Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία – Γιώργος Ρούβαλης


 

Μια πρακτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας για αμοιβές των μισθοφόρων στρατιωτών της, εκτός από τις πληρωμές σε μετρητά, που συχνά καθυστερούσαν, σε δημητριακά ή και σε υφάσματα για στολές, ήταν κυρίως η παραχώρηση γαιών για να συντηρήσουν εαυτούς, το άλογό τους (αφού ήταν ιππείς) και την οικογένειά τους. Αυτά δεν ήταν φέουδα, αλλά μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα παιδιά τους. Η Βενετία μπορούσε να ανακτήσει ενδεχομένως αργότερα αυτές τις γαίες και να τις παραχωρήσει σε άλλους. Έτσι, πολλοί τέτοιοι stradioti εγκαταστάθηκαν και αρκετοί παρέμειναν στη ναυπλιακή πεδιάδα.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε σημερινούς απογόνους τους; Μια σαφής ένδειξη είναι και τα επώνυμά τους, ορισμένα βέβαια εξελληνισμένα. Οι stradioti ήταν Έλληνες, Αλβανοί, Ιταλοί, Δαλματοί, αλλά και Γερμανοί, Γάλλοι, Φλαμανδοί, Μπαταβοί (Ολλανδοί) κ.λπ.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Μια εξαντλητική έρευνα του λεπτολόγου ιστοριοδίφη μας, Τάκη Μαύρου (1915-2001), που δημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες στο πλουσιότατο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, που εξέδιδε τη δεκαετία του ’90 με εκδότη τον Δήμο Ναυπλιέων υπό τον τίτλο «Παλαιά Επώνυμα στη Σύγχρονη Αργολίδα», μας επιτρέπει να σταχυολογήσουμε όσα επώνυμα φαίνονται ότι ανήκουν σε στρατιώτες, είτε από τις αρχειακές παραπομπές για καθέναν, που παραθέτει ο Μαύρος (π.χ. «το επώνυμο αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του τάδε έτους»), είτε από την προφανή ιταλική καταγωγή τους. Ο Μαύρος σημειώνει επίσης και τις πόλεις και χωριά όπου απαντάται κάθε επώνυμο.

Εάν λοιπόν η αίσθηση που αποκτούμε διαβάζοντας αυτά τα επώνυμα είναι σωστή, οι σύγχρονοι κάτοχοί τους πρέπει να είναι απόγονοι εκείνων των στρατιωτών, που παρέμειναν τελικά στην Αργολίδα. Τούτο ενισχύει περαιτέρω τους δεσμούς της Ναυπλίας με τη Βενετία: αφού οι απόγονοι των στρατιωτών εκείνων παρέμειναν στα μέρη μας και είναι πλέον εξ’ ολοκλήρου Έλληνες, η καταγωγή των προγόνων τους μας φέρνει ακόμα κοντύτερα στο βενετσιάνικο παρελθόν του Ναυπλίου και της περιοχής μας.

Παραθέτουμε λοιπόν ένα τέτοιο κατάλογο, που είναι πιο περιορισμένος από εκείνον του Τάκη Μαύρου, γιατί κρατήσαμε μόνο όσα επώνυμα στρατιωτών σαφώς αναφέρονται ή όσα νομίζουμε ότι ανήκουν σ’ αυτούς.

Οι στρατιώτες αυτοί συμμετείχαν με μεγάλη ανδρεία σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ενετών του καιρού τους, εναντίον των Τούρκων. Πολλοί και οι οικογένειές τους βρίσκονταν στην υπηρεσία της Βενετίας για πάνω από 200 ή 300 χρόνια. Για την ανδρεία αυτή, η Βενετία τους τίμησε κατά καιρούς με παράσημα, απονομή της βενετσιάνικης υπηκοότητας και καταφύγιο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους στη Μητρόπολη ή σε άλλες ενετικές κτήσεις, όπως στην Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρο, κατά τις δύο πτώσεις του Ναυπλίου σε οθωμανικά χέρια.

Μάλιστα ένας Βενετσιάνος συνθέτης και ποιητής, ο Antonio Molino, έγραψε υμνητικά άσματα για έναν γενναίο τέτοιο στρατιώτη, τον Μανώλη Μπλέσση, το όνομα του οποίου έχει δοθεί και σε ένα δρόμο του Ναυπλίου.

Άρα οι σημερινοί απόγονοί τους πρέπει να είναι περήφανοι για τους ανδρείους προγόνους τους, οι οποίοι όμως συχνά περνούσαν μεγάλες στερήσεις και από την πείνα τους έσωζε μόνο η καλλιέργεια των χωραφιών τους και ενδεχομένως το ψάρεμα.

 

Ακολουθεί ο κατάλογος:

 

ΑΡΓΕΝΤΟΣ (χ. Πασά – Ίναχος). Ένας Αργέντος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στο Amsterdam, το 1800 (116:181). “Argenti” και Σία: Τούρκος υπήκοος στη Βιέννη, το 1797 (166:49). Ευστράτιος Αργέντης: συλλαμβάνεται στη Βιέννη, το 1797, σαν συνεργός του Ρήγα Φεραίου (174:607). Ένας Δε Αρζέντας, από την Σαντορίνη, υπογράφει ως μάρτυς σε συμβόλαιο δωρεάς το 1645 στη Νάξο (92:89). Και Άγιος Ανδρέας Αργέντης, Χίος το 1465 (264). «Πρωτογερακάρης» Αργ., στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΒΑΡΒΕΡΗΣ (Άργος 1849, Δαλαμανάρα, Κρανίδι). Στρατιώτης Zorgi Ververi, αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:353).

ΒΙΓΓΟΣ (Άργος). Ένας «Αντώνης Βίγκος», γεντεκλής (ναύτης), αναφέρεται, το 1809 σε κατάσταση του καπετάν Ρούσου στη Κ/πολη (20:1).

ΒΛΑΣΗΣ (Άργος, Ερμιόνη). Ένας «Γεώργιος Βλάσσης» μνημονεύεται ως στρατιώτης, το 1547, στα Ενετικά Αρχεία (261:437). Το επώνυμο συναντάται στην Ήπειρο από το 1603 (194:33). Ένας «Ντέντες Βλάσης» αναφέρεται σε έγγραφο του Αιγίνης και Ύδρας Αμβροσίου, το 1805 (18:298). «Θεοδόσιος Βλάσσης» αναφέρεται σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας τουρκικό του 1817, στο Κουτσοπόδι (203). Οικογένεια Βλάση αναφέρεται σε τουρκικό χοτζέτι του 1818, που επιλύει δικαστική διένεξη στο Διμηνιό της Κορινθίας (11).

ΒΟΝ (ΜΠΟΝ) (Ναύπλιο). Ένας Scipio Bon, σοπρακόμιτος το 1479-1483 με δράση στα νερά του Αργολικού κόλπου, αναφέρεται στα Dispacci da Napoli di Romania (259:123). Το ιταλικό αυτό επώνυμο είναι ευρύτατα διαδεδομένο και σαν ΒΟΝ αλλά και σαν Μπόνος ή Μπόνης.

ΒΡΕΛΛΟΣ (Άργος) Με το επώνυμο Vorello απαντώνται, το 1473, στρατιώτες: Ηλίας, Δημήτριος, Ιωάννης (Ionio;) και Νικόλας (260:11). Χωρίον Βρέλη επαρχίας Καινούργιου (Κρήτη) (286:330).

ΒΡΕΤΤΟΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι). Συνηθισμένο βαπτιστικό όνομα κατά τον Μεσαίωνα. Το όνομα Βρετός ή Βρεττός το έδιναν σε νεογέννητα οικογενειών, που είχαν μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ελπίζοντας ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, θα απέφευγαν το θανατικό ή τη βασκανία (όπως άλλωστε, και τα ονόματα Στυλιανός, Σταμάτης, Στεκούλα –στη Μεσσηνία– κ.α.). Το παιδί, δηλαδή, δεν ανήκε στην οικογένεια και, επομένως, η Θεία Δίκη πιθανόν να το παρέβλεπε. Βρεττό, επίσης, λεγόταν και το έκθετο. Πολλοί στρατιώτες, από αυτούς που αναγράφονται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού, έχουν αυτό το όνομα.

ΓΕΩΡΓΙΛΑΣ (Άργος). «Γεωργιλάς», στρατηγός Καλαβρίας, αναφέρεται το ΣΤΦΞΑ (1053/54) (155:130). «Γεωργιλάς Εμμανουήλ» (πιθανόν στρατιώτης) υποβάλλει έκθεση έμμετρο στις Ενετικές Αρχές, το 1533, περί του τρόπου με τον οποίον μπορούν να καταστρέψουν τους Τούρκους (259:313, 29:195). Τοπωνύμιο στο χωριό Ρεμούσταφα (Αδριανή) Πυλίας (313:243, 29:195). Περισσότερα (29:195-196).

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (Άργος). Γεώργης Γιαννούλης αναφέρεται στον Ενετικό στρατό το 1541. Επίσης, Αποστόλης και Ελένη, το 1547 (261:353, 261:457). Τζώρτζης Γιαννούλης, γιατρός στην Ύδρα το 1803, αναφέρεται σε διαταγή του Γαζή Χουσεΐν καπουδάν πασά (18:38).

ΓΚΙΝΗΣ (Επίδαυρος, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο “Ljimi Gjigni” (: το αλώνι του Γκίνη) στο χωριό Χαλκιά της Τριφυλίας (313:327). Στρατιώτης Κων/νος Γκίνης (Gini), αναφέρεται σε Ενετικά έγγραφα το 1535 (260:166). Αντώνιος Βασιλείου Γκίνης: θαρραλέος Σπετσιώτης καπετάνιος ταχυπλόου κιρλαγκίτς (είδος ιστιοφόρου), διασπά τον Εγγλέζικο αποκλεισμό (1793) και μεταφέρει από την Κ/πολη στο γαλλικό λιμάνι Μπριγκανσόν, τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κ/πολη και 200 γάλλους ναύτες (246).

ΓΚΛΑΒΑΣ (Κρανίδι). “Spectabilis Comes Glava”, άλλοτε κύριος των Αγράφων, αναφέρεται σε Ενετικό έγγραφο του Jacomo Barbarigo, Proveditore Generale Della Morea με χρονολογία 25.6.1465 (259:12). Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά. «Χωράφι του Γκλάβα» στο «Πρακτικόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κλπ» το 1262 (318:53).

ΓΚΟΥΜΑΣ (Άργος, Ναύπλιο). Βαπτιστικό όνομα: Ιάκωβος, Γιακουμής Γκούμας, απαντάται, από το 1524, στο όνομα του στρατιώτη Guma Gia στα Ενετικά Αρχεία (260:132), αλλά και πολλών άλλων. Αλβανικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία, “Kjafaj Guma” (: το πέρασμα του Γκούμα), στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:312), και “Laka Guma” στο Κάτω Κοπανάκι της Τριφυλίας (313:321). Επώνυμο στο Αλουποχώρι (Αγρίδι) Τριφυλίας (17:24). Δημήτριος Γκούμας, προεστώς της Ύδρας, συνυπογράφει ομολογία στις 29.3.1792 στην Ύδρα (17).

ΔΑΜΑΛΑΣ (Καρυά, Άργος). Τοπωνύμιο στην Τροιζήνα. Τοπωνύμιο «στου Δαμαλά» στη Σύρο (73:378). Επώνυμο στη Σύρο: Φραγκίσκος d’ Amalas, ιησουΐτης (1639) (1:593). «Άρχων Ληγουρίου Δαμαλάς» (CA. 1450) (169:11). Ανδρόνικος Ζαχαρία de Damala, μέσα ΙΔ’ αι. (314:472). Το επώνυμο μνημονεύεται μεταξύ των πρώτων μικτών οικογενειών Χίων και Γενοατών, στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΔΑΡΜΟΣ, ΝΤΑΡΜΟΣ, και ΝΤΑΡΜΑΣ (Ναύπλιο Κιβέρι). Το επώνυμο προφανώς Βενετσιάνικο, σημαίνει τον εξειδικευμένο στη χρήση κάποιου όπλου, τζάγκρα, βαλίστρα, αρκεβούζια κ.λ.π. βενετό στρατιώτη, σαφώς διαχωριζόμενο από τον FANTI που ήταν ο ιταλός στρατιώτης του πεζικού, τον σολντάτο που ήταν ο στρατιώτης γενικά, και τον Stradioto που ήταν ο έφιππος μισθοφόρος συνήθως Αλβανός ή αλβανόφωνος.

“Le Gente Darme, e Fanti a Squadra”, Μ.Ε.Ι./13,31

“200 Fanti e 20 Homini Darme”, Μ.Ε.Ι. 6/6. Αλλά ενίοτε και οι επαγγελματίες μισθοφόροι, οι σωματοφύλακες Μ.Ε.Ι. 6/6.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

ΔΕΣΥΛΑΣ (Άργος). Οικογένεια Δεσίλα αναγράφεται στον κώδικα του Αγίου Νικολάου των Λατίνων, στο Αργοστόλι, 2ον ήμισυ του 17ου αι. (294:151). «Θανάσης και Ιωάννης Πάντζας Δεσήλας» «εκ παλαιάς Ηπείρου» υπογράφουν, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη, περί πολεμικής συνεργασίας (177:102). Οικογένεια προυχόντων αναφέρεται, στην Πάργα, το 1819 (294:447).

ΔΕΣΥΠΡΗΣ (Ναύπλιο). Γεώργιος De Cipris, αναγράφεται σε διαθήκη του 1497 στην Κρήτη (254:664).

ΔΟΜΑΖΟΣ (Κουτσοπόδι). Πιθανόν από το ιταλικό Tomaso (Θωμάς). Τοπωνύμιο «του Ντουμάζη» στον Άη Γεώργη στα Γουβαλάρια (Άγιος Πέτρος) και του Λάπη ή Μπρέχτη (Ριζοχώρι) της Τριφυλίας (313:301).

ΔΟΡΙΖΑΣ (Ναύπλιο, Άργος). Στρατιώτης Tomaso Doriza αναφέρεται στα σχετικά αρχεία, το 1541 (261:333). Θεόδωρος ιερεύς Δορίζας αναφέρεται, το 1524, στη Ζάκυνθο (104:11).

ΖΑΜΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος). Στις 21 Οκτωβρίου του 1508 προτείνεται από τις Ενετικές Αρχές να ζητηθεί η έγκριση του Πάπα για την εκλογή του Παύλου Zabarella σαν (καθολικού) επισκόπου Ναυπλίου (Reg. IU, φ.48V – 236:268). Ζαβαρέλλας «εκ Παταβίου», βιογράφος του οίκου Sanudo (1207-1371) (162:90). Κάμιλλος Σαμπερόλος εκλέγεται μετά του Θωμά Διπλοβαλάτζη, αντιπρόσωπος των Πισαυρηνσίων, παρά τω Πάπα (1511-1515) (201Α:105).

ΖΕΓΚΙΝΗΣ (Άργος). «Ζεγγίνης πελούκμπασης», από την Κορώνη, απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας το 1811 (20:165). Τουρκιστί zengin = Ο πλούσιος.

ΖΟΓΙΑΣ και ΖΩΓΙΑΣ (Κρανίδι;).

“Noi Gui do Anguiano Signor di Argues et di Napoli… in compenso di boni agradi et acceittabili servitii, che nostro caro et bene amato Kavalier et compagno il Signor di Zoja noi ha fato…” απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συντηρεί 4 έφιππους στρατιώτες. Φρούριο του Ναυπλίου Δεκέμβριος 1364. (314:240). Στον Domino Zorzi de Zoia, ευγενή από το Ναύπλιο, παραχωρούνται, το 1545, γαίες αποδόσεως 900 «μέτρων» σιτηρών στο Λασίθι της Κρήτης, για ανταμοιβή των αγαθών, που εγκατέλειψε στη Napoli di Romania (261:412).

ΖΟΥΓΛΗΣ (Χώνικα, Πυργέλα). Ένας Μάρκος Zogli, Capitano Famosissimo μνημονεύεται με δράση στη Θράκη, επί Βαγιαζήτ, περί το 1510 (262:178).

ΖΩΓΡΑΦΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Ένας στρατιώτης Στέφανος Ζωγράφος αναφέρεται σε έγγραφα του Ενετικού στρατού, από το 1531 (261:354). Κυριάκος Ζωγράφος γράφει και μαρτυρεί έγγραφο αγοραπωλησίας το 1762, της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού (49:213).

ΙΑΤΡΟΥ (Άργος, Κοιλάδα, Ναύπλιο). Κλάδος των Μεδίκων της Ιταλίας, εγκατεστημένος στην Αθήνα από τα τέλη του 14ου αι. (163:97, 164:244). Μεδιτζήδες (:ιατροί) αναφέρονται στο Οίτυλο της Μάνης όπου και ολόκληρη συνοικία, το μισό σχεδόν της κωμόπολης λέγεται, ακόμα και σήμερα, «Γιατριάνικα». Οικογένεια αργυραμοιβών, εβραϊκής καταγωγής, αναφέρονται στο Ηράκλειο Κρήτης, μεταξύ 1360-1414 (302).

Από το παλιό βιβλίο του Νικήτα Νήφου-Λάκωνος «Λακωνική Χορογραφία» (εν Αθήναις εκ της Τυπογραφίας Ιωάν. Αγγελόπουλου 1853, σ. 6), σταχυολογούμε τα εξής:

-6-

Περί του Ιατρού

«Αυτός μεν ήταν αδελφέ ο ιατρός εβραίος

Ήξευρε δε ρωμέϊκα καλά ωσάν ρωμαίος

Αυτός αν δε επρόφθανε ήμουν εγώ χαμένος

και εις την γην στα χώματα με τους νεκρούς θαμένος»

από τους στίχους που ακολουθούν φαίνεται ότι η θεραπεία έλαβε χώρα στο Ναύπλιο:

«Η θέρμη ουν εκόπησε η μέση επονούσε

και πέντε μήνες αδελφέ όλο με τυραννούσε

Αφού δε ιατρεύτηκα εις τ’ Αναπλιού το κάστρον

Ένα χρόνο εκάθησα με της αυγής το άστρον».

Η γνώμη ότι οι Ιατροί της Μάνης (Μεδιτζήδες), κατάγονται από τους Μεδίκους της Ιταλίας είναι άτοπος (201α:268). Επώνυμον Ιατρού, μεταξύ εκείνων που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία στη Χαλανδρίτσα (128). Παναγιώτης Ιατρού αναφέρεται στην Ύδρα το 1820, σε έγγραφο της Κοινότητος (22:351), Μιχαήλ και Διονύσιος Ιατροί, έχουν συστήσει εμπορικήν εταιρεία από το 1818 (συμβόλαιο 9353/15.1.1848 του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος).

ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, cavalieri λέγονταν εκείνοι, που είχαν ιδιόκτητο άλογο. Ίσως το επώνυμο να χρονολογείται από τότε.

ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ (Ναύπλιο). Στη Μεσσηνιακή Μάνη, κοντά στο χωριό Λαγκάδα, υπάρχει ένα μοναστήρι της Παναγίας, που λέγεται «του Καβελλάρη». Η ονομασία πρέπει να είναι παλαιότερη από τη χρονολογία «1673», που βρίσκεται χαραγμένη σε κάποια πέτρα στο μοναστήρι. Λιμπέρης Κ. υπογράφει ομόλογο το 1743 στη Νέδουσα (Μεσ.) (235:106). Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, «κάποτε, τα παιδιά ενός Ιταλού δούκα, που λεγόταν Καβελλάρης, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και κατέφυγαν σ’ αυτή την περιοχή της Μάνης. Ο ένας έγινε γενάρχης της οικογενείας Καπιτσανέα (από το: καπουτσίνος;), και ο δεύτερος έχτισε αυτό το μοναστήρι, του Καβελλάρη».

ΚΑΚΑΡΟΥΚΑΣ (Κρανίδι). Αναφέρεται, μεταξύ των στρατιωτών, στα έγγραφα της Ενετικής Γερουσίας, το 1482 (260:29). Χωριό της επαρχίας Γαστούνης (64:452). Μεταξύ των εγγράφων της Μ. Λουκούς, αναφέρεται: διαθήκη μοναχού Γρηγορίου Κακαρούκα, και πωλητήριο Αγγελίνας Γεωργάκη Κακαρούκα (1817) (61:187). Το όνομα είναι αλβανικό και σημαίνει: κακοκυλημένος (202:192).

ΚΑΚΟΥΡΟΣ (Αχλαδόκαμπος). Στρατιώτης Nicolo Cacouri απαντάται από το 1556. (262:174).

ΚΑΛΑΒΡΟΣ (Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται, από το 1080, σε έγγραφο της Μονής Ιβήρων (28:130). Τοπωνύμιο παρά την Κίττα Μάνης: «Άη Γεώργης στον Καλαβρό». Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά (318:38). Τοπωνύμιο «στ’ Καλαβρέζ»: στο χωριό Μελισσουργοί της Ηπείρου (282:122). Το 1480, ο Γιαννούλης Καλαβρός, PROCURADOR της επισκοπής Ναυπλίου, δανείζει στον Bartolomeo Minio, PROVEDITOR E CAPITANO a Napoli di Romania, υπέρπυρα CCL (=250) (250:132). «Δημήτρης του Καλαυρού»: το 1509, στο Ναύπλιο (154:274). Σεβασμία Πελαγία, ηγουμένη της μονής της Παναγίας Della Grotta στο Ναύπλιο και χήρα του ποτέ Δαμιανού Καλαυρού: αναφέρεται το 1543 (261:415). Επώνυμο στρατιώτη (1547), καταγόμενου Da Napoli Di Romania (260:455). Νικολός Καλαβρός: συνυπογράφει, το 1679, την «κόποια των υπαρχόντων της αγίας Μονής του Παναγίου Τάφου στο Ναύπλιο» (309:256). «Περιβόλι του Καλαβρού»: στη Χάλαντρη Νάξου, αναφέρεται σε συμβόλαιο του 1654 (93:101). «Καλαβρής»: αναφέρεται στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (1605) (126:φ17 σελ. β).

ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ (Άργος). Ένας Καλαφάτης αναφέρεται στην Κορώνη, το 1707 (183:55).

ΚΑΛΚΟΥΝΟΣ (Ναύπλιο, κ.α.). «Γερογηάνις Καλκούνης από τον Πύργο»: αναφέρεται σε σημείωση επί του βιβλίου «Μέλισσα» (με χρονολογία 1725) της μονής Κατερινού Μακρυνείας (μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας) (218:146).

ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ (Άργος). Στρατιώτης Ιωάννης Καλογεράς του ποτέ Δημητρίου Da Napoli Di Romania: αναφέρεται το 1556, στα Ενετικά Αρχεία (262:79). Επίσης, Κων/νος του Δημητρίου Calogiera, Da Napoli Di Romania, το 1567 (262:120). «Μιχαήλ Καλογεράς»: μεταξύ των φυγάδων Αθηναίων, παρουσιάζεται στις Ενετικές Αρχές της Κορώνης και ζητά σπίτι να εγκατασταθεί (Αύγουστος 1689) (162:201). Ευστάθιος Καλογεράς: δάσκαλος του γιου του Αλή πασά, στα Ιωάννινα (277:26). Το επώνυμο απαντάται, επίσης, στην Ύδρα το 1807 (19:40).

ΚΑΜΙΖΗΣ (Κρανίδι). «Ο Ισαάκιος, ίνα καταπολεμήση την στάσιν του Βρανά (1187), ηναγκάσθη να δανεισθή σπουδαία ποσά παρά του πρωτοστράτορος Μανουήλ του Καμύτζη» γράφει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (142:492), (255:379).

Για τον ίδιο Καμύτζη, ο Σπ. Λάμπρος συνεχίζει: «…Εις ταύτας τας τοπικάς στάσεις, προσθετέα ίσως και η τυρρανίς του Μανουήλ Καμύτζη όστις ετάραττε την καθεστώσαν τάξιν μετά του γαμβρού αυτού του Βλάχου Χρυσού, και δη ούτοι:

»αφιστώσι τα πόρωθεν, διεκπίπτουσι Τεμπών των Θεσσαλικών, των πεδιάδων επιλαμβάνονται, παρακινούσι την Ελλάδα, παλίμβολον τιθέασιν την Πέλοπος».

(142:535). «Οικία του Καμίτζη» αναφέρεται στην Κεφαλονιά, προ του 1262 (318:47). Μονή Καμύτζιανης στα Ιωάννινα, Καμήσια λέγονται στην Ήπειρο τα μαυρομάτικα φασόλια (220:169). Καμίτζης, στη Ζάκυνθο, το 1611 (120:φ20 σελ. β). Camichi: γένος πτηνών (230:945). Καμίτζης: οικογένεια στους Γοράνους της Λακωνίας (72:812).

ΚΑΜΠΙΤΗΣ (Άργος, 1844). Κατηγορία στρατιωτών του Ενετικού στρατού. Οι “Vecchi Stratioti de questo Territorio (Di Napoli Di Romania), chiamati Cambites”.

(: Οι παλιοί στρατιώτες αυτής της περιοχής, της Napoli Di Romania, οι αποκαλούμενοι Καμπίτες) (259:191). «Καμπίτες», επίσης ελέγοντο οι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν σε τόπους πεδινούς.

ΚΑΝΑΚΗΣ (Άργος, 1848). Κανάκης Γεώργιος: στρατιώτης, το 1543, στον Ενετικό στρατό (261:380). Και βαπτιστικό Κανάκης Πουλομάτης, στο Ναύπλιο, το 1509 (154:273).

ΚΑΝΤΡΕΒΑΣ (Κρανίδι). Στρατιώτης Domenego Candreva: αναφέρεται σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, με χρονολογία 1541 (261:336). Και Chiurca Cantreva, επίσης το 1541 (261:337). Καντρέβα: μικρό χωριό (σημερινή Ασέα) του δήμου Βαλτετσίου (επαρχία Μαντινείας νομού Αρκαδίας), που πιθανόν οφείλει την ονομασία του στους παραπάνω στρατιώτες (185:309). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: συμμαζωμένος (202:194).

ΚΑΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος, Καπαρέλι, κ.α.). Στρατιώτης με το όνομα αυτό αναφέρεται στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261: 353).

ΚΑΠΟΥΡΑΛΟΣ (Άργος, Κεφαλάρι). Το επώνυμο απαντάται στην Αργολίδα το 1548 (262:10).

ΚΑΡΑΒΕΛΟΣ (Άργος). Ένας Leonardus Karavello, βενετός ευγενής, αναφέρεται από το 1403 (256:6).

ΚΑΡΑΚΑΛΟΣ (Ίρια, Δρέπανο, Κρανίδι, Ναύπλιο). Οικογένεια Καρκαλάδες αναφέρεται σε επιστολή Σωφρονίου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, με χρονολογία 1609 (56:224). Η οικογένεια αυτή προέρχεται από τη Δημητσάνα, όπου απαντάται το επώνυμο σαν Καράκαλος ή Καρκαλάς, που είναι το ίδιο (56:227). Πιθανόν να πρέπει να συνδεθεί με το Βενετσιάνικο επώνυμο Caracala, που εμφανίζεται στην περιοχή της Napoli Di Romania τουλάχιστον από το 1542 (261:363, 261:366). Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στη Ναυπλία. Τοπωνύμιο «της Καρκαλούς»: βόρεια από τη Δημητσάνα. Τοπωνύμιο στο χωριό Μύλοι (Περιβόλια) Τριφυλίας (313:150). «Καρκαλούσα» = η ελονοσία, τπνμ. στο χωριό Λαδά της Μεσσηνίας.

ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑΣ (Ασίνη). Ένας «περίδοξος οπλαρχηγός Καρμανιόλα» εκτελείται από τους Ενετούς, το 1432 (176:266). Carmaniola, ενετός στρατηγός εικονίζεται σε τοιχογραφία του Αντων. Βασιλάκη στο Palazzo Ducale στη Βενετία, δεύτερο ήμισυ του 16ου αι. (201Α:165).

ΚΑΡΟΥΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΤΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΝΤΖΟΣ και ΚΑΡΟΥΖΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). «Αλεξ. Καρούσος», νομομαθής, μεταβαίνει από την Κεφαλονιά στη Βενετία για να υποστηρίξει κάποιο εκκλησιαστικό θέμα στο δεύτερο ήμισυ του 17ου αι. (294:71). «Ευστάθιος Καρούσος», αγιογράφος (1756) στην Κεφαλονιά (105:23). «Ιωάννης Βαπτιστής Καρούσος» αφιερώνει εικόνα του Ιωάννου Προδρόμου στο ναό του Αγ. Γερασίμου, στο Κάστρο της Κεφαλονιάς το 1798 (105:22). Μία κόρη της οικογένειας Καρούτσου, την Κατερίνα, από το Άκοβο της Μεσσηνίας, παντρεύτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η οικογένεια Καρούτσου υπήρχε, μέχρι πρότινος στο Άκοβο. Πολλά ονόματα Καρούσου σε κατάλογο μελών του Συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς (1593) (201). Caruso λέγεται στα ιταλικά, ο εργάτης μεταλλείων θείου, στη Σικελία.

ΚΑΡΩΝΗΣ (Ναύπλιο). Σε παλιό κατάστιχο του Δημ. Καρώνη γραμμένο περί το 1880 αναγράφεται ότι παλαιότερα το επώνυμο της οικογενείας η οποία κατάγεται από τα Αχούρια της Τριπόλεως, ήταν Κουτσόπαπας, και ότι στις αρχές του αιώνα μετονομάστηκαν σε Καρώνης.

ΚΑΣΝΕΣΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτης μ’ αυτό το επώνυμο αναφέρεται το 1482, στις τάξεις του Ενετικού στρατού (259:200). «Οικογένεια Κανιώση ή Κανέση»: στη Ζάκυνθο, διατηρούσε τη μονή της Πικριδιώτισσας, στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αι. (104:66).

ΚΑΤΣΑΙΤΗΣ (Ναύπλιο). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης»: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1564 (262:107). «Ευαγγελινός Κατσαΐτης, γιος του Σοφιανού και της Λάουρα Ασσάνη»: σημειώνεται μεταξύ εκείνων, που φοίτησαν στο Ελληνομουσείο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, κατά τα έτη 1610 – 1730. Ο Ευαγγελινός Κατσαΐτης είχε γεννηθεί το 1646 (294:416). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης», λεγόμενος «Μανταλάς», βιβλιογράφος, υπογράφει εκκλησιαστικό βιβλίο (στιχηράριον): «Ετελιώθηκε εις τας 1176 Δεκεμβρίου 2 και το έγραψα εγώ ο Πέτρος αναγνώστης Κατσαΐτης λεγόμενος Μανταλάς» (3:332). Επειδή τοπωνύμιο «του Μανταλά» σώζεται ακόμα στην περιοχή του χωριού Κούτσι (Αργολικό) της Ναυπλίας, και επειδή ένας Πέτρος Κατσαΐτης είναι και ο συγγραφέας του γνωστού θρήνου για την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1715, παρ’ όλο που υπάρχει μια διαφορά 60 ετών στις δύο χρονολογίες, συγχωρείται ενδεχομένως η υπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (88:286). Το επώνυμο «Μανταλιάς» συναντάται ακόμα σήμερα στη Ζάκυνθο. Περισσότερα (293:229-2).

ΚΑΤΣΑΡΗΣ (Άργος 1854, Πόρτο Χέλι). «Κάτζαριν» ναύκληρον που ταξίδευε στα νερά της Ανατολικής Πελοποννήσου (Μονεμβασία) μνημονεύει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (13ος αι.) (142:137). «Μιχαήλ Κατσάρης», Bombardier, αναγράφεται το 1545 στα έγγραφα του Ενετικού στρατού (259:283). Μητροφάνης Κάτζαρης, το 1624, νοτάριος στην Κεφαλονιά (Ανέκδοτος Κώδικας μονής Αγ. Παρασκευής Ταφιού (Κεφαλονιά) φ. 24).

ΚΑΤΣΙΚΗΣ και ΚΑΤΣΙΚΑΣ (Άργος 1849, Ναύπλιο). Όνομα στρατιώτη του Ενετικού στρατού, χρονολογούμενο από το 1543 (261:378). Ένας «Γιάννης Κατσίκης», υπηρέτης του πασά Ασουμάν (Οσμάν;) των Ιωαννίνων, φονεύεται από τους οπαδούς του Διονυσίου (του Σκυλοσόφου), το 1611 (191:83). «Κατσικά», ονομασία χωριού των Ζαγορίων Ηπείρου (135:7). «Κατζήκας» υπογράφει έγγραφο που βρίσκεται στο αρχείο της μ. Ελώνης (67:118). Οικογενειακό επώνυμο στην Αρτσίστα Ζαγορίων (136:197).

ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ (Άργος, Κοφίνι, Πασά). Anagnosti Calogheraki Cheramidi, από τη Ζαρνάτα της Μάνης. Το επίθετο αναφέρεται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118). Συμβολαιογράφο «Κεραμίδη» συναντούμε, το 1697, στην Αργολίδα (119). Ονομασία χωριού στα Ζαγόρια Ηπείρου (132:75). «Κεραμίδης» στο υπ’ αριθ. 3668, -Νοέμβριος 1845-, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Αναστ. Μαυροκεφάλου, (Ανέκδοτο Αρχείο συμβολαιογράφου Ν. Ντόκου).

ΚΛΑΔΟΥΡΗΣ και ΚΛΑΔΟΥΡΑΣ (Άργος κ.α.). Αναφέρεται στρατιώτης «Μανώλης Δημητρίου Claduri» σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:355). «Acladuri» αναφέρεται σε κατάλογο πολιτών από τα Χανιά Κρήτης, που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, τον 17ο αι. (158:454).

ΚΛΙΑΣΟΣ (Άργος). Στρατιώτης «Δημήτριος Κλιάστος» αναφέρεται σε έγγραφα του 1541 των Ενετικών Αρχών (261:356). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: κλαψιάρης (202:194).

ΚΟΚΚΙΝΟΣ (Ναύπλιο). «Δημήτριος και Γεώργιος Κόκκινος»: στρατιώτες, αναφέρονται από το 1541 (261:353). Τοπωνύμιο «του Κόκκινου», στο χωριό Κόκκινο της Πυλίας (313:159). «Γεώργης Κόκκινος» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο του 1798, στο Λεωνίδιο (178:305).

ΚΟΚΟΤΟΣ (Άργος, 1877). «Θεόδωρο Cocoto» συναντούμε στρατιώτη στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261:347). Τοπωνύμιο στο χωριό Καρβούνι Τριφυλίας (313:161).

ΚΟΜΑΣ (Ερμιόνη). Σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1549, αναφέρεται ένας «Theodosio Coma», στον οποίο χορηγήθηκε μια αποζημίωση 20 δουκάτων (262:23).

ΚΟΜΙΝΗΣ (Ναύπλιο, 1858). Στρατιώτης Cominus απαντάται από το 1492 (260:49).

ΚΟΝΤΟΣ (Ναύπλιο κ.α.). Κόντος ονομαζόταν ο ένας από τους τρεις παιδαγωγούς, που συνόδευσαν τον Μιχαήλ, γιο του Θωμά Παλαιολόγου, δεσπότη του Μορέως, στη Ρώμη, και αργότερα τον συμβούλευσε να καταφύγει στον Μωάμεθ (1465) (152:38). Κόντος ή Κοντός αναφέρεται στρατιώτης, το 1506 (260:81). «Μαρίκος Κόντος» υπογράφει, ως μάρτυς, έγγραφο του μετοχίου του Παναγίου Τάφου (της Αγιά-Μονής), το 1679 (309:257). Τοποθεσία «του Κοντ»: στην Άνω Βίτσα παρά τον αγρό του Κόντου (268:197).

ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης «Ιωάννης Κορωναίος» αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, το 1530 (260:148). «Γεώργιος Κωρονέος» αναφέρεται στο «Πρακτικόν κλπ.» της Εκκλησίας Κεφαλληνίας, το 1262 (318:29).

ΚΟΣΜΑΣ (Άργος). Ονομασία χωριού της Κυνουρίας, πάνω στον Πάρνωνα. Σε έγγραφο του Ενετικού Συμβουλίου με χρονολογία 4 Μαρτίου 1571 αναγνωρίζονται μεταξύ των Capitani της Μάνης και ο «Cosma Dimitri», και μεταξύ των πρεσβευτών ο «Antonio Cosma», που ίσως έχουν κάποια σχέση με τους ιδιοκτήτες της περιοχής της Κυνουρίας, που πήρε και το όνομά τους (185:310). Ένας «Κοσμάς», καταγόμενος από την Κορώνη, αναφέρεται το 1514 (183:56). «γεόργιοσ κοσμάσ» συνυπογράφει με άλλους αναφορά προς τις Ενετικές Αρχές, το 1694. Μετά την εγκατάλειψη των Αθηνών από τον Μοροζίνη (Μάρτιος, 1688), ένας ωρισμένος αριθμός Αθηναίων παρακολούθησε τους Ενετούς στο Ναύπλιο. Ένας από τους φυγάδες αυτούς ήταν και ο «γεόργιοσ κοσμάσ». Με το έγγραφο, υποδείκνυαν τον Μπεναλδή σαν κατάλληλο δάσκαλο των παιδιών τους, στην Πάτρα (189:85). «Κοσμάς Αντρέας» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο στη Ζάκυνθο το 1706 (126:φ88). «κγοσμάς ιερομόναχος ο μοραΐτης» υπογράφει πρωτόκολλο παραλαβής του λειψάνου της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης στις 13 Απριλίου 1725 στην Κέρκυρα, ως καθηγούμενος του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης (157:466). «Γεώργιος Κοσμάς, τρομερός κλέφτης και απόγονος κλεφτών» από το χωριό Αετός Τριφυλίας, συνόδευε τον Γιάννη Κολοκοτρώνη (Ζορμπά) στην επίθεσή του, το φθινόπωρο του 1805, εναντίον του πρωτοσύγκελλου Άνθιμου Ανδριανόπουλου (177:98, 45:121, 72:717). «Γκίκας του Κοσμά» αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας το 1802 (17:314).

ΚΟΥΖΗΣ και ΚΟΥΤΣΗΣ (Φούρνοι, Δίδυμα). Απαντάται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1482 (260:28, 260:76, 260:111, 260:151, 261:353, 261:344, 261:361, 261:362, 261:388). Επώνυμο στρατιώτη, από το 1542 (261:361). Απαντάται συχνά, στον κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126). «Κούτσι»: χωριό της Β. Ηπείρου, και της Αργολίδας.

ΚΟΥΡΤΕΣΗΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτες «Ανδρέας και Νικολός Cortessis» αναφέρονται σε έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1541. Καταγόντουσαν από την Μονεμβασία (261:352). Χωριό της Ηλείας. Τοπωνύμια «Κορτέση» στα χωριά: Κόκκινο Πυλίας, Βαριμπόμπη (Μοναστήριον) και Τρουκάκη (Πανόραμα) Τριφυλίας (313:168). «Γεώργιος Κουρτέσης ο Σχολάριος» λεγόταν και ο πρώτος διορισμένος από τον Μωάμεθ Β’ πατριάρχης Κ/πόλεως Γεννάδιος.

ΚΟΥΤΟΥΒΑΛΗΣ (Ερμιόνη). «Δημήτριος Κουτούβαλης», στρατιώτης, αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών, από το 1535 (260:166). «Avocato fiscal Dr Co, Lorenzo Cottuvoli» αναφέρεται από τους Ενετούς συνδίκους εξεταστές του Μορέως, σε έγγραφό τους του 1704 (145:815). «Σωφρόνιος Κουτούβαλης», επίσκοπος στην Κεφαλονιά το 1782 (294:67). Σημαντική οικογένεια στη Ζάκυνθο, τουλάχιστον από το 1610 (126:φ. 20 σελ. β).

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ (Ναύπλιο). Απαντάται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118:426, 436). Τοπωνύμιο στη Λιγούδιστα (Χώρα) Τριφυλίας (313:170). Τοποθεσία στη Λαγκάδα Κόνιτσας (283:224).

ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Παλ. Επίδαυρος). «Nichiforo Chiriachi» από την Κέρκυρα μνημονεύεται το 1554 (262:64). Ίσως να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς κλάδους, της ιδίας πιθανόν οικογένειας. Γιατί, όπως γράφει ο Λ. Βροκίνης, εκείνοι που ακολούθησαν τους Ενετούς, όταν αυτοί εγκατέλειψαν το Ναύπλιο το 1540, ανερχόντουσαν σε 1200, και η περιοχή Επιδαύρου, τότε, περιλαμβανόταν μέσα στα όρια της Napoli di Romania (46:247). Οικογενειακό επώνυμο «Κυργιάκου» στο χωριό Φραγκάδες Ηπείρου (131:243).

ΛΑΚΙΩΤΗΣ (Άργος). «Καπετάν τενετες νάτζος λακιοτης» υπογράφει, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την αυτοκράτειρα της Ρωσσίας Αικατερίνη Β’, από την Παλαιά Ήπειρο, περί πολεμικής συνεργασίας κλπ. (177:102).

ΛΑΛΙΩΤΗΣ (Βιβάρι Ναυπλίου). Στα Ενετικά Αρχεία απαντούμε στρατιώτες Pelegrin και Theodoro Laloti da Napoli di Romania σε έγγραφο του 1542 (261:374). Χωριό της Κορινθίας (64:458). «Βουνό του Λαλιώτη»: τοπωνύμιο στο χωριό Φαγιά Ζακύνθου (104:113).

ΛΕΚΑΣ (Άργος, Ναύπλιο κ.α.). Βαπτιστικό όνομα πολλών στρατιωτών, κυρίως αλβανικής καταγωγής, αλλά και επώνυμο. Σε «θύμηση» επί ευαγγελίου της μονής Βίτσης (Δωδώνη Ηπείρου) αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του ένας «Γεώργιος Λέκας» ποστέλνικος (ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών), το 1626, καταγόμενος από τα Ιωάννινα (267:107). «Ράχη του Λέκα», στο χωριό Σιδερόκαστρο Τριφυλίας και Αλή-Τσελεπή (Κάτω Σαμικόν) Πυλίας (313:178).

ΛΙΟΝΤΑΣ (Κρανίδι, 1851). Ένας Zorzi de Londa, Zitadin de questo luocho (: Thermissi, Castri et Vorsicha) αναφέρεται σε έγγραφο με χρονολογία 15 Απριλίου 1480, του Bartolomeo Minio προς την Ενετική Σύγκλητο (259:119). Σε έγγραφο του 1545, αναφέρεται ο Domino Franco de Londa cittadino nobile da Napoli di Romania και τα παιδιά του Nicolo και Andrea (261:408). Theodosio da Londa cittadino nobile da Napoli, σε έγγραφο του 1545 (261:414), επίσης Manusso Londa και τα παιδιά του Zorzi και Antonio, σε έγγραφο του 1552 (262:41).

ΛΟΥΜΗΣ (Κρανίδι, 1863). Αλβανικό βαπτιστικό όνομα. Απαντάται στους στρατιώτες Lumo Renessi, το 1504 (258:60) και Lumi Prifti, το 1541 (261:337), όπως ασφαλώς και σε άλλους. «Λούμη»: χωριό της περιοχής Σέρβου Γορτυνίας (185:312).

ΛΥΓΟΥΡΙΑΤΗΣ (Άργος 1892, Κούτσι (Αργολικό), Ναύπλιο 1853). Στρατιώτης Nicolo Liguriati da Napoli di Romania απαντάται, το 1542, σε Ενετικά έγγραφα (261-:374). Το επώνυμο απαντάται σε έγγραφα της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού Κυνουρίας, το 1780 (49:233).

ΜΑΤΖΑΒΡΑΚΟΣ (Ναύπλιο, Ίρια). Στον Γεώργιο Maravracco (γρ. Mazavracco;) πρόσφυγα από την Αθήνα, παραχωρείται εγκατάσταση στα χωριά Cari (;) και Zorzi (;) από τις Ενετικές Αρχές (162:330).

ΜΕΝΤΗΣ (Άργος). Ένας Medin αρχηγός του Κροατικού τμήματος που έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Παλαμηδίου αναφέρεται στην έκθεση του Daniel Dolfin (1715). Ένας Μεντής, διάσημος ιππέας από το Άργος σκοτώνεται έξω από την Αθήνα κατά την Επανάσταση.

ΜΕΞΗΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι, Πόρτο Χέλι, Τολό). Στρατιώτης Meza (Μέξα) αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1473 (260:12). Το επώνυμο απαντάται στις Σπέτσες από το 1803 (18:5).

ΜΗΛΙΩΤΗΣ και ΜΥΛΙΩΤΗΣ (Ναύπλιο). Επώνυμο στρατιώτη, το 1544 (261:391). Τοπωνύμιο «του Μηλιώτη» στην Πυλία Μεσσηνίας (313:196). «Χάνι του Μηλιώτη»: βορεινά από τα Φίχτια Αργολίδας. Νικηφόρος Μηλιώτης, ιερεύς, ιδρύει μοναστήρι το 1660 στη Ζάκυνθο (104:116).

ΜΟΘΩΝΙΟΣ (Άργος). Λέγεται ο από την Μεθώνη καταγόμενος. Απαντάται συχνότατα. Ο αρχαιότερος Μοθωνέος, που συνάντησε ο γράφων, είναι ο στο «Πρακτικόν της εκκλησίας της Κεφαλληνίας κλπ.» αναφερόμενος προ του 1262 (318:29).

ΜΟΙΡΑΣ (Επίδαυρος). Γιάννης Μοίρας, σε έγγραφο του 1794, στη Ζάκυνθο (126:φ. 117 σελ. β). Βαπτιστικό σε στρατιώτη του Ενετικού στρατού: Mira Bardi, το 1511 (258:19).

ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΣ (Άργος, Ναύπλιο) ή ΜΟΡΜΟΡΗΣ, ή Μούρμουρας στις 28 Δεκεμβρίου 1539 αποστέλλονται στη Βενετία δύο Ναυπλιώτες, ο Ιάκωβος Μόρμορης και ο Γεώργιος Ραμουσάτης, για να περιγράψουν την κακή κατάσταση του Φρουρίου και να ζητήσουν βοήθεια (236:273). Στρατιώτης Εμμανουήλ Μόρμορης Ναυπλιεύς μνημονεύεται στα Ενετικά Αρχεία από το 1570 (46:253). Διαπρέπει σαν αρχηγός των επαναστατών της Β. Ηπείρου (1570).

«Ανήρ γενναίος και ειδήμων των εν Ηπείρω τοποθεσιών» (249:164). Το επώνυμο απαντάται πολλές φορές και στον Κ. Σάθα (262:393). «Τζόρτζις μούρμουρις» υπογράφει συμβόλαιο το 1594 στη Ζάκυνθο (104:52). Το επώνυμο απαντάται σε σημείωση στον κώδικα της μονής Χρυσοπηγής Στεμνίτσας, το 1790 (51:329). Δημήτρης Μούρμουρης αναγράφεται σε «κατάλογο των ανθρώπων οπού θα ‘ρθούν οι καλοκαιρινοί λουφέδες απάνου» στην Ύδρα (αχρονολόγητο, αλλά πιθανόν περί το 1804) (18:138).

«Το οικόσημον του εκ Κυδωνίας Κρήτης Ιωάννου Μόρμορη, ιχθύς ασημένιος επί κυανού πεδίου με τρεις χρυσούς αστέρας» (290Α:373).

ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗΣ (Άργος 1849). Το 1464 (4 Φεβρουαρίου), ο Σούμπασης Balaban, άνθρωπος μεγάλης φήμης και συστημένος από πολλούς καπετάνιους, στρατηγούς και προνοητές, προσλαμβάνεται στις τάξεις του ενετικού στρατού (261:1). Ένας Marco Balaban, τούρκος βαφτισμένος χριστιανός, βρίσκεται ανακατεμένος σε μια υπόθεση κατασκοπείας στην Κορώνη, το 1465 (259:74). Τοποθεσία «Μπαλαμπάνα» λίγο πριν φθάσουμε στο Μούχλι. Τοπωνύμιο «του Βαλαβάνη». Οικισμός του Άργους, εγκαταλελειμένος το 1868 (14). Ο Χατζή Γιάννης Εμμανουήλ Μπαλαμπάνος, από τα Ψαρά, υπογράφει πωλητήριο έγγραφο στις 25.7.1797 στο Ζητούνι (Λαμία) (17:282).

ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ (Άργος). Σε μια Agnese Malafara da Napoli και τα παιδιά της Σωτηριανό και Γιαννάκη, που γεννήθηκαν στο Ναύπλιο, παραχωρείται κάποια θέση στο Ριάλτο της Βενετίας (262:459).

ΜΠΑΡΔΗΣ (Άργος 1851, Δίδυμα). Στα Ενετικά Αρχεία, στρατιώτης Pierro Bardi αναφέρεται το 1541 (261:338). Στρατιώτης Gigni Bardi, το 1544 (261:392). Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Bardi» στο χωριό Βαριμπόμπη της Τριφυλίας (313:321). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει λευκός.

ΜΠΑΣΤΑΣ (Άργος). Επώνυμο οικογένειας στρατιωτών, από το 1512 (260:XIV). Τοπωνύμιο «του Μπάστα» στο χωριό Λογγά της Πυλίας. Όνομα μιας αλβανικής φάρας της νοτίου Αλβανίας αλλά και της Ιταλίας (313:295). Χωριό της Αρκαδίας.

ΜΠΑΤΑΒΟΣ (Ναύπλιο). Μπαταβοί ελέγοντο και λέγονται ακόμα οι Ολλανδοί, που κατάγονται από την Batavia. Το επώνυμο ίσως είναι εθνικής καταγωγής σημαντικό, όπως το Φράγκος, Ρούσσος, Αρβανίτης κλπ. Λαϊκή έκφραση σημαίνει τον ανόητο.

ΜΠΕΛΟΚΑΣ (Άργος). Στις 2 Ιουνίου 1512, αναχωρούν από τη Βενετία τα πλοία ιδιοκτησίας Γεωργίου Ψαρά και Ιωάννου Belocha, που μεταφέρουν εφόδια στο Ναύπλιο (236:268). Μία Κατερίνα Belocha απαντάται το 1548 στα Ενετικά Αρχεία (262:11). Laurenzio Belochio: έχει χαράξει το όνομά του σε μια κολώνα της Αγ. Μονής Ναυπλίου (Bel’ Ochio: αυτός, που έχει ωραία μάτια). Επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή: (1630) ΚΥΜΗΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ / ΟΣΙΟΤΑΤΟΥ / ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΠΕΛΟΚΑ / ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ: βρίσκεται εντοιχισμένη στη νότια πλευρά του καθολικού της μονής Αρτοκοστάς Κυνουρίας (13:259). Ο Νικηφόρος Μπελόκας, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος, υπήρξε ο ανακαινιστής της μονής, το 1617, όπως αναγράφει σχετικό σιγίλλιο (13:262).

ΜΠΕΝΟΣ (Άργος). Λατινικό βαπτιστικό όνομα, αργότερα και επώνυμο (119). Γεώργιος Μπένος βεβαιώνει έγγραφο, το 1713, στο χωριό Νεζερά της Αχαΐας (291:63).

ΜΠΕΡΚΕΤΗΣ (Πόρτο Χέλι). Στρατιώτης Thodaro Barcheti στην Κεφαλονιά, το 1561 (262:97). Πέτρος Μπερκέτης, μελογράφος, αναφέρεται σε κώδικα του 18ου αι., στη Ζάκυνθο (40:61).

ΜΠΙΜΠΗΣ (Άργος 1873, Επίδαυρος, Χέλι). Ένας Antionio Bibi, μακαρίτης το 1543, κατείχε το αξίωμα «Di Cao di Guarda nel Sextier di S. Marco et di Casonier del cason di Frezaria…” (261Q383). “Στ’ Βρύσ’ τ’ς Μπιμπαίοι»: πηγή της Καστάνιανης Ηπείρου, όπου κατοικούσε ο Μπίμπας (283:226).

ΜΠΟΓΑΣ (Άργος) και ΜΠΟΥΓΑΣ. Χωριό Μπουγά και Μπουγιάτι στην Αργολίδα, αλλά και αλλού, που οφείλουν την ονομασία τους ενδεχομένως σε μέλη της οικογένειας Μπούα. Το όνομα Μπούας αναφέρεται από τον Κ. Σάθα, το πρώτον αν δεν κάνω λάθος, το 1406, ως Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός (256:ΧΧΙΙ). Έκτοτε το επώνυμο επαναλαμβάνεται συχνά. Dιμων Μπουγαc, το 1642, από επιτύμβιο πλάκα μέσα στον καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι (Καρυάς), στην Λευκάδα. Τοπωνύμιο «Λάκκα του Μπουγά» στο χωριό Αελιάς Ολυμπίας (313:207). Τοπωνύμιο στο Πραστό Κυνουρίας: «στου κυρ Γεωργάκη Μπουγά», σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού, το 1762 (49:213). «Ιωάννης Μπογάς»: υπογράφει σε κατάσταση διανομής λαδιού, στα Ιωάννινα, το 1820 (114:117). Μπουγάς: σε διαθήκη τυ 1638, στη Ζάκυνθο (126:φ55). Διεξοδικότερα με την καταγωγή της οικογένειας Μπούα είχε ασχοληθεί ο Κ. Η. Μπίρης (202:39). Βλέπε και: ExJoannis Coronaei rebus a Mercurio Bua gestis (314:367-370).

ΜΠΟΖΙΚΗΣ (Ερμιόνη). Παλαιά οικογένεια από τη Ζάκυνθο.

ΜΠΟΖΟΝΕΛΟΣ (Άργος, Καρυά κ.α.). Πιθανώτατα πρόκειται περί αναγραμματισμού: ο από την Bologna της Ιταλίας καταγόμενος ή προερχόμενος, ο Μπολονέζος, έγινε Μποζονέλος (229:160).

ΜΠΟΝΑΦΙΝ (Ναύπλιο 1800-1893). Τοπωνύμιο «Μποναφέ» ανάμεσα στα χωριά Πισινώντα και Μουζάκη Ζακύνθου (109:174). Κων/νος Μποναφίς, νοτάριος, απαντάται σε διαθήκη του 1617 στη Ζάκυνθο (126:φ26, 84).

ΜΠΟΝΗΣ (Άργος). «Κώστας Μπόνι» αναφέρεται μεταξύ των οφειλετών στην έκθεση, που υπέβαλαν οι πραγματογνώμονες στις Ενετικές Αρχές, σχετικά με την περιουσία των Μαρουτσαίων στην Άρτα της Ηπείρου, το 1756 (189:63). Ένας Μέτσο Μπόνιος, ιταλικής πιθανόν καταγωγής, αναφέρεται μεταξύ του ανωτέρου προσωπικού της αυλής τυ Αλή πασά (141:33). Ένας Μπόνης, πιθανόν στο Βουκουρέστι, αναφέρεται σε επιστολή του Ι. Νικολόπουλου προς τον αδελφό του Κων/νο, στο Παρίσι (;), το 1818 (92:253). Don Paolo de Bonis: λατίνος κληρικός περί το πρώτο μισό του 17ου αι., στην Κέρκυρα (292:137-9). «Φραγκιάς Μπόνης» αναφέρεται να αγοράζει «ένα κατάλυμα εν Μαράθι Μυκόνου», την 2.4.1676 (233).

ΜΠΟΥΖΑΣ και ΜΠΟΥΖΙΟΣ και ΜΠΟΥΖΟΣ (Κρανίδι, Κιβέρι). Στρατιώτης Stephano Busi μνημονεύεται στις τάξεις του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:338). Τοπωνύμιο «ο Μπούζης» στο χωριό Κάτω Κοπάνιτσα (Καρυαί) Τριφυλίας και Σμαρλίνα (Στόμιον) Ολυμπίας. Το «Μπούζι», «του Μπούζη»: το σημερινό χωριό Ελαία Τριφυλία (313:208). «Νικολής Κωνσταντή Μπούζα» αναφέρεται στο 1809 σε έγγραφο του Αρχείου Ύδρας (19:424). Το επώνυμο είναι ίσως Ηπειρωτικό, γιατί αναφέρεται και αλβανός Ταφίλ Μπούζης μετεπαναστατικά (131:241). Τοπωνύμιο «του Βούζη» (Μπούζη;) στην περιοχή Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) Αργολίδας αναφέρεται στο «Υπόμνημα» του Επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος, το 1144 (12:15).

ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Πασά (Ίναχος), Ναύπλιο). Στρατιώτης Γκούμας (Ιάκωβος) Μπούκουρας χρονολογείται από το 1511 (261:338). Τοπωνύμιο «του Μπούκουρα» στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:208). Επώνυμο αναφερόμενο μεταξύ των Φιλικών του χωριού Μαγούλιανα (128:339-42). Χωριό Μπούκουρα στην επαρχία Πατρών (64:450). Και συνθηματική γλώσσα στην Ήπειρο: «τα Μπουκουρέικα» (271). Νικ. Μπούκουρας υπογράφει έγγραφο (τουρκικό), το 1818, στην Αλωνίσταινα (69:367).

ΜΠΟΥΡΛΟΣ (Δερβενάκια). Το «χάνι του Μπούρλου» στα Δερβενάκια. Το επώνυμο γνωστό και από το Αργίτικο δημοτικό: «του Μπουρλού μωρή το σαλβάρι σου κλπ.». Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Mburlu» στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίας (313:322). Η λέξη είναι ιταλική και σημαίνει: αστείος.

ΜΩΡΟΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτης Μώρος από την Ναύπακτο, αναφέρεται στο 1563 στα Ενετικά Αρχεία (262:107). Τοπωνύμιο «του Μώρου» στο Σιδερόκαστρο της Τριφυλίας (313:211).

ΝΕΡΟΥΤΣΟΣ (Άργος 1845). Αναφέρεται από τον 15ο αι. (Nerozzo) (88:289-293).

ΝΤΑΝΤΗΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης στον Ενετικό στρατό Ιωάννης Tandi αναγράφεται το 1541 (261:353). Το επώνυμο Tandi αναφέρεται στον κατάλογο των ευγενών από το Ηράκλειο Κρήτης που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 17ο αι. (158:452). Georgius T., κρητικός, εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας το 1638 (238:262).

ΝΤΟΚΟΣ (Κουτσοπόδι, Μύλοι). Ένα επώνυμο που απαντάται σχετικά συχνά στην Αργολίδα, είναι και το Ντόκος. Με κέντρο πιθανόν το Κουτσοπόδι, όπου είναι και πολυαριθμότερο, έχει απλώσει μέχρι τους Μύλους, Κούτσι, Ναύπλιο, και φυσικά και την Αθήνα.

Για την προέλευση αυτής της οικογένειας, ούτε ιστορικά είναι βεβαιωμένο τίποτα, αλλά ούτε και τα μέλη της διέσωσαν κάτι σαν παράδοση. Έτσι, στην αναζήτηση της καταγωγής της, μοιραία θα περιοριστούμε σε εικασίες.

Επειδή τα οικογενειακά επώνυμα δεν παρουσιάζονται τυχαία, αλλά πάντα από κάπου ξεκινούν, μπορούμε να κάνουμε την εξής υπόθεση.

Το επώνυμο Ντόκος, το συναντούμε στην Ήπειρο:

– Ως «Ντόκας», στους αγώνες μεταξύ Λιαλιαταίων και Καραμουραταταίων, περί το 1687 για την «προστασία» του χωριού Διπάλιστα της Ηπείρου, το σημερινό Μολυβδοσκέπαστος.[1]

– Μια Αλεξάνδρα Ντόκου, υπογράφει προικοσύμφωνο το 1803 στα Γιάννενα.[2]

– Το 1820, μνημονεύεται το επώνυμο επίσης στα Γιάννενα.[3]

– Αλλά και τοπωνύμιο στο χωριό Γλανιτσιά της Γορτυνίας.[4]

– Στο Πωγώνι της Ηπείρου.[5]

Οι πληροφορίες αυτές είναι βέβαια λίγες, αλλά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι την αναζήτηση για την προέλευση της οικογένειας αυτής θα πρέπει να την αρχίσουμε από την Ήπειρο.

Στην περιοχή αυτή, εμφανίζεται στα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, ο από το Benevento της Ιταλίας καταγόμενος Γουλιέλμος Tocco (+1275), ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης της μεγάλης οικογένειας των Tocchi, μέλη της οποίας παρουσιάζονται αργότερα σαν δούκες της Λευκάδας, κόμητες της Κεφαλονιάς, αυθέντες της Βοστίτζας, κύριοι της Ζακύνθου, δεσπόται της Άρτας και των Ιωαννίνων.

Η δραστηριότητα της οικογένειας αυτής θα μας απασχολήσει μόνο από τον Κάρολο Tocco I., και μεταγενέστερα, γιατί ο Κάρολος αυτός, στις αρχές του ΙΕ’ αι., βοηθούμενο από τον αδελφό του Λεονάρδο, επεξέτεινε την κυριαρχία της οικογένειας από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου, μέχρι το Άργος.[6]

Όταν πέθανε ο Κάρολος Ι (4.7.1429), άφησε πέντε γιους νόθους, τον Μέμνωνα, «…έναν Μοραΐτη», ο οποίος το 1458 όταν ο Μωάμεθ ο ΙΙ εισέβαλε στην Πελοπόννησο, εμάζωξε πολλούς Μοραΐτες λέγοντας να αντισταθεί του Σουλτάν Μεχμέτ. Και εδιάβη και εστάθη επάνω εις τόπον λεγόμενον Φλιούνι (Πιθανόν το όρος Πολύφεγγον της Νεμάς», «εισέ τόπον δυνατόν. Και ο Σουλτάνος διέβη και επήρε τον Ταρσό». (Γεω. Θ. Ζώρα, η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η Βασιλεία Μωάμεθ Β’ του Κατακτητού, κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερίνον κώδικα 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης, ΕΕΒΣ, ΚΒ’ (1952) σ. 263). Τον Ηρακλή, τον Τούρνο, ένας γιος του οποίου, Τζήρνος ή Κύρνος Τόκκος, αναφέρεται στο κείμενο της ειρήνης που σύνηψαν το 1502 η Βενετία και ο Βαγιαζήτ και μνημονεύεται ως κύριος τόπου στη Λευκάδα (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 1869, σ. 68). Έναν άλλο ίσως Αντώνιο, για τον οποίο πάλι ο Κ. Σάθας, ό.π. σ. 58 γράφει: «Ύστερον», μετά την κατάληψη των νήσων Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Λευκάδος υπό των Τούρκων, «Αντώνιος ο Τόκος», βοηθούμενος υπό του βασιλέως της Νεαπόλεως, κατέλαβεν τας δύο πρώτας νήσους. Πλην οι Ενετοί εξαπατήσαντες και τον Σουλτάνον, ευκόλως εγένοντο κύριοι αυτών (1483)». Και τελευταίο τον Ορλάνδο.[7]

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, τα παιδιά επειδή ήσαν νόθα, δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά, η οποία περιήλθε στον ανηψιό του Κάρολου, επίσης Κάρολο ΙΙ.

Μικρά κτήματα των πατρικών κτήσεων στην Ακαρνανία παραχωρήθηκαν στον Ηρακλή και στον Τούρνο, οι οποίοι εμφανίζονται αργότερα να συνεχίζουν τις προσπάθειές τους για να τα καταλάβουν (6-79). Στον Μέμνωνα παραχωρήθηκαν κτήματα στο Μοριά, και εμφανίζεται το 1436 ως κύριος της Κερπινής των Καλαβρύτων (7-530).

Για τους άλλους δύο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Τα ίχνη τους χάνονται μέσα στον Τουρκικό Στρατό που είχε ενσκήψει στον ελληνικό χώρο, και στον οποίον κατέφευγαν τότε όλοι οι δυσαρεστημένοι. Η τελευταία αυτή πληροφορία, ότι ο Μέμνων Τόκκος, τελειώνει την παρουσία του στην ιστορία, σαν αυθέντης της Κερπινής, οδηγεί στην υπόθεση ότι αν υπήρχαν ακόμη στην Κερπινή, αναμνήσεις, παραδόσεις ή υπολείμματα των οικογενειών των Τόκκων, ήταν πολύ πιθανό, να μπορούσε να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στους Τόκκους της Κεφαλονιάς-Ηπείρου, με τους Ντόκους της Αργολίδας.

Πράγματι, σε μια επίσκεψη, το Πάσχα του 1982, στην Κερπινή των Καλαβρύτων διαπιστώθηκε ότι, στο γειτονικό χωριό, το Ορεινό Βυσοκά, που βρίσκεται όμως μέσα στα όρια της Κερπινής, –σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και κάτοικοί του κατέβηκαν στο Βυσοκά (Σκεπαστό)–, σώζονται ακόμη 4 οικογένειες με το επώνυμο Ντόκος.

Βέβαια κανείς δεν ήξερε κάτι για την καταγωγή τους. Αλλά όλοι απέκλεισαν την πιθανότητα να είχαν ανέβει εκεί επάνω, –τον χειμώνα τα χωριά αυτά είναι αποκλεισμένα από τα χιόνια–, από τον Αργολικό κάμπο. Θεώρησαν πιθανότερο, οι Ντόκοι του Άργους να προέρχονται από τους ορεινούς Ντόκους των Καλαβρύτων, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους «χειμαδιώτες», που σιγά-σιγά εγκαθίστανται στον κάμπο, εγκαταλείποντας την ορεινή αλλά σκληρή γενέτειρα.

Η παρουσία αυτή των Ντόκων στην Κερπινή, ίσως είναι μία ένδειξη, πολύ πιθανή κατά τον γράφοντα, για τη συγγένεια Τόκκων και Ντόκων, αλλά βέβαια δεν είναι απόδειξη. Χρειάζονται κι άλλες πληροφορίες, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και η πάρα πάνω υπόθεση, όσο ωραία και αν είναι, παραμένει πάντα υπόθεση (139:70).

ΞΙΑΡΧΟΣ (Καρυά, Κρανίδι). Ένας Conte Xarcho… fuggito de Turchia μνημονεύεται στο στρατόπεδο της Zara, το 1503, στα Ενετικά Αρχεία (260:71, κ.ε.). Οι Ενετοί της Επτανήσου, όταν έλεγα TURCHIA, εννοούσαν και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Νικόλαος Έξαρχος, πρωθιερέας, γεννημένος γύρω στα 1730-40, ήταν πρό-παππος του Ι. Λαμπρίδου (133:θ’). Κων/νος Ξάρχος, «εκ χώρας Πραστού», ανακαινίζει την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού (1689) (49:202). «γηοργουλη και θαναση και επηληπι ξηαρχεοι» βεβαιώνουν σε πωλητήριο έγγραφο του 1812 (69:375).

ΞΥΠΟΛΙΑΣ (Άργος, Λιγουριό Ναύπλιο) και ΞΥΠΟΛΗΤΑΣ (Κρανίδι). Sipolisias Δημήτριος και Θεοδώρα, από την Μονεμβασία, αναφέρονται το 1547 στην Napoli di Romania (261:439).

ΞΥΦΤΕΡΗΣ (Κρανίδι). Στους Ενετικούς καταλόγους, μεταξύ εκείνων που πήραν κάποια αμοιβή για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, αναφέρεται και ο Alessandro Xifiteri da Napoli, το 1545 (261:411).

ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ναύπλιο). Ενετός πρόξενος στην Άρτα το 1765, απαντάται ο από την Κρήτη καταγόμενος Μοσχονάς Πάγκαλος (184:292). Νικόλαος Πάγκαλος στέλνεται στην Τεργέστη και από εκεί στην Πετρούπολη σαν πρεσβευτής της Ύδρας, το 1789 (17:28). «Μάστρο Δούκας Πάγκαλος» σε έγγραφο του 1644, στη Ζάκυνθο (104:11). Οικογένεια Παγγάλων, ενετικής καταγωγής, σημειώνεται στην Τζιά (Κέα) (303:203).

ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΗΣ (Ναύπλιο). Γενάρχης του Παλλαβιτσίνη της Ελλάδας θεωρείται ο Γουΐδων Παλλαβιτσίνη (1204), μαρκίων της Βοδονίτζης (87:475). Κατόπιν, όμως, εμφανίστηκαν και άλλοι: Alberto Pallavicini, μαρκήσιος της Βοδονίτσας, μνημονεύεται το 1310 (319:280), και το 1570 ο Σφόρτσα Παλαβιτσίνης, βενετός αρχιστράτηγος (299:278). Οικογένεια ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΟΥ, το 1675, στη Ζάκυνθο (82:505).

ΠΑΝΑΡΙΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Εκτός από τα χωριά Παναρίτη της Ναυπλίας, Κορινθίας, Αχαΐας, Βορείου Ηπείρου, υπάρχει και στρατιώτης στα Ενετικά Αρχεία, προ του 1511, με το όνομα Panariti (Πανάρετος;) (260:97).

ΠΑΝΤΟΤΗΣ (Άργος). «Αλεξαντρής Πανδεότης» αναφέρεται δημόσιος νοτάριος σε έγγραφο του ολή (1538), στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126:φ. 2 σελ. β). Στην οικογένεια υπάρχει η παράδοση ότι έχουν έρθει από την Ιταλία.

ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ (Άργος). Στο χωριό Άκοβο της Μεσσηνίας απαντάται, το 1659, οικογένεια με το παρεμφερές επώνυμο Πραβάντο, μέλη της οποίας υπογράφουν επιστολή προς τον Μοροζίνη (91:245). Θα μπορούσαν, πιθανόν, να συσχετισθούν με τους Παραβάντηδες του Αχλαδόκαμπου και του Άργους. Παράβαντα, επίρρημα στην Κάρπαθο, σημαίνει πλαγίως. (198:300).

ΠΑΣΧΑΛΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτες με το επώνυμο Πασχάλης απαντώνται στα Ενετικά Αρχεία οι εξής: Zorz P. το 1541 (261:353), Ανάργυρος Π., da Napoli di Romania το 1553 (262:44), Ιωάννης Π., da Thine (Τήνος), επίσης το 1553 (262:36). Πασχάλης απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1806 (18:358).

ΠΑΤΡΙΝΙΟΣ (Ναύπλιο). Ένας Zuane Patrino, Ηπειρώτης, αναφέρεται, από το 1575, στο Μητρώο της Αδελφότητος Αγίου Νικολάου στη Βενετία (189:242). «Πατρινιά χωράφια» στα Λαγκάδια της Γορτυνίας (16). Αναγνώστης Πατριναίος, το 1797, πιθανόν από την Σμύρνη (15:474). «Δημ. Πατρινός με 50 ανθρώπους» αναφέρεται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1803 (18:79, 31:232).

ΠΑΧΥΣ (Ναύπλιο). Ιωάννης Παχύς στασιάζει εναντίον του αυτοκράτορα Αλεξίου ΙΙΙ κατά το 1198 (142:520). Ένας Κανάκης Παχύς υπογράφει την «κόποια των υπαρχόντων της Αγίας Μονής» το 1679 (309:256). Ένας Zorzi Pacchi da Ma-Ivasia αναφέρεται στα Κύθηρα τον 13ο αι. (259-:301). Παναγιώτης Παχύς αναγράφεται μεταξύ των «οικοκυραίων» της νήσου Ύδρας (19:40). Παναγιώτης Παχύς αναφέρεται σε επιστολή των προεστών Σπετσών το 1816 (21:255). Τζαννέτος Παχύς αναφέρεται σε «μρικοπαράδοση», το 1706 στη Ζάκυνθο (126:φ88).

ΠΕΒΕΡΕΤΟΣ (Άργος, Δαλαμανάρα). «Ποβερέτου Κεφαλλήνος Λόγος επιφανηματικός κλπ.»: έγγραφο του 18ου αι. (156:471). Ένας Πρέβετος Γεώργιος, από τη Ζάκυνθο, εγκαθίσταται στην Τεργέστη το 1740 (298:371). Το επνμ. αναγράφεται συχνά ως Μπεβερέτος στο υπ’ αριθ. 205/30.7.1841 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Α. Κ. Ελαιώνος.

ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ (Ναύπλιο). Περπινιάνης Γεώργιος, δυτικός επίσκοπος Τήνου (1594-1616) (285Α:57). ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ Σάντος, αναγράφεται σε συμβόλαιο υπ’ αριθ. 88 22.5.1841, του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος. Προφανώς ο από το Περπινιάν της Γαλλίας καταγόμενος. Χωριό Πέρπενη στη Λακωνία.

ΠΙΚΟΣ και ΠΙΚΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Αναφέρεται Παναγιώτης Πίκος, φιλικός στη Μολδοβλαχία (1817) (209:69).

ΠΙΠΕΡΟΣ (Άργος, κ.α.). Ο Andreas Piperi cretensis, δηλ. κρητικός, εγγράφεται το 1707 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. (237:125).

ΠΙΤΣΑΣ (Επίδαυρος, Κρανίδι, Ναύπλιο, Χέλι). Χωριό στην Αχαΐα. «Ο Πιτσάς»: τοπωνύμιο στο Σιτοχώρι της Τριφυλίας (313:337). «Μήτρος Πιτζάς», το 1806, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (18:358). «Λάζαρος Πιτσάς», το 1811, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (20:164). Πίτσης, το 1675, «εξ Αργολίδος», αναφέρεται από τον Η. Τσιτσέλη (294:253).

ΠΛΑΤΑΝΙΤΗΣ (Άργος 1869). Βρετός Πλατανίτης da Napoli di Romania απαντάται, το 1557, στον Ενετικό στρατό (262:81). Ομώνυμο χωριό κοντά στο χωριό Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) της Αργολίδας. Αναγνώστης Πλατανίτης αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας, το 1802 (17:314).

ΠΡΙΦΤΗΣ (Άργος). Πολλοί στρατιώτες στον Ενετικό στρατό ονομάζονταν Prifti (: παπάς) (261:337, 353, 356). Χωριό Πρίφτιανι (Μοναστηράκι) στην Αργολίδα. Χωριό και οπλαρχηγός Πρίφτης στη Σαμαρίνα της Ηπείρου, το 1743 (141:17). Πρίφτης υπογράφει συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Αρχείου Νέζου (203).

ΡΑΔΟΣ (Κρανίδι 1884). Χωριό με αυτή την ονομασία, «του Ράδου», βρίσκεται στην επαρχία Ερμιονίδας. Rado: αλβανικό και σλαβικό βαπτιστικό όνομα (: καλός, βλ. και ράδιον), απαντάται στους στρατιώτες Rado Prifti και Rado Renessi, από το 1541 (261:333, 261:358). Ορεινό χωριό της Γορτυνίας.

ΡΑΛΛΗΣ και ΡΑΛΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Η λέξη «Ραλ» είναι αλβανική και σημαίνει: σπάνιος, άτριχος (256:ΧΧVI). Πρώτος με το όνομα αυτό εμφανίζεται στην ιστορία ο Ραούλ ο Λυκοδέρμων, νορμανδικής πιθανόν καταγωγής, κατά τον 11ο αι. Ραούλ Αλέξιος, πρωτοβεστιάριος του Ιωάννου Δούκα Βατάτζη (1222-1254) αναφέρεται από τον Γεώργιο Ακροπολίτη (5:69). Μιχάλης Ράλλης αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1489 (239:162). Βελισάριος Ράλλης αναγράφεται σαν ιδιοκτήτης γαλέρας το 1533 (259:315). Βιβλιογραφία (36:15, 38:139, 37:68, 39:254, 30:217).

ΡΑΧΑΝΙΩΤΗΣ (Άργος, Επίδαυρος, Χέλι (Αραχναίο)). Μήπως το Ραχανιώτης αυτό καλύπτει το Ταρχανειώτης; Γιατί, όπως γράφει ο Κ. Σάθας: «Le poete strathiote (Marulos) quoique s’intitulant Constantinopolitain, il etait originaire de Dume d’Achaïe, sa mere descendait de la célébre maison de Tarchaniotes Argiens seigneurs de Tarchanium (le mont Aracnium des anciens)… » (: Ο Στρατιώτης ποιητής Μάρουλος, παρ’ όλον ότι ετιτλοφορείτο Κωνσταντινουπολίτης, προερχόταν από την Δύμη της Αχαΐας, η μητέρα του καταγόταν από την ένδοξη οικογένεια των Ταρχανειωτών, Αργείων κυρίως του Ταρχανίου, του όρους Αραχναίου των αρχαίων…» (260:IV). Διαμάντε: θυγάτηρ Γεωργίου Τραχανιώτου, μνημονεύεται σε διαθήκη του 1646 στη Ζάκυνθο (106:166). «Στου Ραχανιώτη»: τοπωνύμιο στην περιοχή Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. «Ταρχανιώτης (Ραχανιώτης;)», «μέγας δομέστικος Νικηφόρος ο Ταρχανειώτης, στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός», άντρας της αδελφής του Μιχαήλ VIII του Παλαιολόγου (1261-1283), αναφέρεται από τον Ακροπολίτη (5:60). Φρούραρχος Τζουρουλού επί βασιλείας Ιωάννου Βογάτζη (1222-1254). (255:481). Ταρχάνειον, συνοικισμός παρά τα Κύψελλα της Θράκης, Θεοδοσίου, Μετοχίτου, Πρεσβευτικός, (251:161). Μιχαήλ Μάρουλος Ταρχανειώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεως, (77Α:200-242).

ΡΙΓΚΑΣ (Τολό). Μία Donna Catherina του ποτέ Rigo da Napoli di Romania μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, το 1544 (261:394). ΡΙΓΚΑΣ και ΡΗΓΚΑΣ απαντώνται στην περιοχή Τζουμέρκων (136:71).

ΡΟΜΠΟΤΗΣ (Κρανίδι, Ρομπότσης 1874, Ναύπλιο, Πόρτο Χέλι). Ιωάννης Ρομπότης: αναφέρεται το 1262, στο «Πρακτιόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κ.λπ.» (318:27). Ένας Ρομποτής καταφεύγει στην Κεφαλονιά, το 1502 (106:247). Alexio Robotin μνημονεύεται στην Κεφαλονιά, το 1528 (259:278). Ρομπότης: οικογενειακό επώνυμο στην Ήπειρο (131:41). Ρομποτής: οικογενειακό επώνυμο στο χωριό Αθάνα της Λευκάδας. Ρομποτής συμμετέχει στην ανέγερση ναού στον Άγιο Νικόλαο Ιρά (Λευκάδας) προ 300 και πλέον ετών (186:335). Τοπωνύμιο «το Ρομποτό» στο χωριό Καντηλισκέρι, Καλιστήριον (Πλατανόβρυση) Πυλίας (313:244). «Ρομπότα» (η δουλειά) και «ρομποτεύω» (εργάζομαι, σκάβω): στη συνθηματική γλώσσα των «γιοργατζάδων» του Κοσμά (129:67).

ΡΟΥΜΑΝΑΣ (Ναύπλιο). Χωριό στην Τριφυλία Ρουμανού ή Ρωμανού (313:245). Romana: ένδυμα μακρύ, μαύρου χρώματος, που παλαιότερα φορούσαν όλοι οι Ενετοί, στα τελευταία όμως χρόνια της Δημοκρατίας το χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί δημόσιοι αντιπρόσωποι σαν ημιεπίσημο ένδυμα (311:582).

ΡΟΥΣΣΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται στη Μάνη από το 1736 (270:86).

ΣΑΒΙΝΗΣ (Άργος). Στρατιώτης Savinas ή Sovina ή Savinos αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχείων, το 1539 (261:314). Και Vreto Savino, επίσης το 1539 (261:333). Τοπωνύμιο «του Σαβίνου» στην περιοχή Αγ. Νικόλαος (Κοιλιωμένου) στη Ζάκυνθο.

ΣΑΒΟΓΙΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης Manuel Savogia, da Napoli di Romania, απαντάται στα Ενετικά Αρχεία από το 1548 (262:4). Γρηγόριος Θεοδώρου Σαβόγιας από την Κρήτη, ιδρύει, το 1664, το ναό της αγίας Αικατερίνης ή των Τριών Ιεραρχών στο προάστειο Κήποι της Ζακύνθου (104:121). Προφανώς ο εκ Σαβοΐας καταγόμενος. «Ζακύνθιος ποιητής» (254:45).

ΣΑΓΚΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης με το επώνυμο Σάγκας απαντάται στον Ενετικό στρατό, το 1481 (259:190).

ΣΑΓΡΕΔΟΣ (Άργος 1853). Πέτρος Sagredo ονομαζόταν ο βενετσιάνος φρούραρχος του Στροβιλίου Ηπείρου, το 1479 (254:214). Από τότε, το επώνυμο απαντάται και σε άλλους Ενετούς αξιωματούχους. Αυγουστής Σαγρέδος: σε έγγραφο του 1623 στη Ζάκυνθο (126:φ87 σελ. β).

ΣΕΡΑΣ (Άργος 1845). Στο Αρχείο συμβολαιογράφου Ντόκου, Τοπωνύμιο στη Ζάκυνθο, το 1689 (126:φ77 σελ. β), και (30:219) – Nicoló Serra hobile Zacinthio το 1784 (814:XXXVI).

ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ (Άργος). Ισίδωρος Σκανδάλης, ηρωικός πλοίαρχος στις τάξεις των ιπποτών της Μάλτας (1533-1540) (262:193). Ιωάννης Σκ., Ζακυνθινός, γιος του εν Μεθώνη Σκανδάλη (249:99).

ΣΚΙΑΔΑΣ (Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα)). Επώνυμο αναφερόμενο από τον 14ο αι. (314:126, 317:229). Ένας Pietro Γεωργίου Schiada απαντάται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:356). Αλβανικό τοπωνύμιο «ráj Skjadá» (: η ράχη του Σκιαδά) στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίδας (313:345).

ΣΚΛΗΡΗΣ (Άργος, Καρυά, Ναύπλιο). Ένας Γκιώνης Σκλήρης αναφέρεται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:338, 257:LIII). Αλβανικό τοπωνύμιο «ára Skijíra» (: χωράφι του Σκλήρη): στο χωριό Πάνω Ψάρι της Τριφυλίας (313:292). Επώνυμο Σκληρής στην Κέρκυρα το 1611 (197:36). Βυζαντινή οικογένεια Σκλήρη στον δήμο Οινούντος Λακωνίας (72:572). (Σημ. 6).

ΣΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Μπερμπάτι (Προσύμνη), Ναύπλιο, Πρίφτιανι (Μοναστηράκι), Χώνικα). Στρατιώτης με το επώνυμο Tonda Scura, από την Μονεμβασία, αναγράφεται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού το 1546 (262:434).

ΣΠΑΘΗΣ (Άργος). Περί το 1388, αναφέρεται από τον Ι. Λαμπρίδη ότι οι Ζαγορίσιοι, βοηθούμενοι από τον Τζασύλο, τοπικό οπλαρχηγό, εξέρχονται κατά του αλβανού λησταντάρτη Σπάθα (Σπάτα;) (131:4). Άνω και Κάτω Σπαθία: περιοχές του Βερατίου, υπαγόμενες πολιτικά στο Ελμπασάν (136:222). Σημαντικός αριθμός Spata αναφέρεται και από τον Κ. Σάθα. «Σπαθής»: νοτάριος σε συμβόλαια των αρχών του 17ου αι. στη Ζάκυνθο (126:φ7).

ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Κατά το 1541, αναφέρονται οι εξής στρατιώτες με το επώνυμο Spilioti: Μιχαήλ, Ιωάννης, Μανουήλ, Νικόλαος και Θεόδωρος (261:355). Το 1820 απαντάται σε κατάσταση επαγγελματιών της νήσου Ύδρας (22:377).

ΣΤΑΪΚΟΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο (lázi-Stájkose» (: το χέρσο του Στάικου) στα χωριά Κούβελα και Καστρούγκενα (Καρνέικα) Τριφυλίας (313:293). Ανδρέας Στάικος αναφέρεται σαν στρατιώτης στον Ενετικό στρατό, το 1512 (261:105). Στάικος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στα Ιωάννινα, το 1811 (116:214).

ΣΤΕΦΑΝΗΣ (Άργος). Anagnosti Stefanin, da Napoli di Romania, μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχείων και με χρονολογία 10.11.1548 (262:10).

ΣΤΙΝΗΣ (Κρανίδι 1854). «Strenuissimo et fidel Stratioto da Napoli di Romania Stini Clemente q. Neri et nepote del q. Marin Pizolo, homo virilissimo et strenuissimo κ.λπ (: ο θαρραλέος και πιστός Ναυπλιώτης στρατιώτης Στίνης Κλήμης του ποτέ Neri και ανιψιός του ποτέ Μαρίνου Pizolo, άνθρωπος ανδρειότατος και θαρραλεότατος κ.λπ.): αναφέρεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών από το 1502 (260:67).

ΣΥΡΓΙΑΝΝΗΣ και ΤΣΙΡΓΙΑΝΝΗΣ (Άργος 1861). Παλαιότερα στο χωριό Γυμνό, σήμερα στο γειτονικό του Λιόντι (Νεμέας). Συργιάννης: διακρίνεται κατά τους εμφυλίους πολέμους (Καντακουζηνός). Βυζαντινός στρατηγός (1399), υποτάσσει τα Ιωάννινα στον Ανδρόνικο Α’ Παλαιολόγο. «Λα Κιάτρα αλ Συργιάννη»: καραούλι στο Δίστρατο, όπου σκοτώθηκε ο κλέφτης Συργιάννης (283:217). Ένας Domenego Surian, da Napoli di Romania, παίρνει σαν ανταμοιβή κάποια θέση στο Antivari, το 1542 (261:371). Το 1599, αναφέρεται ένας Γιάννης Sergiano, επίσης da Napoli di Romania (262:94). Ονομασία μονής στην Αττική: Συριάνη ή Συργιάνη (321:99), σε απόσταση 39’ από την Αθήνα, προς την κατεύθυνση του Υμηττού. Suriano Βερναρδίνος (1580;-1583;), λατίνος αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας (292:59). Συργ. Spiridion, αναγράφεται το 1705 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (238:278). Συργιάνος ο εκ Συρίας καταγόμενος.

ΣΥΡΜΑΣ (Άργος 1863). Ένας Πέτρος Syrme ή Symi αναφέρεται, το 1471, στα Ενετικά Αρχεία (260:9). Αναγνώστης Σίρμας απαντάται, το 1790, στο χωριό Νεγάδες της Ηπείρου (136:99). Τοπωνύμιο «το ρέμα του Σούρμα» στο χωριό Ποταμιά της Τριφυλίας (313:255). Γιάννης Νικολή Σύρμας αναφέρεται σε κατάσταση, καπεταναίων μικρών πλοίων της Ύδρας, το 1810 (20:130). Νικόλαος Δ. Σίρμας: κατζηλλιέρης Σπετζών, το 1816 (21:300).

ΤΟΣΚΑΣ (Ναύπλιο, Προσύμνη κ.α.). Τόσκας, προφανώς, είναι ο καταγόμενος από την Αλβανική φυλή των Τόσκηδων. Andrea Thoschi: στρατιώτης da Napoli di Romania απαντάται το 1523 (260:130). Ένας Ljamze Glava Tósca αναφέρεται στο χωριό Μολήστι της Ηπείρου, το 1815 (273:44). Χωριό Τόσκα, ακατοίκητο, στην Πρέβεζα (133:154).

ΤΣΙΠΟΚΑΣ (Ναύπλιο). Τοπωνύμιο στην περιοχή του Κοιλιωμένου Ζακύνθου (110:207).

ΦΑΛΙΕΡΟΣ (Άργος). Ένας «ser Zuan Falier conte de Spalato» μνημονεύεται στα Αρχεία της Βενετίας, το 1543 (261:407). Το επώνυμο απαντάται και σε κατάλογο των ευγενών, που εγκατέλειψαν την Κάντια (Ηράκλειο Κρήτης), το 17ο αι. και εγκατεστάθηκαν στην Κέρκυρα (158:452).

ΦΑΝΤΗΣ (Κουτσοπόδι). Το επώνυμο απαντάται τον 18ο αι. σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού Κυνουρίας (49:221).

ΦΛΟΚΑΣ (Άργος 1883). Χωριό Φλόκα στην Τριφυλία, Ηλεία, Πάτρα, Μονεμβασία και Ήπειρο. Mathio Floca: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, το 1545 (259:282). Κύργιος (Κυριάκος) Φλόκας, κάτοικος Νεοχωρίου Τρίκκης, μνημονεύεται το 1656 (138).

ΦΟΣΚΑΡΙΝΗΣ (Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα)). Επώνυμο μεσαιωνικής Ενετικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος γνωστός είναι ο Στέφανος Φοσκαρινός ο υπό του Sanuto αναφερόμενος (1207) (201Α:207). Μετά αυτό το επώνυμο αναφέρονται δύο κλάδοι: οι FOSCARINI της Βενετίας, από την πόλη ALTINE, που μετά την καταστροφή της από τους Γότθους κατέφυγαν στα Βενετσιάνικα νησάκια, κατέλαβαν δημοτικά αξιώματα, έγιναν μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, και από το 1297 ονομάστηκαν πατρίκιοι. Ένας Ιάκωβος F., έγινε δόγης το 1762, ένας άλλος Ιάκωβος, στις αρχές του 17ου αι., ήταν Γενικός Διοικητής των ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας (Generalissimo di Mare). Στην τελευταία περίοδο της Βενετικής Δημοκρατίας, οι αδελφοί Σεβαστιανός και Νικολό F., ιππότες του Χρυσού Περιδέραιου (stola d’ore) υπηρέτησαν ως πρεσβευταί.

Ο θυρεός των Foscarini ήταν: χρυσός με διαγώνια κυανή ταινία.

Και άλλοι Foscarini, του Lecce, που είναι κλάδος της προηγούμενης οικογένειας μετανάστευσαν στις αρχές του 17ου αι., στο Lecce με επικεφαλής έναν Ιωάννη – Αντώνιο του Καίσαρα Foscarini. Σ’ αυτόν τον κλάδο ανήκει και ένας Νικολό, ο οποίος για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να εκπατριστεί και εμφανίζεται στην Τσαρική Αυλή. Η Ρωσσική Κυβέρνηση τον στέλνει το 1763 επίτροπό της στην Κέρκυρα. Πιθανόν γυναίκα αυτού του Νικολό Φ. να ήταν και η περίφημη Αδριανή Φ. της οποίας οι έρωτες με τον Καζανόβα προξένησαν σκάνδαλο στην εποχή της. (Ακολουθεί η περιγραφή του θυρεού του) (312:426).

Ο Κ. Σάθας, σχετικά με την οικογένεια F. γράφει: «Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας από τους Τούρκους, η Σύγκλητος διόρισε έξη Σοφούς (savii) ή Υπουργούς (ministres) για να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη συντήρηση και εγκατάσταση σε χριστιανικές χώρες, των ανδρείων Στρατιωτών των ανωτέρω πολιτειών, που προτίμησαν τον εκπατρισμό από τον μουσουλμανικό ζυγό. Τα ονόματα των έξη πρώτων συγκλητικών των αποκαλουμένων sapientes super rebus Naupliensium et Monovasiensium είναι: Antonio Dandolo, Francesco Longo, Aloysio Contarini, Marc Foscarini et Dolfino Dolfini (αναγράφει μόνο πέντε). Αργότερα αυτοί οι σοφοί (λατ. Sapientes) αντικαταστάθηκαν από άλλους ευγενείς» (261:334). Leonardo Foscarini: αναφέρεται Προβλεπτής Ζακύνθου, το 1536 (81:124). Ιάκωβος Foscarini, στην Κρήτη, υποβάλλει έκθεση, το 1577 (315:80). Ιερώνυμος Foscarini: προβλεπτής Ζακύνθου το 1630 (81:126). Αλοΐσιος Φωσκαρίνης: προνοητής Λευκάδας, το 1695 (186:98).

Fr. Foscarini. Προβλεπτής Ζαρνάτας (1699) (119:4). Λουδοβίκος Φορκαρίνης. Ενετός γερουσιαστής και ιστοριογράφος. Συνέγραψε Istoria della Republica Veneta (1722). Γράφει επιστολή προς τον Ιάκωβο Ρατζόνικον (255:6α’).

Johanes Antonius Foscarini (1731-(-)1739): ο τάφος του επιγράφεται: Johannis Antonii Fuscareno – Corcyrae Archiepiscopi – Cineris – Anno MDCCXXXIX (42).

ΦΟΥΝΤΑΣ και ΦΟΥΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης Fudis Lecas Αλβανός από τη Μονεμβασία, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1542 (252:366). Και χωριό Φούτια νότια της Μονεμβασίας).

ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ (Ναύπλιο 1841). Marcus Carburi του Διμ., αναγράφεται μεταξύ των φοιτητών του πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1745 (237:195).

ΧΑΡΟΣ (Βιβάρι Ναυπλίας). Ο Χάρος Ζένος, με ορμητήριο το Ναύπλιο, επέρχεται κατά της επαρχίας Καλαβρύτων επί κεφαλής στιφών (15000!!) την 27.6.1772 και διαρπάζει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, αφού υπέβαλε τους μοναχούς σε βασανιστήρια. Εν συνεχεία επιτίθεται και κατά της Κερπινής (75Β:43).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρονικά της Ηπείρου θ’ 1 σ. 138.

[2] Συγκούνης Φ., Ανέκδοτος αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, Ηπειρωτικά Χρονικά Η’ (1933), 201.

[3] Κυγέας Σ. Β., Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Προλεγόμενα, Ηπειρωτικά Χρονικά, 14 (1939), 18.

[4] Γιανναροπούλου Ιωαν., Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγή), ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ Β’. (1978), 153.

[5] Λαμπρίδης Ι., Παγωνιακά, (Αθήνα 1889), 70, ΗΜ. Β’ (Ιωάννινα 1971).

[6] Λούντζης Ε., Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969, σ. 72-73.

[7] Hopf Charles, Chroniques Gréco-Romanes, inedites oú peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, εκδ. Σπανού, Αθήναι 1961, 530.

 

Βιβλιογραφία – (από τα άρθρα του Τάκη Μαύρου)


 

 

  • Αβούρης, Σ.Ν.: Σύντομος εκκλησιαστική ιστορία της Σύρου, ΕΕΚΜ. 6 (1967), 589-615.
  • Αδάμης, Μ.Γ.: Κατάλογος των χειρογράφων της βιβλιοθήκης Παναγιώτη Γκριτσάνη, ΕΕΒΣ, ΛΕ’ (1966-67), 313-365.
  • Ακροπολίτης, Γ., Χρονική συγγραφή, Βόννη 1836.
  • Ανδρεάδης, Μ.Χ.: Τινά περί δικαίου και δικαιοσύνης εν Κορινθία κατά τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, Πελοποννησιακά, ΙΑ’ (1975), 172-179.
  • Αντωνακάτου, Ντ. – Μαύρος, Τ.: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 1 (Μονές Αργολίδας), Αθήνα 1976.
  • Των ιδίων: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 2 (Μονές Αρκαδίας), Αθήνα 1979.
  • Απογραφή Αποστολής Maison.
  • Αραβαντινού, Π., Χρονογραφία της Ηπείρου, Α’-Β’ εν Αθήναις 1856. Επανέκδοση Ηλ. Ρίζου.
  • Αρχείον Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών.
  • Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, 1776-1832: 1 (1778-1802), εν Πειραιεί 1920.
  • Του ιδίου: 2 (1803-1806), εν Πειραιεί 1921.
  • Του ιδίου: 3 (1807-1809), εν Πειραιεί 1922.
  • Του ιδίου: 4 (1804-1812), εν Πειραιεί 1923.
  • Του ιδίου: 5 (1813-1817), εν Πειραιεί 1924.
  • Του ιδίου: 6 (1818-1821), εν Πειραιεί 1925.
  • Βαγιακάκος, Δ.Β.: Αρχαία και Μεσαιωνικά τοπωνύμια εκ Μάνης, (συμβολή 2α), Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 302-334.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά Γ’-Δ’ (1958-59), 185-221.
  • Του ιδίου: Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπονυμικών σπουδών εν Ελλάδι, 1833-1962, εν Αθήναις 1964.
  • Του ιδίου: Πάτραι – Πάτρα, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 223-234.
  • Βέης, Ν.Α.: Χαμάραιτοι, Ιστορικόν και γενεαλογικόν σημείωμα, εν Αθήναις 1903.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων της εν Αροανεία μονής των Αγίων Θεοδώρων, Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Κριτική Αντωνίου Χ. Χατζή, Α.Δ.Φ. καθηγητού. Οι Ραούλ, Ραλ, Ράλαι (1080-1800), Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1911-12), 250-255.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των ελληνικών χειρογράφων κωδίκων της εν Ζακύνθω Φωσκολιανής Βιβλιοθήκης, ΔΙΕΕ, 8 (1926), 46-65.
  • Βιάζης, Σ.Δ.: Σημειώματα περί των Δυτικών Εκκλησιών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων Επτανήσων, ΑΡΜΟΝΙΑ (1906).
  • Βλαχογιάννης, Γ.: Άπαντα των Νεοελλήνων κλασσικών. 4. Κλέφτες του Μοριά, Αθήναι, 1966.
  • Βροκίνης, Λ.: Η εν Κέρκυρα αποίκησις. Έργα, Κέρκυρα 1973.
  • Γιανναρόπουλου, Ι.: Δικαιοπρακτικά έγγραφα εκ της μονής Ρεοντινού, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 201-238.
  • Του ιδίου: Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν Μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγής), Γορτυνιακά Β’ (1978), 385-393.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, ΕΕΒΣ, Κ’ (1950), 209-256.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η κατά την Κυνουρίαν μονή της Λουκούς, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 129-190.
  • Του ιδίου: Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 411-459.
  • Δεληγιάννης, Γ.Ν.: Η Ιερά Μονή Ελώνης, ΔΙΕΕ, Ι’ (1925), 86-127.
  • Δημητρακόπουλος, Σ.: Προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα Αλωνισταίνης, Γορτυνιακά Β’ (1978), 361-384.
  • Δούκας, Π.Χ.: Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Νέα Υόρκη 1922.
  • Δρακάκης, Α.Ο.: Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας. Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιον. ΕΕΚΜ, 6 (1967), 63-492.
  • 75Β.      Ευαγγελάτος, Χρ. Γ.: Η Αγία Λαύρα, Ιστορία της Ι.Μ., 961-1961, Αθήναι 1981.
  • 77Α.     Ζακυθηνού, Διον.: Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεων, ΕΕΒΣ, Ε’ (1928), 200-242.
  • Ζώης, Λ.: Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήνα 1955.
  • Του ιδίου: Λεξικόν Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963.
  • Καλομενόπουλος, Ν.: Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ., λήμμα «Παλαβιτσίνης», 19, σ. 475.
  • Καμπούρογλου, Δ.: Μνημείο της ιστορίας των Αθηναίων, Α’ (1891).
  • Καραθανάσης, Α.Ε.: Επαναστατικαί κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 239-260.
  • Καρατζάς, Σ.: Ο Αγαθόφρων Λακεδαιμόνιος και το Παρισινό περιοδικό «Μέλισσα», Πελοποννησιακά, Γ’-Δ’ (1958-59), 241-262.
  • Κατσούρος, Α.Φ.: Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αι., ΕΕΚΜ, 7 (1968), 24-337.
  • Κονόμος, Ντ.: Ναοί και μονές στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1964.
  • Του ιδίου: Η Χριστιανική τέχνη στην Κεφαλονιά, Αθήναι 1966.
  • Του ιδίου: Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1967.
  • Του ιδίου: Ο Μαρτινέγκος, Αθήναι 1976.
  • Του ιδίου: Ζάκυνθος (2ος τόμος), Αθήνα 1979.
  • Κουγέας, Σ.Β.: Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Έγγραφα Αλή Πασά, Ηπ. Χρον., 14 (1939), σ. 49-144.
  • Του ιδίου: Έγγραφα Σταύρου Ιωάννου, Ηπ. Χρον., 14 (1939), 145-333.
  • Του ιδίου: Αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετικήν Δημοκρατία (7.4.1690). Σύμμεικτα, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 426-430.
  • Του ιδίου: Η καταγωγή του Παναγιώτη Μπενάκη, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1968), 1-42.
  • Κουκουλές, Φ.: Εκ των Ελληνικών παπύρων, Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1811-12), σ. 474-503.
  • Κώδικας Μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου. (Ανέκδοτος).
  • Κωνσταντόπουλος, Τ.: Νέα ονόματα Πελοποννησίων Φιλικών από τα Αρχεία της Τσαρικής Αστυνομίας, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ. 339-342.
  • Κωστάκης, Θ.: Οι Γεωργατζάδες του Κοσμά και η γλώσσα τους, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 43-91.
  • Λαμπρίδης, Ι.: Ζαγοριακά (Αθήναι 1870), Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ζαγοριακά μέρος 2ον (Αθήναι 1889), σ. 1-88, εν Ηπειρωτικά Μελετήματα, Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Ηπειρ. Αγαθοερ. Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Μαλακασιακά (Αθήναι 1888), Ηπ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων (Αθήναι 1880), Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πολιτική εξάρτησις και διοίκησις Μαλακασίου, ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ, 10 (1877), σ. 376-368, εν Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πογωνιακά (Αθήναι 1889), σ. 1-87, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ο Τεπελενλή Αλή πασάς, (Αθήναι 1887), σ. 1-84, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Λάμπρος, Σπυρ.: Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου, τα σωζόμενα, τ. Β’ (Αθήναι 1880).
  • Του ιδίου: Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία Αρχείων, ΔΙΕΕ, 5 (1900), σ. 605-823.
  • Του ιδίου: Τρεις επιστολαί του καρδιναλίου Βησσαρίωνος, Ν.Ε., 5 (1908), σ. 19-38.
  • Του ιδίου: Ναυπλιακόν έγγραφον του οίκου Πουλομάτη, Ν.Ε., 6 (1909), σ. 273-283.
  • Του ιδίου: Ενθυμήσεων, ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 113-313.
  • Του ιδίου: Κατάλογος κωδίκων των εν Αθήναις Βιβλιοθηκών πλην της Εθνικής, Ν.Ε., 7 (1910), σσ. 321-337 και 469-483.
  • Του ιδίου: Κερκυραϊκά έγγραφα ανέκδοτα, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 464-468.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των Κρητικών οίκων Κερκύρας, Ν.Ε., 10 (1913), σσ. 449-456.
  • Του ιδίου: Σημειώσεις περί της εν Πελοποννήσω Βενετοκρατίας, Ν.Ε., 19 (1925), σ. 90 και 327-334.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φράγκους, Ν.Ε., 20 (1926), σσ. 67-103.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φλωρεντινούς, Ν.Ε., 20 (1926), σ. 242-271.
  • Του ιδίου: Έρευναι εν ταις βιβλιοθήκαις και αρχείοις, Ρώμης, Βενετίας, Βουδαπέστης και Βιέννης (επιμέλεια Κ.Ι. Δυοβουνιώτη), Ν.Ε., 20 (1926), 47-54.
  • Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ.: Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον, εν Αθήναις 1907.
  • Λεγκράν, Α.: Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, ΔΙΕΕ, 3 (1831), σ. 587-774.
  • Λούντζης, Ε.: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969.
  • Λυριτζής, Σ.: Οι εκ Γαργαλιάνων αδελφοί Ανδριανόπουλοι Άνθιμος και Ιωάννης. Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 97-124.
  • Μακρυμίχαλος, Σ.Ι.: Τσακώνικα προικοσύμφωνα του 18ου και 19ου αι., Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 277-410.
  • Μάραντος, Β.: Κορώνη, Αθήναι 1976.
  • Μάτσης, Νικ.: Ζητήματα εκ του θεσμού της προτιμήσεως εν τω βυζαντινώ δικαίω, ΕΕΒΣ, ΛΣΤ’, σ. 45-54.
  • Μαύρος, Τ.: Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Γορτυνίας, Γορτυνιακά, Β’ (1978), 303-322.
  • Μαχαιράς, Κ.Γ.: Ναοί και μονές Λευκάδος, Αθήναι 1957.
  • Μέρτζιος, Κ.Δ.: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον., ΙΙ (1936), 1-341.
  • Του ιδίου: Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 81-90.
  • Του ιδίου: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον. 15 (1940), σ. 1-58.
  • Μηνδρινός, Μ.: Τουρκοκρατούμενη Θήρα. Απελευθερωτικά αυτής κινήματα, ΕΕΚΜ, Β’ (1971-73), σ. 718-746.
  • Μιχαηλίδη-Νουάρου, Μιχ. Γ.: Λεξικόν της Καρπαθιακής διαλέκτου, Αθήναι 1972.
  • Μοσχονάς, Ν.Γ.: Πρακτικά συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς, βιβλίο Α’ (1953), Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, 2 (1979), 276-280.
  • 201Α.    Μουστοξύδου, Ανδρ.: Ελληνομνήμων, (1843-1853), εκδ. Ν. Καραβία, Αθ. 1965.
  • Μπίρης, Κ.Η.: Αρβανίτες οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήναι 1960.
  • Νέζος, Α.: Αρχείον (ανέκδοτον).
  • Οικονομίδης, Δ.: Ο Φιλικός Γεώργιος Ε. Λεβέντης, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 50-59.
  • Παπακυριάκος, Σ.: Εκ προχείρων ερευνών, ΔΙΕΕ, Ι (Νέα σειρά), τ. 4ον (1926), 146-148.
  • Παπασπύρου, Π.Β.: Λαογραφική συλλογή, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 157-175.
  • Πεντόγαλος, Γ.Η.: Λατίνοι επίσκοποι Κεφαλονιάς-Ζακύνθου. Ανάτυπον Δελτίου Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, 1974.
  • Περίδης, Μ.Π.: Λεξικόν ιταλοελληνικόν, τομ. 2ος, εν Ερμουπόλει Σύρου 1862.
  • Πετρόπουλος, Γ.: Νοταριακαί πράξεις Μυκόνου των ετών 1663-1779, Αθήναι 1960. (Παράρτημα της Επετηρίδος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών).
  • Πεφάνη, Π.: Οι γενιές της Νέδουσας, Αθήναι 1982.
  • Πλουμίδης, Γ.Σ.: Ειδήσεις δια το Βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540), Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 261-275.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, μέρος Β’, ΕΕΒΣ, ΛΗ’ (1971), σ. 84-195.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, ΕΕΒΣ, ΛΖ’ (1969-70), σ. 260-336.
  • Του ιδίου: Συλλογή εγγράφων Μεθώνης και Κορώνης, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 155-164.
  • Πυώ, Ρ.: Ο καπετάν Γκίνης, ΔΙΕΕ, 9 (1926), Σ. 534-538.
  • Σάθας, Κ.: Τουρκοκρατούμενη Ελλάδας, Αθήναι 1869.
  • Του ιδίου: Χατζή Σεχρέτη, Βίος Αλή Πασά. Ιστορικαί διατριβαί, εν Αθήναις 1870.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ανέκδοτα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Α’.
  • Του ιδίου: Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικόν Κύπρου, Μεσ. Βιβλ. Β’ (1873), σ. 53-409.
  • Του ιδίου: Κρητικαί διαθήκαι, Μεσ. Βιβλ., ΣΤ’ (1877), σ. 654-652.
  • Του ιδίου: Ανωνύμου, Σύνοψις Χρονική, Μεσ. Βιβλ., Ζ’, σ. 1-556.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος Ι, Paris 1880.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IV, Paris 1882.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος V, Paris 1883.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VI, Paris 1884.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VII, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VIIΙ, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IΧ, Paris 1890.
  • Σάρρου, Α.Κ.: Περί μεικτών ναών ορθοδόξων και καθολικών εν Χίω, ΕΕΒΣ, ΙΘ’ (1949), σ. 194-208.
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικαί ενθυμήσεις ή χρονικά σημειώματα και επιγραφαί, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 104-132.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν Ζίτσης και Μονοδενδρίου του Ζαγορίου, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 190-204.
  • Σκοπετέας, Σ.Χ.: Η καταγωγή των ζωγράφων Δοξαράδων, Επτανησιακά Φύλλα, περ. Β’, αριθ. 3 (Φεβρουάριος 1954).
  • Σούλης, Χ.Ι.: Τα «Μπουκουρέικα» των Τζουμέρκων, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των ραφτάδων των Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων, Ηπ. Χρον. 3 (1928), 310-320.
  • Σούρλας, Ε.: Κώστας Γραμματικός, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 1-80.
  • Στασινόπουλος, Κ.Α.: Αι πολιορκίαι του Μεσολογγίου, ΔΙΕΕ, 9 (1926), σ. 23-45.
  • Στεργιόπουλος, Κ.Δ.: Συμβολή εις την έρευναν των Ηπειρωτικών τοπωνυμίων, Ηπ. Χρον. 8 (1933), 94-140.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν της επαρχίας Κονίτσης, Ηπ. Χρον., 9 (1934), σ. 204-244.
  • 285Α.    Στεφανίδου, Μιχ. Κ.: Περσική και Βυζαντ. βιοτεχνία, ΕΕΒΣ, ΣΤ’ (1929), σ. 284.
  • Σφήκας, Δ.: «Αναμνήσεις» από το Εικοσιένα. Παρουσίαση Ε. Βαγενά, Αρκαδικά, 4 (1977), σ. 9-10.
  • 290Α.    Τζαννετάτος, Κ.: Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας και η Επιτομή αυτού, Αθήναι 1965.
  • Τριανταφύλλου, Κ.Ν.: Τα τοπωνύμια Καλάβρυτα – Καλάβριτο, Νεζερόν – Νεζερά, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), σ. 61-65.
  • Τσίτσας, Α.Χ.: Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν, (1267-1797), Κέρκυρα 1969.
  • Τσιτσέλης, Η.Α.: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Α’ (1904).
  • Του ιδίου: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Β’ εν Αθήναις 1960.
  • Φιλήτας, Χ.: Περί του συνοικισμού των Γραικών εν Τεργέστη, ΔΙΕΕ, Ε’ (1897), σ. 370-376.
  • Φουρίκης, Π.: Μικρά συμβολή εις την Ηπειρωτικήν ιστορίαν. Νικόπολις, Πρέβεζα, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 263-294.
  • Χαιρέτη, Μ.Κ.: Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα περί των Εβραίων εν Κρήτη, ΕΕΒΣ, ΛΓ’ (1964), 163-184.
  • Χαρτοφυλακίδης, Κ.Γ.: Ιστορικά ανάλεκτα Κέας, ΕΕΚΜ, Β’ (1962), 153-233.
  • Χώρας: Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, εν Αθήναις 1975.
  • Boerio, G.: Dizionario dei dialeto Veneziano. Venezia 1856.
  • Crollalanza, G.B.: Dizionario storico-blasonico delle famiglie notabili Italiane, Ed. Arnaldo Forni, Bologna 1886.
  • Georgacas, D. and MacDonald, W.A.: Place names of Southwest Peloponnesos, Athens 1967.
  • Hopf Charles: Chroniques Greco-Romanes, inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Berlin 1873, επανέκδοσις Σπανού, Αθήναι 1961.
  • Lamansky, N.: Secrets d’etat de Venise, αναφερόμενος υπό Μανούσακα, Μ.Ι.: Βενετικά έγγραφα αναφερόμενα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν της Κρήτης του 14ου-16ου αι., ΔΙΕΕ, 15 (1961), σ. 149-233.
  • Lognon, J. et Topping, P.: Documents sur le régime des lettres dans la principauté de Morée au XIV s., Mouton et Cie, Paris MCMLXIX (1969).
  • Miklosich, F. et Miller, I. : Acta de diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, V (1887).
  • Miller, W.: Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, Αθήνα 1960.
  • Pouqueville, F.G.H.L. : Voyage de la Grèce, 2ème ed., tom. 5, Paris 1827.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Σοφία ΠατούραΗ σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας, Σοφία Πατούρα- Σπανού, Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με θέμα:

«*Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας»

 

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας «τους σκυθικούς χειμώνες» της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως «προστάτη» και «σωτήρα» των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως «βάρβαρο» και «συνωμότη» αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των «βαρβάρων» στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης.

Οβίδιος

Οβίδιος

Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως «έθνη άγρια» και «ανάξια» να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.

Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η «κόκκινη γραμμή» που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.

Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες «όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους», κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.

Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία «Βαβέλ» της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.

Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της.

 

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας.

Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι «βάρβαροι» σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.

Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων – εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων – τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας.

Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.

Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών.

Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι «τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί».

Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των «βαρβάρων». Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.

Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το «κοινό όφελος» (κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη.

Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.

 

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

 

Το σύγχρονο φαινόμενο – για να περάσω στο σήμερα – της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρινή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο.

Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απέλπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το «κακό» που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.

Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας – τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.

 

Σοφία Πατούρα- Σπανού

Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Οκτωβρίου 2015.

Read Full Post »

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση, Κατερίνα Γαρδίκα, «Μνήμων», τόμος 1ος (1971), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Η βιογράφηση της πρώτης φάσεως της ζωής του Αναστασίου Πολυζωίδη έχει περιορισμένη ιστορική αξία αν τον αντιμετωπίσωμε σαν δημόσιο άνδρα· αν έχει κάποια σπουδαιότητα είναι σαν περιγραφή μιας προσωπικότητος, που αργότερα θα αναδειχθή σημαντική για την ακεραιότητα και το σθένος της. Περισσότερο από ό,τι στη δη­μόσια δράση του, που έχει για τον ίδιο χαρακτήρα παραπληρωματικό και επουσιώδη, πρέπει να δοθεί έμφαση στον Πολυζωίδη σαν ιδιώτη και σαν μαθητή, που μάλιστα μας παρέχει ενδείξεις της ψυχοσυνθέσεως και της νοημοσύνης του μέσα από δικά του κείμενα.

Γεννήθηκε στο Μελένικο της Μακεδονίας στις 20 Φεβρουαρίου 1802 από εύπορους γονείς, άρχοντες του τόπου· ευνοήθηκε στην εκπαίδευσή του, στην οποία πρέπει να έδωσαν μεγάλη σημασία οι γονείς του. Για τον πρώτο του δάσκαλο Αδάμ Ζαπέκο από το Μέ­τσοβο, μαθητή του Δημ. Βαρδάκα, φίλο και συμμαθητή του Νεοφύ­του Δούκα, εκφράζεται επαινετικά στα «Νεοελληνικά» του. Από τον οικοδιδάσκαλό του Χριστόφορο Φιλητά από τα Ιωάννινα, μα­θητή του Ψαλίδα, επήρε μαθήματα λατινικών, γεωγραφίας και ιστορίας. Τέλος, δάσκαλός του ήταν και ο Κων. Μινωίδης Μηνάς.

Δέκα έξη ετών, δηλαδή το 1818, χάνει τον πατέρα του και φεύ­γει για να σπουδάσει στη Βιέννη. Ο Μανασίδης τον εμφανίζει να μαθαίνει γερμανικά επί ένα χρόνο και συγχρόνως να σπουδάζει στο Πανε­πιστήμιο, όπου οι διαλέξεις δίνονται στα λατινικά. Δεδομένου όμως ότι το πρώτο του δημοσίευμα στο «Λόγιο Ερμή», μετάφραση από κεί­μενο γερμανικό, φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1818 εν Βιέννη, μπο­ρούμε να συμπεράνωμε ότι δεν είχε δυσκολίες με τη γλώσσα.

Οι συνεργασίες του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δημοσιεύονται στο τμήμα της Φυσικής και είναι σειρά μεταφράσεων με θέμα το ζωικό μαγνητισμό και τη θεραπευτική του αξία. Η θεωρία του ζωικού μα­γνητισμού είχε ευρεία διάδοση, όπως φαίνεται, στην ιατρική σκέψη της εποχής στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το θέμα αυτό παρουσιάζε­ται σαν φυσικοφιλοσοφική θεωρία με εφαρμογή στην ιατρική, ο δε Πολυζωίδης, φοιτητής στα 16 του χρόνια, είναι θερμός υποστηρικτής της. Πιστεύει δε ότι, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του, βοηθεί τους ομογενείς του στην πρόοδο, που προσπαθούν να επιτελέσουν με τη βοήθεια του ορθού λόγου. Είναι φανερός ο ενθουσιασμός ενός πνεύ­ματος, που καταπιάνεται με κάτι νέο. Αλλά δεν παύει από το να υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι η δουλειά του δεν έχει την απαραίτητη συνέπεια γιατί είναι πάρεργο στις «περί το έργον τον ασχο­λίες», δηλαδή στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο.

Στη Βιέννη μένει σχεδόν δύο χρόνια και από εκεί πηγαίνει στο Göttingen μαζί με τον Μαύρο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Ασώπιο και άλλους στα τέλη του 1819, όπου βρίσκουν τον Γ. Ψύλλα, που έχει έλθει από την Ιένα ήδη από τις αρχές του φθινοπώρου.

Από το Göttingen ο Πολυζωίδης εξακολουθεί να στέλνει συνεργα­σίες στο «Λόγιο Ερμή», αυτή τη φορά με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Μαζί με τον Μαύρο φεύγει και εγκαθίσταται στο Βερολίνο το χειμώνα του 1820/21, στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου.

Για τη φύση των σπουδών του έχομε πληροφορίες από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1824 ζητεί από τον Γ. Κουντουριώτη διευκολύνσεις για να πάει στο Παρίσι και να «εξακολουθήση των πολιτικών μαθημάτων την σπουδήν» του, δηλαδή να συνεχίσει σειρά μαθημάτων, που είχε αρχίσει στη Γερμανία. Σε γράμμα πάλι προς τον Γ. Κουντουριώτη τον Οκτώβριο του 1826 γράφει σαφώς για τη φάση αυτή των σπουδών του:

 

«Αφού τετραετίαν ολόκληρον ενησχολήθην εις την σπουδήν των ιατρικών μαθημάτων, αναγκασθείς να διακόψω αυτήν προς καιρόν δια να εκπληρώσω μεγαλύτερα προς την κατά της τυραννίας εγερθείσαν πατρίδα μου χρέη, στοχάζομαι ότι είναι καιρός να επιστρέψω εις το πρώτον μου έργον, καθ’ όσον η εις την Ελλάδα περαιτέρω διατριβή μου είναι πάντη περιττή και δύω χρόνων ακόμη εις την ιατρικήν τέχνην ενασχόλησις ημπορεί να με καταστήση ικανόν δια να φανώ ωφελιμότερος, παρ’ ό,τι είμαι τώρα, εις το έθνος μου».

 

Οι δύο αυτές πληροφορίες δεν είναι αντιφατικές, διότι μπορεί να συνδυάσει στις σπουδές του την ιατρική και την πολιτική, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιατρική. Άλλωστε τα άρθρα του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δείχνουν ότι ασχολείται με την ιατρική, ενώ το επεισόδιο με τον Ψύλλα μας φανερώνει την ενασχόλησή του με τα αρχαία γράμματα, και η δεύτερη σειρά μεταφράσεων στο «Λόγιο Ερμή» αποκαλύπτει την εξοικείωσή του και συνάφειά του με φιλοσοφικές θεωρίες και με την ιστορία, σχέσεις πιθανές μια που ασχολείται με την πολιτική. Γενικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό δίνει ο Σ. Τρικούπης στην ιστορία του:

 

«Όσοι των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυϊκάς ηγεμονίας, ας κατείχον και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώ­σεων αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύτα δεν εχρησίμευον εν κράτει όπου τα κινούντα την πο­λιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφεκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ’ όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κώνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν».

 

Μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο θα είχε και ο Πολυζωίδης την ευκαι­ρία να επιλέξει τα θέματα των σπουδών του. Οπωσδήποτε και τώρα και από τη μετέπειτα συγγραφική του δράση φαίνεται η κλίση του πνεύματός του προς τα θεωρητικά· η ιατρική όμως παρέχει χειροπια­στή τη συμβολή της σε όποιον θέλει να προσφέρει στο αναγεννώμενο έθνος του.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις δεν είχε υποτροφία της Φιλομούσου Εται­ρίας∙ άλλωστε εκείνη την εποχή δεν φαίνεται να είχε ανάγκη από υποτροφία: οι γονείς του ήταν εύποροι. Ο Πολυζωίδης φαίνεται να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλόμουσο Εταιρία αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι ήταν υπότροφός της· οι συμμαθητές του ήταν υπότροφοι και οπωσδήποτε πολλές από τις γνώσεις του οφείλονται στην προσωπική του έρευνα σαν ιστορικού.

Η έκρηξη της επαναστάσεως βρίσκει τον Πολυζωίδη, τον Μαύρο και τον Ψύλλα στο Βερολίνο. Πρώτος, κατά τα λεγόμενα του Ψύλλα, ο ίδιος, δεύτερος ο Μαύρος, αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον αγώ­να· προσπαθούν να συμπαρασύρουν και τον Πολυζωίδη «αλλ’ ούτος, αδρανούς ων χαραχτήρος, ανθίστατο, έως ότου οι εν Γοττίγγη ομογενείς μαθηταί μας έγραψαν επιστολήν» και συνεννοούνται να συναντηθούν στη Λειψία, όπου θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν «κατά γενικήν απόφασιν, όπου ήθελε φανή ότι δυνάμεθα να φανώμεν χρήσιμοι εις την πατρίδα». Συνεχίζει: «Κατέβημεν τότε εις Λειψίαν. Εύρομεν τους εκ Γοττίγγης συμμαθητάς μας· ήλθομεν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν την ημέραν των Βαΐων και ότε ο ιερεύς μας ενεχείριζε, κατά το έθιμον, τον κλάδον της δάφνης, έλεγεν εις έκαστον εξ ημών: «τούτο έστω δι’ υμάς το σύμβολον της νίκης». Αποφασίζουν μέσω Βιέννης να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Ρουμανία και να αγωνισθούν εκεί. «Τούτο δε και επράξαμεν, διαβαίνοντες 15 Έλληνες μαθηταί εν θριάμβω δια Δρέσδης και Πράγας και πολλών άλλων πόλεων, κωμοπόλεων και πολιχνίων πα­ρακολουθούμενοι και θαυμαζόμενοι υπό των κατοίκων».

Ο Πολυζωίδης εγκαταλείπει τις σπουδές του και εισέρχεται στον αγώνα με επιφυλάξεις…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Κατερίνας Γαρδίκα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ρενιέρης Νικόλαος (1758-1847)


 

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε στα 1758 στη θέση Παλαιά Ρούματα της περιοχής Κισσάμου, Χανίων Κρήτης, καταγόμενος, σύμφωνα με τον Σάθα από την βενετική οικογένεια των Renier. [1] Σπούδασε ιατρική στο Μονπελιέ της Γαλλίας και στην Πίζα της Ιταλίας. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα έως την έναρξη της Επανάστασης, οπότε και κατέφυγε στα Κύθηρα, διωκόμενος από τους Οθωμανούς. Εκλέχθηκε πλη­ρεξούσιος της Κρήτης στην Γ’ Εθνοσυνέλευση. Αν και σε προχωρημένη ηλι­κία, ο Ρενιέρης εξελέγη, ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, τον Ιούνιο του 1827 στη θέση του προέδρου της Βουλής. Μετά την εκλογή του, η Βουλή παρέμεινε αρχικά στον Πόρο και την Ερμιόνη, ενώ είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί στο Ναύπλιο, την έδρα της Κυβέρνησης. Με την ανάληψη της προεδρίας από το Ρενιέρη στις 20 Ιουνίου 1827 η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να ακυρώσει παράνομες εκποιήσεις εθνικών κτημάτων που είχαν προηγηθεί, επέτρεψε τον υπό όρους εποικισμό της χώρας από ορθοδόξους για τη δημο­γραφική της τόνωση, προέβλεψε ειδικό συμβούλιο για την προώθηση συμβι­βασμού με τους Οθωμανούς και ασχολήθηκε με την αναπλήρωση του κυβερ­νήτη Καποδίστρια έως την άφιξή του.

Το σώμα της Βουλής και ο πρόεδρός της Ρενιέρης έφτασαν τελικά και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1827, όταν ο πρόεδρος έκρινε – με τη συμπαράσταση και του Κολοκοτρώνη – ότι υπήρχαν πια οι ελάχιστες εγγυήσεις ασφάλειας έναντι των πολιτικών αντιπάλων. Τους επόμενους μή­νες έως την άφιξη του Καποδίστρια η αποδιοργανωμένη κυβέρνηση εξαρ­τιόταν από τη Βουλή, η οποία με τη σειρά της παρακώλυε διαδικαστικά και ακύρωνε τις όποιες επείγουσες πρωτοβουλίες των υπουργών.

Ο Ρενιέρης μαζί με τους βουλευτές, αμέσως μετά την άφιξη του Καποδί­στρια και υπακούοντας στην επιθυμία του, εξέδωσαν και υπέγραψαν στην Αίγινα Ψήφισμα (18 Ιανουαρίου 1828), με το οποίο συγκαλούσαν νέα εθνοσυνέλευση. Επίσης, καταργούσαν τη Βουλή και στη θέση της ίδρυαν ένα συμ­βουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, τα μέλη του οποίου θα όριζε ο κυβερνή­της. Τότε ο Καποδίστριας, κάτω από την πίεση των έκτακτων και πιεστικών συνθηκών και με δεδομένες τις επιταγές προηγούμενων αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έλαβε από τη Βουλή, με τη συναίνεση του προέδρου της Ρενιέρη, τον πλήρη έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας. Ο Ρενιέ­ρης, απολαμβάνοντας της εμπιστοσύνης του Καποδίστρια, ορίστηκε μέλος του Πανελληνίου και προσωρινός πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1829 ο Καποδίστριας τον έστειλε στην Κρήτη ως αντιπρόσω­πό του, όπου και ανέλαβε πρόεδρος του λεγόμενου Κρητικού Συμβουλίου. Τότε μάλιστα ανέλαβε την πρωτοβουλία να ηγηθεί επαναστατικής κίνησης με την ευκαιρία της παρουσίας τμήματος του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ανήκε στα ηγετικά στελέχη της ρωσόφιλης Φιλορθόδοξης Εταιρείας, μαζί με τους Γεώργιο Καποδίστρια (μικρότερο αδελφό του κυβερνήτη), το Μακεδόνα Εμμανουήλ Παπά και το Νικηταρά. Επιδίωξη της Εταιρείας απο­τελούσε η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, η πίεση προς τον Όθωνα να ασπαστεί το ορθόδοξο δόγμα, όπως και η εν γέ­νει ενίσχυση της Ορθοδοξίας που, κατά την εκτίμησή τους, κινδύνευε. Εξαι­τίας της συνωμοτικής δράσης της Εταιρείας, ο Ρενιέρης συνελήφθη στις Σπέ­τσες το Δεκέμβριο του 1839, ενώ ετοιμαζόταν να διαφύγει στα Επτάνησα. Παρά την αντιπολιτευτική του δράση με το «ρωσικό» κόμμα, κατείχε επί μα­κρόν τη θέση του συμβούλου επικρατείας, ενώ το 1844 ορίστηκε γερουσια­στής. Πέθανε στην Αθήνα το 1847 σε ηλικία 89 ετών.

 

Αρ. ΝΗ του Κώδικος των Νόμων

 Ελληνική Πολιτεία

Η Βουλή των Ελλήνων

Επειδή ο παρά του Ελληνικού Έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως Κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις τήν Ελλάδα∙

Επειδή αι δειναί της Πατρίδος περιστάσεις δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέ­ντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν·

Επειδή η σωτηρία του Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των Νό­μων και

Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των Λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας∙

Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς, και ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονίαν του Ελληνικού Έθνους, του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα.

Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής Διοικήσεως προσωρινής·

                                                                                                                      

Ψηφίζει

 

Α’. – Ο Κυβερνήτης μετά της Βουλής συγκαλούσι τον Ελληνικόν Λαόν εις Εθνική Συνέλευσιν κατά την βδ’ της ΚΣΤ’ Συνεδριάσεως της εν Τροιζήνι Τρίτης Εθνικής Συνελεύσεως.

Β’. – Η προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας κανονίζεται κατά τα εφεξής άρθρα.

1 – Εν Συμβούλιον συγκείμενον από μέλη… και ονομαζόμενον Πανελλήνιον, μετέχει μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων και του υπευθύνου της Κυβερνήσεως, έως της συγκροτήσεως της Εθνικής Συνε­λεύσεως ήτις θέλει συνέλθει εντός του Απριλίου μηνός 1828.

2-Το Πανελλήνιον διαιρείται εις τρία τμήματα.

το α’ – έχει αντικείμενον την Οικονομίαν – το β’ – την Διοίκησιν των Εσωτερικών καθ’ όλους αυτών τους Κλά­δους – το γ’ – την ωπλισμένην δύναμιν ξηράς και θαλάσσης.

3 – Έκαστον Τμήμα προεδρεύεται παρ’ ενός των μελών του, ονομα­ζομένου Προβούλου. Δύω άλλα μέλη είναι επιφορτισμένα εις έκαστον Τμήμα την σύνταξιν των πράξεών του, φέροντα τον τίτλον του Α’ και Β’ Γραμματέως.

4 -Ο Πρόβουλος του Τμήματος της Οικονομίας ομού με τους Προβούλους των δύο άλλων Τμημάτων προεδρεύει το Πανελλήνιον εις τας γενικάς του συνεδριάσεις∙ ο δε Γραμματεύς του Τμήματος του κινούντος τας υποθέσεις εις τας οποίας ενασχολείται το Πανελλήνιον, ενεργεί τα χρέη του Γραμματέως ταύτης της συνελεύσεως.

5 – Εν Διάταγμα κανονίζει μερικώτερον τον Οργανισμόν του Πανελλη­νίου ως και των Τμημάτων του, και ορίζει τα προσήκοντα καθήκοντα αυτών.

6 – Η Βουλή και η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ήτις απέθετο ήδη τα χρέη της, παραδίδουν εις τους τρεις Προβούλους και τους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου τα αρχεία των, και όλας τας γνωστοποιή­σεις αποτεινομένας εις τα χρέη, τα οποία αι δυό αύται Δυνάμεις ενήργη­σαν από τον Μάϊον μήνα έως σήμερον.

 7 -Τα ψηφίσματα του Κυβερνήτου της Ελλάδος θέλουν είσθαι θεμε­λιωμένα επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των Τμημάτων αυτού, καθόσον το αντικείμενον του ψηφίσματος κινείται από την Διοίκησιν, ή και από την Νομοθεσίαν.

8 – Τα αντικείμενα είναι Διοικητικά, εάν αι πράξεις της εν Τροιζήνι Συνελεύσεως επρονόησαν περί αυτών, ώστε δεν πρόκειται άλλο, ειμή να εκτελεσθή ο Νόμος. Είναι δε Νομοθετικά, όταν ο Νόμος δεν επρονόησε περί αυτών.

Τα ψηφίσματα ταύτα γίνονται επάνω εις τας αναφοράς του Πανελ­ληνίου· τα δε άλλα επάνω εις τας των Τμημάτων.

9 -Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος έχει πλησίον του ένα Γενικόν Γραμ­ματέα, φέροντα τίτλον του Γραμματέως της Επικρατείας, όστις προσυ­πογράφεται εις τα ψηφίσματα και εις την αλληλογραφίαν.

10 – Θέλουν συσταθή Επιτροπαί Ειδικαί εντός των κόλπων του Πανελληνίου καθόσον απαιτούσι τούτο αι χρείαι της Διοικήσεως και αι εργασίαι, αίτινες είναι κατεπείγον να προετοιμασθούν δια την Εθνικήν Συνέλευσιν.

Γ΄. – Αποτίθεται η Βουλή το οποίον ανέλαβε χρέος της Νομοδοτικής εξουσίας.

 

Εν Αιγίνη τη 18η Ιανουαρίου 1828

 Ο Πρόεδρος

Ν. Ρενιέρης

(Έπονται αι των βουλευτών υπογραφαί)

(Τ.Σ.) Ο Α’ Γραμματεύς Χ. Αινιάν

 

Υποσημείωση


 

[1] Η οικογένεια των  Ρενιέρηδων  κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα  κατάγονται δε από ευγενείς Ενετούς αποίκους που παρέμειναν στην Κίσσαμο μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους  (1669). Οι Ρενιέρηδες σταδιακά ελληνοποιήθηκαν και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους ταυτίστηκαν πλήρως με τους Έλληνες. Ως πλούσιοι και μορφωμένοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο Νικόλας Ρενιέρης εκλέχτηκε πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα, ενώ ο  Μάρκος διατέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος και αργότερα πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και χρηματοδότησε γενναία την επανάσταση των Κρητών. Ακόμα ο κλάδος των Ρενιέρηδων κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα Κισσάμου διακεκριμένοι για τον πατριωτισμό  και την υποδειγματική διαγωγή τους. Παρακλάδι γενεαλογικό των Ρενιέρηδων είναι οι Μαρκουλάκηδες. Στα Παλαιά  Ρούματα βρίσκεται ένα Ενετικό αρχοντικό η Villa Renier με το οικόσημο της οικογένειας Ρενιέρ.

 

Πηγή


  •  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

 

Read Full Post »

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής» – Επιστημονικό Συμπόσιο 9 – 11 Οκτωβρίου στο Ναύπλιο


 

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Το 2015 συμπληρώνονται 300 χρόνια από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1715, που σήμανε το τέλος της Βενετοκρατίας και γενικότερα μιας μακραίωνης εποχής δυτικών κυριαρχιών στο Μοριά. Η επέτειος αυτή είναι ένας σταθμός μνήμης για την τοπική και εθνική ιστορία και υπήρξε η αφορμή για το ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας» του Δήμου Ναυπλιέων να διοργανώσει, σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Επιστημονικό Συμπόσιο από 9 έως 11 Οκτωβρίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου με τίτλο «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής».

Στ’ Ανάπλι, με την πλούσια ιστορική του στρωματογραφία και την εναλλαγή των ξένων κυριαρχιών από τον 13ο αιώνα έως το 1822, αυτοί που άφησαν πιο εντυπωσιακά τα χνάρια τους στον τόπο ήταν οι Βενετοί, κατά την πρώτη (1389-1540) και κυρίως κατά την δεύτερη (1686-1715) περίοδο της Βενετοκρατίας. Τότε τ’ Ανάπλι, πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά και έδρα του Βενετού διοικητή (Προβλεπτή-Provveditor), υπήρξε κέντρο διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό. Η πόλη γνώρισε μέρες δόξας και πλούτου κάτι που αποδεικνύουν ακράδαντα τα μνημειακά κι αρχειακά τεκμήρια της περιόδου.

Ακόμη και σήμερα, το Ναύπλιο οφείλει κατά πολύ την ιδιαιτερότητά του στο βενετσιάνικο παρελθόν του. Το Μπούρτζι, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, το αρχαιολογικό μουσείο, οι βενετσιάνικοι προμαχώνες και τα τείχη, είναι αυτά που προσδίδουν στην πόλη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της.

Στο συμπόσιο διακεκριμένοι ερευνητές, πανεπιστημιακοί καθώς και η ακαδημαϊκός κ. Χρύσα Μαλτέζου θα αναπτύξουν αδημοσίευτα στοιχεία σχετικά με τις δύο περιόδους βενετοκρατίας στο Ναύπλιο.

Πρόγραμμα συμποσίου: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Π. Βρυζάκης, 1856, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

«Μεσολογγίτισσα μητέρα με το παιδί της». Giovanni Berselli (1802-1860) (χαράκτης) – Narducci Pietro (1793-1880) (σχεδιαστής), 1837. Επιχρωματισμένη οξυγραφία. Συλλογή Σπύρου Σακαλή.
Μια γυναίκα κρατά ένα παιδί στην αγκαλιά της ενώ ταυτόχρονα κρατά ένα σπαθί, συμβολίζοντας την αυτοθυσία και τον αγώνα των γυναικών κατά την Επανάσταση. Στο βάθος διακρίνονται οι φλόγες της πολιορκημένης πόλης, τονίζοντας το δράμα της στιγμής.
Η λιθογραφία περιλαμβάνει στο κάτω μέρος της αφιέρωση σε προσωπικότητες όπως ο Camillo Benso, Conte di Cavour και ο Vittorio Emanuele II, αντανακλώντας το φιλελληνικό πνεύμα της εποχής στην Ιταλία.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Read Full Post »

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830), Βγένα Α. Βαρθολομαίου, «Μνήμων», τόμος 4ος (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Βασικές ήταν οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος είδε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση κράτους ελληνικού μέσα από τα ερείπια που προκάλεσαν η Επανάσταση και οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δεύτερος, θρεμμένος με τις ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, δεν άργησε να θεώρηση τυραννική και επικίνδυνη για την υλική και πνευματική πρόοδο του λαού κάθε από­πειρα κατάργησης των συνταγματικών θεσμών, που είχαν καθιερώσει οι Εθνοσυνελεύσεις. Φοβόταν εξ άλλου ότι ο Κυβερνήτης ήταν φορέας πολιτικών αντιλήψεων ρωσικών, τις οποίες ο Φαρμακίδης γνώριζε από προσωπική εμπειρία και διαφωνούσε ριζικά μαζί τους.

Στην ιδεολογική διαφορά προστέθηκε και η προσωπική: ο Φαρμα­κίδης απογοητεύτηκε από την άρνηση του Κυβερνήτη να τον χρησιμοποίηση στην εκκλησιαστική οργάνωση του νέου κράτους ή να τον βοηθήσει στις εκδοτικές του προσπάθειες. Από τις αρχές του 1829 ο Φαρμακίδης φαίνεται πως συμμεριζόταν την άποψη και άλλων δυσαρεστη­μένων με τον Ιωάννη Καποδίστρια Ελλήνων, ότι η παραμονή του τελευταίου στην εξουσία ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά τους. Με ενθουσιασμό λοιπόν πληροφορήθηκε ότι οι τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν αποφασίσει, με το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829, την οργάνωση της Ελλάδος σε μοναρχία.

Είχε την ελπίδα ότι η εκλογή ηγεμόνα θα απομάκρυνε τον Κυβερνήτη από την εξουσία και θα επέτρεπε ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά φοβόταν μήπως ο Ιω. Καποδίστριας χρησιμοποίηση τους αφοσιωμένους οπαδούς του και το λαό για να εμποδίσει την εφαρμογή των αποφάσεων των Δυνάμεων. Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούσαν στο μυαλό του Φαρμακίδη, όταν με ημερομηνία 7 Μαΐου 1829, έγραψε στον Μπενιζέλο Ρούφο επιστολή, στην οποία, αφού αναφερόταν στους όρους του νέου πρωτοκόλλου, σημείωνε και τα ακόλουθα:

 

«Αν και το πρωτόκολλον δεν εκφράζηται ωρισμένως περί τον προσ­ώπου του ηγεμόνος, είναι βέβαιον όμως και εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο νυν Κυβερνήτης δεν μένει ηγεμών δια πολλούς και ισχυρούς λόγους. Τις θέ­λει είναι ο μέλλων, άδηλον εις ημάς μέχρι τούδε. Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης παρασκευάζεται εις αντίστασιν, αλλά δια τούτον δεν θέλει ωφελήσει τον εαυτόν του και είναι κίνδυνος μη βλάψη ημάς, αν ανοήτως εμπλεχθώμεν εις την οποίαν αυτός μελετά να κάμη αντίστασιν, και πρέπει να λάβη έκαστος Έλλην φρόνιμα μέτρα και να πράξη κατά το κοινόν συμφέρον. Ενώ ο λό­γος είναι περί Ελλάδος οι Έλληνες δεν ερωτώνται. Τούτο έχει και καλόν και κακόν, ως έκαστος ημπορεί να κρίνη. Τρεις δυνάμεις μεγάλως βουλεύονται και ενεργούσιν υπέρ Ελλάδος. Η Ελλάς χάνεται εν μέσω αυτών και πρέπει να προσμένη την απόφασιν της τύχης της από εκείνας. Αν αύται αποφασίσωσι καλά, ευδαιμονεί[ς] ή Ελλάς, αν κακά, κακοδαιμονεί[ς]. Άλλα και το εν και το άλλο θέλει προέλθει έξωθεν. Εις την εξουσίαν αυτής δεν μένει».

 

Η επιστολή κλείστηκε και παραδόθηκε στον Κ. Κεφάλα για να τη δώσει στο Ρούφο περνώντας από την Πάτρα. Ήταν πιο σίγουρο ότι έτσι, χέρι με χέρι, θα έφτανε στον προορισμό της, παρά με το κρατικό ταχυ­δρομείο. Και τούτο γιατί ήταν γνωστό πια πως ο Κυβερνήτης, λίγο μετά την άφιξή του, έδωσε εντολή ή έστω ανέχθηκε «να αποσφραγίζουν τα γράμματα που ο κόσμος τα εμπιστευόταν στο ταχυδρομείο…». Ο Κεφα­λάς, περνώντας από την Κόρινθο, συναντήθηκε με τον Διονύσιο Ορφανό, Διοικητή Κορινθίας, και αποφάσισε να δώσει σ’ αυτόν την επιστολή του Φαρμακίδη, γιατί, όπως είδε, ετοιμαζόταν να στείλει κι’ αυτός διάφορα έγγραφα στον Μπενιζέλο Ρούφο. «Ο Ορφανός», γράφει ο Κεφάλας, «έμπροσθέν μου περικλείσας αυτά (τα έγγραφά του μαζί με την επιστολή του Φαρμακίδη) και σφραγίσας το γράμμα του τα έστειλεν εις Πάτρας με ένα πεζοδρόμον».

Ποτέ όμως η επιστολή αυτή δεν έφτασε στα χέρια του Ρούφου. Αν και ήταν σφραγισμένη και κλεισμένη, ανοίχτηκε και διαβάστηκε. Μόλις εί­δαν τα κρατικά όργανα ότι περιέχονταν σ’ αυτή λεπτομέρειες για το πρω­τόκολλο και κρίσεις για το πρόσωπο του Κυβερνήτη και τα σχέδιά του, τον ενημέρωσαν αμέσως. Ο τελευταίος, από το Ναύπλιο με έγγραφό του της 25 Μαΐου 1829, έδωσε εντολή στο Υπουργικό Συμβούλιο να καλέσει τον Φαρμακίδη, που βρισκόταν στην Αίγινα, και να τον ρωτήσει εάν η επιστολή ήταν δική του. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο Συμβούλιο και αντίγραφο της επιστολής. Ζήτησε επίσης να καταγραφή η απάντηση του Φαρμακίδη στα πρακτικά του Συμβουλίου και να του κοινοποιηθεί αμέσως.

Με ταχύτητα κινήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 27 Μαΐου κά­λεσε ενώπιόν του τον Φαρμακίδη, ο οποίος, αφού διάβασε το αντίγραφο της επιστολής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν αυτός την έγραψε, γιατί δεν είχε την υπογραφή του ή σημείωση για τον παραλήπτη της. Ζήτησε το πρωτότυπο και τότε θα ήταν πρόθυμος να απάντηση στις ερωτήσεις του Συμβουλίου. Δεν απόκρυψε όμως ότι και τον Κεφαλά γνώριζε και ότι κάποτε του είχε δώσει συστατικές επιστολές για την Πάτρα. Το Υπουρ­γικό Συμβούλιο, μέσω της Γραμματείας της Επικρατείας, έσπευσε να ενημέρωση τον Κυβερνήτη για τα παραπάνω.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βγένας Α. Βαρθολομαίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

«Χαίρετε»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς – Γεράσιμος Αλεξάτος


 

«Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η παραμονή τον Σώματος στη Γερμανία ήταν πράγματι ένα επεισόδιο εξαιρετικής σημασίας για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και η σπορά που σκορπίστηκε… απέδωσε ήδη πλούσιους καρπούς».

Αρχαιολόγος καθηγητής Paul Jacobsthal, 1-2-1921.[1]

 

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Είναι αδύνατο να ασχοληθεί κανείς με τις πολυτάραχες ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, χωρίς να σκοντάφτει διαρκώς στο όνομα μιας μικρής, συνοριακής και διχοτομημένης σήμερα πόλης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το Γκαίρλιτς (Görlitz). Το καλοκαίρι του 1916 – μεσούντος του Μεγάλου Πολέμου – 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί μεταφέρθηκαν εκεί, εκόντες άκοντες και κάτω από δραματικές συνθήκες, όπου και παρέμειναν επί δυόμισι χρόνια υπό το ιδιότυπο καθεστώς του αιχμάλωτου – φιλοξενούμενου του Κάιζερ. Η υπόθεση αυτή της μικρής αλλά ιστορικής πόλης της πάλαι ποτέ πρωσικής επαρχίας της Σιλεσίας, αποτελεί μια από τις τραγικότερες περιπλοκές της περιόδου εκείνης, που βιώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην Ελλάδα, καθώς η αμείλικτη διαμάχη του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με τη στάση της χώρας απέναντι στα στρατόπεδα των αντιμαχομένων, οδήγησε στον πρώτο μεγάλο εσωτερικό διχασμό. [2]

Όμως οι σχέσεις του Γκαίρλιτς με την Ελλάδα δεν σταματούν εκεί. Το 1949, μετά το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, κατά μια παράδοξη ιστορική σύμπτωση, θα καταφύγουν στην ίδια ακριβώς πόλη. Το Γκαίρλιτς εν τω μεταξύ είχε διχοτομηθεί μετά το 1945, και οι ανατολικές συνοικίες του – εκεί όπου βρισκόταν 30 περίπου χρόνια νωρίτερα το ελληνικό στρατόπεδο – είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με το όνομα Ζγκορζέλετς (Zgorzelec). Έτσι στη χωρισμένη στα δύο πόλη θα βρεθούν στις απέναντι όχθες του συνοριακού πλέον ποταμού Νάισε, Έλληνες δύο διαφορετικών γενεών – θύματα των μεγάλων συγκρούσεων του πρώτου μισού του 20ού Αιώνα – που για πολλά χρόνια ούτε καν θα υποψιάζονται την ύπαρξη συμπατριωτών τους στην αντίπερα όχθη.

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Αυγούστου του 1916, όταν βουλγαρικός στρατός, έχοντας εξασφαλίσει το πράσινο φως της συμμαχικής γερμανικής ηγεσίας, εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην ανατολική Μακεδονία, την ίδια ακριβώς ημέρα που οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας επέδιδαν ταυτόσημες επίσημες διακοινώσεις στη φιλοβασιλική – μετά την αποπομπή του Βενιζέλου – κυβέρνηση των Αθηνών. [3] Σε αυτές παρέχονταν διαβεβαιώσεις για το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας: η στρατιωτική επιχείρηση δεν στρεφόταν εναντίον του ελληνικού στρατού και πληθυσμού και θα άφηνε άθικτες τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις, Σέρρες, Δράμα και Καβάλα. Στο στόχαστρο – σύμφωνα με τις παρεχόμενες εγγυήσεις – ήταν αποκλειστικά οι δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες από τον προηγούμενο ήδη χρόνο στρατοπέδευαν στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. [4] Το γεγονός αυτό, που έφερε τους εμπολέμους στα εδάφη της επισήμως «ουδέτερης» ακόμα Ελλάδας, είχε αποτελέσει ένα από τα κεντρικά σημεία διαφωνίας των δύο κέντρων εξουσίας της χώρας και είχε οδηγήσει στην υποχρεωτική παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην όξυνση της διαμάχης.

Οι γερμανικές διαβεβαιώσεις καθησύχασαν τον Κωνσταντίνο και το επιτελείο του. Δόθηκε λοιπόν εντολή στο εγκατεστημένο στην ανατολική Μακεδονία Δ ́ Σώμα Στρατού να μην προβάλει καμία αντίσταση και, αφού υποχωρήσει από τα συνοριακά φυλάκια, να αποσυρθεί στις τρεις πόλεις αναμένοντας νεότερες διαταγές. Ας αναφερθεί ότι επρόκειτο για τα υπολείμματα του Σώματος, καθώς λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα είχε υποχρεωθεί με εντολή της Αντάντ να απολύσει όλες τις εφεδρείες του. [5]

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Από την πρώτη στιγμή έγινε με πολύ οδυνηρό τρόπο αντιληπτό από τους κατοίκους και τους υπερασπιστές της περιοχής, ότι ο πραγματικός στόχος των εισβολέων δεν ήταν παρά η αιχμαλωσία του στρατού, η εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών και η μόνιμη εγκατάσταση σε μακεδονικά εδάφη. [6] Μόλις οι ραγδαίες αυτές και απρόσμενες εξελίξεις έγιναν γνωστές στην Ελλάδα προκάλεσαν θύελλα αγανάκτησης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει ο Εθνικός Διχασμός και γεωγραφική υπόσταση. [7]

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο κλοιός γύρω από τις πόλεις άρχισε να σφίγγει και η κατάσταση να χειροτερεύει δραματικά. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέκλυζαν την Καβάλα, προσπαθώντας να μεταβούν απέναντι στη Θάσο, ενώ ο προσωρινός διοικητής του Σώματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος – οι στρατηγοί ήταν όλοι (!) απόντες – με απεγνωσμένες καθημερινές εκκλήσεις προς το εθνικό κέντρο, το οποίο προκλητικά κώφευε, αναζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει τρόφιμα στους πανικόβλητους κατοίκους και να προστατεύσει τους περικυκλωμένους στρατιώτες. [8] Η σκλήρυνση αυτή της βουλγαρικής στάσης οφειλόταν στην αλλαγή της στρατιωτικής ηγεσίας στο Βερολίνο, καθώς το υπό τους Hindenburg και Ludendorff νέο επιτελείο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα «χαμένη υπόθεση», δίνοντας το πράσινο φως για την κατάληψη της Καβάλας και ολόκληρης της περιοχής, παρά τις προ τριών μόλις εβδομάδων παρασχεθείσες εγγυήσεις. [9]

Και ενώ η Αντάντ από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι επρόκειτο για συμπαιγνία Αθηνών Βερολίνου, απέκλειε το λιμάνι της Καβάλας και κατάσχεσε την πιο κρίσιμη στιγμή – «για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού» – το μοναδικό ασύρματο της ελληνικής διοίκησης, ο Χατζόπουλος, πλήρως αποκομμένος, πιεζόταν αφόρητα από το Γερμανό αξιωματικό – τον κομιστή των αποφάσεων του Γερμανού στρατάρχη– να εγκαταλείψει πάραυτα την πόλη, χωρίς να του επιτραπεί να συνεννοηθεί με τους προϊσταμένους του, καθώς «σε περίπτωση άρνησης» θα ανοιγόταν «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας». [10] Ο Έλληνας διοικητής τότε, υπό τη δαμόκλειο σπάθη της βουλγαρικής αιχμαλωσίας, απευθύνθηκε προσωπικά στον ίδιο τον Hindenburg, ζητώντας τη μεταφορά του Σώματος μαζί με τον εξοπλισμό του στη Γερμανία, όπου και ως «ουδέτερο» θα παρέμενε φιλοξενούμενο μέχρι το τέλος του πολέμου. [11]

Αναμένοντας τη γερμανική απάντηση, αποτάθηκε ταυτόχρονα και στους Άγγλους, ύστερα από εσπευσμένη σύγκληση του πολεμικού συμβουλίου του Σώματος, το οποίο προέκρινε την παράδοση στους Συμμάχους, υπό την προϋπόθεση ότι οι μονάδες θα μεταφέρονταν με πλοία σε λιμάνι της Παλαιάς Ελλάδας. [12] Έτσι το βράδυ της ίδιας ημέρας ολόκληρη η φρουρά της Καβάλας με πλήρη εξάρτυση και έχοντας εντολή επιβίβασης, συγκεντρώθηκε στο λιμάνι. Μόλις όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα συμμαχικά πλοία, έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ του φιλοβασιλικού Χατζόπουλου, αξιωματικών της Εθνικής Αμύνης που τα συνόδευαν και του Βρετανού πλοιάρχου, που επέτρεπε την επιβίβαση μόνο σε εθελοντές του κινήματος της Θεσσαλονίκης, οδήγησαν τελικά στην υπαναχώρηση του διοικητή και στη ματαίωση του εγχειρήματος την τελευταία στιγμή. [13] Ο Χατζόπουλος, όταν βρέθηκε την κρίσιμη στιγμή μπροστά στο δίλημμα να παραδοθεί στους Γερμανούς, με ευνοϊκούς έστω όρους, ή να προσχωρήσει παρά τη θέλησή του στη βενιζελική Εθνική Άμυνα, προτίμησε το πρώτο.

Και ενώ μετά το θετικό τηλεγράφημα του Γερμανού στρατάρχη, ξεκινούσε υπό αφόρητη χρονική πίεση, «για να μην υπάρξει περιθώριο επικοινωνίας», [14] η πορεία των μονάδων προς τη Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, η Αθήνα – ειδοποιημένη από τους Άγγλους – τότε μόλις ξυπνούσε από το λήθαργο και φοβούμενη εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις, διέτασσε – μέσω των Βρετανών – τη μεταγωγή των δυνάμεων στο Βόλο. Ήταν όμως πολύ αργά. Η πορεία είχε ήδη ξεκινήσει. [15]

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει "ΧΑΙΡΕΤΕ" . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει «ΧΑΙΡΕΤΕ» . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η μεταφορά σε γερμανικό έδαφος ενός σημαντικού τμήματος του στρατού μιας ουδέτερης χώρας προκάλεσε τον αποτροπιασμό της Αντάντ και του ουδέτερου κόσμου, ενώ έγινε φυσικά αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από το σύνολο του γερμανικού Τύπου. Ο Ludendorff – παρά την εκφρασμένη αντίθετη επιθυμία του Χατζόπουλου – έδωσε διαταγή για επίσημη παλλαϊκή υποδοχή (παρελάσεις, στρατιωτικές μπάντες, επιγραφή «ΧΑΙΡΕΤΕ» και γιρλάντες στο ανακαινισμένο στρατόπεδο), «για να διαδοθεί στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση». [16] Αλλά με πραγματικό και γνήσιο ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τη χαρμόσυνη είδηση οι ισχυροί τότε κύκλοι των φιλελλήνων. «Ο πόλεμος έφερε την Ελλάδα αιφνίδια και ορμητικά στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος», [17] διαπίστωνε ο διάσημος τότε βυζαντινολόγος καθηγητής August Heisenberg, πυροδοτώντας την αναβίωση ενός – βραχύβιου έστω – κλίματος φιλελληνισμού, έναν πραγματικό «μήνα του μέλιτος» στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις. Μεταξύ άλλων έκανε την εμφάνισή της και η πρώτη ημιεπίσημη οδηγία – με τον ενδεικτικό τίτλο «Εμπρός για τη Ελλάδα» – υπέρ του ανύπαρκτου τότε ελληνικού τουρισμού! [18]

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Βεβαίως, η επίσημα προβαλλόμενη εικόνα της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά μονόπλευρη και επιλεκτική: Οι «φίλοι» μας «κωνσταντινικοί» από τη μια, και οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι «ραδιούργοι βενιζελικοί» από την άλλη. Εικόνα που επρόκειτο να διατηρηθεί αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες, μέχρι τη γερμανική κατοχή. [19] Κατακλύστηκε τότε η μικρή πόλη της Σιλεσίας από κορυφαίους καθηγητές, ελληνομαθείς διπλωμάτες και εμπόρους, που κατέφθαναν από όλα τα μήκη και πλάτη της Γερμανίας με ποικίλα κίνητρα και αποστολές. [20] Μοναδική ήταν εξάλλου η ευκαιρία για τη διενέργεια ερευνών σε ελληνικού ενδιαφέροντος αντικείμενα, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε έμψυχο υλικό άφθονο, συγκεντρωμένο και πρόθυμο στην υπηρεσία των αναπτυσσόμενων την εποχή εκείνη νεοελληνικών σπουδών. Έτσι – εν μέσω του φονικότερου πολέμου που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα – στο ελληνικό στρατόπεδο πραγματοποιήθηκαν μελέτες, διατριβές και μοναδικές ηχογραφήσεις μουσικής και διαλέκτων από όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, που μόλις σήμερα βγαίνουν σταδιακά στο φως, προκαλώντας το ζωηρό ενδιαφέρον των ειδικών και όχι μόνο. Μεταξύ των καταγραφών ανακαλύφθηκε και η πρώτη εγγραφή ρεμπέτικου με συνοδεία μπουζουκιού παγκοσμίως. [21]

 

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

 

Θετική και μακροχρόνια επίδραση είχαν τα μαθήματα γερμανικών για αξιωματικούς και για 700 εγγράμματους στρατιώτες, συγκροτημένα συστηματικά και με υψηλότατο επίπεδο διδασκαλίας, όπου συμμετείχε η αφρόκρεμα των νεοελληνιστών καθηγητών. [22] Ένας από αυτούς, ο αρχαιολόγος Jacobsthal, σε περιοδεία του ανά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έψαχνε παντού για «Γκορλιτσιώτες», όπως ονομάζονταν τότε οι επανακάμψαντες, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τους «πλούσιους καρπούς», που είχε αποδώσει η μακρόχρονη παραμονή του Σώματος και κυρίως το σχολείο γερμανικών στις αμοιβαίες σχέσεις.

 

Καρτ - ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

Καρτ – ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

 

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το ξεχασμένο σήμερα επεισόδιο του Γκαίρλιτς επηρέασε και διαμόρφωσε την εικόνα πολλών Ελλήνων για τη γερμανική κοινωνία της εποχής. Σε αυτό συνέβαλαν και οι λιγοστοί μεν αλλά εξαιρετικά φιλόδοξοι νεαροί Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι, που βρέθηκαν τυχαία – ως απλοί στρατιώτες ή αξιωματικοί – στο απομονωμένο στρατόπεδο της Γερμανίας. Διάσημοι πολλοί από αυτούς αργότερα – όπως ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου Βασίλης Ρώτας – έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγματα γραφής της τέχνης τους, δεχόμενοι ταυτόχρονα επιρροές στη μετέπειτα πορεία τους. [23] Εκεί εκδόθηκαν οι πρώτες ποιητικές συλλογές τους, δοκίμια και χρονογραφήματα βγαλμένα από την πένα τους είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ σημαντικά έργα ζωγραφικής ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της μικρής πόλης. [24] Σημείο αναφοράς και χώρος συνάντησης ήταν η μικρή ελληνική καθημερινή εφημερίδα (Τα Νέα του Görlitz αρχικά, τα Ελληνικά Φύλλα στη συνέχεια). [25] Κυρίως το πρώτο διάστημα, προτού η εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα και το βάθεμα του διχασμού βάλει φρένο στη δημιουργική προσπάθεια. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για μια ιδιόμορφη προσέγγιση υπό τη σκιά του φοβερού πολέμου και στο πεδίο του πολιτισμού.

Αμέτρητα ήταν τα νήματα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς. Δύσκολη και αντιφατική ωστόσο η σχέση με τους απλούς ανθρώπους του Γκαίρλιτς, καθώς δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η παρουσία χιλιάδων νέων ανθρώπων σε μια πόλη των 90.000 κατοίκων γινόταν ιδιαιτέρως αισθητή και της έδινε ασυνήθιστη ζωντάνια. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων το κέντρο της πόλης με τα στέκια των στρατιωτών και τις πάμπολλες ελληνικές επιγραφές, παρουσίαζε όψη ελληνικής επαρχιακής πόλης. Ωστόσο, τα πράγματα πίσω από τη βιτρίνα δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακά. Ο ασυνήθιστα βαρύς χειμώνας σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη, ελλιπέστατη και ασυμβίβαστη με ελληνικές γεύσεις διατροφή, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία τους. [26] Μεγάλη ήταν εξάλλου η δυσαρέσκεια του τοπικού πληθυσμού, που έβλεπε με ανησυχία τους αξιωματικούς που, με τους μισθούς που εξακολουθούσαν να εισπράττουν άδειαζαν τα καταστήματα από το λιγοστό εμπόρευμα, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Αλλά και το βραδινό «σουλατσάρισμα» στους δρόμους, πριν από τις αθρόες αποστολές εργασίας, δεν δημιουργούσε πάντα φιλικά συναισθήματα.

 

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

 

Το γεγονός όμως που δημιούργησε τις μεγαλύτερες αντιζηλίες ήταν η εντυπωσιακή επιτυχία των Ελλήνων στο γυναικείο πληθυσμό. Σε καιρούς λειψανδρίας το αυξημένο ενδιαφέρον των γυναικών προς τους «εξωτικούς» τότε και ηλιοκαμένους νέους του νότου, εκδηλωνόταν ποικιλοτρόπως. Το ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γινόταν λόγος ακόμα και για αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών στο μέτωπο. Τίποτε δεν μπόρεσε ωστόσο να ανακόψει τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των αρραβώνων και γάμων και εκατοντάδες οι γυναίκες του Γκαίρλιτς, που όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ήταν έτοιμες και αποφασισμένες να ζήσουν τον ελληνικό τους «μύθο». Οι δυσκολίες όμως που συνάντησαν στη γεμάτη καχυποψία και μίσος εποχή ήταν ανυπέρβλητες. Οι περισσότερες γύρισαν πίσω αποκαρδιωμένες. [27]

 

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Παρά το ειρηνικό περιβάλλον, οι ανθρώπινες απώλειες στο στρατόπεδο ήταν σημαντικές. Η φυματίωση και προς το τέλος η ισπανική γρίπη θέρισαν κυριολεκτικά τους εξασθενημένους από τις στερήσεις και το ασυνήθιστο ψύχος άνδρες. Τετρακόσιοι [28] περίπου άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Γερμανία, ενώ βαθιά συγκίνηση προξένησε και ο αιφνίδιος θάνατος του σεβαστού στους στρατιώτες Χατζόπουλου.

 

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

 

Με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εγκατάστασή του στην Ελβετία (Ιούνιος του 1917), η εποχή του ελληνο-γερμανικού ειδυλλίου παρήλθε οριστικά. Η συμμετοχή της επίσημης Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά και η ύπαρξη ισχυρής μερίδας βενιζελικών στο Γκαίρλιτς, που άρχισαν πλέον να εκδηλώνονται, άλλαξε άρδην τα δεδομένα και μετέτρεψε την υπόθεση του «εχθρικού» πλέον στρατοπέδου σε διαρκή πονοκέφαλο.

Ταυτόχρονα, οι έως τότε επαρχιακοί στρατώνες μεταβλήθηκαν σε πανευρωπαϊκής εμβέλειας κέντρο επεμβάσεων και συνωμοσιών του εξόριστου βασιλικού περιβάλλοντος, που αδημονούσε για δράση. Μετά όμως την παταγώδη – και εν μέρει αιματηρή – [29] αποτυχία των βασιλικών σχεδίων, οι Γερμανοί ιθύνοντες απαίτησαν πλέον από τους Έλληνες την προσφορά παραγωγικής εργασίας, καθώς και εγγυήσεις για την πάταξη κάθε εχθρικής φιλοβενιζελικής δράσης. [30] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: 36 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή σε «κανονικό» στρατόπεδο αιχμαλώτων στο

Βερλ της Βεστφαλίας (Ιανουάριος 1918), ενώ 5.000 στρατιώτες, ενταγμένοι σε πολυάριθμες εργατικές αποστολές, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προσφέροντας την εργατική τους δύναμη μέχρι το τέλος του πολέμου στην πολεμική κυρίως βιομηχανία. [31]

 

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

 

Στα παράδοξα του Γκαίρλιτς ανήκει και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη γερμανική επανάσταση των σπαρτακιστών το Νοέμβριο του 1918. Επηρεασμένοι από το διάχυτα ανατρεπτικό κλίμα της εποχής, αλλά και για δικούς τους ειδικούς λόγους, ήρθαν με ιδιαίτερη βιαιότητα σε ρήξη με τους αξιωματικούς, καθαίρεσαν το διοικητή και εξέλεξαν στρατιωτικά συμβούλια («ελληνικά «σοβιέτ» [32] του Γκαίρλιτς» θα ονομαστούν αργότερα), με κορυφαίο αίτημα την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Πρωτοφανή γεγονότα στα ελληνικά στρατιωτικά χρονικά, «φωτεινό παράδειγμα για τους φαντάρους, τους ναύτες και όλους τους εργαζόμενους της χώρας», θα γράψει ο Ριζοσπάστης 14 χρόνια αργότερα. [33] Γεγονότα όμως που, μετά τη διένεξη με τις γερμανικές αρχές, είχαν θλιβερή κατάληξη και έριξαν βαριά τη σκιά τους στην τελευταία πράξη του επεισοδίου, οδηγώντας τον κύριο όγκο των ανδρών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Χιλιάδες στρατιώτες εγκατέλειψαν άρον άρον τους στρατώνες και τους τόπους εργασίας, πασχίζοντας να διαφύγουν με κάθε μέσο, ακόμα και με τα πόδια, ατομικά πια ο καθένας ή σε μικρές ομάδες, προς τα πλησιέστερα σύνορα και από εκεί με οποιοδήποτε μέσο για την Ελλάδα. [34]

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώματος θα συνεχιστεί και μετά την πολυπόθητη παλιννόστηση. Βαρύς θα πέσει επί δικαίων και αδίκων ο πέλεκυς των διώξεων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κατά τη διάρκεια μάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. [35]

Αποστρατείες, ανακρίσεις και εγκλεισμός σε ειδικό στρατόπεδο τους ανέμεναν άμα τη αφίξει τους, αλλά και εξορίες, εκτοπίσεις ακόμα και θανατικές καταδίκες, καθώς πολλοί κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν ως ριψάσπιδες. [36] Έτσι δημιουργήθηκε εκ των υστέρων ο μύθος του Γκαίρλιτς ως συνώνυμο εθνοπροδοσίας, που απεδείχθη μακροβιότατος και απετέλεσε σημείο έντονης διαμάχης των αντιμαχόμενων παρατάξεων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Έκτοτε τα συμβάντα στη μακρινή Σιλεσία παραδόθηκαν στη λήθη. Δεν αποτελούσαν εξάλλου σελίδα δόξας για πολλούς από τους ιθύνοντες της εποχής. Για τους άνδρες όμως του Σώματος – θύματα και αυτοί της ατασθαλίας των τότε κυβερνώντων, όπως και όλοι οι κάτοικοι της ανατολικής Μακεδονίας – αλλά και για πολλούς από τους απογόνους τους, δεν επήλθε ποτέ η πολυπόθητη «κάθαρση» από την άδικη κατηγορία της προδοσίας. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα μελέτη, έναν περίπου αιώνα μετά τα συμβάντα, θα συμβάλει σε μια περισσότερο ψύχραιμη και νηφάλια επανεξέταση μιας από τις τραγικές πτυχές των προεκτάσεων του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Politisches Archiv Auswärtiges Amt (PA AA), φάκελος R63156, εμπιστευτική επιστολή καθηγητού Γιάκομπσταλ προς το Σύλλογο για τους Γερμανούς του Εξωτερικού (Verein für das Deutschtum im Ausland), 1.2.1921·βλ. επίσης το άρθρο του ιδίου «Gorlitzioten» στην περιοδική έκδοση Hellas, Organ der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, αρ. 1, 1921.

[2] Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ), τόμ. ΙΕ ́, Αθήνα 2000, σ. 8-55· Leon G., Greece and the Great Powers 1914-1917, Θεσσαλονίκη 1974·Theodoulou C., Greece and the Entente, Θεσσαλονίκη 1971 κ.τ.λ.

[3] PA AA, φάκελος R22197, 14.8.1916.

[4] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 380.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. Α’, σ. 133-136· Κυρομάνος (εκδ.), Η ιστορία τον Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία των Ε. Βενιζέλον και I. Μεταξά, Αθήνα 2007, σ. 295-296.

[6] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, «Αναφορά περί της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων από την Καβάλα…» (αναφορά Χατζόπουλου), σ. 1· ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλ­κάνια, σ. 323-325.

[7] ΙΕΕ, σ. 37,40-41.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σ. 145-146. ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, αναφορά Χατζόπουλου, σ. 4.

[9] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201,7.9.1916, 8.9.1916.

[10] Ό.π., 8.9.1916.

[11] Ό.π., αναφορά Χατζόπουλου, σ. 8-9.

[12] ΓΕΣ/ΔΙΣ, φάκελος 380/Δ/3, Πρωτόκολλον συνταχθέν εν Καβάλα 28.8/10.9.1916.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Υπόμνημα υπολ. πυροβολικού Βακά Δημητρίου επί των γεγονότων παραδόσεως της Καβάλας και λοιπής Ανατολικής Μακεδονίας εις Γερμανοβουλγάρους, σ. 33·PA AA, R22201, Αναφορά Χατζόπουλου, σ. 10-11·Κυρομάνος, Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού, σ. 306-311·Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1931, σ. 191-195·Στρατηγού Παγκάλου, Απομνημονεύματα, τόμ. Β ́, 1959, σ. 114-115.

[14] PAAA, R22201, 8.9.1916.

[15] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 400·Theodoulou C., Greece and the Entente, σ. 300. Όπως αναγράφεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ, τόμ. ΙΕ ́, σ. 82), ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Μακεδονίας διώχθηκε συστηματικά, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκβουλγαρισμός της περιοχής. Ας αναφερθεί ότι από τους 36.000 άνδρες κάθε ηλικίας που εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία, μόνο 17.000 κατάφεραν να επιζήσουν. Τέλη του 1918, όταν ο πόλεμος τελείωσε, επανήλθαν, πραγματικά ράκη, στις εστίες τους.

[16] PA AA, R22201, 22.9.1916.

[17] Heisenberg A., Neugriechenland, Leipzig 1919, σ. 3.

[18] Άρθρο του Dr. Dernburg B., Staatssekretär a.D. με τον τίτλο «Nach Griechenland» στην εφημερίδα Vossische Zeitung, 22.9.1916.

[19] Fleischer H., «Post Bellum, Das deutsche Venizelos-Bild nach dem 1. Weltkrieg» στο Gunnar Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte, Φρανκφούρτη 2003, σ. 210-211.

[20] Εκτός από τους Heinsenberg και Jacobsthal στο Γκαίρλις εγκαταστάθηκαν τότε ο αρχαιολόγος Koch, ο βυζαντινολόγος Soyter, ο θεολόγος Weigel, ο ζωγράφος Schneiderfranken και πολλοί άλλοι. Ziebarth E., «Griechen in Deutschland», Hellas-Jahrbuch, 1937, σ. 73-74·Irmscher J., «Die Internierung des IV. Griechischen Armeekorps in Görlitz 1916-1918», στο Balcanica Posnaniensia, Πόζναν 1993, σ.154.

[21] Kratz D., Griechen in Görlitz 1916-1919. Studien zu akustischen Aufnahmen des Lautarchivs der Humboldt-Universität Berlin, διπλωματική εργασία, 8.3.2005. Bayerische Akademie der Wissenschaften (BΑdW), VII 466, φύλλο 4, συμφωνία μεταξύ Ακαδημιών Επιστημών Μονάχου και Βερολίνου.

[22] PA AA, φάκελος 72678, φύλλο 5, Kommandatur Görlitz, Griechen-Unterkunft, 30 Ιουνίου 1917.

[23] Εκτός από το Ρώτα, μεταξύ των «αιχμαλώτων-φιλοξενουμένων» βρέθηκαν ο επίσης ποιητής και άνθρωπος του Θεάτρου Λέων Κουκούλας, ο αργότερα δημοφιλής ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος, ο διάσημος στην Ιταλία ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης και άλλοι. Κατάλογος: Münchener Kunstausstellung, 1918, Kgl. Glaspalast, σ. 55.

[24] Στο Γκαίρλιτς, εκτός από την πρώτη ποιητική συλλογή του Ρώτα, εμφανίστηκε και το πρώτο από τα κατόπιν δημοφιλή «καραγκιόζικα» έργα του, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους στρατιώτες. Δαμιανάκου Β. (επιμ.), Βίος και πολιτεία του Βασίλη Ρώτα, Αθήνα 1980, σ. 9·Καραγιάννης Θ., Ο Βασίλης Ρώτας και το έργο του για παιδιά και εφήβους, Αθήνα 2007, σ. 97·Χρονογράφημα «Καραγκιόζης», Νέα του Görlitz, αρ. 123, 17/30.3.1917.

[25] Στην έκδοση των εφημερίδων, αλλά και των φιλολογικού περιεχομένου Ημερολογίων και του δεκαπενθήμερου περιοδικού Εικονογραφημένη, καθοριστική ήταν η συμβολή του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος διεύρυνε εκεί σημαντικά τους μεταφραστικούς του ορίζοντες, εκδίδοντας και το πρώτο του δοκίμιο (Γράμματα από τη Γερμανία). Ζήρας Α. (εισαγ. -επιμ.), Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί Περίπατοι, Αθήνα 1999, σ. 114-121.

[26] Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το εξής απόσπασμα από τη βιογραφία του Schneiderfranken: «Η κακή διατροφή που ήταν υποχρεωμένος (ο τότε διερμηνέας Schneiderfranken) να μοιράζεται με τους εγκλείστους (Έλληνες στρατιώτες) –αλεύρι αναμεμειγμένο με ξυλάλευρα– έγινε η αιτία μιας στομαχοεντερικής πάθησης που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή», Lienert O., Bô Yin Râ 1876-1943, Lehre und Biographie, Βέρνη 1994, σ. 43. Αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διατροφή –με κάποια διάθεση ωραιοποίησης– στο αδημοσίευτο πόνημα του Helmut Scheffel, Das IV. Griechische Armeekorps, 15. Juli 1920, Ratsarchiv Görlitz (RatArch, Rep. II S. 227 No. 4 Reg.21 F54), σ. 17-22.

[27] Beck C. (εκδ.), «Die schönen Griechen von Görlitz», στο Die Frau und die Kriegsgefangenen, Νυρεμβέργη 1919, τόμ. Β ́, σ. 67-75.

[28] Ο ακριβής αριθμός δεν είναι γνωστός εξαιτίας της άτακτης και περιπετειώδους φυγής των περισσότερων στρατιωτών. Οι εκτιμήσεις των συγχρόνων τους κυμαίνονταν από 270 έως 400 (Scheffel, Das IV. griechische Armeekorps, σ. 30). Βλ. επίσης καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του Γκαίρλιτς, π.χ. Πατρίς και Εμπρός, 20.5/2.6.1920. Από την πρόσφατη εργασία του κ. Θεοδώρου Νημά – του επιμελητή του βιβλίου μου (Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919, εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010) – προέκυψε πίνακας θανόντων με 317 ονόματα, χωρίς όμως να είναι ολοκληρωμένος.

[29] Το Φεβρουάριο του 1918 απεστάλησαν μυστικά στην Ελλάδα δύο ζεύγη έμπιστων και προσεκτικά επιλεγμένων – από απεσταλμένο της Ελβετίας – αξιωματικών του Γκαίρλιτς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά οδηγιών του εξόριστου Κωνσταντίνου σε ανθρώπους του στο εσωτερικό και η συλλογή πληροφοριών. Η επιχείρηση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Το πρώτο ζεύγος συνελήφθη γρήγορα, καταδικάστηκε σε θάνατο επί κατασκοπία και εκτελέστηκε, ενώ οι άλλοι δύο κρύβονταν διαρκώς μέχρι το Νοέμβριο του 1920. PΑ ΑΑ, R22198, 10.9.1917. Ενεπεκίδης Π., Η δόξα και ο διχασμός, 31992, σ. 706-724.

[30] Bundesarchiv Berlin Berlin-Zehlendorf (BArch), R901/86713, Αναφορά Γκρότε προς τους προϊσταμένους του, 2.7.1917.

[31] BAdW, VII 466, φύλλα 23,24, 8.1.1918. BArch, R901/84665, 28.2.1918. ΕφημερίδαΕμπρός, 23.6/6.7.1920.

[32] Έθνος, 17/30.12.1918.

[33] Ριζοσπάστης, 23.7.1932.

[34] Ratsarchiv Görlitz (RatArch), Akten des Arbeiter- und Soldatenrates der Stadt Görlitz betr. 4. griechisches Armeekorps, nach Wenzel: S. 74 (Nr. 334), Rep. III, S. 219, Nr. 14, από αρ. φύλλου 1 (12.11.1918) έως αρ. 226 (10.12.1918). Stinas A., Mémoires. Un révolutionaire dans la Grèce du XX. Siècle, Montreuil 1990, σ. 37. Εφημερίδα Ελληνικά Φύλλα, αρ. 241, 13.11.1918. Εφημερίδα Vorwärts, 20.11.1918.

[35] Όπως αναφέρει ο τότε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και διοικητής της μεραρχίας Σμύρνης, στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα Απομνημονεύματά του (Αθήνα 1948, σ. 267-268), μόλις πληροφορήθηκε ότι οι επανελθόντες αξιωματικοί του Γκαίρλιτς «εκρατούντο εις ένα ξερόνησον (στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας) υποφέροντες παντοειδείς στερήσεις», ζήτησε αμέσως να τους εντάξει στη μεραρχία του. Όμως δεν εισακούστηκε. Δέχτηκε μάλιστα παρατηρήσεις, επειδή είχε προβιβάσει «μερικούς οπλίτας, έχοντας τα νενομισμένα προσόντα, και οι οποίοι ανήκον εις το σώμα του Γκαίρλιτς. Ως εκεί έφθανε η εμπάθεια».

[36] Η δίκη των αξιωματικών του Γκαίρλιτς διήρκεσε οχτώ εβδομάδες (9/22.5 έως 30.6/13.7.1920) και έληξε με οχτώ θανατικές καταδίκες, οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν. Βλ. καθημερινά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.

 

Γεράσιμος Αλεξάτος

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »