Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τρίπολη’

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και την Ελληνική Επανάσταση – Νίκος Π. Γεωργακόπουλος, Τρίπολη, 2006.  


 

Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχει­ρεί να δώσει το στίγμα του πνευματικού βί­ου των υπόδουλων κατοίκων του Μοριά, εντοπίζο­ντας τις πνευματικές εστίες, όπου εκδηλώθηκε η ενδιάθετη θέρμη των αοιδίμων δασκάλων της επο­χής για το φωτισμό του Γένους, τη συνδιαλλαγή της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αποδυ­νάμωση των εξουσιαστικών δομών και την εθνική αποκατάσταση.

Στα ταπεινά σχολεία, σε συνεργασία με τις άλ­λες δυνάμεις του ελληνισμού, προετοιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε (με το μεγαλούργημα του ’21) η στενή σχέση πνευματικής καλλιέργειας και κατά­κτησης της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας, μέ­σα από το ιδεολογικό μέγεθος και τον οικουμενι­κό χαρακτήρα του ελληνισμού. Καταδείχτηκε έτσι, ο στενός σύνδεσμος των αξιολογήσεων της ελληνικής παιδείας με τη συλλογική μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα.

 

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά

 

Σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: 

 

Η τραγωδία του ελληνισμού στα 1453 έκανε, τις βυθισμένες σε μεταφυσική μακαριότητα συνειδήσεις, να ανανήψουν. Η Ελλάδα περιμαζεύει τα συντρίμμια της, πλάθει τα όνει­ρά της, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και οργανώνει την αντίστα­σή της απέναντι στον Ασιάτη κατακτητή για να επιβεβαιώσει την ταυτοπροσωπία της.

Την αναγκαστική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες ακολού­θησε η δημιουργία δυνάμεων αυτοργάνωσης από τις εξέχουσες τάξεις του ελληνισμού – Εκκλησία, κοινότητες, οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, ελληνικές παροικίες – οι οποίες, συν τω χρόνω, μετεξελίχθησαν σε παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, αστικής και πολιτιστικής αναγέννησης και πολιτικής απελευθέρωσης. Η μεταβατική αυτή πο­ρεία σημαδεύτηκε από τη συνάντηση με το λαϊκό στοιχείο δύο κό­σμων διαφορετικών: του αρχαίου ελληνικού και του βυζαντινού.

Σε λίγες περιπτώσεις θα επιτευχθεί αρμονική σύνθεση· το βυζαντινο-ορθόδοξο στοιχείο ήταν εξόχως συντηρητικό. Απέρριπτε κάθε επα­φή με τον ορθό λόγο – το κυρίαρχο στοιχείο του κλασικού πολιτι­σμού – όπως και κάθε σχέση με τη δυτική αναγέννηση, που είχε γονιμοποιηθεί απ’ αυτόν, προκειμένου να διαφυλάξει την καθαρότητα της ορθοδοξίας.

Ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αι. στις ελληνικές παροικίες και τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, παρατηρείται μια προσπάθεια υπέρβασης της θρησκευτικής μονολιθικότητας και διαμόρφωσης μιας καθολικότερης εθνικής ιδεολογίας με κυρίαρχο στοιχείο την κλασική αρχαιότητα, προκειμένου να συγκινηθούν οι λαοί της Ευ­ρώπης για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι προσδοκίες δικαιώ­θηκαν με την υπερίσχυση του Διαφωτισμού, όμως οι παρενέργειες (αρχαΐζουσα και λογιωτατισμός) από την ασύμμετρη πορεία, θα τα­λανίσουν για πολύ τον τόπο.

Σ’ όλη αυτήν την εξελικτική διαδικασία η σχολική παιδεία στο Μοριά αλλά και σ’ άλλες ελληνικές περιοχές έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό. Χάρη στη γόνιμη σύνθεση του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που πραγματοποιήθηκε στα σχολεία μας, παρά τις εγγενείς αδυναμίες, κατακτήθηκε η ωριμότητα της επιστημονικής γνώσης και παραμερίστηκε σε μεγάλη έκταση η δεισιδαιμονία που μάστιζε το λαό. Εμπεδώθηκε η κριτική ματιά για ό,τι συμβαίνει γύ­ρω μας – καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και αναδείχθηκε η εθνι­κή μας οντότητα. Δοκιμάσθηκαν νέες πνευματικές συνθέσεις και σφυριλατήθηκε το φιλελεύθερο φρόνημα για να καταξιωθεί στην κατάλληλη στιγμή, στην απώθηση της τυραννίας, την ανάκτηση της πολιτικής ελευθερίας και τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής πολιτεί­ας.

Την ανεκτίμητη αυτή κληρονομιά έχουμε χρέος να την καταστή­σουμε πρότυπο του εκπαιδευτικού μας ιδεώδους και της πολιτικής μας πρακτικής για δύο, κυρίως, λόγους:

Πρώτον γιατί, ενώ έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες ελεύθερου εθνικού βίου, κανένα από τα μεγάλα οράματα εκείνης της περιόδου – εθνικά, πολιτικά, πολιτιστικά – δεν κατορθώσαμε να πραγματοποι­ήσουμε σ’ όλη τους την έκταση. Η ορμή του νεοελληνικού Διαφωτι­σμού θα δεχθεί, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο Αγώνας, ισχυρά πλήγ­ματα από τις συντηρητικές άρχουσες τάξεις. Αυτές, προκειμένου να ελέγχουν την εξουσία και να μη χάσουν τα προνόμιά τους επιδόθη­καν σ’ έναν εξοντωτικό εμφύλιο σπαραγμό, κατέστησαν αναγκαία την ξένη παρέμβαση και – εκτός των άλλων δεινών – οδήγησαν σε συρρίκνωση το ιδεώδες της νέας δημοκρατικής και φιλελεύθερης αγωγής.

Ο δεύτερος λόγος προβάλλει περισσότερο απειλητικός: εξωελληνικές δυνάμεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία του ελ­ληνισμού, με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά της εθνικής μας ταυτότητας. Γινόμαστε μέρα με τη μέρα πιο ευάλωτοι στη διαλυτική ομοιομορφία του μέλλοντος, που απεργάζεται η νέα τάξη πραγμάτων…Σε εποχές όπου οι εσωτερικές μας αντιστάσεις αδυνατίζουν, τα οράματα και οι επιδιώξεις καλύπτονται από την αχλύ μιας, υποτιθέ­μενης, καταναλωτικής ευδαιμονίας, χρειαζόμαστε μια ποιοτικά ανώτερη παιδεία, η οποία να εμπνέεται από το θεσπέσιο ΗΘΟΣ των αοίδιμων δασκάλων της εποχής. Είναι η καλύτερη απόδοση ευγνωμοσύνης που τους οφείλουμε.

Νίκος Π. Γεωργακόπουλος

Δεκέμβριος 2005

Read Full Post »

Έκθεση Ιστορικών Κειμηλίων και Παραδοσιακών Φορεσιών του 1821


 

Έκθεση ιστορικών κειμηλίων και παραδοσιακών φορεσιών διοργανώνεται από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου 2011, στο Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Τρίπολης, στο πλαίσιο του εορτασμού της 190ης επετείου της Αλωσης της πόλης. Ένα ταξίδι στην Ιστορία που θα προκαλέσει δέος και συγκίνηση κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη από την αρχή μέχρι το τέλος της περιήγησης του.
 
 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 
 

Η έκθεση περιλαμβάνει:

  • Κατάλογο 4.000 Αρκάδων αγωνιστών του ’21.
  • Κειμήλια και ιστορικά έγγραφα που διαθέτει ο Δήμος της Τρίπολης.
  • Πολεμικά κειμήλια από την κειμηλιοθήκη του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Τριπόλεως, καθώς και το ιερό Ευαγγέλιο πάνω στο οποίο ορκίστηκαν, τον Μάιο του 1821, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης των Καλτεζών.
  • Ιστορικής αξίας απεικονίσεις του Νικηταρά και του Κολοκοτρώνη, το νεκρικό εκμαγείο του Κολοκοτρώνη και μέρος της στολής του.
  • Έργα προερχόμενα από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο που εδρεύει στην Παλαιά Βουλή: α) 24 λιθογραφίες των έργων του Παναγιώτη Ζωγράφου, ο οποίος εικονογράφησε τις μεγάλες στιγμές του Αγώνα ακολουθώντας τις οδηγίες του Μακρυγιάννη. (Οι εκτιθέμενες λιθογραφίες τυπώθηκαν το 1926 από τον Fred Boissonas). β) 5 χαρακτικά με προσωπογραφίες Αγωνιστών που φιλοτέχνησε το 1827 ο Δανός Adam Friedel. γ) το τάσι του Νικηταρά.
  • Έκθεση μεγάλου μέρους της ιδιωτικής συλλογής του κ. Χρήστου Κατσαμπάνη που περιλαμβάνει: α) Άρματα της Επανάστασης του 1821 β) Παραδοσιακές φορεσιές και γ) παλαιότυπα από τον 15ο μέχρι τον 19ο αιώνα.

Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή από την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μέχρι την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου. Ώρες λειτουργίας: από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 μ.μ. και από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ.

Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Τρίπολης
Εθνικής Αντιστάσεως 43, Τρίπολη, Ελλάδα. Τηλ: 2713 600412

 

Read Full Post »

Πελοπόννησος – Η Κιβωτός του Ελληνικού Πολιτισμού


 

Πελοπόννησος, η μεγαλύτερη και η νοτιότερη χερσόνησος της Ελλάδος και η νοτιότερη της Ευρώπης. Έχει έκταση 21.439 τ. χλμ. και διοικητικώς χωρί­ζεται σε επτά νομούς : Αργολίδας, Αρκαδίας, Αχαΐας, Ηλείας, Κορινθίας,  Λακωνίας και Μεσσηνίας. Από την εποχή που για πρώτη φορά κατοικήθηκε η Πελοπόννησος, μέχρι σήμερα, ήταν πάντοτε ένας ζωτικός χώρος της ελληνικής γης. Δεμένη με την υπόλοιπη χώρα, αλλά με έντονα δικό της χαρακτήρα και γεωγραφική διαμόρφωση, ευνόησε μια πολύμορφη ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς όμως αυτός να χάσει την ενότητά του, ανοιχτή από πολύ νωρίς στο Αιγαίο, αλλά και στην Αδριατική, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, όπου ο ελληνικός Πολι­τισμός γεννήθηκε και διατηρήθηκε γνήσιος στην διάρκεια των αιώνων.

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κάθε περιοχή της Πελοποννήσου είχε από την αρχή τα ιδιαίτερα εκείνα γνωρίσματα, που χαρακτήρισαν την ζωή και την τέχνη της στους αιώνες που ακολούθησαν. Η Αργολίδα και η Κορινθία, σε άμεση επαφή με την κατ’ εξοχή ελληνική θάλασσα, που τις ένωνε με την ανατολή, ήταν πάντοτε οι προο­δευτικότερες περιοχές, εκείνες όπου οι καινούργιες ιδέες έπαιρναν χαρακτήρα ελληνικό και εξελίσσονταν διαρκώς σε νέες μορφές πολιτισμού. Η Αρκαδία, απομονωμένη στα βουνά της, δημιούργησε τον δικό της κόσμο και έμεινε πιστή στη δική της παράδοση: οι αρκαδικοί μύθοι και οι ιδιόρρυθμες αρκαδικές λατρείες διατήρησαν στα επόμενα χρόνια πανάρχαια στοιχεία, όπου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει τις ίδιες τις ρίζες του ελληνισμού.

Η Αχαΐα και η Ηλεία δεν απομονώθηκαν ποτέ από την ανατολή, δέχθηκαν όμως, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, περισσότερο τις επιδράσεις της Δύσης και δέθηκαν με την υπόλοιπη δυτική Ελλάδα και μέσω αυτής με τη βόρειο. Στη μεγάλη μεσσηνιακή πεδιάδα συνδυάστηκαν τα αργολικά στοιχεία με τις δυτικές επιδράσεις και η περιοχή έγινε το δεύτερο σε σπουδαιότητα κέντρο της Πελοποννήσου στα προϊστορικά αλλά και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, μέχρι την κατάκτησή της από τους Σπαρτιάτες.

Η Λακωνία τέλος δεν υπήρξε καθόλου μια κλειστή και συντηρητική περιοχή, που αδιαφόρησε για την τέχνη: από πολύ νωρίς μαρτυρούνται οι επαφές της με την Κρήτη, υπήρξε κέντρο μυκηναϊκό, και τα εργαστήριά της έγιναν ξακουστά κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου, επηρεαζόμενα έντονα μάλιστα, από ιωνικές επιδράσεις.

Η αρχαιολογική έρευνα έδωσε από την αρχή περισσότερο βάρος στην Πελοπόννησο, παρά σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας επαληθεύοντας την παράδοση στο μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι με σχετική σαφήνεια γνωρίζουμε τις πολιτισμικές φάσεις της από τα πρώιμα χρόνια της προϊστορίας έως το τέλος του αρχαίου κόσμου, ενώ συνεχώς νέα στοιχεία συνεχίζουν να μας αποκαλύπτουν πολύτιμες μαρτυρίες για τις περιόδους που άνηκαν πριν στην περιοχή του μύθου και που τώρα αποκτούν πλέον ιστορική υπόσταση. Οι τελευταίες ανασκαφές στην περιοχή της Κυλλήνης – Κατακώλου, αλλά και στην ανατολική Ηλεία, βεβαίωσαν την ανθρώπινη παρουσία στην Πελοπόννησο ήδη από την Μέση Παλαιολιθική περίοδο (γύρω στο 10.000 π.Χ.). Μια σημαντική, πρόσφατη επίσης, ανακάλυψη για την απώτερη προϊστορία της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας είναι το σπήλαιο της Φράγχθης στην Ερμιονίδα, στο οποίο βρέθηκαν διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης εγκατάστασης από την παλαιολιθική έως και την νεολιθική περίοδο.

Η Νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται στην Πελοπόννησο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα από την προοδευτική ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τη δημιουργία νόμιμων συνοικισμών και τη χρήση της κεραμικής. Στις επόμενες φάσεις ο αριθμός των νεολιθικών θέσεων της Πελοποννήσου αυξάνεται.

Στην Αργολιδοκορινθία, η Κόρινθος, η Γωνία, η Νεμέα, η Πρόσυμνα, η Λέρνα έδωσαν άφθονα νεολιθικά ευρήματα. Στην Αρκαδία, η Ασέα και τα Αγιωργίτικα. Νοτιότερα, στη Λακωνία και στη μεσσηνιακή Μάνη, το Κουφόβουνο, τελευταία το γνωστό σπήλαιο της Αλεπότρυπας στον Δυρό, η Καρδαμύλη και η Ζαρνάτα. Στη βόρειο Μεσσηνία η ακρόπολη της Μάλθης, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου η έρευνα βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της επιφανειακής ανίχνευσης. Στην Ηλεία τέλος η περιοχή του κάστρου του Χλεμούτσι και το Αρνοκατάραχο, κοντά στην Ολυμπία, έχουν δώσει στοιχεία για την ύπαρξη οικισμών.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Οπωσδήποτε η Πελοπόννησος δεν έχει να παρουσιάσει άνθιση πολιτισμού όμοια με εκείνη π.χ. του Διμηνιού, ακολουθεί όμως από πολύ κοντά την εξέλιξη, αποκτά ισχυρή νεολιθική παράδοση και στην επόμενη μεγάλη φάση της Προϊστορίας, την εποχή του χαλκού, στο έδαφός της κυρίως θα αναπτυχθεί ο λεγόμενος Ελλαδικός πολιτισμός. Στην Πελοπόννησο η πρώιμη φάση της πρώτης μεγάλης περιόδου της Χαλκοκρατίας, της Πρωτοελλαδικής απετέλεσε στην ουσία μια συνέχεια της τελευταίας νεολιθικής.

Η ακμή σημειώθηκε στην Πρωτοελλαδική (2500 – 2100 π.Χ.) με την ίδρυση κέντρων όπως η Λέρνα, η Τίρυνθα, οι Ζυγουριές, του Κοράκου, η Μάλθη, και με την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεων. Στο τέλος αυτής της περιόδου μια αρκετά βίαιη αλλαγή είναι φανερή από τα αρχαιολογικά δεδομένα που μαρτυρούν εισβολές και μετακινήσεις, που πιθανότατα δεν είναι άσχετες με τη σύγχρονη μεγάλη καταστροφή που έχει διαπιστωθεί στις δυτικές και νότιες ακτές της Μικράς Ασίας.

Τα φύλλα που κατοικούσαν την Πελοπόννησο πριν από το 2000 π.Χ. ήταν οι λεγόμενοι Πρωτοαχαιοί στην Αχαΐα, οι Καύσωνες στη Μεσσηνία και οι Πελασγοί στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής και της ανατολικής πλευράς της.

Λίγο μετά το 2000 π.Χ. άρχισε η κάθοδος των Πρωτοελλήνων από τις βορειότερες περιοχές της χώρας: οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην Αργολιδοκορινθία, στην Κυνουρία, στην Αχαΐα, στην Πισατίδα, στη βόρειο Τριφυλία, και οι Αρκάδες στη βόρειο και την κεντρική Αρκαδία, απ’ όπου και διέδωσαν τη διάλεκτό τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η κάθοδος και η εγκατάσταση των νέων φυλών στην Πελοπόννησο αυτήν την περίοδο, αλλού έγινε ομαλά και αλλού βίαια. Στην πυκνοκατοικημένη Αργολιδοκορινθία, καταστρέφονται η Λέρνα, η Τίρυνθα, η Ασίνη, οι Ζυγουριές και η Κόρινθος.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Στην Μεσσηνία έχει βεβαιωθεί η ύπαρξη τουλάχιστον δέκα πρωτοελλαδικών συνοικισμών με σπουδαιότερο αυτόν της Μάλθης. Στην Αρκαδία έχουν επισημανθεί συνοικισμοί στα Αγιωργίτικα, στην Ηραία και στην Ασέα. Στη Λακωνία κατοικήθηκε κυρίως η κοιλάδα του Ευρώτα και μαρτυρούνται σχέσεις με την Κρήτη. Στην Ηλεία τέλος, κατά μήκος της παραλίας της έχουν διαπιστωθεί πρωτοελλαδικές εγκαταστάσεις. Υπήρχαν σίγουρα επαφές με το Αιγαίο, σύμφωνα με τα κυκλαδικά ειδώλια που βρέθηκαν εκεί μαζί με οψιανό.

Οι δημιουργοί του Μεσοελλαδικού πολιτισμού θεωρούνται ως οι πρώτοι Έλληνες. Την υπόθεση αυτή βεβαιώνει η αδιάσπαστη συνέχεια στην εξέλιξη έως τα κλασσικά χρόνια και τα στοιχεία που προέκυψαν από την αποκρυπτογράφηση της μυκηναϊκής γραφής και που πιστοποίησαν την ελληνικότητα των μεσοελλαδικών φυλών. Η Πελοπόννησος βρέθηκε στο κέντρο αυτής της δημιουργίας. Τα ευρήματα δείχνουν μια ευρεία εγκατάσταση, ιδιαίτερα στην Αργολιδοκορινθία και την Μεσσηνία αλλά και στην Ηλεία, στην Ολυμπία, στη Φεία και την Πίσσα. Στο τέλος αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη εκδήλωση του ελληνισμού, τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, και η Πελοπόννησος ήταν η περιοχή όπου κυρίως συντελέσθηκε αυτή η μεταμόρφωση.

Κατά την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ.) η Πελοπόννησος έφθασε σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και έγινε ουσιαστικά το κέντρο του ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές επαλήθευσαν το θρύλο των πολύχρυσων Μυκηνών του Ομήρου και η περίφημη ακρόπολη της Αργολίδας υπήρξε το κέντρο της ακτινοβολίας, η περιοχή γύρω από την οποία πλάσθηκαν οι σπουδαιότεροι από τους μύθους της Πελοποννήσου. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι ο Όμηρος τον βασιλιά των Μυκηνών τραγούδησε ως αρχηγό των Ελλήνων, στην πρώτη μεγάλη εκστρατεία της ιστορίας τους, τον Τρωικό πόλεμο.

Οι δυο μεγάλοι μυθολογικοί κύκλοι, των Περσιδών και των Πελοπιδών, από τους οποίους κατάγονται ο Ηρακλής και οι Ατρείδες, διαμορφώθηκαν από τους θρύλους της περιοχής των ανακτόρων των Μυκηνών και της Τίρυνθας και έτσι οι Μυκήνες έμειναν στη συνείδηση των επόμενων γενεών ως το κέντρο της δόξας των προγόνων και όταν πια δεν είχαν γίνει παρά ένα ασήμαντο χωριό.

 

The Citadel of Mycenas.

 

Η μνημειώδης μυκηναϊκή αρχιτεκτονική υπήρξε η απαρχή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα ιστορικά χρόνια. Ο τύπος του ελληνικού ναού με τον πρόδομο, το σηκό και τον οπισθόδομο είναι μια παραλλαγή του μυκηναϊκού μεγάρου, της κατοικίας του βασιλιά. Δεύτερο μεγάλο μυκηναϊκό κέντρο υπήρξε η Μεσσηνία με το ανάκτορο του Εγκλιανού στην Πύλο που ταυτίσθηκε από τον ανασκαφέα του με το παλάτι του Νέστορα, του σοφού μεσσήνιου γέροντα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ένας μεγάλος αριθμός θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα, εγκατεσπαρμένων σε ολόκληρη την δυτική Μεσσηνία μαρτυρούν την ακμή της, που πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη της Αργολίδας. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα επισημάνει την θέση του ανακτόρου της Σπάρτης, δεν υπάρχει όμως καμμία αμφιβολία για την σπουδαιότητα της περιοχής κατά την μυκηναϊκή περίοδο.

Η τελευταία φάση της Μυκηναϊκής περιόδου (1400-1100 π.Χ.) ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής με την οργάνωση των ανακτόρων κα των πόλεων, την ανάπτυξη της γραφής και τις μνημειακές μορφές τέχνης. Από τον 14ο αι. π.Χ. άρχισε η εξάπλωση προς τη Δύση και την Ανατολή. Η Μεσόγειος υπήρξε ο μεγάλος δρόμος που έφερε τους Μυκηναίους στις ακτές της Ασίας και της Αφρικής. Ο Τρωικός πόλεμος δηλώνει συγχρόνως τη μεγάλη ισχύ και την αρχή  της παρακμής τους. Πίσω από τον μύθο της Ελένης της Σπάρτης και της αρπαγής της, κρύβεται μια πραγματική εκστρατεία των Αχαιών στις Β.Α. ακτές της Μικράς Ασίας γύρω στο 1200 π.Χ. Το σημαντικό ιστορικό συμπέρασμα για τον Τρωικό πόλεμο είναι ότι έγινε μια εκστρατεία, κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι της Ελλάδας εμφανίστηκαν ενωμένοι. Από την Πύλο έως την Ιωλκό και από την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα ξεκίνησαν οι Αχαιοί του Ομήρου και όλοι αυτοί αναγνώρισαν ως αρχηγό τους τον βασιλιά των Μυκηνών. Η παράδοση λοιπόν και η αρχαιολογική έρευνα συμφωνούν ως προς το κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Με την κάθοδο των Δωριέων τον 12ο π.Χ. αι. έρχεται και το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου και αρχίζει ο λεγόμενος Ελληνικός Μεσαίωνας ο οποίος θα διαρκέσει από τον 10ο π.Χ. έως τον 8ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύσσεται η κοινή εθνική συνείδηση και παράλληλα συνειδητοποιείται η κοινή καταγωγή και η λατρεία των θεών και των ηρώων-προγόνων.

Η παράδοση συνέδεσε τους Δωριείς με την επιστροφή των Ηρακλειδών, που κατέβηκαν από τις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και πέρασαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο με τη βοήθεια των Αιτωλών. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν την Αχαΐα και την Ηλεία, ενώ οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Μετά τη Δωρική εγκατάσταση τα ισχυρότερα κράτη που σχηματίσθηκαν στην περιοχή ήταν της Κορίνθου, του Άργους και της Σπάρτης, αλλά και μικρότερης ισχύος, όπως στην Αρκαδία όπου δεν υπήρχε ενιαίο κράτος αλλά πόλεις συνδεδεμένες μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν ο Ορχομενός, η Τεγέα και η Μαντινεία.

Στην δυτική Πελοπόννησο είχε ιδρυθεί το Αιτωλικό κράτος των Ηλείων, οι ανεξάρτητες έξι αιολικές πόλεις της μετέπειτα Τριφυλλίας και το κράτος της Πίσσας. Ως προς την Αχαΐα, από τα ομηρικά ακόμα χρόνια αυτή εχωρίζετο σε δυτική και ανατολική. Και η μεν ανατολική ονομάζετο Αιγιαλεία η δε δυτική ανήκε στους Ηλείους με τους οποίους ενώθηκαν οι Αιτωλοί και οι Αρκαδικοί Καύκωνες. Η Σπάρτη και το Άργος διεκδίκησαν από την αρχή την ηγετική θέση στην Πελοπόννησο. Το Άργος είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του την περιοχή της Αργολίδας, δηλαδή τις πόλεις Επιδαύρου, της Τροιζήνας, των Μυκηνών και της Τίρυνθας, αλλά γρήγορα η επιρροή του εξαπλώθηκε μέχρι το Μαλέα και τα Κύθηρα.

Στην Κορινθία, η Κόρινθος (με την Σικυώνα και τον Φλιούντα) χάρη στην προνομιακή της θέση προσανατολίσθηκε από νωρίς προς το εμπόριο και την ίδρυση αποικιών και τέλος η Σπάρτη κυριαρχώντας στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα και έχοντας ιδρύσει τη Στενύκλαρο (η οποία καταλήφθηκε αργότερα από τους Αρκάδες) άρχισε σιγά σιγά να εξαπλώνεται προς την εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα την οποία και κατέκτησε μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν ολόκληρο περίπου τον 8ο π.Χ. αι.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αι. οι πελοποννησιακές πόλεις αναπτύσσουν μεγάλη αποικιακή δραστηριότητα, ιδίως προς την Δύση: οι Κορίνθιοι ίδρυσαν την Κέρκυρα από την οποία προήλθαν οι Συρακούσες στην Σικελία το 734 π.Χ., οι Σπαρτιάτες τον Τάραντα στην Κάτω Ιταλία το 707, ενώ Αχαιοί άποικοι είχαν ήδη ιδρύσει από το 721 και το 710 τη Σύβαρη και τον Κρότωνα.

Από τον 8ο π.Χ. αι. η Πελοπόννησος κατέκτησε την πρώτη θέση στη χαλκουργία με κέντρα το Άργος, τη Σπάρτη και την Κόρινθο. Το ιερό της Ολυμπίας, που έγινε με την καθιέρωση των Ολυμπιακών Αγώνων ένα από τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά, είναι το κατ’ εξοχήν ιερό των χαλκών αναθημάτων. Από τα ευρήματα των ανασκαφών μαθαίνουμε για την άνθηση της πελοποννησιακής χαλκουργίας κατά τη γεωμετρική και την αρχαϊκή εποχή. Οι ίδιες πόλεις υπήρξαν επίσης τα κέντρα των κεραμικών εργαστηρίων, από τα οποία εκείνο του Άργους γνώρισε ιδιαίτερη ακμή από την πλευρά της καλλιτεχνικής ποιότητας, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της περιοχής στην τέχνη του πηλού.

Οι πρώτοι αιώνες της ελληνικής ιστορίας υπήρξαν επίσης η εποχή της διαμόρφωσης της θρησκείας του Δωδεκάθεου. Στην Πρόσυμνα η Ήρα λατρεύτηκε στην θέση της παλαιότερης θεάς και στην Ολυμπία διαδέχθηκε τη θεά Γη. Στις Αμύκλες, χωρίς να παραμερισθεί ο Υάκινθος, καθιερώθηκε η λατρεία του Απόλλωνα. Σε αυτά τα πρώιμα χρόνια οι τοπικές λατρείες είχαν μεγά­λη διάδοση, ιδιαίτερα στην Αρκαδία, άπου γενικότερα η θρησκευτική ζωή ακολούθησε ένα ξεχωριστό δρόμο με πολύ μυστηριακό χαρακτήρα.

Τον 7ο π.Χ. ο Φείδωνας έκοψε για πρώτη φορά νόμισμα στο Άργος και οδήγησε την πόλη σε μεγάλη ακμή αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η σύγκρουση με την αιώνια αντίπαλο πόλη, τη Σπάρτη. Η οριστική επιβολή της Σπάρτης και η αναγνώρισή της ως ηγετικής δύναμης στην Πελοπόννησο έγινε μόνο έναν αιώνα αργότερα, αφού δηλαδή συνέτριψε τη Σικυώνα και οργάνω­σε την πρώτη συμμαχία των πελοποννησιακών Πόλεων υπό την αιγίδα της στα μέσα τον 6ου π.Χ. αι.

Έως τις  αρχές του 6ου π.Χ. αι. η Κόρινθος κυριαρχούσε στις αγορές της Ανατολής και της Δύσης με τα κεραμικά προϊόντα της, η Αθήνα όμως διεκδίκησε αυτήν την πρωτοκαθεδρία και τελι­κά πέτυχε να την εκτοπίσει, γεγονός που είχε ως φυσιολογικό επακόλουθο την οριστική παρακμή της Κορίνθου. Την ίδια περίοδο αμείωτη συνεχίσθηκε και η άνθηση των εργαστηρίων της πλαστικής και της χαλκουργίας των πελοποννησιακών εργαστηρίων έξοχα δείγματα των οποίων είναι το σύνταγμα του Κλεόβη και του Βίτωνα και ο Κούρος της Τεγέας.

Στην αρχιτεκτονική, στη διαμόρφωση της οποίας η Πελοπόννησος είχε ηγετική θέση, σπουδαίες δημιουργίες της πορείας για την αναζήτηση της τελειότητας του ρυθμού αποτελούν τα ερείπια του ναού του Απόλλωνος στην Κόρινθο και του ναού της Ήρας στην Ολυμπία.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

Ο 5ος αιώνας, η εποχή της μεγάλης δόξας του Ελληνισμού, ήταν εποχή ακμής και για την Πελοπόννησο, η συμμετοχή της οποίας στα διάφορα ιστορικά γεγονότα υπήρξε πρωταρχικής σημασίας. Κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων από το 490 (μάχη του Μαραθώνα) μέχρι το 479 (μάχη των Πλαταιών) οι πελοποννησιακές πόλεις, και ιδίως η Σπάρτη, παραμερίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ τους και με την Αθήνα, βοήθησαν με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Μήδων. Στην άτυχη αλλά ένδοξη μάχη των Θερμοπυλών η τιμή αποδόθηκε ολόκληρη στους πελοποννήσιους, που αντιπροσωπεύθηκαν από τον ολιγάριθμο στρατό του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Αλλά η ένωση των ελληνικών πόλεων δεν κράτησε για πολύ μετά τα μηδικά.

Ακολούθησε μια περίοδος 50 χρόνων κρυφού ανταγωνισμού μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης η οποία οδήγησε στην έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που υπήρξε η αρχή του τέλους του αρχαίου ελληνισμού. Ο 4ος αιώνας άρχισε με το λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-387), στον οποίο η Σπάρτη με βασιλιά τον Αγησίλαο αντιμετώπισε και νίκησε τις ενωμένες δυνάμεις των Αθηναίων, Θηβαίων, Koρινθίων, Αργείων και Θεσσαλών. Έτσι μετά το 379 η Σπάρτη εμφανίζεται πάλι, στην ηγετική θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων. Η κυριαρχία της όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Η αντίθεση με τους Θηβαίους, οι οποίοι επίσης επεδίωξαν την ηγεμονία της Ελλάδας, οδήγησε σειρά συγκρούσεων στις οποίες η σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή συνετρίβη οριστικά. Η ταπείνωση της Σπάρτης τονίσθηκε ακόμα περισσότερο με την ίδρυση στις παρυφές του λακωνικού κράτους της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Οι αλλεπάλληλοι αυτοί πόλεμοι εξασθένησαν την Πελοπόννησο και έτσι όταν η νέα ανερχόμενη δύναμη του ελληνισμού, οι Μακεδόνες, επιχείρησαν την ανάληψη της ηγεμονίας στον ελληνικό χώρο, η Πελοπόννησος δεν μπόρεσε να την εμποδίσει. Μετά την αποφασιστική για την τύχη της Ελλάδας μάχη της Χαιρώνειας (338), ο Φίλιππος οργάνωσε συμμαχία πολλών πελοποννησιακών πόλεων (Αργείοι, Μεσσήνιοι, Αρκάδες) εναντίον της Σπάρτης και απέσπασε από αυτήν πολλές περιοχές τις οποίες απέδωσε στους Αργείους, τους Τεγεάτες και τους Μεσσήνιους, στους οποίους ανήκαν αρχικά. Οι πελοποννησιακές (πλην της Σπάρτης), αλλά και οι άλλες ελληνικές πόλεις, αναγκάσθηκαν στο συνέδριο της Κορίνθου να αναγνωρίσουν την μακεδονική κυριαρχία και να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Περσίας. Στους αγώνες που ακολούθησαν μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου η Πελοπόννησος πολλές φορές έγινε πεδίο μαχών και συγκρούσεων και πλούσιες περιοχές της όπως η Αργολίδα και η Ήλιδα συχνά λεηλατήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πόλεμων, στους δυο αυτούς αιώνες της κλασσικής εποχής, η τέχνη έφθασε στην ακμή της και η Πελοπόννησος δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτό. Τα γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία υπήρξαν η πρώτη έκφραση της κλασσικής τέχνης, όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα στον Παρθενώνα. Οι μεγάλοι ναοί, που οικοδομήθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής: ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ναός των Βασσών στην Φιγαλία, ο ναός της Αθηνάς στην Τεγέα και ο ναός της Ήρας στο Άργος.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η ίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο της δύναμης των ενωμένων πελοποννησιακών πόλεων, γεγονός που επέφερε την σύγκρουση με τους Μακεδόνες κατακτητές. Παράλληλα αυξήθηκε και πάλι η σπαρτιατική δύναμη με τις μεταρρυθμίσεις των βασιλέων Άγιδος Δ’ και Κλεομένη Γ’, αλλά η άνοδος αυτή αντί να οδηγήσει σε μια ένωση ολόκληρης της Πελοποννήσου εναντίον των Μακεδόνων, αντίθετα οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ της Αχαϊκής Συμπολιτείας και της Σπάρτης και έτσι η Σπάρτη νικήθηκε με την βοήθεια των Μακεδόνων και δεν μπόρεσε να ανακτήσει την προηγούμενη δύναμή της.

Η πρώτη ήτα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 197 σήμαινε το τέλος της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ελληνική αδυναμία και έξυπνα υποκίνησαν διάφορες διασπαστικές κινήσεις, ώστε να εκμηδενισθούν οι προσπάθειες της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του τελευταίου ελληνικού προπυργίου, η οποία την εποχή αυτή με τον Φιλοποίμενα έδινε τον ύστατο αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Το 168 υπέταξαν οριστικά την Μακεδονία και 22 χρόνια αργότερα, αφού προηγουμένως πέτυχαν την αποστασία πολλών πόλεων από την Συμπολιτεία, κατέβαλαν και κατέστρεψαν την Κόρινθο, οδηγώντας έτσι στο τέλος του όχι μόνο τον πελοποννησιακό αλλά και ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

 

Άποψη της αρχαίας Μεγαλόπολης, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Μετά την ίδρυση από τους Ρωμαίους της επαρχίας της Αχαΐας, που περιελάμβανε την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Στερεά, μόνο η Σπάρτη, με το Κοινό των Ελευθερολακώνων, κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της. Η Κόρινθος, ρωμαϊκή πλέον πόλη μετά την αναστήλωσή της έγινε το διοικητικό κέντρο της υποταγμένης Ελλάδας. Γενική παρακμή στις εκδηλώσεις ζωής και του πνεύματος, μείωση του εμπορίου, περιορισμός στην καλλιέργεια της γης, έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας χαρακτήρισαν την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής στην Πελοπόννησο όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στην αποφασιστική για την διαμόρφωση του ρωμαϊκού κράτους ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), η Σπάρτη πολέμησε στο πλευρό του Αυγούστου και αυτός αργότερα ευεργέτησε την Πελοπόννησο: η Σπάρτη μάλιστα κατόρθωσε να διατηρήσει την αυτονομία της μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. Ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αι. περιγράφει τα μεγάλα ιερά και πόλεις σε βαθιά παρακμή, αλλά η σύγχρονη ζωή διατηρείτο στους συνοικισμούς και στις μικρές πόλεις.

Η περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις σεισμικές δονήσεις, θα δοκιμασθεί συχνά και κυρίως στον μεγάλο σεισμό του 375 μ.Χ. Με τις καταστροφές αυτές, συμπληρωμένες από τις τρομερές βαρβαρικές επιδρομές κλείνει ο 4ος μ.Χ. αι. και μαζί του και ο αρχαίος κόσμος δίνοντας την θέση του στην νέα κοσμοθεωρία, τον Χριστιανισμό.

Κέντρα του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο ήταν η κοινότητα της Κορίνθου, που είχε ιδρυθεί από τον Απόστολο Παύλο, η Πάτρα όπου είχε μαρτυρήσει ο Απόστολος Ανδρέας και η Σπάρτη. Νέα εποχή εγκαινιάζεται με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Πελοπόννησος πλέον ανήκει στην επαρχία του Ιλλυρικού. Δυο γεγονότα σφραγίζουν τα τελευταία χρόνια του 4ου αι: Η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 και οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου το 395 που αφού καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και την Σπάρτη, ηττώνται τελικά στην Φολόη από τον στρατηγό Στηλίχωνα.

Οι βαρβαρικές επιδρομές (Βάνδαλοι, Ούννοι) θα συνεχισθούν κατά την διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. παρά τις προσπάθειες του Ιουστινιανού να οχυρώσει την Κόρινθο η οποία δοκιμάζεται σκληρά από επιδρομές και σεισμούς. Ο 9ος και ο 10ος αι. είναι αιώνες δοκιμασιών για την Πελοπόννησο, που υφίσταται τις επιθέσεις Αράβων και Βουλγάρων.

Οι Άραβες, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης (827), την κάνουν ορμητήριο και ταλαιπωρούν τις πελοποννησιακές ακτές με αλλεπάλληλες επιδρομές. Η βουλγαρική απειλή γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη επί Σαμουήλ, όταν το 996, η ορμητική του κάθοδος καταλήγει στην Πελοπόννησο. Πάρ’ όλα ταύτα η Κόρινθος αντιστέκεται και λίγο αργότερα οι Βούλγαροι ηττώνται από τον Νικηφόρο Ουρανό.

Ο 12ος αι. χαρακτηρίζεται από νέες καταστρεπτικές επιδρομές, που επιχειρούν οι Νορμανδοί, ο νέος εχθρός που έρχεται από τη Δύση. Ο Ρογήρος ο Β’ λεηλατεί την Πελοπόννησο, καταλαμβάνει την Κόρινθο και παίρνει αιχμάλωτους, κυρίως υφαντουργούς, που μεταφέρει και εγκαθιστά στην Σικελία. Η παραχώρηση από τους Κομνηνούς εμπορικών προνομίων στους Βενετούς φέρνει τους τελευταίους και στα πελοποννησιακά λιμάνια, την Κόρινθο, τη Μεθώνη, την Πάτρα, το Ναύπλιο κ.α.

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Η γενική κατάσταση που χαρακτηρίζει ολόκληρη την αυτοκρατορία, πριν από την φράγκικη κατάκτηση επικρατεί και στην Πελοπόννησο. Ο κεντρικός έλεγχος ατονεί και η λαϊκή τάξη, έρμαιο της αυθαιρεσίας των κρατικών υπαλλήλων, απροστάτευτη από τις πειρατικές επιδρομές και θύμα της βαριάς φορολογίας, δοκιμάζεται εντονότερα και υφίσταται τις συνέπειες της παρακμής.

Ωστόσο η Πελοπόννησος, στους τελευταίους αιώνες πριν την Φραγκοκρατία, παρ’ όλους τους εχθρούς που την ταλαιπώρησαν, είχε μια αξιόλογη εμπορική και οικονομική ανάπτυξη, με σπουδαιότερο κέντρο την Κόρινθο που είχε αναπτύξει διάφορες βιοτεχνίες, ανάμεσα στις οποίες σημαντικότερη ήταν η υφαντουργία και η μεταξουργία. Η Πάτρα, πλούσια και ευημερούσα, το Άργος, το Ναύπλιο, η Μονεμβάσια, καθώς και άλλες μικρότερες πόλεις όπως η Αρκαδία κοντά στην Κυπαρισσία, η Μαντίνεια της Λακωνικής, που φημιζόταν για τα κρασιά και το μετάξι της, η Λακεδαιμονία που κτίσθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, η Βοστίτσα (Αίγιο), η Μεθώνη και η Κορώνη.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμα πως ενώ η πνευματική άνθιση την εποχή αυτή περιορίζεται κυρίως στον θεολογικό τομέα, το πλήθος των βυζαντινών εκκλησιών, των αιώνων αυτών αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ευαισθησία.

Με την κατάλυση του βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους το 1204 και την εισαγωγή του δυτικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος της φεουδαρχίας, η Πελοπόννησος θα αποτελέσει ένα από τα φεουδαρχικά κρατίδια της διασπασμένης αυτοκρατορίας και μάλιστα το καλύτερα οργανωμένο.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Ιδρυτές της Φράγκικης ηγεμονίας της Πελοποννήσου θα είναι οι Γάλλοι με τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Η έλλειψη αρχηγού και οργανωμένης βυζαντινής στρατιωτικής δύναμης θα δώσει τη δυνατότητα στους Γάλλους να καταλάβουν με σχετική ευκολία πολλές πόλεις όπως η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Ανδραβίδα κ.α., η κατάκτηση όμως του εσωτερικού της περιοχής θα παρουσιάσει δυσκολίες γιατί προβάλλεται αξιόλογη αντίσταση σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ήλιδα και στην Αρκαδία.

Ο σπουδαιότερος από τους Γάλλους κατακτητές θεωρείται ο Γουλιέλμος Β’ Βιλεαρδουίνος, αξιόλογος πολιτικός και στρατιωτικός που θα συνεχίσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου, η οποία, εκτός από ορισμένες περιοχές και οχυρές θέσεις θα περιέλθει στην εξουσία του.

Το πριγκιπάτο της Αχαΐας, όπως ονομάσθηκε το φράγκικο κράτος της Πελοποννήσου, χωρίσθηκε σε 12 βαρονίες: της Καλαμάτας, της Άκοβας, της Καρύταινας, της Πάτρας, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, της Βελιγοστής, του Νυκλίου, της Γρίτσαινας, του Γερακιού και του Πασσαβά. Η οργάνωση του πριγκιπάτου ήταν καθαρά στρατιωτική: οι φεουδάρχες, που βρίσκονταν σε συνεχή στρατιωτική υπηρεσία, έκτισαν οχυρωμένους πύργους στα φέουδά τους και έφεραν ήθη της Δύσεως στο ελληνικό έδαφος, ενώ η ηγεμονική αυλή χαρακτηριζόταν για την λαμπρότητα, την κομψότητα και το άψογο ιπποτικό της πνεύμα. Ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει να επεκτείνει τα σύνορα του πριγκιπάτου πέρα από την Πελοπόννησο αλλά θα αποτύχει και η αποτυχία του αυτή θα σημάνει την αρχή της παρακμής του πριγκιπάτου, ενώ παράλληλα θα προκαλέσει την απαρχή της σταδιακής επανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Βυζαντινούς.

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 ο Γουλιέλμος θα αιχμαλωτισθεί από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και θ’ αναγκασθεί να παραδώσει στους βυζαντινούς τα κάστρα της Μάνης, του Μυστρά και της Μονεμβασιάς. Αυτά τα κάστρα και ιδίως ο Μυστράς, θα αποτελέσουν αργότερα το ορμητήριο για την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους βυζαντινούς. Η τελευταία αυτή ελληνική βάση, αφού επί 50 σχεδόν χρόνια (1262-1308) διοικείται από στρατηγό, αποκτά, μετά το 1308, μόνιμο διοικητή με τον τίτλο του Δεσπότη που θα διοικεί το Δεσποτάτο του Μορέως, όπως θα ονομασθεί το ελληνικό κράτος της Πελοποννήσου.

Η οικογένεια των Κατακουζηνών πρώτα και αργότερα αυτή των Παλαιολόγων θα αναλάβουν την διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. Το Φράγκικο πριγκιπάτο μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου θα παρακμάσει και θα διαλυθεί από τις επιδρομές των Τούρκων, πλην των βενετικών κτήσεων της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου που θα πέσουν τελικά το 1540. Οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο έγιναν το 1379, 1400 και 1401 και προετοίμασαν το έδαφος για την ολοκληρωτική κατάκτηση της περιοχής, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες αντίστασης των Βυζαντινών και των Φράγκων.

 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 

Οι Παλαιολόγοι της Πελοποννήσου, στις αρχές του 15ου αιώνα θα οχυρώσουν την περιοχή του ισθμού με το περίφημο τείχος του Εξαμυλίου με σκοπό να αποτρέψουν τις τούρκικες επιδρομές. Οι τούρκοι όμως με αρχηγό τον Τουραχάν εύκολα θα εξουδετερώσουν αυτό το εμπόδιο το 1423 και θα κατακτήσουν το Δεσποτάτο φόρου υποτελές στον σουλτάνο Μουράτ Β’.

Το 1443 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας) έγινε Δεσπότης του Δεσποτάτου αλλά οι προσπάθειές του να οχυρώσει την Πελοπόννησο, δεν σταμάτησαν τον σουλτάνο Μουράτ ο οποίος το 1446 παγίωσε την τουρκική κυριαρχία σε ολόκληρη την Β. Πελοπόννησο. Μετά την αναχώρηση του Κωνσταντίνου για την Κωνσταντινούπολη το 1449 και την άλωση της πόλης το 1453 την Πελοπόννησο μοιράσθηκαν, ως φόρου υποτελείς στον σουλτάνο, οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την άλωση επεκράτησε στην Πελοπόννησο μεγάλη αναστάτωση, ανταρσίες Αλβανών και Μανιατών και τούρκικες εισβολές που τελικά έληξαν με την εκστρατεία του ίδιου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ στην περιοχή το 1458-60. Σοβαρές επιπτώσεις στην ιστορία της Πελοποννήσου είχαν οι Βενετοτουρκικοί πόλεμοι που ακολούθησαν: στον πρώτο (1463-79) έλαβαν μέρος πολλοί πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί και επίλεκτα σώματα Ελλήνων και Αλβανών Stradioti.

Μετά τη λήξη του πολέμου που ακολούθησαν οι πρώτες ομαδικές έξοδοι των Πελοποννησίων προς τα γειτονικά Επτάνησα και προς την Κρήτη. Ο 2ος βενετοτουρκικός πόλεμος (1499-1502) είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από τους Τούρκους της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυαρίνου. Το 1537 ο 3ος βενετοτουρκικός πόλεμος επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς προκαλεί νέα έξοδο των Πελοποννησίων προς τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κάτω Ιταλία αυτή την φορά, όπου ιδρύθηκαν ελληνικές παροικίες στη Σικελία και στη Νεάπολη.     

 

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Πηγή


  • Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη. Ατσαλογραφία του Christopher Wordsworth, από το έργο του, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1839.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

 Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ 1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα, και ήταν ο πρώτος Άγγλος που έγινε δεκτός από τον βασιλιά Όθωνα.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη

 

  

Η Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν για μια παμβαλκανική επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού και γι’ αυτό ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1821. Στις προεπαναστατικές ενέργειες της ηγεσίας της εταιρείας ήταν η προετοιμασία και της κυρίως  Ελλάδας, όπου είχαν αποσταλεί πολλοί Φιλικοί.

Η σημασία της Μάνης για την Επανάσταση είχε επισημανθεί πολύ έγκαιρα και όχι βεβαίως τυχαία. Το μαχητικό πνεύμα των κατοίκων, το υψηλό πολεμικό τους φρόνημα, η αυτονομία της περιοχής και η απουσία τουρκικής εξουσίας ήταν ευνοϊκοί παράγοντες για την επιτυχία της πολεμικής εξέγερσης. Στις παραμονές του Αγώνα υπήρχαν εκεί ένοπλα σώματα υπό την ηγεσία έμπειρων αρχηγών και αρκετοί Φιλικοί είχαν μεταβεί για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος προεπαναστατικά βρισκόταν στη Ζάκυνθο, μνημονεύει στα απομνημονεύματά του ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφθασε στην Καρδαμύλη «εις του πατρικού φίλου Παναγιώτη Μούρτζινου» και μέχρι το Μάρτιο φρόντιζε για την εσωτερική ηρεμία λόγω των αντιζηλιών που υπήρχαν μεταξύ των τοπικών, ισχυρών και πολυάριθμων οικογενειών.  [1] Η συνένωση αυτή και η ομόνοια μεταξύ των αρχηγών ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του Αγώνα.

Εν τω μεταξύ η αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία οδήγησε στην Εθνική Ελληνική Επανάσταση που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου και πριν ακόμη οριστεί η ημέρα της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων, παρατηρείται επαναστατικός αναβρασμός που όλο και δυνάμωνε, παρά τα μέτρα εκφοβισμού των Τούρκων με τις συλλήψεις ομήρων και την κράτηση των αρχιερέων και προκρίτων στην Τρίπολη μετά τη γνωστή παραπλανητική πρόσκληση.  [2]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Στη Μάνη υπήρχε διχογνωμία ως προς τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Στην Ανατολική Μάνη από τις αρχές Μαρτίου επικρατούσε απροκάλυπτη πολεμική κινητοποίηση με τη στρατολόγηση ανδρών και την προμήθεια πολεμοφοδίων. Στη Δυτική Μάνη, που τελούσε υπό την άμεση επιρροή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικρατούσε μια φαινομενική τάξη λόγω των δισταγμών του τελευταίου, ο οποίος ανησυχούσε πως οποιαδήποτε πρόωρη και ασυντόνιστη κίνηση των ντόπιων θα προξενούσε στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και ακύρωση της όλης προσπάθειας. Τους φόβους του αυτούς εξέφρασε και εγγράφως στις 11 Μαρτίου προς τους Πιέρρο-Μαγγιόρο και Γεωργάκη Γρηγοράκηδες, γιους του παλιού μπέη της Μάνης.  [3]

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773-1848) ήταν ο τοπικός ηγεμόνας από το 1815 όταν ανέλαβε από το σουλτάνο το αξίωμα του μπέη της Μάνης (εξ ου και Πετρόμπεης), τίτλο που μέχρι τότε κατείχε ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης, ο οποίος είχε καθαιρεθεί. Χάρη στο αξίωμα αυτό και στις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ο Πετρόμπεης κατάφερε να επιβληθεί στην περιοχή τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους και να αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Κυριάκο Καμαρινό και αργότερα μύησε και ο ίδιος τους κυριότερους αρχηγούς της Μάνης. Υπήρξε συνετός και έμπειρος αρχηγός, ένθερμος πατριώτης, διορατικός και δεν ενθουσιαζόταν εύκολα.

Οι διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα για επέμβαση της Ρωσίας στην επικείμενη ελληνική ένοπλη εξέγερση με την κήρυξη ρωσοτουρκικού πολέμου και την αποστολή ένοπλης δύναμης στην Ελλάδα και για την ύπαρξη πληθώρας οικονομικών μέσων δεν έπειθαν το διστακτικό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του από τον Καποδίστρια και την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Πίστευε ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη και ασυντόνιστη κίνηση θα έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο την όλη προετοιμασία.

Οι τουρκικές αρχές ήδη υποψιάζονταν τον Πετρόμπεη εξαιτίας της απειθαρχίας του να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα και σχεδία­ζαν την αντικατάστασή του από τη θέση του μπέη. Ο τελευταίος ξεγέλασε τις ανησυχίες του εχθρού με την αποστολή του γιου του Αναστάση στην Τρίπολη στη σχετική πρόσκληση των Τούρκων.

Στα μέσα Μαρτίου στο λιμάνι του Αρμυρού κατέ­πλευσε το πλοίο με τα πολεμοφόδια που είχαν στείλει οι Φιλικοί της Σμύρνης. Ο πολυμήχανος Παπαφλέσσας σκέφτηκε να κάνει συμμέτοχο το δι­στακτικό Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του ζήτησε να εκδώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου. Έτσι, σε περίπτωση αποκάλυψης του πραγματικού πε­ριεχομένου του, ο Πετρόμπεης θα βρισκόταν εκτε­θειμένος στους Τούρκους ως συνεργός των επαναστατών.

Πράγματι, όταν η μεταφορά του φορτίου α­πό ένοπλους χωρικούς έγινε γνωστή στον Σουλεϊμάν αγά Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, οι πρόκριτοι προφασίστηκαν ότι μετέφεραν λάδι και ότι αναγκάζονταν να είναι ένοπλοι για τον κίν­δυνο των ληστών. Ο Αρναούτογλου τότε ανήσυχος ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος έ­στειλε στις 20 Μαρτίου στην Καλαμάτα το γιο του Ηλία  [4] επικεφαλής σώματος 150 Μανιατών για να προστατέψει την πόλη.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που είχαν συνέλθει στη Λαύρα, πρότειναν στον Πετρόμπεη «την προκαταρκτικήν κίνησιν των Λακωνικών όπλων», επι­σημαίνοντας τα πλεονεκτήματα της περιοχής λόγω του ιδιότυπου πολιτικού καθεστώτος και της πολε­μικής εμπειρίας των κατοίκων.

Οι Μανιάτες ο­πλαρχηγοί ήταν πλέον πεπεισμένοι για την επί­σπευση των πολεμικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με τοπική παράδοση, στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη – Τσίμοβα οι καπεταναίοι της Μάνης με επι­κεφαλής τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη κήρυξαν την Επανάσταση και έγινε δοξολογία στο ναό των Ταξιαρχών. Παράδοση που επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες του Φιλήμονος και του Ιωάννη-Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου. Κατά τον Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες «διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου» και «όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων».

Στη μικρή πλατεία μπροστά από το ναό, στη θέση «Κοτρώνι», υψώθηκε η επαναστατική σημαία που είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από λευκό ύφασμα και μαύρο σταυρό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ιερείς ευλόγησαν τη σημαία και οι οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Πετρόμπεης, ορκίστηκαν ότι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους. Η ημέρα της 17ης Μαρτίου έχει κηρυχθεί από το κράτος ως τοπική εθνική εορτή της Αρεόπολης.

Η επιλογή της περιοχής αυτής για την κή­ρυξη της Επανάστασης δεν κρίθηκε τυ­χαία, αφού η Τσίμοβα – Αρεόπολη ήταν επί ηγεμονίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η «πολιτική πρωτεύουσα» της Μάνης, ο εκεί μεγάλος πύργος του αποτελούσε το διοικητή­ριό του και εκεί έμεναν τα ισχυρότερα μέλη της οι­κογένειάς του. Επίσης η Τσίμοβα αποτέλεσε το κέ­ντρο του επαναστατικού αγώνα της Μάνης. Στη συνέχεια άρχισε η πολεμική προετοιμασία και οργανώθηκαν δύο στρατιωτικά τμήματα, της Ανατολικής και της Δυτικής Μάνης, τα οποία έ­δρασαν χωρισμένα, αλλά ταυτόχρονα υπό τους το­πικούς τους αρχηγούς, το μεν πρώτο προς Λακε­δαίμονα και το δεύτερο προς Καλαμάτα.

Στα γεγονότα της Δυτικής Μάνης πρωτοστάτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Δεδομένου ότι οι τοπικές τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί στην εκστρατεία υπό τον Χουρσίτ πασά εναντίον του Αλή πασά, ο Αρναούτογλου διέθετε μόνο μια μι­κρή, αλλά εμπειροπόλεμη δύναμη 100 ανδρών, η οποία θα μπορούσε να κρατήσει την άμυνα της πό­λης για κάποιο διάστημα μέχρι την άφιξη ενισχύ­σεων.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

 

Ήταν συνεπώς κατάλληλη η ευκαιρία να καταληφθεί η Καλαμάτα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Ο Πετρόμπεης ζήτησε από τους Παπαφλέσσα, Κεφάλα και Αναγνωσταρά να κατα­λάβουν τους λόφους γύρω από την Καλαμάτα και να οχυρωθούν εκεί. Η προαναφερθείσα όμως πα­ρουσία των Μανιατών του Ηλία Μαυρομιχάλη εν­θάρρυνε τα ένοπλα σώματα της Μεσσηνίας, τα ο­ποία ανυπομονούσαν να εισέλθουν πρόωρα στην πόλη προδίδοντας τα σχέδια των συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι της πόλης τότε, σε συνεννόηση με τον Πετρόμπεη, συμβούλευσαν τον Αρναούτο­γλου να ζητήσει τη βοήθεια του ίδιου του Πετρό­μπεη, όπως και έγινε.

Το μεσημέρι της 22ας Μαρ­τίου μια στρατιά 2.500 ανδρών με επικεφαλής τον Πετρόμπεη εξόρμησε προς τις πεδιάδες της Μεσ­σηνίας. Μαζί του ήταν πολλά μέλη της οικογένει­άς του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και καπετάνιοι της Δυτικής Μάνης: ο Μούρτζινος, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Κυβέλος, ο Χριστέας κ.ά. Το πρωί της επόμενης μέρας είχαν πλέον εισέλθει στην Καλαμάτα, μαζί τους ήταν οι Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Νικηταράς και οι άλλοι οπλαρχη­γοί που φυλούσαν τους γύρω λόφους, αφού πρώτα απέκοψαν κάθε προσπάθεια διαφυγής των Τούρ­κων προς Τρίπολη. Ο Αρναούτογλου παρέδωσε την πόλη χωρίς αντίσταση, έπειτα από σχετικό πρωτόκολλο και αφού διασφαλίστηκε η ζωή των Τούρκων.

Το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου, στις όχθες του χειμάρρου Νέδωνος και μπροστά από τη βυζαντι­νή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων έγινε πανη­γυρική δοξολογία, κατά την οποία 24 ιερείς και ιε­ρομόναχοι ευλόγησαν τις σημαίες των αγωνιστών και τους όρκισαν για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και των προκρίτων, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύστα­ση επαναστατικής επιτροπής, της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ή «Συγκλήτου», με σκοπό το συντονι­σμό του επαναστατικού αγώνα. Η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των σπαρτιατικών δυ­νάμεων».

Την ίδια μέρα ο Πετρόμπεης, ως πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, απέστειλε «προειδοποίησιν εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», γνωρίζο­ντας την Επανάσταση των Πελοποννησίων και ζη­τώντας βοήθεια για την Ελλάδα «εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε […] όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και διά χρημάτων και διά ό­πλων, και διά συμβουλής», διαβεβαιώνοντας για την έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Η «προειδοποίησις» αυτή αποτελεί το πρώτο διπλω­ματικό έγγραφο της επαναστατημένης Ελλάδας προς τις ξένες δυνάμεις.

 

Η προκήρυξη του Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου. (Αρχεία υπουργείου Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας)

 

Ένα δεύτερο κείμενο της Γερουσίας υπογεγραμ­μένο από τον Πετρόμπεη απευθυνόταν, το Μάιο του ίδιου χρόνου, προς τους Αμερικανούς πολίτες. Το κείμενο αυτό στάλθηκε μέσω του Αδαμάντιου Κο­ραή στον Αμερικανό καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και γερουσιαστή  Έντουαρντ Έβερετ και αποτελεί την πρώτη προσπάθεια κινητοποίησης των αμερικανικών φιλελληνικών αισθημάτων.  [5]

Στην Ανατολική Μάνη οι πολεμικές επιχειρή­σεις άρχισαν ταυτόχρονα με τη Δυτική. [6] Στην Ανατολική Μάνη υπήρχαν πάνω από 1.500 Βαρδουνιώτες Τούρκοι, πολύ γενναίοι και έμπειροι πολε­μιστές, οχυρωμένοι σε πύργους. Αυτοί συχνά αναστάτωναν την Πελοπόννησο και τις ίδιες τις τουρ­κικές αρχές «άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι άλλο­τε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί». [7] Επίσης το φρούριο του Μυστρά ήταν πολύ καλά οχυρωμέ­νο από πολυάριθμους Τούρκους. Υπό τις συνθήκες αυτές η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους Ανατολι­κούς Μανιάτες και η αντίσταση των Τούρκων θα καθυστερούσε πολύ τις επιχειρήσεις στην Πελο­πόννησο.

Έτσι, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη και συγγενής των Γρηγοράκηδων), ο οποίος (όπως και οι άλλοι οπλαρχηγοί) διατη­ρούσε καλές σχέσεις με τους Βαρδουνιώτες, άρχι­σε σκόπιμα να διαδίδει ότι έρχονται ευρωπαϊκές (φράγκικες) ενισχύσεις, γεγονός που θορύβησε τους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν με τις οικογένει­ές τους να εγκαταλείπουν τους πύργους τους, είτε «μικροψυχήσαντες» είτε φοβούμενοι ότι δεν θα άντεχαν σε μακρόχρονη πολιορκία. Καθώς έφευγαν διέδωσαν τον πανικό τους σε όλη τη Λακεδαίμονα.

Από τις 20 Μαρτίου οι Γρηγοράκηδες μαζί με άλ­λους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Μάνης (Π. Κοσονάκο, I. Κατσούλη κ.ά.) είχαν αρχίσει να συ­γκροτούν πολεμικά σώματα και κατευθύνονταν προς το Μαραθονήσι-Γύθειο, όπου ύψωσαν την ε­παναστατική σημαία στις 22 Μαρτίου.

Στη συνέχεια ορισμένα πολεμικά σώματα στράφηκαν προς την Κυνουρία για να ενι­σχύσουν την πολιορκία της Τρίπολης, ενώ τα μεγαλύτερα προς την πεδιάδα του Έλους για την πολιορκία του ισχυρότατου φρουρί­ου της Μονεμβασίας. Η κατάληψή του είχε μεγάλη σημασία για την πορεία της Επανάστασης λόγω του θαλάσσιου αποκλεισμού των Τούρκων από εκείνη την πλευρά. Στις 28 Μαρτίου, έπειτα από δοξολογία που τέλεσε ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, άρχισε η από ξηράς πολιορκία, και λίγες μέρες αργότερα ο θαλάσσιος αποκλεισμός.

  

Αννίτα  Ν. Πρασσά

Δρ. Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


 [1]  Άπαντα Κολοκοτρώνη, εισαγ. – επιμ. Έλλη Αλεξίου, Αθήνα (Ιστορικές Εκδόσεις 1821), τ. 2, σ. 277.

 [2] Απόστ. Β. Δασκαλάκης, «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Α’ (1972), σ. 1-72. 

[3] Για την επανάσταση στη Μάνη, βλ. Απόστ. Β. Δασκαλάκη, «Η έναρξις της Επαναστάσεως και τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1975), σ. 5-62 και Έφης Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 87-91, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[4] Γι’ αυτόν, βλ. Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Ηλίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1972), σ. 223-243.

[5] Σχετικά βλ. Θάνου Βαγενά και Ευρ. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί φιλέλληνες εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949, σ. 8-13.

[6] Για την επανάσταση στην Ανατολική Μάνη, βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήναι 1874, σ. 56 επ., Δασκαλάκη, ό.π., σ. 41 επ., όπου και αποσπάσματα σύγχρονων με τα γεγονότα πηγών.

[7] Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως  (έκδ. Β’, 1978), τ. Α’, σ. 68.       

Πηγή


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « 1821 Η κήρυξη της Επανάστασης», τεύχος 229, 24 Μαρτίου 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, Πελοπόννησος 1802 (Άργος, Μυκήνες, Αχλαδόκαμπος, Τρίπολη, Επίδαυρος) 


 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Διπλωμάτης καριέρας ο Έλγιν, ήξερε να επωφελείται από τη θέση του και την εύνοια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς την πατρίδα του, την κραταιά τότε Βρετανική αυτοκρατορία, και πέτυχε κάθε είδους διευκολύνσεις στο έργο του που ανέλαβε και το οποίο ξεπέρασε, κατά τον λόρδο Βύρωνα, σε βανδαλισμούς, καταστροφές και αρπαγές, ακόμη και τους Γότθους. Στο διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, ο λόρδος Έλγιν συνέλαβε το σχέδιο της απόσπασης και μεταφοράς στην Αγγλία μεγάλου αριθμού έργων τέχνης από τον ερειπιώνα, κυρίως της Ακρόπολης, αλλά και από ολόκληρη την Ελλάδα.

Συνεπίκουρος πολύτιμος στο εγχείρημά του στάθηκε η σύζυγός του λαίδη Μαίρη Έλγιν, το γένος Νίσμπετ, η οποία δε δίστασε να υποβληθεί στις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους του ταξιδιού, συνοδεύοντας τον μαζί με τα παιδιά τους, στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1802, για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς τις εργασίες του συνεργείου, να δώσουν οδηγίες και να εποπτεύσουν άμεσα τη διεκπεραίωση του έργου τους και την αποστολή στην Αγγλία των συγκεντρωμένων από την λεηλασία αρχαιοτήτων. Περιόδευσε μάλιστα μαζί του, αμέσως μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο για να ανιχνεύσουν την περιοχή και να εξετάσουν τυχόν ευκαιρίες για ανασκαφές και ανεύρεση πολύτιμων αντικειμένων, τις δε εντυπώσεις της, όπως και τις επιτυχίες που είχαν, αποτύπωσε εύγλωττα στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, στην Αγγλία και στη Γαλλία.

Ιδιαίτερα, βορρά στην αρπακτική τους βουλιμία, μετά την Ακρόπολη, έπεσαν η Ελευσίνα, απ’ όπου, εκτός των άλλων, πήραν ένα ολόσωμο άγαλμα της θεάς Δήμητρας, το Δαφνί, η Αίγινα, το Σούνιο, η Νεμέα, η Τίρυνθα, οι Μυκήνες, η Θήβα, το Άργος, η Κόρινθος, η Ολυμπία, η Δήλος απ’ όπου πήρε έναν ωραιότατο βωμό.

Ακόμη και τον Αλή Πασά επισκέφθηκε ο ακόρεστος Χουντ ( ιερέας στην πρεσβεία της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη και άμεσος συνεργάτης του Έλγιν) στα Ιωάννινα και εξασφάλισε την υπόσχεση του να βοηθήσει τον Έλγιν στη συγκέντρωση αρχαιοτήτων. Και οι μεν λέοντες οι λαξευμένοι στο υπέρθυρο της πύλης των Μυκηνών σώθηκαν επειδή η μεταφορά τους στο κοντινότερο λιμάνι κρίθηκε αδύνατη εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους και του μεγέθους τους, όπως και η Ολυμπία, και μάλιστα ο Ερμής του Πραξιτέλη, πολλά όμως, χειρόγραφα, τόσο από τον Άγιον Όρος όσο και από συλλογές στην Κωνσταντινούπολη και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέφυγαν από την « αρπακτικήν διάθεσιν του χριστιανού τούτου ιερέως».

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», γράφει:

«Η λαίδη Έλγιν ταξίδεψε το 1802 στην Ελλάδα οικογενειακώς: με τον σύζυγο, τα παιδιά και πολυπρόσωπη ακολουθία, γραμματικούς, υπαλλήλους, υπηρέτες. Έφτασαν στην Αθήνα με συνοδεία ένα πολεμικό μπρίκι και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του υποπρόξενου της Αγγλίας Λογο­θέτη. Η οικογένεια Λογοθέτη, γράφει η λαίδη Έλγιν στο ημερολόγιό της, μετακόμισε σε άλλο σπίτι. «Επιδιορθώσαμε το μακρύ δωμάτιο και έβαλα το πιάνο μου. Εκεί παίρνουμε το μπρέκφαστ, διαβάζουμε και γράφουμε. Στο χαγιάτι τακτοποιούμε νομίσματα. Βγαίνουμε περίπατο με το αμαξάκι κάθε μέρα, αμέσως μετά το γεύμα»*.  Στις 15 Απριλίου η λαίδη Έλγιν πήγε στο δημόσιο λουτρό. «Υπήρχαν εκεί 300- 400 γυναίκες, Ελληνίδες και Τουρκάλες. Αυτό πού έβλεπα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία». Είδε χορεύτριες, τραγουδίστριες και γυναίκες πού έπαιζαν ντέφι. Οι χοροί της φάνηκαν άσεμνοι.

Λίγο αργότερα η οικογένεια Έλγιν θα πραγματοποίηση το γύρο του Μωριά. Πέρασε στη Σαλαμίνα με την άκατο της αγγλικής φρεγάτας «Νάρκισ­σος», βγήκε πρώτα στην Ελευσίνα και ύστερα στην παραλία των Μεγάρων. Ήταν πια νύχτα. Σχηματίσθηκε όμως πομπή με πυρσούς και «ισχυρή φρουρά Αλβανών πού πυροβολούσαν συνεχώς και τραγουδούσαν αδιάκοπα τα εθνικά τους άσματα». Ξαναμπαρκάρησαν στο πλεούμενο και έφτασαν στην Κόρινθο. Εκεί θα επισκεφθούν τη λαίδη Έλγιν οι γυναίκες του Νουρήμπεη. Ήρθαν κουρνιασμένες σε φορεία-κασόνια φορτωμένα σε μουλάρια. «Κάθε μια σ’ ένα κασόνι, ένα κασόνι σε κάθε πλευρό, όπως οι τσιγγάνοι στα κοφίνια». Παραπετάσματα από πορφυρό ύφασμα έκρυβαν τις χανούμισσες από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτζαμπάση Βλασσόπουλου, πού ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων**. Από το Άργος προχώρησαν στην Τριπολιτσά, ύστερα από πρόσκληση του πασά, με πολυάριθμη συνοδεία Τούρκων και Ελλήνων καθώς και φρουρά Αλβανών. Μόλις πέρασαν τον Αχλαδόκαμπο τους υποδέχτηκαν τσαουσάδες, τατάρηδες και αξιωματούχοι του πασά. Για τη λαίδη Έλγιν έφεραν το φορείο της πασίνας. Το κρεμούσαν ανάμεσα σε δυο μουλάρια πού οδηγούσαν έξη ιπποκόμοι.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Το φορείο προοριζόταν για δυο άτομα καθισμένα αντικριστά και έμοιαζε με σοφά. Είχε ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια και ήταν σκεπασμένο με ύφασμα στολισμένο με χρυσά κρόσσια, μεγάλες χρυσές φούντες και δυο φαρδιά καφασωτά, παράθυρα από όπου αγνάντευαν τα πέριξ.

Η είσοδος στην Τριπολιτσά έγινε με συνοδεία 700 ντελήδων. Όλοι οι κάτοικοι, λαμπροστολισμένοι και αρματωμένοι, είχαν παραταχτεί στις δυό πλευρές των δρόμων για να υποδεχτούν τον πρεσβευτή και τη σύζυγό του. Από όλες τις ντάπιες βροντούσαν τα κανόνια. Ο πασάς έδωσε γραπτή άδεια στον Έλγιν για τη διενέργεια ανασκαφών στην Κόρινθο, Ολυμπία, Ήλιδα και αλλού. Στις 12 Μαΐου πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στην Επίδαυρο μπαρκάρισαν σ’ ένα σπετσιώτικο ψαροκάικο και βγήκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στον Πειραιά.

Η λαίδη Έλγιν έδειξε μεγάλο ζήλο κατά την επιχείρηση λεηλασίας των μνημείων. Επιστατούσε στη συσκευασία και τη φόρτωση των καλλιτεχνικών θησαυρών. Στις 2 Ιουνίου 1802 έγραφε στη μητέρα της από την Αθήνα: «Χθες κατεβάσαμε από την Ακρόπολη και το τελευταίο από τα αντικείμενα πού χρειαζόμαστε. Μπορούμε άφοβα πια να περιφρονήσουμε τους εχθρούς μας. Είμαστε πολύ τυχεροί».***

Στις 15 Ιουνίου η οικογένεια Έλγιν άρχισε περιοδεία στις Κυκλάδες. Στη Τζιά θα φιλοξενηθεί στο αρχοντικό του Πάγκαλου, προξένου της Νεάπολης. «Μας είχαν ετοιμάσει μεγάλη υποδοχή. Μουσικοί και τραγουδιστές μας διασκέδασαν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ακολούθησε χορός». Εννιά θυγατέρες είχε ο πρόξενος. «Η φιλοξενία τους ήταν μοναδική. Τραγούδησαν ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, χόρεψαν μενουέττα και πολλούς άλλους χορούς».

Από τη Τζιά στο Μαραθώνα. Διανυκτέρευσαν σε σκηνές στον τόπο της μάχης. Είδαν τον τύμβο πού είχε μισανοίξει ο Fauvel. Αποφάσισαν κι’ αυτοί μια πρόχειρη ανασκαφή με το πλήρωμα του πλοίου. Άνοιξαν τάφρο προς άλλη κατεύθυνση και βρήκαν θραύσματα αγγείων. Πλάι στον τύμβο υπήρχε ένα τετράγωνο κτίσμα. Υποθέτουν, γράφει η λαίδη Έλγιν, πώς ήταν ο τάφος του Μιλτιάδη. Κοντά στη Δήλο οι Άγγλοι βούλιαξαν ένα μανιάτικο πειρατικό καράβι. Αιχμαλωτίσθηκε ο καπετάν Ζάχαρης, 26 χρόνων, και 23 πειρατές. Αρχές Σεπτεμβρίου 1802 η οικογένεια Έλγιν γύρισε στην Πόλη διαμέσου Σμύρνης.

  

Στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, διαβάζουμε:

 

Τριπολιτσά, 11 Μαΐου 1802

 

[…] Συνεχίσαμε την πορεία μας και περάσαμε πανύψηλα βουνά, κάμπους και λοφοπλαγιές γεμάτες μυρτιές και άλλα αειθαλή. Μπαίνοντας στη μεγάλη πεδιάδα του Άργους κάναμε μια παρέκκλιση προς τ’ αριστερά, μισής ώρας περίπου, για να δούμε τα ερείπια της πόλης των Μυκηνών.

Σώζονται ακόμη οι μεγάλοι όγκοι των τειχών της αρχαίας Ακρόπολης, που λένε ότι είναι έργο Κυκλώπων. Σε μικρή απόσταση απ’ τα ερείπια αυτά υπάρχει ένας πελώριος θόλος, που κάποιοι πιστεύουν ότι είναι ο τάφος του Αγαμέμνονα και άλλοι ότι είναι το θησαυροφυλάκιο των Βασιλέων των Μυκηνών. Δύο μακρά τείχη συμπαγούς τειχοποιίας οδηγούν στην είσοδο αυτού του υπόγειου κτιρίου· όμως οι ορεινοί χείμαρροι είχαν παρασύρει τόσο χώμα, που απαιτούσε εξαιρετικό θάρρος να συρθεί κανείς μέσ’ απ’ την τρύπα, που ήταν κι η μοναδική είσοδος.

Μυκήνες, 1885

Μπήκα μετά από δισταγμό, έρποντας, και αυτό που αντίκρυσα με ικανοποίησε απόλυτα. Η πέτρα που σχηματίζει τα επιστήλια της πόρτας, είναι διαστάσεων που ξεπερνούν σε μέγεθος ο,τιδήποτε είχα δει στην Αθήνα. Τη μετρήσαμε και τη βρήκαμε εικοσιτέσσερα πόδια μήκος, δεκαεπτά πόδια πάχος και σχεδόν πέντε πόδια ύψος. Το σχήμα του θόλου είναι το σχήμα ενός πελώριου κοίλου κώνου φτιαγμένου από λαξευτές πέτρες.

Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά εκεί μέσα και, έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα, μπήκαμε σε μια δεύτερη αίθουσα πολύ πιο άτεχνης κατασκευής. Εδώ πρέπει να σας πω, ότι ο νεαρός Λογο­θέτης, ο φέρελπις γιος και κληρονόμος του Λογο­θέτη των Αθηνών, που αποκλειστική του ευθύνη ήταν να φροντίζει τον εαυτό του (αν και η μητέρα του του επέτρεπε να πηγαίνει οπουδήποτε πήγαινα εγώ) αρνήθηκε να μ’ ακολουθήσει στο δεύτερο θόλο — είδα τις τρίχες της κεφαλής του να σηκώνονται την ώρα που τρυπώναμε στον πρώτο θόλο, εγχείρημα, στη διάρκεια του οποίου τού ‘φυγε το καλπάκι του και γέμισε χώματα τα ρούχα του.

Μας είπαν ότι ο Αγάς του γειτονικού χωριού Χαρβάτι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε το θόλο κι ότι είχε βρει μέσα ένα επιτάφιο φανάρι από μπρούτζο κρεμασμένο με μια αλυσίδα απ’ την κορυφή του θόλου· αφού δεν αποδείχθηκε ούτε χρυσό ούτε ασημένιο, το χάρισε σε κάποιους γύ­φτους. Μετά, προχωρήσαμε στην πεδιάδα του Άργους,  που είναι η πιο συστηματικά καλλιεργημένη περιοχή της Ελλάδας. Ο Βοεβόδας [σημ. Τούρκος διοικητής επαρχίας] έστειλε άλογα, πλούσια στολισμένα, για να μπουν στην πόλη πάνω σ’ αυτά ο Έλγιν κι η ακολουθία του.

Η συρροή θεατών ήταν πολύ μεγάλη· η πομπώδης αυτή είσοδος στην πόλη ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη για μένα με τον κόσμο να πυροβολεί προς κάθε κατεύθυνση και τα άλογα να κλωτσούν, ένιωσα πάρα πολύ τυχερή όταν βρέθηκα στο σπίτι του προστατευόμενού μας Μπαρατλή – Βλασόπουλου, [σημ. Baratly, έμπορος στον οποίο έχουν παραχωρηθεί προνόμια] όπου βρήκαμε κάθε λογής πολυτέλειες. Είναι πλούσιος και είχε επιπλώσει εκ νέου, το σπίτι του για την υποδοχή· είχαν ακόμη αγοράσει ένα σωρό καινούργια ασπρόρουχα, όλα κατά τα Αγγλικά πρότυπα.

Την εβδόμη Μαΐου παραμείναμε στο Άργος και την επομένη, μετά το γεύμα, ξεκινήσαμε για την Τριπολιτσά έχοντας δεχθεί τις εξαιρετικά πιεστικές επανειλημμένες προσκλήσεις του Πασά του Μοριά. Μας συνόδευαν ο δραγουμάνος του και πολυπληθής Τουρκική και Ελληνική συνοδεία, καθώς και ένας Αλβανός φρουρός ντυμένος με τη στολή των αρχαίων Μακεδόνων. Το βράδυ σταματήσαμε σ’ ένα χωριό εξαίσιας ομορφιάς· από τότε που έφυγα απ’ την Αγγλία ποτέ δεν ένοιωσα τόσο γοητευμένη με κάποιο τόπο.

Ξέρω ότι είναι αδύνατο να σας δώσω με την περιγραφή μου μια ιδέα απ’ τις γραφικές ομορφιές του Αχλαδόκαμπου. Τα σπίτια είναι απλές καλύβες από λάσπη, που απλώνονται στην πλαγιά ενός σχεδόν κάθετου βουνού, κατάσπαρτου από κάθε είδους αειθαλή και δέντρα όλων των αποχρώσεων και σχημάτων. Μετά από ένα περίπατο ανάμεσα στα βράχια και κάτω από τα δέντρα που ήταν γεμάτα αηδόνια, κοιμηθήκαμε σ’ ένα φτωχό καλύβι Αλβανών. Στους πρόποδες του λόφου και διασχίζοντας το χωριό κυλάει ένα μικρό ποταμάκι, που ήταν ξερό όταν είμασταν εκεί, αλλά το χειμώνα το νερό κυ­λάει ορμητικά και πρέπει να προσθέτει πολύ στην όλη εικόνα. Υπήρχαν πολλές ασυνήθιστα όμορφες κοπελιές σ’ αυτό το χωριό, αλλά κατά τα λεγόμενα όλων δεν έχουν την έμφυτη απλότητα, που θα περίμενε κανείς να συναντήσει σ’ αυτόν τον απόμερο τόπο. Κατά γενική ομολογία, αγαπούν τις διασκεδάσεις περισσότερο από όλες τις κυρίες της Πελοποννήσου. Νομίζω, απ’ ό,τι έχω δει, ότι αυτή είναι κι η ακριβέστερη περιγραφή τους.

Αχλαδόκαμπος

Το επόμενο πρωί, 9 Μαΐου, οι χωρικοί με τον ιερέα τους και τους γηραιότερους κατοίκους επικεφαλής, ήρθαν να παρακαλέσουν τον Έλγιν να ζητήσει την άδεια του Πασά του Μοριά να επισκευάσουν τη μικρή τους εκκλησία, που είναι τώρα πολύ ερειπωμένη, για να τελούν εκεί τη θεία λειτουργία, και δεν τολμούν να την επιδιορθώσουν χωρίς άδεια.

Πριν ξεκινήσουμε ήρθαν να μας συναντήσουν αγγελιοφόροι και οι αξιωματούχοι του Πασά που έφεραν ένα σκεπαστό φορείο για μένα, με το οποίο μεταφέρονται οι γυναίκες του Πασά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Το μετέφεραν ανάμεσά τους δύο μουλάρια και το οδηγούσαν έξι άνδρες, όπως τα φορεία. Σε μερικά δύσκολα σημεία του δρόμου οι άνδρες σήκωναν κυριολεκτικά στα χέρια τα μουλάρια για να περάσουν. Ήμουν μέσα στο φορείο την πρώτη φορά που το επιχείρησαν κι επειδή καθόλου δεν το χάρηκα, παρακάλεσα να μ’ αφήσουν να βγω έξω την επόμενη φορά. Η Μάστερμαν κι εγώ είμασταν ξαπλωμένες φαρδιά-πλατιά αντικρυστά η μία στην άλλη, (σαν σε καναπέ με ωραία ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια, καλυμμένα από πορφυρό ύφασμα, που ήταν γαρνιρισμένο με χρυσά κρόσια και διακοσμημένο με μεγάλες χρυσές φούντες) με δυο μεγάλα καφα­σωτά παράθυρα, που πήρα το θάρρος να ανοίξω. Ένας μαύρος, που ήταν ο επικεφαλής αυτού του φορείου, βλέποντας τον Έλγιν να έρχεται για να μου μιλήσει, του έκανε νόημα να μην πάει από κείνη την πλευρά, γιατί ήταν ανοιχτή, αλλά από την άλλη, όπου το παράθυρο ήταν κλειστό. Ο Μαύρος με φρόντισε ιδιαιτέρως και δεν επέτρεπε τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο τρόπος για να μπεις σε τέτοιο φορείο είναι να σκύβει κάποιος και να πατάς στη ράχη του — θα σας άρεσε κάτι τέτοιο; Στα τούρκικα τον ονομάζουν «το σκαλοπάτι»! Σας διαβεβαιώ ότι το μεταφορικό αυτό μέσον απο­δείχθηκε από χρήσιμο έως αναπαυτικό, ιδιαίτερα τις ώρες του αφόρητου καύσωνα στους πιο απότομους κι επικίνδυνους δρόμους πάνω στα βουνά.

Σταματήσαμε στα ερείπια των Αμυκλών, όπου λέγεται ότι υπήρχαν 365 εκκλησίες αφιερωμένες σε ισάριθμους αγίους. Τώρα δεν απομένει ούτε καλύβα και τα ερείπια — μόνο λίγοι κακοχτισμένοι τοίχοι και καμιά τοξοτή πόρτα — δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Εδώ μας υποδέχτηκε ο αρχικαφετζής του Πασά με τους υπηρέτες και τα σύ­νεργά του και μας ετοίμασε το φημισμένο τούρκικο καφέ του. Ο Δραγουμάνος μ’ άφησε να καταλάβω ότι θα ήταν καλύτερο να κάνω τη δημόσια είσοδό μου μέσα στο φορείο παρά έφιππη — υποθέτω το θεώρησε πιο σεμνό. Εγώ, βέβαια, συμμορφώθηκα με την υπόδειξή του, αλλά, αποφασισμένη να μη χάσω το θέαμα, στάθηκα αρκετά αναιδής, ώστε να ανοίξω και τα δύο παράθυρα.

Μας υποδέχτηκαν όλοι οι αξιωματούχοι της Αυλής του Πασά πάνω σε άτια πλούσια στολισμένα, και με τη συνοδεία ακολούθων και φρουρών, που έριχναν τζιρίτ**** και επιδείκνυαν την ιππική τους επιδεξιότητα. Είδα πολλούς να ρίχνουν το τζιρίτ και να τρέχουν να το σηκώσουν από το χώμα όπου ήταν πεσμένο, χωρίς να κατεβαίνουν απ’ τα άλογά τους. Άλλοι είχαν μπαστούνια με άγκιστρο στην άκρη και μ’ αυτά σήκωναν τα τζι­ρίτ από κάτω σε ταχύτατο ρυθμό. Η επιδεξιότητά τους ήταν θαυμαστή κι η επίδειξη αυτής της πομπής στην πεδιάδα της Μαντι­νείας ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα θεάματα του κόσμου. Σκεφτόμουν συνεχώς πόσο θα χαιρόσαστε αν βλέπατε τη συντροφιά μας ιδιαίτερα ο Στρατηγός. Ήταν αληθινά ένα θέαμα μεγαλοπρεπέστατο.

Έστειλαν τρία άλογα παρελάσεως για τον Έλγιν, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκωτ, καθώς επίσης και πάρα πολλά εφεδρικά, όλα με τα λαμπρότερα στολίδια ο Αντικυβερνήτης και ο Αρχιθαλαμηπόλος πήγαιναν δίπλα τους, ο Δραγουμάνος πήγαινε μπροστά και τους ακολουθούσε μια πομπή από 600 ή 700 καβαλλάρηδες. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης ντυμένοι με τα καλά τους, ένοπλοι, είχαν παραταχθεί κατά μήκος των λεωφόρων, που οδηγούσαν στην πύλη της πόλης· και καθώς πλησιάσαμε, τα μεγάλα κανόνια έριχναν απ’ όλα τα κάστρα γύρω απ’ τα τείχη της πόλης.

Ένας άνδρας έριχνε χρήματα στα παιδιά και τους φτωχούς στους δρόμους, από ένα μεγάλο κεντητό κουτί. Υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές σ’ αυτή του την πράξη. Το απόγευμα καταλήξαμε στο σπίτι του Δραγουμάνου, το οποίο διέθεσαν για τη διαμονή μας· εκεί μας υποδέχθηκαν οι αξιωματούχοι του Πασά και του Μπέη, για να μας συγχαρούν για την άφι­ξή μας. Έστειλαν απ’ το Σαράι του Πασά ένα πελώριο δείπνο από 30- 40 πιάτα γαρνιρισμένα κατά τα τουρκικά έθιμα.

 

10η Μαΐου

 

The letters of Mary Nisbet, London 1926

Ρυθμίστηκαν τα εθιμοτυπικά για την ακρόαση του Έλγιν απ’ τον Πασά και έστειλαν σε μένα δύο Τουρκάλες της αδελφής του Νουρή Μπέη να υπο­βάλλουν τις φιλοφρονήσεις της κυρίας τους για την άφιξή μου. Κι ο Πασάς έστειλε να με παρακα­λέσει να δεχθώ μέλη της φρουράς του, οποτεδή­ποτε ήθελα να πάω περίπατο στην εξοχή ή να δω τα αρχαία ερείπια κ.λ.π.

Έστειλαν τον αρχιθαλαμηπόλο με πολυάριθμη φρουρά και ακολούθους να συνοδεύσουν τον Έλγιν στο παλάτι του Πασά, με τρία άλογα πλου­σιοπάροχα στολισμένα για τον ίδιο, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκοτ. Καθώς οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς έχουν ελάχιστες επαφές με ξένους, αποκλείστηκα απ’ την ομήγυρη. Ο Έλγιν μου είπε ότι ο Πασάς τον δέ­χθηκε με σεβασμό και μεγαλοπρέπεια. Στην αίθουσα ακροάσεων οι αξιωματούχοι της Αυλής υποχρεώθηκαν να παραμείνουν όρθιοι. Ο Πασάς είπε κατ’ επανάληψη, ότι είχε προσπαθήσει να αποδώσει στον Άγγλο πρεσβευτή όλες τις τιμές και ότι είχε στην πραγματικότητα κάνει περισσότερα απ’ ότι θεωρούσε απαραίτητα για τρεις Πα­σάδες της τάξεώς του. Έτσι τώρα προσφωνώ τον Έλγιν, Πασά με εννιά αλογοουρές!

 

11η Μαΐου

 

Ο Πασάς ανταπέδωσε την επίσκεψη του Έλ­γιν σ’ ένα περίπτερο με θέα την πόλη. Ήταν ασυνήθιστα ευγενικός και χορήγησε γραπτές άδειες στους καλλιτέχνες μας να κάνουν ανασκαφές για αρχαιότητες στην Κόρινθο, την Ολυμπία, την Ήλιδα και αλλού. Επίσης έδωσε την άδεια να εξετάσουν το φρούριο της Ακροκορίνθου, αίτηση που είχε απορριφθεί ως τότε για όλους ανεξαιρέτως.

Το βράδυ μας επισκέφθηκε ο Νουρή Μπέης. Κατάγεται από την πλουσιότερη και αρχαιότερη τουρκική οικογένεια του Μοριά. Μου έστειλε ένα σάλι κι ένα κεντητό κουτί. Στον κύριο Χαντ και στον Δρ. Σκοτ έδωσε πανωφόρια από ερμίνα και έστειλαν στον Έλγιν ένα πολύ ωραίο από γούνα Ζιμπελίν, γιατί ο Πασάς είπε ότι δεν τολμούσε να ντύσει ένα πρόσωπο της τάξεώς του.

Το άλογο πάνω στο οποίο επέστρεψε ήταν το καλύτερο των σταύλων του Πασά και του το παρουσίασαν ντυμένο με πλούσια επιχρυσωμένα και κεντητά βελούδινα στολίδια. Ένα σάλι, ένα κεντημένο μαντήλι και δύο Ινδικά υφάσματα έστειλαν σε μένα.

 

12η Μαΐου

 

Ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Ο Πασάς είχε εξηγήσει λεπτομερώς στον Έλγιν τους κινδύνους που θα διατρέχαμε, αν συνεχίζαμε ως το Λεοντάρι ή προχωρούσαμε κι άλλο μέσα στην Αρκαδία, που ανυπομονούσαμε να δούμε. Αλλά οι αναρίθμητες συμμορίες ληστών, που λυμαίνονται αυτό το κομμάτι της Πελοποννήσου και αψηφούν την Πύλη, κάνουν το εγχείρημα εξαιρετικά επικίνδυνο για τους ταξιδιώτες.

Γευματίσαμε στις Αμύκλες και μετά από μια ξαφνική μπόρα, που μας έκανε μούσκεμα, φθάσαμε στο ‘Αργος κατά τις οκτώ το βράδυ. Στη διάρκεια της απουσίας μας ο Βοεβόδας της «Νάπολι ντι Ρομάνια» (Ναύπλιο) είχε καθαρίσει την είσοδο του υπογείου κτιρίου στις Μυ­κήνες. Βρήκαμε πολλά θραύσματα αγγείων και κομμάτια μάρμαρο που διακοσμούσαν την εξωτερική τους πλευρά. Υπήρχαν επίσης μερικά κομμάτια ενός αγγείου με μαρμάρινες ραβδώσεις εξαιρετικής Τέχνης.

Ολόκληρο το εσωτερικό αυτού του υπογείου κτίσματος έχει καλυφθεί με μπρού­τζινα καρφιά, πολλά από τα οποία υπάρχουν ακόμη. Φοβάμαι πως μοιάζει με θησαυροφυλάκιο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι ο Τάφος του Αγαμέμνονα.

Μετά από ανάπαυση μιας ημέρας στο ‘Αργος ξεκινήσαμε με κατεύθυνση την Επίδαυρο. Στο δρόμο είδαμε τα φημισμένα τείχη της Τίρυνθας, όπου ζούσε ο Ηρακλής και που υποτίθεται ότι τα έκτισαν Κύκλωπες. Μοιάζουν έργο όντων θαυμαστών, δεν έχω ξαναδεί τόσο ογκώδη τείχη. Η θέα απ’ την κορυφή της ακροπόλεως είναι ιδιαίτερα γραφική.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Αφήσαμε τη Νάπολι ντι Ρομάνια στα δεξιά μας και, αφού περάσαμε διάφορα ερείπια αρχαίων Ελληνικών Ναών και τάφων, φτάσαμε στο χωριό Λυγουριό την ώρα του φαγητού. Σε απόσταση μιας ώρας απ’ το Λυγουριό είδαμε το ιερό Άλσος του Ασκληπιού και το Θέατρο, που θεωρούν ότι υπήρξε το τελειότερο του είδους του στην Ελλάδα. Οι κερκίδες είναι ακόμη σχεδόν άθικτες, περίπου 45 τον αριθμό, σε κοίλη κυκλική διάταξη και καθώς υψώνονται η μία πάνω απ’ την άλλη δημιουργούν μια θαυμάσια εντύπωση. Η σκηνή και όλη η διακόσμηση της πρόσοψης έχουν χαθεί και ο χώρος της ορχήστρας είναι σπαρμένος καλαμπόκι. Μερικά μαρμάρινα καθίσματα έχουν αφαιρεθεί. Έχουν φυτρώσει στο χώρο θάμνοι με ωραιότατο φύλλωμα. Η τοποθεσία είναι μαγευτική. Υπάρχουν εκεί κοντά πολλά άλλα ερείπια λουτρών, δεξαμενών και ναών.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Από κει, ακολουθήσαμε την κοίτη ενός χειμάρρου ανάμεσα από γκρεμούς και απόκρημνα βουνά ολόφυτα από μυρτιές, αρμπαρόριζες, πι­κροδάφνες, ελιές, χαρουπιές, αμμόχορτα και άλ­λους πανέμορφους θάμνους, που φυτρώνουν εκεί σε οργιώδη αφθονία, θα είχα σίγουρα καταστραφεί οικονομικά, αν μπορούσα να δωροδοκήσω τους θάμνους να εγκαταλείψουν τον καυτό ελληνικό ήλιο για τη δροσερή αύρα του Φέρθ. Αυτός αναμφισβήτητα, χωρίς καμιά εξαίρεση, στάθηκε ο πιο μαγευτικός περίπατος που έκανα ποτέ, ακριβώς στο στυλ μου: πολύ επικίνδυνος δρόμος και κατακόρυφα βουνά. Ήταν μια θλιβερή ζεστή ημέρα κι είμαστε έφιπποι για έντεκα συνεχείς ώρες, δεν θυμάμαι να ήμουν ποτέ περισσότερο κουρασμένη. Οι οδηγοί έχασαν το δρόμο κι έτσι είχε σκοτεινιάσει πια όταν φτάσαμε στο χωριό της Επιδαύρου.

Από την περιγραφή που έδωσαν κι οι γενίτσαροι ακόμα για τη βρωμιά και τα ζωύφια στις καλύβες, προτίμησα να κοιμηθώ στη σκηνή μας, όπου βέβαια η διαμονή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη, γιατί η ζέστη ήταν αποπνικτική και η υγρασία διαπερνούσε το καραβόπανο.

Το επόμενο πρωί της 15ης Μαΐου, αφού είδαμε τα ερείπια, επιβιβαστήκαμε σε μια Σπετσιώτικη ψαρόβαρκα. Ο αντίθετος άνεμος μας εμπόδισε να αποβιβαστούμε στη νήσο Αίγινα, αλλά είδαμε τα ερείπια των ναών του Ποσειδώνα και του Πανελλήνιου Δία. Από τον πρώτο ναό σώζονται μόνον δύο κίονες και από τον άλλο, που λέγεται ότι είναι ο αρχαιότερος της Ελλάδας, είναι ορατοί εικοσιπέντε όρθιοι κίονες από κοινή πέτρα, Δωρικού ρυθμού και μεγάλων διαστάσεων. Τη νύχτα φτάσαμε στον Πειραιά και σταθήκαμε αρκετά τυχεροί: βρήκαμε στην αποβάθρα άλογα, που μας έφεραν στην Αθήνα στις οκτώ η ώρα περίπου.

 

Υποσημειώσεις:


 

*  The letters of Mary Nisbet of Dirleton Countess of Elgin, Arranged by Lieut. – Colonel Nisbet Hamilton, Grant, London 1926, σ. 177. Τον Μάιο του 1801 βρίσκονταν στην Αθήνα τα πεθερικά του Έλγιν, το ζεύγος Nisbet, και ασχολήθηκαν με συλλογή αρχαιοτήτων. Πολλά λάφυρα αποκόμισαν κατά την παραμονή τους στην Αθήνα, άλλα από ανασκα­φές, άλλα από αγορές και άλλα από δωρεές. Ο Bartholdy μας πληροφορεί ότι η κυρία Charlotte Hamilton Nisbet απόχτησε ένα από τα μάρμαρα πού αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του λόρδου Aberdeen στην Πνύκα. Αυτό το μάρμαρο προοριζόταν να στολίσει ένα από τα τζάκια του μεγάρου τους (Voyage en Grèce fait dans les années 1803 et 1804…, Paris 1807, τ. Α’, σ. 160).

Ο πεθερός πάλι του Έλγιν απόχτησε τον μαρμαρένιο θρόνο του γυμνασιάρχου πού βρισκόταν στο μετόχι της Καισαριανής στην Αθήνα όπου ή κατοικία του μητροπολίτη (απεικονίζεται στο έργο των James Stuart και Nicholas Revett, The anti­quities of Athens…, London 1762, τ. Γ’, κεφ. 3). Ήταν δώρο του μητροπολίτη και κατέληξε στην έπαυλη της δισεγγονής του Nisbet (Adolf Michaelis, Der Parthenon, Leipzig 1870-1871, σ. 29). Πρόκειται για τον μητροπολίτη Γρηγόριο Γ’ πού μοίραζε με μεγάλη απλοχεριά τις αρχαιότητες των ναών της δικαιοδοσίας του. Στο ημερολόγιο του Έλγιν, πού έγραψε ο γραμματέας του Hamilton, διαβάζουμε: «Ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε άδεια του αρχιεπισκόπου να ερευνήση το εσωτερικό όλων των εκκλησιών και μοναστηριών στην Αθήνα και τα περίχωρα για την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Συχνά ασκήθηκε η εξουσία του αρχιεπι­σκόπου για να αποσπάση ο λόρδος Έλγιν μερικά περίεργα αντικείμενα. Η έρευνα αυτή απέφερε πολλά πολύτιμα ανάγλυφα, επιγραφές, αρχαία σκιάθηρα (ηλιακά ημερολόγια), μαρμάρινο θρόνο γυμνασιάρχου με τις μορφές του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα με εγχειρίδια και τον θάνατο της Λεαίνης» (Memorandum on the subject of the Earl of Elgin’s pur­suits in Greece, Edinburgh 1811, σ. 32).

** Ο Βλασσόπουλος ενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της  λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4 Ιουλίου 1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στον Βλασσόπουλο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα (Ιω. Γεννάδιου, Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440-1837, Έν Αθήναις 1930, σ. 11 σημ. 23).

***Να περιφρονήσουν τους ανταγωνιστές τους, τους Γάλλους δηλαδή, πού εποφθαλμιούσαν τα γλυπτά και έχασαν από τα χέρια τους την ευκαιρία εξ αίτιας της εισβολής του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο.

**** Η ρίψη του Τζιρίτ ήταν τρόπος διασκέδασης των Μωαμεθανών. Το Τζιρίτ ήταν ένα ευθύ λευκό ραβδί, κατά τι λεπτότερο από τη λαβή μιας ομπρέλας, και κυρτό στην άκρη. Δεν ήταν αγώνισμα εντελώς ακίνδυνο καθώς ένα κτύπημα στο κεφάλι μ΄ αυτό μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

 

Πηγές


  • Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», τόμος Γ2, Πέμπτη Έκδοση, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα, 1997.
  • Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, «Πως λεηλατήθηκαν τα γλυπτά από τις μετόπες του Παρθενώνα», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Older Posts »