοντας μια νοητώς ανοιχτή προς τη θάλασσα πλατεία με διοικητικώς και εκκλησιαστικώς σεσημα­σμένα κτήρια, οικείο φαινόμενο από τη μακρινή μητρόπολη στην Αδριατική. Στο σχέδιο απουσιάζει η γνωστή μας Armeria (Οπλοστάσιο), αντιδιαμετρικά έναντι του ναού του Αγίου Αντωνίου, καθώς πρόκειται για μεταγενέστερο του παρόντος σχεδίου κτήριο. Η ανέγερση του κτηρίου αυτού στα χρόνια του αρ­χιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo (1712-1714) πύκνωσε περαιτέρω τον ήδη συμπαγή πυρήνα των βενετικών κτηρίων στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Σχέδιο αριθμός 3. Πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι.

 

Εντός του κεντρικού αστικού ιστού της πόλεως και στο πλέον επίκαιρο σημείο ανεγέρθη το 1713 με μέριμνα του αρχιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo το επιβλητικό κτήριο του Οπλοστασίου – Οπλαποθήκης του Στόλου (Armeria Classis): Promtuarium classis ad urbis utilitatem et ornamentum Augustinus Sagredo provisor classis maris magnifice edivicavit, μνημονεύει η λατινική επιγραφή πάνω από τη μεσαία αψίδα του προστώου. [8] Η θεραπεία πρακτικών αναγκών με τη λειτουργία ενός ευμεγέθους κτηρίου απόθεσης και διαφύλαξης του οπλισμού, κτηρίου δηλαδή χρηστικότατου για την πόλη και την άμυνά της (promtuarium classis ad urbis utilitatem) αποσκοπεί και στη διακόσμησή της, και μάλιστα κατά τρόπο μεγαλοπρεπή (ornamentum, magnifice edificavit). Ο συγκερασμός λειτουργικότητας και αισθητικής στα κτήρια συνιστά βεβαίως πολιτισμικό στοιχείο, πάγιο στη βενετική έκφραση, και πράξη με βαθύτατες ρίζες στο παρελθόν, κυρίως στις αναγεννησιακές αντιλήψεις, στην έννοια πολεοδομικής οργάνωσης, λειτουργίας και λειτουργικότητας του χώρου με την πολυεπίπεδη σήμανση των κτηρίων. Η ανέγερση της Armeria δημιουργεί αμέσως το δυτικό μέτωπο με το οποίο οριστικοποιείται εφάπαξ και κλείεται διά παντός το δυτικό μέτωπο της μεγάλης πλατείας, το οποίο κατά συνέπεια σχηματοποιείται. Ο ίδιος αξιωματούχος αναδεικνύεται σε μεί­ζονος σημασίας πρόσωπο για το πολεοδομικό σώμα του Ναυπλίου ετούτη την περίοδο, καθώς συνδέεται με σημαντικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα στον τόπο (η κλίμακα ανάβασης και η Πύλη Sagredo στην Ακροναυπλία, η Armeria, επί του Παλαμηδίου και στον προμαχώνα Sagredo το Φρουραρχείο, ο στρατώνας και ο ναΐσκος του Αγίου Γεράρδου [μτγν. του Αγίου Ανδρέου] και, τέλος, ο ναός του Αγίου Νικολάου κοντά στη θάλασσα «extra muros»), συνοδευόμενα πάντοτε με εκθειαστικές μνείες στις επιτείχιες λατινικές επι­γραφές (a fundamentis erexit, fieri curavit, monti arcem imposuit, magnifice edificavit, construendam praecepit adivit). [9]

Το όνομα του Francesco Grimani συνδέθηκε με έργα οχυρώσεως στην Ακροναυπλία την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος υπηρέτησε ως γενικός προνοητής θαλάσσης, αρχιστράτηγος δηλαδή του στόλου, με έδρα το Ναύπλιο (1706-1708)· αναφερόμαστε κυρίως στον προμαχώνα Grimani στο νοτιοανα­τολικό άκρο των τειχών του Castel Torro, όπου η επικίνδυνα ευάλωτη πλευρά με τον πεπαλαιωμένο κυκλικό πύργο διορθώθηκε και εκσυγχρονίστηκε και σε έτερες, δευτερευούσης σημασίας ενισχυτικές επεμβάσεις-διορθώσεις, με σκοπό την επαύξηση της οχυρωματικής ικανότητας της πόλεως (1706).

Ο Κεφαλονίτης λόγιος αρχιμανδρίτης – ιεροκήρυκας και εν συνεχεία επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης, πολύ γνωστός στο Ναύπλιο από τη συχνή παρουσία του ως ιεροκήρυκα στον ναό της Παναγίας και αλλού, επι­φορτισμένος από το σώμα του Αστικού Συμβουλίου Ναυπλίου να κατευοδώ­σει τον Grimani απερχόμενο προς τη Βενετία μετά το πέρας της θητείας του, στον εγκωμιαστικό του λόγο, πλην των άλλων κολακευτικών, όπως απαιτούσε το πράγμα, μνημονεύει και τη συνεισφορά του αξιωματούχου στην οχυρωματική ενίσχυση των τειχών και σε άλλα οικοδομικά έργα εντός της πόλεως, ιδι­αιτέρως δε στο κτήριο του Συμβουλίου.

Παραθέτω το κείμενο σε μετάφραση, όχι πάντοτε πολύ ακριβή, από το ιταλικό πρωτότυπο του εκδότη, στα νεώτερα χρόνια, των λόγων του Μηνιάτη, εφημερίου του ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας, αρχιμανδρίτη Ανθίμου Μαζαράκη (1848):

«Δεν δύναται να εννοήση οποίος είναι αυτός ο ζήλος σου, όστις δεν επαρίθμησε τα βήματά σου, δεν παρετήρησε τους ιδρώτας σου, δεν εισχώρησεν εις την ανησυχίαν σου εν καιρώ της κατασκευής τούτων των τειχών, τα οποία παρασταίνουν το μεγαλείον των ιδεών σου, εξασφαλίζουν τας νίκας μας, κλείνουν τας δια­βάσεις εις τας εχθρικάς προσπαθείας. Ανηγέρθησαν εις τοσούτον ύψος εντός ολίγου καιρού, με εργασίαν ολίγων χειρών και τόσων ολίγων εξόδων, διότι το εκτελείν εν ολίγω και δι’ ολίγου πράγματα μεγάλα είναι θαυμάσιον μυστι­κόν της υπέρ άνθρωπον ενεργητικότητός σου […]. Ημείς θέλομεν φέρει εγχα­ραγμένον το αθάνατο όνομά σου εις τας καρδίας μας, αίτινες θέλουν είσθαι μνημεία ευγενέστερα και των επιγραφών, εις τας οποίας είναι εγγεγραμμένον ως κόσμημα της αιθούσης του Συμβουλίου μας και του Καταστήματος (sala del nostro Consiglio e Fontigo), των ανεγερθεισών υπό της σης προνοήσεως, και ευγενέστερα των μαρμάρων των εκτός των οχυρωμάτων (e de’ sassi dell’ eterne fortificazioni) των όντων αιώνιοι θρίαμβοι δόξης διά σε, άσυλα ασφα­λείας των υπηκόων σου. Η Ναυπλία, το αντικείμενο των ερώτων σου και της σπουδαιότητός σου, ήτις εις την οχύρωσίν της έλαβεν εκ των χειρών σου τοι­αύτα νέα θέλγητρα κάλλους και ισχύος, ώστε μόλις γνωρίζεται υπό των ιδίων της πολιτών, θέλει είσθαι το θέατρον αιωνίων επαίνων των αρετών σου».[10]

Στο χωρίο, πλην των άλλων, εξαίρεται η συνεισφορά του Grimani στην ανέγερση του κτηρίου, εντός του οποίου – και πιο ειδικώς εντός της κεκοσμημένης με επιγραφές αίθουσας – συνερχόταν το σώμα του Αστικού Συμβουλίου της πόλεως καθώς και του Καταστήματος -Αποθήκης. Το κτήριο δε του Συμ­βουλίου η τοπική παράδοση το ταυτίζει με το λεγόμενο Διοικητήριο, ευρισκό­μενο όπισθεν του Βουλευτικού, υψηλότερα δηλαδή από την Armeria.

Αξίζει να προσεγγίσουμε, έστω και ακροθιγώς, το ζήτημα του πολιτικού νοήματος και μηνύματος που εκπέμπεται από την όψη και τη λειτουργία των οχυρωματικών έργων. Αναμφιβόλως, επί παραδείγματι, ο αναγιγνώσκων τη λατινική αναθηματική επιγραφή επί της μαρμάρινης πλάκας παραπλεύρως της Πύλης της Ξηράς, όπου μνημονεύεται ο εκπορθητής Morosini, τροφοδοτείται με σαφή στοιχεία πολιτικής ιδεολογίας. Η επιγραφή είναι πολύ ομιλητική ως προς τη βενετική ερμηνεία της κατάληψης ή πιο σωστά της επανακατάληψης του Ναυπλίου: ο Francesco Morosini με την ανδραγαθία του στις πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Τούρκων, «Hoc regnum patriae restituit», «απέδωσε στην πατρίδα τούτο το βασίλειο». Η έννοια του λατινικού ρήματος restituere είναι αυτή ακριβώς: αποδίδω, αποκαθιστώ στην εξ αρχής κατάσταση, παλινορθώνω. Σαφέστατη και ρητή διατύπωση-διακήρυξη της κατάκτησης του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου, ενός τόπου επί του οποίου οι Βενετοί δεν έπαυσαν ποτέ να εκτρέφουν στην πολιτική τους συνείδηση θεμελιωμένα απαράγραπτα δικαιώματα κατοχής.

Επανερχόμενοι στο προκείμενο θέμα μελέτης, παρατηρούμε πως και τα τρία τοπογραφικά σχεδιαγράμματα καταγράφουν μόνο τους βενετικού ενδιαφέροντος τόπους, σημεία και κτήρια. Είναι σχέδια πρωτίστως στρατιωτικά. Ενδιαφέρει κυρίως (και είναι αναμενόμενο) η αποτύπωση των οχυρώσεων, ώστε να ληφθούν μέτρα για περαιτέρω ενίσχυση, ιδιαιτέρως των αδύναμων σημείων. Ως προς τα λοιπά, ο κατοικημένος χώρος της πόλης, οι συνοικίες και οι κάτοικοι ή απουσιάζουν ή η παρουσία τους αποδίδεται αδρομερώς με τη χάραξη βασικών οδών, οι οποίες συνδέουν και πάλι τις στρατιωτικές πύλες των τειχών της πόλεως (Porta di Terra Ferma, Porta della Marina) ή της Ακρο­ναυπλίας (Porta della Fortezza). Μόνον εσωτερικώς, κατά μήκος των τειχών, στα δύο πρώτα σχέδια σχεδιάζεται η οικιστική χάραξη και οι απολήξεις στε­νών συνοικιακών οδών ή κενών μεταξύ των κτηρίων.

Παραμένοντας στο εσωτερικό της πόλεως, αναφορικά με τους ναούς, και στα τρία σχέδια καταγράφονται μόνο οι ναοί ρωμαιοκαθολικής λατρείας (στα δύο πρώτα σχέδια σημειώνεται και ένδειξη σταυρού σε αυτούς): ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (Sant’ Antonio di Padova) στο κέντρο της πό­λεως (πρώην μουσουλμανικό τέμενος, όπως δηλώνεται ρητώς) με απλή ορθογωνική κάτοψη καλυμμένη με τρούλο, στη δυτική πλευρά κιονοστήρικτο προστώο καλυμμένο με τρεις τρουλίσκους· πρόκειται για υπερυψωμένο κτήριο, στο οποίο οδηγούσε κλίμακα, όπως δηλώνεται στο τρίτο σχέδιο, και βάση μιναρέ στη νότια πλευρά.

Επίσης, η Παναγία του Καρμήλου (Madonna del Carmine) στα βόρεια τείχη της πόλεως προς τη θάλασσα. Στα δύο πρώ­τα σχέδια σημειώνεται διά σταυρού και άλλος ένας ναός στην Ακροναυπλία, στο Castel dei Greci, στο ρωμέικο Κάστρο, μάλλον πρώην μουσουλμανικό τέμενος (στο σχέδιο δηλώνεται παραπλεύρως του κτηρίου η ύπαρξη εξωτερι­κού μικρού προσκολλημένου κτίσματος, προφανώς η βάση του μιναρέ). Επιπλέον, στα δύο πρώτα σχέδια αποτυπώνεται χωρίς καμία περαιτέρω σήμανση η ύπαρξη κτηρίου, και μάλιστα ευμεγέθους, προς την κατεύθυνση της Πύλης της Ξηράς, αρκετά κοντά της. Θα πρέπει να ταυτιστεί με τον σημερινό ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος κατά την προηγούμενη περίοδο, όπως δηλώνει και η ύπαρξη εξωτερικού μικρού κτίσματος προσκολλημένου στη νότια πλευρά του κτηρίου. Στο τρίτο σχέδιο απουσιάζει εντελώς. Το κτήριο αυτό, στο σχέδιο της Μαρκιανής χαρακτηρί­ζεται ως «moschea serve per munitioni», δηλαδή «μουσουλμανικό τέμενος προς αποθήκευση πολεμοφοδίων». Στα παρόντα σχέδια δεν κατονομάζεται. Πιθανότατα λίγο αργότερα μετασκευάσθηκε στον λατινικό ναό του Αγίου Δομηνίκου (San Domenico), αποδoθέντα στους Δομηνικανούς.

Οι τελευταίοι, αρχικά τέσσερις στον αριθμό, έφθασαν στην Πελοπόννησο το 1686 και εγκαταστάθηκαν με παρέμβαση του Morosini στην Ακροναυπλία· [11] υποθέτουμε στο προμνημονευθέν τέμενος στο ρωμέικο Κάστρο και πιθανότητα λίγο μεταγενέστερα κατέβηκαν στην πόλη, στο κτήριο του σημερινού ναού του Αγίου Γεωργίου. Ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδο­βας, το πρώην μεγάλο τέμενος της πόλεως, παραχωρήθηκε από τον Morosini σε Φραγκισκανούς μοναχούς, αφού ανήκε πλέον στο βενετικό δημόσιο ως πρώην οθωμανικό κτήριο.

Σε αυτό το κτήριο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του προϊσταμένου του ναού, του Φραγκισκανού Giovanni Mattio Vodari, ο οποίος δηλώνει ότι παρείχε υπηρεσίες και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, εψάλη ευ­χαριστήρια επινίκια δοξολογία, Te Deum, παρουσία του Morosini, αμέσως μετά την κατάληψη της πόλεως, κατά την πάγια βενετική πρακτική. [12] Ο Άγιος Αντώνιος εν συνεχεία ανυψώθηκε σε καθεδρικό ναό των Λατίνων και απο­δόθηκε από τις βενετικές αρχές στον πρώτο Λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, τον Leonardo Balsarini, ως έδρα του, ενώ ως κατοικία του χρησίμευε η μονή των Δομηνικανών, όπως βεβαιώνει σε αναφορά του ο F. Grimani το 1699. [13] Ο ίδιος, μάλιστα, καταγράφει και το εξής αξιοπρόσεκτο, ότι δηλαδή είχε εκπλαγεί από την ευσέβεια που έδειχναν οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλεως έναντι του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας. [14]  Καθόσον ο λόγος περί λατινικών μοναχικών ταγμάτων και περαιτέρω περί εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού συγχρωτισμού Βενετών και ελληνικού πληθυσμού, αξίζει να αναφερθεί ότι στα 1707 απεφασίσθη να επιτραπεί η είσοδος Ιησουιτών στη βενετική Πελοπόννησο, με σκοπό την ίδρυση δύο κολλεγίων, ένα στο Ναύπλιο και ένα στη Μεθώνη, για την εκπαίδευση, όπως καταγράφεται, «παιδιών Λατίνων και Ελλήνων». [15] Λίγο πιο πριν, στα 1703, όπως σημειώνουν σε αναφορά τους οι σύνδικοι εξεταστές, και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κήρυξε με μεγάλη επιτυχία στον λατινικό ναό του Αγίου Αντωνίου Ναυπλίου ο εκ Τήνου Ιησουίτης Padre Foresti. Οι σύνδικοι κρίνουν ότι οι Ιησουίτες ιε­ροκήρυκες μπορούν να προσφέρουν πολύτιμο καρποφόρο έργο, ειδικά «στην εκπαίδευση των ορθοδόξων νέων». [16] Ακόμα ενωρίτερα, στα 1691, ο γενικός διοικητής Πελοποννήσου Antonio Zeno, σε αναφορά του στη βενετική Σύ­γκλητο, γράφει ότι τα κηρύγματα του Padre Mauritio Capuccino da Bassan παρακολούθησαν και πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί. [17]

Με την ευκαιρία της μελέτης των σχεδίων προβαίνουμε και σε κάποιες διαπιστώσεις για άλλου είδους αποτυπώσεις της πόλεως, αναφορικά με τον βαθμό πιστότητας και αληθοφάνειας των απεικονιζομένων: στον πανοραμι­κό πίνακα από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας,[18] (Σχέδιο αριθμός 4) το οποίο απεικονίζει τον κανονιοβολισμό του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τα βενετικά στρα­τεύματα του Morosini, καταγράφουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία πιστό­τητας και ρεαλισμού στην απεικόνιση: στα εικονιζόμενα μουσουλμανικά τε­μένη της πόλεως το πρόσκτισμα του μιναρέ εμφανίζεται πράγματι όπισθεν των κτηρίων, στη νότια δηλαδή πλευρά τους, όπως ακριβώς το αποτυπώνουν και τα δύο σχέδια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Επιπλέον, η Πύλη της Ξηράς απεικονίζεται όντως νοτίως του μεσαιωνικού πολυώροφου με κατακόρυφους πύργους προστασίας της πάνω στην ευθεία γραμμή της cortina (μεταπρομα­χώνιο), η οποία ετούτη την περίοδο θα σχηματίσει πλέον αμβλεία γωνία. Ένα ακόμα στοιχείο πιστότητας θα διαπιστώσουμε στην υπερκείμενη Ακροναυ­πλία: όπως αμέσως διακρίνουμε, το φράγκικο Κάστρο δείχνει να βρίσκεται σε μεγαλύτερο βάθος και να καταλαμβάνει έτσι μικρότερη έκταση από ό,τι το ρωμέικο, αφού πράγματι στο πρώτο η γεωφυσική διαμόρφωση με την κρη­μνώδη κατωφέρεια επέβαλε την απόσυρση των τειχών προς το εσωτερικό του βράχου, όπως σταθερά δηλώνεται και στα τοπογραφικά σχέδια. Εντός του Κάστρου del Torro σημειωτέα η παρουσία στη στέγη κατοικίας ευμεγέθους καμινάδας βενετικού τύπου, δηλαδή μορφής αντεστραμμένης πυραμίδας.

 

Σχέδιο αριθμός 4. Πανοραμι¬κός πίνακας από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας.

 

Τα προαναφερθέντα συνηγορούν στη διαπίστωση ότι οι πανοραμικές αυτές εικόνες των πελοποννησιακών πόλεων, οι οποίες συνοδεύουν την εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων, ουδόλως είναι αυθαίρετες ή φανταστικές απεικονίσεις που διατηρούσαν μόνον κάποια πολύ χονδρικά στοιχεία πραγ­ματισμού ή αντέγραφαν δουλικώς παλαιότερα σχηματοποιημένα πρότυπα· πολύ περισσότερο πρόκειται περί μελετημένων σχεδίων με επί τόπου παρατήρηση, για τα οποία προφανώς και θα χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου και βοηθητικώς, όπως είναι αναμενόμενο, και η γνωστή στην ευρωπαϊκή εκδοτική παραγωγή παλαιότερη και τυποποιημένη απεικόνιση των πόλεων αυτών (εκκινώντας από τις χαλκογραφίες του Camocio και εξής).

Η χαρτογραφική παραγωγή για το Ναύπλιο είναι οπωσδήποτε ευρεία, με δεδομένη τη σημασία της πόλεως στο υπερπόντιο κράτος της Βενετίας (Stato da Mar), εκπορεύθηκε δε από την εναγώνια μέριμνα των Βενετών για την ενδυνάμωση του οχυρωματικού μηχανισμού της. Μια διαδικασία μακρά μέσα στον χρόνο, επίπονη, οδυνηρή, αιμάσσουσα για τους ανθρώπους που βιαίως και ανηλεώς εργάστηκαν για να ανεγερθούν τα οχυρώματα· κατέλιπε δε δυσε­ξίτηλα ίχνη πάνω στο ναυπλιακό τοπίο διαμορφώνοντας καθοριστικά το πρό­σωπο αυτής της γοητευτικής πλέον για εμάς σήμερα πελοποννησιακής πόλεως.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, σ. 41.

[2] Για το Ναύπλιο του 15ου αι. βλ. Diana Wright, «Late-fifteenth-century Nauplion. Topography, walls and boundaries», Θησαυρίσματα 30 (2000), σ. 163-187.

[3] Οι μελετητές μπορούν να χρησιμοποιούν πλέον την τελευταία επανέκδοση του έργου: Kevin Andrews, Castles of the Morea, revised edition with a Foreword by Glenn R. Bugh, The American School of Classical Studies at Athens, Princeton ‒ New Jersey 2006, σ. 90-105, σχέδια XXI, XXII και XXIII.

[4] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 1.

[5] Ιωάννα Στεριώτου, «Ο Πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283.

[6] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 2.

[7] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 3.

[8] Βλ. Καρούζου, ό.π., σ. 47, καθώς και Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, επανέκδοση, Αθήνα 1950, σ. 126.

[9] Όλες οι επιγραφές στο Λαμπρυνίδης, ό.π., σ. 122-130.

[10] Ηλία Μηνιάτη, Διδαχαί και Λόγοι εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και  εις άλλας Κυριακάς του ενιαυτού και επισήμους εορτάς, επανέκδοση, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 497-498.

[11] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Provveditori da Terra e da Mar (στο εξής P.T.M.), busta 849, dispacci Sindici Cattasticatori, αναφορά αριθμός 25, Καρύταινα, 24 Φεβρουαρίου 1690, συνημμένη αίτηση των Δομηνικανών μοναχών προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[12] Στο ίδιο, συνημμένη επιστολή του Φραγκισκανού G. Mattio Vodari προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[13] A.S.V., P.T.M., b. 849, dispacci Francesco Grimani, αναφορά αριθμός 61, Άργος, 12 Αυγούστου 1699, φ. 1r.

[14] Στο ίδιο, φ. 2v.

[15] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 42, filza 106, φ. 20r.

[16] A.S.V., P.T.M., b. 869, dispacci Sindici Inquisitori, αναφορά αριθμός 19, Μονεμβασία, 13 Οκτωβρίου 1703, φ. 2r.

[17] A.S.V., P.T.M., b. 844, dispacci Antonio Zeno, αναφορά αριθμός 23, Ναύπλιο, 16 Απριλίου 1691.

[18] Με την Αρμάδα στο Μοριά, 1684-1687. Ανέκδοτο ημερολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ. Τσικνάκης, Κέντρο Νεοελληνι­κών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, αρ. 66, Αθήνα 1998. Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 4.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Γεώργιου Καστριώτη του επιλεγόμενου Σκεντέρμπεη Βίος και πολιτεία. Μια αθησαύριστη βιογραφία στα ελληνικά. Μάχη Παΐζη-Αποστολοπούλου 


  

Η άγνωστη πρώτη βιογραφία του Σκεντέρμπεη – Ένα αθησαύριστο χειρόγραφο του 18ου αιώνα από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Μια αθησαύριστη μέχρι πρότινος «ψηφίδα» προσθέτει στις πηγές της μεταβυζαντινής ιστορίας η Μάχη Παΐζη – Αποστολοπούλου με τη βιογραφία για τον Γεώργιο Καστριώτη – τον επονομαζόμενο Σκεντέρμπεη -, από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

Μια νέα και αθησαύριστη πηγή φιλοδοξεί να φέρει στο φως η μελέτη που ακολουθεί. Πρόκειται για μια αφήγηση του βίου και των κατορθωμάτων του Γεώργιου Καστριώτη, του χριστιανού ηγεμόνα του 15ου αιώνα που αναχαίτισε για είκοσι πέντε περίπου χρόνια την εξάπλωση των Τούρκων στα Βαλκάνια. Όπως θα φανεί από όσα αναφέρουμε στη συνέχεια, πρόκειται για την πρωιμότερη ως σήμερα γνωστή βιογραφία του σε γλώσσα ελληνική.

 

Γεώργιου Καστριώτη του επιλεγόμενου Σκεντέρμπεη Βίος και πολιτεία

 

Το σημαντικό αυτό κείμενο σώζεται σε χειρόγραφο που απόκειται στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το χειρόγραφο το είχαμε εντοπίσει το 1991 σε ερευνητική αποστολή του Προγράμματος «Θεσμοί και Ιδεολογία στη νεοελληνική κοινωνία» που εκπονείται στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, αποστολή που είχε φέρει στο φως ένα άλλο, νομικό χειρόγραφο, για το οποίο επικρατούσε στην επιστημονική κοινότητα η πεποίθηση πως είχε καταστραφεί (…).

Το δεύτερο χειρόγραφο, το οποίο παραδίδει μεταξύ άλλων και τη βιογραφία του Γεώργιου Καστριώτη, αυτό που εδώ θα μας απασχολήσει, εντάχθηκε στις ερευνητικές μας αναζητήσεις και έγινε αντικείμενο συστηματικών προσεγγίσεων στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Πηγές της Μεταβυζαντινής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού» που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Ωνάση και εκπονείται στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο.

Στο χειρόγραφο δεν σημειώνεται ούτε το όνομα του δημιουργού ούτε το έτος συγγραφής του. Αν όσα θα εκτεθούν αναλυτικά στη συνέχεια είναι ορθά, πρόκειται για μια ελληνική απόδοση βιογραφίας του Γεώργιου Καστριώτη, του επονομαζόμενου Σκεντέρμπεη, η οποία είχε εκδοθεί στα ιταλικά στα τέλη του 16ου αιώνα. Ας σημειωθεί ότι η ελληνική εκδοχή της δεν αποτελεί μια κατά λέξη μετάφραση αλλά μια δημιουργική απόδοση του ιταλικού κειμένου.

Το χειρόγραφο, μοναδικό όσο γνωρίζω που παραδίδει το ελληνικό αυτό κείμενο, προέρχεται από την περίφημη βιβλιοθήκη του Φαναριώτη λογίου και γραφέα χειρογράφων Νικολάου Καρατζά. Το γεγονός μάλιστα ότι το συγκεκριμένο κείμενο είναι γραμμένο από το χέρι του μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε: με κάποια ακρίβεια το χρόνο αντιγραφής του. Αν σε αυτά τα δεδομένα προσθέσουμε πως η βιογραφία του Καστριώτη που εντοπίσαμε βοηθά να αποσαφηνίσουμε ένα θέμα που απασχόλησε τη νεοελληνική επιστήμη χωρίς να έχει λυθεί, κατά πόσο δηλαδή ο Καισάριος Δαπόντες συνέθεσε βιογραφία με τον τίτλο «Ανδραγαθίες Γεωργίου Καστριώτου» η οποία έμεινε ανέκδοτη, το εύρημα αποκτά και μιαν άλλη διάσταση, εκτός από την πρώτη και αυτονόητη, ότι η ελληνική ιστοριογραφία διαθέτει πλέον την πρωιμότερη στα ελληνικά βιογραφία του Γεώργιου Καστριώτη.

Ερώτημα αναπάντητο παραμένει ο χρόνος που αποδόθηκε στα ελληνικά ο βίος και τα κατορθώματά του εναντίον των Τούρκων. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

 

Μάχη Παΐζη – Αποστολοπούλου

Γεωργίου Καστριώτη του επιλεγομένου Σκεντέρμπεη βίος και πολιτεία

Εκδ: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Αθήνα 2018, σελ. 232. Σχήμα: 17Χ24 – ISBN: 9789609538732

 

Read Full Post »

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου αρχές 18ου αι.) – Σπύρος Θ. Τακτικός, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Την επαύριον της κατάκτησης του Ναυπλίου από τα βενετικά στρατεύματα, οι 68 εκπρόσωποι των κατοίκων της πόλης, με επικεφαλής τον επίσκοπο Σίλβε­στρο, προσέγγισαν τον γενικό καπιτάνο της θάλασσας Francesco Morosini και του ενεχείρισαν υπόμνημα με τα αιτήματά τους (capitoli) για τη σύσταση αστικής κοινότητας. Με απόφαση του Morosini, της 4ης Απριλίου 1687, τα αιτήματα εγκρίθηκαν κι έτσι ιδρύθηκε η κοινότητα της Ρωμανίας (comunità di Romania), ως θεσμικά αναγνωρισμένη πολιτική συσσωμάτωση των κατοίκων και καθορίσθηκαν σε καταστατική πράξη οι κύριοι όροι και οι κανόνες λειτουργίας της.

Η ιδρυτική απόφαση της κοινότητας περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, δια­τάξεις που αφορούσαν στη σύσταση των υπηρεσιακών μονάδων της, όπως του Υγειονομείου (ufficio di sanità) και της Σιταποθήκης της πόλης (fontico). Στις διατάξεις αυτές αναφέρεται ότι η κοινότητα έπρεπε να προχωρήσει στην ίδρυση Σιταποθήκης χρησιμοποιώντας μέρος του κεφαλαίου της κοινοτικής περιουσίας προς όφελος των απόρων και ενδεών κατοίκων, για τη διασφάλιση της δημόσιας ηρεμίας και σταθερότητας, ακολουθώντας mutatis mutandis σε κανονιστικό επίπεδο την εμπειρία της Κέρκυρας.

Γενικά, κατά την οργάνωση της Πελοποννήσου οι Βενετοί ακολούθησαν ως πρότυπο, τηρουμένων των αναλογιών, τη διοίκηση της Κρήτης και των ιόνιων νησιών. Αυτό φάνηκε, επίσης, από την οργάνωση των οικονομικών υπηρεσιών (camere fiscali) και από τις προσπάθειες σύνταξης εγχώριας νομοθεσίας (statuto και leggi municipali). Την ίδρυση σιταποθηκών ενέκρινε ο Morosini και στις αστικές κοινότητες Κορώνης, Μεθώνης και Ναβαρίνου, ενώ οι διάδοχοί του ενέκριναν αντίστοιχα αιτήματα στα Καλάβρυτα, τον Μυ­στρά, την Τριπολιτσά και την Καρύταινα.

Για να αναλάβει κάποιος τα καθήκοντα του σιτοφύλακα (fonticaro) του Ναυ­πλίου – σύμφωνα πάντα με την απόφαση του Morosini – όφειλε πρώτα να παρουσιάσει εγγυήσεις χρηστής διαχείρισης (pieggiarie) και να εκλεγεί σε συνεδρίαση της κοινότητας με αυξημένη απαρτία ¾ των μελών της. Όπως και για τις υπόλοιπες υπηρεσίες της κοινότητας, έτσι και για τον πολίτη που θα εκλεγόταν στη θέση του υπαλλήλου της Σιταποθήκης, οριζόταν θητεία ενός έτους, την οποία ακλουθούσε ισάριθμος χρόνος αποχής από το λειτούργημα για τη διενέργεια λογι­στικού ελέγχου (contumacia). Εκτός από τον διορισμό σιτοφύλακα, η απόφαση του Morosini έδινε στην κοινότητα τη δυνατότητα να διορίζει δύο αρτοποιούς (fornari), οι οποίοι θα προμηθεύονταν ως πρώτη ύλη για την παρασκευή άρτου σιτάρι αποκλειστικά από την αποθήκη της κοινότητας στην οποία υπάγονταν.

Το ίδιο έτος η Σύγκλητος της Βενετίας ανέθεσε στο τριμελές όργανο των συνδίκων καταστιχωτών του Βασιλείου του Μορέως την οικονομική και διοικητική αναδιοργάνωση της Πελοποννήσου. Οι τρεις καταστιχωτές, Domenico Gritti, Marino Michiel και Gerolamo Renier, επιφορτίστηκαν με το να καταγράψουν τα εγκαταλελειμμένα από τους Τούρκους ακίνητα της κτήσης και να προτείνουν τα κατάλληλα για δημόσια και κοινωφελή χρήση κτήρια, ώστε να μετατραπούν σε σιταποθήκες, αποθήκες προμηθειών πυρομαχικών και τροφίμων κ.ά. Ο καταστιχωτής Gritti, στην τελική Έκθεσή του προς το Κολλέγιο της Βενετίας (τον Ιανουάριο 1692) πρότεινε αόριστα την ίδρυση σιταποθηκών στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα στις πιο γόνιμες περιοχές, όπου οι χωρικοί θα διευκολύνονταν να πωλούν μέρος της παραγωγής τους. Ωστόσο, τόσο ο Gritti όσο και ο έτερος καταστιχωτής Michiel δεν έκαναν καμία μνεία στις Εκθέσεις τους για ίδρυση σιταποθηκών στα αστικά κέντρα.

Τον Μάιο του 1693 ο έκτακτος προνοητής του Μοριά Alessandro Bon, έχοντας κληθεί για να αντιμετωπίσει την κρίση σιτοδείας που επί δύο μήνες έπληττε τη Μεσσηνία, παρατήρησε ότι, ενώ ο Morosini είχε αποφασίσει την ίδρυση Σιταποθήκης στην Κορώνη μια επταετία νωρίτερα – το 1686 –, η από­φασή του αυτή δεν είχε υλοποιηθεί, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια σιτηρών και την εμφάνιση του λιμού. Αφού οι βάσιμες αιτιάσεις περί διασπάθισης των κονδυλίων που είχαν διατεθεί, καταλάγιασαν με την περάτωση της κατασκευής της Σιταποθήκης, εξασφαλίστηκε η ορθή διαχείρισή της, εφόσον τέ­θηκε υπό την κοινή εποπτεία του έκτακτου προνοητή Pietro Duodo και του τοπικού προνοητή Κορώνης Giovanni Michele Pizzamano.

Με αυτή την αφορμή ο Michiel ασχολήθηκε με τον εξορθολογισμό των διατάξεων που αφορούσαν εν γένει στις σιταποθήκες της Πελοποννήσου. Στις 23 Ιανουαρίου 1695 ο γενικός προνοητής εξέδωσε εγκύκλιο διαταγή με την οποία τροποποιούσε και συμπλήρωνε τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούσαν στις κοινοτικές σιταποθήκες του Μοριά: καθόριζε τις καθ’ ύλην αρμοδιότητες των σιτοφυλάκων και τις υποχρεώσεις τους για τη διαχείριση των σιτηρών· ανέθετε την εποπτεία και επιστασία των σιταποθηκών σε επιτροπές που αποτελούνταν από τους συνδίκους των κοινοτήτων και τους τοπικούς προνοητές· τέ­λος, ρύθμιζε τη διαδικασία για τη διανομή του σίτου στους ενδιαφερόμενους.

Επειδή οι σιταποθήκες ήταν υπηρεσιακές μονάδες που υπάγονταν στις κατά τόπους αστικές κοινότητες, ο ρόλος των συνδίκων και των κοινοτικών συμβουλίων ήταν καταλυτικός. Ο πρεσβύτερος σύνδικος είχε ex officio αρμοδιότητα επί του ταμείου της Σιταποθήκης και συνεπικουρείτο από τον δεύτερο σε ηλικία σύνδικο. Το Συμβούλιο θα εξέλεγε τους σιτοφύλακες εκ των μελών του. Τόσο όμως οι κοινότητες όσο και οι υπηρεσίες τους εποπτεύονταν από τις βενετικές αρχές, δηλαδή από τους τοπικούς προνοητές των διαμερισμάτων ή των επαρχιών και, σε ανώτερο επίπεδο, από τον γενικό προνοητή του Μοριά.

Ο Michiel συμπλήρωσε τις διατάξεις του Morosini περί εκλογής σιτοφυ­λάκων, τα σχετικά με τον χρόνο της θητείας τους και την απαραίτητη καταβο­λή εγγυήσεων, μείωσε όμως τον αριθμό των δημόσιων αρτοποιών από δύο σε έναν. Ο σιτοφύλακας θα έπρεπε να εκλέγεται αυστηρά για ένα ημερολογιακό έτος, μετά από το οποίο θα απείχε από άλλα λειτουργήματα για ισάριθμο χρόνο. Τέσσερις μήνες προτού λήξει η θητεία του, η κοινότητα θα εξέλεγε τον διάδοχό του. Συνεπώς, με το νέο σύστημα που εισήγαγε ο Michiel, ένας σιτοφύλακας θα συνέπιπτε με τον προκάτοχό του κατά το πρώτο τρίτο της θητείας του, κατά το δεύτερο τρίτο θα υπηρετούσε στη Σιταποθήκη μόνος του και, κατά το τελευταίο τρίτο, θα συνυπηρετούσε με τον διάδοχό του. Το διά­στημα αυτό, κατά το οποίο συνέπιπτε η θητεία δύο σιτοφυλάκων, θα γινόταν ο λογιστικός έλεγχος (δηλαδή το κλείσιμο ταμείου και η εξόφληση των λογα­ριασμών), ώστε να ακολουθήσει έπειτα η διαδικασία παράδοσης-παραλαβής της υπηρεσίας. Το πρόσωπο που θα επέλεγε το Συμβούλιο, δεν μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει τη θέση του σιτοφύλακα, ειδάλλως θα επιβαρυνόταν με πρόστιμο 500 ρεαλίων υπέρ της Σιταποθήκης και με αναστολή της ιδιότη­τας του μέλους του Συμβουλίου για την επόμενη δεκαετία. Ο fonticaro και ο σύνδικος-ταμίας της κοινότητας, εφόσον εμπλέκονταν στη διαχείριση του κεφαλαίου της Σιταποθήκης, υποχρεούνταν να προκαταβάλουν ένα ποσό ως εγγύηση, το οποίο θα οριζόταν από τον προνοητή…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου-αρχές 18ου αι.)

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »