Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Κωνσταντινίδης Ιωνάς, Επίσκοπος Δαμαλών και Πεδιάδος (1764-1853)


 

Ο Επίσκοπος Δαμαλών Ιωνάς, ένας από τους καπετάνιους των ατάκτων σωμάτων της επαρχίας Ερμιονίδας, 42 ετών κατά την έναρξη της Επαναστάσεως, γεννήθηκε στα Σουδενά (Κάτω Λουσοί) Καλαβρύτων.

Προτομή Αρχιεπισκόπου Κορινθίας Ιωνά, έργο του Σταύρου Βαλασάκη. Πηγή «Τα γλυπτά της Αθήνας», φωτογραφία: Νίκος Καλλονιάτης.

Επίσκοπος Δαμαλών  – η Επισκοπή Δαμαλών είχε ως έδρα τον Δαμαλά και είχε στην δικαιοδοσία της τους τότε δήμους Τροιζήνος, Πεδιάδος (Επιδαύρου) και Λυγουρίου -, από το 1801, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία στις 9 Οκτωβρίου του 1819 από τον Κορίνθιο προεστό Θεοχάρη Ρέντη. Ύψωσε τη σημαία της Επαναστάσεως στην περιοχή του Δαμαλά (Τροιζήνα), μαζί με τον Ποριώτη προεστό Νικόλαο Γκίκα, και πρωτοστάτησε στον ξεσηκωμό της Τροιζηνίας και της Κορινθίας.

Μεταξύ άλλων, ο Ιωάννης Φιλήμων στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» γράφει για την προσφορά του στον Αγώνα: «Και ιδού ο πατριώτης Επίσκοπος Δαμαλών Ιωνάς επικεφαλής 600 περίπου Σολυγείων (Σοφικιτών) της Κορινθίας, Τροιζηνίων και Ερμιονιτών, ο Ηγούμενος Γρηγόριος μετά πολλών Σαλαμινίων (Κουλουριωτών), ο Σιναϊτης και ο Διδασκαλόπουλος μετά των Πειραίων (Περαχωριτών) συγκεντρούνται τη 30ή Μαρτίου, ημέρα Τετάρτη, οι μεν τοις Κεγχρεαίς (Κεχριαίς) οι δε κατά το λεγόμενο τείχος του Ισθμού…».

Στις 30 Μαρτίου 1821 κατέφθασε στο ελληνικό στρατόπεδο Κεχριών επικεφαλής 600 ατάκτων από το Σοφικό και τους Κάτω Ναχαγιέδες Ναυπλίας και Κορινθίας. Την μεθεπομένη κινήθηκε με το τμήμα του προς τον Ακροκόρινθο, με σκοπό να λάβει μέρος στην πολιορκία του κάστρου. Τον Απρίλιο του 1821 κατά τη διάλυση της πολιορκίας του φρουρίου από τους Αλβανούς του κεχαγιάμπεη του Μώρα βαλεσή, Μουσταφά, παραλίγο να συλληφθεί αιχμάλωτος. Στις 14 Ιανουαρίου 1822 παρευρέθη στην παράδοση του εν λόγω κάστρου στις επαναστατικές δυνάμεις και χοροστάτησε στην επακολουθήσασα πανηγυρική δοξολογία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βούλγαρης Διονύσιος Π.  (†1821)


 

Στη χορεία των ιερωμένων αγωνιστών και μαρτύρων που πότισαν με το αγιασμένο αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς ανήκει ασφαλώς και ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βούλγαρης, ηγούμενος της Μονής Αυγού.[1]

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βούλγαρης.

Έτσι το όνομα του ηρωικού ιερωμένου είναι γραμμένο δίπλα στα ονόματα του εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, του Αθανασίου Διάκου, του ιερομάρτυρα επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, του επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα  και τόσων άλλων επωνύμων και ανωνύμων κληρικών που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.

Ο Διονύσιος ήταν θείος του σκληρού αλλά γενναίου χιλίαρχου Αναστασίου Μονοχάρτζη και από τις αρχές του 19ου αιώνα και για 20 ολόκληρα χρόνια, έχοντας την οικονομική διαχείριση της περιουσίας των Ιερών Μονών Αυγού, Ζωοδόχου Πηγής Κορωνίδος και Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης,[2] εργάστηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και ευθύνη για την προετοιμασία του αγώνα. Γι΄ αυτό πολλές φορές κινδύνευσε η ζωή του από τους Τούρκους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ιστορική οικογένεια Νικολάου της Ερμιόνης


 

Νικόλαος Δημητρ. Νικολάου

  

Φέρεται να είναι ο γενάρχης της ιστορικής οικογένειας γεννημένος στην Ερμιόνη στα τέλη της 10/ετίας του 1780. Ο Γεώργιος Μ. Βουτσίνος στο βιβλίο του «Μητρώον Ερμιονέων Αγωνιστών» τον αναφέρει ως επί κεφαλής (μπουλουξή) σώματος ατάκτων που έδρασε κατά τους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Μετά την απελευθέρωση οι διάφορες επιτροπές εκδουλεύσεων τον ενέταξαν στους αξιωματικούς με τον βαθμό Ζ΄(ανθυπολοχαγού). Ένας από τους γιους του φαίνεται να είναι ο Δημήτριος Νικολ. Νικολάου που στη συνέχεια παρουσιάζουμε.

 

Δημήτριος Νικ. Νικολάου

 

Γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1813 και παντρεύτηκε τη Θεοδώρα Ιω. Μήτσα θυγατέρα του Γιάννη Μήτσα. Προύχοντας στην Ερμιόνη ο Δημήτριος Ν. Νικολάου ασχολήθηκε με την τοπική αυτοδιοίκηση και έχοντας πάντα στο πλευρό του τον καπετάν Σταμάτη Μήτσα διετέλεσε Δήμαρχος της πόλης για πολλά χρόνια με πολιτικό του αντίπαλο τον Ιωάννη Γεωργ. Οικονόμου. Από σχετικά έγγραφα που φέρουν το όνομα και την υπογραφή του φαίνεται να ήταν δήμαρχος την τριετία 1842 – 1845, οπότε και παύτηκε για πολιτικούς λόγους. Εκλέχθηκε ξανά το 1850 -1855 και για μια ακόμη φορά το 1860 – 1862, πάντα με αντίπαλο τον Ιωάννη Γεωργ. Οικονόμου.

Στις 2 Οκτωβρίου 1843 εξελέγη ως ένας από τους τέσσερις εκλέκτορες της Ερμιόνης του σώματος των είκοσι τεσσάρων εκλεκτόρων της επαρχίας του Κάτω Ναχαγιέ, οι οποίοι θα αναδείκνυαν τους δύο πληρεξούσιους αντιπροσώπους της επαρχίας για την «Α΄ εν Αθήναις της Γ΄ Σεπτεμβρίου Εθνοσυνελεύσεως». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ιστορική οικογένεια Μάλλωση της Ερμιόνης


 

Θεοδωράκης Μάλλωσης (1791-1864)

  

Ο Θεοδωράκης Μάλλωσης φέρεται ως ο γενάρχης της ερμιονίτικης οικογένειας Μάλλωση γεννημένος στην Ερμιόνη περί το 1791.

Από την έναρξη της Επανάστασης βρέθηκε στο πλάι του πολέμαρχου καπετάν Γιάννη Μήτσα, τον οποίο ακολουθούσε σε όλες τις μάχες. Ήταν ο αχώριστος μπιστικός του. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε στην Άρεια, προάστιο της πόλης. Στη συνέχεια συμμετείχε στις μάχες του Άργους, των Δερβενακίων, της άλωσης του Παλαμηδίου καθώς και στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στον Πειραιά. Έτσι βρέθηκε κοντά στον καπετάνιο Γιάννη Μήτσα τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ενώ η παράδοση θέλει να θρήνησε πικρά το χαμό του.

Στις 20 Φεβρουαρίου του 1825 προάγεται σε υποχιλίαρχο, ενώ οι διάφορες επιτροπές εκδουλεύσεων μετά την ανεξαρτησία της χώρας τον ενέταξαν στους αξιωματικούς και του χορηγήθηκε ο βαθμός Ζ΄ του ανθυπολοχαγού. Με τον βαθμό αυτό κατατάχθηκε το 1838 στη Βασιλική Φάλαγγα και το 1845 προήχθη σε υπολοχαγό. Επίσης τιμήθηκε «με το Αργυρούν Αριστείον Αγώνος», ενώ η Πολιτεία μετά την επανάσταση του χορήγησε μια μπρατσέρα [από το ιταλικό Bracciera ή brazzera ήταν τύπος μικρού ιστιοφόρου πλοίου με δύο ιστούς (κατάρτια)] ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του προς αυτή κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Αξιόλογη ήταν η προσφορά του Θοδωράκη Μάλλωση και στην κοινωνική ζωή της Ερμιόνης. Στον κατάλογο των συνεισφορών της 19ης Δεκεμβρίου 1829 φαίνεται να έχει καταθέσει 50 γρόσια για τη σύσταση της Αλληλοδιδακτικής (Καποδιστριακής) Σχολής Ερμιόνης. Μάλιστα από λάθος του συντάκτη της κατάστασης καταχωρείται στην 11η θέση ως Σταμάτης Μάλλωσης κάτω ακριβώς από το όνομα του Σταμάτη Μήτσα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ιστορική ερμιονίτικη οικογένεια των Μερκούρηδων


 

Γεώργιος Μερκούρης

Από τις πιο παλιές και ένδοξες οικογένειες της Ερμιόνης που έδρασαν προεπαναστατικά, στη διάρκεια της επανάστασης αλλά και στους μετέπειτα χρόνους μέχρι τις ημέρες μας, είναι και η οικογένεια των Μερκούρηδων.

Γενάρχης της φέρεται να είναι ο Γεώργιος Μερκούρης, ο οποίος έζησε στην Ερμιόνη στα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος αναφέρει ότι η οικογένεια αριθμούσε 14 αδέλφια, 11 αγόρια και 3 κορίτσια. Υποθέτουμε ότι ο ανωτέρω άντλησε αυτή την πληροφορία από τον Σπύρο Γ. Μερκούρη, τον Δήμαρχο Αθηναίων και δισέγγονο του Γεωργίου Μερκούρη, όταν ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος υπηρετούσε ως Γενικός Γραμματέας στον Δήμο και είχε συνδεθεί μαζί του με αδελφική φιλία.

 

Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης

Γιος του Γεωργίου Μερκούρη, ένας από τους ηρωικότερους άνδρες του Κάτω Ναχαγιέ της Επανάστασης του 1821. Με την έναρξη του αγώνα οι δημογέροντες και οι κάτοικοι της Ερμιόνης τον διόρισαν αρχηγό του εκστρατευτικού σώματος του χωριού.

Αφού ορκίστηκε με τους άλλους αγωνιστές στο «Γκούρι Βιτόρεσε» έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου ο καπετάν Σπύρος Μερκούρης επέδειξε ιδιαίτερη ανδρεία μαχόμενος με τους άνδρες του υπό τις διαταγές του Παπαρσένη. Με στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 50 – 100 παλληκάρια συμμετείχε στις μάχες του Άργους, των Δερβενακίων και των Μύλων.

Το 1821 και το 1826 διατέλεσε πρόκριτος της Ερμιόνης, ενώ το 1822 ήταν έφορος του τόπου. Στις 29 Μαρτίου 1823 συμμετέχει, ως εκλεγμένος πληρεξούσιος της επαρχίας Ερμιονίδος, στη Β΄ Εθνική Συνέλευση, που έγινε στο Άστρος Κυνουρίας.

Ο Νικήτας Σταματόπουλος (Νικηταράς) αναγνωρίζοντας τη γενναιότητά του τον επαινεί με έγγραφό του στις 13 Μαΐου 1823. Στις 10 Ιουνίου 1823 ονομάζεται χιλίαρχος του ελληνικού στρατού. Δύο μήνες αργότερα, στις 13 Αυγούστου, ο Μινίστρος του Πολέμου Ιωάννης Κωλέττης του χορηγεί πιστοποιητικό αναγνώρισης των υπηρεσιών του για την ελευθερία της πατρίδας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιωάννης Καποδίστριας: Διεθνείς Θεσμικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις (1800-1831)


 

Το Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών, Καθηγητού Ηλία Κρίσπη και Δρ Αναστασίας Σαμαρά – Κρίσπη, στο πλαίσιο του Επετειακού Εορτασμού των Διακοσίων Ετών από τον χρόνο ενάρξεως του Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας το 1821, εξέδωσε Πανηγυρικό Συλλογικό Τόμο, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας – Διεθνείς Θεσμικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις (1800-1831)». Η έκδοση πραγματοποιήθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Κασταλία», του κυρίου Σεραφείμ Μηχιώτη.

Με τον τόμο αυτό επιχειρείται, υπό την επιμέλεια των Δρ. Αναστασίας Σαμαρά – Κρίσπη, Δρ. Σοφίας Μωραϊτη και Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, μία πολυδιάστατη προσέγγιση στην προσωπικότητα και την δράση του Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια, με συνεισφορές γνωστών συγγραφέων, που καλύπτουν, πολιτικές, διεθνείς και θεσμικές πτυχές του πολύπλευρου έργου του, επιχειρώντας να διερευνήσουν, ανεξιχνίαστες πλευρές και να συμβάλλουν στον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε κορυφαία πολιτική προσωπικότητα στην ελληνική ιστορία και στις διεθνείς σχέσεις της εποχής του. Η δράση του αποτέλεσε μια από τις πλέον σημαντικές διαστάσεις της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και της ίδρυσης του Ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, κι όμως πολλές κρίσιμες πτυχές της συνιστούν ακόμη αντικείμενο έρευνας. Εύστοχα ο Κωνσταντίνος Τσάτσος υπογράμμισε «ότι ο Καποδίστριας εξακολουθεί ακόμη τώρα να αναδύεται από το σκοτάδι, μέσα από τα αδημοσίευτα αρχεία των υπουργείων των Μεγάλων Δυνάμεων της Εποχής του, μέσα από την αλληλογραφία του και τα δημόσια έγγραφα, πολλά των οποίων δεν φέρουν την υπογραφή του, αλλά που είναι φανερό πως αυτός τα είχε συντάξει». 

 

Ιωάννης Καποδίστριας: Διεθνείς Θεσμικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις (1800-1831)

 

Ο επετειακός αυτός συλλογικός τόμος του Ιδρύματος Διεθνών Νομικών Μελετών Καθηγητού Ηλία Κρίσπη – Αναστασίας Σαμαρά-Κρίσπη για τα 200 έτη από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, επιμέλειας των Αναστασίας Σαμαρά-Κρίσπη, Σοφίας Κ. Μωραϊτη και Στέλιου Αλειφαντή που μόλις κυκλοφόρησε σε συνεργασία με τις Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ» επιχειρεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση στην προσωπικότητα και την δράση του Ιωάννη Καποδίστρια με συνεισφορές συγγραφέων που καλύπτουν πολιτικές, διεθνείς και θεσμικές πτυχές του έργου του, αναδεικνύουν νέες πηγές επιχειρώντας να διερευνήσουν ανεξιχνίαστες πλευρές και συνιστούν μια ουσιαστική συμβολή στον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο. Μια πλειάδα εξαίρετων επιστημόνων και ερευνητών καλύπτει ένα μοναδικό εύρος θεμάτων της ιστορικής διαδρομής του Ιωάννη Καποδίστρια, που υπήρξε θεμελιωμένη στην πατριωτική πεποίθησή του ότι «η αναγέννησις και η αληθής ανεξαρτησία ενός λαού δεν δύναται να είναι, ειμή και μόνον ίδιον έργον». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Υπόθεση Μιχαήλ Λαμπρυνίδη – Η ιστορία έρμαιο των διαχειριστών της, της Μικέλας Χαρτουλάρη και η απάντηση του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  το  δισέλιδο αφιέρωμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», 3 Ιουλίου 2021,  που αφορά στην «Υπόθεση Μιχαήλ Λαμπρυνίδη» και την έκδοση της Δεύτερης Γραφής της «Ναυπλίας» με τίτλο: «Η ιστορία έρμαιο των διαχειριστών της» και υπότιτλο «Νέες πηγές, μόνιμες αγκυλώσεις». Το αφιέρωμα το έχει επιμεληθεί η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη δισεγγονή του Λαμπρυνίδη που επί χρόνια πολλά ασχολείται και στον έντυπο τύπο και στην τηλεόραση με το βιβλίο. Ακολουθεί η απάντηση Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

 

 «…Μια και μόνη σωτείρα οδός ανοίγεται εις πάσαν εφεξής Κυβέρνησιν, όπως μη εν ου μακρώ χρόνω ευρεθή προ ερειπίων, εξ ενός μεν να επιδιώξη την αύξησιν των δημοσίων προσόδων ουχί διά της επιβολής νέων φόρων (της ράχεως του λαού μη ούσης επιδεκτικής περαιτέρω επιβαρύνσεως), αλλά διά λελογι­σμένης και ευσυνειδήτου εισπράξεως των εν ισχύϊ και επιμελούς επιτηρήσεως και προλήψεως πάσης καταχρήσεως, εξ ετέρου δε να περιορίση τον εσμόν των αργόμισθων και εν γένει καταργήση πάσαν άγονον σπατάλην του δημοσίου χρήματος…»

Είναι ο γεννημένος στο Ναύπλιο νομικός, λόγιος, ιστορικός, και πολιτευτής με το τρικουπικό κόμμα, Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1851-1915), σε ένα από τα πύρινα άρθρα του ενάντια στην «υπεραφαίμαξιν του λαού» που ακολού­θησε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου μετά την ήττα της χώρας στον ελλη­νοτουρκικό πόλεμο του 1897. Το δημοσιεύει με τίτλο «Εν Πρόγραμμα Οικονομιών» στην εφημερίδα Αθήναι της 17ης Ιουλίου 1909, μόλις έχει παραιτηθεί ο πρωθυπουργός του τρικουπικού κόμματος Γεώργιος Θεοτόκης και έχει αναλάβει ο Δημήτριος Ράλλης. Ύστερα από μερικές εβδομάδες θα ξεσπάσει το στρατιω­τικό Κίνημα στο Γουδί. Η Ελλάδα έφθανε τότε μόλις μέχρι και τη Θεσσαλία και την Άρτα.

 

Ο Ναυπλιώτης νομικός, ιστορικός, λόγιος και βουλευτής με το Τρικουπικό κόμμα, Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

 

Μία δεκαετία νωρίτερα, το 1898, ο Μ. Λα­μπρυνίδης είχε εκδώσει το πασίγνωστο βιβλίο του «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς» (Εν Αθήναις, Τύποις Εκ­δοτικής Εταιρείας), υπογραμμίζοντας, μέσα και από δυσεύρετες σήμερα πηγές, τον κομβικό ρόλο του Ναυπλίου, το οποίο «καίτοι επί εξακόσια όλα έτη απετετέλεσεν εν τη κυρίως Ελλάδι το στρατιωτικόν και ναυτικόν κέντρον των ξένων δυναστών, Φράγκων, Ενετών και Τούρκων, κατά δε την Επανάστασιν διέσωσε την ανεξαρτησίαν του Εθνους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αναισθησία τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα


 

Η πλήρης κατάργηση του πόνου στο χειρουργείο επιτυγχάνεται για πρώτη φορά την 16η Οκτωβρίου 1846, όταν ο W. Morton χορηγεί αναισθησία με αιθέρα σε ασθενή στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης. Λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Απριλίου 1847, χορηγούνται οι πρώτες αναισθησίες με αιθέρα στην Ελλάδα από τους Ερρίκο Τράϊμπερ, Αρχίατρο, και Νικόλαο Πετσάλη, Επίατρο, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών και ο Τύπος της εποχής τους αποθεώνει.

Ο εξοπλισμός για τη χορήγηση της αναισθησίας και η αναζήτηση νέων αναισθητικών με καλύτερες ιδιότητες για την εισαγωγή στην αναισθησία απασχόλησαν ιδιαίτερα την ιατρική κοινότητα, με πρωτεργάτες τους Ξαβιέρο Λάνδερερ και Βερνάρδο Ρέζερ. Όμως η ελλιπής προσέλευση των ασθενών στα Νοσοκομεία, η έλλειψη χειρουργικών εργαλείων και εμπειρίας, η άγνοια, ο φόβος από τη «νάρκωση» και οι θάνατοι κατά τη διάρκεια αναισθησίας λειτούργησαν σε ότι αφορά την εξέλιξη της χειρουργικής ανασταλτικά. Η αναισθησία τέθηκε στο περιθώριο πάνω από δύο δεκαετίες και ο αριθμός των χειρουργικών επεμβάσεων, που πραγματοποιούνταν, παρέμενε μικρός. Καθώς όμως οι εμπειρίες αναισθησίας με αιθέρα και χλωροφόρμιο συσσωρεύονταν, και μετά την εισαγωγή της αντισηψίας το 1868 ο ορίζοντας της Χειρουργικής άρχισε να επεκτείνεται σταδιακά σε σοβαρότερες και βαρύτερες επεμβάσεις, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος.

 

Εισαγωγή

 

Αντιπροσωπευτική για την κατάσταση, που κυριαρχούσε σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέχρι το 1846 σχετικά με τη αναισθησία, είναι η μεταφορά δημοσίευσης με τίτλο «Περί της συγκοπής συντελούσης εις την αποφυγήν των προερχόμενων από τας χειρουργικάς εγχειρήσεις πόνων» από την «Εφημερίδα των Ιατροχειρουργικών γνώσεων», από τον Νικόλαο Κωστή, στο τεύχος του Δεκεμβρίου του 1837 στον «Ασκληπιό».[1]

Το άρθρο αυτό αναφέρεται στην περίπτωση ασθενούς, που έπρεπε να χειρουργηθεί για την αφαίρεση όγκου του τριχωτού της κεφαλής. Κάθε φορά που το νυστέρι ακουμπούσε την ασθενή, αυτή αντιδρούσε βίαια, ξέφευγε από τα χέρια αυτών που την κρατούσαν και δεν μπορούσε να γίνει η επέμβαση. Για το λόγο αυτό η ασθενής υποβλήθηκε σε αφαίμαξη μέχρι να λιποθυμήσει. Συνολικά αφαιρέθηκαν πενήντα τέσσερις ουγγιές αίματος και έτσι μπόρεσε να

γίνει η επέμβαση, κατά την οποία δεν υπήρχε η παραμικρή αιμορραγία στο χειρουργικό πεδίο.

Ο χειρουργός με το όνομα Ουαρδόπιος (δεν αναφέρεται η πόλη και χώρα που έγινε) προτείνει τη μέθοδο αυτή, για να μην υποφέρουν οι ασθενείς και για να μην αιμορραγούν στο χειρουργικό πεδίο.

 

Οι πρώτες αναισθησίες με αιθέρα

 

Τέσσερις μήνες μετά την πρώτη αναισθησία με αιθέρα, στη συνεδρία της 10ης Φεβρουαρίου του 1847 της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, ο Βερνάρδος Ρέζερ ανακοινώνει «για τη χρήση του θειϊκού αιθέρα προς αποφυγήν των πόνων κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων» και τονίζει ότι πολύς λόγος γίνεται στην Ευρώπη και ότι είναι καλό να ξεκινήσουν οι δοκιμές και στην Ελλάδα.[2]

Το πρώτο σχετικό άρθρο με την κατάργηση του πόνου στο χειρουργείο στην Ελλάδα δημοσιεύθηκε στο τεύχος 3 του ιατρικού περιοδικού «Νέος Ασκληπιός». [3] Στο άρθρο περιγράφονται λεπτομερώς οι πρώτες αναισθησίες με αιθέρα με συσκευή Charrière στο Παρίσι, από τον Velpeau, τον JF Malgaigne και άλλους, στα νοσοκομεία La Charitė, Saint Louis, Hotel – Dieu και το Νοσοκομείο των Παίδων.

 

«Ο Νέος Ασκληπιός» – Σύγγραμμα Περιοδικόν των Φυσικο-Ιατρικών Επιστημών, 1842.

 

Ο συντάχτης του άρθρου παρακινεί τους Έλληνες χειρουργούς να επιχειρήσουν και αυτοί την αναισθησία με αιθέρα, τονίζοντας ότι ο Liston, στο University College και ο Ferguson στο Kings College στο Λονδίνο, ακολουθώντας πιστά την επιστολή του Warren, επανέλαβαν επιτυχώς τα πειράματα στο Λονδίνο το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου του 1846 και ότι τα νέα στην Ελλάδα είναι γνωστά από τον Νοέμβριο του 1846, που δημοσιεύθηκαν στον καθημερινό τύπο της Αθήνας. Στο ίδιο τεύχος του «Νέου Ασκληπιού» δημοσιεύεται επιστολή του Στέφ. Σταυρινάκη, φοιτητού Ιατρικής στο Μόναχο, με πληροφορίες σχετικές με τις πρώτες αναισθησίες με αιθέρα στο Μόναχο, στις 29 Ιανουαρίου 1847 σε τέσσερις ασθενείς, χωρίς όμως να αναφέρεται σ’ αυτόν που τις χορήγησε.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Προσφορά των Φιλελλήνων στην Οργάνωση του Ένοπλου Αγώνα – Υπό κ. Δημήτρη Μαλέση, διδάσκοντος της Ιστορίας στην ΣΣΕ


 

Η φιλελληνική στάση ως ιδεολογικό και πνευματι­κό ρεύμα, εμπνευσμένο από τα αισθητικά πρότυ­πα και την παιδεία του ελληνικού πολιτισμού, συ­νιστά ένα διαχρονικό φαινόμενο, αναγόμενο στην αρχαιότητα, περνά μέσα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, τους μέσους χρόνους και φτάνει έως τους νεότερους χρόνους της Αναγέννη­σης και του Διαφωτισμού. Ως αναπόδραστη απόληξη, κορυφώνεται κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας (1821 -1830), με πολ­λαπλές συνέπειες κυρίως ωφέλιμες για την εθνική υπόθεση των επαναστατημένων Ελ­λήνων.

Προκειμένου να κατανοηθεί το κίνη­μα του φιλελληνισμού θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που επικρατούσαν στη Γηραιά Ήπειρο, συνεπώς τα αίτια που το κατέ­στησαν μια από τις πιο σημαντικές παραμέ­τρους της Επανάστασης. Αναφερόμαστε αφ’ ενός στο διάχυτο αισθητικό ρεύμα του κλα­σικισμού και του ρομαντισμού κι αφετέρου στην επαναστατική πλημμυρίδα του φιλελευθερισμού, η οποία κατέκλυσε την Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ως ανασχετικό αντίβαρο στην απολυταρχική άμπωτη της Ιεράς Συμμαχίας.

Ο αναστοχασμός της αρχαίας ελληνικής παιδείας οιστρηλατεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης – συνήθως της πνευ­ματικής πρωτοπορίας – και ο ελληνικός χώρος αντιμετωπίζεται ως η διαχρονική κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Από ένα σημείο και έπειτα, η εύκλεια των κλα­σικών χρόνων καθίσταται η άσβεστη πνευματική λαμπυρίδα και συνεπώς ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον του Ασιάτη δυνάστη μετατρέπεται σε κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση. [1] Έτσι παρατηρείται το διογκούμενο φαινόμενο της αρωγής των Ευρωπαίων είτε με την αποστολή βοήθειας στον μαχόμενο ελληνισμό είτε με τη φυσική παρουσία ως συμμαχη­τών στις στρατιωτικές αναμετρήσεις.

Η δεύτερη περίπτω­ση, εν προκειμένω, είναι αυτή που μας αφορά στο παρόν πονημάτιο, ήτοι: ποια ήταν η συνεισφορά των φιλελλήνων στην οργάνωση του ένοπλου αγώνα, στη συγκρότηση των εκάστοτε στρατιωτικών σωμάτων και στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Αυτήν την πλευρά θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.

Το κύριο πρόταγμα που τέθηκε ευθύς εξαρχής στην Επανάσταση ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα διεξαγόταν ο πόλεμος. Οργάνωση τακτικού στρατού, δυτικοευρωπαϊκού τύπου, σήμαινε την προετοιμασία για δημιουργία ενός ενιαί­ου εθνικού κράτους με οριστικό παραμερι­σμό των προαστικού χαρακτήρα τοπικισμών, όπως είχαν παγιωθεί κατά την προεπαναστα­τική περίοδο. Το εγχείρημα ασφαλώς δεν ήταν εύκολο, διότι ερχόταν σε ευθεία ρήξη με την άλλη εκδοχή, τον κλεφτοπόλεμο, τουτέστιν με τις ριζωμένες πολιτικές πολιτιστικές και στρα­τιωτικές έξεις πολλών ετών. [2] Αυτονόητο ότι, όταν αναφερόμαστε σε Ευρωπαίους στρατι­ωτικούς η επιλογή ήταν ό,τι οι ίδιοι θεωρού­σαν ως φυσικό και ήξεραν: στρατός οργανω­μένος με κεντρικά οργανωμένη διοίκηση και συντονισμό.

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία τακτικού στρατού οφείλεται πάντως σε έναν Έλληνα, προερχόμενο όμως από την Ευρώπη. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αξιω­ματικός του ρωσικού στρατού, αφίχθηκε τον Ιούνιο του 1821 στην Πελοπόννησο, με οργα­νωμένο σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα σώμα εθελο­ντών. [3] Τη διοίκησή του την είχε αναθέσει σε δύο φιλέλλη­νες αξιωματικούς τον Baleste και τον Gubernatis.

Ο πρώτος, γνωστότερος με το εξελληνισμένο επώνυμο κατά τη συ­νήθεια της εποχής ως Βαλέστρας, ήταν Κορσικανός λοχαγός μέχρι την πτώση του Ναπολέοντα. Από την Τεργέστη αφίχθηκε μαζί με τον Δ. Υψηλάντη το 1821 στην επαναστατημένη Ελλάδα και με αυταπάρνηση αποδύθηκε σε μια σειρά επιχειρήσεων. Τον επόμενο χρόνο μετέβη στην Κρήτη και επιχειρώ­ντας στην κατάληψη του Ρεθύμνου, συνελήφθη και απο­κεφαλίστηκε.[4]

 

Joseph Baleste, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel, 1829. Ιωσήφ Βαλέστ ή Βαλέστρας ή Μπαλέστρας (Joseph Balestra, 1790-1822), Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός, κορσικανικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Κρήτη. Κατέχει εξέχουσα θέση στην Ελληνική Επανάσταση, καθώς θεωρείται ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής των Ελλήνων στρατιωτικών. Γεννήθηκε το 1790 στα Χανιά της Κρήτης, αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και πέθανε το 1822, μαχόμενος ηρωικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Ο δεύτερος Ιταλός αξιωματικός, συμ­μετείχε στη μάχη του Πέτα (1822) όπου αιχμαλωτίστη­κε. Κατάφερε να διαφύγει  και συνέχισε ως αντισυνταγματάρχης στην Επανάσταση. Έλαβε μέρος στην κατάληψη του Ναυπλίου (1822), μετά την έναρξη όμως του εμφυλίου το 1823 αποτραβήχτηκε απογοητευμένος.[5]

Η πύκνωση των τάξεων των Φιλελ­λήνων πύκνωσε τους επόμενους μήνες με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό Ψήφισμα, με το οποίο ιδρυόταν σύνταγ­μα Πεζικού και επικεφαλής τον Ιταλό συνταγματάρχη Pietro Tarella, έναν αξιωματικό με υπηρεσία στη μεγάλη στρατιά του Ναπολέοντα και ο οποίος θα σκοτωθεί στη μάχη του Πέτα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η μετάβαση από το οθωμανικό στο ελληνικό κράτος στη χωρική διάσταση: το τζαμί του Ναυπλίου που μετασκευάστηκε στο «πρώτον εν Ελλάδι Βουλευτήριον» (1825)* – Καλλιόπη Αμυγδάλου – Ηλίας Κολοβός


 

Ο χώρος ως «κοινωνική κατασκευή», που αποτυπώνει τους δια­φορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, [1] αλλά και πιο συγκεκρι­μένα τα κτήρια και η αρχιτεκτονική τους ως χώροι επιτελέσεων των κοινωνικών και πολιτικών δράσεων, είναι ένα ιδιαίτερο αντι­κείμενο έρευνας για την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία αποτελεί μεταξύ άλλων και μια ιστορία μετάβασης από το οθωμανικό στο ελληνικό κράτος. Όπως θα εξετάσουμε εδώ στην περίπτωση της μετασκευής ενός τζαμιού στο Ναύπλιο στο «πρώτον εν Ελλάδι Βουλευτήριον», την πρώτη επίσημα διαμορ­φωμένη Βουλή, μέσα στην επανάσταση, στα 1825, η αναδιαμόρφωση του χώρου υπήρξε ένα απαραίτητο διακύβευμα για να σηματοδοτηθεί η κοινωνική και πολιτική αλλαγή, μέσω συνεχειών, ασυνεχειών και ρήξεων, καθώς και ενδιάμεσων (in-between) κα­ταστάσεων.[2]

Το ίδιο το Ναύπλιο (στα οθωμανικά τουρκικά Anaboli, εξ ου και Ανάπλι), στην αστική του κλίμακα, διαμορφώθηκε από τέ­τοιες συνέχειες κι ασυνέχειες και υπήρξε μια πόλη-παλίμψηστο διαδοχικών βενετικών και οθωμανικών κυριαρχιών. [3] Και αυτή π γενεαλογία των αλλεπάλληλων χωρικών αλλαγών που συνό­δευαν και συνέβαλαν στις αλλαγές κυριαρχίας είναι σημαντικό να επεξηγηθεί περαιτέρω πριν αναλυθεί η περίπτωση του τζαμιού-Βουλευτηρίου.

Οι Βενετοί παρέδωσαν μία πόλη που είχαν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό [4] στους Οθωμανούς το 1540, εγκαταλείποντάς την. Στον χριστιανικό πληθυσμό που είχε παραμείνει προστέθηκε και μουσουλμανικός πληθυσμός, [5] αλλά οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να την εκκενώσουν το 1686 παραδίδοντάς τη πίσω στους Βενετούς. Οι Βενετοί με τη σειρά τους επενέβησαν εκτεταμένα στον αστικό ιστό, διαγράφοντας κάθε ίχνος της μουσουλμανικής παρουσίας και ενισχύοντας την οχύρωσή της με την ανέγερση του συμπληρωματικού στην Ακροναυπλία φρουρίου του Παλαμηδίου. [6]  Εντούτοις, οι Οθωμανοί κατόρθω­σαν να ανακαταλάβουν το Ναύπλιο και τα φρούριά του πάλι το 1715, αιχμαλωτίζοντας μάλιστα τη βενετική φρουρά.[7]

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πολιορκίας του από τους Βενετούς (1686).

 

Χάρη στη μελέτη του Nejat Göyünç, [8] γνωρίζουμε ότι οι Οθω­μανοί, αφού επάνδρωσαν τα φρούρια γύρω από την πόλη (με 760 στρατιώτες στην Ακροναυπλία, 710 στο Παλαμήδι και 60 στο Μπούρτζι), διενέργησαν μια αναλυτική απογραφή των κτη­ρίων της έρημης πόλης. Η οθωμανική απογραφή του 1715 ανασημασιοδοτεί και αναδιοργανώνει τον αστικό ιστό του Ναυπλίου με άξονα τα τζαμιά, ώστε να υποδεχθεί τον μουσουλμανικό πλη­θυσμό που επέστρεφε τότε στην πόλη. [9] Η πόλη απογράφηκε στις συνοικίες του τζαμιού του σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (πιθανώς στη θέση του σημερινού Αγίου Γεωργίου, βλ. εικ. 4), [10] του τζαμιού του μεγάλου βεζίρη Αλή Πασά (πιθανώς το σημερινό Τριανόν), [11] της Άνω Πόλης, κοντά στην Ακροναυπλία, της Καμμένης Πλατεί­ας, της Δεξαμενής και του εκτός των τειχών βαροσιού (προαστί­ου) κάτω από το Παλαμήδι, συμπεριλαμβάνοντας 1.321 οικίες (από τις οποίες 314 διώροφες), 51 δώματα, 509 καταστήματα / εργαστήρια, 350 αποθήκες, 26 φούρνους, 2 νερόμυλους, 5 σφα­γεία, 4 λουτρά, 1 μεντρεσέ (ισλαμικό ιεροδιδασκαλείο), [12] 26 εκ­κλησίες και 9 τζαμιά και μεστζίτια (μικρά τζαμιά, συνήθως χωρίς μιναρέ), έξι στην πόλη, ένα στην Ακροναυπλία, ένα στο Μπούρτζι και ένα στο Παλαμήδι. [13] Τα τζαμιά του Ναυπλίου, τα οποία είχαν μετατραπεί σε εκκλησίες στη διάρκεια της βενετικής κυριαρχί­ας, επανήλθαν στην χρήση του επανερχόμενου μουσουλμανικού πληθυσμού.[14] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »