Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)


 

Ο μεγαλύτερος γιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου (1800 – 1824). Γεννήθηκε και σπούδασε στη Ζάκυνθο. Γνώριζε αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά και λίγα Γαλλικά. Τον Απρίλιο του 1821 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του αγώνα (στο Βαλτέτσι, στην πολιορκία της Τρίπολης και στα Δερβενάκια, όπου και διακρίθηκε). Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Μπουμπουλίνας. Υπήρξε πρώτος πολιτάρχης της ελεύθερης Τρίπολης. Σκοτώθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο στις 21-11-1824 στην Αρκαδία.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 


 « Επανελθών μετά τον πατέρα του από την Ζάκυνθον κατά τας αρχάς του Απριλίου του 1821 εις τον Πύργον της Ηλείας, ευρέθη τότε εκεί, ότε ήλθον οι Λαλαίοι Τούρκοι και επολέμησαν μετά των εντοπίων Ελλήνων, αρχηγούντος του περιφήμου Χαραλάμπους Βιλαέτη. Μετά δε ταύτα ανέβη εις του Πάπαρι και εις Βαλτέτσι έχων μαζί του και τον αδελφόν του Ιωάννην τον επονομασθέντα ύστερον Γενναίον.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Κατόπιν ο πατέρας του διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζῃ τους στρατιώτας εν γένει και κατ᾿ αναλογίαν, και να προβλέπῃ τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους· εις τον διορισμόν του τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον, η δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου.

Μετὰ ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς. Ελθόντος δε του πρίγκηπος Υψηλάντη εις το Άστρος, ο μεν πατέρας του υπήγε μετά των άλλων προς αποδοχήν αυτού, ο δε Πάνος έμεινεν εις τον στρατὸν της πολιορκίας ως αντιπρόσωπός του. Τότε δε μάλιστα μάχης γενομένης μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκουμένων, ο Πάνος καλώς εδιοίκησε, διότι ετόλμησε και κατέβασε τους Έλληνας εις τον κάμπον, όπου κατά πρώτον επολέμησαν ούτοι με την καβαλαρίαν των Τούρκων κατά το Μαρκοβούνι και τον Μύτικα.

Έπειτα δε διωρίσθη και υπήγεν εις τα Μεγάλα Δερβένια με σώμα στρατιωτών, και με πολλούς άλλους καπεταναίους δια ν’ ασφαλίσουν τον Ισθμόν. Εκείθεν πάλιν επανήλθεν εις την πολιορκίαν, και κατόπιν συνώδευσε τον Δ. Υψηλάντην εις τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Μαθών δε κατόπιν την άλωσιν της Τριπολιτσάς, ήλθεν τρεχάτος εις την πόλιν, και ο πατέρας του τον διώρισε πολιτάρχην δια την ευταξίαν κατ᾿ αίτησιν των κατοίκων, και ύστερον αφού εγένετο η Πελοποννησιακὴ Γερουσία, αυτή επίσης τον διώρισε πολιτάρχην της, και τον ωνόμασε χιλίαρχον, αλλ’ έκαμνε χρέη πολιτικά, και δια τούτο οι εν ενεργεία στρατιωτικοὶ τον επερίπαιζαν, διότι ο πόλεμος ήτον ανοικτὸς, και δεν είχον αξίαν εκείνοι, οι οποίοι ευρίσκοντο με τους κοινώς τότε λεγομένους καλαμαράδες, ήγουν τους γραμματισμένους και καταγινομένους εις τα πολιτικά.

Ύστερον δε εστάλη εις την Αργολίδα, ως αντιπρόσωπος της Γερουσίας, δια την παραλαβὴν του Ναυπλίου, διότι είχε στείλει η Γερουσία επιτροπὴν εκ των μελών της δια να παρευρεθούν και συμπράξουν μετά του εκτελεστικού εις την συνθήκην της παραδόσεως του φρουρίου.

Επειδή όμως δια την τότε εισβολήν του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον η συνθήκη εκείνη εχάλασεν, ο Πάνος έκτοτε επήρε τα όπλα και επολέμει εντὸς και εκτός του Παλαιοκάστρου  του Άργους. Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παληκάρι και μάλιστα πολὺ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθερὰν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του.

Μετὰ δε ταύτα πάλιν ανέβη εις το χρέος του πλησίον της Γερουσίας, την οποίαν εφρούρει. Ύστερον δε διετάχθη πάλιν από τον αρχιστράτηγον πατέρα του να καταβή εις τα Δερβενάκια και συστήσῃ την πολιορκίαν των δύω φρουρίων δια να εμποδίσῃ την συγκοινωνίαν των Τούρκων και τας τροφὰς τας οποίας τυχὸν οι Τούρκοι της Κορίνθου ήθελον στείλει εις τους εν Ναυπλίω.

Μετά τούτο ανέβη πάλιν εις την υπηρεσίαν του πλησίον της Γερουσίας, η οποία τον έστειλε τότε εις το Λεωνίδιον δια να εισπράξη τον κοινώς λεγόμενον έρανον προς πληρωμὴν του εκεί Ελληνικού στόλου, όστις έμελλε να προσβάλῃ τον ερχόμενον από την Κωνσταντινούπολιν Τουρκικὸν και φοβερίζοντα την καταστροφὴν των ναυτικών νήσων, όπως εμβάσῃ τροφὰς εις το Ναύπλιον. Οι δε πρόκριτοι των Σπετσών επροσκάλεσαν τον Πάνον δια να υπάγῃ να τους υπερασπισθή, και λαβὼν περί τους 350 στρατιώτας τη συνδρομή των κατοίκων Λεωνιδίου επέρασεν εις την νήσον.

Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας της η Συνέλευσις του Άστρους, η νέα Κυβέρνησις διώρισε τον Πάνον φρούραρχον Ναυπλίου, κατόπιν δε όταν ήλθεν η εσωτερική ανωμαλία τον έβγαλαν από το Ναύπλιον δια της συγκαταθέσεως του πατρός του, όστις παρέδωκε τότε το φρούριον εις τους δύω Ανδρέαν Ζαΐμην και Λόντον.

Έπειτα η Κυβέρνησις του Κουντουργιώτη, την οποίαν ανεγνώρισεν ο Πάνος και όχι ο πατέρας του, τον διώρισε να υπάγῃ εις την πολιορκίαν των Πατρών μετά του αδελφού του Γενναίου, ως και τους δύω Ανδρέας.

Μετά δε ταύτα αφού τα Πελοποννησιακὰ πράγματα ανεκατώθησαν κατά του πατρός του, ανεχώρησεν από τας Πάτρας και υπήγεν προς βοήθειαν αυτού και της οικογενείας του, ἡ οποία ήτον εντὸς της Τριπολιτσάς. Τότε η αντιπολίτευσις εκινήθη κατά της Κυβερνήσεως και τα στρατεύματά της ήλθον να πολιορκήσουν την Τριπολιτσάν, και επολέμησαν έξωθεν αυτής τα κυβερνητικά στρατεύματα.

Ο δε Πάνος τότε μαθών παρά του Ι. Πετροπούλου, ότι ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος πολεμεί με τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως κατά το χωρίον Άγιον Σώστην, και ότι ηχμαλωτίσθη, υπήγεν εις βοήθειάν του, αλλά δεν επρόφθασε να τον ελευθερώσῃ, και εγύρισεν οπίσω να υπάγῃ εις την Σιλήμναν έφιππος, όπου ήτο ο πατήρ του, μετά τριών άλλων επίσης καβαλαραίων οικείων του, του Θ. Ρηγοπούλου, Ι. Βανικιώτου και Ανάστου Σαμαράνη· ενώ δε επορεύετο αργά εις Σιλήμαν, αιφνιδίως τότε από το όπισθεν μέρος του ήλθε βόλι τουφεκίου, τον εύρε εις τον κρόταφον, προς τα αριστερά του ινίου, και ούτως έπεσεν άφωνος ο Πάνος, και εχάθη πολύτιμος και πεπαιδευμένος στρατιωτικός, διότι εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γ. Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους. Το δε κρανίον του σώζεται εις τας χείρας του ιατρού Ι. Πύρλα».

 

Πηγές

 

 


  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα


 

Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.

Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.

Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  

Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».

 «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη

γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».

Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.

Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.

Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).

Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.

Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.

Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.

Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.

Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.

Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.

  

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Read Full Post »

Ιερείς του Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς


 

Παλιά η ιστορία του πολιούχου αγίου του χωριού της Καρυάς Αργολίδας καθώς την συναντούμε από την εποχή της Ενετοκρατίας. Τα πρώτα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια το 1699 με την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εκκλησία, και τον πληθυσμό του χωριού. Παραμένει όμως άγνωστη η ταυτότητα του λειτουργού της .

Παπαχρήστος Λάμπας με τις φουστανέλες πριν γίνει παπάς και ο πατέρας του Γεώργιος.

Η παράδοση και οι πληροφορίες που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα μας πληροφορούν για τον ιερέα παπά Προκόπη Καρώνη που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1821, αρνούμενος να διακόψει την λειτουργία της εκκλησιάς στη μέση παρότι πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά είχαν φτάσει στο χωριό και κατέστρεφαν τον τόπο. Ήταν γαμπρός επ αδελφή του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ και καταγόταν από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) του νομού Αρκαδίας.

Τα πρώτα γραπτά στοιχεία που εμφανίζονται για τον δεύτερο μαχόμενο υπέρ της πατρίδας ιερέα είναι το 1865 σε μια επιστολή των κατοίκων του χωριού και η  επιβεβαίωση του δημάρχου Λυρκείας Αναγνώστη Παπανικολάου, για τον ηρωικό θάνατο του πατρός Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου τον Αύγουστο του 1821 στην μάχη της Γράνας μεταξύ Τσιπιανών και Λουκά της επαρχίας Τριπόλεως, και τον προβιβασμό του σε Υπαξιωματικό  Α τάξεως.

Το 1836 στον φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Λάμπα (πρόγονο του γνωστού σε όλους παπά Χρήστου Λάμπα) λειτουργός του Αγιαννιού είναι ο Αθανάσιος Αναγνώστης Φλέσσας η Παπά- Θανασίου (1810-1878;) καταγόμενος από την Πολιανή Μεσσηνίας και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Φλεσσαίων.

Δύο χρόνια αργότερα το 1838 και από επιστολή* του ιδίου πληροφορούμαστε την χειροτονία του Γεωργίου η  Αναγνώστη Καραμούντζου σε ιερέα. Ένα ακόμη κληρικό που προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα πλάι στον Γιαννάκο Δαγρέ και τον Δημήτρη Τσόκρη και τιμήθηκε με το ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ στις 30 Μαΐου του 1841.

Ο γιός του προαναφερόμενου ιερέα Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου Δημήτριος εμφανίζεται  το 1865 ως λειτουργός και υπογράφων ως Δημήτριος Παπά- Σταματίου.

Η μετονομασία των επιθέτων παρατηρείται έντονα εκείνη την εποχή διότι τα μικρά ονόματα των ιερέων έδιναν την θέση τους στα επίθετα των απογόνων τους και στη συνέχεια  πιστοποιούσαν την ταυτότητα τους. Ένας από τους απογόνους  του πατρός Γεωργίου Καραμούντζου ο πατέρας Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1830 περίπου, παντρεύτηκε την Κατερίνα Μούρτου και απέκτησαν 18 παιδιά.

Γεώργιος Καραμούντζος «Γερόπαπας» & Αλεξάνδρα Μαυροκορδοπούλου.

Από τα παιδιά του προέρχεται το επώνυμο Παπασπυρόπουλος. Είχε το παρατσούκλι «Μαυρουλάκης». Ο δεύτερος γιός Δημήτριος έγινε και εκείνος ιερέας και κάποια  από τα παιδιά του φέρουν το  επώνυμο Παπαδημητρίου. Ένας από τους γιούς του ο Γεώργιος ήταν ο τελευταίος Καραμούντζος παπάς. Είχε το προσωνύμιο «Γερόπαπας». Με την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα Δημ. Μαυροκορδοπούλου απέκτησαν τέσσερα κορίτσια. Μεταξύ αυτών και την πρώτη Καρυώτισα δασκάλα Ελένη Καραμούντζου ή Παπαγεωργίου συζ. Παναγιωτοπούλου. Η μεγάλη Καραμουντζαίικη  οικογένεια κυριάρχησε για 150 χρόνια περίπου στην διακονία του Αι Γιάννη.

Το 1866 η Καρυά απέκτησε τον πρώτο μη Καραμούντζο ιερέα τον  Σωτήριο Πασπαλιάρη. Έναν ιδιαίτερα θεοσεβούμενο γέροντα  που  κληροδότησε στους απογόνους του το επίθετο Παπασωτηρίου.

Εκείνη την εποχή η εκλογή του παπά μιας ενορίας γινόταν με ψηφοφορία και  δημοκρατικές διαδικασίες. Μαζευόταν το χωριό και ψήφιζε αυτόν που θεωρούσε καταλληλότερο για την θέση του ιερέα από τους υποψήφιους. Ο νικητής των εκλογών έπαιρνε τα αποτελέσματα και πήγαινε στον Μητροπολίτη. Εκείνος αξιολογούσε το ήθος, την προσωπικότητα του, τον εξομολογούσε και  αποφάσιζε εάν ήταν κατάλληλος για ιερέας. Εάν τον απέρριπτε την ίδια διαδικασία ακολουθούσε ο δεύτερος των εκλογών, ο τρίτος έως ότου βρισκόταν ο καταλληλότερος.

Από τους τελευταίους ιερείς ήταν ο πατέρας Χρήστος Γεωργίου Λάμπας που γεννήθηκε το 1899.Τον Απρίλιο του 1914 παντρεύετε την Γεωργία Αλεξάνδρου Μαυροκορδοπούλου με την οποία απέκτησε δέκα παιδιά. Λειτούργησε στην εκκλησία 52 χρόνια από το 1924 έως το 1976.  Απεβίωσε σε ηλικία ενενήντα ετών τον Αύγουστο του 1976.

 

Ο Παπαχρήστος Λάμπας με τη σύζυγό του Γεωργία Μαυροκορδοπούλου και τον εγγονό του Γιάννη Παπασωτηρίου (Μπουνάτσος).

 

Τέλος αξίζει να αναφερθούμε και στον τελευταίο ζώντα ιερέα τον πατέρα Παναγιώτη Φαρμάκη (1929-2019) που λειτουργεί τον Αι Γιάννη τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια καθώς και στα χωριά Αγριλίτσα, Βρούστη, Μάζι και Μερκούρι. Μικρό χωριό η Καρυά αλλά με ιερείς μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες του έθνους για ελευθερία και που  σήμερα κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.

Σημείωση βιβλιοθήκης: Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή και ο ιερέας Παναγιώτης Φαρμάκης, για δεκαετίες εφημέριος στον ναό του Τιμίου Προδρόμου Καρυάς αλλά και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε  την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, στις 3 μμ στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αγριλίτσας.

Η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος αναφέρει για το θάνατό του:

Ο αοίδιμος Πρεσβύτερος Παναγιώτης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Καρυά το 1929. Τα εγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στη γενέτειρά του και αποφοίτησε από την Μέση Νυχτερινή Ιερατική Σχολή Αθηνών το 1973. Υπηρέτησε κατά τα έτη 1951-1953 την πατρίδα ως στρατιώτης του Πεζικού.

Νυμφεύθηκε την Λεμονιά Ταραντίλη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 6η Αυγούστου 1973 και Πρεσβύτερος την 12ην Αυγούστου 1973 στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καρυάς, υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος Χρυσοστόμου του Β’ (Δεληγιαννοπούλου), συμμαρτυρούντος του μακαριστού επίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Σχοινοχωρίτου.

Υπηρέτησε ως τακτικός Εφημέριος του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς επί 38 συναπτά έτη. Παράλληλα διηκόνησε την ενορία Αγίου Αθανασίου Βρουστίου και τους οικισμούς Αγριλίτσας, Μερκουρίου και Μαζίου.  Υπήρξε δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού και διηκόνησε το κατηχητικό έργο επί πολλά έτη.

Ο εκλιπών υπήρξε σεμνός Κληρικός, δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού, αφοσιωμένος στην αποστολή του, διακόνησε με ευσυνειδησία, συνέπεια και σύνεση πάντοτε με υπακοή προς την Εκκλησία.

 

Υποσημείωση 


 

* Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν της Επικρατίας.

Ο υποφαινόμενος οδεύων το 34 έτος της ηλικίας του μου, γεννημένος είς το χωρίον Καρυά του Δήμου Οινόης της Επαρχίας Άργους όπου και σταθερώς διαμένω, υπηρετήσας την Πατρίδα κατά το διάστημα του αγώνος, έδωσα κατά το 1835 & 1836 έτος τα υπέρ Πατρίδος των εκδουλεύσεων μου ενδεικτικά εις την των επί των Αριστείων Εξεταστικήν Επιτροπήν υπογεγραμμένα παρά του Αντισυνταγματάρχου κ. Δ. Τζιόκρη και υπό λοχαγού Ιωάννου Δαγρέ υπό των οποίων τας διαταγάς διέπρεψα κατά το διάστημα του πολέμου, και επερίμενα ανυπομόνως να λάβω το ανήκον μοι εθνόσημον.

Αλλ’ επειδή και μέχρι σήμερον δεν το έλαβον, κατά δυστυχίαν αγνοώ πως. Όθεν ήδη οδηγούμενος από την υπ’ αρ. 204 Δηλοποίησιν της Σ. ταύτης Γραμματείας, επαναλαμβάνω την αιτησίν μου δια το ως είρηται εθνόσημον. Και τολμώ να κάμω την παρατήρησιν εις την Σεβ. ταύτην Γραμματείαν, ότι όταν έδωσα την περί εθνοσήμου αναφοράν μου ονομαζόμουν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ. Και επειδή ήδη χειροτονηθείς κατά το 1838 έτος Ιερεύς, υποσημειούμαι ήδη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ιερεύς. Και παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν, ίνα ευαρεστηθή και διατάξη όπως μοι δοθή το ανήκον εθνόσημον, ως και εδόθη και είς τους ……….. συναγωνιστάς μου, πλήρης ελπίδων της αιτήσεώς μου ταύτης.

Υποσημειούμαι με σέβας (Τ.Υ) Γεώργιος Ιερεύς.

Εν Καρύα την 16 Νοεμβρίου 1839

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  •  Χ.Ε.Β  Αρχείο Αγωνιστών
  • ΓΑΚ Αριστεία
  • Κωνσταντίνος Δ. Κατσένης, «Καρυά 1810-2005», 2007.
  • Ημερολόγια 2007 & 2009. Προοδευτικού & Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς «ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ».

Read Full Post »

Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)


Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.

Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.

 

Πηγή


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  

 

Read Full Post »

Άξιον Εστί – Φεστιβάλ Άργους 2010

Το Άξιον Εστί στους Στρατώνες Καποδίστρια, Σάββατο 17 Ιουλίου, 9.00 μμ

 

  

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Read Full Post »

Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος) 


  

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος  ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.

 

Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.

Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.

Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.

Σελεστίνη Μπουισσόν

Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.

Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβε­σπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.

Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση. 

Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».

Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το  «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.

François-René de Chateaubriand

Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.

Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.

Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.

Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.

Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:

 

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:

 
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.

2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.

3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.

4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».

Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.

Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.

 
Πηγές 


  •  Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη,  Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
  •  Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.  
  •  Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μυκήνες 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από τις Μυκήνες σημειώνει:

 

Σατωβριάνδος

[… Ύστερα από μισής ώρας πορεία περάσαμε τον Ίναχο, τον πατέρα της Ιώς, της πασίγνωστης από τη ζηλοτυπία της Ήρας. Στα χρόνια τα παλιά, βγαίνοντας από το Άρ­γος και πριν τις όχθες του Ίναχου, ήταν η Πύλη της Ειλείθυιας κι ο βωμός του Ήλιου. Μισή λεύγα πιο μακριά, από την άλλη μεριά του ποταμού, ο ναός της Μυσίας Δήμητρας κι ύστερ’ απ’ αυτόν ο τάφος του Θυέστη και το ηρώο του Περσέα. Στάθηκα για λίγο στη θέση που υψώνονταν αυτά τα μνημεία ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία κι ύστερα αποχαιρέτησα την πεδιάδα του Άργους, για την οποία ο κ. Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ έγραψε αξιόλογο υπόμνημα.

Έτοιμοι ν’ ανεβούμε τα βουνά της Κορινθίας, βλέπαμε πίσω μας το Ναύπλιο. Το μέρος που ‘μαστε εκείνη τη στιγμή λεγόταν Χαρβάτι — κι από δω αφήνεις τον δρόμο για να ζητήσεις λίγο προς τα δεξιά τα ερείπια των Μυκηνών, που ο Τσάντλερ τα ‘χε προσπεράσει γυρίζοντας από το Άργος. Σήμερα τα ερείπια αυτά γίναν πασίγνωστα από τις ανασκαφές που ‘καμε ο λόρδος Ελγίνος περνώντας από την Ελλάδα. Ο κ. Φωβέλ τα περιέγραψε στις Αναμνήσεις του κι ο κ. ντε Σουαζέλ – Γκουφφιέ έχει τα σχέδιά τους.

Πριν από τους περιηγητές αυτούς ο αβάς Φουρμόν είχε κάνει λόγο για την πόλη των Μυκηνών, που την είχε ιδεί κι ο Ντυμονσώ. Περάσαμε μια περιοχή με ρείκια. Ένα στενό μονοπάτι μάς έφερε σ’ αυτά τα ερείπια, που είναι σχεδόν όπως ήταν στον καιρό του Παυσανία, γιατί δύο χιλιάδες διακόσα ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που οι Αργείοι κατάστρεψαν τις Μυκήνες. Είχαν φθονήσει τη δόξα που ‘χε αποκτήσει η πόλη αυτή επειδή είχε στείλει σαράντα πολεμιστές στις Θερμοπύλες να πεθάνουν μαζί με τους Σπαρτιάτες.

Αρχίσαμε πρώτα από τον λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα, ένα κυκλικό μνημείο κάτω από τη γη, που δέχεται το φως από τον θόλο και που δεν έχει τίποτα το αξιόλογο εκτός από την απλότητα της αρχιτεκτονικής του. Μπαίνεις από ένα όρυγμα που καταλήγει στη θύρα του τάφου, που την κοσμούν παραστάδες από γαλαζωπό συνηθισμένο μάρμαρο από τα γειτονικά βουνά. Ο λόρδος Ελγίνος άνοιξε το μνημείο αυτό και το καθάρισε από τα χώματα που το ‘χαν φράξει εσωτερικά. Μια μικρή πόρτα οδηγεί από τον κυριότερο θάλαμο σ’ άλλον, μικρότερο, που, όταν τον εξέτασα, καθώς δε βρήκα ίχνος τοίχου, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν ένας απλός λάκκος, καμωμένος από τους εργάτες έξω από τον τάφο.

Κι η πορτούλα εκείνη, μία ακόμα είσοδος του τάφου. Άραγε ο τάφος αυτός ήταν πάντα κάτω από τη γη, όπως οι κατακόμβες της Αλεξάνδρειας στη Ροτόντα ή υψωνόταν απάνω από το έδαφος σαν τον τάφο της Καικηλίας Μετέλλας στη Ρώμη; Είχε μια εξωτερική αρχιτεκτονική; Κι αν είχε, τι ρυθμού ήταν; Οι απορίες αυτές δε λύθηκαν ακόμα γιατί τίποτα δε βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν τον τάφο και γιατί δεν είμαστε καν βέβαιοι πως πρόκειται για τον τάφο του Αγαμέμνονα που αναφέρει ο Παυσανίας.

 

Πύλη Λεόντων.

Βγαίνοντας απ’ αυτό το μνημείο, πέρασα μια άγονη κοιλάδα, είδα τα ερείπια των Μυκηνών σε μια πλευρά των αντικρινών λόφων — και προπαντός θαύμασα μία από τις πύλες της πόλης, οικοδομημένη με γιγαντιαία κομμάτια βράχων, στηριγμένων στο ίδιο το βουνό, με το οποίο αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Δύο κολοσσιαία λιοντάρια χωρίς κεφάλια, σκαλισμένα από τις δύο πλευρές της πύλης, είναι το μόνο της στόλισμα. Στέκονται ορθά, το ένα εναντίον του άλλου, όπως τα λιοντάρια που υποστηρίζουν τα οικόσημα των παλαιών ιπποτών μας. Δεν υπάρχει πουθενά, μήτε και στην Αίγυπτο, μια τόσο επιβλητική αρχιτεκτονική, κι η έρημος, που μέσ’ απ’ αυτήν υψώνεται η πύλη, προσθέτει στο μεγαλείο της. Ανήκει στο είδος των έργων που ο Στράβων κι ο Παυσανίας αποδίδουν στους Κύκλωπες και που ίχνη τους βρίσκονται στην Ιταλία. Ο κ. Πετί – Ραντέλ βεβαιώνει πως η αρχιτεκτονική αυτή είναι προγενέστερη από την επινόηση των ρυθμών. Κι ένα παιδί ολόγυμνο, ένας βοσκός, μου ‘δειχνε μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά τον τάφο του Αγαμέμνονα και τα ερείπια των Μυκηνών.

Πιο κάτω από την πύλη αυτήν υπάρχει μια βρύση που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για τη βρύση που ανακάλυψε ο Περσέας κάτω από έναν μύκητα — και γι’ αυτό τάχα ονομάστηκαν έτσι οι Μυκήνες. «Μύκης» στους αρχαίους σήμαινε «μανιτάρι» ή «λαβή ξίφους». Κι αυτός ο μύθος για τις Μυκήνες είναι του Παυσανία. Ξαναγυρνώντας στον δρόμο της Κορίνθου, αισθάνθηκα το έδαφος ν’ αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα κι ανακάλυψα τον θόλο άλλου τάφου.

Ο Παυσανίας μέτρησε στις Μυκήνες πέντε τάφους: του Ατρέα, του Αγαμέμνονα, του Ευρυμέδοντα, του Τηλέδαμου και του Πέλοπα και της Ηλέκτρας, λέγοντας πως ο Αίγισθος κι η Κλυταιμνήστρα θάφτηκαν έξω από τα τείχη. Λοιπόν ο τάφος που ανακάλυψα εγώ ήταν πιθανώς του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας; Τον υπόδειξα στον κ. Πουκβίλ, που βέβαια θα τον αναζητήσει στην πρώτη εκδρομή που θα κάνει στο Άργος. Παράδοξη τούτη η μοίρα, αλήθεια, που μ’ έκαμε να φύγω επίτηδες από το Παρίσι για ν’ ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας …]

 

Πηγή

 


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άργος 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από το  Άργος σημειώνει:

 

François-René de Chateaubriand, 1808

[… Στις 20 Αυγούστου κατά την αυγή βρισκόμουν στο Άργος. Το χωριό που αντικατάστησε την ένδοξη αυτήν πόλη είναι πιο καθαρό και πιο ζωηρό από τα περισσότερα χωριά του Μοριά. Η θέση του είναι πολύ όμορφη, προς το βάθος του Αργολικού κόλπου και μιάμιση λεύγα απέχοντας από τη θάλασσα. Από τη μια πλευρά υψώνονται τα βουνά της Κυνουρίας και της Αρκαδίας κι από την άλλη οι ακρώρειες της Τροιζήνας και της Επιδαύρου.

Όμως, είτε γιατί μ’ είχαν κυριέψει οι θλιβεροί διαλογισμοί, που τους είχε προκαλέσει η ανάμνηση των συμφορών και των εγκλημάτων των Πελοπιδών, είτε γιατί πραγματικά έβλεπα ολόγυμνη γύρω μου την αλήθεια, η γη της Αργολίδας μου φάνηκε ακαλλιέργητη κι ερημωμένη, τα βουνά γυμνά και σκοτεινά και, με δυο λόγια, όλη η φύση γόνιμη σε μεγάλα εγκλήματα και σε μεγάλες αρετές.

Επισκέφθηκα τα λεγόμενα λείψανα των ανακτόρων του Αγαμέμνονα, καθώς και τα ερείπια του θεάτρου κι ενός ρωμαϊκού υδραγωγείου κι ύστερ’ ανέβηκα στην ακρόπολη επιθυμώντας να ιδώ και τις ελάχιστες πέτρες απ’ αυτές που μετακίνησε το χέρι του βασιλιά των βασιλιάδων. Ποιος μπορεί να καυχηθεί πως χάρηκε κάποια δόξα αν συγκριθεί με τους οίκους που ύμνησαν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης κι ο Ρακίνας; Μα κι αντίστοιχα μεγάλη είναι η έκπληξή μας όταν βλέπουμε τι λιγοστά πράγματα απόμειναν απ’ αυτούς τους οίκους.

Πολύς καιρός πέρασε από τότε που τα ερείπια του Άργους πάψαν ν’ ανταποκρίνονται στο μεγαλείο αυτής της πόλης. Ο Τσάντλερ στα 1756 τα βρήκε όπως ακριβώς τα ‘δα κι εγώ τώρα. Ούτε ο αβάς Φουρμόν στα 1746 ούτε ο Πελλεγκρέν στα 1719 στάθηκαν πιο τυχεροί. Στη φθορά των μνημείων του Άργους συντέλεσαν προπάντων οι Ε­νετοί: μεταχειρίστηκαν τα συντρίμματά τους για να χτί­σουν το φρούριο του Παλαμηδιού.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Στα χρόνια του Παυσανία υπήρχε στο Άργος ένα άγαλμα του Δία, αξιοσημείωτο για τα τρία του μάτια κι ακόμα πιο αξιοσημείωτο για τον εξής λόγο: το ‘χε μεταφέρει από την Τροία ο Σθένελος. Και, καθώς λένε, πρόκειται για το ίδιο τ’ άγαλμα που στη βάση του ο γιος του Αχιλλέα έσφαξε τον Πρίαμο. Μα το Άργος, που περηφανευόταν δείχνοντας μες στα τείχη του εκείνους που πρόδωσαν τις εστίες του Πρίαμου, ύστερ’ από λίγο έγινε παράδειγμα της μετάπτωσης των ανθρωπίνων.

Όταν βασίλευε ο Ιουλιανός ο Αποστάτης, τόσο είχε ξεπέσει από την παλαιά του δόξα ώστε εξαιτίας της μεγάλης του φτώχειας δεν μπόρεσε να συνεισφέρει για τους αγώνες στην εορτή των Ισθμίων. Ο Ιουλιανός αγόρευσε υπερασπίζοντας το Άργος κατά των Κορινθίων κι η δημηγορία του διασώθηκε στα συγγράμματά του. Πρόκειται για μια από τις πιο περίεργες σελίδες της ιστορίας των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Τέλος, το Άργος, η πατρίδα του βασιλιά των βασιλιάδων, αφού στον Μεσαίωνα έγινε κληρονομιά μιας χήρας από τη Βενετία, πουλήθηκε απ’ αυτή στην Ενετική Δημοκρατία για δια­κόσα δουκάτα τον χρόνο ισοβίως και πεντακόσια μετρητά. Το συμβόλαιο αυτό το μνημονεύει ο Κορονέλλι. Omnia vanitas! — Ματαιότης ματαιοτήτων!

Με φιλοξένησε στο Άργος ο Ιταλός γιατρός Αβραμιόττι,* που γνώρισε κάποτε τον κ. Πουκβίλ στο Ναύπλιο κι έκαμε σε μια του εγγονή χειρουργική επέμβαση για υδροκεφαλία. Ο κ. Αβραμιόττι μου ‘δειξε έναν χάρτη της Πελοποννήσου, όπου, με τη σύμπραξη του κ. Φωβέλ, είχε σημειώσει τα παλαιά ονόματα κοντά στα καινούρια. Εργασία αληθινά πολύτιμη, την οποία θα μπορούσαν να ‘χουν εκπονήσει μόνο όσοι έμεναν πολλά χρόνια στην Ελλάδα.

* [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν. Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835].

Ο γιατρός που με φιλοξένησε, πλούσιος πια τώρα, λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ιταλία. Και πραγματικά δύο αισθήματα αναζωπυρούνται στην καρδιά του ανθρώπου όσο γερνά: η πατρίδα κι η θρησκεία. Νέοι όταν είμαστε, μπορεί να ξεχνάμε τα αισθήματα αυτά, γερνώντας όμως, ξαναβλέπουμε και την πατρίδα και τη θρησκεία γιομάτες θέλγητρα και νιώθουμε πιο ζωηρή τη λατρεία που τους χρωστάμε. Κουβεντιάσαμε λοιπόν στο Άργος για την Ιταλία και τη Γαλλία για τον ίδιο λόγο που κι ο Αργείος στρατιώτης που ακολούθησε τον Αινεία θυμήθηκε το Άργος όταν πέθαινε στην Ιταλία.

Και μόνο στο τέλος αναφερθήκαμε στον Αγαμέμνονα, που τον τάφο του θα τον έβλεπα την άλλη μέρα. Κουβεντιάζαμε στο μπαλκόνι ενός σπιτιού απάνω από τον Αργολικό κόλπο — και δεν αποκλείεται από δω να ‘ριξε η φτωχή εκείνη γυναίκα το κεραμίδι που διέκοψε τη δόξα και τις τύχες του Πύρρου. Ο κ. Αβραμιόττι, δείχνοντάς μου ένα ακρωτήρι απέναντι, «εκεί», έλεγε, «η Κλυταιμνήστρα τοποθέτησε τον δούλο που θα μηνούσε την επιστροφή του ελληνικού στόλου» κι ύστερα πρόσθεσε: «Έρχεστε από τη Βενετία; Νομίζω πως κι εγώ θα ‘καμα πολύ καλά να γύριζα στη Βενετία». Την άλλη μέρα τα ξημερώματα άφησα τον εξόριστον τούτο στην Ελλάδα, και με καινούρια άλογα και νέον οδηγό πήρα τον δρόμο για την Κόρινθο …]

  

Πηγή


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σταθογιάννης Ιωάννης 

 


 

Ιωάννης Σταθογιάννης

Ο Ιωάννης Σταθογιάννης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και έζησε στο Άργος. Σπούδασε στη Μεγάλη Βρετανία στο Πανεπιστήμιο του  Central Lancashire με  Τιμητική Διάκριση στις Καλές Τέχνες και προσανατολισμό στις Ψηφιακές Μορφές Τέχνης.  Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του  Wolverhampton της Μεγάλης Βρετανίας Masters of  Art and Design  με εξειδίκευση στην κινούμενη εικόνα. 

Ο Ιωάννης Σταθογιάννης έχει συνεργαστεί με ποικίλους εκπαιδευτικούς οργανισμούς στην Ελλάδα παραδίδοντας Πολυμεσικές Εφαρμογές και  εικονογράφηση. Με την ιδιότητα του ειδικού σε ψηφιακές μορφές Τέχνης και δη, στην κίνηση της εικόνας, βρέθηκε στην   Κίνα (Καντόνα), το 2006, ως μέλος του διδακτικού προσωπικού  για να διδάξει στο Τμήμα Πληροφορικής και Οπτικοαουστικών Μέσων στο Raffles Education Corporation Singapore, Raffles LaSalle Institute . 

Συνεργάζεται με εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Διαφήμιση, την Επικοινωνία, στο χώρο της Τέχνης και του Πολιτισμού. Έχει υλοποιήσει εκπαιδευτικά προγράμματα για το παιδί, μελέτες και προτάσεις για την Ψηφιακή Τεχνολογία, το Κινούμενο Σχέδιο και την Εικονική Πραγματικότητα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Έχει συνεργαστεί με την Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού ΓΕΣ, ΑΣΔΕΝ. 

Ασχολείται με την καταγραφή και την διάσωση μύθων, με σκοπό την κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού από την παγκόσμια κοινότητα. 

Είναι μέλος του Εικαστικού  Επιμελητήριου Ελλάδος, Ελληνοκινεζικού Επιμελητήριο  Ελλάδος, της ένωσης Γραφιστών Ελλάδος,  του Συλλόγου «Οι φίλοι των Μυκηνών και του Μυκηναϊκού Πολιτισμού». 

Cultural Travelling between Greece and China

Το 2007 εξέδωσε το βιβλίο-λεύκωμα «Cultural Travelling between Greece and China» στα Αγγλοκινεζικά, το οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2010 με τίτλο «Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα». Αποτελεί μία ενδιαφέρουσα δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και κινεζικά) για μικρούς και μεγάλους.   

Το «Cultural Travelling between Greece and China» παρουσιάστηκε  στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Πεκίνου (2007), στις Διεθνείς Εκθέσεις Βιβλίου, Φρανκφούρτης, Κωνσταντινούπολης, Ντουμπάι και Tianjin (Κίνα), αποσπώντας άριστες κριτικές, καθώς και σε ειδική εκδήλωση στην πόλη του Άργους, γενέτειρα του συγγραφέα, με τη συμμετοχή επίσημων αποστολών και από τις δύο χώρες. 

  

   

Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα 

 


 

  

Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα

Τι κοινό μπορεί να έχουν ο Προμηθέας, ο Ηρακλής, ο Περσέας και η Μέδουσα, ο μύθος της Πανδώρας και άλλες μορφές της μυθολογίας μας με μυθικούς ήρωες της Κίνας, όπως ο Κουάα Φου, ο Τσιν Τιάν, ο Βοσκός και η Υφάντρα και η Τσανκ Ε, αντίστοιχα; Εκ πρώτης όψεως καμία, αφού πρόκειται για μύθους που ανέθρεψαν οι δύο λαοί, με πολιτισμούς πανάρχαιους, λίκνα του Δυτικού και Ασιατικού πολιτισμού, που στην ουσία δεν «συναντήθηκαν» ποτέ. Εντούτοις, παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες, που εντυπωσιάζουν, τις οποίες ανιχνεύει ο Ιωάννης Σταθογιάννης, στο βιβλίο- λεύκωμα «Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα«. Πρόκειται για μία δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και κινεζικά), «καρπός» συνεργασίας μεταξύ των εκδόσεων «Helm», με έδρα την Αθήνα, και τον μεγάλο Κινέζικο εκδοτικό οίκο «Guang Dong Publishing House». 

Η συγγραφική αυτή προσπάθεια, μέσα σε εκατό εικονογραφημένες σελίδες, παρουσιάζει γνωστούς μύθους, ήρωες, λαογραφικά στοιχεία, αλλά και ιστορικά πρόσωπα των δύο λαών, όπως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αρχαίων πολιτισμών τους, ως ένα πολιτιστικό ταξίδι Ελλάδας-Κίνας, που στόχο έχει να συμβάλλει στην καλλιέργεια των διμερών πολιτιστικών σχέσεων.

 

Η θεά Τσανκ Ε, ο μύθος της οποίας παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το δικό μας μύθο της Πανδώρας.

«Είναι ωραίο να είσαι ταξιδιώτης: ταξιδιώτης του χρόνου, των Μύθων και των Ηρώων, της Ιστορίας, ταξιδιώτης του ίδιους σου του εαυτού», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο 33χρονος συγγραφέας, ο οποίος ασχολείται με την καταγραφή και την διάσωση μύθων, με σκοπό την κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού από την παγκόσμια κοινότητα. 

«Ήθελα το βιβλίο μου αυτό να είναι ένα αναγνωστικό και αισθητικό ταξίδι στους δύο πολιτισμούς. Γι΄ αυτό και προσπάθησα να συμπεριλάβω στο βιβλίο μου τους σημαντικότερους μύθους και θρύλους, καθώς και κάποιες από τις μεγάλες μορφές και γεγονότα που άλλαξαν την ιστορία των δύο λαών. Εξετάζω, επίσης, τα κοινά χαρακτηριστικά κατά την αρχαιότητα, καθώς και τα πολιτιστικά και πνευματικά ρεύματα που ξεπήδησαν από τις χώρες αυτές και εν τέλει διαμόρφωσαν τον Δυτικό και Ανατολικό τρόπο σκέψης», σημειώνει.

Πώς ξεκίνησε η όλη προσπάθεια; Αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2007, στην Κίνα (στα αγγλικά και τα κινεζικά), με τον τίτλο «Πολιτιστικό Ταξίδι μεταξύ Ελλάδας και Κίνας» (Cultural Travelling between Greece and China), στάθηκε η παρατηρητικότητα του κ. Σταθογιάννη. Με την ιδιότητα του ειδικού σε ψηφιακές μορφές Τέχνης και δη, στην κίνηση της εικόνας, βρέθηκε στην Καντόνα, το 2006, για να διδάξει στο Τμήμα Πληροφορικής και Οπτικοαουστικών Μέσων στο Raffles Education Corporation Singapore, Raffles LaSalle Institute. Εκεί, νεοφερμένος ακόμη, έκπληκτος εντόπισε τον ελληνικό μαίανδρο, σε διάφορα σημεία της πόλης της Καντόνα, σε αρχαία και σύγχρονα κτήρια, ακόμα και σε σκεύη και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. 

Η μυθική κινέζα θεά Νιου Γουάα, μητέρα των ανθρώπων.

«Έτσι, αποφάσισα να ασχοληθώ εκτενώς με τη κινέζικη μυθολογία, όπου ανακάλυψα κοινές προσεγγίσεις με την ελληνική», σημειώνει ο κ. Σταθογιάννης. Και συνεχίζει: «Δεν ήταν εύκολη υπόθεση για μένα, που οι γνώσεις μου για τον κινεζικό πολιτισμό θα έλεγα ότι ήταν μηδενικές, ήθελα όμως να μάθω περισσότερα. Έπρεπε να κατανοήσω, όσο περισσότερο μπορούσα, τον πανάρχαιο αυτό πολιτισμό και έπειτα από αρκετό διάβασμα κατάφερα να εντοπίσω και να καταγράψω κάποιες ομοιότητες με τον ελληνικό πολιτισμό». 

Προτού προχωρήσει στην πρώτη αγγλο-κινεζική έκδοση, το 2007, ο κ. Σταθογιάννης φρόντισε να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη τριών επιστημόνων από την Ελλάδα και από το Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, της αρχαιολόγου Σταυρούλας Βραχιονίδου, και των καθηγητών Duan Jifang και Cai Jianhua, που επεξεργάστηκαν τα κείμενα. 

 

Παν Γκου, ο κινέζος Θεός της δημιουργία του Κόσμου.

Στα οκτώ κεφάλαια του εικονογραφημένου βιβλίου (Γένεσις, Θεοί, Θρύλοι και Μύθοι, Ήρωες, Νικηφόροι Στρατηγοί, Διανοητές και Ποιητές, Επικοί Πόλεμοι, Αθλήματα και Παιχνίδια), ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα σύντομα, γραμμένα σε κατανοητή γλώσσα, κείμενα και να διαβάσει- μεταξύ άλλων- για τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Κινέζο Αυτοκράτορα Τσιν Σιι Χουάνγκ, τον Σωκράτη και τον Κομφούκιο, τον Όμηρο και τον μεγαλύτερο ποιητή της περιόδου των Πολέμων των Επαρχιών (475-221, π.Χ.), Κιου Ουάν, κ.ά. 

Η έκδοση γίνεται ακόμη πιο ελκυστική με την εικονογράφηση, που επιμελήθηκε έτσι ώστε να προσεγγίζει, με έναν μοντέρνο τρόπο, τους αναγνώστες. Για την ελληνο-κινεζική έκδοση, εξασφαλίστηκε η συνεργασία των βραβευμένων σχεδιαστών του παιχνιδιού «Ήρωες στη Μυθική Ελλάδα» (Γιάννη Ρουμπόλια, Χρήστο Μαρτίνη και Αλέξανδρο Καραγιαννόπουλο), ενώ τα σχέδια της κινεζικής μυθολογίας, υπογράφουν οι Cyrus Zhang και Oru Kabir. Το βιβλίο προλογίζει ο πρόεδρος του Ελληνοκινεζικού Επιμελητηρίου, Κωνσταντίνος Γιαννίδης. 

 

Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα", στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Από αριστερά προς δεξιά: Ιωάννης Σταθογιάννης, ο Qin Ying, διευθυντής του κινεζικού εκδοτικού οίκου "Guang Dong Publishing House", ο εκδότης Γιώργος Γιανναδάκης και ο συγγραφέας Πάνος Σταθόγιαννης.

Στην παρουσίαση της ελληνο-κινεζικής έκδοσης , «Μύθοι και Ήρωες στην Αρχαία Ελλάδα και Κίνα», στο πλαίσιο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, όπου τιμώμενη χώρα ήταν φέτος η Κίνα, μίλησαν ο Ιωάννης Σταθογιάννης, ο συγγραφέας Πάνος Σταθόγιαννης, ο εκδότης Γιώργος Γιανναδάκης, όπως και ο Qin Ying, διευθυντής του κινεζικού εκδοτικού οίκου «Guang Dong Publishing House».

Αξίζει να αναφερθεί ότι, η πρώτη αγγλο-κινεζική έκδοση εξαντλήθηκε πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου 2008 και ο εκδοτικός οίκος προχωρά σε ανατύπωση. 

Διαμαντένια Ριμπά (http://culture.ana-mpa.gr)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »