Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φιλική Εταιρεία’

Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία – Εμμανουήλ Ξάνθος και Παναγιωτάκης Καραγιάννης | Βασίλης Παναγιωτόπουλος,  Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, «Ο Ερανιστής», τόμος Β’, Αθήνα, 1964.


 

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Η μύηση του Εμμανουήλ Ξάνθου στον τεκτονισμό είναι γνωστή από πληροφορία του ίδιου, διατυπωμένη μάλιστα με μια τάση έξαρσης του γεγονότος, στα Απομνημονεύματά του. Στο σημείο που κάνει λόγο για τις προεπαναστατικές εμπορικές δραστηριότητές του, μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, γράφει: «Απήλθεν κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν δι’ αγοράν λαδιών· εκείθεν διέβη εις Ιωάννινα … μεταβάς ακολούθως εις την Αγίαν Μαύραν, διά παρακινήσεως φίλου του τινός Παναγιωτάκη Καραγιάννη εισήχθη εις την εταιρίαν των Ελευθέρων Κτιστών (Μασόνων)».

Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει λόγο για την ιδιότητά του αυτή ο Ξάνθος. Πριν εκδώσει τα Απομνημονεύματά του είχε γράψει δύο εκθέσεις για τη «φιλική» του δράση, που κυκλοφόρησαν τότε σε ορισμένους κύκλους χειρόγραφες. Η πρώτη σε τύπο επιστολιμαίας διατριβής, γραμμένη στα 1835, δημοσιεύτηκε στα 1901 από τον Δ. Καμπούρογλου.

Μιλώντας ο Ξάνθος για τις συναντήσεις του με τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά, το 1814 στην Οδησσό, γράφει: «Απεφάσισαν λοιπόν αυτοί οι φίλοι να σχεδιάσωσι τους κανόνας ταύτης της εταιρείας, την οποίαν και Εταιρείαν των Φιλικών ωνόμασαν, δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την Εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων, εις ην ο Ξάνθος προ τίνος χρόνου είχεν έμβει ευρεθείς εις μίαν της Επτανήσου Πολιτείας νήσον»

Η δεύτερη έκθεση, γραμμένη την 1 ’Οκτωβρίου 1837 και δημοσιευμένη στα 1931 από τον A. Α. Παπανδρέου, είναι αναλυτικότερη και, ως προς την διατύπωση και το περιεχόμενο, πολύ κοντά στα Απομνημονεύματά του. Και εδώ ο Ξάνθος μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την μύησή του στον τεκτονισμό: «απήλθεν… κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν και Ιωάννινα δι’ εμπορικάς υποθέσεις. Εκείθεν δε διαβάς εις Αγίαν Μαύραν, μίαν των Ιονικών νήσων, εισήχθη εις την εκεί υπάρχουσαν τότε εταιρίαν των Ελευθέρων Κτίστων, ων δε ιδεών ελευθέρων και πνέων πάντοτε μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας, αμέσως συνέλαβε την ιδέαν να ενεργήση μίαν μυστικήν εταιρίαν κατά τους κανονισμούς ταύτης των Κτίστων … διά να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας τυχούσης, την απελευθέρωσιν της πατρίδος».

Στην συνέχεια επαναλαμβάνει όσα γράφει και στην πρώτη έκθεση για την ίδρυση της Φιλικής στην ’Οδησσό το 1814: «Εκοινοποίησεν εις αυτούς τους φίλους του [Σκουφά, Τσακάλωφ] την ιδέαν του περί συστάσεως μιας εταιρείας, φανερώσας αυτοίς και την είσοδον του εις την των Κτίστων, τινα των σημείων τούτων όσα εδύναντο να προσαρμοσθώσιν εις αυτήν κοινοποιήσας …».

Εκτός από τα παραπάνω, δ Ξάνθος μιλάει και σε άλλα σημεία των Απομνημονευμάτων και των εκθέσεών του για την τεκτονική του ιδιότητα. Ακόμη δεν παραλείπει να φανερώνει την ιδιότητά του αυτή κάθε φορά που υπογράφει ένα έγγραφο ή μια επιστολή, τοποθετώντας μπροστά από το όνομά του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, όπως συνήθιζαν τότε οι τέκτονες: τρείς διαδοχικές τελείες μέσα σ’ ένα γραμμικό σύμπλεγμα ή μέσα σε δύο παράλληλες μικρές ευθείες.

Δεν είναι χωρίς σημασία οι αλλεπάλληλες αυτές αναφορές του Ξάνθου, αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι και όταν έβγαζε τα Απομνημονεύματά του (1845) και λίγα χρόνια πριν, όταν έγραφε τις δυο εκθέσεις του (1835, 1837), ο εταιρισμός γενικά, άλλα και ειδικότερα ο τεκτονισμός, αποτελούσαν μη κανονικές δραστηριότητες. Οι τέκτονες του καιρού του δεν έκρυβαν βέβαια την τεκτονική τους ιδιότητα, ήταν όμως φαινόμενο ασυνήθιστο η προβολή και η με κάθε τρόπο κοινολόγηση της ιδιότητας αυτής. Στη συνέχεια θα φανεί το αιτιολογικό της αντίθετης συμπεριφοράς του Ξάνθου.

Ο τεκτονικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας, όταν μετά την επανάσταση άρχισε να γίνεται λόγος πάλι γι’ αυτήν, ήταν παραδεκτός και αδιαφιλονίκητος. Ο Ι. Φιλήμων στο Δοκίμιό του για την Φιλική ‘Εταιρεία (1834), γράφει για τον οργανισμό της τα παρακάτω, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα την εποχή που γράφτηκαν: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν κανόνας πολλούς από την εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του έθνους. Ήτο διά τούτο ηθικώτατος και προβλεπτικώτατος ως προς όλα τα στοιχεία της συντηρήσεως και της προόδου του Συστήματος».

Ο Φιλήμων, τέκτονας ο ίδιος την εποχή που έγραφε αυτά, ήταν σε θέση να γνωρίζει ως ποιο σημείο έφθανε η σχέση τεκτονισμού και Φιλικής. Δεν ήταν βέβαια φιλικός, άλλα γράφοντας για τη Φιλική Εταιρεία είχε αποκτήσει πλήρη συνείδηση της δραστηριότητας και των μεθόδων των φιλικών, κι έτσι η έλλειψη της προσωπικής εμπειρίας είχε αντισταθμιστεί από τις σχετικές γνώσεις.

Ο Ξάνθος, στηριγμένος στην καθολική αναγνώριση του τεκτονικού χαρακτήρα του οργανισμού της Φιλικής Εταιρείας, έρχεται με την έξαρση της τεκτονικής του ιδιότητας να υποδηλώσει διακριτικά, αλλά και αναντίρρητα, τη θέση του σαν συνιδρυτή της Εταιρείας, θέση που είχε κλονιστεί από τις ειλικρινείς καθώς φαίνεται, αλλά βασισμένες σε ασύνδετες γνώσεις, πληροφορίες του Αναγνωστόπουλου, όπως αυτές είχαν διοχετευτεί στο «Δοκίμιον περί της Φιλικής Εταιρείας» του Φιλήμονος και όπως θα κυκλοφορούσαν, υποθέτω, προφορικά στην Αθήνα της εποχής.

Για μύηση στον τεκτονισμό των άλλων συνιδρυτών της Εταιρείας δεν είχε γίνει λόγος. Η σχέση του Τσακάλωφ με τον κύκλο του Ζαλίκογλου και το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» του Παρισιού δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν τέκτονας, αλλά ούτε και για τον Σκουφά διατυπώθηκε τέτοια άποψη.

Στο συμφωνητικό μάλιστα που υπογράψανε στις 22 Σεπτ. 1818 στην Κωνσταντινούπολη οι Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος, Σέκερης και Ξάνθος, ενώ ο τελευταίος τοποθετεί μπρος από την υπογραφή του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, οι άλλοι υπογράφουν χωρίς κανένα διακριτικό. Η τεκτονική ιδιότητα του Ξάνθου, σε αντιδιαστολή με τον συνιδρυτή του 1814 Τσακάλωφ και τους συναρχηγούς του 1818, εκφράζεται εύγλωττα ατό έγγραφο αυτό. Άλλα και μια άλλη πληροφορία του Ξάνθου, γραμμένη μάλιστα σε χρόνο που μπορούσε εύκολα να την αναιρέσει κανείς (1837), λύνει οριστικά το πρόβλημα της πατρότητας των τεκτονικών στοιχείων στον οργανισμό της Φιλικής:«εις δε την Εταιρίαν των Κτίστων, άλλος παρά τον Ξάνθον δεν ήτο μεμυημένος»  γράφει ο ίδιος…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία. Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μέθοδος προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας


 

  Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας το καλοκαίρι του 1814 στην Οδησσό της Νότιας Ρωσίας, ασφαλώς αποτελεί τη σπουδαιότερη πολιτική ενέργεια του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού. Η διαπίστωση αυτή αιτιολογείται αρχικά από το γεγονός ότι η οργάνωση αυτή πέτυχε να θέσει με ρηξικέλευθο τρόπο το ζήτημα της εθνικής χειραφέτησης των Ελλήνων, το οποίο το διαπραγματεύθηκε ως ελληνικό κυρίως πρόβλημα και όχι ως μέρος των δραστηριοτήτων κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης· και βέβαια από το γεγονός ότι κατάφερε να οδηγήσει τα πράγματα στην ένοπλη ρήξη, δηλαδή να δράσει με τέτοιο συνωμοτικό τρόπο ώστε η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης να καταστεί περίπου αναπότρεπτη.

Οι ηγετικές φυσιογνωμίες της Φιλικής Εταιρείας, πέρα από στοιχεία της συνωμοτικότητας που είναι βέβαιο ότι δανείστηκαν από συναφείς ευρωπαϊκές οργανώσεις και μάλιστα τεκτονικές, και ένα βαρυφορτωμένο τυπικό προσηλυτισμού, δεν επεξεργάστηκαν περίπλοκες ιδεολογικές θέσεις ούτε διατύπωσαν συνταγματικές επιταγές που θα εφαρμόζονταν σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος. Όμως, ως καλοί γνώστες μιας παλαιότερης ανεκπλήρωτης, επαναστατικής προσδοκίας και βέβαια της σύγχρονης τους ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας, συλλαμβάνουν και θέτουν σε άμεση εφαρμογή την αυτοδύναμη οργάνωση των εθνικών δυνάμεων με τις αναγκαίες φυσικά συμμαχίες και προσαρμογές…

 

 Διδασκαλία – Κατήχηση – Ιεραρχία

 

Η διδασκαλία της Εταιρείας, που σώθηκε σε πολλά αντίγραφα, αποτελείται από πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνεται η διδασκαλία της μυήσεως στο μυστικό της Εταιρείας. Στο μέρος αυτό υπάγεται ο «πρώτος όρκος», η «εξομολόγησις» και η αποκάλυψη του σκοπού. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνεται η διαδικασία του Μεγάλου Όρκου, η οποία αποτελεί το πιο εντυπωσιακό μέρος της Διδασκαλίας. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται η ερμηνεία και οι οδηγίες περί συντάξεως του αφιερωτικού γράμματος, με τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεως. Μετά την κατήχησή του ο νεοκατηχούμενος, εφόσον είχε τις προϋποθέσεις να προχωρήσει στην επόμενη βαθμίδα (κυρίως όσον αφορά τη γνώση ανάγνωσης και γραφής), έδινε τον μεγάλο όρκο και καθιερωνόταν ως «ιερέας».

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην ιεραρχία της Εταιρείας καθιερώθηκαν αρχικώς τέσσερις βαθμοί, ενώ αργότερα οι βαθμοί έγιναν επτά: 1) Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, 2) Συστημένοι, 3) Ιερείς, 4) Ποιμένες, 5) Αρχιποιμένες, 6) Αφιερωμένοι και 7) Αρχηγοί Αφιερωμένων. Οι δύο πρώτοι βαθμοί στην Εταιρεία ήταν οι κατώτεροι και αφορούσαν τα μέλη, ενώ από τον τρίτο βαθμό και μετά ήταν τα στελέχη. Στον πρώτο βαθμό κατατάσσονταν τα αγράμματα μέλη. Οι κατηχούντες ρωτούσαν πριν απ’ όλα τους κατηχουμένους αν μπορούσαν να αντέξουν το μυστικό με κίνδυνο της ζωής τους, «καθόσον αυτά που επρόκειτο να μάθη αφορούν την τύχην του ίδιου του έθνους»…

 

Παρακάτω, από το βιβλίο του Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτη «Η Φιλική Εταιρεία, Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150 επετηρίδι», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα από την Ακαδημία Αθηνών το 1964, αντιγράφουμε τη «Μέθοδο προσέγγισης και κατήχησης μελών της Φιλικής Εταιρείας», σ. 245-249.

 

Μέρος Α

 

Αφού γνωρίσης ένα Γραικόν, ότι είναι βέβαιος και θερμός εραστής της πατρίδος και καλός άνθρωπος· ότι δεν είναι μέλος εις καμμίαν άλλην εταιρείαν μυστικήν, οποία και αν είναι· ότι επιθυμεί να κατηχηθή εις την Εταιρείαν μας όχι από απλήν περιέργειαν, αλλ’ από καθαρόν πατριωτισμόν, τότε του δίδεις την υπόσχεσιν, ότι θέλεις τον δεχθή εις την Εταιρείαν· και πρώτον τον κάμνεις αδελφοποιτόν με το Ευαγγέλιον.

Βον. Μετά δύο ή τρεις ημέρας τον πηγαίνεις εις ένα ιερέα λέγοντας του, ότι θέλεις να όρκισης τον παρόντα άνθρωπον, αν ίσως εκείνα τα οποία υπόσχεται και λέγει διά μίαν γνωστήν υπόθεσιν είναι αληθινά. Έπειτα κατά μέρος (διά να μην ακούση ο ιερεύς) του λέγεις τον όρκον και αυτός τον επαναλαμβάνει τρεις φορές φωνή χαμηλοτέρα, έπειτα τον ερωτάς δυνατώτερα, διά να ακούση και ο ιερεύς, ο οποίος λέγει εις τον ορκιζόμενον: αυτά τα οποία είπες εις τον φίλον σου είναι αληθινά; Αυτός θέλει αποκριθή: ναι, είναι και θέλουν είσθαι αληθινά· και διά την ασφάλειάν των ορκίζομαι εις το Ευαγγέλιον· και τότε τον βάζεις και κάμνει τον όρκον κατά τον εκκλησιαστικόν νόμον.

Εις τους έξω της Γραικίας ευρισκομένους είναι συγχωρημένον να γένη αυτός ο όρκος και εις ιερέα τίμιον της Δυτικής Εκκλησίας, αν ίσως δεν είναι ιερεύς ορθόδοξος.

Γον. Ύστερα από τον όρκον, τον παίρνεις εις απόκρυφον μέρος και του κάμνεις την διωρισμένην εξομολόγησιν με ακρίβειαν:

Αον του λέγεις, αν είναι αρκετά δυνατός να βαστάξη το μυστικόν με τον κίνδυνον της ζωής του, διότι αυτά τα οποία μέλλει να μάθη, είναι πράγματα ιερά και αξιοσέβαστα εις τας φιλογενείς καρδίας, και από τα οποία κρέμαται η τύχη του ιδίου έθνους, και ότι αφ’ ου έμβη εις ταύτην την Εταιρείαν, πρέπει να λάβη τον θάνατον προ οφθαλμών, τον θάνατον μ’ όλα τα σκληρά βάσανα του και κατά περίστασιν ημπορεί να φονεύση ένα παραβάτην της Εταιρείας, ας είναι και ο πλησιέστερος συγγενής του.

Δον. Τέλος πάντων να στοχασθή ότι όλοι οι άλλοι δεσμοί και υποχρεώσεις, οπού έχει εις τον κόσμον είναι πλέον ουδέν έμπροσθεν του δεσμού της Εταιρείας· και αν ίσως δεν αισθάνεται αρκετήν δύναμιν και απόφασιν εις τον εαυτόν του, να παραιτηθή από του να γένη μέλος της Εταιρείας.

Εον. Του εξηγείς τον σκοπόν σου, λέγοντας, ότι αύριον θέλετε ανταμωθή διά να του ειπής μερικά ακόμη και να μην αλησμονήση να προμηθευθή με ένα μικρόν κίτρινον κεράκι. Την αυτήν ημέραν τον ερωτάς και αυτάς τας εξής εννέα ερωτήσεις:

α. Πώς ζης και πόθεν ο πόρος της ζωής σου;

β. Τι συγγενείς έχεις; ποίου επαγγέλματος και ποίας καταστάσεως;

γ. Εσυγχίσθης ποτέ με κανέναν ή συγγενή, ή φίλον, ή άλλον τινά;

δ. Εφιλιώθης με αυτούς και διά ποίαν αιτίαν και το εν και το άλλο;

ε. Είσαι υπανδρευμένος; έχεις κλίσιν να υπανδρευθής;

στ. Έχεις έρωτα; είχες ποτέ σου; απέρασε; και από τι καιρόν;

ζ. Σε ακολουθεί καμμία μεγάλη ζημία, ή μεταβολή καταστάσεως;

η. Είσαι ευχαριστημένος εις το επάγγελμα σου και τι επιθυμείς περισσότερον;

θ. Έχεις κανένα φίλον πιστόν και ποίος είναι;

Τέλος, πώς έχεις σκοπόν εις το εξής να ζήσης;

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μέρος Β

 

Μετά μίαν ή δύο ημέρας εν καιρώ νυκτός σιωπώντας πηγαίνετε εις ασφαλές μέρος· και πρώτον βάζεις επάνω εις μίαν τράπεζαν μίαν εικόνα, επάνω της οποίας αφήνει ο κατηχούμενος το κεράκι του. Αυτό το κεράκι σημαίνει την θυσίαν της εκατόμβης, οπού έκαστος χρεωστεί εις την υπέρ πατρίδος καλήν προειδοποίησιν. Αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει διά την υπόσχεσιν της ελευθερίας της, και ζητούσα παρά των ιδίων της τέκνων παραμυθίαν της σκλαβιάς της.

Και τούτου γενομένου του λέγεις, αν ίσως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου αρκετά δυνατόν, διά να ακολουθήση το μυστήριον, έχει ακόμη καιρόν να στοχασθή και να παραιτηθή του δεσμού, εις τον οποίον ήδη εμβαίνει, διότι μόνος ο θάνατος ημπορεί να τον ελευθέρωση, η δε μετέπειτα μεταμέλεια του είναι ασυγχώρητος.

Μετά ταύτα γονατίζει με το δεξί μόνον γόνυ κοντά εις την τράπεζαν και κάμνει τρεις φορές το σημείον του σταυρού· είτα του δίδεις και ασπάζεται με κατάνυξιν την εικόνα και βάνοντας το δεξί του χέρι επάνω εις αυτήν ανοικτόν, ανάπτει το κεράκι του, σβήνων κάθε άλλο φως.

Τότε, έχοντος εκείνου το κερί αναμμένον εις το αριστερόν του χέρι, του λέγεις: αδελφέ, αυτό το κεράκι είναι ο μόνος μάρτυς, τον οποίον η δυστυχισμένη πατρίς μας δίδει δεσμόν εις τον όρκον της ελευθερίας μας· και κάμνοντες ομού πάλιν τον σταυρόν τρις, συ μεν αναγιγνώσκεις τους όρκους και αυτός εξακολουθεί μ’ όλον το ανήκον σέβας εις την ιερότητα και μεγαλειότητα του πράγματος.

Τελειωθέντων των ειρημένων, βάζεις το δεξιόν σου χέρι επάνω εις τον αριστερόν ωμόν του και με το αριστερόν σηκώνεις την εικόνα, την οποίαν και αυτός βαστά ωσαύτως με την δεξιάν του και εκφωνείς τα ακόλουθα: Ενώπιον του  αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού, του μόνου αυτοδίκαιου και εκδικούντος τους παραβάτας και πονηρούς κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας, και με την δύναμιν την οποίαν έδωκαν οι Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσίνιων, καθιερώ τον δείνα…, εκ πατρίδος δείνα…, ετών τοσούτων…, επαγγέλματος… και τον δέχομαι διά μέλος, ως και εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν των Φιλικών.

Μετά την παρούσαν καθιέρωσιν σβήνεται το κεράκι και τον παραγγέλλεις να το φυλάττη καλώς, επειδή αυτό έχει πάντοτε μαζί του μάρτυρα των μεθ’ όρκου υποσχέσεων του.

Και τούτου γενομένου άρχεται εκφωνών τους εξής όρκους:

 

Οι όρκοι:

 

Ενώπιον του αληθινού Θεού, του δικαίου και πανταχού παρόντος, ορκίζομαι αυτοθελήτως, ότι θέλω μείνει πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα και διά πάντα, δεν θέλω φανερώσει το παραμικρόν από τα σημεία ή λόγους της, μήτε θέλω δώσει να καταλάβη τινάς ποτέ, ότι εγώ ηξεύρω τι περί τούτων, μήτε συγγενής μου, μήτε πνευματικός μου, μήτε φίλος μου.

Ορκίζομαι, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβη εις καμμίαν άλλην εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν, αλλά μάλιστα ό,τι δήποτε δεσμόν ήθελον έχει εις τον κόσμον, και τον πλέον μέγιστον, θέλω τον μετρά μηδέν ως προς την Εταιρείαν.

Ορκίζομαι, ότι θέλω θρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος και των οπαδών τους και ομοφρονούντων. Θέλω ενεργεί πάντα τρόπον προς βλάβην τους, όταν η περίστασις συγχώρηση τον εξολοθρευμόν τους. Ορκίζομαι, ότι ποτέ δεν θέλω μεταχειρισθή βίαν εις (το) να συγχωρηθώ με ένα συναδελφόν, αλλά θέλω προσέχει με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν, διά να μην λανθασθώ και ύστερον ακολουθήσει τι εναντίον.

Ορκίζομαι, ότι όπου ευρεθώ με συνάδελφον, θέλω τον συμβοηθεί και συντρέχει με όλην την δύναμιν και κατάστασίν μου· θέλω προσφέρει εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν· και αν αυτός ήτον πρότερος εχθρός μου, τόσον περισσότερον θέλω τον αγαπά, όσον η έχθρα μας ήτον μεγαλύτερα.

Ορκίζομαι ότι, καθώς εγώ εδέχθην εις την Εταιρείαν, ούτω και εγώ θέλει δέχομαι αδελφόν, θέλω μεταχειρίζομαι κάθε τρόπον και άργητα έως να τον γνωρίσω, ότι είναι Έλλην αληθινός και θερμός υπερασπιστής της δυστυχούς πατρίδος, ενάρετος και καλός άνθρωπος, άξιος να φυλάττη το μυστικόν και να το κατηχή εις άλλον.

Ορκίζομαι, ότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θέλω ωφεληθή από τα μετρητά της κάσσας της Εταιρείας, αλλά θέλω τα στοχάζομαι ως πράγματα ιερά και αναγκαίον ενέχυρον εις όλον το ταλαίπωρον έθνος μας, καθώς και τα λαμβανόμενα και στελλόμενα γράμματα.

Ορκίζομαι, ότι δεν θέλω ερωτήσει τινά Φιλικόν, διά να μάθω ποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν, μήτε εγώ θέλω φανερώσει τον δέξαντά με· και αν γνωρίσω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός, θέλω προσποιηθή ότι δεν το εγνώρισα.

Ορκίζομαι, ότι θέλω προσέχει πάντοτε εις την διάνοιάν μου και διαγωγήν μου να είμαι ευσεβής, ενάρετος, ευλαβής εις την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ φανερά τας ξένας, θέλω δίδει πάντοτε το καλόν παράδειγμα, θέλω βοηθεί, συμβουλεύει, συντρέχει τον ασθενή, δυστυχή και αδύνατον ομογενή· θέλω σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια, τους μετόχους της διοικήσεως του τόπου, εις τον οποίον διατρίβω.

Τέλος πάντων, ορκίζομαι εις το ιερόν όνομα σου, ω ιερά και αθλία πατρίς· ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα των αιχμαλώτων και καταδίκων κατοίκων σου, τα οποία τόσους αιώνας κατά στιγμήν υποφέρουν τα ταλαίπωρα τέκνα σου, ότι αφιερούμαι όλος εις εσέ, ότι εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου, το όνομα σου οδηγός των πράξεων μου και η εδική σου ευτυχία η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξάντληση επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της δικαιοκρισίας της, το όνομα μου, οι κατά διαδοχήν κληρονόμοι μου ας είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των ομογενών μου. Και αν ίσως αλησμονώ μίαν στιγμήν τας δυστυχίας σου και δεν εκπληρώ το χρέος μου, ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία και ανταμοιβή του αμαρτήματος μου, διά να μην μολύνω την αγιότητα της ιεράς Εταιρείας σου με την συμμετοχήν μου.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Όρκος μέγας

 

Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και δικαιοσύνης.

Ορκίζομαι εις το όνομα της γλυκύτατης και πεφιλημένης μου μητρός πατρίδος.

Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το όνομα (Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος) του Υπέρτατου Όντος του ενός και μόνου αληθινού θεού, ότι υποφέρων τα πλέον σκληρά βάσανα και με θυσίαν της ιδίας μου ζωής, θέλω φυλάξει μυστικόν καθ’ όλην την δύναμιν της λέξεως το μυστήριον, το οποίον μοι γίνεται γνωστόν κατά τον εξής τρόπον:

Ο σκοπός

 

Η Εταιρεία συνίσταται από καθ’ αυτό Γραικούς φιλοπάτριδας και ονομάζεται Εταιρεία των Φιλικών.

Ο σκοπός αυτών είναι η καλυτέρευσις του ιδίου έθνους και, αν ο Θεός το συγχώρηση, η ελευθερία των.

Μετά την συνήθη εξομολόγησιν και κατήχησιν ο ωρκωμένος προσήλυτος ας ονομάζεται Ιερεύς των Φιλικών.

 

Πηγή


  • Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του

Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Νικολάου Σκούφου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες

 

Read Full Post »

Σκουφάς Νικόλαος (1779-1818)


 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας  – μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ – γεννήθηκε στο χωριό Κομπότι της Άρτας το 1779. Είναι εκείνος από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα πράγματα και όπως συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα ασαφή είναι εκείνα που έχουν σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του· μάλιστα δεν μας είναι γνωστό ούτε καν το πραγματικό όνομά του.

Ο Αναστάσιος Γούδας αναφέρει ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Κουμπάρος.[1] Για τα παιδικά του χρόνια δεν έχουμε σχεδόν καθόλου πληροφορίες, ενώ για τα μετέπειτα οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην πόλη της Άρτας, όπου εργαζόταν ως «σκουφάς», απ’ όπου βέβαια – όπως γινόταν πολύ συχνά στις εποχές αυτές – το επαγγελματικό προσωνύμιο υπερίσχυσε του πατρωνυμικού ονόματος. Είναι πολύ πιθανόν το επάγγελμά του να υποκρύπτει μια περίοδο μαθητείας, σύμφωνα με τη συντεχνιακή παράδοση της εποχής. Ωστόσο, όπως γίνεται κατανοητό, όλα αυτά δεν οδηγούν σε κάποιο ιδιαίτερο επίπεδο εγγραμματοσύνης, πέρα από τα βασικά γράμματα και την πρακτική τριβή με την αγορά της Άρτας.

Από την Άρτα θα τον συναντήσουμε, καθώς, κατά τα φαινόμενα, φαίνεται να ακο­λούθησε το μεταναστευτικό – εμπορικό ρεύ­μα της εποχής και βέβαια αυτό της ιδιαίτερης πατρίδας του, στην Οδησσό το 1813, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για τον χρόνο της άφιξής του. Κάποια φήμη θέλει τον Νικόλαο Σκουφά να είναι θύμα διώξεων του Αλή πασά, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από καμιά έγκυρη πηγή. Η ηπειρωτική καταγωγή του, δεδομένου ότι από τους άλλους δύο συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ήταν Ηπειρώτης, ενώ και  ο Εμμανουήλ Ξάνθος υπήρξε οικείος και συ­νεργάστηκε με πολλούς Ηπειρώτες, υπο­βάλλει τη σκέψη ότι έπαιξε σημαντικό ρό­λο στην ανάληψη των πρωτοβουλιών που οδήγησαν στην ίδρυση της Εταιρείας. Ο πρόωρος θάνατός του από σοβαρό καρδιακό νόσημα στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Ιου­λίου 1818 «είχε ως συνέπεια το όνομά του να μην αναμειχθεί στις μετεπαναστατικές διαμάχες για την απαρχή της Εταιρείας και τους ιδρυτές της αλλά και να μην προκόψουν στοι­χεία του βίου του, που θα ήταν χρήσιμα σε εμάς, για να κατανοήσουμε καλύτερα την προ­σωπικότητά του».[2]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

 

Όπως είπαμε ο Νικόλαος Σκουφάς θα βρεθεί στην Οδησσό το 1813 και εκεί μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ το καλοκαίρι του 1814 θα ιδρύσουν τη Φι­λική Εταιρεία, στη διεύθυνση της οποίας ο Σκουφάς θα λάβει το συνθηματικό ΑΓ. Γρήγορα, όμως, ο Σκουφάς, που ζει από την εργασία του, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα αφήσει την Οδησσό για να βρεθεί στη Μό­σχα -μαζί με τον Τσακάλωφ – για να ρυθμίσει ορισμένα χρέη του.

Νικόλαος Σκουφάς. Γραμματόσημα, έκδοση 12 Μαΐου 1979.

Πράγματι, ο Σκουφάς θα ρυθμίσει τα χρέη του, δηλαδή στην πραγματικότητα εφεξής θα παύσει να ασχολείται με το εμπόριο και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στην πραγμάτωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες κάποιες παρατηρήσεις του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος αναφερόμενος στο πρόσωπο του Σκουφά σημειώνει ότι η αποτυχία του στο εμπόριο έγινε αιτία να θεωρείται από ορισμένους κύκλους Ελλήνων της Ρωσίας ωχ «αγύρτης», στη γραμμή της καχυποψίας για τους σκοπούς ενός προσώπου που απέτυχε επαγγελματικά και ευαγγελίζεται τη συνωμοτική δράση για την επιτυχία εθνικών σκοπών. Όπως και να έχουν τα πράγματα «ο απλούς αλλά με πολλήν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» Σκουφάς – πάλι κατά τον χαρακτηρισμό του Φιλήμονα -, εκεί στη Μόσχα, μαζί με τον άλλο Ηπειρώτη, τον Αθ. Τσακάλωφ, θα ασχοληθούν με την τελειοποίηση του τυπικού της κατήχησης μελών στις τάξεις της Εταιρείας και παράλληλα θα επιχειρήσουν τις πρώτες μυήσεις σ’ αυτήν σημαντικών Ελλήνων.

Έτσι ο Σκουφάς θα κατηχήσει τον πρώτο Φιλικό, Γεώργιο Σέκερη, νεότερο αδελφό του μεγαλέμπορου Παναγιώτη Σέκερη, στις 13 Δεκεμβρίου 1814. Στον Γεώργιο Σέκερη εν συνεχεία ο Σκουφάς θα αναθέσει την υπηρεσία να επισκεφθεί στη Βιέννη τον Άνθιμο Γαζή και να προσπαθήσει να ανιχνεύσει τις προθέσεις του, δηλαδή αν ο τελευταίος θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Στην περίπτωση που η απάντηση του Γαζή ήταν καταφατική, ο Σέκερης ήταν εντεταλμένος να τον παρακινήσει να με­ταβεί στη Μόσχα για να οργανωθεί η όλη επιχείρηση με τον καλύτερο τρόπο. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού του Άνθιμου Γαζή διαφαίνεται η σαφής πρόθεση των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας να τεθεί επικεφαλής του συνωμοτικού κινήματος και αργότερα του Αγώνα μια προσωπικότητα μεγάλου κύρους.

 

Ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί

επικεφαλής της Εταιρείας αλλά

μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε

ένα από τα ηγετικά της στελέχη,

λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά

στοιχεία Α Ζ.

 

Έτσι μετά την άρνηση του Γαζή, θα ακολουθήσει η διπλή προσπάθεια προσεταιρισμού και ανάθεσης της αρχηγίας της Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια (πρώτα από τον Νικόλαο Γαλάτη και ύστερα από τον Εμμ. Ξάνθο) και βέβαια η ανάθεση της αρχηγίας τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη  (1820). Όλα αυτά, βέβαια, υποδηλώνουν με σαφήνεια ότι οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας «φαίνεται να μην έχουν ακόμη αυτοπεποίθηση στις δικές τους δυνάμεις, μια αίσθηση απουσίας αρχηγού διαφαίνεται από τις πρώτες κιόλας κινήσεις τους,  η οποία προσδιόρισε και την κατοπινή ζωή της Εταιρείας…».[3]

Εκτός όμως από τον Γεώργιο Σέκερη που κατήχησε ο Σκουφάς, ο ηπειρώτης φιλικός είχε ακόμη μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα αυτό αφού κατάφερε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία τον μεγαλέμπορο από τη Φιλιππούπολη Αντώνιο Κομιζόπουλο, ο οποίος ως τέταρτο μέλος εντάχθηκε με τα στοιχεία ΑΕ.

Όμως ο ζήλος και ο ενθουσιασμέ του Σκουφά εμποδίζονται από τη δυσπιστία που προκαλεί η αποτυχία του στο εμπόριο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, και γι’ αυτό γρήγορα αναγκάζεται να αφήσει τη Μόσχα και να επιστρέψει στην Οδησσό, όπου τον βρίσκουμε στις αρχές του 1816· έχει αφήσει όμως πίσω του στη Μόσχα δύο από τα ιδρυτικά μέλη της  Εταιρείας, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, μέλη τα οποία είχαν σημαντική επιρροή στους κύκλους των Ελλήνων της Μόσχας.

Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό θα συνεχίσει το έργο της στρατολόγησης νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας, χωρίς, βέβαια, να μπορούμε να του αναγνωρίσουμε μεγάλες επιτυχίες. Πάντως, η μύηση από τον Σκουφά στην Οδησσό του μεγαλέμπορου Αθανάσιου Σέκερη (αδελφού του Γεωργίου και του Παναγιώτη) και του γραμματικού του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, δεν ήταν μικρής σημασίας κατηχήσεις. Ιδιαίτερα ο δεύτερος έμελλε να καταστεί ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, «συναρχηγός, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της».[4]

Άνθιμος Γαζής. Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή από το εσώφυλλο του συγγράμματος «Λεξικόν της Ελληνικής Διαλέκτου», Άνθιμος Γαζής, Βενετία, 1809.

Εξάλλου ο Σκουφάς, την ίδια περίοδο, ενθουσιώδης και δραστήριος, θα καταφέρει να μυήσει και τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος βρέθηκε στην Οδησσό για τη συλλογή εράνων, προκειμένου να ιδρύσει σχολή στην πατρίδα του, τις Μηλιές του Πηλίου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο Νικόλαος Σκουφάς προσέβλεπε στο πρόσωπο του Άνθιμου Γαζή, στον οποίο διέκρινε όλα τα προαπαιτούμενα προκειμένου αυτός να καταστεί αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γι’ αυτό άλλωστε είχε αναθέσει στον Γεώργιο Σέκερη στη Μόσχα, όταν αυτός θα επέστρεφε στο Παρίσι, να επισκεφθεί τον Γαζή, που τότε βρισκόταν στη Βιέννη, και να προσπαθήσει να διερευνήσει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής πρότασης για ανάθεση της αρχηγίας της Εταιρείας στον λόγιο κληρικό. Ωστόσο, τώρα, τον Ιούνιο του 1816, ο Γαζής βρέθηκε ο ίδιος πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σκουφά, καθώς έφτασε στην Οδησσό.

Ο εμπορικός οίκος του Αθανασίου Σέκερη πρέπει να υπήρξε το κοινό σημείο στο οποίο βρέθηκαν οι δυο άνδρες, δεδομένου ότι ο Σκουφάς διέμεινε στο σπίτι του Σέκερη, και όπου ο Γαζής ανέφερε στον Σκουφά ότι είχε λάβει από τον Γεώργιο Σέκερη το μήνυμα για την αρχηγία της Εταιρείας. Είναι γνωστό ότι ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Εταιρείας αλλά μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε ένα από τα ηγετικά της στελέχη, λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά στοιχεία Α Ζ.

Στην Οδησσό όμως έφθασε στις 7 Ιουλίου 1816 και ένα άλλο πρόσωπο, του οποίου η σύντομη δράση και ο τραγικός θάνατος θα αποτελούσαν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και δραματικά επεισόδια της Φιλικής Εταιρείας αλλά και ενδεικτικό των τάσεων που εκδηλώθηκαν κατά καιρούς στις τάξεις της. Πρόκειται για τον Ιθακήσιο Νικόλαο Γαλάτη, που δήλωνε συγγενής του Ιωάννη Καποδίστρια και προς επίσκεψη του οποίου στην Πετρούπολη ισχυριζόταν ότι ταξίδευε. «Στις συναναστροφές του δείχνει ένα πατριωτικό ενθουσιασμό, που έκανε τον Νικόλαο Σκουφά όχι μόνο να τον προσέξει αλλά να τον θεωρήσει ως το πρόσωπο που θα άλλαζε τις τύχες της Εταιρείας ».[5]  Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου όπου ο πάτμιος πατριώτης περιγράφει με αδρότητα τα γεγονότα: «Κατ’ εκείνην δε την εποχήν ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικόλαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήτον συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια… Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς μαθών την Αρχήν υπεσχέθη μεγάλα πράγματα…».

Έτσι ο Σκουφάς, με τον ενθουσιασμό που διέκρινε και τις δικές του ενέργειες, όχι μόνο θα μυήσει τον Γαλάτη στις τάξεις  τις Εταιρείας  αλλά θα τον καταστήσει και μέλος της Υπέρτατης Αρχής,  με τα κρυπτογραφικά αρχικά ΑΔ, με άλλα λόγια του δίνει τη θέση του Εμμ. Ξάνθου, όταν ο τελευταίος δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι μετά την κάθοδο του στην Κωνσταντινούπολη έχει πάρει τις αποστάσεις του από την Εταιρεία και έχει αδρανοποιηθεί. Παράλληλα ο Νικ. Σκουφάς στην αναζήτηση αρχηγού, μετά από την άρνηση του Άνθιμου Γαζή, θα αναθέσει στον Γαλάτη να βολιδοσκοπήσει τώρα τον Καποδίστρια. Κατά συνέπεια η ένταξη του Γαλάτη στον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας εκ μέρους του Σκουφά φαίνεται σαν πράξη επιβεβλημένη: ένα ανώτατο μέλος της Εταιρείας έπρεπε να προβεί και να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία και όχι ένα απλό μέλος: «Είναι η δεύτερη φορά που ο Σκουφάς  θα προσπαθήσει να αναδείξει αρχηγό μέσω απεσταλμένου».[6]

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός την Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

Ο Νικόλαος Γαλάτης, όπως άλλωστε αργότερα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, δεν θα καταφέρει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, θα εξασφαλίσει όμως την ασφαλή φυγάδευση του από την Πετρούπολη προς την περιοχή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με ενέργειες του ίδιου του Καποδίστρια. Θα ακολουθήσει το πρώτο εξάμηνο του 1817 για τη ζωή και τη δράση της Εταιρεία το επεισόδιο Καραγιώργη, κατά το οποίο οι Φιλικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Καραγιώργη να επιστρέψει στη Σερβία, ώστε να συνδεθεί η μελλοντική επαναστατική δράση των Ελλήνων με μια παράλληλη των Σέρβων.

Ωστόσο, όπως  παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος,[7]  μολονότι τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά «αυτό που δεν προκύπτει επαρκώς είναι ο βαθμός επίσημα (έστω μυστικής) συμμετοχής των ρωσικών υπηρεσιών στο εγχείρημα και σε ποιο βαθμό η παρουσία στις ενέργειες αυτές Ελλήνων Φιλικών αντιστοιχεί προς το πρωτοβουλιακό επίπεδο της ¨Φιλικής συνωμοσίας¨ ή ανέρχεται στο επίπεδο μιας ευνοϊκής ρωσικής συμπλεύσης». Όπως  όμως και να έχουν τα πράγματα, και αυτή η πρώιμη προσπάθεια της Φιλικής Εταιρείας απέτυχε.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Η επόμενη σοβαρή προσπάθεια της Εταιρείας είναι η συγκέντρωση των μελών της Υπέρτατης Αρχής στην Κωνσταντινούπολη. Η σχετική πρωτοβουλία φαίνεται ότι ανήκει και πάλι στον Νικόλαο Σκουφά, ο οποίος αποφασίζει τη μετακίνηση προς την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με προφανή σκοπό το κέντρο βάρους της Εταιρείας να βρίσκεται κοντά στο πεδίο διεξαγωγής της μελλοντικής επανάστασης. Ενόψει του σκοπού αυτού ο Σκουφάς θα καλέσει πρώτα τον Αθ. Τσακάλωφ από τη Μόσχα στην Οδησσό και, όταν ο τελευταίος θα φθάσει προς τα τέλη Ιουλίου 1817, θα σκεφθούν μαζί για το μέλλον και τα προβλήματα της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί, λοιπόν θα αποφασίσουν να κινήσει ο Τσακάλωφ για την Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρισκόταν και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, χωρίς, ωστόσο, να πραγματοποιεί σοβαρό έργο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έφθασε πράγματι στην Πόλη τον Οκτώβριο ή Δεκέμβριο του 1817, όπου θα τον ακολουθήσει και ο Σκουφάς, συνοδευόμενος από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Χριστόδουλο Λουριώτη· όλοι μαζί θα φθάσουν στις αρχές Απριλίου 1818. Διαθέτουμε μία επιστολή του Αθανάσιου Σέκερη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 4ns Απριλίου 1818 από την Οδησσό, με την οποία αυτός ειδοποιεί τον Ξάνθο για την επικείμενη άφιξη του Σκουφά στην πρωτεύουσα των Οθωμανών και του παρατηρεί: «…τον οποίον κάμνει τρόπον να τον ανταμώσω αμέσως μετά τον ερχομόν του».[8]

Πράγματι σε λίγες εβδομάδες όλος ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί και πάλι, δηλαδή μετά την ίδρυση της Εταιρείας (1814), στον ίδιο χώρο, μολονότι, όπως τα πράγματα έχουν δείξει και θα δείξουν, οι δεσμοί μεταξύ των μελών της Εταιρείας είναι τόσο ισχυροί ώστε μπορούν να εκτελούν το έργο και την αποστολή τους ακόμα και όταν δεν βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στον ίδιο τόπο.

Ο Νικόλαος Σκουφάς όμως θα έχει και μια άλλη ιδέα: πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ειδικών απεσταλμένων («Απόστολοι»), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να περιοδεύουν στους ελληνικούς τόπους, όπου θα συνέλεγαν πληροφορίες, θα πραγματοποιούσαν επιτόπου μυήσει, θα ενημέρωναν την Υπέρτατη Αρχή. Το εγχείρημα αυτό όμως έχει τη μικρή προϊστορία του και χρονικά ανάγεται στον Νοέμβριο του 1817, όταν στην Οδησσό είχαν φθάσει τρεις πελοποννήσιοι στρατιωτικοί που είχαν υπηρετήσει στα Επτάνησα υπό τους Ρώσους.

Πρόκειται για τους Μανιάτες Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) από το χωριό Άγριλο Λεονταρίου, που πραγματοποιούσαν ταξίδι προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν ορισμένα χρήματα από τις προς τους Ρώσους υπηρεσίες τους. Εκεί λοιπόν στην Οδησσό τους είχε συναντήσει ο Νικ. Σκουφας και τους είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία· εν συνεχεία οι τρεις στρατιωτικοί θα μεταβούν στη Μόσχα, όπου και πάλι θα βρεθούν μέσα σε θερμό πατριωτικό κλίμα, καθώς θα τους υποδεχθούν ο Κομιζόπουλος και οι άλλοι Φιλικοί του μοσχοβίτικου πυρήνα· μάλιστα εκεί θα συναντήσουν και τον Καποδίστρια και φαίνεται ότι σχημάτισαν την ιδέα ότι πίσω από όλες αυτές τις συνωμοτικές κινήσεις βρισκόταν ο υπουργός του τσάρου.

Στην επιστροφή τους λοιπόν από τη Ρωσία οι τρεις στρατιωτικοί βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου θα συναντήσουν ξανά τον γνώριμο τους Νικ. Σκουφά, που φιλοξενούσε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στο σπίτι του. Αλλά στην Πόλη και μάλιστα στο σπίτι των Αινιάνων στα Θεραπεία – όπου κατέλυσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί – βρισκόταν κιόλας ο Παπαφλέσσας, μυημένος ήδη στα της Φιλικής Εταιρείας. Όλα λοιπόν συντελούσαν στη δημιουργία μιας έντονης επαναστατικής διάθεσης και γενικώς ενός κλίματος που εξήψε το πνεύμα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας.

Εκεί ακριβώς μοιράστηκαν οι αποστολές για τον συντονισμό του έργου σε διάφορε ελληνικές περιοχές και επί τη βάσει του σχεδιασμού αυτού ο Αναγνωσταράς ανέλαβε την Ύδρα, τις Σπέτσες και μέρος της Πελοποννήσου, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης και ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος τη Μάνη και άλλοι άλλες περιοχές (λ.χ. ο Ασημάκης Κροκίδας την Ήπειρο και ειδικότερα τον ελληνικό κύκλο του Αλή πασά, ο Χριστόδουλος Λουριώτης την Πίζα και το Λιβόρνο), «για να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12 του ευαγγελικού κύκλου, που από παρανόηση θεωρήθηκε ότι αντιγράφει η Φιλική Εταιρεία».[9]

Όμως ταυτόχρονα με όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για τη μελλοντική επιτυχία του Αγώνα των Ελλήνων, η Φιλική Εταιρεία θα γνωρίσει ένα συντριπτικό πλήγμα: ο ενθουσιώδης και δραστήριος πατριώτης Νικόλαος Σκουφάς λίγο καιρό μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη θα προσβληθεί από σοβαρό καρδιακό νόσημα.

Μια επιστολή του Αθανάσιου Τσακάλωφ προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21.4.1818 από τη Σμύρνη αναφέρεται κιόλας στην ασθένεια του Σκουφά. Για την άφιξη του στην Πόλη αλλά και για την αρρώστια του φαίνεται ότι τον είχε ενημερώσει ο ίδιος  ο Ξάνθος («…εχάρην πρώτον μεγάλως και κυρίως διά το ευτυχές κατευώδιον του αγαπητού σου, μ’ όλον ότι μεγάλως « μ’ εδυσαρέστησεν η ασθένεια του…»).[10] Από το ίδιο γράμμα εξάλλου κερδίζουμε και μια ακόμη πληροφορία που έχει να κάνει με τον ενθουσιώδη και παρορμητικό χαρακτήρα του Σκουφά, που συναντά τις επιφυλάξεις του Τσακάλωφ, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «με κακοφαίνεται διά τον καλόν φίλον σου [Σκουφάς], ότι αι τόσαι εναντιότητες δεν τον έκαμαν ακόμη να σκέπτεται πλέον ησύχως, και να βλέπη καλλίτερα την αλήθειαν, και να διακρίνη μεταξύ τόσων πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται με το σχήμα της».[11]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. Έργο του γλύπτη Βάσου Φαληρέα (1905 – 1979).

 

Ο Νικόλαος Σκουφάς κατοικούσε τότε στο Κουρού Τσεσμέ (Ξηρά Κρήνη), όπου τον φρόντιζε ο γιατρός Mόσxos – αργότερα μετοίκησε στο Αρναούτκιοϊ, κοντά στο σπίτι του Ξάνθου και εκεί τον παρακολουθούσε ο γιατρός Ισαυρίδης. Για τους γιατρούς αυτούς και τις πληρωμές προς αυτούς για όσα έκαναν για να ανακουφίσουν τον Σκουφά θα μιλήσει αργότερα στην Απολογία του[12] ο Ξάνθος, όταν βρέθηκε στην ανάγκη να αποδείξει ότι δεν ξόδευε προς ίδιο όφελος τα χρήματα της Εταιρείας.

Ωστόσο, ο «καλός» (κατά τον χαρακτηρισμό του Ξάνθου) Νικόλαος Σκουφάς μέσα σε τρεις μήνες θα πεθάνει (31 Ιουλίου 1818) και θα ταφεί στο κοιμητήριο του προαστίου αυτού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Νικόλαος Σκουφάς είναι φανερό ότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, άλλωστε δεν διαθέτουμε σχεδόν κανένα κείμενο γραμμένο από τα χέρια του. Έτσι μοιραία ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν και τη δράση του προέρχεται από έμμεση πληροφόρηση, από τις διηγήσεις των άλλων. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι υπήρξε ένας δραστήριος πατριώτη και ίσως αυτός να συνέλαβε πρώτος στο μυαλό του την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Ιωάννης Φιλήμων θα βάλει στο στόμα του Σκουφά κατηγορίες εναντίον του Γαλάτη και του Ξάνθου, στοιχεία που δεν διασταυρώνονται από άλλες πηγές· άλλωστε και ο ίδιος ορισμένα από αυτά θα τα πάρει πίσω. Ωστόσο, από την αφήγηση του Φιλήμονα είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του για τον Νικόλαο Σκουφά, που δεν πρέπει να αφίστανται πολύ από την αλήθεια:

«Ο Σκούφας ήτον άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, Ευεργετικός και με μέγαν πατριωτισμόν. Ήτο μέτρια παιδείας, αλλά μεγάλης πείρας. Το όνομα Ελλάς εθεώρει ως το γλυκύτερον υποκείμενον των στοχασμών του. Ετίμα την αρετήν και τον ενάρετον άνθρωπον. Δεν εφρόνει ως  τοιούτον τον πολλά πεπαιδευμένον, αλλ’ ανωφελή εις την ανθρωπότητα και εις το Έθνος του· τον με ολιγώτερα φώτα, με νουν υγιή και ωφέλιμον. Δεν εχθρεύετο τους Τούρκους, αλλά την Διοίκησιν και την πολιτικήν των. Ήτον εχθρός αδιάλλακτος καθενός εν γένει μισέλληνος. Αστείος και ευάρεστος εις την ομιλίαν και τας ευθυμίας, ενθυμείτο πολύ την ευεργεσίαν, χωρίς να καταδέχηται εκδικούμενος την κακίαν του άλλου. Eις τον σκοπόν της Εταιρίας ενόμιζε χρήσιμα τα στρατηγήματα και τα επιτηδεύματα, ως είπαμεν· αλλ’ απετύγχανεν συχνά εις την εκτέλεσίν των. Τοιούτος ήτον ο πρωτεργάτης του ενδόξου σκοπού της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αείμνηστος ΣΚΟΥΦΑΣ!!!».[13]

 

Υποσημειώσεις


[1] Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 9.

[2] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[3] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 9.

[9] T. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 189 και Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 24.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 13.

[11] Στο ίδιο.

[12] Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 49.

[13] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 196-197

 

Βιβλιογραφία


  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Τάκης Κανδυλώρος, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

.

Read Full Post »

Ξάνθος Εμμανουήλ (1772-1851)


 

Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772· γονείς του ο Νικόλαος και η Δούκαινα. Στο νησί του έμεινε ώς τα είκοσί του χρόνια και εκεί έμαθε όσα γράμματα μπό­ρεσε – και πάντως αρκετά για να σταδιοδρομήσει στο «επάγγελμα του γραμματικού των εμπόρων, ένα επάγγελμα ανοικτό σε πολλών ειδών επιρροές». [1] Οι πε­ρισσότεροι βιογράφοι του αναφέ­ρουν ότι φοίτησε και στη φημι­σμένη Πατμιάδα σχολή του νησι­ού του. Η πορεία του από το γενέθλιο νησί προς τα εμπορικά κέντρα της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, η εμπλοκή του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, η δράση του στα χρόνια της ελληνι­κής επανάστασης, η σφοδρή μετεπαναστατική διαμάχη του με τον πρώην συναγωνιστή του στη Φιλι­κή Εταιρεία Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και η εξ αυτής ανάγκη συγγραφής τεσσάρων κειμένων, όπου και η έκδοση πρωτοτύπων εγγράφων για την προεπαναστα­τική δράση των Φιλικών, με άλλα λόγια η πορεία μιας ζωής 80 ετών (πέθανε στην Αθήνα το 1851), συν­θέτουν τα πεπραγμένα μιας πολύ ενδιαφέρουσας προσωπικότητας που βρέθηκε στις πρώτες γραμμές της οργάνωσης του αγώνα προς την εθνική χειραφέτηση.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή και τη δράση του Εμμ. Ξάνθου προέρχονται κυρίως από δικά του κείμενα στη συνάφειά τους με τις μαρτυρίες των συντρόφων του, και πάντως έχουν άμεση σχέση με την μετεπαναστατική αποτίμηση της δράσης των πρωταγωνιστών  του αγώνα. Στον απολογισμό αυτόν είναι προ­φανές ότι κάποιων ο ρόλος υπερτονίζεται και κάποιων άλλων υποβαθμίζεται εξαιτίας ποι­κίλων συμφερόντων και προσωπικών ή τοπι­κών ανταγωνισμών.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος αισθάνεται έντονα την υποβάθμιση της προεπαναστατικής κυ­ρίως δράσης του και προς υπεράσπιση του εαυ­τού του συντάσσει εκθέσεις, υπομνήματα αλ­λά και Απομνημονεύματα, κείμενα τα οποία λίγο – πολύ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ωστόσο, πολύ εύστοχα, ο συντάκτης τους φρο­ντίζει να τα πλαισιώνει – κυρίως τα Απομνημονεύματά του – με πολλά έγγραφα από το προσω­πικό του αρχείο, για να καταστήσει τη φωνή του πιο πειστική και έγκυρη. Στα μετέπειτα χρόνια, ακόμα και στα πλέον πρόσφατα, νέα στοιχεία παράλληλα αλλά και συμπληρωματικά έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, χωρίς όμως να μει­ωθεί καθόλου η αξία της φωνής του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην οποία κυρίως θα στηριχθούμε για τη σύνταξη ms παρούσας βιογραφίας.

Με βάση λοιπόν τις πληροφορίες αυτές, ο Εμμ. Ξάνθος, αφήνοντας το νησί του το 1792, θα κατευθυνθεί πρώτα προς τη Σμύρνη και στη συνέχεια προς την Τεργέστη, σπουδαία εμπορικά κέντρα της εποχής, με προφανή σκο­πό να μαθητεύσει κοντά σε έλληνες εμπόρους. Επόμενος σταθμός του (1810) ένα άλλο ση­μαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, αρκετά μακριά από το Αιγαίο και την Αδριατική, η Οδησσός της Μαύρης Θάλασσας, όπου πα­ρέμεινε «γραμματεύων (…) παρά τω μεγαλεμπόρω Βασιλείω Ξένη(…) και εμπορευόμενος (…)», όπως ο ίδιος αναφέρει στα Απομνη­μονεύματά του.[2] Είναι εξαιρετικά πιθανό ο Βα­σίλειος «Ξένης» να είναι μέλος της γνωστής πατμιακής οικογένειας των Ξένων, εμπόρων γνωστών από πολλές πηγές.

Ύστερα από δύο χρόνια, το 1812, ο Ξάνθος εγκαταλείπει την Οδησσό και έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου σχετίζεται τώρα με ηπειρώτες εμπόρους, και το πράγμα τούτο έχει τη σημασία του, δεδομένου ότι και οι μετέπειτα σύντροφοί του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαος Σκουφάς και Αθανάσιος Τσακάλωφ, είναι ηπειρωτικής καταγωγής.

Από τη συνάφεια αυτή με τους ηπειρώτες εμπόρους θα προέλθει το 1813 ένα γεγονός, το οποίο, όπως θα δείξουν τα πράγματα, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και ειδικότερα στη δομή και τη συνωμοτική οργάνωσή της. Γνωρίζουμε, δηλαδή, και από τη δική του μαρτυρία [3] αλλά και από νεότερες έρευνες [4] ότι ο Ξάνθος το 1813 μετακινήθηκε από την Κωνσταντινού­πολη στην περιοχή Πρέβεζας – Λευκάδας με αντικειμενικό σκοπό την αγορά λαδιού για λο­γαριασμό της Εταιρείας (συντροφιά περιορι­σμένου χρόνου) των ηπειρωτών εμπόρων Ασημάκη Κροκίδα, ανθρώπου του Αλή πασά στην Κωνσταντινούπολη, Χριστόδουλου Οικονό­μου, Κυριάκου Μπιτσακτσή, της οποίας ήταν, φαίνεται, και ο ίδιος εταίρος. Στην κίνησή του προς τους εμπορικούς προορισμούς της δυτι­κής Ελλάδας πέρασε βέβαια και από τα Γιάν­νενα για να πάρει την άδεια του Αλή πασά – μέσω του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού του συνεταίρου του Χριστόδουλου Οικονόμου και γραμματικού του πασά των Ιωαννίνων και του φίλου του Κωνστ. Μαρίνογλου. Πέρα από αυτά όμως, το σημαντικότερο γεγονός του ταξι­διού αυτού είναι ότι ο Ξάνθος, όντας στη Λευ­κάδα για τα λάδια της, μυήθηκε στον τεκτονι­σμό με την υποκίνηση του φίλου του Παναγιωτάκη Καραγιάννη, «εισήχθη εις την εται­ρίαν των Ελευθέρων Κτιστών», σύμφωνα με τα λόγια του, πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγη­ση των συμβάντων του βίου του.[5]

Η σημαντική αυτή πληροφορία του Ξάν­θου επιβεβαιώθηκε και από τη σύγχρονη έρευ­να [6] αλλά και πιο πρόσφατα από το Αρχείο του ίδιου του Εμμ. Ξάνθου,[7] στο οποίο υπάρχουν αναλυτικές καταγραφές για τα εμπορικά απο­τελέσματα του ταξιδιού αυτού. Εξάλλου, η ιστορική έρευνα [8] έφερε στο προσκήνιο πολ­λά στοιχεία και για τον Παναγιωτάκη Καραγιάννη, πρόσωπο που εκτός από τη μασονική ιδιότητά του υπήρξε και ικανός αγωνιστής της Επανάστασης και υπηρέτησε ως έπαρχος την ίδια περίοδο σε διάφορα μέρη.

Φυσικά δεν πρέπει να περάσει απαρατή­ρητο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ξάνθος, αναφέροντας το γεγονός της μύησής του αργό­τερα (1845) στα Απομνημονεύματά του επι­διώκει σαφώς να συνδέσει την τεκτονική ιδιό­τητά του με την ίδρυση της Φιλικής Εται­ρείας, γράφοντας μάλιστα σε μια εποχή όπου η πράξη αυτή οπωσδήποτε δεν αποτελούσε κανονικότητα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε το γεγονός ότι η μύησή του υπήρξε καθ’ όλα κανονική και επίσημη, έγινε δηλαδή με όλες τις τελετουργικές απαιτήσεις του μασονισμού και σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε ατελής, όπως θέλησε να την εμφανίσει αρ­γότερα (1926), ο Τάκης Κανδηλώρος στο σύγγραμμά του για τη Φιλική Εταιρεία, προκειμένου να υποβαθμίσει την τεκτονική ιδιό­τητα του Εμμ. Ξάνθου.

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Τον ίδιο χρόνο της παραπάνω εμπορικής δραστηριότητας (1813) ο Ξάνθος επέστρε­ψε στην Κωνσταντινούπολη από το ηπει­ρωτικό ταξίδι του, κανόνισε τους εμπορικούς λογαριασμούς του με τους άλλους συντρό­φους του και εν συνεχεία αναχώρησε για την οικεία σ’ αυτόν πόλη της Οδησσού. Εκεί, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του, «κατά τας αρχάς του Νοεμβρίου 1813 εγνωρίσθη και συνεφιλιώθη μετά του Νικο­λάου Σκουφά και Αθανασίου Τσακάλωφ, εις μίαν δε συναναστροφήν το 1814 συζητούντες τα της καταστάσεως της Πατρίδος, ρί­πτουν την ιδέαν της ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας και επιδίδονται εις την εκτέλεσιν της μεγάλης εκείνης αποφάσεως».

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Το πρώτο χρονικό διάστημα της κοινής παραμονής των τριών πρωτεργατών της Φι­λικής Εταιρείας στην Οδησσό είναι ο Νοέμ­βριος 1813, όπως ο ίδιος ο Ξάνθος αναφέρει, ενώ τον επόμενο χρόνο, χωρίς να είναι γνω­στή η ακριβής ημερομηνία της ιδρυτικής πρά­ξης και χωρίς να αναφέρεται ποιος από τους τρεις υπήρξε ο εμπνευστής της ιδέας, θα ιδρύ­σουν τη Φιλική Εταιρεία. Οι περισσότερες μεταγενέστερες πηγές τοποθετούν την ίδρυ­ση της Εταιρείας στο καλοκαίρι του 1814, ενώ κάποια φήμη θέλει τους Φιλικούς να εορ­τάζουν την 14η Σεπτεμβρίου (εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού) ως ημερομη­νία ίδρυσης της Εταιρείας, φήμη βέβαια η οποία ενέχει προφανείς συμβολισμούς στη συνάφεια με το θρησκευτικό γεγονός της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού που γιορτάζε­ται από την Εκκλησία την ημέρα αυτή.

Το πρώτο διάστημα μετά από την ίδρυση της Εταιρείας δεν φαίνεται να συμβαίνουν σημαντικές διεργασίες στο επίπεδο της συ­νωμοτικής δραστηριότητας στην Οδησσό, καθώς μάλιστα δύο από τους τρεις ιδρυτές της, δηλαδή ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, αντι­μετωπίζουν οικονομία δυσκολίες, οι οποί­ες, κατά πάσα πιθανότητα, θα αναγκάσουν τον τελευταίο να επιστρέψει στην Κωνστα­ντινούπολη, όπου τον βρίσκουμε να εργάζε­ται στον εμπορικό οίκο του Μυτιληνιού εμπόρου και αργότερα δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή.

Γνωρίζουμε, πάντως, ότι στην Οδησσό, τα τρία ιδρυτικά στελέχη της Εταιρείας την πρώτη περίοδο και λίγο πριν αποχωριστούν κατάρτισαν ένα πρώτο σχέδιο «κατήχησή» των μελών της εταιρείας και δεσμεύτηκαν να αλληλογραφούν με συνθηματική αλληλογραφία. Η μασονική μύηση του Εμμ. Ξάνθου οπωσδήποτε συ­νεργεί στην οργάνωση της συνωμοτικότητας βάσει κάποιου σοβαρού σχεδιασμού, ενώ και ο Αθαν. Τσακάλωφ διαθέτει κάποια συ­ναφή πείρα από την εμπλοκή του στο «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» – εταιρεία με εμφανή φιλανθρωπικοπολιτικό χαρακτήρα που ιδρύθηκε το έτος 1809 – του Πα­ρισιού. (Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα ψευδώνυμα του Ξάνθου με τα οποία απευθύνονται προς αυτόν οι αλληλογράφοι του και τα οποία κινούνται γύ­ρω από τα αρχικά Α Θ: Α. Θυμίδης, Ανα­στάσιος Θυμίδης, Αντώνιος Θωμαΐδης, Ανα­στάσιος Θωμαΐδης, Αγγελής Θεοδωρίδης, Ανδρέας Θεοδωρίδης, Αναστάσιος Θεοδω­ρίδης, Α. Θέρμανδρος, Α. Θεοδώρου, Αλέ­ξανδρος Θεοδώρου, αλλά και Βασίλειος Θεαγενίδης, Μιχαήλ Θεοδοσιάδης, Δ. Θυμίδης, Ξενίδης, αν έχουμε καταφέρει να εντοπί­σουμε το σύνολό τους…).

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας στην Κωνσταντι­νούπολη, μολονότι ορισμένες ιστοριογραφικές αναφορές τον θέλουν να κατηχεί νέα μέ­λη και γενικά να δραστηριοποιείται έντονα παρά την αδυναμία των πηγών να καταθέ­σουν αντίστοιχα τεκμηριωτικά στοιχεία, εμ­φανίζεται αρχικά αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα της Εταιρείας. Φαίνεται μάλιστα πως δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι έχει πάρει τις αποστάσεις του από την εν γένει συ­νωμοτική δράση. Ίσως μάλιστα στην εντύ­πωση αυτή του Σκουφά να οφείλεται το γε­γονός ότι στη θέση του Ξάνθου ως μέλος της Υπέρτατης Αρχής με τα αρχικά Α Δ (τα οποία έως τότε υποδήλωναν το όνομα του Ξάνθου· αργότερα, όπως είπαμε, έλαβε τα αρχικά Α Θ) ο ηπειρώτης φιλικός τοποθετεί, με συνο­πτικές διαδικασίες, τον αινιγματικό και με τρα­γικό τέλος ιθακήσιο φιλικό Νικόλαο Γαλάτη, με απώτερο σκοπό αυτός ο τελευταίος να πλησιάσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και να του προτείνει την αρχη­γία της Φιλικής Εταιρείας. Πράγμα­τι, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το τελευταίο θα γί­νει αλλά δεν θα ευοδωθεί, μολονότι ώς ένα βαθμό και μόνον η κοινοποίηση της ύπαρξης της Εται­ρείας στον Κερκυραίο πολιτικό και υπουργό του τσάρου δεν ήταν καθόλου ασήμαντο γεγονός.

 

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

 

Αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν το 1816. Ωστόσο, ο Εμμ. Ξάνθος δεν είχε εγκαταλεί­ψει τη Φιλική Εταιρεία, πράγμα που ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του[9] ενισχύει με τη δη­μοσίευση της επιστολής προς τον ίδιο, του Αθα­νάσιου Τσακάλωφ από την Οδησσό της 8ης Αυγούστου 1817, με την οποία ο δεύτερος του ανακοινώνει την πρόθεσή του να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη για να προωθήσουν τον συνωμοτικό σχεδιασμό τους.

 

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας. «Εις το όνομα της μελλούσης σωτηρίας Καθιερώνω Ιερέα Φιλικόν και αφιερώνω εις την αγάπην της Φιλικής Εταιρείας και εις την υπεράστησιν των Μεγάλων Ιερέων των Ελευσίνιων τον συμπολίτην κυρ Βαγγέλη Κεφαλληναίον, ετών τριάντα οκτώ, επαγγέλματος εμπορικού, ως θερμόν υπερασπιστήν της Εταιρείας και της πατρίδος κατηχηθέντα και ορκωθέντα παρ’ εμού (Σ.Κ.) 9, Πάτρα, έτει των Φιλικών, 24 Ιανουαρίου». Δημοσιεύεται στο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), «Η Φιλική Εταιρεία», Αθήνα, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 159.

 

Η συνάντηση αυτή τελικά πραγματοποι­ήθηκε τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ τον Απρίλιο του επόμενου έτους (1818) έφθασε στην Πόλη και ο Νι­κόλαος Σκουφάς, ο οποίος μάλιστα θα κα­ταλύσει στο σπίτι του Ξάνθου και με αυτόν τον τρόπο το πρώτο ηγετικό – ιδρυτικό τμή­μα της Φιλικής Εταιρείας θα δραστηριοποι­ηθεί εκ νέου και υπό άλλες βέβαια συνθήκες στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί πράγματι αναπτύσσεται έντονη συνω­μοτική δράση με τη μύηση σημαντικών προ­σώπων στη Φιλική Εταιρεία, και πάντως η συνολική δραστηριότητα είναι τέτοια που «άλλαξε ριζικά τα πνεύματα και τις διαθέ­σεις των συναρχηγών».[10]

Εξάλλου, τώρα πια, τα ανώτερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας έχουν συναρθρώσει ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ τους και βέβαια την ανάλογη αποφασιστικότη­τα, στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να ενερ­γούν στο μέλλον αυτόνομα και όταν ακόμη δεν βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο τόπο. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι οι συνθήκες πλέον τους επέβαλλαν να κινούνται σε διαφορετι­κά σημεία και να αναλαμβάνουν ο καθένας διαφορετική αποστολή στην υπηρεσία του κοινού σκοπού, ο οποίος, σύμφωνα με τη σύλληψή τους, απέβλεπε στη σοβαρή προ­ετοιμασία για τη χειραφέτηση των υπόδου­λων Ελλήνων με βάση την αυτόνομη δράση και πάντως εκτός των πλαισίων δράσης και των πολιτικών σχεδίων των Μεγάλων Δυ­νάμεων της εποχής, που κατά καιρούς δεν είχαν προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στην ελληνική υπόθεση.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Με βάση αυτόν το σχεδιασμό η αποστο­λή που ανέλαβε ο Εμμ. Ξάνθος ήταν να προ­σπαθήσει ο ίδιος, μετά την πρώτη αποτυχη­μένη προσπάθεια του Νικολάου Γαλάτη, να μεταβεί στην Πετρούπολη για να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγε­σία της Εταιρείας. Εν τω μεταξύ η οργάνω­ση γνωρίζει και την πρώτη σοβαρή απώλεια με το θάνατο του Νικολάου Σκουφά, ο οποίος όντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε από σοβαρό καρδιακό νόσημα και σε τρεις μήνες από την πρώτη εκδήλωση της ασθένειας πέθανε (31 Ιουλίου 1818), [11] μολο­νότι στο διάστημα αυτό δεν έμεινε τελείως ανε­νεργός. Τη θέση του Σκουφά στο ηγετικό σχήμα της Εταιρείας θα καταλάβει τώρα ο Πα­ναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ενώ η συμβολή του Παναγιώτη Σέκερη και κυρίως η μεγάλη οικονομική του συνδρομή είναι σταθερή και απο­φασιστική για την ευόδωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας.

Στη γραμμή της ανα­ζήτησης αρχηγού με όνο­μα υψηλού κύρους, ο Εμμ. Ξάνθος θα ταξιδέ­ψει τον Οκτώβριο του 1818 στο Πήλιο για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία (Οδησ­σός 1816) προκειμένου να συνεννοηθούν για το ταξίδι στην Πετρούπολη. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην απόφαση που είχε λάβει το ηγετικό τμήμα της Φιλικής Εταιρείας στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 να επιχειρήσει την ανά­θεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια: στη γραμμή αυτή η σχε­τική  απόφαση προβλέπει ότι «ουδείς δεν θέλει φανερώσει την Κινητικήν Αρχήν… γίνεται εξαίρεσις, ως προς την φανέρωσιν μόνον της Κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του Κόμητος Ιωάννου, έχων την άδειαν να φανερώση εις αυτόν μό­νον την Αρχήν…».[12] Όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πέρα από την ενημέρωση του Άνθιμου Γαζή, ηγετικού μέλους πλέον, όπως αναφέραμε, της Φιλικής Εταιρείας, έπρεπε ο τελευταίος να συγκατατεθεί αρχικά για την επιλογή του Καποδίστρια και παράλληλα να εγχειρίσει στον Εμμ. Ξάνθο συστατική επι­στολή προς τον υπουργό του τσάρου, καθώς οι σχέσεις Γαζή-Καποδίστρια ήταν ιδιαίτερα στενές και χρονολογούνταν από την εποχή της κοινής τους δράσης (1814) στα πλαίσια της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης.

Μετά από τη συνάντηση, τις συνομιλίες στις Μηλιές του Πηλίου και τη συστατική επι­στολή του Γαζή προς τον Καποδίστρια, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα επιστρέψει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1818) και στη συνέχεια (19 Φεβρουάριου 1819) θα αρχίσει το ταξίδι της Ρωσίας, συνοδευόμενος στο πρώ­το στάδιό του από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, μαζί με τον οποίο αρχικά θα βρε­θεί στη Μολδοβλαχία (Γαλάζιο). Aς σημειωθεί ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θα συνεχίσει το ταξίδι μαζί με τον Ξάνθο αλλά θα παρα­μείνει στις Ηγεμονίες όπου θα αναπτύξει ση­μαντική δράση στα οργανωτικά πλαίσια της Εταιρείαχ, όντας ήδη ανώτατο στέλεχός της.

Ωστόσο, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν βρί­σκεται αυτήν την εποχή στην Πετρούπολη, καθώς με άδεια του τσάρου επέστρεψε και παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στην πατρίδα του Κέρκυρα (έφθασε εκεί στις 23 Μαρτίου 1819) προκειμένου να επισκεφθεί την οικογένειά του. Έτσι ο Ξάνθος, εν αναμονή της επιστροφήχ του Καποδίστρια στην Πετρούπολη, θα περιπλανη­θεί σε διάφορεε πόλεις της ms Βεσσαραβίας (Τομάροβο, Ρένι, Δουμπασάρι), όπου, ανά­μεσα στα άλλα, θα επιχειρήσει και ορισμένες μυήσεις, από τις οποίεε η πλέον χαρατηριστική είναι εκείνη του Σταμάτη Κουμπάρη. Από τις πολλές επιστολές που αυτή την εποχή φθάνουν συνεχώς στα χέρια του Ξάνθου – και ειδικότερα από εκείνες που του αποστέλλει ο συμπατριώτης του και φιλικός Μιχαήλ Φωκιανός και άλλα πρόσω­πα – γίνεται φανερό ότι ο Ξάνθος παράλλη­λα με τη συνωμοτική δράση του δεν έχει εγκαταλείψει τις εμπορικές του δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι η οικογένειά του παραμένει πάντα στην Κωνσταντινού­πολη και έχει ανάγκη από τη χρηματική συν­δρομή του για την επιβίωσή της. Άλλωστε, αυτό μαρτυρεί και μια σειρά από εμπορικές δοσοληψίες που τώρα έχουμε στη διάθεσή μας χάρις στην έκδοση του Αρχείου του.[13]

Στη γραμμή αυτής της οιονεί περιπλάνησης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, εντο­πίζεται ο Ξάνθος τον Αύγουστο του 1819 αλλά και στις αρχές του Σεπτεμβρίου του ίδι­ου έτους στο Κισνόβι και στο Ισμαήλι, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικές μερικές επιστολές της εποχής αυτής,[14] των οποίων οι συντάκτες αδυνατώντας να εντοπίσουν σε στα­θερό μέρος τον Ξάνθο αναγράφουν ως τόπο παράδοσης εναλλακτικές πόλεις ή την έν­δειξη «όπου ευρίσκεται».

Ωστόσο, κάποια στιγμή, και πάντως το φθι­νόπωρο του 1819, παίρνει τον δρόμο για τη Ρωσία και συγκεκριμένα για τη Μόσχα, στην οποία μέσω Κιέβου και Νίζνας θα βρεθεί στα τέλη Οκτωβρίου 1819, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του παλαιού μέλους της Αρχής Αντ. Κομιζόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκε πολύ στενά για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων της Εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της μοσχοβίτικης οργανωτικής δραστηριότητας ο Ξάνθος θα αποφασίσει την ένταξη στη Φιλική Εταιρεία και του γιαννιώτη εμπόρου Νικόλαου Πατζιμάδη, με σκοπό να οργανωθεί στη Μόσχα «ένας νέος ηγετικός πυρήνας εν όψει της διαγραφόμενης αναβάθ­μισης της ρωσικής απόχρωσης της Εταιρεί­ας».[15] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι στη Μόσχα ο Ξάνθος θα γίνει και πάλι μέλος της μασονικής στοάς με όλους τους τύπους, ωσάν να μην εί­χε προηγηθεί η ένταξη της Λευκάδας, πράγ­μα που σε συνδυασμό με την πρώτη μύηση στη Λευκάδα απαιτεί συμπληρωματικές έρευ­νες που ξεπερνούν το σχεδία­σμά αυτής της βιογραφίας.

Μετά από όλα αυτά και με την επιστροφή του Καποδίστρια στη θέση του στην Πε­τρούπολη, ο Εμμ. Ξάνθος, στις αρχές Ιανουάριου 1820, θα ξε­κινήσει για την πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Στην πόλη αυτή θα φθάσει στις 15 του ίδιου μήνα και την επομένη θα γίνει δεκτός από τον Ιωάννη Καποδίστρια, γεγονός το οποίο πιθανώς υποδηλώνει ότι στην Πετρούπολη υπήρχε ήδη ένας οργανωτικός πυρήνας της Φιλι­κής Εταιρείας που είχε προετοιμάσει το έδαφος για τη συ­νάντηση αυτή. Παράλληλα, βέ­βαια, αυτό φανερώνει και τη συ­νεχή εμπλοκή – τουλάχιστον στο πεδίο της ενημέρωσης – του Καποδίστρια στα σχέδια της Εται­ρείας (ας υπενθυμίσουμε πάλι την πρώτη απόπειρα ενημέρω­σης του Καποδίστρια για τα συ­νωμοτικά τεκταινόμενα και την πρόταση ανάληψης της αρχηγίας που έγινε από τον Νικόλαο Γαλάτη), και πάντως ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι το γεγονός ότι ο ιδιαίτερος γραμματέας του Καποδίστρια, ο κερκυραίος Κωνσταντίνος Καντιώτης, είναι ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πε­τρούπολη βρίσκεται αυτή την εποχή και ο επί­σης δραστήριος φιλικός αλλά και στενός φίλος του Καποδίστρια γιατρός Πέτρος Ηπίτης.

Η πρώτη συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου, όπως είπαμε, έγινε στις 16 Ιανουάριου 1820 με διερευνητικούς σκοπούς, ενώ ύστερα από 4-5 μέρες ακολούθησε δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών αλλά και πάλι χωρίς θετικά απο­τελέσματα. Ουσιαστικά δηλαδή ο Καποδίστριας αρνήθηκε να αποδεχθεί την αρχηγία της Φιλι­κής Εταιρείας, προφασιζόμενος την επίσημη θέ­ση που κατείχε στη ρωσική κυβέρνηση.

Η άρνηση αυτή αποτέλεσε, όπως είναι προ­φανές, ισχυρό πλήγμα στα σχέδια της Εταιρεί­ας, όμως δεν υπήρξε καίριο επειδή η δυναμική των πραγμάτων πλέον ευνοούσε την ορμή των Φιλικών και τον οργανωτικό σχεδίασμά τους, σύμφωνα με τον οποίο, για την ευόδωση των σκοπών της Εταιρείας, έπρεπε να τοποθετηθεί επικεφαλής αυτής μία σημαντική προσωπικότητα. Πολύ καλά μάλιστα τονίζει τη δυναμική αυτή ένα απόσπασμα από επιστολή του Πα­ναγιώτη Σέκερη, ο οποίος αναφερόμενος στην αποστολή του Ξάνθου επισημαίνει ότι «… επειδή η επιτυχία τούτου δεν θέλει επιφέρει καμμίαν δυσκολίαν εις κανένα και σχεδόν ασυλλόγιστον πράγμα. Ούτε η αποτυχία του (ην μη δώση ο Κύριος) δύναται ν’ ανατρέψη τα έως τώρα γεγονότα, τα οποία υπόσχονται αίσιον τέλος και η θεία Χάρις να τα φυλάξη από το βάσκανον όμμα του πονηρού δαίμονος».[16]

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας σε δύσκολη θέση, πρέπει να παρέμεινε στην Πετρούπολη ολό­κληρο τον μήνα Μάρτιο του 1820 και πρέπει επίσης να είδε τον Καποδίστρια και άλλες φορές, ενώ είναι εξακριβωμένο ότι ταυ­τόχρονα ο υπουργός του τσά­ρου συναντούσε και τον απεσταλμένο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Καμαρηνό Κυ­ριακό, πράγμα που υποδηλώνει και τις εσωτερικές συγκρούσεις εντός της Φιλικής Εταιρείας (είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Κυριακός αργό­τερα θα έχει το ίδιο τραγικό τέλος με τον Γαλάτη, ως αποτέλεσμα των συ­γκρούσεων αυτών). Εξάλλου, είναι διαπι­στωμένο ότι και ο ίδιος ο τσάρος και βέβαια η μυστική αστυνομία του, είναι ενήμεροι για τις συνωμοτικές ενέργειες των Ελλήνων.

Όπως είπαμε, η ορμή των Φιλικών και η φορά των πραγμάτων δεν είναι πλέον δυνα­τόν να αναχαιτισθεί από κάποια αρνητικά γε­γονότα, έστω και αν προσωρινά δοκιμάζεται, και έτσι μετά την άρνηση του Καποδίστρια ο Εμμ. Ξάνθος θα επιχειρήσει να προσελκύσει στην αρχηγία της Εταιρείας τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ενεργώντας, κατά τα φαινόμενα αυτοβούλως, χωρίς δηλαδή να περιμένει τη σύμφωνη γνώμη των άλλων ηγετικών στελε­χών της Εταιρείας. Ιδού πώς περιγράφει την απόφαση αυτή ο ίδιος ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του: «Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της Επαναστάσεως με κα­λήν έκβασιν, ήταν αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος είς των σημαντικών προς ενθάρρυνσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως  τον Καποδίστρια, επιτηδειότερον δε ίσως τούτου, τον πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατη­γόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος…».[17]

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

Όμως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε αντίθεση με τον διστακτι­κό Καποδίστρια, εγκατα­λείπει τη θέση του στο στρατιωτικό σύστη­μα της ρωσικής αυτοκρατορίας, και αποδέχεται την πρόταση του Ξάνθου, δηλα­δή την υπέρτα­τη ευθύνη του «Γενικού Εφό­ρου» της Φιλικής Εταιρείας. Εξάλλου, και η διαπιστωμένη μασονική ιδιότητα του Υψηλάντη πρέ­πει να έπαιξε ρόλο σε αυτή την προσέγγιση και συμφωνία.

Ως επίσημη μαρτυρία του ση­μαντικού αυτού γεγονότος διαθέ­τουμε ένα λιτό έγγραφο της 12nς Απριλίου 1820 που έχει συνταχθεί στην Πετρούπολη και υπογράφεται από τον Αλέξανδρο Υψη­λάντη, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Ιωάν­νη Μάνο, συγγενή του Υψηλάντη και υπάλ­ληλο στην αγγλική πρεσβεία της Πετρούπολης και βέβαια ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που φαίνεται ότι μεσολάβησε για την προσέγγιση Υψηλάντη – Ξάνθου:[18]

 

«Κατά την άπαξ εγκριθείσαν γνώμην, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετ’ ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Γενικόν έφορον της Ελληνι­κής Εταιρείας, τον εκλαμπρότατον κύριον Αλέ­ξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύη και επι­στατή εν πάσι όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρεία. Eις ασφάλισιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπο­γραφή εκάστου των μελών.

 

Εν Πετρουπόλει τη 12 Απριλίου 1820

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάν. Μάνος, Εμ. Ξάνθος»

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

 

Έτσι, λοιπόν, και χάρις στις επίμονες προ­σπάθειες του Εμμανουήλ Ξάνθου η εκκρεμό­τητα της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας θα λήξει και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με το συν­θηματικό όνομα «Καλός» και τα στοιχεία A Ρ θα τεθεί επικεφαλής του αγώνα. Όπως είναι εύλογο, ως επακόλουθο της σημαντικής αυ­τής ενέργειας, ο Υψηλάντης θα ενημερωθεί εκεί στην Πετρούπολη από τον Ξάνθο για την κατάσταση της Εταιρείας, θα παραλάβει από αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα κα­θώς και λεπτομερή καταγραφή των δαπανών και εν συνεχεία θα αναλάβει ο ίδιος σοβαρές πρωτοβουλίες για τον συντονισμό της δράσης όλων των μελών και τον γενικότερο σχεδία­σμά «με την πρόθεση να συγκροτήσει ένα νέο οργανισμό, που θα ήταν και ο τελικός οργα­νισμός της Εταιρείας – ο μηχανισμός της εξέ­γερσης». [19] Παράλληλα, βέβαια, όπως η αλ­ληλογραφία μεταξύ των μελών καταδεικνύει, μεγάλος υπήρξε ο ενθουσιασμός και το ηθικό αυξάνεται κατακόρυφα.

Σφραγίδα Δημητρίου Υψηλάντη. Δημοσιεύεται στο «Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, 1994, σ. 90

Σημειώνουμε επιπρόσθετα ότι από την παραμονή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη έχουμε τώρα – με την έκδοση του Αρχείου του από την ΙΕΕ – ένα κατάστιχο εσόδων – εξόδων, το οποίο μας παρέχει μια εικόνα και της λογιοσύνης του πάτμιου αγωνιστή.

Συγκεκριμένα, στα φύλλα του κατάστιχου καταγράφονται οι αγορές διαφόρων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία ονοματίζονται: «φιλο­σοφικόν λεξικόν και λεξικόν Τζαλίκογλου […] διάφορα βιβλία ηγόρασα του Ανάχαρση και άλλα».

Περαιτέρω, η δράση του Εμμ. Ξάνθου θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση. Μετά από την επιτυχία που είχε η προσπάθεια του ηγετικού πυρήνα της Εταιρείας για τον προσεταιρισμό του Υψηλάντη, ο πρίγκιπας, τον Ιούλιο του 1820, θα βρεθεί στη Μόσχα, όπου βρίσκεται κιόλας ο Ξάνθος, ενώ μια παράλληλη πληροφορία θέλει τους δύο άνδρες να ταξιδεύουν μαζί στη ρωσική πόλη, όπου δραστηριοποιείται, όπως έχουμε αναφέρει, ένας άλλος σημαντικός πυρήνας της Εταιρείας. Γρήγορα όμως υπακούοντας στις ανάγκες της Εταιρείας τα βήματα των δύο ανδρών θα χωριστούν και ο Ξάνθος θα κινηθεί και πάλι σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών, προβαίνοντας σε πολλές και αποφασιστικές ενέργειες για τον καλύτερο συντονισμό των πραγμάτων, τα οποία πλέον έχουν πάρει τον αναπότρεπτο δρόμο προς την πολεμική σύγκρουση.

Είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κατά πόδας τον Εμμ. Ξάνθο – έστω και μέσω της πυκνής αλληλογραφίας που παραθέτει στα Απομνημονεύματά του αλλά και από την ολοκληρωμένη μορφή της που έχουμε από τους τρεις τόμους του Αρχείου του – αυτή την εποχή, καθώς περιφέρεται αδιάκοπα σε διάφορες πόλεις της Βεσσαραβίας και της Μολδοβλαχίας ανάμεσα στον Νοέμβριο 1820 και το θέρος του 1821. Έτσι τα ίχνη και οι ενέργειές του εντοπίζονται στο Κισνόβι, στο Ισμαήλιο, στο Βουκουρέστι, στο Ρένι, στο Γαλάτσι, πόλεις – ιδιαίτερα οι δύο πρώτες – που θα τις επισκεφθεί πολλές φορές, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα επιτόπου αλλά και αλληλογραφώντας με τα περισσότερα από τα σημαίνοντα στελέχη της Εταιρείας. Χαρακτηριστική των κινήσεων αυτών, που γίνονται με εντολές του Υψηλάντη, είναι επιστολή του τελευταίου από το Κίεβο της 30ής Ιουλίου 1820 προς τον Ξάνθο, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται οι εντολές του πρίγκιπα προς αυτόν:

 

« (…) φθάνοντας συν θεώ εις Κισνόβιον θέ­λεις εγχειρήσει τα διά σε συστατικά γράμμα­τά μου εις τον γαμβρόν μου διά να σε υπερασπισθή, και να σοι δώση το πασαπόρτι σου. Φθάνων εις Ισμαήλ εγχείρισον το συστατικόν διά σε γράμμα μου προς τους δύο γνωστούς φίλους και ειπέ τόσον εις αυτούς, όσον και εις όλους τους εκεί αδελφούς, όσα διά ζώσης φωνής παρηγγέλθης, και προ πάντων να ήναι πρόθυμοι και μυστικοί κατά πάντα. Αφ’ ου δε ησυχάσης όχι περισσότερον από πέντε ημέρες μόνον εις την φαμίλιαν σου, να κινήσης διά Βουκουρέστιον. Απερνώντας δε εις Γαλάτζιον εγχείρισον τα συστατικά οπού σοι έδωσα εις τους δύο αδελφούς… Φθάνων συν θεώ εις Βουκουρέστιον εγχείρισον τα εγχειρισθέντα σοι γράμ­ματα εις τους γνωστούς φίλους… και αφ’ ου συνομιλήσης… συσκεπτόμενος μετά των αδελ­φών… όταν ιδής τα πάντα να ετοιμασθώσι να έμβωσιν εις πράξιν τότε δίδεις εις τους γνω­στούς φίλους όσα μετρητά… και ακολούθως συνάξεις από τα ανοιχθέντα σοι κρέτητα… και τελειωθέντων πάντων αυτών με ακρίβειαν, προσοχήν, ταχύτητα και φρόνησιν, αναχώρησον εκείθεν, ελθέ και πάλιν εις Βεσαραβίαν, όπου θέλεις ευρή άλλας διαταγάς μου… Σοι παραγγέλω προς τούτοις ή τώρα πηγαίνοντας εις Ισμαήλ, ή επιστρέφων, να αγοράσης, ως σοι είπα, ένα καλόν καράβιον διά λογαρια­σμόν της Εταιρείας και ετοιμάζεις αυτό επι­τήδειον διά να ταξιδεύη.»[20]

 

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, σύμφωνα με τον σχεδίασμό του Υψηλάντη, ο Εμμ. Ξάνθος την 1η Οκτωβρίου 1820 θα βρεθεί στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, όπου, εκτός του Υψηλάντη, είχαν συγκεντρωθεί και πολλοί άλλοι σημαίνοντες Φιλικοί (Παπαφλέσσας, Δ. Θέμελης, Χριστ. Περραιβός, Ήβος Ρήγας, Γρηγ. Λασσάνης κ.ά.) και όπου μετά από την πραγματοποίηση πολλών συσκέψεων καταστρώθηκε το οριστικό σχέδιο της εξέγερσης. Όπως γνωρίζουμε, οι συσκέψεις αυτές του Ισμαηλίου στις 8 Οκτωβρίου θα οδηγήσουν στη σύνταξη της επαναστατικής προκήρυξης του Υψηλάντη προς τους κατοίκους της Στερεάς και των νησιών του Αρχιπελάγους, η οποία κατέληγε με το εμφατικό:

«Όταν όμως μόνοι μας αποσείσωμεν τον ζυ­γόν της τυραννίας, τότε της Ευρώπης η πολιτική θέλει βιάσει όλας τας ισχυράς δυνάμεις να κλείσωσι με ημάς συμμαχίας και επιμαχίας αδιάλυτους».[21]

Μετά από αυτές τις τόσο σημαντικές εξελίξεις ο Υψηλάντης θα αναχωρήσει για το Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος θα παραμείνει για λίγο στο Ισμαήλιο, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ μετοικήσει και η οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη (ο Εμμ. Ξάνθος ήταν παντρεμένος με τη Σεβαστή, με την οποία είχε αποκτήσει τουλάχιστον δύο αρσενικά παιδιά, τον Νικόλαο και τον Περικλή: στην αλληλογραφία προς αυτόν αναφέρονται πολλές φορές η «Σεβαστίτζα» και τα «ξανθόπουλα») και εν συνεχεία θα αρχίσει εκ νέου να ταξιδεύει ακατάπαυστα στις διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών οργανώνοντας τα πράγματα της Εταιρείας.

Μολονότι το επιχειρησιακό σχέδιο που συμφωνήθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1820 στο Ισμαήλιο προέβλεπε την έκρηξη της Επανάστασης με κέντρο των επαναστατικών ενεργειών την Πελοπόννησο και δευτερεύουσες ενέργειες στις Παραδουνά­βιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη [22], είναι φανερό ότι στην πορεία προς την κορύφωση το σχέδιο άλλαξε. Εναγωνίως ο Παπαφλέσσας γράφει στον Ξάνθο στις 22 Φε­βρουάριου 1821 και ζητά εξηγήσεις για την καθυστέρηση του Υψηλάντη, που, σύμφωνα με τον πρώτο σχεδίασμά, μέσω Τεργέστης, έπρεπε να είχε φθάσει στην Πελοπόννησο.

Ωστόσο, ο Υψηλάντης αντί να κατευθυνθεί προς την Τεργέστη και από εκεί προς την Πελοπόννησο, μέσω Ιταλίας, παρατείνει την παραμονή του στο Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος, ενεργώντας προφανώς κατόπιν εντολής του Υψη­λάντη, καλεί τον Ιανουάριο του 1821 τον Τσακάλωφ και τον Αναγνωστόπουλο από την Πί­ζα στο Κισνόβι, αντί να τους κατευθύνει προς τον Μόριά. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή του σχεδιασμού του Ισμαηλίου εν αγνοία του Παπαφλέσσα και έτσι αντί για την ανάληψη επαναστατικής δράσης στην Πελοπόννησο, ο Υψηλάντης θα επιχειρήσει να δημιουργήσει επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες με τη σύμπραξη των τοπικών πληθυσμών.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Έτσι, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης θα διαβεί τον ποταμό Προύθο αλλά αργότερα θα υποστεί οδυνηρή ήττα στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821). Στα γεγονότα των Ηγεμονιών ο Ξάν­θος, όπως είναι φυσικό, ως άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στον Υψηλάντη έχει σημαντική ανάμειξη. Καθώς ο ίδιος γράφει – μιλώντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο – στα Απομνημονεύματά του «εφοδιάσας [ο Ξάνθος] από Ισμαήλ τους εν Γαλατζίω και Προύτω στρατιώτας με όσα άρ­ματα ηδυνήθη να προμηθευθή από τον στρα­τηγόν Τουσκώφ… και με αρκετά βαρέλια πυρίτιδος και δέκα εννέα πυροβόλα (κανόνια) εξ ων τα δέκα έξ εστάλησαν κατά παραγγε­λίαν του από την Οδησ­σόν διά θαλάσσης… έτι δε ευκολύνας την εις Μολδαυίαν διάβασιν πολλών άλλων ομογε­νών… προμηθεύων τους μεν με φορέματα, τους δε με άρματα και πολλούς αυτών με χρήματα κ.λπ. κ.λπ.».[23]

 

Αγωνιστές από το κίνημα της Μολδοβλαχίας (1821), που κατέφυγαν στην Ελβετία: 1. Καραμπούλης, υπασπιστής του Γεωργάκη Ολυμπίου, 2. ένας Σουλιώτης, 3. ένας Αθηναίος, 4. ένας Σέρβος, 5. ένας Ρουμελιώτης, 6. ένας Αλβανός. Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος- Τ. Χατζής (επιμ.), «Ιστορικόν Λεύκωμα της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 59.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου.
Πέθανε σε ένα πανδοχείο της Βιέννης τον Ιανουάριο του 1828. Ήταν 36 ετών. Μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος, του οποίου ηγήθηκε, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ήττα των Ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι, φυλακίστηκε το 1821, ως πολιτικός κρατούμενος από τους Αυστριακούς, μαζί με τα αδέρφια του Νικόλαο και Γεώργιο και άλλους συντρόφους του. Έμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1827 στα φρούρια Munkatz και Theresienstadt. Οι σκληρότατες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν την υγεία του και το 1828, που του δόθηκε χάρη, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και έφυγε από τη ζωή.
Ελαιογραφία, Συλλογή Προσωπογραφιών Ε.Ι.Μ.

Μετά από τα τραγικά γεγονότα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τη φυλάκιση του Υψηλάντη από τους Αυστριακούς, γεγονότα για τα οποία ο Εμμ. Ξάνθος υπόσχεται στα Απομνημονεύματά του[24]– χωρίς ωστόσο να τηρήσει την υπόσχεσή του – ότι θα γράψει: «εις άλλην δε ευκαιρίαν θέλω γράψει και τα διατρέξαντα εις την Μολδοβλαχίαν μετά την έξοδον εκεί του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τας αιτίας της αποτυχίας του, τους αιτίους της καταστροφής του, την διαγωγήν των ακολούθων του, τας προ­δοσίας τινών, την αιτίαν επινοηθείσης Ιεράς σκάλας και άλλων τινών καταχρήσεων, ένεκα των οποίων προέκυψε τότε το μίσος των Μολδοβλάχων και η παρά τούτων καταδρομή των Ελλήνων», είναι επόμενο ότι και ο ίδιος πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή αυτή (26 Ιουνίου 1821) όπου δεν ήταν δυνατόν να πράξει κάτι το ουσιαστικό για την ελληνική υπόθεση.

Όπως ο ίδιος και πάλι αναφέρει, αναχώ­ρησε από τη Βεσσαραβία για την Ελλάδα μέ­σω Ουγγαρίας: «απελθών και είς Μογκάτζ προς επίσκεψιν του άτυχους Πρίγκηπος Αλε­ξάνδρου Υψηλάντου… μη λαβών δε την άδει­αν να τον ανταμώση, διευθύνθη διά της Πέστης  και Φιουμίου εις Αγκώνα».[25] Ο ίδιος εξάλλου αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού και όντας ακόμα στα μέρη της κεντρικής Ευρώπης περιέθαλψε πολλούς Έλληνες που είχαν καταφυγει στα μέρη αυ­τά μετά από τη διάλυση του στρατού του Υψηλάντη. Μάλιστα αναφέρει ότι μερικούς από αυτούς τους πήρε μαζί του και μέσω Αγκόνας τους προώθησε στα μέρη της Ελ­λάδας, όπου ο αγώνας είχε πλέον αρχίσει με πολύ καλύτερες προοπτικές από αυτόν των Ηγεμονιών. Τελικά ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μαζί με τον Τσακάλωφ θα βρεθεί στην Πε­λοπόννησο και όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του «απελθών εις Τριπολιτσάν… κατώκησε παρά τω Δημητρίω Υψηλάντη, συναγωνιζόμενος και αυτός το κατά δύναμιν, διωρίσθη δε και μέλος είς μίαν επιτροπήν, διά να δικάση διαφοράν τινα μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού [Θεοδωρήτου επισκόπου] Βρισθένης και τινών στρατιωτών».[26]

Είναι αλήθεια ότι εφεξής δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες για τα έργα και τη δράση του Εμμανουήλ Ξάνθου – άλλωστε είναι γεγονός ότι η εμπλοκή του και ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι πλέον περιορισμένος και εν πάση περιπτώσει ό,τι έχουμε στη διάθεσή μας είναι η δική του φωνή, όπως φθάνει σε μας από ελάχιστα έγγραφα αυτής της περιόδου που δημοσιεύει στα Απομνημονεύματά του.

Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Παπαφλέσσας – με τον οποίο βέβαια είχαν συνδεθεί από την περίοδο της παράλληλης δράσης τους ως Φιλικών στις Ηγεμονίες – με επιστολή του της 16ns Μαρτίου 1822 από την Τριπολιτσά τού ανακοινώνει διάφο­ρες κινήσεις του, ενώ η συμμετοχή του στην Επιτροπή που αναφέρει ο ίδιος, χρονολογείται, σύμφωνα με γράμμα και πάλι του Παπαφλέσ­σα, στα τέλη Ιουνίου 1823.[27] Σε ένα συστατικό γράμμα που υπογράφει ο Δημήτριος Υψη­λάντης στις 31 Ιουλίου 1823 φιλοτεχνεί ως εξής το πορτρέτο του Ξάνθου:

 

«Τον πατριώτην αυ­τόν αν δεν τον εγνωρίσατε προσωπικώς, σας τον παραδίδω διά του παρόντος μου ως ένα φρό­νιμον, ενάρετον, ειδήμονα πολλών πραγμάτων και όλως εξηρτημένον της Υψηλαντικής οικογενείας. Προ του Ιερού αγώνος ηγωνίσθη με όλην την απαιτουμένην προθυμίαν, σταθερό­τητα και ειλικρίνειαν και ήδη δε δεν επρόκρινε να ησυχάζη, αλλ’ ήλθε διά να προσφέρη και το εκ μέρους του έργον εις την πολιτικήν μας ανόρθωσιν…».[28]

 

Ίσως η περιγραφή αυτή του Ξάνθου από τον Δημ. Υψηλάντη αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύντομα αλλά περιεκτικά «βιογραφικά σημειώματα» του πατινιώτη Φιλικού.

Πάλι ο Δημ. Υψηλάντης, γράφοντας προς τον Νικήτα Σταματελόπουλο την 1η Αυγούστου 1823, θα μιλήσει γι’ αυτόν με τα ίδια θερμά λόγια και παράλληλα θα μας δώσει την πληροφορία ότι ο Ξάνθος «υπάγει εΐς Αθήνας διά να περιηγηθή τας εκεί αρχαιότητας»,[29] ενώ με άλλο γράμμα του, της 29ns Σεπτεμβρίου 1823, ο Υψηλάντης και πάλι παρακαλεί τον Ξάνθο από την Τριπολιτσά να πασχίσει να δανεισθεί εξ ονόματος του πεντακόσια γρόσια «διά να μην καταντήσω να πωλήσω το ωρολόγιόν μου και την ταμπακέραν μου».[30]

Αποσπασματικές πληροφορίες, οπωσδήποτε, αλλά μας παρέχουν τη βεβαιότητα ότι ο Εμμ. Ξάνθος, που βρέθηκε μέσα στο κλίμα της υψηλαντικής οικογένειας όταν προσπάθησε και πέτυχε να πείσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, μέσα σ’ αυτό εξακολουθεί να παραμένει το προχωρημένο έτος 1823, διατηρώντας τώρα στενή σχέση με τον άλλο Υψηλάντη, τον Δημήτριο, μολονότι η προσκόλληση στην υψηλαντική συνάφεια δεν παρείχε σοβαρά εχέγγυα για σταδιοδρομία και αξιώματα.

Εφεξής υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην πλη­ροφόρησή μας για τις κινήσει του Εμμ. Ξάν­θου, το οποίο πρέπει να έχει σχέση και με τον μειωμένο ρόλο του στα δρώμενα της επαναστατικής περιόδου. Πάντως έχουμε την πληροφορία, από τον ίδιο,[31] για ένα ταξίδι του στη Ζάκυνθο τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1826 (όταν κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο), ενώ τον Οκτώβριο 1827 από μία άλλη επιστολή του Δημ. Υψηλάντη μαθαίνουμε ότι ο Ξάνθος εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος και μέσω της Κωνσταντινούπολης – στην οποία δεν τόλμησε να αποβιβαστεί – στα μέσα Σεπτεμβρίου 1827, κατευθύνθηκε προς την Οδησσό. Ο Δ. Υψηλάντης εξάλλου στην ίδια επιστολή συνιστά στον Ξάνθο να επισκεφθεί τη μητέρα του Ελισάβετ και τον γαμπρό του και να τους παρακαλέσει να του στείλουν χίλια φλουριά για να γλυτώσει από τους δανειστές του.[32]

Ο Ξάνθος μετά από το ταξίδι της επιστροφής στα πολύ οικεία γι’ αυτόν μέρη των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Πράγματι εκεί θα του στείλει ένα γράμμα, με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, από την Οδησσό ο παλιός σύ­ντροφός του και συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος, γράφοντάς του, του αρχίζει με το εμβληματικό:

«Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν με­ταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δοΰλον σου Μανώλην, oστις μοι είπεν ότι ευρίσκεσαι εις Βουκουρέστιον… σοι στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως».[33]

Για την ίδια χρονιά (1832) διαθέτουμε επίσης την πληροφορία ότι η σύζυγος του Ξάν­θου, Σεβαστή, απέστειλε μία επιστολή στην Ε’ Εθνική Συνέλευση και ζητούσε «το έλεος του έθνους διά την εκ της δυστυχίας εσχάτην αμηχανίαν» της οικογένειάς της.

Τα «πάθη» των δύο παλαιών συντρόφων, που αναφέρει στην επιστολή του ο Τσακάλωφ, την οποία μνημονεύσαμε λίγο πριν, φαίνεται ότι είναι πολλά και στην περίπτωση του Εμμανουήλ Ξάν­θου. Η αναχώρησή του από την Ελλάδα και η αδράνειά του δηλώνεται και από μία ακόμα επιστολή του άλλου παλαιού δραστήριου Φιλικού, Αθ. Ξόδιλου.

 

Επιστολή Αθανασίου Ξόδιλου προς Εμμανουήλ Ξάνθο. Ρένι, 30 Μαρτίου 1821. Δημοσιεύεται στο «Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου», τ. Γ’, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002.

 

Ο τελευταίος, γράφοντας από το Γαλάτζι στις 11 Ιουνίου 1836, θα μας δώσει ακόμα μια πληροφορία για τον Ξάνθο, ότι δηλαδή, μολονότι η «…Ελλάς ήρχισε να υπάρχη εν μέσω των δεδοξασμένων λαών. Πρέσβεις της εις όλας τας μεγάλας του κόσμου πόλεις, πρόξενοι και υποπρόξενοι και εις τους παραμικρότερους του εχθρού λιμένας, ο Ποθητός εις Γαλάτζιον, ο Φωκιανός εις Βεσσαραβίαν και τα λοιπά. Ο Ξάνθος εις το μοναστήριον του Μαρτζινενίου!»[34] Η πληροφορία αυτή για την παραμονή του Ξάν­θου επί έξι χρόνια στο παραπάνω μοναστήρι, που βρίσκεται κοντά στο Βουκουρέστι, «φιλοσοφών και ασκητεύων εν τη ερημία μακράν των θορύβων του μεγάλου κόσμου», έρχεται να διασταυρωθεί από ορισμένες επιστολές του 1836, η κατάθεση των οποίων στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος έγινε το 1962 από τον Τάκη Σταύρακα, κατόπιν επιθυμίας της συζύγου του, τρισεγγονής του Εμμ. Ξάνθου, Χρυσάνθης Παυλοπούλου.[35]

Όμως  ο Αθ. Ξόδιλος, στην ίδια επιστολή που αναφέραμε παραπάνω, θα πληροφορήσει τον Εμμ. Ξάνθο και για κάτι άλλο, το οποίο συνάπτεται με τα γεγονότα που θα συντελέσουν ώστε αυτός να επανέλθει στο προσκήνιο και μάλιστα στο συγγραφικό προσκήνιο. Συγκεκριμένα, ο παλιός Φιλικός πληροφορεί τον φίλο του ότι είδε «…εις τα πιεστήρια του τύπου των Αθηνών… Ιστορία των τρεξάντων εν Βλαχοπογδανία εκδιδομένη από τινα, αλλά δεν εννοώ πόθεν λαμβάνουν τας πηγάς τού­των των πραγμάτων να τα ιστορήσουν. Ίσως πάλιν καθώς άλλοτε ο Φιλήμων, οικειοποιηθή και αυτός προ δείξιν του βιβλίου του…».

Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βιβλίο αναφέρεται ο Ξόδιλος και αν αυτό εκδόθηκε, γνωρίζουμε όμως ότι ο Εμμ. Ξάνθος, μόνος αυτός από τους τρείς πρωταγωνιστές για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, ήδη έχει αναλάβει και συγγραφικές πρωτοβουλία. Και τούτο επειδή, πολύ πιθανόν, κατά τη διάρκεια του Αγώνα συνέγραψε κείμενο γνωστό με τον τίτλο: «Έκθεσις ανωνύμου τινός αφορώσα  τας αρχάς και τας αποστολάς της Εταιρείας μέ­χρι της Επαναστάσεως». Το κείμενο αυτό το αναφέρει ο Ξάνθος και στα Απομνημονεύμα­τά του, αλλά είναι γνωστό και από την πε­ρίληψή του που δημοσίευσε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος στα Πολιτικά Παράλληλά του,[36] κάνοντας  λόγο για τις πηγές του, ενώ στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ο Ιωάννης Φιλήμων στον πρόλογο του Δοκιμίου περί της Φιλικής Εταιρείας. «Δεν διέσπειρεν ολιγωτέραν πλάνην Ανώνυμός τις Έκθεσις αφορώσα τας αρχάς  και τας αποστολάς της Εταιρείας μέχρι της εποχής του Α. Υψηλάντη. Την έχομεν υπ’ όψιν χειρόγραφον… Ο ανώvυμος συγγραφευς της, τον οποίον συμπεραίνομεν τον Εμμανουήλ Ξάνθον, περιγράφει με φίλαυτον υπερβολήν τα περί της θέσεως του ως προς την Εταιρείαν».

Και αν για την «Έκθεσιν» είναι δυνατόν να υπάρξουν κάποιες αμφιβολίες αν πρόκειται για πόνημα του Ξάνθου, λόγω ακριβώς της ανωνυμίες του, το «Υπόμνημα» του έτους 1835 είναι ασφαλώς κείμενο του Ξάνθου.[37] Σύμφωνα με σημείωμα επί του χειρογράφου του ομογενούς στο Βουκουρέστι Γρηγορίου Θεο­χάρη «η εξιστόρησις αύτη, από φύλλα είκοσι, εγράφη παρά του αοιδίμου Εμμανουήλ Ξάν­θου, κατά την εις Τελέγκαν χωρίον του θέματος Πράχοβας της Βλαχίας διατριβήν του τω 1835 έτει από Χριστού».[38]

Το κείμενο της ανώνυμης «Εκθέσεως» και εκείνο του «Υπομνήματος» δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές και πάντως δεν φαίνονται να επιζητούν να αντικρούσουν τη συγγραφή κάποιου άλλου προσώπου που ενδεχομένως μείωνε τη συνεισφορά του Ξάνθου για την οργάνωση και δράση της Φιλικής Εταιρείας. Παράλληλα, είναι γεγονός ότι περιέχουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τα προκαταρκτικά του Αγώνα, μολονότι είναι κείμενα σύντομα και περιληπτικά.

Όμως  η κατάσταση αυτή αλλάζει άρδην το 1837, όταν ο Εμμ. Ξάνθος, με νέο κείμε­νό του, σκοπεύει τώρα να ανασκευάσει τις απόψεις άλλου συγγραφέα. Τα γεγονότα έχουν ως εξής. Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου («ο Αναγνωστόπουλος εξεπλήρωσε το καθήκον αυτού βοηθήσας ημίν ο μόvoς από μνήμης») κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο (πρώτος το επισήμανε ο Τάκης Κανδηλώρος το 1926 αλλά παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1931, όταν δημοσιεύτηκε από τον A. Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα Αγών της Δωδεκανήσου), προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων.

Στο «Υπόμνη­μα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του,[39] γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του. Αξίζει εξάλλου να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Ξάνθος θα προβεί και στη δημοσίευση εγγράφων, ενώ και το «Υπόμνημα», όπως  άλλωστε και τα δύο πρώτα κείμενα που συνέταξε, δημοσιεύεται ανώνυμα (ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί τα αρχικά α.ω.).

 

Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου στην πλατεία «Φιλικής Εταιρείας» στο Κολωνάκι. Έτος Κατασκευής: 1930. Καλλιτέχνης: Θωμάς Θωμόπουλος.
Φωτογραφία, από τον ιστότοπο των atenistas. Φωτογράφος: Δήμητρα Θεοδωρίδου.

 

Μολονότι, όπως είπαμε, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών,[40] αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Όπως από την αρχή υπαινιχθήκαμε, κατά την ώρα του απολογισμού της προεπαναστατικής και επαναστατικής δράσης πολλά πάθη και αντιθέσεις ήρθαν στο φώς, πολλοί διεκδίκησαν πολλά, άλλοτε υπερεκτιμώντας και άλλοτε υποεκτιμώντας τις καταστάσεις και τα γεγονότα στα οποία είτε έλαβαν μέρος είτε θεωρούσαν ότι είχαν το «δικαίωμα» να αναφερθούν ως αντικειμενικοί παρατηρητές. Η περίπτωση του Εμμ. Ξάνθου νομίζουμε ότι αναδεικνύει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Αλλά και μία επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη, της 30ns Αύγουστου 1839, από την Ύδρα πλαισιώνει τα πράγματα πολύ καλά.

Γράφει λοιπόν ο Σέκεpnς: «Επληροφορήθην ότι καταγίνεσαι εις την έκδοσιν της ιστορίας μας· τολμώ να σου προ­βάλλω ότι να μην την δώσης εις τύπον προ του να την ιδώ, διά να μην υποπέσης εις λάθη (παροργιζόμενος δικαίως κατά του Αναγνωστοπούλου) εάν δε και δεν θελήσης να κάμης την γνώμην μου, ενθυμήσου ότι το έργον είναι σπουδαίον κτλ., ενθυμήσου τέλος πάντων ότι θέλεις εύρει πολλούς αυστηρούς κριτάς και προ πά­ντων το δημόσιον· μη παραλείψης, καθώς ο αχάριστος Περραιβός, τους όσους συνέδραμον. Δεν ανήκει αυτή η τιμή (εάν ήναι τιμή) εις τους αρχηγούς μόνον, αλλά και εις όλους τους συνεργάτας και συντελέσαντας· μάθε ότι σώζονται και εις χείραν μου απο­μνημονεύματα και διά να γίνη τέλειον το σύγγραμμα κρίνω εύλογον να συνεννοηθώμεν… πολλούς κόπους και δρόμους ξηρών και θαλασσών και πο­ταμών έκαμεςςκάμε ακόμη εν μικρόν και έλα να με εύρηβ…».

Πέραν τούτων όλων όμως ο εντοπισμός του αρχείου του Εμμανουήλ Ξάνθου και η εν συνεχεία η συστηματική έκδοσή του σε τρεις τόμους από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (Αθήνα 1997, 2000, 2002) έρχεται να φωτίσει την πολυποίκιλη δράση της σημαντικής αυτής προσωπικότητας. Παράλληλα, έρχεται να μας υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το αρχείο και τις δυσκολίες που ενδεχομένως είχε και ο ίδιος ο Ξάνθος να συμβουλευθεί τα έγ­γραφά του, καθώς αυτά στους ταραγμένους καιρούς που έζησε και έδρασε είχαν διασκορπιστεί για διάφορους λόγους στη Ζάκυνθο, στην Πάτμο, στη Σάμο, στο Κισνόβι.

Εκτός από τη συγγραφική – απολογητική δράση του Εμμ. Ξάνθου γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς Όθων το 1838 του είχε απονείμει τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις αυτού υπέρ της πατρίδος», ενώ το 1839 διορίστηκε διοικητής στην Ύδρα, θέση από την οποία γρήγορα απομακρύνθηκε. Υπηρέτησε ακόμα για επίσης λίγο διάστημα στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Ο τάφος του Εμμ. Ξάνθου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Φωτογραφία: Τηλέμαχος Ευθυμιάδης.

 

Πέθανε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 1851 όταν αποχωρώντας από τη Βουλή έπεσε από τη σκάλα και τραυματίστηκε θανάσιμα. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού και θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο όπου και σήμερα ο τάφος του, ενώ η προτομή του, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, στήθηκε στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας (Κολωνάκι), στις 21 Δεκεμβρίου 1930, στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με δαπάνη των Δωδεκανησίων της Αιγύπτου και κυρίως του Σκεύου Ζερβού· στην ίδια περιοχή, κατά την ονοματοδοσία των δρόμων της Αθήνας του 1884, πήρε το όνομά του μικρός δρόμος, που διασταυρώνεται με τη σημαντικότερη οδό Παναγ. Αναγνοστοπούλου.

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[2] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[3] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 3-6,209-222.

  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.
  • Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138-139.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 210-223.

[8] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 142-144.

[9] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα σ. 59.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[11] Τ. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 199.

[12] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 63 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 23.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 225 κ.εξ., όπου η έκδοση χειρόγραφου κατάστιχου του Εμμ. Ξάνθου του έτους 1819.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 69, 142,153,158.

[15] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27.

[16] I. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 59.

[17] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 40.

[18] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 21.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 28.

[20] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 139-140.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 182-183.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 30-31.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[24] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 52.

[25] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[26] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 49.

[27] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 190-191.

[28] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 192-193.

[29] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193.

[30] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193-194.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. οβ’.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 195.

[33] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[34] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 197.

[35] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, τ. Α’, σ. οβ’.

[36] Α. Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, σ. 151-157.

[37] Εθνική Βιβλιοθήκη, χ. φ., αρ. 48, φάκ. 1557.

[38] Το «Υπόμνημα» παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1901, όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρμονία από τον Δημήτριο Καμπούρογλου.

[39] Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212.

[40] Εφημερίδα Αιών, αρ. φ. 48-49.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Οι Τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία-Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», π. Ο Ερανιστής, (1964), σ. 138-157.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Εμμανουήλ Ξάνθος ο Φιλικός, Αθήνα 2005.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Χαρ. Χολέβας, Νικόλαος Σκουφάς, ο ιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1971.
  • Αθανάσιος Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, Παρίσι 1833.

 

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

 

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


 

Σε συμμόρφωση με τις οδηγίες περί μη συνάθροισης σε κλειστούς χώρους, η εκδήλωση της Πέμπτης 12 – 03, αναβάλλεται.

Η νέα ημερομηνία διεξαγωγής της εκδήλωσης θα οριστεί  αμέσως όταν το επιτρέψουν οι εξελίξεις, σε συντονισμό με τις σχετικές οδηγίες του Υπουργείου Υγείας και του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας.

 

 

Εκδήλωση: «Η Φιλική Εταιρεία και η Επανάσταση στην Αργολίδα»


 

Με αφορμή το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, «Φιλική Εταιρεία –  Ήταν ώριμη η Επανάσταση;» από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση με θέμα: «Η Φιλική Εταιρεία και η Επανάσταση στην Αργολίδα», την Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020 στις 7.30 το βράδυ, στην αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού, Μέγας Αλέξανδρος, Αγίου Κωνσταντίνου 29, στο Άργος.

 

«Ο όρκος των Φιλικών», πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου (ελαιογραφία σε καμβά, 1952). Το νέο μέλος ορκίζεται μπροστά στον λόγιο, τον στρατιωτικό σε ξένη υπηρεσία, τον κλεφταρματωλό, τον έμπορο και τον ιερέα.

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η πρόσφατη μελέτη του Γιώργου Καραμπελιά, στηριγμένη σε ένα πλήθος πηγών και σε εξαντλητική βιβλιογραφική τεκμηρίωση, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι η Φιλική Εταιρεία παρότι ξεκίνησε από ριζοσπαστικά στοιχεία, θα συμπεριλάβει, προκειμένου να επιτευχθεί το εθνικοαπελευθερωτικό της σχέδιο, το σύνολο των δυνάμεων του έθνους. Με πρωτοβουλία των εμπόρων της διασποράς, ναυτικοί, στρατιωτικοί, προεστοί, κληρικοί, Φαναριώτες και λόγιοι θα ξεσηκώσουν τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, τις μάζες των αγροτών, που ήταν έτοιμες να δεχτούν το μήνυμα της Επανάστασης. Έτσι κατέστη δυνατό να έχουμε τον μεγάλο Ξεσηκωμό που οδήγησε στην εθνική μας απελευθέρωση έστω κι αν το όραμα της Φιλικής για απελευθέρωση ολόκληρου του ελληνισμού έμεινε ανολοκλήρωτο. Η δε συμβολή της Αργολίδας ήταν τεράστια και καθόλου τυχαία αποτέλεσε το σημαντικότερο κέντρο του Αγώνα.

Σήμερα, 200 χρόνια μετά το κατόρθωμα της Φιλικής, οι Έλληνες καλούνται είτε να το ακυρώσουν είτε να το ολοκληρώσουν κατεξοχήν πνευματικά και πολιτισμικά.

Γνωρίζοντας λοιπόν το παρελθόν μπορούμε να απαντήσουμε στις προκλήσεις του σήμερα και η παρούσα εκδήλωση φιλοδοξεί να συμβάλει σε αυτό.

Θα μιλήσουν:

Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας
Τάσος Χατζηαναστασίου, δρ ιστορίας
Κωνσταντίνος Χολέβας, πολιτικός επιστήμονας

Χαιρετίζει ο Γιώργος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Διοργάνωση: Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών | Εναλλακτικές Εκδόσεις.

 

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; – Γιώργος Καραμπελιάς


 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; Το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

 

Το βιβλίο αυτό δεν σκοπεύει να αποτελέσει μια ακόμα αφήγηση των γεγονότων, των σχετικών με τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας, αλλά θέλει να επιμείνει στους παράγοντες που οδήγησαν στη δημιουργία της και τις πολλαπλές συνιστώσες που τη συναποτέλεσαν· να διερευνήσει τις βαθύτερες αιτίες των επιτυχιών της αλλά και το ανολοκλήρωτο της ιδεολογικής της συγκρότησης. Ένα δοκίμιο που, με αφορμή τη Φιλική Εταιρεία, θέλει να είναι ένας ακόμα λόγος περί της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού.

Η μεγάλη αναγεννησιακή προσπάθεια του ελληνισμού μετά το 1700 κατέστησε δυνατή τη συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας και την πυροδότηση της Επανάστασης·  η ελευθερία μας, υπογραμμίζει ο Δημήτρης Βικέλας, κατεκτήθη δια της «σπάθης» και «θυσιών ακαταλογίστων».

Παρότι θα ιδρυθεί από ριζοσπαστικά στοιχεία, πνευματικούς απογόνους του Ρήγα Βελεστινλή, η επιτυχία της Εταιρείας θα στηριχτεί στον συνδυασμό μιας αταλάντευτης επαναστατικής βούλησης με τη συνείδηση πως ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα πρέπει να συμπεριλάβει το σύνολο των δυνάμεων του γένους.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;

 

Το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά αποτελεί και  μια απάντηση στην κυριολεκτική εξαφάνιση, από τη σύγχρονη πανεπιστημιακή και ιστοριογραφική παραγωγή, της επαναστατικής οργάνωσης που οδήγησε στη γένεση του ελληνικού κράτους, της Φιλικής Εταιρείας. Καθόλου τυχαία, σε όλη την ιστορική περίοδο της ύστερης μεταπολίτευσης, δεν θα υπάρξει  ούτε μια διδακτορική μελέτη σε ελληνικό πανεπιστήμιο, και η μοναδική γνωστή διατριβή, εκείνη του Γεωργίου Φράγκου, θα γραφτεί στην Αμερική το 1970!

Και αυτό συμβαίνει εν πολλοίς επειδή η ίδια η συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας αναιρεί εν τοις πράγμασι το σχήμα της έκρηξης της Επανάστασης ως της αποκλειστικής συνέπειας της επέκτασης του δυτικού Διαφωτισμού. Διότι δεν ήταν η διανόηση και οι λόγιοι που θα αναλάβουν να ενοποιήσουν τον ελληνικό κόσμο σε μία μεγάλη επαναστατική απόπειρα, αλλά την αρχική πρωτοβουλία θα πάρουν «οι κατεστραμμένοι εμποροϋπάλληλοι», για τους οποίους μιλούσε ο Καποδίστριας, και στην οποία θα συμμετάσχουν εν τέλει, όλες οι ηγέτιδες δυνάμεις του ελληνικού κόσμου. Οι έμποροι, οι ναυτικοί, οι στρατιωτικοί, οι προεστοί, οι κληρικοί, οι Φαναριώτες και οι οι λόγιοι θα συμμετάσχουν εν τέλει στην Εταιρεία και θα ξεσηκώσουν τις μεγάλες μάζες του λαού – κατ’ εξοχήν την αγροτιά – χωρίς τις οποίες καμιά επαναστατική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει και οι οποίες ήταν έτοιμες να δεχτούν το μήνυμα της Επανάστασης.

Σήμερα δε, στα πλαίσια της γενικευμένης απογοήτευσης που κατατρύχει τους Έλληνες, αρκετοί αμφισβητούν την επιλογή της επαναστατικής οδού  και υποστηρίζουν πως υπήρξε αρνητική για τον ελληνισμό.  Όμως η ακύρωσή της θα είχε, άραγε, τις ευεργετικές συνέπειες που προεξοφλούνται ή, αντίθετα, θα  είχε αρνητικές επιπτώσεις, με άδηλες συνέπειες για το μέλλον; Πάντως, ο  βαθύτατος διχασμός ως προς την ακολουθητέα στρατηγική θα αφήσει ανολοκλήρωτο το όραμα της Φιλικής να απελευθερώσει το σύνολο του ελληνισμού.

Στο Παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά τους γενικούς στόχους της επανάστασης, το «Μέγα Σχέδιον» την οργάνωση εξέγερσης στο ελλείπον κέντρο, την Κωνσταντινούπολη, το δε «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» αφορά τον σχεδιασμό στα Βαλκάνια, οι δε διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της Εταιρείας. Πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα φωτίζουν την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωση της Εταιρείας.

Διακόσια χρόνια μετά το κατόρθωμα της Φιλικής, οι Έλληνες καλούνται είτε να το ακυρώσουν, μέσα από μια μοιραία υποστροφή, είτε να το ολοκληρώσουν, κατ’ εξοχήν πνευματικά, ιδεολογικά, πολιτισμικά.

Στο ανά χείρας δοκίμιο, σημειώνει ο συγγραφέας,  δεν επιμένω στις λεπτομέρειες της συγκρότησης της Εταιρείας των Φίλων, αλλά επιχειρώ να διερευνήσω πριν από όλα την ωριμότητα και την επικαιρότητα του επαναστατικού διαβήματος του ’21, τέτοιο που το σχεδίασε και το πυροδότησε η επαναστατική οργάνωση. Γι’ αυτό και το έργο αναπτύσσεται σε τρία μέρη:

Αρχικώς, παρουσιάζεται διαγραμματικά η διαδρομή του σκλαβωμένου γένους και οι επαναστατικές απόπειρες που κατέληξαν στην Εταιρεία και την Επανάσταση, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά έως τον Ρήγα Βελστινλή και από τον Διονύσιο φιλόσοφο έως το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο.

Το δεύτερο μέρος αφορά στην οργάνωση της Εταιρείας, τον αρχικό πυρήνα της, τα μέλη της και την κοινωνική και γεωγραφική τους προέλευση. Αναπτύσσεται ιδιαίτερα το ζήτημα των διαφορετικών τάσεων και συνιστωσών της επαναστατικής οργάνωσης, έκφραση και αντανάκλαση της κοινωνικής και χωροταξικής συγκρότησης του υπόδουλου Ελληνισμού. Από τον Κωνσταντίνο Ράδο, που έριξε πρώτος την ιδέα της συγκρότησης της εταιρείας, μέχρι την ελλείπουσα ηγεσία της, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος αφορά στο κεντρικό ζητούμενο της πραγμάτευσής μας, την ίδια τη βασιμότητα του επαναστατικού διαβήματος.  Οι Έλληνες έπρεπε να προβούν στην κήρυξη της Επανάστασης ή, αντίθετα, θα έπρεπε να περιμένουν την ωρίμανση των συνθηκών, όπως συμβούλευε ο «σοφός Κοραής» και οι περισσότερες κεφαλές του γένους;

Στο Παράρτημα του τόμου παρατίθενται ορισμένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού της Εταιρείας, καθώς  και κάποιες από τις διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη που φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της, ενώ έχουν διαμορφωθεί και ορισμένοι πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα για την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωσή της.

Αρχικώς παρατίθενται τα τρία βασικά κείμενα του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά στους στόχους και τον προγραμματισμό του συνολικού εγχειρήματος· το «Μέγα Σχέδιον» ή «Σχέδιον Μερικόν» διερευνά τη δυνατότητα και προτείνει τα μέσα για την οργάνωση ενός κινήματος στο ελλείπον κέντρο του ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη· τέλος, το «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» (υπογεγραμμένο από τον Σάββα Καμινάρη Φωκιανό) αφορά τον σχεδιασμό των επαναστατικών κινήσεων στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Σερβία. Και παρότι αυτό, όπως και το Μέγα Σχέδιον, δεν ετέθη σε εφαρμογή και ο ίδιος ο συντάκτης του αποσκίρτησε τελικώς στους Τούρκους, αποτυπώνει αδρά τη βαλκανική διάσταση του εγχειρήματος της Εταιρείας.

Ακολούθως, αναπαράγονται δύο από τις διακηρύξεις- επιστολές του Αλεξάνδρου Υψηλάντη: η πρώτη, προς τους προκρίτους και τους καπετάνιους των ναυτικών νησιών, κατ’ εξοχήν εκείνους της Ύδρας, πραγματεύεται διά μακρών την αντιπαλότητα των Ελλήνων με τους Εγγλέζους και αποτελεί το μοναδικό ανάλογο κείμενο της Επανάστασης, καταδεικνύοντας την εξαιρετική οξυδέρκεια  και το πολιτικό αισθητήριο της επαναστατικής ηγεσίας· η δεύτερη, επιστολή προς τους προκρίτους και τα μέλη της Εταιρείας στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου, με κομιστή τον Δημήτριο Θέμελη, καλεί τους Έλληνες να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις και να εγκαταλείψουν την  «μα­ταί­α(ν) ἐ­κεί­νη(ν) πρό­λη­ψι(ν), ὅτι πο­τὲ μό­νοι μας δὲν ἐμ­πο­ροῦ­μεν νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶμεν, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ προ­σμέ­νω­μεν ἀ­πὸ ξέ­νους τὴν σω­τη­ρί­αν μας».

Το παράρτημα κλείνει με το γνωστότερο κείμενο, την επαναστατική προκήρυξη «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, με την οποία εγκαινιάστηκε η Επανάσταση από το επαναστατικό στρατόπεδο του Ιασίου και η οποία είχε συνταχθεί από τον Γεώργιο Κοζάκη – Τυπάλδο.

*Στο εξώφυλλο «Ο όρκος των Φιλικών», πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου (ελαιογραφία σε καμβά, 1952). Το νέο μέλος ορκίζεται μπροστά στον λόγιο, τον στρατιωτικό σε ξένη υπηρεσία, τον κλεφταρματωλό, τον έμπορο και τον ιερέα.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; 

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Εναλλακτικές Εκδόσεις 2019

Σελ. 336

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Οι πόλεις των Φιλικών», Σάββατο 23 Φεβρουαρίου στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος, Άργος


 

Με την παρούσα έκδοση το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία παρουσιάζει στο ευρύ κοινό τα πρακτικά της ημερίδας που συνδιοργάνωσε με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Ιανουάριο του 2015, με θέμα «Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου», με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Η Φιλική Εταιρεία, στο ευρύτερο πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης, συνιστά ένα ιστορικό παράδειγμα πολλαπλών προσλήψεων. Ο μυστικός χαρακτήρας της δομής και της οργάνωσής της είναι αναμενόμενο να περιορίζει τις μαρτυρίες που έχουν φτάσει στα χέρια μας. Αν και απομνημονεύματα, ημερολόγια, αρχεία των πρωταγωνιστών, ιδιωτικά αρχεία, ιστορικά μελετήματα, εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για το θέμα, πολύ συχνά προσωπικές αντιπαραθέσεις αλλά και αντιζηλίες κοινωνικές και πολιτικές μεταξύ των πρωταγωνιστών της οργάνωσης οδηγούν σε ερμηνείες και παρερμηνείες.

Μέσα από τις εισηγήσεις των πανεπιστημιακών και άλλων διακεκριμένων επιστημόνων επιδιώκεται η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας και της σημασίας του κινήματος της Φιλικής Εταιρείας ως προαγγέλου της Επανάστασης, αλλά και η επαναπροσέγγιση της ιστορίας των κοινωνικών ομάδων που στήριξαν την Εταιρεία, μέσα και έξω από τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έμφαση δίνεται στα αστικά περιβάλλοντα που φιλοξένησαν τη δράση της Εταιρείας, τα οποία ήταν και περισσότερο ευαίσθητα απέναντι στις γενικότερες ευρωπαϊκές ανακατατάξεις και τις αναζητήσεις της εποχής…

 

Οι πόλεις των Φιλικών

 

Η έκδοση περιλαμβάνει τις ανακοινώσεις των:

Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Ευρυδίκης Σιφναίου, Μαρίας Ευθυμίου, Δημητρίου Μ. Κοντογεώργη, Μαρίας Παπαθανασίου, Παναγιώτη Μιχαηλάρη, Δημήτρη Δημητρόπουλο, Διονύσης Τζάκη, Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, Νάσιας Γιακωβάκη.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν: η Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και Επιστημονική Επιμελήτρια του τόμου, η Μαρία Ευθυμίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του οικείου τμήματος και ο Νικόλαος Μπουμπάρης, Φιλόλογος-Ιστορικός.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 18:30 στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος, στο Άργος.

Διοργάνωση: Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών, Νεανική Βιβλιοθήκη Μπόνη, Βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου»,  Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας.

 

Read Full Post »

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του


 

Ένας από τούς σημαντικότερους και πιο δραστήριους Φι­λικούς, αλλά και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, υπήρξε ο Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αρχοντικής οικογένειας και με ξεχωριστή παιδεία, γεννημένος το 1790-1794. Σύμφωνα με έγγραφα, αγγλικά και ρωσικά, του 1816-1817, αλλά και προσωπική του κατάθεση στις αγγλικές Αρχές της Επτανήσου, πριν φύγει για την Οδησσό (1816), έρχεται στην Αθήνα, όπου και γίνεται μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, υπηρετεί στην επτανησιακή εθνοφρουρά, και γνωρίζοντας καλά γαλλικά και ιταλικά, υπηρετεί για ενάμιση περίπου χρόνο, ως γραμματικός του Αλή Πασά. [1]

Ο Ν. Γαλάτης φθάνει στην Οδησσό στα 1816 κι αμέσως έρχεται σε επικοινωνία με τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας. «Κατ’ ε­κείνην δε την εποχήν (δηλ. 1816) -λέει ο Εμμα­νουήλ Ξάνθος- ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικό­λαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήταν συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια, και ότι διά υποθέσεις σημαντικάς, είχε σκοπόν να απέλθη εις Πετρούπολιν προς αντάμωσίν του. Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς και μαθών την Αρχήν, υπεσχέθη μεγάλα πράγματα· ο Σκουφάς λοιπόν τον εφοδίασε με έξοδα και συστατικά εις τους εν Μόσχα Τοακάλωφ, Κομιζόπουλον και άλλους φίλους, οίτινες τον υπεδέχθησαν με πολλήν περιποίησιν και τον εσύστησαν εις τον Πρίγκηπα Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον τον Φυραρήν και τον οποίον κατήχησεν εις την Εταιρίαν, της οποίας εδέχθη με μεγάλον ενθουσιασμόν το μυ­στήριον. Έφθασεν εκεί, αλλά με την κακήν και άφρονα διαγωγήν του ηνάγκασε την Διοίκησιν να τον αποπέμψη εκτός των συνόρων, και ούτος απήλθεν εις Μολδαυΐαν, όπου ευρισκόμενος κατεχράτο του μυστηρίου της Εταιρίας προς όφελος και ευχαρίστησιν των παθών του» [2].

Φιλική Εταιρεία

Ο Φιλικός Γεώργιος Λεβέντης, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ν. Γαλάτη, κατά την παραμονή του στη Μολδαβία, τον κατηγορεί για τυχοδιωκτισμό, γράφοντας στα απομνημονεύματά του:

«Του πολυθρύλητου Γαλάτου ο βίος είναι λίαν περίεργος και τυχοδιωκτικός. Πρώτον μετέβη αυτός εις Οδησσόν περί τα τέλη του 1816, φορών άγγλου στρατιώτου στολήν· διά της σπανιάς ευφυΐας του και της περί το λέγειν δεινότητας εφείλκυσε πολλούς προς εαυτόν και ταχέως εγένετο φίλος των εκεί μελών της αρχής, Νικολάου Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθου και Αθανασίου Ταακάλωφ. Οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, πιστεύσαντες εις τους λήρους του Γαλάτου, ανεκοίνωσαν αυτώ το μέγα μυστήριον και συμπερέλαβον αυτόν ως μέλος της αρχής, ελπίζοντες ότι θα συνετέλει εις του μεγάλου επιχειρήματος την αισίαν έκβασιν. Εν Πετρουπόλει εξετραχηλίσθη εις τοσαύτα πλημμελήματα, ώστε η ρωσική κυβέρνησις, ει και ανακαλύψασα τα κατά την εταιρίαν εκ των συλληφθέντων εγγράφων του, ηρκέσθη μόνον ίνα αποπέμψη αυτόν εκ Ρωσίας, τον συνέστησε δε πάνυ γενναίως και φιλανθρώπως προς την εν Μολδαβία αρχήν, υπολαβούσα τας περί εταιρίας ιδέας του ως κενά πλάσματα νεανικής φαντασίας. Καθ’ υπερβολήν άσωτος ων, συνεχώς περιέπιπτεν εις αξιοποίνους και επίφοβους παρε­κτροπής, ο δε φιλογενής Λεβέντης αξίωσε εφιλοτιμήθη και εσπούδασεν ίνα προλάβη ή επανορθώ­ση τας αδικοπραγίας και την απληστίαν του, δαπανήσας εν άλω πλείονας των 40.000 ολλ. φλωρίων χάριν της Φιλικής Εταιρίας, ης τα συμφέροντα εξετίθει και εζημίου ο Γαλάτης» .[3]

Ο Ν. Γαλάτης κατά τη μετάβασή του στην Πετρούπολη, στα 1817, είτε με εντολή της Αρχής ή από δική του πρωτοβουλία, θα συναντήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και θα του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα που ο Καποδίστριας θα αρνηθεί. Αφηγείται για τη συνάντηση αυτή ο Καποδίστριας.

«Ο Γαλάτης ήλθε λοιπόν εις Πετρούπολιν και παρουσιάσθη εις εμέ. Έφερε την στολήν της Ιονίου Εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισίς του, οι τρόποι του και οι πρώτοι του λόγοι μοι έ­καμαν κατ’ αρχάς να νομίσω ότι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιώκτης. Εν τούτοις αι εξηγήσεις ας εφαίνετο επειγόμενος να μοι δώση με ήγαγον να μεταβάλω γνώμην. Τον άφησα να ομιλήση και τότε ενόησα ότι επρόκειτο περί πράγματος σοβαρωτέρου. Πράγματι ο Γαλάτης ήτο απεσταλμένος μυστικής εταιρείας αποτελουμένης αποκλειστικώς εξ Ελλήνων οι οποίοι εσχεδίαζον να ελευθερώσουν διά γενικής εξεγέρσεως την πατρίδα των εκ του τουρκικού ζυγού. Ο Γαλάτης ήρχετο να μοι προτείνη να γίνω αρχηγός της εταιρείας ταύτης και να διευθύνω συνεπώς τας ενεργείας της. Μοι προέτεινε να μοι αναγνώση τας οδηγίας και πάντα τα έγγραφα ων ή­το κομιστής». [4]

Ο Γαλάτης, που τον παρακολουθούσε η ρωσική Αστυνομία, θα συλληφθεί τότε και θα υποχρεωθεί να καταφύγει στη Μολδαβία. «Η ανάκρισις και τα έγγραφα, άτινα εκόμιζεν ο Γαλάτης, απεκάλυπταν τα σχέδια της μυστικής εταιρείας», γράφει ο Καποδίστριας. [5] Το γεγονός φανερώνει τουλάχιστον επιπολαιότητα από μέρους του Γαλάτη, που φαίνεται πως ενεργούσε χωρίς τις απαραίτητες προφυλάξεις και με κάποιον επικίνδυνο παρορμητισμό.

«Ο Γαλάτης, γενόμενος Εταίρος, – λέει ο Ιωάννης Φιλήμων – έδειξεν απαραδειγμάτιστον ενθουσια­σμόν, τον οποίον υπεστήριζε το παρρησιαστικόν και τολμηρόν πνεύμα του. Υπέσχετο ως κατορθωτό όχι μόνον τα δύσκολα, αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα». [6]

Αυτή η αυτοπεποίθηση και ο ενθουσιασμός θα τον οδηγήσουν σε απερισκεψίες και ακρότητες, τις οποίες επισημαίνει και ο Φιλήμων, γράφοντας:

«Τα πάθη εκείνα, όσα γεννώνται από την μεταξύ των δυνάμεων και των επιθυμιών ανισότητα, σύρουσι τον άνθρωπον εις τας μεγαλιτέρας παραδρομάς και ατοπίας. Τοιούτος δείκνυται ο Γαλάτης εις την εποχήν αυτήν (δηλαδή κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη). Επιρρεπής και εις το καλόν και εις τον κακόν επίσης, κενόδοξος και αχαλίνωτος από το ορμητικόν του πνεύμα, δεν αφήκε τίποτε, απ’ όσα εδύναντο να ριψοκινδυνεύσωσι βεβαίως την υπόληψιν και ύπαρξιν της αρτιπαγούς Εταιρίας! Εκτίνει, όπου υπάγει, τους προσηλύτους· κατηχεί τον γηραιόν ηγεμόνα Α. Μαυροκορδάτον (τον Φυραρήν) και πολλούς μεγαλεμπόρους, και εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν εις όλους». [7]

Εκτός από τον Α. Μαυροκορδάτο, κατά τον Τ. Κανδηλώρο, ο Γαλάτης θα κατηχήσει στη Μόσχα τον Νικόλαο Πατσιμάδη, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και τον Μάνθο Ριζάρη. «Και οι τέσσερες ούτοι, εκ των επιφανεστέρων εν Μόσχα Ελλήνων, υπήρξαν και εκ των δραστηριωτέρων μελών της Φιλικής Εταιρίας, επομένως οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος αυτός διέσπασεν εν Μό­σχα τους πάγους του Βορρά, κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα», λέει ο Τ. Κανδηλώρος. Για να ολοκληρώσει: «Δεν είχεν όμως ο Γαλάτης μόνον δυστυχώς δραστηριότητα. Είχε και ικανήν πονηριάν μετέχων των αρετών και των κακιών του παλαιού Αλκιβιάδου». [8]

Η αναγκαστική φυγή του από την Πετρούπολη και η εγκατάστασή του στη Μολδαβία θα ταυτισθούν με τις υποψίες που άρχισαν να έχουν κορυφαία μέλη της Φιλικής για πιθανότητα να προδώσει μυστικά της Αρχής, από απερισκεψία ή φιλοχρηματία. Ο ίδιος πάντως συνεχίζει τις κατηχήσεις, χωρίς όμως να παίρνει και τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Απίθανος πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός του Αμβροσίου Φραντζή ότι ο Γαλάτης, τον οποίον χαρακτηρίζει «ασήμαντον νέον και άσωτον υπέρ το δέον», αλλά που είχε «μεγάλην εμπειρίαν και επιτηδειότητα», κατά τη σύντομη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, στα 1818, «διά να δίδη φό­βον εις τούς εφόρους υπήγαινε συχνάκις εις τον Χαλέτ εφέντην (πρόεδρον όντα του οθωμανικού υπουργικού συμβουλίου)». [9]

Η απώλεια κάποιων εγγράφων, η αθρόα εγγραφή μελών στη Μολδαβία, παρά την εντολή της Αρχής να είναι περιορισμένη και ιδιαίτερα μυστική, και που μερικοί πίστευαν ότι γινόταν για την είσπραξη συνδρομών, οι συχνά απερίσκεπτες κινήσεις του και εξομολογήσεις του ανησύχησαν τούς κορυφαίους της Φιλικής, ότι πιθανόν ο Γαλάτης, με την όλη συμπεριφορά του, μπορούσε να προξενήσει ολέθρια αποτελέσματα στους στόχους της Φιλικής Εταιρείας. Ο Θ. Νέγρης, με γράμμα του από το Ιά­σιο (12 Απριλίου 1819), προς την Αρχή, επισημαίνει τη γενικότερα επιζήμια αποστολή «του μισογενούς τέραιος», καθώς αποκαλεί τον Γαλάτη, κατά τη δίχρονη παραμονή του εκεί. [10]

 

Η εκτέλεση

 

Ο θάνατος του Σκουφά, στα 1818, επιταχύνει τις εξελίξεις για την τύχη του Γαλάτη. Έτσι, στα μέσα του 1819, αποφασίζεται η εκτέλεσή του, με τη συγκατάθεση του Τσακάλωφ, του Ξάνθου, του Π. Αναγνωστόπουλου και πιθανώς και του Π. Σέκερη. Ο Γαλάτης παγιδεύεται από τον Τσακάλωφ, με την πρόταση ότι οι ανάγκες της Εταιρείας, ύστερα από έγγραφα οπλαρχηγών του Μοριά, επιβάλλουν τη μετάβαση του ίδιου και ορισμένων άλλων, ανάμεσά τους και ο Γαλάτης, στη Μάνη. Ήθελαν να τον δολοφονήσουν στην Ελλάδα και όχι στη Μολδαβία ή στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή στους κόλπους της Εταιρείας. Τη συνέχεια της δραματικής πορείας προς το θάνατο, μας περιγράφει ο Ξάνθος:

«Εν ω δε ο Ξάνθος ήτο εις το Πήλιον όρος, είχε επιστρέψει ο Πεντεδέκας από την Βλαχίαν μετά του ρηθέντος Γαλάτη· τούτον οι εκεί (δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη) Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος και Σέκερης υπεδέχθησαν φιλικώς και επεριποιούντο με καλόν τρόπον, αλλ’ αυτός κακοήθης ων, ωφελείτο από την περίστασιν των τρεχόντων πραγμάτων, διά να ενοχλή όσους εγνώρισεν αδελφούς της Εταιρίας, βιάζων αυτούς να του δίδωσι χρήματα επί τη απειλή προδοσίας. Εκείνοι δε φοβούμενοι, και δικαίως, τω έδιδον μεν, αλλ’ εταράττοντο διά την τοιαύτην φρικτήν κακοήθειαν και πολλά παράπονα κατ’ αυτού εγίνοντο, ώστε ο Τσακάλωφ και ο Δημητρακόπουλος (ο επιστρέψας εκ της Μάνης με γράμματα του ηγεμόνος Πέτρου Μαυρομιχάλη προς την Αρχήν) τον κατέπεισαν να επιβιβασθή με αυτούς διά την Μάνην, ως και έγινε. Φθάσαντες δε εις Ύδραν και εκείδεν μεταβαίνοντες διά τας Σπέτσας και μη υποφέροντες αφ’ ενός την κακίαν και διαφθοράν του, προβλέποντες δε αφ’ εφενός οι εταιρισταί, και το τόσον μεγά δυσκατόρθωτον έργον προχωρήσαν επί τοσούτον κατ’ ευχήν, δυνάμενον ευκόλως να ματαιωθή, μη φυλαττωμένης της απαιτουμένης εχεμυθίας, δύο κακών προκειμένων, απεφάσισαν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, να θυσιάσωσιν ένα, και τω όντι τον εφόνευσαν εις την Ερμιόνην (Καστρί), όπου προς επίσκεψιν τινών ερειπίων είχαν υπάγει- αυτοί δε κατέφυγον εις την Μάνην». [11]

Ο Ξάνθος προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη για την εκτέλεση του Γαλάτη και λέει ότι ο φόνος αποφασίστηκε στην Ερμιόνη, ενώ είναι, από διάφορες πηγές, γνωστό πως η εκτέλεση είχε προαποφασισθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, αναφερόμενος στην εκτέλεση του Γαλάτη, το Νοέμβριο του 1819, γράφει.

«Αυτός (ο Τσακάλωφ) και ο Γαλάτης βηματίζονται εις παραλληλόγραμμον. Έφθασαν εις εν κοίλωμα, όπου ο Δημητρακόπουλος ειδοποιεί τον πρώτον, ότι είναι η ώρα. Ο Τσακάλωφ εντεύθεν δεν προοδεύει, υποκρινόμενος ότι παρατηρεί τι. Ο Δημητρακόπουλος λαμβάνει την θέσιν του και πυροβολεί τον Γαλάτην. Αυτός και πληγωμένος αποσύρει το ξίφος, και ορμά κατά μέτωπον προς τον φονέα του, όστις τον πυροβολεί εκ δευτέρου εις το στήθος και τον θανατώνει. [12]

Ο Γαλάτης έζησεν ως 1/4 της ώρας. Κατά τας τε­λευταίας ταύτας στιγμάς του εφώναξε δακρυρροών:«Αχ! Μ’ εφάγατε! Τι σας έκαμα;». Ο Δημητρακόπουλος συντρίβεται και περιχέεται από δάκρυα. Πλησιάσας δε τον ψυχορραγούντα, λέγει· «Ω, δυστυχή άνθρωπε. Τα δάκρυά μου είναι μάρτυς της καρδίας μου, ότι σ’ ελυπούμην· αλλά πώς άλλως ήτο δυνατόν να γλυτώσωμεν από την ανοικονόμητον κακίαν σου;».

Ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος, χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «επικίνδυνο», υπογραμμίζει «την ξεδιάντροπη επιδειξιομανία του», αλλά δεν δικαιολογεί το φόνο του. Σημειώνει, αναφερόμενος στο θάνατό του:

«Καθώς αγωνιζόταν ν’ αγκαλιάσει το δέντρο, το μοναδικό μάρτυρα που θα μαρτυρήσει μετά το θά­νατό του την αθωότητά του, την πίστη του και το ζήλο του για την πατρίδα, ένα τρομπόνι ρίχτηκε στην πλάτη του από ένα φίλο. Είναι αυτό το ίδιο δέντρο που, με τα πυκνά και σκοτεινά κλαριά του, σκεπάζει τώρα τη στάχτη του και που στον αυλακωμένο από τον κεραυνό κορμό του αρκετοί από τους συμπολίτες του πρότειναν, αντί επιταφίου, να χαραχτούν τα τελευταία λόγια που πρόφερε παραδίνοντας το πνεύμα: Τι σας έκαμα;» [13]

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

 

Ο Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon) αποδίδει ευθύνες για τη δολοφονία και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που έγινε Φιλικός στις αρχές του 1820 και αργότερα Γενικός Επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας, λέγοντας:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο φόνος αυτός οργανώθηκε από τους κυριότερους Φιλικούς, και δεν έλειψαν εκείνοι που τον απέδωσαν στον Υψηλάντη, επειδή, σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, έβλεπε στο πρόσωπο του Γαλάτη έναν αντίζηλο που του αμφισβητούσε το προβάδισμα, και με τον οποίο είχε κιόλας μαλλώσει σχετικά με τη διάθεση των αποθεμάτων της Εταιρείας». [14]

Την κατηγορία ότι ο Αλ. Υψηλάντης γνώριζε για τις δολοφονίες Φιλικών, όπως αυτή του Γαλάτη, αλλά και του Καμαρινού και του Ιπατρου, υποστηρίζει και ο Φίνλεϊ, διευκρινίζοντας πως «οι μυστικές εταιρείες υποθάλπουν συνήθως και καλλιεργούν εσωτερικές ραδιουργίες». [15]

Ο Ν. Γαλάτης, τον οποίο ο Σπυρίδων Τρικούπης χαρακτηρίζει «νέον πνευματώδη, αλλ’ άσωτον και κομπαστήν» [16], πλήρωσε με τη ζωή του τον παρορμητισμό, την απερισκεψία του και τη φιλοχρηματία του, που επισημαίνουν συνεργάτες του και ιστορικοί. Σε μια εποχή τόσο ταραγμένη, γίνονται και υπερβολές και οι αιτίες που οδηγούν σε χαρακτηρισμούς, όπως αυτή του Γαλάτη ως «προδότη», συνδέουν τη διαύγεια, με το ημίφως και τη σκιά. Η δολοφονία έγινε, όπως έχει τονισθεί, για να μην διακινδυνεύσουν πρόσωπα, αλλά και η ίδια η πορεία προς την εξέγερση. Είναι εκείνο που χαρακτηριστικά σημείωσε ο Ξάνθος: «Αποφάσισαν (δηλ. βασικά στελέχη της Φιλικής) υπέρ της σωτηρίας των πολλών να θυσιάσωσιν ένα». [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Προεταιριστικές δραστηριότητες του Φιλικού Νικολάου Γαλάτη», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, Ε (1974-1975), σ. 366-370.

[2] Εμμανουήλ Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας», έκδοσις δευτέρα, Αθήνα 1939, σ. 32-33.

[3] Τάσος Βουρνάς, «Φιλική Εταιρία», Αθήνα (1982), σ. 269-270.

[4] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, εισαγωγή-μετάφρασις- σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρι, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι 1968, σ. 82- 83.

[5] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ. 86.

[6] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, εν Μανωλία 1834, σ. 182.

[7] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 183.

[8] Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλικής Εταιρία, 1814-1821, εν Αθήναις 1926, σ. 127.

[9] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος πρώτος, εν Αθήναις 1839, σ.78.

[10] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Α’, Αθήναι 1859, σ. 141.

[11] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 37-38.

[12] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 229-230.

[13] Απομνημονεύματα του Πρίγκηπος Νικολάου Υψηλάντη, μετάφραση-προλεγόμενα και σχόλια Ελευθέριος Μωραιτίνης- Πατριαρχέας, Αθήνα 1986, σ. 119-121.

[14] Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Βιβλίο Α’, τόμος 1, μετάφραση Φρίξος Βράχας, Αθήνα χ.χ., σ. 16.

[15] Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, μετάφραση Αλίκη Γεωργούλη, θεώρηση Ελένης Γαρίδη, επιμέλεια-συμπληρώσεις – σχολιασμός Τάσος Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 165.

[16] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις εκατονταετηρίδος μετά προλόγου Κωστή Παλαμά, τόμος Α’, Αθήναι 1926, σ, 16.

[17] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38. Για το Ν. Γαλάτη, βλ. και, Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία, Αθήναι 1964, σ. 36-37.

 

Δημήτρης Σταμέλος

Ιστορικός – Λογοτέχνης

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης», τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.


 

 

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς

Νικόλαος Σκουφάς

Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]

Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.

Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:

 

«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]

 

Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.

Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]

Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]

Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.

Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.

Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]

Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;

Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]

 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.

Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]

Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]

Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]

Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]

Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]

Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]

Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.

Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.

Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.

Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:

α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών

β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.

Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]

Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]

Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.

  

Υποσημειώσεις 


 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.

[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).

[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.

[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.

[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.

[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.

[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.

[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.

[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.

[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.

[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.

[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.

[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.

[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.

[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.

[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97

[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.

[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72

[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.

[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.

[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16

[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.

[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.

[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.

[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.

[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.

[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.

[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.

[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.

[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.

[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130

[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

 

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη

 

  

Η Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν για μια παμβαλκανική επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού και γι’ αυτό ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1821. Στις προεπαναστατικές ενέργειες της ηγεσίας της εταιρείας ήταν η προετοιμασία και της κυρίως  Ελλάδας, όπου είχαν αποσταλεί πολλοί Φιλικοί.

Η σημασία της Μάνης για την Επανάσταση είχε επισημανθεί πολύ έγκαιρα και όχι βεβαίως τυχαία. Το μαχητικό πνεύμα των κατοίκων, το υψηλό πολεμικό τους φρόνημα, η αυτονομία της περιοχής και η απουσία τουρκικής εξουσίας ήταν ευνοϊκοί παράγοντες για την επιτυχία της πολεμικής εξέγερσης. Στις παραμονές του Αγώνα υπήρχαν εκεί ένοπλα σώματα υπό την ηγεσία έμπειρων αρχηγών και αρκετοί Φιλικοί είχαν μεταβεί για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος προεπαναστατικά βρισκόταν στη Ζάκυνθο, μνημονεύει στα απομνημονεύματά του ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφθασε στην Καρδαμύλη «εις του πατρικού φίλου Παναγιώτη Μούρτζινου» και μέχρι το Μάρτιο φρόντιζε για την εσωτερική ηρεμία λόγω των αντιζηλιών που υπήρχαν μεταξύ των τοπικών, ισχυρών και πολυάριθμων οικογενειών.  [1] Η συνένωση αυτή και η ομόνοια μεταξύ των αρχηγών ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του Αγώνα.

Εν τω μεταξύ η αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία οδήγησε στην Εθνική Ελληνική Επανάσταση που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου και πριν ακόμη οριστεί η ημέρα της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων, παρατηρείται επαναστατικός αναβρασμός που όλο και δυνάμωνε, παρά τα μέτρα εκφοβισμού των Τούρκων με τις συλλήψεις ομήρων και την κράτηση των αρχιερέων και προκρίτων στην Τρίπολη μετά τη γνωστή παραπλανητική πρόσκληση.  [2]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Στη Μάνη υπήρχε διχογνωμία ως προς τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Στην Ανατολική Μάνη από τις αρχές Μαρτίου επικρατούσε απροκάλυπτη πολεμική κινητοποίηση με τη στρατολόγηση ανδρών και την προμήθεια πολεμοφοδίων. Στη Δυτική Μάνη, που τελούσε υπό την άμεση επιρροή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικρατούσε μια φαινομενική τάξη λόγω των δισταγμών του τελευταίου, ο οποίος ανησυχούσε πως οποιαδήποτε πρόωρη και ασυντόνιστη κίνηση των ντόπιων θα προξενούσε στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και ακύρωση της όλης προσπάθειας. Τους φόβους του αυτούς εξέφρασε και εγγράφως στις 11 Μαρτίου προς τους Πιέρρο-Μαγγιόρο και Γεωργάκη Γρηγοράκηδες, γιους του παλιού μπέη της Μάνης.  [3]

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773-1848) ήταν ο τοπικός ηγεμόνας από το 1815 όταν ανέλαβε από το σουλτάνο το αξίωμα του μπέη της Μάνης (εξ ου και Πετρόμπεης), τίτλο που μέχρι τότε κατείχε ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης, ο οποίος είχε καθαιρεθεί. Χάρη στο αξίωμα αυτό και στις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ο Πετρόμπεης κατάφερε να επιβληθεί στην περιοχή τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους και να αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Κυριάκο Καμαρινό και αργότερα μύησε και ο ίδιος τους κυριότερους αρχηγούς της Μάνης. Υπήρξε συνετός και έμπειρος αρχηγός, ένθερμος πατριώτης, διορατικός και δεν ενθουσιαζόταν εύκολα.

Οι διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα για επέμβαση της Ρωσίας στην επικείμενη ελληνική ένοπλη εξέγερση με την κήρυξη ρωσοτουρκικού πολέμου και την αποστολή ένοπλης δύναμης στην Ελλάδα και για την ύπαρξη πληθώρας οικονομικών μέσων δεν έπειθαν το διστακτικό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του από τον Καποδίστρια και την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Πίστευε ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη και ασυντόνιστη κίνηση θα έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο την όλη προετοιμασία.

Οι τουρκικές αρχές ήδη υποψιάζονταν τον Πετρόμπεη εξαιτίας της απειθαρχίας του να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα και σχεδία­ζαν την αντικατάστασή του από τη θέση του μπέη. Ο τελευταίος ξεγέλασε τις ανησυχίες του εχθρού με την αποστολή του γιου του Αναστάση στην Τρίπολη στη σχετική πρόσκληση των Τούρκων.

Στα μέσα Μαρτίου στο λιμάνι του Αρμυρού κατέ­πλευσε το πλοίο με τα πολεμοφόδια που είχαν στείλει οι Φιλικοί της Σμύρνης. Ο πολυμήχανος Παπαφλέσσας σκέφτηκε να κάνει συμμέτοχο το δι­στακτικό Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του ζήτησε να εκδώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου. Έτσι, σε περίπτωση αποκάλυψης του πραγματικού πε­ριεχομένου του, ο Πετρόμπεης θα βρισκόταν εκτε­θειμένος στους Τούρκους ως συνεργός των επαναστατών.

Πράγματι, όταν η μεταφορά του φορτίου α­πό ένοπλους χωρικούς έγινε γνωστή στον Σουλεϊμάν αγά Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, οι πρόκριτοι προφασίστηκαν ότι μετέφεραν λάδι και ότι αναγκάζονταν να είναι ένοπλοι για τον κίν­δυνο των ληστών. Ο Αρναούτογλου τότε ανήσυχος ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος έ­στειλε στις 20 Μαρτίου στην Καλαμάτα το γιο του Ηλία  [4] επικεφαλής σώματος 150 Μανιατών για να προστατέψει την πόλη.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που είχαν συνέλθει στη Λαύρα, πρότειναν στον Πετρόμπεη «την προκαταρκτικήν κίνησιν των Λακωνικών όπλων», επι­σημαίνοντας τα πλεονεκτήματα της περιοχής λόγω του ιδιότυπου πολιτικού καθεστώτος και της πολε­μικής εμπειρίας των κατοίκων.

Οι Μανιάτες ο­πλαρχηγοί ήταν πλέον πεπεισμένοι για την επί­σπευση των πολεμικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με τοπική παράδοση, στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη – Τσίμοβα οι καπεταναίοι της Μάνης με επι­κεφαλής τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη κήρυξαν την Επανάσταση και έγινε δοξολογία στο ναό των Ταξιαρχών. Παράδοση που επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες του Φιλήμονος και του Ιωάννη-Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου. Κατά τον Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες «διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου» και «όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων».

Στη μικρή πλατεία μπροστά από το ναό, στη θέση «Κοτρώνι», υψώθηκε η επαναστατική σημαία που είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από λευκό ύφασμα και μαύρο σταυρό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ιερείς ευλόγησαν τη σημαία και οι οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Πετρόμπεης, ορκίστηκαν ότι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους. Η ημέρα της 17ης Μαρτίου έχει κηρυχθεί από το κράτος ως τοπική εθνική εορτή της Αρεόπολης.

Η επιλογή της περιοχής αυτής για την κή­ρυξη της Επανάστασης δεν κρίθηκε τυ­χαία, αφού η Τσίμοβα – Αρεόπολη ήταν επί ηγεμονίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η «πολιτική πρωτεύουσα» της Μάνης, ο εκεί μεγάλος πύργος του αποτελούσε το διοικητή­ριό του και εκεί έμεναν τα ισχυρότερα μέλη της οι­κογένειάς του. Επίσης η Τσίμοβα αποτέλεσε το κέ­ντρο του επαναστατικού αγώνα της Μάνης. Στη συνέχεια άρχισε η πολεμική προετοιμασία και οργανώθηκαν δύο στρατιωτικά τμήματα, της Ανατολικής και της Δυτικής Μάνης, τα οποία έ­δρασαν χωρισμένα, αλλά ταυτόχρονα υπό τους το­πικούς τους αρχηγούς, το μεν πρώτο προς Λακε­δαίμονα και το δεύτερο προς Καλαμάτα.

Στα γεγονότα της Δυτικής Μάνης πρωτοστάτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Δεδομένου ότι οι τοπικές τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί στην εκστρατεία υπό τον Χουρσίτ πασά εναντίον του Αλή πασά, ο Αρναούτογλου διέθετε μόνο μια μι­κρή, αλλά εμπειροπόλεμη δύναμη 100 ανδρών, η οποία θα μπορούσε να κρατήσει την άμυνα της πό­λης για κάποιο διάστημα μέχρι την άφιξη ενισχύ­σεων.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

 

Ήταν συνεπώς κατάλληλη η ευκαιρία να καταληφθεί η Καλαμάτα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Ο Πετρόμπεης ζήτησε από τους Παπαφλέσσα, Κεφάλα και Αναγνωσταρά να κατα­λάβουν τους λόφους γύρω από την Καλαμάτα και να οχυρωθούν εκεί. Η προαναφερθείσα όμως πα­ρουσία των Μανιατών του Ηλία Μαυρομιχάλη εν­θάρρυνε τα ένοπλα σώματα της Μεσσηνίας, τα ο­ποία ανυπομονούσαν να εισέλθουν πρόωρα στην πόλη προδίδοντας τα σχέδια των συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι της πόλης τότε, σε συνεννόηση με τον Πετρόμπεη, συμβούλευσαν τον Αρναούτο­γλου να ζητήσει τη βοήθεια του ίδιου του Πετρό­μπεη, όπως και έγινε.

Το μεσημέρι της 22ας Μαρ­τίου μια στρατιά 2.500 ανδρών με επικεφαλής τον Πετρόμπεη εξόρμησε προς τις πεδιάδες της Μεσ­σηνίας. Μαζί του ήταν πολλά μέλη της οικογένει­άς του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και καπετάνιοι της Δυτικής Μάνης: ο Μούρτζινος, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Κυβέλος, ο Χριστέας κ.ά. Το πρωί της επόμενης μέρας είχαν πλέον εισέλθει στην Καλαμάτα, μαζί τους ήταν οι Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Νικηταράς και οι άλλοι οπλαρχη­γοί που φυλούσαν τους γύρω λόφους, αφού πρώτα απέκοψαν κάθε προσπάθεια διαφυγής των Τούρ­κων προς Τρίπολη. Ο Αρναούτογλου παρέδωσε την πόλη χωρίς αντίσταση, έπειτα από σχετικό πρωτόκολλο και αφού διασφαλίστηκε η ζωή των Τούρκων.

Το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου, στις όχθες του χειμάρρου Νέδωνος και μπροστά από τη βυζαντι­νή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων έγινε πανη­γυρική δοξολογία, κατά την οποία 24 ιερείς και ιε­ρομόναχοι ευλόγησαν τις σημαίες των αγωνιστών και τους όρκισαν για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και των προκρίτων, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύστα­ση επαναστατικής επιτροπής, της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ή «Συγκλήτου», με σκοπό το συντονι­σμό του επαναστατικού αγώνα. Η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των σπαρτιατικών δυ­νάμεων».

Την ίδια μέρα ο Πετρόμπεης, ως πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, απέστειλε «προειδοποίησιν εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», γνωρίζο­ντας την Επανάσταση των Πελοποννησίων και ζη­τώντας βοήθεια για την Ελλάδα «εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε […] όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και διά χρημάτων και διά ό­πλων, και διά συμβουλής», διαβεβαιώνοντας για την έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Η «προειδοποίησις» αυτή αποτελεί το πρώτο διπλω­ματικό έγγραφο της επαναστατημένης Ελλάδας προς τις ξένες δυνάμεις.

 

Η προκήρυξη του Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου. (Αρχεία υπουργείου Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας)

 

Ένα δεύτερο κείμενο της Γερουσίας υπογεγραμ­μένο από τον Πετρόμπεη απευθυνόταν, το Μάιο του ίδιου χρόνου, προς τους Αμερικανούς πολίτες. Το κείμενο αυτό στάλθηκε μέσω του Αδαμάντιου Κο­ραή στον Αμερικανό καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και γερουσιαστή  Έντουαρντ Έβερετ και αποτελεί την πρώτη προσπάθεια κινητοποίησης των αμερικανικών φιλελληνικών αισθημάτων.  [5]

Στην Ανατολική Μάνη οι πολεμικές επιχειρή­σεις άρχισαν ταυτόχρονα με τη Δυτική. [6] Στην Ανατολική Μάνη υπήρχαν πάνω από 1.500 Βαρδουνιώτες Τούρκοι, πολύ γενναίοι και έμπειροι πολε­μιστές, οχυρωμένοι σε πύργους. Αυτοί συχνά αναστάτωναν την Πελοπόννησο και τις ίδιες τις τουρ­κικές αρχές «άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι άλλο­τε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί». [7] Επίσης το φρούριο του Μυστρά ήταν πολύ καλά οχυρωμέ­νο από πολυάριθμους Τούρκους. Υπό τις συνθήκες αυτές η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους Ανατολι­κούς Μανιάτες και η αντίσταση των Τούρκων θα καθυστερούσε πολύ τις επιχειρήσεις στην Πελο­πόννησο.

Έτσι, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη και συγγενής των Γρηγοράκηδων), ο οποίος (όπως και οι άλλοι οπλαρχηγοί) διατη­ρούσε καλές σχέσεις με τους Βαρδουνιώτες, άρχι­σε σκόπιμα να διαδίδει ότι έρχονται ευρωπαϊκές (φράγκικες) ενισχύσεις, γεγονός που θορύβησε τους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν με τις οικογένει­ές τους να εγκαταλείπουν τους πύργους τους, είτε «μικροψυχήσαντες» είτε φοβούμενοι ότι δεν θα άντεχαν σε μακρόχρονη πολιορκία. Καθώς έφευγαν διέδωσαν τον πανικό τους σε όλη τη Λακεδαίμονα.

Από τις 20 Μαρτίου οι Γρηγοράκηδες μαζί με άλ­λους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Μάνης (Π. Κοσονάκο, I. Κατσούλη κ.ά.) είχαν αρχίσει να συ­γκροτούν πολεμικά σώματα και κατευθύνονταν προς το Μαραθονήσι-Γύθειο, όπου ύψωσαν την ε­παναστατική σημαία στις 22 Μαρτίου.

Στη συνέχεια ορισμένα πολεμικά σώματα στράφηκαν προς την Κυνουρία για να ενι­σχύσουν την πολιορκία της Τρίπολης, ενώ τα μεγαλύτερα προς την πεδιάδα του Έλους για την πολιορκία του ισχυρότατου φρουρί­ου της Μονεμβασίας. Η κατάληψή του είχε μεγάλη σημασία για την πορεία της Επανάστασης λόγω του θαλάσσιου αποκλεισμού των Τούρκων από εκείνη την πλευρά. Στις 28 Μαρτίου, έπειτα από δοξολογία που τέλεσε ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, άρχισε η από ξηράς πολιορκία, και λίγες μέρες αργότερα ο θαλάσσιος αποκλεισμός.

  

Αννίτα  Ν. Πρασσά

Δρ. Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


 [1]  Άπαντα Κολοκοτρώνη, εισαγ. – επιμ. Έλλη Αλεξίου, Αθήνα (Ιστορικές Εκδόσεις 1821), τ. 2, σ. 277.

 [2] Απόστ. Β. Δασκαλάκης, «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Α’ (1972), σ. 1-72. 

[3] Για την επανάσταση στη Μάνη, βλ. Απόστ. Β. Δασκαλάκη, «Η έναρξις της Επαναστάσεως και τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1975), σ. 5-62 και Έφης Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 87-91, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[4] Γι’ αυτόν, βλ. Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Ηλίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1972), σ. 223-243.

[5] Σχετικά βλ. Θάνου Βαγενά και Ευρ. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί φιλέλληνες εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949, σ. 8-13.

[6] Για την επανάσταση στην Ανατολική Μάνη, βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήναι 1874, σ. 56 επ., Δασκαλάκη, ό.π., σ. 41 επ., όπου και αποσπάσματα σύγχρονων με τα γεγονότα πηγών.

[7] Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως  (έκδ. Β’, 1978), τ. Α’, σ. 68.       

Πηγή


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « 1821 Η κήρυξη της Επανάστασης», τεύχος 229, 24 Μαρτίου 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »