Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυθολογία’

Ακρόπολη Λυρκείας


 

Με την ονομασία Παλιοκαστράκι είναι γνωστό το ύψωμα BA του χωριού Λύρκεια (Κάτω Μπέλεσι), στην Αργολίδα. Στις νότιες υπώρειες του λόφου διέρχεται η νέα εθνική οδός Κορίνθου – Τριπόλεως. Στην κορυφή του διατηρούνται κατάλοιπα ισχυρού τείχους με πύλες, μαρτυρία ότι πρόκειται για σημαντική οχυρωμένη θέση – αρχαία ακρόπολη των κλασικών χρόνων με θέα προς την κοιλάδα που διασχίζει ο Ίναχος ποταμός.

Σύμφωνα με τον Παυσανία μια από τις πύλες του Άργους, προς την Δειράδα, οδηγούσε σε απόσταση εξήντα περίπου σταδίων προς την Λύρκεια, γνωστή από τον μύθο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Κατά την παράδοση ο Λυγκέας ήταν γιός του Αίγυπτου και της Αργυφίας παντρεμένος με την Υπερμνήστρα, κόρη του Δαναού, με την οποία απέκτησε τον Άβαντα. Μόνο αυτή από τις Δαναΐδες αδελφές της αρνήθηκε να υπακούσει στην πατρική εντολή και δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ανέβηκε στην ακρόπολη του Άργους και συνεννούνταν με τους πυρσούς με τον Λυγκέα που είχε καταφύγει στην Λύρκεια.

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Φόνοι, κοινωνική ρήξη και αντιπαράθεση, πολιτική συνυπάρχουν στον εντυπωσιακό αυτό μύθο του κύκλου του Άργους, τον οποίο παλαιότερα η έρευνα είχε συνδέσει με το ύψωμα Παλιοκαστράκι αποδίδοντας στη θέση και την ευρύτερη περιοχή την ονομασία Λύρκεια. Ωστόσο η απόσταση της ακρόπολης δεν συμπίπτει με τις πληροφορίες της αρχαίας γραμματείας καθώς απέχει από το Άργος περίπου εκατό στάδια (18 χλμ) και όχι εξήντα (11 περίπου χλμ).

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Η επανεξέταση των πηγών σε συνδυασμό με τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας της περιοχής οδήγησαν στην ταύτιση της οχύρωσης στο Παλιοκαστράκι με την ακρόπολη των Ορνεών. Η ονομασία της πόλης οφείλεται στον οικιστή της Ορνέα, γιο του Ερεχθέα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι Ορνεάτες και Κλεωναίοι μάχονται στο πλευρό των Αργείων αντιμετωπίζοντας τη σπαρτιατική υπεροχή στη μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.). Όμως η στρατηγική θέση των Ορνεών εντείνει την παραδοσιακή εχθρότητα Άργους – Σπάρτης και δύο χρόνια αργότερα οι Αργείοι δεν διστάζουν να την καταστρέψουν. Η ανάμειξη των Ορνεών στις συγκρούσεις με τον Αρχίδαμο (352 π.Χ.) πιθανότατα απηχεί μια προηγηθείσα επανοίκηση της περιοχής. Στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων συγκαταλέγονται στις κώμες του Άργους.

Σε ό,τι δε αφορά την αργεία κώμη των ιστορικών χρόνων Λύρκειον, αυτή τεκμηριώνεται δυτικά του Άργους στην αριστερή όχθη του Ινάχου στην περιοχή με την ονομασία Σύνορο, θέση όπου πλήθος αρχαιολογικών δεδομένων (οικισμός, ιερά, νεκρόπολη, αρχαία οχύρωση, επιγραφική μαρτυρία) και η απόσταση που αναφέρει ο περιηγητής συνηγορούν στην ταύτιση αυτή.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο Όμηρος και η ελληνική σκέψη: Μερικοί στοχασμοί για τη συνάντηση Αχιλλέα και Πριάμου (Ιλιάς, Ω’) – Diane Cuny (Mετάφραση: Γ. Αραμπατζης)


 

Στην αρχή της ραψωδίας Ω’, ο Αχιλλέας εξακολουθεί να είναι ένας βίαιος άνθρωπος, γεμάτος σκληρή αγριότητα. Ο θάνατος του Έκτορα και η κηδεία του Πατρόκλου δεν αρκούν για να τον κατευνάσουν. Μέρα με τη μέρα, ζευγώνει το άρμα του και σέρνει τον Έκτορα γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου. Αλλά αυτή η φρικτή εκδίκηση τον αφήνει ανικανοποίητο. Από την άλλη πλευρά, οι θεοί αισθάνονται οίκτο για τον Έκτορα: «Έβλεπαν οι μακάριοι θεοί και τον λυπούνταν». Στέλνουν, λοιπόν, την Θέτιδα στον Αχιλλέα για να του παραγγείλουν να επιστρέψει το σώμα του Έκτορα στον πατέρα του. Σε αυτό το σημείο του έπους, ο αναγνώστης / ακροατής περιμένει από τον Αχιλλέα να επιστρέψει το σώμα του. Αυτό που δεν περιμένει είναι η συμπάθεια που αισθάνεται ο Αχιλλέας, η συγκράτησή του, η θέλησή του να βοηθήσει τον εχθρό του. Δεν περιμένει τον αμοιβαίο θαυμασμό που αισθάνονται οι δύο άνδρες. Αυτή η σκηνή γεμάτη συναισθήματα φαίνεται να δίνει μια μεγαλειώδη κατάληξη σε ολόκληρο το επικό ποίημα.

 

Η Ιλιάδα του Ομήρου, μεταφρασμένη από τον Alexander Pope (1688-1744).Λονδίνο: Τυπώθηκε από τον W. Bowyer, για τον Bernard Lintot, 1715-20.

 

Εδώ, θα ήθελα να μελετήσω τα διδάγματα που φαίνεται να εκφράζει η συνάντηση μεταξύ Αχιλλέα και Πριάμου στο τέλος της Ιλιάδας. Η άποψή μου είναι ότι μπορούμε να επισημάνουμε τρία βασικά διδάγματα σε αυτό το απόσπασμα. Αυτά τα τρία διδάγματα προλέγονται ήδη στον ψόγο του Απόλλωνα για τους θεούς, στην αρχή του βιβλίου (Ιλ., Ω’, 39-54): [1]

 

ἀλλ’ ὀλοῷ Ἀχιλῆϊ θεοὶ βούλεσθ’ ἐπαρήγειν,

ᾧ οὔτ’ ἂρ φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι οὔτε νόημα

γναμπτὸν ἐνὶ στήθεσσι, λέων δ’ ὣς ἄγρια οἶδεν,

ὅς τ’ ἐπεὶ ἂρ μεγάλῃ τε βίῃ καὶ ἀγήνορι θυμῷ

εἴξας εἶσ’ ἐπὶ μῆλα βροτῶν ἵνα δαῖτα λάβῃσιν·

ὣς Ἀχιλεὺς ἔλεον μὲν ἀπώλεσεν, οὐδέ οἱ αἰδὼς

γίγνεται, ἥ τ’ ἄνδρας μέγα σίνεται ἠδ’ ὀνίνησι.

μέλλει μέν πού τις καὶ φίλτερον ἄλλον ὀλέσσαι

ἠὲ κασίγνητον ὁμογάστριον ἠὲ καὶ υἱόν·

ἀλλ’ ἤτοι κλαύσας καὶ ὀδυράμενος μεθέηκε·

τλητὸν γὰρ Μοῖραι θυμὸν θέσαν ἀνθρώποισιν.

αὐτὰρ ὅ γ’ Ἕκτορα δῖον, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,

ἵππων ἐξάπτων περὶ σῆμ’ ἑτάροιο φίλοιο

ἕλκει· οὐ μήν οἱ τό γε κάλλιον οὐδέ τ’ ἄμεινον.

μὴ ἀγαθῷ περ ἐόντι νεμεσσηθέωμέν οἱ ἡμεῖς·

κωφὴν γὰρ δὴ γαῖαν ἀεικίζει μενεαίνων.

 

Το ‘χετε κάλλιο να συντρέχετε τον άσπλαχνο Αχιλλέα,

που είναι η καρδιά του πάντα αμέρωτη στα στήθη, κι είναι ο νους του

γεμάτος αδικιά, κι η γνώμη του σκληρή, καθώς του λιόντα,

που η γαύρη του τον σπρώχνει δύναμη κι η πέρφανη καρδιά του

στου κόσμου τα κοπάδια πέφτοντας να φάει και να χορτάσει·

παρόμοια κι ο Αχιλλέας συμπόνεση καμιά δεν έχει, μήτε

ντροπή, που αλί στον που την έχασε, χαρά στον που την έχει!

Θαρρώ να χάσει κι άλλος έτυχε και πιο ακριβό δικό του,

για απ’ την κοιλιά την ίδια αδέρφι του για και παιδί του ακόμα·

μ’ αφού τον έκλαψε και δάρθηκε, σωπαίνει και μερώνει,

τι οι Μοίρες την καρδιά στον άνθρωπο βασταγερή τη δώσαν.

Όμως αυτός το θείο τον Έχτορα, σαν πήρε τη ζωή του,

δεμένο πίσω από το αμάξι του στου ακράνη του το μνήμα

τον βωλοσούρνει· τέτοιο φέρσιμο δε θα ‘βγει σε καλό του.

Μην πέσει στη δικιά μας όργητα, με όσην αντρειά κι αν έχει·

τι ό,τι ντροπιάζει αυτός μανιάζοντας ανέψυχο είναι χώμα.»

αφού γην άλαλην αυτός κακοποιεί με λύσσαν.

 

Ο Απόλλων ψέγεται τον Αχιλλέα ότι καταστρέφει τον οίκτο (ἔλεον ἀπώλεσεν, στ. 44) και ότι δεν αισθάνεται σεβασμό. Το πρώτο μου, λοιπόν, σημείο ανάλυσης θα αφορά στη λύπη και το σεβασμό που ο Όμηρος μας διδάσκει να εκτιμούμε πολύ περισσότερο από το θυμό και την εκδίκηση. Ο Απόλλων μιλάει, επίσης, για τη «βασταγερή καρδιά» (στ. 49), που οι μοίρες δίνουν στους θνητούς. Το δίδαγμα ότι η ανθρώπινη ζωή έχει να κάνει πολύ με την αντιμετώπιση του πόνου και ότι ο άνθρωπος οφείλει να έχει απαντοχή θα αποτελούν το δεύτερο σημείο ανάλυσής μου. Ο Απόλλων τονίζει, επίσης, ότι ο Αχιλλέας στο πένθος του υπερβάλλει, καθόσον ο κάθε άνθρωπος χάνει κάποιον αγαπημένο του και αυτός μπο­ρεί να πιο κοντινός απ’ όσο του ήταν ο Πάτροκλος. Το τελευταίο δίδαγμα που θα ήθελα να επισημάνω, αφορά στο πένθος και το γεγονός ότι είναι ανθρώπινο να παίρνει κανείς ένα διάλειμμα από το πένθος.

 

Σχέδιο της Τροίας, στην «Η Ιλιάδα του Ομήρου», του Alexander Pope. Λονδίνο, 1715-20.

 

Α. Ο Όμηρος εκτιμά τον οίκτο και τον σέβεται πολύ περισσότερο από τον θυμό και την εκδικηση

 

Στην ομιλία του, ο Απόλλων δείχνεται να εκτιμά τον οίκτο και το σεβασμό, δύο αισθήματα που είναι βασικά για την κατανόηση της ραψω­δίας Ω’. Η περιγραφή του Αχιλλέα ως άγριου άνδρα που δεν μπορεί να δείξει ούτε κρίμα (ἐλεήσει) ούτε σεβασμό (αἰδέσεται) δίνεται επίσης από την Εκάβη όταν αυτή βλέπει το Πρίαμο να φεύγει για να συναντήσει τον Αχιλλέα (Ιλ., Ω’, 205-208):

 

σιδήρειόν νύ τοι ἦτορ.

εἰ γάρ σ’ αἱρήσει καὶ ἐσόψεται ὀφθαλμοῖσιν

ὠμηστὴς καὶ ἄπιστος ἀνὴρ ὅ γε οὔ σ’ ἐλεήσει,

οὐδέ τί σ’ αἰδέσεται.

 

Καρδιά από σίδερο στα στήθια αλήθεια κλείνεις!

τι αν πέσεις τώρα εσύ στα χέρια του και σε αντικρίσει ομπρός του

ο άπιστος τούτος και σκληρόψυχος, μηδέ

σπλαχνιά θα νιώσει μηδέ ντροπή για σε.

 

Κάτι παρόμοιο βλέπουμε στην ικεσία του Πριάμου προς τον Αχιλλέα (ό.π., 503-504):

 

ἀλλ᾽ αἰδεῖο θεοὺς Ἀχιλεῦ, αὐτόν τ᾽ ἐλέησον

μνησάμενος σοῦ πατρός· ἐγὼ δ᾽ ἐλεεινότερός περ,

 

Έλα, σεβάσου τους αθάνατους, συμπόνεσε και μένα,

τον κύρη σου, Αχιλλέα, θυμάμενος· πιο αξίζω εγώ συμπόνια

 

Ο σεβασμός, εδώ, είναι ένα συναίσθημα που απευθύνεται στους θε­ούς, ενώ το έλεος επιδεικνύεται στους ανθρώπους. Για να συγκινήσει την καρδιά του Αχιλλέα, ο Πρίαμος δέχθηκε μερικές συμβουλές από τον Ερμή που τον συνόδευσε στο κατάλυμα του Αχιλλέα (465-467):

 

τύνη δ’ εἰσελθὼν λαβὲ γούνατα Πηλεΐωνος,

καί μιν ὑπὲρ πατρὸς καὶ μητέρος ἠϋκόμοιο

λίσσεο καὶ τέκεος, ἵνα οἱ σὺν θυμὸν ὀρίνῃς.

Μα εσύ, σα μπεις, από τα γόνατα τον Αχιλλέα να πιάσεις,

και στον πατέρα και στη μάνα του την ομορφομαλλούσα

να τον ξορκίσεις, και στο τέκνο του, να μαλακώσει η οργή του.

 

Βλέπουμε δύο ενδιαφέρουσες αποκλίσεις μεταξύ αυτών που συνέστησε ο Ερμής και όσων πράγματι κάνει ο Πρίαμος όταν συναντά τον Αχιλλέα. Πρώτον, ο Πρίαμος δεν αγγίζει τα γόνατα του Αχιλλέα αλλά, αντί γι’ αυτό, φιλάει τα χέρια του. Η χειρονομία του να φιλάει κανείς τα χέρια δεν είναι μια συνήθης χειρονομία για τους ικέτιδες στον Όμηρο. Η συνηθισμένη χειρονομία θα ήταν να φιλήσει τα γόνατα ή να κρατήσει το πηγούνι με το χέρι του. [2] Αλλά ο ίδιος ο Πρίαμος υπογραμμίζει τη σημασία αυτού που κάνει: φιλάει «χεῖρας ἀνδροφόνους», [3] «χέρια φο­νιά», τα χέρια του ανθρώπου που σφαγιάζει τους γιους του και ιδιαίτερα τον Έκτορα. Η δεύτερη ενδιαφέρουσα παραλλαγή είναι ότι ο Πρίαμος επιλέγει να μην πει ούτε λέξη για τη μητέρα και τον γιο του Αχιλλέα. Εστιάζει μόνο στον πατέρα του, τον Πηλέα, όπως μπορούμε να δούμε σε αυτές τις πρώτες λέξεις που του απευθύνει (ό.π., 486-492):

 

μνῆσαι πατρὸς σοῖο θεοῖς ἐπιείκελ’ Ἀχιλλεῦ,

τηλίκου ὥς περ ἐγών, ὀλοῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ·

καὶ μέν που κεῖνον περιναιέται ἀμφὶς ἐόντες

τείρουσ’, οὐδέ τίς ἐστιν ἀρὴν καὶ λοιγὸν ἀμῦναι.

ἀλλ’ ἤτοι κεῖνός γε σέθεν ζώοντος ἀκούων

χαίρει τ’ ἐν θυμῷ, ἐπί τ’ ἔλπεται ἤματα πάντα

ὄψεσθαι φίλον υἱὸν ἀπὸ Τροίηθεν ἰόντα·

 

Βάλε στο νου, Αχιλλέα θεόμορφε, τον κύρη το δικό σου·

ενός καιρού ‘μαστε, στην τέλειωση των γερατιών των έρμων.

Μπορεί κι αυτός απ’ τους γειτόνους του να τυραννιέται γύρα,

κι ούτε ένα απ’ το κακό κι απ’ το άδικο διαφεντευτή δεν έχει.

Μα εκείνος, ζωντανός ακούγοντας πως είσαι, αναγαλλιάζει

βαθιά στα φρένα, και νυχτόημερα τον δυναμώνει η ελπίδα,

τον ακριβό του υγιό πως κάποτε θα ιδεί απ’ την Τροία να γέρνει

 

Ο Πρίαμος επιμένει στους πόνους που συνδέονται με το γήρας και στο γεγονός ότι ο Πηλέας μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση και να έχει πρόβλημα να συντηρήσει τις δυνάμεις του. Σε μερικές εκδοχές του μύθου, ο Άκαστος ή οι γιοι του Ακάστου αντλούν τη δύναμή τους από αυτόν. Αλλά ο Πρίαμος παρουσιάζει τον Πηλέα ευτυχή επειδή ο Αχιλ­λέας είναι ζωντανός. Υπάρχει, βέβαια, εδώ, μια υποκείμενη ειρωνεία επειδή ο Αχιλλέας δεν πρόκειται να επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του αλλά είναι καταδικασμένος να πεθάνει στην Τροία. Αργότερα, ο Πρίαμος επιμένει στην απώλεια τόσων παιδιών του σε αντίθεση με την επιβίωση του μοναδικού παιδιού του Πηλέα. Περιγράφει τον Έκτορα ως τον μοναδικό γιο που θα μπορούσε να υπερασπιστεί την πόλη του και τώρα αυτός ο γιός είναι νεκρός.

 

Ο Αχιλλέας σύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη της Τροίας. Domenico Cunego (1727–1803), Ιταλός τυπογράφος και ζωγράφος.

 

Αυτό που θα ήθελα να τονίσω, εδώ, είναι η επιτυχία της ικεσίας του Πριάμου: κατορθώνει να κάνει τον Αχιλλέα να αισθανθεί έλεος. Για να δείξει ότι δέχεται την ικεσία του Πριάμου, ο Αχιλλέας θα έπρεπε να πάρει το χέρι του, να τον σηκώσει από τη θέση του ως ικέτη και να τον καθίσει δίπλα του. Αλλά δεν είναι αυτό που κάνει αμέσως. Αντ’ αυτού, τον σπρώχνει απαλά μακριά και δημιουργεί ένα χώρο για την κοινή τους θλίψη. Το έλεος έρχεται όταν κλαίνε μαζί και οι δυο (ό.π., 507-516):

 

Ὣς φάτο, τῷ δ’ ἄρα πατρὸς ὑφ’ ἵμερον ὦρσε γόοιο·

ἁψάμενος δ’ ἄρα χειρὸς ἀπώσατο ἦκα γέροντα.

τὼ δὲ μνησαμένω ὃ μὲν Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο

κλαῖ’ ἁδινὰ προπάροιθε ποδῶν Ἀχιλῆος ἐλυσθείς,

αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς κλαῖεν ἑὸν πατέρ’, ἄλλοτε δ’ αὖτε

Πάτροκλον· τῶν δὲ στοναχὴ κατὰ δώματ’ ὀρώρει.

αὐτὰρ ἐπεί ῥα γόοιο τετάρπετο δῖος Ἀχιλλεύς,

καί οἱ ἀπὸ πραπίδων ἦλθ’ ἵμερος ἠδ’ ἀπὸ γυίων,

αὐτίκ’ ἀπὸ θρόνου ὦρτο, γέροντα δὲ χειρὸς ἀνίστη

οἰκτίρων πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον

 

Είπε, και τον καημό του εφούντωσε για το δικό του κύρη,

κι έσπρωξε ανάλαφρα το γέροντα, το χέρι πιάνοντάς του.

Μαζί τους έπνιξαν οι θύμησες, τον έναν του αντρειωμένου

του Εχτόρου, κι έκλαιγεν, ως σούρνονταν μπρος στου Αχιλλέα τα πόδια·

θρηνούσε κι ο Αχιλλέας, τον κύρη του θυμάμενος, και πότε

τον Πάτροκλο, κι ως πέρα οι θρήνοι τους γιόμιζαν το καλύβι.

Μα σύντας ο Αχιλλέας εχόρτασεν ο αρχοντικός το κλάμα,

κι ο πόθος απ’ τα σπλάχνα του έφυγε κι από τα γόνατά του,

πετάχτη απ’ το θρονί κι ανάσκωσε το γέροντα απ’ το χέρι,

ψυχοπονώντας τον για το άσπρο του κεφάλι, τ’ άσπρα γένια

 

Ο Αχιλλέας δεν κλαίει πρωτογενώς για τη σκληρή μοίρα του βασιλιά της Τροίας. Ένας τριπλός πόνος υπονοείται: ο Πρίαμος θρηνεί για τον Έκτορα. Ο Αχιλλέας κλαίει για τον πατέρα του Πηλέα ο οποίος δεν είναι νεκρός αλλά είναι γέρος και δεν έχει κοντά τον γιο του για να τον φροντίζει· οι γνώσεις του για το μέλλον τον κάνουν να προβλέπει ότι δεν θα τον ξαναδεί και ότι δεν θα επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του. Ο Αχιλλέας πενθεί, επίσης, για τον Πατρόκλο. Η επιτυχία του Πριάμου είναι ότι αναγκάζει τον Αχιλλέα να διευρύνει τον πόνο του. Στην αρχή ο Αχιλλέας έκλαιγε μόνο για τον Πατρόκλο· τώρα κλαίει τόσο για τον Πατρόκλο όσο και για τον πατέρα του Πηλέα.

Αναφέροντας τον Πηλέα, ο Πρίαμος βρήκε ένα κλειδί για την καρδιά του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας δεν πενθεί πλέον μόνο το φίλο του που έχασε στη μάχη· καταλαβαίνει ότι και ο πατέρας του θα θρηνήσει αυτόν τον ίδιο που θα χαθεί επίσης στη μάχη. Ο Πηλέας θα βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον Πρίαμο. Κατά κάποιο τρόπο, ο Πρίαμος προσκαλεί τον Αχιλλέα να αισθανθεί τον πόνο του ως πατέρας. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι τόσο ο Πρίαμος όσο και ο Αχιλλέας κλαίνε αλλά για διαφορετικές θλίψεις. Η θλίψη είναι, πρώτιστα, μια ατομική εμπειρία αλλά τα δάκρυα δημιουργούν μια σχέση μεταξύ των ατόμων.

 

Ικεσία του Πριάμου. Schiavonetti, Luigi, 1805, χαλκογραφία. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 1853.

 

Μια ωραία έκφραση για τα συναισθήματα του Αχιλλέα απέναντι στο Πρίαμο θα μπορούσε να είναι η «φιλοφροσύνη». Όταν έφυγε για την Τροία, ο Πηλέας του είχε πει (Ιλ., Ι, 254-258):

 

τέκνον ἐμὸν κάρτος μὲν Ἀθηναίη τε καὶ Ἥρη

δώσουσ’ αἴ κ’ ἐθέλωσι, σὺ δὲ μεγαλήτορα θυμὸν

ἴσχειν ἐν στήθεσσι· φιλοφροσύνη γὰρ ἀμείνων·

ληγέμεναι δ’ ἔριδος κακομηχάνου, ὄφρά σε μᾶλλον

τίωσ’ Ἀργείων ἠμὲν νέοι ἠδὲ γέροντες.

 

Στην Αθηνά τη νίκη χρωστά τη, παιδί μου, και στην Ήρα·

αν θεν αυτές, νικάς· την πέρφανη καρδιά σου εσύ ανακράτα

στο στήθος· το γλυκό το φέρσιμο ποτέ μαθές δε βλάφτει.

Και δίνε τέλος στις κακότροπες μαλιές, οι Αργίτες όλοι,

νιοι και γερόντοι, ακόμα πιότερο να σε τιμούν στ’ ασκέρι.

 

Αυτές οι γραμμές θυμίζουν τον Οδυσσέα στη σκηνή της πρεσβείας [= των Αχαιών στη σκηνή του Οδυσσέα, βλ. Ιλ., Ι’, 181 κ.επ.]. Η φιλοφρο­σύνη μεταφράζεται, εδώ, ως «σεβασμός / ενδιαφέρον» αλλά θα προτι­μούσα να μεταφρασθεί ως «καλοβουλία», «ευγένεια». Ο Αχιλλέας εδώ, επιτέλους, παραιτείται από τη διαμάχη για μια μορφή καλοβουλίας. Η Ιλιάδα είναι ένα έπος που αφορά στην οργή του Αχιλλέα. Στην αρχή του έπους, ο Αχιλλέας είναι θυμωμένος γιατί ο Αγαμέμνονας του πήρε την αιχμάλωτη Βρησυίδα η οποία αποτελεί τιμητικό έπαθλό του αλλά είναι και μια γυναίκα που αυτός αγαπά. Ο Αχιλλέας είναι ένας παράξενος ήρωας σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπά μας. Είναι θυμωμένος με τον ηγέτη της δικής του παράταξης επειδή αυτός ο ηγέτης προσπάθησε να τον ξεγελάσει. Δεν θυσιάζεται για το κοινό καλό· ο Αχιλλέας είναι ένας ήρωας που αποφασίζει να αποσυρθεί. Επιλέγει να μην πάει στον πόλεμο. Θέλει τους συμμάχους του νεκρούς για να πάρει εκδίκηση. Αλλά ο θάνατος του Πατρόκλου σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής: ο θυμός του Αχιλλέα στρέφεται εναντίον του Έκτορα. Ο Αχιλλέας πηγαίνει τότε στη μάχη σαν «άγριος» και σκοτώνει χωρίς έλεος. Ενσαρκώνει την αποκαλυπτική διάσταση του πολέμου, την απεριόριστη βία. Βάφει τον ποταμό κόκκινο με αίμα. Έτσι, στο τέλος του έπους, είναι ανακουφιστικό ο αναγνώστης /ακροατής να βλέπει τον Αχιλλέα ικανό για καλοσύνη.

 

Ο Πρίαμος προσφέρει λύτρα στον Αχιλλέα. Benzoni, Giovanni Maria, 19ος αι. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

 

Στο τέλος της σκηνής, ο Αχιλλέας πηγαίνει ακόμη παραπέρα επειδή αισθάνεται θαυμασμό για τον Πρίαμο. Μετά το γεύμα, αφού έφαγαν και ήπιαν μαζί, ο Πρίαμος και ο Αχιλλέας παίρνουν το χρόνο ώστε να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον και ο καθένας τους θαυμάζει τον άλλο (Ιλ., Ω΄, 628-632):

 

αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,

ἤτοι Δαρδανίδης Πρίαμος θαύμαζ᾽ Ἀχιλῆα

630 ὅσσος ἔην οἷός τε· θεοῖσι γὰρ ἄντα ἐῴκει·

αὐτὰρ ὃ Δαρδανίδην Πρίαμον θαύμαζεν Ἀχιλλεὺς

εἰσορόων ὄψίν τ᾽ ἀγαθὴν καὶ μῦθον ἀκούων.

 

και σύντας του πιοτού θαράπεψαν και του φαγιού τον πόθο,

να καμαρώνει ο Πρίαμος άρχισε τον Αχιλλέα, θωρώντας

πόσο τρανός φαινόταν κι όμορφος, με τους θεούς παρόμοιος.

Ωστόσο κι ο Αχιλλέας καμάρωνε το γέροντα αντικρύ του,

το αρχοντικό του θώρι βλέποντας, το λόγο του γρικώντας.

 

Αισθάνομαι συγκίνηση από αυτόν τον αμοιβαίο θαυμασμό. Μετά από ένα καλό δείπνο όπου σεβάσθηκαν την τελετουργία της φιλοξενίας, οι δύο άνδρες αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουν ο ένας τον άλλον. Ο Πρί­αμος και ο Αχιλλέας θα έπρεπε να μισούν ο ένας τον άλλον, αλλά νομίζουν ότι είναι όμορφοι, ευγενείς… Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τον Αχιλλέα απηχούν το πορτρέτο του Πριάμου για τον Έκτορα, που έμοιαζε σαν θεός. [4] Ακόμη και αν ο Αχιλλέας είναι υπεύθυνος για το θάνατο του Έκτορα, ακόμη και αν ο γιος του Πριάμου σκότωσε τον καλύτερο φίλο του Αχιλλέα, είναι σε θέση να βρίσκουν ο ένας τον άλλον εκπληκτικό.

Ως συμπέρασμα γι’ αυτό το πρώτο σημείο, πιστεύω ότι μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Όμηρος εκτιμά το έλεος, το σεβασμό, την καλοβου­λία, τον αμοιβαίο θαυμασμό περισσότερο από το θυμό και την εκδίκηση. Με το να σκέφτεται το δικό του πατέρα, ο Αχιλλέας μπορεί να νιώσει τον πόνο του Πριάμου και να τον λυπηθεί. Ακόμη και δύο εχθροί όπως ο Πρίαμος και ο Αχιλλέας μπορούν να αισθάνονται συμπάθεια και θαυμασμό ο ένας για τον άλλον. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω είναι η δύναμη των συναισθημάτων. Δεν είναι η λογική που οδηγεί τον Αχιλλέα να αλλάξει τα συναισθήματά του, είναι κάποια άλλα συναισθήματα.

 

Ο Πρίαμος και η οικογένειά του θρηνούν για το θάνατο του Έκτορα. Στο βάθος ο Αχιλλέας κακοποιεί τη σορό του Έκτορα. Garnier, Étienne Barthélemy, (1759–1849). Νέα Υόρκη, Μητροπολητικό Μουσείο.

 

Β. Δεύτερο δίδαγμα: Η ανθρωπινή ζωή είναι για την αντιμετώπιση του πόνου και ο άνθρωπος πρέπει να δείχνει απαντοχή

 

Στην ομιλία του Απόλλωνα που αναφέρθηκε νωρίτερα, ειπώθηκε, στον στ. 49, ότι «οι Μοίρες την καρδιά στον άνθρωπο βασταγερή τη δώσαν». Αυτό το μάθημα φαίνεται ολοκάθαρα στην ομιλία του Αχιλλέα προς τον Πρίαμο (ό.π., 517-551):

 

ἆ δείλ’, ἦ δὴ πολλὰ κάκ’ ἄνσχεο σὸν κατὰ θυμόν.

πῶς ἔτλης ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν ἐλθέμεν οἶος

ἀνδρὸς ἐς ὀφθαλμοὺς ὅς τοι πολέας τε καὶ ἐσθλοὺς

υἱέας ἐξενάριξα; σιδήρειόν νύ τοι ἦτορ.

ἀλλ’ ἄγε δὴ κατ’ ἄρ’ ἕζευ ἐπὶ θρόνου, ἄλγεα δ’ ἔμπης

ἐν θυμῷ κατακεῖσθαι ἐάσομεν ἀχνύμενοί περ·

οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο·

ὡς γὰρ ἐπεκλώσαντο θεοὶ δειλοῖσι βροτοῖσι

ζώειν ἀχνυμένοις· αὐτοὶ δέ τ’ ἀκηδέες εἰσί.

δοιοὶ γάρ τε πίθοι κατακείαται ἐν Διὸς οὔδει

δώρων οἷα δίδωσι κακῶν, ἕτερος δὲ ἑάων·

ᾧ μέν κ’ ἀμμίξας δώῃ Ζεὺς τερπικέραυνος,

ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ’ ἐσθλῷ·

ᾧ δέ κε τῶν λυγρῶν δώῃ, λωβητὸν ἔθηκε,

καί ἑ κακὴ βούβρωστις ἐπὶ χθόνα δῖαν ἐλαύνει,

φοιτᾷ δ’ οὔτε θεοῖσι τετιμένος οὔτε βροτοῖσιν.

ὣς μὲν καὶ Πηλῆϊ θεοὶ δόσαν ἀγλαὰ δῶρα

ἐκ γενετῆς· πάντας γὰρ ἐπ’ ἀνθρώπους ἐκέκαστο

ὄλβῳ τε πλούτῳ τε, ἄνασσε δὲ Μυρμιδόνεσσι,

καί οἱ θνητῷ ἐόντι θεὰν ποίησαν ἄκοιτιν.

ἀλλ’ ἐπὶ καὶ τῷ θῆκε θεὸς κακόν, ὅττί οἱ οὔ τι

παίδων ἐν μεγάροισι γονὴ γένετο κρειόντων,

ἀλλ’ ἕνα παῖδα τέκεν παναώριον· οὐδέ νυ τόν γε

γηράσκοντα κομίζω, ἐπεὶ μάλα τηλόθι πάτρης

ἧμαι ἐνὶ Τροίῃ, σέ τε κήδων ἠδὲ σὰ τέκνα.

καὶ σὲ γέρον τὸ πρὶν μὲν ἀκούομεν ὄλβιον εἶναι·

ὅσσον Λέσβος ἄνω Μάκαρος ἕδος ἐντὸς ἐέργει

καὶ Φρυγίη καθύπερθε καὶ Ἑλλήσποντος ἀπείρων,

τῶν σε γέρον πλούτῳ τε καὶ υἱάσι φασὶ κεκάσθαι.

αὐτὰρ ἐπεί τοι πῆμα τόδ’ ἤγαγον Οὐρανίωνες

αἰεί τοι περὶ ἄστυ μάχαι τ’ ἀνδροκτασίαι τε.

ἄνσχεο, μὴ δ’ ἀλίαστον ὀδύρεο σὸν κατὰ θυμόν·

οὐ γάρ τι πρήξεις ἀκαχήμενος υἷος ἑῆος,

οὐδέ μιν ἀνστήσεις, πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθῃσθα.

 

Άμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα!

Μονάχος να ‘ρθεις πώς το βάσταξες στ’ Αργίτικα καράβια,

τον άντρα ν’ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου

σου χάλασα; Καρδιά από σίδερο στα στήθια αλήθεια κλείνεις!

Μόν’ έλα, στο θρονί για κάθισε, και τους καημούς μας όλους

να γαληνέψουν ας αφήσουμε, κι ας καίγεται η καρδιά μας·

όχι, δε βγαίνει τίποτα όφελος απ’ το φριχτό το κλάμα.

Τέτοια οι θεοί μαθές στους άμοιρους θνητούς εκλώσαν μοίρα,

να ζουν με πίκρες και με βάσανα, κι αυτοί περνούν ανέγνοιοι.

Μπροστά στου Δία την πόρτα βρίσκουνται στημένα δυο πιθάρια,

να ‘χει να δίνει, το ‘να βάσανα, το άλλο αγαθά γεμάτο.

Κι αν δώσει ο Δίας ο κεραυνόχαρος μαζί απ’ τα δυο σε κάποιον,

πότε λαχαίνει τούτος βάσανα, πότε χαρές μεγάλες.

Μ’ απ’ τα κακά μονάχα αν του ‘δωσε, τον πνίγει η καταφρόνια,

τον κυνηγάει λιμάγρα αβάσταχτη στην άγια γης απάνω,

και τριγυρνάει κι απ’ τους αθάνατους κι απ’ τους θνητούς διωγμένος.

Έτσι οι θεοί απ’ τα γεννητάτα του και στον Πηλέα χαρίσαν

δώρα μεγάλα, και ξεχώριζε μες στους ανθρώπους όλους

σε πλούτη κι αγαθά, κι αφέντευε στους Μυρμιδόνες μέσα,

και μια θεά για να ‘χει του ‘δωκαν, θνητός κι ας ήταν, ταίρι.

Όμως ο Δίας με δίχως βάσανα δεν άφησε και τούτον

γιους στο παλάτι του δε γέννησε, του θρόνου κληρονόμους·

έναν υγιό μονάχα αξιώθηκε λιγόχρονο, που μήτε

καν τώρα που γερνά τον γνοιάζομαι, τι απ’ την πατρίδα αλάργα

κάθουμαι εδώ στην Τροία, τα τέκνα σου να τυραννώ και σένα!

Και συ πιο πριν, ακούμε, γέροντα, χαιράμενος περνούσες·

τι απ’ όσους ζουν στη Λέσβο ανάμεσα, στου Μάκαρα τη χώρα,

και στη Φρυγία και στον απέραντον Ελλήσποντο από πάνω,

δε σε νικούσε ούτ’ ένας, γέροντα, σε υγιούς και πλούτη, λένε.

Μ’ απ’ τη στιγμή οι θεοί που σ’ έριξαν σ’ έτοιο κακό, μιαν ώρα

γύρω απ’ το κάστρο δε σου απόλειψαν οι σκοτωμοί κι οι μάχες.

Υπομονέψου ωστόσο, αδιάκοπα μη δέρνεσαι του κάκου·

δε βγαίνει από τη λύπη τίποτα· το γιο σου δε γυρίζεις

πίσω ξανά· πιο πριν απάντεχε κι άλλο κακό να σ’ έβρει!

 

Το κείμενο είναι ένα υπόδειγμα των παραμυθητικών λόγων. Εκφράζει, ταυτόχρονα, συμπάθεια και δείχνει την ανάγκη να σταματήσει η υπερβολική θλίψη. Χρησιμοποιεί επιχειρήματα όπως: το κλάμα δεν έχει καμία πρακτική χρήση, ο πόνος είναι κοινός για όλους…Το κεντρικό ζήτημα είναι η αντοχή του ανθρώπου [5] που συνιστά μια αναγκαιότητα (ο άνθρωπος πρέπει να αντέξει επειδή οι θλίψεις είναι μέρος της ζωής του) και μια ικανότητα: ο άνθρωπος είναι ικανός να αντέχει, έχει μια υπομονετική καρδιά…Η σημασία του θέματος της αντοχής μπορεί να φανεί στην επανάληψη του ρήματος ἄνσχεο και της εκφραστικής ομάδας «σὸν κατὰ θυμόν» στ. 518 και 549. Στο στ. 518, ο Αχιλλέας αναγνωρίζει ότι ο Πρίαμος έχει υπομείνει πολλές θλίψεις στην καρδιά του. Τον χαρακτηρίζει, επίσης, ως άνθρωπο με καρδιά από σίδηρο. Αυτός ήταν ήδη ο τρόπος που η Εκάβη αποκάλεσε τον σύζυγό της όταν έμαθε για το σχέδιό του να πάει και να επισκεφτεί τον Αχιλλέα. Αλλά, εδώ, αυτή η σιδερένια καρδιά θα μπορούσε να είναι ένα προτέρημα, αν ληφθούν υπόψη οι κακοτυχίες που ο άνθρωπος πρέπει να υπομείνει κατά τη διάρ­κεια της ζωής του. Στο στ. 549, η έκφραση ἄνσχεο είναι επιτακτική: «πομονέψου ωστόσο, αδιάκοπα μη δέρνεσαι του κάκου». Η παλιστροφή χρησιμεύει, εδώ, για να δείξει τη σημασία της απαντοχής του ανθρώπου.

Στη μέση, το γνωμολογικό τμήμα με τα πιθάρια του Δία δίνει μια σκοτεινή εικόνα της ανθρώπινης κατάστασης στη γη. Ο Αχιλλέας θυμάται την άβυσσο μεταξύ ανδρών και θεών. Μόνο οι θεοί δεν έχουν θλίψεις. Σε αυτό το όραμα, οι θεοί δεν φαίνονται να επηρεάζονται από τους ανθρώπους. Αλλού, στον Όμηρο, οι προσευχές και οι θυσίες φαίνεται να αγγίζουν τις καρδιές των αθανάτων. Εδώ, τα πεπρωμένα φαίνονται να μοιράζονται με τη γέννηση. Ο Δίας έχει τη δύναμη να δώσει στον άνθρωπο είτε ευλογίες είτε δυστυχίες. Οι άνθρωποι λαμβάνουν είτε ένα μίγμα κακών και ευλογιών είτε απλά συμφορές. Η συνέπεια είναι ότι τα κακά είναι μια αναπόφευκτη εμπειρία στη ζωή του ανθρώπου. Αλλά μερικοί άνδρες είναι αρκετά ατυχείς για να βιώσουν μόνο κακά. Πρέπει να φανούμε προσεκτικοί, όμως, πριν θεωρήσουμε αυτή την αλληγορία ως το ηθικό και φιλοσοφικό συμπέρασμα του ποιήματος. Τη στιγμή που Αχιλλεύς αναπτύσσει αυτή την αλληγορία η οποία φαίνεται να υπονοεί ότι οι θεοί δεν νοιάζονται για τους ανθρώπους, ο Δίας έχει μόλις δη­λώσει ότι οι αρετές του Έκτορα θα πρέπει να τον αξιώσουν την τιμή της ταφής. Ο ίδιος ο Ερμής συνόδευσε το Πρίαμο στη σκηνή του Αχιλλέα. Έτσι, ο Όμηρος δεν συμμερίζεται απαραίτητα την άποψη που εδώ προτείνεται από τον Αχιλλέα ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν τη μοίρα τους μια για πάντα και πως ό,τι κάνουν δεν συνδέεται με αυτά που λαμβάνουν από τους θεούς.

Η αντίληψη της ευτυχίας μπορεί να συναχθεί από την περιγραφή της ευτυχίας του Πηλέα και του Πριάμου πριν από την αλλαγή της τύχης τους. Να είσαι ευτυχισμένος, εδώ, σημαίνει να είσαι πλούσιος και ισχυ­ρός και να έχεις πολυάριθμα παιδιά, ειδικά γιους που θα χαρίσουν ένα μέλλον στο βασίλειό σου. Για να είσαι δυστυχισμένος πρέπει να μην έχεις την κατάλληλη αναγνώριση από την κοινωνία, να πεθαίνεις από την πείνα, να περιπλανιέσαι, να μην έχεις ένα γιο. Τα πνευματικά δώρα, οι ηθικές αξίες, η αρμονία ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα κάτω από την ίδια στέγη δεν αναφέρονται εδώ όπως γίνεται στην Οδύσσεια.

Όπως εξηγεί ο Αχιλλέας, τόσο ο Πρίαμος όσο και ο Πηλέας είχαν ένα μίγμα ευλογιών και θλίψεων στη ζωή τους: ο Πηλέας έκανε έναν ευτυχισμένο γάμο αλλά ο γιος του θα πεθάνει νέος και δεν θα μπορέσει να τον διαδεχθεί. Ο Πρίαμος ήταν κάποτε ένας ευτυχισμένος βασιλιάς με πολλά παιδιά αλλά τώρα είναι απελπισμένος. Η αλληγορία επιμένει στην αναγνώριση της ευθραυστότητας του ανθρώπου ο οποίος είναι ευάλωτος και εκτεθειμένος στις ανατροπές της τύχης. Οι άνθρωποι πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλο αφού είναι όλοι τόσο αδύναμοι και μπορούν εύκολα να περιπέσουν σε δυστυχία.

 

Ο Πρίαμος ικετεύει για το σώμα του Έκτορα τον Αχιλλέα. Έργο του Ρώσου ζωγράφου Alexander Andreyevich Ivanov (1806 -1858).

 

Γ. Το τελευταίο δίδαγμα που θα ήθελα να τονίσω είναι πιο συγκεκριμένο: είναι ανθρώπινο να κάνεις ένα διάλειμμα από το πένθος

 

Όπως τόνισε ο Απόλλωνας στις γραμμές που αναφέρθηκαν προηγουμένως, το πένθος πρέπει να διαρκεί μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Δεν είναι καλό να είναι κανείς απαρηγόρητος. Ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέφει στη ζωή μετά το πένθος. Αυτό είναι κάτι που ο Αχιλλέας διδάσκει στον Πρίαμο στη σκηνή του.

Ο Αχιλλέας και ο Πρίαμος έχουν πολλά κοινά στον τρόπο που βιώνουν τη θλίψη. Η ραψωδία Ω΄ ξεκινάει με τη θλίψη του Αχιλλέα στην ακρογιαλιά, που δεν μπορεί να βρει ύπνο (ό.π., 1-13):

 

Λῦτο δ’ ἀγών, λαοὶ δὲ θοὰς ἐπὶ νῆας ἕκαστοι

ἐσκίδναντ’ ἰέναι. τοὶ μὲν δόρποιο μέδοντο

ὕπνου τε γλυκεροῦ ταρπήμεναι· αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς

κλαῖε φίλου ἑτάρου μεμνημένος, οὐδέ μιν ὕπνος

ᾕρει πανδαμάτωρ, ἀλλ’ ἐστρέφετ’ ἔνθα καὶ ἔνθα

Πατρόκλου ποθέων ἀνδροτῆτά τε καὶ μένος ἠΰ,

ἠδ’ ὁπόσα τολύπευσε σὺν αὐτῷ καὶ πάθεν ἄλγεα

ἀνδρῶν τε πτολέμους ἀλεγεινά τε κύματα πείρων·

τῶν μιμνησκόμενος θαλερὸν κατὰ δάκρυον εἶβεν,

ἄλλοτ’ ἐπὶ πλευρὰς κατακείμενος, ἄλλοτε δ’ αὖτε

ὕπτιος, ἄλλοτε δὲ πρηνής· τοτὲ δ’ ὀρθὸς ἀναστὰς

δινεύεσκ’ ἀλύων παρὰ θῖν’ ἁλός· οὐδέ μιν ἠὼς

φαινομένη λήθεσκεν ὑπεὶρ ἅλα τ’ ἠϊόνας τε.

 

Λύθηκε η σύναξη· στα γρήγορα καράβια του τ’ ασκέρι

πίσω γυρνάει σκορπώντας, κι όλοι τους το δείπνο να χαρούνε

και το γλυκό τον ύπνο εγνοιάζουνταν. Μόνο ο Αχιλλέας θρηνούσε

το σύντροφο του αναθυμάμενος, κι ουδέ καθόλου ο γύπνος

ο παντοδαμαστής τον έπιανε, μόν’ γύρναε δώθε κείθε,

αναθιβάνοντας του Πάτροκλου την αντριγιά, τη νιότη,

τα όσα κι οι δυο μαζί αντραγάθησαν, τα όσα μαζί ετραβήξαν

μέσα σε τόσα αντροπαλέματα και κύματα αγριεμένα.

Τούτα στο νου του εκλωθογύριζε κι αστέρευτα θρηνούσε,

πα στο πλευρό τη μια κειτάμενος, τ’ ανάσκελα την άλλη,

την άλλη απίστομα· και κάποτε πετιόταν ξάφνου ολόρθος

και στο γιαλό τρογύρναε ξέφρενος. Κι η κάθε αυγή, το κύμα

και το ακρογιάλι γύρα ως φώτιζε, τον έβρισκε στο πόδι.

 

Υπάρχει κάτι πολύ συγκινητικό σε αυτήν την περιγραφή. Ο Όμηρος περιγράφει πολύ καλά την κατάσταση ενός που πενθεί για έναν αγαπημένο, ανίκανος να βρει ύπνο. Ο υπόλοιπος στρατός τρώει δείπνο και στη συνέχεια κοιμάται. Στη θλίψη του, ο Αχιλλέας δεν συμμετέχει στο δείπνο [6] και είναι ανήσυχος. Ο ύπνος φέρει το επίθετο πανδαμάτωρ, «αυ­τός που υποτάσσει όλους». Είναι παράδοξο, εδώ, επειδή ο ύπνος τους υποτάσσει όλους εκτός από τον Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας είναι ξαπλωμένος, δηλαδή στην θέση ακριβώς των νεκρών.

Η εμπειρία του πένθους που περιγράφεται με τον Αχιλλέα είναι ακριβώς η εμπειρία που βλέπουμε αργότερα να επαναλαμβάνεται στον Πρία­μο. Στο τέλος της συνάντησής του με τον Αχιλλέα, ο Πρίαμος εξηγεί ότι δεν έχει κοιμηθεί από τον θάνατο του Έκτορα, ένδεκα μέρες νωρίτερα. Αναγνωρίζει επίσης ότι ούτε έτρωγε ούτε έπινε τίποτα (ό.π., 633-642):

 

αὐτὰρ ἐπεὶ τάρπησαν ἐς ἀλλήλους ὁρόωντες,

τὸν πρότερος προσέειπε γέρων Πρίαμος θεοειδής·

λέξον νῦν με τάχιστα διοτρεφές, ὄφρα καὶ ἤδη

ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντες·

οὐ γάρ πω μύσαν ὄσσε ὑπὸ βλεφάροισιν ἐμοῖσιν

ἐξ οὗ σῇς ὑπὸ χερσὶν ἐμὸς πάϊς ὤλεσε θυμόν,

ἀλλ’ αἰεὶ στενάχω καὶ κήδεα μυρία πέσσω

αὐλῆς ἐν χόρτοισι κυλινδόμενος κατὰ κόπρον.

νῦν δὴ καὶ σίτου πασάμην καὶ αἴθοπα οἶνον

λαυκανίης καθέηκα· πάρος γε μὲν οὔ τι πεπάσμην.

 

Μα πια σα χόρτασαν θαμάζοντας ο ένας τον άλλο, πρώτος

ο Πρίαμος πήρε ο θεοπρόσωπος κι αρχίνησε να λέει:

Βάλε με τώρα, αρχοντογέννητε, να γείρω σε κλινάρι,

καιρό μη χάνεις, τον ολόγλυκο τον ύπνο να χαρούμε·

τι μάτι ακόμα εγώ δε σφάλιξα στα βλέφαρα από κάτω

από την ώρα που τα χέρια σου νεκρό το γιο μου ερίξαν,

μόν’ όλο κλαίω και τα φαρμάκια μου τα μύρια αναχαράζω,

μες στη φραγμένη αυλή μου ως κείτουμαι, στη λάσπη κυλισμένος.

Μα τώρα και κρασί κατέβασα φλογάτο απ’ το λαιμό μου

και ψωμί γεύτηκα· πρωτύτερα θροφή δεν είχα αγγίξει.

 

Το κείμενο δείχνει επίσης ένα άλλο κοινό σημείο με τον Αχιλλέα: ο Πρίαμος είπε είναι «στη λάσπη κυλισμένος», στην αυλή του. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Αχιλλέας καλύπτει το κεφάλι του με σκόνη και καλύπτει το χιτώνα του με τέφρα όταν μαθαίνει για το θάνατο του Πατρόκλου στη ραψωδία Σ΄ [7]. Και αυτός είναι, επίσης, στη λάσπη κυλισμένος. Και οι δύο άνδρες φαίνεται να έχουν χάσει κάπως την αξιοπρέπειά τους. Θέλουν να υποβαθμιστούν και επιθυμούν να μοιάζουν με τους νεκρούς πολεμιστές που έχασαν. Ένα τελευταίο κοινό σημείο είναι ότι ο Αχιλλέας και το Πρίαμος δεν φαίνεται να θέτουν κάποιο όριο στη θλίψη τους. Είδαμε ότι αυτό ήταν ένας ψόγος που εξέφρασε ο Απόλλων ενάντια στον Αχιλλέα. Όμως, ο ήρωας φαίνεται να έχει διδαχθεί από τη μητέρα του Θέτιδα που του είπε (ό.π., 128-132):

 

τέκνον ἐμὸν τέο μέχρις ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων

σὴν ἔδεαι κραδίην μεμνημένος οὔτέ τι σίτου

οὔτ’ εὐνῆς; ἀγαθὸν δὲ γυναικί περ ἐν φιλότητι

μίσγεσθ’· οὐ γάρ μοι δηρὸν βέῃ, ἀλλά τοι ἤδη

ἄγχι παρέστηκεν θάνατος καὶ μοῖρα κραταιή.

 

Ως πότε, γιε μου, θα πικραίνεσαι και θα χτυπιέσαι; ως πότε

τα σωθικά σου θα σπαράζουνται; κι ουδέ ψωμιού θυμάσαι

κι ουδέ φιλιού; Γλυκό το αγκάλιασμα, να σμίξεις με γυναίκα·

γιατί καιρός πολύς δε σου ‘μεινε πια να μου ζήσεις· κιόλα

δίπλα σου η Μοίρα η τρανοδύναμη κι ο Χάρος παραστέκουν.

 

Η Θέτις βρήκε έναν τρόπο να επαναφέρει τον Αχιλλέα στην κανονική ζωή. Όταν ο Πρίαμος παρουσιάζεται, στη ραψωδία Ω’, ο Αχιλλέας μόλις έχει τελειώσει το δείπνο. Ως προς αυτό, έχει υπακούσει τη μητέρα του Θέτιδα που τον ώθησε να σπάσει την αποχή του από το φαγητό. Όταν έρχεται επίσης η νύχτα, κοιμάται με την Βρησυίδα. Το γεγονός τον δείχνει να υπακούει επίσης στη διαταγή της Θέτιδας να απολαύσει ξανά τη συντροφιά των γυναικών.

Στη συνάντησή του με τον Πρίαμο, ο Αχιλλέας παίζει τον ίδιο ρόλο που έπαιξε ήδη γι’ αυτόν η Θέτις. Βρίσκει έναν τρόπο να βοηθήσει τον Πρίαμο να διακόψει το πένθος του. Στην αρχή του λόγου για τα δυο πιθάρια, ο Αχιλλέας ζητάει από τον Πρίαμο να καθίσει όμως αυτός αρ­νείται. Θα ήθελε μόνο να πάρει το σώμα του Έκτορα και να επιστρέψει στο σπίτι του, αφήνοντας πίσω τα λύτρα. Έχοντας ακούσει το λόγο του Αχιλλέα, υποθέτει ότι αυτός θα του επιστρέψει το σώμα του Έκτορα και αυτό σημαίνει ήδη πολλά γι’ αυτόν. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του με τα παρακάτω λόγια (ό.π., 556-558):

 

σὺ δὲ τῶνδ’ ἀπόναιο, καὶ ἔλθοις

σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν, ἐπεί με πρῶτον ἔασας

αὐτόν τε ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.

 

δέξου την πλούσια ξαγορά που φέρνουμε· γεια και χαρά σου, πάρ’ τη!

Κι έτσι να γύρεις στην πατρίδα σου γερός, αφού με αφήκες

και μένα ζωντανό, να χαίρουμαι του ήλιου το φως ακόμα.

 

Ο Πρίαμος λέει ότι θα συνεχίζει να ζει αλλά ο Αχιλλέας ζητεί περισσότερα από αυτόν. Θέλει να μοιραστεί μαζί του τη φιλοξενία. Αυτό που προκαλεί έκπληξη στη σύγχρονη ευαισθησία μας είναι ότι ο Αχιλλέας χρησιμοποιεί εδώ απειλή και βία. Υπονοεί ότι εάν ο Πρίαμος δεν κάνει αυτό που του ζητάει, ίσως αυτός να παραβιάσει τη διαταγή του Δία. Δεν είναι αλήθεια ότι ο Αχιλλέας δεν είναι πλέον βίαιος αλλά γίνεται καλός και πολιτισμένος άνθρωπος στο τέλος του έπους. Ο Όμηρος ξέρει την ανθρώπινη φύση αρκετά καλά ώστε να μας διδάσκει ότι η βία είναι ακόμα εκεί και ο Αχιλλέας την χρησιμοποιεί ακόμη για να πάρει αυτό που θέλει. Αλλά η βία είναι εδώ μόνο μια προειδοποίηση. Ο Αχιλλέας δεν χρειάζεται να δράσει βίαια γιατί ο Πρίαμος φοβάται και υπακούει. Το θετικό σημείο είναι ότι ο Αχιλλέας χρησιμοποιεί τη βία για να βοη­θήσει τον εχθρό του. Ο σκοπός του Αχιλλέα είναι να κάνει τον Πρίαμο να δεχτεί τη φιλοξενία του. Ο θρήνος είναι ένας τρόπος να ανήκει κανείς στον κόσμο των νεκρών. Ο Πρίαμος δεν τρέφεται πλέον· δεν κοιμάται· βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο. Ο πόνος παίρνει τη θέση όλων των βασι­κών αναγκών: φαγητό, νερό, ύπνος. Με την αποδοχή της φιλοξενίας, ο Πρίαμος θα επιστρέψει στην κανονική ζωή.

 

Ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα για τη σορό του Έκτορα (1815). Έργο του Δανο-Ισλανδού γλύπτη Άλμπερτ Μπέρτελ Θόρβαλντσεν (1770 – 1844). Thorvaldsens Museum (Θόρβαλντσεν) Κοπεγχάγη, Δανία.

 

Ένα άλλο σημείο είναι ενδιαφέρον σε αυτό το απόσπασμα: ο φόβος του Αχιλλέα ότι ο Πρίαμος δεν θα είναι πλέον σε θέση να ελέγξει το θυμό του εάν δει το σώμα του Έκτορα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο φροντίζει ο ίδιος το σώμα του Έκτορα και δεν το δείχνει στον Πρίαμο. Κατά κάποιον τρόπο, ο Αχιλλέας φοβάται για τον Πρίαμο αυτό που είναι ο ίδιος από την αρχή του έπους: ένας άνθρωπος που τρώγεται από την οργή.

Ο δεύτερος τρόπος για να δεχθεί ο Πρίαμος τη φιλοξενία είναι η ιστορία της Νιόβης (ό.π., 601-620:

 

νῦν δὲ μνησώμεθα δόρπου.

καὶ γάρ τ’ ἠΰκομος Νιόβη ἐμνήσατο σίτου,

τῇ περ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροισιν ὄλοντο

ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ’ υἱέες ἡβώοντες.

τοὺς μὲν Ἀπόλλων πέφνεν ἀπ’ ἀργυρέοιο βιοῖο

χωόμενος Νιόβῃ, τὰς δ’ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα,

οὕνεκ’ ἄρα Λητοῖ ἰσάσκετο καλλιπαρῄῳ·

φῆ δοιὼ τεκέειν, ἣ δ’ αὐτὴ γείνατο πολλούς·

τὼ δ’ ἄρα καὶ δοιώ περ ἐόντ’ ἀπὸ πάντας ὄλεσσαν.

οἳ μὲν ἄρ’ ἐννῆμαρ κέατ’ ἐν φόνῳ, οὐδέ τις ἦεν

κατθάψαι, λαοὺς δὲ λίθους ποίησε Κρονίων·

τοὺς δ’ ἄρα τῇ δεκάτῃ θάψαν θεοὶ Οὐρανίωνες.

ἣ δ’ ἄρα σίτου μνήσατ’, ἐπεὶ κάμε δάκρυ χέουσα.

νῦν δέ που ἐν πέτρῃσιν ἐν οὔρεσιν οἰοπόλοισιν

ἐν Σιπύλῳ, ὅθι φασὶ θεάων ἔμμεναι εὐνὰς

νυμφάων, αἵ τ’ ἀμφ’ Ἀχελώϊον ἐῤῥώσαντο,

ἔνθα λίθος περ ἐοῦσα θεῶν ἐκ κήδεα πέσσει.

ἀλλ’ ἄγε δὴ καὶ νῶϊ μεδώμεθα δῖε γεραιὲ

σίτου· ἔπειτά κεν αὖτε φίλον παῖδα κλαίοισθα

Ἴλιον εἰσαγαγών· πολυδάκρυτος δέ τοι ἔσται.

 

καιρός για δείπνο τώρα.

Κι η Νιόβη ακόμα η καλοπλέξουδη στερνά να φάει θυμήθη,

που δώδεκα παιδιά της έχασε στο αρχοντικό της μέσα,

γιους έξι στον ανθό της νιότης τους και θυγατέρες έξι·

τους γιους ο Απόλλωνας τους σκότωσε με το αργυρό δοξάρι

θυμώνοντας της Νιόβης, κι η Άρτεμη τις κόρες η δοξεύτρα,

με τη Λητώ τη ροδομάγουλη καθώς συνεριζόταν,

τάχα παιδιά πολλά πως γέννησε, και δυο η Λητώ μονάχα·

όμως εκείνοι, δυο κι ας ήτανε, της τα σκοτώσαν όλα.

Μέρες εννιά κειτόνταν στο αίμα τους, κι ούτ’ ένας δε βρισκόταν

για να τα θάψει· τι είχε γύρω τους τον κόσμο ο Δίας πετρώσει.

Τέλος, στις δέκα απάνω, τα ‘θαψαν οι αθάνατοι του Ολύμπου·

κι αυτή να κλαίει σαν πια κουράστηκε, στερνά να φάει θυμήθη.

Τώρα σε βράχια κάπου, ανάμεσα σε απάτητα φαράγγια,

στη Σίπυλο, που λεν πως διάλεξαν οι αθάνατες νεράιδες

να ‘χουν λημέρι, και χορεύουνε στον Αχελώο τρογύρα,

κλωσάει τους πόνους τους θεόσταλτους, κι ας έχει γίνει πέτρα.

Ομπρός λοιπόν, σεβάσμιε γέροντα, κι εμείς να φάμε τώρα,

κι έχεις καιρό να κλάψεις έπειτα τον ακριβό το γιο σου,

στο κάστρο ως θα τον μπάσεις· κλάματα πολλά στ’ αλήθεια αξίζει!

 

Ο μύθος χρησιμοποιείται με περίεργο τρόπο. Υπογραμμίζει το γεγονός ότι ακόμη και η Νιόβη, που είχε χάσει δώδεκα παιδιά, έπαυσε προσωρινά τη θλίψη της για να θρέψει τον εαυτό της. Αργότερα, η Νιόβη μεταμορφώθηκε σε πέτρα και έγινε το σύμβολο του αιώνιου πένθους: έκανε αιώνια τη στιγμή της απώλειας. Έγινε το όρος Σίπυλος, ένα βουνό με τρεχούμενο νερό. Έτσι έγινε το σύμβολο του αιώνιου πόνου. Η ιστορία χρησιμοποιείται από τον Αχιλλέα για να δείξει ότι είναι δυνατόν να γίνεται ένα διάλειμμα στο πένθος. Αλλά η ιστορία δείχνει επίσης ότι μερικοί άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν ποτέ τη θλίψη.

Στο τέλος του έπους, ο Αχιλλέας αναγνωρίζει τον εαυτό του στον Πρίαμο. Έχει δει σε αυτόν τη δυνατότητα της οργής, αν έβλεπε ποτέ το σώμα του Έκτορα. Εδώ αναγνωρίζει τη δυνατότητα της αιώνιας θλίψης. Βοηθώντας τον Πρίαμο, ο Αχιλλέας βοηθάει και τον εαυτό του. Βάζει τον πατέρα του Έκτορα να φάει, να πιεί και να κοιμηθεί. Τον κάνει να ξεκουραστεί από τον πόνο και να μοιραστεί μαζί του τη φιλοξενία. Η τελετουργική φιλοξενία αναγκάζει τον Πρίαμο να επανασυνδεθεί με την ανθρωπότητα. Αργότερα, ο Πρίαμος θα επιστρέψει στη σύζυγό του, στη νύφη και τους γιους του και θα υπάρξει άλλη ευκαιρία για πένθος. Έτσι ο Όμηρος μας διδάσκει κάτι για το πένθος. Η ρουτίνα της καθημερινής ζωής μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να παίρνουν ένα διάλειμμα από τη θλίψη.

Ως συμπέρασμα, πρέπει να πω: είμαι πλήρης θαυμασμού για το έργο του Ομήρου. Είναι εκπληκτικό να πιστεύουμε ότι ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν τόσο πολύ καιρό θα μπορούσε να είναι τόσο αληθινό όσον αφορά στην ανθρώπινη εμπειρία. Μπορεί να μας δίνει μαθήματα που είναι χρήσιμα ακόμη και σήμερα. Ο Αχιλλέας τελικά εγκαταλείπει την εκδίκηση και δέχεται να επιστρέψει το σώμα του Έκτορα στον πατέρα του. Ο Πρίαμος δεν είναι πλέον γι’ αυτόν ένας εχθρός. Είναι απλά ένας άνθρωπος με θλίψη που χρειάζεται βοήθεια. Ο Αχιλλέας αναγκάζει το Πρίαμο να φάει, να πιεί και να κοιμηθεί· αυτοί είναι μερικοί βασικοί τρόποι για να επιστρέψει κανείς στη ζωή. Ο Όμηρος μας διδάσκει, επίσης, ότι τα συναισθήματα μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να πράξουν ορθά. Δεν θεωρεί ότι η ανθρώπινη ζωή είναι μόνο γεμάτη θλίψεις. Οι άνθρωποι θα πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλον επειδή είναι όλοι όμοιοι και μοιράζοντας την εμπειρία του πόνου. Ο Όμηρος μας προσφέρει μια φανταστική ευκαιρία να σκεφτούμε την αδελφοσύνη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιλ., Ω΄, 23, μτφρ. Καζαντζάκη-Κακριδή (την ίδια μετάφραση θα χρησιμοποιούμε παντού στο παρόν κείμενο).

[2] Βλ. N. J. Richardson, The Iliad : A Commentary, vol. 6, books 21-24, Cambridge, Cambridge University Press, 1993, σ. 322. Στην Οδύσσεια, το να φιλάει κανείς τα χέρια είναι σημάδι «τρυφερότητας και καλω­σορίσματος».

[3] Είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο επίθετο αποδίδεται στον Αχιλλέα δυο φορές όταν βάζει τα χέρια του στο στήθος του Πάτροκλου (Σ΄, 317 και Ψ΄, 18). Κατά τ’ άλλα, την ίδια έκφραση συναντούμε 11 φορές στην Ιλιάδα (βλ. Richardson, ό.π., σ. 323).

[4] Βλ. Ω΄, 258: «κι ο μέγας Έχτορας, που φάνταζε θεός στους άντρες μέσα».

[5] Βλ. Ιλ., Ε΄, 382-402, τον παρηγορητικό λόγο της Διώνης στην Αφροδίτη: οι θεοί πρέπει να επιδεικνύουν υπομονή σε όσα υποφέρουν τόσο από τους γίγαντες όσο και από τους θνητούς.

[6] Στη ραψωδία Τ΄, ο Αχιλλέας δεν μπορεί να φάει και να πιεί μετά το θάνατο του Πατρόκλου. Θα επιθυμούσε οι Αχαιοί να πολεμήσουν με άδειο στομάχι (στ. 209-214):

Όμως πιο πριν κρασί δε δύνεται κι ουδέ φαγί ο λαιμός μου

να κατεβάσει· μένα ο σύντροφος σκοτώθη! Σπαραγμένος

με κοφτερό χαλκό μου κείτεται μες στο καλύβι τώρα,

κατά την ξώπορτα κοιτάζοντας, και γύρα του οι συντρόφοι

θρηνούν. Γι’ αυτά λοιπόν δε γνοιάζομαι, που λέτε εσείς, καθόλου·

αίμα ζητώ, σφαγή και γόσματα φριχτά των πολεμάρχων!

[7] Ιλ., Σ΄, 22-27:

Είπε, κι εκείνον τον περίζωσε σα μαύρο γνέφι ο πόνος·

και διπλοπάλαμα αθαλόσκονη φουχτώνοντας τη ρίχνει

πα στο κεφάλι, και την όψη του μολεύει την πανώρια·

κι η στάχτη απά στο μοσκομύριστο του κάθουνταν χιτώνα·

κι αυτός μακρύς φαρδύς ξαπλώθηκε και κείτουνταν στη σκόνη,

και με τα χέρια του ανασκάλευε μαδώντας τα μαλλιά του.

 

Diane Cuny

Mετάφραση: Γ. Αραμπατζης

 «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η σημασία των διεργασιών του πένθους και του θρήνου στην Ιλιάδα του Όμηρου – Γιώργος Μπανιώκος στο: «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η λέξη «πένθος» είναι μορφή πάθους αφού έχει τις ρίζες της στον παρακείμενο χρόνο «πέπονθα» του ρήματος της αρχαίας ελληνικής πάσχω. [1] Το πένθος συνιστά κυρίως διαδικασία ή κατάσταση όπου πλήθος συναισθημάτων (δυσπιστία, άρνηση, θυμός, απόγνωση, απομόνωση, κατάθλιψη, ενοχές, διαπραγμάτευση, αποδοχή) και συνοδευτικών σωματικών αντιδράσεων εκδηλώνονται βαθμηδόν ως απόρροια του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. [2] Ο θρήνος ή το μοιρολόι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε πένθιμης τελετουργίας, μια ισχυρή, θυμική εκφόρτιση που εκκινεί από τη συνείδηση της απώλειας ενός αγαπητού ή προσφιλούς προσώπου. Ο θάνατος τραυματίζει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός το ψυχικό όργανο και το πένθος είναι ο μοναδικός δρόμος για την επούλωση του τραύματος παρόλο που κανένας ζωντανός δεν είναι ίδιος μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Για τον εισηγητή της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόυντ το πένθος είναι μια φυσιολογική διαδικασία η οποία συνήθως κινητοποιείται σε κάποιο πρόσωπο εξαιτίας της απώλειας ενός αντικειμένου αγάπης ή ενός αφηρημένου υποκατάστατου, όπως της πατρίδας, της ελευθερίας ή ενός ιδανικού. [3]  Σύμφωνα με τον ίδιο, η επαναλαμβανόμενη εμπειρία της ικανοποίησης δημιουργεί μια σχέση με το αντικείμενο του πόθου, το οποίο επενδύεται έντονα με λιβιδινική ενέργεια και το πρόσωπο διακατέχεται από αυτό (κάθεξη). Κάθε συναισθηματικός δεσμός, για τον Φρόυντ, συνιστά μια επένδυση ή κάθεξη αντικειμένου. Το πένθος που ακολουθεί ένα θάνατο ή μια απώλεια χαρακτηρίζεται ως αποκάθεξη, μια διαδικασία, δηλαδή, απόσυρσης των συναισθηματικών επενδύσεων από το αγαπημένο, αλλά απολεσμένο πια αντικείμενο αγάπης. [4]  Σε έναν αποχωρισμό, που ορίζεται από το μη αναστρέψιμο, το πένθος εκφράζει ταυτόχρονα την άρνηση του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο, αλλά και την αγωνιώδη προσπάθειά του να προσαρμοστεί στο πραγματικό.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Θάνατος ήταν αδερφός του Ύπνου, αποτελούσε μέρος της ζωής η οποία και εκπήγαζε από το θάνατο. Όταν επέρχετο ο θάνατος, ήταν σταλμένος από τους θεούς, εκτός και αν ήταν ντροπιαστικός. Η Ιλιάδα είναι πρωτίστως ένα πολεμικό έπος που εξιστορεί πολλούς θανάτους πολεμιστών οι οποίοι συνοδεύονται από πλήθος πένθιμων, ταφικών τελετουργιών. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, ο θρήνος και το μοιρολόι δε συνιστούν καθόλου ντροπή για τους ήρωες του ομηρικού κόσμου. [5] Ο Αγαμέμνονας, ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Πάτροκλος και άλλοι ένδοξοι ομηρικοί ήρωες θρηνούν με απαράμιλλη ειλικρίνεια και χωρίς αισθήματα αιδούς, όταν έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων ή συντρόφων. Εκδηλώνουν τα συναισθή­ματά τους σε καταστάσεις λύπης, απελπισίας και απώλειας, κυλιούνται κατά γης, εκάστοτε και μπροστά στον στρατό τους.

Για παράδειγμα, στη ραψωδία Π της Ιλιάδας ο Πάτροκλος, σταλμένος από τον Αχιλλέα στη μάχη, αριστεύει, σκοτώνει το Σαρπηδόνα, αλλά στη συνέχεια φονεύεται από τον Έκτορα. Κατόπιν, στη ραψωδία Σ ο Αχιλλέας πληροφορείται από τον Αντίλοχο το θάνατο του Πατρόκλου, τον οποίο έχει προαισθανθεί, και συντρίβεται. Ο πόνος του είναι τόσο οξύς όσο και ο θυμός του στη ραψωδία Α του έπους. Ο ήρωας πέφτει στη γη και ξεσπά σε σπαρακτικό θρήνο μαδώντας τα μαλλιά του. [6] Η Θέτιδα, η οποία βρίσκεται στα βάθη της θάλασσας, τον ακούει και σπεύδει να τον συναντήσει με τις αδελφές της, τις Νηρηίδες, οι οποίες θα ξαναβγούν από τη θάλασσα με το θάνατο του ήρωα. Στην ραψωδία Σ της Ιλιάδας ξεκινά το γαϊτανάκι του θανάτου και παράλληλα στήνεται ο χορός του θρήνου: ο Αχιλλέας, ο Αντίλοχος, οι σκλάβες, η Θέτιδα, όλοι θρηνούν. Θρηνούν τον Πάτροκλο, αλλά στην πραγματικότητα θρηνούν τον Αχιλλέα και τον προαναγγελθέντα θάνατό του. Η Θέτιδα, επιτομή του μητρικού πόνου, θρηνεί με τον Αχιλλέα για τον Πάτροκλο, αλλά την ίδια στιγμή σε ένα δεύτερο επίπεδο λαμβάνει χώρα ένας προπαρασκευαστικός θρήνος για τον πεπρωμένο χαμό του Αχιλλέα. Η Θέτιδα αποτελεί κατεξοχήν τραγική φιγούρα της Ιλιάδας, αφού πλάι σε θνητές, χτυπημένες από τη μοίρα γυναίκες, όπως η Εκάβη και η Ανδρομάχη, γνωρίζει εκ των προτέρων, ούσα θεά και αθάνατη, το θάνατο του παιδιού της. Η εικόνα της Θέτιδας που κρατά στα χέρια της το κεφάλι του γιου της αποτελεί προοικονομία του θρήνου της πάνω από το νεκρό κουφάρι του γιου της. [7]

Γιατί ακριβώς θρηνεί ο Αχιλλέας; Αυτό ζητά να μάθει και η Θέτιδα με την γεμάτη αγωνία ερώτηση: «Τί κλαις παιδί μου; Ποιος καημός τα σπλάχνα σου τάραξε τώρα;» [8] Η απάντηση του Αχιλλέα εκφράζει την πλήρη απόγνωσή του αφού χάθηκε ο Πάτροκλος, o πιο αγαπητός από τους εταίρους του. Εύχεται να μην είχε γίνει ποτέ ο γάμος της Θέτιδας με τον Πηλέα, δηλαδή να μην είχε γεννηθεί. Ξέρει το τέλος του και ζητά να πεθάνει αφού δεν κατάφερε να γλυτώσει τον αγαπημένο του φίλο. [9] Ο Αχιλλέας βλέπει ότι η ζωή του δεν έχει πλέον νόημα, ομολογεί την ενοχή που αισθάνεται, επειδή αφενός δε διέσωσε τη ζωή του Πάτροκλου, αφετέρου επειδή συνειδητοποιεί τον όλεθρο που έφερε ο θυμός του απέναντι στον Αγαμέμνονα στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας. Αποκηρύσσει, έτσι, το θυμό και επιλέγει συνειδητά τον θάνατο, τον οποίο δεν απέφυγε ούτε ο Ηρακλής, ο μόνος ήρωας με τον οποίο μπορεί να συγκριθεί ο Αχιλλέας. [10] Ο θάνατός του όμως θα συνδεθεί με λαμπρή και άφθαρτη δόξα (κλέος ἐσθλόν & κλέος ἄφθιτον) [11] γεγονός που θα τον ωθήσει να πάρει εκδίκηση. Δεν προλέγει την καταστροφή που θα προκαλέσει στους Τρώες μέσα από τους νεκρούς άνδρες, αλλά μέσα από τον πόνο και το θρήνο των γυναικών γι’ αυτούς. [12] Η Θέτιδα δέχεται την απόφασή του, τον προειδοποιεί ωστόσο, ότι ο θάνατος του Έκτορα θα σημάνει και τον δικό του θάνατο, και του ζητά να μην μπει στη μάχη, μέχρι εκείνη να πάρει καινούρια όπλα από τον Ήφαιστο. [13] Στο μεταξύ Αχαιοί και Τρώες μάχονται γύρω από το σώμα του Πάτροκλου. Ο Αχιλλέας, με θεϊκή παρότρυνση, σκορπίζει με τη φωνή του τρόμο στους Τρώες και δίνει την ευκαιρία στους Αχαιούς να περισυλλέξουν το νεκρό ήρωα προκειμένου να τον θρηνολογήσουν και να τον ενταφιάσουν. [14]

 

Μάχη για τη σορό του Πάτροκλου. Wiertz, Antoine, 1836, λάδι σε μουσαμά. Musée des beaux-arts de Liège (Μουσείο Καλών Τεχνών της Λιέγης).

 

Έχοντας φονεύσει τον Έκτορα, ο Αχιλλέας εισχωρεί στη ζώνη του δικού του θανάτου. Άλλωστε, γνωρίζει ο ίδιος ότι δεν είναι της μοίρας του να κυριεύσει την Τροία. [15] Η αγριότητα του Αχιλλέα, που αποκορυφώνεται με την παρατεταμένη κακοποίηση του νεκρού Έκτορα, συνιστά ύστατη εκδήλωση πόνου και θυμού. Καθώς ο Αχιλλέας απομακρύνεται σέρνοντας τον νεκρό αντίπαλο, ο φακός στρέφεται στα τείχη της Τροίας, παρακολουθώντας το θρήνο που ξεσήκωσε το διπλά φοβερό γεγονός. Όλα είναι θρήνος για τον Έκτορα και την Τροία μαζί. Η Τροία τυλίγεται στο θρήνο πριν τυλιχτεί στις φλόγες. Όπως ο χαμός του Πατρόκλου σήμανε το χαμό του Έκτορα, έτσι και ο χαμός του Έκτορα θα σημάνει το θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Η θανάσιμη μοίρα του Αχιλλέα συνδέεται στενά με τη θανάσιμη μοίρα του Έκτορα, στο βαθμό που η μια προϋποθέτει και γίνεται αιτία της άλλης. Η τραγική αυτή ακολουθία διατυπώθηκε ήδη ως προειδοποίηση από τη Θέτιδα στο γιο της στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας και τώρα δραματοποιείται. Τις πένθιμες ακολουθίες του Πατρόκλου και του Έκτορα μας τις αφηγείται ο Όμηρος στις τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας, ενώ το χρονικό του θανάτου, του θρήνου, της καύσης και του ενταφιασμού του Αχιλλέα μας το αφηγείται ο Αγαμέμνονας στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, τη Νέκυια. [16]

 

Ο Αχιλλέας σύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη της Τροίας. Domenico Cunego (1727–1803), Ιταλός τυπογράφος και ζωγράφος.

 

Ο θρήνος και η κηδεία του Έκτορα γίνονται εφικτές με όλες τις αρμόζουσες τιμές λόγω της ανακωχής που ο ίδιος ο Αχιλλέας αυτοβούλως παραχωρεί. Ο Πρίαμος παραλαμβάνει το σώμα του Έκτορα με τη βοήθεια του θεού Ερμή γλυτώνοντας έτσι τη σύλησή του και διασώζοντας τον Αχιλλέα από την οργή των θεών. Ο Αχιλλέας δέχεται να παραχωρήσει το νεκρό σώμα του Έκτορα στον Πρίαμο αφού ο τελευταίος συγκρίνει ενώπιον του Αχιλλέα τη δική του μοίρα με την πατρική μοίρα του Πηλέα. Κι αυτή η σύγκριση καταλήγει σε αμοιβαίο θρήνο των δυο ηρώων καθώς ο καθένας τους κλαίει και θρηνεί για το δικό του πόνο και τον δικό του πόθο. [17] Η συνομιλία του Αχιλλέα με τον Πρίαμο μας αποκαλύπτει μια αναλογία ανάμεσα στα δυο πρόσωπα αφού και οι δυο τους έχουν χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα. Δυο νεκροί, ο Πάτροκλος, από το χέρι του Έκτορα, και ο Έκτορας, από το χέρι του Αχιλλέα, με τον αμοιβαίο σπαραγμό που προκαλούν στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο αντίστοιχα, υπαγορεύουν εν τέλει την αναγκαιότητα συμφιλίωσης με την οποία και αναστέλλεται ο τρωικός πόλεμος. Η αναστολή αυτή συμπίπτει και με την ολοκλήρωση της αφήγησης του έπους, αφού προηγουμένως η φιλονικία μεταξύ Πριάμου και Αχιλλέα έχει λήξει με ανθρωπολογική συμφιλίωση. Το ιλιαδικό έπος δεν τελειώνει με την κατάληψη της Τροίας. [18]

Στην ακολουθία του θρήνου του νεκρού Έκτορα κυριαρχεί το μοιρολόι των γυναικείων προσώπων της βασιλικής οικογένειας, ενώ ο βασιλιάς Πρίαμος φροντίζει για τις τελετουργικές διαδικασίες και τις νεκρικές τιμές. Το σώμα του Έκτορα έχει προηγουμένως πλυθεί, αλειφθεί με μύρα, νεκροστολιστεί και εκτεθεί πάνω σε νεκρική κλίνη από τις ακόλουθες του Αχιλλέα. [19] Οι Τρώες και οι Τρωαδίτισσες κατεβαίνουν στην πύλη όπου θρηνούν το νεκρό βασιλιά για εννέα ημέρες. Η Κασσάνδρα, αδερ­φή του Έκτορα, κλαίει, φωνάζει δυνατά τους Τρώες και ξεσηκώνει τον πρώτο θρήνο. [20] Στο θρήνο της διακρίνονται τα δίπολα ζωή – θάνατος, ελπίδα -απόγνωση, κλέος-πένθος. Η Ανδρομάχη, σύζυγος του Έκτορα, θρηνεί για τη χηρεία της, για την ορφάνια του παιδιού της, την επικείμενη καταστροφή της Τροίας και σκλαβιά των γυναικών, την πιθανή δολοφονία του γιου της από τους Αχαιούς. Εξυμνεί την ανδρεία του Έκτορα κι αναφέρεται στον καημό των γονιών του. Κλείνει το θρήνο της με ένα παράπονο αφού ο Έκτορας δεν πέθανε στο σπίτι του και δεν της ψέλλισε κάποια, τελευταία λόγια παρηγοριάς. [21]

Κατόπιν, η Εκάβη και μητέρα του Έκτορα μοιρολογεί. Ξεχωρίζει τον Έκτορα απ’ όλα της τα παιδιά («το ακριβότερο απ’ όλα τα παιδιά μου») και τονίζει με καμάρι ότι τον αγαπούσαν οι θεοί. Επισημαίνει ότι ακόμη κι ο Αχιλλέας τον αντιμετώπισε ως ξεχωριστό αντίπαλο και παρόλο που τον κακοποίησε, οι θεοί φρόντισαν να τον έχει τώρα μπροστά της άθικτο.[22] Τελευταία μοιρολογεί η Ελένη, ξεχωρίζει τον Έκτορα για την υποστήριξη που της έδειχνε, όταν οι άλλοι την κατηγορούσαν και κλαίει τη μοίρα της τώρα που την αφήνει απροστάτευτη σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον.[23] Μετά από εννέα μέρες θρήνου καίνε το νεκρό Έκτορα, κατόπιν τοποθετούν τα οστά του σε μια χρυσή λάρνακα, την οποία θάβουν κι από πάνω σηκώνουν τύμβο. Οι πένθιμες διαδικασίες ολοκληρώνονται με ένα πλούσιο δείπνο στο παλάτι.[24]

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στο Ιλιαδικό έπος η διεργασία του πένθους, η οποία αποκορυφώνεται με το θρήνο, συνιστά αναπόσπαστη διαδικασία της ζωής καθώς εξυπηρετεί τη λύση της συναισθηματικής σχέσης (την αποκάθεξη κατά τον Φρόυντ) ανάμεσα στα εναπομείναντα αγαπημένα πρόσωπα και τον εκλιπόντα. Η φροντίδα του νεκρού σώματος, ο θρήνος, η αποτέφρωση, η ταφή των οστών και το μνημόσυνο γεύμα συνιστούν μέχρι και τις μέρες μας τις συμβολικές εκείνες διαδικασίες και τελετουργίες που σηματοδοτούν τον απαραίτητο για τους ζωντανούς αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα, το συμβολικό διαχωρισμό των ζωντανών από τους νεκρούς. Πρόκειται για μια ύστατη φροντίδα για τους ανθρώπους του ομηρικού κόσμου που επιτρέπει στην ψυχή να καταδυθεί ήρεμα στον κάτω κόσμο και να αναπαυθεί.[25]

Επιπλέον, ο Όμηρος αναδεικνύει τη διπλή λειτουργία του θρήνου σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Οι εναπομείναντες θνητοί στην Ιλιάδα θρηνούν αφενός για το θάνατο του αγαπημένου τους προσώπου αφετέρου για το δικό τους επικείμενο ή προαναγγελθέντα θάνατο. Έτσι και εμείς κάθε φορά που συνειδητά θρηνούμε για το χαμό ενός προσφιλούς προσώπου, το ασυνείδητό μας έρχεται αντιμέτωπο με την αρχή της πραγματικότητας, αφού ένα μέρος του θρήνου ουσιαστικά υπαγορεύεται από τη δυσάρεστη επανενθύμηση του αναπότρεπτου του δικού μας θανάτου. O θάνατος μιας μητέρας ή ενός πατέρα είναι το προαναγγελθέν σήμα του δικού μας θανάτου.

Στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, όταν η Θέτιδα ανεβαίνει και πάλι στην επιφάνεια για να θρηνήσει το νεκρό παιδί της, παρατηρούμε κάτι πρωτοφανές στο χορό του θρήνου. Δεν πρόκειται τόσο για μητρικό σπαραγμό, αλλά για την μοναδική αυτή συνθήκη, που εισάγει ο Όμηρος, καθώς βάζει θνητούς και αθανάτους να ομολογούν στον κύκλο του ίδιου πένθους. Επί δεκαεπτά μερόνυχτα, πριν αποτεφρωθεί το δοξασμένο σώμα του Αχιλλέα, κλαίνε για το χαμό του τόσο οι θνητοί όσο και οι θεοί («κλαίομεν θάνατοί τε θεοί θνητοί τ’ ἄνθρωποι»). [26] Η συγκεκριμένη αυτή συνθήκη θέτει εμφανώς μια έντονη υποψία απέναντι στο ιερό. Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι οι αθάνατοι Θεοί να εμφανίζονται ανήμποροι απέναντι στο γεγονός του θανάτου;

Είναι γνωστό ότι η αρχαία ελληνική λατρεία έχει αντλήσει πολλά στοιχεία της από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ωστόσο, τα ομηρικά έπη δε θεωρήθηκαν ποτέ ιερά βιβλία. Ο Όμηρος, ως γνήσιος δημιουργός, έπλασε έναν κόσμο με την αδέσμευτη ελευθερία που παρέχουν οι ποιητικές συμβάσεις. Τα έπη του μαρτυρούν μια βαθιά φιλοσοφική ενόραση που πηγάζει από τον αδιόρατο τρόπο που αλληλοδιαπλέκονται ζωή και θάνατος μέσα στο ανθρώπινο γίγνεσθαι. Ο άνθρωπος του ομηρικού κόσμου εκπροσωπεί το φως και, σε καμιά περίπτωση, δε συμφωνεί με τον άνθρωπο της ελληνοχριστιανικής παράδοσης, αλλά βρίσκεται σε συστηματική αντίθεση με αυτόν. [27]

Οσάκις, έρχεται η στιγμή του τέλους για έναν ομηρικό ήρωα, δεν υπάρχει δύναμη ικανή να τον σώσει και να του χαρίσει την αθανασία. Παρά την παντοδυναμία τους, οι θεοί φαίνονται ανήμποροι να τα βάλουν με το θάνατο σε αντίθεση με τον χριστιανικό θεό που πατάσσει το θάνατο. Δε χρειάζεται παρά να παρακολουθήσει κανείς τη σταδιακή πτώση του πρώτου των Τρώων, του Έκτορα, για να γίνει μάρτυρας της εγκατάλειψης του ανθρώπου μπρος στην έλευση του πεπρωμένου. Οι τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας σφύζουν από το αναπόφευκτο του θανάτου. Κι αφού αυτή η στιγμή του τέλους βρίσκεται πέραν κάθε ανθρώπινης και θεϊκής αρωγής, η μοίρα δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται σαν μια αδιαπέραστη δύναμη, πάνω από θεούς και ανθρώπους. [28] Η σκιά του Αχιλλέα αναφωνεί με παράπονο στη σκιά του Αγαμέμνονα στον κάτω κόσμο ότι κανείς θνητός δεν ξέφυγε από το βαρύ πεπρωμένο του θανάτου. [29]

Αυτόν ακριβώς τον ομηρικό άνθρωπο, ο οποίος σωριάζεται καταγής σαν φύλλο δέντρου, χωρίς καμιά βοήθεια, δε φαίνεται να αποδέχεται ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του. Τέσσερις αιώνες μετά τον Όμηρο, όταν για πρώτη φορά πασχίζει να επιβάλει μια ολοκληρωτική, αξιολογική διάσταση πάνω στη ζωή, τα πρώτα πράγματα που απαρνιέται είναι τον ομηρικό κόσμο και τις τέχνες. Αφού οι αξίες είναι αιώνιες, δεν είναι δυνατό ο άνθρωπος, που τις ενστερνίζεται και τις ενσαρκώνει, να φέρει μια θνητή ψυχή ή να ασχολείται με κάτι απατηλό, όπως είναι οι τέχνες. Τι νόημα θα είχαν η ηθική, το δίκαιο, η ανδρεία αν δεν απευθύνονταν σε μια ψυχή που είναι αθάνατη;

«Ένας, που πιστεύει, πως υπάρχουν στον Άδη εκείνα τα φοβερά και τρομερά πράγματα, νομίζεις πως θα ήταν άφοβος εμπρός στο θάνατο και πως θα προτιμούσε στον πόλεμο να σκοτωθεί κάλλιο, παρά να νικηθεί και να γίνει σκλάβος; Διόλου. Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, να δώσομε όλη την προσοχή μας και για όσα θα επιχειρούσαν να λέγουν πάνω σ᾽ αυτά, και να παρακαλέσομε τους ποιητάς να μην κατηγορούν έτσι όπως τύχει τον Άδη, κι όσα είν᾽ εκεί μέσα, αλλ᾽ απεναντίας να τα επαινούν, γιατί ούτε αληθινά είναι όσα λέγουν, ούτε ωφέλιμα για κείνους που θα γίνουν μια μέρα πολεμιστές. Έτσι πρέπει πραγματικώς. Θα σβήσομε λοιπόν από την ποίηση όλα τα τέτοια…» [30]

Ο Πλάτωνας στην ουσία εξοστρακίζει από την Πολιτεία τον Όμηρο. Ξεφορτώνεται έτσι το ισχυρότερο εμπόδιο που στοχεύει στην απάρνηση της θνητότητας και όλων των ηθών που υπαγορεύονται από το θάνατο. [31] Πρόκειται για την επένδυση της θνητότητας με το πέπλο της αθανασίας, μια μάσκα που επιβάλλει συνήθως κάθε ιδεολογία ή θρησκεία απέναντι στη φυσική ροή της ζωής. Ο Πλάτωνας υποβάλλει σε εξονυχιστική κριτική τον Όμηρο (“παραιτησόμεθα Ὂμηρόν τε καί τούς ἄλλους ποιητάς”) [32] εξετάζοντας όλες τις απόψεις του για τον Άδη. Ο θάνατος και κατά συνέπεια ο Άδης δεν μπορεί να τρομάζει το Πλατωνικό υποκείμενο. [33] Ο Όμηρος βάζει στο στόμα του Αχιλλέα λόγια για το θλιβερό σκότος της ανυπαρξίας στη συνάντησή του με τον Οδυσσέα κατά την κάθοδο του τελευταίου στον Άδη. Όταν ο Οδυσσέας θυμίζει στον Αχιλλέα ότι ήταν δοξασμένος όσο ζούσε, αλλά και τώρα βασιλεύει ανάμεσα στους νεκρούς, ο Αχιλλέας δίνει μια αποστομωτική απάντηση λέγοντας ότι ο θάνατος δεν επιδέχεται παρηγοριάς και θα προτιμούσε ο ίδιος να δούλευε ως απλός εργάτης στην πατρίδα του παρά να είναι βασιλιάς στον κάτω κόσμο. [34]

Κατά συνέπεια, για τον Όμηρο δεν υπάρχει μεγαλύτερο αγαθό από εκείνο της ζωής. Αν και δεν υπάρχει τρόπος ο άνθρωπος να γλυτώσει από το πεπρωμένο του, στον Όμηρο δεν υπάρχει καμιά δήλωση απαξίωσης ή απάρνησης της ζωής. Ο Όμηρος, ενάντια σε οποιαδήποτε πεποίθηση εγκόσμιας ματαιότητας, υμνεί τον κόσμο, το γίγνεσθαι, το φως, το σκοτάδι, τη μέρα και τη νύχτα. Σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, μέσα από την απάρνηση του κόσμου εις το όνομα ενός Επέκεινα, ο Πλάτωνας σκοτώνει συμβολικά τον Όμηρο και διαμεσολαβεί ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο διασώζοντας τον άνθρωπο από την φθορά. Αυτό που έκανε ο Πλάτωνας, είναι αυτό που σήμερα συνεχίζει να κάνει η σύγχρονη ιατρική με τη συνδρομή της βιοτεχνολογίας εις το όνομα της προόδου και της εξέλιξης: δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πεθάνει. [35]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γεωργίου Ν. Παπανικολάου, Λεξικόν των ρημάτων της αττικής πεζογραφίας, 699.

[2] Σύμφωνα με την Elizabeth Kübler-Ross η διαδικασία του πένθους διέρχεται συνήθως πέντε διαδοχικά στάδια: 1) την άρνηση, 2) το θυμό, 3) την διαπραγμάτευση, 4) τη θλίψη και 5) την αποδοχή. Βλ. Elizabeth Kübler-Ross, On Death and Dying (1970), New York, NY, Collier Books/Macmillan Publishing Co, 45-68.

[3] Σίγκμουντ Φρόυντ, Πένθος και Μελαγχολία, στο Μεταψυχολογικά Κείμενα του 1915, μετάφραση: Λευ­τέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Επίκουρος, 2005, 147-148.

[4] Ο όρος «κάθεξη» (Besetzung στη γερμανική γλώσσα) εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του Φρό­υντ στις Μελέτες για την υστερία (1895) και στο Σχεδίασμα μιας επιστημονικής ψυχολογίας (1895), βλ. J. Laplanche & J. Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, 226-227.

[5] Αιμιλίου Μιρώ, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, 234-238.

[6] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 22-28.

[7] Oμήρου, Iλιάδα,Ραψωδία Σ, 35 -72.

[8] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 73.

[9] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 80-94.

[10] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 111-119.

[11] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ι,13 & Ι 415.

[12] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 120-126.

[13] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 135-138.

[14] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 200-238.

[15] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Σ, 95-96.

[16] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 35-94.

[17] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 610-675.

[18] Δ. Ν. Μαρωνίτης, “Ἓκτορος ἀναίρεσις”, αντλήθηκε από τον ιστότοπο Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμ­ματεία – Αρχαϊκή επική ποίηση: από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια των Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/epos/page_050.html (τελευταία επίσκε­ψη 30/5/2018).

[19] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 635-648.

[20] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 678-723.

[21] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 724-746.

[22] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 747-761.

[23] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 762-777.

[24] Oμήρου, Iλιάδα, Ραψωδία Ω, 785-805.

[25] Αιμίλιος Μιρώ, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, 234.

[26] Oμήρου, Oδύσσεια, Ραψωδία Ω, 64.

[27] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 99.

[28] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 102.

[29] Oμήρου, Oδύσσεια, “μοῖρ᾽ ὀλοή, τὴν οὔ τις ἀλεύεται ὅς κε γένηται” (Ω, 29).

[30] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 386 b -c.

[31] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 103.

[32] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 387 b.

[33] Πλάτωνος, Πολιτεία, Γ, 396 a.

[34] Oμήρου, Oδύσσεια, Ραψωδία Λ, 488-491.

[35] Κωστή Παπαγιώργη, Ζῶντες καί τεθνεῶτες, 105-106.

 

Βιβλιογραφία


 

Πηγές

  • Ομήρου, Ιλιάς, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα, Άγρα, 2012.
  • Ομήρου, Οδύσσεια, μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, 2009.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία, μετάφραση: Ι. Ν. Γρυπάρης, αντλήθηκε από τον ιστότοπο «Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα» http://www.greek- language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=111&page=32 (τελευταία επίσκεψη 1/6/2018).

 

Δευτερεύουσα βιβλιογραφία

  • Μαρωνίτης, Δ. Ν., «Ἓκτορος ἀναίρεσις», στο Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα, Αρχαία Ελληνική Γλώσ­σα και Γραμματεία – Αρχαϊκή επική ποίηση: από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, αντλήθηκε από τον ιστότοπο «H Πύλη για την ελληνική γλώσσα» http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/epos/page_050.html (τελευταία επίσκεψη 30/5/2018).
  • Μιρώ, Αιμίλιος, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, μετάφραση: K. Παναγιώτου, Αθήνα, Ωκεανίς, 1971.
  • Παπαγιώργης, Κωστής, Ζῶντες καί Τεθνεῶτες, Αθήνα, Καστανιώτη, 1991.
  • Παπανικολάου, Γεώργιος Ν., Λεξικόν των ρημάτων της Αττικής Πεζογραφίας, Αθήνα, Δημ. Ν. Παπα­δήμα, 1988.
  • Φρόυντ, Σίγκμουντ, Πένθος και Μελαγχολία, στα Μεταψυχολογικά Κείμενα του 1915, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Επίκουρος, 2005.
  • Kübler-Ross, Elizabeth, On Death and Dying, New York, NY, Collier Books/Macmillan Publishing Co., 1970.
  • Laplanche J. & Pontalis, J., Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, μτφρ. B. Καψαμπέλης, Λ. Χαλκούση, Α. Σκουλίκα, Π. Αλούπης, Αθήνα, Κέδρος, 1986.

 

Γιώργος Μπανιώκος

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η έννοια της ψυχής στα Ομηρικά έπη – Πέννυ Γρούβα στο, «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Είναι γεγονός πως στα δύο διασωθέντα κύκλια έπη του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, γίνεται τόσο άμεση, όσο και έμμεση αναφορά στην έννοια της ψυχής, ενώ τα δύο αυτά έπη του 8ου αιώνα π.Χ. είναι τα πρώτα κείμενα της ελληνικής γραμματείας στα οποία πρωτοαπαντάται η συγκεκριμένη λέξη. Ας αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, το τι ορίζεται ως ψυχή, προτού εντοπίσουμε αναφορές της έννοιας σε χωρία των δύο ποιημάτων. Αρχικά, ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ψύω», με το επίθημα -χω, δηλαδή «ψύχω» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω». Κυριολεκτικά, ψυχή σημαίνει «ψυχρή πνοή», δηλαδή ύστατη ένδειξη ζωής στο ανθρώπινο σώμα.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το γεγονός πως σε τουλάχιστον έξι γλώσσες, όπως αυτή των Ασυρρίων, των Εβραίων, των Ινδών, των Σλάβων, των Λατίνων η αντίστοιχη λέξη ψυχή προέρχεται από ρήματα που σημαίνουν «αναπνέω». Στην πιο γνώριμη σε εμάς γλώσσα, τη λατινική, τα anima, animus έχουν συγγένεια με το αρχαίο ελληνικό ρήμα «άημι» που σημαίνει «φυσώ», «πνέω» και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται με τις σημασίες «πνοή» και «ψυχή».

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στον Όμηρο η ακριβής απόδοση μιας σημασίας στη λέξη ψυχή φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η μόνη σημασία που μπορούμε να δώσουμε με βεβαιότητα είναι αυτή της «πνοής – αναπνοής», σύμφωνα με τους λεξικογράφους Πανταζίδη και Λορεντζάτου, καθώς υπάρχει χωρίο στην Ιλιάδα, στο οποίο ακριβώς αναφέρεται η λέξη «αϋτμή», δηλαδή «πνοή». Ειδικότερα, αναφέρεται στο κ 89-90 «Ζευς ενέηκε πόνοισι διαμπερές εις ο κ’ αϋτμή/εν στήθεσσι μένη και μοι φίλα γούνατ’ ορώρη» (ο Δίας απ’ όλους πιότερο σε βάσανα με ρίχνει δίχως τέλος / όσο κρατάει η πνοή στα στήθη μου κι η δύναμη στα γόνα).

Στη συνέχεια, η χρήση της λέξης αυτής στα έπη γίνεται αφενός αναφορικά με τον αρχαίο πολεμιστή, υπό την έννοια πως εκείνος οφείλει να επιδείξει ψυχικό σθένος και ανδρεία στη μάχη, καθώς αυτό το οποίο διακινδυνεύει να χάσει, εάν σκοτωθεί, είναι ακριβώς η ψυχή του και, αφετέρου, αναφορικά με τον ανθρώπινο θάνατο, όπως θα δούμε ακολούθως. Αποτελεί επομένως η ψυχή σύμβολο της ανθρώπινης θνητότητας, ενώ αξίζει να σημειώσουμε πως στα ομηρικά έπη δεν αποδίδει το σύνολο των ψυχικών ιδιοτήτων.

 

Η σορός του Έκτορα μεταφέρεται στην Τροία, ρωμαϊκή σαρκοφάγος, περίπου 180-200 μ.X. Louvre Museum from the Borghese collection.

 

Κάποια βασικά στοιχεία, τώρα, που παρατηρούμε στις ομηρικές ψυχές μελετώντας τους ομηρικούς στίχους είναι πως εκείνες, σε συνδυασμό με το σώμα ενός θνητού, συναποτελούσαν την ολότητα του αρχαίου Έλληνα. Ο διαχωρισμός αυτής της ολότητας σε σώμα – ψυχή μπορούσε να επέλθει με δύο τρόπους. Από τη μια, στιγμιαία, όπως για παράδειγμα σε μια λιποθυμία, δηλαδή ολική απώλεια αισθήσεων, από την οποία το άτομο επανερχόταν μέσα σε λίγα λεπτά, όπως περιγράφεται, για παράδειγμα, στην Ιλιάδα η ξαφνική απώλεια των αισθήσεων της Ανδρομάχης. Όταν εκείνη αντίκρισε τον γιο της σερνάμενο από τον Αχιλλέα, η ψυχή της στιγμιαία απομακρύνθηκε από το σώμα. Εκείνο που επανάφερε την ψυχή της «μάνας» στο σώμα της ήταν το συναίσθημα του «θυμού». Από την άλλη, ο θάνατος αποτελεί τη δεύτερη αιτία διάκρισης της ψυχής από το σώμα, με αποτέλεσμα την μόνιμη πλέον μετάβαση της ψυχής στον Κάτω Κόσμο.

Πιο αναλυτικά, οι ομηρικοί άνθρωποι πιστεύουν στον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα μετά τον θάνατο και την εγκατάστασή της στον Άδη, εκεί όπου θα κριθεί και θα τιμωρηθεί, εάν χρειαστεί, για τις πράξεις της όσο βρισκόταν στο σώμα στο οποίο ανήκε. Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπονοείται κάποια μορφή Κόλασης ή Παραδείσου, αλλά εννοείται η κοινή εγκατάσταση όλων των ψυχών συλλήβδην, και εκείνων που θα τιμωρούνταν και εκείνων που θα ησύχαζαν, στον Κάτω Κόσμο. Εκείνο, που προϋποτίθεται για να μπορέσει η ψυχή να οδηγηθεί στον Άδη, είναι η ταφή του θανούντος. Χωρίς αυτήν τη διαδικασία η ψυχή εγκλωβιζόταν στο κατώφλι του Άδη και δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί όπου ήταν ο προορισμός της. Το πρόσωπο που οδηγούσε σαν ποιμήν τις ψυχές των νεκρών, αφού πραγματοποιούταν η ταφή τους, ήταν ο Ερμής, όπως φαίνεται για παράδειγμα στη ραψωδία ω της Οδύσσειας.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως οι ομηρικοί άνθρωποι δέχονται την αθανασία της ψυχής μετά θάνατον, χωρίς όμως να πιστεύουν πως διατηρεί αυτή τας «φρένας», δηλαδή την ενεργή πνευματικότητα και συνείδησή της. Μόνο σε περίπτωση επαφής της με αίμα επανακτούσε μερική συνείδηση, γι’ αυτό ενίοτε οι ψυχές που τριγυρνούσαν στον Άδη χαρακτηρίζονταν «διψασμένες», και εννοείται για αίμα. Διότι η ψυχή χωρίς το αίμα του ανθρώπινου σώματος ήταν «μουδιασμένη». Είναι γεγονός πως οι πρώτοι κι όλας άνθρωποι ταύτιζαν την ψυχή με μέρη του ανθρώπινου σώματος, κι ένα από αυτά είναι το αίμα.

 

Ο Χάρων, ο πορθμέας του Άδη, μεταφέρει τις ψυχές μέσω του ποταμού Στυγός. Έργο του Alexander Dmitrievich Litovchenko (1835 – 1890), Russian Museum, St. Petersburg.

 

Στη συνέχεια, η ψυχή είναι στον Όμηρο άυλη και εξέρχεται από το στόμα ή την πληγή του θανούντος, δηλαδή από κάποιο μέρος του σώματός του, το οποίο είναι υλικό. Φεύγει, λοιπόν, σαν ατμός, όπως διαβάζουμε στον εκατοστό στίχο της ραψωδίας ψ «οὐδ᾽ ἔλαβε· ψυχὴ δὲ κατὰ χθονὸς ἠΰτε καπνὸς ᾤχετο τετριγυῖα·», δηλαδή «κλαψουρίζοντας του εξέφυγε βαθιά η ψυχή στο χώμα, ίδια καπνό». Έτσι φεύγει σαν να πετάει, κατά τη στιγμή της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο. Ένα ακόμη παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση είναι το χωρίο π 503- 505 της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται ο θάνατος του Πάτροκλου μέσα από την εικόνα της εξόδου του δόρατος που τον πλήγωσε στο διάφραγμα και ταυτόχρονα της ψυχής του, που βγήκε κι εκείνη από την πληγή σαν αέρας.

Μια ακόμη ονομασία που δίνεται στην υπό εξέταση έννοια είναι το «είδωλον», δηλαδή σκιά, όπως φαίνεται στο χωρίο της Οδύσσειας ω στ.: 14 «ψυχαί, είδωλα καμόντων» και της Ιλιάδας Ψ στ.: 104 «ψυχή και είδωλον, ατάρ φρένες οθκ ένι πάμπαν, δηλαδή «ψυχή και διακαμός στον άνθρωπο, κι όμως ζωή καθόλου!»

Επιπλέον, λέγεται, πως η ψυχή μετά τον θάνατο διατηρεί τη μορφή του ατόμου στο οποίο ανήκε. Πώς μπορεί βέβαια κάτι άυλο να προσο­μοιάζει με κάτι που ήταν υλικό δεν μπορεί να απαντηθεί ξεκάθαρα. Επρόκειτο μάλλον για αιθέριο ομοίωμα του σώματος σε σμίκρυνση. Εκείνο, που συνεπάγεται αναντίλεκτα είναι πως ένας ζωντανός άνθρωπος, άρα ένα υλικό σώμα, δεν μπορεί να έλθει σε επαφή με μια ψυχή που βρίσκεται στον κάτω κόσμο, δηλαδή ένα αποκομμένο από το σώμα του εκλιπόντος άυλο είδωλο. Ένα χωρίο στο οποίο επιβεβαιώνεται το παραπάνω είναι η ραψωδία λ της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδυσσέας επικοινωνεί με την ψυχή της μητέρας του, χωρίς όμως να έλθει σε σωματική επαφή μαζί της. Επίσης, στην ίδια ραψωδία, συναντά τις ψυχές του Αγαμέμνονα, του Αχιλλέα και άλλων, χωρίς να μπορεί να αγγίξει κάτι υλικό από αυτούς, παρατηρώντας μόνο τις τιμωρίες των αμαρτωλών.

Δύο όροι, τώρα, που προαναφέρθηκαν και αξίζουν μια σύντομη προ­σέγγιση είναι ο όρος «θυμός» και ο όρος «φρένες». Ποια σχέση παρουσιάζουν με τον όρο ψυχή; Οι δυο αυτοί όροι εκφράζουν ψυχικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την καρδιά, καθώς ο θυμός προέρχεται από τις «φρένες», που βρίσκονται στο στήθος, μεταξύ της καρδιάς και των πνευμόνων, όπως ακριβώς και η ψυχή. Σε χωρία της ραψωδίας Ι της Ιλιάδας διαβάζουμε «Λύγισε, Αχιλλέα μου, τη δυνατή ψυχή σου, σκληρή να έχεις την καρδιά δεν πρέπει» και παρακάτω «Ωστόσο ο Αχιλλέας αγρίεψε στα στήθη του τη δυνατή ψυχή του».

Άρα οι παραπάνω όροι αφορούν το εσωτερικό του ανθρώπου και εμφανίζονται ως αυτόνομες προσωποποιημένες έννοιες, ενώ συχνά ο ομηρικός άνθρωπος συνομιλεί, διαπραγματεύεται ή έρχεται σε ρήξη μαζί τους. Είναι, λοιπόν, συναφείς οι τρεις λέξεις με την εξής διαφοροποίηση. Ο όρος ψυχή εμφανίζεται ή υπονοείται σε στιγμές θανάτου ή λιποθυμίας των ομηρικών ηρώων, σε αντιδιαστολή με τους όρους «θυμός» και «φρένες» που εμφανίζονται σε διάφορες στιγμές όλης της διάρκειας της ζωής των ηρώων και ειδικότερα σε καταστάσεις κατά οποίες οι ήρωες βρίσκονταν σε έντονη συναισθηματική κατάσταση, σωματική ή πνευματική εγρήγορση. Πράγματι, ο «θυμός» έχει την έννοια του «βρασμού της ψυχής», του πάθους, της επιθετικότητας, του μένους που πηγάζουν από την ψυχή, όπως ακριβώς πιστεύεται και από τη σύγχρονη Ψυχολογία.

Συμπερασματικά η ψυχή είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί το ζωντανό από το νεκρό σώμα και στον Όμηρο αφορά μόνο το ανθρώπινο σώμα κι όχι το σώμα των υπολοίπων ζώων. Είναι η απαραίτητη δύναμη που κάνει το σώμα να αναπνέει, άρα να ζει, ενώ ο θάνατός της αφαιρεί αυτόματα τη ζωή του σώματος. Απαραίτητες είναι βέβαια και οι ζωτικές λειτουργίες του σώματος, απλώς στην παρούσα εργασία εξετάσαμε μόνο τον ρόλο της ψυχής μέσα σε αυτό.

Ολοκληρώνοντας, το γεγονός πως τα συναισθήματα των ηρώων είναι έκδηλα και περιγράφονται με τρόπο γλαφυρό από τον μεγάλο ποιητή, μέσα από σκηνές θυμού, κλάματος, κακοποίησης πτωμάτων, ανακούφισης ή έντονης συγκίνησης, μαρτυρά πως Όμηρος αναγνωρίζει τα πάθη, τα σκοτεινά βάθη και τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Επομένως οδηγούμαστε αβίαστα στην παραδοχή πως ο ομηρικός άνθρωπος πιστεύει στην έννοια και την ύπαρξη της ψυχής.

 

Πέννυ Γρούβα

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Αίας – Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, στο «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η αυτοκτονία έχει αποτελέσει τόσο για τον κοινό νου, όσο και για την φιλοσοφία εξόχως ερεθιστικό ζήτημα, το οποίο συ­νήθως είναι αδιαπέραστο από την ανθρώπινη λογική. Ακόμη και ο Σοπενχάουερ, ο γνωστός και ως ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, δυσκολεύεται να βρει νόημα στο απονενοημένο αυτό διάβημα. Κατά τον Σοπενχάουερ η αυτοκτονία αποτελεί ένα πείραμα: στην απόπειρά της ελλοχεύει ένα άρρητο ερώτημα που ο υποψήφιος αυτόχειρας απευθύνει στην φύση προσπαθώντας να την εξαναγκάσει να απαντήσει. Το ερώτη­μα έχει ως εξής: τι αλλαγή θα μπορούσε να επιφέρει ο θάνατός μου στην κατάστασή μου και στην αντίληψη που έχω για τα πράγματα; Ωστόσο, λέει ο Σοπενχάουερ, το πείραμα είναι αδέξιο και αλυσιτελές. Και τούτο διότι προϋποθέτει την καταστροφή αυτού που θέτει το ερώτημα, ώστε, τελικά, η όποια απάντηση να μην φθάνει ποτέ στον ενδιαφερόμενο. Η δυτική τουλάχιστον διανόηση, τελώντας υπό την έντονη επιρροή του Χριστιανισμού για περισσότερα από δυο χιλιάδες χρόνια, έχει αντιμε­τωπίσει την αυτοκτονία κατά κύριο λόγο είτε με απαξιωτική αμηχανία, είτε με απροκάλυπτη εχθρότητα. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της αυτοκτο­νίας δεν ήταν πάντοτε αυτή.

Κατά την αρχαιότητα, ορισμένως, η αυτοκτονία ενίοτε συνιστούσε λε­λογισμένη απόφαση για την διασφάλιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του αυτόχειρα. Στην κατηγορία αυτήν κατατάσσεται ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα στην λογοτεχνία αντίστοιχα περιστατικά. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αυτοκτονία του Αίαντα, βασιλιά της Σαλαμίνας, γιου του Τελαμώνα και εγγονού του Αιακού, την οποία παραδίδουν τα έπη του Ομηρικού κύκλου, συγκεκριμένα η 11η ραψωδία της Οδύσσειας, η Αιθιοπίδα και η Μικρή Ιλιάδα. Αιώνες αργότερα ο Σοφοκλής επιλέγει να καταστήσει την αυτοκτονία του Αίαντα άξονα της τραγωδίας που φέρει το όνομα του μυθικού ήρωα. Κατά τον μύθο, συγκεκριμένα, όταν ο Αχιλλέας πέφτει νεκρός από το βέλος του Πάρι, ο Αίας και ο Οδυσσέας κατορθώνουν να αποκρούσουν τους Τρώες που προσπαθούν να πάρουν το πτώμα του ήρωα στην κατοχή τους ως λάφυρο ή, έστω, να σκυλεύσουν την πανοπλία του. Παρότι ο Αίας είναι εκείνος που με την απαράμιλλη δύναμή του σώζει την σωρό του Αχιλλέα από τους εχθρούς, τα όπλα του ήρωα τελικώς δίδονται ως βραβείο στον Οδυσσέα. Ο Αίας, νιώθοντας αδικημένος και μειωμένος, αδυνατεί να συγκρατήσει την οργή του και αποφασίζει το βράδυ της ίδιας μέρας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών που τον αδίκησαν. Η Αθηνά, όμως, συσκοτίζει τον νου του και τον στρέφει σε ένα κοπάδι πρόβατα, το οποίο ο Αίας εξολοθρεύει. Το πρωί, όταν καταλαβαίνει τι έχει κάνει, αισθάνεται αφόρητη ντροπή, και σχεδιάζει την αυτοκτονία του με τα εξής λόγια:

Ύστερα θα’ βρω ένα μέρος/ που δεν πατάει ποτέ ποδάρι ανθρώπου/ και αυτό το παρά μισητό σπαθί μου, βαθιά στη γη θα χώσω/ όπου κανένας, δεν θα το ξαναδεί, μονάχα ο Άδης. Και μετά: ἐγὼ γὰρ εἶμ᾽ ἐκεῖσ᾽ ὅποι πορευτέον· καὶ τάχ᾽ ἄν μ᾽ ἴσως πύθοισθε, κεἰ νῦν δυστυχῶ, σεσωσμένον. Δηλαδή: εγώ θα πάω εκεί που πρέπει/ …εσείς, σύντομα θα μάθετε πως έχω πια σω­θεί. Ο Αίας, όντως, πραγματοποιεί τις εξαγγελίες του.

Τα σημεία που αποκαλύπτουν το αξιακό σύστημα του Αίαντα μπο­ρούν να εντοπιστούν στις φράσεις «όποι πορευτέον» και «πύθοισθε με σεσωσμένον». Ο Αίας θεωρεί πως πράγματι οφείλει να πορευθεί έναν συγκεκριμένο δρόμο, αυτόν της αυτοκτονίας, κάτι που εμφαίνεται με την χρήση του ρηματικού επιθέτου «πορευτέον». Επίσης, υποστηρίζει πως η επιλογή της αυτοκτονίας Θα αποτελέσει την σωτηρία του, και πως αυτό θα είναι απολύτως προφανές για όσους πληροφορηθούν τον αυτο­χειριασμό του. Γιατί, όμως, οφείλει ένας λαμπρός πολεμιστής να θέσει τέλος στη ζωή του; Και υπό ποία οπτική η αυτοκτονία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σωτηρία; Σωτηρία από τι; Είναι προφανές πως εμείς σή­μερα δεν μοιραζόμαστε τις απόψεις του Αίαντα, και πως το αξιακό μας σύστημα είναι ιεραρχημένο κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Από τους μέσους χρόνους και εντεύθεν η ανθρώπινη ζωή τοποθετείται παγίως στην κορυφή της αξιολογικής κλίμακας του ηθικού προσώπου. Συνεπώς τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σημαίνον ηθικώς, ώστε να θέσει κάποιος οικειοθελώς τέλος στην ζωή του χάριν αυτού. Οι ήρωες νομι­μοποιούνται, ασφαλώς, να διακινδυνεύουν αυτό το ύψιστο αγαθό χάριν της ελευθερίας. Ωστόσο, για να έχει αξία η διακινδύνευσή τους αυτή, θα πρέπει οι ίδιοι να επιθυμούν να ζήσουν, και όχι να πεθάνουν.

 

Ο Αίαντας αυτοκτονεί. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στην αρχαία Ποσειδωνία, περίπου 6ος αι. π.Χ. Ποσειδωνία (Paestum), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Κατά την προκλασική, κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα, ωστόσο, η ζωή δεν αντιμετωπιζόταν ως το υπέρτατο αγαθό, ούτε περιεβάλετο με την ηθική αξία που σήμερα διαθέτει. Αντιθέτως, αξίες όπως η υστεροφη­μία και η προσωπική τιμή αναγνωρίζονταν ως υπέρτερες, και το ηθικό πρόσωπο όχι μόνον εδικαιούτο, αλλά πολλές φορές υπεχρεούτο να θέτει τέλος στην ζωή του ώστε να διασφαλίσει κάποια από αυτές. Πάμπολλες περιπτώσεις αυτοκτονίας εν ονόματι της τιμής από την αρχαιότητα έχουν διατηρηθεί στην ιστορική μνήμη, άλλες ανταποκρινόμενες σε ιστορικά γεγονότα, και άλλες καλυμμένες από άχλη του μύθου.

Ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, συγκεκριμένα, λέγεται πως όταν άκουσε από τον μάντη Τειρεσία πως μόνον ο θάνατος ενός από τους σπαρτούς μπορούσε να σώσει την πόλη του, την Θήβα, από την πολιορκία των επτά βασι­λέων, ρίχτηκε χωρίς δισταγμό στο σπαθί του. Ο Σωκράτης επέλεξε τον θάνατο ενώ μπορούσε να τον αποφύγει, θέλοντας να τιμήσει την στάση που είχε κρατήσει έως τότε στην ζωή του και να αποφύγει την ατίμωση που θα επέφερε η εκ μέρους του εγκατάλειψη της θέσεως που παγίως και εντόνως πρέσβευε, πως δηλαδή ο πολίτης υποχρεούται να υπακούει ακόμη και σε άδικους ή σκληρούς νόμους. Ο Βρούτος, όταν ηττήθηκε στους Φιλίππους από τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, επέλεξε την αυτοκτονία αντί της ατιμωτικής παράδοσης, λέγοντας κατά τον Πλούταρχο: «πάνυ μεν ουν φευκτέον, άλλα διά των χειρών, ού διά των ποδών», δηλαδή: οπωσδήποτε πρέπει να δραπετεύσουμε, αλλά με τα χέρια, όχι με τα πόδια. Ο Κάτων ο νεώτερος έδωσε τέλος στην ζωή του με ήρεμη αποφασιστικότητα όταν ο Ιούλιος Καίσαρας επικράτησε του Πομπήιου. Ο Καίσαρας λέγεται πως, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, είπε: «Κάτωνα, σε φθονώ για τον θάνατό σου, όπως εσύ θα με φθονούσε εάν σου χάριζα την ζωή». Αυτές, και πολλές άλλες περιπτώσεις αυτο­κτονίας από την αρχαιότητα, ενέπνευσαν ανά τους αιώνες αμέτρητους ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές, και πολλάκις εξυμνήθηκαν ως πράξεις ανδρείας, τιμής και ηθικής υπεροχής. Καμία, ωστόσο, αυτοκτονία κατά την αρχαιότητα δεν προβλήθηκε ή υμνήθηκε περισσότερο από αυτήν του Αίαντα, την οποία, μάλιστα, ο Σοφοκλής κατά παράβαση των ειωθότων επέλεξε να αναπαραστήσει επί σκηνής.

Είναι προφανές πως η αυτοκτονία δεν θα αντιμετωπιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν δεν υποστηριζόταν από κάποιο συμπαγές και συνεκτικό ηθικό σύστημα ευρείας αποδοχής. Το σύστημα αυτό δεν ήταν άλλο από εκείνο της Στοάς και των εκπροσώπων της, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε ένθερμους υποστηρικτές της αυτοκτονίας, της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, όπως την αποκαλούσαν, όταν οι συνθήκες επέβαλλαν κάτι τέτοιο. Την θέση τους αυτή, μάλιστα, δεν παρέλειπαν να την εφαρμόζουν και οι ίδιοι. Δεν είναι παράδοξο πως οι Στωικοί αποτελούν την φιλοσοφική κάστα με τους περισσότερους αυτόχειρες μεταξύ των μελών της. Ο Ζή­νων από το Κίτιο, ο αρχηγέτης της σχολής, έθεσε ο ίδιος τέλος στην ζωή του κρατώντας την αναπνοή του όταν, ύστερα από μια πτώση του, έχασε τον έλεγχο του σώματός του, όπως παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος. Ο Κλεάνθης ο Φρέαντλις από την Ασσό, μαθητής του Ζήνωνος, σε βαθύ γήρας και ύστερα από ένα πρόβλημα υγείας που τον έφερε κοντά στον θάνατο, αρνήθηκε να δεχθεί τροφή με σκοπό να πεθάνει. Δικαιολόγησε την απόφασή του αυτή λέγοντας πως ήδη είχε κάνει την μισή διαδρομή προς τον θάνατο, και δεν σκόπευε να γυρίσει πίσω στην αρχή, ώστε κάποτε να την επαναλάβει ολόκληρη εκ νέου.

Η αδιαφορία αυτή προς τον θάνατο, η οποία ενίοτε μεταφράζεται σε ανοικτή προτίμηση, δεν είναι διόλου ξένη προς την γενικότερη ηθική θεωρία των Στωικών. Συγκεκριμένα, για αυτούς ο ηθικός ορίζοντας του ανθρώπου περιλαμβάνει μόνον δύο σημεία αναφοράς: την αρετή και την κακία. Όλα τα υπόλοιπα για τους Στωικούς είναι αδιάφορα. Ο πλούτος και η υγεία, επί παραδείγματι. Για τον καθημερινό άνθρωπο, και τότε και σήμερα, αποτελούν ευλογία. Όχι, όμως, για έναν Στωικό. Για τους Στωικούς αμφότερα συνιστούν απλώς αδιάφορες καταστάσεις, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αυτό, βέβαια, στην σκέψη των Στωικών δεν σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν δικαιολογείται να τρέφει μια ελαφρά προτίμηση προς την υγεία, ας πούμε, και όχι προς την ασθένεια. Απλώς, η υγεία δεν είναι τόσο σημαντική καθ’ εαυτήν, ώστε να αποτελέσει αυτοσκοπό. Μόνο η αρετή μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό για το ηθικό πρόσωπο. Η υγεία, ο πλούτος, η ένδεια, η ασθένεια, και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση αντιμετωπίζουμε στον βίο μας, είναι απλώς ένα μέσον προς την επίτευξη της αρετής, και μόνον ως τέτοιο μπορεί να έχει κάποια ηθική αξία. Η υγεία, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, έχει αξία μόνον εάν μας οδηγεί στην αρετή. Εάν, ωστόσο, μας σπρώχνει προς την κακία, τότε καθίσταται επιζήμια. Για τον Νέρωνα ή τον Χίτλερ, επί παραδείγματι, το γεγονός πως έχαιραν άκρας σωματικής υγείας δεν απο­δείχθηκε καθόλου επωφελές, αφού δεν τους οδήγησε στην αρετή, αλλά στην κακία. Για τον Νίτσε και τον Μπετόβεν, αντιστρόφως, η κακή τους υγεία τους οδήγησε στην αρετή, έστω την καλλιτεχνική ή λογοτεχνική. Ο Χίτλερ, κατά την οπτική των Στωικών, θα ήταν πολύ ευτυχέστερος εάν η υγεία του ήταν τόσο κλονισμένη, ώστε να περιστέλλει την ροπή του στο έγκλημα.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την ζωή. Αυτή δεν είναι παρά ένα μέσον ώστε το ηθικό πρόσωπο να οδηγείται στην αρετή. Ορισμένες φορές, ωστόσο, η ζωή κατά τους Στωικούς καθίσταται βάρος για τον άνθρωπο, και τροχοπέδη στην επιδίωξη της αρετής. Είναι οι περιπτώσεις εκείνες, επί παραδείγματι, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο είτε του σώματός του, είτε της πορείας των γεγονότων της ζωής του. Ο Αίας, ας πούμε, εάν δεν έθετε τέλος στην ζωή του, θα έπρεπε να υποστεί την περιφρόνη­ση ή την συγκατάβαση των συμπολεμιστών του. Δεν ήταν στο χέρι του να μεταβάλλει την κατάσταση αυτή. Πάντοτε θα ήταν ζωντανή στην μνήμη όλων η ατιμωτική θέση στην οποία κάποτε βρέθηκε, σκιάζοντας και απαξιώνοντας κάθε μέχρι τούδε επίτευγμά του, καθώς και κάθε μελλοντικό. Ο μόνος τρόπος του ήρωα ώστε να διατηρήσει την αρετή του, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνος την αντιλαμβάνεται, είναι να θέσει τέλος στην ζωή του.

Ο Κάτων ο νεώτερος, στον οποίον ήδη ανα­φερθήκαμε, εάν δεν επέλεγε τον αυτοχειριασμό, θα ήταν αναγκασμένος να προσβλέπει στην μεγαλοψυχία του εχθρού του, του Ιουλίου Καίσαρα. Και εάν ο Καίσαρας απεδεικνύετο μεγαλόψυχος προς αυτόν, ο Κάτων θα οφείλε είτε να καταστεί φερέφωνο του ευεργέτη του, είτε να σιωπά. Στην σκέψη του, ωστόσο, τίποτα από τα δύο δεν θα συνέτεινε στην δια­φύλαξη της αρετής του. Για τον Κάτωνα, ο οποίος ήταν ο ίδιος Στωικός φιλόσοφος, η ζωή αποτελούσε πλέον βάρος, το οποίο θα τον απέτρεπε από την άσκηση της αρετής. Κάθε φορά που το δίλημμα τίθεται μεταξύ της διατήρησης της ζωής μας ή της διαφύλαξης της αρετής μας, για έναν Στωικό δεν υφίσταται καμία πραγματική δυσκολία. Αυτός απλώς οφείλει να εξαγάγει αυτοβούλως και άμεσα τον εαυτό του εκ του βίου, ώστε να προασπίσει το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό, την αρετή του. Αυτή η εξαγωγή εκ του βίου αντιμετωπίζεται από τους Στωικούς ως απολύτως εύλογη, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Αίας – παρότι ο ίδιος δεν ήταν, και ούτε άλλωστε, θα μπορούσε να είναι μέλος της Ποικίλης Στοάς – θεωρεί πως όταν οι οικείοι του πληροφορηθούν τον χαμό του, θα τον αντιληφθούν ως σωτηρία για τον ίδιο. Ο αυτοχειριασμός στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί προϊόν παρόρμησης και πάθους, αποτέλεσμα πλεονάζουσας ορμής, αλλά απότοκο έλλογης διεργασίας και διασκεπτικής προσέγγι­σης. Με άλλα λόγια, για τους Στωικούς η αυτοκτονία αποτελεί επιλογή που όχι μόνον συνάδει με τον λόγο, αλλά πολλές φορές επιβάλλεται από αυτόν.

Η έννοια της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, του έλλογου όσο και λελογισμένου αυτοχειριασμού, συνοψίζεται κατά τον καλύτερο τρόπο στην σκέψη του Επίκτητου. Κατά τον Επίκτητο οι καταστάσεις στην ζωή μας διακρίνονται στις εφ’ ημίν και στις ουκ εφ’ ημίν. Με άλλα λόγια, σε εκείνες που βρίσκονται στον έλεγχό μας, και σε εκείνες που εκ φύσεως αδυνατούμε να ελέγξουμε. Μεταξύ των ουκ εφ’ ημίν ο Επίκτητος κα­τατάσσει τον πλούτο, την υγεία, την καλή τύχη, την καλή ή την κακή φήμη και άλλα. Στα εφ’ ημίν ανήκουν μεταξύ άλλων οι γνώμες μας, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις μας, καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορούμε να προκαλέσουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένα από αυτά, είναι κατά τον Επίκτητο ο αυτοχειριασμός, ο οποίος ενίοτε αναδεικνύεται ως εκού­σια αυτολύτρωση. Γράφει συγκεκριμένα: η ζωή είναι ένα δωμάτιο, στο οποίο που και που μπαίνει καπνός. Εάν ο καπνός είναι τόσο λίγος, ώστε να μπορεί ο ένοικος του δωματίου να τον ανεχθεί, τότε ο τελευταίος μπορεί να παραμείνει μέσα στο δωμάτιο, εάν το επιθυμεί. Εάν, ωστόσο, ο καπνός γίνει πυκνός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε ο ένοικος του δωματίου δεν έχει παρά να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω.

Με άλλα λόγια, μας λέει ο Επίκτητος, είναι ανόητο να γαντζώνεται κάποιος σε μια ζωή που δεν έχει πλέον να του προσφέρει τίποτα καλό, αλλά αντίθετα τείνει να γίνει – ή έχει ήδη καταστεί – αφόρητη. Η πλέον εύλογη επιλογή, στην περίπτωση αυτή, είναι η αυτόβουλη εξαγωγή εκ του βίου, ο αυτοχειριασμός. Και τούτο, δεδομένου του γεγονότος πως ουδείς μας αναγκάζει να παραμείνουμε ζωντανοί, εάν οι ίδιοι δεν το επιθυμούμε. Όπως γράφει ο Σενέκας στην έβδομη επιστολή του, «ας είμαστε ευγνώμονες προς τους Θεούς για το γεγονός πως κανείς από εμάς δεν υποχρεούται να διατηρηθεί στην ζωή ενάντια την θέλησή του».

Ο ήρεμος και σταθερός τρόπος με τον οποίον ο Επίκτητος προβάλλει την αυτοκτονία ως διέξοδο από καταστάσεις της ζωής που δεν υπόκεινται στον έλεγχό μας και μας επιβαρύνουν αφόρητα, δείχνει πως αφ’ ενός ο ίδιος πίστευε βαθιά αυτά που υπεστήριζε, αφ’ ετέρου πως στις θέσεις του αποκρυσταλλώνεται μια μακρά και ενεργή φιλοσοφική πα­ράδοση σε σχέση με την αυτοκτονία.

Εντούτοις, το έλλογο της αυτοκτο­νίας ως διεξόδου από τα δεινά του βίου δεν είναι αμάχητο. Απεναντίας, πολλοί φιλόσοφοι, τόσο κατά το απώτερο παρελθόν όσο και πιο πρόσφα­τα, έχουν αμφισβητήσει την ευστάθεια της προσέγγισης των Στωικών. Ορισμένως, πολλοί έχουν κατά καιρούς εντοπίσει ένα αδύναμο σημείο στην εκ μέρους των Στωικών υπεράσπιση της λογικότητος της αυτοκτο­νίας. Συγκεκριμένα, στην προτροπή του Επίκτητου να ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου ώστε να γλιτώσουμε από τον καπνό, υποφώσκει μια άρρητη μεν, απτή δε σύγκριση: εντός του δωματίου η κατάσταση εί­ναι αφόρητη, συνεπώς έξω δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερη. Και εάν όντως πρόκειται για ένα δωμάτιο που έχει γεμίσει καπνό, η σύγκριση πράγματι ευσταθεί. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε πως, ενώ στον περιορισμένο χώρο του δωματίου ο καπνός δεν μας αφήνει να αναπνεύσουμε, έξω από το δωμάτιο είναι αδύνατον η κατάσταση να είναι εξίσου αποπνικτική, αφού ο καπνός δεν συγκεντρώνεται σε ένα σημείο, αλλά διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο σε ό,τι αφορά στην ζωή και στον θάνατο, επομένως η σύγκριση δεν μπορεί να είναι εξ ίσου επιτυχής. Και τούτο διότι, ενώ όλοι γνωρίζουμε και μπορούμε να περιγράφουμε τα δεινά που όσο ζούμε μας μαστίζουν, ουδείς γνωρίζει ή δύναται να περιγράφει την κατάσταση του θανάτου. Συνεπώς, η σύγκρι­ση που ελλοχεύει στην επιλογή της αυτοκτονίας, δυνάμει της οποίας ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή, είναι αυθαίρετη, αφού γνωρί­ζουμε μόνον τη ζωή, αλλά όχι τον θάνατο. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να τον προτιμούμε από την ζωή; Ακριβώς για τον λόγο αυτό η υπό συνθήκες προτίμηση των Στωικών προς τον θάνατο έχει θεωρηθεί πως στηρίζεται σε μία ασύμμετρη σύγκριση και, συνεπώς, ο αυτοχειριασμός δεν μπορεί να συνιστά έλλογη επιλογή, αλλά απονενοημένο διάβημα, στο οποίο ο αυτόχειρας οδηγείται από μια πλεονάζουσα ορμή, από το στιγμιαίο, δηλαδή, πάθος.

Η προσέγγιση αυτή, βεβαίως, διόλου δεν απαξιώνει την επιλογή του Αίαντα, καθώς και όλων όσοι, όπως αυτός, θέλησαν και πέτυχαν να ξεφύγουν από μια ζωή που ένιωθαν να τους φυλακίζει, χωρίς να τους υπόσχεται τίποτα αγαθό. Και τούτο διότι, ακόμη και εάν ο αυτοχειριασμός είναι είτε ανόητος είτε απλώς ακατανόητος, τα κίνητρα ορισμένων εκ των αυτοχείρων είναι αγαθά. Και στην ηθική τα κίνητρα μιας επιλογής έχουν ενίοτε μεγαλύτερη βαρύτητα από τα αποτελέσματα της εν λόγω επιλογής, ή από την συνεκτικότητα του σκεπτικού που είτε λανθάνει σε αυτήν, είτε ρητώς δηλούται μέσω αυτής. Η αυτοκτονία εν ονόματι της τιμής ή για την διασφάλιση της αρετής σίγουρα δείχνει πως ο αυτόχειρας υπήρξε στην ζωή του ιδιαίτερα ευαίσθητος ως προς τα εν λόγω ιδανικά, και αυτό δεν είναι αξιοκατάκριτο. Αντιθέτως, μορφές όπως ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, ή ο Βρούτος και ο Σωκράτης, θα ήταν λιγότερο ανάγλυφες στην σκέψη μας εάν είχαν συμβιβασθεί με μια ζωή κατώτερη των ιδίων.

Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης 

Δρ. Φιλοσοφίας Λέκτωρ Εφαρμοσμένης Ηθικής του Ε.Κ.Π.Α.

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία | Αλέξης Τότσικας


  

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Τότσικα, με τίτλο «Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία» στο οποίο – για πρώτη φορά – καταγράφετε η ιστορία ενός τόπου, που προσπαθεί να συντονιστεί με το σήμερα και ταυτόχρονα διατηρεί την απόλαυση ενός κόσμου, που ακούς μόνο σε διηγήσεις για μια χώρα για πάντα χαμένη. Ενός τόπου μυστηρίου, που προσφέρει ησυχία, ευκαιρίες για προσωπική περιπέτεια και μοναξιά και αντιστέκεται στην έξαλλη διασκέδαση, που πολλές φορές επιβάλλει η ύπαρξη της θάλασσας.

 

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

 

Το Κιβέρι είναι ένα μεγάλο χωριό της Αργολίδας, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη δυτική ακτή του Αργολικού κόλπου, απέναντι ακριβώς από το Ναύπλιο.

Αν αναζητήσει κανείς τις ρίζες των ανθρώπων αυτού του τόπου, θα χρειαστεί να φτάσει μέχρι τα πολύ παλιά χρόνια. Πρόκειται για ένα από τα χωριά της Αργολίδας με μεγάλη ιστορική διαδρομή, που ξεκινάει από τη μυθολογική και την προϊστορική εποχή, παρουσιάζεται στην αρχαιότητα, συνεχίζει την παρουσία του κατά τη βυζαντινή εποχή, την εποχή της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο και την Αργολίδα, για να παίξει ρόλο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επανάσταση του 1821 μέχρι να διαμορφωθεί οριστικά στα νεότερα χρόνια και να ριζώσει στον τόπο που ξεκίνησε την ιστορία του, για να κοσμεί τα δυτικά παράλια του Αργολικού κόλπου.

Ο τόπος αυτός σχετίζεται με τον Ηρακλή και τη Λερναία Ύδρα. Εδώ αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, όταν ήρθε να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Η περιοχή κατοικείται σίγουρα από τα αρχαία χρόνια, καθώς έχουν ανακαλυφθεί μυκηναϊκοί τάφοι. Συνεχής ήταν η κατοίκηση του τόπου ανά τους αιώνες. Στην αρχαιότητα έγινε θέατρο μαχών ανάμεσα στους δύο ισχυρούς γείτονες της εποχής, τους Αργείους και τους Σπαρτιάτες. Στο μεσαίωνα υπήρχε εκεί ισχυρό κάστρο των Φράγκων, στους οποίους ανήκε ως το 1389. Από τότε το Κιβέρι ανήκει στους Βενετούς ως το 1481, οπότε περνά κατεστραμμένο στους Τούρκους.

Η γεωγραφική του θέση καθιστούσε το Κιβέρι στρατηγικό σημείο από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορία. Πρόκειται για έναν τόπο με πλούσια για την έκτασή του ιστορία, ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους. Μια ιστορία συνδεδεμένη με την τύχη του γειτονικού Άργους από την προϊστορική και αρχαϊκή εποχή, αλλά και του Ναυπλίου από την εποχή της φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Κατά την προϊστορική περίοδο η ευρύτερη περιοχή του σημερινού Κιβερίου συνδέεται με τις τρεις πηγές, της Αμυμώνης, της Λέρνης και του Ανάβαλου, που αναβλύζουν γλυκό νερό από τότε μέχρι σήμερα.

Αυτή την ιστορία επιχειρεί να καταγράψει το βιβλίο αυτό σε τρεις φάσεις. Το πρώτο μέρος εξιστορεί και τεκμηριώνει την ιστορική διαδρομή από τη μυθολογική περίοδο μέχρι την επανάσταση του 21, που το χωριό καταστάλαξε στους πρόποδες του μικρού λόφου δίπλα στη θάλασσα. Στο δεύτερο μέρος δίνει την εικόνα της παραδοσιακής κοινωνίας και τους όρους με τους οποίους επιβίωσε σ’ αυτό τον τόπο μέχρι τη δεκαετία του 1950, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής και καταναλωτικής εποχής, που ακολούθησε. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο νεότερο Κιβέρι με τη ραγδαία οικονομική και οικιστική του ανάπτυξη και την εξέλιξή του σ’ έναν αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό προορισμό…

  

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

Αλέξης Τότσικας

 Σχήμα 17Χ24

 Σελίδες 248

 ISBN 978-960-9650-20-5

 Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

 Άργος, 2018 

 

Read Full Post »

Γυναικεία στοιχειά στους μύθους και τις παραδόσεις της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Τα γεγονότα κάθε εποχής τα αφηγείται η ιστορία. Η «ατμόσφαιρα» όμως, οι δοξασίες, οι αφηρημένες ιδέες, τα άυλα πνεύματα και οι θεσμοί αποτυπώνονται σε σύμβολα. Συχνά πίσω τους κρύβονται συναρπαστικές ιστορίες και μυθοπλασίες, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και παγιώνονται από γενιά σε γενιά. Γίνονται λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά έργα, κάθε λογής εικαστική δημιουργία προξενώντας ξεχωριστό ενδιαφέρον. Με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ή να αποσιωπήσει τη σημασία των συμβόλων, καθώς η μελέτη τους φέρνει στο φως τα κρυμμένα μυστικά τους.

Προσεγγίσαμε δύο τέτοια ερμιονίτικα σύμβολα – στοιχειά κάνοντας ένα ταξίδι ανακάλυψής τους στην άβυσσο των χρόνων. Ιχνηλατώντας μυθικές παραδόσεις, όπου συνδέονται πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προϊόντα υποκειμενικής σκέψης και κοινωνικών αντιλήψεων, συναντήσαμε τη Βιτόρα και τη Ζώρα. [1] Δύο αόρατες γυναικείες υπάρξεις που στοίχειωσαν μέσω της προφορικής παράδοσης σε ωραίους τοπικούς μύθους και επηρέαζαν σημαντικά τη ζωή των Ερμιονιτών.

 

Η Βιτόρα ή Βιτόριζα

 

Για άγνωστους λόγους τη φανταστική της ιστορία [2] οι παλιοί ναυτικοί του τόπου μας τη συνέδεαν με μια «ερμιονίτικη παραλλαγή» γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου.

Εκεί στη… μακρινή Κρήτη «με τα θελκτικά, τερπνά και πολυφίλητα όρη» ο πατέρας των θεών Δίας και η όμορφη νύμφη Κάρμη απέκτησαν μια πανέμορφη θυγατέρα, τη Βριτόμαρτη, που το όνομά της θα πει «γλυκιά παρθένα». Στη Βριτόμαρτη άρεσε να διατρέχει στεριές και θάλασσες, να κυνηγάει και να ψαρεύει με τα δίχτυα που η ίδια είχε εφεύρει, γι’ αυτό, συμβολικά, την ονόμαζαν και Δίχτυνα (Δίκτυννα). [3]

Κάποτε ο παντοδύναμος βασιλιάς της Κρήτης, ο γνωστός Μίνωας, θαμπωμένος από τα κάλλη της Βριτόμαρτης θέλησε να την απαγάγει και γυναίκα του να την κάνει. Εκείνη όμως γρήγορα αντιλήφθηκε τα πονηρά του σχέδια και μη θέλοντας να πέσει στα χέρια του, καταδιωκόμενη απ’ αυτόν, βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς κολυμπούσε τρομαγμένη, μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιου – για φανταστείτε, ερμιονίτικου καϊκιού. Την ώρα που οι ψαράδες ανέβαζαν τα δίχτυα τους, έκπληκτοι διαπίστωσαν πως ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν και μια πανέμορφη γυναίκα. Αμέσως την ελευθέρωσαν κι εκείνη ανακουφισμένη τους ευχαρίστησε, γνωρίζοντας, βέβαια, πως τη σωτηρία της την όφειλε  στη θεά Άρτεμη. [4]

Στη συνέχεια η Βριτόμαρτη τούς διηγήθηκε την ιστορία της και οι ψαράδες προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν, να φτάσει στην Αθήνα. Όμως τον λόγο τους δεν τον τήρησαν. Θαμπωμένοι από τα κάλλη της ονειρεύονταν… θεϊκές απολαύσεις. Το πάθος και ο πόθος τους γίνηκαν πέλαγος απέραντο σαν κι αυτό που ταξιδεύαν… Εκείνη αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και για να γλιτώσει, έπεσε ξανά στη θάλασσα και βρέθηκε στην Αίγινα! Εκεί, με τη βοήθεια του πατέρα της του Δία, χάθηκαν τα ίχνη της. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά σε πευκοφυτεμένο δάσος [5] κι έτσι γλίτωσε. Οι Αιγινήτες την θεοποίησαν και την ονόμασαν Αφαία, επειδή έγινε άφαντη.

 

The Drowning of Britomartis, probably design by Jean Cousin the Elder, tapestry. This tapestry is from a set depicting scenes from the story of Diana probably made for the château of Anet, about forty miles west of Paris, which was the chief residence of Henry II's mistress, Diane de Poitiers. She herself, born in 1499, was named after the goddess, a sign that the Renaissance, with its emulation of classical antiquity, had come to France. The inscription in French verse on the upper border of the tapestry tells the story depicted: Britomartis, pursued by Minos, who wished to take her by force in the woods, greatly preferred to end her life in the sea rather than submit to his outrageous will. Accordingly, wishing to give her fame for her death, Phoebe [Diana] invested fishnets and snares, with which the body was brought to a holy place, and since then the Greeks have called her Dictynna ["fishnet"]. O holy death, that gave such a valuable thing to the world by means of such a misfortune! Diana stands in the center of the tapestry, a crescent on a support above her forehead. To the right, the drowning Britomartis raises one hand above the water. In the middle distance, Minos, king of Crete, stands looking into the water with his arms raised in astonishment, while Britomartis' body is being fished out of the water to the right. In the left background we see Minos pursuing Britomartis, and farther back, to the right, Diana hands a net to two men. The version of the story shown here is not precisely that found in the writings of any classical author, and the invention of the net by Diana does not seem to be a classical idea at all. It is here in order to glorify Diane de Poitiers, who is portrayed in the guise of the goddess. The borders of the tapestry are marked by the Greek character delta and other symbols of Diane. (The Metropolitan Museum of Art)

Σκηνή από την ιστορία της Βριτόμαρτης. Έργο πιθανότατα σχεδιασμένο από το Γάλλο Jean Cousin the Elder (1490 – 1560;). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Με τον ερχομό και την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο και φυσικά στον τόπο μας από τα τέλη του 14ου αιώνα και μετά, ένα στοιχειό με γυναικεία μορφή, αρβανίτικη καταγωγή και …ελληνική ιθαγένεια, έρχεται να ταράξει για τα καλά τη ζωή των Ερμιονιτών και να ξυπνήσει μνήμες αλγεινές.

Είναι η Βιτόρα, που λίγο από το φόβο μιας παλιάς χρωστούμενης εκδίκησης, λίγο από τη φωνητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, συνδέθηκε με τη μυθική Βριτόμαρτη. Η ιστορία της φαίνεται πως δεν είχε ξεχαστεί. Διατηρήθηκε ζωντανή στη μνήμη των προγόνων μας και στις δύσκολες στιγμές ή στα αναπάντεχα γεγονότα της ζωής τους, ερχόταν στο προσκήνιο. Έχοντας ριζωμένο τον φόβο μέσα τους για όσα θέλησαν να κάνουν κάποτε στη Βριτόμαρτη, περίμεναν πως θα επιστρέψει και θα πληρώσουν ακριβά για την προσβλητική τους σκέψη. Η Βιτώ, όπως την αποκαλούσαν κάποιοι παλαιοί Ερμιονίτες, θα πάρει αργά ή γρήγορα την εκδίκησή της…

Για να καλοπιάσουν το ξωτικό, να το εξευμενίσουν ή και να το κολακέψουν το προσφωνούν με το χαϊδευτικό του, Βιτόριζα [6] το λένε! Θέλουν να δηλώσουν – μετανιωμένοι για όσα οι πρόγονοί τους επιχείρησαν να κάνουν, ότι το αγαπούν και το θεωρούν κομμάτι της ζωής τους.

Τέτοιες όμως γαλιφιές στη Βιτόριζα δεν περνάνε! Η προσβολή ήταν μεγάλη! Κι αν ακόμη η ίδια είχε σκοπό να τους συγχωρήσει, η θεά Άρτεμη δεν θα το επέτρεπε. Έτσι η παρουσιάζεται, τώρα, σαν μια γυναίκα μοχθηρή, σκληρή και εκδικητική, πνιγμένη στον θυμό της. Μια γυναίκα στοιχειό, ψιλόλιγνη και σκελετωμένη, αναμαλλιασμένη, με λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που φτάνουν σχεδόν ίσαμε τα πόδια της. Με όψη φρικιαστική και πρόσωπο ολημερίς αγριεμένο. Με μακάβριο χαμόγελο και δόντια σουβλερά που διακρίνονται κατάμαυρα στο μισάνοιχτο στόμα της. Με μάτια βαθουλωμένα και βλέμμα ανέκφραστο και παγερό. Με φωνή πνιχτή και βραχνή που με δυσκολία βγαίνει από τα σωθικά της. Με χέρια μακριά, κάτισχνα και νύχια γαμψά και ακάθαρτα, έτοιμα να ξεσκίσουν σάρκες!

Έτσι ακριβώς την είχε απεικονίσει ένας παλαιός ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος στον τοίχο της ταβέρνας/μπαρμπέρικου του Μαρουλά ζωντανεύοντας το μύθο, όπως τον άκουγε στις διηγήσεις ηλικιωμένων Ερμιονιτών, που τον μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Έτσι τη σκέφτονταν τα παιδιά «βλέποντας από την κλειδαρότρυπα τη ζωγραφιά και την καρδιά τους έσφιγγε ο φόβος σαν τη μέγγενη» και τα δόλια έτρεμαν σύγκορμα! Η Βιτόριζα! έλεγαν τρομαγμένα και το αίμα τους πάγωνε. [7]

Το ξωτικό μας, λοιπόν, έμενε σε μια απόμερη σπηλιά στην άκρη του Μπιστιού, όπου βασίλευε νεκρική σιωπή. Την αμφιθεατρική είσοδό της κατάφατσα στην Ανατολή, την έκρυβαν πελώρια βράχια. [8]  Το εσωτερικό της βαθύ, θεοσκότεινο και δαιδαλώδες. Κανείς, ποτέ του δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί πώς θα ήταν εκεί μέσα! Γνώριζε πως αν επιχειρούσε να πλησιάσει, εκείνη θα πεταγόταν αγριεμένη από τα απόκρημνα βράχια, όπου παραφύλαγε τις νύχτες, θα τον άρπαζε, θα τον βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα τον …«μαρμάρωνε».

Σ’ αυτή τη σπηλιά το στοιχειό έπαιρνε τρομερές αποφάσεις, που νους ανθρώπου δεν χωρούσε. Μόνο συμφορές προξενούσαν στους Ερμιονίτες και τη ζωή τους όριζαν κάνοντάς την κόλαση!

Διηγούνται οι παλαιότεροι, κυρίως οι ναυτικοί που τα πίστευαν κιόλας, πολλά τέτοια συμβάντα που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της πόλης μας. Ισχυρίζονται πως εξαιτίας της μανίας του στοιχειού καταστράφηκαν περιουσίες, ερημώθηκαν σπίτια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές χάθηκαν.

Ο Σπύρος Λάμπρου στην κριτική του για το έργο του Νικ. Πολίτη «Μελέται περί του βίου και της γλώσσας του ελληνικού λαού. Παραδόσεις», σημειώνει: «Εν Ερμιόνη ήκουσα το 1879 παράτινος λεμβούχου την παράδοσιν ότι κατά την βραχώδη άκραν την υπερκειμένην εκ των βορειοανατολικών του σημερινού Καστρίου του επέχοντος την θέσιν της αρχαίας πόλεως υπάρχει σπήλαιον βαθύ, εις το οποίον οι παλαιοί είδον πολλάκις πολλούς μαρμαρωμένους ανθρώπους. Από του σπηλαίου δ’ εκείνου εξήρχεντο από καιρού εις καιρόν υψηλή γυνή ονομαζόμενη Βιτόριζα». [9]

 

– Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε τέτοια πράγματα; Όλα αυτά ψέματα είναι! Στους θρύλους και τα παραμύθια τα ξωτικά και οι μάγισσες «μαρμαρώνουν» ανθρώπους και προστατεύουν θησαυρούς. Κάτι άλλο κρύβεται πίσω τους, σχολίαζαν οι πιο θαρραλέοι και οι πιο γνωστικοί.

– Κι αυτοί οι μαρμαρωμένοι άνθρωποι που «είχαν δει» οι παλαιοί Ερμιονίτες στη σπηλιά της, ψέματα είναι; αναρωτιόνταν άλλοι.

– Αγάλματα ήσαν, που τα είχαν μεταφέρει εκεί, για να τα προστατεύει το …στοιχειό! κορόιδευαν οι πρώτοι.

 

Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν βρει τον καλύτερο τρόπο να «φοβερίζουν» τα παιδιά, για να είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Στα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στον ουρανό, προέτρεπαν τους «ζωηρούς» να αναγνωρίσουν τη μορφή της Βιτόριζας. Και καθώς εκείνη έτρεχε στους αιθέρες κυνηγημένη από τον δυνατό άνεμο, τα …απειλούσαν πως έρχεται να τα …φάει, στο δρόμο σαν τα βρει!

Αλλά και κάποιοι άλλοι παλαιοί Ερμιονίτες έκαναν με το στοιχειό χρυσές δουλειές! Βλέπετε το λαθρεμπόριο, η λαθραλιεία και όλα τα σχετικά δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας! Υπήρχαν από παλιά και έφερναν στους ανθρώπους παράνομα κέρδη από απαγορευμένες διακινήσεις και συναλλαγές. Ποιος να ξέρει τι γινόταν τότε, μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει!

Οι περισσότεροι Ερμιονίτες θεωρούμε πως πίστευαν στην ύπαρξη του μυθικού γυναικείου στοιχειού και της σπηλιάς του, όχι γιατί ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες, αλλά γιατί είχαν ανάγκη, σαν στήριγμα ζωής, την πεποίθησή τους αυτή.

 

Βιτόριζα, πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου. Η κ. Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου.

 

Η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον γνωστό πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου. Η άλλη όψη της Βιτόριζας, ως γυναίκας σκληρής και εκδικητικής, ενισχύθηκε, καθώς μας είπε, και από τα εξής γεγονότα: [10]

«Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πατέρας των οπλαρχηγών του ΄21 Γιάννη και Σταμάτη Μήτσα, αποφάσισε να σηκώσει Μύλο (ανεμόμυλο) στο Μπίστι, για να αλέθει τα γεννήματά του. Για να κρατήσει μακριά από τις παράνομες δουλειές του τους «περίεργους» Ερμιονίτες, ανέσυρε, σκόπιμα και καθόλου τυχαία, τον μύθο της μοχθηρής Βιτόρας». [11]

Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πανέξυπνος, αλλά και παμπόνηρος άνθρωπος καταγόμενος από τη Χειμάρα, ασφαλώς γνώριζε τη Βιτόρα, όπως όλοι οι Αρβανίτες, και από την καλή και από την ανάποδη. Για τους δικούς του λόγους, λοιπόν, βρήκε την ευκαιρία να τη «χρησιμοποιήσει» και να συνεργαστεί μαζί της!

Το συσχετισμό, ωστόσο, του αρχαιοελληνικού μύθου της Βριτόμαρτης με το θρύλο της Βιτόρας, τον συναντήσαμε στην Ερμιόνη. Στο θέμα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε…

 

Η Ζώρα

 

Στο πλούσιο αποκριάτικό τραπέζι που στρωνόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής με τα μακαρόνια, τα κρέατα, τα τυριά, το γιαούρτι και τα πιπέκια θυμάμαι τη μητέρα μου, να λέει:

-Φάτε ό,τι φάτε σήμερα, γιατί από αύριο νηστεύουμε! Ό,τι μείνει θα το μαζέψουμε, να το πάρει η Ζώρα!

Πράγματι τα περισσέματα από τα φαγητά τα μάζευε προσεχτικά και τα έβαζε ξεχωριστά, διπλωμένα σε μια εφημερίδα, πλάι στα σκουπίδια. Άλλες νοικοκυρές τα άφηναν σε μια άκρη στο παραγώνι. Ήθελαν να τα βρει η Ζώρα ή «Σώρα», [12] το απαίσιο φάντασμα με τη γυναικεία όψη, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα κατέβαινε στα κρυφά, χωρίς κανείς να την αντιληφθεί, από την καμινάδα. Έπρεπε κάτι να βρει να φάει και ευχαριστημένη, φεύγοντας, τα πεθαμένα του σπιτιού να «συγχωρέσει», μια και οι ψυχές «γύριζαν έξω» εκείνες τις μέρες της Σαρακοστής. Στην περίπτωση που η νοικοκυρά την ξεχνούσε και δεν της άφηνε φαγητό, μικροαναποδιές και μικροπροβλήματα έφερνε στο σπίτι.

 

Ζώρα. Η λαϊκή μας ζωγράφος Ανθούλα Λαζαρίδου παρουσιάζει ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

 

Αυτή η Ζώρα πολύ με είχε «μπερδέψει». Συσχέτιζα το όνομά της με τα εντόσθια των ζώων και κυρίως των ψαριών, που στον τόπο μας τα λέμε «ζώρες», λέξη, πιθανόν, αρβανίτικη. «Του βγήκανε οι ζώρες έξω!», λέγαμε βλέποντας την  εικόνα ξαντεριασμένων ψαριών.

-Σου βγήκαν οι ζώρες έξω! Βάλτες μέσα! Μάς έλεγαν, επίσης, όταν είμαστε παιδιά και έβγαιναν τα ρούχα μας από το παντελόνι.

Αλλά και τα ανδρικά «ολόσωμα» εσώρουχα, φερμένα από την Αμερική, που φορούσαν τα ηλικιωμένα άτομα, «ζώρες» τα έλεγαν, καθώς μας είπε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω «δανείζονται» το όνομά τους από το ξωτικό, τη Ζώρα, πιθανότατα, επειδή συνδέονται με την ασχήμια του. Η λαϊκή μας ζωγράφος κ. Ανθούλα παρουσίασε ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

Στην εθνολογία η Ζώρα συναντάται ως «Ζέρα», φάντασμα, δηλαδή, αντίστοιχο με τη νεράιδα. Άσχημη, όμως, στη μορφή και δύστροπη στον χαρακτήρα, δηλώνεται, συχνά, και με τον αρβανίτικο όρο «τε πρεγιάσμ» που θα πει «ξωτικό». Θεωρείται πνεύμα του κακού, όπως λέμε «διαβόλισσα» και «εξαποδώ». Ζέρες και πρεγιάσμες συναντώνται και στους Αρβανίτες.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η Ζώρα κάνει την εμφάνισή της! οι Ερμιονίτες την καλοδέχονται και δεν παραλείπουν να αφήσουν το πεσκέσι της στο παραγώνι! Έτσι πιστεύουν πως τα πεθαμένα τους θα συγχωρέσει και οι μέρες τους θα κυλήσουν ήσυχα, χωρίς προβλήματα κι αναποδιές.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Άλλα στοιχειά στις λαϊκές μας παραδόσεις είναι οι: Αραήδες, Νεράιδες, Ανερούσες, Μοίρες, Στρίγγλες, Λάμιες.

[2] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[3] «Δίχτυνα» ήταν ένα από τα πολλά επίθετα της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού. Η Βριτόμαρτη, ως αγνή κόρη, πάντοτε συνόδευε τη θεά στους χορούς και στο κυνήγι και της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

[4] Η θεά Άρτεμη πάντοτε προστάτευε τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους που είχαν την ανάγκη της και τιμωρούσε αυστηρά, όσους αψηφούσαν τη δύναμή της. Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια και τους αγνούς νέους. Εξάλλου και η ίδια, παιδί όταν ήταν, «γύρεψε και πήρε από τον Δία την άδεια να μείνει για πάντα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου».

[5] Η Δικτύνα επέλεγε πάντα πευκόφυτους τόπους κατοικίας, καθώς το πεύκο ήταν το ιερό της δέντρο. Γι’ αυτό και στις γιορτές που γίνονταν προς τιμή της, στεφάνωναν τους αθλητές με στεφάνια από κλαδιά πεύκου, καθώς σημειώνει ο Ν. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.

[6] Η κατάληξη (ζε) ή (σε), μπαίνει στις αρβανίτικες λέξεις, για να δείξει κάτι το μικρό, το αγαπητό και ταυτόχρονα πολύ δικό μας. Βιτόριζα: η δικιά μας Βιτόρα.

[7] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[8] Ακόμα και σήμερα στην Ερμιόνη όταν βλέπουν γυναίκα απεριποίητη, αναμαλλιασμένη, με ματιά που προξενεί φόβο, λένε: Τι είσαι μωρή έτσι σαν τη Βιτόριζα!

[9] Σήμερα, μετά τις ανασκαφές που έγιναν, γνωρίζουμε πως πρόκειται για τάφο, πιθανόν κάποιου άρχοντα του τόπου, καθώς πρόκειται για μοναδικό κτίσμα με μεγαλοπρεπή κατασκευή (Β. Γκάτσος).

[10] Σπύρος Π. Λάμπρου, περιοδ. «Νέος Ελληνομνήμων», τομ. 1ος (1904), σ. 505.

[11] Πρβλ. Β. Γκάτσος, «Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας», σελ. 158-159.

[12] «Σώρα» την ονομάζει ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, στο βιβλίο του «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης». Θεωρούμε πιο σωστό το όνομα «Ζώρα», γιατί στην εθνολογία τα φαντάσματα αυτά αναφέρονται ως «Ζέρες».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Read Full Post »

Older Posts »