Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολυζωίδης Αναστάσιος’

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Η δίκη


  

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Η δίωξη και καταδίκη σε θάνατο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του συντρόφου του αγωνιστή Δημητρίου Πλαπούτα, που συγκλόνισε το πανελλήνιο στη διετία 1833-1834, οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος και γενικότερος, που ιδιαίτερα έχει προβληθεί από τους ιστορικούς, προερχόταν από την απολυταρχική διακυβέρνηση της βαυαροκρατίας και ειδικότερα την Αντιβασιλεία, που καταδυνάστευε το λαό προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, λαϊκό ξεσηκωμό, προς αντιμετώπιση του οποίου και προς εκφοβισμό των λαϊκών στρωμάτων εισή­γαγε τελικά σε δίκη – παρωδία και καταδίκασε σε θάνατο το λαοφιλέστερο ηγέτη του Αγώνα, το θρυ­λικό Γέρο του Μοριά. Είναι βέβαια αληθές ότι οι θεσμοί που εισήγαγε η Αντιβασιλεία μακροπρόθεσμα ωφέλησαν τον τόπο, ο απόλυτος και σκληρός όμως τρόπος που θέλησε να τους επιβάλει, σε σχέ­ση με την υφιστάμενη τότε κατάσταση στην Ελλά­δα, ήταν εκτός τόπου και χρόνου και έβλαψε τη χώρα.

Έλεγε για την Αντιβασιλεία ο Γέρος του Μο­ριά με τη γνωστή θυμοσοφία του, προσπαθώντας να διασκεδάσει μάλλον τη λαϊκή αντίδραση παρά να την προκαλέσει: «τα παπούτσια του Χατζη-Πέτρου (που ήταν γίγας) θέλουν να τα βάλουν στα πόδια του Λόντου (που ήταν νάνος)». Ήλπιζαν λοιπόν οι Βαυαροί ότι θα εκφοβίσουν το λαό αποκεφαλίζοντας το λαοφιλέστερο ηγέτη της Επανάστασης.

Ο δεύτερος επίσης σημαντικός παράγων ξεκι­νούσε από τη διαπίστωση του Μάουρερ, μέλους της τριμελούς Αντιβασιλείας, ότι ο πρόεδρος της Αρμανσμπεργκ ευνοούσε ή και μεθόδευε στα κρυ­φά, μέσω του Βαυαρού αξιωματούχου Φραντς (διερ­μηνέα της Αντιβασιλείας), συνωμοτική κίνηση δια της υπογραφής ομαδικής αναφοράς των αγωνιστών προς το βασιλέα της Βαυαρίας για την ανάθεση της Αντιβασιλείας μόνο στον Αρμανσμπεργκ, ανακαλουμένων των υπολοίπων δύο μελών της.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Παρ’ ότι οι πρωτεργάτες της μυστικής αυτής κίνησης δεν μπόρεσαν να προσεταιριστούν τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και άλλους γνωστούς οπλαρχηγούς, εντούτοις ο απολυταρχικός Μάουρερ μεθόδευσε με τη σύμπραξη του υπουργού Δικαιοσύνης Σχινά τη σύλληψη και καταδίκη των δύο οπλαρχηγών με χαλκευμένες κατηγορίες και ωμή επέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, με τριπλό δε στόχο την αποθάρρυνση του Αρμανσμπεργκ από τα φι­λόδοξα και ιδιοτελή του σχέδια, τον εκφοβισμό του λαού, αλλά και των λοιπών γενναίων οπλαρχηγών του Αγώνα, που με σκληρότητα ο Μάουρερ είχε από τnv πρώτη στιγμή δέσει στο περιθώριο της πο­λιτικής ζωής. Τα γενεσιουργικά αυτά κίνητρα της δίωξης και θανατικής καταδίκης των δύο οπλαρχηγών ενεργο­ποίησε ένας τρίτος και σπουδαιότερος παράγοντας, η διχόνοια των Ελλήνων, ο κακός δαίμονας του έ­θνους, που είχε λάβει τη μορφή έντονης διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Έτσι, σημαντι­κοί πολιτικοί του Αγώνα, υπουργοί και πρωθυπουρ­γοί επί Αντιβασιλείας, ανέχονταν ή και ευνοούσαν και επεδίωκαν τον κατατρεγμό των αγωνιστών.

Η σύλληψη όμως και προφυλάκιση του θρυλικού Γέ­ρου του Μοριά και του φιλοβασιλικού Πλαπούτα προκάλεσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Τρικούπη, ενώ το γεγονός ανέχθηκε ο Μαυροκορδάτος και προπαντός ο άσπονδος εχθρός τους Κωλέττης, που απαιτούσε στη συνέχεια, μαζί με τον Μάουρερ, την άμεση εκτέλεση της θανατικής ποινής. Προηγουμένως ο Μαυροκορδάτος είχε δια­δεχθεί στην πρωθυπουργία τον παραιτηθέντα Σπ. Τρικούπη, για να παραιτηθεί κι αυτός με τη σειρά του όταν άρχισαν τα έκτροπα στη δίκη με την ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά ε­πικεφαλής χωροφυλάκων και τις βιαιοπραγίες και το διασυρμό των δικαστών, προκειμένου να εκδοθεί δια της βίας η καταδικαστική απόφαση, στην οποία αντιδρούσαν έντιμοι δικαστές, ο Γεώργιος Τερτσέτης και ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Κωνσταντίνος Σχινάς

Το διάτρητο κατηγορητήριο που συνέταξε ο περι­βόητος και σκληροτράχηλος δημόσιος κατήγορος Μάσων, τυφλό όργανο των Μάουρερ, Σχινά και Κωλέττη, προσέδιδε στους δύο οπλαρχηγούς το έ­γκλημα της εσχάτης προδοσίας, με κυριότερα επι­βαρυντικά στοιχεία ότι μετείχαν σε μυστικές συνε­δριάσεις για την υπογραφή αναφοράς προς το βασι­λέα της Βαυαρίας προς ανάκληση δύο μελών της Αντιβασιλείας (των Μάουρερ και Εϊδεκ) και ότι υπέγραψαν ετέρα αναφορά προς ξένη δύναμη (τη Ρωσία) προς κατάργηση και των τριών μελών της Αντιβασιλείας. Τέτοιου είδους αναφορές, ακόμη και αληθινές, υποστήριξε ο Γ. Τερτσέτης, δεν αποτε­λούν απόδειξη εγκλήματος, αλλά στοχασμό του γράφοντος, αφού δεν συνοδεύονταν από εξωτερική εκτελεστική πράξη.

Και όμως, τρία εκ των πέντε μελών του δικαστηρίου, ενδίδοντας στις προτροπές του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και του Μάσωνος, εκδίδουν καταδικαστική απόφαση, την οποία αρνούνται να προσυπογράψουν ο Γ. Τερτσέτης και ο πρόεδρος Α. Πολυζωίδης, ακόμη και όταν προπηλακιζόμενοι οδηγούνται από τους χωροφύλακες δια της βίας και σηκωτοί στην έδρα.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Αναγιγνώσκεται η εις θάνατον καταδικαστική απόφαση χωρίς την υπογραφή των δύο γενναίων δικαστών. Την ε­πομένη, δια χάριτος που παρακλητικώς εξασφάλι­σε ο νεαρός Όθων από την Αντιβασιλεία, η θανατι­κή ποινή μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη, πα­ρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μάουρερ και του τό­τε νέου πρωθυπουργού Κωλέττη.

Την επόμενη χρονιά ο Όθων με την ενηλικίωσή του υπέγραψε την αποφυλάκιση των δύο οπλαρχηγών και την προα­γωγή του μεν Πλαπούτα σε συνταγματάρχη, του δε Κολοκοτρώνη σε σύμβουλο της Επικρατείας. Ταυτόχρονα αποφάσισε και την αποπομπή των Κωλέττη και Σχινά. Έτσι έκλεισε μια διετία (1833-1834) που ανέδειξε τις ραδιουργίες της Αντιβασιλείας και του Κωλέττη εις βάρος ανύποπτων και γενναίων οπλαρχηγών, αλλά και δύο γενναίους δικαστές, στυλοβάτες της Δικαιοσύνης. 

 

Ελένη Κυρ. Κυριακοπούλου

Νομικός, τ. διευθύντρια υπουργείου Οικονομικών

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πολυζωίδης Αναστάσιος (1802-1873)

 

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Πολιτικός και δικαστικός. Ο δικαστής που αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Πολυζωΐδης γεννήθηκε το 1802 στο Μελένικο* κι έλαβε γενική μόρφωση στα σχολεία της πόλης. Σε πολύ νεαρή ηλικία πήγε στην Ευρώπη για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε νομικά και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γοτίνγκης (Γκαίτινγκεν), στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Διέκοψε τις σπουδές του στο Βερολίνο το 1821, όταν είχε αρχίσει η Ελλην. Επανάσταση και κατέβηκε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (τέλη του 1821 – αρχές του 1822). Αν και νεότατος τότε (μόλις 20 ετών), υπήρξε ο κύριος συντάκτης του Συντάγματος και συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου την περίφημη Διακήρυξη του 1822, με την οποία επιδιωκόταν να δειχτεί στην απολυταρχική Ευρώπη, ότι ο πόλεμος των Ελλήνων ήταν εθνικός και ιερός, έξω από δημαγωγικότητες και ιδιοτελείς αρχές. Έγινε τότε γραμματέας του εκτελεστικού (υπουργικού) συμβουλίου με Πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πολυζωΐδη πήγε στο Λονδίνο και πέτυχε να συνάψει δάνειο για τους πολιορκούμενους. Ο ίδιος συμμετείχε στην τελευταία φάση της πολιορκίας του Μεσολογγιού και στην Έξοδο. Ο Πολυζωΐδης είναι εκείνος, που, μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και την καταστροφή του, σε μια επίσημη ομιλία του στο Ναύπλιο παρουσία και αρκετών αγωνιστών που σώθηκαν στην Έξοδο, – ήταν και δεινός ρήτορας – ονόμασε το Μεσολόγγι “ΙΕΡΑΝ ΠΟΛΙΝ”, ονομασία που επεκράτησε. Το 1827 πήρε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

 

 

Το 1828 πήγε στο Παρίσι και συμπλήρωσε τις σπουδές του. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα. Κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που προσπαθούσε να νοικοκυρέψει το νέο ελληνικό κράτος. Ο Πολυζωΐδης προσχώρησε στην αντιπολιτευτική παράταξη των φιλελευθέρων συνταγματικών. Για ένα διάστημα εξέδιδε στην Ύδρα την εφημερίδα “Απόλλων”, η οποία κατασχέθηκε.

Αργότερα (1832) η βαυαρική Αντιβασιλεία τον διόρισε πρόεδρο** στο πενταμελές δικαστήριο (Πρωτοδικείο) του Ναυπλίου. Επειδή όμως αρνήθηκε να υπογράψει μαζί με το δικαστή Γ. Τερτσέτη την απόφαση καταδίκης εις θάνατον “επί εσχάτη προδοσία” του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα, του Κίτσου Τζαβέλλα και άλλων γενναίων αγωνιστών, καταδιώχτηκε και φυλακίστηκε. Όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, οι αγωνιστές έλαβαν χάρη(…!!!), ελευθερώθηκαν και παρασημοφορήθηκαν. Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης διορίστηκε Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Σύμβουλος Επικρατείας.

Το 1837 (νέος 35 ετών), διορίστηκε Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Εσωτερικών. Ως αρμόδιος Υπουργός, συνέβαλε τα μέγιστα στην οργάνωση και λειτουργία του πρώτου πανεπιστημίου του ελεύθερου ελληνικού κράτους με τη σύνταξη των Διαταγμάτων “Περί συστάσεως του Πανεπιστημίου” και “Περί προσωρινού κανονισμού του Πανεπιστημίου”. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), διορίστηκε Νομάρχης Αττικοβοιωτίας και αργότερα αποτραβήχτηκε απ’ τη δημόσια ζωή. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

Εκτός από το Σύνταγμα του 1822 του οποίου υπήρξε ο κύριος συντάκτης και τη Διακήρυξη του 1822, την οποία συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου, άλλα έργα του είναι: “Σύντομος πραγματεία περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών της Αγγλίας”, “Γεωγραφικά”, “Ελληνικά”, “Νεοελληνικά” και “Γενική Ιστορία”.

 Υποσημειώσεις

* Το πάλαι ποτέ Μελένικο, η πλούσια εμπορική πόλη και το αξιολογότερο κέντρο του ελληνισμού στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, είναι σήμερα ένα πολύ όμορφο τουριστικό χωριό της Νότιας Βουλγαρίας. Τα πανέμορφα αρχοντικά, χτισμένα με τη ντόπια μακεδονίτικη αρχιτεκτονική, είναι σήμερα ξενώνες και ταβερνεία που το εσωτερικό τους θυμίζει βαυαρέζικες μπυραρίες. Κι όσο για το ξακουστό κόκκινο κρασί, που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εξακολουθεί να παράγεται, αλλά θα πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει την καλή ποιότητα.

Το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η ξακουστή πόλη επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία. Εκείνο που έμεινε ατόφιο είναι το τοπίο. Η πόλη κρύβεται σε μια εκπάγλου κάλλους βαθιά χαράδρα με ασβεστολιθικά πετρώματα. Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης, οι Έλληνες με θαυμαστή αξιοπρέπεια άφησαν τα αρχοντικά τους, άδειασαν τα κρασοβάγενά τους από το περιλάλητο κρασί που το διατηρούσαν δροσερό στις «τρυπητές», τις υπόγειες στοές κάτω από τα σπίτια τους, πήραν λίγο χώμα στις χούφτες τους και εγκαταστάθηκαν, πρόσφυγες αυτοί οι άρχοντες, στο Σιδηρόκαστρο οι πιο πολλοί, λιγότεροι στις Σέρρες κι ακόμη λιγότεροι στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις. Πίσω έμεινε η λαμπρή ιστορία της πόλης με το πρότυπο σύστημα αυτοδιοίκησης (ονομαστό είναι το «Κοινόν του Μελενίκου», με το οποίο καταργούνταν οι κοινωνικές τάξεις και δινόταν η δυνατότητα ανεξαιρέτως «στους εκλεκτούς, στους φρόνιμους και ικανούς από τους πολίτας πάσης τάξεως» να συμμετέχουν ισότιμα στη διοίκηση του «Κοινού»), τα πέντε σχολεία, τις εβδομήντα εκκλησιές και τα εκπληκτικά σπίτια.

 

** Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης ως Πρόεδρος του δικαστηρίου στη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και των λοιπών αγωνιστών

 

Ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Πλαπούτας και ο Κίτσος Τζαβέλλας μαζί με μερικούς άλλους ηρωικούς αγωνιστές συνελήφθησαν το Σεπτέμβριο του 1834 ως δήθεν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της βαυαρικής Αντιβασιλείας και κλείστηκαν για εννιά μήνες στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το κατηγορητήριο όριζε να δικαστούν στις 25 Μαΐου 1834 “επί εσχάτη προδοσία”, πράγμα που επέσυρε την επιβολή της ποινής του θανάτου.

Η πολύκροτη δίκη άρχισε με καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που είχε επιβληθεί από τη νύχτα της σύλληψης των αγωνιστών. Παρουσιάζονται εγκάθετοι ψευδομάρτυρες, για να βοηθήσουν στη λήψη της εκ των προτέρων παρμένης απόφασης. Να όμως που παρουσιάζονται σοβαρά και απροσδόκητα εμπόδια στο δρόμο της διατεταγμένης δικαιοσύνης. Ο Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωΐδης (μόλις 32 ετών) Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερός του Ζακύνθιος Γεώργιος Τερτσέτης (δικαστικός και λόγιος, 1800 – 1874) αρνούνται να συμπράξουν στο ανοσιούργημα της βαυαρικής Αντιβασιλείας και των εντόπιων υπηρετών της.

Αναμφίβολα έχει αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του δικαστή Γ. Τερτσέτη. Σίγουρα όμως έχει αυξημένη αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του Αναστ. Πολυζωίδη, επειδή: α) Ο Πολυζωΐδης είναι Πρόεδρος του δικαστηρίου και ο Τερτσέτης απλός δικαστής και β) Ο Τερτσέτης έχει στενές σχέσεις με το δικαζόμενο κορυφαίο αγωνιστή Θ. Κολοκοτρώνη, αφού γράφει τα απομνημονεύματά του “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής” κατά τις αφηγήσεις του Γέρου του Μωριά.

Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωΐδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”.

Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Θέλει να είναι “ομόφωνη” η απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά παίρνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”.

Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωΐδη.

Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο, συγγενή του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας.

“Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”. (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα).

Η καταδίκη αυτή προκάλεσε κύμα λαϊκής αγανάκτησης και η Αντιβασιλεία αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη και αργότερα σε εικοσαετή κάθειρξη. Τελικά, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, δόθηκε στους γενναίους αγωνιστές χάρη(…!!!). Αποφυλακίστηκαν και αργότερα παρασημοφορήθηκαν. Αναγνωρίστηκε η αξία και του ήθος του Αναστ. Πολυζωίδη και τοποθετήθηκε σε διάφορα υψηλά αξιώματα.

 

Πηγή

 

Read Full Post »