Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Θωμάς Φλαγγίνης και η Φλαγγίνειος Σχολή


 

Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.). Βενετία, Ελληνικό Ινστιτούτο.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης ήταν γιος του Κερκυραίου Απόστολου Αυλωνίτη και της Μαρί­ας Φλαγγίνη, θυγατέρας του Βικέντιου Φλαγγίνη, από την Κύπρο. Γεννήθηκε στη Βενε­τία το 1578. Ο πατέρας του Θωμά Φλαγγίνη ήταν επί­λεκτο μέλος της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, πέθανε όμως πολύ νέος, και το μικρό Θωμά τον μεγά­λωσε η μητέρα του Μαρία και ο θείος του Βενέδικτος Φλαγγίνης. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, από μικρός, υιοθέτησε το επώ­νυμο Φλαγγίνης. Τα πρώτα γράμματά του τα έμαθε στη Βενετία, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ένα από τα παλιότερα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, που είχε αναδειχθεί, ήδη από τον 15° αιώνα, σε σημαντική εστία της Ευρωπαϊκής Παιδείας, και συνέρρεαν σ’ αυτό σπου­δαστές από όλο τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι, στη συνέχεια, μεταλαμπάδευαν τα φώτα της Ευρώπης σε όλα τα μέρη του Αλύτρωτου Ελληνισμού.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, από το οποίο ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του κανονικού δικαίου, και επέστρεψε στη Βενετία, όπου άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Παράλληλα όμως ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική δραστηρι­ότητα στη Σμύρνη και στην Κύπρο, η οποία του εξασφάλισε σημαντική περιουσία. Από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του στη Βενετία, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και εκλέγεται δυο φορές Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας. Διατηρεί στενές σχέσεις με λογίους της εποχής, αποκτά πλούσια βιβλιοθήκη που υποδηλώνει την αγά­πη του για τα γράμματα· από αυτήν υποκινούμενος καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες για την ενίσχυση Σχολείων, μέσα και έξω από τη Βενετία, με κορύφωση τη Φλαγγίνειο Σχολή της Βενετίας, που αποτελεί και τη μεγάλη προσφορά του προς τον Ελληνισμό της Ιταλίας και προς το υπόδουλο Γένος. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε από όλους, όπως αυτό φαίνεται και από το ελληνικό επιτύμβιο προς τιμή του, που σώθηκε στη βιβλιοθήκη του Ληξουρίου της Κεφαλλονιάς:

 

«Θωμά Φλαγγίνη τω Κερκυραίω, ορθοδόξω και ανδρί Φιλογενεστάτω,

οι των Ελλήνων εν Βενετία τύμβον τουτί κατέθεντο».

 

Αψευδής μάρτυρας του ενδιαφέροντος για τα κοινά και της αγάπης για τα γράμ­ματα, η διαθήκη του. Διαθέτει για το σκο­πό αυτό το ¼ της τεράστιας περιουσίας του· οραματίζεται να συμβάλει, με την ίδρυση της Σχολής, στη μόρφωση Ελλήνων νέων, οι οποίοι θα μπορούν, μετά την αποφοίτησή τους από τη Σχολή, να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, να ανέλθουν στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα και να συμβάλουν στην ανάσταση του Γένους, που ήταν πόθος διακαής όλων των Ελλή­νων, διακηρυγμένος από τις πρώτες μέρες της άλωσης της Πόλης.

 

H Γέφυρα των Ελλήνων με τη Δύση – το Κολλέγιο Φλαγγίνη. Αναμνηστική Σειρά Γραμματοσήμων από τα EΛTA. Τυπώθηκε τον Οκτώβριο του 2015.
Από αριστερά, Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.) – Η Παναγία «Κυρία του Κολλεγίου Φλαγγίνη» (χαρακτικό, τέλη 18ου αι.) – Κολλέγιο Φλαγγίνη (λεπτομέρεια από χαρακτικό του Domenico Lovisa, 18ος αι.) – Το σήμα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

 

Το όραμα αυτό του Φλαγγίνη αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα, το 1665, με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, στο κτίριο δίπλα ακριβώς από την Εκ­κλησία του Αγίου Γεωργίου. Στη Σχολή του Φλαγγίνη εισάγονταν νέοι ηλικίας 12-16 ετών, με δυνατότητα συνέχισης των σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αυτή τη δυνατότητα παρείχε το γεγονός ότι στη Σχολή διδάσκονταν τα απαραίτητα μαθήματα, όπως ήταν τα ανθρωπιστικά γράμματα, η ρητορι­κή, η φιλοσοφία, η λογική, η θεολογία, η γεωγραφία και τα μαθηματικά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαυροκέφαλος Αναστάσιος (1797-1880)


 

Αναστάσιος Μαυροκέφαλος: Συμβολαιογράφος Ναυπλίας, γραμματέας υπουργείων, αναφορογράφος, στρατιώτης, ειρηνοδίκης, υπηρεσιακός δήμαρχος Ναυπλιέων, συγγραφέας, εκδότης.

 

Ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππα­δοκίας το 1797.[1] Έλαβε μόρφωση εκτεταμένη και εξαιρετική. Μέχρι το 1816 φοιτά στην Καππαδοκία, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαγγιανών ή Φλαβιανών, με δάσκαλο τον ονομαστό και σπουδαίο Παΐσιο, μετέπειτα Άγιον Καισάρειας (Παΐσιος ο Πρώτος).[2] Στο σημείο αυτό είναι ευκαι­ρία να παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για την παιδεία στην Καππαδοκία κατά τον 19° αιώνα.

Το 1792, ο ιερομόναχος Γερμανός από την Αλεξανδρέττα ιδρύει σχολείο στην Καππαδοκία και ταυτόχρονα αποφασίζει να ιδρύσει ιερατική σχολή στη Μονή Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά. Το 1804 το μοναστήρι ανακαινίζεται και ο Γερμανός μαζί με τον μαθητή του Παΐσιο δημιουργούν σχολείο και βιβλιοθήκη. Στην πορεία, ο Γερμανός γίνεται ηγούμενος της Μονής και διευθυντής της σχολής και ο Παΐσιος γενικός διευθυντής της Μονής. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου θα αποτελέσει το εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και όχι μόνο. Σε αυτή θα λειτουργήσουν α) ιερατική σχολή, β) σχολαρχείο και γυμνάσιο αρρένων αλλά και θηλέων και γ) ορφανοτροφείο αρρένων και θηλέων.[3]

Αφήνοντας πίσω του αυτό το καταπληκτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπο­λη τον Νοέμβριο του 1816, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή, στην περιοχή του Κουρούτζεσμεν. Τύχη αγαθή θα του δώσει, μεταξύ άλλων, ως Σχολάρχη τον Σέργιο Μυστάκη (σχολάρχης 1817-1820), δάσκαλο τον Νικόλαο Λογάδη (μετέπειτα σχολάρχης 1830-1835)[4] και συγκάτοικο και συμμαθητή τον Αναστάσιο Μανάκη, κατοπινό μεγάλο ευεργέτη της ελληνικής παιδείας, ιδρυτή σχο­λείων και βιβλιοθηκών.[5]

Νικόλαος Λογάδης μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους σημαντικότερους Διδασκάλους της Νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού και συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Κιβωτός της Ελληνικής γλώσσης».

Επισημαίνεται ότι ο Νικόλαος Λογάδης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1820, ενώ υπάρχουν αναφορές πως και ο Αναστάσιος Μανάκης ήταν Φιλικός.[6] Μέσα σε αυτή την εξαιρε­τική εκπαιδευτική συγκυρία, ο Μαυροκέφαλος μορφώνεται, αποκτά παι­δεία και ικανότητες που θα του είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέλλον. Εκεί θα γνωρίσει τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους και ιστορικούς, με συνέπεια να γράφει και να συντάσσει τον λόγο του με τρόπο και ύφος εντελώς διαφορετικά από όλους τους άλλους συμβολαιογράφους, να δημιουργεί λέξεις και να χρησιμοποιεί στα γραπτά του ένα γλωσσικό ιδίωμα μοναδικό.

Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος έρχεται στην επαναστα­τημένη Ελλάδα από το πρώτο έτος του Αγώνα, όπως δηλώνει ο ίδιος σε σχετική επιστολή, λαμβάνοντας μέρος και σε μάχες, άγνωστο όμως σε ποιες. Στην επιστολή που στέλνει στις 15 Μαρτίου 1840 προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικράτειας, αναφέρει πως συμμετείχε και έλαβε μέρος ως στρατιωτικός, είναι μέλος της επιτροπής των αρίστων του Ναυπλίου και τιμήθηκε με αριστείο υπαξιωματικού, χωρίς όμως να έχει λάβει ακόμα «προσήκον Αριστοφορικό Δίπλωμα».[7] Ο ίδιος δηλώ­νει δε στην απογραφή του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1839 ότι κατοικεί στην πόλη από το 1823.[8] Επιπρόσθετα, το όνομά του περιλαμβάνεται στις αναφορές που υπάρχουν στον φάκελο του Υπουργείου Αστυνομί­ας με τους πρόσφυγες Μικρασιάτες που βρίσκονται στο Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1825, Το επάγγελμα του, όπως αναγράφεται στη σχετική σημείωση, είναι γενικός αναφορογράφος.[9] Ο τρίτος συμβολαιογράφος Ναυπλίας είναι ακριβώς ο περίφημος αναφορογράφος της πόλης, και όχι μόνο, που αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης στο έργο «Ιστορικοί Ανα­μνήσεις» αλλά και τόσοι άλλοι συγγραφείς. Και αυτός ο ρόλος είναι ένας μόνο από όσους θα υπηρετήσει με αξιοσύνη ο Μαυροκέφαλος κατά τη διάρκεια του βίου του.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, με πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας εντοπίζονται δύο έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του και έχουν συνταχθεί στις 26 Φεβρουάριου και τις 31 Μαρτίου του 1822. Πρόκειται για έγγραφα του Μινιστέρου (Υπουργού) των Εσωτερικών και προσωρινού Πολέμου, Ιωάννη Κωλέττη, τα οποία υπογράφει ο Μαυροκέφαλος, αντί του ελλείποντος αρχιγραμματέα.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κεντρικό Σχολείο Αίγινας (1830)


 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα, το 1827, εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας, με ομόφωνο ψήφισμά της.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ο Iωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους, και ορκίζεται, το Γενάρη του 1828, στο Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Αιγίνης, Κυβερνή­της της Ελλάδας. Απευθύνει, από την πρώτη στιγμή, προσκλητήριο προς όλους τους Έλληνες, στον κοινό αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας, την οποία βρήκε σε χα­ώδη κατάσταση. Επιλέγει, κατά περίπτωση, τα πιο κατάλληλα πρόσωπα, επικοινωνεί με πλούσιους Έλληνες ομογενείς τους οποίους είχε γνωρίσει ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, και ζητάει τη βοήθειά τους για να βγάλει τη χώρα από τα ερείπια. Καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να επουλώσει πληγές αγιάτρευτες σε βασικούς τομείς της δημόσιας ζωής, με επίκεντρο την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση και την Παιδεία.

Ποτισμένος, ήδη από τα χρόνια που βρισκόταν στη Ρωσία, με τις διακηρύξεις του Ευ­ρωπαϊκού Διαφωτισμού, για ελευθερία και ανεξαρτησία των λαών, για κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων, ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα στη μόρφωση, είχε θέσει ως βασικό σκοπό της ζωής του να βρει τρόπους «για το φωτισμό και τη μόρφωση των δυστυχισμένων Ελλήνων» που θα έφερνε την πολυπόθητη Εθνική μας Ανεξαρτησία. Με βάση αυτές τις αρχές ήλθε στην Ελλάδα, όπου βρήκε την Παιδεία διαλυμένη, σχεδόν ανύ­παρκτη, αφού δεν υπήρχε ούτε ένα Κεντρικό Σχολείο στο οποίο να εκπαιδεύονται νέοι άξιοι για να διδάξουν, στη συνέχεια, σε όλες τις πόλεις και στα χωριά.

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Η ιδέα για την ίδρυση ενός τέτοιου Κεντρικού Σχο­λείου κυριαρχούσε ήδη από το 1824, όταν το Βουλευ­τικό υιοθέτησε πρόταση Επιτροπής που είχε συσταθεί υπό τον Άνθιμο Γαζή, και έκρινε να ιδρυθεί «ένα πρό­τυπο διδασκαλείο» στο Άργος, που θα είναι η πηγή της Ελληνικής Παιδείας, και «όπου η νεολαία θέλει πορίζεσθαι τας αρχάς των κοινωνικών αρετών». Όσο όμως διαρκούσε η Επανάσταση, κάτω μάλιστα από τις δυσμενείς συνθήκες που συνεχιζόταν η εξέλιξή της, δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση ενός τέτοιου Σχολείου, χωρίς όμως το θέμα αυτό να ξεχασθεί από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στην ίδρυσή του.

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Αίγινα, αναλαμβάνεται μια εργώδης προσπάθεια στον τομέα της Παιδείας. Δημιουργείται Υπουργείο με τον τίτλο «Επί των Εκκλησια­στικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία», που είχε την ευθύνη για τα Εκκλησιαστικά και Εκπαιδευτικά θέματα. Επιστρατεύονται άνθρωποι με λαμπρές σπου­δές στο Εξωτερικό, για να στελεχώσουν τις διάφορες Επιτροπές επιλογής βιβλίων για τα υπό ίδρυση Ελληνικά Σχολεία, και συγκροτείται η «Επί της Προπαιδείας Επιτροπή», εποπτευόμενη από τον Κερκυραίο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη, με πλούσια δραστηριό­τητα στην Ιταλία και στα Επτάνησα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Νικηταράς ενδιαφέρεται για Θέατρο


 

Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς (1782-1849) – Επιχρωματισμένη λιθογραφία, έργο του Γερμανού στρατιωτικού Karl Krazeisen.

Τα περιστατικά της δράσεως τον ονομαστού Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά κατά την επανάσταση του 1821, αλλά και πριν από αυτήν, είναι, ως γνωστό, πολλά. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας και από τους ηγέτες του Αγώνα, διακρίθηκε από τις πρώ­τες κιόλας μάχες, και ιδιαίτερα σ’ εκείνη των Δολιανών. Διακόσιοι μόνο Έλληνες, με αρχηγό αυτόν, κατατρόπωσαν εκεί έξη χιλιάδες Τούρκους, στους οποίους προκάλεσαν αφάνταστη φθορά. Τότε ονομάσθηκε «Τουρκοφάγος». Δια­δοχικά, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, και μετά από αυ­τή, πήρε διάφορα αξιώματα: μινίστρος (υπουργός), στρατηγός, γερουσιαστής. Δεν ξέφυγε όμως κι αυτός από την μοίρα πολλών άλ­λων αγωνιστών. Φυλακίσθηκε ένα διάστημα, τυφλώθηκε και τυφλός έμεινε ως τον θά­νατό του, το 1849.

Ο Νικηταράς όμως δεν υπήρξε μόνο Τουρκοφάγος. Από ένα έγ­γραφο, που φέρνουμε στο φως, αποδεικνύεται ότι ήταν ένας άνθρωπος με πνεύμα ευρύτατο, με ιδέες που θα μπορούσαμε να τις πούμε «τολμηρές» για την εποχή του. Γιατί επάνω στην κάψα του πολέμου, στα αίματα και στους καπνούς, σκέφθηκε, εκτός από τ’ άλλα, και την ίδρυση θεάτρου! (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Αίγινα του Καποδίστρια – Ιστορικό λεύκωμα


 

Σπάνια έγγραφα, γκραβούρες, φωτογραφίες και μαρτυρίες εποχής για τον ιστορικό ρόλο της Αίγινας ως Πρώτης Πρωτεύουσας της Ελεύθερης Ελλάδας. Πολύτιμα ντοκουμέντα, που στοιχειοθετούν τον ιστορικό ρόλο της Αίγινας ως τόπου εγκαθίδρυσης της πρώτης κυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους υπό τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, παρουσιάζει το Ιστορικό Λεύκωμα «Η Αίγινα του Καποδίστρια».

Το εν λόγω ιστορικό λεύκωμα αποτελεί έργο της Επιτροπής του Δήμου Αίγινας «Αίγινα 2021» και εκδόθηκε με τη στήριξη της Βουλής των Ελλήνων. Γράφουν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Διονύσης Καλαμάκης, η φιλόλογος Προνόη Θεολογίδου και η ομότιμη καθηγήτρια του ΕΜΠ Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη. Την επιμέλεια έκδοσης του λευκώματος είχε ο δημοσιογράφος Γιάννης Προβής.

 

Η Αίγινα του Καποδίστρια

 

Το περιεχόμενό του αποτελείται από έγγραφα, φωτογραφίες, μαρτυρίες, τα οποία συλλέχθηκαν με κόπο και συμβάλλουν καθοριστικά στην αποκατάσταση μιας αδικίας, που είχε ως αποτέλεσμα την παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στη συμβολή της Αίγινας κατά την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους. Καταδεικνύουν ωστόσο παράλληλα και την μακρά Ιστορία της Αίγινας ως τόπου όπου άνθισε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, όπως έχει καταγραφεί από ξένους περιηγητές. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η νεοκλασική οικία Δημητρίου Τσώκρη στο Άργος – Χρήστος Ι. Πιτερός


 

Τσώκρης Δημήτριος (1796-1875)

Ο Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875) υπήρξε κορυφαία στρατιωτική φυσιογνωμία του Άργους, καπετάνιος, στρατηγός κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και βουλευτής με συνεχή ενεργό δράση κατά τον 19ο αι.[1] Η μοναδική νεοκλασική μνημειακή οικία Δ. Τσώκρη (Εικόνες 1, 2), η παλαιότερη της πόλης, είναι κτισμένη στα δυτικά του Άργους (Ο.Τ. 87), στο Λιέπουρ μαχαλά, μέσα σε κήπο που δεν σώζεται, στη διασταύρωση των οδών Καραντζά αρ. 6 και Ηρακλέους, που αποτελούσε την κύρια οδό επικοινωνίας Κορίνθου, Άργους, Τριπολιτσάς κατά την Τουρκοκρατία.[2] Ο Λιέπουρ μαχαλέ(ας) ήταν η μεγαλύτερη συνοικία του Άργους, γνωστή και ως Αρβανιτιά. Μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστός ως μαχαλάς «των λαγωών» από την αλβανική λέξη λιέπουρ, που σημαίνει το λαγό, διότι κατά μίαν υποθετική άποψη στον μαχαλά αυτό κατέβαιναν τη νύχτα οι λαγοί από τον γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία.[3] Ωστόσο ο συνοικισμός Λιέπουρ μαχαλάς έλαβε το όνομα το πιθανότερο από τον αρχηγό Λιέπουρ της ισχυρότερης φάρας των Αλβανών, που κατοικούσαν στην περιοχή[4] αυτή από το 1770.

 

Εικόνα 1. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη (1930) από νότια. Εικόνα 2. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη, υπάρχουσα κατάσταση από νοτιοανατολικά. Εικόνα 3. Κατόψεις ισογείου 1 και ορόφου 2, κατά Π. Ξηνταρόπουλο.

 

Ο άμεσος περιβάλλων χώρος της οικίας Δ. Τσώκρη με το σωζόμενο χαρακτηριστικό μανδρότοιχο και την χαρακτηριστική υστερονεοκλασική μνημειακή αυλόπορτα στη νότια κύρια πρόσοψη έχει οικοπεδοποιηθεί και ανοικοδομηθεί με διώροφες κατοικίες από σκυρόδεμα, που περικλείουν ασφυκτικά την νεοκλασική οικία (Χάρτης 1). Ιδιαίτερα η νοτιοδυτική μεγάλη διώροφη οικία (Εικόνα 2) κτισμένη σε απόσταση μόλις 2,27 μ. (Χάρτης 1) έχει βάναυσα κακοποιήσει το λαμπρό νεοκλασικό κτίριο και αποκρύπτει πλήρως την όψη της δυτικής κύριας πτέρυγας της οικίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «σπηλιά» του Μακρυγιάννη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της φιλολόγου, κυρίας Κατερίνας Σολακάκη,  που αφορά στη συγκυριακή όσο και συγκινητική ανακάλυψη ενός από τους τόπους που έδρασε ο Ιωάννης Μακρυγιάννης στην Αθήνα. Πρόκειται για τη «σπηλιά» του, της οποίας την ταυτοποίηση είχε την  τιμή να κάνει, το καλοκαίρι του 2019.

 

«Η σπηλιά του Μακρυγιάννη»

  

Η αναγκαιότητα της ησυχίας, η οποία πάντα συνοδεύει την εξεταστική των παιδιών μου, ώθησε τα βήματά μου, ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου του 2019, για πολλοστή φορά, στον αγαπημένο τόπο κατά τα διαστήματα των τελευταίων χρόνων που παρεπιδημώ στην Αθήνα· στον κήπο και στη «σπηλιά» του οπλαρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), στο χώρο του αρχαίου Ολυμπιείου, ο οποίος συνόρευε με το σπίτι και το περιβόλι του. Ίσως, επειδή το σπίτι έχει πια κατεδαφιστεί και ο κήπος χαθεί, βορά στην αδηφάγο ανάπτυξη, το ενδιαφέρον μου ήταν πάντα επικεντρωμένο στον εντοπισμό της «σπηλιάς», η οποία είναι θαμμένη στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις διαμαρτυρίες των ανθρώπων που πρόλαβαν να τη δουν, πριν καλυφθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, εδώ και 120 περίπου χρόνια. Το μεσημέρι αυτό, η μυστική μου ευχή να βγει ξανά στο φως, πραγματοποιήθηκε με ένα ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο, αφού η παρουσία μου εκεί συνέβαλε στην ταύτιση της θολωτής κατασκευής, την οποία είχε αποκαλύψει η σκαπάνη της κας Νίκης Σακκά, αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αθηνών, με τη «σπηλιά» του Μακρυγιάννη.

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

Η μελέτη αυτή, η οποία συντάχθηκε με την προτροπή της, ώστε να παρουσιαστεί τεκμηριωμένα η χρήση του χώρου αυτού από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, βασίστηκε κυρίως στις πρωτογενείς πηγές, δηλαδή στα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και στα σχόλια των εκδοτών τους. Θα εκπληρώσει δε ουσιαστικότερα το σκοπό της, αν φανεί χρήσιμη στους σύγχρονους μελετητές, στους εκπαιδευτικούς όπως και στους μαθητές. Ως καθηγήτρια, ερχόμενη καθημερινά σε επαφή με τη νέα γενιά στις αίθουσες διδασκαλίας, διαπιστώνω, ολοένα και περισσότερο, πόσο αναγκαία είναι σήμερα η επαφή των νέων ανθρώπων με τις αξίες που βίωσαν οι πρόγονοί μας και οι οποίες τους ώθησαν να δημιουργήσουν αξιόλογο διαχρονικά πολιτισμό. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρούνται και να αναδεικνύονται στη διαχρονικότητά τους οι χώροι και τα αντικείμενα που συνδέονται με αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση «η σπηλιά» του Μακρυγιάννη, διότι έτσι παραμένουν διαχρονικά και τα πρότυπα που εκείνοι αποτελούν και προβάλλουν.

 Η κάρτα της ελευθέρας εισόδου μου, ως εκπαιδευτικού, μου επιτρέπει να μπαινοβγαίνω στον αρχαιολογικό χώρο σαν στο σπίτι μου. Έτσι νιώθω, καθώς περιδιαβάζοντας στο χώρο, αναπλάθω με τη φαντασία μου τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη δυτική πλευρά του ναού, η οποία συνόρευε με το περιβόλι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο διορισμός του ως Πολιτάρχη των Αθηνών, τον Ιανουάριο του 1823, είναι η αρχή της σχέσης του, εικοσιεξάχρονου τότε, με την πολιτεία των Αθηναίων:

 

Κοινῇ γνώμῃ διορίζονται οἱ Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας καί Μακρυγιάννης μέ ἑξῆντα ἀνθρώπους ἀχωρίστως νά καθίσωσιν εἰς τήν κοινήν πόρταν ἐπιστάται κατά τήν συνήθειαν καί νά ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τήν φύλαξιν τῶν νόμων καί εὐταξίαν τῆς πόλεως […] ἐσφραγισμένα τῇ κοινῇ σφραγίδι καί ὑπογεγραμμένα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου 1823. Οἱ Ἔφοροι Ἀθηνῶν. (Βλαχογιάννης, 1907: Α΄, 3-5)

 

Η σχέση αυτή θα σφραγιστεί με τα σοβαρά τραύματα που θα λάβει κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης του κάστρου των Αθηνών από την πολιορκία των δυνάμεων του Κιουταχή (1826-1827), θα γίνει δε καθολικότερη και μονιμότερη, όταν κατά το 1827, ενώ ο Κιουταχής έχει υπό την κατοχή του την Αθήνα, θα αγοράσει μια έκταση εκτός του τείχους των Αθηνών, δίπλα στο ναό του Ολυμπίου Διός. Βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, το 1833 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, την ιδιαίτερη πατρίδα της γυναίκας του Αικατερίνης Σκουζἐ, όπου θα χτίσει το σπίτι του και θα φυτέψει το περιβόλι του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εμμανουήλ Α. Λούζης – Κορβέτα «Νήσος των Σπετσών» (πρώην «Αγαμέμνων» της Μπουμπουλίνας). Η δραστηριότητά της ως μονάδας του Στόλου και το άδοξο τέλος της (1829 -1831)


 

Κορβέτα «Νήσος των Σπετσών»…

Η συμπλήρωση διακοσίων ετών από τον ηρωικό Αγώνα της Απελευθερώσεως κατά το 1821 απετέλεσε εφαλτήριο για πρόσθετη γόνιμη έρευνα σε πολλές από τις, ακόμη ασαφείς, πτυχές των σχετικών γεγονότων, από μελετητές και ιστορικούς ερευνητές. Μεταξύ αυ­τών ο κ. Εμμανουήλ Α. Λούζης, υπεύθυνος του Μου­σείου Σπετσών, λίγο μόνον χρονικό διάστημα μετά την παρουσίαση του έργου του για την προσωπικότητα του Σπετσιώτη Ναυάρχου Γ. Ανδρούτσου, μας ξαφνιά­ζει και πάλι ευχάριστα με ένα ακόμη έργο, εξίσου υψη­λού επιπέδου και κυρίως εξαιρετικά χρήσιμου στην έρευνα. Ασκούμενος στα δύσβατα πεδία της γνώσης, ο κ. Λούζης για ακόμη μια φορά, ως συνηθίζει, κατα­πιάνεται με ένα όχι ευρέως γνωστό θέμα, αναδιφώντας απευθείας στις σύγχρονες των γεγονότων πηγές και συγκομίζοντας αποκρυσταλλωμένη γνώση για ένα επιπρόσθετο ζήτημα του Ναυτικού Αγώνα. Του πλοίου «Αγαμέμνων» (κατόπιν «Νήσος Σπέτσαι») δηλ. της ναυαρχίδος του μικρού στόλου της ηρωικής και αδικοχα­μένης καπετάνισσας των Σπετσών, Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει έργο που να ασχολείται τόσο διεξοδικά και αποκλειστικά με αυτό το πλοίο, το οποίο αποτέλεσε καμάρι της Καπετάνισ­σας, φόβητρο των πολεμίων και απαύγασμα της ναυπηγικής των Σπετσών.

Το πλοίο «Αγαμέμνων», κατασκευασμένο στα σπετσιώ­τικα καρνάγια με μήκος πλέον των 32μ. (36 πήχεων) και δύναμης 18 κανονιών, αποτελούσε ένα πραγματι­κό θαύμα της ναυπηγικής, έναν αληθινό βράχο επί της θαλάσσης. Συγκείμενος σε οκτώ πλοιοκτητικά μερίδια, με την πλειοψηφία αυτών στα χέρια της Μπουμπουλί­νας και της οικογένειάς της, για μισή δεκαετία διέσχιζε τα πελάγη, παλεύοντας για την επιβολή της ελληνικής κυριαρχίας στην θάλασσα των Οθωμανών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »