Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος: το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός.


 

Ελάχιστα είναι τα τεκμήρια για τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος κατά την περίοδο 1915 – 1918. Από το 1913 και μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1920 δεν εκδίδονται, πλέον, τοπικές εφημερίδες στην πόλη, λανθάνουν τοπικές αφηγήσεις με πληρότητα, ενώ ελάχιστες είναι οι προφορικές καταθέσεις που έχουμε εντοπίσει.

Η εισήγηση αναφέρεται σε δύο γεγονότα – ψήγματα εκδηλώσεων του Εθνικού Διχασμού στο Άργος. Από το ένα μέρος στην οργανωμένη «πορεία» των μαθητών του Γυμνασίου Άργους υπό τον Γυμνασιάρχη τους για το «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, το οποίο οργανώθηκε με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Αργολίδας και αντιβενιζελικών της πόλης και από το άλλο μέρος, στην εξορία, μαζί με άλλους Αργείους, του δικηγόρου και επιφανούς ιστορικού του νεότερου Άργους, Δημητρίου Βαρδουνιώτη, προφανώς καθ’ υπόδειξη φιλοβενιζελικών.

Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο, το οποίο δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα.

Πρόκειται για τον φατριασμό και τις φατρίες, κοινωνικές σταθερές στη χώρα μας που, ειδικότερα στο Άργος, εκδηλώνονται χαρακτηριστικά και με την αποδοκιμασία του Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1912, αλλά και του Π. Τσαλδάρη, το 1936. Ανάλογες εκδηλώσεις σημειώνονται κατά τον πρόσφατο Εμφύλιο, ενώ η σύγκρουση γύρω από τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, από το 1977, αναδεικνύει και πάλι μορφές μισαλλοδοξίας εκ μέρους των «κατεδαφιστών» τους. Πάντως δεν λείπουν και τα «φωτεινά διαλείμματα», όπως κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 1944 – Ιανουαρίου 1945, με την απελευθέρωση και τη συναινετική διοίκηση της πόλης από την Αριστερά. [1]

 

Το «ανάθεμα» στο Άργος

 

Φαίνεται ότι η πρακτική του αναθέματος για απόρριψη και καταδίκη κάποιου ατόμου ή ατόμων ή συμβόλων είναι παληά και απαντάται και σε άλλες κοινωνίες και λαούς, αν κρίνουμε από το συμβάν στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας κατά το περσινό εκεί προσκύνημα και την ποδοπάτηση και θανάτωση 2.100 ατόμων που όδευαν προς το τελετουργικό «ανάθεμα» και τη ρίψη λίθων στη θέση, όπου «οι στύλοι του Σατανά».

Το «ανάθεμα» πυρήνα της οργάνωσής του είχε στην Αθήνα, με κύριο άξονα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους φιλοβασιλικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Αφορμή είχε τον αποκλεισμό του Πειραιά το 1916 από τις δυνάμεις της Αντάντ, την επέμβαση γαλλικού στρατού στην Αθήνα τον Νοέμβριο και τον βομβαρδισμό του κέντρου της. Τούτο εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να οργανωθεί κύμα τρομοκρατίας κατά των βενιζελικών (επιβεβαιώθηκαν 35 φόνοι, 922 παράνομες φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας και 31 αναστολές κυκλοφορίας εφημερίδων).

Την 12 Δεκεμβρίου 1916 οργανώνεται ογκώδης αντιβενιζελική πορεία. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μαζί με διαδηλωτές κατευθύνονται στο Πεδίον του Άρεως και αναθεματίζουν τον αποκαλούμενο από τους αντιβενιζελικούς «σατανά» Βενιζέλο, ρίχνοντας πέτρες στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς και επαναλαμβάνοντας την κατάρα κατά του Βενιζέλου, όπως την διατύπωσε ο Αρχιεπίσκοπος. Από τις φωτογραφίες της εποχής αναδημοσιεύουμε ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές, μαζί με μια γελοιογραφία και τους εξίσου χαρακτηριστικούς τίτλους αντιβενιζελικών εφημερίδων.

 

Φωτογραφίες από το «ανάθεμα» των Αθηνών.

 

Το «ανάθεμα» σε αντιβενιζελικά δημοσιεύματα των Αθηνών.

 

Για το ανάθεμα στο Άργος υπάρχουν δύο κατά πολύ μεταγενέστερες αναφορές, του Τάκη Μαύρου και του Ι. Ε. Ζεγκίνη (το 1977 και το 1996 αντίστοιχα). [2] Ημερομηνία αναφέρει μόνον ο Ζεγκίνης, την 12η Δεκεμβρίου 1916, σημειώνοντας ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την προεδρία του Θεοκλήτου, οργάνωσε το «ανάθεμα» για όλη τη χώρα (εννοείται την «Παλαιά Ελλάδα»). Έτσι, με άμαξα έφθασε στο Άργος ο τότε Μητροπολίτης Αργολίδας Αθανάσιος (σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Τ. Μαύρου) και η ρίψη λίθων έγινε στο τότε ακάλυπτο δημοτικό οικόπεδο, όπου, στη δεκαετία του 1950, ανεγέρθηκε το κτίριο του Ο.Τ.Ε. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει ότι ο Μητροπολίτης είχε αναθέσει ειδικότερα την οργάνωση του αναθέματος στον Παπαμπόμπο, ο οποίος όμως, ευσχήμως αποσύρθηκε και την οργάνωση ανέλαβε ο ιερέας Δημ. Γεωργόπουλος. Κατά τον Ζεγκίνη, όμως, ο Μητροπολίτης συνοδευόταν από τον ιερέα Αρβανίτη (γνωστό για τον αντιβενιζελισμό του) και φθάνοντας στο τόπο του αναθέματος δήλωσε: «Ο Εφιάλτης επρόδωσεν την πατρίδα του. Ο Ιούδας επρόδωσεν τον Θεόν του. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επρόδωσεν και την πατρίδα του και τον Θεόν του. Ανάθεμα!».

Οι παριστάμενοι φωνάζοντας καθένας «Ανάθεμα!» έριχναν τις πέτρες. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει και ότι τραγουδούσαν ένα εξάστιχο κατά του Βενιζέλου και της «Τριανδρίας» της Θεσσαλονίκης. Επίσης αναφέρει ότι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην «τελετή» ορισμένοι γνωστοί Αργείοι, όπως ο μετέπειτα βιομήχανος Θ. Κατσούλας, ο Θ. Νανόπουλος, ο Δ. Κόλιας, ο Αν. Παναρίτης, ο Π. Βλασταράς, ο μετέπειτα βιομήχανος Ανδρ. Ρόκας, ο Β. Μαρούσης, ο Γιάγκος Μακρής από την Πυργέλα και άλλοι. Ορισμένοι από αυτούς κακοποιήθηκαν.

Ο Γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος πήρε την πρωτοβουλία και οδήγησε συντεταγμένα τους μαθητές του Γυμνασίου στον τόπο του «αναθέματος», για να συμμετάσχουν στην «τελετή». Δύο όμως από τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, οι Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής, βγήκαν από τη σειρά και αρνήθηκαν να ρίξουν πέτρα. Τότε ο Γυμνασιάρχης τους χαστούκισε δημόσια για παραδειγματισμό. Το γεγονός αυτό διασώθηκε προφορικά από τους ίδιους και από άλλους Αργείους, το κατέγραψε δε ο Τ. Μαύρος. Ο Κ. Κεραμίδας σταδιοδρόμησε ως γιατρός – χειρουργός ιδρύοντας την πρώτη ιδιωτική χειρουργική κλινική στο Άργος, ενώ ο Στ. Μακρής ως δικηγόρος, διετέλεσε και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.

 

Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής σε ώριμη ηλικία.

 

Σημειώνουμε ότι ανάλογη μεταχείριση υπέστησαν και άλλοι μαθητές, σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις «τελετές» του «αναθέματος», όπως ο Κων. Βουδούρης, τελειόφοιτος και αυτός στο Γυμνάσιο Φιλιατρών Ηλείας.

 

Η εξορία του Δημ. Βαρδουνιώτη

 

Ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης υπήρξε επιφανής ιστορικός, ιδίως του νεότερου Άργους, αλλά και διακεκριμένος δικηγόρος, ο πρώτος Έφορος του Μουσείου Άργους, δημοτικός σύμβουλος κατά την ανορθωτική δημαρχία του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου και, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία προς αυτόν επιφανών ανθρώπων του πνευματικού κόσμου των Αθηνών, που πρόσφατα έφερε σε φως η Σ. Πατούρα, αναγνωρισμένος από αυτούς για την προσωπικότητα και την αξία του. Γεννήθηκε στο Άργος το 1847 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1924. Πολύ λίγοι συμπατριώτες του τον συνόδευσαν στην κηδεία του, και το έργο, όπως και το όνομά του, ξεχάστηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε ο γράφων τα ανέσυρε από τη λήθη. [3] Μετά τον θάνατό του η οικογένειά του πούλησε τη μεγάλη βιβλιοθήκη και την αλληλογραφία του. Ελάχιστα προσωπικά τεκμήριά του διασώθηκαν στα χέρια απογόνων του, από όπου και κατάφερα να αναπαράγω φωτογραφίες και ένα χειρόγραφό του. Αλλά και αυτά τα ελάχιστα τεκμήριά του χάθηκαν από τους μετέπειτα απογόνους του.

Ορισμένα άλλα τεκμήρια εντόπισα στο αρχείο Τσακόπουλου και τα ενσωμάτωσα στο αρχείο Βαρδουνιώτη, που έχω καταρτίσει, με συλλογή πάρα πολλών άρθρων του για την τοπική ιστορία, που θέλω να ελπίζω ότι, μαζί με την προς αυτόν αλληλογραφία, θα βρουν κάποτε το δρόμο της δημοσίευσής τους.

Από όλο το υλικό αυτό νομίζω ότι καταγράφεται, με αδρές γραμμές, η προσωπικότητα Βαρδουνιώτη: άνθρωπος ακέραιος, βαθυστόχαστος, άκρως μελετηρός και εργατικός (βρήκα ότι είχε σφραγίδα, με τη λατινική λέξη «LABOREMUS» (=να εργαζόμαστε), με την οποία σφράγιζε τα γραπτά του. Διασταυρώνοντας συχνά ιστορικές αναφορές του, δεν έχω εντοπίσει ανακρίβειες ή παρερμηνείες.

Η όλη του πορεία ως πολίτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με σημερινούς όρους κατ’ ουσία προοδευτική, ανεξάρτητα από την κατ’ ιδίαν στάση του απέναντι σε κόμματα και κομματικές αντιπαραθέσεις. Πορεία προοδευτική στην κοίτη της πάλαι ποτέ αστικής προοδευτικότητας, μιας αστικής αντίληψης που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε στη χώρα μας, απ’ όπου και η νεκρανάσταση ενός λαϊκισμού της εποχής του παλαιοκομματισμού του τέλους του 19ου αιώνα. Με βάση αυτή την εκδοχή, νομίζω ότι είναι δυνατό να εξηγηθεί η αποχώρησή του από τον σύλλογο «Δαναός» και τη θέση του ως αντιπροέδρου του, αλλά και η ίδρυση του συλλόγου «Ίναχος», με την ομώνυμη εφημερίδα που κυκλοφόρησε.

 

Ο Βαρδουνιώτης φοιτητής, σε ώριμη και προχωρημένη ηλικία.

 

Για το θέμα που μας ενδιαφέρει σήμερα θεωρώ ότι χρήσιμο είναι να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε, παύει η κυκλοφορία τοπικών εφημερίδων του Άργους από το 1913, δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε αντιλήψεις και θέσεις του Βαρδουνιώτη στην κρίσιμη περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ενώ λανθάνουν κατά το ίδιο διάστημα εφημερίδες του Ναυπλίου, με το μακροβιότατο «Σύνταγμα» να λείπει και αυτό στην ίδια περίοδο από κάθε βιβλιοθήκη, τοπική και κεντρική.

Είναι όμως, σημαντικό ένα από τα τελευταία δημοσιεύματα (μήπως το τελευταίο του;), ακριβώς στην εφημερίδα «Σύνταγμα» της 13ης Νοεμβρίου 1912. Υπογράφει με τα πασίγνωστα αρχικά του («Δ.Κ.Β.») και τιτλοφορεί το άρθρο του «Η πλατεία Συντάγματος». Αφορμή για το άρθρο είναι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπλίου να μετονομασθεί η πλατεία Συντάγματος σε… «Πλατεία Κωνσταντίνου του Ελευθερωτού», προς τιμήν του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου. Με διπλωματικότητα αναγνωρίζει ότι ο διάδοχος πρέπει να τιμηθεί στο Ναύπλιο, προτείνοντας μάλιστα και εναλλακτική λύση, την άλλοτε οδόν «Όθωνος». Όμως, τονίζει, τα ιστορικά και ένδοξα μέρη αξιώνουν μείζονα σεβασμό από τον λαό και τα ονόματά τους πρέπει να διατηρούνται ανέπαφα. Έτσι, προβαίνει σε ανασκόπηση της ιστορίας της πλατείας Συντάγματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις επαναστάσεις του 1843 (οπότε και πήρε το όνομά της) και του 1862. Και τελειώνει το άρθρο του με τα εξής: «Άφετέ την εις την ησυχίαν και τας ιστορικάς αναμνήσεις της, εξ ων είναι κατάφορτος. Συμβολίζει όλην την ιστορίαν του Ναυπλίου και μη την θίγετε».

Είναι πιθανό το άρθρο αυτό να συνέβαλε, τελικά, στην αποτροπή της μετονομασίας και, πάντως, η όλη επιχειρηματολογία του φανερώνει άνθρωπο αφανάτιστο, που όποια γνώμη κι αν είχε περί βασιλείας και διαδόχου, δεν έκανε καμία υποχώρηση σε καίρια θέματα.

Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 1917 και προβαίνει στη λήψη «αντιμέτρων»: κηρύσσεται έκπτωτος ο Μητροπολίτης Θεόκλητος και όσοι είχαν πρωτοστατήσει στο ανάθεμα, αίρεται η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και ακολουθούν δεκάδες απολύσεις τους. Από το τέλος εκείνου του έτους λαμβάνεται και το μέτρο της εσωτερικής εξορίας αντιβενιζελικών «στοιχείων». Από το λογοτεχνίζον «Κριτικό σημείωμα» του Γεωργίου Λογοθέτη «Δημήτριος Βαρδουνιώτης» το οποίο προκάλεσε και σφοδρή κριτική, απάντησή του και ανταπάντηση, [4] πληροφορούμαστε, για πρώτη φορά, ότι ο Βαρδουνιώτης, με άλλους Αργείους, εξορίστηκε στη Μυτιλήνη, τον χειμώνα του 1918, και ότι παρέμεινε εξόριστος για πολλούς μήνες. [5]

Η πληροφορία ελέγχεται, πλέον, ως μερικά ανακριβής και είναι απορίας άξιο πώς ο Λογοθέτης, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη, προέβη σε τέτοιαν ανακρίβεια. Από την προς Βαρδουνιώτη αλληλογραφία σε ταχυδρομικά δελτάρια, τα περισσότερα από τα οποία φέρουν την επιγραφή «Στρατιωτική ΤαχυδρομικήΥπηρεσία» και είναι υπό λογοκρισία, προφανώς διότι απευθύνονταν σε εξόριστους, παρακολουθούμε όλη την πορεία της εξορίας του Βαρδουνιώτη και είμαστε σε θέση να την ανασυστήσουμε. Έτσι, από ταχυδρομικό δελτάριο με δυσανάγνωστη υπογραφή, που φεύγει από την Αθήνα στις 11/2/1918 και το λαμβάνει ο Βαρδουνιώτης στις 21/2/1918 (όπως υποσημείωνε με συστηματικότητα στις επιστολές που λάμβανε, με την επιπλέον σημείωση, πότε ο ίδιος απάντησε…) μαθαίνουμε ότι, μαζί με αυτόν είχαν εξοριστεί στη Χίο, αρχικά (και όχι στη Μυτιλήνη, όπως γράφει ο Λογοθέτης), εκτός από τον ίδιο και οι αδελφοί Μπόμπου, ο Μπηλιαράς, ο γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Παπαμιχαλόπουλος και ο Σαραβάκος.

Στις 27 Φεβρουαρίου γράφει ο Βαρδουνιώτης στον Τάσο Τσακόπουλο, που βρισκόταν στις Σπέτσες, ότι βρίσκεται στη Μυτιλήνη, όπου μεταφέρθηκαν την προηγουμένη και κατοικούν στο ξενοδοχείο… «Γαλλίας» (να υποθέσουμε ιδιοκτησίας βενιζελικών;…) και ότι του είχε γράψει από την Χίο, όπου προφανώς τους είχαν αρχικά μεταφέρει. Γράφει : «Είμαι εντελώς καλά, ευχόμενος να είσαι και συ» (αυτά μήπως λόγω λογοκρισίας;).

Μετά ένα μήνα, στις 27 Μαρτίου, ο Βαρδουνιώτης έχει επιστρέψει στην Αθήνα και στέλνει δελτάριο στη γυναίκα του Καλλιόπη, στο Άργος, λέγοντας ότι έλαβε μέσω του φίλου του Τάσου Στεργίου 300 δραχμές, το ρολόι του και άλλα αντικείμενα (πράγμα που δημιουργεί υπόνοιες για το εσπευσμένο της προφανούς σύλληψης και εξορίας του). Την βεβαιώνει ότι είναι καλά στην υγεία και γράφει υπαινικτικά ότι «Το ζήτημα ακόμα δεν ελύθη. Αύριον περιμένω τον φίλον κ. Τομπάζην».

Στο τέλος Μαρτίου (αλλά με ημερομηνία 15/3ου) στέλνεται από τη Χίο και ταχυδρομείται από τη Μυτιλήνη δελτάριο προς τον Βαρδουνιώτη με μία υπογραφή δυσανάγνωστη και με δεύτερη του Κ. Τσίγκου. Απευθύνεται στην διεύθυνση του ξενοδοχείου «Η Γαλλία», η οποία έχει διορθωθεί με την ένδειξη «Ξενοδοχείον Όλγας, Αθήναι», όπου το παραλαμβάνει ο Βαρδουνιώτης.

Τέλος με δελτάριο και με ένδειξη διεύθυνσης του Βαρδουνιώτη το ξενοδοχείο «Θεσσαλονίκη», στην οδό Αιόλου στην Αθήνα, ο Τσακόπουλος του εκφράζει τη χαρά του, γράφοντας ότι… «θα τραβήξω μεθύσι εις την υγείαν σου με κρασί Αιγινήτικο, 2-3 λάβρακας για μεζέ κλπ», προσθέτοντας ότι δεν ήξερε ότι είχε ασθενήσει ούτε και γνώριζε κάτι για την νόσο του, ενώ του είχε ήδη στείλει 6-7 δελτάρια (δεν μπόρεσα να τα συμβουλευθώ, αν βέβαια τυχόν διατηρούνται). Η ημερομηνία που φέρει το δελτάριο είναι η 24η Μαρτίου.

Στην αλληλογραφία προς Βαρδουνιώτη εντοπίζεται σύντομο γράμμα με την υπογραφή Κ. Ορλάνδος, με ημερομηνία 2/11/1920 και την προαγγελία «Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος – Χριστός Ανέστη», όταν ο Βαρδουνιώτης είναι βέβαια, στο Άργος. Του στέλνονται ευχές, κυρίως «επί τη απελευθερώσει μας εκ της τυραννίας» και για την ονομαστική εορτή του και διαβιβάζονται ευχές και στους άλλους Αργείους που ήταν συνεξόριστοι στη Χίο. Η προσφώνηση γίνεται προς τον «Σεβαστό κο Δημητράκη» και το γράμμα κλείνει με το «Σας προσκυνώ με άπειρον σεβασμόν και αγάπην». Όλα αυτά, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου και δύο χρόνια πριν την καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Από τα συναισθήματα ενός για πολύ μικρό διάστημα συνεξόριστου του Βαρδουνιώτη είναι επιτρεπτό να συμπεράνουμε κάτι ανάλογο για τον ίδιο; Νομίζω ότι θα επρόκειτο για καταχρηστική μεταφορά. Παραμένει, έτσι κι αλλιώς, μια «γκρίζα ζώνη» στη ζωή του, από το 1913 μέχρι και τον θάνατό του.

 

Αναλογίες…

 

Στις 5 Μαρτίου 1912 ο Ελ. Βενιζέλος, μετά από μια θριαμβευτική περιοδεία στην Πελοπόννησο, έφθασε για επίσκεψη στο Άργος. Ο τοπικός παλαιοκομματικός βουλευτής Γεώρ. Καρπετόπουλος (υπάρχει και δρόμος με το όνομά του στην πόλη…) οργανώνει αποδοκιμασία του με έκτροπα και τραμπουκισμούς την εποχή της ανόρθωσης του κράτους από την κυβέρνηση. Δύο μέρες πριν, το τοπικό φύλλο προαναγγέλλει κατά κάποιον τρόπο, τι πρόκειται να συμβεί, και στο αμέσως επόμενο περιγράφονται παραμορφωτικά τα γεγονότα και η ευθύνη των εκτρόπων αποδίδεται… στον Βενιζέλο. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, Αθηναίος δημοσιογράφος δίνει στα «Νέα» ακριβή περιγραφή των γεγονότων, για να καταλήξει με τη σκηνή της επιβίβασης του Βενιζέλου σε αμαξοστοιχία και τον Καρπετόπουλο, «ιππαστί» στους ώμους οπαδού του να μουντζώνει τον Βενιζέλο… [6]

Στις 17 Ιανουαρίου 1936 ο Παναγής Τσαλδάρης, αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και υποψήφιος βουλευτής Αργολιδοκορινθίας, επισκέπτεται το Άργος και ο μέχρι πρόσφατα κομματάρχης του στο Άργος Π. Μπόμπος, που είχε συγκρουστεί μαζί του, οργανώνει αποδοκιμασία του στην πόλη. Ακολουθούν βίαιες συγκρούσεις. Η όλη κατάσταση περιγράφεται με αντικειμενικότητα από την τοπική εφημερίδα «Ασπίς» (19/1/1936), που κατά τα άλλα ήταν προσκείμενη στη βενιζελική παράταξη.

Το 1977 ο Δήμος Άργους σπεύδει να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια, ώστε κατά τη σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, πρώτα να τους κατεδαφίσει και μετά να προγραμματίσει τι θα οικοδομηθεί στη θέση τους (το «σχέδιο» τότε ήταν να ανεγερθεί πολυώροφο γκαράζ με προκήπιο). Η μάχη που δόθηκε επί μία δεκαετία μεταξύ του καλλιεργημένου στρώματος της αργειακής κοινωνίας και των «κατεδαφιστών» ανέδειξε, για άλλη μια φορά, τη σημασία του φατριασμού, μικρό δείγμα του οποίου προβάλλεται στην εκδήλωση, μέσα από δεκάδες και εκατοντάδες δημοσιεύματα.

Πρόκειται, συνολικά, για κατά καιρούς εκφάνσεις και εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος, που επιδεικνύουν συντεθειμένες φατρίες. Η δυναμική τους ξεφεύγει από αρχικές ιδέες και ιδεολογίες και καταλήγει σε συμπεριφορές που παρουσιάζουν εκπληκτική ομοιότητα, ομόλογη βέβαια με το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνίας σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Κύριο γνώρισμα φατριαστικών συμπεριφορών είναι η ακράδαντη βεβαιότητα για την ορθότητα και το «δίκιο» της φατρίας, η ύφανση εσωτερικών δεσμών με τρόπο απαράλλακτο, ώστε κάθε τυχόν «παρέκκλιση» να θεωρείται «προδοτική» – όπως συχνά προδότες θεωρούνται και οι αντίπαλοι ή εχθροί του κόμματος, του έθνους, της πόλης κλπ. Έπειτα, η αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» αποτελεί μόνιμη μεθοδολογία στην πράξη.

Νομίζω ότι η παρούσα αναφορά σε δύο εκφάνσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος, το 1916-1918, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την πολιτισμική και κοινωνική σύγκρουση γύρω από τους Στρατώνες Καποδίστρια βλέπε δύο μελέτες μου «Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: ιστορία και πολιτιστική μάχη», στο περιοδικό Αρχιτεκτονικά Θέματα, τεύχος 13, 1979 και «Μια εύγλωττη σύγκρουση: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος, κράτος, δήμος, κόμματα, φορείς και πολίτες» στον συλλογικό τόμο Το οικολογικό κίνημα στη Ελλάδα, εκδόσεις Μετά τη βροχή, (1987). Οι μελέτες κυκλοφόρησαν πρόσφατα στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού. Για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1944 βλέπε σχετικό άρθρο μου στα Ενθέματα της Αυγής, 14 Δεκεμβρίου 2014, σ. 42-43.

[2] Άρθρο του Μαύρου, Τ. με το ψευδώνυμο «Ο Γείτων», στην εφημερίδα Αναγέννηση, της 17/12/1977 – αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αργολικά, της 5/11/2011 – και αναφορά του Ζεγκίνη, Ι. στην 3η έκδοση του, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σ. 403-404.

[3] Ξεκίνησα από το απόσπασμα άρθρου του στο Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 (ανατυπώθηκε το 2015) για τους Στρατώνες Καποδίστρια και την ιστορικότητά τους, για να συγκροτήσω σταδιακά αρχείο με έργα του, βιογραφικά του, για τη δράση του, με αναφορές άλλων σε αυτόν. Για πρώτη φορά το 1979, με δύο άρθρα μου στην τοπική Αναγέννηση, 6 και 25/10/1979, έδωσα στοιχεία για το έργο και τη ζωή του, ενώ τον Φεβρουάριο 1980, στο εντευκτήριο του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους, έκαμα εισήγηση γι’ αυτόν (με μαγνητοφωνημένη μαρτυρία του Σπ. Παναγιωτόπουλου). Τον Μάιο του ίδιου έτους διάβασα σχετική ανακοίνωση στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, στην Πάτρα. Τέλος, στις 31/3/1984 η Αργολική Οικολογική Εταιρεία με ομιλητή τον γράφοντα, οργάνωσε στην αίθουσα του «Δαναού», στο Άργος, φιλολογικό μνημόσυνο για τον Βαρδουνιώτη, με την συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατό του. Στην εκδήλωση ήταν απόν όλο το Διοικητικό Συμβούλιο του «Δαναού», πλην ενός μέλους, του μακαρίτη Μίμη Σταθόπουλου. Έκτοτε με πλήθος άρθρων μου στον τοπικό Τύπο, φρόντισα να μην χαθεί ο Βαρδουνιώτης από την τοπική μνήμη, βεβαίως από όσους την συντηρούν. Σημειώνω ότι το κείμενό του για την Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο το αναδημοσίευσα, με εκτενή εισαγωγή μου, στο ναυπλιώτικο περιοδικό: Απόπειρα Λόγου και Τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 1992.

[4] Φυλλάδιο που εκδόθηκε στην Αθήνα, το 1928. Η έκδοσή του προκάλεσε «Σκέψεις επί ενός κριτικού σημειώματος», με, αντί υπογραφής το λατινικό γράμμα “W”, στην εφημερίδα Αγροτική Αργολίς, φύλλο 74, 1/4/1928. Ο Λογοθέτης απάντησε με επιστολή του στο επόμενο φύλλο στις 7/4/1928, στην οποία δόθηκε μακροσκελής απάντηση στις 15/4/1928, σ. 3, «Επί του γνωστού σημειώματος», με υπογραφή πάλι “W”.

[5] Ο Αργείος λογοτέχνης Σπύρος Παναγιωτόπουλος δημοσίευσε το 1960, στην ετήσια έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά, κριτικό σημείωμα και αναμνήσεις του για τον Βαρδουνιώτη, υπό τον τίτλο «Δ. Βαρδουνιώτης, ο ιστορικός – η ζωή και το έργο του». Για την εξορία του Βαρδουνιώτη σημειώνει: «Θαυμαστής του Βενιζέλου δεν ήτανε ποτέ, μα και δεν τον μάχονταν, ως τη στιγμή που ήρθε σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο. Τότε ξύπνησε μέσα του κατά τρόπον ανεξήγητο μία εριστική διάθεση, που του άλλαξε τον χαρακτήρα, την ίδια του τη Μοίρα. Παράτησε τα γραψίματα και τις μελέτες, παραμέλησε το επάγγελμά του και άρχισε να ανακατεύεται με τους φανατικούς βασιλόφρονες, να παίρνει μέρος σε θυελλώδεις συζητήσεις, να «βυσσοδομεί» κατά του «μισθάρνου οργάνου της Αντάντ» όπως αποκαλούσε τον ήρωα του Θερίσσου. Έγινε ηγετική μορφή στους κύκλους των «επιστράτων» του Άργους – και κατά κάποιο τρόπο, όργανό τους. «Αυτό του στοίχισε την εκτόπισή του σ’ ένα νησί. Έζησε εκεί πικρές μέρες και μαύρες νύκτες, ανάμεσα σε ομόφρονές του που δεν είχαν τίποτ’ άλλο να του προσφέρουν, παρά τις ατέλειωτες συζητήσεις για τη φρικτή απομόνωσή τους και τις αχνές ελπίδες μιας σκληρής εκδίκησης […]».

«Μέρα με τη μέρα μαραινότανε σαν ένα δενδρί που δεν ποτίζεται, που μήτε της νυκτερινής δροσιάς την παρηγοριά δεν έχει. Καθώς του ’λειψε η καλή τροφή και η στοιχειωδέστατη περίθαλψη, αρρώστησε. Πάλεψε με τον θάνατο κάμποσα μερόνυκτα κ’επί τέλους σώθηκε. Μα είχε καταντήσει αγνώριστος. Η αρρώστια τον απογέρασε, τον έκανε να σταφιδιάσει. Όταν τερματίστηκε η εκτόπιση και ξαναγύρισε στο Άργος ήταν ένα κουρέλι […]».

Όσα γράφει ο Παναγιωτόπουλος για την υγεία και με όσα συνεχίζει για την πλήρη κατάπτωση του Βαρδουνιώτη μπορούν να ελεγχθούν ως υπερβολικά, δεδομένου ότι η εκτόπισή του δεν ξεπέρασε τους δύο μήνες, διέμενε σε ξενοδοχείο και προφανώς σιτιζόταν κανονικά. Αλλά προφανώς περιγράφει αξιόπιστα την ανάμειξή του στο αντιβενιζελικό «στράτοπεδο» του Άργους, αφού εκεί ζούσε τότε ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος. Και δεν έχουμε λόγους να αμφισβητούμε την επιρροή της σύντομης εξορίας στον ψυχισμό του Βαρδουνιώτη, αλλά και οπωσδήποτε ότι συνέβη κλονισμός της σωματικής υγείας του κατ’ αυτή. Τέλος, από τις πληροφορίες που συνάγουμε μέσα από τα ταχυδρομικά δελτάρια, καταλήγουμε ότι η λήξη

της εξορίας του Βαρδουνιώτη θα πρέπει να οφείλεται σε ευνοϊκή παρέμβαση παραγόντων των Αθηνών και ίσως και πνευματικών ανθρώπων, με τους οποίους διατηρούσε επαφή.

[6] «Άργος» της 11/3/1912 και η περιγραφή του Ζαρίφη, N. στα Νέα της 25/8/1948 – με εισαγωγή μου. Την αναδημοσίευσα στα Αργολικά της 26/11/2011.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.

 

Δυνατότητα ανάγνωσης του κειμένου σε μορφή pdf, στον σύνδεσμο: Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου». Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού. Στράτος Δορδανάς στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Όταν τον Αύγουστο του 1914 εξερράγη ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι διαπραγματεύσεις για εκκρεμή εδαφικά ζητήματα δεν είχαν αποδώσει έως τότε καρπούς. Έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) είχε σφραγίσει επισήμως τους Βαλκανικούς Πολέμους και επισημοποιήσει τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια υπέρ των νικητών. Ως μια από τις νικήτριες χώρες, η Ελλάδα διπλασίασε τα εδάφη και τον πληθυσμό της, επεκτείνοντας – εκτός των άλλων περιοχών – την κυριαρχία της στη Μακεδονία, με την πρωτεύουσά της Θεσσαλονίκη. Σε σύντομο, επομένως, χρονικό διάστημα νικητές και ηττημένοι στα Βαλκάνια καλούνταν και πάλι να λάβουν σημαντικές αποφάσεις.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος οι ηγέτες και οι αντιπροσωπείες των Βαλκανικών κρατών κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην περιφέρεια αλλά η σπίθα που είχε ανάψει από το Σαράγιεβο είχε επεκταθεί σταδιακά παντού στην Ευρώπη, εμπλέκοντας όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις. Γρήγορα δε θα μετατρεπόταν από ευρωπαϊκή σύρραξη σε παγκόσμια. Έναντι, λοιπόν, των μεγάλων συνασπισμών ποια θα έπρεπε να είναι η θέση των μικρών χωρών, ακόμα και αν επέλεγαν να υιοθετήσουν επί του παρόντος στάση ουδετερότητας; Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δύο μήνες αργότερα, φάνηκε πως διευκόλυνε την ελληνική θέση, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αναμενόταν να βρεθεί μετά την εξέλιξη αυτή στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά τα πράγματα αποδείχθηκε τελικά πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο αρχικά φαινόταν.

Καταρχάς, η χώρα δεσμευόταν από τη συνθήκη συμμαχίας με τη Σερβία και την αντίστοιχη στρατιωτική σύμβαση του Ιουνίου 1913 που προέβλεπαν τη σύμπραξη των δύο χωρών σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης ή επίθεσης από τρίτη δύναμη. Όπως γίνεται κατανοητό, μετά την επίθεση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, η Ελλάδα καλούταν να αποφασίσει αν θα έσπευδε σε βοήθειά της ή θα επέλεγε να παραμείνει θεατής της σύγκρουσης. Στο συγκεκριμένο ακριβώς ζήτημα ερμηνείας της συνθήκης καταγράφηκε η πρώτη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο μεν πρώτος θεωρούσε πως η χώρα θα έπρεπε να παραμείνει σε κατάσταση παροδικής ουδετερότητας αλλά σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον της Σερβίας να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος και ο στενός κύκλος των ανθρώπων του όχι μόνο υποστήριζαν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παραπέρα: Για την Ελλάδα ήταν ευκαιρία να συνεργαστεί με τη Γερμανία, να συμμαχήσει με τη Βουλγαρία και να επιτεθούν από κοινού εναντίον της Σερβίας, αποκομίζοντας εδαφικά κέρδη μετά την πλήρη καταστροφή της.

Η εμπλοκή του γερμανικού παράγοντα υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων, που καθόρισαν και τη στάση της χώρας συνολικά έναντι των εμπολέμων. Εξίσου κρίσιμης σημασίας είναι η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των πολιτικών αντιλήψεων των δύο κύριων πρωταγωνιστών, του πρωθυπουργού και του βασιλιά. Ο Βενιζέλος αντιπροσώπευε τη νέα γενιά των πολιτικών αντρών που αναδύθηκαν στην κεντρική σκηνή, προωθώντας εκσυγχρονιστικά μοντέλα και μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση σε σχέση με τις έως τότε πρακτικές των παλαιών κομμάτων. Εκσυγχρονιστής, ρεαλιστής, κυνικός όπου χρειαζόταν, οραματιστής, οπαδός της βαλκανικής συνεννόησης και ταυτόχρονα της εθνικής εδαφικής ολοκλήρωσης, στενός σύμμαχος των εγγυητριών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη το 1910 και οδήγησε τη χώρα στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, σπούδασε στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου στα τέλη του 19ου αιώνα και γρήγορα υιοθέτησε πολλά από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γερμανική αυτοκρατορία. Θαυμαστής της γερμανικής οργάνωσης στο επίπεδο της κοινωνίας και του στρατού, ανέπτυξε μιλιταριστικές, αντικοινοβουλευτικές, συντηρητικές – απολυταρχικές απόψεις, τις οποίες προσπάθησε να εφαρμόσει όταν ανήλθε στο θρόνο. Ταυτόχρονα, νυμφευόμενος την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, απέκτησε και συγγενικές σχέσεις με τον οίκο των Χοεντσόλερν.

Η συνεργασία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά υπήρξε το πρώτο διάστημα επιτυχής και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Τερματίστηκε δε οριστικά όταν ξέσπασε ο «Μεγάλος Πόλεμος». Ο πρωθυπουργός ήταν σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Γερμανία, που θαύμαζε και της οποίας τη νίκη ευχόταν.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις η έκρηξη του «Μεγάλου Πολέμου» έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο τελευταίος ξεκίνησε να αλληλογραφεί με τον Κάιζερ εν αγνοία της κυβέρνησής του. Στο πρώτο τηλεγράφημά του ο Γερμανός αυτοκράτορας ζητούσε από τον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό του για να πολεμήσουν από κοινού τους Σλάβους στα Βαλκάνια. Στην απάντησή του ο Έλληνας μονάρχης αντιπρότεινε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη, καθώς λόγοι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί δεν της επέτρεπαν να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η λύση αυτή στην πραγματικότητα ικανοποιούσε επίσης απολύτως το Βερολίνο, από τη στιγμή που άνοιγε ουσιαστικά τον δρόμο για τη στρατιωτική εμπλοκή της Βουλγαρίας στις επιχειρήσεις εναντίον της Σερβίας. Η ουδέτερη Ελλάδα, διαβεβαίωνε ο Κωνσταντίνος, δεν σκόπευε να βοηθήσει σε καμία περίπτωση τη Σερβία και από την άποψη αυτή πρόσφερε τις καλύτερες υπηρεσίες για την εκπλήρωση των γερμανικών σχεδίων στο βαλκανικό μέτωπο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου».

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός». Γ. Β. Δερτιλής στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. 


 

Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται σε ένα αφήγημα των γεγονότων της περιόδου 1914-1922. Το αφήγημα απευθύνεται πρωτίστως στο γενικό κοινό και όχι τόσο σε συναδέλφους που ήδη γνωρίζουν τα γεγονότα. Γι’ αυτό θα περιοριστώ σε μία και μόνη επεξηγηματική υποσημείωση.  Σε ένα κείμενο αναγκαστικά βραχύλογο που όμως φιλοδοξεί να καλύψει ένα θέμα ευρύτατο, η επίδειξη εμβρίθειας με παραπομπές και υποσημειώσεις θα ήταν περιττή.

Αφηγούμενος τα συμβάντα και συνδέοντάς τα συνεχώς με τη χρονολόγησή τους, ελπίζω να αναδείξω τα αίτιά τους και, επομένως, τα εξής ερμηνευτικά συμπεράσματα που ενδιαφέρουν και τους ιστορικούς.

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Πρώτον, ότι στον «Διχασμό» οδήγησαν κυρίως εξωγενή «αιτιακά πλέγματα»: τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο.

Δεύτερον, ότι η τεράστια σημασία των διακυβευμάτων του μεγάλου πολέμου τον κατέστησε έναν πόλεμο συνειδητής και δυνάμει ολοκληρωτικής εξόντωσης του αντιπάλου όπως μαρτυρεί η μαζική βιαιότητά του.

Τρίτον, ότι εφόσον οι ελληνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια και στην Ανατολή ήταν παράλληλες προς τις τοπικές επιδιώξεις ορισμένων Δυνάμεων αλλ’ αντίθετες προς επιδιώξεις άλλων, ήταν αναπόφευκτο να μεταφερθούν και στην Ελλάδα οι ιδιότητες του ολοκληρωτικού πολέμου. Με αυτές επρόκειτο να διεξαχθεί και ο «Διχασμός».

Γι’ αυτό άλλωστε, τέταρτον, ο λεγόμενος «Διχασμός» ήταν ουσιαστικώς ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε εννέα χρόνια, οδήγησε σε μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις, άφησε χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς, και μετά το 1922 επέφερε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Στις 28 Ιουλίου 1914, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας. Στις 3 Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διακηρύξει ένοπλη ουδετερότητα. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, υπέγραψε με τη Γερμανία μια συμφωνία που στρεφόταν κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία κήρυξαν πάραυτα τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην Ελλάδα βασίλευε ο Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ, γερμανο-σπουδασμένος και θαυμαστής της γερμανικής πειθαρχίας και στρατιωτικής ισχύος. Το 1914, ενώ ενδομύχως επιθυμούσε συμμαχία με τη Γερμανία, ήταν υπέρ της ουδετερότητας· η οποία, με τα γεωπολιτικά δεδομένα των Βαλκανίων, θα ήταν ουσιαστικώς μια ευμενής ουδετερότητα υπέρ της Γερμανίας. Ενδομύχως, επιθυμούσε βεβαίως συμμαχία με τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»: τις δύο αυτοκρατορίες, τη Γερμανική και την Αυστρο-Ουγγρική, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άλλωστε πίστευαν τόσο η Entente όσο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός θεωρούσε επιπλέον τα ελληνικά συμφέροντα παράλληλα και συμπληρωματικά των βρετανικών. Ο ελληνικός στόλος καθιστούσε την Ελλάδα έναν δυνάμει σημαντικό σύμμαχο των Βρετανών. Αντιθέτως, αν η Ελλάδα συμμαχούσε με τους Γερμανούς, θα ήταν γι αυτούς δευτερεύων σύμμαχος σε σύγκριση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία· και ο ελληνικός στόλος θα ήταν εύκολος στόχος για το πανίσχυρο βρετανικό ναυτικό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γ.Β.Δερτιλή πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός»

 

 

Read Full Post »

Αινιάν Δημήτριος (1800-1881)


 

Εις τοσούτον μικρόν και αρτισύστατον κράτος, οποίον είναι το εδικόν μας, και κατά τον δρόμον, τον οποίον τρέχουν οι νέοι μας, αλοίμονον εις εκείνους, οίτινες δεν θέλουν έχει κανένα άλλον τρόπον ζωής παρά την υπαλληλίαν! και αλοίμονον εις το έθνος, το οποίον θέλει επιφορτισθή τοσούτον πλήθος αρχολιπάρων και υπουργηματοθηρών! ή θέλουν ευρεθή ούτοι εις την ανάγκην τίς του άλλου πλειότερον να εξαχρειωθή ενώπιον της εξουσίας, ή θέλουν σύρει την κοινωνίαν εις όχι ασημάντους περισπασμούς, μη δυνάμενοι να έχωσιν οικείαν ύπαρξιν.  

(Αινιάν Δημήτριος – «Ο μαθητής» ή «Ο υιός του Γερονίκου», 1852. Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Α΄. Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση, 1968. 266).

 

Ο Δημήτριος Οικονόμου (Ψευδώνυμο: Αινιάν Δημήτριος), αγωνιστής της επανάστασης του 1821, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός, γεννήθηκε στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού (Φθιώτιδα), τελευταίο παιδί του παπα – Ζαχαρία Οικονόμου. Το Αινιάν προήλθε από υιοθέτηση του επιθέτου Αινιάν [= Φωκιδεύς] – άγνωστο πότε – από τον πατέρα της οικογένειας.

 

«Είμαι υιός υστερότοκος του Ζαχαρία Αινιάνος καταγομένου εκ Μαυρίλου του δήμου Τυμφρηστού της επαρχίας Φθιώτιδος. Εγεννήθην τη 21 Νοεμβρίου του 1800 έτος».

 

Το 1806 εγκαταστάθηκε με τους δικούς του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο πατέρας διορίστηκε διευθυντής στη Σχολή του Γένους στα Θεραπειά, όπου φοίτησε ο Δημήτριος, και στη συνέχεια στη Σχολή της Ξηράς Κρήνης (Κουρού Τσεσμέ). Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μέλη της οποίας ήταν ήδη ο πατέρας και τα δύο αδέρφια του Γεώργιος και Χριστόδουλος.

Η  έκρηξη της επανάστασης βρήκε τον Δημήτριο Αινιάνα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί είδε με τα μάτια του τις σφαγές του ελληνικού στοιχείου από τους Τούρκους. Αποκόπηκε από τη οικογένεια του, κυνηγήθηκε, κρύφτηκε, δεινοπάθησε και μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Από τη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσε και πέρασε κρυφά στην Οδησσό. Εκεί παρέμεινε οκτώ μήνες ώσπου να ρυθμιστεί διπλωματικά το ζήτημα μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας και να επιτραπεί το ταξίδι Ελλήνων προσφύγων στην πατρίδα τους δια μέσου της Ευρώπης. Ο Δημήτριος Αινιάνας αφού πέρασε από την Αυστρία κατέληξε στο Λιβόρνο της Ιταλίας κέντρο του Ελληνικού εταιριστικού κινήματος και έφτασε στην Ύδρα κατά το τέλος του 1822. Ύστερα πήγε στην Ερμιόνη όπου βρισκόταν η Κεντρική διοίκηση, από εκεί στο Άργος και στην Βοστίτσα (Αίγιο)  προς αναζήτηση του αδελφού του.  Από το Αίγιο ο Δημήτριος Αινιάνας πέρασε στην Ρούμελη πατώντας με ιδιαίτερη συγκίνηση τα χώματα της.

Δημήτριος Αινιάν (1800-1881). Ελαιογραφία Γ. Παπαδήμα. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Δημήτριος Αινιάν πήρε ενεργό μέρος στον Αγώνα, αρχικά ως απλός στρατιώτης και στη συνέχεια ως γραμματέας του Εκτελεστικού και της Επιτροπής της Εθνοσυνέλευσης και ως γραμματικός του Γεώργιου Καραϊσκάκη (από το 1826).

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος διετέλεσε γραμματέας του εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας, μέλος του Εφετείου των Νήσων (κατά τη διακυβέρνηση Καποδίστρια) και πρόεδρος πρωτοδικών στη Λαμία, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1835, μετά από έκφραση δυσπιστίας του Όθωνα προς το πρόσωπό του. Αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Υπάτη και ανέπτυξε γεωργική αλλά και πολιτική δράση ενάντια του καθεστώτος. Αποτέλεσμα της τελευταίας ήταν η λεηλασία του σπιτιού του, η δυσμένεια του Παλατιού και έντονα οικονομικά προβλήματα.

Το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής, μετά από ακύρωση της εκλογής του από το παλάτι όμως, έφυγε για την Αθήνα. Εκεί ανέπτυξε εκδοτική και δημοσιογραφική δραστηριότητα (εκδότης και συντάκτης του περιοδικού «Βιβλιοθήκη του Λαού» και συνεργάτης στις εφημερίδες Αθηνά και Το Πανελλήνιον), ενώ παράλληλα εργάστηκε ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τμηματάρχης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Με πολύ κόπο κατόρθωσε να εξασφαλίσει πενιχρή κρατική σύνταξη και το 1863 (μετά την εκθρόνιση του Όθωνα) εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Φθιώτιδος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Με ενδιάμεσες μετακινήσεις μεταξύ Αθήνας και Υπάτης εγκαταστάθηκε τελικά το 1878 στην πρωτεύουσα, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του πάμφτωχος. Πέθανε στη Στυλίδα.

Η ζωή του Δημητρίου Αινιάνος χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από την αγωνία του για την πρόοδο του ελληνικού λαού. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με την πολιτική φρόντισε για την ίδρυση τυπογραφείων, βιβλιοδετείων και σχολείων στην ελληνική επαρχία και αρνήθηκε να υποχωρήσει σε τακτικές ψηφοθηρίας και πελατειακών σχέσεων.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Ωδή στο Μεσολόγγι» στην εφημερίδα «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος την ημέρα της Εξόδου», ενώ το σύνολο του συγγραφικού έργου του περιλαμβάνει επίσης γλωσσολογικές, βιογραφικές, γεωπονικές και ιστορικές μελέτες και στο χώρο της λογοτεχνίας διηγήματα, τα περισσότερα δημοσιευμένα στο περιοδικό του Αινιάνος Βιβλιοθήκη του Λαού.

Το διηγηματικό έργο του Δημητρίου Αινιάνος κινείται στο χώρο της κοινωνικής πεζογραφίας, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες ζωής των αγροτικών πληθυσμών. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η ρεαλιστική γραφή, ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός και η συνειδητή στράτευση στην υπηρεσία του διδακτισμού και του ηθικού παραδειγματισμού με συνακόλουθη αποφυγή οποιουδήποτε λογοτεχνικού ύφους.

Έργα του Αινιάνος εκτός από την από την «Βιογραφία του Γ. Καραϊσκάκη» και τη «Βιβλιοθήκη του Λαού» είναι η «Γραμματική της ομιλουμένης γλώσσας» (1853), το «Λεξικό της ομιλουμένης γλώσσας», (1864 ανέκδοτο και σήμερα χαμένο), «Ρακίνα», Λαμία, 1837 (ανώνυμη έκδοση, μετάφραση), «Αγρονομικά», Χαλκίδα, 1833 (ανώνυμη έκδοση), «Πραγματεία περί συκαμινοφυτείας και μεταξοσκωληκοτροφίας», Αθήνα, 1857,  «Χριστιανική ηθική» 1859, «Αγρονομία στοιχειώδης», Αθήνα, 1861, «Υπόμνημα προς την εν Αθήναις Β’ Εθνικήν Συνέλευσιν διαθέτου των εθνικών γαιών», Αθήνα, 1863, «Περί του Ανατολικού ζητήματος», 1876, η «Βιογραφία του Παλαιών Πατρών Γερμανού»  (εργασία η οποία έχει χαθε), «Αναμνήσεις θερινής νυκτός εν Υπάτη»,  Αθήνα, 1870,  «Έμπορος Μάρκος» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του,  «Βρυκόλακας», «Παμύθιον», «Γερογιάννη», «Ο υιός της χήρας», Μαθητής», «Διδασκάλισσα»,  «Καϊριστή», «Υιόν του Γερονίκου», καθώς και άλλες βιογραφίες, διηγήματα και μεταφράσεις  κυρίως από τα γαλλικά.   Έγραψε και την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του.

Αλλά το ιστορικό ενδιαφέρον του Δημητρίου Αινιάνα δεν περιορίστηκε μόνο στα παραπάνω μελετήματα.  Έγραψε για άλλα πολυσήμαντα εθνικά θέματα του ελληνικού αγώνα όπως και για πολλές σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των ελλήνων κατά την διάρκεια της επανάστασης: «Περί του Ελληνικού Ναυτικού», «Η μάχη στα Βασιλικά», «Η άλωση της Τριπολιτσάς», «Η πτώση του Μεσολογγίου», καθώς και την χαρακτηριστικότατη περιγραφή της καταστροφής των Τούρκων στην Αράχοβα, δημοσιευμένη με τον γενικό τίτλο «Ήθη και έθιμα των Ελλήνων και πράξεις και πράξεις κατά την επανάσταση» που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί συμπλήρωμα της βιογραφίας του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Γιώργος Καλλιώρας, ιστότοπος olykos

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


 

  • Βαλέτας Γιώργος, Εισαγωγή στην έκδοση Δημητρίου Αινιάνος Άπαντα, σ.3-6. Αθήνα, Άτλας, 1962.
    • Γκιόλιας Μάρκος, «Αινιάν Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας1. Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968.
    • Καγιαλής Τάκης, «Ένας συμπαθητικός άνθρωπος του 19ου αιώνα», Το Βήμα, 5/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Η κοινωνική πεζογραφία του Δημητρίου Αινιάνος», Το Βήμα, 26/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Δημήτριος Αινιάν», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Δ’ 1830-1880, σ.116-133. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.
    • Καψάλης Γερ. Δ., «Αινιάνες», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1927.
    • Λάππας Τάκης, Ρουμελιώτες στην επανάσταση Β΄ Δημήτριος Αινιάνας, Γερο – Πανουριάς, σ.5-14. Αθήνα, 1958.
    • Μαζαράκης Ι. Κ. Αινιάν, «Χρονολόγιο – Εισαγωγή», Δημητρίου Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης. Αθήνα, Ερμής, 1974.
    • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Αινιάν Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

Κίτσος (Κυριάκος) Τζαβέλας (1800 ή 1801 1855)


 

Αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά. Ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης το 1821 έλαβε μέρος σε πολλές και σημαντικές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και όταν ο Κιουταχής απείλησε το μικρό νησί Κλείσοβα το Μάρτιο του 1826 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες να ενισχύσει την άμυνά του.

 

Κίτσος Τζαβέλας. Λιθογραφία. Σχέδιο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

 

Τζαβέλας Κίτσος, λιθογραφία.

 

Κίτσος Τζαβέλλας

 

Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300 και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα). Το 1827, πολέμησε στην Αττική με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.  Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός (1847- 48). Τον επόμενο χρόνο έγινε υπουργός Στρατιωτικών και το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστράτηγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Read Full Post »

Διαχείριση εντάσεων στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκιάς – «Απάντηση» με ψυχραιμία, μετριοπάθεια και νηφαλιότητα: Το «κλειδί» σταθερότητας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων, γραμμένο το 2009  αλλά (δυστυχώς) πάντα επίκαιρο με θέμα:

«Διαχείριση εντάσεων στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκιάς – «Απάντηση» με ψυχραιμία, μετριοπάθεια και νηφαλιότητα: Το «κλειδί» σταθερότητας».

 

Η πολιτική των εντάσεων που ακολουθεί συστηματικά η Τουρκία για την επίτευξη των στόχων της αντιμετωπίζεται από την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιδράσεων απέναντι στις συγκεκριμένες προκλήσεις.

Φυσικά το «πολιτικό μήνυμα» συγκεκριμένων διεκδικήσεων που «μεταφέρουν» οι τουρκικές προκλήσεις είναι εύγλωττο, όπως άλλωστε και η γενικότερη στρατηγική επιλογή τους, που είναι η ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, όπως αυτό καλύπτεται από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο. Τόσο η διάγνωση της γενικής στρατηγικής επιδίωξης όσο και η ανάσχεση (διπλωματική και επιχειρησιακή) των επιμέρους τουρκικών προκλήσεων της εκάστοτε…συγκυρίας θα εξακολουθήσει να είναι ατελέσφορη για δύο συγκεκριμένους λόγους.

Ο πρώτος αφορά την ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση των εντάσεων και στη διαχείριση των κρίσεων.

Ο δεύτερος έχει σχέση με τη διακρίβωση του ρόλου της πρόκλησης εντάσεων ως εκδήλωσης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής.

Επομένως απουσιάζει από τους ελληνικούς προβληματισμούς ένας ενδιάμεσος «χώρος σχεδίασης και δράσης» ανάμεσα στο ευρύτερο στρατηγικό επίπεδο και στην τακτική αντιμετώπιση της συγκυρίας. Σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο αναφοράς η πρόκληση εντάσεων δεν είναι υιοθέτηση μιας διαρκούς πρακτικής για την προώθηση του στρατηγικού στόχου της ανατροπής του status quo στο Αιγαίο ούτε ασύνδετες προκλήσεις για τη διατήρηση της πίεσης στην Ελλάδα και της εκπλήρωσης των κάθε φορά επιμέρους διπλωματικών στόχων της Άγκυρας.

Η πρόκληση εντάσεων, τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, συνδέονται με την προσπάθεια υλοποίησης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής, που επιμερίζεται σε διακριτές επιδιώξεις και έχει εύρος χρόνου. Χωρίς να διακρίνουμε τη διαχείριση των εντάσεων και τη διαχείριση των κρίσεων, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εστιάσουμε στη διαμόρφωση σταθεροποιητικών πολιτικών των διμερών σχέσεων με τη γειτονική Τουρκία που θα έχουν μια συνεπή και συνεκτική ελληνική πολιτική αποκλιμάκωσης των εντάσεων. Αν δεν ενταχθεί η πρόκληση εντάσεων στην εκάστοτε πολιτική στρατηγική της άλλης πλευράς, το αποτέλεσμα θα είναι η ανακολουθία επιδιώξεων και μέσων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων, που θα οδηγεί είτε σε ανοχή και ενθάρρυνση των προκλήσεων είτε σε ατελέσφορες και επικίνδυνες κλιμακώσεις. Η αναγωγή της πολιτικής στρατηγικής, είτε στους διπλωματικούς ή στρατιωτικούς τακτικισμούς είτε στις γενικότητες στρατηγικού επεκτατισμού, δημιουργεί περισσότερη σύγχυση στην αντιμετώπιση των προκλήσεων.

Παράλληλα, η ατελέσφορη διαχείριση των προκλήσεων και πολύ περισσότερο η διεύρυνση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των εντάσεων, η πρόκληση ελεγχομένων κρίσεων και η τυχόν διπλωματική ενίσχυση των διεκδικήσεων της άλλης πλευράς έχει ως αποτέλεσμα η σύγχυση να δημιουργείται σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους σχετικά με το περιεχόμενο της ελληνικής εθνικής στρατηγικής. Η διαχείριση των εντάσεων απαιτεί ψυχραιμία και μετριοπάθεια, βασίζεται όμως σε νηφαλιότητα και επεξεργασμένες αντιλήψεις που κατανοούν σε βάθος τις προκλήσεις της συγκυρίας και τη συνδέουν με την εκάστοτε πολιτική στρατηγική και τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους της άλλης πλευράς για την ανατροπή του statusquo στο Αιγαίο.

 

Κίνδυνος θερμού επεισοδίου

 

Ελλάδα- Τουρκιά

Η έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο ενέχει πλέον τον σοβαρό κίνδυνο διολίσθησης σε «επεισόδια» που δύναται να επιδεινώσουν τις σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στον κρίσιμο τομέα της εθνικής ασφάλειας βρίσκονται αρκετά χρόνια τώρα σε οριακό επίπεδο και ο μοναδικός λόγος που δεν έχουν διολισθήσει σε «συγκρουσιακές καταστάσεις» είναι η αυτοσυγκράτηση που συστηματικά επιδεικνύει η ελληνική πλευρά σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Η Αθήνα αποφεύγει συστηματικά να ανεβάσει τους τόνους στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έχει επιδείξει μια πρακτική που αγγίζει τα όρια της «ανοχής» σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Στο πρώτο επίπεδο, βεβαίως, το υπουργείο Εξωτερικών προβαίνει, κάθε φορά, σε διαφόρων τύπων διαβήματα προς την Άγκυρα και προς διεθνείς παράγοντες, υπογραμμίζοντας την ανησυχία της Ελλάδας για τις τουρκικές επιλογές. Αποφεύγει όμως συστηματικά να υπογραμμίσει διεθνώς αυτό για το οποίο υπάρχει καθολική συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ότι δηλαδή υφίσταται τουρκική στρατιωτική απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και σοβαρός κίνδυνος διεθνούς κρίσης λόγω των τουρκικών στρατιωτικών προκλήσεων. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, επίσης, η αυτοσυγκράτηση περιορίζεται στην ανάσχεση μόνο των εξαιρετικά προκλητικών ενεργειών, η οποία – για παράδειγμα – εκφράζεται με την υιοθέτηση μιας πρακτικής των λεγομένων «επιλεκτικών αναχαιτίσεων» στις περιπτώσεις παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου και παραβάσεων του FIR Αθηνών.

Οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόσφατη έξαρση των τουρκικών προκλήσεων φαίνεται να έχουν προβληματίσει έντονα την Αθήνα για το κατά πόσο παραγωγικοί αποδεικνύονται οι μέχρι σήμερα χειρισμοί απέναντι στη συστηματική τουρκική πρακτική στο Αιγαίο. Η διπλωματική «γλώσσα» που χρησιμοποιείται στο όνομα της «μη όξυνσης» του διμερούς πολιτικού κλίματος ενδέχεται διεθνώς να υποβαθμίζει τον αποσταθεροποιητικό ρόλο, σε βάρος της ελληνικής ασφάλειας, των τουρκικών ενεργειών σε μια «συνήθη» αλλά πάντως ελεγχόμενη κατάσταση με «τεχνικά» κατά βάση χαρακτηριστικά ρουτίνας.

Παράλληλα, οι επιχειρησιακές επιλογές ενδεχομένως να συνδράμουν στην «παγίωση» μιας απρόσκοπτης και χωρίς ρίσκο στρατιωτικής δραστηριότητας εμπεδώνοντας στην άλλη πλευρά φρόνημα αυτοπεποίθησης και «ελευθερίας κινήσεων» ακόμη και στο επίπεδο του ένστολου προσωπικού και δημιουργώντας την εντύπωση στους διεθνείς παράγοντες ότι η αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Αιγαίο εξυπηρετείται πρωτίστως από την ελληνική αντίδραση παρά από τον περιορισμό και την άρση των στρατιωτικών προκλήσεων της άλλης πλευράς. Οι προβληματισμοί αυτοί έχουν αναδείξει για άλλη μια φορά την ανάγκη μιας συνεκτικής, ευέλικτης και αποτελεσματικής στρατηγικής διαχείρισης των εντάσεων στην κατεύθυνση της διαφύλαξης της σταθερότητας της εθνικής ασφάλειας και των διμερών σχέσεων.

Η κυβερνητική αυτή επιλογή της «αυτοσυγκράτησης» στους χειρισμούς εδράζεται στη θεώρηση ότι η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων ως ενταξιακή διαδικασία είναι πολυσύνθετη και μακροπρόθεσμη. Θεωρείται όμως ότι η διαδικασία αυτή έχει ως θεμελιακό χαρακτηριστικό το ότι μετασχηματίζει την τουρκική πραγματικότητα και επομένως ενισχύει τη βαθμιαία εγκατάλειψη των τουρκικών αναχρονιστικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο υπέρ μιας γνήσιας εταιρικής σχέσης δύο μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα δεν αναμένει ότι η διαδικασία αυτή θα είναι αυτόματη και ευθύγραμμη και ότι δεν θα διακρίνεται από έλλειψη εμποδίων και πισωγυρίσματα.

Ωστόσο η Ελλάδα εύλογα αναμένει να υπάρχει μια ύφεση στις τουρκικές πρακτικές και μια ενίσχυση της συνεργασίας, έστω και στο επίπεδο των Μέτρων Μείωσης της Έντασης (ΜΜΕ) ή των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Στους τομείς αυτούς, το διμερές θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι δύο πλευρές βάζοντας την υπογραφή τους σε επίσημες συμφωνίες είτε για ΜΟΕ είτε για ΜΜΕ υφίσταται εδώ και χρόνια, ωστόσο η Άγκυρα συστηματικά δεν το εφαρμόζει. Αντίθετα, ιδιαίτερα μετά το 2004, στην Αθήνα φαίνεται να εμπεδώνεται η εκτίμηση ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ενταξιακή πορεία της επιλεκτικά. Επιχειρεί συστηματικά να αποσυνδέσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από την πορεία των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων.

 

Το μετέωρο βήμα της Άγκυρας

 

Η Τουρκία αποσκοπεί να μετατρέψει τα συλλογικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ρόλο «αντικειμενικού» επιδιαιτητή των λεγόμενων «διαφορών» μεταξύ της Τουρκίας, ενός υποψήφιου μέλους και της Ελλάδας, ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κυρίαρχους πολιτικά κύκλους της Άγκυρας φαίνεται ότι υπάρχει η αντίληψη άλλο Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλο Ελλάδα ή Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόκειται για μία αντίληψη που κατανοεί την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά ως έναν «διεθνή οργανισμό», όπως το ΝΑΤΟ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΟΣΑ κ.ά.

Η αντίληψη αυτή δεν είναι μόνο ορατή σε ζητήματα ασφάλειας, όπως αυτά που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά και σε κρίσιμα θέματα τουρκικής εσωτερικής πολιτικής όπως ο ρόλος του στρατού στο πολιτικό σύστημα της χώρας, ο εκδημοκρατισμός, οι παρακρατικοί μηχανισμοί, τα μειονοτικά, αλλά και προβλήματα που στην περίπτωση της γειτονικής χώρας αφορούν πολλά εκατομμύρια πολιτών διαφορετικών εθνοτήτων (Κούρδοι, Τσερκέζοι, Αλεβίτες, κ.ά.), τα ανθρώπινα δικαιώματα, η λειτουργία της Δικαιοσύνης κ.λπ.

Σημαντικό τμήμα της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ της Τουρκίας δείχνει να παραγνωρίζει ότι η τουρκική ένταξη είναι «πράξη προσχώρησης» στην Ε.Ε. με μοναδική παραχώρηση ορισμένες μεταβατικές διατάξεις. Επομένως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας οφείλει να εμπεριέχει κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που να συνδέονται με ενοποιητικές διαδικασίες και να επιβάλλουν καθοριστικές μεταβολές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της με κριτήριο το σύνθετο και πολυδιάστατο πλέγμα πολιτικών αντιλήψεων, θεσμικών μεταβολών και πρακτικών ρυθμίσεων, που έχει αποκληθεί «κοινοτικό κεκτημένο». Η ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου στο νομικό και πολιτειακό σύστημα της Τουρκίας συναντά εδώ και καιρό σημαντικές αντιστάσεις, και εναπόκειται στην πολιτική βούληση της πολιτικής ελίτ και του εκλογικού σώματος της Τουρκίας να ξεπεραστούν.

Οι ευρωπαϊστές της Τουρκίας χρειάζονται την Ελλάδα αλλά και την Κύπρο προκειμένου να κρατήσουν ανοικτή την ενταξιακή προοπτική της χώρας τους, αλλά αυτοί δεν είναι σήμερα η κυρίαρχη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό της γείτονος. Το περιχαρακωμένο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας και οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που συντηρούνται από αυτό όχι μόνο δεν έχουν ανάγκη την Ελλάδα αλλά θα προτιμούσαν μια ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία που δεν θα έθιγε τη θέση και τις επιδιώξεις τους. Επομένως, αυτές οι δυνάμεις επιμένουν να αντιλαμβάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά ως έναν «διεθνή οργανισμό» και να διεξάγουν ένα «ανατολίτικο παζάρι» προκειμένου να διατηρήσουν τον ρόλο τους στα τουρκικά πράγματα εκσυγχρονίζοντας τη λειτουργία τους, στον βαθμό που τούτο είναι εφικτό ώστε αυτή η λειτουργία να προσαρμοστεί στις συνθήκες είτε πλήρους ένταξης της Τουρκίας είτε μιας «ειδικής εταιρικής σχέσης» με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια τέτοια τουρκική δυνατότητα διερευνάται συστηματικά στην περίπτωση εφαρμογής των συμβατικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Άγκυρα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση το Πρωτόκολλο της Τελωνειακής Ένωσης. Η άρνηση εφαρμογής του αναφορικά με ένα μόνο κράτος  – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Κυπριακή Δημοκρατία, αποτελεί για την Άγκυρα «πρακτική-πιλότο» που θα κρίνει τον ρεαλισμό αυτής της τουρκικής επιλογής να διασπάσει την κοινοτική συνοχή μεταξύ των μελών ακόμη και στο πεδίο των συμβατικών δεσμεύσεων. Μέχρι στιγμής όλα δείχνουν ότι τα θεσμικά περιθώρια ευελιξίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να «αναβληθεί» η οριστική συμμόρφωση της Τουρκίας στις συμβατικές υποχρεώσεις της εξαντλούνται ολοένα και περισσότερο. Στο ζήτημα αυτό, για την κυρίαρχη τουρκική στρατιωτικοπολιτική ελίτ πλησιάζει η «ώρα της αλήθειας» και πιθανόν να συνιστά μια σοβαρή ένδειξη ότι οι εσωτερικές συνθήκες στην Τουρκία δεν ευνοούν την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πολιτική της έντασης στο Αιγαίο, ακόμη και στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής το 2004, όπου η τοποθέτηση της Ελλάδος θα έκρινε αν θα δοθεί στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιούργησε σοβαρούς προβληματισμούς στην ελληνική κυβέρνηση. Η κατάσταση αυτή όμως δεν στάθηκε ικανή να αμφισβητήσει τη στρατηγική επιλογή του 1999 να συνδεθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, έστω και σε μεσοπρόθεσμη προοπτική μετά την κυβερνητική επιλογή της εγκατάλειψης της βραχυπρόθεσμης επιλογής για την κοινοτική θέσπιση ενός «οδικού χάρτη» (roadmap) προόδου των διμερών σχέσεων και των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Τόσο η στρατηγική επιλογή του Ελσίνκι (1999) όσο και η συνακόλουθη διαχείριση των ευρωτουρκικών σχέσεων αποτέλεσε αντικείμενο έντονων προβληματισμών της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Οι κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή συνέχισαν σταθερά να στηρίζουν την πολιτική του Ελσίνκι (1999) αναπτύσσοντας τη διμερή συνεργασία με την Τουρκία σε κάθε τομέα όπου υπήρχε γόνιμο έδαφος, όπως η στρατηγική συνεργασία στον τομέα των αγωγών ενέργειας.

Σε διπλωματικό επίπεδο, η ανάπτυξη προσωπικών σχέσεων Καραμανλή – Ερντογάν άνοιξε ένα κανάλι άμεσης επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο ηγέτες, χωρίς ωστόσο, πέραν της αρχικής ευφορίας της επίσημης επίσκεψης του Τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα, να αποδώσει καρπούς σε ό,τι αφορά τη μείωση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο. Αντίθετα, η όποια διακύμανση στην έξαρση των εντάσεων φαίνεται ότι υπαγορεύθηκε από εκτιμήσεις και σχεδιασμούς του τουρκικού διπλωματικοστρατιωτικού κατεστημένου ως χειρισμοί της εκάστοτε συγκυρίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση των τουρκικών διεκδικήσεων και στην αποσύνδεση των διμερών σχέσεων από τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Παράλληλες εντατικές προσπάθειες της Άγκυρας σε διεθνείς οργανισμούς (όπως για παράδειγμα ο ICAO ή ΙΜΟ) να φθείρουν τις ελληνικές δικαιοδοσίες, η δραστηριότητα του τουρκικού προξενείου στην Δυτική Θράκη αλλά κυρίως η κατά καιρούς εξαιρετικά προκλητικές παραβιάσεις και παραβάσεις στο Αιγαίο, ακόμη και σε περιόδους διμερών επαφών (π.χ. επίσκεψη Μολυβιάτη στην Άγκυρα) ή δραστηριοτήτων υψηλών προσώπων (όπως του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ. Παπούλια στο Αγαθονήσι) που ενέχουν τον χαρακτήρα προσωπικής αποδυνάμωσής τους, δημιουργούν την εντύπωση ότι ο κύκλος της «μετα-Ελσίνκι εποχής» κλείνει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά διπλωματικούς και επιχειρησιακούς χειρισμούς στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

 

Η διαχείριση των εντάσεων

 

Η ελληνική διπλωματία κινδυνεύει να υπερκερασθεί από την τουρκική αν η Αθήνα υποτιμήσει τον στρατηγικό ορίζοντα που διέπει την τουρκική διπλωματική τακτική. Η τουρκική στρατηγική πρόκληση δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο με ανάλογες ελληνικές στρατηγικές επιλογές. Από τη σκοπιά της Άγκυρας, η τουρκική πρακτική δεν συνιστά μεταβολή. Αντίθετα συνιστά «συνήθη» πρακτική, καθώς η Τουρκία εμφανίζεται να είναι συνεπής στην πολιτική στρατηγική της και στους διπλωματικούς και στρατιωτικούς χειρισμούς που την υλοποιούν. Η άσκηση στρατιωτικής πίεσης στο Αιγαίο εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας εξακολουθεί να είναι μία σταθερά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η διακηρυγμένη τουρκική επιδίωξη της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων συνεχίζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις.

Σε διεθνές επίπεδο παγιώνει μια θεώρηση του ζητήματος όχι ως τουρκική διεκδίκηση αλλά ως ύπαρξη μιας «γκρίζας ζώνης» σε ό,τι αφορά ελληνική κυριαρχία. Σε διπλωματικό επίπεδο επιχειρεί να ακυρώσει ή να φθείρει τις ελληνικές θέσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Τελωνειακής Ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας, όταν ο μεταρρυθμιστής Ταγίπ Ερντογάν δηλώνει ότι «αν είναι να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε., επειδή δεν υποχωρούμε στο θέμα του πρόσθετου πρωτοκόλλου, ας διακοπούν», ουσιαστικά πιέζει διπλωματικά τους Ευρωπαίους εταίρους προς μία κατεύθυνση αντίθετη με τις ελληνικές επιδιώξεις και, εφόσον δεν υπάρχει κατάλληλη ελληνική απόκριση προς τους εταίρους μας, η πίεση θα μεταφέρεται πάντοτε στην ελληνική πλευρά.

Κινδυνεύει να ανακοπεί άμεσα ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας και μάλιστα λόγω του Πρωτοκόλλου Τελωνειακής Ένωσης; Κανείς έγκυρος αναλυτής στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, παρά τις αναμφισβήτητες δυσκολίες να υπάρξει αλλαγή πλεύσης του τουρκικού καθεστώτος ή του Ερντογάν να το επιβάλει. Αλλά πάλι, αν η Τουρκία δεν μπορεί να μετασχηματιστεί για την αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου, τότε ποιο είναι το ζητούμενο της ενταξιακής πορείας της τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο, ειδικότερα, και για το ελληνικό πρόβλημα ασφάλειας; Πέραν όμως αυτών, στην ελληνική εσωτερική πολιτική προσπαθεί να ευνοήσει το «άνοιγμα» μιας διαδικασίας αναθεώρησης της μετά το 1974 εθνικής στρατηγικής στην κατεύθυνση «συμβιβαστικών» λύσεων που βασίζονται στην παραχώρηση ελληνικής κυριαρχίας.

Με άλλα λόγια, στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο η Άγκυρα κινείται προς μια εντελώς αντίστροφη κατεύθυνση επηρεασμού των εξελίξεων από αυτήν που η Ελλάδα επιχειρεί στις εσωτερικές εξελίξεις της Τουρκίας, μέσω της στήριξης που παρέχει στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε., θεωρούμενης ως διαδικασία «ευρωπαϊκού μετασχηματισμού» της Τουρκίας και, άρα, μεσοπρόθεσμα, άρσης των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων.

Έχουν συσσωρευθεί σημαντικές ενδείξεις ότι η ελληνική πολιτική στρατηγική κινδυνεύει να υπερκερασθεί από την τουρκική, ακριβώς επειδή βασίζεται σε όρους και προϋποθέσεις που οδηγούνται σε εξάντληση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική εθνική στρατηγική οφείλει να αναθεωρηθεί, όπως ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι διατείνονται.

Η εθνική στρατηγική οφείλει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και το όχημα αυτής της αναπροσαρμογής δεν είναι η αναθεώρηση του περιεχομένου της αλλά μια επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική που να την υπηρετεί και να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες. Από τη σκοπιά της διατύπωσης προτεραιοτήτων και πολιτικής στρατηγικής, ο προσδιορισμός των παραμέτρων αυτών συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη της σχετικής πολιτικής βούλησης.

 

Η μετάβαση σε μία νέα στρατηγική

 

Η προώθηση της σταθερότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με δεδομένες τις θέσεις των δύο πλευρών και του διεθνούς παράγοντα, είναι ζήτημα εσωτερικών και διεθνών συσχετισμών που σε τελική ανάλυση αποκρυσταλλώνουν αυτές τις θέσεις. Οι εσωτερικοί συσχετισμοί, όπως προσδιορίζονται στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό εθνικό πλαίσιό τους, καθορίζουν κυρίως τις προτεραιότητες πολιτικής και τις εσωτερικές δυνατότητες και αντοχές για την προώθησή τους. Το κύριο ζητούμενο είναι η διατύπωση μιας πολιτικής στρατηγικής που έχει τη ρεαλιστική δυνατότητα δημιουργίας πλεονεκτικών διεθνών ερεισμάτων για την επίτευξη των στόχων της και αυτό κρίνεται μόνο από τα αποτελέσματά της σε προσδιορισμένο χρονικό ορίζοντα.

Η προσπάθεια να ξεφύγει ολόκληρο το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε Αιγαίο και Κύπρο από τον αναχρονισμό των εδαφικών διεκδικήσεων και της κατοχής δεν μπορεί παρά να είναι πολυδιάστατη. Να ευνοεί, να διευρύνει και να αξιοποιεί την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας με την Τουρκία.

Ταυτόχρονα όμως, η στήριξη της ελληνικής επιλογής να επικρατήσουν στη γειτονική χώρα πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν μια γνήσια εταιρική σχέση και την άρση των διεκδικήσεων, βασίζεται στην επιτυχή ανάσχεση και αποτροπή των τουρκικών προκλήσεων σε Αιγαίο, Δυτική Θράκη και Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το πλαίσιο που θέτει η επαρκώς διατυπωμένη εθνική στρατηγική, που αδιάλειπτα από το 1974 συνιστά το σταθερό πλαίσιο διαμόρφωσης της εκάστοτε πολιτικής στρατηγικής όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Κυβερνήσεις που, παρά τις όποιες ατυχείς στιγμές τους, λάθη και παραλείψεις τους, παρέμειναν – άσχετα από τους λόγους – προσηλωμένες στις επιταγές της εθνικής στρατηγικής.

Επίκεντρο μιας ανανεωμένης πολιτικής στρατηγικής είναι η καθοριστική μεταβολή, με βάση πάντα το διεθνές δίκαιο, των διμερών όρων πάνω στις οποίες η Τουρκία βασίζει την πολιτική στρατηγική πρόκλησης εντάσεων στο Αιγαίο. Η ενδυνάμωση της ελληνικής παρέμβασης σε κάθε διεθνές δικαιακό θεσμικό περιβάλλον και η πρακτική στήριξή της σε επιχειρησιακό επίπεδο με κατάλληλη, ευέλικτη και στοχευμένη διαχείριση των εντάσεων, που να επιβάλλει στην άλλη πλευρά την αποκλιμάκωση των εντάσεων. Η πρόκληση εντάσεων δεν πρόκειται να σταματήσει αν οι εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία που τις συντηρούν δεν μεταβάλουν πολιτική.

Οι προκλήσεις αυτές μπορούν, όμως, να καταστούν ατελέσφορες και αναχρονιστικές εφόσον δεν μεταβάλλουν το status quo στο Αιγαίο προς όφελος των τουρκικών διεκδικήσεων. Ωστόσο, καμιά εποικοδομητική πολιτική στρατηγική δεν μπορεί να έχει προοπτική αν δεν εδράζεται σε μια ευρύτερη θεώρηση της Τουρκίας και σε εκείνες τις εσωτερικές και διεθνείς διαστάσεις που αναιρούν την τουρκική αναθεωρητική πολιτική και την εντάσσουν σε ένα περιβάλλον σταθερότητας, αμοιβαίας ασφάλειας και εξισορρόπησης θεμιτών συμφερόντων. Παρά την πολιτική κυριαρχία των «καθεστωτικών δυνάμεων» υπάρχει μια κοινωνική και πολιτική δυναμική που διατρέχει την τουρκική κοινωνία και πολιτική στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Οι εξελίξεις στη γείτονα χώρα, που διατρέχουν σε βάθος την τουρκική κοινωνία, οικονομία και πολιτική, διέπονται από αντιθέσεις και αντιφάσεις και συνεχίζουν, σε ορισμένες τουλάχιστον εκφάνσεις, να είναι απρόβλεπτες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

* Οι επισημάνσεις στο κείμενο έγιναν από την Αργολική Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) – Χερσαίες Επιχειρήσεις


 

Αντίπαλοι: Συμμαχία Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου – Τουρκιά

Μάχες: Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Μπιζανίου – Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή

 

Οι πόλεμοι που διεξήχθηκαν μεταξύ των ετών 1912-1913 έμειναν γνωστοί στην ιστορία με την ονομασία Βαλκανικοί.

Ο επονομαζόμενος Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) έφερε αντιμέτωπη την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την τετραπλή συμμαχία [1] της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου [2].

Μετά την απελευθέρωση των χριστιανικών κρατών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτά έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον στην κρατική τους οργάνωση και ανασυγκρότηση. Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να αναπτύσσουν και σημαντική δραστηριότητα για τη βελτίωση της κατάστασης των υπόδουλων ακόμη ομοεθνών τους και τις συνθήκες για τη μελλοντική εδαφική διεκδίκηση στα τουρκοκρατούμενα εδάφη.

Η Ελλάδα είχε αναμφίβολα ισχυρούς και αδιαφιλονίκητους ιστορικούς τίτλους στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που ήταν αναπόσπαστα εδάφη της και στα οποία ζούσε συμπαγές και πολυπληθές ελληνικό στοιχείο, που διακρίνονταν για το υψηλό πολιτιστικό του επίπεδο, την πρόοδο και την οικονομική του ανάπτυξη.

Οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης των υπόδουλων περιοχών με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, είχαν ατυχή έκβαση. Ταυτόχρονα, η δράση των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και η σερβική και ρουμανική προπαγάνδα, για τη διεκδίκηση εδαφών εντάθηκε. Ο συνδυασμός των παραπάνω γεγονότων ώθησε τους Έλληνες ιθύνοντες να κατανοήσουν την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και τη διευθέτηση των εθνικών θεμάτων.

 

Τα Βαλκάνια πριν από τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο.

 

Από το 1904 λοιπόν εκδηλώνεται έντονα ο ελληνικός αντιπερισπασμός με το Μακεδονικό Αγώνα από δοκιμασμένους αρχηγούς, αξιωματικούς και ιδιώτες που εισήλθαν στη Μακεδονία για να αγωνιστούν για την ελληνικότητα της περιοχής. Ο αγώνας που συνεχίστηκε μέχρι το 1908 ήταν σκληρός αλλά απέφερε σημαντικά εθνικά οφέλη.

Το 1908 με το ξέσπασμα του κινήματος τον Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη οι ελπίδες των χριστιανικών κρατών για καλύτερη διαβίωση των υπόδουλων ομοεθνών αναπτερώθηκαν. Η πορεία ωστόσο του κινήματος διέψευσε κάθε προσδοκία και οδήγησε σε ακόμη εντονότερους διωγμούς, κυρίως των Ελλήνων οι οποίοι και διατηρούσαν την πνευματική υπεροχή.

Η Ελλάδα, όμως, δεν κάμφθηκε από αυτά τα γεγονότα αλλά αντίθετα οργάνωνε το Στρατό της και ξεκίνησε διπλωματικές προσπάθειες για συμμαχία των βαλκανικών χριστιανικών κρατών. Τα υπόλοιπα κράτη έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από τον σωβινισμό των Νεότουρκων αισθάνθηκαν την ανάγκη της συνεργασίας και έτσι στις 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου [3] του 1912 υπογράφηκε στη Σόφια Συνθήκη φιλίας και συμμαχίας μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Η Συνθήκη προέβλεπε την αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή για την εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών, αλλά και τη δυνατότητα ένοπλης επέμβασης κατά της Τουρκίας καθώς επίσης και τη διανομή των απελευθερούμενων εδαφών σε περίπτωση επιτυχούς πολέμου εναντίον της Τουρκίας [4]. Στις 29 Απριλίου/12 Μαΐου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο συμμάχων και λίγο αργότερα στις 19 Ιουνίου/2 Ιουλίου του 1912 συμπληρωματική στρατιωτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία καθορίζονταν η στρατιωτική δράση της κάθε χώρας σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία.

Χάρτης Συμμαχικών Δυνάμεων.

Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις της Βουλγαρίας με την Ελλάδα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες λόγω των εδαφικών διεκδικήσεων της πρώτης στα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα αποφάσισε τελικά να υπογράψει αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία χωρίς, όμως, να γίνεται σε αυτήν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των απελευθερούμενων εδαφών [5]. Στις 16/29 Μαΐου λοιπόν, υπογράφεται στη Σόφια συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας η οποία ήταν τριετούς ισχύος και προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή και υποστήριξη σε περίπτωση προσβολής μίας εκ των δύο χωρών από την Τουρκία. Τρεις μήνες αργότερα και λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου στις 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών.

Με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο η Ελλάδα δε σύναψε καμία συνθήκη ή στρατιωτική σύμβαση. Μόνο όταν άρχισε ο πόλεμος κατά της Τουρκίας οι δύο χώρες αποφάσισαν να αποστείλουν αντίστοιχα αντιπροσώπους στα γενικά στρατηγεία τους για το συντονισμό των επιχειρήσεων. Αντίθετα, το Μαυροβούνιο υπέγραψε το Σεπτέμβριο του 1912 συμφωνία με τη Σερβία που κυρίως απέβλεπε στον καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας. Έτσι, τα τέσσερα χριστιανικά βαλκανικά κράτη αν και δεν είχαν υπογράψει κοινό αμυντικό σύμφωνο βρέθηκαν στις αρχές του φθινοπώρου του 1912 συνενωμένα και αλληλέγγυα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σφαγές Χριστιανών που οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές, οι κατασχέσεις πολεμικού υλικού και τα καθημερινά επεισόδια στις συνοριακές γραμμές αποτέλεσαν την αφορμή για την κήρυξη της επιστράτευσης στα κράτη της Συμμαχίας. Πρώτη η Βουλγαρία αποφάσισε στις 16/29 Σεπτεμβρίου 1912, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη της Σερβίας, να κηρύξει επιστράτευση. Η Ελλάδα ακολούθησε και το σχετικό διάταγμα της γενικής επιστράτευσης υπογράφηκε τα μεσάνυχτα της 17ης/30ης Σεπτεμβρίου προς 18ης Σεπτεμβρίου/1ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα με την Ελλάδα κινητοποιήθηκε και το Μαυροβούνιο, το οποίο επτά ημέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία κήρυξε πρώτο τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μετά τις συνεχείς αρνήσεις της Τουρκίας να προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, η Σερβία και η Βουλγαρία κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της στις 4/17 Οκτωβρίου. Η Τουρκία προσπάθησε να προσεγγίσει διπλωματικά την Ελλάδα φοβoύμεvn ότι με τη συμμετοχή της στον πόλεμο οι γραμμές ανεφοδιασμού της μέσω θαλάσσης θα ήταν αποκλεισμένες. Παραχωρώντας λοιπόν στην Ελλάδα εδάφη στα οποία συμπεριλαμβάνονταν η Κρήτη, τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο προσπάθησε να κερδίσει τουλάχιστον την ουδετερότητά της. Η Ελλάδα δεν ενέδωσε και κήρυξε στις 5/18 Οκτωβρίου και αυτή τον πόλεμο κατά της Τουρκίας [6].

 

Οι Στρατιωτικές Δυνάμεις των Συμμάχων και της Τουρκιάς

 

Οι ελληνικές δυνάμεις μετά την επιστράτευση αποτελούνταν από 7 Μεραρχίες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 31 Πυροβολαρχίες και 2 αποσπάσματα ευζώνων (υπό τον Συνταγματάρχη Γεννάδη και τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο) αριθμώντας συνολικά 100.000 οπλίτες, 1.658 αξιωματικούς και 1.000 έφιππους [7] στις οποίες προστέθηκε και η VIII Μεραρχία που συγκροτήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1912 στην Ήπειρο, από τις εκεί δυνάμεις, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των οπλιτών στις 129.000. Επίσης, η Ελλάδα διέθετε και στολίσκο 4 αεροπλάνων [8].

Συνολικά, η δύναμη των συμμάχων ανερχόταν σε 684.000 οπλίτες, 9.000 έφιππους και 1.530 πυροβόλα [9].

Αντίστοιχα, η δύναμη των Τούρκων αριθμούσε 340.000 οπλίτες, 6.000 έφιππους και 850 πυροβόλα. Η αναλογία λοιπόν των δυνάμεων των συμμάχων προς των αντίστοιχων τουρκικών ήταν περίπου 2:1 για το πεζικό και τη δύναμη των πυροβόλων και 3:2 για το ιππικό.

 

Η Μάχη στο Σαραντάπορο (Λάρισας)

 

Στις 5/18 Οκτωβρίου, την 1η ημέρα του πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα πέρασαν την ελληνοτουρκική μεθόριο απωθώντας αρχικά τα τουρκικά στρατεύματα των συνοριακών φυλακίων και στη συνέχεια, στις 6/19 Οκτωβρίου, τα εχθρικά στρατεύματα που ήταν εγκατεστημένα στην Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Από τις 7/20 Οκτωβρίου, ο Στρατός Θεσσαλίας άρχισε την προέλαση του προς τον Βορρά για να συναντήσει τον κεντρικό όγκο των τουρκικών δυνάμεων που ήταν εγκατεστημένες στις οχυρές τοποθεσίες του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων – Βογγόπετρας [10].

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου είχε επιλεγεί από την Οθωμανική Διοίκηση εξαιτίας της φυσικής της οχύρωσης και του εύρους των πεδίων βολής που προσέφερε. Είναι επίσης περιοχή ορεινή και δύσβατη και η κίνηση σε αυτή γίνεται με μεγάλη δυσκολία [11].

To βασικό σχέδιο των Τούρκων ήταν να εμποδίσουν την προέλαση του ελληνικού στρατού προς το Βορρά αμυνόμενοι σταθερό και υπερασπίζοντας αυτά τα δύο οχυρά με το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της περιοχής. Αντίστοιχα, το σχέδιο του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε ανοιχτή κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων δυνάμεων στα στενά του Σαραντοπόρου με ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια για την κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα. Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με κυκλωτική κίνηση μέσω της περιοχής των Λαζαράδων προς την Κοζάνη [12].

 

Η μεγάλη μάχη του Σαρανταπόρου, 10 Οκτωβρίου 1912. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων ξεκίνησαν την 9η/22α Οκτωβρίου του 1912. Η I, η II, και η III μεραρχία κινήθηκαν κατά μέτωπο προς τις εχθρικές δυνάμεις στα στενό του Σαραντοπόρου. Αρχικά, η πρόοδος των ελληνικών στρατευμάτων ήταν μικρή εξαιτίας της δυσβατότητας του εδάφους και της δυσκολίας υποστήριξης από το Ελληνικό Πυροβολικό. Από το μεσημέρι και έπειτα, όμως, το Πυροβολικό κατόρθωσε επιτέλους να ταχθεί και να ανοίξει πυρ κατά των τουρκικών θέσεων, με αποτέλεσμα ο αγώνας να λάβει ευνοϊκότερη εξέλιξη για τις ελληνικές δυνάμεις. Μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες οι 3 Μεραρχίες είχαν πλησιάσει την τουρκική γραμμή και είχαν εγκαταστήσει τμήματα ασφαλείας ώστε να διανυκτερεύσουν. Τις βραδινές ώρες ο αγώνας διακόπηκε. Οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τις κύριες γραμμές άμυνάς τους προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση. Η κατάσταση γινόταν ακόμη δυσχερέστερη λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης στην περιοχή.

Την ίδια μέρα κατά τη διάρκεια των επιθετικών ενεργειών των υπόλοιπων μεραρχιών, η IV μεραρχία, με βάση τις οδηγίες και τη διαταγή επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου έλαβε ως μοναδικό σκοπό την υπερκέραση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή των στενών του Σαραντοπόρου από αριστερά και την ταχεία προώθησή της μέσω των χωριών Λιβαδερό και Μεταξάς στα Σέρβια, δηλαδή στα νώτα των τουρκικών γραμμών.

Μετά από ταχεία επίθεση ταυ III Τάγματος της Μεραρχίας προς το χωριό Λιβαδερό οι τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή προς το Σαραντάπορο και το χωριό Μεταξάς. Συνεχίζοντας, οι δυνάμεις του III τάγματος ανέτρεψαν και τις τουρκικές αντιστάσεις στο χωριό Μεταξάς και εγκαταστάθηκαν στα υψώματα γύρω από αυτό. Στη συνέχεια το III και το IV Τάγμα της Μεραρχίας κινήθηκαν συνδυασμένα προς το Πολύρραχο όπου και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα την σύμπτυξη των τουρκικών δυνάμεων προς τα Στενά Πόρτας και το Προσήλιο και τον εξαναγκασμό τουρκικής φάλαγγας, που κινούνταν προς τους Λαζαράδες, σε υποχώρηση προς τα Σέρβια. Το σύνολο σχεδόν των μονάδων της Μεραρχίας εγκαταστάθηκε στο Πο­λύρραχο, για να διανυκτερεύσει, μιας και το σκοτάδι και η δυνατή βροχή δεν επέτρεπαν περαιτέρω κινήσεις. Τμήματα της Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Μεταξάς καθώς και κοντά στο Προσήλιο και στα Στενά Πόρτας.

Αντίστοιχα, η V Μεραρχία, με τη βοήθεια του Αποσπάσματος Γεννάδη, κινήθηκε κατά της ισχυρής θέσης των Λαζαράδων. Παρά τις μεγάλες απώλειές τους κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους από την προωθημένη θέση τους στη Βογγόπετρα προς την κύρια αμυντική τους γραμμή. Το Απόσπασμα Γεννάδη έφτασε στον Αλιάκμονα και προσπάθησε να τον ζεύξει αλλά ακούγοντας την ανταλλαγή πυρών στους Λαζαράδες κινήθηκε κυκλωτικά και ανάγκασε τις εναπομείναντες προωθημένες γραμμές των Τούρκων να υποχωρήσουν και αυτές στην κύρια αμυντική γραμμή.

Τη δεύτερη ημέρα, το πρωί της 10ης/23ης Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάστηκαν για τη συνέχιση της επιθέσεως κατά του Σαρανταπόρου. Από το στρατόπεδο των Τούρκων, όμως, δεν παρατηρούνταν καμία κίνηση. Πράγματι, οι Τούρκοι αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν χάνοντας κάθε ευκαιρία διαφυγής κινήθηκαν τη νύχτα εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, την πυκνή βροχή και την ομίχλη. Η I Μεραρχία κατέλαβε τότε το ύψωμα Σκοπιά, η II Μεραρχία προωθήθηκε μέσα στη στενωπό και η III Μεραρχία κατέλαβε το Σαραντάπορο και τα υψώματα βόρεια από αυτό. Ακολούθησε καταδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων.

Οι δυνάμεις της IV Μεραρχίας συνέχισαν την προέλασή τους ανατρέποντας τις αντιστάσεις των Τούρκων που συναντούσαν στην πορεία τους και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Στις 16:00, τα πρώτα τμήματα εισήλθαν στα Σέρβια και κατέλαβαν τα γύρω υψώματα καθώς και τη γέφυρα του Αλιάκμονα στην οδό Σέρβια-Κοζάνη, την οποία και βρήκαν άθικτη. Μετά από την κατάληψη των στρατηγικών θέσεων και την απελευθέρωση των Σερβίων, η VII Μεραρχία διετάχθη να κινηθεί προς τα Στενό Πέτρας για να εξασφαλίσει την κάλυψη των ελληνικών στρατευμάτων από την κατεύθυνση της Κατερίνης.

Κατά τη μάχη 182 νεκροί (18 αξιωματικοί και 164 οπλίτες) και 995 τραυματίες (30 αξιωματικοί και 965 οπλίτες), πότισαν με το αίμα τους τα ελληνικά χώματα. Στις απώλειες δεν έχουν συμπεριληφθεί εκείνες του 1ου Συντάγματος Πεζικού της I Μεραρχίας [13]. Οι απώλειες των Τούρκων σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους ήταν αρκετά σοβαρές, ενώ περιήλθαν στο νικητή Ελληνικό Στρατό 22 πυροβόλα, πολλά οχήματα και άφθονο πολεμικό υλικό. Για τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη του Σαρανταπόρου, ο Αρχηγός Στρατού Θεσσαλίας απηύθυνε προς τις μονάδες συγχαρητήρια διαταγή, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της συγκεκριμένης μάχης. Έτσι, μετά από διήμερο σκληρό αγώνα έληξε η μάχη του Σαρανταπόρου. Η ταχεία και νικηφόρα έκβαση της μάχης αυτής, εξύψωσε σημαντικά το ηθικό των ανδρών και άνοιξε τις πύλες για την παραπέρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας [14].

 

Η Μάχη στα Γιαννιτσά

 

Μετά την ήττα τους στο Σαραντάπορο οι οθωμανικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν στην Πτολεμαϊδα και τη Βέροια. Η Ελληνική Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη της Θεσσαλονίκης ώστε να προλάβουν την κατάληψή της από τους Βούλγαρους οι οποίοι ενδιαφέρονταν επίσης για την πόλη. Το γενικό Στρατηγείο λοιπόν διέταξε τη Στρατιά Θεσσαλίας να κατευθυνθεί ανατολικά [15].

Η VII Μεραρχία στις 15/28 Οκτωβρίου κατευθυνόμενη προς την Κατερίνη βλήθηκε αιφνιδιαστικά από εχθρικό πυρά και αντεπιτέθηκε υποχρεώνοντας τους Τούρκους να υποχωρήσουν προς την πόλη. Την επομένη, 16/29 Οκτωβρίου, η VII Μεραρχία, επαναλαμβάνοντας την επιθετική της ενέργεια, εισήλθε στην πόλη στις 07:50 χωρίς, όμως, να συναντήσει καμία αντίσταση αφού οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Έτσι, απελευθερώθηκε η πόλη της Κατερίνης, με το τίμημα, όμως, 2 νεκρών αξιωματικών και 19 τραυματιών (3 αξιωματικοί και 16 οπλίτες) που έπεσαν στο πεδίο της μάχης στις 15/28 Οκτωβρίου [16].

 

Η τελετή παράδοσης των Ιωαννίνων. Λαϊκή εικόνα εποχής. Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής.

 

Η ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου για τις τουρκικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών ήταν πολύ ελλιπής με αποτέλεσμα η προέλαση της Στρατιάς Θεσσαλίας προς Γιαννιτσά, στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου, να θεωρηθεί ότι θα επιτευχτεί χωρίς καμία σοβαρή εμπλοκή με τα εχθρικά στρατεύματα. Το Στρατηγείο πίστευε ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα αμύνονταν στην περιοχή του Αξιού ποταμού. Στις 18/31 Οκτωβρίου, λοιπόν, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή για προέλαση του όγκου της Στρατιάς Θεσσαλίας προς τον Αξιό μέσω της εδαφικής ζώνης βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών. Στα νότια της λίμνης διέθεσε την VII Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων και την Ταξιαρχία Ιππικού για την κάλυψη της δεξιάς πλευράς της και της Βέροιας από την κατεύθυνση του Λουδία. Η βεβαιότητα ότι στα βόρεια της λίμνης δεν υπάρχει εχθρός ήταν τόσο εδραιωμένη, ώστε ως έδρα του Στρατηγείου ορίζονταν, από το μεσημέρι της επομένης κιόλας, τα Γιαννιτσά. Επομένως, η μάχη των Γιαννιτσών μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάχη μη αναμενόμενη.

Η αμυντική τοποθεσία των Γιαννιτσών επιλέχθηκε από τους Τούρκους για να εμποδίσουν την προέλαση των ελληνικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, προβάλλοντας σταθερή άμυνα. Η θέση αυτή προσέδιδε πολλά πλεονεκτήματα στους Τούρκους λόγω του ανοικτού πεδίου βολής που προσφέρει για τα αμυντικό πυρά, την κάλυψη από το όρος Πάικο, τη δυνατότητα υπεράσπισης με μικρές δυνάμεις και την ύπαρξη στα μετόπισθεν (ανατολικά) παράλληλων αντερεισμάτων που εξυπηρετούν την εύκολη κάλυψη και κίνηση των εφεδρειών [17].

Οι δυνάμεις των Ελλήνων αποτελούνταν από την I, την II, την III, την IV και την VI Μεραρχία, 1 Ταξιαρχία Ιππικού και 4 Τάγματα Ευζώνων σι οποίες καλύπτονταν από τα αριστερά από την V Μεραρχία και από τα δεξιά από την VII Μεραρχία η οποία μετά την κατάληψη της Κατερίνης προωθήθηκε με αστό το σκοπό. Αντίστοιχα, οι τουρκικές δυνάμεις υπολογίζονταν σε 25.000 άντρες περίπου, που υποστηρίζονταν από 24-30 πυροβόλα [18].

Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου/1 ης Νοεμβρίου του 1912 άρχισε η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς τα ανατολικά. Οι ελληνικές Μεραρχίες (II, III, IV και VI Μεραρχία) συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με τις τουρκικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν μη αναμενόμενη για τον Ελληνικό Στρατό σε αντίθεση με τον αντίστοιχο τουρκικό ο οποίος ήταν καλά οργανωμένος. Παρόλα αυτά οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να κάμψουν γρήγορα την αντίσταση του εχθρού και να τον αναγκάσουν να συμπτυχθεί προς τα Γιαννιτσά, ανατρέποντας τα εχθρικό τμήματα και αποκρούοντας τις εχθρικές αντεπιθέσεις.

Κατά τη νύχτα οι Μεραρχίες διέκοψαν τον αγώνα και διανυκτέρευσαν στις θέσεις που είχαν καταλάβει, με σκοπό να συνεχίσουν την επίθεση την επομένη.

Στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου η επίθεση των ελληνικών στρατευμάτων υπήρξε σφοδρή. Η VI Μεραρχία επιτέθηκε και αιχμαλώτισε τμήματα του εχθρικού πυροβολικού καταλαμβάνοντας το νεκροταφείο της πόλης των Γιαννιτσών και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν προς την πόλη των Γιαννιτσών. Η κατάληψη του νεκροταφείου από την VI Μεραρχία και η προέλαση του 9ου Τάγματος Ευζώνων στα ανατολικά των Γιαννιτσών είχε αποφασιστικά αποτελέσματα. Οι Τούρκοι μπροστά στον κίνδυνο να πλευροκοπηθούν άρχισαν γενική σύμπτυξη. Η II και η VI Μεραρχία, τότε, επιτέθηκαν σφοδρά εναντίον του εχθρικού μετώπου και στις 11:00 περίπου εισήλθαν στα Γιαννιτσά και αιχμαλώτισαν τον εχθρικό λόχο. Τα εχθρικά στρατεύματα υποχώρησαν άτακτα προς τον Αξιό ποταμό και πέρα από αυτόν.

Η επιτυχία αυτή στοίχισε στους Έλληνες 188 νεκρούς (10 Αξιωματικοί και 178 Οπλίτες) και 785 τραυματίες (29 Αξιωματικοί και 756 Οπλίτες).

 

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων – Domenica del Corriere 16/23 Mar 1913.

 

Εφημερίδα Σκριπ – Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

 

Η νίκη στη μάχη στα Γιαννιτσά είχε αποφασιστική σημασία τόσο για την τόνωση του ηθικού των δυνάμεών μας, όσο και για τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι μόλις 6 ημέρες μετά την απελευθέρωση των Γιαννιτσών, η Στρατιά Θεσσαλίας που διάβηκε τον Αξιό και προχώρησε χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση προς τη Θεσσαλονίκη, μπήκε στην πόλη την 17:00 της 26ης 0κτωβρίου/8ης Νοεμβρίου όπου ο Χασάν Ταξίν πασάς παραδόθηκε, αφήνοντάς την στα χέρια των Ελλήνων, παραδίδοντας ταυτόχρονα 1.000 αξιωματικούς, 25.000 οπλίτες, 70 πυροβόλα και 30 πολυβόλα.

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στα Γιαννιτσά, η V Μεραρχία είχε στο μεταξύ φτάσει στην περιοχή του Αμύνταιου με την προοπτική να συνεχίσει την προέλασή της προς το Μοναστήρι.

Το βράδυ της 23ης 0κτωβρίου/5ης Νοεμβρίου προς 24ης Οκτωβρίου/6ης Νοεμβρίου, όμως, δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από μικρό εχθρικό τμήμα υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Εσάτ. Ακολούθησε πανικός και η V Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς το νότο. Οι Τούρκοι, όμως, δε συνέχισαν την καταδίωξη νοτιότερα του Αμύνταιου παρά αποσύρθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Σέρβους που κατέβαιναν από το βορρά.

Εξαιρουμένου του αιφνιδιασμού αυτού, η Στρατιά Θεσσαλίας πέτυχε, λοιπόν, σημαντικές και πολλές νίκες οι οποίες συνεχίστηκαν με την απελευθέρωση της Ελευθερούπολης, της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Κορυτσάς [19].

 

 

Η Μάχη Μπιζανίου-Ιωαννίνων

 

Παράλληλα με το Στρατό Θεσσαλίας, ο Στρατός Ηπείρου είχε ως αποστολή την παρακώλυση οποιασδήποτε παράβασης της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού κόλπου. Το πλάνο περιελάμβανε την εξασφάλιση με μικρές δυνάμεις των πλέον απειλουμένων διαβάσεων βόρεια της Άρτας, τη διάβαση του Αράχθου και την κατάληψη της ορεινής περιοχής Ξηροβούνι για τον έλεγχο των δύο κοιλάδων που βρίσκονταν εκατέρωθεν του Αράχθου και του Λούρου. Στις 5/18 Οκτωβρίου ο Στρατός Ηπείρου διάβηκε τον Άραχθο και μέχρι τις 9/22 Οκτωβρίου καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις το Γρίμποβο και στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου καταλήφθηκε η Πρέβεζα που αποτέλεσε και την κύρια βάση ανεφοδιασμού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Από τις 20 έως τις 28 0κτωβρίου/2 έως 10 Νοεμβρίου τα ελληνικό στρατεύματα κατάφεραν την εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τα Πέντε Πηγάδια αλλά στη συνέχεια οι δραστηριότητες ανακόπηκαν λόγω και των γεγονότων της υποχώρησης της V Μεραρχίας.

 

Είσοδος Ελληνικής Σημαίας στα Ιωάννινα, έργο του Κενάν Μεσαρέ (1889-1965), ζωγράφου των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Μεσαρέ ήταν γιος του Τούρκου αρχιστρατήγου, Χασάν Ταχσίν Πασά, που παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες το 1912. Ιωάννινα, Λέσχη Αξιωματικών.

 

Στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου, στάλθηκε διαταγή στο Στρατό Ηπείρου που καθόριζε ότι ενόψει της επικείμενης ανακωχής, υπέρτατο καθήκον ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη των Ιωαννίνων από τον Ελληνικό Στρατό. Μετά την κατάληψη του οροπεδίου της Αετορράχης από τον Ελληνικό Στρατό, οι εχθροί αναγκάστηκαν στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου σε υποχώρηση προς την οχυρωμένη θέση των Ιωαννίνων εγκαταλείποντας μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Από τις 15/28 Δεκεμβρίου άρχισε να καταφθάνει η IV Μεραρχία και τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου η Στρατιά Ηπείρου ενισχύθηκε από τις δυνάμεις της VI Μεραρχίας. Στις 7/20 Ιανουαρίου διετάχθη κατά μέτωπο επίθεση η οποία δεν πέτυχε το σκοπό της και τα ελληνικά στρατεύματα αναστάλθηκαν για την προπαρασκευή της τελικής επίθεσης.

Εσάτ Πασάς: Ο τελευταίος υπερασπιστής των Γιαννίνων το 1912-13.

Στις 17/30 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος της Στρατιάς Ηπείρου ζήτησε, με προσωπική επιστολή προς τον Εσάτ Πασά, την παράδοση των Ιωαννίνων ώστε να αποφευχθεί αιματοχυσία, δεδομένου ότι η Οθωμανική Κυβέρνηση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί από τα εδάφη που υπερασπιζόταν ο Εσάτ. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοση στις 19 Ιανουαρίου/1 Φεβρουάριου και έτσι ο Έλληνας Αρχιστράτηγος ενέτεινε τις προσπάθειες για την όσο το δυνατόν καλύτερη προπαρασκευή του ελληνικού στρατού με σκοπό την τελική επίθεση και την άλωση της οχυρής τοποθεσίας των Ιωαννίνων.

Η τοποθεσία των Ιωαννίνων αποτελούσε πολύ ισχυρή αμυντική θέση μιας και επρόκειτο για οχυρωμένη τοποθεσία που είχε μελετηθεί και εν συνεχεία βελτιωθεί στα ασθενή της σημεία, βάσει της πείρας που είχε αποκτηθεί κατά τις επανειλημμένες επιθέσεις των ελληνικών τμημάτων. Η μορφή της οχύρωσης παρουσίαζε μία εκτεταμένη περιφερειακή οργάνωση που απείχε 8-10 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και στηριζόταν προς βορρά στα υψώματα Γαρδίκι-Παλιόκαστρο, προς τα ανατολικά στη γραμμή ταυ όρους Μιτσικέλι, προς Λύση στα υψώματα Σαδοβίτσας, Δουρούτης, Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Αγίου Νικολάου και Μανωλιάσας και τέλος προς τα Νότια η οχύρωση στηριζόταν στον ορεινό όγκο που υψωνόταν πάνω από το Μπιζάνι. Σε όλα σχεδόν τα υψώματα υπήρχαν μόνιμα πυροβολεία και συρματοπλέγματα. Επίσης, στην τοποθεσία υπήρχε τηλεφωνικό δίκτυο και οδοί ανεφοδιασμού συνθέτοντας έτσι μία σταθερή και απόλυτα ακυρωμένη τοποθεσία και καθιστώντας την απαγορευτική σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια.

Το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων ανερχόταν σε 51 Τάγματα πεζικού, 33 Διμοιρίες πυροβόλων, 14 Πεδινές Πυροβολαρχίες, 2 Βαρείες, 3 Ίλες Ιππικού και 3 Ημιλαρχίες, 23 Τάγματα και 6 Ορεβατικές Πυροβολαρχίες. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες για τον Οθωμανικό Στρατό υπολόγιζαν το σύνολό του σε 27.500 περίπου τυφέκια και 83 πυροβόλα.

Το σχέδιο ενέργειας των Ελλήνων προέβλεπε ισχυρή αιφνιδιαστική επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου /4 Μαρτίου με σκοπό την ταχεία κατάληψη των στρατηγικών υψωμάτων της περιοχής. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε διείσδυση μέχρι την πεδιάδα που εκτεινόταν στα νώτα του Μπιζανίου. Στόχος ήταν η υπερκέραση της οχυρωμένης αυτής τοποθεσίας από τα δυτικά και η κατάληψη των Ιωαννίνων. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους σκόπευαν στη σταθερή άμυνα κυρίως στα υψώματα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας.

Κατά την πρώτη ημέρα, τα ελληνικά στρατεύματα κινήθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και σημείωσαν πολλές επιτυχίες. Συγκεκριμένα, κατάφεραν να καταλάβουν τα περισσότερα από τα στρατηγικά υψώματα που προέβλεπε το σχέδιο επίθεσης και να εγκαταστήσουν προφυλακές. Το πυροβολικό της Στρατιάς έβαλε όλη την ημέρα κατά της τοποθεσίας ταυ οχυρού του Μπιζανίου και παρόλο που το οχυρό φαινόταν να παραμένει ακόμη ασφαλές το εχθρικό πυροβολικό είχε σιγήσει [20].

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (1861-1913) αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

Το 1ο  Σύνταγμα Ευζώνων πέτυχε να διεισδύσει στο εσωτερικό των εχθρικών δυνάμεων μέχρι τις παρυφές των Ιωαννίνων. Το γεγονός αυτό συνέβαλλε στην απόφαση του Εσσάτ Πασά να μην αναμείνει το τελειωτικό χτύπημα και να αποφύγει παραπέρα άσκοπη καταστροφή των δυνάμεων του. Απευθύνθηκε λοιπόν στους Πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων για να μεσολαβήσουν για την παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων. Στις 23:00 λοιπόν δύο Τούρκοι αξιωματικοί έφτασαν στις παρυφές το 9ου Τάγματος Ευζώνων μεταφέροντας την πρόταση για την παράδοση. Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου οδήγησε την τουρκική αντιπροσωπεία στα Γενικό Στρατηγεία όπου και μετά από σύντομη συζήτηση επιτεύχθηκε συμφωνία. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου/5ης Μαρτίου, λοιπόν, το Σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη και υπογράφηκε το πρωτόκολλο παραδόσεως, σύμφωνα με το οποίο παραδίδονταν στην Ελλάδα η πόλη των Ιωαννίνων και όλος ο στρατός των Τούρκων στα Ιωάννινα. Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επισήμως στην πόλη την επομένη, 22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου, κάτω από τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων [21].

Οι απώλειες των Ελλήνων στην προσπάθεια για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων ανήλθαν σε 5 Αξιωματικούς και 264 οπλίτες (οι απώλειες αυτές αφορούν τις 3 ελληνικές φάλαγγες) [22].

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έθεσε τέρμα στη χρονίζουσα εκκρεμή υπόθεση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο και ταυτόχρονα εξύψωσε ακόμη περισσότερο το γόητρο του Ελληνικού Στρατού απέναντι των Βαλκανικών Συμμάχων και των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης [23].

 

Επίλογος

 

Η Τουρκία από τις 4/17 Νοεμβρίου 1912 είχε ζητήσει από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μεσολαβήσουν για την κατάπαυση των εχθροπραξιών, καθώς οι ήττες του στρατού της διαδέχονταν η μία την άλλη. Πριν από την μεσολάβηση αυτή, η Βουλγαρία εξουσιοδοτημένη και από τη Σερβία και από το Μαυροβούνιο υπέγραψε ανακωχή στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου. Η ελληνική κυβέρνηση διαχώρισε τη θέση της με ανακοινωθέν της επομένης μιας και ο αγώνας στην Ήπειρο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων συνεχιζόταν. Παρόλα αυτά έστειλε αντιπροσωπεία στην ειρηνευτική διάσκεψη που κανονίστηκε στο Λονδίνο στις 3/16 Δεκεμβρίου 1912.

 

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι σοβαρές δυσχέρειες που προέκυψαν από τις πρώτες ημέρες, οδηγούσαν σε ναυάγιο, καθώς οι Τούρκοι ήταν αμετακίνητοι σε σοβαρά σημεία, αλλά και εξαιτίας των διαφορών των συμμάχων. Τη βασική διαφορά αποτελούσαν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, τα οποία οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραδώσουν. Στις 4/17 Ιανουαρίου 1913, όμως, οι Δυνάμεις κατόρθωσαν να συγκρούσουν τις ανατιθέμενες πλευρές και να πείσουν την τουρκική αντιπροσωπεία να υπογράψει την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης η οποία, όμως, μετά από πραξικόπημα στην Τουρκία ματαιώθηκε και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Στις 17/30 Μαΐου 1913, υπογράφηκε, τελικά, στο Λονδίνο, η οριστική συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Τουρκία παραιτούνταν από την Κρήτη και εμπιστευόταν στην κρίση των Μεγάλων Δυνάμεων την απόφαση για το μέλλον των νησιών του Αιγαίου. Η συνθήκη αυτή δημοσιεύθηκε, αλλά δεν κυρώθηκε εξαιτίας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ξέσπασε [24].

Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων κατά τπ διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ανήλθαν σε 2.374 νεκρούς (143 αξιωματικοί και 2.231 οπλίτες) και 11.265 τραυματίες (2.231 αξιωματικοί και 9.034 οπλίτες) [25].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είχαν υπογράφει συνθήκες μεταξύ και των τεσσάρων μερών της συμμαχίας αλλά μόνο μεταξύ Σερβίας- Βουλγαρίας (29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1912). Ελλάδας – Βουλγαρίας (16/29 Μαΐου 1912) και Σερβίας – Μαυροβουνίου (Σεπτέμβριος 1912).

[2] Νικολοδήμος Α.Δ. «Μέρες Πολέμου», σελ.35.

[3] Οι δύο ημερομηνίες αντιστοιχούν στο παλαιό και στο νέο ημερολόγιο.

[4] Μυστικόν παράρτημα της συνθήκης φιλίας και συμμαχίας μεταξύ του Βασιλείου της Βουλγαρίας και του Βασιλείου της Σερβίας, άρθρον 2ον, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Α», σελ. 235.

[5] Συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδος, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Β», σελ. 241-242.

[6] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 3-11.

[7] Δεπάστας Ν.Σ.. Ιστορικόν Σχεδίασμα, σελ. 322.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 25, 288, 296.

[9] ΓΈΣ/ΔΙΣ. Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’, σελ. 288.

[10] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 45-47.

[11]Μοσχάκης Γ., Μάχη Σαρανταπόρου. σελ.41.

[12] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 48-49.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’. σελ. 60.

[14] Μοσχάκης Γ.. Μάχη Σαρανταπόρου, σελ. 43-51.

[15] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59.

[16] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ, Α’, σελ. 72, 76.

[17] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59-63.

[18] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 85.

[19] Στις 27 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Ελευθερούπολη, στις 7/20 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Φλώρινα, στις 11/24 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Καστοριά και στις 7/20 Δεκεμβρίου απελευθερώνεται η Κορυτσά.

[20] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 88-102.

[21] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 179.

[22] Νικολοδήμος Α.Δ.. Μέρες Πολέμου, σελ. 101.

[23] ΓΕΣ/ΔΙΣ. Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 180.

[24] Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί, σελ. 215.

[25] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 265.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1987.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912­1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1988.
  • Νικολόδημος Α.Δ., «Μέρες Πολέμου (1902-1922)», Λευκωσία, Κέντρο Με­λετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2005.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ. Έκδοσης Κουβακας Θ., Μπουγάς Ν. και Πουρναρά Ε., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 212-216.
  • Μοσχάκης Γ., «Η Μάχη του Σαρανταπόρου», Ιστορικές Σελίδες, Τεύχος 1, [σσ] 40-51.
  • Δεπάστας Ν.Σ., «Ιστορικόν Σχεδίασμα περί των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913», Αθήνα, Ανάτυπο εκ του ΜΣΤ’ Τόμου του περιοδικού «Παρνασσός», 2004.

 

Πηγή


 

  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας

Read Full Post »

Στορνάρης (ή Στουρνάρης) Νικόλαος (1775;-1826)


 

Νικόλαος Στουρνάρης

Ο Νικόλαος Στορνάρης ή Στουρνάρης ήταν Φιλικός, Αγωνιστής της Επανάστασης, οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και υπερασπιστής του Μεσολογγίου. Έδρασε στη Δυτική Στερεά. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή του Ασπροποτάμου και ήταν στην εποχή του Αλή πασά ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδας στη Λευκάδα στις αρχές του 1821. Μετείχε στην επανάσταση στον Ασπροπόταμο και πολέμησε στη Στερεά και την Πελοπόννησο διακριθείς ιδιαίτερα στο Βουλγαρέλι το 1824.

Μετά την καταστολή της επανάστασης στον Όλυμπο το 1822 συγκέντρωσε δίπλα του όσους επαναστάτες και φιλέλληνες διέφυγαν. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη την άνοιξη του 1823 στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν το προσκύνημα των αρματολών στη Στερεά και τη Θεσσαλία και συμμετείχε στις μάχες εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στα 1823 και 1824 στη Δυτική Στερεά.

 

Νικόλαος Στουρνάρης. Δημοσιεύεται στο Xρ. Bλασσόπουλος, «Hμερολόγιον του Aγώνος», Αθήνα, 1930.

 

Πήρε ενεργό μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου και έγινε ονομαστός για τον πατριωτισμό και την ανδρεία του. Ως αρχηγός του φρουράς της πόλης, παρέμεινε στο Μεσολόγγι καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του και έπεσε ηρωικά κατά τη μεγάλη έξοδο.  Κατατάχθηκε στον βαθμό του στρατηγού (Α.Μ. 2086).

 

Πηγές


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.
  • Γιαννούλης, Ν. Κ., «Το αρματολίκι Ασπροποτάμου και οι Στορναραίοι», Αθήνα, ΕΜΟΤ, 1981.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »