Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας


 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]

Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.

Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]

Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.

Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]

Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:

 

Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.

 

Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».

Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».

 

Εγκύκλιος

 

Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]

Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.

Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.

Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]

 

Εγκύκλιος

 

Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19]  Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]

 

Εγκύκλιος

 

Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]

Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]

 

Εγκύκλιος

 

Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:

  1. Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
  1. Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
  1. Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.

Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.

 

Υποσημειώσεις


 

 [1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.

[2] Κόκκου 2009.

[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.

[4] Κόκκου 2009, 55.

[5] Κυριαζής 1973, 64.

[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.

[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.

[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.

[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.

[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.

[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».

[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).

[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).

[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης

2008, 15.

[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.

[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.

[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.

[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.

[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.

[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του

μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του

Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του

ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).

[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.

[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.

[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).

[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).

[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».

 

Βιβλιογραφία


 

  • Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
  • ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
  • Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
  • Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
  • Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
  • ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
  • ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
  • Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.

 

Πηγές


  • Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας

Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Ελληνική ως διεθνής γλωσσά: Μια ουτοπική πρόταση του Gustave D’EichthalΔέσποινα Προβατά, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

Η θέση της γλώσσας ως λογική έκφραση και ως κορυφαίο μέσο των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, είχε βρεθεί στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων στοχαστών ήδη από τον 19° αιώνα διατύπωναν τις θεωρίες για τη συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών και την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών τους. Ο SaintSimon υπήρξε από τους πρώτους θεωρη­τικούς της ενωμένης Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια των διαφορετικών εθνοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου συνόλου [1]. Μετά το θάνατό του το 1825, οι μαθητές του ανέλαβαν να διαδώσουν τις ιδέες του και συμμερίστηκαν το όραμά του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας. Προϋπόθεση όμως της συνύπαρξης, συνεργασίας και διακίνησης των ιδεών μεταξύ των διαφορετικών φυλών και εθνοτήτων, ήταν για τους σαινσιμονιστές μια κοινή γλώσσα.

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει έντονα τους επιγόνους του Saint-Simon στη διάρκεια ενός ιδιότυπου πειράματος, της απομόνωσής τους στο Ménilmontant τον Απρίλιο 1832, όπου επεξεργάστηκαν μια νέα θεωρία, προϊόν συγκερασμού των θέσεων του Saint-Simon και των δικών τους οραμάτων για το μέλλον της ανθρωπότητας [2]. Μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να συμβάλλουν στην επικράτηση νέας γλώσσας, «μιας γενικής γλώσσας, συγχορδία της φωνής του κόσμου και της φωνής της ανθρωπότητας, ποίηση των ποιήσεων» (Le Livre Nouveau: 83-150).

Το ζήτημα της οικουμενικής γλώσσας (lingua universalis) ασφαλώς δεν ήταν καινούργιο· είχε πολλαπλώς απασχολήσει κατά το παρελθόν φιλοσόφους, όπως ο Leibniz ή τους ιδεολόγους Volney και Destutt de Tracy, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Για τους σαινσιμονιστές, όμως, η κοινή γλώσσα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της μεταρρύθμισης που επαγγέλονταν και συνδεόταν άμεσα με την επιτυχή έκβαση της κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

 Η συντροφιά του Menilmontant κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που διέθετε όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά προκειμένου να αναγορευθεί ως η παγκόσμια γλώσσα. Η σαφής και άρτια γλώσσα του Καρτέσιου κρίθηκε ως η καταλληλότερη για να εκφράσει τις γνωστικές διαδικασίες που ακολουθεί η σκέψη (Charléty, 1931: 161-162· Gouvard, 2002: 69-71). Η πεποίθηση αυτή ενισχυόταν στη σαινσιμονική λογική και από την ακτινοβολία που γνώριζε η γαλλική γλώσσα στην Ευρώπη ήδη από τον 18° αιώνα, όταν επι­κράτησε ως μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Η καθιέρωσή της ως διπλωματικής γλώσσας κατά τον 19° αιώνα, η ευρεία χρήση της στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές και η ολοένα αυξανόμενη διάδοσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, ευνοούσε την άποψη των σαινσιμονιστών ότι μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για τη συναδέλφωση των λαών. Επι­πλέον, η γαλλική γλώσσα είχε κατορθώσει κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης να συνενώσει κάτω από μια κοινή προσδοκία και ένα κοινό ιδεώδες ανομοιογενείς γλωσσικά πληθυσμούς. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε ότι η Γαλλική ήταν το πλησιέστερο γλωσσικό σύστημα προς την οικουμενική γλώσσα.

Gustave d’Eichthal (Γκυστάβ ντ’Εϊστάλ 1804 – 1886). Γάλλος συγγραφέας, εκδότης και ελληνιστής. Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και με το όνομα Γουσταύος Εϊχτάλ. Μετά το 1832 ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Υποστήριξε ένθερμα και με ενθουσιασμό την ελληνική γλώσσα.

Με αυτά τα πνευματικά εφόδια φτάνει στην Ελλάδα το 1833 ο Gustave dEichthal, ηγετικό στέλεχος της ομάδας των σαινσιμονιστών. Προσωπικότητα ανήσυχη, κράμα των εβραϊκών καταβολών του και της χριστιανικής φιλοσοφίας, λόγιος, δημοσιολόγος αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο d’Eichthal υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την προσπάθεια της συνέχισης αλλά και της εν μέρει αμφισβήτησης του έργου του Saint-Simon μετά το θάνατό του. Μετά τη διάλυση της σαινσιμονικής εταιρείας το 1832 και το διωγμό που υπέστησαν τα μέλη της, ο d’Eichthal, μαζί με ορισμένους παλιούς συντρόφους του βρήκε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους [3]. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα υπό το βάρος των κατηγοριών ότι υπέθαλπε οπαδούς του σαινσιμονισμού. Η παραμονή του ωστόσο στη χώρα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της σκέψης του και τη μετέπειτα διαδρομή του.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε και μελέτησε τις ιδιαιτερότητες της βαυαροκρατούμενης τότε Ελλάδας, ενώ συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα της (Queux de Saint Hilaire, 1887: 64). Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία ο d’Eichthal δεν ξέχασε την Ελλάδα. Αντιθέτως και παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε κατάρτιση ελληνιστή, συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Γαλλία ως ιδρυτικό μέλος της Association pour I’Encouragement des Études Grecques en France και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του τους σκοπούς της.

Ως γνήσιο τέκνο του σαινσιμονισμού, ο d’Eichthal προσπάθησε να αναδείξει στις μελέτες του τις μεγάλες ιδέες που από καταβολής του πολιτισμού είχαν επιτρέψει την επικοινωνία των λαών. Στην ιουδαϊκή, ελληνική και χριστιανική φιλοσοφία διέκρινε την πορεία του ανθρώπινου γένους προς την δημιουργία μιας παγκόσμιας ειρηνικής κοινότητας. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν από τις γεωπολιτικές αλλαγές που βίωνε η εποχή του. Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, του τηλέγραφου, οι διανοίξεις ισθμών και σηράγγων, που διευκόλυναν την προσέγγιση των λαών συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση του σαινσιμονικού ιδεώδους, θέτοντας με πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της γλωσσικής αλληλο­κατανόησης.

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897). Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Το 1864, ο d’Eichthal δημοσιεύει τη μελέτη του De I’usage pratique de la langue grecque, στην οποία διατυπώνει για πρώτη φορά την πρότασή του να υιοθετηθεί η Ελληνική ως διεθνής γλώσσα, θέμα που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα δημοσιεύματά του (1871,1884) [4]. Η πρόταση αυτή δεν ήταν καινούργια: είχε υποστηριχθεί μια δεκαετία νωρίτερα από τον Μάρκο Ρενιέρη σε άρθρο του στο περιοδικό Spectateur de I’Orient [5], το οποίο μάλιστα αναδημοσιεύει ο d’Eichthal. Ο Ρενιέρης, απαντώντας τότε σε όσους είχαν κατά καιρούς υποστηρίξει τη θέση ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που μπορούσε να αποτυπώσει με τον πληρέστερο και ικανοποιητικότερο τρόπο τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, διατύπωνε την άποψη ότι η ελληνική είναι ακόμα περισσότερο διαδεδομένη από τη γαλλική μια και διδάσκεται σε όλα τα σχολεία των πολιτισμένων εθνών. Με δεδομένο ότι κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος έχει διδαχθεί Αρχαία Ελληνικά, ο Έλληνας λόγιος πίστευε ότι συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παγκόσμια κοινότητα η οποία έχει στη διάθεσή της ένα κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας, την ελληνική γλώσσα.

Από αυτή τη βασική θέση του Ρενιέρη ξεκινά ο d’Eichthal, ο οποίος με εμφατικό τρόπο διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη μελλοντική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας που θα διέπεται από μια κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κοινής γλώσσας, η οποία, χωρίς να αναιρεί η να αντικαθιστά τις εθνικές γλώσσες – χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδιοσυστασίας κάθε λαού – θα αποτελέσει το μέσο για την οικοδόμηση διεθνών σχέσεων. «Για όποιον έχει κατανοήσει την εποχή μας, γράφει, θεωρείται δεδομένο ότι τόσο το θέμα της παγκόσμιας γλώσσας, όσο και το θέμα της παγκόσμιας μητρόπολης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην κατάσταση ύπνωσης που βρίσκονται σήμερα» (D’Eichthal, 1887:114). Η διεθνής κοινή γλώσσα, όμως, δεν μπορεί να είναι ένα αυθαίρετο δη­μιούργημα, μια τεχνητή γλώσσα [6]. Πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τους παλιούς σαινσιμονιστές συντρόφους του που στήριζαν την επιλογή τους στο γεγονός ότι η γαλλική γλώσσα ήταν γλώσσα με παρελθόν, με πλούσια ιστορία και ποικίλες γλωσσολογικές διαδρομές (Gouvard, 2002:69) και απαντώντας στις μεμονωμένες φωνές που ήδη είχαν αρχίσει, να προβάλλουν την Αγγλική ως διεθνή γλώσσα, ο d’Eichthal υποστηρίζει ότι μόνο η Ελληνική μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο. Χωρίς να διαφοροποιείται από το θεωρητικό πλαίσιο που είχε τεθεί από τους σαινσιμονιστές, καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια γλώσσα η οποία προορίζεται για διεθνή χρήση: αυτές δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο βαθμό διάδοσής της, στην πρακτική ωφέλεια, στην πολιτική και εμπορική σημασία της. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γραμματική τελειότητα του γλωσσικού συστήματος στο οποίο ανήκει, η ευφωνία, ο λογοτεχνικός πλούτος που διαθέτει ενώ ιδιαίτερο βάρος δίδεται στον ιστορικό της ρόλο (D’Eichthal, 1887: 224).

Έτσι λοιπόν, οι λόγοι για τους οποίους ο d’Eichthal πιστεύει ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει την κοινή διεθνή γλώσσα, είναι τόσο πολιτισμικοί, όσο και πολιτικοί. Τονίζει ότι η συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας συμπίπτει με τις απαρχές του ίδιου του πολιτισμού και ότι θεωρείται ήδη από τον 16° αι. αναπόσπαστο στοιχείο της παιδείας κάθε καλλιεργημένου νου, ενώ είναι η μόνη γλώσσα που παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Στην Ελληνική απαντούν, στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλική, οι λογικές σχέσεις και τα ορθολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει η ιδανική οικουμενική γλώσσα, προκειμένου να μπορεί να εκφράσει χωρίς αμφισβήτηση όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, από τα γράμματα και τις τέχνες ως την πολιτική και τις επιστήμες. Η γλώσσα του Ομήρου και του Ησίοδου σημειώνει ο d’Eichthal, είναι συγχρόνως γλώσσα του Ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας και τονίζει τη διαχρονική της διάσταση (D’Eichthal 1887: 110). Έχοντας διατηρήσει αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων, το λεξιλογικό πλούτο της και την πλαστικότητά της, η ελληνική γλώσσα διαθέτει την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που την καθιστούν ιδιαιτέρως κατάλληλη να εκφέρει επιστημονικό λόγο. Επιπλέον, ως «η κατ’ εξοχήν λογική και ευφωνική γλώσσα», η Ελληνική μοιάζει να δίνει απάντηση και στους προβληματισμούς σχετικά με την προσωδία που είχαν απασχολήσει τους σαινσιμονιστές το 1832 [7].

Επιπλέον, η γλώσσα συνδέθηκε στον ελληνικό χώρο με το αίτημα της εθνικής ολοκλή­ρωσης. Η πορεία της Ελληνικής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά της να επανακτήσει μετά από παρατεταμένη περίοδο σκλαβιάς τη χαμένη αίγλη της και η συμβολή της στην αναγέννηση του Έθνους, της προσδίδουν σαφή ιστορικό ρόλο. Τέλος, στο επιχείρημα ότι η γαλλική είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ευρώπη, ο d’Eichthal αντιπαραθέτει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας ως μοχλού εκπολιτισμού της Ανατολής, διαμέσου κυρίως των εμπορικών συναλλαγών και της παρουσίας των ακμαίων κοινοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού και της Διασποράς.

Η πρότασή του βασίζεται συνεπώς στη διαχρονική παρατήρηση της γλώσσας ενώ τα επιχειρήματά του οικοδομούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή αφενός, και την οικουμενικότητά της αφετέρου, λόγω του γοήτρου που απέκτησε, τόσο χάρη στα κείμενα του στοχασμού της αρχαι­ότητας, όσο και ως γλώσσα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο d’Eichthal στο ρόλο που οφείλει να επιτελέσει η διεθνής γλώσσα ως γλώσσα του μέλλοντος, κυρίως στο πεδίο των επιστημών, όπου η υποχώρηση της χρήσης των λατινικών, ευνοώντας την πολυγλωσσία, δημιουργούσε ένα ουσιαστικό πρόβλημα επικοινωνίας στον αλλόγλωσσο επιστημονικό κόσμο. Απ’ την άλλη, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα είχε από νωρίς διαισθανθεί – ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αι.- την ένδεια επιστημονικής γνώσης και είχε στραφεί στις μεταφράσεις [8]. Η μεταφραστική πρακτική που συνεχώς εμπλούτιζε την ελληνική γραμματεία με τους θησαυρούς της γνώσης του ευρωπαϊκού πνεύματος, αξιοποιήθηκε από τον d’Eichthal σε άρθρο του το 1884 [9], ως ένα επιπλέον επιχείρημα για την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να αποτελέσει το κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας. Ως μεταφραστικό μέσο και άλλοτε ως διάμεση γλώσσα, η Ελληνική είχε κα­τορθώσει να επιδείξει τις αρετές ενός γλωσσικού συστήματος που με σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια του λόγου μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την επιστημονική γνώση. Υποστηρίζοντας την αξία αυτών των μεταφράσεων, ο d’Eichthal απαριθμεί τα βασικά εγχειρίδια μεταφρασμένα από τα Γαλλικά που χρησιμοποιούνται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και ανάλογες προσπάθειες εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης που κατέβαλλαν φύλλα ευρείας κυκλοφορίας όπως η Κλειώ της Τεργέστης (D’Eichthal 1887: 312-313). Η αντιπαραβολή μάλιστα της γαλλικής και της ελληνικής απόδοσης ενός αποσπάσματος γερμανικού βιβλίου φυσιολογίας αποδεικνύει ότι «η νέο ελληνική γλώσσα […] ως μεταφραστικό μέσο, μπορεί να αποτελέσει έναν πιστό και πρακτικό μηχανισμό διάδοσης των έργων και της επιστημονικής έρευνας καθενός αλλά και συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη από σήμερα γράφει ο dEichthal να καταλάβει μια ιδιαίτερη θέση στο παγκόσμιο επιστημονικό εργαστήριο» (DEichthal, 1887: 318).

Η πρόταση του d’Eichthal για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας είχε ωστόσο να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο ήταν ότι τα Ελληνικά διδάσκονταν στα σχολεία και Πανεπιστήμια της Γαλλίας – και μάλιστα πλημμελώς – ως νεκρή γλώσσα με αποτέλεσμα η πλειονότητα των γάλλων μαθητών, που δεν ακολουθούσαν συναφείς σπουδές, να την ξεχνούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι αυτούς τους λόγους, η εκμάθηση της Ελληνικής πρέπει, σύμφωνα με τον d’Eichthal, να έχει αφετηρία τη Νέα Ελληνική. Μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης μορφής της γλώσσας, ο κάθε μαθητής θα μπορεί να κατακτήσει – με σχετική ευχέρεια – το λεξιλόγιο και τις γραμματικές δομές που είναι απαραίτητα για την επικοινωνία. Η νέα γενιά των πολιτισμένων εθνών, θα έχει «έτσι στη διάθεσή της «έναν ανεκτίμητο θησαυρό […], μια καθολική γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί σε όλες ανάγκες της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης» (D’Eichthal, 1887:113).

Κύριο, όμως, πρόσκομμα στην επικράτηση της χρήσης της Ελληνικής ως διεθνούς γλώσσας αποτελούσε το θέμα της προφοράς, καθώς η επικράτηση στη Δύση και ειδικότερα στη Γαλλία της ερασμιακής προφοράς, αλλοίωνε την εκφορά της Αρχαίας και κατ’ επέκταση της Νεοελληνικής, εμποδίζοντας την επικοινωνία και αλληλοκατανόηση [10]. Προς αυτή την κατεύθυνση θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες του d’Eichthal, για τον οποίο η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούσε τη βάση για τη διάδοση, επικράτηση και γενίκευση της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας. Η ίδρυση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής το 1845, που μεταξύ άλλων είχε στόχο την αναγέννηση της μελέτης των Αρχαίων Ελληνικών μέσα από τη γνώση της νέας ελληνικής, και η συνέχιση του έργου του Villoison από τον Hase και τον Brunet de Presle στην École des Langues Orientales, όπου τα Νέα Ελληνικά διδάσκονταν με τη νεοελληνική προφορά, ευνοούσαν το αίτημα για την εισαγωγή της στη γαλλική εκπαίδευση. Έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Victor Duruy, υπουργού Παιδείας της Γαλλίας, ο d’Eichthal μεθοδεύει από κοινού με τους ελληνιστές Dehèque, Egger και Brunet de Presle, την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος από τη Γαλλική Ακαδημία. Στις 18 Νοεμβρίου 1864, η Ακαδημία αποδέχτηκε ομό­φωνα (με μια μόνο αρνητική ψήφο) την πρόταση του να εισαχθεί με τον επισημότερο τρόπο η νεοελληνική προφορά στη δημόσια γαλλική εκπαίδευση, σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιή­θηκε ποτέ (Queux de Saint Hilaire, 1887: 87-92).

Η ριζοσπαστική όσο και ουτοπική πρόταση του d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα αλλά και οι άοκνες προσπάθειές του για την καθιέρωση της νεοελληνικής προφοράς11, δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σειρά άρθρων στο γαλλικό και ευρωπαϊκό τύπο δημοσιοποιούν τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε γύρω από το ζήτημα αυτό ο επιστημονικός κόσμος και διευρύνουν το διάλογο12.

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο d’Eichthal καλλιεργεί σε πολλά επίπεδα την πρόταση για διεθνοποίηση της Ελληνικής, δεν ξεχνά εντούτοις ότι απαιτούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατακτήσει η γλώσσα το επιθυμητό επίπεδο, άποψη που φαίνεται να συμμερίζεται και ο Ρενιέρης (D’Eichthal, 1887: 361). Το γλωσσικό ζήτημα και οι ποικίλες αντι­παραθέσεις που προκαλούσε, απασχολεί έντονα και τους γάλλους ελληνιστές. Η αναγέννηση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τον d’Eichthal πρέπει να συνεχιστεί, ο καθαρμός της από τα κατάλοιπα του παρελθόντος (τουρκικές και ενετικές λέξεις) να ολοκληρωθεί χωρίς βεβαίως να στερηθεί τα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά της που τη συνδέουν με τις τάσεις της εποχής και την προετοιμάζουν για το μελλοντικό ρόλο της. Καθοριστική είναι προς την κατεύθυνση αυτή, η συνδρομή ελληνιστών και γλωσσολόγων – με ορισμένους εκ των οποίων ο d’Eichthal συνδεόταν στενά – οι οποίοι οφείλουν να προασπίσουν την ελληνική γλώσσα και μέσα από το έργο τους να αναδείξουν τη διαχρονική και συγχρονική αξία της.

Το σχέδιο του d’Eichthal για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως διεθνούς, στον απόηχο του οράματος για την κοινωνική αναδιοργάνωση που είχε συνεπάρει τους οπαδούς του Saint-Simon, καθιστούσε την ελληνική γλώσσα κοινό κρίκο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεύρεση των λαών και τη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης. Συγχρόνως, όμως, η θεωρία του για τη γλώσσα όσο ουτοπική κι αν φάνταζε, αποτελεί ση­μαντική συμβολή για την αναγνώριση της ιδιαίτερης και πανθομολογούμενης διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας στον ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, οι μελέτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη μεταστροφή της αντίληψης της γαλλικής κοινής γνώμης που θεωρούσε τα νέα ελληνικά φθαρμένο και αλλοιωμένο γλωσσικό ιδίωμα ενός παρηκμασμένου έθνους. Μέσα από τη δράση που ανέπτυξε ο d’Eichthal προσωπικά αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στο πλαίσιο της Association, αναδείχθηκε η αξία της ελληνικής γλώσσας και μέσω αυτής καλλιεργήθηκε στο γαλλικό πνευματικό κόσμο η εικόνα μιας νέας Ελλάδας, απαγκιστρωμένης από τα στερεότυπα του παρελθόντος13.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. Grenouilleau (2001: 272-282), Carbonell (2002).

[2]  Βλ. Picon (2002:144-145).

[3]  Βλ. Πρόβατά 2006:148-158, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Τα άρθρα του Gustave d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό του στον τόμο Gustave d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Precede dune notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques par le Mis de Queux de Saint-Hilaire, Paris, Hachette, 1887.

[5] «De I’avenir du peuple grec et de la langue grecque», Spectateur de I’Orient, 10/22 fevrier 1855. To φύλλο αυτό εξέδιδε ο Ρενιέρης την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου σε συνεργασία με τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ραγκαβή με στόχο να υποστηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

[6] Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής τεχνητής γλώσσας εντείνονται αργότερα με τη δημιουργία της λεγάμενης Volapuk (1880) και της Esperanto (1887). Ευχαριστώ τη συνάδελφο Ρέα Δελβερούδη που έθεσε υπόψη μου αυτές τις πληροφορίες.

[7] Η κριτική της γαλλικής στιχουργικής και η απουσία τονικού συστήματος στη γαλλική γλώσσα βρίσκονταν στο επίκεντρο των διεργασιών στο πλαίσιο της δημιουργίας του Livre Nouveau των σαινσιμονιστών στη διάρκεια της απομόνωσής τους Menilmontant (Gouvard, 2002: 79-90).

[8] Βλ. σχετικά Πάτσιου (1993: 210-234 και κυρίως 213).

[9] Βλ. D’Eichthal (1887: 307-320).

[10] Το ζήτημα της ενδεδειγμένης προφοράς τόσο της Αρχαίας όσο και της Νέας Ελληνικής είχε απασχολήσει αρκετούς γάλλους ελληνιστές των αρχών του 19ου αι. οι οποίοι αποδοκίμαζαν την ερασμιακή προφορά. Μεταξύ αυτών τους Gaspard d’Ansse de Villoison και Fleury Lecluse. Βλ. σχετικά Tolias (1997:138-140),· Παπαγεωργίου-Προβατά (1984).

[11] Ο d’Eichthalεπανέρχεται στο θέμα της προφοράς και σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του το 1869 (D’Eichthal1887: 183- 215).

[12] Η περιορισμένη έκταση αυτής της ανακοίνωσης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ εκτενέστερα στις απηχήσεις της πρότασης του d’Eichthal.

[13] Για την εικόνα της Ελλάδας στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή βλ. Basch (1995:129-170).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Basch, S., (1995). Le Mirage Grec. La Grece modeme devant l’opinion frangaise (1846-1946). Hatier-Kauffmann.
  • CarboneH, Ch.O. (2002). L’Europe de Saint-Simon. Toulouse: Privat.
  • Chariety, S. (1931 ). Histoire du saint-simonisme (1825-1884). Paris: Hartmann.
  • D’Eichthal, G. (1887). La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Paris: Hachette.
  • Gouvard, J.M. (2002). Le probleme du langage dans Le Livre nouveau des saint-simoniens. In Etudes saint- simoniennes, (επιμ. Ph. Regnier). Presses Universitaires de Lyon. 61-91.
  • Grenouilleau, O.P. (2001). Saint-Simon. L’utopie oula raison enactes. Paris: Payot
  • Le Livre nouveau des saint-simoniens, (1991) (επιμ. Ph. Regnier). Tusson: du Lerot.
  • Queux de Saint-Hilaire (Marquis de) (1887). Notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques. In G. d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884, Paris: Hachette.
  • Παπαγεωργίου – Προβατά, E. (1984). Fleury Lecluse. Ένας άγνωστος γάλλος ελληνιστής. Αθήνα.
  • Πάτσιου, Β. (1993). Μεταφραστικές δοκιμές και προϋποθέσεις στα όρια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο Ο Ερανιστής, 19: 210-234.
  • Πρόβατά, Δ. (2006). Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Στο Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, από τον 18° ως τον 20ό αιώνα, (επιμ. Μ. Μενεγάκη). Αθήνα: Φιλίστωρ. 148-158.
  • Picon, A. (2002). Les saint-simoniens. Raison, imaginaire et utopie. Paris: Belin.
  • Tolias, G. (1997). La medaille et la rouille. Hatier-Kauffmann.

 

Δέσποινα Προβατά*

Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών. 1° Διεθνές Συνέδριο, «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2005, Πρακτικά τόμος 1ος 2008.

 

* H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »