Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Ετήσια Εορτή του Συλλόγου Αργείων  «Ο ΔΑΝΑΟΣ»


 

Την  Πέμπτη  3  Μαΐου  2012,  Εορτή του  Αγίου Πέτρου Επισκόπου και Πολιούχου Άργους του Θαυματουργού, και  Προστάτου του «ΔΑΝΑΟΥ», ο Σύλλογος  Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ» τελεί την ετήσια  Εορτή του. Την ημέρα της   Εορτής και ώρα 11.15΄ π.μ. ο Σύλλογος θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο μέγαρό του Αρχές, Συλλόγους, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές, με ειδικό εορταστικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει:

«Χριστός Ανέστη» και Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.

– Προσφώνηση του Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.

– Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.

– Απονομή τιμητικών διακρίσεων.

– Χαιρετισμός από τον Εκπρόσωπο του Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων «Ο ΑΤΡΕΥΣ» και βράβευση επιτυχόντων μαθητών στα Α.Ε.Ι.

– Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Άργους σχολικού έτους 2010-2011 από τον Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

Τον Πανηγυρικό της εορτής  θα εκφωνήσει: Ο κ. Απόστολος Νικολαϊδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

 

Απονομή τιμητικών διακρίσεων –  Έπαινοι

  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ.αριθ. 3 /19. 3. 2012,  πράξη του Δ.Σ., θα απονείμει την τιμητική διάκριση του Συλλόγου, ήτοι το  μετάλλιο της  100/ ετηρίδος του, μετά τιμητικού διπλώματος, στον Αιδεσιμολογιώτατο  π. Κωνσταντίνο Σχοινοχωρίτη για την επί δεκαετίες ευγενή και γόνιμη παρουσία και  προσφορά του στην πόλη του Άργους, με την ακούραστη, πνευματική και κοινωνική του συνεχή παρέμβαση για την στήριξη της Ορθόδοξης Πίστης.
  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ. αριθ. 4/ 26. 3. 2012 πράξη του Δ.Σ. , θα απονείμει έπαινο στην ομάδα του Ά Λυκείου Άργους, για την κατάκτηση του Πανελληνίου Σχολικού  πρωταθλήματος Χειροσφαίρισης ( Handball ) Ελλάδος μεταξύ Λυκείων, σχολικού έτους 2011-2012, διάκριση που αντανακλάται και στην πόλη ολόκληρη και καταδεικνύει ευγενές φρόνημα και υψηλό βαθμό αξιότητας, όλων των συντελεστών της μεγάλης αυτής επιτυχίας.  Θα παραστούν, ο προπονητής  κ. Δημήτρης Δημητρούλιας, ο Λυκειάρχης του  Α΄ Λυκείου Άργους κ. Νικόλαος Κουγιάς και οι παίκτες της ομάδας. 

Η  Εορτή θα κλείσει με την απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον Σύλλογον Δαναόν» και τον «Ύμνο του Άργους» από την Δημοτική Χορωδία Άργους  «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ».

 

Read Full Post »

Ταρατόρης Νικόλας (1954-2021)


 

Νικόλας Ταρατόρης

Είχε σπουδάσει θέατρο στο Κολέγιο Αθηνών Π.Ε.Ε. (Ελληνοαμερικάνικο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα-Κολέγιο Ψυχικού), στο Θέατρο των Αλλαγών και ήταν ακροατής στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν.

Είχε κάνει Φωνητική-Τραγούδι με τον Αντόνιο Αρμάνι, Ορθοφωνία- Αγωγή της φωνής με το Νίκο Παπακωνσταντίνου, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό με τον Ευδόκιμο Τσολακίδη, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό-Κίνηση – Τεχνική με τον Ηλία Ασπρούδη και Σκηνοθεσία-Υποκριτική με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη και το Στάθη Λιβαθινό.

Είχε παρακολουθήσει τα σεμινάρια:

Αρχαίο Δράμα, Νταντά και Σουρεαλισμός, το Ευρωπαϊκό και το Σύγχρονο Ευρωπαϊκό Θέατρο, Ακμή και Παρακμή του Αστικού Θεάτρου, Ρεπερτόριο, το Παράλογο και η Πτώχευση της Λογικής, το Επικό και η Θεωρία της Αποστασιοποίησης, Ανάλυση και Εσωτερική Ανάλυση Θεατρικού Κειμένου, Αλλαγή των Ταυτοτήτων στο Θέατρο της Αβεβαιότητας, από το Επικό Θέατρο στο Θέατρο της Προπαγάνδας, το Κίνημα του Εναλλακτικού Θεάτρου, Ακινησία και Λόγος στο θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, ο Μετεωρισμός της Ύπαρξης, Ενδυματολογία-Σκηνογραφία-Μουσική-Φωτισμός στα Σύγχρονα Σκηνοθετικά Ρεύματα,  Μακιγιάζ και Φωτισμός με τους Σωτήρη Τσόγκα, Ελένη Καραμπέτσου, Κώστα Φαρμασώνη, Κερασία Σαμαρά, Ηρακλή Λογοθέτη, Κατερίνα Καμπανέλλη, Θόδωρο Τερζόπουλο, Πλάτωνα Ανδριτσάκη, Αντώνη Παναγιωτόπουλο, Σωτήρη Χατζάκη, Νίκο Αρμάο κ.α.

 

Πρόβες στο Αρχαίο Θέατρο Άργους για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε συνεργασία με το «Διάζωμα». Σε πρώτο πλάνο, Αντώνης Σιούτος, Νικόλας Ταρατόρης.

 

Είχε συμμετάσχει ως ηθοποιός ή είχε σκηνοθετήσει έργα των:

Ιάκωβου Καμπανέλλη, Παύλου Μάτεσι, Μποστ, Γιάννη Ρίτσου, Δημήτρη Ψαθά, Σωτήρη Πατατζή, Κώστα Πρετεντέρη, Γρηγόριου Ξενόπουλου, Πάνου Αναστασόπουλου, Κώστα Μουρσελά, Ηλία Καπετανάκη, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Άρθουρ Μίλλερ, Ευγένιου Ιονέσκο, Άντον Τσέχοφ, Στάνισλαβ Στρατίεβ, Σεραφείμ & Ιωακείμ Κιντέρο, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Αλέξανδρου Κασόνα, Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  Νικολάι Γκόγκολ, Ουίλιαμ Γκίμπσον, Ντάριο Φο, Μπ. Μαρί – Κολτές κ.α.

Είχε σκηνοθετήσει το λαϊκό ορατόριο «Το Άξιον Εστί» των Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη, με διευθυντή ορχήστρας και χορωδίας τον Γιάννη Νόνη και με την συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ.

Είχε σκηνοθετήσει και δραματοποιήσει πεζά και ποιήματα των Γιάννη Ρίτσου, Πέτρου Πικρού, Τάκη Δόξα, Κώστα Καρακάση, Κώστα Σπηλιώτη, Νάντιας Δανιήλ, Γιάννη Ρηγόπουλου, Άγγελου Αντωνόπουλου, Φώτη Μότση, Κατερίνας Παπανδριανού, Βαγγέλη Κλαδούχου, Άννας Καραβάνου, Σπύρου Καραμούντζου, Μαρίας Βελιζιώτη, Δήμητρας Στεφανοπούλου, Ελένης Σκούμπη, Δέσποινας Πενέση, Βασιλικής Πιπέρου, Φώντα Σταυρόπουλου, κλπ. και είχε κάνει παρουσίαση του αφιερώματος «Ευάλωτη γη» της  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

 

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Είχε σκηνοθετήσει και παρουσιάσει αφιερώματα για τους Νίκο Καββαδία, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Μανώλη Χιώτη, Βασίλη Τσιτσάνη κλπ. Είχε παρουσιάσει επίσης, το αφιέρωμα για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου με το δρώμενο «Ο Πόντος Ματώνει» με τη Σοφία Κακαρελίδου. Είχε συμμετάσχει στο χοροθεατρικό δρώμενο «Ο θάνατος του φιλόσοφου» της Μαρίας Κέκκου με την ερευνητική ομάδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Δρυός Τόποι».

Είχε διοργανώσει με το Πνευματικό Κέντρο και το Δημοτικό Θέατρο Άργους ημερίδα με θέμα «Γνωριμία με το Θέατρο» και εισηγητές τους Ρίβα Λάββα, Άση Δημητρουλοπούλου, Κωνσταντίνο Ζαμάνη (διδάσκοντες του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου) και τον Ηρακλή Λογοθέτη, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου & Χορού.

Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης της «Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης», μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αιγυπτιολογίας και της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Τεχνών Ιχνηλάτες» και ήταν μέλος του Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους. Ήταν τακτικό μέλος (director) του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της UNESCO.

Ο Νικόλας Σοφ. Ταρατόρης ήταν παντρεμένος με την Πίνκα Νάντη και πατέρας δύο γιων.

Απεβίωσε τη Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021, σε ηλικία 67 ετών. Για αρκετά χρόνια έδινε μάχη με την «επάρατη νόσο».

Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Τέταρτη  20 Ιανουαρίου 2021 στις 3.30 μ.μ.  στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους. Η ταφή έγινε στον κοιμητηριακό ναό Αγίου Νικολάου Άργους.

 

Το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη

 

Κανένα έργο επί σκηνής δεν έχει καταφέρει να αναπαραστήσει το θάνατο με τρόπο που να πλησιάζει κάπως αυτή τη μεγάλη στιγμή από το χώρο του μυστηρίου. Κι όμως με αμέτρητους τρόπους αναφέρεται, μνημονεύεται, παρουσιάζεται σκηνικά, οργανώνει τη δράση των ηθοποιών, αναπαράγει τη δύναμη των συμβολισμών και προσφέρει στους θεατές το αποτέλεσμα ενός τέλους τραγικού, λυτρωτικού και ίσως αναπόφευκτου. Εκείνο που δεν μπορεί να συλλάβει και πολύ περισσότερο να αποδώσει είναι η πνευματικότητα της στιγμής και της αιωνιότητας. Εκείνο το πέρασμα στον άλλο κόσμο, τον αόρατο, που σημαδεύει την καθημερινότητά μας, συμμετέχει έντονα στις παραδόσεις μας, αλλά μας διαφεύγει το νόημα του αναλλοίωτου που σηματοδοτεί. Ίσως, η μοναδική στιγμή να τον προσεγγίσουμε βαθύτερα είναι όταν ένας άνθρωπος της τέχνης αρχίζει ακριβώς το πέρασμα σ’ αυτό το αιώνιο και αναλλοίωτο. Κι αυτό γιατί ο ίδιος έχει ψηλαφίσει με την τέχνη του το θάνατο, έχει δαμάσει τους συμβολισμούς του και μένει να έρθει η στιγμή να διαβεί στον κόσμο του μυστηρίου ολοκληρώνοντας μονάχος του, χωρίς κοινό, την τελευταία και σπουδαιότερη σκηνή του σεναρίου.

Ο Νικόλας Ταρατόρης σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά ρυθμίζει μια τελευταία φορά τους προβολείς που θα φωτίσουν το δρόμο για το μεγάλο του ταξίδι. Ερωτευμένος με το θέατρο, σκηνοθέτης, τεχνικός, βαφέας, μεταφορέας, πέρα και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της δράσης και της προσφοράς, σημάδεψε με την παρουσία του τον πολιτισμό στην Αργολίδα και έφερε το θέατρο κυρίως, αλλά και τη μουσική, την ποίηση και τη λογοτεχνία, κοντά σε όλους. Άνθρωπος του λόγου και του κειμένου, κατάφερνε να ζωντανεύει τις λέξεις και να τις κάνει να γεμίζουν τους χώρους, να δημιουργούν συναισθήματα και να μοιράζεται με τους συνεργάτες και το κοινό του τον πλούτο τους.

Σε διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και τους άλλους, αναζητούσε μαζί τους το νόημα του λόγου και της (θεατρικής) πράξης καθώς δούλευε το ένα ή το άλλο σενάριο, καθώς σκεφτόταν το στήσιμο μιας σκηνής, καθώς δινόταν παθιασμένα στην πραγματοποίηση μιας παράστασης, καθώς σκεφτόταν τα πρόσωπα, τα λόγια τους, την κίνησή τους και τα έκανε δικά του λόγια και κίνηση. Είμαι απολύτως σίγουρος πως όσο προετοίμαζε το τελευταίο του ταξίδι, τόσο ο διάλογος με τον εαυτό του γινόταν έντονος για όσα πέρασε και όσα θα μελλούμενα θα δει. Ταυτιζόταν με τη θέση του γέροντα του «Μαράν Αθά» και τον παθιασμένο εσωτερικό του διάλογο, μια εκπληκτική παράσταση – θα το θυμίσω – που πρόσφερε στο αργολικό κοινό και που ίσως δεν θα είχαμε δει ποτέ.

Αν πρέπει να δώσουμε ένα περίγραμμα για το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη στη ζωή, αυτό θα είχε δυο σημεία: το ρόλο που έπαιξε η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση στα πολιτιστικά δρώμενα της Αργολίδας και τις δυνατότητες έκφρασης που προσέφερε σε δεκάδες νέους ανθρώπους αυτού του τόπου.

Ως προς το πρώτο, ας σκεφτούμε αρχικά τις δυο θεατρικές σκηνές που οργάνωσε ο Νικόλας στο Άργος. Δυο σκηνές για το θέατρο, δυο σκηνές στέκια για τον πολιτισμό. Θίασος και χορωδία, κινηματογράφος και εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες με εκατοντάδες δράσεις, παραστάσεις, συναυλίες, κοινές παρουσιάσεις, στην Αργολίδα και έξω από τα αργολικά σύνορα. Και μόνο το «Άξιον Εστί» ένα έργο που φαινόταν ακατόρθωτο να παρουσιαστεί για τα μέτρα ενός τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, αποτελεί μια μεγάλη προσωπική και συλλογική επιτυχία για την Πρόταση που ταξίδεψε στην Αργολίδα, την Αθήνα και αλλού.

«Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» ήταν μια άλλη ξεχωριστή κοινή (θίασος και χορωδία) επιτυχία που καταγράφεται σ’ εκείνες ενός μεγάλου λαϊκού κοινού στους Στρατώνες του Καποδίστρια. Φυσικά δεν θα παραλείψω να σημειώσω τη συνεργασία της Πρότασης με το Διάζωμα και τις δυο μεγάλες επιτυχημένες παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Όπως επίσης δεν θα παραλείψω να σημειώσω την μοναδική για τα αργολικά και ευρύτερα ελληνικά χρονικά της παρουσίασης της «Αποκάλυψης του Ιωάννη» μέσα στο ναό του Αγ. Πέτρου.

Όμως, πέρα από αυτές τις σημαντικές επιτυχίες, η μεγαλύτερη απ’ όλες ήταν πως Έλληνες και ξένοι δημιουργοί παρουσιάστηκαν ακόμη και στο πιο μικρό χωριό και έφεραν τον κόσμο στη θέση του θεατρόφιλου κοινού που γευόταν μια πραγματική τέχνη και του δινόταν η ευκαιρία μιας ποιοτικής ψυχαγωγίας. Δεκάδες ώρες δουλειάς μέχρι τη στιγμή που φορτώνονταν τα σκηνικά και οι ενδυμασίες σ’ ένα φορτηγάκι και σε 2-3 αυτοκίνητα για να φτάσει ο Νικόλας και οι συνεργάτες του στην Αλέα, στη Καρυά, στον Αχλαδόκαμπο, στο Άστρος και αλλού, να τα στήσουν για να παρουσιάσουν την παράσταση στους κατοίκους. Εθελοντικά, με αγάπη για τους κατοίκους, με έρωτα για το θέατρο και με ειλικρινή πρόθεση για προσφορά.

Η δεύτερη μεγάλη προσφορά του Νικόλα Ταρατόρη είναι η πόρτα που άνοιξε σε δεκάδες νέους ανθρώπους κυρίως, που αγκάλιασαν την Πρόταση και ανακάλυψαν στη θεατρική σκηνή προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες, που ίσως να μην είχαν ποτέ φανταστεί. Η Πρόταση υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο έκφρασης για όλες και όλους. Ένα στέκι όπου ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες για πρόβες, φούντωναν οι συζητήσεις για το έργο, έμπαιναν προβληματισμοί, αναλύονταν κινήσεις, εκφράζονταν γνώμες. Το μυαλό δούλευε, η καρδιά άνοιγε, η γλώσσα εκφραζόταν. Φυσικά, η χαρά ήταν απερίγραπτη όταν από μια γεμάτη αίθουσα ο θίασος και ο σκηνοθέτης του εισέπρατταν θερμά παρατεταμένα χειροκροτήματα. Κι έπειτα, ο Νικόλας αναζητούσε στους ντόπιους δημιουργούς τα στοιχεία μιας τοπικής πολιτιστικής παραγωγής για να τα αναδείξει και μαζί τους να αναδείξει τις δυνατότητες τους ίδιου του τόπου.

Ίσως και να μην έγινε απολύτως κατανοητό το έργο του Νικόλα Ταρατόρη και της «Πρότασης». Μερικοί το εκμεταλλεύτηκαν για λόγους δημόσιας προβολής, χωρίς να αναλάβουν απλές, μικρές δεσμεύσεις στήριξης ενός τόσο σημαντικού φορέα. Γι’ αυτό και ο Νικόλας και όλοι στην πρόταση αγωνιούσαν και πάλευαν για τα απολύτως αναγκαία, το ενοίκιο, το ηλεκτρικό…. Η ψυχή τους μπορούσε να κάνει όλα τα υπόλοιπα, τα μεγάλα και ουσιαστικά: να προσφέρει μια πραγματική τέχνη και μια μοναδικά ποιοτική ψυχαγωγία. Ακόμη και στις πρωτοχρονιάτικες πίτες! Ακόμη και στα τσικνίσματα της Τσικνοπέμπτης! Ακόμη και στους αποκριάτικους χορούς!

Είναι φρικτό να φεύγεις όταν έχεις ακόμη πολλά να δώσεις γύρω σου. Όμως κανείς δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτό που είναι γραφτό να γίνει. Τέτοιες μέρες προετοιμάζαμε την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Πρότασης. Την ευχή την έδινε τελευταία ο παπα-Γιώργης Σελλής μαζί με τις χαρούμενες ατάκες του. Έμελλε και σ’ εκείνον να συνοδέψει το Νικόλα Ταρατόρημε τα λόγια της εξοδίου ακολουθίας:

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ πάντα τὰ ἐγκλήματα.

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.

Καλό ταξίδι Νικόλα. Όσο είμαστε όρθιοι θα σε μνημονεύουμε για να παίρνουμε θάρρος και δύναμη από τη δική σου απλότητα και προσφορά. Σε περιμένουν πολλές και πολλοί που έφυγαν και θα καθίσουν ξανά πλάι σου στο γιορτινό τραπέζι. Καλό ταξίδι.

 

Επικήδειος

Γεωργίου Κόνδη

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τομπάζης Ιάκωβος ή Γιακουμάκης (1782-1829): ο ναύαρχος της Ύδρας το πρώτο έτος της Επανάστασης


 

Ιάκωβος Τομπάζης, ξυλογραφία, Πανδώρα (1854-1855) σ. 12. «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Φιλικός και ναύαρχος της Ύδρας μόνο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ο Ιάκωβος ή Γιακου­μάκης Τομπάζης αποτελεί – όπως και ο αδελφός του Μανώλης- σημαντική προσωπικότητα του ναυ­τικού αγώνα του Εικοσιένα. Η οικογένεια Τομπάζη ή Τουμπάζη, από τις αρ­χαιότερες της Ύδρας, εγκαταστάθηκε στο νησί το 1668, προερχόμενη από τα Βουρλά της επαρχίας Σμύρνης. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Γιακουμάκη και ο τελευταίος που το έφερε (μέχρι το 1816) ήταν ο προεστός Νικόλαος Γιακουμάκης, πατέρας των δύο αδελφών Ιακώβου (1782-1829) και Μανώλη (1784-1831). Το επώνυμο Τουμπάζης προήλθε από ένα είδος πλοίου των αδελφών, που ονομαζόταν τουμπάζι, σύμφωνα με τη γνωστή συνήθεια και άλλων οικογενειών της Ύδρας. Τα δύο αδέλφια έλαβαν τα εγκύκλια γράμματα στην Ύδρα, αλλά από μικρή ηλικία ακολούθησαν το ναυτικό βίο.

Κατά τον Αναστάσιο Γούδα και οι δύο ήταν «λίαν φιλομαθείς, φιλόκαλοι και περίερ­γοι», παρατηρητικοί και προοδευτικοί και «προηγούντο εις πάσας επί το βέλτιον μεταρρυθμίσεις, είτε των υδραϊκών πλοίων είτε του είδους του βίου εί­τε του καλλωπισμού των οικιών και των ενδυμά­των».

Ως χαρακτήρες ήταν διαφορετικοί. Ο μεν Μανώλης (ο οποίος στις 23 Απριλίου 1823 διορίστηκε αρμοστής της Κρήτης) διακρινόταν για τη δραστη­ριότητα και το επιχειρηματικό του πνεύμα, προσό­ντα χάρη στα οποία αποκτήθηκε το μεγαλύτερο μέ­ρος της περιουσίας τους, ενώ ο Ιάκωβος ήταν πρά­ος, υπομονετικός και υπεύθυνος, αλλά δεν διέθετε ηγετικές ικανότητες. Κατά τα πολλά τους ταξίδια και τη συναναστροφή τους με μορφωμένους Ευρω­παίους είχαν γνωρίσει το δυτικό πολιτισμό και έ­χαιραν της εκτιμήσεως πολλών φιλελλήνων, οι ο­ποίοι επισκέπτονταν τότε την Ελλάδα και μάλιστα φιλοξενούνταν στο σπίτι τους. Ο Ιάκωβος επίσης είχε πολύ καλές για την εποχή του γνώσεις στη ναυτική και ναυπηγική τέχνη, όπως διαπιστώνεται από τα χειρόγραφά του.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Ο Ιάκωβος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 και είχε συνεργασία με τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, όπως διαπιστώνεται από τη σω­ζόμενη αλληλογραφία του με τους Αλέξανδρο Υψηλάντη, Παναγιώτη Μπόταση, Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσσα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κ.ά. Από τη στιγμή που στην Ύδρα κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Ιάκωβος -όπως και ο αδελφός του- ένωσε τις δυνάμεις του και διέθεσε τα πλοία της οικογένειας στον κοινό αγώνα. Με απόφαση όλων των Υδραίων πλοιάρχων ορίστηκε αρχηγός του υδραίικου στόλου και στις 28 Απριλίου πάνω στη ναυαρχίδα του «Θεμιστοκλής» ορκίστηκε «εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του Έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιότιμων καπεταναίων της πατρίδος Ύδρας». Ακολούθησε η επιχείρηση εξέ­γερσης της Χίου, η οποία όμως δεν είχε το αναμε­νόμενο αποτέλεσμα.

Ένα μήνα αργότερα ο ναύαρ­χος Τομπάζης βρισκόταν μαζί με τις μοίρες των άλλων δύο ναυτικών νησιών στο βορειοανατολικό Αιγαίο για να εμποδίσει ενδεχόμενο απόπλου του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια. Στις αναμε­τρήσεις αυτές με τα εχθρικά και καθ’ όλα ισχυρότε­ρα πλοία διαπιστώθηκε η αδυναμία των μικρών ελ­ληνικών και τότε -πάλι στη ναυαρχίδα του Το­μπάζη «Θεμιστοκλής»- αποφασίστηκε για πρώτη φορά η χρήση των πυρπολικών, που είχε τα γνωστά θετικά αποτελέσματα. Η επιτυχής επίθεση του Ψαριανού Παπανικολή τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 στην Ερεσό αποτελεί το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα του Αγώνα που ενθάρρυνε τον ενωμένο ελληνικό στόλο τόσο ώστε την επομένη έτρεψε σε φυγή τον έντρομο τουρκικό.

Η εκδικητική μανία των Τούρκων στράφηκε στις Κυδωνίες και στη γνωστή καταστροφή της πόλης τον Ιούνιο, όπου έσπευσε ο Τομπάζης για να σώσει τον άμαχο πληθυσμό της. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη ναυ­τική εκστρατεία διάσωσης της Σάμου, όπου ο οθω­μανικός στόλος επιχείρησε την πολιορκία του επα­ναστατημένου νησιού. Το φθινόπωρο θα συμμετά­σχει στις επιχειρήσεις στα δυτικά παράλια της Πε­λοποννήσου και στον Κορινθιακό κόλπο, ενώ στο εξής την ηγεσία του υδραίικου στόλου θα αναλάβει ο Μιαούλης, με τον οποίο ο Ιάκωβος Τομπάζης εί­χε συγγενικούς δεσμούς, αφού η κόρη του είχε πα­ντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του Μιαούλη, τον Δη­μήτρη. Ο Τομπάζης έκτοτε θα συμβάλει με κάθε τρόπο στον Αγώνα, διακρινόμενος για τη νηφαλιότητα, την πραότητα και την ηρεμία του χαρακτήρα του. Απεβίωσε το 1829 στην Ύδρα.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Σμόλεντς ή Σμολένσκης Νικόλαος (1838- 1919)


 

Νικόλαος Σμόλεντς (1838- 1919)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1838 στην Αθήνα. Ήταν γιος του υποστράτηγου και πολιτικού Λεωνίδα Σμόλεντς, που γεννήθηκε στην Πολωνία από γονείς Έλληνες της Μοσχόπολης Μακεδονίας και ήλθε στην Ελλάδα το 1825 και μεγαλύτερος αδελφός του ήρωα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, Κωνσταντίνου Σμόλεντς.

Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία απεφοίτησε το 1860 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού και συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Επανερχόμενος στην Ελλάδα κατατάχθηκε στο πυροβολικό ως αξιωματικός.

Το 1862 συμμετείχε στην Ναυπλιακή Επανάσταση κατά του Όθωνα. Υπήρξε στενός συνεργάτης των αρχηγών της Επανάστασης Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου. Όταν τα βασιλικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Χαν έφτασαν προ των πυλών της πόλης του Ναυπλίου, ο Σμόλεντς συμφώνησε με την γνώμη του Μίχου να ζητηθεί από τον Όθωνα γενική αμνηστία προκειμένου να παραδοθεί ειρηνικά η πόλη.

Ο Σμόλεντς μαζί με 18 ακόμη επαναστάτες στρατιωτικούς και πολιτικούς εξαιρέθηκε από την αμνηστία και ακολούθησε τον δρόμο της αυτοεξορίας αφού προηγουμένως είχε συνυπογράψει την παράδοση του Ναυπλίου στον Χαν

Αργότερα, μετά την επάνοδό του από την εξορία και έχοντας ως παρακαταθήκη την συμμετοχή του στην Ναυπλιακή Επανάσταση αναμίχτηκε στην πολιτική. Το 1895 εκλέχτηκε βουλευτής Αίγινας επί κυβερνήσεως Θ. Δηλιγιάννη και ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών από το οποίο παραιτήθηκε μετά δύο χρόνια γιατί διαφώνησε στην αποστολή στρατού στην Κρήτη.

Διετέλεσε καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής και Διοικητής της Μεραρχίας Στρατού της Ηπείρου το 1897. Αποστρατεύθηκε την 12 Ιουλίου 1905. Πέθανε το 1919 σε ηλικία 81 ετών.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η ελληνίδα μαντάμ Ρολάν


 

Μια αναστατική έκδοση στα πλαίσια του εορτασμού των 150 χρόνων της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 από την «ΑΛΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ».  Η  πρώτη έκδοση έγινε το 1997 από τη μη κερδοσκοπική εταιρία «ΑΠΟΠΕΙΡΑ» και περιλαμβάνει ένα βιογραφικό κείμενο του Μιχαήλ  Λαμπρυνίδη για την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου από το ημερολόγιο του Σκόκου του 1904, και ένα κείμενο για την υποδοχή της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στην Αθήνα μετά τα γεγονότα στο Ναύπλιο και την έξωση του Όθωνα, του Α. Πετσάλη και αυτό από το ημερολόγιο του Σκόκου του 1917.

 

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, είναι μία από τις γοητευτικότε­ρες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Από το 1826 που εγκαθίσταται στο Ναύπλιο ως μνηστή και αργότερα ως σύζυγος του Πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου Σπύρου Παπα­λεξοπούλου, θα ζήσει όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής από πολύ κοντά και ως ένα βαθμό θα τα επηρεάσει.

Προικισμένη με ευφυΐα και σπάνια μνήμη ευτύχησε να σπουδά­σει στην Ιταλία, σε μια εποχή που όχι μόνο οι γυναίκες αλλά και οι περισσότεροι άνδρες ήταν παντελώς αγράμματοι. Όμως ο σπόρος των γραμμάτων βρήκε στη νεαρή Καλλιόπη το πιο γόνιμο έδαφος και φύτρωσε μαζί με το σπόρο που είχε ρίξει η Γαλλική Επανάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Έτσι ο φλογερός χαρακτήρας της νεαρής Καλλιόπης με τα πατριωτικά αισθήματα σφυρηλατήθηκε από ανθρωπιστικά και φιλελεύθερα πολιτικά ιδεώδη που καθόλου δεν άργησε να εκδηλώσει έμπρακτα στην τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας.

 

Η ελληνίδα μαντάμ Ρολάν

 

Το σαλόνι της έγινε κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και η ίδια αναδείχτηκε σε διακριτική πρωταγωνίστρια που συγκινούσε τα πλήθη αλλά και ενοχλούσε με την καθαρότητα των ιδεών της και τις δημοκρατικές της πεποιθήσεις. Οι ελπίδες της για ευνομούμενο κράτος και ισοπολιτεία διαψεύστηκαν και από τον πρώτο Κυβερνήτη και από τον Όθωνα.

Χήρα πια, το 1862, θα γίνει στο Ναύπλιο η ιεροφάντης της επαναστατικής προετοιμασίας εναντίον του Όθωνα μεταδίδο­ντας τις ιδέες της σε πολλές κυρίες του Ναυπλίου και τη νεολαία. Κι έξω από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος εκφωνώντας από το μπαλκόνι της πύρινο λόγο, θα εμψυχώσει τον εξεγερμένο στρατό και λαό τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου για να αναδειχθεί σε «Μητέρα της Ναυπλιακής Επανάστασης» ή κατ’ άλλους σε «Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν».

Κατέκτησε το θαυμασμό και το σεβασμό εχθρών και φίλων και η συμβολή της στην έξωση του Όθωνα αναγνωρίστηκε επίσημα από την Ελληνική Βουλή του 1862. Τελείωσε το μακρό της βίο στο αγαπημένο της Ναύπλιο ξοδεύοντας και την τελευταία δεκάρα της για την ανακούφιση των φτωχών και των δυστυ­χισμένων.

Αρκετοί σύγχρονοί της και μεταγενέστεροι ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα και το έργο της Παπαλεξοπούλου. Ανάμεσα στα δημοσιεύματα ξεχωρίζουν το ιστόρημα του Θ. Βελλιανίτη «Η Μητέρα της Επαναστάσεως» από τη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» 1926, του Σπύρου Δεβιάζη «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου – το γένος Καλαμογδάρτη» από το περιοδικό «Ελληνική Επιθεώρηση» 1913 και του Α. Ν. Πετσάλη «Η Υποδοχή της Κυρά Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου εις Αθήνας» από το ημερολόγιο του Κ. Φ. Σκόκου 1917. Την πληρέστερη όμως βιογραφία της έχει γράψει ο Μ. Γ. Λαμπρυνίδης με τίτλο «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898)» και διασώζεται στο Ημερολόγιο του 1904 του Κ. Φ. Σκόκου.

Απόπειρα

 Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία λειτουργεί στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.  Ο Jean – Baptiste Hilaire συνόδεψε τον κόμη Choiseul Gouffier  στο ταξίδι του στην Ελλάδα στα 1776-1777.  

 

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.

 

Η Αφροδίτη Κουρία στο έργο της «Το Ναύπλιο τον Περιηγητών», Αθήνα, 2007, σημειώνει: Ο Hilaire, παρά τη φροντίδα του να ανατυπώσει τις διάφορες οχυρώσεις του Ναυπλίου, αυθαιρετεί στην απεικόνιση της πόλης. Οι ενδυμασίες, εξάλλου, στο πρώτο πλάνο δεν έχουν σχέση με τις παραδοσιακές ενδυμασίες τις περιοχής.

 

Read Full Post »

Xαν Αμαδαίος – Εμμανουήλ ( 1801- 1867)


 

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας το έτος 1801. Υπηρέτησε στον Ελβετικό στρατό από το 1818 μέχρι το 1823. Ήρθε στην Ελλάδα, ως φιλέλληνας, και αρχικά κατετάγη στον λόχο των Φιλελλήνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Τρίπολης, του Ωροπού, των Θηβών, της Χίου, του Τσεσμέ κ.α.

Μετά την απελευθέρωση, παρέμεινε στον Ελληνικό στρατό και έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου. Διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, επιθεωρητής πεζικού και τις παραμονές της επανάστασης του Οκτωβρίου τοποθετήθηκε ως έμπιστος στα Ανάκτορα. Κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 διορίστηκε αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας εναντίον του Ναυπλίου. Αποστρατεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1865 και απεβίωσε στην Ελβετία στις 22 Ιουνίου του 1867.

  

Ο Χαν κατά της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από την 8η Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών, απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό. Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπάνια αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».      

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, που ο Χαν είχε κρατήσει μυστικό, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο ασφυκτιούσε. Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία, επιβιβάστηκαν στα πλοία, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας. Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Το ηρωικό Ναύπλιο και οι πολίτες του έχασαν την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Σε λίγο ο Οκτώβριος θα έδινε τις λύσεις.     

  

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναυπλιακή επανάσταση – 1η Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862


 

Το Ιωβηλαίο της 150ετίας

 

Συμπληρώθηκαν φέτος 150 χρόνια από την ένοπλη επανάσταση που ξέσπασε στο Ναύπλιο εναντίον του Όθωνα και του «Συστήματος» την 1η Φεβρουαρίου και  έληξε την 8η Απριλίου 1862. Η Ναυπλιακή επανάσταση, όπως καταγράφηκε  στην ιστορία, είναι η στάση της στρατιωτικής φρουράς του Ναυπλίου και η εξέγερση των κατοίκων της ιστορικής πόλης εναντίον του «υπουργείου του αίματος»του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και της βασιλικής καμαρίλλας που καταδυνάστευαν το λαό. Είναι η κορυφαία έκφραση της προσπάθειας που κατέβαλλαν τα φιλελεύθερα και υπό διαμόρφωση αστικά στρώματα της Ελλάδας να επιβάλουν συνταγματικό βίο, να εκσυγχρονίσουν τους θεσμούς και να εκδημοκρατίσουν το νεαρό κράτος.

Η πόλη μας, το Ναύπλιο, γιορτάζει την επέτειο και τιμά τη μνήμη όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και όλων όσοι ξεσηκώθηκαν να γκρεμίσουν το «Σύστημα» και τη φαυλοκρατία που είχε εκθρέψει η Οθωμανική διακυβέρνηση επί τρεις σχεδόν δεκαετίες.

  

Οι εθνικοπολιτικές και κοινωνικές συνθήκες

 

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Οι Βαυαροί αντιβασιλείς αρχικά και ο βασιλιάς Όθων Βίττελσμπαχ στη συνέχεια, επιδίωξαν να καταστήσουν την Ελλάδα ένα κράτος ευρωπαϊκού τύπου, μεταφυτεύοντας εδώ θεσμούς και διοίκηση που δεν είχαν καμιά σχέση με τα ήθη και την παράδοση των Ελλήνων (πνεύμα και βίωμα κοινοτήτων) και πάνω απ’ όλα ήταν ξένα με τη νοοτροπία τους. Γι’ αυτό οι Έλληνες δεν ένιωσαν ποτέ το κράτος δικό τους. Τη διοίκηση τη στελέχωσαν κυρίως Βαυαροί  και «ετερόχθονες» και παραγκωνίστηκαν οι «αυτόχθονες» και οι αγωνιστές του ’21.

Οι τελευταίοι πρωτοστατούσαν στις περιοδικές εξεγέρσεις που σημειώνονταν σε όλη την ελληνική επικράτεια, όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, τροφοδοτώντας και αυξάνοντας τον αντιοθωνισμό των Ελλήνων. Πολύ περισσότερο που παρέμεναν άλυτα τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και δεν προωθούνταν οι εθνικές επιδιώξεις.

Με λίγα λόγια τα περίφημα εθνικά κτήματα (πρώην τουρκικές ιδιοκτησίες) δεν αποδίδονταν στους καλλιεργητές τους, που ήταν  οι φυσικοί ιδιοκτήτες τους, αλλά τα νέμονταν μεγαλοτσιφλικάδες και το κράτος. Έτσι η αγροτική παραγωγή ήταν περιορισμένη και ο λαός φτωχός και αδικαίωτος.

Τα πολιτικά κόμματα  της Ελλάδας ήταν τότε ξενοκίνητα και εκπροσωπούσαν, κυρίως, τα συμφέροντα των τριών μεγάλων δυνάμεων: της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ήταν προσωποπαγή, χωρίς πολιτικές αρχές και χωρίς κοινωνικό προσανατολισμό. Αδυνατούσαν  να χαράξουν εθνική στρατηγική και να λειτουργήσουν δημοκρατικά, βάζοντας αναχώματα στον αυταρχισμό του παλατιού.

Το εθνικό θέμα που πυρπολούσε τις καρδιές των Ελλήνων ήταν η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ηπειροθεσαλλίας, της Μακεδονίας, και της Κρήτης. Χρόνια την ανέμεναν, όντας ώριμη, αλλά δεν τελεσφορούσε. Κι όταν τα παλάτι διάλεξε τη στιγμή (το 1854 κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου) να υποκινήσει πόλεμο εναντίον των  Οθωμανών (κατάλληλα υποδαυλισμένο από τους Ρώσους) αποδείχθηκε απρόσφορη στιγμή, γιατί οι σύμμαχοι της Τουρκίας Άγγλοι και Γάλλοι επέβαλαν στην Ελλάδα ωμή κατοχή που κράτησε τρία χρόνια. Ο θρόνος ταπεινώθηκε και εγκατέλειψε τους μεγαλοϊδεατισμούς. Έγινε βέβαια πιο συμπαθής στο λαό για κάποιο διάστημα, αφού ο θρόνος συμβόλιζε την ενότητα του έθνους, αλλά ο Όθων έπεσε ακόμα πιο χαμηλά στη συνείδηση του Ελληνικού λαού.

Και καθώς οι δοτές κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη αδυνατώντας να λύσουν τα προβλήματα, στην Αθήνα κάνουν την εμφάνισή τους οι περίφημοι «Σύλλογοι» που αποτελούν τη μαχητική αντιπολιτευτική πρωτοπορία, ενώ γύρω από την εφημερίδα «Το μέλλον της πατρίδας» συγκεντρώθηκε όλη η ηγεσία της νεολαίας.

 

Ο διεθνής  περίγυρος

 

Μετά την Παρισσινή επανάσταση του 1848 που καθαίρεσε το βασιλιά της Γαλλίας, ένα κύμα αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων στην Ευρώπη έφερε οριστικά  στην εξουσία, την αστική τάξη. Η απολυταρχική κρατική δομή της Ευρώπης παρέμενε η Αυστρία του Μέτερνιχ και ακολουθούσαν τα γερμανικά βασίλεια και η τσαρική Ρωσία. Από τις απολυταρχίες καμία δεν ευνοούσε δημοκρατικές εξελίξεις  στην Ελλάδα και όλες διεκδικούσαν την πρόσδεσή της Ελλάδας στο άρμα των συμφερόντων τους.

Μεγαλύτερη επιρροή ασκούσε στον Όθωνα η Ρωσία, γι’ αυτό καθ’ όλο το διάστημα της βασιλείας του η Αγγλία υπήρξε η πιο απηνής διώκτις του. Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται στον επαναστατικό πυρετό που είχε καταλάβει αυτή την περίοδο τα βασίλεια της Ιταλικής χερσονήσου και που σιγά –σιγά θα οδηγούσε στη Ιταλική Ένωση. Την περίοδο αυτή  η Ελλάδα εισήγαγε από την Ιταλία επαναστατικά νέα, επαναστατικές ιδέες και ενίοτε επαναστάτες, είτε Ιταλούς, είτε αλλοεθνείς εξ Ιταλίας. Στα Βαλκάνια στήνονταν μυστικές εταιρείες και επαναστατικές συνωμοσίες, γιατί οι λαοί συγκροτούσαν την εθνική ιδεολογία τους και ετοιμάζονταν για την αποτίναξη της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας και την κατάκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας.

  

Το Ναύπλιο και η Παπαλεξοπούλου

 

Το Ναύπλιο ήταν από τα λίγα  αναπτυγμένα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Η απογραφή του 1861 αποτυπώνει προχωρημένη αστικοποίηση και αξιόλογη βιοτεχνική  παραγωγή και εμπορική κίνηση. Ο πληθυσμός της εντός των τειχών πόλεως ήταν 6.000 περίπου  αλλά αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η αίγλη που απέκτησε ως η πόλη εγκέφαλος της εθνικής ανεξαρτησίας και στη συνέχεια ως η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Ήταν ασφαλώς  η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας με  την Ακροναυπλία να αποτελεί  το ερεισίνωτο της πόλης , την καστρονησίδα Μπούρτζι να ελέγχει την είσοδο του λιμανιού και το Παλαμήδι να φρουρεί αφ’ υψηλού το τειχισμένο Ναύπλιο. Ήταν, λοιπόν, σπουδαίο στρατιωτικό κέντρο και φιλοξενούσε το Οπλοστάσιο της Ελλάδας.

Μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της βασίλισσας Αμαλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου 1861,  οι φυλακές του Παλαμηδίου γέμισαν από πολιτικούς κρατούμενους  και η πόλη του Ναυπλίου από εκτοπισμένους πολιτικούς αντιπάλους του Όθωνα. Το Ναύπλιο, αναπόφευκτα, δυσαρεστημένο από την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα  με απόφαση του Όθωνα, ζυμωνόταν τώρα με οξύτερα αντιοθωνικά αισθήματα από τους εξόριστους αξιωματικούς, υπαλλήλους,  φοιτητές, δημοσιογράφους κ.λ.π. Ενεργό ρόλο στις πολιτικές ζυμώσεις έπαιζε ο δραστήριος δικηγορικός σύλλογος και ορισμένοι μαχητικοί Πρωτοδίκες και Εφέτες.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Ασφαλώς, όμως, ξεχωριστό τόνο έδινε ο Σύλλογος της Νεολαίας Ναυπλίου και η γυναίκα θρύλος του Ναυπλίου, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Χήρα του πρώτου δημάρχου του Ναυπλίου Σπύρου Παπαλεξοπούλου, με αξιοσημείωτη για την εποχή της μόρφωση και ενημερωμένη βιβλιοθήκη, είχε φιλελεύθερη πολιτική συγκρότηση, ευαίσθητη κοινωνική συνείδηση και μαχητικό πνεύμα.

Το σαλόνι της από το 1828 έως το 1834 που μεταφέρθηκε η «καθέδρα» του κράτους στην Αθήνα ήταν το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Από κει πέρασαν «όλοι». Από τον Καποδίστρια έως τους αντιβασιλείς και τον Όθωνα, και από τους πρέσβεις των ξένων κρατών έως και τους επίσημους επισκέπτες και τους επιφανείς περιηγητές της Ελλάδας. Τα πατριωτικά και φιλελεύθερα ιδεώδη της την έφεραν όμως νωρίς σε σύγκρουση και με το συγκεντρωτισμό του πρώτου κυβερνήτη και με τον απολυταρχισμό των βαυαρών.

Όμως από το 1861 το σπίτι της στην πλατεία Συντάγματος του Ναυπλίου είχε γίνει τόπος συνάντησης  των εξόριστων αξιωματικών και των φλογερών πολιτών που ζητούσαν την «έκπτωσιν του συστήματος». Οι δημοκρατικές απόψεις, η συνωμοτική προετοιμασία και ο επαναστατικός ερεθισμός διευθύνονταν επιδέξια από την Παπαλεξοπούλου που ξαναζούσε μέρες υψηλής πολιτικής έντασης.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Το Ναύπλιο είχε καταστεί το πιο προωθημένο αντιδυναστικό κέντρο και δε χρειαζόταν παρά μια σπίθα για να εκραγεί η εύφλεκτη πολιτική του ύλη. Εξάλλου σε όλη την επικράτεια του ελληνικού βασιλείου εκδηλώνονταν σποραδικά εξεγέρσεις που καταπνίγονταν με τα όπλα. Η σπίθα βρέθηκε και ήταν η δημόσια προσβολή του Όθωνα προς τον ένδοξο ναύαρχο Κων. Κανάρη. Η προσβολή είχε ιδιαίτερα δυσμενή απήχηση στο Ναύπλιο, όπου ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης  ήταν πολύ λαοφιλής. Μετά απ’ αυτό και σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση της Αθήνας ελήφθη η απόφαση της ένοπλης εξέγερσης για την «κατάπτωσιν του Συστήματος»

Την οργάνωση  και την ηγεσία της στρατιωτικής συνωμοσίας ανέλαβαν δύο εμπειροπόλεμοι και σοβαροί αξιωματικοί. Ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, διοικητής του Β΄ τάγματος πεζικού στην Ακροναυπλία και ο  αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, φυλακισμένος στην Ακροναυπλία. Συνεπικουρούνταν  φυσικά από άλλους μυημένους αξιωματικούς και ήταν σ’ επαφή με συνωμοτικά κινήματα πολλών ελληνικών πόλεων και φυσικά με την ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Αθήνα. Ο στόχος ήταν μια ταυτόχρονη πανελλήνια εξέγερση ξημερώματα της 4ης Φεβρουαρίου 1862.

 

Η επανάσταση

 

Πάνος Κορωναίος

Επειδή βρέθηκαν στα χέρια της αστυνομίας επιστολές συνωμοτικού περιεχομένου, που διακινούσε με το διπλωματικό σάκο ο υποπρόξενος του Βελγίου και δραστήριο μέλος του Ναυπλιώτικου δικτύου, αναγκάστηκαν οι συνωμότες να επισπεύσουν την έναρξη της επανάστασης. Έτσι τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου 1862 συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος (τότε Πλατάνου), όπου και το σπίτι της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, στρατός και λαός ενωμένοι. Εκεί κήρυξαν επίσημα την έναρξη της Επανάστασης, κατέλυσαν τις αρχές, κατέλαβαν το Παλαμήδι και ανέλαβαν τη διοίκηση της πόλης.

Ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο συντάχθηκαν με τους επαναστάτες και συγκροτήθηκαν στην πόλη εθελοντικές μονάδες πολιτών για να συνδράμουν τις στρατιωτικές δυνάμεις της Επανάστασης. Στρατιωτικός αρχηγός της Επανάστασης ορίστηκε ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, αρχηγός του επιτελείου ο αντισυνταγματάρχης Πάν. Κορωναίος, φρούραρχος Ναυπλίου ο ταγματάρχης Δ. Βότσαρης, φρούραρχος Παλαμηδίου ο ταγματάρχης  Ζυμβρακάκης και στρατιωτικός αστυνόμος Ναυπλίας ο υπολοχαγός Δημητράκης Γρίβας (γιος του οπλαρχηγού της Ακαρνανίας Θεοδωράκης Γρίβα), ο πιο μαχητικός από τους ηγέτες του Ναυπλιακού κινήματος και ανυπότακτος μέχρι τέλους.

Από τη δεύτερη μέρα, όμως, μετά από ψηφοφορία λαού και στρατού αναδείχθηκε μια «Κυβερνητική Επιτροπή» αποτελούμενη μόνο από πολίτες, αφού ο Μίχου επέμενε ότι οι στρατιωτικοί πρέπει να περιοριστούν στα «καθαρώς στρατιωτικά έργα» και πως «ο στρατός δεν πρέπει να πολιτεύεται». Την επιτροπή αυτή στελέχωσαν επιφανή μέλη της Ναυπλιώτικης κοινωνίας. Ο δήμαρχος Πολ. Ζαρειφόπουλος, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Μιχ. Ιατρός, ο πρώην βουλευτής Γ. Ι. Ιατρός, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο δημοτικός σύμβουλος Β. Κόκκινος και τέσσερις δικηγόροι: ο Κ. Γ. Αντωνόπουλος, ο Γρ. Δημητριάδης, ο Κ. Πετσάλης και Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος. Γενικός Γραμματέας της επιτροπής ορίστηκε ο Γ. Δ. Ποσειδών.

Η επιτροπή απεύθυνε προς το ελληνικό έθνος Διακήρυξη όπου εξηγούσε τα αίτια και καθόριζε τους τρείς βασικούς σκοπούς του κινήματος που ήταν:

1. Η κατάπτωση του συστήματος

2. Η διάλυση της βουλής.

3. Η συγκρότηση εθνοσυνέλευσης που θα υποσχόταν:

            α. Την ανάκτηση των χαμένων ελευθεριών και

            β. την εκπλήρωση των εθνικών πόθων

 

Είναι  φανερό πως ο αντιοθωνισμός της διακήρυξης είναι μόνο έμμεσος, από πολιτική πρόνοια να μην έρθουν οι επαναστάτες  σε αντίθεση με τις Προστάτιδες Δυνάμεις που είχαν επιβάλει και εγγυηθεί το θρόνο της Ελλάδας με τη συνθήκη της 25/4/1832. Έτσι η επίθεση γίνεται ανοιχτά εναντίον του «Συστήματος».

Άλλο μέλημα της Επιτροπής ήταν η οργάνωση της νέας κατάστασης και η εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας στο λαό. Και στα δύο αυτά  τα αποτελέσματα ήταν άριστα. Αξιομνημόνευτος είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο ενέταξαν στις ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις του ποινικούς κρατούμενους του Παλαμηδίου, μετά από έντονα εκφρασθείσα δική τους επιθυμία.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Έτσι λαός, στρατός, πρώην κρατούμενοι και σώματα εθελοντών από τις γύρω περιοχές, το Άργος, την Τρίπολη κ.λπ. συγκρότησαν μια αξιόλογη πολεμική δύναμη. Στο δίλημμα αν θα έπρεπε να βαδίσουν κατά της Αθήνας, ώστε να ξεσηκώσουν τους πάντες στο διάβα τους ή να παραμείνουν στο Ναύπλιο αναμένοντας την επανάσταση των άλλων πόλεων, όπως ήταν η συμφωνία, στο δίλημμα αυτό δόθηκε η απάντηση: παραμονή στο οχυρό Ναύπλιο, για να μη διακινδυνευτεί η σύγκρουση με τον κυβερνητικό στρατό σε ανοιχτό πεδίο και τα θύματα είναι πολλά.

Η απόφαση αυτή έδωσε χρόνο στο Παλάτι και την άνεση να δράσει ψύχραιμα και μεθοδικά. Ενεργοποίησε αποτελεσματικά τους μηχανισμούς καταστολής και προπαγάνδας  και στην Αθήνα και στις υπόλοιπες πόλεις, όπου υπήρχαν πληροφορίες για συνωμοτικές κινήσεις, και τις εξάρθρωσε ή τις κατέστειλε αμέσως μόλις ξέσπασαν.

Στη συνέχεια ο Όθων συγκάλεσε στην Κόρινθο όλες τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις (φαίνεται πως ήταν 3.000- 4.000) και ανέθεσε την αρχιστρατηγία στον απόστρατο στρατηγό γερμανοελβετικής καταγωγής Εμμαν. Χαν. Παράλληλα ο βασιλικός στρατός ενισχύθηκε με στρατολογηθέντες άτακτους μισθοφόρους. Ταυτόχρονα βουλευτές και αξιωματούχοι του συστήματος που είχαν κύρος στάλθηκαν στις επαρχίες για να αποτρέψουν νέες εξεγέρσεις. Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του Γενναίου Κολοκοτρώνη που κατάπαυσε την επανάσταση στην Αρκαδία και στο Άργος και επιβραβεύτηκε αργότερα από τον  Όθωνα με την ανάθεση σ’ αυτόν  της  Πρωθυπουργίας. Ο στρατός αυτός σύστησε στρατόπεδο στ’ ανοιχτά του Ναυπλίου (κοντά στις σημερινές φυλακές της Τίρυνθας)  και άρχισε την προετοιμασία.

 

Το χρονικό των μαχών

 

Εμμανουήλ Χαν

Την 8η Φεβρουαρίου 1862 και χωρίς να προηγηθούν διαπραγματεύσεις ο κυβερνητικός στρατός εξαπέλυσε ταυτόχρονη επίθεση σε τρία μέτωπα που είχαν καταλάβει και οχυρώσει οι επαναστάτες του Ναυπλίου: στο χωριό Άρια, στο λόφο του προφήτη Ηλία και στους Μύλους του Ταμπακόπουλου που βρίσκονταν Ν.Δ. του προφήτη Ηλία. Οι μάχες ήταν πεισματικές και με μεγάλες απώλειες. Περίπου 70 οι νεκροί και από τις δύο πλευρές και περισσότεροι οι τραυματίες. Η νίκη στεφάνωσε τα όπλα των επαναστατών αλλά με εντολή του Μίχου δεν έγινε καταδίωξη των ηττημένων, για να μη χυθεί άλλο αδερφικό αίμα και γιατί ανέμενε να αυτομολήσουν προς το στρατό του πολλοί αξιωματικοί του Χαν.

Εν τω μεταξύ οι κυβερνητικοί σφίγγουν την πολιορκία και οι επαναστάτες συναισθάνονται την απομόνωση. Δεν χάνουν, όμως, τις ελπίδες τους ότι σύντομα θα επαναστατήσουν και άλλες πόλεις. Το ηθικό φροντίζει να το κρατά ακμαίο η εφημερίδα αρχών της επανάστασης «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ» που εξέδιδε ο ταλαντούχος δημοσιογράφος Θ. Φλογαΐτης  καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Ο Φεβρουάριος πέρασε με αψιμαχίες και μάχες  κυρίως στα χωριά Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι), Δρέπανο (Χαϊδάρι), Τολό (Μινώα), Ασίνη (Τζεφέραγα). Θύματα ήταν κυρίως οι άμαχοι τους οποίους πλιατσικολογούσαν άγρια οι άτακτοι μισθοφόροι του βασιλικού στρατού. Στο τέλος του Φλεβάρη άρχισαν  να υποφέρουν οι πολιορκημένοι από ελλείψεις, κυρίως κρέατος, και να νιώθουν στενοχωρία από τη συρροή προσφύγων. Παρέμεναν όμως ακλόνητοι στις πεποιθήσεις τους.

Την 1η Μαρτίου έχουμε τις σφοδρότερες συγκρούσεις σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Ο βασιλικός στρατός, υπέρτερος αριθμητικά, επιτέθηκε στην Άρια που την υπερασπιζόταν ο ανθυπολοχαγός Δυοβουνιώτης. Οι υπερασπιστές δεν άντεξαν κι ο Δυοβουνιώτης έπεσε νεκρός. Ένα τμήμα των νικητών εισβάλλει στο ατείχιστο προάστιο του Ναυπλίου, την Πρόνοια, τη λεηλατούν και την πυρπολούν. Ένα άλλο τμήμα σπεύδει να ενισχύσει τους επιτιθέμενους εναντίον του προφήτη Ηλία που τον υπερασπίζεται ο υπολοχαγός Δ. Γρίβας και ένα άλλο βοηθά τους επιτιθέμενους  στους Μύλους Ταμπακόπουλου που τους υπερασπίζεται ο ανθυπολοχαγός Πραΐδης. Οι Μύλοι του Ταμπακόπουλου δεν άντεξαν και στο τέλος πυρπολήθηκαν από τους κυβερνητικούς. Η μάχη στον Προφήτη Ηλία κράτησε μέχρι τις 9 το βράδυ και οι άνδρες του Γρίβα κατάφεραν να βγουν από τον ασφυκτικό κλοιό με τέχνασμα και να σωθούν μπαίνοντας στα τείχη της πόλης. Για τις εκατέρωθεν απώλειες οι μαρτυρίες  είναι πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες. Είναι σαφές όμως ότι οι δυνάμεις των επαναστατών ηττήθηκαν  σε όλα τα μέτωπα και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι περίπου 90 επαναστάτες, ανάμεσα στους οποίους και ο αρχηγός του επιτελείου των Ναυπλιωτών Πάνος Κορωναίος.

Την επόμενη μέρα ο Χαν ζητά με έγγραφο από τον Μίχου την παράδοση της πόλης εντός 24 ωρών χωρίς όρους. Στο Ναύπλιο τότε δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις: Αυτοί που με αρχηγό τον Μίχου ζητούσαν γενική αμνηστία και με αυτόν τον όρο δέχονταν να παραδοθούν (γιατί δεν έβλεπαν  συνδρομή από αλλού κι είχαν χάσει τις ελπίδες τους) και οι αδιάλλακτοι με αρχηγό τον Δ. Γρίβα που πρότειναν την παράταση του αγώνα.

 

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

 

Οι περισσότεροι τάχθηκαν με την άποψη του Μίχου και υπέγραψαν  έγγραφο με το οποίο ζητούσαν Γενική αμνηστία. Οι διαφωνούντες κατέλαβαν το Παλαμήδι και προετοιμάζονταν να συνεχίσουν ακόμα και μόνοι  τον Αγώνα, όταν έφτασε η είδηση της Επανάστασης στις Κυκλάδες. Τότε αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των πολιορκημένων και εύχονταν να απαντήσει αρνητικά ο Όθων. Η επανάσταση των Κυκλάδων όμως, πνίγηκε στο αίμα, γεμίζοντας θλίψη τους Ναυπλιείς και συγκλονίζοντας το πανελλήνιο με τη σκληρότητα των κυβερνητικών και την απάνθρωπη συμπεριφορά προς τους νεκρούς Ν. Λεωτσάκο (ήρωα της Θεσσαλικής Επανάστασης), ανθυπολοχαγό Περ. Μωραϊτίνη και το φοιτητή Σκαρβέλη.

Σιγά –σιγά όμως κύριος της κατάστασης στο Ναύπλιο έγινε ο Δ. Γρίβας και οι ομοϊδεάτες τους και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, λαού πήρε το μέρος του. Κι όταν ο Χαν μετά από παρελκυστική τακτική αρκετών ημερών ανακοίνωσε στις 16 Μαρτίου ότι το «υπουργείον δεν ενδίδει» και δεν δίνει αμνηστία οι αντιμαχόμενες παρατάξεις Μίχου – Γρίβα συμφιλιώθηκαν και με νέα ορμή ρίχτηκαν και πάλι μαζί  στον αγώνα, βομβαρδίζοντας τους πολιορκητές στις 18 και 19 Μαρτίου και δεχόμενοι το σφοδρό Κανονιοβολισμό του Χαν.

 

Ο Επίλογος

 

Η κατάσταση στην πόλη γίνεται μέρα με τη μέρα δραματικότερη αφού, εκτός των άλλων, υπήρχε και η έλλειψη πόσιμου νερού μετά την κατάληψη της Άριας και των πηγών της από τους πολιορκητές (το Ναύπλιο υδρευόταν τότε από την Άρια). Αυτό ανάγκασε τους πολιορκημένους να ζητήσουν ανακωχή και με νοικιασμένες βάρκες μεταφέρθηκαν, όσες οικογένειες δέχτηκαν, στους Μύλους κι από ‘κει με απίστευτες δυσκολίες και ταλαιπωρίες, στο Άργος.

 

Ναυπλιακή Επανάσταση - Κατάληψη του Ναυπλίου από τα κυβερνητικά στρατεύματα, 1862.

 

Στις 24 Μαρτίου έφτασε στο Ναύπλιο το διάταγμα της αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας. Το διάταγμα εξαιρούσε από την αμνηστία 12 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς ως πρωταίτιους της επανάστασης. Επιπλέον είχε ημερομηνία 8 Μαρτίου 1862, άρα ο Χαν το είχε κρατήσει μυστικό, αφού οι Ναυπλιείς ζητούσαν Γενική Αμνηστία και δεν θα το δέχονταν. Προσδοκούσε ότι ο χρόνος δούλευε εις βάρος τους και πως αργότερα θα το δέχονταν. Κι όμως το απέρριψαν διατρανώνοντας την απόφασή τους για αγώνα μέχρι εσχάτων. Αλλά για πόσο ακόμα;  Για πρώτη φορά, κατά τα τέλη Μαρτίου, παρατηρήθηκαν αυτομολήσεις από τους Ναυπλιείς προς το στρατόπεδο των πολιορκητών. Αυτό ήταν το σήμα για τον Μίχου να έρθει σε συνεννόηση με τους πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας να διαθέσουν πλοία, ώστε να αναχωρήσουν για το εξωτερικό οι 19 μη αμνηστευμένοι πρωταίτιοι της επανάστασης Οι πρέσβεις δέχθηκαν και το πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 6 Απριλίου 1862 απ’ όλους, πλην του Δ. Γρίβα ο οποίος υπέγραψε τη δήλωση:

«Εγκαταλειφθείς παρά πάντων των συναδέλφων μου αναγκάζομαι να καταδικάσω εμαυτόν εις αειφυγίαν και, αισχυνόμενος του λοιπού να αποκαλώμαι Έλλην, από τούδε παραιτούμαι της ελληνικής εθνικότητας».

Οι μη αμνηστευμένοι μέσα σε ανείπωτη συγκίνηση μπήκαν στα δυο καράβια, ένα Αγγλικό κι ένα Γαλλικό, ανήμερα το Πάσχα, 8 Απριλίου 1862, αφού χαιρέτησαν τη Φρουρά, τους πολίτες και την Κ. Παπαλεξοπούλου που προφητικά τους εγκαρδίωνε  πως σύντομα θα ξανανταμωθούν. Μαζί τους έφυγαν για το εξωτερικό κι άλλοι 250-300 επαναστάτες που δεν δέχτηκαν να παραμείνουν και να παραδώσουν την πόλη στους νικητές αντιπάλους.

Μετά την αναχώρηση των πλοίων ο εντεταλμένος ταγματάρχης Ι. Μανολάκης παρέδωσε την πόλη και τα κάστρα στο Χαν και ο βασιλικός στρατός έμπαινε στην πόλη με τους εναπομείναντες κατοίκους κλεισμένους στα σπίτια τους. Κατέβηκαν οι επαναστατικές σημαίες, αποκαταστάθηκαν οι Οθωνικές αρχές και επέστρεψαν οι οικογένειες που το είχαν εγκαταλείψει. Η ζωή έβρισκε σιγά –σιγά το δρόμο της και η πίκρα τη θέση της στις καρδιές των Ναυπλιωτών.

 

Μικρή αποτίμηση

 

Η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε διάρκεια 67 ημερών. Ξεκίνησε με ενθουσιασμό των επαναστατών, πίστη στο δίκαιο των επιδιώξεών τους και ελπίδες για την επίτευξη των στόχων τους. Έληξε με στρατιωτική ήττα αλλά ταυτόχρονα με ηθική και πολιτική επικράτησή τους.

Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από τις εξελίξεις:

1)  Ο Όθων  αναγκάστηκε να αλλάξει την κυβέρνηση με την οποία ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση οι επαναστάτες

2)  Ανέλαβε πρωτοβουλίες για επανάσταση εναντίον  των οθωμανών στα μικρασιατικά παράλια  για να υλοποιήσει μέρος έστω τη Μεγάλης Ιδέας και

3)  Μέσα σε έξι μήνες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το θρόνο και να αποχωρήσει από την Ελλάδα, δικαιώνοντας αναδρομικά την Ναυπλιακή Επανάσταση.

Πολιτειακό ζήτημα δεν είχε τεθεί και, όπως ήταν φυσικό για την εποχή εκείνη, αναζητήθηκε νέος βασιλιάς. Οι «Προστάτιδες» Δυνάμεις επέλεξαν μετά από συμβιβασμούς το Δανό Γεώργιο Γκλυξμπουργκ ως βασιλέα της Ελλάδας.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

Φιλόλογος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »