Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

 Το Πρόσωπο της Προσφυγιάς: Οι μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Ποντίων και η κοινότητα των Ποντίων Αργολίδας – Γεώργιος Κόνδης (Κοινωνιολόγος)


 

Η γενοκτονία υπήρξε πάντα το εργαλείο επιβολής των πιο ακραίων εθνικιστικών επιδιώξεων των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ολοκληρωτικών τόσο ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν τον ακραίο τους εθνικισμό, όσο και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για να τον επιβάλλουν. Βεβαίως, στη στείρα ιστορική μνήμη που αναπαράγουμε ως άνθρωποι και ως πολίτες, έχει κατασταλάξει ως γενοκτονία το εβραϊκό ολοκαύτωμα από τις χιτλερικές ορδές. Ελάχιστα και ελάχιστοι μπορούν να αναφερθούν στη γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας, αλλά και σε σύγχρονες μορφές που αναπαράγουν το ανατριχιαστικό τους αποτέλεσμα ανά τον κόσμο και μάλιστα, σε ότι μας αφορά, προσπάθησαν και προσπαθούν να επιβάλλουν και στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της οποιασδήποτε αναφοράς στα γεγονότα αυτά από τους ιστορικά υπεύθυνους, αλλά και η δυσκολία αναγνώρισής τους από τη διεθνή κοινότητα, δημιουργεί μια σημαντική δυσπιστία για το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου από την τελευταία. Μόνο ορισμένες χώρες (π.χ. Γαλλία και Καναδάς) έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ δεν γίνεται λόγος για τον ποντιακό και γενικότερα μικρασιατικό ελληνισμό. Η ίδια «ένοχη συνέργια» που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στο σφαγιασμό του παλαιστινιακού λαού, στη δήθεν δραστηριοποίηση του διεθνούς παράγοντα για την επίλυση του κυπριακού και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στηρίχτηκε η φρικιαστική πολιτική εκτοπισμών και σφαγιασμών του παντουρκικού εθνικισμού.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα.

 Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας[1].

 

«…Τη ενόχω συνεργία δυο μεγάλων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη υπό των Νεοτούρκων ολόκληρον έθνος το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθανον εν τη εξορία.  Τη ενόχω συνεργία των συμμάχων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922 το εθνικόν κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργον των  Νεοτούρκων και κατά εκατοντάδας απηγχονίζοντο οι Έλληνες κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου, εν οις και ο αντιπρόσωπος της μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο εις τον δια της πείνης και των ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία. Και επήλθε κατά Αύγουστον του 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και επηκολούθησεν εν έτει 1923 η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εντεύθεν ερήμωσις Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης και η καταστροφή ολοκλήρου χριστιανικού πολιτισμού…2

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, ο οποίος  με τη φωτισμένη δράση του είχε αναγνωρισθεί ως ηγετική φυσιογνωμία από τις Τουρκικές ηγεσίες αλλά και τις ρωσικές αρχές (μετέπειτα σοβιετικές), διασώζοντας από τη σφαγή όχι μόνο τους Έλληνες από τη μανία των Τούρκων αλλά και τους ίδιους τους Τούρκους, όταν στις 3 Απριλίου 1916 τα ρωσικά στρατεύματα, στην πλειοψηφία τους αρμένιοι στρατιώτες,  καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα.

Σήμερα τα λόγια αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για όσους πιστεύουν πως η ιστορική μνήμη είναι η βάση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Κι αυτό όχι για να δημιουργήσουμε νέους εθνικισμούς και διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για να αποτρέψουμε τέτοια ενδεχόμενα.  Το γεγονός ότι οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν ούτε καν αποστεωμένη γνώση, από αυτή που αδιάκοπα προσφέρει το ελλαδικό σχολείο, αποτελεί ένα άλλο σοβαρότατο πρόβλημα. Ίσως κάποτε ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας σταματήσει  να είναι συνώνυμος της αποχαύνωσης και της  συνειδητής παραχάραξης της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της ιστορίας μας.

 

1. Ο πολιτισμός του ποντιακού ελληνισμού

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει γενοκτονία και τι καταστροφή ενός πολιτισμού, δεν χρειάζεται να εμπίπτουν τα στοιχεία αυτά στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ (9-12-1948) για το έγκλημα της γενοκτονίας. Ας θυμηθούμε μόνον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά οργάνωσης, ανάπτυξης και εξέλιξης του ποντιακού ελληνισμού.

Η περιοχή ήταν πάντα ένα σημαντικό σταυροδρόμι τόσο από την άποψη της οικονομίας όσο και της στρατηγικής της θέσης. Ο 19ος αιώνας στάθηκε ο σημαντικότερος για την ανάπτυξη και την ανάδειξη της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του Ποντιακού Ελληνισμού και την εξέλιξη του οικονομικού δυναμισμού του. Ο δυναμισμός αυτός προσέφερε ηγετική θέση στους Έλληνες της περιοχής και ταυτόχρονα αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο ώστε να επιχειρηθεί η γενοκτονία τους.

Σημαντικά κέντρα πολιτισμού, η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Σαμσούντα, η Πάφρα και πολλές άλλες, αποτελούσαν σημείο αναφοράς για την οργάνωση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, τα Γράμματα και τις Τέχνες, τη μοναστική ζωή και τη γενικότερη παρουσία της ορθοδόξου εκκλησίας σε ολόκληρη τη περιοχή του Πόντου και πέρα από αυτή. Η Παναγία Σουμελά, η πιο γνωστή μονή και η αρχαιότερη ίσως της Τραπεζούντας, συνέδεσε το όνομα και την ιστορία της με αυτή του Ποντιακού Ελληνισμού, ώστε να είναι ακόμα και σήμερα το σημαντικότερο προσκύνημα και το σήμα της πολιτισμικής ταυτότητας των Ποντίων.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Ιδρύθηκε μάλλον το 10ο αιώνα στο όρος Μελά απ’ όπου αντλεί και το όνομά της (σου Μελά), όταν μεταφέρεται στον Πόντο η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το 1860 χτίζεται το μοναστήρι όπως το γνωρίζουμε σήμερα και οργανώνεται μια θαυμαστή βιβλιοθήκη με εξαιρετικά χειρόγραφα και κειμήλια από την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ο Κ. Φωτιάδης 3 αναφέρει πως «…από τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας…τα 34 προέρχονται από τη μονή της Παναγίας Σουμελά». Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας (από τα περιστέρια που οδήγησαν τους ασκητές στην τοποθεσία που το έχτισαν), ήταν επίσης ένα σημαντικό μοναστήρι και κέντρο της ποντιακής παράδοσης. Ιδρύθηκε το 752 και απέκτησε μεγάλη φήμη. Η θαυμαστή βιβλιοθήκη του και η δράση του γενικότερα ως προς τα γράμματα και τη φιλόπτωχη βοήθεια που προσέφερε, το έκαναν αγαπητό και σεβαστό σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.

 

Η Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερά ή Περιστερεώτα βρίσκεται σε απόσταση 28 χλμ. από την Τραπεζούντα και είναι χτισμένη στην κορυφή απότομου βράχου, στην πλαγιά του όρους Πυργί Γαλίαινας Ματσούκας, σε υψόμετρο 1.210 μέτρων.

 

Τέλος, ένα τρίτο σημαντικό κέντρο της ορθοδοξίας και του ποντιακού πολιτισμού αποτελούσε η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος (από την περιοχή Βαζελών) που ιδρύθηκε το 270 μ.Χ και έγινε γνωστή επίσης για τα πολύτιμα αρχεία της και τις δραστηριότητές της.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Ταυτόχρονα, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν, ενώ από το 1856 και μετά, λόγω των ελευθεριών που εγκαινιάζονται με το Χάτι-Χουμαγιούν, τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάζονται και γνωρίζουν μια εξαιρετική άνθηση. Για πρώτη φορά, εκτός εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών μηχανισμών, ιδρύεται το περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682 και το 1722 το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως». Τα δυο ιδρύματα γνωρίζουν μια εξαιρετική ανάπτυξη το 19ο αιώνα και μέχρι το 1922, οπότε και η καταστροφή του ελληνισμού ολοκληρώνεται. Μέχρι τότε, την ίδρυση και εξέλιξη των σχολείων στον Πόντο ακολουθεί και η στελέχωσή τους με δασκάλους από την Ελλάδα. Στο τέλος του 19ου αιώνα ο συνολικός αριθμός των μαθητών ξεπερνά τις 50 χιλιάδες οι οποίοι κατανέμονται σε 1000-1200 σχολεία, ενώ ο αριθμός των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν φτάνει του 1.500 4.

 

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας.

 

 

Δεκάδες είναι επίσης οι εφημερίδες που εκδίδονται και τα βιβλία, ενώ το θέατρο και η παραδοσιακή μουσική αποτελούν σημαντικούς τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας.

Οικία Θεοφυλάκτου.

Η μεγάλη άνθιση του ποντιακού πολιτισμού δεν είναι ένα αυτόνομο συγκυριακό φαινόμενο, αλλά παράλληλη διαδικασία της εξαιρετικής οικονομικής ευρωστίας και του δυναμισμού που χαρακτηρίζει το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Ίσως η σημαντικότερη απόδειξη του δυναμισμού αυτού, να είναι ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος του τραπεζικού κεφαλαίου από επιφανείς εκπροσώπους του Ποντιακού Ελληνισμού όπως ο Γ. Καπαγιαννίδης, ο Α. Θεοφύλακτος και οι αδελφοί Φωστηρόπουλοι.

Μία κυρίαρχη θέση στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, ένας σημαντικός αγροτικός τομέας και οι τραπεζικές δυνατότητες θα δημιουργήσουν ένα ισχυρότατο οικονομικό πόλο στην περιοχή. Η Τραπεζούντα αναδεικνύεται  σε μεγάλο εμπορικό και τραπεζικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1829-1869 κατά την οποία διακινεί το 40% του περσικού εμπορίου και μεγάλο μέρος εμπορευμάτων από την Ασία προς την Ευρώπη και το αντίστροφο 5. Η Αμισσός και η Πάφρα αποτελούσαν επίσης, γύρω στο 1900, σημαντικά κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα εκλεκτής ποιότητας καπνό αλλά και βαμβάκι, δέρματα, κλπ. Το 1896 από τις 214 επιχειρήσεις της πόλης οι 156 ήταν ελληνικές 6.

 

Μεταφορά καπνών της Πάφρας με καραβάνι το 1913.

 

Τέλος, η Κερασούντα εξελίσσεται σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι και ιδιαίτερα στο εμπόριο των φουντουκιών που παράγονται στην ενδοχώρα και τα διακινεί με τα ιστιοφόρα της 7. Από το εμπόριο αυτό κατακτά και το χαρακτηρισμό της φουντουκόπολης. Να πως περιγράφει ο Θ. Παπαθεοδωρίδης την εμπορική αυτή κίνηση : «Κατέβαινα κάθε Φθινόπωρο (1900-1906) με το άνοιγμα των σχολείων από το χωριό μου τα Κοτύλια στην Κερασούντα για σπουδές. Ακολουθώντας το δημόσιο δρόμο (ντερέ-γιολού) εθαύμαζα τον ογκώδη ρουν του ποταμού Ακσού ορμητικού και θορυβώδους… Τέσσερις φορές άλλαζα όχθες με τις ισάριθμες τοξοειδείς πέτρινες γέφυρές του. (…) Κίνηση μεγάλη είχε ο δρόμος από ανθρώπους και καραβάνια φορτηγών ζώων προ παντός ημιόνων που άλλα φορτωμένα μετέφεραν το φουντούκι στην αγορά της φουντουκόπολης εκείνης Κερασούντας και άλλα αντίθετα επέστρεφαν στα χωριά τους για να μεταφέρουν κι’ άλλα» 8.

 

  1. Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού

 

Η δυναμικότητα του Ποντιακού Ελληνισμού χαρακτηριζόταν από τη διαρκή αυξητική τάση στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και του πληθυσμιακού δυναμικού. Ο δυναμισμός αυτός δεν μπορούσε φυσικά να εξελίσσεται και να παραμένει ανενόχλητος σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλησίαζαν απειλητικά και ενδυνάμωναν τον τουρκικό εθνικισμό. Ήδη με την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και τη δημιουργία του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος», δηλωνόταν ρητά η στρατηγική του εκτουρκισμού δια της βίας και με την οργάνωσή της από το επίσημο κράτος. Οι εκκαθαρίσεις έπρεπε να μετατρέψουν το νέο εθνικό κράτος σε αμιγώς τουρκικό τόσο ως προς τη φυλετική εθνολογική του σύνθεση, όσο και ως προς τη γλώσσα.

Ορισμένα σημαντικά γεγονότα ενισχύουν τις ακραίες εθνικιστικές τάσεις των νεοτούρκων και επισπεύδουν τις στρατηγικές εκκαθαρίσεων των μειονοτήτων. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως τα κυριότερα γεγονότα ήταν τα εξής :

  • η σταδιακή παρακμή της οθωμανικής εξουσίας
  • η Αλβανική επανάσταση του 1910-12 που κατέληξε στην αυτονομία της Αλβανίας
  • η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία (1912)
  • η απώλεια της Λιβύης (1912)
  • η στρατιωτική ήττα στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (1912-13)
  • ο έλεγχος σημαντικών τομέων της οικονομίας από Έλληνες και Αρμενίους δεν επέτρεπε τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου. Η Γερμανία για να παρακάμψει τα εμπόδια αυτά υποδαύλισε και οργάνωσε πλήρως το νεοτουρκικό εθνικισμό εφοδιάζοντάς τον ιδεολογικά (παντουρκισμός) και σχεδιάζοντας βήμα προς βήμα τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων. Το 1915, προκειμένου να ελεγχθεί και να διαλυθεί στη συνέχεια κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα ελεγχόμενη από τις μειονότητες ιδρύεται στη Σμύρνη μουσουλμανική εταιρεία στην οποία ανατίθεται ο μονοπωλιακός έλεγχος των εμπορικών δραστηριοτήτων (εισαγωγές-εξαγωγές). Καμία οικονομική δραστηριότητα δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την άδειά της 9.

 

Χιλιάδες ελλήνων εκτοπίστηκαν από τα παράλια προς την ενδοχώρα και υπέκυψαν στις κακουχίες.

 

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι επιτηρούν τη σωστή τήρηση των σταδίων της γενοκτονίας Ελλήνων και Αρμενίων, με πρώτο και καλύτερο τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, υπεύθυνο για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς: Εμβέρ πασάς, Ταλαάτ και Τζεμάλ πασάς. Στα τέλη του 1913 επιτυγχάνεται η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της ανατολικής Θράκης και από το Μάιο του 1914 αρχίζει, με την καθοδήγηση των γερμανών, η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της δυτικής Μ. Ασίας. Περισσότεροι από 130.000 Έλληνες μεταφέρονται χωρίς το παραμικρό περιουσιακό τους στοιχείο στην ενδοχώρα και εξοντώνονται. Ένα πρώτο προσφυγικό κύμα, περίπου 150.000 άτομα, φτάνει στην Ελλάδα. Οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι σφαγές γενικεύονται. Με το διάταγμα του 1914 όλοι οι άνδρες 20-45 ετών στρατεύονται στο νεοτουρκικό στρατό και οι υπόλοιποι αναγκάζονται να ενταχθούν στα διαβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) και πεθαίνουν από τις κακουχίες. Τελικά για να μη στρατεύονται οι χριστιανοί, ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός εξοντώνεται στα τάγματα αυτά. Μέχρι το 1918 περισσότεροι από 250.000 Έλληνες πέθαιναν.

 

Όθων Λίμαν φον Σάντερς, (Otto Viktor Karl Liman, 1855-1929). Γερμανός στρατηγός, υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς των Ελλήνων …

Μέχρι το 1915 1.500.000 Αρμένιοι εξοντώνονται και οι σφαγές επικεντρώνονται στο ελληνικό στοιχείο. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και η ημερομηνία αυτή θα μείνει στην ιστορία ως Ημέρα Πένθους και Μνήμης για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Πάνω από 350.000 Πόντιοι σφαγιάζονται, οι περιουσίες λεηλατούνται, τα μοναστήρια καταστρέφονται και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία του «Διεθνούς Παράγοντα» όπως μας αρέσει να τον ονομάζουμε σήμερα.

Μόνο η περιφέρεια της Αμάσειας σε σύνολο 183.000 κατοίκων είχε 134.078 νεκρούς. Στην Κερασούντα (Αγ. Γεώργιος Πατλάμ) χιλιάδες Έλληνες (πάνω από 3000) πεθαίνουν έγκλειστοι επί μήνες χωρίς τροφή. Η Πάφρα και η Αμισός βλέπουν τους κατοίκους τους να αποδεκατίζονται από τους Τσέτες. Η ένοπλη αντίσταση των Ποντίων πλούτισε με ηρωικές μορφές και γεγονότα την ιστορία του Ελληνισμού. Δεκάδες μάχες για την υπεράσπιση του άμαχου πληθυσμού δόθηκαν από τους αντάρτες και χωριά έγιναν τόποι συμβολικοί του ηρωισμού των Ποντίων όπως η Σάντα. Ο Χ. Ανδρεάδης αναφέρει πως στα τέλη του 1921 «το χωριό Δαζλή θα γίνει επίκεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, μαχόμενος επικεφαλής 16.000 Τούρκων σε αλλεπάλληλες μάχες που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, τελικά σκοτώθηκε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…» 10.

 

Ο καπετάν Βαγγέλης Ιωαννίδης.

 

Η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους του Πόντου (1917-1922) ματαιώθηκε λόγω της αλλαγής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης του Λένιν (σύμφωνο φιλίας, Μάρτιος 1921), της  στήριξης των φίλων και συμμάχων μας (Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία) προς τον Κεμάλ και της κατάρρευσης του μετώπου της Μ. Ασίας, ενταφιάζεται οριστικά η προσπάθεια αυτή. Ολόκληρος ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας έχει σφαγιασθεί ή ξεριζωθεί. Το πρόσωπο της προσφυγιάς όμως θα συνεχίσει να υπάρχει σε άλλα μέρη 11.

  1. Από την ΕΣΣΔ Στην Αργολιδα

Όσοι από τους Πόντιους μπόρεσαν και γλίτωσαν πέρασαν με όλα τα μέσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη και άρχισαν να ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους και να αποκτούν, χάρη στην εργατικότητα και την υπομονή που τους διακρίνει, σημαντικές θέσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου εγκατάστασης. Βέβαια, ο χώρος της Μαύρης Θάλασσας ήταν, όπως σημείωσα στην αρχή, ένας προνομιακός γεωγραφικός χώρος για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Τόσο από την άποψη των εμπορικών ανταλλαγών, όσο και εκείνης του πολιτισμού. Η μετανάστευση Ποντίων προς τη Ρωσία δεν σταμάτησε  και ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι το 1840 παρατηρείται ένα έντονο ρεύμα μετανάστευσης προς αυτήν. Τα γεγονότα έκαναν εντονότερη τη τάση με αποτέλεσμα να υπολογίζεται πως τουλάχιστον 300.000 Πόντιοι μετανάστευσαν για να γλιτώσουν τη σφαγή.

Μέχρι το 1937, οι ποντιακές κοινότητες της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν σημαντικά. Οδησσός, Νοβοροσίσκ, Ανάπα, Γάγρα, Γουδαούτα και πολλές άλλες πόλεις και κωμοπόλεις στις οποίες δημιουργήθηκαν σφριγηλές οικονομικά και πολιτισμικά κοινότητες, για να αναφέρω μερικές μόνο από αυτές στα παράλια της Ρωσίας και της Γεωργίας από τις οποίες προέρχονται οι περισσότεροι Πόντιοι της Αργολίδας.  Στα ελληνικά σχολεία φοιτούσαν χιλιάδες μαθητές μαθαίνοντας ως δεύτερη γλώσσα υποχρεωτικά τη ρωσική και τη γαλλική. Τα ελληνικά σχολεία είχαν υιοθετήσει ένα αλφάβητο με 20 γράμματα, που επέτρεπε στους μαθητές, όπως χαριτολογώντας μου ανέφερε ο  αείμνηστος κ. Ραυτόπουλος, να μην είναι… αναλφάβητοι.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Όλες όμως οι μαρτυρίες αναφέρουν πως ήταν μόνιμο το όνειρο επιστροφής στην Ελλάδα. Όταν, το 1937, αρχίζουν οι σταλινικές εκκαθαρίσεις των μειονοτήτων με στόχο τη «ρωσοποίηση» ώστε να μην δημιουργούνται αντεπαναστατικές ομάδες, η καινούρια προσφυγιά για τους Ποντίους αρχίζει. Δεκάδες Πόντιοι δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και, ιδιαίτερα οι άνδρες, με την κατηγορία της προσπάθειας «παράνομης ίδρυσης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους», ξεκόβονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία και αλλού. Τα ελληνικά σχολεία κλείνουν και απαγορεύεται η εκμάθηση της γλώσσας. Αρκετά μέλη της ποντιακής κοινότητας Αργολίδας δεν γνωρίζουν πως και που πέθαναν οι εκτοπισμένοι γονείς τους. Όσοι δεν θέλησαν να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα και ξέφυγαν από τις νέες σφαγές, προσπαθούν να αποκτήσουν ελληνικό διαβατήριο με τεράστιες δυσκολίες στην πρεσβεία μας στη Μόσχα, για να έρθουν στην Ελλάδα. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 καταφθάνουν στη Ελλάδα οι ίδιοι πάντα πρόσφυγες: οι Πόντιοι. Με όλα τα μέσα φτάνουν στην Οδησσό και μετά από δυο μερόνυχτα ταξίδι φτάνουν στον Πειραιά.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Στον Πειραιά έμειναν σε ξενοδοχεία οι περισσότεροι και μετά από ένα διάστημα, με ευθύνη του Πατριωτικού Ιδρύματος, κατανεμήθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να μην είναι όλοι συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν συγγενείς ή μέλη των οικογενειών τους ήδη εγκατεστημένα στην Ελλάδα δεν τους επετράπη να μείνουν μαζί τους. Η επιφυλακτικότητα του επίσημου ελληνικού κράτους απέναντι στους «Ρώσους», θα γίνει έχθρα από τον τοπικό πληθυσμό. Για άλλη μια φορά ξεριζωμένοι οι Πόντιοι, όπως και οι μικρασιάτες γενικότερα, θα αντιμετωπίσουν την έχθρα και το φθόνο των τοπικών κοινωνιών. «Ρώσοι», «παλιοκομμουνιστές» και «μπολσεβίκοι» είναι τα συνήθη κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούνται για τους ανθρώπους αυτούς.

Χωρίς κανένα σχεδόν περιουσιακό στοιχείο φτάνουν στην Αργολίδα, στο Άργος και το Ναύπλιο, με μόνο όπλο τη θέληση για μια καινούρια ζωή και τη συγκίνηση πως επιτέλους το Όνειρο έγινε πραγματικότητα και γύρισαν στην πατρίδα.

 «Λέγαμε πάντα: Παναγία μου πότε θα πάμε στην Ελλάδα; Πότε θα γυρίσουμε στην πατρίδα; Κάθε φορά που τρώγαμε και υπήρχε απαραιτήτως ένα μπουκάλι κρασί, πίναμε και ευχόμασταν: Άντε και του χρόνου στην πατρίδα», μου έλεγε σε μια συζήτηση η κ. Ε. Ανδρονικίδου και ο κ. Ραυτόπουλος.

Δουλέψαμε, παλέψαμε, είχαμε πίστη και κουράγιο. Μα πάνω απ’ όλα είχαμε την ελπίδα. Έτσι αλλάξαμε πολλά. Και τους στάβλους τους μετατρέψαμε σε σπίτια για ανθρώπους. (Ε. Ανδρονικίδου, Άργος 1939).

 

Εβγίκαμε στη φωτογραφία το Γεναρι 1936 Ανδρονικίδυ Ελένι Αλχαζίδυ Κερεκι (σημείωση πίσω από τη φωτογραφία)

 

Μεροκάματο στο χτίσιμο σπιτιών στο Ναύπλιο (δεύτερος από δεξιά ο κ. Μανουηλίδης)

 

Ραυτόπουλος – Δελτίον Εργασίας: Υπηκοότης ακαθόριστος.

 

Το ζύμωμα.

Τα δυο σημαντικά κέντρα διαβίωσης κάτω από άθλιες συνθήκες είναι το Καλλέργειο (σήμερα αρχαιολογικό μουσείο Άργους) και η παλαιά Γαλλική σχολή στο Ναύπλιο (σήμερα το κτίριο που στεγάζεται η τράπεζα Πίστεως – Alpha Bank). Οι περιγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης στα ερειπωμένα αυτά κτίρια είναι συγκλονιστικές. Αρκετοί όμως είναι και εκείνοι που προσπαθούν να βρουν καταλύματα στη πόλη και σταδιακά αρχίζουν να δουλεύουν και να δημιουργούν μια νέα καλύτερη προσωπική κατάσταση. Κι ενώ όλα δείχνουν πως η ζωή θα γίνει καλύτερη, ο πόλεμος έρχεται να γκρεμίσει κάθε ελπίδα και να δημιουργήσει και πάλι την αίσθηση ενός νέου ξεριζωμού.

Στη διάρκεια του πολέμου πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς λόγω των γνώσεων που είχαν δουλεύουν ως διερμηνείς και βοηθάνε τους έλληνες πατριώτες αλλά και σε μερικές περιπτώσεις, γερμανούς που θα μπορούσαν να εκτελεσθούν από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους. Μετά τον πόλεμο μια καινούρια ζωή αρχίζει και πάλι με αγώνα αλλά και με πίστη πως οι καταστάσεις θ’ αλλάξουν, θα γίνουν καλύτερες.

Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια στάθηκαν  βασικοί κανόνες τόσο για την επιβίωση όσο και για τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

«Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια. Ζέστη, κρύο, ήλιος, βροχή, πάντα έξω. Σιγά – σιγά καλυτέρεψαν τα πράγματα και μπήκαμε σε μαγαζί. Στης Περεντέ». (Θ. Σαριπανίδης).

Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια… Θ. Σαριπανίδης.

Τελικά, για τους ανθρώπους αυτούς οι καταστάσεις, επιτέλους, άλλαξαν προς το καλύτερο.  Άρχισαν καλύτερες εποχές με χορούς, τραγούδια και η διαβίωση έγινε περισσότερο ανθρώπινη. Η προσφυγιά είναι μια κακή εμπειρία που την αφήνουν πίσω. Τώρα έχουν εγγόνια και δισέγγονα και εύχονται αυτά, να μη γνωρίσουν ποτέ τη προσφυγιά που γνώρισαν εκείνοι. Σκέπτονται πως υπάρχουν ακόμα Πόντιοι που φτάνουν στην πατρίδα, σ’ ένα αφιλόξενο γι’ αυτούς κράτος, προσπαθώντας ακόμα και σήμερα να φτιάξουν τη ζωή τους ή τουλάχιστον εκείνη των παιδιών τους. «Το 1923», γράφει ο Θ. Στολτίδης, «η Ελλάδα κατόρθωσε να αποκαταστήσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες σε εκατοντάδες νέους οικισμούς, που εξελίχθηκαν σε δημιουργικές μονάδες. Σε αντίθεση με τον άθλο της περιόδου εκείνης, σήμερα γράφεται η αθλιότητα της αδυναμίας αποκατάστασης λίγων χιλιάδων οικογενειών που οδηγούνται στην απόγνωση, την περιθωριοποίηση και την παθητικότητα». Το πρόσωπο της προσφυγιάς δεν λέει να σβήσει  από τα μάτια και το μυαλό μας. Όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα και οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν καλά να αγωνίζονται και να ελπίζουν. Έτσι κι αλλιώς ακόμα και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης στον τόπο αυτό, αγώνας είναι.

Στο δρόμο από το Άργος για Ναύπλιο. Λύρα ο Βασίλης Φουλίδης.

 

Όταν θέλησα να συζητήσω με μια ομάδα Ποντίων στην αρχή αυτής της έρευνας, μου ζήτησαν να τους συναντήσω στη ταβέρνα του Ζερβάκη (στης Ολυμπίας). Εκεί μου είπαν, μεταξύ άλλων, πως όταν πίνουμε κρασί, σηκώνουμε τα ποτήρια και ευχόμαστε : «Να δώσει ο Θεός να μην είναι το τελευταίο». Αμήν.

 

Υποσημειώσεις


[1] ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Από τους Αργοναύτες έως τους  σημερινούς πρόσφυγες, Ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, τ.Γ΄, εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ), Αθήνα, 1996, σ.113.

2  Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», Ποντιακή Εστία, τ. 8, σ. 97.

3 Μοναχισμός και μοναστήρια, ό.π, σ. 90.

4 Σ. Χατζησαββίδη, Τα ελληνικά σχολεία, Ποντιακός πολιτισμός, εφ. Καθημερινή, ό.π., σ.67-71. Τα στοιχεία αντλούνται από το βιβλίο του Δ. Λαζαρίδη, «Στατιστικοί πίνακες της εκπαίδευσης των Ελλήνων στον Πόντο (1821-1922)».

5 Σ. Κ. Φωστηρόπουλος, «Η οικονομική ζωή», Επτά Ημέρες, ό.π., σ.39-43. Ο συγγραφέας αναφέρει και τις μελέτες του Άγγλου Bryer για τον έλεγχο του εμπορίου άλλων χωρών από τη Τραπεζούντα.

6 ό.π., σ. 43.

7 Ο Σ.Κ.Φωστηρόπουλος αναφέρει πως το 1880 «η Κερασούντα είχε 80 ιστιοφόρα χωρητικότητας από 1.000-2.000 τόννους το καθένα», ό.π., σ.43.

8 Αξέχαστα από τον Πόντον. Κερασούντος και Περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), Εκδ. ΕΛΛΑΣ, Αθήνα, 1953, σ. 7.

9 Ε.Αλλαμανή, Κ.Παναγιωτοπούλου, «Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας σε διωγμό», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΕ, σ.101. Επίσης για τα γεγονότα αυτά : Μ. Χαραλαμπίδης, Το ποντιακό ζήτημα σήμερα, Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών, . ¨ένα εξαιρετικό άρθρο για τη σημερινή κατάσταση : Θ. Στολτίδης, «Ξένοι στην ίδια την πατρίδα τους», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 144-150.

10 «Το αντάρτικο του Πόντου», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 44-46.

11 Το φωτογραφικό υλικό του πρώτου μέρους προέρχεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και κυρίως από το αφιέρωμα στον «Ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας», Επτά Ημέρες της εφημερίδας Καθημερινή που επιμελήθηκε η κ. Ελευθερία Τραΐου, Αθήνα, 1996 . Το φωτογραφικό υλικό του δεύτερου μέρους, προέρχεται από το σύνολο του υλικού της επιτόπιας έρευνας για την Ποντιακή κοινότητα της Αργολίδας, που διενεργεί ο υπογραφόμενος και στον οποίο προσφέρθηκε ευγενικά από την κ . Ελένη Ανδρονικίδου-Μανουηλίδου, τους κ.κ. Θεόδωρο  και Ηλία Σαριπανίδη, τον κ. Αντώνη Ραυτόπουλο και την κ. Ολυμπία Καλαϊτζίδη-Ζερβάκη.

 

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος: το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός.


 

Ελάχιστα είναι τα τεκμήρια για τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος κατά την περίοδο 1915 – 1918. Από το 1913 και μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1920 δεν εκδίδονται, πλέον, τοπικές εφημερίδες στην πόλη, λανθάνουν τοπικές αφηγήσεις με πληρότητα, ενώ ελάχιστες είναι οι προφορικές καταθέσεις που έχουμε εντοπίσει.

Η εισήγηση αναφέρεται σε δύο γεγονότα – ψήγματα εκδηλώσεων του Εθνικού Διχασμού στο Άργος. Από το ένα μέρος στην οργανωμένη «πορεία» των μαθητών του Γυμνασίου Άργους υπό τον Γυμνασιάρχη τους για το «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, το οποίο οργανώθηκε με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Αργολίδας και αντιβενιζελικών της πόλης και από το άλλο μέρος, στην εξορία, μαζί με άλλους Αργείους, του δικηγόρου και επιφανούς ιστορικού του νεότερου Άργους, Δημητρίου Βαρδουνιώτη, προφανώς καθ’ υπόδειξη φιλοβενιζελικών.

Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο, το οποίο δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα.

Πρόκειται για τον φατριασμό και τις φατρίες, κοινωνικές σταθερές στη χώρα μας που, ειδικότερα στο Άργος, εκδηλώνονται χαρακτηριστικά και με την αποδοκιμασία του Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1912, αλλά και του Π. Τσαλδάρη, το 1936. Ανάλογες εκδηλώσεις σημειώνονται κατά τον πρόσφατο Εμφύλιο, ενώ η σύγκρουση γύρω από τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, από το 1977, αναδεικνύει και πάλι μορφές μισαλλοδοξίας εκ μέρους των «κατεδαφιστών» τους. Πάντως δεν λείπουν και τα «φωτεινά διαλείμματα», όπως κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 1944 – Ιανουαρίου 1945, με την απελευθέρωση και τη συναινετική διοίκηση της πόλης από την Αριστερά. [1]

 

Το «ανάθεμα» στο Άργος

 

Φαίνεται ότι η πρακτική του αναθέματος για απόρριψη και καταδίκη κάποιου ατόμου ή ατόμων ή συμβόλων είναι παληά και απαντάται και σε άλλες κοινωνίες και λαούς, αν κρίνουμε από το συμβάν στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας κατά το περσινό εκεί προσκύνημα και την ποδοπάτηση και θανάτωση 2.100 ατόμων που όδευαν προς το τελετουργικό «ανάθεμα» και τη ρίψη λίθων στη θέση, όπου «οι στύλοι του Σατανά».

Το «ανάθεμα» πυρήνα της οργάνωσής του είχε στην Αθήνα, με κύριο άξονα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους φιλοβασιλικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Αφορμή είχε τον αποκλεισμό του Πειραιά το 1916 από τις δυνάμεις της Αντάντ, την επέμβαση γαλλικού στρατού στην Αθήνα τον Νοέμβριο και τον βομβαρδισμό του κέντρου της. Τούτο εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να οργανωθεί κύμα τρομοκρατίας κατά των βενιζελικών (επιβεβαιώθηκαν 35 φόνοι, 922 παράνομες φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας και 31 αναστολές κυκλοφορίας εφημερίδων).

Την 12 Δεκεμβρίου 1916 οργανώνεται ογκώδης αντιβενιζελική πορεία. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μαζί με διαδηλωτές κατευθύνονται στο Πεδίον του Άρεως και αναθεματίζουν τον αποκαλούμενο από τους αντιβενιζελικούς «σατανά» Βενιζέλο, ρίχνοντας πέτρες στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς και επαναλαμβάνοντας την κατάρα κατά του Βενιζέλου, όπως την διατύπωσε ο Αρχιεπίσκοπος. Από τις φωτογραφίες της εποχής αναδημοσιεύουμε ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές, μαζί με μια γελοιογραφία και τους εξίσου χαρακτηριστικούς τίτλους αντιβενιζελικών εφημερίδων.

 

Φωτογραφίες από το «ανάθεμα» των Αθηνών.

 

Το «ανάθεμα» σε αντιβενιζελικά δημοσιεύματα των Αθηνών.

 

Για το ανάθεμα στο Άργος υπάρχουν δύο κατά πολύ μεταγενέστερες αναφορές, του Τάκη Μαύρου και του Ι. Ε. Ζεγκίνη (το 1977 και το 1996 αντίστοιχα). [2] Ημερομηνία αναφέρει μόνον ο Ζεγκίνης, την 12η Δεκεμβρίου 1916, σημειώνοντας ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την προεδρία του Θεοκλήτου, οργάνωσε το «ανάθεμα» για όλη τη χώρα (εννοείται την «Παλαιά Ελλάδα»). Έτσι, με άμαξα έφθασε στο Άργος ο τότε Μητροπολίτης Αργολίδας Αθανάσιος (σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Τ. Μαύρου) και η ρίψη λίθων έγινε στο τότε ακάλυπτο δημοτικό οικόπεδο, όπου, στη δεκαετία του 1950, ανεγέρθηκε το κτίριο του Ο.Τ.Ε. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει ότι ο Μητροπολίτης είχε αναθέσει ειδικότερα την οργάνωση του αναθέματος στον Παπαμπόμπο, ο οποίος όμως, ευσχήμως αποσύρθηκε και την οργάνωση ανέλαβε ο ιερέας Δημ. Γεωργόπουλος. Κατά τον Ζεγκίνη, όμως, ο Μητροπολίτης συνοδευόταν από τον ιερέα Αρβανίτη (γνωστό για τον αντιβενιζελισμό του) και φθάνοντας στο τόπο του αναθέματος δήλωσε: «Ο Εφιάλτης επρόδωσεν την πατρίδα του. Ο Ιούδας επρόδωσεν τον Θεόν του. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επρόδωσεν και την πατρίδα του και τον Θεόν του. Ανάθεμα!».

Οι παριστάμενοι φωνάζοντας καθένας «Ανάθεμα!» έριχναν τις πέτρες. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει και ότι τραγουδούσαν ένα εξάστιχο κατά του Βενιζέλου και της «Τριανδρίας» της Θεσσαλονίκης. Επίσης αναφέρει ότι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην «τελετή» ορισμένοι γνωστοί Αργείοι, όπως ο μετέπειτα βιομήχανος Θ. Κατσούλας, ο Θ. Νανόπουλος, ο Δ. Κόλιας, ο Αν. Παναρίτης, ο Π. Βλασταράς, ο μετέπειτα βιομήχανος Ανδρ. Ρόκας, ο Β. Μαρούσης, ο Γιάγκος Μακρής από την Πυργέλα και άλλοι. Ορισμένοι από αυτούς κακοποιήθηκαν.

Ο Γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος πήρε την πρωτοβουλία και οδήγησε συντεταγμένα τους μαθητές του Γυμνασίου στον τόπο του «αναθέματος», για να συμμετάσχουν στην «τελετή». Δύο όμως από τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, οι Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής, βγήκαν από τη σειρά και αρνήθηκαν να ρίξουν πέτρα. Τότε ο Γυμνασιάρχης τους χαστούκισε δημόσια για παραδειγματισμό. Το γεγονός αυτό διασώθηκε προφορικά από τους ίδιους και από άλλους Αργείους, το κατέγραψε δε ο Τ. Μαύρος. Ο Κ. Κεραμίδας σταδιοδρόμησε ως γιατρός – χειρουργός ιδρύοντας την πρώτη ιδιωτική χειρουργική κλινική στο Άργος, ενώ ο Στ. Μακρής ως δικηγόρος, διετέλεσε και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.

 

Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής σε ώριμη ηλικία.

 

Σημειώνουμε ότι ανάλογη μεταχείριση υπέστησαν και άλλοι μαθητές, σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις «τελετές» του «αναθέματος», όπως ο Κων. Βουδούρης, τελειόφοιτος και αυτός στο Γυμνάσιο Φιλιατρών Ηλείας.

 

Η εξορία του Δημ. Βαρδουνιώτη

 

Ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης υπήρξε επιφανής ιστορικός, ιδίως του νεότερου Άργους, αλλά και διακεκριμένος δικηγόρος, ο πρώτος Έφορος του Μουσείου Άργους, δημοτικός σύμβουλος κατά την ανορθωτική δημαρχία του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου και, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία προς αυτόν επιφανών ανθρώπων του πνευματικού κόσμου των Αθηνών, που πρόσφατα έφερε σε φως η Σ. Πατούρα, αναγνωρισμένος από αυτούς για την προσωπικότητα και την αξία του. Γεννήθηκε στο Άργος το 1847 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1924. Πολύ λίγοι συμπατριώτες του τον συνόδευσαν στην κηδεία του, και το έργο, όπως και το όνομά του, ξεχάστηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε ο γράφων τα ανέσυρε από τη λήθη. [3] Μετά τον θάνατό του η οικογένειά του πούλησε τη μεγάλη βιβλιοθήκη και την αλληλογραφία του. Ελάχιστα προσωπικά τεκμήριά του διασώθηκαν στα χέρια απογόνων του, από όπου και κατάφερα να αναπαράγω φωτογραφίες και ένα χειρόγραφό του. Αλλά και αυτά τα ελάχιστα τεκμήριά του χάθηκαν από τους μετέπειτα απογόνους του.

Ορισμένα άλλα τεκμήρια εντόπισα στο αρχείο Τσακόπουλου και τα ενσωμάτωσα στο αρχείο Βαρδουνιώτη, που έχω καταρτίσει, με συλλογή πάρα πολλών άρθρων του για την τοπική ιστορία, που θέλω να ελπίζω ότι, μαζί με την προς αυτόν αλληλογραφία, θα βρουν κάποτε το δρόμο της δημοσίευσής τους.

Από όλο το υλικό αυτό νομίζω ότι καταγράφεται, με αδρές γραμμές, η προσωπικότητα Βαρδουνιώτη: άνθρωπος ακέραιος, βαθυστόχαστος, άκρως μελετηρός και εργατικός (βρήκα ότι είχε σφραγίδα, με τη λατινική λέξη «LABOREMUS» (=να εργαζόμαστε), με την οποία σφράγιζε τα γραπτά του. Διασταυρώνοντας συχνά ιστορικές αναφορές του, δεν έχω εντοπίσει ανακρίβειες ή παρερμηνείες.

Η όλη του πορεία ως πολίτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με σημερινούς όρους κατ’ ουσία προοδευτική, ανεξάρτητα από την κατ’ ιδίαν στάση του απέναντι σε κόμματα και κομματικές αντιπαραθέσεις. Πορεία προοδευτική στην κοίτη της πάλαι ποτέ αστικής προοδευτικότητας, μιας αστικής αντίληψης που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε στη χώρα μας, απ’ όπου και η νεκρανάσταση ενός λαϊκισμού της εποχής του παλαιοκομματισμού του τέλους του 19ου αιώνα. Με βάση αυτή την εκδοχή, νομίζω ότι είναι δυνατό να εξηγηθεί η αποχώρησή του από τον σύλλογο «Δαναός» και τη θέση του ως αντιπροέδρου του, αλλά και η ίδρυση του συλλόγου «Ίναχος», με την ομώνυμη εφημερίδα που κυκλοφόρησε.

 

Ο Βαρδουνιώτης φοιτητής, σε ώριμη και προχωρημένη ηλικία.

 

Για το θέμα που μας ενδιαφέρει σήμερα θεωρώ ότι χρήσιμο είναι να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε, παύει η κυκλοφορία τοπικών εφημερίδων του Άργους από το 1913, δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε αντιλήψεις και θέσεις του Βαρδουνιώτη στην κρίσιμη περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ενώ λανθάνουν κατά το ίδιο διάστημα εφημερίδες του Ναυπλίου, με το μακροβιότατο «Σύνταγμα» να λείπει και αυτό στην ίδια περίοδο από κάθε βιβλιοθήκη, τοπική και κεντρική.

Είναι όμως, σημαντικό ένα από τα τελευταία δημοσιεύματα (μήπως το τελευταίο του;), ακριβώς στην εφημερίδα «Σύνταγμα» της 13ης Νοεμβρίου 1912. Υπογράφει με τα πασίγνωστα αρχικά του («Δ.Κ.Β.») και τιτλοφορεί το άρθρο του «Η πλατεία Συντάγματος». Αφορμή για το άρθρο είναι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπλίου να μετονομασθεί η πλατεία Συντάγματος σε… «Πλατεία Κωνσταντίνου του Ελευθερωτού», προς τιμήν του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου. Με διπλωματικότητα αναγνωρίζει ότι ο διάδοχος πρέπει να τιμηθεί στο Ναύπλιο, προτείνοντας μάλιστα και εναλλακτική λύση, την άλλοτε οδόν «Όθωνος». Όμως, τονίζει, τα ιστορικά και ένδοξα μέρη αξιώνουν μείζονα σεβασμό από τον λαό και τα ονόματά τους πρέπει να διατηρούνται ανέπαφα. Έτσι, προβαίνει σε ανασκόπηση της ιστορίας της πλατείας Συντάγματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις επαναστάσεις του 1843 (οπότε και πήρε το όνομά της) και του 1862. Και τελειώνει το άρθρο του με τα εξής: «Άφετέ την εις την ησυχίαν και τας ιστορικάς αναμνήσεις της, εξ ων είναι κατάφορτος. Συμβολίζει όλην την ιστορίαν του Ναυπλίου και μη την θίγετε».

Είναι πιθανό το άρθρο αυτό να συνέβαλε, τελικά, στην αποτροπή της μετονομασίας και, πάντως, η όλη επιχειρηματολογία του φανερώνει άνθρωπο αφανάτιστο, που όποια γνώμη κι αν είχε περί βασιλείας και διαδόχου, δεν έκανε καμία υποχώρηση σε καίρια θέματα.

Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 1917 και προβαίνει στη λήψη «αντιμέτρων»: κηρύσσεται έκπτωτος ο Μητροπολίτης Θεόκλητος και όσοι είχαν πρωτοστατήσει στο ανάθεμα, αίρεται η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και ακολουθούν δεκάδες απολύσεις τους. Από το τέλος εκείνου του έτους λαμβάνεται και το μέτρο της εσωτερικής εξορίας αντιβενιζελικών «στοιχείων». Από το λογοτεχνίζον «Κριτικό σημείωμα» του Γεωργίου Λογοθέτη «Δημήτριος Βαρδουνιώτης» το οποίο προκάλεσε και σφοδρή κριτική, απάντησή του και ανταπάντηση, [4] πληροφορούμαστε, για πρώτη φορά, ότι ο Βαρδουνιώτης, με άλλους Αργείους, εξορίστηκε στη Μυτιλήνη, τον χειμώνα του 1918, και ότι παρέμεινε εξόριστος για πολλούς μήνες. [5]

Η πληροφορία ελέγχεται, πλέον, ως μερικά ανακριβής και είναι απορίας άξιο πώς ο Λογοθέτης, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη, προέβη σε τέτοιαν ανακρίβεια. Από την προς Βαρδουνιώτη αλληλογραφία σε ταχυδρομικά δελτάρια, τα περισσότερα από τα οποία φέρουν την επιγραφή «Στρατιωτική ΤαχυδρομικήΥπηρεσία» και είναι υπό λογοκρισία, προφανώς διότι απευθύνονταν σε εξόριστους, παρακολουθούμε όλη την πορεία της εξορίας του Βαρδουνιώτη και είμαστε σε θέση να την ανασυστήσουμε. Έτσι, από ταχυδρομικό δελτάριο με δυσανάγνωστη υπογραφή, που φεύγει από την Αθήνα στις 11/2/1918 και το λαμβάνει ο Βαρδουνιώτης στις 21/2/1918 (όπως υποσημείωνε με συστηματικότητα στις επιστολές που λάμβανε, με την επιπλέον σημείωση, πότε ο ίδιος απάντησε…) μαθαίνουμε ότι, μαζί με αυτόν είχαν εξοριστεί στη Χίο, αρχικά (και όχι στη Μυτιλήνη, όπως γράφει ο Λογοθέτης), εκτός από τον ίδιο και οι αδελφοί Μπόμπου, ο Μπηλιαράς, ο γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Παπαμιχαλόπουλος και ο Σαραβάκος.

Στις 27 Φεβρουαρίου γράφει ο Βαρδουνιώτης στον Τάσο Τσακόπουλο, που βρισκόταν στις Σπέτσες, ότι βρίσκεται στη Μυτιλήνη, όπου μεταφέρθηκαν την προηγουμένη και κατοικούν στο ξενοδοχείο… «Γαλλίας» (να υποθέσουμε ιδιοκτησίας βενιζελικών;…) και ότι του είχε γράψει από την Χίο, όπου προφανώς τους είχαν αρχικά μεταφέρει. Γράφει : «Είμαι εντελώς καλά, ευχόμενος να είσαι και συ» (αυτά μήπως λόγω λογοκρισίας;).

Μετά ένα μήνα, στις 27 Μαρτίου, ο Βαρδουνιώτης έχει επιστρέψει στην Αθήνα και στέλνει δελτάριο στη γυναίκα του Καλλιόπη, στο Άργος, λέγοντας ότι έλαβε μέσω του φίλου του Τάσου Στεργίου 300 δραχμές, το ρολόι του και άλλα αντικείμενα (πράγμα που δημιουργεί υπόνοιες για το εσπευσμένο της προφανούς σύλληψης και εξορίας του). Την βεβαιώνει ότι είναι καλά στην υγεία και γράφει υπαινικτικά ότι «Το ζήτημα ακόμα δεν ελύθη. Αύριον περιμένω τον φίλον κ. Τομπάζην».

Στο τέλος Μαρτίου (αλλά με ημερομηνία 15/3ου) στέλνεται από τη Χίο και ταχυδρομείται από τη Μυτιλήνη δελτάριο προς τον Βαρδουνιώτη με μία υπογραφή δυσανάγνωστη και με δεύτερη του Κ. Τσίγκου. Απευθύνεται στην διεύθυνση του ξενοδοχείου «Η Γαλλία», η οποία έχει διορθωθεί με την ένδειξη «Ξενοδοχείον Όλγας, Αθήναι», όπου το παραλαμβάνει ο Βαρδουνιώτης.

Τέλος με δελτάριο και με ένδειξη διεύθυνσης του Βαρδουνιώτη το ξενοδοχείο «Θεσσαλονίκη», στην οδό Αιόλου στην Αθήνα, ο Τσακόπουλος του εκφράζει τη χαρά του, γράφοντας ότι… «θα τραβήξω μεθύσι εις την υγείαν σου με κρασί Αιγινήτικο, 2-3 λάβρακας για μεζέ κλπ», προσθέτοντας ότι δεν ήξερε ότι είχε ασθενήσει ούτε και γνώριζε κάτι για την νόσο του, ενώ του είχε ήδη στείλει 6-7 δελτάρια (δεν μπόρεσα να τα συμβουλευθώ, αν βέβαια τυχόν διατηρούνται). Η ημερομηνία που φέρει το δελτάριο είναι η 24η Μαρτίου.

Στην αλληλογραφία προς Βαρδουνιώτη εντοπίζεται σύντομο γράμμα με την υπογραφή Κ. Ορλάνδος, με ημερομηνία 2/11/1920 και την προαγγελία «Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος – Χριστός Ανέστη», όταν ο Βαρδουνιώτης είναι βέβαια, στο Άργος. Του στέλνονται ευχές, κυρίως «επί τη απελευθερώσει μας εκ της τυραννίας» και για την ονομαστική εορτή του και διαβιβάζονται ευχές και στους άλλους Αργείους που ήταν συνεξόριστοι στη Χίο. Η προσφώνηση γίνεται προς τον «Σεβαστό κο Δημητράκη» και το γράμμα κλείνει με το «Σας προσκυνώ με άπειρον σεβασμόν και αγάπην». Όλα αυτά, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου και δύο χρόνια πριν την καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Από τα συναισθήματα ενός για πολύ μικρό διάστημα συνεξόριστου του Βαρδουνιώτη είναι επιτρεπτό να συμπεράνουμε κάτι ανάλογο για τον ίδιο; Νομίζω ότι θα επρόκειτο για καταχρηστική μεταφορά. Παραμένει, έτσι κι αλλιώς, μια «γκρίζα ζώνη» στη ζωή του, από το 1913 μέχρι και τον θάνατό του.

 

Αναλογίες…

 

Στις 5 Μαρτίου 1912 ο Ελ. Βενιζέλος, μετά από μια θριαμβευτική περιοδεία στην Πελοπόννησο, έφθασε για επίσκεψη στο Άργος. Ο τοπικός παλαιοκομματικός βουλευτής Γεώρ. Καρπετόπουλος (υπάρχει και δρόμος με το όνομά του στην πόλη…) οργανώνει αποδοκιμασία του με έκτροπα και τραμπουκισμούς την εποχή της ανόρθωσης του κράτους από την κυβέρνηση. Δύο μέρες πριν, το τοπικό φύλλο προαναγγέλλει κατά κάποιον τρόπο, τι πρόκειται να συμβεί, και στο αμέσως επόμενο περιγράφονται παραμορφωτικά τα γεγονότα και η ευθύνη των εκτρόπων αποδίδεται… στον Βενιζέλο. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, Αθηναίος δημοσιογράφος δίνει στα «Νέα» ακριβή περιγραφή των γεγονότων, για να καταλήξει με τη σκηνή της επιβίβασης του Βενιζέλου σε αμαξοστοιχία και τον Καρπετόπουλο, «ιππαστί» στους ώμους οπαδού του να μουντζώνει τον Βενιζέλο… [6]

Στις 17 Ιανουαρίου 1936 ο Παναγής Τσαλδάρης, αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και υποψήφιος βουλευτής Αργολιδοκορινθίας, επισκέπτεται το Άργος και ο μέχρι πρόσφατα κομματάρχης του στο Άργος Π. Μπόμπος, που είχε συγκρουστεί μαζί του, οργανώνει αποδοκιμασία του στην πόλη. Ακολουθούν βίαιες συγκρούσεις. Η όλη κατάσταση περιγράφεται με αντικειμενικότητα από την τοπική εφημερίδα «Ασπίς» (19/1/1936), που κατά τα άλλα ήταν προσκείμενη στη βενιζελική παράταξη.

Το 1977 ο Δήμος Άργους σπεύδει να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια, ώστε κατά τη σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, πρώτα να τους κατεδαφίσει και μετά να προγραμματίσει τι θα οικοδομηθεί στη θέση τους (το «σχέδιο» τότε ήταν να ανεγερθεί πολυώροφο γκαράζ με προκήπιο). Η μάχη που δόθηκε επί μία δεκαετία μεταξύ του καλλιεργημένου στρώματος της αργειακής κοινωνίας και των «κατεδαφιστών» ανέδειξε, για άλλη μια φορά, τη σημασία του φατριασμού, μικρό δείγμα του οποίου προβάλλεται στην εκδήλωση, μέσα από δεκάδες και εκατοντάδες δημοσιεύματα.

Πρόκειται, συνολικά, για κατά καιρούς εκφάνσεις και εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος, που επιδεικνύουν συντεθειμένες φατρίες. Η δυναμική τους ξεφεύγει από αρχικές ιδέες και ιδεολογίες και καταλήγει σε συμπεριφορές που παρουσιάζουν εκπληκτική ομοιότητα, ομόλογη βέβαια με το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνίας σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Κύριο γνώρισμα φατριαστικών συμπεριφορών είναι η ακράδαντη βεβαιότητα για την ορθότητα και το «δίκιο» της φατρίας, η ύφανση εσωτερικών δεσμών με τρόπο απαράλλακτο, ώστε κάθε τυχόν «παρέκκλιση» να θεωρείται «προδοτική» – όπως συχνά προδότες θεωρούνται και οι αντίπαλοι ή εχθροί του κόμματος, του έθνους, της πόλης κλπ. Έπειτα, η αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» αποτελεί μόνιμη μεθοδολογία στην πράξη.

Νομίζω ότι η παρούσα αναφορά σε δύο εκφάνσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος, το 1916-1918, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την πολιτισμική και κοινωνική σύγκρουση γύρω από τους Στρατώνες Καποδίστρια βλέπε δύο μελέτες μου «Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: ιστορία και πολιτιστική μάχη», στο περιοδικό Αρχιτεκτονικά Θέματα, τεύχος 13, 1979 και «Μια εύγλωττη σύγκρουση: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος, κράτος, δήμος, κόμματα, φορείς και πολίτες» στον συλλογικό τόμο Το οικολογικό κίνημα στη Ελλάδα, εκδόσεις Μετά τη βροχή, (1987). Οι μελέτες κυκλοφόρησαν πρόσφατα στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού. Για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1944 βλέπε σχετικό άρθρο μου στα Ενθέματα της Αυγής, 14 Δεκεμβρίου 2014, σ. 42-43.

[2] Άρθρο του Μαύρου, Τ. με το ψευδώνυμο «Ο Γείτων», στην εφημερίδα Αναγέννηση, της 17/12/1977 – αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αργολικά, της 5/11/2011 – και αναφορά του Ζεγκίνη, Ι. στην 3η έκδοση του, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σ. 403-404.

[3] Ξεκίνησα από το απόσπασμα άρθρου του στο Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 (ανατυπώθηκε το 2015) για τους Στρατώνες Καποδίστρια και την ιστορικότητά τους, για να συγκροτήσω σταδιακά αρχείο με έργα του, βιογραφικά του, για τη δράση του, με αναφορές άλλων σε αυτόν. Για πρώτη φορά το 1979, με δύο άρθρα μου στην τοπική Αναγέννηση, 6 και 25/10/1979, έδωσα στοιχεία για το έργο και τη ζωή του, ενώ τον Φεβρουάριο 1980, στο εντευκτήριο του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους, έκαμα εισήγηση γι’ αυτόν (με μαγνητοφωνημένη μαρτυρία του Σπ. Παναγιωτόπουλου). Τον Μάιο του ίδιου έτους διάβασα σχετική ανακοίνωση στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, στην Πάτρα. Τέλος, στις 31/3/1984 η Αργολική Οικολογική Εταιρεία με ομιλητή τον γράφοντα, οργάνωσε στην αίθουσα του «Δαναού», στο Άργος, φιλολογικό μνημόσυνο για τον Βαρδουνιώτη, με την συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατό του. Στην εκδήλωση ήταν απόν όλο το Διοικητικό Συμβούλιο του «Δαναού», πλην ενός μέλους, του μακαρίτη Μίμη Σταθόπουλου. Έκτοτε με πλήθος άρθρων μου στον τοπικό Τύπο, φρόντισα να μην χαθεί ο Βαρδουνιώτης από την τοπική μνήμη, βεβαίως από όσους την συντηρούν. Σημειώνω ότι το κείμενό του για την Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο το αναδημοσίευσα, με εκτενή εισαγωγή μου, στο ναυπλιώτικο περιοδικό: Απόπειρα Λόγου και Τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 1992.

[4] Φυλλάδιο που εκδόθηκε στην Αθήνα, το 1928. Η έκδοσή του προκάλεσε «Σκέψεις επί ενός κριτικού σημειώματος», με, αντί υπογραφής το λατινικό γράμμα “W”, στην εφημερίδα Αγροτική Αργολίς, φύλλο 74, 1/4/1928. Ο Λογοθέτης απάντησε με επιστολή του στο επόμενο φύλλο στις 7/4/1928, στην οποία δόθηκε μακροσκελής απάντηση στις 15/4/1928, σ. 3, «Επί του γνωστού σημειώματος», με υπογραφή πάλι “W”.

[5] Ο Αργείος λογοτέχνης Σπύρος Παναγιωτόπουλος δημοσίευσε το 1960, στην ετήσια έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά, κριτικό σημείωμα και αναμνήσεις του για τον Βαρδουνιώτη, υπό τον τίτλο «Δ. Βαρδουνιώτης, ο ιστορικός – η ζωή και το έργο του». Για την εξορία του Βαρδουνιώτη σημειώνει: «Θαυμαστής του Βενιζέλου δεν ήτανε ποτέ, μα και δεν τον μάχονταν, ως τη στιγμή που ήρθε σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο. Τότε ξύπνησε μέσα του κατά τρόπον ανεξήγητο μία εριστική διάθεση, που του άλλαξε τον χαρακτήρα, την ίδια του τη Μοίρα. Παράτησε τα γραψίματα και τις μελέτες, παραμέλησε το επάγγελμά του και άρχισε να ανακατεύεται με τους φανατικούς βασιλόφρονες, να παίρνει μέρος σε θυελλώδεις συζητήσεις, να «βυσσοδομεί» κατά του «μισθάρνου οργάνου της Αντάντ» όπως αποκαλούσε τον ήρωα του Θερίσσου. Έγινε ηγετική μορφή στους κύκλους των «επιστράτων» του Άργους – και κατά κάποιο τρόπο, όργανό τους. «Αυτό του στοίχισε την εκτόπισή του σ’ ένα νησί. Έζησε εκεί πικρές μέρες και μαύρες νύκτες, ανάμεσα σε ομόφρονές του που δεν είχαν τίποτ’ άλλο να του προσφέρουν, παρά τις ατέλειωτες συζητήσεις για τη φρικτή απομόνωσή τους και τις αχνές ελπίδες μιας σκληρής εκδίκησης […]».

«Μέρα με τη μέρα μαραινότανε σαν ένα δενδρί που δεν ποτίζεται, που μήτε της νυκτερινής δροσιάς την παρηγοριά δεν έχει. Καθώς του ’λειψε η καλή τροφή και η στοιχειωδέστατη περίθαλψη, αρρώστησε. Πάλεψε με τον θάνατο κάμποσα μερόνυκτα κ’επί τέλους σώθηκε. Μα είχε καταντήσει αγνώριστος. Η αρρώστια τον απογέρασε, τον έκανε να σταφιδιάσει. Όταν τερματίστηκε η εκτόπιση και ξαναγύρισε στο Άργος ήταν ένα κουρέλι […]».

Όσα γράφει ο Παναγιωτόπουλος για την υγεία και με όσα συνεχίζει για την πλήρη κατάπτωση του Βαρδουνιώτη μπορούν να ελεγχθούν ως υπερβολικά, δεδομένου ότι η εκτόπισή του δεν ξεπέρασε τους δύο μήνες, διέμενε σε ξενοδοχείο και προφανώς σιτιζόταν κανονικά. Αλλά προφανώς περιγράφει αξιόπιστα την ανάμειξή του στο αντιβενιζελικό «στράτοπεδο» του Άργους, αφού εκεί ζούσε τότε ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος. Και δεν έχουμε λόγους να αμφισβητούμε την επιρροή της σύντομης εξορίας στον ψυχισμό του Βαρδουνιώτη, αλλά και οπωσδήποτε ότι συνέβη κλονισμός της σωματικής υγείας του κατ’ αυτή. Τέλος, από τις πληροφορίες που συνάγουμε μέσα από τα ταχυδρομικά δελτάρια, καταλήγουμε ότι η λήξη

της εξορίας του Βαρδουνιώτη θα πρέπει να οφείλεται σε ευνοϊκή παρέμβαση παραγόντων των Αθηνών και ίσως και πνευματικών ανθρώπων, με τους οποίους διατηρούσε επαφή.

[6] «Άργος» της 11/3/1912 και η περιγραφή του Ζαρίφη, N. στα Νέα της 25/8/1948 – με εισαγωγή μου. Την αναδημοσίευσα στα Αργολικά της 26/11/2011.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.

 

Δυνατότητα ανάγνωσης του κειμένου σε μορφή pdf, στον σύνδεσμο: Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο; Ανέκδοτη οθωμανική έκθεση περί της αφαιρεθείσης επιστολής του Θ. Κολοκοτρώνη για τη μάχη των τρικόρφων (Θέρος του 1825). Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος,  πρακτικά  Δ´ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών (Τρίπολις – Δημητσάνα, 1-3 Νοεμβρίου 2013).


 

[…] Το δελτίο της μετάφρασης μαζί με το παρόν υπόμνημα του αναφερθέντος βαλή διαβάστηκε από την Αυτοκρατορική μου Αρχή. Η μάχη του ρηθέντος Ιμπραήμ Πασά με τον αναθεματισμένο, ονόματι Κολοκοτρώνη, αναφέρθηκε σε κάποια ενημερωτικά δελτία ολίγω πρότερον. Όμως είναι άξιο προσοχής το ότι ο μνημονευθείς (βαλής) δεν παρέμεινε σε εκείνα τα μέρη, αλλά επέστρεψε στο Ναβαρίνο. Άραγε αναγκάστηκε (να προβεί σε αυτήν την κίνηση) βεβιασμένα από την έλλειψη προμηθειών και άλλων κονδυλίων για το υπό τις διαταγές του στράτευμα η εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου; Όπως και να έχει, αυτό παραμένει άγνωστο, καθώς δεν έχει ληφθεί αλληλογραφία από τον αναφερθέντα επ’ αυτού του ζητήματος.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Εξοχότατε, ελεήμονα, υψηλότατε, ευμενή, εύσπλαχνε, ευεργέτη, πολυάγαθε, μεγάθυμε Αφέντη μου, Μεγαλειότατε Σουλτάνε μου, ως αρμόζει στη δουλεία μου και σύμφωνα με ό,τι απαιτεί η υπηρεσία μου, φροντίζοντας για την εξακρίβωση και τον προσδιορισμό των μαχών και των άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον Μοριά, (αναφέρω ότι) τα επικουρικά, κατά βάση, στρατεύματα των άθλιων κακούργων, ακόμα κι αν φτάσουν απ’ αυτήν την περιοχή, δηλαδή το κάστρο του Ναυπλίου και του Μεσολογγίου, μέχρι την Αθήνα και καταλάβουν και υποτάξουν ολόκληρο το Νησί του Μοριά, και πάλι, αν αυτά τα δύο μέρη, που εποφθαλμιούν, βρεθούν στα χέρια τους, έχοντας οχυρωθεί ψοφοδεείς (με την ψυχή στο στόμα) στο απόκρημνο Διάσελο, δεν υπάρχει πιθανότητα να μπουν σε κάποιου είδους τάξη (να συστήσουν τακτικό στρατό). Καθώς είναι γνωστό ότι οι υποθέσεις δεν θα εξελιχθούν έτσι, ο εύσπλαχνος εξοχότατος ελ-Χάτζ Ιμπραήμ Πασάς, ο έχων το ιερό καθήκον να τελεί εισέτι βαλής της Μέκκας και του Μοριά, ερευνώντας ενδελεχώς και διορθώνοντας την κατάσταση των καταραμένων λήσταρχων που βρίσκονται στο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, προηγουμένως αναχώρησε από το Ναβαρίνο και κατά μήκος της πορείας του κατέστρεψε κωμοπόλεις και χωριά. Εξακριβώθηκε από τις προφορικές δηλώσεις κάποιων γλωσσών (αιχμαλώτων) που συνελήφθησαν παρά τα Σάλωνα ολίγω πρότερον ότι αναχώρησε προς την κωμόπολη της Τριπολιτσάς, απ’ όπου έφυγε, ύστερα από την εγκατάλειψή της από τους απίστους που βρίσκονταν εντός της, καθώς δεν υπήρχε μέρος να οχυρωθεί. Κατόπιν τούτου, ο ρηθείς εξοχότατος, ως απαιτούσε η περίσταση, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά και επέστρεψε και αναχώρησε εκ νέου για το Ναβαρίνο. Η επιστολή που έγραψε προς τους λήσταρχους του Ναυπλίου ο επάρατος Κολοκοτρώνης, η οποία αναφέρει με ποιόν τρόπο πολέμησε (ο βαλής) με αληθινή αφοσίωση στην τοποθεσία Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, και πως νίκησε τον τρισκατάρατο αρχηγό των άτακτων ληστών, πέρασε με κάποιον πλάγιο τρόπο (μέσον) στα χέρια του Αυστριακού κομαντάντε, ο οποίος έδωσε ένα αντίγραφό της στον δούλο τού καπουντάν πασά κι εκείνος, με τη σειρά του, απέστειλε στο ταπεινό μου πρόσωπο το αντίγραφο της μετάφρασής του, για να υποβληθεί το περιεχόμενό του προς ενημέρωση στον ευεργέτη (σουλτάνο). Αυτό το αντίγραφο εσωκλείεται στη δουλική έκθεσή μου, που υποβάλλεται ενώπιον της αυτοκρατορικής υψηλότητάς του (του μεγάλου βεζίρη). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφερθείσας μετάφρασης, παρόλο που πλείστοι όσοι εξευτελισμένοι, άνευ ορίου κατατροπωμένοι και τραπέντες σε φυγή αντάρτες έφτασαν στον Άδη και αφανίστηκαν, ο προαναφερθείς εξοχότατος Ιμπραήμ Πασάς, για άγνωστο λόγο, δεν παρέμεινε στην Τριπολιτσά, αλλά οπισθοχώρησε πάλι προς το Ναβαρίνο. Μία ομάδα τεσσάρων χιλιάδων μιαρών ερπετών με πέντε-έξι καπεταναίους από τους Ρουμελιώτες αντάρτες, που βρίσκονταν στον Μοριά ως απαραίτητη δύναμη των απίστων, πέρασε προς τα Σάλωνα για να συνδράμει στο Μεσολόγγι. Εκεί προσχώρησε στους συγκεντρωμένους απίστους και, ένεκα τούτου, ως ασφαλώς συνάγεται από το περιεχόμενό της (της επιστολής), τρεις χιλιάδες άτομα αποσχίσθηκαν και, όπως δηλώθηκε στην άλλη έκθεσή μου, ήρθαν με τον καταχθόνιο σκοπό να πατήσουν τον αφοσιωμένο στρατό. Και πάλι οι προφορικές δηλώσεις των γλωσσών των ζωντανών συλληφθέντων από τους προαναφερθέντες απίστους εκφράζουν και μνημονεύουν ότι με τη δόξα του Υψίστου ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν κατεστραμμένοι και μάλιστα ότι οι άπιστοι διακόμισαν τους τραυματισμένους και τους αρρώστους με κάποια από τα υπάρχοντά τους, που είχε αφήσει ο προαναφερόμενος (βαλής) στην Τριπολιτσά.

Αυτήν την ταπεινή αναφορά του δούλου σας πήρα το θάρρος να υποβάλω στον ηγεμονικό τόπο λήψης αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων. Είθε ο Ύψιστος να επιτρέψει να μας τιμήσει άμα τη αφίξει της η εδραία εντολή και το πρόσταγμα, τα οποία ανήκουν σε εκείνον εξ ου η διαταγή (δηλ. εκείνον που η υψηλότητά του έχει το δικαίωμα να διατάζει)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο;

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου». Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού. Στράτος Δορδανάς στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Όταν τον Αύγουστο του 1914 εξερράγη ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι διαπραγματεύσεις για εκκρεμή εδαφικά ζητήματα δεν είχαν αποδώσει έως τότε καρπούς. Έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) είχε σφραγίσει επισήμως τους Βαλκανικούς Πολέμους και επισημοποιήσει τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια υπέρ των νικητών. Ως μια από τις νικήτριες χώρες, η Ελλάδα διπλασίασε τα εδάφη και τον πληθυσμό της, επεκτείνοντας – εκτός των άλλων περιοχών – την κυριαρχία της στη Μακεδονία, με την πρωτεύουσά της Θεσσαλονίκη. Σε σύντομο, επομένως, χρονικό διάστημα νικητές και ηττημένοι στα Βαλκάνια καλούνταν και πάλι να λάβουν σημαντικές αποφάσεις.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος οι ηγέτες και οι αντιπροσωπείες των Βαλκανικών κρατών κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην περιφέρεια αλλά η σπίθα που είχε ανάψει από το Σαράγιεβο είχε επεκταθεί σταδιακά παντού στην Ευρώπη, εμπλέκοντας όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις. Γρήγορα δε θα μετατρεπόταν από ευρωπαϊκή σύρραξη σε παγκόσμια. Έναντι, λοιπόν, των μεγάλων συνασπισμών ποια θα έπρεπε να είναι η θέση των μικρών χωρών, ακόμα και αν επέλεγαν να υιοθετήσουν επί του παρόντος στάση ουδετερότητας; Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δύο μήνες αργότερα, φάνηκε πως διευκόλυνε την ελληνική θέση, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αναμενόταν να βρεθεί μετά την εξέλιξη αυτή στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά τα πράγματα αποδείχθηκε τελικά πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο αρχικά φαινόταν.

Καταρχάς, η χώρα δεσμευόταν από τη συνθήκη συμμαχίας με τη Σερβία και την αντίστοιχη στρατιωτική σύμβαση του Ιουνίου 1913 που προέβλεπαν τη σύμπραξη των δύο χωρών σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης ή επίθεσης από τρίτη δύναμη. Όπως γίνεται κατανοητό, μετά την επίθεση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, η Ελλάδα καλούταν να αποφασίσει αν θα έσπευδε σε βοήθειά της ή θα επέλεγε να παραμείνει θεατής της σύγκρουσης. Στο συγκεκριμένο ακριβώς ζήτημα ερμηνείας της συνθήκης καταγράφηκε η πρώτη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο μεν πρώτος θεωρούσε πως η χώρα θα έπρεπε να παραμείνει σε κατάσταση παροδικής ουδετερότητας αλλά σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον της Σερβίας να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος και ο στενός κύκλος των ανθρώπων του όχι μόνο υποστήριζαν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παραπέρα: Για την Ελλάδα ήταν ευκαιρία να συνεργαστεί με τη Γερμανία, να συμμαχήσει με τη Βουλγαρία και να επιτεθούν από κοινού εναντίον της Σερβίας, αποκομίζοντας εδαφικά κέρδη μετά την πλήρη καταστροφή της.

Η εμπλοκή του γερμανικού παράγοντα υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων, που καθόρισαν και τη στάση της χώρας συνολικά έναντι των εμπολέμων. Εξίσου κρίσιμης σημασίας είναι η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των πολιτικών αντιλήψεων των δύο κύριων πρωταγωνιστών, του πρωθυπουργού και του βασιλιά. Ο Βενιζέλος αντιπροσώπευε τη νέα γενιά των πολιτικών αντρών που αναδύθηκαν στην κεντρική σκηνή, προωθώντας εκσυγχρονιστικά μοντέλα και μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση σε σχέση με τις έως τότε πρακτικές των παλαιών κομμάτων. Εκσυγχρονιστής, ρεαλιστής, κυνικός όπου χρειαζόταν, οραματιστής, οπαδός της βαλκανικής συνεννόησης και ταυτόχρονα της εθνικής εδαφικής ολοκλήρωσης, στενός σύμμαχος των εγγυητριών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη το 1910 και οδήγησε τη χώρα στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, σπούδασε στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου στα τέλη του 19ου αιώνα και γρήγορα υιοθέτησε πολλά από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γερμανική αυτοκρατορία. Θαυμαστής της γερμανικής οργάνωσης στο επίπεδο της κοινωνίας και του στρατού, ανέπτυξε μιλιταριστικές, αντικοινοβουλευτικές, συντηρητικές – απολυταρχικές απόψεις, τις οποίες προσπάθησε να εφαρμόσει όταν ανήλθε στο θρόνο. Ταυτόχρονα, νυμφευόμενος την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, απέκτησε και συγγενικές σχέσεις με τον οίκο των Χοεντσόλερν.

Η συνεργασία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά υπήρξε το πρώτο διάστημα επιτυχής και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Τερματίστηκε δε οριστικά όταν ξέσπασε ο «Μεγάλος Πόλεμος». Ο πρωθυπουργός ήταν σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Γερμανία, που θαύμαζε και της οποίας τη νίκη ευχόταν.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις η έκρηξη του «Μεγάλου Πολέμου» έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο τελευταίος ξεκίνησε να αλληλογραφεί με τον Κάιζερ εν αγνοία της κυβέρνησής του. Στο πρώτο τηλεγράφημά του ο Γερμανός αυτοκράτορας ζητούσε από τον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό του για να πολεμήσουν από κοινού τους Σλάβους στα Βαλκάνια. Στην απάντησή του ο Έλληνας μονάρχης αντιπρότεινε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη, καθώς λόγοι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί δεν της επέτρεπαν να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η λύση αυτή στην πραγματικότητα ικανοποιούσε επίσης απολύτως το Βερολίνο, από τη στιγμή που άνοιγε ουσιαστικά τον δρόμο για τη στρατιωτική εμπλοκή της Βουλγαρίας στις επιχειρήσεις εναντίον της Σερβίας. Η ουδέτερη Ελλάδα, διαβεβαίωνε ο Κωνσταντίνος, δεν σκόπευε να βοηθήσει σε καμία περίπτωση τη Σερβία και από την άποψη αυτή πρόσφερε τις καλύτερες υπηρεσίες για την εκπλήρωση των γερμανικών σχεδίων στο βαλκανικό μέτωπο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου».

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού. Διονύσιος Τσιριγώτης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ερμηνευτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων είναι μια πολυδιάστατη διανοητική διαδικασία η οποία οδηγεί ενίοτε σε ανταγωνιστικές – αντιθετικές και ενίοτε σε συμπληρωματικές εικόνες – αφηγήσεις, αντανακλώντας τον διαφορικό τρόπο κατανόησης ενός συγκεκριμένου ιστορικού – κοινωνικοπολιτικού φαινόμενου από τους εκάστοτε δρώντες – άτομο, ομάδα, οργανισμούς. Κατά τούτο, προ-επιτάσσεται η ορθή αξιολόγηση και η εκλεκτική επιλογή των ερευνητικών μεταβλητών, μέσα από ένα πολυσύνθετο φάσμα εμπειρικών πηγών και αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα στην παρούσα μελέτη η πολυπλοκότητα του φαινομένου είναι εναργής και αντικατοπτρίζεται στα διαφορετικά και πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας του, τα οποία εναλλάσσονται – επαλλάσονται μεταξύ των ατομικών ιδιοσυγκρασιών, των συλλογικών πολιτικών παθών, των αντιμαχόμενων κοινωνικοπολιτικών ιδεολογιών, των ενδοπολιτειακών συνταγματικών παρεκτροπών που οξύνονται και οριοθετούνται από έξωθεν πολιτικο – στρατιωτικές επεμβάσεις. Δυνάμει των ανωτέρω, ο μεθοδολογικός στόχος της ανάλυσης που ακολουθεί είναι η διασύνδεση του ιστορικού αφηγήματος με μια θεωρητική, επεξηγηματική ερμηνεία, αναδεικνύοντας και αποκωδικοποιώντας τα αίτια των φαινομένων για την εξαγωγή αξιόπιστων πορισμάτων. Κατά μία άλλη διατύπωση, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του Εθνικού Διχασμού, μέσα από μια εις βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση της περιόδου 1914 – 1917, τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικοπολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος. Με αφετηρία την πολιτικοστρατηγική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς τη διαμορφωθείσα ελληνική υψηλή στρατηγική / πολιτική κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το προκείμενο της έρευνας δεν περιορίζεται μόνο στα φαινομενικά αίτια της κοινωνικοπολιτικής διαίρεσης του ελλαδικού ελληνισμού, όπως χαρακτηριστικά περιγράφονται από τον Έλληνα πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Κ. Σακελλαρόπουλο:

«Βάσις του κακού, ο διχασμός προέκυψε από τας δύο, εντός του 1915, συγκρούσεις του Βενιζέλου με τον βασιλέα Κωνσταντίνον και τας συνέπειαν αυτών παραιτήσεις του».

Τουναντίον, προεκτείνεται και στην καταγραφή της εσωτερικής λογικής που διέπει την εν λόγω πολιτικό-ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία εδράζεται στις θεμελιακές αφετηρίες του νεοελληνικού κράτους, και αποκρυσταλλώνεται στην αέναη διαμάχη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας μεταξύ των δυνάμεων του παλαιοκομματισμού / φαυλοκρατίας και των δυνάμεων της εθνικής ανασυγκρότησης / αστικού εκσυγχρονισμού. Για τις πρώτες, ο στόχος του εν λόγω εγχειρήματος περιορίζεται στην οργάνωση και συντήρηση ενός μικρού, κομματικού – πελατειακού κράτους, μέσω της νομής του δημόσιου πλούτου για την ανάληψη και διατήρηση της εκτελεστικής εξουσίας. Για τις δεύτερες, ως θεμελιώδης πολιτικός στόχος ορίζεται η συστηματοποίηση του έργου της εθνικής κρατικής ανασυγκρότησης, παράλληλα με την επιζήτηση εξωτερικών διπλωματικών ερεισμάτων, για την επίτευξη του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή και ερμηνεία των αιτίων του εθνικού διχασμού μέσω της συνεξέτασης τριών αλληλοσυνυφαινόμενων επιπέδων ανάλυσης – ατομικό, ενδοκρατικό και διακρατικό. Η εν λόγω μέθοδος έρευνας, προκρίνεται λόγω της πολυδιάστατης φύσεως του ζητήματος και του αέναου χαρακτήρα του, απότοκη της εξωελληνικής διαδικασίας θέσμισης – συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Αυτό γιατί, όπως και σε κάθε άλλο ερευνητικό εγχείρημα, είναι αναγκαίο ο μελετητής να προβαίνει στην ανάλυση – προσδιορισμό των συστατικών μερών του υπό εξέταση ζητήματος, με μεθοδολογικό στόχο την εξεύρεση των αξονικών αιτιών της εκάστοτε αιτιώδους σχέσης.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Εκκινώντας από την ιστορική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς το ζήτημα του πολιτικοστρατηγικού προσανατολισμού της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνωθούμαστε, αβίαστα και απροβλημάτιστα, στην προφανή αιτία του Εθνικού Διχασμού, δηλαδή την αντιθετική κοσμοεικόνα των δύο ως προς την έννοια του εθνικού συμφέροντος. Πάραυτα, το πρώτο επίπεδο ανάλυσης, αν και περιορίζει τον αριθμό τον προς διερεύνηση μεταβλητών στο ατομικό επίπεδο, στα ανθρώπινα κίνητρα – ορμέμφυτα, δεν παρέχει την ικανή και αναγκαία κοσμοεικόνα (αιτιολόγηση) για μια παραδεκτή – αποδεκτή αιτιολόγηση και ερμηνεία μεταξύ αιτίου – αιτιατού.

Συγκεκριμένα το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι εάν και σε ποιο βαθμό η διαπροσωπική αντίθεση μεταξύ πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας οδήγησε στην κοινωνικό – πολιτική διαίρεση και στην συνεπαγόμενη πόλωση του ελληνικού έθνους σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα. Η αντίστροφα, η εσωτερική κοινωνικοπολιτική διαίρεση προηγείται της διαπροσωπικής διαφωνίας, με συνεπούμενο να προκαλεί και να οριοθετεί την εν λόγω έριδα. Με διαφορετική διατύπωση το ερώτημα τίθεται ως εξής: «Ήταν ο διχασμός ζήτημα σύγκρουσης προσωπικοτήτων, εκείνης του Βενιζέλου και του Βασιλιά και των κορυφαίων Βασιλικών ή οι αιτιολογικοί παράγοντες ήταν άλλες «βαθιές δυνάμεις»».

Εν τις πράγμασι, η προσωπική αντιπαράθεση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου, η οποία ξεκινά κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου και κορυφώνεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την περίοδο 1915-1916, νοηματοδοτείται από τα διαφορετικά επίπεδα της πολιτικοστρατηγικής τους λειτουργίας. Η πολιτική σκέψη και πράξη του Ελευθερίου Βενιζέλου οριοθετείται με γνώμονα τον αντικειμενικό στόχο μιας λυσιτελούς υψηλής στρατηγικής, δηλαδή τη βέλτιστη δυνατή προάσπιση – προαγωγή των ιεραρχημένων – προσδιορισμένων εθνικών συμφερόντων εντός ενός ισορροπημένου, ως προς την κατανομή ισχύος, περιφερειακού συστήματος. Αντίστροφα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εμφορείται τόσο από την πολιτειακή, ως ανώτατου πολιτικού άρχοντα, όσο και από την στρατιωτική του ιδιότητα, ως αρχιστράτηγου. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται αφενός, με την συνταύτισή του με το Γενικό Επιτελείο στρατού, ως προς το ζήτημα της επιλεγείσας ελληνικής πολιτικής – στρατηγικής στην πρόσκληση της Αντάντ για συμμετοχή της Αθήνας στην εκστρατεία των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915) αιτιολογώντας την απόφασή του με βάση τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω επιχείρησης. Αφετέρου, τον Σεπτέμβριο του 1915, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα προδηλώσει την απόφασή του, ως αξίωση ισχύος, έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού, να καταστεί ο κύριος και αποκλειστικός θεσμός στη διαδικασία επιλογής, διαμόρφωσης και εφαρμογής της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, αιτιολογώντας την λόγω της ελέω Θεού μοναρχίας.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής δύναται να ερμηνευθούν και οι δύο παραιτήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, Ε. Βενιζέλου, με πολιτικό διακύβευμα την έξοδο ή μη της Ελλάδας στον πόλεμο παρά το πλευρό της Αντάντ.

Συγκεκριμένα, η πρώτη παραίτηση του Έλληνα πρωθυπουργού (στις 21 Φεβρουαρίου / 6 Μαρτίου 1915) ήταν απότοκη της άρνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου, εδραζόμενος στην τοποθέτηση του Γενικού Επιτελείου, να μην αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου, η οποία είχε ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο του Στέμματος, (στο οποίο μετείχαν πλην του Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου όλοι οι ζώντες πρώην πρωθυπουργοί – Ζαΐμης, Θεοτόκης, Δραγούμης, Ράλλης, Μαυρομιχάλης και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Β. Δούσμανης) για στρατιωτική συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση της Αντάντ στα Δαρδανέλια και ουσιαστικά την έξοδο της χώρας στον πόλεμο. Συνακόλουθα, τέσσερις μήνες μετά την επανεκλογή του στο πρωθυπουργικό αξίωμα (στις εκλογές τις 31ης Μαΐου), ο Βενιζέλος θα εξαναγκασθεί σε δεύτερη παραίτηση (22 Σεπτεμβρίου / 5 Οκτωβρίου 1915) από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, λόγω της μη έγκρισης της πολιτικής του επιλογής, (ήτοι την τήρηση της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας) για σύμπραξη με τον ισχυρότερο πολιτικοστρατιωτικό συνασπισμό – Αντάντ, με αντικειμενικό στρατηγικό σκοπό την προάσπιση του εδαφικού καθεστώς στη Χερσόνησο του Αίμου, μέσω της ανάσχεσης της Βουλγαρίας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »