Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυθολογία’

Φρίξος (Αρχαίος ποταμός)


 

Ο Παυσανίας κατά την περιήγησή του στην Αργολίδα, αναφέρει δυο φορές τον ποταμό Φρίξο, τονίζοντας πως εκβάλλει μεταξύ Τημενίου και Λέρνας [1], δεδομένο που ταιριάζει στον Ερασίνο. Το αξιοπερίεργο είναι πως τον παρουσιάζει ως κύριο ποταμό, ο οποίος δέχεται τα νερά του ρέματος που έρχεται από το Χάον. Προφανώς πρόκειται περί λάθους. Αφ’ ενός γιατί ενώ πολλοί συγγραφείς αναφέρουν τον Ερασίνο, κανείς δεν αναφέρει το Φρίξο, αφ’ ετέρου είναι δύσκολο να θεωρήσουμε πως ο εξ αρχής πολύυδρος ποταμός Ερασίνος χυνόταν σε κάποιον μεγαλύτερο, που τώρα έχει εξαφανιστεί.  Θα είναι όμως άδικο να υποθέσουμε πως ο Φρίξος είναι πλάσμα της φαντασίας ή της αβλεψίας του Παυσανία.

Είναι φανερό ότι ο προσχωσιγενής κάμπος έχει σήμερα αλλάξει μορφή και η ροή των ποταμών του υπήρξε ευμετάβλητη, όπως υπαινίσσεται και η μυθολογία της Λερναίας Ύδρας. Ίσως απομεινάρι του αινιγματικού Φρίξου να είναι μια στενή καλαμόζωστη τάφρος, που πέφτει στον Ερασίνο, δεξιά του δρόμου Άργους Μύλων, για την οποία μπορούμε να εικάσουμε πως παρήκμασε στην πορεία του χρόνου.

 

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

 

Τhomas Jefferys – A Map of Thrace and Greece

 

Το όνομα Φρίξος δεν είναι παράταιρο στην Αργολίδα. Θυμίζει τον ομώνυμο Ορχομένιο ήρωα, γιο του βασιλιά Αθάμαντα και της Νεφέλης, πράγμα όχι παράδοξο, αν σκεφθούμε ότι οι περιοχές της Αργολίδας, Ασίνη και Ερμιόνη, αποικίσθηκαν από Ορχομενίους. Κατά τον Angermann, το όνομα του ποταμού προέρχεται από το φρίσσω, δηλαδή κυματίζω, ζαρώνω ελαφρά.

Ο ποταμός αυτός δεν άφησε αδιάφορους περιηγητές και χαρτογράφους,  που συνήθως όμως έδωσαν αυθαίρετες ερμηνείες, μπερδεμένοι από τον συνωστισμό τόσων επώνυμων μικρών ποταμών στον αργολικό κάμπο. Σε χάρτες του 18ου αιώνα [2], η φαντασία των χαρτογράφων εμφανίζει τον Φρίξο προερχόμενο από την Κορινθία να ενώνεται με τον Ερασίνο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] « Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980. 2, 36, 6 & 2, 38, 1.

[2] Τhomas Jefferys (1710;-1771), «A map of Thrace and Greece». Άγγλος χαρτογράφος και γεωγράφος. Σχεδίασε πολυάριθμους χάρτες Αγγλίας, Αμερικής, Αντιλλών και υδρογραφικό Άτλαντα. C. Celarius, έτος, 1731-32.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

Read Full Post »

Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)


  

Στην ευρύτερη περιοχή των Μύλων τοποθετείται η Λέρνη, αρχαία παραθαλάσσια τοποθεσία της Αργολίδας, η οποία ήταν φημισμένη από την αρχαιότητα για τα άφθονα νερά της, τα οποία τροφοδοτούν την αργολική πεδιάδα ακόμη και σήμερα. Η Λέρνη είναι  επίσης διάσημη από τον μύθο της πάλης του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα.

 Η Λέρνη αναφέρεται άλλοτε ως ποταμός, άλλοτε ως πηγή και άλλοτε ως λίμνη και κατ’ επέκταση ως πεδιάδα. Από την πηγή Λέρνη, δίπλα από τον οικισμό των Μύλων, πηγάζει ο μικρός ποταμός Ποντίνος, εκβάλλοντας στη θάλασσα μετά από μια σύντομη διαδρομή. Από τα άφθονα νερά της, καθώς και τα νερά άλλων παρακείμενων πηγών, σχηματίζονταν κατά την αρχαιότητα πολλά έλη. Στην ίδια περιοχή, κοντά στην ακτή, υπάρχει και σήμερα η μικρή λίμνη Λέρνα.

Στην ελώδη αυτή περιοχή κατοικούσε κατά τη μυθολογία η Λερναία Ύδρα, ένα τέρας με σώμα φιδιού και εννέα κεφαλές, που εξόντωσε ο Ηρακλής με τη βοήθεια του Ιόλαου, στον δεύτερο από τους άθλους του.

 

Η νύμφη και ο ερωτύλος θεός

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ [1], ο τελευταίος των Ιναχιδών, όταν έφτασε εκεί από την Αίγυπτο και τον εκθρόνισε ο Δαναός, γιος της κόρης του Νείλου Αγχιρρόης, απόγονος κι αυτός της κόρης του Ινάχου Ιούς. Συνοδευόταν από τις πενήντα θυγατέρες του, τις οποίες είχε αποκτήσει με την Ευρώπη [2].

Ο Δαναός έγινε βασιλιάς και μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να βρει νερό στην τότε διψασμένη Αργολίδα. Ανέθεσε λοιπόν στις κόρες του κι ανάμεσά τους στην Αμυμώνη, αυτή την αποστολή. Η νεαρή Δαναΐδα, ψάχνοντας για νερό στο δάσος δέχθηκε την επίθεση Σάτυρου. Κλασική εικόνα βγαλμένη από τα παιδικά μας παραμύθια, αυτή της απροστάτευτης παρθένας με την κανάτα της, μέσα στο σκοτεινό δάσος, όπου παραμονεύει κάποιος κακός.

Ο Ποσειδώνας, τον οποίο επικαλέστηκε, εξακόντισε την τρίαινά του, κυνηγώντας τον ερωτιδέα, αλλά αστόχησε και χτύπησε βράχο απ’ όπου ανέβλυσε νερό από τρία σημεία. Η πηγή που γεννήθηκε πήρε το όνομα της Δαναΐδας [3]. Η Αμυμώνη ευγνωμονούσα, ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και γέννησε τον Ναύπλιο [4], που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία:

ήλθε κι ο Ναύπλιος της Αμυμώνης γιος αγαπημένος

που τον γέννησε πλαγιάζοντας με τον δοξασμένο  κοσμοσείστη  [5].

Προφανώς ο «τρώσας και ιάσεται». Ο Ποσειδώνας, υπαίτιος για την ξήρανση των Αργολικών ποταμών [6], ευεργετεί με την πλούσια πηγή για χάρη της Αμυμώνης το άνυδρο πεδίο. Η ύπαρξη πηγής γλυκού νερού, τόσο κοντά στη θάλασσα, αποδόθηκε λογικά στο θεό των κυμάτων. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ευριπίδης δίνει με το στόμα της Αντιγόνης στην πηγή τον τίτλο Ποσειδωνία, μιλώντας για τις Θηβαίες, που δούλες θα κουβαλάνε νερό, αν πέσει η πόλη στους Αργείους:

...Λερναία τε δώσειν τρίαινα,

Ποσειδανίοις Αμυμωνίοις

ύδασι δουλείαν περιβαλών  [7]

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Ο Δαναός και οι κόρες του συνάπτονται με τα νερά και ο συσχετισμός τους με την πηγή παραπέμπει πιθανότατα σε υδρευτικά έργα, στη μυστηριώδη και έντονα μυθολογικά φορτισμένη περιοχή της Λέρνης. Ο Στράβων επικαλείται και τον στίχο: Άργος άνυδρον εόν Δανααί θέσαν Άργος ένυδρον  [8].

 Η Λέρνα υπήρξε διασημότατη στον αρχαίο κόσμο, γι αυτό και ο Σενέκας την εντάσσει μαζί με τον Ίναχο στα σημαντικά νερά της Αργολίδας:

Τώρα η Λέρνα οπισθοχώρησε

το Φορωνικό ρέμα χάθηκε

ο ιερός Αλφειός άλλο δεν κατεβάζει τα νερά του

…………………………………………………………

Και το αρχοντικό Άργος, φοβάται την αρχαία ξηρασία του [9].

Τη ρίζα της ονομασίας της Αμυμώνης πρέπει να αναζητήσουμε στη λέξη αμύμων, που θα πει άμωμος και που θα υπονοεί την αγνότητα της Δαναΐδας. Με το ίδιο όνομα υπήρχε πόλη της Ηλείας και στην Αττική δήμος της Ιπποθωντίδας φυλής, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει και κρήνη της Λακωνίας [10].

 

Δαναΐδες (1785). Martin Johann Schmidt (1718-1801). National Gallery of Slovenia.

 

 

Η Αμυμώνη εμπνέει

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Το παραμύθι της Αμυμώνης ενέπνευσε συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους. Ο Αισχύλος έγραψε ομώνυμο σατυρικό δράμα, απ’ όπου δυστυχώς σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα, ερωτόλογα του θεού στη νύμφη:

Μοιρόγραφτο είναι να γενείς δικιά μου

κι εγώ σαν άντρας σου μ’ εσέ να σμίξω.

Από τον μύθο εμπνεύστηκε και ο Λουκιανός έναν διάλογο, ο οποίος καταλήγει με τα παρακάτω λόγια του θεού προς την κόρη:

Μη φοβάσαι, δεν θα πάθεις κανένα κακό. Μα και πηγή που θα έχει το όνομά σου θα κάνω να αναβρύσει εδώ χτυπώντας με το τρικράνι μου τον βράχο, κοντά στο ακρογιάλι κι εσύ ευτυχισμένη θα είσαι και μονάχα συ απ’ όλες τις αδερφές σου δεν θα κουβαλάς νερό όταν πεθάνεις[11].

Ο Καλλίμαχος [12] εξυμνεί τις πηγές του Άργους:

Δεν γινόταν, ω νερονύμφες του Ποσειδώνα,

οι κόρες που υφαίνανε

της Ήρας τον αγνό χιτώνα,

να σταθούνε δίπλα στη σαΐτα

πριν στον ιερό βράχο να καθίσουν

ολόγυρα που τρέχετε

το νερό σας να ρίξουν πάνω στα κεφάλια τους.

Σεβάσμια Αμυμώνη και αγαπημένη Φυσάδεια

και Ίππη και Αυτομάτη [13],

χαίρετε αρχαιότατες κατοικίες των νυμφών

και λαμπρές ρέετε Πελασγιάδες.

Συναντάμε επίσης πολλές αναπαραστάσεις του μύθου σε αγγεία, τοιχογραφίες, νομίσματα, κύπελλα, δακτυλιόλιθους και κάτοπτρα. Έτσι, σε ερυθρόμορφο αγγείο του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στη Villa Giulia της Ρώμης, αναπαρίσταται ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του να αγκαλιάζει τη ντροπαλή Αμυμώνη, υπό τα όμματα της Αφροδίτης, του Έρωτα, μιας άλλης Δαναΐδας και του Δαναού. Σε δακτυλιόλιθο της συλλογής Κέστνερ απεικονίζονται οι δυο εραστές όρθιοι, με την Αμυμώνη να κρατάει ένα δοχείο με νερό. Σε νομίσματα του Ρωμαϊκού Άργους απεικονίζεται ο Ποσειδών διώκων την Αμυμώνη. Ο Παυσανίας περιγράφοντας τη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία, αναφέρει παράσταση του Ηρακλή που τοξεύει την Ύδρα, το εν τω ποταμώ τη Αμυμώνι θηρίον [14].   Σύμφωνα με την περιγραφή του ποιητή Χριστόδωρου (5ος μ.Χ. αι.), στο γυμνάσιο του Ζεύξιππου στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε άγαλμα της ροδοδάχτυλης Αμυμώνης [15].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Ο κόσμος του νερότοπου της Λέρνας δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς. Ο Έρασμος, θέλοντας να περιγράψει τον ψυχικό βούρκο των τιποτένιων, μιλάει για τον Λερναίο βάλτο της ζωής τους[16]. Ο Αντώνιος Πολλαγιουόλο ζωγράφισε περί το 1470 σε ελαιογραφία την πάλη του Ηρακλή με την Ύδρα. Στο βάθος του πίνακα που βρίσκεται στο Φλωρεντινό μουσείο Ουφίτσι, εμφανίζεται το ποτάμι της Αμυμώνης να διασχίζει σαν φίδι τα έλη της Λέρνας.

  

Η πηγή, η λίμνη, το έλος και το ρυάκι

 

Η ταύτιση των πηγών και των ρυακιών, που συνωστίζονται στο μικρό κάμπο της Λέρνας, είναι δύσκολη, αφού οι αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στο πέρασμα του χρόνου στην προσχωσιγενή πεδιάδα είναι πολλές και οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων αόριστες. Η Αμυμώνη αναγνωρίζεται στη νότια πηγή του χωριού Μύλοι, δίπλα  στο δρόμο του Άργους, που τα νερά της τροφοδοτούνται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και που σχηματίζει τη σχεδόν παραθαλάσσια  λιμνούλα,  που ο Στράβωνας [17] ονομάζει Λέρνη [18] και ο Παυσανίας Αλκυονία [19]. Από την εκχείλιση της  λίμνης  σχηματίζεται  το ρυάκι   της Αμυμώνης, το οποίο ο Παυσανίας [20] λέει ποταμό, που μετά από βραχύ ρου 300 μέτρων, αφού περάσει κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκβάλλει στον Αργολικό, βόρεια του προϊστορικού οικισμού της Λέρνας. Παλιότερα κινούσε μύλους που εξ αιτίας τους ονομάστηκε το χωριό. Ο Ρος τον περασμένο αιώνα μέτρησε πέντε από αυτούς, ενώ σήμερα δεν απόμεινε κανείς. Πάντως, ο  Γάλλος φιλέλληνας Maxime Raybaud είδε τον Νοέμβρη του 1821 τους μύλους να στέκουν όρθιοι, παρ’ όλο που ο Κεχαγιάμπεης είχε πυρπολήσει τα σπίτια του χωριού. Ο Μελέτιος καταγράφει για το ποταμάκι την κοινή ονομασία Μαστός, ονομασία που στην ουδέτερη εκδοχή Μαστό, βλέπουμε και στη Χάρτα του Ρήγα.

Η πηγή της Αμυμώνης, η λίμνη και ο ποταμός της απασχόλησαν πολλές γραφίδες. Ο Ευριπίδης γράφει για τα νερά της Λέρνας όπου ζει ο βασιλιάς Ιππομέδων: Λερναία δ’ οικεί νάμαθ’, Ιππομέδων άναξ  [21], ενώ αλλού την ονομάζει έλος [22]. Ο Στράβων αναφέρει την Αμυμώνη ως κρήνη και αλλού  τον ποταμό της λίμνης Λέρνης ονομάζει κι αυτόν Λέρνη [23]. Ποταμό Λέρνη εμφανίζουν και οι Βιργίλιος και Βαλέριος Φλάκκος [24], ενώ ο σχολιαστής του Βιργίλιου Σέρβιος [25] ισχυρίζεται εσφαλμένα πως δεν υπάρχει ποταμός με το όνομα αυτό. Ο Αισχύλος μιλάει για τον Λέρνης βαθύ λειμώνα και  ..της Λέρνας την κρήνη [26]. Ο Υγίνος αναφέρει Αμυμώνια πηγή, Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ρείθρο [27], ενώ ο Λουτάτιος Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ποταμό [28]. Ο Νόννος μνημονεύει πηγήν οφιώδεα Λέρνην [29]. Σαν έλος  αναφέρεται η Λέρνη από τούς: Στάτιο [30], Απολλόδωρο [31], Ιωάννη Πεδιάσιμο [32], Seqvester. O τελευταίος στον κατάλογο των ελών γράφει επί λέξει: Λέρνα της Αρκαδίας, όπου η ύδρα με τα εκατό κεφάλια, την οποία εξολόθρευσε ο Ηρακλής. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρεται στο Λέρνης ύδωρ [33]. O Oβίδιος [34], μιλώντας για την κυνηγημένη Ιώ, δίνει μια γαλήνια εικόνα του τοπίου: Έφτασε στης Λέρνας το ρυάκι, που κυλούσε ειρηνικά ανάμεσα στις αμμουδερές του όχθες, όταν το νερό ανέκοψε την παραπέρα φυγή της και εδώ ικέτεψε τις αδελφές της του ρέματος ν’ αλλάξουν τη μορφή της.

Αλλά την πιο ειρηνική εικόνα καθημερινής ζωής, γύρω από τη διαβόητη λίμνη, σκιαγραφεί ο Βιργίλιος, μιλώντας για …τον Αρκάδα, που περίγυρα στα νερά της ψαροθρόφας Λέρνης την τέχνη του και το φτωχικό σπίτι είχε [35].

 

Δαναΐδες

 

Ζοφερή εικόνα δίνει ανώνυμος μυθογράφος [36], αποκαλώντας τη λίμνη «άβυσσο». Με τον τελευταίο συμφωνεί και ο Παυσανίας [37], που μεταφέρει ισχυρισμούς ότι η Αλκυονία  ήταν είσοδος του Άδη [38] απ’ όπου πέρασε ο Διόνυσος,  για να επαναφέρει τη  μητέρα του Σεμέλη. Ο ίδιος προσθέτει: Το βάθος της Αλκυονίδας δεν έχει τέλος και δεν ξέρω κανένα που να μπόρεσε  να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού και ο Νέρων που έδεσε σκοινιά πολλών σταδίων, το ένα με το άλλο, και πρόσδεσε σ’ αυτά και μολύβι και χρησιμοποίησε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, ούτε κι αυτός βρήκε κανένα όριο του βάθους. Άκουσα και το εξής, αν και το νερό της λίμνης δείχνει από την όψη του ήρεμο και γαλήνιο, αρπάζει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Σε όποιον τα περί αβυσσαλέου βάθους της λίμνης φαίνονται φλυαρίες του περιηγητή, ο Ρος καταθέτει τη μαρτυρία του: Πριν λίγα χρόνια επιχειρήθηκε με βυθομετρητή ελληνικού καραβιού να βρεθεί ο βυθός της Αλκυονίδος. Μάταια, το βάθος της είναι απύθμενο έως σήμερα. Αλλά και Άγγλοι αξιωματικοί που αποπειράθηκαν το 1872 με αλυσίδες μήκους 300 μέτρων να υπολογίσουν το βάθος, κατέληξαν σε μετρήσεις 80-150 μέτρων στην περιφέρεια της λίμνης, ενώ γύρω από το κέντρο, το μήκος τους δεν στάθηκε αρκετό. Και ο Μηλιαράκης [39] καταγράφει την Αλκυονίδα ως λίμνη αμέτρητου βάθους, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων. Ίσως η φήμη αυτού του βάθους να έδωσε στη Λέρνα την ονομασία «Φονιά», που καταγράφει ο Σοφιανός, αν δεν πρόκειται για λάθος, αφού το όνομα αυτό είχε η λίμνη Φενεού, που σχημάτιζε ο ποταμός Όλβιος.

 

 Οι τελετές

 

Το περιμένει κανείς, ένας τέτοιος χώρος να έχει συνδεθεί με μυστηριακές τελετές. Σύμφωνα με μια παράδοση, οι Δαναΐδες αποκεφάλισαν τη νύχτα του γάμου τους συζύγους τους, γιους του  Αιγύπτου, αδελφού του πατέρα τους και έθαψαν τα σώματά τους κάτω από τα νερά της Λέρνας [40]. Ο άντρας της Αμυμώνης παραδίδεται από τους μυθογράφους κυρίως με τα ονόματα Πολυδέκτωρ ή Εγκέλαδος. Οι Δαναΐδες τιμωρήθηκαν για την ανόσια πράξη τους, κουβαλώντας στον Άδη, ατελείωτα και μάταια, νερό στον απύθμενο πίθο τους. Ο μύθος του αποκεφαλισμού θα είναι ο απόηχος πανάρχαιων ανθρωποθυσιών στις όχθες της λίμνης και θαψίματος των κομμένων κεφαλιών των θυμάτων στον βυθό, με σκοπό την αύξηση του νερού. Και σε άλλους λαούς είναι γνωστές αντίστοιχες τελετές με ταφή θυμάτων σε πυθμένες λιμνών, είτε για εξευμενισμό των στοιχειών της λίμνης, είτε για αύξηση των νερών. Τον καιρό του Παυσανία γίνονταν στη λίμνη γιορτές του Διονύσου [41] με φαλλικό χαρακτήρα, και ο θεοφοβούμενος περιηγητής προτιμά να κρατήσει το στόμα του κλειστό, γιατί όπως λέει, κρίνει ασέβεια την περιγραφή τους για τους πολλούς. Ο ίδιος αναφέρει επίσης και μυστική τελετή για την Δήμητρα, τα «Λερναία» [42], τα οποία μνημονεύει και ο Πλούταρχος, τελετή που θα πρέπει να συσχετίσουμε με το γεγονός ότι η Αλκυονία θεωρείτο μια από τις εισόδους απ’ όπου η Περσε-φόνη κατέβηκε στον Άδη. Οι τελετουργίες αυτές γινόντουσαν στο περίφημο άλσος από πλατάνια που αναφέρει ο Παυσανίας, ανύπαρκτο σήμερα,  και το οποίο είχε περίπου τη θέση του χωριού των  Μύλων, οριοθετούμενο προς Βορράν από το ποταμάκι Ποντίνο, προς Δυσμάς από το βουνό Ποντίνος, προς Νότον από την Αμυμώνη και την Αλκυονία και ανατολικά από τη θάλασσα. Μέσα στο δασύλλιο υπήρχαν αγάλματα της Δήμητρας, του Διονύσου και της Αφροδίτης. Ο Στράβων λέει ότι από τους καθαρμούς που έγιναν στην λίμνη βγήκε η παροιμία Λέρνη κακών, δηλαδή «της Λέρνας τα κακά».

Η παρουσία της Δήμητρας, θεάς που αναζητούσε την κόρη της στον κάτω κόσμο και εθεωρείτο χθονία, πρέπει να συσχετισθεί με την άβυσσο της λίμνης, μια από τις εισόδους στο βασίλειο του Πλούτωνα. Είδαμε πως ο Διόνυσος πήγε να φέρει από το κάτω κόσμο την μητέρα του Σεμέλη, μέσω της Αλκυονίδας. Σχετικά με την εδώ κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο Πλούταρχος αναφέρει και άνοδο του Θεού, ένα είδος θεϊκής επιφάνειας μέσα από το νερό: Αργείοις δε βουγενής Διόνυσος επίκλην εστίν. Ανακαλούνται αυτόν υπό σαλπίγγων εξ ύδατος, εμβάλλοντες εις την άβυσσον άρνα τω Πυλαόχω [43]. Πετούσαν δηλαδή οι Αργείοι ένα αρνί μέσα στη ρουφήχτρα της λίμνης, προσφορά στον Πυλάοχο Άδη, πιστεύοντας ότι έτσι ανακαλούσαν το Διόνυσο από την «εις Άδου κάθοδον», για να φέρει την ανοιξιάτικη άνθηση.  Δεν πρέπει δε να είναι καθόλου τυχαία η ύπαρξη και της μη εντοπισμένης πηγής «του Αμφιαράου», που αναφέρει ο Παυσανίας κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος γράφει αλλού[44] για την πηγή του Αμφιαράειου της Ωρωπίας, μέσω της οποίας ο ήρως αναδύθηκε θεοποιημένος μετά την εξαφάνισή του κάτω από ένα άνοιγμα της Γης.

 

Το τέρας και οι συμβολισμοί

 

Από μια τόσο μυστηριώδη λίμνη δεν μπορούσε να λείψει το τέρας της. Η διαβόητη Λερναία Ύδρα ζούσε εκεί ..απαίσια σφυρίζοντας [45]. Ανέκαθεν η λαϊκή φαντασία επινοούσε Δράκους, που φυλάνε τις πηγές, τρομοκρατούν τους κατοίκους και μoλύνουν το περιβάλλον με τη δηλητηριώδη ανάσα τους, μέχρι που κάποιο παλικάρι σκοτώνει το θηρίο [46]. Η Αμυμώνη διαθέτει με το παραπάνω όλα αυτά τα στοιχεία του θρύλου. Ο Απολλόδωρος[47] τοποθετεί την φωλιά του τέρατος στην πηγή της: ..εν τινί λόφω (τόπω;) παρά τας πηγάς της Αμυμώνης, όπου ο φωλεός αυτής υπήρχεν. Ο Παυσανίας [48] συμφωνεί, προσθέτει και ένα πλατάνι δίπλα της και πιστεύει ως προς το μέγεθος ότι θα ήταν μεγαλύτερο από τα άλλα νερόφιδα, και ότι το δηλητήριό του ήταν θανατηφόρο. Είναι όμως πολύ συγκρατημένος στον αριθμό των κεφαλών της. Μόνο μία. Μέμφεται μάλιστα τον ποιητή Πείσανδρο από την Κάμειρο ότι, για να κάνει το ποίημά του [49] πιο σπουδαίο, παρουσίασε την Ύδρα με πολλά κεφάλια. Τα τελευταία απασχόλησαν πολλούς. Άλλοι τα θέλουν πέντε, άλλοι έξι [50] ή εννέα [51] ή πενήντα [52]  ή εκατό [53] ο Ευριπίδης μύρια [54], στα περισσότερα νομίσματα όπου απεικονίζεται έχει επτά, αλλά η επικρατέστερη παράδοση παραδίδει εννέα, από τα οποία το πέμπτο ήταν απέθαντο, πράγμα που κατά τον Απολλόδωρο ανάγκασε τον Ηρακλή να το θάψει κάπου στο σημερινό βουνό Ζάβιτσα, νότια της Λέρνας.

 

Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα. Ένα από τα 60 χαρακτικά της συλλογής του Βασιλικού Συμβούλου Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, μετά τον θάνατό του στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Τι δηλώνει ο μύθος; Το τέρας συμβολίζει την πηγή των υπόγειων ποταμών της περιοχής. Όσον αφορά στη θανατηφόρα αναπνοή, θα πρόκειται ασφαλώς για τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του έλους της Λέρνας. Τα πολλά κεφάλια υποδηλώνουν τις πολυάριθμες πηγές, η δε διαφοροποίηση στον αριθμό, θα οφείλεται στην ευεξήγητη υπερβολή των ποιητών αλλά και στην ποικιλία των εκτιμήσεων, αφ’ ενός λόγω του ελώδους εδάφους, αφ’ ετέρου λόγω του ευμετάβλητου της ροής των πηγών, όπως πιστοποιείται και από σύγχρονες επιστημονικές παρατηρήσεις που θα δούμε παρακάτω. Η εκβλάστηση νέων κεφαλών στη θέση των καρατομημένων, θα συμβολίζει την ανάβλυση καινούργιων πηγών στην προσπάθεια απόφραξης άλλων. Τέλος η εξόντωση της Ύδρας από τον Ηρακλή με τη βοήθεια της φωτιάς, παραπέμπει στην επιτυχή αποξήρανση του έλους, που πρέπει να συντελέστηκε περί το 1300: …κι εκεί πέρα το μαύρο έλος του νερού της Λέρνας, σημαδεμένο απ’ την Ηράκλεια φωτιά[55]. Ο Ευημεριστής [56] Σέρβιος υπογράφει σχεδόν αυτούσιες τις παραπάνω σκέψεις [57].

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Άλλοι Ευημεριστές θεωρούν ότι η Ύδρα ήταν φρούριο, όπου ο ήρωας Λέρνος υπεράσπισε τη Λέρνη ανεπιτυχώς από τον Ηρακλή, που εξαπέστειλε εναντίον τους ο βασιλιάς Ευρυσθέας, επειδή δεν αναγνώριζαν την επικυριαρχία του. Ανάλογα ιστορεί και ο Παλαίφατος, που θεωρεί ότι τα κεφάλια της Ύδρας συμβολίζουν τους 50 σωματοφύλακες του βασιλιά της ομώνυμης πολίχνης, που αντικαθίσταντο αμέσως μετά από κάθε απώλεια.

 

Αυτός ο μελανόμορφος γαμικός λέβης (550-540 π.Χ.) είναι από τα καλλίτερα μελανόμορφα αγγεία που κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. Η κεντρική διακόσμησή του έχει για θέμα τον άθλο του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα που ζούσε στην περιοχή Λέρνη, ένα βαλτότοπο νότια του Άργους, απ΄ όπου πήρε και το όνομά της. Το άντρο της βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Ποντίνου, κοντά στην πηγή της Αμυμώνης.
Οι μεγάλες επιφάνειες του αγγείου επιτρέπουν το άπλωμα των πρωταγωνιστών, που μοιράζονται τον χώρο δεξιά κι αριστερά του τέρατος που βρίσκεται στο κέντρο. Ο Ηρακλής με γυμνό ξίφος, πιάνοντας ένα από τα κεφάλια της Ύδρας, προσπαθεί να την εξοντώσει. Από την άλλη μεριά ο αχώριστος φίλος του Ιόλαος, επιχειρεί να τον συνδράμει, κρατώντας στο χέρι του ένα από τα κεφάλια του τέρατος και προσπαθεί να το αποκόψει. Πίσω από τον Ηρακλή εικονίζεται μια γυναικεία μορφή. Πρέπει να είναι η προστάτιδα του θεά Αθηνά και πίσω της ο θεός Ερμής, ενώ πίσω από τον Ιόλαο υπάρχουν τρεις γυναίκες που παρακολουθούν. Στον ψηλό λαιμό του αγγείου φαίνονται δυο οπλίτες αριστερά και ένας δεξιά που κρατούν δόρυ, πλαισιώνοντας ένα τέθριππο, που ο ηνίοχός του φορά κωνικό σκούφο και κρατά καμτσίκι. Μάλλον δεν πρόκειται για το άρμα του Ηρακλή με το οποίο ο ήρωας θα έφευγε μετά την ολοκλήρωση του έργου του. Πιθανόν λόγοι διακοσμητικοί οδήγησαν τον καλλιτέχνη στην δημιουργία του άρματος. Το υπόλοιπο αγγείο διακοσμούν άγρια θηρία, πουλιά και τέρατα. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

 

Ο Μηλιαράκης και ντόπιοι συγγραφείς αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που μαρτυρούν διηγήσεις χωρικών, το λεγόμενο Τριμέρι. Ανά 15ετία περίπου (1905, 1920, 1936) τα υπόγεια νερά υπερχειλίζουν και κατακλύζουν το πεδίο. Αυτό ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της πρώτης ερμηνείας. Αλλά και τελευταίες επιστημονικές έρευνες καταλήγουν σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα: «Ο Ελβετός γεωλόγος-αρχαιολόγος Έμπερχαρντ Ζάνγκερ, με τη βοήθεια παλαιών δορυφορικών λήψεων, κατόρθωσε να λύσει το μυστήριο της περιοχής που υποτίθεται ότι ζούσε η Λερναία Ύδρα… Οι δορυφορικές απεικονίσεις έδειξαν ότι μια περιοχή στην Πελοπόννησο τροφοδοτείται από υπόγειες πηγές,  που διαδοχικά στέρευαν και επανεμφανίζονταν, όπως οι κεφαλές του μυθικού τέρατος, μεταβάλλοντας περιοδικά την τοποθεσία σε έλος. Σημαντική βοήθεια προσέφεραν στοιχεία από ραντάρ μακρών κυμάτων, τα οποία διείσδυσαν σε βάθος εδάφους 5 m. Oι δορυφορικές φωτογραφίες καθιστούν ευδιάκριτους υπόγειους δρόμους, κοίτες ποταμών και αρχιτεκτονικές κατασκευές» [58]. Αυτή η ανακάλυψη δικαιώνει το Σέρβιο.

 

Το τοπίο και το νερό

 

Στην άνυδρη Αργολίδα, η παρουσία τόσου νερού δεν πέρασε απαρατήρητη. Είδαμε πως ο Μελέτιος εύρισκε πιο λογικό να είναι το ποταμάκι της Λέρνας ο Ίναχος. Ο Παυσανίας και ο Απολλόδωρος θεωρούσαν πως μόνον εδώ υπήρχε νερό στην Αργία. Ο τελευταίος έγραψε χαρακτηριστικά πως: Θέρους δε αυά σφίσιν εστί τα ρεύματα πλην των εν Λέρνη [59]. Τα πολλά νερά έκαναν την περιοχή κατοικήσιμη από πολύ παλιά. Νότια του σημερινού χωριού των Μύλων, όπου και ο αρχαίος οικισμός της Λέρνας, ανασκάφτηκε νεολιθική εγκατάσταση, που ήκμασε στην αρχή του 3000 π.Χ. Παρά τον φοβερό μύθο της ύδρας, φαίνεται πως το νερό εδώ ήταν πόσιμο. Στο ερώτημα που τέθηκε μεταξύ των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου ποιο είναι το γλυκύτερο νερό, μερικοί  εγκωμίασαν αυτό της Λέρνας [60].

 

Ηρακλής και Ποσειδώνας. Maarten van Heemskerck (1498-1574). Λάδι σε ξύλο. Άμστερνταμ, Rijksmuseum.

 

Ο Πουκεβίλ περιγράφει τη λίμνη Λέρνη γεμάτη γλάρους, κορμοράνους και θαλασσινά πετροχελίδονα. Στις ακαθόριστες λόγω βλάστησης όχθες της είδε άγριες γλαδιόλες, σπάρτα, σκίνα και χορτάρια. Το ποταμάκι της λίμνης κινούσε μύλους και έδειχνε γεμάτο ψάρια. Ήπιε από το νερό της και παρά τα παράπονα των ντόπιων, του φάνηκε καθαρό, άποψη που την υποστηρίζει αναφέροντας ότι από εκεί ανεφοδιάζονται και τα πλοία με νερό …χωρίς να νοιάζονται ούτε για την Λερναία Ύδρα….ούτε για τις νοσηρές ιδιότητες που αποδίδονται στην λίμνη. O ίδιος όμως αντιφάσκει και ισχυρίζεται ότι η παράκτια ζώνη μεταξύ Ερασίνου και Απόβαθμου [61], μαστίζεται από μεφιτικές αναθυμιάσεις. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει η αντίφαση αυτή. Ο Γάλλος συγγραφέας, φυλακισμένος στην Τριπολιτσά, έχοντας κάποια ευχέρεια κινήσεων συνέλεξε ελάχιστο υλικό για τον Μοριά, που το δημοσίευσε, διανθισμένο με κλεμμένες πληροφορίες από άλλους περιηγητές, στο αναξιόπιστο 5τομο Voyage en Moree,… (1805).

Πολύ νωρίτερα ο Πίρι Ρέις, μιλώντας για το Ναύπλιο, λέει πως μπορούν να αράξουν 600 καράβια, για τα οποία υπάρχει νερό: Είναι ένα ποταμάκι. Αν δεν εννοεί τον Ερασίνο, θα πρόκειται για την Αμυμώνη. Ο Κινέ δίνει την πιο γραφική περιγραφή: τρία ρυάκια μέσα σε αυλάκια κυλάνε με τρομερή ταχύτητα ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια και χάνονται ανατολικά μέσα σ’ ένα έλος. Η Λερναία Ύδρα δεν έχει πια παρά αυτά τα τρία κεφάλια που κάνουν κάτι μύλους και γυρίζουν. Εκεί μέσα βουτούσαν μερικές καμήλες γονατισμένες κάτω από τα φορτία τους. Ο θόρυβος που κάνει αυτό το νερό, καθώς αναβρύζει από τα ριζά του βουνού, σκεπάζει τις φωνές των καμηλιέρηδωνΟ Belle μιλάει κι αυτός για τρεις πηγές, για γλάρους και αλκυόνες που πετούν πάνω από τη μέχρι διακόσια μέτρα πλάτος λίμνη και δίνει μια θλιβερή περιγραφή των περιοίκων που έχουν πληγεί από την ελονοσία. Ο Puckler μιλάει για τη λίμνη Λέρνα που ακόμα τώρα είναι μόνο ένας βούρκος. O Κόντογλου, μιλώντας για το κάστρο των Μύλων – εννοώντας αυτό που βρίσκεται πάνω στον Ποντίνο λόφο – λέει: Αποκάτω είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, οι Μύλοι, που τρέχουνε τα πράσινα νερά (η Λέρνη).

Ο Φωτάκος περιγράφει τον ευρύτερο χώρο: Η θέσις αύτη των Μύλων είναι οχυρά εκ φύσεως, διότι μεσημβρινώς κείται η λίμνη, η Λέρνη λεγομένη, αρκτικώς είναι το μέρος βαλτώδες, προς ανατολάς η θάλασσα και προς δυσμάς υψούται το βουνόν, Πλεύρα καλούμενον. Η τοποθεσία υπήρξε στρατηγική κατά την επανάσταση του ’21 λόγω του πόσιμου νερού, της στενότητας της περιοχής, της γειτονίας με τις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου και διότι αποτελούσε δίοδο προς την Τριπολιτσά, της οποίας οι Μύλοι αποτελούσαν το επίνειο για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι εδώ συγκεντρώθηκαν  αρκετές φορές στρατεύματα και καράβια, για να εφοδιασθούν με νερό.

Ο χώρος είχε διαμορφωθεί από τους Ενετούς και τους Τούρκους, με μάντρες, νερόμυλους, αποθήκες και με δεσπόζουσα την «κούλια», τον πύργο δηλαδή του αγά της Λέρνης. Το Ιούνιο του 1825 ο Μακρυγιάννης οχυρωμένος εδώ νίκησε τους άντρες του Ιμπραήμ, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στην Αργολίδα. Όπως γράφει ο πρώτος στα απομνημονεύματά του, ταμπουρωμένος στον πύργο έκοψα και νερό από το μυλαύλακον και το πέρασα εις την κούλια κάτου από τη γη, νάχωμεν νερό… Κάποια στιγμή οι Έλληνες καταδιώκοντας τους Αιγύπτιους, βούτηξαν στα νερά μέχρι το λαιμό [62]. Σε λαϊκό πίνακα που αναπαριστά τη μάχη των Μύλων, φαίνονται οι εγκαταστάσεις της περιοχής και ο σύντομος ρους μέσα στους βαλτότοπους της Αμυμώνης και του Ποντίνου [63]. Διακρίνεται καθαρά και ένας νερόμυλος, που κινιόταν με τα νερά του τελευταίου.

 

Για τον Ηρακλή, που η καταγωγή του ήταν από το Άργος, οι Έλληνες έπλασαν αναρίθμητους μύθους και εξύμνησαν τα κατορθώματά του. Είναι γνωστοί οι άθλοι του. Πάλεψε με άγρια θηρία, με φοβερούς και τρομερούς αντιπάλους, ακόμη και στον Άδη κατέβηκε και τιθάσευσε τον κέρβερο. Στην εικόνα, ο Ηρακλής που ξεκουράζεται από το πολύμοχθο έργο του κάτω από τον ίσκιο μιας ελιάς, δέχεται την Αθηνά που του προσφέρει κρασί για να τον δροσίσει. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας. Γύρω στο 470 π.Χ. Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen.

 

Η σημερινή διαμόρφωση ελάχιστα θυμίζει το μυθικό παρελθόν. Βέβαια, και ο Παυσανίας βρήκε τη λίμνη μικρή, με διάμετρο μόλις το ένα τρίτο του σταδίου, με χλόη και σχίνα στις όχθες, εικόνα που μοιάζει με τη σημερινή, όμως η επέλαση των κατοίκων της περιοχής έχει σαρώσει τα πάντα.

Τα λιγοστά ερείπια του προϊστορικού οικισμού, το μισοεξαφανισμένο ρυάκι του Ποντίνου, η ελώδης λιμνούλα, το ρέμα της Αμυμώνης, που ακόμα τρέχει, νωχελικά στην αρχή και ταχύτερα όσο πλησιάζει στη θάλασσα, και τα δυσδιάκριτα από την πεδιάδα απομεινάρια του κάστρου Τσιβέρι στον Ποντίνο λόφο, δεν είναι αρκετά για να ανασυνθέσουν  το πανάρχαιο επιβλητικό τοπίο με το κατάρρυτο ιερό άλσος. Και ενώ οι αφέγγαρες νύχτες εδώ θυμίζουν ακόμα τους στίχους του Στάτιου: ...γύρω σε σκοτεινό μπλε ατσάλι τρέχει το ναρκωμένο ρυάκι της Λέρνας [64], τα βοσκήσιμα λιβάδια της Λέρνας, για τα οποία μιλάει ο Οβίδιος [65], ή τα βαθιά λειβάδια των ψηλών δασών, όπου η δροσερή Λέρνα, διάφανη με τα κρυσταλλικά τενάγη της του Σενέκα[66], έχουν χαθεί  …και η Αμυμώνη, πλανιέται θλιμμένη δίπλα στο ρυάκι που βρήκε [67]. Οι βιαστικοί ταξιδιώτες προσπερνούν ανυποψίαστοι, …κι ο Άδραστος στέλνει  ανιχνευτές να βρουν αν υπάρχουνε ακόμα οι λίμνες της Λίκυμνας[68] ή τίποτ’ απ’ τα νερά της Αμυμώνης, μα όλα απλώνονται στραγγισμένα από αθέατη φωτιά [69].

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Γιος του Σθενέλα, ένατος βασιλιάς της πόλης.

[2] Ο μύθος έχει πολλές παραλλαγές. Πάντως ο ήρωας μαζί με τις Δαναΐδες είναι συνδεδεμένος με επινοήσεις  του προϊστορικού πολιτισμού, ιδιαίτερα με συλλογή νερού, αρδεύσεις και κρήνες.

[3]  Υγίνος, Μυθ. 169.

[4]  Απολλόδωρος 2, 1, 4.

[5] «Αργοναυτικά», 203. Έργο αποδιδόμενο στον Ορφέα.

[6] Βλ. π. Ίναχος

[7] «Φοίνισσαι», 187.

[8] Στο 8, 371. Ο στίχος αυτός είναι άγνωστης προέλευσης, αν και ο Meineke θεωρεί ότι είναι διορθωμένο το 128 απόσπασμα Μerkelbache του Ησίοδου.

[9] «Θυέστης», 115.

[10] Θησαυρός  Ορτέλιου.

[11]  Ενάλιοι διάλογοι. «Τρίτων και Ποσειδών», 305.

[12]  Αίτια 66.

[13]  Πηγές στην Αργολίδα που ονομάστηκαν από τις κόρες του Δαναού.

[14] 5,17,11.

[15] «Ελληνική Ανθολογία», II, 62. Ο Χριστόδωρος ήταν επικός ποιητής από την Κοπτό της Αιγύπτου.

[16] «Μωρίας εγκώμιον»,  40.

[17] 8, 371.

[18] Ο  Παυσανίας (2, 4, 5) αναφέρει πηγή Λέρνα και στην Κόρινθο.

[19] Ίσως από τον Αλκυονέα, έναν από τους Γίγαντες που γέννησε η Γη. Ίσως όμως η ονομασία της λίμνης να σχετίζεται με την Αλκυόνη, θυγατέρα του Αιόλου που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό, ή μιαν άλλη Αλκυόνη, αδελφή του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα. Τέλος, υπάρχει μια Πλειάδα Αλκυόνη, που ήλθε σε συνεύρεση με τον Ποσειδώνα. Επίσης, η βορειοανατολική απόληξη του Κορινθιακού κόλπου λεγόταν επίσης Αλκυονίς θάλασσα, από τα θαλασσοπούλια που ζούσαν εκεί.

[20]  2, 37, 1.

[21]  Φοίνισσαι 126. Σ’ αυτόν αποδιδόταν το χτίσιμο της Ακρόπολης του όρους Ποντίνος.

[22] «Ηρακλής μαινόμενος», 153.

[23]  8,368.

[24] «Αργοναυτικά», II, V, 496.

[25]  Σχόλια στην Βιργιλίου «Αινειάδα», XII, V, 518.

[26]  «Προμηθέας Δεσμώτης» 663 & 686-687.

[27]   30 &169.

[28]  Σχ. στην «Στάτιου Θηβαΐδα», II, V, 433.

[29] «Διονυσιακά», XXV, 196.

[30]  Θηβαΐς 1, 360 & 2, 376

[31]  Σελ.51, 23 έκδ. Westerman Μυθογράφοι

[32]  Σελ.350,20 και 350,23 Μυθογράφοι

[33]  «Αργοναυτικά» 3, 241.

[34]   Μετ.1, 702.

[35]  «Αινειάδα», XII, 518.

[36]  Μυθογράφοι σελ.348. 18

[37]  2, 37, 5-6.

[38]  Άλλες είσοδοι στην Πελοπόννησο ήταν στους ποταμούς Όλβιο και Νέδα.

[39] Αντώνιος (1841-1905). Ιστορικός που ασχολήθηκε με την Ελληνική Γεωγραφία. Βλ. βιβλιογραφία.

[40]  Παυσανίας, 2, 24, 2.

[41]  2, 37, 6.

[42]  2, 36, 7.

[43] «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» σ. 364 F. Mε την υπόθεση αυτή έχει ασχοληθεί ο Nilson. Tον συσχετισμό με την πηγή του Αμφιαράειου πραγματοποιεί ο Κ. Ρωμαίος στο άρθρο του «Θρησκειολογικά προβλήματα σχετικά με την Λέρνα» στα  Πελοποννησιακά των 1978-‘79. Μπορεί κανείς να προσέξει τις αντιστοιχίες με την Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με την Ελληνορθόδοξη παράδοση.

[44]  1, 34, 4.

[45]  Βιργίλιος «Αινειάδα», VI, 287.

[46]  Ο Κάδμος σκότωσε τον δράκο μιας πηγής στη θέση των Θηβών.

[47]  II, V, 2.

[48]  2, 37, 4

[49]  Σχετικό με τους άθλους του Ηρακλή, γράφτηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα.

[50]  Σε πόρπες της γεωμετρικής εποχής.

[51]  Απολλόδωρος 2,77 κ.ε.

[52]  Παλαίφατος,

[53]  Οβίδιος, Διόδωρος Σικελιώτης (IV, 11, 5). Ευρυπίδης (Ηρακλής μαινόμενος 1190).

[54]  «Ηρακλής Μαινόμενος» 419 και 1274. Μυριόκρανον, Αμφίκρανον και παλιμβλαστή.

[55]  Στάτιου «Θηβαΐς», I, 385.

[56] Οπαδοί του Μεσσήνιου φιλόσοφου Ευήμερου του 4ου-3ου π.Χ.αιώνα, που έγραψε την περίφημη «Ιερά Αναγραφή», από την οποία ελάχιστα σώζονται και στην οποία κατέγραφε την θεωρία του ότι οι Θεοί ήταν κάποτε ισχυροί άνθρωποι. Θεωρήθηκαν εκπρόσωποι του αθεϊσμού.

[57] Σχόλιο στη Βιργίλιου «Αινειάδα», VI, 287.

[58] Αναδημοσίευση της «Ελευθεροτυπίας» της 17ης-7-’96 από το γερμανικό «Spiegel» .

[59] 2, 1, 4.

[60]  Αθήναιου «Δειπνοσοφισταί», 4, 156, e.

[61]  Ορμίσκος του Αργολικού, νοτίως της Λέρνης, σημείο αποβίβασης του Δαναού και των πενήντα θυγατέρων του, στον ερχομό τους από την Αίγυπτο.

[62] Βλ. Σ. Παναγιωτόπουλου «Η μάχη…».

[63] Δ. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη, υδατογραφία – Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Συνοδεύεται από εκτενές επεξηγηματικό υπόμνημα.

[64] «Θηβαΐς», IV, 172.

[65] «Μεταμορφώσεις» I, 597.

[66] «Ιππόλυτος», 507.

[67]  Στάτιου «Θηβαΐς», VI, 288.

[68]  Η Ακρόπολη της Τίρυνθας.

[69]  Στάτιου «Θηβαΐς» IV, 735. Ο Άδραστος, βασιλιάς του Άργους, ήταν ένας από τους Επτά επί Θήβας.

 

Βιβλιογραφία σε μορφή pdf: Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας – Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

Σχετικά θέματα:

 

 

 

 

Read Full Post »

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης


 

Ένας  από τους βασικότερους μύθους της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, αλλά και ένας από τους πλέον αρχέγονους μύθους της ανθρωπότητας αναφέρεται στην αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, το θεό του Κάτω Κόσμου. Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, ενώ το θέμα πραγματεύεται και ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα. Η Περσεφόνη ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας. Πατέρας της ήταν ο Δίας [Ζεύς] και σύζυγός της ο Άδης, ο οποίος την πήρε στον κάτω κόσμο για την ομορφιά της μια μέρα που η ίδια μάζευε άνθη στην περιοχή της Νύσας συντροφιά με τις Ωκεανίδες νύμφες. Ο πατέρας της, ο Δίας, αντιμετώπισε την αρπαγή της κόρης του με χαρακτηριστική απάθεια, ενώ η μητέρα της, η Δήμητρα, την αναζήτησε απεγνωσμένα και τη ζήτησε πίσω. Η δυσφορία της Δήμητρας, στο διάστημα που αναζητούσε και δεν εύρισκε την κόρη της, έφερε στον πληθυσμό γεωργικό μαρασμό με αποτέλεσμα να κινητοποιηθεί ο Δίας, που έστειλε τον Ερμή και κατέληξε σε τελική συμφωνία με τον Πλούτωνα η Περσεφόνη να παραμένει έξι μήνες στη γη/μητέρα της και έξι μήνες στον κάτω κόσμο/Άδη.

Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, ενώ υπήρχε μια παλαιότερη αναπαράσταση μιας θεάς, που μπορεί να ταυτισθεί με την Περσεφόνη, σε ένα διακοσμημένο πιάτο από την Παλαιο-Παλατιακή περίοδο στη Φαιστό. Ωστόσο, την αφήγηση αυτή δεν τη συναντάμε μόνο στην ελληνική μυθολογία, αλλά και οι Σουμέριοι και οι συριακοί μύθοι έχουν ένα περιστατικό αρπαγής της κόρης ή της θεάς της γονιμότητας και βλάστησης, της Ιννάνα ή Ιστάρ, που δεν ήταν άλλη από την Αστάρτη.

 

Δήμητρα και Περσεφόνη

 

H αρπαγή της Περσεφόνης, Jean Francois De Troy, 1735, λάδι σε καμβά. Stroganov Palace Museum, Leningrad, Russia.

Η Περσεφόνη ήταν κόρη της Δήμητρας και του Δία. Η Δήμητρα, κόρη του Κρόνου και της Ρέας, είναι η θεά της γονιμότητας, προστάτιδα της γεωργίας και των καλλιεργειών και γενικότερα η θεά της βλάστησης και συνήθως απεικονίζεται να κρατάει κάποιο στάχυ και σε ορισμένες περιπτώσει δάδα. Από νωρίς έγινε στόχος πολλών θεών για την ομορφιά της. Η Δήμητρα όμως ήταν απόμακρη και ακατάδεκτη και αντιστεκόταν σε κάθε φιλόδοξο, που προσπαθούσε να την αποπλανήσει. Πρώτος ο Δίας ήταν αυτός που κατάφερε με τέχνασμα να την εξαπατήσει και να σμίξει μαζί της. Ο Πατέρας των Θεών, γνωστός για τις ερωτοτροπίες του, αποφάσισε να αποπλανήσει και την απόμακρη θεά, που αδιαφορούσε για τους άντρες. Έτσι μεταμορφώθηκε σε ταύρο και σαγήνευσε τη Δήμητρα, η οποία έμεινε έγκυος. Εννιά μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, που ονομάστηκε Περσεφόνη. Η Δήμητρα αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην πολύ αγαπημένη κόρη της, που όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε και η ομορφιά της. Έγινε τόσο όμορφη που, όταν την είδε ο Πλούτωνας, θεός του Άδη, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και αποφάσισε να την κλέψει.

Μια μέρα η νεαρή Περσεφόνη, κόρη της Θεάς Δήμητρας, έπαιζε και μάζευε λουλούδια παρέα με την Αθηνά, την Άρτεμη και τις Ωκεανίδες νύμφες σ’ ένα ανθισμένο λιβάδι του Νύσιου πεδίου. Η πεδιάδα αυτή ήταν μία πανέμορφη, καταπράσινη περιοχή με πλούσια βλάστηση, πάνω σε λόφο, κοντά στις Συρακούσες της Σικελίας. Το δάσος αντηχούσε χαρούμενα τραγούδια και ο ήχος από τα νερά των πηγών γινόταν ένα με τα γέλια των κοριτσιών.

Κάποια στιγμή η Περσεφόνη μαζί με μια από τις φίλες της, την Κυάνη, είδε μακριά έναν ανθισμένο λευκοκίτρινο νάρκισσο και θαμπώθηκε από τη θέα και την πανέμορφη μυρωδιά του. Αυτός ο νάρκισσος ήταν το ωραιότερο και το πιο ευωδιαστό άνθος ανάμεσα στα υπέροχα ρόδα, τους κρόκους, τους υάκινθους και τις ίριδες, που υπήρχαν στην περιοχή. «Τι όμορφος!» είπε στην Κυάνη. «Θα τον πλέξω στο στεφάνι μου!» Οι άλλες κοπέλες πλησίασαν το άνθος με χορευτικά παιχνιδίσματα μεθυσμένες από την ομορφιά της φύσης. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Περσεφόνη άπλωσε το χέρι της για να τον κάνει δικό της [1].

Μα, αλίμονο, προτού προλάβει η Περσεφόνη να κόψει το άνθος, άνοιξε η γη! Η ομορφιά της κόρης θάμπωσε τον  Άδη (Πλούτωνα), το σκοτεινό θεό, που είχε ήδη αποφασίσει να την κάνει βασίλισσά του και την παρακολουθούσε. Ξαφνικά, λοιπόν, ακούγεται ένας δυνατός κρότος, σείεται όλη η γη και δημιουργείται ένα ρήγμα βαθύ, που έσκισε τη γη στα δυο μέχρι τα μουχλιασμένα τάρταρα του Άδη. Και μέσα από το ρήγμα εμφανίζεται ένα χρυσό άρμα, που το έσερναν αθάνατα άλογα! Οδηγός ήταν ο Πλούτωνας, που με το ένα χέρι κρατούσε τα χαλινάρια των αλόγων και με το άλλο άρπαξε την πανέμορφη κοπέλα. Ο φοβερός θεός του κάτω κόσμου με γρήγορες κινήσεις τραβάει την Περσεφόνη, παρά τις προσπάθειες της Κυάνης να την κρατήσει. Έτσι ο Πλούτων πήρε την Περσεφόνη στο χρυσό άρμα του και κίνησαν για το Βασίλειο του Κάτω Κόσμου! [2]

 

Η Αθηνά κι ο Άρης ζητάνε από τον Άδη να μην απαγάγει την Περσεφόνη. Peter Paul Rubens, μεταξύ 1636-1638, λάδι σε καμβά, Museo Nacional del Prado.

 

Στο δάσος τα γέλια των Νυμφών έγιναν θρήνοι, που με την ηχώ τους τρομάζανε τα ζώα του δάσους και διώχνανε τα πουλιά. Η Κυάνη δεν έχασε καιρό. Όσο έβλεπε τον Πλούτωνα με την Περσεφόνη να απομακρύνονται, τόσο γοργότερα έτρεχε, μην τους χάσει από τα μάτια της. Καθώς το άρμα ξεμάκραινε βιαστικά, σχημάτιζε πάνω στο χώμα ένα χάσμα. «Κουράγιο», μονολόγησε η Κυάνη. «Τουλάχιστον δε θα χάσω τ’ αχνάρια τους!». Κι όλο έτρεχε, ως που ο Πλούτωνας σχίζοντας τη γη κατέβηκε στο βασίλειό του παίρνοντας μαζί την Περσεφόνη.

Η αφοσιωμένη Κυάνη παρέμεινε έξω στο σημείο εκείνο κλαίγοντας, που δεν μπόρεσε να βοηθήσει τη φίλη της. Τα δάκρυά της κυλούσαν μέσα στο χάσμα, που είχε σχηματίσει το Άρμα του Πλούτωνα. Οι Θεοί τη λυπήθηκαν και τα μετέτρεψαν σε πηγή. Η πηγή ονομάστηκε «Κυάνη» και στη Σικελία λατρεύτηκε για πολλούς αιώνες. Ο θρυλικός Ηρακλής μάλιστα, όταν μετά τούς άθλους του επισκέφτηκε τη Σικελία, καθιέρωσε τη λατρεία της και δίδαξε στους κατοίκους πώς να τελούν λαμπρές τελετές και εορτές με θυσία στα νερά της Κυάνης. Και οι Νύμφες, για να ξεκουράσουν τον Ηρακλή από το πολύκοπο ταξίδι του, γέμισαν τη Σικελία ιαματικές πηγές.

 

Ο Πλούτωνας αρπάζει την Περσεφόνη και η Κυάνη θρηνεί. Girardon, François (εκδότης), χαλκογραφία. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Η Περσεφόνη, τη στιγμή που χανόταν στην άβυσσο πάνω στο άρμα του Πλούτωνα, έβγαλε μεγάλη κραυγή από μέσα της καλώντας τον πατέρα της Δια, το γιο του Κρόνου. Αλλά για κακή της τύχη αυτός είχε αλλού στραμμένη την προσοχή του. Κανένας θνητός δεν είδε, παρά μόνο η θεά Εκάτη άκουσε την κραυγή, αλλά δεν αναγνώρισε τον απαγωγέα, γιατί το κεφάλι του καλυπτόταν από σκιές της νύχτας [3]. Μόνο ο Ήλιος, που τα βλέπει όλα από ψηλά, είδε καλά το περιστατικό.

Ένας μικρός απόηχος όμως από την κραυγή της Περσεφόνης αντήχησε στα βουνά και από τα βάθη των ωκεανών, εξοστρακίστηκε και έφτασε μέχρι τον Όλυμπο, όπου βρίσκονταν η μητέρα της.  Η Δήμητρα την άκουσε και η αγωνία έσφιξε την καρδιά της. Τρέχει, αλλά δε βρίσκει την Περσεφόνη! Αμέσως η θεά, φανερά τρομαγμένη και γεμάτη μητρική ανησυχία, ορμάει σαν γεράκι από τα παλάτια των θεών και αρχίζει να την αναζητά σε γη και θάλασσα [4].

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης, Niccolò dell’ Abbate.

 

Λένε πως εννιά μέρες και εννιά νύχτες, χωρίς να φάει, χωρίς να πιει, χωρίς να πλυθεί και να στολιστεί, η θεά περιπλανιόταν στον κόσμο κρατώντας δάδες στα χέρια της! Έψαχνε στη γη και τον ουρανό, διέσχιζε τα λαγκάδια και τις ρεματιές, δίπλα στις όχθες των ποταμών και των θαλασσών, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Νηστική και ανήσυχη δεν έτρωγε αμβροσία, ούτε ξεδιψούσε με νέκταρ, δε λουζόταν, δεν μιλούσε σε κανέναν και μεταμορφωμένη σε μαυροντυμένη γριά αναζητούσε την Περσεφόνη με το πένθος φανερό σε κάθε της βήμα. Τη δέκατη μέρα η Δήμητρα συναντά την Εκάτη, που είχε ακούσει τη φωνή, αλλά κι εκείνη δεν μπορούσε να της δώσει πληροφορίες και να της εξηγήσει αυτό που έγινε. Η Δήμητρα τότε, συνοδευόμενη από την Εκάτη, πήγε στο γιο του Υπερίωνα, τον Ήλιο που βλέπει τα πάντα, και τον παρεκάλεσε να την πληροφορήσει τι απέγινε η θυγατέρα της [5].

Πράγματι ο Ήλιος, που έβλεπε τα πάντα από τον ουρανό, λυπήθηκε τη θεά και της είπε πού βρισκόταν η κόρη της. Ότι ο Άδης, δηλαδή ο αδελφός της, γιος της ίδιας μάνας, άρπαξε τη κόρη της με τη συγκατάθεση του Δία. Και η Δήμητρα οργίστηκε τόσο με το Δία, ο οποίος επέτρεψε την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, και αποφάσισε να μην ξανανέβει στον ουρανό, αλλά να μείνει στη γη και να παραιτηθεί από τα θεϊκά της καθήκοντα, μέχρι που να της ξαναδώσουν την κόρη της! Από τη λύπη και την οργή της δεν άφηνε τη γη να ξανανθίσει και οι καλλιέργειες άρχισαν να μαραζώνουν. Και δεν επέστρεψε στον Όλυμπο. Μεταμορφωμένη σε γριά, για να μην την αναγνωρίσουν, πήγαινε σε πόλεις και χωριά ρωτώντας μήπως είδε κανείς την μονάκριβη κόρη της. Περπατούσε μέρα-νύχτα, μα κανείς δεν είχε δει, κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα.

 

Πλούτωνας και Περσεφόνη. Θεοί των νεκρών, αλλά και της ζωοδότρας γης.
Λοκρικός πίνακας, 470 – 460 π.Χ. Ρήγιο Καλαβρίας, Museo Nazionale.

 

Μια μέρα, μετά από μεγάλη περιπλάνηση, η Δήμητρα με τη μορφή γερόντισσας έφτασε αποκαρδιωμένη στην Ελευσίνα. Πρώτα κάθισε για να ξεκουραστεί σε μια πέτρα, που από τότε πήρε το όνομα «Αγέλαστη πέτρα», κάτω από τη σκιά μιας ελιάς, κοντά σε ένα πηγάδι [6]. Αυτό το πηγάδι, κατά τον Παυσανία ονομαζόταν «παρθένιο φρέαρ» και ήταν τόπος συνάθροισης για τις παρθένες της πόλης. Στο πηγάδι αυτό κατέφθασαν μετά από λίγο οι τέσσερις  θυγατέρες του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη, η μεγαλύτερη απ’ όλες, για να γεμίσουν με νερό τις χάλκινες υδρίες τους. Όταν πλησίασαν και είδαν την ταλαιπωρημένη γριά, οι τέσσερις αρχοντοπούλες αισθάνθηκαν συμπάθεια και σεβασμό και τη ρώτησαν ποιά είναι, πότε ήρθε και γιατί έμενε δίπλα από το πηγάδι και δεν πήγαινε στην πόλη, για να φιλοξενηθεί στο παλάτι του πατέρα τους Κελεού.

Η θεά  έκρυψε την ταυτότητά της και αποκρίθηκε πως ονομαζόταν Δως και καταγόταν από την Κρήτη. Τους είπε ότι είχε αιχμαλωτισθεί από ληστές στο λιμάνι της Κνωσσού και ότι μετά από εννέα ημέρες κατάφερε να δραπετεύσει, μόλις το πλοίο των ληστών έφτασε στο Θωρικό, όπου είχε αράξει. Στη συνέχεια, κοιτώντας στα μάτια τις κόρες του βασιλιά, τις παρακάλεσε να τη συστήσουν σε κάποιο σπίτι της Ελευσίνας, για να υπηρετεί όπως αρμόζει σε μια γυναίκα της ηλικίας της, και δήλωσε ότι ήταν σε κατάσταση να αναθρέψει και μικρά παιδιά, αν κάποιος ήθελε να της εμπιστευθεί το παιδί του.

Τα άκουσαν αυτά οι θυγατέρες του Κελεού και η ωραιότερη από αυτές, η Καλλιδίκη, της είπε ότι στην Ελευσίνα  ζούσαν έξι άρχοντες της πόλης, που ήταν οι Κελεός, Δόλιχος, Εύμολπος, Πολύξενος, Δίοκλος και Τριπτόλεμος και ίσως κάποιος απ’ αυτούς τη χρειαζόταν για υπηρέτρια. Όλες μαζί κατόπιν την παρακάλεσαν να παραμείνει δίπλα από το πηγάδι, ώσπου να αναγγείλουν την είδηση στη μητέρα τους, τη Μετάνειρα, η οποία ήταν πιθανό να τη δεχτεί στην υπηρεσία της και να της αναθέσει την ανατροφή του νεογέννητου παιδιού της, του Δημοφώντα.

Πράγματι, η Δήμητρα περίμενε και μετά από λίγο οι θυγατέρες του Κελεού επέστρεψαν τρέχοντας, για να την παραλάβουν. Την καλέσανε στο παλάτι του βασιλιά πατέρα τους, όπου την καλοδέχτηκε το βασιλικό ζεύγος, ο ξακουστός Κελεός και η γυναίκα του, η Μετάνειρα.

Εκείνη τις ακολούθησε και, μόλις μπήκε η θεά στο σπίτι, τα πάντα στο παλάτι πλημμύρισαν από Φως. Η Μετάνειρα καθόταν στον θρόνο της και, μόλις αντίκρισε τη θεά, σηκώθηκε και της προσέφερε τη θέση της, αλλά η Δήμητρα αρνήθηκε. Η θλίψη είχε χαράξει βαθιά το πρόσωπό της. Μια από τις γυναίκες, που υπηρετούσαν τη βασίλισσα και ονομάζονταν Ιάμβη, της πρόσφερε τότε ένα σκαμνί σκεπασμένο με λευκή προβιά σαν ασήμι, για να καθίσει, και κατάφερε να φέρει πάλι πίσω ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη της θεάς λέγοντάς της αστεία και κάνοντας κωμικές χειρονομίες. Δε δέχθηκε όμως το ποτήρι με κόκκινο κρασί που της πρόσφερε η Μετάνειρα λέγοντας ότι δεν της επιτρέπεται να πίνει κρασί και ζήτησε να της δοθεί ο «κυκεών», ένα περίεργο θρεπτικό ρόφημα από κριθάλευρο, νερό και μέντα, με το οποίο η θεά έβαλε τέρμα στη μακροχρόνια αποχή της από τροφή και ποτό [7].

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης, 1589, Hans von Aachen, Brukenthal National Museum.

 

Η μητέρα του μικρού Δημοφώντα είδε με συμπάθεια τη μεταμορφωμένη θεά και της ανάθεσε την ανατροφή του γιου της. Η Δήμητρα ένιωσε υποχρέωση προς τη βασιλική οικογένεια και ανέλαβε την ανατροφή του νεαρού Δημοφώντα.  Δεν τον έτρεφε όμως με γάλα, όπως τρέφονταν τα άλλα βρέφη, αλλά τον μεγάλωνε σαν να ήταν θεός! Κάθε βράδυ μύρωνε το μικρό παιδί με αμβροσία, φύσαγε πάνω στο παιδί πνοές θεϊκές και τη νύχτα κρυφά το περνούσε πάνω από τη φωτιά, σαν δαυλό, με σκοπό να καταστρέψει τις θνητές σάρκες του και να το κάνει αθάνατο [8].

Και πράγματι ο μικρός Δημοφώντας αναπτύσσονταν ταχύτατα και έφτασε να μοιάζει με θεό, πράγμα που παραξένεψε τους γονείς του. Αλλά το έργο της αθανασίας του Δημοφώντα, όπως και στη περίπτωση ενός άλλου ήρωα, του Αχιλλέα, δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Η μητέρα του, η Μετάνειρα, παραμονεύοντας ένα βράδυ είδε έντρομη τη θεά να κρατά τον γιο της πάνω από τη φωτιά και νόμισε ότι προσπαθεί να τον κάψει! Τρομαγμένη τότε μπήκε στο δωμάτιο και φώναξε: «Γιε μου, η ξένη αφήνει εσένα στη φωτιά να χαθείς και μένα να βυθιστώ στη θλίψη». Και γεμάτη έκπληξη ρώτησε κατόπιν τη Δήμητρα-τροφό ποια είναι [9].

 Αμέσως η μαυροντυμένη Θεά από καλοσυνάτη γριούλα πήρε την αληθινή μορφή της και μεταμορφώθηκε σε πανίσχυρη θεά. Ένα εκτυφλωτικό φως την περιέβαλλε προδίδοντας τη θεία δύναμή της και θυμωμένη είπε στην άναυδη Μετάνειρα: «… Άνθρωποι ανίδεοι και μωροί, τη μοίρα που σας πέφτει, καλή αν είναι ή κακή, δεν τη μαντεύετε!… Δόξα θα χάριζα άφθαρτη στο λατρεμένο σου το γιο, αθάνατο και αγέραστο θα σου τον είχα κάνει… Αλλά τώρα πια του θανάτου τη μοίρα να γλιτώσει δεν μπορεί στ’ αλήθεια. Μα θα του δοθεί άφθαρτη δόξα και τιμές, αφού στα γόνατά μου κάθισε και στην αγκαλιά μου έγειρε ν’ αποκοιμηθεί… Η τιμημένη Δήμητρα είμαι εγώ, θεών και ανθρώπων η χαρά το πιο τρανό χάρισμα. ΝΑΙ! … Είμαι η Θεά Δήμητρα!» [10]

Αφού αποκαλύφτηκε η θεά, απαιτεί από τον Κελεό να της κτίσει ένα ναό κάτω από την Ακρόπολη και πάνω από το φρεάτιο του Καλλιχόρου. Ο βασιλιάς Κελεός έφτιαξε το ναό στην τοποθεσία που του υπέδειξε η Δήμητρα. Εκεί αποσύρθηκε η θεά αποφεύγοντας κάθε σχέση με τον κόσμο. Κάθε μέρα έκλαιγε για την τύχη της κόρης της και δεν άφηνε κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Μάταια οι άνθρωποι καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ήρθε μία εποχή ξηρασίας και λοιμοί μάστιζαν τους ανθρώπους. Η γη έπαψε να βλασταίνει και κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε τους πρόσφεραν οι άνθρωποι.

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης, λάδι σε χαλκό, αποδίδετε στον Jan Brueghel τον πρεσβύτερο, και στον Hendrick van Balen, ιδιωτική συλλογή.

 

Ο Δίας, φανερά δυσαρεστημένος από την τραγική εξέλιξη, στέλνει τον ένα μετά τον άλλο όλους τους Ολύμπιους να παρακαλέσουν τη Δήμητρα να αλλάξει τη γνώμη της και να επιστρέψει στον Όλυμπο κοντά στους άλλους θεούς. Μα η Δήμητρα ήταν ανένδοτη σε Θεούς και ανθρώπους. Αρνείται με πείσμα και τους λέει ότι με κανένα τρόπο δε θα πεισθεί, αν δεν πάρει πίσω την Περσεφόνη, την αρπαγμένη κόρης της [11]. Ο Δίας παρακινημένος από τις ικεσίες των ανθρώπων που πεινούσαν διέταξε τον Πλούτωνα να ελευθερώσει την Περσεφόνη και στέλνει στον Άδη τον Ερμή να φέρει πίσω στη Δήμητρα την κόρη της, για να πάψει την οργή της. O Ερμής φτάνει στο βασίλειο των νεκρών και ζητάει από τον Πλούτωνα να επιτρέψει την επιστροφή της Περσεφόνης στη μητέρα της.

Ο θεός του Κάτω Κόσμου προσποιείται ότι υπακούει στις διαταγές του Δία και αφήνει την Περσεφόνη να επιστρέψει στη μητέρα της. Πριν την αφήσει όμως να ανέβει από τον Άδη στη γη, της έδωσε να φάει σπόρους ροδιάς, ώστε να εξασφαλίσει την επιστροφή της σε αυτόν [12]. Ο Πλούτωνας γνώριζε ότι, αν η κοπέλα κατανάλωνε τροφή στον Κάτω Κόσμο, θα δενόταν μαζί του και δεν θα μπορούσε να φύγει. Η Περσεφόνη έφαγε τα σπόρια και επισφράγισε τη μοίρα της. Έπειτα ο βασιλιάς του κάτω κόσμου δίνει το άρμα του στον Ερμή να ανεβάσει την Περσεφόνη στα παλάτια του Κελεού. Έτσι η Περσεφόνη πάνω στο άρμα του Πλούτωνα, που το οδηγούσε ο Ερμής, διένυσε γρήγορα το διάστημα μέχρι την Ελευσίνα και παρουσιάστηκε στη μητέρα της.

 

Η Αρπαγή της Περσεφόνης – 17ος αιώνας. Εθνική Πινακοθήκη της Σλοβενίας

 

Η Δήμητρα δέχτηκε την κόρη στο ναό της, αλλά η χαρά της δεν κράτησε πολύ. Διότι η Δήμητρα ρώτησε την Περσεφόνη, αν είχε φάει κάτι πριν αναχωρήσει από τον Άδη, και πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε αναγκασθεί να φάει ρόδι πριν επιστρέψει στον επάνω κόσμο [13]. Κατάλαβε τότε ότι δε θα μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της και έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει ο Δίας πρότεινε ένα συμβιβασμό. Για κάθε σπόρο που έφαγε η Περσεφόνη θα έμενε και ένα μήνα στον Άδη. Με την επέμβαση και της Ρέας συμφώνησαν οι θεοί να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στο σύζυγό της Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και άφησε πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν ως ένδειξη ικανοποίησης για την επιστροφή της Περσεφόνης [14].

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης, Hendrik van Balen I (1575–1632) και Jan Brueghel the elder (1568–1625). Brighton and Hove Museums and Art Galleries.

 

Όταν βγήκε η Δήμητρα από το ναό, η γη καλύφθηκε με χλόη και άνθη και άρχισε να παράγει καρπούς. Πριν αναχωρήσει και πάλι για τον Όλυμπο η Δήμητρα, από βαθιά ευγνωμοσύνη στους Ελευσίνιους για τη φιλοξενία τους, δίδαξε στα μέλη των τεσσάρων βασιλικών οικογενειών, τον Τριπτόλεμο, τον Εύμολπο, το Διοκλή, και τον Κελεό, με ποιο τρόπο επιθυμούσε να τελείται η λατρεία της στην Ελευσίνα. Η θεά αξίωσε να τελούν κάθε χρόνο με απόλυτη μυστικότητα προς τιμήν της μέσα στο ναό, τον οποίο έκτισαν γι’ αυτό το σκοπό, τα μυστήρια της λατρείας της και σαν αντάλλαγμα τους υποσχέθηκε αιώνια ευημερία στην πόλη. Έτσι καθιερώθηκαν τα «Ελευσίνια Μυστήρια», που δεν επιτρεπόταν με κανένα τρόπο να φανερώνονται στους αμύητους. Στη γιορτή αυτή συμμετείχε και η Εκάτη, που από την αρχή είχε βοηθήσει τη Δήμητρα στην ανεύρεση της Περσεφόνης.

Οι θεές της Ελευσίνας Δήμητρα και Περσεφόνη εικονίζονται σε μυστηριακή τελετή. Η Δήμητρα αριστερά παραδίδει στον νέο Τριπτόλεμο στάχυα για να διαδώσει την καλλιέργειά τους στον κόσμο. Δεξιά η Περσεφόνη. Ανάγλυφο. Γύρω στα 440 – 430 π. Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η Δήμητρα επέστρεψε στον Όλυμπο, αλλά δεν ξεπέρασε ποτέ το χαμό της κόρη της. Από τότε τους μήνες, που η Περσεφόνη βρισκόταν στον Άδη, η Δήμητρα πενθούσε και μαζί της πενθούσε και η φύση. Η Δήμητρα δεν επέτρεπε σε κανέναν ανθό να ξεπροβάλει δείχνοντας  έτσι τον καημό της για την απουσία της κόρης της. Τα δέντρα έχαναν το φύλλωμά τους, οι καλλιέργειες ασθενούσαν και βαρύς χειμώνας έπεφτε στη γη. Την περίοδο, που η Περσεφόνη ανέβαινε στον επάνω κόσμο και επέστρεφε στη μητέρα της, η χαρά της Δήμητρας πρασίνιζε τη γη και όλα τα φυτά ήταν ανθισμένα και καρποφορούσαν.

Ο Τριπτόλεμος ανέλαβε να μεταφέρει στους ανθρώπους τη γνώση σχετικά με τη καλλιέργεια της γης, τη σπορά, το θερισμό του σίτου και την παρασκευή του άρτου[15]. Το πρώτο σημείο που έσπειραν τα δημητριακά ήταν το ονομαζόμενο Ράριο πεδίο έξω από τα Μέγαρα. Ο Ράρος ήταν παππούς ή πατέρας του Τριπτόλεμου. Εκεί στο κτήμα του Ράρου υπήρξε και το πρώτο ιερό αλώνι με βωμό αφιερωμένο στον Τριπτόλεμο, όπου κατασκεύαζαν τους πλακούντες, οι οποίοι στη συνέχεια αφιερώνονταν στους θεούς των μυστηρίων. Μετά το Ράριο σπάρθηκε και το Θριάσιο πεδίο στην Ελευσίνα. Έτσι η Δήμητρα βοήθησε τους ανθρώπους να κατανοήσουν την αξία της ήμερης τροφής, που τόσο είχε να κάνει με τον πολιτισμό και την υλική ευημερία τους.

 

Τι συμβολίζει η αρπαγή της Περσεφόνης

 

Οι ερμηνείες του μύθου είναι πολλές. Σύμφωνα με τους Στωϊκούς πρόκειται για την εναλλαγή των εποχών ανάμεσα στην ξηρασία και την καρποφορία. Έκδηλος  παραμένει ο συμβολισμός της αναγέννησης των γενεών και η αιωνιότητα της ζωής με την εναλλαγή του παλαιού και του καινούργιου, όπως τουλάχιστον εμφανιζόταν στα Ελευσίνια μυστήρια. Για την εξέλιξη των πολιτισμών η Περσεφόνη με τα γονικά της πρότυπα χρωματίζει κοινωνιολογικά την αντιπαλότητα Μητριαρχίας και Πατριαρχίας, ενώ σε ένα περισσότερο λαϊκό πλαίσιο, ο μύθος συμβολίζει τον αποχωρισμό της νεαρής κόρης από τη μητέρα της μετά το γάμο.

 

H αρπαγή της Περσεφόνης, Peter Paul Rubens, 1614-1615, λάδι σε καμβά, Petit Palais.

 

Η Περσεφόνη ήταν μια αρχαία χθόνια θεότητα των αγροτικών κοινωνιών. Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στη Θεογονία του Ησιόδου, ενώ το θέμα πραγματεύεται και ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα. Το μέρος της αρπαγής είναι διαφορετικό σε κάθε τοπική λατρεία. Οι παραδόσεις τοποθετούν την απαγωγή της Περσεφόνης πότε στην Ελευσίνα, στις όχθες του Κηφισού, πότε στην Αρκαδία, στους πρόποδες της Κυλλήνης, όπου και έδειχναν κάποια σπηλιά, που τη θεωρούσαν ως μία από τις εισόδους του Κάτω Κόσμου, πότε στην Κρήτη, κοντά στην Κνωσό, ενώ άλλοι λένε ότι το Νύσιο πεδίο, όπου ο Πλούτωνας άρπαξε την κόρη της Δήμητρας Περσεφόνη, τοποθετείται στο Νομό Σερρών  ή κοντά στα Μέγαρα. Ο Ομηρικός  Ύμνος στη Δήμητρα κάνει λόγο πολύ ακαθόριστα για την πεδιάδα της Μύσας, που στην Ελληνική Μυθολογία είναι ένα μυθικό βουνό, το μέρος που γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος, χωρίς γεωγραφική υπόσταση, μια άγνωστη τοποθεσία. Η έλλειψη προσδιορισμού του τόπου της αρπαγής της Περσεφόνης πιθανόν υποδεικνύει ότι κάποια μαγική μακρινή χώρα είχε επινοηθεί στο απώτατο παρελθόν, για να εξηγήσει το φυσικό κύκλο της ζωής [16].

 

Frederick Leighton, «Η επιστροφή της Περσεφόνης», λάδι σε καμβά, 1891, Leeds Art Gallery.

 

Μια από τις πιο αποδεκτές θεωρίες είναι ότι η αρπαγή της Περσεφόνης αποτυπώνει τη φυσική θεωρία του αγροτικού κύκλου, τη βλάστηση και την καρποφορία. Η Δήμητρα είναι η μητέρα γη [γη + μήτηρ. < γα, παραλλαγή του δωρικού τύπου δα + μήτρα =  μητέρα της γης]. Η Κόρη της Περσεφόνη, που έφαγε σπόρους ροδιού και πρέπει να ξαναγυρίζει στον Άδη, ταυτίζεται με τα δημητριακά. Η απαγωγή της είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης. Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης είναι συμβολικός. Η Κόρη, που την παίρνει μέσα της η γη, ξαναβγαίνει την άνοιξη. Είναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια η άνοιξη που έρχεται να ανθίσει τη γη, να την καρπίσει, να την κάνει χαρούμενη. Έτσι όμως και μπει το φθινόπωρο, η γη μαραίνεται και η Κόρη φεύγει από τη μάνα της τη γη και μπαίνει στο μυστηριώδη τόπο του τίποτα, στην καταστροφή. Η κάθοδος της Κόρης στον Κάτω κόσμο κάθε φθινόπωρο ταυτίζεται με την απουσία των καρπών, οι οποίοι αναφύονται την άνοιξη με την άνοδό της. Η Κόρη κατεβαίνει στον Κάτω κόσμο κάθε φθινόπωρο, όπως οι σπόροι της παλιάς συγκομιδής σπέρνονται στους αγρούς και μπαίνουν στο χώμα με τη σπορά.  Την Άνοιξη ξαναφυτρώνουν και βγαίνουν ξανά από το υπέδαφος πάνω στη γη. Η «Κόρη» ανεβαίνει και ενώνεται πάλι με τη μητέρα της Δήμητρα, γιατί ο παλιός σπόρος ενώνεται με το νέο βλαστό [17].

Οι  σπόροι του ροδιού, που προσφέρει στην Περσεφόνη ο Πλούτων, θεός του κάτω κόσμου, συμβολίζουν τους σπόρους του σιταριού, που αποθηκεύονταν σε υπόγεια σιλό ή πιθάρια. Τα σπόρια του ροδιού κλεισμένα μέσα στο κέλυφος, όπως το σιτάρι στα πιθάρια, είναι σύμβολα αφθονίας. Τους καλοκαιρινούς μήνες η «Κόρη» βρίσκεται στο βασίλειο του Άδη, όπως το σιτάρι στα σιλό και τα πιθάρια. Η απουσία της Κόρης ταυτίζεται με τη φύλαξή των σπόρων. Η επιστροφή (άνοδος) της Περσεφόνης γιορταζόταν με τη σπορά του φθινοπώρου. Τέλος, από τον ίδιο θεό του κάτω κόσμου, τον Πλούτωνα, ετυμολογείται και ο πλούτος και το φρούτο του, το ρόδι, είναι σύμβολο διττό. Είναι σύμβολο γονιμότητας και ευτυχίας και από το μύθο της Περσεφόνης κληρονομήσαμε και εμείς τη συνήθεια να σπάμε το ρόδι την Πρωτοχρονιά στο κατώφλι του σπιτιού και οι νύφες στο κατώφλι του νέου τους σπιτιού για γούρι, πλούτο κι ευτυχία. Αλλά είναι και σύμβολο του κάτω κόσμου, γι’ αυτό σήμερα κόλλυβα δε λογίζονται χωρίς ρόδι μέσα, που συμβολίζουν και το αίμα.

Ο μύθος της αρπαγής της «Κόρης» της Δήμητρας είναι και αλληγορικός – όπως και οι περισσότεροι μύθοι – και προέρχεται από την ιδέα ότι ο Άδης αρπάζει τις ψυχές των νεκρών σαν τη λεία του και τις μεταφέρει στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Η βιαιότητα της αρπαγής μας σοκάρει. Μοιάζει αφύσικο μια τέτοια κόρη να δίνεται ως γυναίκα στο θεό του Άδη και, κυρίως, μοιάζει απάνθρωπη η αρπαγή της. Η άγρια και αφύσικη αρπαγή είναι το κυριότερο στοιχείο αυτής της πλούσιας σε νοήματα και στοχασμούς σύνθεσης, που στριφογυρίζει στον καμβά μιας γεωργικής, αγροτικής σκέψης, του πρώτου κόσμου δηλαδή, και παραπέμπει στην αναγκαιότητα και την αποκρουστική εικόνα του θανάτου. Ναι, ο θάνατος είναι η βίαιη αρπαγή της ζωής. Η ιδέα αυτή εμφανίζεται έντονη και στις Ελληνικές λαϊκές παραδόσεις. Ο Χάροντας εμφανίζεται με το άλογό του και μεταφέρει το νεκρό στον κάτω κόσμο. Και η τέχνη με τη μυθολογία συνθέτουν και αναλαμβάνουν να αντιμετωπίσουν το παράλογο του οριστικού τέλους της ζωής ή να παρηγορήσουν με την ελπίδα της αναγέννησης.

 

Περσεφόνη – Arthur Hacker (1858–1919), Torre Abbey Historic House and Gardens, England.

 

Υπάρχει όμως και η ανθρωπολογική διάσταση. Ο αποχωρισμός της θυγατέρας από τη μητέρα της κατά το γάμο. Ο γάμος και ο θάνατος είναι κυρίαρχος μέσα στο μύθο. Ο τραυματικός χωρισμός της μητέρας από τη νεαρή κόρη είναι επώδυνος, φέρνει θλίψη, λύπη και θυμό, αλλά τελικά οδηγεί στη συμφιλίωση. Ο γάμος και ο χωρισμός από τη μητέρα προκαλεί θυμό για τον άνδρα, που κλέβει την κόρη και τη στερεί από τη μητέρα της. Στο τέλος όμως η συμφιλίωση έρχεται ανάμεσα στη μάνα, την κόρη και τον άντρα της, η ζωή συνεχίζεται και με αυτό τον τρόπο διαιωνίζεται το γένος των ανθρώπων από τους απογόνους κάθε γάμου. Η ένωση της Κόρης με τη μάνα της αποτελεί και σύμβολο της αιωνιότητας της ανθρώπινης ζωής, που πηγάζει από τις γενεές που ξεπηδούν η μία από την άλλη. Ο γάμος και ο τραυματικός χωρισμός της μητέρας από τη νεαρή κόρη της είναι ο θάνατος, που προκαλεί μεγάλη θλίψη στους ανθρώπους. Δεν οδηγεί όμως στον αφανισμό του ανθρώπινου γένους. Όπως η κόρη ξαναγυρίζει στη μητέρα της, έτσι και η ζωή επανέρχεται, όταν η μια γενιά διαδέχεται την άλλη [18].

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης, Gian Lorenzo Bernini, 1622, Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη.

 

Η απεικόνιση της αρπαγής της Περσεφόνης είναι συχνό νεκρικό θέμα, που συμβολίζει τη ζωή και το θάνατο, την αναγέννηση, και έχει σχέση με τις αντιλήψεις για τη μεταθανάτια ζωή. Έχει πανελλαδικό συμβολισμό, αλλά το συναντάμε ακόμα και στην Κάτω Ιταλία σε ταφικά μεγάλα ερυθρόμορφα αγγεία, σε σαρκοφάγους εκτός Ελλάδας ( Ρώμη, Βατικανό) και σε τάφους, κυρίως ως μαρμάρινο επικάλυμμα. Η παλαιότερη αναπαράσταση μιας θεάς, που μπορεί να ταυτισθεί με την Περσεφόνη που βγαίνει από το έδαφος, είναι ένα διακοσμημένο πιάτο από τη Φαιστό. Η θεά έχει μια μορφή που μοιάζει με λαχανικό και συνοδεύεται από κοπέλες, που χορεύουν ανάμεσα σε ανθισμένα λουλούδια.

Δύο από τους μακεδονικούς τάφους της Βεργίνας, που και οι δύο ανήκουν σε γυναίκες, φέρουν αναπαραστάσεις της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα σε τοιχογραφίες υψηλής τέχνης. Η πρώτη τοιχογραφία, που θεωρείται μοναδικό επίτευγμα της αρχαίας ζωγραφικής τέχνης, εντοπίζεται στον «τάφο Ι» στις Αιγές, δίπλα σε εκείνον που αποδίδεται στον Φίλιππο Β’. Ένας κιβωτιόσχημος τάφος, όπου οι αρχαιολόγοι θεωρούν πως έχει ταφεί η Νικησίπολη, μια από τις συζύγους του Φίλιππου και μητέρα της Θεσσαλονίκης. Η τοιχογραφία βρίσκεται στο εσωτερικό του τάφου και παρουσιάζει τον Πλούτωνα να αρπάζει την Περσεφόνη πάνω στο άρμα του, ενώ ο καλλιτέχνης απεικόνισε και τη μητέρα της, τη θεά Δήμητρα, και τις τρεις Μοίρες. Προπορεύεται ο Ερμής Ψυχοπομπός.

 

Η τοιχογραφία με την αρπαγή της Περσεφόνης έχει βρεθεί σε έναν κιβωτιόσχημο τάφο στις Αιγές, με διαστάσεις 3Χ4,5 μ., που χρονολογείται γύρω στο 350 π.Χ. και ο οποίος ανήκε σε μια νεαρή γυναίκα, περίπου 25 χρόνων, που πρέπει να πέθανε στη γέννα και θάφτηκε εδώ μαζί με το βρέφος της. Μάλιστα, εικάζεται ότι είναι μία από τις επτά συζύγους του Φιλίππου Β’, πιθανότατα η Νικησίπολις από τις Φερές, η μητέρα της Θεσσαλονίκης.

 

Η άλλη αναπαράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από τους μακεδονικούς τάφους εντοπίστηκε στον τάφο της Ευρυδίκης, μητέρας του Φιλίππου Β’, και κοσμεί την πλάτη του μοναδικού θρόνου, που ανακαλύφθηκε μέσα σε αυτόν. Στο ερεισίνωτο του θρόνου βλέπουμε το τέθριππο του Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Η τοιχογραφία είναι «αμφάς» καθώς βλέπουμε το άρμα από μπροστά, ενώ τα πρόσωπα και τα σώματα των μορφών δεν αποκαλύπτουν κάποια ιδιαίτερη κίνηση. Αντίθετα απεικονίζονται εν κινήσει τέσσερα άλογα, δύο άσπρα και δύο καφέ.

 

Ο «τάφος της Περσεφόνης» με το μοναδικό μαρμάρινο θρόνο. Ο τάφος αποδίδεται στη μητέρα του Φιλίππου Ευρυδίκη, γι’ αυτό και ονομάζεται επίσης «τάφος της Ευριδίκης».

 

Ζωγραφική παράσταση του Πλούτωνα και της Περσεφόνης σε τέθριππο πάνω στο θρόνο.

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα αποκαλύφθηκε και στον τύμβο Καστά της Αμφίπολης σε ένα μοναδικής ομορφιάς ψηφιδωτό δάπεδο, το οποίο έχει φτιαχτεί από μικρά βότσαλα σε λευκό, μαύρο, γκρίζο, μπλε, κόκκινο και κίτρινο χρώμα [19]. Απεικονίζει ένα άρμα σε κίνηση με δύο λευκά άλογα, που οδηγείται από γενειοφόρο άνδρα με στεφάνι δάφνης στο κεφάλι καθώς και το θεό Ερμή, ο οποίος είναι ο ψυχοπομπός. Πλάι στο γενειοφόρο άντρα απεικονίζεται μια γυναικεία νεανική μορφή, με κόκκινους ανεμίζοντες βοστρύχους, η οποία φοράει λευκό χιτώνα, που συγκρατείται με κόκκινη λεπτή ταινία στο ύψους του στήθους, και κόσμημα στον καρπό του αριστερού της χεριού, που είναι υψωμένο προς τα πάνω. Το ψηφιδωτό είναι μεγέθους 4,5 x 3 και αναπαριστά την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα παρουσία του ψυχοπομπού Ερμή. Είναι η πρώτη φορά που η παράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης βρίσκεται σε ένα μακεδονικό ταφικό μνημείο με μορφή ψηφιδωτού.

 

Το ψηφιδωτό του δευτέρου θαλάμου με τη σκηνή της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.

 

Όποια και εάν είναι πραγματικά η ερμηνεία του μύθου, είναι γεγονός ότι η Περσεφόνη έχει συνδέσει το όνομά της άρρηκτα με τη Γεωργία και την ευφορία της ανά τους αιώνες. Οι άνθρωποι ερμηνεύοντας το σχετικό μύθο, πίστευαν ότι όσο καιρό η Περσεφόνη παραμένει στον Κάτω Κόσμο και η Δήμητρα θρηνεί και οδύρεται για την «Κόρη» της, νεκρώνεται η φύση και διακόπτεται η παραγωγή των σιτηρών. Η σπορά των σιτηρών τον Οκτώβριο και η εμφάνιση της νέας βλάστησης της φύσης, μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, συνδυάστηκαν με την επιστροφή της Κόρης στον Επάνω Κόσμο και τον εξευμενισμό της Μητέρας Δήμητρας, της θεάς των δημητριακών, η οποία από τη χαρά της για την επιστροφή της «Κόρης» της, θα επιτρέψει τον κανονικό ρυθμό της φύσης και θα συμβάλλει στη βελτίωση των μεθόδων καλλιέργειας των σιτηρών και συγχρόνως στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων, θεσμοθετώντας τη λατρεία της στην Ελευσίνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β, σελ. 106-107.

[2] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 15 κ.ε.

[3] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 22 κ.ε.

[4] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 33 κ.ε.

[5] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 62 κ.ε.

[6] Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, 1,29.

[7] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 197 κ.ε.

[8] Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, 1, 31.

[9] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 248 κ.ε.

[10] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 256 κ.ε.

[11] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 321 κ.ε.

[12] Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη, 1, 33.

[13] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 393 κ.ε.

[14] Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα, στιχ. 460 κ.ε.

[15] Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, 7,18,2 και 8,4,1.

[16] Κακριδής Ιω. Ελληνική Μυθολογία, οι Θεοί, σελ. 137.

[17] Κακριδής Ιω. Ελληνική Μυθολογία, οι Θεοί, σελ. 137-138.

[18] Nilsson M., Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, σελ. 51-54.

[19] Το Βήμα, εφημερίδα, 16/10/2014.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η προέλευση του ονόματος ΆργοςΑπόστολος Β. Χατζηστέρης


 

Προσεγγίσεις στις πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες της λέξης Άργος. Η διαχρονικότητα και η εμβέλεια διασποράς της ονομασίας.

 

Α. Εισαγωγή

 

«Βραχύ μοι στόμα πάντ’ αναγήσασθ’ όσων Αργείων έχει τέμενος μοίραν εσθλών…»

 «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύναμη όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,4)

 

Η γλώσσα που τελικά επικράτησε και μιλήθηκε στην αργειακή πεδιάδα κατά τα αρχαία ιστορικά χρόνια ήταν το ενιαίο και οργανωμένο γλωσσικό προϊόν που προέκυψε μετά τη διαχρονική φθορά της πελασγικής διαλέκτου. Τη γλώσσα αυτή έφεραν μαζί τους και χρησιμοποίησαν οι πρώτοι «γραμματισμένοι» επισκέπτες – και μετά μόνιμοι κάτοικοι- της πεδιάδας: οι Πελασγοί. [1]

Η βαθμιαία αλλοίωση της πλούσιας, σε λεξιλόγιο και εκφράσεις, ντόπιας πελασγικής γλώσσας ξεκίνησε αμέσως μετά την εμφάνιση στον κάμπο των «επικυρίαρχων» ελληνικών φίλων: [2] των Πρωτοαργείων (2300-2250 π.Χ.), των Δαναών (γύρω στο 2100 π.Χ.) και των Δωριέων (μετά το 1300 π.Χ.).

Η συνεχής «απορρόφηση» και παγίωση άφθονων λεκτικών στοιχείων και συντακτικών δομών, που ανήκαν στη γλώσσα των νεοφερμένων πρωτοελληνικών πληθυσμών, [3] «ανάγκασε» την πελασγική να «υποκύψει» και διαχρονικά να καταλήξει στην ομιλούμενη ελληνική ιδιότυπη αργείτικη διάλεκτο του 5ου π.Χ. αι.

Παράλληλα με την είσοδο των ελληνικών γλωσσικών όρων παρεισέφρησαν και «φώλιασαν» μέσα στη μάνα πελασγική και πολλά «γλωσσήματα» της σημιτικής – κυρίως της φοινικικής διαλέκτου. Ήταν το αποτέλεσμα της συχνότατης επαφής [4] – εμπορικής επικοινωνίας – του Άργους, με τους αναπτυγμένους, γλωσσικά και πολιτιστικά, ναυτικούς λαούς της ανατολικής Μεσογείου.

Έτσι, ήταν αρκετά δύσκολη η εργασία της ανακάλυψης των ορθών ριζών και ερμηνειών πολλών λέξεων, κυρίως τοπωνυμίων, της σημερινής ελληνικής γλώσσας και αρκετών της αρχαίας, χωρίς τη συνδρομή της πελασγικής ή ακόμα των σημιτικών. Δυστυχώς, η πρώτη είναι σήμερα νεκρή γλώσσα και οι άλλες δυσνόητες και δύσχρηστες για τους πολλούς. Χρειάζεται, λοιπόν, καλή διάθεση και καρτερία από τους αναγνώστες, όταν κάποιος – ειδικός στα θέματα – προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευση γεωγραφικών ονομάτων που συναντιούνται στην αργείτικη πεδιάδα, χρησιμοποιήσει άγνωστες ρίζες της λησμονημένης πελασγικής, μιας πανέμορφης γλώσσας, καλά κρυμμένης μέσα στον πλούσιο κόσμο του λεξιλογίου της σημερινής ελληνικής.

Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι λέξεις: Άργος, Αργώ, αργός, άργος κ.ά., που έχουν την ίδια φωνητική ή μορφολογική ομοιότητα «σημαίνοντος», αλλά διαφέρουν αισθητά στη σημασία (διαφορά «σημαινομένου»). Το ιδιότυπο αυτό γλωσσικό φαινόμενο, ειδικά για την προηγούμενη ομάδα λέξεων, έχει τις αρχές του στην ευρεία πελασγική γλώσσα [5] και στις δυσδιάκριτες γραμματικές διαφορές ορισμένων λεκτικών ριζών της.

Η δομή του κειμένου της μελέτης αρχίζει με την παράθεση αρχαίων τόπων και κύριων ονομάτων που συγκροτούν μια πλήρη συλλογή λέξεων μονών ή διπλών, στην αναφορά των οποίων απαντιέται το όνομα Άργος.

Ύστερα «ο καπετάνιος ανοίγεται σε βαθύ και ταραγμένο πέλαγος», όπως μπορεί να περιγράφει μια δυσχερής προσπάθεια προσέγγισης, διαλογής και παρουσίασης της γλωσσολογικής ερμηνείας άγνωστων λεκτικών ριζών της πελασγικής, από τις οποίες προέρχεται πλήθος συναφών λέξεων, ομόηχων και ομοιότυπων με το μόρφωμα ΑΡΓΟΣ, αλλά εντελώς διαφορετικής προέλευσης και σημασίας.

Στη συνέχεια της μελέτης «ο καπετάνιος ξαναγυρίζει στο απάνεμο, γαληνεμένο και οικείο λιμάνι», καθώς παρατίθενται όλες οι γραπτές μαρτυρίες, διαλεγμένες με προσοχή μέσα από την πλουσιοπάροχη σε πληροφορίες αρχαία ελληνική γραμματολογία, στις οποίες διαιωνίζεται η λέξη Άργος. Η ενότητα αυτή θα αποτελέσει το πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο κομμάτι της εργασίας. Αμέσως θα γίνει αντιληπτή η εμβέλεια διάχυσης της φήμης του μυθικού ονόματος και διάδοσης της δόξας των ηρωικών τέκνων του δικού μας Άργους αυτής της δόξας που έφτασε, μυθοπλασμένη και χιλιοτραγουδισμένη, στα παράλια της Μικρασίας και μετασχηματίστηκε πάνω στη γραφίδα του χαρισματικού Ομήρου σε γραπτό ποιητικό λόγο και ειδικότερα στην Ε ραψωδία (Διομήδεια) της Ιλιάδας.

Στο τελείωμα της έρευνας θα εφαρμόσουμε την αρχή του εκλεκτικισμού. Θα διαλέξουμε δηλαδή ως πιθανότερη ερμηνεία, για το όνομα της περιοχής που κατοικούμε σήμερα, την πιο ταιριαστή ιδεατή συναρμογή με τη φυσική τοπογραφική θέση της πανάρχαιας πόλης: αυτής που χαρακτηρίστηκε σαν το «Ήρας θεοπρεπές δώμα» [6] και στολίστηκε με τόσα άλλα επίθετα, το ξακουστό ΑΡΓΟΣ.

Σκοπός αυτών των ερευνών είναι ένας και μόνος: η ενημέρωση των κατοίκων και φίλων της πόλης του Άργους για καθετί που αφορά την προϊστορία και ιστορία της. Ειδικότερα αυτή η μελέτη στοχεύει στην άντληση πληροφοριών, μυθικών ή ιστορικών, μέσα από ένα λαβύρινθο αναζήτησης της πιθανότερης προέλευσης του ονόματος ΑΡΓΟΣ.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Β. Η συλλογή

  1. Οι τόποι

 

«Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νύν Ελλάδι καλεσμένη χώρη» [7]

 «Αυτά τα χρόνια το Άργος ήταν η πρώτη πόλη από εκείνες που βρίσκονται σήμερα στον τόπο, ο οποίος ονομάζεται Ελλάδα.»

 (Ηρόδοτος, Κλειώ ΑΙ)

 

Αγγίζοντας το τελείωμα του 17ου αιώνα, η ακμή του προϊστορικού Άργους έφθασε στην κορύφωσή της. Στα χρόνια αυτά, που ο μύθος ήθελε να βασιλεύει ο τελευταίος Ιναχίδης βασιλιάς Γελάνορας, η φήμη του ονόματος της πόλης επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, λες και όλη η Ελλάδα ήταν μια επικράτεια με μητρόπολη το Άργος. Για την εποχή αυτή οι σύγχρονοι ιστορικοί – ερευνητές επιμένουν ότι πρέπει να επικράτησε γεωγραφική σύγχυση, από τους αρχαίους ιστορικούς της κλασικής εποχής, ως προς την πιστοποίηση και τον εντοπισμό αρκετών πόλεων και τοποθεσιών που είχαν άμεση σχέση με το μυθικό Άργος. Η αιτία ήταν ότι η ονομασία έχασε την εντοπισμένη γεωγραφική σημασία της και σήμαινε οποιοδήποτε σημείο από το Ταίναρο μέχρι τη Μακεδονία. Η φήμη εντάθηκε τόσο, ώστε κατάφερε να «διασχίσει» ανέγγιχτη ακόμα και αυτή την ένδοξη μυθική εποχή των γειτονικών Μυκηνών.

Ενισχύθηκε πάλι τη γεωμετρική εποχή, από τους Αργείους Δωριείς και «ταξίδεψε» αλώβητη στο περιβάλλον της Μικρασίας. Εκεί ο φωτισμένος νους των Ιώνων ποιητών έπλασε τα ενθυμήματα της αργειακής παράδοσης και από προφορικό λόγο τα διαμόρφωσε σε γραπτά αιώνια αριστουργήματα.

Την ίδια σχεδόν εποχή του 8ου π.Χ. αιώνα, η «χρυσή» εποχή του Φείδωνα και η εκτεταμένη επικράτεια του Άργους με τα ασαφή σύνορά της επέτειναν τη γεωγραφική σύγχυση. Έτσι είναι εντελώς φυσιολογικό το γεγονός ότι τα μισά σχεδόν έργα των κλασικών του 5ου π.Χ. αιώνα περιέχουν στις υποθέσεις τους «έργα και ημέρες» από τα μυθικά αριστουργήματα των μυθοπλαστών Αργείων Δωριέων. Λίγο αργότερα, η «σκαπάνη» του Μ. Αλεξάνδρου αποκάλυψε ομώνυμες με το Άργος πόλεις στις εσχατιές της Περσίας.

Η πληθώρα των τόπων, που σαν γεωγραφικοί όροι περιέχουν τη λέξη Άργος, συγκεντρώνεται σε μια συλλογή, όπου καταγράφονται με συντομία δύο πληροφορίες: ο εντοπισμός της περιοχής και η πιθανή χρονολογία πρώτης αναφοράς της. Είναι αμέσως φανερή η δύναμη ακτινοβολίας του ονόματος στα πέρατα, σχεδόν, του γνωστού τότε αρχαίου κόσμου.

  1. Η μητρόπολη της Αργολίδας. Μυθικά χρόνια.
  2. Αμφιλοχικόν Άργος, η μητρόπολη της ευρύτερης Αιτωλίας. Μυθική αποικία.
  3. Αχαϊκόν Άργος, ολόκληρο το κράτος του Αγαμέμνονα ή το σύνολο της αχαϊκής Πελοποννήσου. Ομηρικά χρόνια.
  4. Πελασγικόν Άργος, το κράτος του Αχιλλέα ή ολόκληρη η πεδινή Θεσσαλία. Ομηρικά χρόνια.
  5. Πόλη στο νησί Νίσυρο. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  6. Άργος των Πελασγών, πόλη στο νησί Κάλυμνος. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  7. Ίππιον Άργος, πόλη της Απουλίας του Λατίου (Ιταλία). Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  8. Πόλη στο νησί των Φαιάκων. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  9. 0ρεστικόν Άργος, μητρόπολη της μακεδονικής Ορεστείας, 7ος αι. π.Χ.
  10. Πόλη της Κιλικίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  11. Πόλη της Καρίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  12. Πόλη της Τροιζηνίας. Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  13. Ορεινό φρούριο της Καππαδοκίας (εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου), 4ος π.Χ. αιώνας.
  14. Αρκετές πόλεις στις εσχατιές της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου (γραπτές αναφορές των ιστοριογράφων που τον ακολούθησαν), 4ος π.Χ. αιώνας.
  15. Πόλη της Λοκρίδας. Αποικία, αβέβαιης χρονολόγησης.

  

  1. Τα κύρια ονόματα

 

«…Χάριτες,… Άργος υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις, έργων θρασέων ένεκεν…» [8]

 «…Υμνείστε, ω Χάριτες, το Άργος. Δόξα άσβηστη καταυγάζει, χάρις στα κατορθώματα των μυριάδων πάντολμων τέκνων του…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,2)

 

Στην εκτενέστατη μυθοπλασία και μυθογραφία, όπου συγκεντρώνεται ο πλούτος των παραδόσεων της Αργείας γης, συναντιούνται αρκετά κύρια ονόματα της ίδιας φωνητικής απόδοσης με τη λέξη Άργος αλλά με διαφορετική σημασία. Τα πρόσωπα αυτά πρωταγωνιστούν στα ανθολογήματα των μύθων που πλάστηκαν και διατηρήθηκαν από τους αγαθούς κατοίκους του αργειακού κάμπου, πριν ο ορθός λόγος τιθασεύσει τις υπέρμετρες φαντασιώσεις τους.

Η ταξινόμηση που ακολουθεί καταγράφει τα πρόσωπα αυτά και τα εκλεκτότερα μυθολογήματα που σχετίζονται με την παραμυθένια παρουσία τους. Η ετυμολόγηση των ονομάτων είναι κύριο θέμα έρευνας της επόμενης ενότητας.

α) Ο μυθικός βασιλιάς Άργος, ο τέταρτος στη σειρά του γένους των Ιναχιδών και ευεργέτης του λαού του Άργους. «Εκόμισε» από την εξωτική Αφρική το σπόρο του σταριού. «Εδίδαξε» το ψήσιμο του ψωμιού, το ημέρωμα των άγριων αλόγων των φερμένων από τη γη της Θεσσαλίας, τη συστηματοποίηση της κτηνοτροφίας και την τέχνη παρασκευής των προϊόντων της.

Η εποχή του «κατοπτρίζει» τη χρυσή εποχή της ακμής του μεσοελλαδικού Άργους και την αρχή της εμπορικο-πολιτιστικής σύνδεσής του με τους προηγμένους ναυτικούς λαούς της σημιτικής Ανατολής.

β) Ο Πανόπτης Άργος, ο μυθικός και ταγμένος φύλακας της Ιώς, της μο­ναχοθυγατέρας του μελαψού βασιλιά – θεού Ινάχου. Ανθρωπόμορφο, μελανό – δερμο τέρας, με χίλια φωτεινά μάτια, ακολουθούσε πιστά και παντού την κόρη, παρατηρώντας τα πάντα.

Η ανεξάντλητη απλοϊκή φαντασία των μυθοπλαστών κατοίκων της πλούσιας αργείτικης πεδιάδας «ζωγράφισε» τον τετράμορφο Πανόπτη Άργο πανομοιότυπο με το σκοτεινιασμένο ουράνιο θόλο τον γεμάτο αστροήλιους. Ο έναστρος ουρανός πάντα «προστατεύει» και «ορίζει» τη μηνιαία τροχιά και τις φάσεις της ποικιλόμορφης Ιώς, της φεγγαροθεάς των προϊστορικών Αργείων. Φαίνεται ότι ο μύθος του Πανόπτη Άργου «αντιφεγγίζει» κάποιες εμπειρικές αστρονομικές παρατηρήσεις των Αργείων αστρομαντών εκείνης της μυθικής εποχής.

γ) Ο Βουκόλος Άργος, ο απλοϊκός και αγαθός, προϊστορικός κάτοικος του κάμπου, που καταγινόταν με τις αγροτικές και κτηνοτροφικές φροντίδες. Ήταν, φαίνεται, το άλλο όνομα του γηγενή, του αυτόχθονα, που ζούσε έξω από το συνοικισμό του προϊστορικού Άργους, στα βοσκοτόπια της πεδιάδας.

Το όνομα αντιπροσωπεύει τον πληθυσμό του προελληνικού φύλου των Πελασγών που διαβιούσε στην ύπαιθρο, απομονωμένο και παραγκωνισμένο από τις οργανωμένες ομάδες των πρωτοελλήνων Αργείων. Αυτών που διεύρυναν τους οικισμούς στην πλούσια πεδιάδα και συστηματοποίησαν, με τους δικούς τους κανόνες, την πρωτοελληνική αργείτικη κοινωνία.

δ) Ο ναυπηγός Άργος, ο ξυλουργός κατασκευαστής της ταχύπλοης Αργώς. Μυθικός Αργείος θαλασσομαραγκός, έτρεξε στο κάλεσμα του Θεσσαλού πρίγκιπα Ιάσονα, σκαρώνοντας το πανάλαφρο πλεούμενο που πήγε και γύρισε τους Αργοναύτες από τη μακρινή μαυροθαλασσίτικη Κολχίδα.

Ο πρωτομάστορας Άργος εκπροσωπεί τους φημισμένους Αργείους τεχνίτες κι εργάτες της θάλασσας και την αξεπέραστη γνώση τους στη ναυπηγική τέχνη. Συγχρόνως αποκαλύπτει τα μυστικά της ευδοκίμησης του θαλάσσιου εμπορίου στο μεσοελλαδικό Άργος, που δεν ήταν άλλα από τον ικανότατο στόλο των ελαφρών πλοιαρίων και τις παράτολμες μετακινήσεις του στους εμπορικούς σταθμούς – λιμάνια των νησιών του Αιγαίου και των ακτών της Ανατολής. Εκεί οι Αργείτες εμποροκαπετάνιοι αντάλλασσαν τα φυσικά προϊόντα της πλούσιας αργειακής πεδιάδας και τα χειροτεχνήματα των στοιχειωδών βιοτεχνιών της πόλης και γύριζαν πίσω με τα αμπάρια γεμάτα με όλων των ειδών τα πολιτιστικά αγαθά της εξωτικής χώρας του Λεβάντε.

ε) Ο τετράποδος Άργος, ο μυθικός λευκόθωρος και ταχύτατος σκύλος του Οδυσσέα. Η καταγωγή του ονόματος και η προκύπτουσα σημασία του παρατίθενται στην επόμενη ενότητα.

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

 

Γ. Οι πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες 

  1. Οι πελασγικές ρίζες

 

«Δαναός ο πεντήκοντα θυγατέρων πατήρ ελθών εις Άργος, ώκισ’ Ινάχου πό­λιν, Πελασγιώτας δ’ ωνομασμένους το πριν Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα… [9]

 «Ο Δαναός, ο πατέρας με τις πενήντα κόρες, φτάνοντας στο Άργος παρέμεινε στην πόλη του Ινάχου, γι’ αυτούς, μάλιστα, που τους ονόμαζαν Πελασγούς λένε ότι εφάρμοσαν κανόνες (νόμους) στην Ελλάδα, προτού φανούν οι Δαναοί (οι Πρωτοαργείοι Έλληνες)…»

 (Στράβων Γεωγραφικά 2,21)

 

Η εργασία αναζήτησης των πιθανών προελεύσεων του ονόματος ΑΡΓΟΣ ήταν ορθό να αρχίσει από ρίζες λέξεων της μητρικής πελασγικής γλώσσας. Η επίπονη και επίμονη έρευνα αποκάλυψε διαχρονικές αλλοιώσεις κάποιων πρότυπων – αρχέγονων – ριζών, που προκάλεσαν λεκτικές διασπορές -μορφήματα- και διάφορες καταληκτικές σημασίες, αλλά και συνυπάρξεις εννοιών.

Το αποτέλεσμα της μακρόχρονης μελέτης ήταν, απρόσμενα, ανώτερο από το αναμενόμενο. Αναδύθηκαν και διαχωρίστηκαν όλα τα παρακλάδια – διασπορές – της λέξης που σχημάτισαν τις συλλογές των γεωγραφικών όρων και κύριων ονομάτων και καταχωρήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

Οι παραλλαγές των ριζών που αναφέρονται, αριθμημένες, στη συνέχεια του κειμένου είναι απαλλαγμένες από πρόσθετα δυσνόητα γλωσσολογικά – σημασιολογικά στοιχεία. Υπάρχει μόνο μια μικρή επέκταση στα συμπεράσματα που προέκυψαν, που όλα όμως σχετίζονται με το κύριο θέμα της μελέτης. Οι επεξηγήσεις ήταν αναγκαίες, ώστε να καταφανεί η μοναδική ικανότητα της ζωντανής ελληνικής γλώσσας να παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, να μεταπλάθει, μετασχηματίζει και ενδύει μία και μοναδική ρίζα με τόσους τρόπους, που να προκύπτουν διάφορες λέξεις με χωριστές και ευδιάκριτες έννοιες, χωρίς αοριστίες και αμφιβολίες στην έκφραση και γραφή τους.

  1. Από τη ρίζα «άργκι-ου» = έδρα βασιλιά, πρωτεύουσα χώρας, μητρόπολη, προέρχεται το όνομα «Άργος», που δόθηκε στις μεγαλύτερες σε πληθυσμό και όνομα πόλεις ξεχωριστών τόπων και επικρατειών στον ελλαδικό χώρο (Αμφιλοχικό, Ορεστικό κ.α.), αλλά και έξω απ’ αυτόν (Άργος στην Καρία, Κιλικία κ.α.). Την ίδια καταγωγή έχει και το όνομα του Άργου, του μυθικού βασιλιά της πανάρχαιας μητρόπολης της Αργολίδας.
  2. Από τη ρίζα «άρκ-ου» = αγρυπνώ, ξενυχτώ, κρατάω ανοιχτά τα μάτια, προέρχεται το όνομα του «Πανόπτη Άργου», του φύλακα της Ιώς, με τα μύρια μάτια, αλλά και το όνομα «Αργειφόντης» που δόθηκε στο θεό Ερμή, όταν σκότωσε τον Άργο τον Πανοραματικό (Πανόπτη) και απάλλαξε την Ιώ.
  3. Από τη ρίζα «Ηάρκ-ου» = αεικίνητος, ταχύς, ευέλικτος, ζωηρός, προέρχεται το όνομα του «Άργου», του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, καθώς και η ονομασία της ταχύπλοης και ανάλαφρης «Αργώς» των Αργοναυτών.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη «αργός», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το ζωηρόχρωμο, λαμπρό, στιλπνό, λευκόθωρο, άσπρο. Από εδώ προέρχεται η λέξη «άργυρος», μέταλλο ανοιχτόχρωμο, ακτινοβόλο, σχεδόν λευκό, αλλά και το ρήμα «αργαίνω» που στην αρχαία ελληνική σήμαινε λευκαίνω, ασπρίζω. Πρόσφατα, σε έγκυρο λεξικό, καταχωρήθηκε η άποψη ότι η ονομασία του προϊστορικού οικισμού του Άργους οφειλόταν στη «λευκή» απόχρωση που έπαιρνε ο κάμπος από τα απλωμένα στάχια τον καιρό του θερισμού. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το πανέμορφο επίθετο «πολύπορος» (ξανθοκόκκι­νος), που δόθηκε στην πεδιάδα τα αρχαία χρόνια, δανεισμένο από το χρώμα των μεστωμένων σιταγρών (Ιλιάδα Ρ 756 και Αισχύλος, Ικετ. 555).

Οι προηγούμενες – φαινομενικά ξεχωριστές – έννοιες των λέξεων «ταχύς» και «λαμπρός» είναι πρακτικά συναφείς. Αρκεί να ανατρέξουμε στο γνωστό οπτικό φαινόμενο, όπου ένα σώμα ταχύτατα κινούμενο «φαίνεται» κα ξανοίγει το χρώμα του και στιγμιαία να απαστράπτει με συνεχή και έντονη οπτική εντύπωση.

      4. Από τη ρίζα «Fάργ-ου» = ευρύς χώρος, ομαλός τόπος, πεδιάδα, (οι ρηματικοί τύποι πλαταίνω, εκτείνομαι, ευρύνω, εξομαλύνω) προέρχεται το ρήμα της αρχαίας ελληνικής «ορέγω»* που σήμαινε την ευρεία πεδιάδα, την εκτεταμένη πεδινή χώρα.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το επίθετο «άργος», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε ο πεδινός, ο ομαλός, ώστε μερικοί ερευνητές να το σχετίζουν με τη λέξη «αγρός» ή «αγρότης». Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θέση της σημασίας που είχε το κύριο όνομα του Βουκόλου Άργου, δηλαδή του αγρότη, του γεωργοκτηνοτρόφου.

  1. Από τη ρίζα «όργκι-ου»= αλιεύς, θαλασσινός, ασχολούμενος με τη ναυτιλία, προέρχεται ο «Άργος» ο ναυπηγός και επιβάτης της «Αργώς» των Αργοναυ­τών και «εκπρόσωπος» των ναυτικών – κατασκευαστών του ευκίνητου αργείτικου εμπορικού στόλου των μεσοελλαδικών χρόνων με τα λιγόβαρα σκαριά.

*=εκτείνω. Επίσης και ο γεωγραφικός όρος Φρυγία

 

  1. Η διχοστασία της ερμηνείας κάποιων γεωγραφικών επιθέτων.

 

«Άργος, άειδε θεά πολυδίψιον ένθεν άνακτες…»[10]

 «Τραγούδα θεά το πολυδιψασμένο Άργος, απ’ όπου βασιλιάδες (ξεκίνησαν)…»

(Αισχύλος, Επτά επί Θήβας 35)

 

Η ερμηνεία των περισσότερων γεωγραφικών επιθέτων που συνοδεύουν τη λέξη ΑΡΓΟΣ φαίνεται να συμφωνεί με την περίπτωση Γ(1), που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Όμως, οι γραπτές μαρτυρίες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας περιέχουν ορισμένα από αυτά που προκάλεσαν διάσταση απόψεων σχετικά με τον εντοπισμό και το γεωγραφικό προσδιορισμό των συγκεκριμένων τόπων, στους οποίους αναφέρονται. Μετά το πεδίο της αναζήτησης και διασάφησης ακολουθεί η παράθεση των σπουδαιότερων περιπτώσεων και οι διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν για καθεμιά.

α) Η πανελλαδική διασπορά της φήμης του Άργους, όπως έφτασε στην Ιωνία, φαίνεται ότι παρέσυρε ακόμα και τον πολυταξιδεμένο Όμηρο. Ο εμπνευσμένος ποιητής, σε αρκετά σημεία των επών του, εκθειάζει το Άργος και το αναγορεύει σε μητρόπολη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας, τους Αργείους μάλιστα σε αντιπροσώπους της ελληνικής φυλής. Δικαιολογημένα, λοιπόν, η παράδοση τον ήθελε να κατάγεται από το Άργος ή τουλάχιστον να επισκέφθηκε τα χώματά του. Θαμπωμένος από το φως και τη δόξα της πόλης, παραδέχτηκε σε πολλά σημεία του κειμένου των επών ότι οι έννοιες Άργος και Ελλάδα ήταν ταυτόσημες γεωγραφικά και εθνολογικά.

Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η λέξη ΑΡΓΌΣ καταμετρήθηκε εκατοντάδες φορές, ενώ η λέξη Ελλάδα μόνο δύο (οι Έλληνες αναφέρονται ως θεσσαλικά φύλα). Έτσι, όταν αναφέρεται η λέξη, παράλληλα αναδύεται το πρόβλημα προσδιορισμού του τόπου που υπονοείται γεωγραφικά. Η δυσκολία είναι εντονότερη, όταν το κείμενο δεν ακολουθείται από συνοδευτικά επικουρικά στοιχεία άμεσου εντοπισμού του τόπου. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται πάμπολλες φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τα πιο εντυπωσιακά, είναι το παρακάτω. Στην Οδύσσεια (α 282-384) η Πηνελόπη υπενθυμίζει προς τον ποιητή και υμνωδό Φήμιο: «η δόξα του Οδυσσέα είναι απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα και μέσα στο Άργος». Οι ομηριστές φιλόλογοι, μετά από πολλές διαβουλεύσεις, δέχτηκαν ότι ο όρος Άργος δήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο, οπότε Ελλάδα ήταν ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος.

β) Στην Ιλιάδα αναφέρεται ο γεωγραφικός όρος «Πελασγικόν Άργος»: «… όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον:.. [11] …των αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός Αχιλλεύς»… [12]

Ο εντοπισμός της τοποθεσίας, που όριζε αυτός ο όρος, προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις μεταξύ των φιλολόγων ομηριστών. Μερικοί δέχτηκαν την εξήγηση Γ(1)1, οπότε το Πελασγικό Άργος πρέπει να σήμαινε την πρωτεύουσα, την έδρα των Πελασγών που είχαν αρχηγό – ηγεμόνα τον Αχαιό Αχιλλέα, κάποια πόλη δηλαδή της Θεσσαλίας, ίσως κοντά στη σημερινή Λάρισα.

Άλλοι προτίμησαν την ερμηνεία Γ(1)4 ως λογικότερη, οπότε ο όρος παρέπεμπε στη θεσσαλική πεδιάδα ή σε ολόκληρη την αχαϊκή πεδινή επικράτεια του Αχιλλέα κάπως νοτιότερα της Θεσσαλίας.

Οι υπόλοιποι θεώρησαν τον όρο δανεικό, προερχόμενο από το Άργος της Πελοποννήσου. Στήριξαν την άποψή τους στο γεγονός ότι εκτός του Ομήρου και ο τραγικός Ευριπίδης, πολύ αργότερα στην τραγωδία «Φοίνισσαι», [13] ανέφερε το όνομα με σαφή υπόδειξη την πατρίδα των «Εφτά Πολέμαρχων», το Άργος: «Άργος ώ Πελασγικόν, δειμένω τάν σάν αλκάν και το θεόθεν… [14]». (Ευριπ. Φοίνισσαι 256-257).

Μία άλλη αναφορά του όρου «Πελασγικόν Άργος» περιέχεται σε αυθόρμητο(;) χαρακτηρισμό – απάντηση που χρησμοδότησε το μαντείο των Δελφών, ο οποίος τοποθετούσε στην πρώτη θέση την πολεμικότητα των Αργείων:

«Γαίης μέν πάσης τό Πελασγικόν Άργος άμεινον…» [15] (Πυθία)

Στο επίθετο αναγνωρίζεται αναμφίβολα το δωρικό Άργος της Πελοποννήσου.

 Τέλος, ο Στράβων, προσδιορίζοντας τους τόπους κατοικίας των Πελασγών στον ελλαδικό χώρο, πήρε ξεκάθαρη θέση στον εντοπισμό του «Πελασγικού Άργους» και καθόρισε ότι: «…και το Πελασγικόν Άργος ή Θετταλία λέγεται, το μεταξύ των εκβολών τού Πηνειού και των Θερμοπυλών, έως της ορεινής της κατά Πίνδον…» (Στράβων, Γεωγραφικά 2,21).

γ) Στο περιεχόμενο των ομηρικών επών συναντιέται και ο όρος «Αχαϊκόν Άργος». [16] Φαίνεται ότι ο χαρισματικός ποιητής υποχρεώθηκε να «επινοήσει» αυτό το επίθετο για διάκριση από το «Πελασγικόν», μιας και ο εντοπισμός της τοποθεσίας είναι εντελώς διαφορετικός. Με τον όρο «Αχαϊκόν Άργος» ο Όμηρος εννοεί τη μυκηναϊκή επικράτεια του βασιλιά Αγαμέμνονα ή ολόκληρη την αχαϊκή Πελοπόννησο.

 Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. -1ος μ.Χ. αι.) μιμήθηκε τον Όμηρο, καθώς αναφέροντας τον όρο Αχαϊκό Άργος εδήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Όμως, συγχέοντας τα πράγματα, όρισε τη γη του Πέλοπα ως κοιτίδα των αρχέγονων προελλήνων Πελασγών: «…ούτοι αυτόχθονες όντες ώκησαν το πρώτον το Αχαϊκόν Άργος … μετέπειτα δε Θεσσαλίαν … πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες…» (Διον. Αλικαρν., Ρωμαϊκή Αρχαιολογία α 11-26)

δ) Πολύ σπάνια συναντιέται και το επίθετο «Αργόλας», [17] που σήμαινε τον Αργείο στρατιώτη ή ολόκληρο τον αργειακό στρατό.

ε) Μοναδική πληροφορία για τη γραφή του ονόματος Άργος εκτός της επικράτειάς του μας παρέδωσε ο Στράβων. [18] Περιδιαβαίνοντας τα μέρη της Στερεάς Ελλάδας, συνάντησε στη Λοκρίδα τη Φαρυγεία, αργειακή αποικία. Συγκεκριμένα έγραψε (1ος αι. π.Χ.): «…καλείται δε νυν Φαρύγαι ίδρυται δ’ αυτόθι Ήρας Φαρυγαίας ιερόν από τής έν Φαρύγαις τής Αργείας καί δή καί αποικοί φασιν είναι τών Αργείων». [19]

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι παλαιότερα (6ος π.Χ. αι.) η λέξη Άργος γραφόταν ως «Fάργ-ος» και η αργεία Ήρα «Fαργ-εία». Στα κατοπινά χρόνια η μορφή αυτή καταργήθηκε στη μητρόπολη, καθώς η εξέλιξη της γραφής συνεχίστηκε, για να καταλήξει στην ιδιωματική αργείτικη γραφή του 4ος π.Χ. αι. Όμως, στις αποικίες οι μεταλλαγές στο γράψιμο ήταν σχεδόν μηδενικές, ακόμα και μέχρι τα χρόνια του Στράβωνα αι. π.Χ.).

 

Δ. Η ολοκλήρωση

Η εκλογή

 

«…Αργείος ανακαλούμενος…»[20]

  «…Αργείος ονομαζόμενος (καταγόμενος από το Άργος)…»

 (Σοφοκλής, Ηλέκτρα 683)

 

Το τελείωμα της επίμονης αναζήτησης και του μακρόχρονου στοχασμού για το ξεδιάλεγμα των ορθών ριζών και ερμηνειών της λέξης ΑΡΓΟΣ, αποκάλυψε ένα δαιδαλώδες δημιούργημα απόψεων και συμπερασμάτων, ένα πολύπλοκο λεκτικό κατασκεύασμα. Διαφορετικές μορφές γραφών και γλωσσικών προελεύσεων, πάντα διανθισμένων με ελκυστικές ερμηνείες και εξωτικές προσεγγίσεις.

Η ερώτηση είναι αυθόρμητη: «Ποια απ’ όλες τις ερμηνείες ταιριάζει για το δικό μας Άργος;» Η απόκριση είναι μοναδική και απρόβλεπτη:«Όλες!» Αναλύοντας τις συνθήκες ίδρυσης του προϊστορικού συνοικισμού και ακολουθώντας τη διαιώνιση της μυθικής και ιστορικής πορείας της πανάρχαιας πόλης, διαπιστώνουμε ότι σχεδόν όλες οι απόψεις συνδυάζονται και συναρμόζονται με κάποιο ή κάποια από τα μυθιστορικά γεγονότα στη μακραίωνη ύπαρξή της. Οι ελάχιστες που παρεκκλίνουν ανταποκρίνονται ακριβώς στις μορφές της φυσικογεωλογικής τοποθεσίας της.

Περιορίζοντας τη γενικότητα της ερώτησης, η μετατροπή της είναι ριζική: «Ποια περίπτωση αξιολογείται ως πιθανότερη;» Το μοναδικό σίγουρο βοήθημα και μέσο επιλογής είναι το αλάνθαστο κριτήριο που παρέχει η παρατήρηση του επικρατέστερου γεωγραφικού γνωρίσματος του γύρω χώρου. Απ’ όλες τις αισθήσεις η όραση είναι εκείνη που καθοδηγεί και καθορίζει με βεβαιότητα. Είναι αυτή που διεγείρει, στο μεγαλύτερο βαθμό, το μηχανισμό της νόησης και τον αναγκάζει να καταλήξει στην ολοκλήρωση της γνώσης: ΑΡΓΟΣ = ΠΕΔΙΑΔΑ. Τελική επιλογή η περίπτωση Γ(1)4.

Πράγματι το εντυπωσιακότερο γεωλογικό στοιχείο στον περιβάλλοντα χώρο του διαχρονικού Άργους ήταν και είναι η πανέμορφη πεδιάδα του, αυτή που ο χαρισματικός Μικρασιάτης ποιητής στόλισε με τον επινοηματικό χαρακτηρισμό: «ούθαρ αρούρης», [21] δηλαδή «μαστάρι της γης» (ζωοδότρα γη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στην αργειακή πεδιάδα γύρω στο 2800 π.Χ., με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς στον ελληνικό χώρο τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτο­ελληνικών φύλων.

[2] Χατζηστέρης Α., «Τα προ των Αχαιών Ελληνικά Φύλα στην Αργειακή Πεδιάδα» Μελέτη υ.έ., ΑΡΓΟΣ 2003.

[3] Οι Αχαιοί – ινδοευρωπαϊκό ελληνικό φύλλο – άρχισαν, πολύ αραιά στην αρχή, να εμφανίζονται στον κάμπο μετά το 1900 π.Χ., διαβαίνοντας τα βόρεια στενά και δύσβατα περάσματα του όρους Τρητού και εγκαταστάθηκαν στα ΒΑ της πεδιάδας. Εκεί, θεληματικά απομονωμένοι, τελειοποίησαν την ελληνική «μυκηναϊκή» γλώσσα, την οποία, από το 1550 π.Χ. περίπου, άρχισαν να αποτυπώνουν στις «οικονομικο-απογραφικές» πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής τους. Το γειτονικά «άσπονδο» Άργος φαίνεται ότι δεν επηρεάστηκε γλωσσικά από τους «νεόκοπους» πολιτιστικά Μυκηναίους, ακόμα και στα χρόνια της «πολύχρυσης Μυκήνης». Την εποχή αυτή στο Άργος μιλιόταν ένα παρεφθαρμένο κατάλοιπο της πελασγικής, ενισχυμένο έντονα με άφθονα στοιχεία της πρωτοελληνικής γλώσσας.

[4] Οι επαφές του Άργους και των λαών του Λεβάντ(ε) άρχισαν με την αρχή της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές κορυφώθηκαν γύρω στο 1700 π.Χ.

[5] Περισσότερες λεπτομέρειες: Ελευθεριάδης Ν.Π. «Η Πελασγική Ελλάς», ΑΘΗΝΑΙ 1931.

[6] Πίνδαρος, Νεμ. 10,2 Ο πολυταξιδεμένος στο Άργος λυρικός ποιητής (522-442 π.Χ.) «χαρίζει» στην πόλη ομορφοπλασμένα κοσμητικά επίθετα, τονίζοντας τη θεόσταλτη αγάπη της προστάτιδάς της Ήρας. Χαρακτηρίζει την πόλη ως κατοικία της θεάς, εννοώντας το ναό του Ηραίου, όπου η Ήρα λατρευόταν με τελετές αντάξιες της θεϊκής καταγωγής της.

[7] Ο Ηρόδοτος (485 – μετά το 425 π.Χ.) εγκωμιάζει το Άργος και τη φήμη του, αναπολώντας τα χρόνια της ύστερης μεσοελλαδικής εποχής (1750-1600 π.Χ.), όταν η πόλη έφτασε σε μεγάλο βαθμό ανάπτυξης. Η περιεκτική σε μυθοπλασίες αργειακή παράδοση μας πληροφορεί ότι η καταγωγή των περισσότερων ηγεμόνων των ελληνικών πόλεων, καθώς και πολλών των εκτός της Ελλάδας λαών, ήταν την εποχή αυτή από το Άργος. Η πρώιμη σχέση της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις, με τους ηγεμόνες ολόκληρου του γνωστού κόσμου της μέσης χαλκοκρατίας, συνηγορεί με την άποψη ότι το Άργος κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των πόλεων της Ελλάδας και ήταν πολύ σημαντική διεθνώς.

[8] Ο μέγας λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) εξυμνεί τα παράτολμα κατορθώματα των τέκνων του Άργους και ειδικότερα του αθλητή της πάλης Θεαίου, που νίκησε στους αγώνες των Νεμεών. Χρονολογία, γύρω στο 500 π.Χ. Τόπος, το Άργος. Την εποχή αυτή πολλά ονόματα επιφανών Ελλήνων ανήκαν σε Αργείους διασκορπισμένους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.

[9] Ο ιστορικός και γεωγράφος Στράβων (65 π.Χ.-23μ.Χ.) «προσεγγίζει» την προϊστορία της αργειακής γης, μνημονεύοντας ως πρώτους κατοίκους της τους Πελασγούς. Προσδιορίζει, μάλιστα, το χρόνο κατοίκησης με ακρίβεια, συγκρίνοντάς τον με τη μεταγενέστερη εποχή άφιξης των Δαναών (Πρωτοαργείων). Η φράση «νόμον έθηκαν Ελλάδα» περιέχει σύντομο όσο και περιεκτικό νόημα, που μπορεί να συνοψιστεί σε κάποιο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών δομών μιας πρωτόγονης συνάθροισης ατόμων στην αργειακή πεδιάδα (αρχές Πρωτοελλαδικής εποχής, 2800 π.Χ. περίπου).

[10] Ο άγνωστος ποιητής του χαμένου έπους της «θηβαϊδας» (8ος π.Χ. αι.) «παροτρύνει» τη θεά να τραγουδήσει για το πολυδιψασμένο Άργος και τους εφτά στρατηγούς της, που ξεκίνησαν ενάντια στην εφτάπορτη Θήβα. Ο τραγικός Αισχύλος (525 – 456 π.Χ.) «ενσωμάτωσε» το απόσπασμα αυτό στο έργο του «Επτά επί Θήβας». Το συγκεκριμένο επίθετο «πολυδίψιον» σίγουρα αναφέρεται στο δικό μας Άργος. Υπάρχουν όμως επίθετα, κυρίως γεωγραφικά, που προηγούνται ή ακολουθούν τη λέξη, χωρίς να «εντοπίζουν» την Αργολίδα.

[11] Ιλιάδα, Β 681. «όσοι κατοικούσαν το Πελασγικό Άργος.»

[12] Ιλιάδα, Β 685. Εδώ εντάσσεται η πληροφορία της διάθεσης πενήντα καραβιών από την επικράτεια του Αχιλλέα για τη μεταφορά του στρατού στα μικρασιατικά παράλια της Τροίας: «…τούτων βέβαια των πενήντα καραβιών ήταν επικεφαλής ο Αχιλλεύς…».

[13] O Ευριπίδης (485-406 π.Χ.) έγραψε την τραγωδία το 408 π.Χ.

[14] Η υπέροχη μετάφραση του κειμένου: «Ω Άργος των Πελασγών, φοβάμαι τη δύναμή σου και την εύνοια των θεών (που έχεις)». Οι υπερασπιστές της εφτάπυλης Θήβας ομολογούν έντρομοι το δέος που αισθάνονται μπροστά στη θεά του πάνοπλου αργειακού στρατού των εφτά στρατηγών, που είναι στρατοπεδευμένος στον κάμπο, λίγο πιο έξω από τα θεόρατα τείχη της Καδμείας πόλης.

[15] «Απ’ όλες τις πόλεις της γης (Ελλάδας) το Άργος των Πελασγών (είναι) το καλύτερο (πολεμικότερο)». Μετά την τελική επικράτηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο (γύρω στο 1100 π.Χ.) η ονομασία «Πελασγικό Άργος» φαίνεται ότι εξακολουθούσε να διατηρείται ανέπαφη, ακόμα και στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια. Οι δωρικές πελοποννησιακές πόλεις Άργος, Κόρινθος, Λακεδαίμων, Μεγαρίς κ.ά. συναγωνίζονταν σε πολεμικότητα, κύριο χαρακτηριστικό τους. Κάποτε οι Μεγαρείς, γύρω στο 530 π.Χ. μετά από μια νικηφόρα μάχη ενάντια στους Αθηναίους, ρώτησαν την Πυθία: «Τίνες κρείττονες είεν των Ελλήνων;» Τότε πήραν την προηγούμενη απάντηση – όχι χρησμό διφορούμενο – που κατέτασσε πρώτο το Άργος και μετά τη Λακεδαίμονα. Όσον αφορά τους Μεγαρείς, η κατάληξη του κειμένου ήταν απρόβλεπτη: «…υμείς δ’ ώ Μεγαρήες, ουδέ τρίτοι, ουδέ τέταρτοι, ουδέ δυωδεκαταίοι ούτ’ έν λόγω ούτ’ εν αριθμώ».

[16] Ιλιάς I 141 και I 283

[17] «Πυραίθει στρατός Αργόλας» (Ευριπίδης, Ρήσος 41 και Αριστοφάνης, Αποσπ. 284) δηλαδή: «Ανάβει φωτιές ο στρατός των Αργείων». Μερικοί ομηριστές εξέφρασαν την άποψη ότι με το επίθετο «Αργόλας» ο Ευριπίδης μιμήθηκε τον Όμηρο και την συνήθειά του να περιλαμβάνει ολόκληρο τον ελληνικό στρατό μέσα στη γενικότερη έννοια της λέξης. Ο Ρήσος ήταν βασιλεύς των Θρακών, σύμμαχος των Τρώων.

[18] Στράβων Γεωγραφικά 4,26

[19] «…τώρα δε (η πόλη) ονομάζεται Φαρυγεία. Εδώ ιδρύθηκε ναός αφιερωμένος στη Φαρυγεία Ήρα, όπως με το ναό της Φαρυγείας στο Άργος Μάλιστα (οι κάτοικοι) λένε ότι είναι άποικοι των Αργείων».

Η γλωσσολογική μετάλλαξη – διερεύνηση της λέξης «αργεία» σε «Φαρυγεία» έχει δυσνόητη εξήγηση και παραλείπεται. Μέχρι τις μέρες μας η θέση της αρχαίας Φαρυγείας δεν έχει εντοπισθεί με σιγουριά, ώστε οι χρονολογήσεις που ενδιαφέρουν να είναι απόλυτα ακριβείς.

[20] Ο Ορέστης συστήνεται στην αδελφή του Ηλέκτρα και αυτή τον αναγνωρίζει. Από μικρή παιδούλα τον περίμενε να γυρίσει στο παλάτι και να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα τους. Στα χρόνια του Σοφοκλή (496-406 π.Χ.) το ένδοξο όνομα της «πολύχρυσης Μυκήνης» μισοξεχάστηκε. Οι ποιητές της εποχής αναγνώριζαν ως Αργείους ακόμα και γνήσια τέκνα των Μυκηνών. Το Άργος του 5ου π.Χ. αι. ήταν μια αναγνωρισμένη από όλους τους Έλληνες ισχυρή δωρική πόλη με μεγάλη επικράτεια, σε αντίθεση με τις Μυκήνες που αποτελούσαν μικρή κώμη.

[21] Ιλιάς I 243.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

Α’ Ελληνική

  • Δορμπαράκης Π., «Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1971.
  • Ελευθεριάδης Ν. Π., «Η Πελασγική Ελλάς», Αθήναι 1931.
  • Κακριδής I., «Ελληνική Μυθολογία», Τόμοι II, III, IV Αθήνα 1986.
  • Κιουπκκλής Κ., «Οι Δωριείς, οι Πελασγοί Αρκάδες, ο Ηρόδοτος», Περιοδικό Ιστορία. Απρίλιος 1973.
  • Μπαμπινιώτης Γ., «Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας», Αθήνα 1997.
  • Μυλωνάς Γ., «Η Νεολιθική Εποχή εν Ελλάδι», Αθήναι 1928.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Η Προϊστορία της Πελοποννήσου», Αθήναι 1964.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Οι Μεταβατικοί Χρόνοι από τη Μυκηναϊκή εις την Αρχαϊκή Περίοδο», Αθήναι 1983.
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία (52 τόμοι), Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 1995.
  • Liddel Η. – Scott R., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», Αθήναι 1970.

 

 ΒΞένη

 

  • Allen T.W., «Argos in Homer», G. Q 1909 81-90.
  • Caskey J. L., «The early Helladic Period in the Argolid», Hesperia 26. 1960.
  • Cooldstream J. N., «Geometric Greece», London 1977.
  • Crossland R. A., «Immigrants from the North», Cambridge 1967.
  • Desporough V. R., «The last Mycenaeans and their Successors», Oxford 1964.
  • Georgiev P., «Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Origin», Oxford 1972.
  • Gimbutas M., «The beginning of the Bronze Age in Europe and the Indoeuropeans», (3500-2500 b.C.) Ox­ford 1973,
  • Hall H., «The Civilization of Greece in the Bronze Age», London 1928.
  • Huxley G., «Argos et les Derniers Temenides», Paris 1958.
  • Hoffmann J. B., «Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1970.
  • Kelly Th., «A History of Argos to 500 b.C.», University of Minneapolis 1976.
  • Lichinson O., «The origins of the Mycenaean Civilization», Coteborg 1977.
  • Myres J. L., «Who were the Greeks», Berkeley 1930.
  • Musti D., «Le Origin! dei Greci Dorie Modo Egeo», Roma 1985.
  • Sakellariou M.,
  1. «Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze», Thessalonica 1973.
  2. «Pelasqes et Autres Peuples Indo – Europeens en Grece a l’ Age du Bronze», Thessalonika 1975.
  3. « Peuples Prehelleniques d’ Origine Inoeuropeanne » Athens 1977
  • Tomlinson F. A., «Argos and the Argolid», London 1972.
  • Van Windekens A. J., «Le pelasqique», Amsterdam 1952.
  • Zerner K., «The Beginning of the Middle Helladic Period at Lerna», N. Carolina 1978.

 

Απόστολος Β. Χατζηστέρης

 Άργος, Ιούνιος 2004

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο μύθος της αρπαγής της Ευρώπης


 

Η  Αρπαγή της Ευρώπης

  

Αρπαγή της Ευρώπης. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στον Σελινούντα, 6ος αι. π.Χ. Παλέρμο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη. Και η Ευρώπη είναι μια από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη, εκείνη με την πιο μεγάλη ιστορία και τον πιο ιστορικό πολιτισμό. Οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουν για νόμισμά τους το Ευρώ. Η λέξη «Ευρώπη» δεν είναι μόνο ελληνική, αλλά πέρασε και σε άλλες γλώσσες με λατινικούς χαρακτήρες: Europe στην Αγγλική και Γαλλική, Europa στη Γερμανική, Ιταλική και Ισπανική και έδωσε το όνομά της στη μικρότερη σε μέγεθος ήπειρο του πλανήτη. Τη  λέξη Ευρώπη τη συναντάμε σε πολλά παράγωγα, όπως ευρωπαίος, ευρωπαϊκός, ευρωπαϊστί, και σε σύνθετα όπως ευρωκεντρικός, ευρωσκεπτικιστής και ευρωσκεπτικισμός, Ινδοευρωπαϊκός, Ευρασία, Μεσευρώπη κ.α.

Η ενοποίηση των χωρών της Ευρώπης δείχνει ότι οι λαοί της, οι ευρωπαίοι, πιστεύουν ότι έχουν κοινή κληρονομιά και κοινές βάσεις στον πολιτισμό τους. Η πεποίθηση αυτή στηρίζεται στις μυθολογικές ρίζες της Ευρώπης και τη  σχέση της με τον Ελληνικό πολιτισμό και έχει αφετηρία ένα μύθο από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας.  Το μύθο της αρπαγής της πριγκίπισσας Ευρώπης, που την είχε απαγάγει ο Δίας, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία.

Ο μύθος της Ευρώπης διαδραματίζεται στη Μεσόγειο, κέντρο του αρχαίου κόσμου και κοιτίδα του πολιτισμού μας. Τη λεκάνη του νερού, στην οποία κυκλοφόρησαν Αιγύπτιοι, Φοίνικες, Έλληνες, Καρχηδόνιοι, Ρωμαίοι, Γαλάτες, Άραβες, Ιουδαίοι και Οθωμανοί. Τη θάλασσα  όπου οι δρόμοι εμπόρων, ταξιδιωτών και πειρατών διασταυρώθηκαν, αλλά έφερε και σε επαφή καλλιτέχνες και φιλοσόφους. Την οδό των πρώτων αποίκων και των τελευταίων μεταναστών. Τη θάλασσα που ενώνει, αλλά και το σύνορο που χωρίζει τους κόσμους της Ανατολής με τους κόσμους της δύσης.

 

Ο μύθος της Ευρώπης

 

Αρπαγή της Ευρώπης, Peter Paul Rubens, 1636, Museo Nacional del Prado.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στα πολύ-πολύ παλιά χρόνια, όταν η ήπειρος όπου βρίσκεται η Ελλάδα δεν είχε πάρει ακόμη όνομα,  στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, κάπου στην Αίγυπτο, ενώθηκε ο Ποσειδώνας με τη Λιβύη και γεννήθηκαν δυο παιδιά, το Βήλο και τον Αγήνορα. Ο Βήλος έμεινε στην Αφρική, πήρε γυναίκα μια κόρη του Νείλου και απόκτησε δυο γιους, τον Αίγυπτο και τον Δαναό. Ο Αγήνορας τράβηξε κατά την Ασία και έκανε το βασίλειο του κάτω από τα παράλια της Μ. Ασίας, στην περιοχή της Φοινίκης με πρωτεύουσα την Τύρο ή τη Σιδώνα. Εκεί ο γιος του ο Φοίνικας παντρεύτηκε την Τηλέφασσα και γέννησε τέσσερα παιδιά. Τρεις γιους, τον Κάδμο, τον Φοίνικα και τον Κίλικα, και μια θυγατέρα. την Ευρώπη. Η Ευρώπη καθώς μεγάλωσε έγινε πανέμορφη και όλος ο κόσμος μιλούσε γι’ αυτήν. Η ομορφιά και η χάρη της ήταν τόσο μεγάλη, που τη ζήλευε και η Αφροδίτη, ενώ ο ίδιος ο Δίας την ερωτεύτηκε και βάλθηκε να την αποκτήσει εφαρμόζοντας με πολλή πονηριά ένα τολμηρό σχέδιο, που έβαλε με το νου του.

Ένα βράδυ, που η πεντάμορφη Ευρώπη κοιμόταν, είδε λίγο πριν το χάραμα ένα πολύ παράξενο όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρισκόταν σε ένα μέρος και παρουσιάστηκαν μπροστά της με τη μορφή  γυναικών δύο ήπειροι και φιλονικούσαν ποια θα την έπαιρνε δική της. Τη μια γυναίκα – ήπειρο τη γνώρισε, ήταν η Ασία, η ήπειρος όπου κατοικούσε. Την άλλη όμως δεν τη γνώριζε, ήταν άγνωστη. Ήταν μια στεριά, που δεν είχε όνομα και βρισκόταν στην απέναντι πλευρά της θάλασσας. «Η όμορφη κόρη Ευρώπη είναι δική μου», ισχυριζόταν η Ασία, «γιατί εγώ τη γέννησα, την έχω αναθρέψει». Η άλλη ήπειρος, η άγνωστη, την τράβαγε με βία με τα δυνατά της χέρια και απαντούσε: «Ήταν δική σου μέχρι τώρα, αλλά είναι θέλημα του Δία να την πάρω εγώ, να γίνει δικιά μου πια η Ευρώπη» [1].

Η Ευρώπη ξύπνησε ταραγμένη από τ’ όνειρο και με χτυποκάρδι κάθισε πολλή ώρα σιωπηλή. Είχε ακόμα μπρος στα ανοιχτά πια μάτια της τις δυο γυναίκες που είδε και αναρωτιόταν: «τί όνειρο ήταν αυτό που είδα σαν να ᾽μουν ξύπνια; Ποιός θεός έστειλε τέτοιο όνειρο σ᾽ εμένα και με ξετίναξε με τρόμο από το στρώμα; Και ποιά είναι η ξένη που είδα εγώ στον ύπνο μου; Η καρδιά μου πόσο την πόθησε, κι αυτή με πόση αγάπη, αλήθεια, μ᾽ αγκάλιασε, με κοίταξε, σα να ᾽μουνα παιδί της! Δώστε, θεοί μου, να βγει σε καλό τ᾽ όνειρό μου».

Όταν συνήλθε από την ταραχή, σηκώθηκε και προσκάλεσε τις φίλες της, συνομήλικες και αρχοντοπούλες όλες, συντρόφισσές της στο χορό και στα παιχνίδια,  να πάνε να παίξουν σ’ ένα ολάνθιστο λιβάδι στη ακρογιαλιά και να μαζέψουν όμορφα λουλούδια. Τρέξανε γρήγορα εκείνες κρατώντας η καθεμιά ένα καλάθι για άνθη και τράβηξαν για το παραθαλάσσιο λιβάδι, όπου μαζεύονταν συχνά, για να χαρούν τα λουλούδια και το βούισμα των κυμάτων. Η Ευρώπη κρατούσε ένα χρυσό πανέρι, θαύμα, έργο λαμπρό του Ήφαιστου, που το είχε χαρίσει ο θεός στη γιαγιά της, τη Λιβύη, κι εκείνη το έδωσε στην Τηλέφασσα και η Τηλέφασσα το χάρισε στην κόρη της Ευρώπη.

Πήγαν λοιπόν όλες μαζί στα ολάνθιστα λιβάδια. Εκεί τα κορίτσια κολύμπησαν στο δροσερό νερό και μετά άρχισαν τα τρεχαλητά πάνω στη χλόη και μάζευαν όμορφα ανοιξιάτικα αγριολούλουδα, που τα έριχναν στα καλαμένια καλάθια τους, τα στολισμένα με πολύχρωμες κορδέλες κι άνθη. Μυρωδάτα ζουμπούλια, άσπρα σαν το χιόνι, μενεξεδιές βιολέτες, κόκκινους σαν το αίμα κρόκους, νάρκισσους στο χρώμα του ήλιου, και στη μέση η πριγκίπισσα Ευρώπη διάλεγε με προσοχή μόνο ευωδιαστά τριαντάφυλλα, κατακόκκινα σαν τη φωτιά, που τα έβαζε στο χρυσό καλάθι της, και άστραφτε σαν τη θεά Αφροδίτη από την ομορφιά της μέσα στα λουλούδια.

Όταν την αντίκρισε ο γιος του Κρόνου, ο Δίας, την ερωτεύτηκε τρελά. Τα βέλη του έρωτα, που δαμάζουν ανθρώπους και θεούς, πλήγωσαν την καρδιά του. Και, για να ξεφύγει την οργή της Ήρας της ζηλιάρας, άλλαξε τη θεϊκή μορφή του και μεταμορφώθηκε σε ταύρο. Όχι σαν τους ταύρους, που μπορεί να βρει κανείς σε ένα συνηθισμένο κτήμα ή σε κάποιο λιβάδι της γης. Ήταν ένας ταύρος με απίστευτη ομορφιά, με τρίχωμα χιονάτο, κέρατα γυαλιστερά, με μια βούλα σαν ασήμι καταμεσής στο κούτελο και με μάτια που έλαμπαν από έρωτα. Ξεπρόβαλε ουρανοκατέβατος ανάμεσά τους και ήταν τόσο ήμερος! Άφηνε τα κορίτσια να τον χαϊδολογούν και να του κρεμάνε γιρλάντες από λουλούδια στο λαιμό και στα κέρατα, ενώ εκείνος μουγκάνιζε χαρούμενα, τρίβοντας το μαλλιαρό κορμί του πάνω στα πόδια τους.

 

Αρπαγή της Ευρώπης, 1727, Noel-Nicolas Coype, λάδι σε καμβά, Philadelphia Museum of Art.Gallerix.ru

 

Τα κορίτσια ενθουσιάστηκαν και έτρεξαν ν᾽ αγγίξουν το υπέροχο αυτό ζώο και πιο πολύ απ’ όλες η Ευρώπη, που  στάθηκε μπροστά της και της έγλειφε το λαιμό. Εκείνη  γοητευμένη χάιδεψε απαλά – απαλά τον ταύρο και τον φίλησε στο μέτωπο. Έβγαλε κείνος ένα ήμερο μουγκανητό, στάθηκε γονατιστός μπροστά στην κόρη, γύρισε το σβέρκο του, την κοίταξε και οι ματιές του της έδειξαν την πλάτη του. Εκείνη τότε μίλησε στις κοπελιές και είπε: «Ελάτε, φίλες μου, να παίξουμε μ’ αυτό το όμορφο ζώο, που είναι τόσο ήμερο κι ευγενικό. Ελάτε ν΄ ανεβούμε στην πλάτη του, που θα τη στρώσει κι όλες μας θα μας δεχτεί επάνω στο κορμί του». Και πρώτη – πρώτη ανέβηκε στη ράχη του, για να την πάει βόλτα.

Μα ξαφνικά δίνει έναν πήδο ο ταύρος και άρχισε να μουγκανίζει ακόμα πιο χαρούμενα και να περπατάει ήσυχα τριγύρω με το κορίτσι στη ράχη του, μέχρι που έφτασε στην ακροθαλασσιά. Στάθηκε εκεί για μια στιγμή και ξαφνικά πήδηξε κατά μπρος κι άρχισε να τρέχει πάνω στη θάλασσα προς το πέλαγος. Η Ευρώπη τρομοκρατημένη άρχισε να φωνάζει δυνατά προς τις φίλες της, ν’ απλώνει τα χέρια και να τις παρακαλεί να τη σώσουν. Οι φίλες της την άκουσαν κι έτρεξαν στην ακτή, μα δεν μπορούσαν πια να κάνουν τίποτα για να τη γλιτώσουν.

Αρπαγή της Ευρώπης. Palumba, Giovanni Battista, 1500-1510, χαρακτικό Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 1869.

Ο ταύρος απομακρυνόταν από την ακτή βαδίζοντας με τις οπλές του πάνω στα κύματα σαν δελφίνι. Η θάλασσα γαλήνεψε, τα δελφίνια πηδούσαν γύρω από το θεϊκό ταύρο, οι Νηρηίδες χόρευαν, οι Τρίτωνες φυσούσαν μέσα σε μεγάλες κοχύλες και μαζεμένοι γύρω του τραγούδι γάμου λέγανε. Κρατούσε γερά με το ένα χέρι τα κέρατα του ζώου και έσφιγγε το κορμί της πάνω στη ράχη του για να μην πέσει. Με το άλλο χέρι ανασήκωνε το πορφυρό της φόρεμα, για να μη σέρνεται και το βρέχει ο αφρός της θάλασσας, κι εκείνο φούσκωσε πάνω στους ώμους της σαν άρμενο και έκανε το βάρος της πιο ελαφρύ.

Η Ευρώπη είδε με τρόμο πως η ακτή ήταν πια πολύ μακριά και έβαλε τα κλάματα. «Καλέ κι ευγενικέ μου ταύρε,  πού με πας, ποιός είσαι;» ψέλλισε ανάμεσα στα δάκρυα της.  «Δεν είσαι ζώο σαν τα άλλα, είμαι σίγουρη. Δεν περπατάνε στη στεριά δελφίνια, ούτε οι ταύροι στο πέλαγος, όπως εσύ που ατρόμητος πηδάς και τρέχεις πάνω στα κύματα  κι είναι κουπιά οι οπλές σου. Έτσι όπως πας,  θαρρώ, και στον ουρανό θ᾽ ανέβεις και θα πετάς εκεί ψηλά σαν τα γοργόφτερα όρνια. Αν τυχόν είσαι θεός, σε ικετεύω, πες μου τι θέλεις από μένα.  Έχουμε φύγει τόσο μακριά από την ακτή και τώρα μ’ έχει κυριέψει τρόμος σαν σκέφτομαι πως θα πέσει το σκοτάδι και θα είμαι μακριά από το σπίτι μου».

Ο ταύρος τότε της απάντησε ευγενικά με ανδρική φωνή: «Μη φοβάσαι, ομορφούλα μου, της θάλασσας το κύμα. Ο Δίας ο ίδιος είμαι εγώ, κι ας έχω αυτή την όψη. Ο έρωτάς σου μ᾽ έσπρωξε με τη μορφή του ταύρου να κάμω τόσο δρόμο στη θάλασσα. Και θα σε πάω στην Κρήτη, όπου θα ζήσεις ευτυχισμένη και δοξασμένων γιων μητέρα θα σε κάμω, που βασιλιάδες θα γινούν με σκήπτρο αυτοί στον κόσμο. Κι ακόμα περισσότερο, η ήπειρος στην οποία ανήκει η Κρήτη θα πάρει τ’ όνομα σου».

Έτσι ο Δίας πέτυχε το σκοπό του και όλα έγιναν όπως τα είπε ο πατέρας των θεών. Αφού πέρασαν πάνω από πολλά βουνά, λαγκάδια και θάλασσες έφτασαν στην Κρήτη, στον τόπο που πιο πολύ απ’ όλους είχε δικό του ο Δίας, γιατί σ’ αυτόν τον τόπο ο μεγάλος θεός είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει. Όταν το ταξίδι τέλειωσε, ο ταύρος ακούμπησε την Ευρώπη μαλακά στην ακτή της Κρήτης κι από κει την οδήγησε σ’ ένα παλάτι, όπου έγινε βασίλισσα και έζησε ζωή ευτυχισμένη. Οι Ώρες είχαν ετοιμάσει το νυφικό κρεβάτι , όπου ο ερωτευμένος πατέρας των θεών και των ανθρώπων έσμιξε με την πεντάμορφη θνητή. Καρπός αυτού του θεϊκού έρωτα ήταν τρεις γιοι, ο Μίνωας, ο Ροδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας.

Στο μεταξύ ο πατέρας της Ευρώπης λυπήθηκε βαθιά, όταν άκουσε πως ένας ταύρος άρπαξε την κόρη του και εξαφανίστηκε μαζί της στην απέραντη θάλασσα. Κάλεσε τους τρεις γιους του, τον Φοίνικα, τον Κίλικα και τον Κάδμο, και τους είπε: «Θέλω να ταξιδέψετε μέχρι την άκρη του κόσμου, αν χρειαστεί, και να μου φέρετε πίσω την Ευρώπη. Αν δεν τη βρείτε, να μην επιστρέψετε. Δεν θέλω να ξαναδώ κανέναν σας μπροστά μου χωρίς την αδελφή σας ή έστω μια είδηση γι’ αυτή». Έτσι τα τρία παλικάρια του Αγήνορα κίνησαν από τον τόπο τους και πήραν το καθένα δικό του δρόμο. Δεν μπόρεσαν όμως να βρουν την αδελφή τους πουθενά και δεν είχαν το κουράγιο να ξαναγυρίσουν στον πατέρα τους. Έτσι  καθένας απ’ αυτούς εγκαταστάθηκε στο χώρο που τον έφεραν οι περιπλανήσεις του: ο Φοίνικας στη χώρα που από αυτόν ονομάστηκε Φοινίκη, ο Κίλικας στη χώρα που πήρε το όνομα Κιλικία και ο Κάδμος στην Καδμεία, μια πόλη που έχτισε ο ίδιος και αργότερα την είπαν Θήβα [2].

Η Ευρώπη παράμεινε σε όλη τη ζωή της στην Κρήτη και η φήμη των γιων της, που ήταν μεγαλοδύναμοι και σοφοί, απλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο. Αφού ο Δίας χάρηκε την αγάπη και την ομορφιά της Ευρώπης, την εγκατέλειψε και πήγε στον Όλυμπο, για να γίνει βασιλιάς θνητών και αθανάτων.  Στην Κρήτη τότε βασίλευε ο  Αστερίων, ο οποίος πήρε για δεύτερο σύζυγό του την Ευρώπη και υιοθέτησε τα παιδιά που είχε αποκτήσει εκείνη από το Δία, γιατί ο ίδιος δεν είχε γιο, για να αφήσει ως διάδοχο. Τα ανέθρεψε όπως τους ταίριαζε και όταν γέρασε τους άφησε το βασίλειό του. Έτσι ο Μίνωας, μετά το θάνατο του Αστερίωνα, έγινε βασιλιάς της Κνωσού, της μεγαλύτερης πόλης της Κρήτης, και κατάφερε να ενώσει όλες τις πόλεις της Κρήτης, που τις κυβέρνησε δίκαια και έφτιαξε τον πρώτο Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, το μινωικό πολιτισμό. Μάλιστα, επειδή ήταν πολύ δίκαιος, λένε πως όταν πέθανε έγινε Κριτής του Άδη.

Λένε ακόμα ότι, όταν ο Δίας άφησε την Ευρώπη για να πάει στον Όλυμπο, ο μεγάλος θεός πρόσφερε στην αγαπημένη του τρία μοναδικά δώρα: έναν χάλκινο φτερωτό γίγαντα, τον Τάλω, που προστάτευε όχι μόνο την αγαπημένη του Ευρώπη, αλλά ολόκληρη την Κρήτη, ένα χρυσό σκύλο, το Λαίλαπα, που κανένα θήραμα δεν μπορούσε να του ξεφύγει, και μια φαρέτρα με βέλη, που ποτέ τους δεν αστοχούσαν. Όταν πέθανε η Ευρώπη, την τίμησαν θεοί κι άνθρωποι και προς τιμή της έδωσαν το όνομά της στην ήπειρο που εγκαταστάθηκε. Από την Ευρώπη, λοιπόν, πήρε το όνομά της η ήπειρος που βρίσκεται πάνω από την Κρήτη και λέγεται Ευρώπη.

 

Τι συμβολίζει ο μύθος της Ευρώπης

 

Αρπαγή της Ευρώπης.

Ο μύθος του Δία και της Ευρώπης αναφέρεται στις μυθολογικές ρίζες της Ευρώπης σε σχέση με τον Ελληνικό πολιτισμό, κρύβει, πιθανότατα, ιστορικές πληροφορίες για τις σχέσεις της Κρήτης με την Ανατολή και εξηγεί γιατί στο νησί της Κρήτης, το πιο κοντινό στη Μικρά Ασία, τη Συρία, την αρχαία Φοινίκη και την Αίγυπτο έχει την αρχή του ο πρώτος πολιτισμός της Ευρώπης.

Η Ευρώπη ήταν εγγονή της Ιούς, της όμορφης ιέρειας της Ήρας, που η καταγωγή της κρατούσε από το Άργος. Και τις δύο τις ερωτεύτηκε ο Δίας, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων. Την προγιαγιά της Ευρώπης, την πανέμορφή Ιώ, τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα ο πατέρας των θεών και, αφού περιπλανήθηκε πολύ, διέτρεξε την ακτή του Ιονίου πελάγους (που εξαιτίας της πήρε το όνομά του), έφθασε στην Ιλλυρία, διέσχισε όλη την Σκυθία, πέρασε τη θάλασσα στα στενά του Βόσπορου (βοός + πόρος  = «πέρασμα της αγελάδας»), πλανήθηκε για πολύ καιρό στην Ασία και κατέληξε στην Αίγυπτο.

Κάποια χρόνια αργότερα η δισέγγονη της Ιούς, η πανέμορφη Ευρώπη, φτάνει από τη Φοινίκη στην Κρήτη πάνω στους ώμους ενός ταύρου. Και τα αδέρφια της Ευρώπης κυριαρχούν αντίστοιχα στην Κιλικία, τη Φοινίκη και στη Θήβα της Βοιωτίας. Δημιουργούνται έτσι οι δεσμοί που συνδέουν τον πολιτισμό της Ανατολής με τον πολιτισμό της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ποια ιστορικά γεγονότα κρύβονται πίσω από αυτές τις μυθολογικές αφηγήσεις;

Ένας από τους παλαιότερους πολιτισμούς της Ευρώπης αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες κατά την 3η και 2η χιλιετία π.Χ., δηλαδή την Εποχή του Χαλκού. Σε αυτό συνέβαλε το ήπιο κλίμα τους και κυρίως η ιδιαίτερα προνομιακή γεωγραφική τους θέση. Ουσιαστικά, τα νησιά των Κυκλάδων αποτελούν ένα είδος φυσικής γέφυρας ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία. Στη 2η χιλιετία π.Χ. οι Κυκλάδες έχουν επαφές με την ηπειρωτική Ελλάδα αρχικά και με την Κρήτη και μαζί με τα προϊόντα της Εγγύς Ανατολής μεταφέρουν στην Ευρώπη ιδέες, τεχνικές γνώσεις και θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο πιο σημαντικός κυκλαδικός οικισμός είναι το Ακρωτήρι στη Θήρα, όπου ο αρχαιολόγος καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος θα ανακαλύψει 3.500 χρόνια αργότερα  το θαυμάσιο πολιτισμό  της  περιοχής.

Οι περιπέτειες της Ιούς τοποθετούνται ιστορικά στο 16ο αιώνα π.Χ. Τον αιώνα αυτό οι πολιτισμοί του Αιγαίου και της Κρήτης, που  αριθμούν χιλιετηρίδες ύπαρξης, καταστρέφονται από σεισμό και καταποντισμούς, πιθανότατα  από έκρηξη  του ηφαιστείου της  Θήρας,  στο κέντρο του Αιγαίου, με τεράστια  παλιρροϊκά  κύματα,  που φτάνουν  μέχρι τη  Φοινίκη, την   Ιουδαία και την  Αίγυπτο. Είναι  ο σεισμός  – κατακλυσμός του Νώε.

Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις δυσκολίες οι κάτοικοι του Αιγαίου, αναζητούν λύσεις και δημιουργούν συναλλαγές  με γειτονικούς λαούς και πολιτισμούς του Ιονίου πελάγους, της Μαύρης θάλασσας και της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Συνδέονται δηλαδή με τις περιοχές, στις οποίες ο μύθος τοποθετεί τις περιπλανήσεις της Ιούς.

 

Η Ευρώπη και ο ταύρος, λάδι σε μουσαμά, Guido Rhenus, Dulwich Picture Gallery.

 

Ιστορικοί της αρχαιότητας μάλιστα, που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το μύθο, υποστήριξαν πως την Ιώ είχαν απαγάγει και είχαν οδηγήσει στην Αίγυπτο Φοίνικες πειρατές ή ήταν ερωμένη του καπετάνιου κάποιου φοινικικού πλοίου και έφυγε μαζί του με τη θέληση της. Στην Αίγυπτο την αγόρασε ο βασιλιάς της χώρας και έστειλε ως αποζημίωση στον πατέρα της, τον  Ίναχο έναν ταύρο. Όταν έφεραν όμως τον ταύρο στην Ελλάδα, ο Ίναχος ήταν νεκρός και οι πρέσβεις τον έδωσαν στους κατοίκους της χώρας, που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ ταύρο.

Την Ιώ την καλοδέχτηκαν στην Αίγυπτο και έφερε στον κόσμο τον  Έπαφο, το γιο που είχε από το Δία, γενάρχη ενός πολυάριθμου γένους, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι Δαναΐδες. Τα εγγόνια της Ιούς κυριάρχησαν στις κυριότερες χώρες της ανατολικής Μεσογείου, ο Βήλος στην Αίγυπτο και ο Αγήνορας στη Φοινίκη. Είναι προφανές ότι πίσω από τα πρόσωπα του μύθου κρύβονται οι σχέσεις επιγαμίας, που δημιουργήθηκαν στην Αίγυπτο ανάμεσα στους ντόπιους κατοίκους και τους «συγγενείς» της Ιούς, που μετακινήθηκαν εκεί.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1500 π.Χ., πολύ πριν από τα Τρωικά, πολλοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ξέσπασαν στην Αίγυπτο λοιμώδεις ασθένειες (οι 7 πληγές του Φαραώ, σύμφωνα με την Αγία Γραφή). Οι ντόπιοι απέδωσαν τις ασθένειες στους ασεβείς αλλόφυλους, που ζούσαν στην Αίγυπτο, οι οποίοι φεύγουν μετανάστες σε άλλα μέρη, για να αποφύγουν την οργή των ντόπιων. Οι Εβραίοι με αρχηγό το Μωυσή πήγαν δια ξηράς στην Ιουδαία. Οι Δαναοί με πλοία και με αρχηγό το Δαναό  πήγαν μέσω Ρόδου στο Άργος. Οι Φοίνικες με αρχηγό τον Αγήνορα έφυγαν από τη Θήβα της Αιγύπτου, απ΄όπου και η ονομασία Θηβαίοι, και πήγανε στη Φοινίκη της Ασίας, απέναντι από την Κύπρο. Από εκεί οι Κρήτες έκλεψαν την Ευρώπη, τη μάνα του Μίνωα, και ένα μέρος τους με αρχηγό τον Κάδμο πέρασε σε πολλά ελληνικά νησιά στο Αιγαίο και έφτασε στη Βοιωτία, όπου έκτισαν πόλη, που ονομάστηκε Καδμεία από το όνομα του Κάδμου ή Θήβα από το όνομα της πόλης της Αιγύπτου απ΄ όπου έφυγαν μετανάστες.

Η αρπαγή της Ευρώπης απεικονίζεται στο κέρμα των 2 ευρώ. Η αρπαγή της πριγκίπισσας Ευρώπης από τη Φοινίκη της Ασίας από το Δία που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και την άρπαξε παίρνοντας μορφή ταύρου. Καρπός του έρωτα ήταν ο Μίνωας στην Κρήτη.

Η απαγωγή της Ευρώπης είναι πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικά πρόσωπα είναι και ο Μίνωας, ο Κάδμος και τα άλλα πρόσωπα του μύθου. Ο Όμηρος  αναφέρει ότι ο  Μίνωας έζησε τρεις γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο [3]. Σύμφωνα με Πάριο χρονικό (τρεις μεγάλες πλάκες από μάρμαρο Πάρου, όπου οι αρχαίοι έγραφαν τις κυριότερες ημερομηνίες) ο Μίνωας Α’ βασίλευε το  έτος 1470 π.Χ.,  ο Κάδμος ήρθε με Φοίνικες στη Βοιωτία το έτος 1255 και ο  Δαναός με Αιγύπτιους στο Άργος  το έτος 1247 [4].

Το μόνο που δεν είναι αλήθεια είναι ότι την απαγωγή της Ευρώπης την έκανε ο Δίας μεταμορφωμένος σε ταύρο, αλλά ο βασιλιάς των Δωριέων της Κρήτης Αστέριος. Ο λόγος για τον οποίο ειπώθηκε ότι την απαγωγή την έκανε ο Δίας  ήταν άλλος για τους Έλληνες και άλλος για τους Φοίνικες. Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς  (ο Αρριανός, ο Διόδωρος, ο Στράβων κ.α.)  υποστηρίζουν ότι ο Μίνωας και οι άλλοι μεγάλοι αρχαίοι νομοθέτες προσποιούνταν  ότι παίρνουν τους νόμους τους από το θεό ή έλεγαν ότι ήταν γιοι θεού,   προκειμένου οι άνθρωποι να θεωρούν ως θείες εντολές τους νόμους τους. Και οι Φοίνικες, για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στην Ελλάδα, ισχυρίζονταν ότι ο Κάδμος, ο γιος του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα και αδελφός της Ευρώπης, ήρθε στην Ελλάδα με στρατό ψάχνοντας για την Ευρώπη. Επειδή δεν τη βρήκε, από ντροπή δεν ξαναγύρισε πίσω και έκτισε τη Θήβα της Βοιωτίας [5].

Ο Ηρόδοτος είδε την αρπαγή της Ευρώπης ως ένα ακόμα επεισόδιο των αρχαίων πολέμων, που προκαλούνταν εξαιτίας των απαγωγών των γυναικών, και αναφέρει ότι οι λόγιοι των Περσών του είπαν πως Φοίνικες, φτασμένοι από τη θάλασσα που ονομάζεται Ερυθρά, άρχισαν μακρινά ταξίδια μεταφέροντας εμπορεύματα αιγυπτιακά και ασσυριακά σε άλλα λιμάνια και προπαντός στο Άργος. Έτσι έφτασε η Ιώ στην Αίγυπτο και αυτό έγινε η αρχή για τα αδικήματα που ακολούθησαν. Γιατί αργότερα κάποιοι από τους Έλληνες πάτησαν πόδι στην Τύρο της Φοινίκης και άρπαξαν τη θυγατέρα του βασιλιά την Ευρώπη. Ένας Έλληνας βασιλιάς της Κρήτης, που δε θυμούνταν  το όνομά του (βασιλιάς της Κρήτης τότε ήταν ο Αστέριος, γιος του Τέκταμου και εγγονός του Δώρου του Έλληνα) πήγε μαζί με άλλους Κρήτες και απήγαγε την κόρη του βασιλιά της Φοινίκης, την Ευρώπη. «Μία σου και µία µου» δηλαδή. Επειδή φοίνικες έμποροι από την Τύρο είχαν απαγάγει την Ιώ, κόρη του βασιλέα του Άργους, οι Κρήτες έπλευσαν στη Φοινίκη και απήγαγαν µε τη σειρά τους την κόρη του βασιλέα της Τύρου [6].

 

Αρπαγή της Ευρώπης

 

Και τι συμβολίζει ο ταύρος, που εμφανίζεται στις μετακινήσεις της Ιούς από το Άργος στην Αίγυπτο και της Ευρώπης από τη Φοινίκη στην Κρήτη; Ο ταύρος – τον βρίσκουμε σε κεντρικό ρόλο σε όλους τους μύθους  της Κρήτης και άλλων περιοχών της Ελλάδας-, που κουβαλάει στη ράχη του την Ευρώπη, δεν είναι άλλος από τον ωκεανό, που σηκώνει στις πλάτες του τη στεριά [7]. Οπωσδήποτε όμως συνδέεται και με το βασικό ρόλο του στη γεωργική παραγωγή της Ανατολής, αφού με τους ταύρους όργωναν τα χωράφια, για να παράγουν προϊόντα απαραίτητα για την επιβίωση και το εμπόριο. Αν πιστέψουμε μάλιστα την εκδοχή του μύθου ότι οι Αργείοι δεν είχαν ξαναδεί ποτέ ταύρο, φαίνεται ότι η χρησιμοποίησή του στη γεωργική παραγωγή ξεκίνησε από την Ανατολή και αργότερα πέρασε στην Ελλάδα.

Χαρακτηριστικά είναι και τα δώρα, που έκανε ο Δίας στην αγαπημένη του Ευρώπη, πριν φύγει για τον Όλυμπο. Ο χάλκινος γίγαντας Τάλω, που προστάτευε ολόκληρη την Κρήτη, ο χρυσός σκύλος Λαίλαπας, που κανένα θήραμα δεν του ξέφευγε, και η φαρέτρα με βέλη, που ποτέ τους δεν αστοχούσαν.

Ο Τάλως ήταν ένα γιγάντιο χάλκινο δημιούργημα του Ήφαιστου. Είχε όμως ένα αδύναμο σημείο στο σώμα του. Διέθετε μία και μοναδική φλέβα, η οποία ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στον αστράγαλό του, όπου ένα χάλκινο καρφί ή βίδα έκλεινε την έξοδό της. Μέσα στη φλέβα του Τάλω κυλούσε ο ιχώρ, δηλαδή «το αίμα των αθανάτων», θείο υγρό που τον καθιστούσε αθάνατο, επειδή είχε τη δυνατότητα να αναζωογονεί το σώμα του [8]. Από άλλους ο Τάλως παρουσιάζεται με φτερά που συμβολίζουν την ταχύτητα με την οποία έτρεχε γύρω από το νησί. Η Ευρώπη τον χάρισε στο Μίνωα. Όταν όμως πέρασαν από την Κρήτη οι Αργοναύτες, ο πατέρας του Φιλοκτήτη, ο Ποίας, τόξευσε το χάλκινο καρφί στη φτέρνα του Τάλω, το έβγαλε από τη θέση του, χύθηκε ο ιχώρ και ο Τάλως πέθανε [9]. Ο Πλάτωνας τον θεωρεί υπαρκτό πρόσωπο, αδελφό του Ροδάμανθυ, και αναφέρει πως ο Τάλως ήταν μια πανίσχυρη μηχανή αποτροπής βίας, που μετατρέπονταν σε πολεμική μηχανή, όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Εκτελούσε όμως και χρέη δικαστή περιφερόμενος σε πόλεις και χωριά, φέροντας μαζί του τους νόμους του Μίνωα γραμμένους σε χάλκινες πλάκες. Είχε καθήκον να επισκέπτεται τα χωριά της Κρήτης και να εφαρμόζει το νόμο. Αναχωρούσε από τη βάση του στη Φαιστό και γύριζε τις ακτές του νησιού τρεις φορές την ημέρα και  έδιωχνε τα εχθρικά καράβια πετώντας τους πέτρες. Αν οι εχθροί είχαν αποβιβαστεί, τους έκαιγε με την ανάσα του ή τους αγκάλιαζε σφιχτά πάνω στο πυρακτωμένο χάλκινο σώμα του και τους έκαιγε [10].

Ο χάλκινος ήρωας Τάλως συμβολίζει την τεχνολογική εξέλιξη στον τομέα της μεταλλουργίας στα προϊστορικά-μινωικά χρόνια. Είχαν φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε έφτιαξαν με τη φαντασία τους έναν χάλκινο υπερήρωα να τους προστατεύει. Συμβολίζει επίσης τη ναυτική ισχύ της Μινωικής Κρήτης. Ο Μίνωας ήταν ο  πρώτος στον κόσμο που συγκρότησε πολεμικό ναυτικό και μ’ αυτό εδίωξε από τις Κυκλάδες τους  ληστές και τους πειρατές Κάρες και Φοίνικες και τις εποίκησε με μόνιμους κατοίκους που έφερε από την Κρήτη με αποτέλεσμα από τη μια ο Μίνωας να γίνει ο πρώτος θαλασσοκράτορας και από την άλλη να ελευθερωθούν οι θαλάσσιοι διάδρομοι και έτσι οι Έλληνες  να μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους, να ασχοληθούν με ναυτικές εργασίες και να πλουτίσουν. Η Κρήτη έγινε η µεγαλύτερη ναυτική δύναµη, πασίγνωστη για τα περίφηµα πλοία της, που  µετέφεραν ανθρώπους, αγαθά και πολιτισµό στις χώρες που κατέπλεαν [11].

Η άλλη πολύ σημαντική ιδιότητα του Τάλω, αυτή του λειτουργού της δικαιοσύνης, υποδηλώνει τη σπουδαιότητα που απέδιδαν στην αρχαία Κρήτη στο θεσμό της δικαιοσύνης. Ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ είναι οι πρώτοι που δημιούργησαν αξιόλογη πολιτεία. Ένωσαν σε ενιαίο σύνολο όλες τις πόλεις – φυλές της Κρήτης, τους αυτόχθονες με τους μετανάστες (Δωριείς, Αχαιούς και Πελασγούς) και καθιέρωσαν πρωτόγνωρους για την εποχή θεσμούς για σωστή διακυβέρνηση. Θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά σύνταγμα, βουλή,  βουλευτές, κοινά συσσίτια κλπ. Την Κρητική Πολιτεία  αντέγραψαν αργότερα πρώτα οι Σπαρτιάτες με το νομοθέτη Λυκούργο, μετά οι Αθηναίοι με το Σόλωνα και τέλος οι Ρωμαίοι με το νομοθέτη Νουμά. Αυτά όλα ήταν και η αιτία για την οποία Μίνωας και Ραδάμανθυς μετά θάνατο ανακηρύχθηκαν ισόθεοι και κριτές του Άδη. Οι νόμοι τους μάλιστα θεωρούνταν θεϊκοί, αφού ο Μίνωας τους έπαιρνε από τον πατέρα του το Δία, και επομένως η τήρησή τους ήταν απαραίτητη [12]. Ο χρυσός σκύλος Λαίλαπας και η φαρέτρα με τα βέλη, που δεν αστοχούσαν ποτέ, συμβολίζουν την αγάπη των Κρητών για το κυνήγι, αλλά και την υπερηφάνειά τους για τις ξεχωριστές ικανότητες της ονομαστής κυνηγητικής ράτσας σκύλων, που οι αρχαίο συγγραφείς ονόμαζαν «διάπονους», ακούραστους δηλαδή στο τρέξιμο, και «πάριππους», επειδή έτρεχαν με άνεση δίπλα στα γοργοπόδαρα άλογα. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν παράλληλα τη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στην οικονομία του κυνηγιού, όπου οι άνθρωποι στήριζαν τη ζωή τους στα θηράματα,  και την οικονομία της γεωργίας, όταν στηρίχτηκαν στην καλλιέργεια της γης με τη βοήθεια φυσικά του ταύρου, που μετέφερε και την Ευρώπη στην Κρήτη.

 

Η Ευρώπη και ο Δίας μεταμορφωμένος σε ταύρο πριν την μεταφέρει στην Κρήτη. Τοιχογραφία στην Πομπηία. Museo Archeologico Nazionale di Napoli.

 

Η αρπαγή της Ευρώπης αποτυπώνει το σύνδεσμο μεταξύ της αρχαίας Αιγύπτου και της αρχαίας Ελλάδας. Η Φοινίκη ανήκε στη σφαίρα επιρροής των φαραώ της Αιγύπτου. Ο ∆ίας μεταφέροντας την Ευρώπη από τις ακτές της Φοινίκης στην Κρήτη μετέφερε τους καρπούς των αρχαίων ασιατικών πολιτισµών της Ανατολής στις νέες νησιωτικές αποικίες του Αιγαίου. Ο αδελφός της Ευρώπης Κάδµος, που περιπλανήθηκε σε ολόκληρο τον κόσµο προκειμένου να τη βρει, θεωρείται πως έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα, το φοινικικό αλφάβητο.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη λέξη «Ευρώπη» ως ονοµασία για την επικράτειά τους δυτικά του Αιγαίου, προκειµένου να τη διακρίνουν από τις παλαιότερες κτήσεις τους στη Μικρά Ασία. Η περιπέτειά της οδήγησε στη θεµελίωση ενός νέου πολιτισµού, που θα έφερε τελικά το όνοµά της και θα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή χερσόνησο. Ο  μύθος απαθανατίστηκε σε ελληνικούς αµφορείς και σε τοιχογραφίες της Πομπηίας και ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες σε πιο σύγχρονες εποχές, όπως τον Τισιανό, τον Ρέµπραντ, τον Ρούµπενς, τον Βερονέζε και τον Κλωντ Λορραίν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ο ποιητής Μόσχος από τις Συρακούσες  στο επύλλιον «Ευρώπη» αφηγείται σε 166 δακτυλικούς εξάμετρους  με τρόπο αριστοτεχνικό τον μύθο της αρπαγής της Ευρώπης από το Δία.

[2] Οβιδίου, Μεταµορφώσεις,  τόµ. Β΄, στ. 862 κ.ε., µτφρ. A.D. Melville, Οξφόρδη 1986.

[3] Ομήρου, Ιλιάδα Ν. 445 – 455 και  Ξ 321-322.

[4] Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος Μ, Απόσπασμα 3, βίβλος 1, 23-24 και 28-29.

[5] Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις 2, 29.

[6] Ηρόδοτος Α, 2 – 5.

[7] Ι. Θ. Κακριδής,  ελληνική μυθολογία, οι Ήρωες, σελ. 261. Εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ 1986.

[8] Απολλώνιος  Ρόδιος, Αργοναυτικά Δ, 1638 – 1670.

[9] Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 1,9. εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2002.

[10] Πλάτων, Μένων – Κλειτοφών – Μίνως, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1993, 318 – 320.

[11] Θουκυδίδη, Ιστορία, Ι,4.

[12] ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ Α., Ναυτική Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 2008. NORMAN DAVIES, Ιστορία της  Ευρώπης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2009.

 

Αλέξης Τότσικας

«Μύθος και Ιστορία», υπό έκδοση.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Πλατωνικός έρωτας


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Προδημοσιεύουμε  σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», το δέκατο έκτο κεφάλαιο από το υπό έκδοση βιβλίο, με τίτλο «Μύθος και Ιστορία» του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο Πλατωνικός έρωτας»

 

 

Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν αντικείμενο πολλών συζητήσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων. Η φράση «πλατωνικός έρωτας» είναι αρκετά συνηθισμένη, αν και λίγοι έχουν υπόψη τους το ακριβές περιεχόμενό της. Ο έρωτας είχε απασχολήσει πολλούς φιλόσοφους και στοχαστές και στην ερώτηση «τι είναι έρωτας;» δινόταν από τον καθένα  διαφορετική ερμηνεία και εξήγηση.

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Ο Πλάτωνας αφιερώνει στον έρωτα έναν από τους σπουδαιότερους διαλόγους του, το Συμπόσιο, που θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της αρχαίας λογοτεχνίας. Στο συμπόσιο, που τοποθετείται στο έτος 416 π.Χ.,  όταν ο νεαρός ποιητής Αγάθωνας κέρδισε το βραβείο στα Λήναια –  πήραν μέρος ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος, ο Αγάθωνας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης – οι παρευρισκόμενοι αποφάσισαν να περάσουν τη βραδιά όχι με άγριο φαγοπότι, αλλά συζητώντας όμορφα γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Το θέμα του συμποσίου είναι ο έρωτας. «τι είναι ο έρωτας;»

Φίλοι και μαθητές του Σωκράτη συνομιλούν και επιχειρηματολογούν για τον έρωτα. Ακούγονται πολλές θεωρίες και κάποια στιγμή έρχεται η σειρά του Σωκράτη.  Ο Σωκράτης δηλώνει πως δεν ξέρει καθόλου τι είναι ο έρωτας και θα πει, όσα του είπε η Διοτίμα, μια μυστηριώδης σοφή και μάντισσα από τη Μαντίνεια, ειδική στα ερωτικά, με την οποία συζήτησε κάποτε για τον έρωτα και ήταν αυτή που του δίδαξε τα ερωτικά πράγματα. Αφηγείται, λοιπόν, το λόγο για τον Έρωτα, που άκουσε κάποτε από τη Διοτίμα, η οποία ήταν σοφή σ’ αυτά τα ζητήματα.

Η Διοτίμα (δηλ. αυτή που τιμά το Δία) είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο. Περιγράφεται ως ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας.  Κάποιοι μελετητές εκτιμούν πως δεν υπήρχε πραγματικό πρόσωπο με το όνομα και την ιδιότητα της Διοτίμας, δεδομένου ότι η παρουσία της στο Συμπόσιο είναι η μοναδική αναφορά σε αυτήν που βρίσκουμε σε ολόκληρη την αρχαία γραμματεία. Επομένως, πρόκειται πιθανότατα για μυθικό πρόσωπο. Αν  όμως λάβουμε υπόψη πως ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσε ιστορικά πρόσωπα στους διαλόγους του και δεν είχε ποτέ την ανάγκη να εφεύρει κάποιο, μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια την υπόθεση ότι η Διοτίμα ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Ας παρακολουθήσουμε πώς η Διοτίμα, η ιέρεια και φιλόσοφος του πλατωνικού Συμποσίου, αναλύει τα μυστικά του Έρωτα.

 

Ο μύθος της Διοτίμας

 

Πορτρέτο της Jadwiga Łuszczewska ως Διοτίμα – Λάδι σε καμβά, 1855, έργο του Józef Simmler. Lviv National Art Gallery.

Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι θεοί έκαναν δεξίωση και ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο Πόρος, ο γιος της Μήτιδας. Αφού λοιπόν έφαγαν και ήπιαν, ο Πόρος μέθυσε από το νέκταρ – κρασί δεν υπήρχε ακόμη – και ζαλισμένος από το ποτό μπήκε στον κήπο του Δία και κοιμήθηκε. Τότε κατέφθασε και η Πενία για ζητιανιά από το πλούσιο και άφθονο γεύμα. Στάθηκε  στην πόρτα, είδε τον Πόρο να κοιμάται και έβαλε στο μυαλό της να κάνει ένα παιδί με τον Πόρο, μήπως και καταφέρει μ’ αυτό να ξεφύγει από τη μιζέρια της και ξάπλωσε πλάι του. Εκείνος, μεθυσμένος καθώς ήταν, ήρθε σε επαφή μαζί της και έτσι έγινε η σύλληψη του Έρωτα. Γι’ αυτό ο Έρωτας, επειδή γεννήθηκε στη δεξίωση για τη γέννηση της Αφροδίτης, έχει γίνει ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης. Και συνάμα, επειδή η Αφροδίτη είναι όμορφη, και ο Έρωτας από τη φύση του είναι εραστής της ομορφιάς.

Επειδή ο Έρωτας  είναι γιος του Πόρου και της Πενίας κληρονόμησε τα χαρακτηριστικά των γονιών του.  Πρώτα – πρώτα έχει πάρει τη φύση της μητέρας του και είναι πάντα φτωχός, καθόλου μαλακός και καλός, όπως οι πιο πολλοί νομίζουν, αλλά σκληρός και τραχύς και ξυπόλητος και άστεγος. Κοιμάται  στο χώμα χωρίς σκεπάσματα και ξενυχτά στις πόρτες, στο δρόμο και στην ύπαιθρο και γενικά είναι παντοτινός συγκάτοικος της ανέχειας. Από τον πατέρα του τώρα κληρονόμησε την επιβουλή για τους καλούς και τους αγαθούς, γιατί είναι ανδρείος, θρασύς και ορμητικός. Είναι επίσης ασυναγώνιστος κυνηγός και συνέχεια κάτι σκαρώνει. Είναι επινοητικός, λαχταρά τη φρόνηση και καταγίνεται σ’ όλη του τη ζωή με τη φιλοσοφία, αλλά είναι και απατεώνας και μάγος και μεγάλος σοφιστής. Και από τη φύση του ούτε αθάνατος είναι, αλλά ούτε και θνητός. Κάποιες ώρες της ίδιας ημέρας είναι ζωντανός και ακμαίος, όταν δεν τον δέρνει η φτώχεια, και κάποιες άλλες πεθαίνει, αλλά ξαναζωντανεύει λόγω της πατρικής του καταγωγής. Το  εισόδημά του ο Έρωτας το εξασφαλίζει σε μικρές ποσότητες και ούτε αποταμιεύει, αλλά ούτε και δυστυχεί.

Και βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Γιατί κανένας από τους θεούς δε φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός, αφού είναι σοφός. Ποιος άλλωστε φιλοσοφεί, ενώ είναι σοφός;  Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι σοφοί και οι αμαθείς δε φιλοσοφούν. Οι  αμαθείς δε φιλοσοφούν ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί, γιατί τους κρατάει αιχμάλωτους η αμάθεια και πιστεύουν ότι τους είναι αρκετό να μην είναι καλοί και αγαθοί και φρόνιμοι. Αυτός  που δεν έχει συναίσθηση της φτώχιας του, δεν επιθυμεί εκείνο που νομίζει ότι δε χρειάζεται. Φιλοσοφούν μόνο εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα στις δυο αυτές κατηγορίες και ένας απ’ αυτούς είναι ο Έρωτας. Η σοφία είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα και ο Έρωτας αναφέρεται στην ομορφιά. Ο  Έρωτας, λοιπόν, είναι φιλόσοφος, αλλά βρίσκεται κάπου στη μέση μεταξύ του σοφού και του αμαθή, γιατί κατάγεται από πατέρα σοφό και εύπορο και από μητέρα όχι σοφή και άπορη.

Αυτή  είναι n φύση της θεότητας. Ο  Έρωτας είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ θνητού και αθάνατου.  Κάθε  θεότητα βρίσκεται ανάμεσα στους θεούς και τους θνητούς. Και έχει τη δύναμη να ερμηνεύει και να μεταφράζει στους θεούς τα ανθρώπινα και στους ανθρώπους τα θεϊκά. Ο θεός δεν έρχεται σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο, αλλά με τη διαμεσολάβησή του ασκείται η επαφή και συνομιλία συνολικά μεταξύ θεού και ανθρώπων είτε είναι ξύπνιοι είτε κοιμούνται. Αυτές οι θεότητες είναι πολλές και μία απ’ αυτές είναι και ο Έρωτας.

Τώρα, όποιος νομίζει ότι ο Έρωτας είναι το απόλυτο καλό, ταυτίζει αυτόν που ποθεί με το αντικείμενο του πόθου. Πράγματι, ο πόθος για το όμορφο είναι λεπτεπίλεπτο, τέλειο και αξιοθαύμαστο πράγμα. Και ο Έρωτας έχει σαν αντικείμενο τα όμορφα πράγματα. Το να ποθείς, όμως, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο εραστής ποθεί να αποκτήσει τα καλά, τα αγαθά, για να γίνει ευτυχισμένος. Οι  ευτυχισμένοι γίνονται ευτυχισμένοι με την απόκτηση των αγαθών. Αυτή την επιθυμία όμως, αυτόν τον έρωτα να αποκτήσουν τα αγαθά, δεν τον  νιώθουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως. Διότι  δεν αγαπούν όλοι και παντοτινά τα ίδια πράγματα, αλλά άλλοι αγαπούν και άλλοι όχι. Κάνουμε το λάθος να απομονώνουμε μια μορφή του έρωτα και να την ονομάζουμε έρωτα, χρησιμοποιώντας το όνομα του συνόλου. Την ίδια κατάχρηση κάνουμε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπως στην ποίηση. Ποίηση, βέβαια, είναι κάτι πολύ γενικό. Κάθε βήμα και κάθε αιτία που μεταβάλλει το τίποτα σε κάτι είναι ποίηση (δημιουργία). Όλες  οι τεχνικές εργασίες και κατασκευές είναι ποιήσεις και οι τεχνίτες που τις ασκούν είναι όλοι ποιητές. Δεν  ονομάζονται όμως ποιητές, αλλά έχουν άλλες ονομασίες. Από το σύνολο της ποίησης μόνο αυτό που σχετίζεται με τη μουσική και το μέτρο αποκόπηκε και διεκδίκησε για τον εαυτό του το αποκλειστικό προνόμιο να ονομάζεται με το όνομα του συνόλου. Μονάχα αυτό ονομάζεται ποίηση και όσοι ασχολούνται με αυτό ονομάζονται ποιητές!

Το ίδιο συμβαίνει και με τον έρωτα. Είναι μια περιληπτική έννοια, που δηλώνει την σφοδρή επιθυμία για τα αγαθά και τον ασίγαστο και απατηλό πόθο κάθε ανθρώπου για ευτυχία. Όμως κάποιοι στρέφονται και την αναζητούν σε διαφορετικά μέρη. Άλλος  τη συνδέει με την απόκτηση χρημάτων, άλλος με την άσκηση του σώματος και άλλος με τη φιλοσοφία. Αλλά  ούτε ερωτευμένοι λέγονται σε όλες αυτές  τις περιπτώσεις ούτε ερωτευμένοι αποκαλούνται.  Μόνο κάποιοι που επιδιώκουν με ιδιαίτερο ζήλο μια και μόνο μορφή, ένα μόριο του έρωτα, οικειοποιούνται το όνομα του συνόλου και γι’ αυτούς μόνο μιλάμε για έρωτα, για ερωτευμένους και για εραστές. Υπάρχει μια εκδοχή, σύμφωνα με την οποία διακατέχονται από έρωτα εκείνοι που επιζητούν το έτερον ήμισυ του εαυτού τους. Κατά την άποψη μου όμως, ο έρωτας δεν έχει να κάνει ούτε με το μισό, ούτε με το σύνολο, αν δεν έχει σημείο αναφοράς το αγαθό. Οι  άνθρωποι δε θα δίσταζαν να ακρωτηριαστούν και στα πόδια και στα χέρια, αν ήταν σίγουροι πως τα μέλη τους αυτά είναι αρρωστημένα. Επομένως, κάθε άνθρωπος δεν ερωτεύεται το όμοιο με τον εαυτό του, αλλά ονομάζει οικείο, εκείνο που είναι αγαθό και ξένο εκείνο που είναι κακό.

Δεν  υπάρχει τίποτε άλλο, που να ερωτευτούν σφοδρά οι άνθρωποι, εκτός από το αγαθό. Οι άνθρωποι ποθούν σφοδρά την απόκτηση των αγαθών όχι μόνο για το παρόν, αλλά για όλη τους τη ζωή. Έρωτας είναι ο πόθος για την παντοτινή απόκτηση του αγαθού.  Αφού, λοιπόν, ο έρωτας σε κάθε περίπτωση είναι αποκλειστικά αυτό το πράγμα, ποιος τρόπος και ποιας πράξης ο ιδιαίτερος ζήλος και n ισχυρή ένταση όλων των δυνάμεων εκείνων που τον επιδιώκουν θα ονομαζόταν έρωτας; Η γέννα του σώματος και της ψυχής σε καλό και όμορφο κλίμα. Οι άνθρωποι στο σύνολό τους κυοφορούν και στο σώμα και στην ψυχή και, όταν φτάσουν σε κάποια ηλικία, η φύση μας επιδιώκει τον τοκετό. Δεν μπορεί να γεννήσει σε κλίμα άσχημο και αισχρό, αλλά μόνο σε καλό και όμορφο. Η συνουσία του άντρα και της γυναίκας είναι έκφραση της γέννας. Η κύηση και ο τοκετός είναι θεάρεστο πράγμα και παρατηρείται στα ζώα, που είναι θνητά, για την εξασφάλιση της αθανασίας. Αντίθετα σε κλίμα αταίριαστο τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί. Αταίριαστο είναι κάθε αντίθετο στις θεϊκές επιταγές και θεωρείται αισχρό. Ταιριαστό είναι ό, τι θεωρείται καλό.

 

Το συμπόσιο του Πλάτωνα- Χαρακτικό, Anselm Feuerbach (1829–1880).

 

Στον  τοκετό είναι παρούσα η Μοίρα και η θεά του τοκετού η Ειλείθυια, η Καλλονή, και για αυτό το λόγο, όταν το κύημα πληροί όλες τις προϋποθέσεις ευπρέπειας, παίρνει χαρούμενη όψη και ανακουφισμένο απλώνεται και συντελούνται ο τοκετός και η γέννα σχετικά εύκολα. Αντίθετα, όταν έχουμε να κάνουμε με αισχρότητα, παίρνει όψη σκυθρωπή, ζαρώνει με άσχημη συναισθηματική φόρτιση, εμποδίζεται και τραβιέται πίσω με αποτέλεσμα να μην συντελείται η γέννα και το έμβρυο να παραμένει και να ταλαιπωρείται.  Όταν το κλίμα είναι καλό, δημιουργείται έντονη ψυχική έξαψη και ορμή στο έμβρυο, που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο κύησης, και μέσα από τις έντονες ωδίνες του τοκετού απελευθερώνεται ο οργανισμός που κυοφορεί. Επομένως, ο έρωτας δεν είναι για το καλό, αλλά για τη γέννηση και τον τοκετό σε καλό και ευχάριστο κλίμα. Γιατί η γέννηση είναι εκείνο που δίνει την αίσθηση της αιωνιότητας και της αθανασίας στα θνητά όντα. Και είναι ανάγκη να επιθυμεί κανείς την αθανασία μαζί με το αγαθό, αν βέβαια ο έρωτας σχετίζεται με την παντοτινή απόκτηση του αγαθού.

Ποια είναι αιτία για τον έρωτα αυτόν και τη σφοδρή επιθυμία; Όλα τα θηρία και της στεριάς και τα φτερωτά αποκτούν τρομερή διάθεση, όταν επιθυμήσουν τη γέννα. Νοσούν στην κυριολεξία και έχουν έντονη την ερωτική διάθεση πρώτα-πρώτα να ζευγαρώσουν μεταξύ τους. Έπειτα, για να εξασφαλίσουν την τροφή αυτού που θα γεννηθεί, είναι αποφασισμένα να τα βάλουν με τα πιο ισχυρά και να υποφέρουν τα ίδια από την πείνα προκειμένου να θρέψουν τα μικρά. Μάχονται για την υπεράσπιση των απογόνων τους, αν και χωρίς εφόδια από τη φύση τους,  και είναι έτοιμα να πεθαίνουν για χάρη τους και οτιδήποτε άλλο να κάνουν. Οι άνθρωποι τα κάνουν αυτά ύστερα από κάποια σκέψη. Όμως τα θηρία για ποιο λόγο έχουν αυτή την έντονη ερωτική διάθεση; Η ερωτική διάθεση έχει σχέση με τη φύση.  Η θνητή φύση επιδιώκει στο μέτρο του δυνατού την αιωνιότητα και την αθανασία. Και μόνο η γέννηση αφήνει πάντα πίσω κάποιο νέο στη θέση του παλιού.

Το νέο παίρνει τη θέση του παλιού, έστω και αν δεν είναι ακριβώς ίδιο, αφού και το καθένα χωριστά από τα ζώα, όσο καιρό ζει, ονομάζεται και είναι το ίδιο. Όπως ακριβώς και ο άνθρωπος ονομάζεται ο ίδιος από πιτσιρικάς μέχρι να γίνει γέρος, παρόλο που ποτέ δεν έχει πάνω του τα ίδια χαρακτηριστικά. Πράγματι κάθε άνθρωπος  πάντοτε αποκτά καινούργια χαρακτηριστικά, ενώ ταυτόχρονα αποβάλλει κάποια στοιχεία και χαρακτηριστικά, είτε στην τριχοφυΐα είτε στη σάρκα και στα οστά είτε στο αίμα και στο σώμα συνολικά. Και όχι μόνο το σώμα, αλλά και τα ψυχικά χαρακτηριστικά και το ηθικό υπόβαθρο και οι απόψεις, ακόμη και οι επιθυμίες, οι ηδονές, οι φόβοι και οι λύπες δεν παραμένουν με την ίδια μορφή και αναλλοίωτα στον καθένα. Κάποια εμφανίζονται και κάποια υποχωρούν. Ακόμη πιο παράδοξο από αυτά είναι πως και οι γνώσεις παθαίνουν το ίδιο πράγμα χωριστά η κάθε μια. Άλλες  έρχονται και άλλες μας εγκαταλείπουν και ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι σχετικά με τις γνώσεις μας. Άλλωστε η λήθη αποτελεί την απόδραση της γνώσης. Υπάρχει όμως η μελέτη, όταν η γνώση πρόκειται να δραπετεύσει, και η μελέτη σώζει τη γνώση επαναφέροντας στη μνήμη την καινούργια στη θέση της παλιάς με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται πως πρόκειται για την ίδια. Με αυτό τον τρόπο κάθε θνητή ύπαρξη διασώζεται με το να αφήνει ο απερχόμενος και γερασμένος οργανισμός πίσω του άλλον νέο και ακμαίο όμοιό του, χωρίς να είναι πάντα η ίδια σε όλα τα χαρακτηριστικά της, όπως είναι η θεϊκή φύση. Με αυτό το μηχανισμό τα θνητά συμμετέχουν στην αθανασία και στο σώμα και σε όλα τα άλλα. Μην απορείς, λοιπόν, που από τη φύση κάθε ύπαρξη με κάθε τρόπο εκδηλώνει στοργή και φροντίδα για το βλαστάρι της. Αυτός ο ζήλος και ο έρωτας και το ενδιαφέρον υπάρχουν στον καθένα από τον πόθο για την αθανασία. Να μην έχεις καμιά αμφιβολία γι αυτά.

 

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)

 

Τώρα επικέντρωσε την προσοχή σου στον αγώνα για διάκριση, που κάνουν οι άνθρωποι. Αναλογίσου με τι σφοδρό έρωτα επιθυμούν να γίνουν διάσημοι και να αποκτήσουν δόξα αθάνατη για πάντα. Είναι  έτοιμοι να υποβληθούν σε κάθε κίνδυνο για το σκοπό αυτό περισσότερο παρά για τα παιδιά τους,  να ξοδέψουν χρήματα, να καταβάλουν οποιοδήποτε κόπο, ακόμη και να πεθάνουν. Νομίζεις ότι η Άλκηστη θα πέθαινε για τον Άδμητο ή ο Αχιλλέας θα πέθαινε μετά τον Πάτροκλο ή ο Κόδρος θα πέθαινε νωρίτερα, για να βασιλεύσουν τα παιδιά του, αν δεν πίστευαν ότι θα εξασφαλίσουν αθάνατη μνήμη για την αρετή τους, με την οποία σήμερα εμείς τους έχουμε συνδέσει; Πολύ απίθανο μου φαίνεται. Νομίζω ότι όλοι πράττουν τα πάντα για την αθάνατη αρετή και για μια τόσο λαμπρή δόξα και, όσο πιο ανδρείοι είναι, τόσο πιο πολύ προσπαθούν, γιατί αγαπούν το αθάνατο.

Εκείνοι που είναι γκαστρωμένοι στα σώματα, στρέφονται πιο πολύ προς τις γυναίκες και εκδηλώνουν τον ερωτισμό τους με τον τρόπο αυτό, καθώς με την απόκτηση παιδιών εξασφαλίζουν, όπως πιστεύουν, για την υπόλοιπη ζωή τους αθανασία και ανάμνηση και ευτυχία. Εκείνοι τώρα που είναι γκαστρωμένοι στην ψυχή, γιατί υπάρχουν εκείνοι των οποίων οι ψυχές κυοφορούν περισσότερο από τα σώματα, εκδηλώνουν  τον ερωτισμό τους για εκείνα που ταιριάζουν στην ψυχή να κυοφορήσει και να γεννήσει. Και τι ταιριάζει στην ψυχή; Η φρόνηση και η υπόλοιπη αρετή. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και οι ποιητές, που στο σύνολο τους είναι δημιουργοί, και από τους τεχνίτες εκείνοι που είναι εφευρέτες. Η πιο μεγάλη και η πιο ωραία εκδήλωση της φρόνησης έχει σχέση με την εύρυθμη και αρμονική διάταξη όσων έχουν σχέση με την πόλη και την κοινωνία και αυτή η διάταξη έχει όνομα, σωφροσύνη και δικαιοσύνη.

Απ ‘αυτούς τώρα, αν κάποιος από μικρή ηλικία είναι γκαστρωμένος στην ψυχή και παραμένει άγαμος, παρόλο που βρίσκεται σε ηλικία αναπαραγωγής, επιδιώκει πλέον τον τοκετό και τη γέννα. Και νομίζω ότι αναζητεί περιφερόμενος εδώ και κει το καλό κλίμα μέσα στο οποίο θα συντελεστεί η γέννα. Και, επειδή κυοφορεί, υποδέχεται με χάρη πιο πολύ τα καλά σώματα, παρά τα αισχρά. Και, αν συναντήσει ψυχή δυνατή και όμορφη, που τη διακρίνει η δύναμη και η εξυπνάδα, παραδίδεται ερωτικά σ’ αυτή. Και  σ’ αυτό τον άνθρωπο τονίζει με σαφήνεια την αξία της αρετής, του εξηγεί πώς είναι ο αγαθός άνδρας και ποιες είναι οι ασχολίες του και προσπαθεί να τον εκπαιδεύσει. Επειδή, λοιπόν, αγγίζει τον καλό και συναναστρέφεται μαζί του, εκμαιεύει και γεννά εκείνα που από παλιά κυοφορούσε και τον  καρπό της γέννας τον εκτρέφει μαζί με κείνον. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ανώτερη μορφή επαφής και φιλία πιο σταθερή, γιατί έχουν έρθει σε ιδεατή επαφή με τα ομορφότερα και πιο αθάνατα παιδιά. Ο καθένας για τον εαυτό του θα προτιμούσε να είχε γεννήσει τέτοια παιδιά, πάρα ανθρώπινα. Αν έριχνε μια ματιά στον Όμηρο, τον Ησίοδο και τους άλλους ποιητές, θα τους ζήλευε για την ποιότητα των παιδιών που άφησαν πίσω τους, αφού είναι τέτοια που τους εξασφαλίζουν αθάνατη δόξα και αιώνιο μνήμη. Αν θέλεις πάλι, δες τι παιδιά άφησε στη Σπάρτη ο Λυκούργος, σωτήρες της Σπάρτης και της Ελλάδας. Καταξιωμένος είναι και ο Σόλωνας για το νομοθετικό του έργο. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι σε πολλά μέρη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους που παρουσίασαν πολλά και θεάρεστα έργα και διαπότισαν τους ανθρώπους με κάθε είδους αρετή. Σε αυτούς έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά για τα παιδιά τους (δημιουργήματα), ενώ ποτέ σε κανένα ως τώρα για τα ανθρώπινα παιδιά του.

Εκείνος, που κάνει ορθή προσέγγιση αυτού του πράγματος, πρέπει να αρχίζει από τα νεανικά του χρόνια να αναζητά τα καλά σώματα. Σε  πρώτη φάση επιβάλλεται να αγαπήσει το σώμα ενός ανθρώπου και εκεί να γεννήσει καλούς λόγους. Στη συνέχεια πρέπει να κατανοήσει ότι η ομορφιά που βρίσκεται σε ένα σώμα είναι ακριβώς όμοια και σε ένα άλλο σώμα. Αν πρέπει να επιδιώκει την ομορφιά που σχετίζεται με την εξωτερική εμφάνιση θα ήταν μεγάλη ανοησία να μη θεωρεί ότι είναι ένα και το αυτό πράγμα το κάλλος, που παρατηρείται σ’ όλα τα σώματα. Όταν συνειδητοποιήσει αυτή την αλήθεια, οφείλει να γίνει εραστής όλων των καλών σωμάτων και να περιφρονήσει τη σφοδρή επιθυμία ενός σώματος, να την παραβλέψει και να τη θεωρήσει ασήμαντη. Έπειτα πρέπει να θεωρήσει ότι η ψυχική ομορφιά έχει σημαντικό προβάδισμα έναντι του σωματικού κάλλους. Επομένως, αν κάποιος δεν έχει ψυχικά ψεγάδια, αλλά σωματικά η νεανική του ομορφιά είναι ασήμαντη, δεν πρέπει να διστάζει να τον αγαπά και να νοιάζεται να γεννήσει σ’ αυτόν τέτοιους λόγους που θα κάνουν τους νέους καλύτερους.  Αν  παρατηρεί το καλό μέσα από τις ενασχολήσεις και τους νόμους και διαπιστώνει ότι κάθε έκφραση του καλού βρίσκεται σε συγγενική σχέση μαζί του, θα πεισθεί απόλυτα και θα θεωρήσει ασήμαντη τη σωματική ομορφιά.

Μετά τις ενασχολήσεις πρέπει να στραφεί στο γνωστικό πεδίο με αντικειμενικό στόχο τη θέαση του κάλλους των γνώσεων και να ατενίσει την απέραντη ομορφιά όχι πια μονάχα του ενός. Ένας υπηρέτης που αγαπά την ομορφιά ενός παιδιού ή κάποιου ανθρώπου ή κάποιας ασχολίας παραμένει ασήμαντος και χαμηλών ενδιαφερόντων άνθρωπος, επειδή είναι δούλος. Ενώ, αν είναι στραμμένος στο απέραντο πέλαγος του ωραίου και παρακολουθεί λόγους καλούς και μεγαλοπρεπείς, θα γεννήσει και υψηλά  διανοήματα μέσα στο απέραντο φιλοσοφικό κλίμα. Εκεί  θα δυναμώσει, θα αυτονομηθεί και θα κατευθυνθεί σε έναν τομέα γνώσης, ο οποίος θα έχει άμεση σχέση με το απόλυτα ωραίο.  Όποιος, λοιπόν, παιδαγωγηθεί σωστά στα ερωτικά ζητήματα, θα προσεγγίσει με ορθό βλέμμα τα καλά και στο τέλος της ερωτικής του διαδρομής θα του αποκαλυφθεί ξαφνικά κάποιο καλό εξαίσιο στη φύση, εκείνο για το οποίο γίνονταν όλοι οι προηγούμενοι κόποι του.

Το πρώτο χαρακτηριστικό που έχει αυτό το καλό είναι η αιωνιότητα, δηλαδή δε γίνεται ούτε χάνεται, δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται. Δεν είναι τη μια καλό και την άλλη αισχρό. Είναι σταθερό και αναλλοίωτο. Δεν το βλέπουν κάποιοι σαν καλό και κάποιοι σαν αισχρό. Δεν είναι διαφορετικό  για διαφορετικούς ανθρώπους, άλλοτε καλό και άλλοτε κακό. Και δε γίνεται ορατό αυτό το καλό, όπως λ.χ. κάποιο πρόσωπο ή χέρια ή κάτι άλλο που έχει σχέση με το σώμα. Ούτε βρίσκεται κάπου, όπως σε κάποιο ζώο ή στη γη και τον ουρανό, ούτε μέσα σε κάποιο άλλο. Αποτελεί από μόνο του ανεξάρτητο και μοναδικό είδος και τα άλλα καλά συμμετέχουν σ’ αυτό με τέτοιο τρόπο, ώστε, ενώ αυτά γίνονται ή χάνονται, να μην υπάρχει σ’ αυτό καμιά επίπτωση. Ούτε  δηλαδή να αυξάνεται, ούτε να ελαττώνεται ή να παθαίνει κάτι.

Όταν, λοιπόν, κάποιος συνεχίζοντας την πορεία του εφαρμόζει ορθά την παιδεραστία, αρχίζει να διακρίνει ξεκάθαρα εκείνο το καλό που πλησιάζει την τελειότητα. Η  ορθή ερωτική πορεία με απώτερο στόχο και σταθερή πυξίδα εκείνο το καλό μοιάζει με κάποιον, που χρησιμοποιεί κλίμακα διαβάθμισης από το ένα στα δύο, από τα δυο σε όλα τα καλά σώματα, από τα καλά σώματα στις καλές ασχολίες, από τις ασχολίες στα καλά μαθήματα και από τα καλά μαθήματα γίνεται στάση σ’ εκείνο το μάθημα, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μάθημα του ίδιου του ωραίου. Και στο τέλος υπάρχει αποκάλυψη και γνώση της οντότητας αυτού του ωραίου. Σε αυτή τη φάση της ζωής ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει και να οδηγηθεί στη μέθεξη του καλού αυτού.

Από όλα τα σημεία της ζωής περισσότερο αξίζει η  θεώρηση του Κάλλους. Αν  το δεις ποτέ, δε θα το συγκρίνεις  ούτε με το χρυσάφι, ούτε με φορέματα, ούτε με τα όμορφα αγόρια και τους νεαρούς, τους οποίους τώρα βλέπεις και ζαλίζεσαι και είσαι έτοιμος και συ και πολλοί άλλοι, που βλέπετε τα τρυφερά αγόρια και δεν ξεκολλάτε απ’ αυτά, μήτε να τρώτε μήτε να πίνετε, αν ήταν δυνατόν,  αρκεί μονάχα να τα βλέπετε και να βρίσκεστε μαζί τους. Τι, λοιπόν, νομίζουμε πως θα συνέβαινε, αν τύχαινε  να δει κανείς το γνήσιο Κάλλος, καθαρό και όχι ανακατεμένο με ανθρώπινες σάρκες και χρώματα και πολλές άλλες μάταιες ανοησίες  των θνητών, αλλά να το δει αυτό το θεϊκό κάλλος στην απλή του μορφή σαν ανεξάρτητο και μοναδικό είδος;  Μήπως νομίζεις ότι θα ήταν φαύλη η ζωή του ανθρώπου, που θα έβλεπε προς τα εκεί και θα παρατηρούσε όπως πρέπει το θείο κάλλος και θα συναναστρεφόταν μαζί του;  Δε σκέπτεσαι ότι μονάχα αυτός θα μπορέσει, βλέποντας ό,τι γίνεται ορατό, να γεννήσει όχι είδωλα της αρετής, αφού δεν έρχεται σε επαφή με κάποιο είδωλο, αλλά αληθινή αρετή, αφού με την αλήθεια έρχεται σε επαφή; Και όταν γεννήσει την αληθινή αρετή και την αναθρέψει, τότε μπορεί να εξασφαλίσει την αγάπη των θεών και περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο να γίνει αθάνατος.

Για  να αποκτηθεί αυτό από την ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσε να βρει κανείς καλύτερο συνεργάτη από τον Έρωτα. Για  το λόγο αυτό επιβάλλεται κάθε άντρας να τιμά τον Έρωτα, να καταπιάνεται με τα ερωτικά πράγματα, να δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον, να προσκαλεί και  τους άλλους και να πλέκει το εγκώμιο του Έρωτα, τονίζοντας τη δύναμη και την ανδρεία του. Αυτόν, λοιπόν, το λόγο θεώρησέ τον εγκώμιο του Έρωτα, διαφορετικά ονόμασέ τον με όποιο όνομα σ’ ευχαριστεί [1].

 

Ανάλυση του πλατωνικού μύθου

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ Σάντσιο. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Σύμφωνα με το μύθο η γέννηση του Έρωτα συμπίπτει χρονικά με τη γέννηση της Αφροδίτης και είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο τελείως διαφορετικών προσώπων, του Πόρου και της Πενίας. Πατέρας του ήταν ο Πόρος, προσωποποίηση της εξυπνάδας και της εφευρετικότητας και γιος της Μήτιδας,  που ήταν πρώτη σύζυγος του Δία και προσωποποίηση της πρακτικής ευφυΐας. Μητέρα του η Πενία, που συμβόλιζε τη στέρηση και την έλλειψη και ήταν αμαθής. Η τελευταία ζητά την κάλυψη της ένδειάς της και ο Πόρος είναι αυτός που θα γεμίσει το κενό. Η συνάντηση των δύο αυτών κόσμων θα δημιουργήσει τον έρωτα. Εξαιτίας της μητρικής του προέλευσης ο Έρωτας είναι φτωχός και καθόλου τρυφερός ή όμορφος, αλλά άστεγος, τραχύς και λιπόσαρκος. Κοιμάται χωρίς στρωσίδια, μπροστά στις ξένες πόρτες, κάτω από τα άστρα. Ό,τι αποκτάει του φεύγει πάντοτε μέσα από τα χέρια. Από τον πατέρα του κληρονόμησε την ιδιότητα του κυνηγού. Κυνηγάει τους ωραίους και τους εκλεκτούς σκαρώνοντας πάντα καινούργια τεχνάσματα, παθιασμένος με τη γνώση, επινοητικός και ριψοκίνδυνος, πάντα φιλοσοφώντας.

Ο Έρωτας δεν είναι θεός ούτε θνητός, αλλά κάτι ενδιάμεσο. Αυτό το ενδιάμεσο είναι ο «Δαίμων» και εκφράζει τον πόθο του ανθρώπου για την αιώνια απόκτηση του ωραίου. Στην αρχαία Ελλάδα δαίμων ήταν αυτό που ερμήνευε και διαβίβαζε τα μηνύματα των ανθρώπων στους θεούς και των θεών στους ανθρώπους, καθώς δεν υπήρχε άμεση επαφή μεταξύ τους. Δεήσεις και θυσίες από τη μία, εντολές και χάρες από την άλλη, μεταφέρονταν μέσω των δαιμόνων. Τα δαιμονικά όντα κινούνταν ανάμεσα στο θνητό και στο αθάνατο. Ο Έρωτας μέσα στην ίδια μέρα, τη μια στιγμή που όλα του πάνε βολικά θάλλει και είναι γεμάτος σφρίγος και την άλλη αποχαιρετάει τη ζωή. Πάλι όμως ανασταίνεται χάρη στην αθάνατη πατρική φύση. Κινείται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, ως παιδί ενός σοφού και μιας αμαθούς. Δεν είναι ούτε σοφός ούτε ανόητος. Φιλόσοφοι είναι οι «ημιμαθείς», που ξέρουν αρκετά, ώστε να πουν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα σπουδαίο και έτσι θέλουν όλο να μαθαίνουν.

Το λάθος του Σωκράτη, σύμφωνα με τη Διοτίμα, είναι ότι θεώρησε πως ο Έρωτας είναι το αντικείμενο του έρωτα (ο ερωμένος), ενώ στην πραγματικότητα είναι το υποκείμενο (ο εραστής), αυτός που νιώθει έρωτα για κάτι. Ο ερωμένος είναι αναμενόμενο να είναι ωραίος και καλός, ο εραστής όχι. Ο ερωτευμένος επιθυμεί να κάνει δικά του τα ωραία και τα αγαθά, για να γίνει ευτυχισμένος. Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν τα ίδια αγαθά, για να κερδίσουν την ευτυχία, αλλά δεν τους ονομάζουμε όλους εραστές. Αυτό οφείλεται στον τρόπο που ορίζουμε τη λέξη «έρωτας». Απομονώσαμε ένα συγκεκριμένο τμήμα της έννοιας «έρωτας» και του δώσαμε το όνομα του όλου, ενώ για τα άλλα τμήματα χρησιμοποιούμε άλλες ονομασίες. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούμε τη λέξη «ποιητής». Όλοι οι καλλιτέχνες δημιουργούν κάτι, δηλαδή «ποιούν» κάτι, αλλά την ονομασία «ποιητής» την αποδίδουμε μόνο σε ένα μέρος αυτών, ενώ τους άλλους τους ονομάζουμε γλύπτες, ζωγράφους κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του έρωτα. Με τη γενική έννοια του όρου «έρωτας» εννοούμε τον πόθο των αγαθών και της ευτυχίας. Όμως εκείνους που στρέφονται σε άλλες εκδοχές του ερωτικού πάθους, όπως την απόκτηση χρημάτων, τον αθλητισμό, τη φιλοσοφία, ούτε ερωτευμένους ούτε εραστές τους χαρακτηρίζουμε. Όποιος έχει ερωτικό πάθος για τη φιλοσοφία λέγεται «φιλόσοφος, όποιος αγαπάει τον αθλητισμό «αθλητής». Μόνο όσοι στρέφονται σε μια ορισμένη έκφανση του έρωτα παίρνουν το όνομα του όλου, οπότε κάνουμε λόγο για «ερωτικό συναίσθημα» και «εραστές».

 

Το συμπόσιο του Πλάτωνα, λάδι σε καμβά, 1869. Άνσελμ Φόιερμπαχ – Anselm Feuerbach (1829–1880).

 

Ποιο όμως είναι το αντικείμενο του ερωτικού πάθους; Αυτοί που λένε ότι εραστές είναι αυτοί που επιθυμούν το «άλλο μισό του εαυτού τους», που αναφέρεται στο μύθο του Αριστοφάνη στο τελευταίο μέρος του Συμποσίου, δεν είναι ακριβείς. Ο άνθρωπος όχι μόνο το άλλο του μισό δεν αναζητά, αλλά και από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του, πόδι, χέρι, μύτη, θα ήθελε να απαλλαγεί, αν αυτό δεν είναι υγιές ή δεν τον ικανοποιεί αισθητικά. Ο έρωτας δεν έχει να κάνει με την αναζήτηση του άλλου μισού ούτε με την ολοκλήρωση του όλου. Το μόνο που ερωτεύεται ο άνθρωπος είναι το καλό και επιδιώκει να το αποκτήσει και να το έχει παντοτινά. Στο μύθο της Διοτίμας συλλαμβάνουμε την αποστροφή του Πλάτωνα για την πραγματικότητα των αισθήσεων. Η θεώρηση της καθαρής ομορφιάς, η επικοινωνία με τη θεία ομορφιά, είναι η μόνη πλατιά, βαθιά και πειστική γοητεία, που μπορεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο [2].

Ο έρωτας, λοιπόν,  είναι πιο πολύπλοκος και  μοιάζει με τη διαδικασία  της σωματικής και ψυχικής γέννας μέσα στην ομορφιά. Όλοι οι άνθρωποι κυοφορούν στο σώμα και την ψυχή και, όταν φτάσουν σε μια ηλικία, επιθυμούν να γεννήσουν. Όλα τα ζωντανά όντα, όταν επιθυμούν να ζευγαρώσουν, χαρακτηρίζονται από παράξενη συμπεριφορά, που τα κάνει να μοιάζουν άρρωστα, και είναι τόσο αποφασισμένα, που ακόμα και τα ανίσχυρα επιτίθενται στα ισχυρά με τον κίνδυνο του θανάτου, για να το καταφέρουν ή για να προστατέψουν τα μικρά τους. Η ερωτική συνεύρεση που οδηγεί στον τοκετό κάνει τη θνητή μας ύπαρξη να αποκτήσει τη βασική θεϊκή ιδιότητα της αθανασίας μέσω της γέννας. Αντικείμενο του έρωτα είναι η αθανασία. Κίνητρο είναι ότι η θνητή φύση κάνει ό,τι μπορεί για να προσεγγίσει την αιωνιότητα αντικαθιστώντας το παλιό με το νέο.

Με τη βιολογική και την πνευματική γέννα επιδιώκουμε να καλύψουμε το κενό του απερχόμενου παλιού με το νέο και να  δώσουμε συνέχεια στο ανθρώπινο είδος και στο πνεύμα. Όπως ένα άτομο, παρόλο που λέμε ότι παραμένει το ίδιο, κατά τη διάρκεια της ζωής του αλλάζει πρόσωπο και μυαλό από την παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα. Τον  ίδιο στόχο έχει και η «μελέτη», να αντικαταστήσει γνώσεις που ξεχνάμε με άλλες καινούργιες, ώστε να δίνεται η εντύπωση πως η γνώση παραμένει αναλλοίωτη. Το  αίτημα της αθανασίας μας κάνει όλους να επιθυμούμε να γίνουμε επώνυμοι και να αφήσουμε παρακαταθήκη τα έργα μας, τα χρήματά μας ή τα παιδιά μας. Ακόμα και οι βασιλείς θυσιάζονται, για να εξασφαλίσουν την αθάνατη ανάμνηση της αρετής τους.

Η σύνδεση του έρωτα με τη γέννα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την επιλογή του Πλάτωνα να βάλει μια γυναίκα να μιλήσει γι’ αυτόν.  Μόνο μια γυναίκα, ξένη με την αισθησιακή πλευρά του παιδικού έρωτα, μπορούσε να μιλήσει με άνεση για κάτι που κατά βάθος είναι κυοφορία και τοκετός.   Η γυναίκα βρίσκεται πιο κοντά στη φύση και έχει μεγαλύτερη διαίσθηση, προαίσθηση και ευαισθησία από τον άντρα, γιατί δεν αντιμετωπίζει τα θέματα με την ψυχρή λογική των ανδρών, αλλά με συναισθηματικό τρόπο. Και όσο περισσότερο  πρωτόγονη και μυστηριώδης  είναι αυτή η προσέγγιση των πραγμάτων, τόσο περισσότερο θεϊκή μοιάζει η προέλευσή της  για τον πρωτόγονο άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που οι αρχαίοι όριζαν συνήθως γυναίκες ως όργανα της θεόπνευστης μαντικής και θεωρούσαν ότι οι θεοί στις γυναίκες ενέπνεαν υπερφυσικές δυνάμεις [3].

 

Σωκράτης. Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αυστραλίας.

 

Ο έρωτας υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, καθώς όλοι είμαστε εραστές ορισμένων πραγμάτων. Η πορεία του ανθρώπου στον έρωτα μοιάζει με την άνοδο μιας κλίμακας. Η Διοτίμα θα διακρίνει τρία διαδοχικά στάδια: το σώμα, την ψυχή και τη γνώση. Η πορεία φυσικά είναι από την ύλη προς το πνεύμα, από το σώμα στη διανόηση. Αρχικά ο άνθρωπος ερωτεύεται ένα ωραίο σώμα (ο σωματικός έρωτας). Εκείνοι που εγκυμονούν στο σώμα κατευθύνουν την ερωτική τους δραστηριότητα στις γυναίκες. Τις ερωτεύονται και φαντάζονται πως αποκτώντας παιδιά εξασφαλίζουν την αθανασία, την υστεροφημία και την παντοτινή ευτυχία. Για τον Πλάτωνα όμως ο έρωτας ήταν μία ιδέα με σκοπό την ανοδική πορεία του ατόμου στο υψηλότερο σκαλί της ερωτικής μυσταγωγίας. Στο πρώτο βήμα η ανθρώπινη συνείδηση ρέπει προς τα ωραία σώματα. Έλκεται από τους εξωτερικά ωραίους ανθρώπους εστιάζοντας την ερωτική της διάθεση σ’ ένα σώμα. Σε  ένα δεύτερο στάδιο ο έρωτάς του στρέφεται προς όλα τα ωραία σώματα, γιατί όλα μετέχουν στην Ιδέα του ωραίου. Η ομορφιά του ενός σώματος είναι ίδια σε όλα τα σώματα. Ο επίδοξος μύστης της απόλυτης ομορφιάς οφείλει να λατρέψει αρχικά την εξωτερική ομορφιά ενός σώματος και το ενιαίο της ομορφιάς όλων των ωραίων σωμάτων ή προσώπων. Οι  περισσότεροι άνθρωποι μένουν σε αυτό το στάδιο και δεν προχωρούν πιο πάνω.

Σε ένα τρίτο στάδιο ερωτεύεται τα έργα πολιτισμού. Όποιος διακατέχεται από τη θεία μανία του Έρωτα, αγαπά το ωραίο, είτε είναι μια ευγενική και καλοκαμωμένη ψυχή που η δροσιά της μαγεύει, είτε σώμα ή πρόσωπο ή ένα ωραίο τοπίο ή ένα ωραίο λουλούδι ή μουσική ή ένας αξιόλογος ζωγραφικός πίνακας ή ένας λόγος που ακούει ή διαβάζει μεστός από φιλοσοφικές αλήθειες κλπ. Ο κατεχόμενος από πνευματικό Έρωτα εγκυμονεί και αυτός. Ο  καλλιτέχνης κυοφορεί την έμπνευση, βασανίζεται να γεννήσει και γεννά το πνευματικό του έργο, το άγαλμα, το ζωγραφικό πίνακα ή το μουσικό κομμάτι που δημιούργησε. Τέτοιες  αρετές δημιουργούν οι ποιητές και οι πρωτοπόροι και επινοητικοί τεχνίτες.

Στη συνέχεια έρχεται η ομορφιά των εθίμων και των νόμων. Η ψυχή μεταβαίνει από τη συνειδητοποίηση της ομορφιάς των αισθητών σωμάτων στη συνειδητοποίηση της ηθικής ομορφιάς των «επιτηδευμάτων». Πρέπει  να βρει την ομορφιά που υπάρχει στις ανθρώπινες ενασχολήσεις και στους θεσμούς. Να ανακαλύψει δηλαδή την ηθική των νόμων και των υπόλοιπων ηθικών αρχών που διέπουν την κοινωνία. Πιο ψηλά στην ιεράρχηση των αρετών βρίσκεται η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, που είναι απαραίτητες για  τη διακυβέρνηση των πόλεων και των σπιτικών. Αυτός που κυοφορεί αυτές τις αρετές, αναζητάει μια όμορφη ψυχή, συζητάει με τον κάτοχό της για την αρετή και έτσι δημιουργείται αμοιβαία πνευματική καλλιέργεια και ουσιαστική επικοινωνία με αποτέλεσμα τα παιδιά – δημιουργήματα, που είναι πιο σημαντικά και γοητευτικά από τα βιολογικά παιδιά. Οι γονείς γεννούν στα παιδιά τους τα λόγια και τις προτροπές για το πώς να τα βγάλουν πέρα στη ζωή τους. Ο παιδαγωγός εγκυμονεί τους λόγους για την αρετή και διδάσκει  ποιος πρέπει να είναι ο άνθρωπος και ποιο δρόμο να ακολουθήσει στη ζωή του. Αν  αγαπήσει τη δικαιοσύνη, θα διαπιστώσει ότι η ομορφιά είναι ενιαία και ότι το κάλλος της εξωτερικής ομορφιάς δεν έχει μεγάλη σημασία.

Στο  επόμενο στάδιο αντικείμενο του έρωτα είναι οι επιστήμες, τα μαθήματα που απομακρύνονται από τον κόσμο των αισθητών και πλησιάζουν τον κόσμο των Ιδεών. Έτσι θα οδηγηθεί στον κόσμο των επιστημών και της φιλοσοφίας, για να διαπιστώσει ότι πρέπει να μην χαραμίζεται υπηρετώντας μόνο την ομορφιά ενός ανθρώπου ή μιας δραστηριότητας. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να κατακτήσει το τελευταίο στάδιο της ερωτικής μύησης. Ο  κόσμος της γνώσης και των διαφόρων επιστημών είναι η τελευταία κατηγορία, πριν τον ιδεατό κόσμο. Έτσι ο πλατωνικός έρωτας ταυτίζεται με την προσπάθεια του φιλοσόφου να φτάσει στην αλήθεια, τις Ιδέες ξεκινώντας από τα αισθητά αντικείμενα. Η Διοτίμα χρησιμοποιεί ως αφετηρία το σωματικό έρωτα, για να μιλήσει τελικά για τον έρωτα της ψυχής και διαχωρίζει σαφώς τη σωματική από την πνευματική γέννα, βαφτίζοντας τη σωματική σαν ένα είδος περισπασμού από την πνευματική, που είναι η μόνη που θα χαρίσει την αθανασία.

Στο  τελευταίο στάδιο έχουμε την ανύψωση της ψυχής στην ίδια την Ιδέα του Ωραίου, την ιδέα της ομορφιάς, κάτι που είναι πλήρες, αθάνατο, μοναδικό και αναλλοίωτο. Αντικείμενα αυτού του έρωτα είναι η σοφία, το αγαθό, η ευδαιμονία, η αθανασία και πάνω από όλα η ομορφιά της ψυχής. Η απόλυτη ομορφιά δεν εξαρτάται από το βλέμμα του ανθρώπου, ούτε θα παρουσιαστεί με κάποια γνώριμη μορφή του κόσμου. Είναι η αυθύπαρκτη, άφθαρτη, μοναδική, ενιαία και διαχρονική ομορφιά, στην οποία όλες οι άλλες μετέχουν και, ενώ εκείνες έρχονται και παρέρχονται, αυτή μένει ανεπηρέαστη και αναλλοίωτη. Αυτήν την απόλυτη ομορφιά θα πρέπει να την εντάξουμε στα πλαίσια του «Κόσμου των Ιδεών» του Πλάτωνα. Η μορφή (Ιδέα) της Ομορφιάς είναι η υπέρτατη ομορφιά, που περιλαμβάνει τις ομορφιές των σωμάτων, των ψυχών και όλων των υπόλοιπων επιμέρους όμορφων πραγμάτων του κόσμου, ομορφιές που περιλαμβάνει, αλλά δεν εξαρτάται από αυτές. Οι άλλες μορφές του ωραίου μετέχουν στην απόλυτη ομορφιά με την έννοια ότι, ενώ αυτές έρχονται και παρέρχονται, εκείνη χωρίς να υπόκειται σε αυξομειώσεις παραμένει ανεπηρέαστη. Είναι κάτι αυθύπαρκτο, διαφορετικό από όποιο παράδειγμά του μπορούμε να βρούμε στον κόσμο γύρω μας, αλλά και από την αντίληψη των ανθρώπων, αφού δεν εξαρτάται από το βλέμμα [4].

 

Διοτίμα. Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αυστραλίας. Η Διοτίμα ήταν ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας. Το όνομα Διοτίμα είναι δηλωτικό δράσεων για την ισότητα ανδρών και γυναικών: η Διοτίμα ήταν η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο.

 

Ο ιδανικός έρωτας κατά τον Πλάτωνα δεν έχει να κάνει με την κατάκτηση, αλλά με την ανάμνηση. Ο  έρωτας εκφράζει την έντονη τάση του ανθρώπου να θυμηθεί τις ιδέες, τις οποίες η ψυχή του, προτού γεννηθεί αυτός, είχε γνωρίσει στον ουράνιο κόσμο των ιδεών. Η ψυχή του ανθρώπου είχε αντικρίσει κάποτε, όταν βρισκόταν ακόμα στον κόσμο των νοητών, την Ιδέα του Ωραίου, που ταυτίζεται με την Ιδέα του Αγαθού, την υπέρτατη δηλαδή Ιδέα. Τώρα φυλακισμένη στο σώμα αναγνωρίζει το Ωραίο και στρέφεται προς αυτό, στην επιθυμία της να αντικρίσει και πάλι την αθάνατη Ιδέα. Η διαδικασία της ανάμνησης, μέσω της οποίας μπορεί ο άνθρωπος να συλλάβει τις ιδέες, αποτελεί κατά τον Πλάτωνα βασικό συστατικό του έρωτος. Ο ερωτευμένος άνθρωπος ανακαλεί πάντοτε στη μνήμη του το πρόσωπο, που αποτελεί το αντικείμενο του έρωτά του, όποτε συμβαίνει να μη βρίσκεται κοντά σε αυτό. Αντίθετα, όταν το αντικείμενο του έρωτος περάσει πια στη λήθη και ο τελευταίος πάψει να το σκέπτεται, σημαίνει ότι δεν είναι ερωτευμένος πλέον με αυτό.

Η ανάκληση, λοιπόν, των ιδεών στην ψυχή του ανθρώπου μέσα από τη διαδικασία της ανάμνησης δηλώνει μία σχέση ερωτική του ανθρώπου προς τις ιδέες. Ο έρωτας κατά τον Πλάτωνα γεμίζει την ψυχή μας, όταν επαναφέρει στη μνήμη μας ιδέες και απόψεις που είχαμε κάποτε γνωρίσει. Το ωραίο λειτουργεί σαν καθρέφτης. Αντανακλά κάποιες αχτίδες από τη Θεία Ομορφιά, που κάποτε η ψυχή είχε ζήσει. Γίνεται αφορμή η θέα του κάλλους ή το άκουσμα, αν πρόκειται για μουσική, να ξαναθυμηθεί την Ομορφιά, που κάποτε είχε γνωρίσει. Γι αυτό και η ψυχή νοιώθει ένα γλυκό ρίγος τη στιγμή του αντικρίσματος ή του ακούσματος του ωραίου. Μια γλυκιά νοσταλγία αυτού που κάποτε είχε ζήσει. Και αυτό το θειο πάθος είναι αυτό που αποκαλούμε Έρωτα [5].

Αυτή η ερωτική σχέση του ανθρώπου προς τις ιδέες, κατά τον Πλάτωνα, δε δημιουργείται απευθείας, αλλά αναπτύσσεται προοδευτικά από το φαινομενικό κόσμο που ζούμε  μέχρι τον πραγματικό κόσμο, που είναι ο κόσμος της διάνοιας και της νόησης και αποτελεί το πρότυπο για τον κόσμο των φαινομένων. Ο σωστός εραστής θα ξεκινήσει από τις ομορφιές του κόσμου, από το ένα ωραίο σώμα στο σύνολο των ωραίων σωμάτων, στην ομορφιά της ψυχής και του συνόλου των ψυχών, στις δραστηριότητες των ανθρώπων και στη σοφία της επιστήμης, για να φτάσει στη σπουδή της απόλυτης ομορφιάς και να γνωρίσει τι είναι στην ουσία του το «κάλλος». Αυτή είναι η ποιότητα ζωής που καταξιώνει τον ανθρώπινο βίο, πέρα από το χρυσάφι και τα φορέματα, τα «όμορφα αγόρια» και τις υλικές απολαύσεις, τα οποία βλέπει τώρα και μένει με ανοιχτό το στόμα και για τα οποία κάνει τα πάντα για να τα αποκτήσει. Αλλά, αν κάνει έτσι για αυτά τα θνητά, τότε τι πρέπει να υποθέσουμε ότι συμβαίνει στον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να αντικρύσει αυτήν την Απόλυτη Ομορφιά, που δεν εξαρτάται από τα ανθρώπινα σάρκινα μέλη και τη ματαιότητα της θνητής φύσης; Αυτό είναι ΕΡΩΣ για τους αρχαίους Έλληνες.

Στην ανώτερη βαθμίδα η ψυχή θεάται το απόλυτο κάλλος, που είναι καθαρό και δεν έχει καμία ανάμειξη με οτιδήποτε σαρκικό και θνητή ματαιότητα. Με αυτόν τον τρόπο παύει η προσκόλληση σε έναν και μόνο άνθρωπο. Επομένως, μπορούμε να μοιάσουμε στο θεό, μόνο αν αγαπάμε την ομορφιά, χωρίς κάποια άλλη διέγερση, χωρίς δηλαδή να επιζητούμε τον αισθησιακό πόθο. Προορισμός παραμένει η «απόλυτη ομορφιά», η αρετή που ταυτίζεται με την αλήθεια, το ωραίο που θα μπορέσουμε να δούμε, όταν ξεπεράσουμε τη σάρκα, το πνεύμα, την κοινωνικότητα και την ίδια την επιστήμη. Έτσι από μάθηση σε μάθηση θα καταλήξει στη μάθηση εκείνη, που δεν είναι τίποτε άλλο πάρα η γνώση της απόλυτης Ομορφιάς. Αν υπάρχει κάτι, για το οποίο αξίζει να ζει ο άνθρωπος, αυτό είναι το να φτάσει μέχρι την θέα αυτού του Απολύτου του Αγαθού. Ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να γίνει μέτοχος της απόλυτης ομορφιάς και της αθανασίας, δύσκολα θα μπορούσε να βρει πολυτιμότερο συμπαραστάτη από τον Έρωτα.

Αν ρωτήσουμε σήμερα «τι είναι ο Πλατωνικός έρωτας;» η πλειοψηφία θα απαντήσει πως πρόκειται για τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Για τον έρωτα που, για διάφορους λόγους, έμεινε ανέκφραστος, θαμμένος βαθιά μέσα μας.  Συχνά, ακούμε τη φράση «πλατωνικός έρωτας», όταν κάποιος αναφέρεται στον πνευματικό ή «εγκεφαλικό έρωτα». Κατά τον Εμμανουήλ Ροΐδη ο πλατωνικός έρως είναι «μαλακόν παξιμάδιον διά τους μη έχοντας οδόντας». Σε κάθε περίπτωση η απάντηση θα περιέχει την υπόνοια πως πλατωνικός είναι ο έρωτας, που ποτέ δε δοκίμασε τη σαρκική επαφή. Από το μύθο της Διοτίμας όμως δεν επαληθεύεται η έννοια του πλατωνικού έρωτα ως πνευματική σχέση με απόρριψη της σωματικής επαφής, όπως τον εννοούμε σήμερα. Η Διοτίμα δεν αρνείται τον έρωτα της φυσικής ομορφιάς, τη σαρκική επαφή και την αφοσίωση σε έναν εραστή. Τα θεωρεί μάλιστα αναγκαστικά σκαλοπάτια προς αυτό το ανώτερο, την Ιδέα της Ομορφιάς. Το να ξεπεραστεί ο σαρκικός έρωτας δεν αποτελεί διόρθωση της συμπεριφοράς, αλλά  εξέλιξη προς το ανώτερο. Αυτό δε σημαίνει πως, αν κάποιος δεν καταφέρει να φτάσει στο απόλυτο, τα προηγούμενα στάδια ήταν χάσιμο χρόνου. Ο Πλατωνικός έρωτας δεν είναι, λοιπόν, ένας έρωτας ανεκπλήρωτος. Το αντίθετο, μάλιστα. Είναι ο έρωτας που περπάτησε όλα τα σκαλιά, για να καταλήξουν οι ερωτευμένοι σε κάτι ανώτερο, αφού γευτούν τη σωματική έλξη και απολαύσουν την ψυχική ένωση.

Ο  Πλάτωνας διηγείται την ιστορία, για να δείξει ότι η αληθινή αγάπη σημαδεύει την ψυχή και όχι το σώμα. Γι’ αυτό πολλοί πίστεψαν ότι ο συγγραφέας του «Συμποσίου» τάσσεται κατά της σαρκικής ένωσης, με το μύθο του πλατωνικού έρωτα να εξαπλώνεται παντού. Αλλά  ο Πλάτωνας είχε εξυμνήσει τον ερωτισμό και την ομοφυλοφιλία και συμμεριζόταν την αρχαιοελληνική ιδέα σχετικά με την ομορφιά των γυμνών σωμάτων. Ο  Πλάτωνας δεν υπήρξε ρομαντικός και δεχόταν το σεξ ως μέρος της αληθινής αγάπης. Ο ρομαντισμός ως έννοια και ως καλλιτεχνικό ρεύμα είναι ξένος με την ελληνική ιδιοσυγκρασία, η οποία πιστεύει στη λογική, το ρεαλισμό και προσπαθεί να συνταχθεί με τη φυσική τάξη. Ο όρος «πλατωνικός έρωτας» επινοήθηκε τον 15ο αιώνα και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο  στην κατεύθυνση της ισότητας των δύο φύλων. Την εποχή, που μεταχειρίζονταν τις γυναίκες ως σκλάβες ή παραγωγικές μηχανές, ο πλατωνικός έρωτας ήρθε να δώσει στο γυναικείο πληθυσμό περισσότερο χρόνο για φλερτ και συμμετοχή στα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά δρώμενα. Η συμβολή του Πλάτωνα στην ανθρωπότητα και στη μεταστροφή από μια κοινωνία πολεμιστών σε μια κοινωνία σοφών ήταν τεράστια.  Σήμερα, εξαιτίας του, έχουμε ήρωες τον Αϊνστάιν και το Σαίξπηρ και όχι τους ιππότες με τις αστραφτερές πανοπλίες [6].

Τελικά, τι είναι ο έρωτας; Έρωτας  προς το ωραίο; Ερωτευόμαστε την ψυχή κάποιου ή το σώμα του; Μήπως ερωτευόμαστε με απώτερο σκοπό τα χρήματα και τις υλικές απολαβές; Ο έρωτας είναι κάτι που μας κάνει να ξεπερνάμε τον εαυτό μας, να αποκτούμε τόλμη και ηρωισμό και να φθάνουμε μέχρι την αυτοθυσία για χάρη του άλλου; Επιθυμούμε αυτό που έχουμε, για να συνεχίσουμε να το έχουμε, ή αυτό που στερούμαστε; Είναι η εύρεση του άλλου μισού ή η αρμονία των αντιθέτων; Είναι ο έρωτας έμπνευση; Είναι ο Έρωτας φιλόσοφος; Γίνεται ποιητής ο ερωτευμένος, ακόμα και αν πριν δεν ήξερε τίποτα από ποίηση; Ο Έρωτας είναι θεός ή δαίμονας; Ο έρωτας είναι δόλιος ή επιζητεί την παντοτινή κατοχή του αγαθού; Μήπως πίσω από τον έρωτα κρύβεται απλά ο πόθος της αθανασίας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός του έρωτα;

Στα ερωτήματα αυτά ο Πλάτωνας έχει τις απαντήσεις. Η λέξη «εύνοια» σημαίνει την αφοσίωση, η «αγάπη» το συναισθηματικό δεσμό, η «στοργή» την τρυφερότητα, ο «πόθος» την επιθυμία, η «μανία» το αχαλίνωτο πάθος, η «οικειότης» την ιδέα κάποιου πράγματος εκ φύσεως συγγενικού. Η έννοια, που βρίσκεται πιο κοντά στον «έρωτα», είναι η «φιλία». Η φιλία ξεκινάει από τη θέαση της σωματικής ομορφιάς και μετατρέπεται σε έρωτα μόνο, αν αναπτυχθούν συναισθήματα. Διακρίνεται στη «φυσική» φιλία ανάμεσα σε άτομα που έχουν το ίδιο αίμα, την «ξενική» που αναπτύσσεται ανάμεσα σε φιλοξενούντα και φιλοξενούμενο, την «εταιρική» μεταξύ φίλων, την «ερωτική» ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου ή διαφορετικού φύλου, και τη «φιλοσοφική», που αποβλέπει στην αναζήτηση του Αγαθού [7].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πλάτωνα «Συμπόσιο» 201d- 212 a.

[2] Μπονάρ Αντρέ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, τόμος 3, σελ. 142.

[3] Συκουτρής Ιω., Πλάτωνος Συμπόσιον, εκδ. Εστίας, σελ. 157-158.

[4] Πλάτων, Φαίδων 99-100.

[5] Πλάτωνος, Μένων, 81 1a-d.

[6] Kennedy J., The Musical Structure of Plato’s Dialogues («Η μουσική δομή των πλατωνικών διαλόγων»), Εκδ. Routledge, 2011.

[7] Πλάτωνος,  Λύσις , 210 κ.ε.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Πλάτων, Μένων, μτφρ. Πετράκης Ιω., εκδ. ΠΟΛΙΣ 2008.
  • Πλάτων, Φαίδων (περί Ψυχής), μτφρ. Μαυρόπουλος Θ., εκδ. ΖΗΤΡΟΣ 2007.
  • Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενο- μετάφραση- ερμηνεία Συκουτρή Ιω. , εκδ. Εστίας 1970.
  • Kennedy J., The Musical Structure of Plato’s Dialogues («Η μουσική δομή των πλατωνικών διαλόγων»), Εκδ. Routledge, 2011.
  • Μπονάρ Αντρέ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός, τομ. 1-3, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Read Full Post »

Older Posts »