Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας (Κατεδαφισμένος)


 

Στην πλατεία Ομονοίας, [1] όπως τότε λεγόταν η σημερινή πλατειά Αγίου Πέτρου Άργους, στο δυτικό τμήμα της βόρειας πλευράς της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου σε ελαφρώς λοξή θέση και σε κυμαινόμενη απόσταση 6,30 – 3,50 μ. από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βρισκόταν ο ναός του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού. Ο ναός αυτός είχε κτισθεί τα χρόνια της Τουρκοκρατίας από τη γνωστή σημαντική οικογένεια Περούκα και κατεδαφίσθηκε το 1865, όταν κτίσθηκε η νέα μεγάλη εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Μάλλον, για το λόγο αυτό, το βόρειο κλίτος της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Λαμβάνοντας υπόψη το όνομα του τιμώμενου Αγίου, πιθανόν να κτίσθηκε από το Δημογέροντα και Βεκίλη, Νικόλαο Περούκα, [2] ο οποίος πέθανε το 1822.

Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά. [3] Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι.  Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους, οι οποίοι ετάφησαν σε λάκκο στα ανατολικά του Αγίου Νικολάου, της σημερινής πλατείας του Αγίου Πέτρου καθώς και στα ΒΔ της εκκλησίας του Αγιάννη. Ο ναός χρησίμευε και ως νεκροταφείο της οικογένειας Περούκα.

Τα εγκαίνια του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα  Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε  κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει. Βλέποντας  αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: «Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε  τρία κεραμίδια από την στέγη· έτσι έγινε η έναρξη της κατεδαφίσεως [δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ξεκίνησε η κατεδάφιση] μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά. [4] Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

Πιθανόν, το δάπεδο της ιστορικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους. Αποκαλύφθηκε στα πλαίσια της Ανάπλασης του Ιστορικού Κέντρου Άργους.

 

Ο Τσακόπουλος για τον ναό του Αγίου Νικολάου

 

Ο Αναστασίος Τσακόπουλος, το 1953, στο βιβλίο του «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος» έγραφε για τον κατεδαφισμένο ναό του Αγίου Νικολάου:

 

Χάριν της ιστορίας της Εκκλησίας Αργολίδος, σημειούμεν περί του ναού του Αγίου Νικολάου, ουχί των νεκροταφείου, αλλά του προϋπάρξαντος τοιούτου εν τη κεντρική πλατεία, προτού κτισθή ο μεγαλοπρεπής και πάνσεπτος ναός του πολιού­χου Άργους Αγίου Πέτρου, του θεοσόφου και θαυματουργού.

Ο ναός ούτος, αφιερωμένος εις την μνήμην του εν αγίοις Πατρός ημών Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού, ου η μνήμη εορτάζεται εις τας 6 Δεκεμβρίου, κατά βάσιμον παράδοσιν ήτο οικογενειακός ναός της επιφανούς και ιστορικής οικογενείας Μπερρούκα, άγνωστον όμως πότε εκτίσθη. Ήτο καθ’ όλα όμοιος με τον του Αγίου Δημητρίου, απέχων περί τα 6-7 μέτρα εκ της βορείου θύρας του ήδη ναού· του Αγίου Πέτρου, προς την πλατείαν. Η είσοδός του ήτο εκ της Β. αυτού πλευράς και ο εισερχόμενος κατήρχετο δια τριών βαθμίδων εντός του ναού. Είχεν ούτος μήκος 14 μ., πλάτος 7 μ. και ύψος 3 1/2μ., άνευ τρούλλου, πιθανώτατα Βυζαντινού ρυθμού. Εις το Β. Δ. μέρος ήτο το ξύλινον κωδωνοστάσιον, ου ο κώδων είναι ο σημερινός μικρός του Αγίου Πέτρου.

Προς Ν. είχεν υπόστεγον εκ κεράμων, κατά την τότε συνήθειαν των ναών, είχε και μικρόν πεζούλι ή πεζούλα, (=τοιχίσκος λιθόκτιστος, χρησιμεύων ως κάθισμα), όπου μετά την θείαν λειτουργίαν οι εκκλησιαζόμενοι, καθήμενοι, συνεζήτουν διάφορα ζητήματα είτε ατομικά είτε κοινοτικά, όπως και σήμερον γί­νεται τούτο εις πλείστα χωρία.

Παράθυρα είχε τέσσαρα, 2 προς Βορράν και 2 προς Νότον, θύρας δε τρεις, μίαν προς Β., εξ ης ή είσοδος, άλλην προς Δ., και την του ιερού προς Νότον.

Ο ναΐσκος περιεβάλλετο δια ξυλίνων κιγκλιδωμάτων. Εις τον περίβολον τούτου ήσαν ολίγαι μορέαι και τίνες κυπάρισσοι. Προς Β. αυτού ήτο και η «ημεριδιάνα» δηλ. ηλιακόν ημερολόγιον, το οποίον διετηρήθη εις άλλην θέσιν μέχρι του 1895. Τώρα, άχρηστον πλέον, ευρίσκεται εις το Αρχαιολογικόν Μουσείον Άργους. Όπισθεν του ιερού υπήρχε και πηγάδι, το οποίον απε­καλύφθη το 1932 κατά την επισκευήν της πλατείας, ολίγα βή­ματα προς Ν. της προς Α. σημερινής ηλεκτρικής στήλης.

Το εικονοστάσιον ή τέμπλον, αι εικόνες, τα Ιερά σκεύη και λοιπά έπιπλα του ναού, μετά τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Πέτρου, μετεφέρθησαν εις αυτόν, και όταν ανεκαινίσθη ούτος μετεφέρθησαν ταύτα εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Κωνσταν­τίνου, ένθα σώζονται μέχρι σήμερον εξ αυτών, μία εικών του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας (0,99Χ 0,60μ.) 1824, δύο μανουάλια 1,35 μ. ύψος εκ λευκού μαρμάρου, άτινα προς το άνω μέρος φέρουν τρεις αγγέλους και προς το κάτω 3 χερου­βείμ. Προσέτι δε σώζεται και προσκυνητάριον εξ εκλεκτού λευκού μαρμάρου, το οποίον φέρει ένθεν και ένθεν καλλιτεχνικωτάτους κύκνους.

Εχρησίμευεν ο ναός ούτος και ως νεκροταφείον, ένθα ανα­παύονται και τα οστά όλων των αποβιωσάντων μελών της με­γάλης και αρχαίας οικογενείας Μπερρούκα. Εν τω αυτώ ναώ και όπισθεν του ιερού ετάφη και ο τελευταίος γόνος της ιστορι­κής οικογενείας Δημήτριος Μπερρούκας, δολοφονηθείς τη 12-13 Νοεμβρίου 1851. Η κηδεία του εγένετο πάνδημος την μ.μ. της 13ης Νοεμβρίου.

Ο εν λόγω ναός εκτός της αρχαιολογικής αυτού σημασίας συνδέεται και με τα γεγονότα της νεωτέρας ιστορίας. Διότι, φονευθέντες πλέον των 250 αθώων Αργείων, υπό των Γάλλων, κατά την αποφράδα εκείνην ημέραν της 4 Ιανουαρίου του 1833 ετάφησαν εκεί. Ο απαισίας μνήμης Γάλλος διοικητής Νώδ εφάνη τόσον θηριώδης, ώστε όχι μόνον δεν επέτρεψε την συνάθροισιν των τεθλιμμένων συγγενών αλλά και αυστηρώς απηγόρευσε πάσαν νεκρώσιμον ακολουθίαν και εκκλησιαστικήν πομπήν. Τα πτώματα αυτών ετάφησαν ή μάλλον ερρίφθησαν ακήδευτα, δίκην κυνών, εις δύο παμμεγέθεις λάκκους εξ ων ο εις ανεώχθη όπισθεν του ιερού του ειρημένου ναού και προς το Α. μέρος της πλατείας και ο άλλος εις το Β. Δ. μέρος του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Από της μεσημβρίας της ημέρας εκείνης, μέχρι της δύσεως του ηλίου διήρκεσεν η απάνθρωπος και αγριωτάτη σφαγή, καθ’ ην κατά θετικωτέρους υπολογισμούς, εκτός των τραυματισθέντων, εφονεύθησαν άνω των διακοσίων πεντήκοντα.

Εν τη συγχύσει όμως ταύτη και ταραχή, κατά την μοιραίαν εκείνην ημέραν ανεφάνη, ως από μηχανής σωτήρ της πόλεως ο εκτελών χρέη τοποτηρητού, ο πρώην Ηλιουπόλεως (Επισκο­πής Εφέσου) Άνθιμος ο Κομνηνός. Ήτο μεγαλοπρεπής, επι­βλητικός, νοήμων και πλήρης σθένους και θάρρους ανήρ. Ο φιλάνθρωπος και φιλόπατρις ούτος ιεράρχης, βλέπων παρατεινόμενον το ανήκουστον κακόν, περιεβλήθη την μεγάλην αρχιερατικήν του στολήν, έλαβε μεθ’ εαυτού τον διάκονόν του φέροντα λευκόν μανδήλιον επί της ράβδου του και εξελθών της οικίας του, μετέβη κατ’ ευθείαν εις τον στρατώνα εν μέσω των ανά τας οδούς πυρο­βολισμών, αλαλαγμών, θρήνων και κοπετών. Εγένετο αμέσως δεκτός παρά τω Γάλλω διοικητή Νώδ, εις όν μετά παρρησίας ωμίλησε και εξήγησε την αθωότητα της σφαζομένης πόλως κατά τας θηριωδίας των Γάλλων στρατιωτών, επικαλεσθείς την δικαιοσύνην και την φιλανθρωπίαν του. Λέγεται ότι ωμίλει απταίστως την Γαλλικήν. Ο Γάλλος διοικητής τόσον εξεπλάγη και ελυπήθη εξ όσων έμαθεν εκ του στόματος του σεβασμίου ποιμενάρχου, ώστε ευθύς διέταξε γενικήν αποχώρησιν. Οι Γάλλοι στρατιώται επανήλθον εις τον στρατώνα και ούτω η πόλις απηλλάγη της περαιτέρω σφαγής. Επήλθε δε η νυξ και εκάλυψεν αυτήν σιγή και πένθος!!….

Και όλη αυτή η τραγωδία εγίνετο ένεκα παρεξηγήσεως και παρανοήσεως των Γάλλων στρατιωτών. Τας λεπτομέρειας και τα αληθή αίτια τα προκαλέσαντα την άδικον επίθεσιν και σφαγήν των δυστυχών Αργείων αποφεύγομεν ν’ αναφέρωμεν δια λόγους πολιτικής σκοπιμότητος, διότι τούτο είναι και εκτός του θέμα­τός μας. Η εν Άργει σφαγή υπήρξεν μία ανεξίτηλος και ανεξάλειπτος ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΗΛΙΣ δια τούς πεπολιτισμένους Γάλλους.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου διετηρήθη εν καλή καταστάσει και ελειτουργείτο μέχρι της 18ης Απριλίου του έτους 1865, ότε εγένοντο τα εγκαίνια του ήδη υπάρχοντος Μητροπολιτικού τοι­ούτου του Αγίου Πέτρου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εφ. «Η Αργολίς», φ. 108/1870.

[2] Ο Αρχαιολόγος Χρήστος Πιτερός στην αδημοσίευτη μελέτη του «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους» γραφεί: Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους σώζεται η μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, διαστ. 1,54 Χ 0,61 Χ 0,08 μ., της Αγγελικής Περούκα, συζύγου του Νικολάου, με επιτύμβιο επίγραμμα σε δακτυλικό εξάμετρο και αρχαϊζουσα γλώσσα. Η Αγγελική το γένος Ιωάννου Συλλιβέργου είχε συγγένεια με τη σημαντική οικογένεια των Νοταράδων της Κορινθίας, γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1756 και απεβίωσε στο Άργος την 8η Μαρτίου 1836. Η επιτύμβια πλάκα φέρει επίγραμμα με κεφαλαία γράμματα, είκοσι στίχων, ύψος γραμμάτων 3,5 εκ. και διάστιχο 1,5 εκ. με το εξής κείμενο: «Τύμ­βε τιν ὧ­δε κέ­κευ­θας’ ἰ­αὺ / ονθ’ἐς μα­κρὸν ὕ­πνον / οἵ­ης τ᾽αὖ γε­νε­ῆς ἥ δ᾽ ἀ­ρε / τῆς ὁ­πό­σης; / Ἀγ­γε­λι­κὴ μὲν ἔ­ην τήδ᾽ / οὔ­νο­μα ξεῖ­νε ἀ­γλα­ὸν / Κερ­νο­τέ­ων Νο­τα­ρῶν εὒ­χετ᾽ / ἔ­μεν προ­γό­νων / Νι­κο­λέ­ων δ᾽ ἔ­χει Περ­ρού­κα / πό­σιν ἒ­ξοχ᾽ ἄ­ρι­στον / ἀν­δρῶν ὅσσ᾽ Ἄρ­γους ἐν­νά­ε / ται γε λά­χον. / Αὐ­τὰρ ἀρ᾽εὐ­σε­βί­ης τρὸ/φι­μος πέ­λεν ἀ­σκέ­ε ταύ­τιν / ἔρ­νος ἐ­οῦσ᾽ ἀ­ρε­ταῖς θὲ / σπε­σί­η­σι βρῖ­θον. / Ἐ­σθλοῖς δ᾽ ἐν πολ­λοῖ­σι κα / κῶν ἅ­λις οὐκ ἀ­μέ­θε­κτος / ἐς χεί­ρας τήν ψυ­χήν παρ / κα­τέ­θη­κε Θε­οῦ». « Ἐ­γεν­νή­θη τὴν 1η Μαρ­τί­ου 1756 καὶ ἐτελεύτησε τήν 8η Μαρ­τί­ου 1836.» Μετάφραση: «Τάφε αυτός που εσύ καλύπτεις και αναπαύεται σε βαθύ ύπνο / από ποια γενιά κατάγεται και πόση είναι η αρετή του; / Αγγελική ξένε είναι το όνομά της το ένδοξο / και τους πλούσιους Νοταράδες καυχιέται ότι έχει προγόνους. / Τον Νικόλαο Περούκα έχει έξοχο σύζυγο / τον πιο άριστο / από όλους τους άνδρες, που έτυχε να κατοικούν στο Άργος. / Αυτή πάλι μεγάλωσε με ευσέβεια, με πολλή φροντίδα, / όντας ένα κλαδί γεμάτο με θεσπέσιες αρετές. / Έζησε μέσα σε πολλά καλά, / αλλά δεν έμεινε αμέτοχη πλήθους συμφορών / και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού».

[3] Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από  έφιππους Τούρκους.

[4] Ζεγκίνης ό.π. 336

 

Πηγές


 

  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
  • Αναστασίου Τσακόπουλου, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος», τεύχος Ά, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήνα, 1953.
  • Χρήστος Πιτερός, «Τοπογραφία και μνημεία του νεότερου Άργους», αδημοσίευτη μελέτη.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική γενεαλογία στην Τουρκοκρατία. Οι πρόδρομες σχέσεις της κοινωνικής συγκρότησης του Άργους», Δαναός ΙΙΙ, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση, Κατερίνα Γαρδίκα, «Μνήμων», τόμος 1ος (1971), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Η βιογράφηση της πρώτης φάσεως της ζωής του Αναστασίου Πολυζωίδη έχει περιορισμένη ιστορική αξία αν τον αντιμετωπίσωμε σαν δημόσιο άνδρα· αν έχει κάποια σπουδαιότητα είναι σαν περιγραφή μιας προσωπικότητος, που αργότερα θα αναδειχθή σημαντική για την ακεραιότητα και το σθένος της. Περισσότερο από ό,τι στη δη­μόσια δράση του, που έχει για τον ίδιο χαρακτήρα παραπληρωματικό και επουσιώδη, πρέπει να δοθεί έμφαση στον Πολυζωίδη σαν ιδιώτη και σαν μαθητή, που μάλιστα μας παρέχει ενδείξεις της ψυχοσυνθέσεως και της νοημοσύνης του μέσα από δικά του κείμενα.

Γεννήθηκε στο Μελένικο της Μακεδονίας στις 20 Φεβρουαρίου 1802 από εύπορους γονείς, άρχοντες του τόπου· ευνοήθηκε στην εκπαίδευσή του, στην οποία πρέπει να έδωσαν μεγάλη σημασία οι γονείς του. Για τον πρώτο του δάσκαλο Αδάμ Ζαπέκο από το Μέ­τσοβο, μαθητή του Δημ. Βαρδάκα, φίλο και συμμαθητή του Νεοφύ­του Δούκα, εκφράζεται επαινετικά στα «Νεοελληνικά» του. Από τον οικοδιδάσκαλό του Χριστόφορο Φιλητά από τα Ιωάννινα, μα­θητή του Ψαλίδα, επήρε μαθήματα λατινικών, γεωγραφίας και ιστορίας. Τέλος, δάσκαλός του ήταν και ο Κων. Μινωίδης Μηνάς.

Δέκα έξη ετών, δηλαδή το 1818, χάνει τον πατέρα του και φεύ­γει για να σπουδάσει στη Βιέννη. Ο Μανασίδης τον εμφανίζει να μαθαίνει γερμανικά επί ένα χρόνο και συγχρόνως να σπουδάζει στο Πανε­πιστήμιο, όπου οι διαλέξεις δίνονται στα λατινικά. Δεδομένου όμως ότι το πρώτο του δημοσίευμα στο «Λόγιο Ερμή», μετάφραση από κεί­μενο γερμανικό, φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1818 εν Βιέννη, μπο­ρούμε να συμπεράνωμε ότι δεν είχε δυσκολίες με τη γλώσσα.

Οι συνεργασίες του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δημοσιεύονται στο τμήμα της Φυσικής και είναι σειρά μεταφράσεων με θέμα το ζωικό μαγνητισμό και τη θεραπευτική του αξία. Η θεωρία του ζωικού μα­γνητισμού είχε ευρεία διάδοση, όπως φαίνεται, στην ιατρική σκέψη της εποχής στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το θέμα αυτό παρουσιάζε­ται σαν φυσικοφιλοσοφική θεωρία με εφαρμογή στην ιατρική, ο δε Πολυζωίδης, φοιτητής στα 16 του χρόνια, είναι θερμός υποστηρικτής της. Πιστεύει δε ότι, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του, βοηθεί τους ομογενείς του στην πρόοδο, που προσπαθούν να επιτελέσουν με τη βοήθεια του ορθού λόγου. Είναι φανερός ο ενθουσιασμός ενός πνεύ­ματος, που καταπιάνεται με κάτι νέο. Αλλά δεν παύει από το να υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι η δουλειά του δεν έχει την απαραίτητη συνέπεια γιατί είναι πάρεργο στις «περί το έργον τον ασχο­λίες», δηλαδή στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο.

Στη Βιέννη μένει σχεδόν δύο χρόνια και από εκεί πηγαίνει στο Göttingen μαζί με τον Μαύρο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Ασώπιο και άλλους στα τέλη του 1819, όπου βρίσκουν τον Γ. Ψύλλα, που έχει έλθει από την Ιένα ήδη από τις αρχές του φθινοπώρου.

Από το Göttingen ο Πολυζωίδης εξακολουθεί να στέλνει συνεργα­σίες στο «Λόγιο Ερμή», αυτή τη φορά με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Μαζί με τον Μαύρο φεύγει και εγκαθίσταται στο Βερολίνο το χειμώνα του 1820/21, στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου.

Για τη φύση των σπουδών του έχομε πληροφορίες από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1824 ζητεί από τον Γ. Κουντουριώτη διευκολύνσεις για να πάει στο Παρίσι και να «εξακολουθήση των πολιτικών μαθημάτων την σπουδήν» του, δηλαδή να συνεχίσει σειρά μαθημάτων, που είχε αρχίσει στη Γερμανία. Σε γράμμα πάλι προς τον Γ. Κουντουριώτη τον Οκτώβριο του 1826 γράφει σαφώς για τη φάση αυτή των σπουδών του:

 

«Αφού τετραετίαν ολόκληρον ενησχολήθην εις την σπουδήν των ιατρικών μαθημάτων, αναγκασθείς να διακόψω αυτήν προς καιρόν δια να εκπληρώσω μεγαλύτερα προς την κατά της τυραννίας εγερθείσαν πατρίδα μου χρέη, στοχάζομαι ότι είναι καιρός να επιστρέψω εις το πρώτον μου έργον, καθ’ όσον η εις την Ελλάδα περαιτέρω διατριβή μου είναι πάντη περιττή και δύω χρόνων ακόμη εις την ιατρικήν τέχνην ενασχόλησις ημπορεί να με καταστήση ικανόν δια να φανώ ωφελιμότερος, παρ’ ό,τι είμαι τώρα, εις το έθνος μου».

 

Οι δύο αυτές πληροφορίες δεν είναι αντιφατικές, διότι μπορεί να συνδυάσει στις σπουδές του την ιατρική και την πολιτική, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιατρική. Άλλωστε τα άρθρα του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δείχνουν ότι ασχολείται με την ιατρική, ενώ το επεισόδιο με τον Ψύλλα μας φανερώνει την ενασχόλησή του με τα αρχαία γράμματα, και η δεύτερη σειρά μεταφράσεων στο «Λόγιο Ερμή» αποκαλύπτει την εξοικείωσή του και συνάφειά του με φιλοσοφικές θεωρίες και με την ιστορία, σχέσεις πιθανές μια που ασχολείται με την πολιτική. Γενικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό δίνει ο Σ. Τρικούπης στην ιστορία του:

 

«Όσοι των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυϊκάς ηγεμονίας, ας κατείχον και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώ­σεων αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύτα δεν εχρησίμευον εν κράτει όπου τα κινούντα την πο­λιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφεκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ’ όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κώνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν».

 

Μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο θα είχε και ο Πολυζωίδης την ευκαι­ρία να επιλέξει τα θέματα των σπουδών του. Οπωσδήποτε και τώρα και από τη μετέπειτα συγγραφική του δράση φαίνεται η κλίση του πνεύματός του προς τα θεωρητικά· η ιατρική όμως παρέχει χειροπια­στή τη συμβολή της σε όποιον θέλει να προσφέρει στο αναγεννώμενο έθνος του.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις δεν είχε υποτροφία της Φιλομούσου Εται­ρίας∙ άλλωστε εκείνη την εποχή δεν φαίνεται να είχε ανάγκη από υποτροφία: οι γονείς του ήταν εύποροι. Ο Πολυζωίδης φαίνεται να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλόμουσο Εταιρία αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι ήταν υπότροφός της· οι συμμαθητές του ήταν υπότροφοι και οπωσδήποτε πολλές από τις γνώσεις του οφείλονται στην προσωπική του έρευνα σαν ιστορικού.

Η έκρηξη της επαναστάσεως βρίσκει τον Πολυζωίδη, τον Μαύρο και τον Ψύλλα στο Βερολίνο. Πρώτος, κατά τα λεγόμενα του Ψύλλα, ο ίδιος, δεύτερος ο Μαύρος, αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον αγώ­να· προσπαθούν να συμπαρασύρουν και τον Πολυζωίδη «αλλ’ ούτος, αδρανούς ων χαραχτήρος, ανθίστατο, έως ότου οι εν Γοττίγγη ομογενείς μαθηταί μας έγραψαν επιστολήν» και συνεννοούνται να συναντηθούν στη Λειψία, όπου θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν «κατά γενικήν απόφασιν, όπου ήθελε φανή ότι δυνάμεθα να φανώμεν χρήσιμοι εις την πατρίδα». Συνεχίζει: «Κατέβημεν τότε εις Λειψίαν. Εύρομεν τους εκ Γοττίγγης συμμαθητάς μας· ήλθομεν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν την ημέραν των Βαΐων και ότε ο ιερεύς μας ενεχείριζε, κατά το έθιμον, τον κλάδον της δάφνης, έλεγεν εις έκαστον εξ ημών: «τούτο έστω δι’ υμάς το σύμβολον της νίκης». Αποφασίζουν μέσω Βιέννης να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Ρουμανία και να αγωνισθούν εκεί. «Τούτο δε και επράξαμεν, διαβαίνοντες 15 Έλληνες μαθηταί εν θριάμβω δια Δρέσδης και Πράγας και πολλών άλλων πόλεων, κωμοπόλεων και πολιχνίων πα­ρακολουθούμενοι και θαυμαζόμενοι υπό των κατοίκων».

Ο Πολυζωίδης εγκαταλείπει τις σπουδές του και εισέρχεται στον αγώνα με επιφυλάξεις…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Κατερίνας Γαρδίκα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση

Read Full Post »

Ρενιέρης Νικόλαος (1758-1847)


 

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε στα 1758 στη θέση Παλαιά Ρούματα της περιοχής Κισσάμου, Χανίων Κρήτης, καταγόμενος, σύμφωνα με τον Σάθα από την βενετική οικογένεια των Renier. [1] Σπούδασε ιατρική στο Μονπελιέ της Γαλλίας και στην Πίζα της Ιταλίας. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα έως την έναρξη της Επανάστασης, οπότε και κατέφυγε στα Κύθηρα, διωκόμενος από τους Οθωμανούς. Εκλέχθηκε πλη­ρεξούσιος της Κρήτης στην Γ’ Εθνοσυνέλευση. Αν και σε προχωρημένη ηλι­κία, ο Ρενιέρης εξελέγη, ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, τον Ιούνιο του 1827 στη θέση του προέδρου της Βουλής. Μετά την εκλογή του, η Βουλή παρέμεινε αρχικά στον Πόρο και την Ερμιόνη, ενώ είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί στο Ναύπλιο, την έδρα της Κυβέρνησης. Με την ανάληψη της προεδρίας από το Ρενιέρη στις 20 Ιουνίου 1827 η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να ακυρώσει παράνομες εκποιήσεις εθνικών κτημάτων που είχαν προηγηθεί, επέτρεψε τον υπό όρους εποικισμό της χώρας από ορθοδόξους για τη δημο­γραφική της τόνωση, προέβλεψε ειδικό συμβούλιο για την προώθηση συμβι­βασμού με τους Οθωμανούς και ασχολήθηκε με την αναπλήρωση του κυβερ­νήτη Καποδίστρια έως την άφιξή του.

Το σώμα της Βουλής και ο πρόεδρός της Ρενιέρης έφτασαν τελικά και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1827, όταν ο πρόεδρος έκρινε – με τη συμπαράσταση και του Κολοκοτρώνη – ότι υπήρχαν πια οι ελάχιστες εγγυήσεις ασφάλειας έναντι των πολιτικών αντιπάλων. Τους επόμενους μή­νες έως την άφιξη του Καποδίστρια η αποδιοργανωμένη κυβέρνηση εξαρ­τιόταν από τη Βουλή, η οποία με τη σειρά της παρακώλυε διαδικαστικά και ακύρωνε τις όποιες επείγουσες πρωτοβουλίες των υπουργών.

Ο Ρενιέρης μαζί με τους βουλευτές, αμέσως μετά την άφιξη του Καποδί­στρια και υπακούοντας στην επιθυμία του, εξέδωσαν και υπέγραψαν στην Αίγινα Ψήφισμα (18 Ιανουαρίου 1828), με το οποίο συγκαλούσαν νέα εθνοσυνέλευση. Επίσης, καταργούσαν τη Βουλή και στη θέση της ίδρυαν ένα συμ­βουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, τα μέλη του οποίου θα όριζε ο κυβερνή­της. Τότε ο Καποδίστριας, κάτω από την πίεση των έκτακτων και πιεστικών συνθηκών και με δεδομένες τις επιταγές προηγούμενων αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έλαβε από τη Βουλή, με τη συναίνεση του προέδρου της Ρενιέρη, τον πλήρη έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας. Ο Ρενιέ­ρης, απολαμβάνοντας της εμπιστοσύνης του Καποδίστρια, ορίστηκε μέλος του Πανελληνίου και προσωρινός πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1829 ο Καποδίστριας τον έστειλε στην Κρήτη ως αντιπρόσω­πό του, όπου και ανέλαβε πρόεδρος του λεγόμενου Κρητικού Συμβουλίου. Τότε μάλιστα ανέλαβε την πρωτοβουλία να ηγηθεί επαναστατικής κίνησης με την ευκαιρία της παρουσίας τμήματος του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ανήκε στα ηγετικά στελέχη της ρωσόφιλης Φιλορθόδοξης Εταιρείας, μαζί με τους Γεώργιο Καποδίστρια (μικρότερο αδελφό του κυβερνήτη), το Μακεδόνα Εμμανουήλ Παπά και το Νικηταρά. Επιδίωξη της Εταιρείας απο­τελούσε η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, η πίεση προς τον Όθωνα να ασπαστεί το ορθόδοξο δόγμα, όπως και η εν γέ­νει ενίσχυση της Ορθοδοξίας που, κατά την εκτίμησή τους, κινδύνευε. Εξαι­τίας της συνωμοτικής δράσης της Εταιρείας, ο Ρενιέρης συνελήφθη στις Σπέ­τσες το Δεκέμβριο του 1839, ενώ ετοιμαζόταν να διαφύγει στα Επτάνησα. Παρά την αντιπολιτευτική του δράση με το «ρωσικό» κόμμα, κατείχε επί μα­κρόν τη θέση του συμβούλου επικρατείας, ενώ το 1844 ορίστηκε γερουσια­στής. Πέθανε στην Αθήνα το 1847 σε ηλικία 89 ετών.

 

Αρ. ΝΗ του Κώδικος των Νόμων

 Ελληνική Πολιτεία

Η Βουλή των Ελλήνων

Επειδή ο παρά του Ελληνικού Έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως Κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις τήν Ελλάδα∙

Επειδή αι δειναί της Πατρίδος περιστάσεις δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέ­ντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν·

Επειδή η σωτηρία του Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των Νό­μων και

Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των Λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας∙

Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς, και ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονίαν του Ελληνικού Έθνους, του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα.

Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής Διοικήσεως προσωρινής·

                                                                                                                      

Ψηφίζει

 

Α’. – Ο Κυβερνήτης μετά της Βουλής συγκαλούσι τον Ελληνικόν Λαόν εις Εθνική Συνέλευσιν κατά την βδ’ της ΚΣΤ’ Συνεδριάσεως της εν Τροιζήνι Τρίτης Εθνικής Συνελεύσεως.

Β’. – Η προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας κανονίζεται κατά τα εφεξής άρθρα.

1 – Εν Συμβούλιον συγκείμενον από μέλη… και ονομαζόμενον Πανελλήνιον, μετέχει μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων και του υπευθύνου της Κυβερνήσεως, έως της συγκροτήσεως της Εθνικής Συνε­λεύσεως ήτις θέλει συνέλθει εντός του Απριλίου μηνός 1828.

2-Το Πανελλήνιον διαιρείται εις τρία τμήματα.

το α’ – έχει αντικείμενον την Οικονομίαν – το β’ – την Διοίκησιν των Εσωτερικών καθ’ όλους αυτών τους Κλά­δους – το γ’ – την ωπλισμένην δύναμιν ξηράς και θαλάσσης.

3 – Έκαστον Τμήμα προεδρεύεται παρ’ ενός των μελών του, ονομα­ζομένου Προβούλου. Δύω άλλα μέλη είναι επιφορτισμένα εις έκαστον Τμήμα την σύνταξιν των πράξεών του, φέροντα τον τίτλον του Α’ και Β’ Γραμματέως.

4 -Ο Πρόβουλος του Τμήματος της Οικονομίας ομού με τους Προβούλους των δύο άλλων Τμημάτων προεδρεύει το Πανελλήνιον εις τας γενικάς του συνεδριάσεις∙ ο δε Γραμματεύς του Τμήματος του κινούντος τας υποθέσεις εις τας οποίας ενασχολείται το Πανελλήνιον, ενεργεί τα χρέη του Γραμματέως ταύτης της συνελεύσεως.

5 – Εν Διάταγμα κανονίζει μερικώτερον τον Οργανισμόν του Πανελλη­νίου ως και των Τμημάτων του, και ορίζει τα προσήκοντα καθήκοντα αυτών.

6 – Η Βουλή και η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ήτις απέθετο ήδη τα χρέη της, παραδίδουν εις τους τρεις Προβούλους και τους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου τα αρχεία των, και όλας τας γνωστοποιή­σεις αποτεινομένας εις τα χρέη, τα οποία αι δυό αύται Δυνάμεις ενήργη­σαν από τον Μάϊον μήνα έως σήμερον.

 7 -Τα ψηφίσματα του Κυβερνήτου της Ελλάδος θέλουν είσθαι θεμε­λιωμένα επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των Τμημάτων αυτού, καθόσον το αντικείμενον του ψηφίσματος κινείται από την Διοίκησιν, ή και από την Νομοθεσίαν.

8 – Τα αντικείμενα είναι Διοικητικά, εάν αι πράξεις της εν Τροιζήνι Συνελεύσεως επρονόησαν περί αυτών, ώστε δεν πρόκειται άλλο, ειμή να εκτελεσθή ο Νόμος. Είναι δε Νομοθετικά, όταν ο Νόμος δεν επρονόησε περί αυτών.

Τα ψηφίσματα ταύτα γίνονται επάνω εις τας αναφοράς του Πανελ­ληνίου· τα δε άλλα επάνω εις τας των Τμημάτων.

9 -Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος έχει πλησίον του ένα Γενικόν Γραμ­ματέα, φέροντα τίτλον του Γραμματέως της Επικρατείας, όστις προσυ­πογράφεται εις τα ψηφίσματα και εις την αλληλογραφίαν.

10 – Θέλουν συσταθή Επιτροπαί Ειδικαί εντός των κόλπων του Πανελληνίου καθόσον απαιτούσι τούτο αι χρείαι της Διοικήσεως και αι εργασίαι, αίτινες είναι κατεπείγον να προετοιμασθούν δια την Εθνικήν Συνέλευσιν.

Γ΄. – Αποτίθεται η Βουλή το οποίον ανέλαβε χρέος της Νομοδοτικής εξουσίας.

 

Εν Αιγίνη τη 18η Ιανουαρίου 1828

 Ο Πρόεδρος

Ν. Ρενιέρης

(Έπονται αι των βουλευτών υπογραφαί)

(Τ.Σ.) Ο Α’ Γραμματεύς Χ. Αινιάν

 

Υποσημείωση


 

[1] Η οικογένεια των  Ρενιέρηδων  κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα  κατάγονται δε από ευγενείς Ενετούς αποίκους που παρέμειναν στην Κίσσαμο μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους  (1669). Οι Ρενιέρηδες σταδιακά ελληνοποιήθηκαν και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους ταυτίστηκαν πλήρως με τους Έλληνες. Ως πλούσιοι και μορφωμένοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο Νικόλας Ρενιέρης εκλέχτηκε πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα, ενώ ο  Μάρκος διατέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος και αργότερα πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και χρηματοδότησε γενναία την επανάσταση των Κρητών. Ακόμα ο κλάδος των Ρενιέρηδων κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα Κισσάμου διακεκριμένοι για τον πατριωτισμό  και την υποδειγματική διαγωγή τους. Παρακλάδι γενεαλογικό των Ρενιέρηδων είναι οι Μαρκουλάκηδες. Στα Παλαιά  Ρούματα βρίσκεται ένα Ενετικό αρχοντικό η Villa Renier με το οικόσημο της οικογένειας Ρενιέρ.

 

Πηγή


  •  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

 

Read Full Post »

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Π. Βρυζάκης, 1856, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

«Μεσολογγίτισσα μητέρα με το παιδί της». Giovanni Berselli (1802-1860) (χαράκτης) – Narducci Pietro (1793-1880) (σχεδιαστής), 1837. Επιχρωματισμένη οξυγραφία. Συλλογή Σπύρου Σακαλή.
Μια γυναίκα κρατά ένα παιδί στην αγκαλιά της ενώ ταυτόχρονα κρατά ένα σπαθί, συμβολίζοντας την αυτοθυσία και τον αγώνα των γυναικών κατά την Επανάσταση. Στο βάθος διακρίνονται οι φλόγες της πολιορκημένης πόλης, τονίζοντας το δράμα της στιγμής.
Η λιθογραφία περιλαμβάνει στο κάτω μέρος της αφιέρωση σε προσωπικότητες όπως ο Camillo Benso, Conte di Cavour και ο Vittorio Emanuele II, αντανακλώντας το φιλελληνικό πνεύμα της εποχής στην Ιταλία.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Read Full Post »

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830), Βγένα Α. Βαρθολομαίου, «Μνήμων», τόμος 4ος (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Βασικές ήταν οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος είδε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση κράτους ελληνικού μέσα από τα ερείπια που προκάλεσαν η Επανάσταση και οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δεύτερος, θρεμμένος με τις ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, δεν άργησε να θεώρηση τυραννική και επικίνδυνη για την υλική και πνευματική πρόοδο του λαού κάθε από­πειρα κατάργησης των συνταγματικών θεσμών, που είχαν καθιερώσει οι Εθνοσυνελεύσεις. Φοβόταν εξ άλλου ότι ο Κυβερνήτης ήταν φορέας πολιτικών αντιλήψεων ρωσικών, τις οποίες ο Φαρμακίδης γνώριζε από προσωπική εμπειρία και διαφωνούσε ριζικά μαζί τους.

Στην ιδεολογική διαφορά προστέθηκε και η προσωπική: ο Φαρμα­κίδης απογοητεύτηκε από την άρνηση του Κυβερνήτη να τον χρησιμοποίηση στην εκκλησιαστική οργάνωση του νέου κράτους ή να τον βοηθήσει στις εκδοτικές του προσπάθειες. Από τις αρχές του 1829 ο Φαρμακίδης φαίνεται πως συμμεριζόταν την άποψη και άλλων δυσαρεστη­μένων με τον Ιωάννη Καποδίστρια Ελλήνων, ότι η παραμονή του τελευταίου στην εξουσία ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά τους. Με ενθουσιασμό λοιπόν πληροφορήθηκε ότι οι τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν αποφασίσει, με το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829, την οργάνωση της Ελλάδος σε μοναρχία.

Είχε την ελπίδα ότι η εκλογή ηγεμόνα θα απομάκρυνε τον Κυβερνήτη από την εξουσία και θα επέτρεπε ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά φοβόταν μήπως ο Ιω. Καποδίστριας χρησιμοποίηση τους αφοσιωμένους οπαδούς του και το λαό για να εμποδίσει την εφαρμογή των αποφάσεων των Δυνάμεων. Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούσαν στο μυαλό του Φαρμακίδη, όταν με ημερομηνία 7 Μαΐου 1829, έγραψε στον Μπενιζέλο Ρούφο επιστολή, στην οποία, αφού αναφερόταν στους όρους του νέου πρωτοκόλλου, σημείωνε και τα ακόλουθα:

 

«Αν και το πρωτόκολλον δεν εκφράζηται ωρισμένως περί τον προσ­ώπου του ηγεμόνος, είναι βέβαιον όμως και εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο νυν Κυβερνήτης δεν μένει ηγεμών δια πολλούς και ισχυρούς λόγους. Τις θέ­λει είναι ο μέλλων, άδηλον εις ημάς μέχρι τούδε. Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης παρασκευάζεται εις αντίστασιν, αλλά δια τούτον δεν θέλει ωφελήσει τον εαυτόν του και είναι κίνδυνος μη βλάψη ημάς, αν ανοήτως εμπλεχθώμεν εις την οποίαν αυτός μελετά να κάμη αντίστασιν, και πρέπει να λάβη έκαστος Έλλην φρόνιμα μέτρα και να πράξη κατά το κοινόν συμφέρον. Ενώ ο λό­γος είναι περί Ελλάδος οι Έλληνες δεν ερωτώνται. Τούτο έχει και καλόν και κακόν, ως έκαστος ημπορεί να κρίνη. Τρεις δυνάμεις μεγάλως βουλεύονται και ενεργούσιν υπέρ Ελλάδος. Η Ελλάς χάνεται εν μέσω αυτών και πρέπει να προσμένη την απόφασιν της τύχης της από εκείνας. Αν αύται αποφασίσωσι καλά, ευδαιμονεί[ς] ή Ελλάς, αν κακά, κακοδαιμονεί[ς]. Άλλα και το εν και το άλλο θέλει προέλθει έξωθεν. Εις την εξουσίαν αυτής δεν μένει».

 

Η επιστολή κλείστηκε και παραδόθηκε στον Κ. Κεφάλα για να τη δώσει στο Ρούφο περνώντας από την Πάτρα. Ήταν πιο σίγουρο ότι έτσι, χέρι με χέρι, θα έφτανε στον προορισμό της, παρά με το κρατικό ταχυ­δρομείο. Και τούτο γιατί ήταν γνωστό πια πως ο Κυβερνήτης, λίγο μετά την άφιξή του, έδωσε εντολή ή έστω ανέχθηκε «να αποσφραγίζουν τα γράμματα που ο κόσμος τα εμπιστευόταν στο ταχυδρομείο…». Ο Κεφα­λάς, περνώντας από την Κόρινθο, συναντήθηκε με τον Διονύσιο Ορφανό, Διοικητή Κορινθίας, και αποφάσισε να δώσει σ’ αυτόν την επιστολή του Φαρμακίδη, γιατί, όπως είδε, ετοιμαζόταν να στείλει κι’ αυτός διάφορα έγγραφα στον Μπενιζέλο Ρούφο. «Ο Ορφανός», γράφει ο Κεφάλας, «έμπροσθέν μου περικλείσας αυτά (τα έγγραφά του μαζί με την επιστολή του Φαρμακίδη) και σφραγίσας το γράμμα του τα έστειλεν εις Πάτρας με ένα πεζοδρόμον».

Ποτέ όμως η επιστολή αυτή δεν έφτασε στα χέρια του Ρούφου. Αν και ήταν σφραγισμένη και κλεισμένη, ανοίχτηκε και διαβάστηκε. Μόλις εί­δαν τα κρατικά όργανα ότι περιέχονταν σ’ αυτή λεπτομέρειες για το πρω­τόκολλο και κρίσεις για το πρόσωπο του Κυβερνήτη και τα σχέδιά του, τον ενημέρωσαν αμέσως. Ο τελευταίος, από το Ναύπλιο με έγγραφό του της 25 Μαΐου 1829, έδωσε εντολή στο Υπουργικό Συμβούλιο να καλέσει τον Φαρμακίδη, που βρισκόταν στην Αίγινα, και να τον ρωτήσει εάν η επιστολή ήταν δική του. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο Συμβούλιο και αντίγραφο της επιστολής. Ζήτησε επίσης να καταγραφή η απάντηση του Φαρμακίδη στα πρακτικά του Συμβουλίου και να του κοινοποιηθεί αμέσως.

Με ταχύτητα κινήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 27 Μαΐου κά­λεσε ενώπιόν του τον Φαρμακίδη, ο οποίος, αφού διάβασε το αντίγραφο της επιστολής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν αυτός την έγραψε, γιατί δεν είχε την υπογραφή του ή σημείωση για τον παραλήπτη της. Ζήτησε το πρωτότυπο και τότε θα ήταν πρόθυμος να απάντηση στις ερωτήσεις του Συμβουλίου. Δεν απόκρυψε όμως ότι και τον Κεφαλά γνώριζε και ότι κάποτε του είχε δώσει συστατικές επιστολές για την Πάτρα. Το Υπουρ­γικό Συμβούλιο, μέσω της Γραμματείας της Επικρατείας, έσπευσε να ενημέρωση τον Κυβερνήτη για τα παραπάνω.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βγένας Α. Βαρθολομαίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας – Αναστάσιος Παπασταύρος


 

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας

Η πολυτάραχη ζωή του Αλή Πασά (περίπου 1740 – 1822) είναι – από μόνη της – ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τα έχει όλα: μεγαλείο και παρακμή, ατέλειωτους πολέμους και σπουδαία ειρηνικά έργα, μεγαλοσύνη και μικροπρέπεια, λεηλασίες και αγαθοεργίες, διπλωματία και ίντριγκες, έρωτες και ηθικολογίες, αντρειοσύνη και μικροψυχία. Κυριάρχησε για 32, σχεδόν, χρόνια στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και της Αλβανίας, δημιουργώντας ένα κράτος πρότυπο, που το θαύμαζαν οι ευρωπαίοι. Η πρωτεύουσά του, τα Γιάννενα, κατά την περίοδο της ηγεμονίας του υπήρξε μεγάλο πνευματικό, πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο.

 

Νεαρή Αλβανίδα της Ηπείρου, λιθογραφία π. 1820, André Léon Larue Mansion (1785-1834)

Νεαρή Αλβανίδα της Ηπείρου, λιθογραφία π. 1820, André Léon Larue Mansion (1785-1834)

 

Στην Αυλή του γαλουχήθηκαν οι μετέπειτα πρωταγωνιστές του 1821, Μάρκος Μπότσαρης, Αθανάσιος Διάκος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Ιωάννης Κωλέττης, καθώς και οι πρωτοπόροι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Αθανάσιος Ψαλίδας, Ιωάννης Βηλαράς και Νεόφυτος Δούκας.

 

Αλή Πασάς

Αλή Πασάς

 

Η επίσημη γλώσσα της αχανούς επικράτειάς του ήταν η ελληνική. Χρηματοδότησε, με μεγάλα ποσά, τη Φιλική Εταιρεία, με την οποία βρισκόταν σε στενή επαφή. Διάνοιξε δρόμους, αποξήρανε έλη, έχτισε πάμπολλα γεφύρια, δημιούργησε λιμάνια, ανήγειρε δεκάδες χριστιανικές εκκλησίες και καθιέρωσε ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο έμεινε παροιμιώδες.

Ο Ναπολέων εκλιπαρούσε για τη συμμαχία του, οι βασιλείς της Αγγλίας και της Σουηδίας του έστελναν δώρα, ο Μέτερνιχ και ο βασιλιάς της Νεαπόλεως αλληλογραφούσαν μαζί του, ενώ όλες οι τότε «μεγάλες δυνάμεις» είχαν ιδρύσει προξενεία στα Γιάννενα. Ο Λαμαρτίνος, Βίκτωρ Ουγκώ, ο Αλέξανδρος Δουμάς και ο Γκαίτε έγραψαν γι’ αυτόν, ενώ ο Λόρδος Μπάυρον τον αποκάλεσε «Μουσουλμάνο Βοναπάρτη». Δολοφονήθηκε – με δόλο – στις 5 Φεβρουαρίου του 1822, στη Νήσο των Ιωαννίνων, από τους σουλτανικούς τούρκους, όμως η σκιά του εξακολουθεί να πλανάται ακόμη και σήμερα στα κάστρα και τα σοκάκια των Ιωαννίνων, της πρωτεύουσάς του.

 

Περιεχόμενα

Πρώτος τόμος

Γεννημένος Λήσταρχος –  Πασάς στα Γιάννενα – Ένα Κράτος Πρότυπο – Ο Χαλασμός της Πρέβεζας – Η Υποταγή του Σουλίου – Βίος και Πολιτεία – Σοβαρά και Ευτράπελα – Μια Ζωή Γεμάτη Αίμα – Λόρδος Μπάιρον και Αλή Πασάς

Δεύτερος τόμος

Ευφροσύνη Βασιλείου – Βασιλική Κονταξή – Η Πώληση της Πάργας – Στο Απόγειο της Δύναμης – Η Αρχή του Τέλους –
Το Κύκνειο Άσμα – Οι Κρυμμένοι Θησαυροί – Ένας Διαχρονικός Θρύλος – Ευρετήριο Ονομάτων – Βιβλιογραφία

 

Αλή Πασάς (δίτομο-βιβλιοδετημένη έκδοση)

Ιούνιος: 2013 –  Σελίδες: 564 – Σχήμα: 34Χ27

Εκδόσεις: ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ

Read Full Post »

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αντώνης Οικονόμου – Ένας ξεχασμένος ήρωας του ’21


 

Η ιστορική γνώση, η γνώση του παρελθόντος κάθε έθνους, είναι ασφαλής πηγή πληροφοριών, που οδηγούν σε συμπεράσματα χρήσιμα για τη χάραξη της μελλοντικής εθνικής πορείας. Η αντικειμενική καταγραφή του παρελθόντος είναι, βέβαια, αδύνατη. Συχνά, όμως, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας δεν οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία του ιστορικού, αλλά σε συνειδητή επιλογή, που στοχεύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Έτσι, με τη μέθοδο της αποσιώπησης, της παρανόησης ή της διαστρέβλωσης, κρίσιμα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται αλλοιωμένα, ξένα από την πραγματική τους διάσταση ή αγνοούνται τελείως. Η ιστορία γίνεται μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας. Από τη μοίρα αυτή δεν εξαιρεθήκαν ούτε οι κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί ιστορικοί της επανάστασης του 21 εξύμνησαν αφειδώς τον πατριάρχη Γρηγόριο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, το Μαυροκορδἀτο και τον Γκούρα, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Δεληγιανναίους και γενικά τους προύχοντες του Μοριά, και τόσα άλλα πρόσωπα αμφίβολης τουλάχιστον προσφοράς στην υπόθεση του Ελληνικού ξεσηκωμού; Αφιέρωσαν βέβαια λίγες σελίδες και στον Παπαφλέσσα [1], τον Αθανάσιο Διάκο, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τόσους άλλους γνήσιους αγωνιστές που έπεσαν ηρωικά στα πεδία της μάχης. Ίσως γιατί αυτοί σκοτώθηκαν νωρίς. Αγνόησαν όμως ή υποβάθμισαν την προσφορά του Αντώνη Οικονόμου και του Λυκούργου Λογοθέτη ή συσκότισαν το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, επιφύλαξαν τη μοίρα των ηττημένων σ’ όλους τους λαϊκούς αγωνιστές. Χρέος δικό μας η δικαίωση των αδικημένων, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Ένας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του 21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία [2] του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια.

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Γεννήθηκε και έδρασε στην Ύδρα στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή η Ύδρα, που πριν από 150 περίπου χρόνια ήταν ένα χωριό δυστυχισμένων προσφύγων της Αττικής, της Μεγαρίδας, της Αργολίδας και της Εύβοιας, που ζούσαν πρωτόγονη ζωή σε άθλια καλύβια πάνω στο άγονο νησί, είχε γίνει η πλουσιότερη πόλη της Ελλάδας χάρη στη ναυτιλία της. Ενώ ως τις αρχές του 18ου αιώνα δεν είχαν παρά λίγα πλοιάρια, με τα οποία έκαναν κοντινές μεταφορές ή πειρατεία, από τα μέσα του ίδιου αιώνα σχημάτισαν μαζί με τα άλλα Ελληνικά νησιά (Σπέτσες, Ψαρά κλπ) το μεγάλο Ελληνικό εμπορικό στόλο, που κυριάρχησε στις μεταφορές του ανατολικομεσογειακού χώρου [3].

Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα της διεθνούς συγκυρίας: Στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να υπερασπίζεται τους ορθόδοξους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Έλληνες ναυτικοί το δικαίωμα να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Στη Γαλλική επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, στη διάρκεια των οποίων τα μεγάλα λιμάνια της Δύσης (Μασσαλία, Λιβόρνο, Γένοβα) είχαν αποκλεισθεί από τον Αγγλικό στόλο και άφησαν στην Ελληνική Εμπορική ναυτιλία το πεδίο ελεύθερο για δράση στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι ήταν απασχολημένοι στον πόλεμο, οι Ολλανδοί δε ριψοκινδύνευαν, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί είχαν αποκλεισθεί και νεκρωθεί. Οι ριψοκίνδυνοι Υδραίοι, λοιπόν, εκμεταλλευόμενοι άλλοτε την προσωρινή απομάκρυνση των Αγγλικών πολεμικών και άλλοτε τη θαλασσοταραχή, που δεν επέτρεπε καταδιώξεις, κατόρθωναν να σπάζουν τον αποκλεισμό και να μεταφέρουν στους πεινασμένους των αποκλεισμένων λιμανιών σιτοφορτία από τον Εύξεινο, που πληρώνονταν με χρυσάφι. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της Ύδρας, που με τον εμπορικό της στόλο ενταγμένο στις υπηρεσίες της διεθνούς αγοράς, πέτυχε να συνδέσει τη Ρωσική παραγωγή με την Ευρωπαϊκή αγορά [4].

Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας ευκολύνθηκε και από λειτουργικούς παράγοντες: Το κεφάλαιο για την κατασκευή ή την αγορά του πλοίου σχηματιζόταν συνεταιρικά, κάθε πλοίο, δηλ. αποτελούσε μια εταιρεία. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, που ήταν να ταξιδέψει ένα πλοίο, συγκεντρωνόταν ένα εταιρικό κεφάλαιο (σερμαγιά) για την αγορά του εμπορεύματος. Για τα κέρδη, λοιπόν, είχαν ενδιαφέρον πολλοί άνθρωποι, που τα μοιράζονταν με το σύστημα των μεριδίων. Η διαφορά όμως στη διανομή των μεριδίων ήταν μεγάλη και, μοιραία, δημιουργήθηκαν τάξεις. Στην πρώτη ανήκαν οι μεγάλοι πλοιοκτήτες, οι πρόκριτοι, που λέγονταν νοικοκυραίοι, στη δεύτερη οι πλοίαρχοι, οι λεγόμενοι καραβοκύρηδες, και ακολουθούσε ο λαός, από τον οποίο προέρχονταν τα πληρώματα των πλοίων [5].

Οι πλοιοκτήτες ήταν βαθύπλουτοι. Είχαν χτίσει στο νησί αρχοντικά σπίτια με μεγαλοπρέπεια και εσωτερικό πλούτο μεγάρων. Τα έπιπλα, τα υφάσματα για τα φορέματα των γυναικών, τα κοσμήματα, τα σκεύη, τα είδη χρήσεως, τη διακόσμηση των αιθουσών και των σπιτιών τα έφερναν από τα καταστήματα πολυτελείας των μεγάλων ευρωπαϊκών λιμανιών. Οι πλοίαρχοι είχαν μεγάλη μερίδα από τα κέρδη και οι ναύτες ζούσαν άνετα. Φτώχεια στο νησί δεν υπήρχε.

Οι καραβοκυραίοι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου, κρατούσαν στα χέρια τους όλη την κοινοτική διοίκηση, που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος και βρισκόταν κάτω από την προστασία τού Καπουδάν-πασά, ο οποίος ασκούσε τη γενική επίβλεψη των νησιών. Είχε διαμορφωθεί έτσι στην Ύδρα ένα αριστοκρατικό ολιγαρχικό πολίτευμα: Οι κεφαλαιούχοι εξέλεγαν δώδεκα «γέροντες», που αποτελούσαν το κοινοτικό συμβούλιο και χωρίζονταν σε τρία τετραμελή τμήματα[6]. Κάθε τμήμα διοικούσε το νησί επί τέσσερις μήνες και συνεδρίαζε καθημερινά για να λύσει τα ζητήματα σε συνεργασία με το διοικητή, που τον εξέλεγαν οι προεστοί του νησιού, αλλά τον διόριζε ο Καπουδάν-Πασάς. Πρώτος διοικητής ορίστηκε την 27 Δεκεμβρίου 18Ο2 ο Γεώργιος Βούλγαρης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Δημ. Βούλγαρη, και μετά το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1812, διορίστηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας [7].

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ο Αντώνης Οικονόμου «ων πλοίαρχος και καταστάσεως υδραϊκής μεσαίας»[8], πλοίαρχος δηλ. που προερχόταν από τη μεσαία τάξη του νησιού, ξεχώριζε ανάμεσα στους μικρούς καραβοκύρηδες, που διατηρούσαν γερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα, τους ναύτες και τους τεχνίτες. Φημιζόταν για την ευφυΐα του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την παλικαριά του. Αψηφούσε τις μεγάλες φουρτούνες, γι’ αυτό και το τσούρμο τον αναγνώριζε ως σωστό θαλασσόλυκο. Είχε κατορθώσει να αποκτήσει και δικό του πλοίο.

Η μεγάλη ακμή όμως της Ύδρας, επειδή προήλθε από τη διεθνή συγκυρία, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εμπορική ναυτιλία της, ταγμένη στην υπηρεσία των μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, γνώρισε βαθιά κρίση, όταν, με το τέλος του Ευρωπαϊκού πολέμου το 1815, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες της [9]. Οι πόλεμοι ευνοούν τη ναυτιλία: Μεγαλώνουν οι ανάγκες μεταφορών και εισαγωγών, υψώνονται τα ναύλα, αυξάνει ο αριθμός πλοίων, πλοιάρχων και ναυτών. Όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν, τα λιμάνια γεμίζουν δεμένα πλοία και ναύτες άνεργους στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και τότε στην Ύδρα [10]. Οι έκτακτες μεταφορές μειώθηκαν, άρχισαν να κινούνται στη Μεσόγειο και άλλες εμπορικές σημαίες, τα ταξίδια των υδραίικων καραβιών λιγόστεψαν. Το 1820 και στις αρχές του 1821 βρίσκονταν στην Ύδρα άνεργοι πολλοί πλοίαρχοι και ναύτες. Οι 28.000 περίπου κάτοικοι του νησιού [11], από τους οποίους οι δέκα χιλιάδες περίπου ήταν ναύτες, είτε Υδραίοι, είτε προερχόμενοι από άλλα νησιά, αλλά εγκατεστημένοι στην Ύδρα για να βρουν δουλειά, αντιμετώπιζαν οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Ο Αντώνης Οικονόμου λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο βρήκε μεγάλη φουρτούνα και έχασε το καράβι του, που αποτελούσε και όλη την περιουσία του, σε ναυάγιο κοντά στα Γάδειρα, έξω από το Γιβραλτάρ. Παλεύοντας ώρες με τα κύματα κατόρθωσε να γλιτώσει και γύρισε στην πατρίδα του. Χρήματα δεν είχε και, δραστήριος άνθρωπος καθώς ήταν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει πιστώσεις και να αποκτήσει νέο πλοίο, αντί να μείνει στην Ύδρα με τη μοίρα του καραβοτσακισμένου.

Στην Κωνσταντινούπολη τότε έβραζαν τα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας. Ο Οικονόμου [12] από τις πρώτες μέρες που έφτασε εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα. Νέος, πατριώτης και με θερμή ιδιοσυγκρασία καθώς ήταν, παραδόθηκε στο κήρυγμα του κινητήριου νου της προεπαναστατικής προετοιμασίας: «Ήρθε ο καιρός να φύγει ο Τούρκος. Η πατρίδα θα ξεσηκωθεί σε λίγο με όλες τις δυνάμεις της. Όλοι οι αρχηγοί της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Μολδοβλαχίας, των Σπετσών, οι Έλληνες του Εξωτερικού έχουν μυηθεί στο κίνημα». Και στο τέλος η γνωστή επωδός της προεπαναστατικής σειρήνας: Η ενίσχυση της Ρωσίας.

Ο Παπαφλέσσας ήξερε τι έκανε. Ο Οικονόμου δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ήταν Υδραίος. Και η Ύδρα δεν ήταν μέχρι τότε θερμή για τους μυητές της Φιλικής Εταιρείας. Αρκετοί υδραίοι πλοίαρχοι, που περνούσαν από το Βόσπορο, είχαν μυηθεί, αλλά οι πρόκριτοι του νησιού ήταν δύσκολοι. Ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του κινήματος. Όταν ο Αναγνωσταράς πήγε στην Ύδρα, επικοινώνησε με το Λάζαρο Κουντουριώτη, τον κορυφαίο πρόκριτο του νησιού, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Κουντουριώτης άκουσε τον Αναγνωσταρά με συγκίνηση, αλλά στο τέλος ζήτησε από το Μωραΐτη οπλαρχηγό έγγραφο του Καποδίστρια ή μια έγκυρη βεβαίωση ότι ο Καποδίστριας ήταν αρχηγός της Επαναστατικής Εταιρείας. Ο Αναγνωσταράς, που αγνοούσε και ο ίδιος την Αρχήν της Εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να δώσει στον Κουντουριώτη τέτοια πληροφορία και έφυγε από την Ύδρα άπρακτος.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας έστειλαν στην Ύδρα τον Περραιβό, για να βολιδοσκοπήσει τους Κουντουριωταίους, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να αλλάξει τα φρονήματά τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναγκάστηκε να γράψει στο Λάζαρο Κουντουριώτη «…Φίλε, δεν είναι καιρός να επιμένεις εις τοσούτον βαθύν λήθαργον… Τι στέκεις λοιπόν, Ποιον άλλον καιρόν προσμένεις,…» [13]. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1821 τους ξανάγραψε ο ‘Αθιμος Γαζής «…Έφθασεν ο καιρός δια να λάμψει πάλιν ο σταυρός και να λάβει πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής πατρίς μας, την ελευθερίαν της… Ο καιρός ήλθεν και πρέπει να ανάψετε την λαμπάδα του πατριωτισμού… Σας παρακαλεί η πατρίς, φίλοι, ετοιμασθήτε. Ετοιμασθήτε».

Κανένας όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι Κουντουριωταίοι και οι άλλοι προύχοντες σκέφτονταν πιο πολύ το πετσί τους και τις κάσες τους με τα τάληρά τους [14]. Οι προεστοί δεν ήθελαν την αλλαγή, γιατί θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δαπάνες για τη μετατροπή των πλοίων τους σε πολεμικά, και μάλιστα για μια επιχείρηση επικίνδυνη και που δεν επρόκειτο να τους αποφέρει κέρδη [15]. Η έμφυτη ορμή του λαού όμως ζητούσε άμεση εξέγερση. Στους πεινασμένους και δυσαρεστημένους κάθε μεταβολή ήταν επιθυμητή, γι’ αυτό στο τέλος η δημοκρατική ανυπομονησία τσάκισε την απερισκεψία της αριστοκρατίας [16].

Μέσα σε τέτοιο κλίμα βρέθηκε ο Αντώνης Οικονόμου, όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Ύδρα φλεγόμενος από την ιδέα της επανάστασης και βρήκε πρόθυμα για προσηλυτισμό τα πνεύματα των πλοιάρχων και των ναυτών. Έδωσε τον επαναστατικό παλμό στην καρδιά του λαού της Ύδρας και οδήγησε την Ύδρα, τον δεξιό βραχίονα της Ελλάδας προς τη θάλασσα, πάνοπλη στον Αγώνα. Η δράση του είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του αγώνα. Ελληνική επανάσταση χωρίς τη συμβολή του πανίσχυρου υδραίικου ναυτικού ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία [17]. Ο μεγάλος υδραίικος στόλος δεν έσωσε μόνο τον ξεσηκωμένο Μοριά, αλλά έγινε βασικό στήριγμα του ναυτικού και του γενικού επαναστατικού αγώνα. Χωρίς την Ύδρα το Αιγαίο δε θα γινόταν Ελληνική λίμνη. Η τουρκική αρμάδα θα έκανε στενό αποκλεισμό και σε μικρό χρονικό διάστημα η επανάσταση στο Μοριά θα έσβηνε.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Αυτά φαίνεται σκεπτόταν ο Καπετάν Αντώνης, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, και άρχισε να στρατολογεί άνδρες κοινολογώντας ότι θα πάει μαζί τους στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον αγώνα. Οι πρόκριτοι της Ύδρας τον πίστεψαν και με τη σκέψη, ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν και από τον Οικονόμου και από τους ενοχλητικούς άνεργους ναύτες, δεν έφεραν δυσκολίες στη στρατολόγηση. Έτσι ο Οικονόμου κατόρθωσε να εξοπλίσει σώμα από 500 άνδρες. Στο μεταξύ οι πρόκριτοι όχι μόνο δεν είχαν σκοπό να συμπράξουν στον αγώνα, αλλά για να εμφανίσουν την Ύδρα αμέτοχη στην επανάσταση και να την απαλλάξουν από τον κίνδυνο αποβίβασης τουρκικού στρατού, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τους ναύτες, που υποχρεώνονταν να δίνουν κάθε χρόνο στον τούρκικο στόλο [18]. Τους ναύτες αυτούς τους περίμενε η σφαγή και ο πνιγμός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευτυχώς, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, πληροφορήθηκαν τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στην Πόλη και πρόλαβαν να γυρίσουν πίσω και να σωθούν [19].

Τα επαναστατικά μηνύματα, λοιπόν, έφταναν στην Ύδρα το ένα μετά το άλλο. Μετά την Πελοπόννησο οι Σπέτσες και τα Ψαρά ρίχτηκαν στον αγώνα. Κάθε μέρα έφταναν στην Ύδρα απεσταλμένοι από διάφορα μέρη   της Πελοποννήσου και ζητούσαν να βγει και η Ύδρα στον αγώνα. Οι πρόκριτοι όμως εξακολουθούσαν να συνεδριάζουν καθημερινά στην Καγκελαρία περιμένοντας να πεισθούν για τη σοβαρότητα του κινήματος και μετά να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα [20]. Ο Οικονόμου ανυπομονούσε. Δεν του έφτανε όμως ο λαός, που ήταν ήδη μαζί του. Είχε ανάγκη από όλα τα πλοία και από χρήματα, για να τα κινήσει. Και τα πλοία και τα χρήματα βρίσκονταν στα χέρια των προκρίτων.

Όταν είδε ότι δεν υπήρχε πια καιρός για συσκέψεις και εγγυήσεις, αποφασισμένος να τελειώσει το γρηγορότερο έκανε το πραξικόπημα. Αφού συμφώνησε με τους πιο πολλούς καπεταναίους και με τους απεσταλμένους από το Μοριά Πέτρο Μαρκέζη και Γεώργιο Αγαλόπουλο, προχώρησε σε λαϊκό κίνημα. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου 1821 η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας κτύπησε δαιμονισμένα: Ήταν το επαναστατικό σύνθημα. Αμέσως η αγορά πλημμύρισε από τους ένοπλους, που είχε οργανώσει ο Οικονόμου για τη δήθεν εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και τελάληδες όρμησαν στους δρόμους της Ύδρας φωνάζοντας: Στα άρματα, όλοι στα άρματα.

Καθώς μετά την πρώτη έκπληξη οι πολίτες κατέβαιναν προς την αγορά και ρωτούσαν τι τρέχει, πετάχτηκαν από την ταβέρνα του Κουτσογιάννη, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, ο Αντώνης Οικονόμου με το Γκίκα, γιο του πρόκριτου Θεόδ. Γκίκα, που ήταν αντίθετος με το συντηρητικό πατέρα τους και μετείχε στο κίνημα. Τους περικύκλωσαν αμέσως ένοπλοι και πολίτες, και τότε ο Οικονόμου ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι και είπε [21]: «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο. θέλουν την ησυχία τους. Όμως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

«-Ζήτω η επανάσταση. Στα άρματα.» Φώναζαν αμέσως όλοι οι συγκεντρωμένοι. Ο λαός της Ύδρας ήταν ώριμος για την επανάσταση. Όταν μάλιστα είδαν μαζί με τον Οικονόμου και το γιο του τρανού προύχοντα Γκίκα, ενθουσιάστηκαν και σήκωσαν στα χέρια το αρχοντόπουλο. Το συγκεντρωμένο πλήθος διευθυνόμενο από ανθρώπους του Οικονόμου έτρεξε στην παραλία, όπου υπήρχαν σωροί καυσόξυλα για φόρτωση. Πήραν τα ξύλα για ρόπαλα και γυρνούσαν στους δρόμους φωνάζοντας «λευτεριά ή θάνατος», «κάτω τα τζάκια». Οι οργανωμένοι ένοπλοι του Οικονόμου όρμησαν στα αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν άδεια από ναύτες την ώρα της εφόδου, και τα κατέλαβαν. Η νύχτα πέρασε με ταραχή, χωρίς όμως να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ανάμεσα στο λαό δεν υπήρχαν αντιφρονούντες. Οι πρόκριτοι, που την ώρα της εφόδου βρίσκονταν στην Καγκελαρία, κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους, αλλά κανείς δε σκέφτηκε να τους θίξει.

Την άλλη μέρα το πρωί τα πλοία είχαν καταληφθεί. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν οπλοφόροι και ροπαλοφόροι κραυγάζοντας υπέρ της επανάστασης. Το μεσημέρι ο Οικονόμου όρμησε στην Καγκελαρία, καθαίρεσε δια βοής του λαού το διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική, στρατιωτική και ναυτική διοίκηση του νησιού με την έγκριση του λαού. Ο λαοπρόβλητος πλέον ηγέτης έβγαλε αμέσως διαταγή να σχηματισθούν ένοπλες περιπολίες και απαγόρεψε τις αντεκδικήσεις και βιαιοπραγίες. Άρχισαν επίσης αμέσως να συντάσσονται κατάλογοι για τη στρατιωτική κατάταξη. Άλλοι κατατάσσονταν στο σώμα για δράση στη στεριά και άλλοι εγγράφονταν ναύτες.

Αλλά για να κινηθούν τα πλοία χρειάζονταν χρήματα. Οι εθελοντές στρατιώτες και ναύτες έπρεπε να πάρουν μισθοτροφοδοσία και μια που θα έφευγαν έπρεπε να δοθεί και κάποιο επίδομα στις οικογένειές τους. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Στο ταμείο της Καγκελαρίας βρέθηκε ένα μικρό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για ν’ αγοράσουν είκοσι οκάδες μπαρούτι. Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Τα λεφτά βρίσκονταν στις στέρνες των προκρίτων.

Ο Οικονόμου τότε έστειλε τετραμελή επιτροπή στους πρόκριτους, που άλλοι βρίσκονταν στον πύργο του Λάζαρου Κουντουριώτη και άλλοι στο μοναστήρι, μέσα στο Κάστρο, και ζήτησε να ανοίξουν τις κάσες τους και να καταβάλουν τα έξοδα της επιστράτευσης. Οι πρόκριτοι, που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα την έκταση του κινήματος και σκέπτονταν πώς θα αντιμετωπίσουν τις ταραχώδεις σκηνές της νύχτας και ποια απόφαση θα πάρουν τελικά για την επανάσταση, μόλις πληροφορήθηκαν την καθαίρεση του Κοκοβίλα και την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστάτη πλοίαρχο, βεβαιώθηκαν πως τα πλοία τους επιτάχτηκαν από το λαό και είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι από ένοπλους, έστειλαν αναγκαστικά 30.000 τάληρα και έσπευσαν αμέσως να επιστρέψουν στα σπίτια τους «από τας οπισθίας εξόδους του οικήματος όπου συνεδρίαζαν [22]». Μα το ποσό αυτό ήταν λίγο και οι ένοπλοι κραύγαζαν απειλητικά έξω από τα σπίτια των πλουσίων προκρίτων: « – Θέλουμε και άλλα. Μην τα λυπάσθε. θα ξοδευτούν για την πατρίδα. Εμείς θαλασσοπνιγήκαμε τόσες φορές για να πλουτίσετε εσείς.»

Και έδωσαν και άλλα. Στις 31 του Μάρτη, μέσα σε τρεις μέρες δηλ., οι πλούσιοι καραβοκυραίοι άνοιξαν τις κάσες τους και συγκέντρωσαν 130.000 τάληρα. Το ποσό αυτό ήταν αρκετό για τις άμεσες ανάγκες του στόλου. Εξοπλίστηκαν αμέσως 92 μεγάλα πλοία και δόθηκαν σε κάθε ναύτη 8 τάληρα και από 50 τάληρα σε κάθε μια από τις οικογένειές τους.

Μετά απ’ αυτό τα πράγματα ηρέμησαν. Οι πρόκριτοι δε φάνηκαν διατεθειμένοι να αντιδράσουν κατά του Οικονόμου, ούτε κι εκείνος έδειξε εχθρική διάθεση εναντίον τους. Ζήτησε μάλιστα και τη σύμπραξη του Λάζαρου Κουντουριὡτη στη διοίκηση, αλλά ο υπερήφανος Υδραίος πρόκριτος με πληγωμένο τον εγωισμό του από το κίνημα αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως να νομιμοποιήσει το νέο επαναστατικό καθεστώς και το αναγνώρισε με το παρακάτω έγγραφο της 31 Μαρτίου:

Δηλοποιεῖται διά τοῦ παρόντος κοινού ἐνσφραγίστου τε καί ἐνυπογράφου γράμματος, ότι συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, ἐκρίναμεν άξιον διά ν’ άναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τόν τιμιὡτατον πατριὡτην μας κύριον καπετάν ‘Αντώνην Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τό νά διοικῇ μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστὡτων προκρίτων, κάτωθεν ύποσημειωμένων, τήν πολιτείαν τούτην, κρίνων και άνακρίνων πᾶσαν ἐπιτυχοῦσαν ύπόθεσιν πολιτικήν τε καί ἐμπορικήν.

‘Ο αναγορευθείς κοινή διοικητής κύριος καπετάν, Αντώνιος θέλει έχει μετ’ ἑαυτοῦ καί τέσσαρας ουμβούλους ἐκλεγομένους ὑπό αὐτοῦ. Οἱ μέν δύο θέλει ἔχουσιν είς πᾶσαν συνέλευσιν έλευθέραν τήν εἴσοδον καί τήν ψήφον ίσοδύναμον τοῖς κατά καιρόν προεστῶσι προκρίτοις. Οἱ δέ δύο μόνην τήν αύτοπρόσωπον παράστασιν πρός ήσυχίαν τοῦ λαού.

‘Ο ρηθείς διοικητής καπετάν Ἀντώνιος έχει άπόλυτον ἐξουσίαν, χρείας τυχούσης, νά ἐκστρατεύη διά ξηράς καί θαλάσσης, κατ’ άρέσκιαν, πᾶσαν άναγκαιοῦσαν δύναμιν, ἐπί κεφαλής τής όποίας δύναται ν’ άπέλθη καί ο ίδιος όψέποτε βουληθῇ. ‘Ημείς δέ οί κάτωθεν γεγραμμένοι προεστῶτες, οἱ φέροντες τό πρόσωπον τοῦ κοινού τούτου, ύποσχόμεθα ἑτοίμως και άναντιρρήτως προμηθεϋσαι τήν τοιαύτην δύναμιν καί τά έξοδα της τοιαύτης ἐκστρατείας.

‘Η άναγκαία κουστωδία τῆς πατρίδος θέλει νά είναι ὑπό τήν ἐξουσίαν του διοικητοϋ κυρίου καπετάν ‘Αντωνίου καί θέλει είναι είς χρέος δι’ αὐτῆς να διατηρήται ή εἰρήνη, διακαιοσύνη και καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων, χωρίς να παραβλέπεται ή παραμικρά άταξία.

Οἱ κατά καιρόν προεστῶτες θέλουσιν είναι άνεξάρτητοι άπό τοϋ διοικητοϋ καπετάν ‘Αντωνίου. Ούτως ευχαριστήσει ήμῶν τελεία σινεφωνήθη, δι’ ό καί εἰς τήν περί τούτου ἔνδειξιν ύπογραψόμεθα αύτοχειρί πάντες. .

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821

Οἱ κάτοικοι της Ύδρας

Ακολουθούσαν οι υπογραφές εξήντα επιφανών προκρίτων της Ύδρας [23], απ’ αυτούς που αποτελούσαν την ολιγαρχική παράταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή «οι κάτοικοι της Ύδρας» και όχι «οι πρόκριτοι της Ύδρας», όπως γινόταν ως τότε. Η αριστοκρατική ηγεσία φαινόταν να έχει καταργηθεί και να έχει αντικατασταθεί από ένα λαϊκό πολίτευμα, ψυχή και νους του οποίου ήταν ο Αντώνης Οικονόμου[24].

 

Αντώνης Οικονόμου – Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914-1985). Δημοσιεύεται στο: Γιώργης Λαμπρινός, «Μορφές του εικοσιένα», Τοξότης, Αθήνα, 1956.

 

Ο Οικονόμου υπήρξε τότε ο μόνος αρχηγός στην Ελλάδα που διέθετε ολόκληρη τη δύναμη του τόπου του. Το χέρι του κρατούσε παντοδύναμο όπλο: Το πλήθος των χωρίς εργασία δευτερευόντων πλοιάρχων και τους 10.000 άνεργους ναύτες, για τους οποίους «η κατάοχεσις της χρηματικής περιουσίας των εκπεσόντων προκρίτων θα ήταν η πλέον ευχάριστος πράξις [25]». Κύριος της Ύδρας, του στόλου και του πλούτου της, μπορούσε, στην αρχή τουλάχιστον του αγώνα, να γίνει και κύριος της κατάστασης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώ όλοι αγωνιούσαν για την έξοδο της Ύδρας στον αγώνα, χωρίς την οποία ήταν χαμένοι, δεν είχε παρά να ζητήσει έναν αντιπρόσωπο από κάθε μεγάλη επαρχία και να σχηματίσει προσωρινή ελληνική κυβέρνηση υπό την εξουσία του. Δεν θα ήταν αναγκασμένος να καταλύσει άλλη ελληνική αρχή, αφού τέτοια δεν υπήρχε. Και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπάκουε, γιατί είχε ανάγκη το στόλο. Αλλά ο Οικονόμου δε σκέφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί δεν είχε ούτε τις φιλοδοξίες, ούτε την ιδιοσυγκρασία δικτάτορα. Ήταν ένας αγνός ιδεολόγος και τολμηρός πατριώτης.

Οι πρόκριτοι αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας επιχείρησαν να φύγουν κρυφά στη Ζάκυνθο, γιατί δεν ανέχονταν να μένουν υπό τον Οικονόμου, έναν απλό πλοίαρχο. Και εκείνος, αντί να τους αφήσει να φύγουν και να απαλλαγεί απ’ αυτούς, τους εμπόδισε. Αναγνώριζε ότι ο αγώνας είχε ανάγκη απ’ όλες τις δυνάμεις του Γένους και δεν αρνιόταν στους πρόκριτους τον πατριωτισμό, παρόλο που περίμενε την αντίδρασή τους και γνώριζε ότι δεν ήταν φίλοι του. Το κατάλαβε όταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε να μετάσχει στη διοίκηση.

Για να εξασφαλίσει την εξουσία του ο Οικονόμου επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλοιάρχους των πλοίων, που ήταν αφοσιωμένοι στους πρόκριτους, με ανθρώπους της προσωπικής του εμπιστοσύνης. Συνάντησε όμως την αντίδραση των πλοιοκτητών και των πλοιάρχων [26]. Τότε, αντί να επιβάλει τη θέλησή του με τη βία σε ανθρώπους, που η εχθρότητά τους δε θα μειωνόταν, όσο φιλικά και αν τους φερόταν, αναγνώρισε το δίκιο τους και άφησε στους πλοιοκτήτες το δικαίωμα να έχουν στα πλοία τους δικούς τους ανθρώπους, αντί να κηρύξει το στόλο εθνικό και κτήμα του Αγώνα. Αν εγκαθιστούσε δικούς του πλοιάρχους, η εξουσία του θα ήταν στερεωμένη. Μπορούσε να φύγει σε εκστρατεία και να είναι βέβαιος ότι οι πρόκριτοι δε θα είχαν τη δύναμη να κάνουν το παραμικρό εναντίον του. Γιατί δύναμη της Ύδρας ήταν τα πλοία της. Και οι εχθροί του θα ήταν αφοπλισμένοι.

Αλλά ο Οικονόμου δε σκεπτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πώς θα υπηρετήσει την πατρίδα. Του χρειάστηκαν 15 ημέρες για να ετοιμάσει τα πλοία και στις 16 Απρίλη 1821, Σάββατο της Διακαινησίμου, συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι όλων των τάξεων, έγινε δοξολογία και δέηση υπέρ του αγώνα και, ενώ από τα πλοία ερρίπτοντο κανονιοβολισμοί, υψώθηκε στο διοικητήριο η επαναστατική σημαία και η Ύδρα μπήκε επίσημα στον αγώνα Συντάχτηκε ταυτόχρονα το παρακάτω έγγραφο, που αποτελεί την πρώτη επαναστατική πράξη της Ύδρας, και με το οποίο αναγνωρίζονταν αρχηγός του Υδραίικου στόλου ο Ιάκωβος Τομπάζης:

 

Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν Έθνος, βεβαρημἐνον πλέον ν’ αναστενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό του οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν ή εις τα όπλα, δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους, τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της Ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος και πάσα ελληνική καρδία αναφλἐγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το ιτολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν’ απολεσθή εις τον   υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δέν θέλουσι μένει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα. Αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον, δια να καταστρέψουν τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον.

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπετάν-Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ, και άλλα πολεμικά ξύλα υπό την ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους ν’ αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικὡν δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Τούτο ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτισμένων εθνών. Και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλωμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των, βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών, και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει .είσθαί ποτέ την περίστασίν μας, ή να μη εύχεται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την Καγκελαρίαν της νήσου Ύδρας τη 16 Απριλίου 1821

Οι κάτοικοι της Νήσου Ύδρας

 

Την ημέρα αυτή ο Αντώνης Οικονόμου είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο του σκοπό. Έδωσε την Ύδρα στον Αγώνα. Αλλά και οι πρόκριτοι εξετέλεσαν το καθήκον τους, έστω και αναγκαστικά. Στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τώρα τον Οικονόμου πρόσφεραν πρόθυμα την ημέρα που κηρύχτηκε η επανάσταση νέα ποσά για την κίνηση του στόλου και έτσι η δημοτικότητά τους άρχισε να αποκαθίσταται. Και βέβαια ούτε ώρα δεν έπαψαν να συνωμοτούν.

Από την ημέρα εκείνη ο Οικονόμου δεν είχε παρά δυο δρόμους, αν ήθελε να τελειώσει την αποστολή του: Ή έπρεπε να παραιτηθεί από τη διοίκηση και να αρκεστεί στη δόξα ότι έβγαλε την Ύδρα στον αγώνα, ή όφειλε να πάρει ριζικά μέτρα για να στερεώσει την κυριαρχία του στην Ύδρα [27], να μεταβληθεί δηλ. σε πραγματικό δικτάτορα, αδυσώπητο και σκληρό προς τους αντιπάλους του. Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της επανάστασης και ασχολείτο συνεχώς με τις ανάγκες του στόλου. Και οι πρόκριτοι, που ο εγωισμός τους δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν δημαγωγό, όπως τον αποκαλούσαν, με συστηματικές ενέργειες κατόρθωσαν να κλονίσουν τη θέση του [28].

Στις 18 Απρίλη απηύθυνε προκήρυξη στα νησιά του Αιγαίου και καλούσε τους άλλους νησιώτες να επαναστατήσουν. Παρόμοια προκήρυξη απηύθυνε στους καθολικούς κατοίκους των Κυκλάδων, που αντιδρούσαν. Την επόμενη μέρα, 19 Απρίλη, σαν υπεύθυνος ευρωπαίος ναυτικός αρχηγός όριζε με διαταγή στους Έλληνες πλοιάρχους να σέβονται τις ουδέτερες σημαίες, να μην προκαλούν δυσαρέσκεια στους ευρωπαίους πλοιάρχους, να μην ενεργούν αδικαιολόγητες νηοψίες με τη βία, και γενικά να σέβονται τους όρους του διεθνούς δικαίου. Με το μέτρο αυτό ήθελε να περιορίσει τις πειρατικές διαθέσεις των Ελλήνων και να εμφανίσει νομιμόφρονα την ελληνική επανάσταση απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη [29].

Η ενέργεια αυτή του Οικονόμου δυσαρέστησε τους έλληνες ναύτες – οπαδούς του. Με τόσους αιώνες αναρχία στη θάλασσα είχαν αποκτήσει πειρατικές συνήθειες, που δεν μπορούσαν να κοπούν με ένα διάταγμα. Οι πρόκριτοι για να κερδίσουν τη συμπάθεια των ναυτών και να απομονώσουν τον Οικονόμου προπαγάνδιζαν ότι οι Τούρκοι πρέπει να περνούν από μαχαίρι χωρίς έλεος και ότι οι ναύτες που θαλασσοπνίγονται πρέπει να μοιράζονται τη λεία από τα τουρκικά πλοία [30]. Έτσι μετά από λίγες μέρες δυο υδραίικα καράβια κυρίευσαν ένα τούρκικο πλοίο, που μετέφερε τον πατριάρχη των Μουσουλμάνων και άλλους Τούρκους στη Μέκκα για προσκύνημα, τους έσφαξαν όλους με άγριο τρόπο πάνω στο κατάστρωμα [31] και επιστρέφοντας στην Ύδρα ήθελαν να οικειοποιηθούν και τα λάφυρα, που πήραν παραβιάζοντας όχι μόνο τη διαταγή του Οικονόμου, αλλά και τον παλαιότερο κανονισμό περί διανομής της λείας. Οι πρόκριτοι ζήτησαν από τον Οικονόμου να εφαρμόσει τον κανονισμό, αλλά όταν εκείνος ζήτησε να παραδοθεί η λεία για διανομή, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, τον έβρισαν και τον απείλησαν. Έθιγε άγραφα δικαιώματα εκείνων που πριν από λίγο τον είχαν αποθεώσει. Οι πρόκριτοι πήραν το μέρος των ναυτών, για να τους αποσπάσουν από το κόμμα του Οικονόμου και έτσι έγιναν δημοφιλείς και απέκτησαν και πάλι δύναμη.

Ο Οικονόμου, λοιπόν, βρέθηκε απογυμνωμένος από το λαό. Δεν απέμειναν παρά ελάχιστοι πιστοί κοντά του. Η ώρα του τέλους έφτανε. Οι πρόκριτοι έφερναν εμπόδια σε κάθε πράξη του και εκείνος, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ελπίδα συμβιβασμό μαζί τους, άρχισε να φέρεται προκλητικά και απότομα. Κρατούσε μάλιστα κοντά του και τον Καλοδήμα, που την ημέρα του γάμου του Λάζαρου Κουντουριώτη είχε φονεύσει τον πατέρα του μέσα στην εκκλησία [32]. Οι συνωμοτικές ενέργειες των προκρίτων προχωρούσαν και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, γκρέμισαν τον Οικονόμου από την εξουσία.

Στις 12 Μάη 1821, όταν έλειπε από το λιμάνι ο στόλος με τους πιο πολλούς από τους οπαδούς του Οικονόμου, οι πρόκριτοι οργάνωσαν επιχείρηση για τη θανάτωσή του. Την εκτέλεση ανέλαβαν οι πλοίαρχοι Λάζαρος Παναγιώτας και Θεόφιλος Δρένιας μαζί με τον Αντώνη Κριεζή και δέκα ένοπλους, που όρμησαν στο Διοικητήριο, όπου βρισκόταν ο Οικονόμου με το γιο του, τον Καλοδήμα και δώδεκα σωματοφύλακες. Ο Οικονόμου, που κατάλαβε το σκοπό τους, πυροβόλησε πρώτος το Δρένια, αλλά αστόχησε. Τον πέτυχε όμως ο γιος του Οικονόμου και τον έριξε νεκρό. Ο Παναγιώτας τραυμάτισε τον Καλοδήμα, αλλά τραυματίστηκε κι αυτός από τους σωματοφύλακες [33] του Οικονόμου. Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι άνθρωποι του Κριεζή και ο Οικονόμου απομονωμένος κλείστηκε στο Διοικητήριο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια από το παράθυρο. Έτρεξαν μερικοί να τον υπερασπίσουν και η συμπλοκή γενικεύτηκε.

Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν προς το διοικητήριο από τα διπλανά σπίτια του Βούλγαρη, του Μανώλη Τομπάζη, του Αναστάση Κριεζή και από τον ταρσανά, ενώ ο Γεώργιος Σαχτούρης και οι πλοίαρχοι άρχισαν να κανονιοβολούν το διοικητήριο από τα πλοία τους. Ο Οικονόμου βλέποντας τον κίνδυνο κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω πόρτα του διοικητηρίου και έτρεξε προς την ακτή καταδιωκόμενος από τον Κριεζή και τους ανθρώπους του. Έφτασε στη θέση Καμίνι, πήρε μια ψαρόβαρκα με λίγους δικούς του, ανέβηκε στη γολέττα του Τομπάζη, που βρισκόταν εκεί χωρίς ναύτες, και απέπλευσε για να διαφύγει. Τον καταδίωξαν όμως με άλλο πλοίο και κινδυνεύοντας αποβιβάστηκε στον Γιαλαμιδά, στα δυτικά του νησιού, και έτρεξε στα υψώματα, αλλά κυκλώθηκε από τους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Τον επιβίβασαν αμέσως σε μια βάρκα με 10 ναύτες, για να τον μεταφέρουν στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου και να τον θανατώσουν. Μεταξύ όμως των 10 ναυτών έτυχαν μερικοί συγγενείς του Οικονόμου, που απαίτησαν από τους άλλους να τον αφήσουν ελεύθερο [34]. Έτσι ο Αντώνης Οικονόμου σώθηκε και κατέφυγε στο Κρανίδι μαινόμενος κατά των συμπατριωτών του και φοβερίζοντας ότι θα επιστρέψει στην Ύδρα για να εκδικηθεί. Οι Κρανιδιώτες τον φιλοξένησαν, γιατί τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

Τότε όμως έφτασε στην Ύδρα ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από την Πάτρα και ο Ναθαναήλ, ηγούμενος στο Μοναστήρι του Φονιά, για να ζητήσουν ναυτική υποστήριξη από τους Υδραίους για τον αποκλεισμό της Πάτρας, γιατί ο άγγλος πρόξενος των Πατρών, Γκρην, εφοδίαζε από τη Ζάκυνθο τους αποκλεισμένους Τούρκους. Οι πρόκριτοι τότε δε δίστασαν να εκβιάσουν την κατάσταση. Απάντησαν ότι όσο ο Οικονόμου βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου «οχλαγωγών και απειλών [35]» δεν εγκρίνουν να απομακρυνθούν τα πλοία τους από το νησί, γιατί κινδυνεύουν. Ζήτησαν μάλιστα από το Θεοχαρόπουλο να συλλάβει και να φυλακίσει τον Οικονόμου, για να ησυχάσει το νησί, και τότε θα βοηθήσουν την επανάσταση. Οι Κρανιδιώτες, που είχαν αρνηθεί να απομακρύνουν τον Οικονόμου ή να τον παραδώσουν στους Πρόκριτους, πείστηκαν να τον παραδώσουν στο Θεοχαρόπουλο, ο οποίος τον μετέφερε και τον φυλάκισε στον μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στις Κλουκίνες Καλαβρύτων [36], όπου έμεινε απομονωμένος με λίγους συντρόφους του, υπό την προσωπική ευθύνη του Θεοχαρόπουλου υπενάντιο στους Υδραίους πρόκριτους.

Οι παλιοί συνεργάτες του Οικονόμου Γκίκας Θ. Γκίκας και Πέτρος Μαρκέζης διέφυγαν από την Ύδρα και με 300 οπαδούς τους, πήγαν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγιναν δεκτοί από τον Κολοκοτρώνη και πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Γεώργιος Αγαλλόπουλος πήγε στο Μυστρά και έφτιαξε δικό του σώμα. Άλλοι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ύδρα και διασκορπίστηκαν σε διάφορα σώματα, που δρούσαν στην Ανατολική Πελοπόννησο. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας μάλιστα έστελνε από τα Τρίκορφα γράμματα στους Πρόκριτους της Ύδρας, τους αποκαλούσε «ασπρολάτρας», δούλους του χρήματος δηλαδή, και «απόγονους του Ιούδα [37] και τους απειλούσε ότι θα εκστρατεύσει εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και 10.000 άνδρες, αν δεν του στείλουν πολεμοφόδια που ζητούσε. Τη συνένωση και εκδίκηση όλων αυτών των ένοπλων Υδραίων υπό τον Οικονόμου φοβούνταν πάντα οι Πρόκριτοι του νησιού.

Στο μεταξύ ο Οικονόμου δεν άντεξε την απομόνωση στην Αγία Βαρβάρα. Έφυγε με τους κρατούμενους εκεί συντρόφους του και πήγε στο μοναστήρι του Φονιά, στο Φενεό, όπου ήταν ηγούμενος ο Ναθαναήλ, προς τον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη. Όταν έμαθε τη δραπέτευσή του ο Θεοχαρόπουλος, που είχε δώσει το λόγο του στους Υδραίους πρόκριτους για την ασφαλή κράτησή του, έσπευσε με σώμα ενόπλων αποφασισμένος να τον επαναφέρει στην Αγία Βαρβάρα ή να τον σκοτώσει. Αλλά ο Οικονόμου έκλεισε την πύλη του μοναστηριού, τοποθέτησε τους άνδρες του στα τείχη της μονής και απείλησε ότι θα πυρπολήσει το μοναστήρι. Επενέβησαν τότε οι μοναχοί και έπεισαν το Θεοχαρόπουλο να αποχωρήσει με την υπόσχεση ότι αναλαμβάνουν αυτοί την προσωπική ευθύνη για την κράτηση του Οικονόμου, ο οποίος τους έδωσε το λόγο της τιμής του, ότι δε θα φύγει από το μοναστήρι μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς.

Έτσι ο Οικονόμου παρέμεινε στο μοναστήρι του Φονιά, από όπου επικοινωνούσε και αλληλογραφούσε με τους φίλους του. Ο μεγαλύτερος γιος του, που έμενε μαζί του τον περισσότερο καιρό και συχνά πήγαινε στην Τριπολιτσά, και οι συγγενείς του, που πηγαινοέρχονταν και τον έβλεπαν, τον πληροφορούσαν για τα διαδραματιζόμενα στην Ύδρα και τις επιτυχίες της επανάστασης. Όλες αυτές οι πληροφορίες ηλέκτριζαν τον ατίθασο Υδραίο, που δεν ήταν δυνατόν να ησυχάσει.

Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς κινήθηκαν από όλες τις πλευρές οι διαδικασίες για τη συγκρότηση της Α’ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών συγκεντρώθηκαν στο Άργος, όπου μάλιστα στις 14 Δεκεμβρίου 1821 έγινε η έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης με ένα είδος τελετής στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Ο Ν. Βάμβας εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν κατόπιν πίστη στην πατρίδα. Ο Οικονόμου αποφάσισε τότε να πάει στο Άργος με σκοπό να καταγγείλει τους Κουντουριωταίους και τους άλλους πρόκριτους της Ύδρας ότι καταλάβανε πραξικοπηματικά την εξουσία και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ηγέτης της πλειοψηφίας του λαού της Ύδρας [39]. Κατόρθωσε να εξοπλίσει Υδραίους συντρόφους του που ήταν μαζί του, έστειλε με το γιο του γράμμα στον Κολοκοτρώνη, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι έρχεται στο Άργος, έφυγε έφιππος με τους άνδρες του φέροντας και σημαία, που είχε φτιάξει στο μοναστήρι, και έφτασε στον Άγιο Γεώργιο Κορινθίας, μετόχι της μονής του Φονιά, όπου στάθμευσε.

Τη φυγή του Οικονόμου, όμως, πληροφορήθηκαν και οι πληρεξούσιοι των προκρίτων που βρίσκονταν στο Άργος. Ο εκτελών χρέη ηγουμένου στο μοναστήρι του Φονιά, Σαμουήλ, έστειλε αμέσως με έφιππο επιστολή στον ηγούμενο Ναθαναήλ, που βρισκόταν στο Άργος για τη συνέλευση, και του ανάγγειλε ότι ο κρατούμενος Υδραίος αρχηγός έφυγε με ένοπλο σώμα χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μοναχοί. Ο Ναθαναήλ, που είχε εγγυηθεί προσωπικά για την κράτηση του Οικονόμου στο μοναστήρι του Φονιά, έδειξε έντρομος την επιστολή στο Σωτήρη Χαραλάμπη και εκείνος στους πληρεξούσιους των προκρίτων της Πελοποννήσου και της Ύδρας, που καταταράχτηκαν. Δεν ήξεραν με πόση δύναμη ερχόταν ο Οικονόμου και οι ημέρες ήταν πονηρές, λόγω των αντιθέσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς και της συμπάθειας των στρατιωτικών προς τον Οικονόμου.

Οι πρόκριτοι μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να στείλουν το Ναθαναήλ να συναντήσει τον Οικονόμου και να τον πείσει να επιστρέψει στο μοναστήρι του Φονιά ή τουλάχιστον να παραμείνει στον Άγιο Γεώργιο. Πράγματι ο Ναθαναήλ πήγε και συνάντησε τον Οικονόμου, αλλά μάταια προσπάθησε με παρακλήσεις, υποσχέσεις και υποδείξεις να τον μεταπείσει. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν πια. «Καλόγερε», είπε στο τέλος στο Ναθαναήλ, «δεν σε ακούω πια. Ως πότε θα με έχεις δεμένον;» Ο Ναθαναήλ ειδοποίησε αμέσως το Χαραλάμπη και τους άλλους πρόκριτους ότι δεν κατόρθωσε τίποτα και ότι ο Οικονόμου εντός ολίγου φεύγει κατευθυνόμενος προς το Άργος.

Οι Πελοποννήσιοι και Υδραίοι πρόκριτοι θορυβημένοι έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Οικονόμου πριν φθάσει στο Άργος. Αλλά, για να δοθεί επίσημος χαρακτήρας στην αποστολή εναντίον του Οικονόμου, χρειαζόταν και η υπογραφή του Δημήτρη Υψηλάντη, που έφερε ακόμα τον τίτλο του αρχιστράτηγου και μαζί με τη Γερουσία της Πελοποννήσου αποτελούσε την υπέρτατη αρχή [40]. Για να πείσουν τον Υψηλάντη να υπογράψει τη διαταγή χρησιμοποίησαν το Νεόφυτο Βάμβα. Ο Βάμβας ήταν στην Ύδρα, όταν ο Οικονόμου έκανε το κίνημα και έλαβε την εξουσία, και γνώριζε τον ορμητικό χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του Οικονόμου. Έτσι οι πληρεξούσιοι της Ύδρας εύκολα τον έπεισαν ότι οι πρόκριτοι του νησιού διέτρεχαν κίνδυνο και δημιουργούνταν περιπέτειες σε βάρος του αγώνα, αν άρχιζαν νέες ταραχές και εσωτερικές ανωμαλίες στην Ύδρα.

Τους φόβους του αυτούς ο Βάμβας μετάδωσέ στον Υψηλάντη και τον έπεισε να υπογράψει έγγραφο σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικό σώμα θα πήγαινε να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον φυλακίσει στο Μεγάλο Σπήλαιο. Δινόταν μάλιστα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον του Οικονόμου, αν δεν υπάκουε και αντιστεκόταν [41]. Ο Υψηλάντης υπέγραψε το έγγραφο, που δε διέφερε από θανατική καταδίκη, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο υπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας. Σχηματίστηκε αμέσως σώμα από ένοπλους άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση της Βοστίτσας (Αιγίου) Ανδρέα Λόντου με επικεφαλής τον Ευθύμιο Ξύδη, το Σπύρο Ξύδη από τα Κράβαρα, το Γεώργιο Κοντοβαζενίτη και από μισθοφόρους το Σωτήρη Χαραλάμπη με τον υπασπιστή του Ιωάννη Φεϊζόπουλο και τον Ανδρέα Νικολόπουλο. Η δύναμη του σώματος ήταν 70 άνδρες και κινήθηκαν προς ανεύρεση του Οικονόμου.

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης, που πολιορκούσε τότε το φρούριο του Ναυπλίου, πήρε την επιστολή του Οικονόμου, πρόβλεψε τα δυσάρεστα και θέλησε να τα αποτρέψει. Παρήγγειλε λοιπόν στον Δημήτρη Τσώκρη, το στρατιωτικό διοικητή του Άργους, να σπεύσει να προφθάσει τον Οικονόμου, πριν μπει στο ‘Αργος και να τον πείσει να περιμένει μέχρι που να μπορέσει να πάει ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Κολοκοτρώνης σκόπευε, αφού κρατούσε ο Τσώκρης τον Οικονόμου έξω από την πόλη, να επέμβει και να τον συμφιλιώσει με τους Υδραίους πρόκριτους. Ο Τσώκρης αναχώρησε αμέσως έφιππος, για να εκτελέσει τη διαταγή του Κολοκοτρώνη.

Πρόλαβαν όμως οι δολοφόνοι των προκρίτων. Οι ένοπλοι του Λόντου και του Χαραλάμπη συνάντησαν τη μικρή ομάδα του Οικονόμοι μεταξύ Άργους και Κουτσοποδίου, στην περιοχή Κατσικάνι, «παρά τον Ξεριάν, εις μίαν θέσιν, όπου υπήρχε παλαιός τοίχος» [42]. Ο Οικονόμου είδε τους ένοπλους, αλλά δεν φαντάστηκε ότι έρχονταν εναντίον του, αλλιώς θα έσπευδε να φθάσει στον τοίχο και να οχυρωθεί. Ο Νικολόπουλος και οι Ξυδαίοι μόλις έφθασαν κοντά στον Οικονόμου του φώναξαν να διπλώσει τη σημαία του και να ρίξει κάτω τα όπλα του. Εκείνος δεν υπάκουσε και έτρεξε προς τον τοίχο, για να οχυρωθεί και να αμυνθεί. Ήταν αργά όμως. Τον πυροβόλησαν αμέσως άνανδρα και τον έριξαν νεκρό από το άλογό του. Οι σύντροφοί του διασκορπίστηκαν αμέσως και ταυτόχρονα έσπευσαν να φύγουν και εκείνοι που τον κτύπησαν εγκαταλείποντας τον Οικονόμου νεκρό [43].

«Ολίγην ώραν μόλις μετά τον φόνο του», σημειώνει ο Δ. Κόκκινος [44], «έφθασεν εκεί ο Δημήτρης Τσώκρης και ευρέθη προ του πτώματός του. Φρόντισε τότε δια την ταφήν του παρά τον τοίχο και επέστρεψε στο Άργος οργισμένος κατά των Υδραίων, τους οποίους συνάντησε στο σπίτι του Αναγνώστη Ιατρού και τους εκάκισε δια την πράξιν τους».

Η σύζυγός του πέθανε μετά από μια βδομάδα και η υπόλοιπη οικογένειά του μετακόμισε στις Σπέτσες [45], και οι υπόλοιποι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ύδρα μετά την οριστική επικράτηση των Προκρίτων. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας πέθανε την ίδια εποχή από λοιμική νόσο, που αναπτύχθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Με το αίμα του Οικονόμου οι Υδραίοι συμβιβάστηκαν με τους Μοραΐτες, το μέτωπο των ολιγαρχικών βγήκε σοβαρότατα ενισχυμένο και η ήττα των φιλικών ήταν οριστική [46]. Ο Υψηλάντης με τον Κολοκοτρώνη απογοητευμένοι φεύγουν για την Ακροκόρινθο, ενώ οι αγωνιστές γογγύζουν για την εγκατάλειψή τους από τους ηγέτες του. Και ήταν η στιγμή , που το λαϊκό κίνημα προδομένο βρισκόταν στη βράοη του. Ζητούσε τους ηγέτες του [47]. Οι ακατάπαυστες εξεγέρσεις έδειξαν τη ζωντάνια του, όταν οι Κωλέττηδες και οι Μαυροκορδάτοι ξεπουλούσαν τη χώρα. Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Ύδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του 21.

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο πόθος, λοιπόν, των Ελλήνων, που συσπειρώνονταν στους Κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, για ανεξαρτησία και θεμελίωση ενός κράτους, που θα στηριζόταν στις εθνικές παραδόσεις και στις αρχές της ισοπολιτείας και της ελευθερίας, που είχε διαδώσει στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση, κατέληξε μετά από βαρύτατες θυσίες στη δημιουργία ενός κράτους μικρού σε έκταση, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών του 1821. Τα πάθη και η εξόντωση του Αντώνη Οικονόμου και άλλων λαϊκών αγωνιστών οδήγησαν το νεοσύστατο κράτος στην «προστασία» των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η αντίπαλη προς τον Οικονόμου παράταξη δεν επικράτησε μόνο στη διάρκεια της επανάστασης του 21, αλλά καθόρισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις τύχες του Ελληνικού κράτους για 150 χρόνια. Και επιφύλαξε σκληρή τύχη στους αδικοχαμένους αντίπαλους αγωνιστές. Τους καταδίκασε στην αφάνεια. Η επίσημη ιστοριογραφία όλα αυτά τα χρόνια αγνόησε τον Αντώνη Οικονόμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φύλλα του Κώδικα, όπου καταχωρούνταν τα πρακτικά τον καιρό που είχε την εξουσία στην Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου είναι κομμένα με ψαλίδι!

Μόλις τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία απλών ανθρώπων της Ύδρας αναζητήθηκαν στοιχεία, αποκαταστάθηκε η μνήμη και η τιμή του Αντώνη Οικονόμου στη γενέτειρά του, την Ύδρα, και στήθηκε η προτομή του δίπλα στους άλλους ήρωες του Αγώνα του 21. Και τον Απρίλη του 1988 στήθηκε ένα σημάδι θύμησης του Αντώνη Οικονόμου στην περιοχή που δολοφονήθηκε, στο Άργος. Με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Εκδρομικών σωματείων Ελλάδας και τη συνεργασία του Δήμου Άργους τοποθετήθηκε στην είσοδο της πόλης του Άργους, αμέσως μετά τη γέφυρα του Ξεριά, μια μεγάλη πέτρα με την προσωπογραφία του Αντώνη Οικονόμου. Ένα σημάδι που κάνει τους περαστικούς να αναρωτιούνται για την ταυτότητα αυτού του «άγνωστου ήρωα». Μια απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα και παράλληλα μια προσπάθεια αποκατάστασης της μνήμης του Αντώνη Οικονόμου και της ιστορικής αλήθειας αποτελεί και το κείμενο αυτό.

Ο Αντώνης Οικονόμου, πρωτεργάτης της εξέγερσης της Ύδρας το 1821, αφού για δεκάδες χρόνια έμεινε ξεχασμένος, επιστρέφει την επικαιρότητα και καταλαμβάνει δικαιωματικά τη θέση που του αξίζει στις σελίδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι στάθηκαν διστακτικοί και άργησαν να τον αναγνωρίσουν. Σήμερα όμως, που η πάροδος του χρόνου επιτρέπει την ήρεμη και δίκαιη κρίση, αποκαθίσταται η ιστορική δικαίωση του φλογερού πατριώτη και η φυσιογνωμία του θα κοσμεί το πάνθεον των εκλεκτών ανδρών της πατρίδας.

 

Υποσημειώσεις


  1. Όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στο Μοριά, το Φλεβάρη του 1821, και προσπαθούσε να ξεσηκώσει του Έλληνες, οι Κοτζαμπάσηδες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λόντου στο Αίγιο, για να σκεφτούν με ποια μέτρα θα ματαιώσουν την εξέγερση (Συνέλευση της Βοστίτσας). Εκέι ο Π. Π. Γερμανός αποκάλεσε τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» (Π. Π. Γ. Απομν. Σελ. 9). Ο Παπαφλέσσας όμως έμεινε ανένδοτος. (Η Επαν. Του 21, σελ 87).
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού έθνους» (τόμος 7ος σελ. 493-494) αφιερώνει 15 ακριβώς σειρές για τον Αντώνη Οικονόμου και το κίνημά του και τον χαρακτηρίζει απερίφραστα «Εφήμερον δικτάτορα».
  3. Κρεμμυδά Β: Νεότ. Ιστορ. Σελ. 97-99.
  4. Κρεμμυδά Β: Εισαγωγή σε Ιστ. Νεοελ. Κοινωνίας σελ. 118-120.
  5. Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλην, Επαν. σελ. 318. τομ. 1.
  6. Finley (τομ. 1 σελ 49). Ιστ. Ελλην, Επαν/σης.
  7. Μέχρι το 1770 την Ύδρα την κυβερνούσαν οι ιερείς. Με τα Ορλωφικά τοποθετήθηκε ως διοικητής Ρώσος αξιωματούχος και μετά την αποχώρησή του η εξουσία έμεινε αποκλειστικά στα χέρια των προκρίτων.
  8. Μαυροκεφάλου Αναστ. : «Διάλογοι αττικοί Δύο», Διάλογος Α’, σελ.4, Αθήνα 1863.
  9. Η κρίση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης στον Ελλαδικό χώρο, η οποία δεν αποκλείεται να επιτάχυνε την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π., σελ. 322.
  11. Ο σημερινός πληθυσμός της Ύδρας είναι 2.538 κάτοικοι (απογραφή 1971).
  12. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 321.
  13. Φιλήμονος : Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Α’, σελ. 318-320.
  14. Κορδάτου Γ. Μ. Ιστ. Ελλάδας, τομ. 10ος, σελ 229.
  15. Finley ο.π. σελ 235.
  16. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, Επίτομη Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως σελ. 79.
  17. Την ναυτική δύναμη της Ελλάδας στα 1821 δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Ύδρα 115 μεγάλα πλοία

Σπέτσες 60 μεγάλα πλοία

Ψαρά 40 μεγάλα πλοία

Κάσος 15 μεγάλα πλοία

Τρίκερι 30 πλοία διάφορων μεγεθών

Γαλαξίδι 60 πλοία διάφορων μεγεθών

Τα σκάφη με εκτόπισμα από 60 έως 100 τόνους υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 200 σ’ όλη την Ελλάδα. Σ’ όλους αυτούς τους αριθμούς δεν υπολογίζονται καΐκια που υπήρχαν σε κάθε νησί ή λιμάνι. (, ο.π. τομ. Α’. Σημείωση στη σελ. 232).

  1. Η Ύδρα έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο 300 ναύτες, αλλά τα τελευταία χρόνια, επειδή οι Σπέτσες και τα Ψαρά δεν μπορούσαν να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις προς την Πύλη, ο αριθμός των 800 Ελλήνων που απαιτούσε ο Σουλτάνος συμπληρωνόταν από τους Υδραίους.
  2. Κατά το Σπ. Τρικούπη (Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως Τομ. Α’, σελ 121) τους ναύτες αυτούς τους πρόλαβαν άνθρωποι του Οικονόμου στην Μήλο, τους εμπόδισαν και του γύρισαν πίσω και έτσι γλίτωσαν τη σφαγή (βλ. Και Μ. Οικονόμου Ι.Ε.Επ. σελ 165).
  3. Δημογέροντες εκείνη την τετραμηνία ήταν ο λάζαρος Κουντουριώτης, ο Θ. Γκίκας-Γκιώνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, και ο Βασίλης Μπουντούρης. Κυβερνήτης διορισμένος από τον Καπουδάν πασά, ο Νικόλαος Κοκοβίλας.
  4. Κορδάτου Γ: Μ.Ι.Ε. τομ. 10 σελ. 230.
  5. Δ. Κοκκίνου, ο.π. τ. 1, σελ.326.
  6. Υπογράφουν οι παρακάτω:

Λάζαρος Κουντουριώτης (Τ.Σ.) – Δημήτρης Τσαμαδός – Θοδωρής Γκίκας – Γεώργιος Γκιώνης – Νικόλαος Οικονόμου -Σταμάτης Ν. Μπουντούρης – Αναγνώστης Παπαμανόλης – Φρατζέσκος Βούλγαης – Γεώργιος Κηβοτός – Αναστάσιος Θεοδωράκης – Δημήτρης Κριεζής – Αντώνιος Βόκου – Αναγνώστης Γιουρδής – Γεώργιος Κουντουριώτης – Γιακουμάκης Τουμπάζης – Καπετάν Λάζαρος Λαλεχού – Αλέξανδρος Δημητρίου – Γιάννης Δημητρίου Ζάκα – Λάζαρος Παπαμανόλης – Κωνσταντής Μεθενίτης – Λάζαρος Νικολάου Κριεζή – Καπετάν Δημήτρης Βόκου – Νικόλας Παντελή – Γιάννης Γκέλης – Αναγνώστης Κριεμάδης – Καπετάν Θεοφάνης Βόκου – Λευτέρης Χατζή Γκιόνη – Σάβας Ανδρέα Σάβα – Γιάννης Φραντζέσκος Δοντάς – Αντώνιος Γεωργίου Κριεζή – Ηλίας – Γιάννης Μπητζηλής – Γιάννης Δοκός – Πολυχρόνιος Ιωάννου – Γεώργιος Δημητρίου Νέγκα – Αντρέας Γιάννη Θεοδόση – Αναστάσης Σερφιότης – Παντελής Γιάννη Γκίκα – Βασίλειος Ν. Μπουντούρη – Γιώργος Χατζή Γκιόνη – Ιωάννης Ορλάνδος (Τ.Σ.) – Μανόλης Τουμπάζης – Ανδρέας Δ. Βόκου-Μιαούλης – Γιάννης Βούλγαρης -Λάζαρος Πηνότσης – Γεώργιος Σαχτούρης – Βαγγέλης Δημητρίου – Ιωάννης Αναγνώστου – Γεώργιος Ιωάννου Κριεζή – Αντώνιος Δημητρίου – Νικολός Βόκου -Καπετάν Νικόλας Ούνγκρας – Καπετάν Παντελής Πέτρου – Αναγνώστης Ραφελιάς – Αναγνώστης Αντωνίου Ρηνότζη – Δημήτριος Ανδρέα Βόκου.

 

  1. Ι.Ε.Ε. τομ. ΙΒ σελ 102.
  2. Δ. Κόκκινου, τ. 1, σελ 327
  3. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 328-329.
  4. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 331
  5. Ι.Ε.Ε. ο.π. σελ. 124.
  6. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 332.
  7. Κορδάτου Γ. ο.π. σελ. 326.
  8. Finley ο.π. σελ. 239-240.
  9. Finley ο.π. σελ. 49.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 333.
  11. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι δεν ήταν συγγενείς του, αλλά μπράβοι που είχαν σκοπό να τον πνίξουν. Όταν όμως τον άκουσαν να μιλά και να τους καλεί στο καθήκον, ντράπηκαν, και δεν εκτέλεσαν την εντολή που είχαν. (ο.π. σελ. 236).
  12. Σπ. Τρικούπη ο.π. σελ. 186.
  13. Φωτάκου: Απομν. Ελλην. Επαν/σης τομ. Α’, σελ. 115.
  14. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 55.
  15. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ ο.π. σελ. 99.
  16. Γ. Κορδάτου ο.π. σελ. 372.
  17. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 57.
  18. Σ. Τρικούπη ο.π. σελ. 99.
  19. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ 4, σελ 58. ο μοναδικός παλαιός τοίχος, που υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι πρόσφατα, ήταν ένα τμήμα Ρωμαϊκού υδραγωγείου (;) που ξεκινούσε από την περιοχή Καρανταναίικα, ανατολικά του Αγίου-Προκόπη στο Αεροδρόμιο Άργους, διέσχιζε ένα τμήμα του Ξεριά και κατέληγε απέναντι από το παλαιό λατομείο του Ξηνταρόπουλου στα 800 μέτρα του δρόμου Άργους-Καρυάς. Σε κάποιο σημείο αυτού του τοίχου, πιθανότατα στα Καρανταναίικα, σκοτώθηκε ο Οικονόμου. Το τμήμα του τοίχου, που περνούσε μέσα από τον Ξεριά, σώζεται και σήμερα στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Καρυάς.
  20. κατά τον Μ. Οικονόμου (ιστορικά της Ελλη. Παλιγγενεσίας σελ. 167) ο Αντώνης Οικονόμου «εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθει εκεί. Οι δε συνοδοιπόροι του απήχθησαν».
  21. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 58.
  22. Μ. Οικονόμου Ι.Ελ.Παλιγ. σελ. 167.
  23. Τ. Βουρνά, Ιστορ. Ν. Ελλ. Τόμος 1, σελ 107.
  24. Γ. Βαλέτα, Το Προδωμένο Εικοσιένα, σελ 72.

Αλέξης Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 96-117, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

 

Read Full Post »

Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή Πασά. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Ο Ερανιστής», τόμος 19, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1993. 


 

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Η εξωτερική πολιτική του Αλή Πασά έχει γίνει επανειλημμένα αντικείμενο έρευνας και αρκετά βιβλία αφιερώνουν μεγάλο μέρος τους στο θέμα αυτό. Συχνά επίσης έχουν εξεταστεί και οι επαφές του Αλή με τους σύγχρονούς του ξένους περιηγητές. Εντούτοις η ιδιαίτερη αύτη σχέση που ανέπτυσσε, ο Αλή Πασάς, και σε μικρότερο βαθμό ο γιος του Βελή Πασάς, με τους ξένους που τους επισκέπτονταν, σε αντίθεση με τους άλλους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, δεν τονίζεται πάντοτε επαρκώς, ούτε άλλωστε διερευνάται βα­θύτερα.

Στην πραγματικότητα η στάση του αυτή αποτελούσε μια μορφή άσκη­σης της εξωτερικής πολιτικής του. Και τούτο είτε γιατί οι ξένοι αυτοί πε­ριηγητές είχαν τη διπλή ιδιότητα του ταξιδιώτη και του επίσημου αντι­προσώπου ενός κράτους, κατά κύριο λόγο της Γαλλίας ή τής Βρετανίας, με συγκεκριμένη αποστολή στην επικράτειά του, είτε διότι οι περιηγητές αυ­τοί ήταν, ή ο Αλής πίστευε ότι ήταν, πρόσωπα σημαντικά στην πατρίδα τους, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξυπηρετήσουν τα σχέδιά του και να διαδώσουν τη φήμη του. Σε κάθε περίπτωση ο Αλής προσπαθούσε, συχνά με μεγάλη επιτυχία, να δημιουργήσει ευνοϊκή εικόνα για το άτομό του δίνοντας την εντύπωση του άξεστου ίσως, άλλά ικανού, φιλοπρόοδου και φωτισμένου ηγέτη που με επιτυχία κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης την επικράτειά του και εισήγαγε νέο πνεύμα και μεθόδους άγνωστες στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η εντυπωσιακή προσωπικότητα του Αλή, οι έξυπνοι χειρισμοί του και η πονηριά με την οποία κολάκευε τη ματαιοδοξία των ξένων είχαν τις περισσότερες φορές το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι οι περισσότεροι επι­σκέπτες έφευγαν από τα Γιάννινα γοητευμένοι και επαινώντας το έργο του, έχοντας δώσει μικρή ή καθόλου σημασία στην τυραννική του διακυ­βέρνηση, στον συμφεροντολογικό χαρακτήρα των ενεργειών του και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η επέκταση της εξουσίας του στον ελλαδικό χώρο. Δεν ήταν πολλοί εκείνοι που πρόσεξαν μεν τα νεωτεριστικά στοιχεία που είχε εισαγάγει, αντιλήφθηκαν όμως παράλληλα και τα μελανά σημεία της διακυβέρνησής του και τις οδυνηρές επιπτώσεις που είχε για τους Έλληνες, χωρίς να παρασυρθούν από το προσωπείο που παρουσίαζε για να εντυπωσιάσει τους περιηγητές.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Πιο κάτω θα εξετάσουμε ορισμένες επιστολές του Αλή Πασά προς τρία πρόσωπα – τα δύο απ’ αυτά, ο Γεώργιος Φορέστης και ο William Martin Leake, είχαν άμεση σχέση με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πο­λιτικής του. Ο γνωστός περιηγητής William Martin Leake, που βρισκό­ταν σε ειδική αποστολή στην Ελλάδα από το 1804 σταλμένος από το Foreign Office, εκπροσωπούσε επισήμως τη Βρετανία στην αυλή του Αλή Πασά από το 1809. Μετά την αναχώρησή του στη θέση αυτή τον διαδέ­χτηκε ο Γεώργιος Φορέστης το 1810. Το τρίτο πρόσωπο με το οποίο επίσης αλληλογραφούσε ο Αλή Πασάς ήταν ο φιλέλληνας Frederick North, ο μετέπειτα λόρδος Guilford, τον οποίο ο Βεζύρης είχε γνωρίσει ως απλό περιηγητή. Από τα γράμματα αυτά μπορούμε να δούμε διάφο­ρες πτυχές και πρακτικές της πολιτικής του Αλή σε σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς οι άντρες στους οποίους απευθύνονταν ήταν οι μεν δύο Βρετανοί και ο τρίτος Έλληνας αλλά και αυτός στην υπηρεσία της Βρε­τανίας. Ταυτόχρονα μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέχρι κάποιο σημείο τη νοοτροπία του Αλή, διάφορα θέματα που σχετίζονται με γεγονότα στο εσωτερικό της επικράτειάς του αλλά και τον αντίχτυπο των διεθνών πολι­τικών εξελίξεων στις πράξεις και τη διαμόρφωση της πολιτικής του.

Η πρώτη, και χρονικά παλαιότερη, επιστολή του Αλή, γραμμένη από τα Γιάννινα στις 2/14 Δεκεμβρίου 1808, απευθύνεται στον Γεώργιο Φορέστη. Ο Γ. Φορέστης ήταν γιος του Σπυρίδωνα Φορέστη από τη Ζά­κυνθο∙ ο πατέρας του ήταν αρχικά γενικός πρόξενος της Βρετανίας στην Κέρκυρα, και με την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας διορίστηκε, στις 29 Ιουνίου 1803, από τον Γεώργιο Γ’ της Μ. Βρετανίας «επιτετραμμένος λειτουργός» (Resident Minister) στο ίδιο νησί. Οι Βρετανοί του προσέφεραν για τις υπηρεσίες του τίτλο ευγενείας. Ο Γεώργιος Φορέστης είχε σταλεί να σπουδάσει στην Αγγλία, αλλά η συμπεριφορά του νέου εκεί δεν προδίκαζε την καλή εξέλιξη που θά είχε αργότερα – το είχε ρίξει στη χαρ­τοπαιξία και αναγκάστηκε να γυρίσει μάλλον άδοξα στην πατρίδα του. Μετά την επιστροφή του άρχισε να εργάζεται κι αυτός για τους Άγγλους, δεν γνωρίζουμε όμως πότε και πώς άρχισε τη σταδιοδρομία του. Την εποχή που του γράφει ο Αλή Πασάς ο Γεώργιος Φορέστης δεν είχε, από όσο ξέρουμε, κάποιο επίσημο αξίωμα στην υπηρεσία της Βρετανίας, το γράμμα όμως κάνει φανερό ότι είχε δραστήρια ανάμειξη στην πολιτική της στην περιοχή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γ. Φορέστης ορίστηκε πρόξενος στα Γιάννινα τους πρώτους μήνες του 1810 και από τότε η δράση του κοντά στον Αλή και οι ενέργειές του αναφέρονται, συχνά τόσο στα επίσημα έγγραφα της εποχής όσο και από τους περιηγητές που επισκέπτονταν τα Γιάννινα. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εργασία για την προσωπικότητα και τη δράση ούτε του Σπυρίδωνα ούτε του Γεωργίου Φορέστη, μολονότι αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες για την εποχή τους και έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στα Επτάνησα κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας αλλά και πριν από αυτήν, και αναφέρονται πολύ συχνά από τους περιηγητές της εποχής.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή πασά

 

Σχετικά θέματα:

William Martin Leake (1777-1860)

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)

Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής και η περιουσία του, Ahmet Uzun, Cumhuriyet Üniversitesi

 

Read Full Post »

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »