Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Γάλλοι πρόξενοι, του Μοριά την εποχή της δεύτερης Τουρκοκρατίας


 

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Τουρκοκρατίας είναι η ελευθέρια του εμπορίου. Αντίθετα από την αποκλειστικότητα της βενετικής εμπορικής πολιτικής η τουρκική αντίληψη επέτρεπε σε οποιονδήποτε να εμπορεύεται μέσα στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με ελάχιστο φόρο, που για τους ξένους μάλιστα ήταν μικρότερος [1]. Ύστερα λοιπόν από την κατάκτηση του Μοριά από τους Τούρκους στα 1715 κάθε εμπορική επαφή της χώρας αυτής με το εξωτερικό στην αρχή σταμάτησε, αφού οι Βενετοί έμποροι διώχτηκαν και οι καταστροφές που είχε φέρει ο πόλεμος είχαν σχεδόν εκμηδενίσει την παραγωγή. Έπρεπε να περάσουν δυο χρόνια, για να αρχίσει πάλι να κινηθεί το εμπόριο.

Οι πρώτοι έμποροι που ήρθαν μετά την Τουρκική κατάκτηση στο Μοριά ήταν Γάλλοι. Ο Joseph Maillet από τη Μασσαλία επιφορτισμένος να οργανώσει το Γαλλικό γενικό προξενείο του Μοριά ήρθε τότε και ίδρυσε πέντε υποπροξενεία: Μεθώνη, Κο­ρώνη, Καλαμάτα, Ναύπλιο και Πάτρα [2]. Εξαντλημένος από τους κόπους του ταξιδιού πέθανε στη Μεθώνη στις 21 Ιουλίου 1717. Τον διαδέχτηκαν στην αρχή ο νεαρός γιος του Pierre Mathieu Maillet και ο Ιππότης Roze που ανακλήθηκε γρήγορα, έπειτα ο Jean de Clairembault, που έμεινε στη Μεθώνη 26 χρόνια και πέθανε κι αυτός εκεί (12 Νοεμβρίου 1745) και τέλος ο Le Prestre (1745 – 1747). Ο νέος γενικός πρόξε­νος d’Amirat μετέφερε στα 1748 την έδρα του γενικού προξενείου από τη Μεθώνη όπου είχε μείνει 30 χρόνια, στην Κορώνη όπου έμεινε έως την επανάσταση του Ορλώφ.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Τα πολεμικά εκείνα γεγονότα που ξετυλίχτηκαν στο ΝΔ τμήμα του Μοριά κι επέφεραν τόσες καταστροφές ανάγκασαν στα 1770 τον τότε γενικό πρόξενο Le Maire να εγκαταλείψει την έδρα του της Κορώνης μαζί με όλη τη Γαλλική παροικία την εγκατεστημένη στα Μυθωνοκόρωνα. Μετά 13 χρόνια η έδρα του γενικού προξενείου, που είχε μεταφερθεί στο Ναύπλιο (1774 – 1783), ξαναγυρίζει πάλι στην Κορώνη (1783 -1809). Στα 1809 ύστερα από αίτηση του διοικητή των Ιονίων νήσων στρατηγού Dan­zelot η έδρα μεταφέρεται στην Πάτρα. Γενικός πρόξενος του Μοριά ήταν την εποχή εκείνη ο Esprit Vial, που τρία χρόνια πρωτύτερα είχε φιλοξενήσει το Chateau­briand στο πέρασμά του από την Κορώνη κατά την περίφημη οδοιπορία του από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτρα, τη νέα του έδρα, ο Vial δεν έμεινε παρά ένα χρόνο. Αντικαταστάθηκε από το Roussel στα 1810.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Γεννημένος στη Bagnols (Gard) το 1758 ο Joseph – J – Β – Hercul de Roussel έλαβε μέρος πρώτα στην εκστρατεία του Λουξεμβούργου, ανθυπολοχαγός έπειτα στο σύνταγμα των δραγώνων. Προσκολλημένος στην Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης στα 1778, διορίστηκε λίγο ύστερα υποπρόξενος στα Δαρδανέλια. Ταξίδεψε στην Αγγλία και στην Ολλανδία. Διορίστηκε υποπρόξενος στην Κορώνη το 1786, έπειτα στο Ναύπλιο. Αιχμάλωτος στον πόλεμο με την Αίγυπτο. Πρόξενος στα Χανιά το 1802. Διωγμένος από την Κρήτη από μια επανάσταση, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία πιάστηκε στη Ζάκυνθο αιχμάλωτος από τους Άγγλους. Μετά την απελευθέρωσή του διορίστηκε γενικός πρόξενος του Μοριά στην Πάτρα.

Στην «Ιστορία της πόλεως Πατρών» του Θωμοπούλου [3] αναφέρεται ότι ο Rous­sel στα 1811 αντικαταστάθηκε από το Roustant [4]. Από τα τρία όμως γράμματά του που ακολουθούν φαίνεται ότι ο Roussel κρατούσε τη θέση του γενικού προξένου μέχρι το 1813. Τα γράμματα αυτά που βρίσκονται σήμερα στην κατοχή του Μεθωναίου δικη­γόρου κ. Ν. Βασοπούλου απευθύνονται προς τον Leoni πράκτορα (agent) της Γαλ­λίας στο Ναβαρίνο.

Ο Ange Leoni γεννήθηκε στο Santa Reparata της Κορσικής και πέθανε στο Ναβαρίνο κατά την πολιορκία του από τους Έλληνες το 1821. Είχε παντρευτεί στα 1803 στη Μεθώνη την Αρετή Παυλοπούλου θυγατέρα του I. Παυλοπούλου και της Σοφίας Κουροπούλου και είχε αποκτήσει επτά παιδιά από τα οποία το ένα μόνο, ο Jean – François – Felix, παρέμεινε στην Ελλάδα (πέθανε άγαμος στο Ναβαρίνο σε προχωρημένη ηλικία), για να κατανάλωση όλη του τη ζωή σε δικαστικούς αγώνες για τη συγκράτηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στις δυο πόλεις, Μεθώνη και Ναβαρίνο. Ένα πηγάδι στη Μεθώνη φέρει και σήμερα το όνομα «το πηγάδι του Λεόνι» και μια σειρά μαγαζιά στη δυτική πλευρά της μεγάλης πλατείας του Ναβαρίνου διατηρεί επίσης το όνομά του «τα μαγαζιά του Λεόνι».

 

Τάκης Δεμόδος

 

Υποσημειώσεις


[1] Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήναι 1939, Μέρος Β’, κεφάλ. Α’.

[2] Auguste Β ο p p e, Le consulat général de Morée et ses dépendances (Revue des Étu­des Grecques, Tom. XX [1907]).

[3] Στεφάνου Ν. Θωμοπούλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρό­νων μέχρι 1821. Έκδοσις Β’ με επιμέλειαν Κ. Ν. Τριανταφύλλου. Πάτραι 1950, σελ. 556.

[4] Ο Β ο p p e, ένθ’ ανωτέρω, φέρει το Roustant κατά την εποχή αυτή υποπρόξενο Κορώνης.

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1956.   

Read Full Post »

Χαβιαράς Στρατής (Νέα Κίος Αργολίδας 28 Ιουνίου 1935 – Αθήνα 3 Μαρτίου 2020)


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Ήταν μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. H κηδεία του, έγινε στη γενέτειρά του Νέα Κίο Αργολίδας, στον Ιερό Ναό «Θεομάνας  – Οδηγήτριας».

 

Εργογραφία


 

Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

 

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο (1791 – 1878)[*]


  

Το πιο κάτω κείμενο, που αφορά στην έκδοση του «Αργολικού Ιστορικού Αρχείου» από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», αποτελεί περίληψη ομιλίας του Τάσου Γριτσόπουλου που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του «Δαναού» την 3η Μαΐου 1994.

  

Μέσα από τούς κόλπους του «Δαναού» ένας τόμος Αργολικός φύτρωσε με πολύτιμη Αργολική και άλλη ιστορική ύλη. Και περιλαμβάνει αυτός ο τόμος έντυπη την αρχειακή συλλογή, που φιλοξενεί, διασφαλίζει και συντηρεί ως ιερό θησαύρισμα ο «Δαναός» στις αρχειοθήκες του με την επωνυμία «Αρχείον Τσόκρη» και «Ιστορικόν Αρχείον Άργους».

Από το 1951 στην κατοχή του «Δαναού» βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη. Μαζί με δύο άλλες μικρές συλλογές (απαρτίζουν συνολικά περίπου 600 έγγραφα). Αυτά περιέχονται σ’ αυτόν τον Τόμο, που τιτλοφορήθηκε «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον». Ταξινομημένο λοιπόν το «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον» του τόμου έχει υποδιαιρεθεί σ’ επί μέρους ενότητες.

Πρώτη είναι η ενότητα με το κυρίως προσωπι­κό αρχείο Τσόκρη.

Δεύτερη είναι ένα τμήμα από το προσωπικό αρχείο Νικη­ταρά.

Χ ω ρ ι σ τ ή κατάταξη έχουν άλλα δημόσια έγγραφα, που συμπληρώνονται με ιδιωτικά και μετεπαναστατικά έγγραφα.

Σε γενική θεώρηση πρόκειται για πολύτιμη ιστορική ύλη, για μία νέα πηγή για την μελέτη της Ελληνικής Επαναστά­σεως ως προς το Άργος, την περιοικίδα, τα πρόσωπα και γενικότερα την Παλιγγε­νεσία, όσον εν μέρει και για την μετεπαναστατική περίοδο.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Από το προσωπικό του αρχείο ο Αργείος οπλαρχηγός Δημήτριος Τσόκρης αναδύεται ατόφιος, όπως και ο Νικηταράς περίπου από το τμήμα του δικού του. Δύο στρατιωτικές μορφές αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα παρελαύνουν από τα εκδιδόμενα έγγραφα πάσης φύσεως. Κουντουριώτης, Λόντος, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, Μαυροκορδάτος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πλαπούτας, Γρηγόριος Δικαίος, Τομαράς, Γιατράκος, Κάββας, Χαραλάμπης, Θεόδωρος, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρωναίοι.

Του Θοδωράκη τα γράμματα περικλείουν μεί­ζον ενδιαφέρον. «Παιδί μου Τσόκρη», είναι η προσφώνησή του. Ο μελετητής θα βρει ποικίλου χαρακτήρα θέματα και ζητήματα σ’ αυτά τα γράμματα σε τόνους συναισθηματικούς, στρατιωτικούς, πατριωτικούς, για το κάθε τι, για τα στρατιωτικά, τα πολιτικά, τα παραστρατιωτικά πράγματα, για τις θέσεις που έπαιρνε ο γενικός Αρχηγός κάθε φορά επάνω σ’ αυτά. Σ’ ένα του γράμμα ο Θοδωράκης συνιστούσε στον Τσόκρη να συμπαρασταθεί στους αδελφούς Περούκα, γιατί δανειστές τους προσ­παθούσαν να σφετερισθούν κτήματά τους μ’ εντολή της Κυβερνήσεως το 1832.

Μνημείο χαρακτηρίζεται μία επιστολή από το Κάτω Μπέλεσι, του παπα-Αναστάση, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1824 προς τον Τσόκρη. Είμεθα δικοί σου, πρόθυμοι όλοι να θυσιασθούμε για το χατίρι σου, του έγραφε. Αλλά παρακαλούσαν «όσον δεν είναι αναμμένο το ντουφέκι, να τους απαρατήσουν». Και προσέθεταν ότι «ικετεύουν τον Κύριον να μην ανοίξη το ντουφέκι αδέλφια προς αδέλφια», αν όμως γίνει το «θέλημα του διαβόλου», μόλις ειδοποιηθούν μ’ ένα πουλάκι, φθάνουν αμέσως. Πρόκειται για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ο Τσόκρης που ανήκε στο Κολοκοτρωνικό στρατό­πεδο δεν είχε διαφορετική πολιτική.

Παρουσιάζοντας με σύντομα λόγια το περιεχόμενο του Τόμου θα διατυπώσω εκ προοιμίου ορισμένες πληροφοριακές παρατηρήσεις για μια ωχρά ενημέρωση της Αργειακής κοινωνίας.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πρώτον. Τα έγγραφα είναι όλα σχεδόν πρωτότυπα. Ενδιαφέρουν την Παλιγ­γενεσία κατά κύριο λόγο καθ’ εαυτά, όχι με αναφορά σε διαδοχική σειρά γεγονό­των σ’ εξέλιξη, ώστε να παρακολουθεί κανείς την αλληλουχία τους. Επομένως σπα­νίως υπάρχει κάποια σύνδεση των περιστατικών, στα οποία αναφέρονται τα έγγραφα.

Δεύτερον. Κάθε έγγραφο κάποια είδηση περιέχει, σχετική προς τα πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά πράγματα του πολέμου. Επομένως απεικονίζονται πτυχές του απελευθερωτικού Αγώνος και των χρόνων που ακολούθησαν. Κατά το πλείστον, οι άσχετες μεταξύ των χρονικώς, τοπικώς, ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα ειδήσεις των εγγράφων ασφαλώς είναι χρήσιμες και στον ερευνητή από­κειται δια συνδυασμού να τις συσχετίσει προς τα πράγματα και τα πρόσωπα και προ πάντων να τις εντάξει στην βραδέως διαμορφούμενη κρατική μηχανή του εξερχόμε­νου από την δουλεία Έθνους.

Τρίτον. Αν ο μελετητής του Αρχείου δεν βρει εντελώς άγνωστα επεισόδια του διεξαγομένου πολέμου, θα βρει κάποιες λεπτομέρειες πολύ χρήσιμες για την κατανόηση της δράσεως των προσώπων σε διάφορες περιπτώσεις, σε συσχετισμό μάλιστα με τα τοπικά πράγματα, με τις δυσκολίες του πολέμου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Τέταρτον. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία στα έγγραφα. Είναι, ας πούμε, παραστρατιωτικά, έχουν χαρακτήρα αστυνομικό. Στα δευτερεύοντα αυτά στοιχεία εν πολλοίς κρύπτεται ο παλαιός άνθρωπος της δουλείας που δεν απέβαλε ακόμη την αστάθεια της αποιχομένης καταστάσεως. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον πλησίον και το πιεστικό δίκαιο, προσπαθεί να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Για την μελέτη της νέας μορφής της κοινωνίας, όπως τείνει να σχηματοποιηθεί κάτω από την κλαγγή των όπλων μέσα στην μεταβατική περίοδο της εθνικής ζωής, τα προσφερόμενα αυτά στοιχεία, τα δευτερεύοντα, είναι πολύτιμα.

 

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο

 

Ήδη είναι ανάγκη να αναφέρω ότι το τμήμα του εκδιδομένου Αρχείου που φέρει τον τίτλο «Κυβερνητικά Έγγραφα» δεν έχει καμία σχέση με την συλλογή Τσόκρη, δηλ. με τα προσωπικά του έγγραφα. Αυτά τα έγγραφα του τμήματος μεταξύ των ετών 1823-1825 απευθύνονται προς το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό, το Υπουργείο Πολέμου από διάφορα άτομα ή υπηρεσίες, και προσωπικά προς τον Αλ.
Μαυροκορδάτο, όχι όμως για προσωπικά του ζητήματα αλλά της Κυβερνήσεως, αφού ήταν Γεν. Γραμματεύς του Εκτελεστικού. Τα θιγόμενα θέματα είναι εντελώς άσχετα προς τον Τσόκρη και την περιοχή του, είναι σαφώς δημόσια έγγραφα, που οπωσδήποτε περιέχουν ειδήσεις και αυτές αναλύονται στην Εισαγωγή του Τόμου, πλην όμως προκαλούν ενδιαφέρον για τον ερευνητή.

Σ’ ένα έγγραφο απ’ αυτά, στις 17 Οκτωβρίου ο Έπαρχος Μυκόνου και Σύρας απευθύνεται στο Εκτελεστικό και του συνιστά τον παρουσιαζόμενο Γάλλο Φιλέλληνα Αλέξανδρο Jacgerschmid (Τζακγκερσμίντ), προερχόμενον από την Μασσαλία, για να ταχθεί «εις δούλευσιν της πατρίδος μας». Κακογραμμένο το όνομα του Γάλλου φιλέλληνα δεν διαβαζόταν καλά. Οι εκδότες του Τόμου δια της κ. Ιλεάνας Κ. Κοτσώνη απευθύνθηκαν στον Γάλλο καθηγητή της κ. Roger Milliex και αυτός μέσω του Γάλλου γραφολόγου καθηγητού Hugues Jean de Dianoux μας έδωκε από το Παρίσι την σωστή ανάγνωση του ονόμα­τος του Alex Jacgerschmid και την πληροφορία ότι αυτός ο ίδιος εξέδωσε το 1829 στο Παρίσι το ταξιδιωτικό βιβλίο «Athènes et Constantinople», με απόψεις και διαγράμ­ματα των σημαντικότερων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με έγγραφα που συνελέγησαν επί τόπου κατά τα έτη 1825-1828.

Άλλα δύο έγγραφα άσχετα και προς την Αργολίδα και τον Τσόκρη και τον Αγώνα, περιέχονται στον τόμο. Μάλιστα είναι τα παλαιότερα του όλου εκδιδομένου Αρχείου και ανήκουν στην πρώτη δέσμη της συλλογής «Δαναού». Εξ αυτών το ένα είναι γραμμένο σε παλαιά σλαβωνική δυσκολομετάφραστη γλώσσα. Λοιπόν κατά το σωτήριο έτος 1791 οι δημογέροντες της Πέτσας (Σπετσών) βεβαιώνουν ότι ήταν συνεταιρισμένοι καραβοκύρηδες ο Ανάργυρος Παύλου και ο Αναστάσης Μπούφας. Ο δεύτερος ήταν χρεωμένος στην οικογένεια Μαυρογένη και η Υψηλή Πύλη έσπευσε να κατασχέσει το μερίδιο Μπούφα μόλις ο Μαυρογένης καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του εδημεύθη. Και το ρωσικό έγγραφο στηρίζεται σε μαρτυρίες επισήμων Τούρκων για να βεβαιώσει πώς ο Αναστάσης Μπούφας, κάτοικος Ύδρας, χρωστούσε στον Μαυρογένη 6.500 πιάστρα και για να εισπραχθούν αυτά από το δημόσιο της Τουρκίας πουλήθηκε το μερίδιό του από το μαζικό σκάφος Παύλου – Μπούφα. Αναδύεται από τα έγγραφα αυτά ο Νικόλαος Μαυρογένης. Ήταν δραγομάνος του Στόλου κατά τα έτη 1770-1786. Φίλος του Kαπουδάν – πασά Χασάν πασά Τζεζαερλή, τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κατά την επιχείρηση εναντίον των Αλβανών μετά τα Ορλωφικά.

Τον Ιούλιο 1779 αναφέρεται ότι είχαν προσορμισθεί στους Μύλους του Άργους και συνεννοούντο με τους Κλέφτες για συνεργασία εναν­τίον των Αλβανών. Αυτός συνέβαλε στην συνεργασία των. Έδωκαν εμπιστοσύνη οι Κλέφτες στον Τούρκο ναύαρχο και συνέπραξαν στην εξόντωση των Αλβανών, για να ησυχάσει ο τόπος, χάρις στην μεσολάβηση του δραγομάνου Μαυρογένη[1]. Αλλ’ ο Μαυρογένης κατόρθωσε να σχετισθεί και πιο πέρα με τα Πελοποννησιακά πράγματα.

Πρώτον ρυθμίζοντας διαμάχη των Μανιατών μπέηδων Κουτήφαρη και Τρουπάκη· από τον καταδικασμένο σε θάνατο Κουτήφαρη έλαβε χρεωστική ομολογία και ανέλαβε αυτός να πληρώσει στην τουρκική εξουσία το προϊόν της δημευθείσης πε­ριουσίας του καταδικασθέντος μπέη, παίρνοντας σ’ αντάλλαγμα μέγα μέρος της περιουσίας του [2].

Δεύτερον ο Μαυρογένης συνέβαλε στην εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για την πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου και μέσα στο σχέδιο αυτό ήταν η εξόντωση του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά της Μάνης [3]. Στα πολύτιμα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρονται τα εξής: «Τους 1780 εκατέβη ο καπετάνμπεης κ’ εχάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη· ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθο­νήσι…, ο Παναγιώταρος επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτες και υποσχέθηκαν να πάνε και ο δραγουμάνος Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη μπέη και δια να τον κάμη μπέη αλικότισε (=εμπόδισε) την βοήθεια και επήρε το κάστρο»[4].

Ο δραγομάνος του Στόλου Ν. Μαυρογένης το 1786 εξελέγη ηγεμών Βλαχίας. Διάδοχός του δραγομάνος του Στόλου έγινε ο ανεψιός του Στ. Μαυρογένης. Ομολο­γουμένως η προσφορά των Φαναριωτών προς το υπόδουλο Έθνος υπήρξε σημαντι­κή, όχι παραπάνω από την υπηρεσία τους προ τον κατακτητή. Αλλά το τίμημα για όσους ανήρχοντο στ’ ανώτατα αξιώματα ήταν βαρύ. Συχνά πλήρωσαν με την ζωή τους. Την 8 Ιουλίου 1790 ο Ν. Μαυρογένης έχασε τον ηγεμονικό θρόνο. Την 1 Οκτωβρίου του ιδίου έτους αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του εδημεύθη [5]. Έτσι ο Υδραίος πλοιοκτήτης Μπούφας έχασε το μερίδιό του από το συνεταιρικό καΐκι με τον Παύλο. Το τουρκικό δημόσιο φρόντισε να εισπράξει το χρέος του προς τον Μαυρογένη. Τα δύο έγγραφα του Αργειακού Αρχείου (άγνωστο πώς κατέληξαν στον «Δα­ναό») μας υποχρέωσαν ν’ ανασκαλέψουμε τις σχέσεις των Μαυρογένηδων με την Πελοπόννησο. Προφανές είναι, ότι τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την έρευνα.

Προσπάθησα, όσο μπορούσα συντομότερα, να δώσω μία ωχρά εικόνα του περιεχομένου – και της αξίας – του ογκώδους αυτού Τόμου, τον οποίον εξέδωσε ο «Δαναός» και παρουσιάζει κατά τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του. Δύο στελέχη της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματεύς) τον προσωπικό τους μόχθο για την έκδοση του Τόμου από του βήματος τούτου καταθέ­τουν, προς τιμή και δόξα του γεραρού «Δαναού».

ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994.

 

 Υποσημειώσεις


* Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Έτος Εκατονταετηρίδας (1894-1994). ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994, σσ. 567 (ανατύπωσις από τον τ. Κ’ (1992-93) των «Πελοποννησιακών»).

1 Π. Κοντογιάννη, Oι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β’ Ρωσο-τουρκικόν πόλεμον, εν Αθήναις 1903, σ.σ. 431- 432.

2 Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967, σσ. 170-171.

3 Αυτόθι, σσ. 171-172.

4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων, επανέκδ. Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπου­δών, Αθήναι 1981, σσ. 6-7.

5 Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 105 κέξ.

 

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η γέννηση του Ιησού – «Βρέφος Κείμενον εν Φάτνη»


 

Οι αρχαιότερες και πλέον αξιόπιστες πηγές που έχει στη διάθεσή της η έρευνα του βίου του Ιησού είναι αναμφισβήτητα τα Ευαγγέλια. Τα σχετικά με τη σύλληψη και γέννηση του θείου βρέφους διασώζονται σε δύο διηγήσεις, που περιέχονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (1:18-2:23) και του Λου­κά (1:26-56 και 2:1-40). Οι δυο εκδοχές συμφωνούν σε πολλά σημεία, ωστόσο δεν λείπουν και οι διαφορές, οι οποίες δεν περιορίζονται στην παρουσίαση των γεγονότων, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο με τον οποίο ο Ματθαίος και ο Λουκάς συσχετίζουν τη γέννηση του Ιησού με την ευρύτερη ιουδαϊκή παράδοση. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της εκά­στοτε ιστορικής συγκυρίας και των διαφορετικών ποιμαντικών προτεραιοτήτων που καλούνταν να εξυπηρετήσει καθένα από τα ευαγγελικά κείμενα.

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.

Από μια πληθώρα προφορικών και γραπτών παραδόσεων περί του Ιησού που είχε στη διάθεσή του, ο κάθε συγγραφέας αξιοποίησε τα σημεία εκείνα που ανταποκρίνονταν στους σκοπούς της συγγραφής και στις εθνικές ή πνευματικές ιδιαιτερότητες των παραληπτών του κειμένου.[1] Παρά τις διαφορές, όμως, είναι προφανές πως οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις διηγήσεις της γεννήσεως προκειμένου να εντάξουν τον Ιησού στην ιστορία της σωτηρίας.

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενικώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεννήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρήσει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Μαρτίνα και την Αγία Αγνή (1-597-99). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Σχετικά με το έτερο χρονολογικό στοιχείο που παρέχει το Ευαγγέλιο του Λουκά, τη ρωμαϊκή απογραφή, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ασαφή. Ο ιερός συγγραφέας την αποδίδει σε απόφαση του Καίσαρα Αυγούστου (27 π.Χ,- 14 μ.Χ.)· επίσης, συνδέει τη διενέργειά της με τον έξαρχο της Συ­ρίας Κυρήνιο. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στο διάστημα εντός του οποίου υπολογίζεται η γέννηση (6 – 4 π.Χ.) έξαρχοι στη Συρία ήταν αρχικά ο Σέντιος Σατουρνίνος και κατόπιν ο Κουιντίλιος Βάρος, ο οποίος βρισκόταν εν ενεργεία όταν πέθανε ο Ηρώδης ο Μέγας. Ο Κυρήνιος, που αναφέρει ο Λουκάς, ηγεμόνευε στη Συρία κατά την εποχή του θανάτου του Αρχέλαου, γιου και διαδόχου του Ηρώδη, το 6 μ.Χ., και ήταν πράγματι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή απογραφής, προκειμένου να επανακαθοριστούν τα ποσά των φόρων.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία βυζαντινού χειρογράφου.

Επομένως, η απογραφή που υποτίθεται πως ανάγκασε τον Ιωσήφ να μεταβεί με την έγκυο Μαρία στη Βηθλεέμ έγινε, στην πραγματικότητα, περίπου μια δεκαετία αργότερα.[2] Πρόκειται, άραγε, για σύγχυση του έτους της απογραφής με το έτος θανάτου του Ηρώδη, στην οποία περιπίπτει ο Λουκάς παρασυρόμενος από τις πηγές του; Ή μήπως το όλο σκηνικό της απογραφής είναι ένα συνειδητό τέχνασμα του συγγραφέα, στην προ­σπάθειά του να διασυνδεθεί τον γνωστό σε όλους ως «Ναζωραίο», Ιησού, με την πόλη του Δαβίδ, προσδίδοντάς του μεσσιανικό κύρος; Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς.

Όμως, η χρονολογική τοποθέτηση δεν είναι το μοναδικό ανακριβές στοιχείο σχετικά με την απογραφή του Κυρηνίου. Η τελευταία αφορούσε τους κατοίκους της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας και όχι της Γαλιλαίας, επομένως δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σ’ αυτήν ο Ιωσήφ, που κατοικούσε στη Ναζαρέτ. Ακόμη περισσότερο, η απογραφή αυτή (όπως, άλλωστε, οι περισσότερες απογραφές της αρχαιότητας) είχε σκοπό να συνδέσει τους υπηκόους της αυτοκρατορίας με τη γη τους, ώστε να καταγραφούν επακριβώς οι γαιοκτησίες και να υπολογιστούν οι φόροι. Το σύνηθες, επομένως, ήταν να μετακινούνται οι απογραφείς και όχι οι φορολογούμενοι.[3]

Όλα αυτά εισάγουν στο γενικότερο προβληματισμό αναφορικά με την ιστορική ακρίβεια των συνδεόμενων με τη γέννηση περιστατικών. Ο Λουκάς την τοποθετεί σ’ ένα ποιμενικό σκηνικό, περιγράφοντάς την ουράνια όραση των βοσκών της περιοχής, που τους μετέτρεψε σε πρώτους κήρυκες της ενανθρώπισης (Λκ. 2:13-20). Το σκηνικό του Κα­τά Ματθαίον είναι συνθετότερο. Αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννηση, «μάγοι από ανατολών» επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας την επιθυμία να προσκυνήσουν τον αρτιγέννητο βασιλιά (Μτ. 2:1-2). Το γεγονός ότι σοφοί άνδρες από την Ανατολή (πιθανότατα Πέρσες ιερείς του ζωροαστρισμού) υπεβλήθησαν στον κόπο ενός μακρινού ταξιδιού προκειμένου να προσκυνήσουν ένα ταπεινό «παιδίον» (Μτ. 2:11), χαρίζοντάς του, μάλιστα, πολύτιμα δώρα, είναι από μόνο του εντυπωσιακό και αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της γέννησης.

 

«Η γέννηση». Έργο του Costa Lorenzo (Μουσείο Καλών Τεχνών της Λυών).

 

Ο Ιησούς παρουσιάζεται ήδη από την παιδική του ηλικία ως βασιλιάς, ιερέας και προφήτης (τριπλός συμβολισμός των δώρων των Μάγων)· αυτό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη γενική εικόνα που είχαν για τον Ιησού, ως υιό του ξυλουργού Ιωσήφ, οι σύγχρονοί του. Ισχύει κι εδώ ό,τι και στην περίπτωση της υποδοχής του Ιησού στο Ναό από τον Συμεών, την ημέρα της περιτομής· ο δίκαιος και ευλαβής γέροντας «βλέπει» στο πρόσωπο του βρέφους εκείνο που δεν είναι σε θέση να δει ο πολύς κόσμος: τη θεία αποστολή του (Λκ. 2:25-35).

Η φύση του αστέρα που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα τη θεολογία, αλλά και την αστρονομία. Κατά καιρούς οι επιστήμονες έχουν δώσει διάφορες ερμηνείες: ότι επρόκειτο για σύνοδο πλανητών, για υπερκαινοφανή αστέρα, για κομήτη, ακόμη και για μετεωρίτη. Η σύγχρονη αστρονομία, ωστόσο, δεν θεωρεί πειστικές τις ερμηνείες αυτές. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο η φύση του φαινομένου όσο η αξία του ως «σημείου» της έλευσης του Μεσ­σία, της γέννησης ενός βασιλιά.

Στη συνέχεια ο Ματθαίος καταγράφει την αντίδραση του Ηρώδη: διέταξε τη σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και των περιχώρων «από διετούς και κατωτέρω» (Μτ. 2:16). Η απόφαση αυτή δεν ξενίζει, καθώς γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης ο Μέγας υπήρξε μέγας παράφρων. Διακατεχόμενος από παθολογική φοβία μήπως συνωμοτούν εναντίον του, είχε δολοφονήσει κατά καιρούς πολλούς συγγενείς του, τις συζύγους του, ακόμη και ορισμένους γιους του, αλλά και αξιωματούχους και αρχιερείς που δεν κατόρθωναν να αποκτήσουν την εύνοιά του.

 

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).

 

Ενδεικτική του ήθους του ανδρός είναι η διαταγή που έδωσε λίγες ώρες πριν πεθάνει μέσα σε φρικτούς πόνους «σκωληκόβρωτος», να συγκεντρώσουν τους άρχοντες του ιουδαϊκού λαού στον Ιππόδρομο και να τους εκτελέσουν μόλις ξεψυχήσει, ώστε η μέρα αυτή να είναι αναγκαστικά ημέρα γενικού πένθους – αφού γνώριζε όχι κανείς δεν επρόκειτο να θρηνήσει για το δικό του θάνατο. Δεν είναι, επομένως, διόλου απίθανο ένας τέτοιος κακούργος να διέταξε τη σφαγή. Ωστόσο, αν αναλογιστούμε ότι η εν λόγω περιοχή δεν είχε περισσότερα από χίλια άτομα πληθυσμό, αλλά και ότι μια εκτεταμένη σφαγή θα προκαλούσε την εξέγερση του λαού, πρέπει να δε­χθούμε ότι ο αριθμός των σφαγιασθέντων νηπίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30 – 40.[4]  Σε ποιο συμπέρασμα οδηγούν τα παραπάνω; Είναι, άραγε, το όλο σκηνικό της γέννησης δημιούργημα της φαντασίας των ευαγγελιστών; Μια τέτοια ακραία άποψη αδικεί, νομίζουμε, τους συγγραφείς των ιερών κειμένων.

Οι τελευταίοι αφ’ ενός δεν φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μια λεπτομερειακή βιογραφία του Ιησού και αφ’ ετέρου διαθέτουν μια αίσθηση περί ιστορικότητας πολύ διαφορετική από τη δική μας. Η αξίωση για ορθολογική, αντικειμενική και χωρίς προϋποθέσεις καταγραφή των γεγονότων αποτελεί, ως γνωστόν, νεοτερικό ιστοριογραφικό εφεύρημα και ως εκ τούτου είναι άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Τα περιστατικά, συνεπώς, που περιγράφονται στα Ευαγγέλια δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές, αλλά διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, που συντελούν στην ανάδειξη του βαθύτερου νοήματος των ιστορικών γεγονότων.

Τελικά, το ζητούμενο για τους ευαγγελιστές είναι να παρουσιαστεί μια αναντίρρητη, κατ’ αυτούς, ιστορική αλήθεια: ότι ο Ιησούς είναι Υιός θεού, συνελήφθη υπερφυώς και θαυματουργικά (ευαγγελισμός, εκ παρθένου γέννηση), είδε το φως σε έναν κόσμο ταραχών και ταλαιπωρίας, όπου πολύ νωρίς έγινε στόχος διεφθαρμένων και αντίθεων εξουσιών (απειλή Ηρώ­δη, δραπέτευση στην Αίγυπτο), αλλά και όπου αναγνωρίστηκε και υμνήθηκε ως θεϊκός σωτήρας – όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά της οικουμένης ολόκληρης (προφητεία Συμεών, προσκύνηση Μάγων, αγγελικός ύμνος). Αποκαλύπτουν, επομένως, οι διηγήσεις αυτές το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας· διαβεβαιώνουν τους παραλήπτες των κειμένων ότι το βρέφος – Ιησούς ήταν εξαρχής ενταγμένο στο σχέδιο του θεού Πατρός για τη σωτηρία του κόσμου.

 

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

 

Θα κλείσουμε με μια θρησκειολογική παρατήρηση, που φωτίζει, πιστεύουμε, μια άλλη όψη της ενσάρκωσης. Η διαφορά του θείου βρέφους – Χριστού από κάθε άλλο θείο βρέφος μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για πρώτη φορά ο θεός δεν εμφανίζεται απλώς με τη μορφή ανθρώπου, αλλά γίνεται άνθρωπος πραγματικός. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι κατέρχεται στον κόσμο, αλλά ότι εισέρχεται στο χρόνο, πράγμα πολύ διαφορετικό, καθώς υπογραμμίζει την ιστορικότητα, μοναδικότητα και αποφασιστική σημασία του γεγονότος. Οι άλλες εμφανίσεις είναι είτε εκδηλώσεις – ανθρωπόμορφες εκβλαστήσεις (αβατάρες) του απρόσωπου Απολύτου, όπως στην περίπτωση της Άπω Ανατολής, είτε προσωποποιημένες αναπαραστάσεις του φυσικού δράματος (θάνατος – επαναγέννηση), όπως στην περίπτωση των αρχαίων μυστηριακών λατρειών. Έχουν, δηλαδή, μυθικό και αρχετυπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τις χαρακτηρίζει η περιοδικότητα, η επαναληπτικότητα και η ομοιομορφία. Τυπολογικά ανήκουν στο κυκλικό κοσμοείδωλο της αρχαϊκής θρησκευτικότητας ως ιεροφάνειες ενταγμένες στον αέναο φυσικό κύκλο.[5]

Αντίθετα, η γέννηση του Χριστού συνδέεται με το ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο, όπου προκρίνεται η ευθύγραμμη κατανόηση του χρόνου και συλλαμβάνεται για πρώτη φορά η έννοια της ιστορικότητας (της μοναδικότητας των γεγονότων ως αυτοτελών συμβάντων). Από την άποψη αυτή, απ’ όλες τις γεννήσεις θεών, μονάχα η γέννηση του Ιησού είναι ιστορικό γεγονός – όχι επειδή οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι ή ψευδείς θεοί, αλλά επειδή είναι υπάρξεις εξ ορισμού μυθικές, ανιστορικές. Δικαίως, επομένως, στέκει ως αφετηριακό σημείο μέτρησης του χρόνου, ως γεγονός που διχοτομεί και συνάμα ενοποιεί την ιστορία, παρέχοντάς της νόημα και λυτρωτική δυναμική.

 

Δημήτρης Μπεκριδάκης

θεολόγος – Θρησκειολόγος

 

 Υποσημειώσεις


[1] Εισαγωγικά βλ. Σ. Αγουρίδης, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα 1971, σελ. 121-126, Ε. Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, μτφρ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σελ. 111-141.

[2] Βλ. Γ. Πατρώνος, Η Ιστορική Πορεία του Ιησού, Αθήνα, 1991, σελ. 120-123 και Σ. Αγουρίδης, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη, 19854, σελ. 276-277.

[3] Βλ. Ε. Π. Σάντερς, ό.π., σελ. 156-157.

[4] Ο υπερβολικός αριθμός των 14.000 που αναφέρει το Συναξάρι δεν έχει ιστορική, αλλά αποκαλυπτική σημασία. Βλ. Γ. Πατρώνος, ό.π., σελ. 162-163.

[5] Για το αρχαϊκό και ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο βλ. Μ. Eliade, Κόσμος και Ιστορία, μτφρ. Σ. Ψάλτου, Αθήνα 1999.

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η γέννηση των Θεών», τεύχος 165, 27 Δεκεμβρίου 2002.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »