Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ερμιονίδα’

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

Κόκκινος επιτάφιος 


 

epitafiosΣυγγραφέας: Παΐδούση – Παπαντωνίου Γιόνα Μικέ

Εκδότης: Βιβλιόραμα

ISBN: 960-8087-74-0

Έτος έκδοσης: 2008

 
Στο βιβλίο της λαογράφου Γιόνας Μικέ Παϊδούση ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα  της Κατοχής στα χωριά της Ερμιονίδας στη βόρειο ανατολική Πελοπόννησο. Καμβά της διήγησης αποτελεί η σταδιακή ανάπτυξη της ΕΠΟΝ στις περιοχές εκείνες, οι ελπίδες και οι αντιδράσεις που γέννησε το εαμικό κίνημα, η ένταξη σε αυτό μελών οικογενειών από υψηλά κοινωνικά στρώματα, η στάση των τοπικών κοινωνιών.

Εκτός από την παρουσίαση της πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των αντιστασιακών οργανώσεων, βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η δραματική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο του πολέμου, η παρουσία και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή και η αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ταξίδι της συγγραφέα στην Αθήνα και την άφιξή της στις σκληρές ημέρες της δεκεμβριανής σύγκρουσης του 1944. Στοιχείο παρόν με τρόπο άμεσο και έμμεσο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο θάνατος του αδελφού της, η έλλειψη του πατέρα, η στάση της μάνας, η μάχη για τη διατήρηση της δικής της αξιοπρέπειας και της οικογένειάς της.

«Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός – και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δώσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.»

Έσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.
«Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;» ρώτησε.

«Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.»
«Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις».

«Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι… Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ’ ακούσω: «Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού».»

Read Full Post »

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιά.


 

Παραδοσιακή φορεσιά – ανδρική και γυναικεία – του Κρανιδίου και της ευρύτερης περιοχής της Ερμιονίδας. Ομιλία  της Ερμιονίτισας κας Μαρίκας Κανέλλη – Τουτουντζή, συλλέκτριας παραδοσιακών ενδυμασιών σε κούκλες μινιατούρες από την Ελλάδα και χώρες του εξωτερικού, στο Λαογραφικό Κέντρο Δήμου Κρανιδίου, την Κυριακή 17 Μαΐου 2009. 

 

 […] Οι παραδοσιακές Ελληνικές φορεσιές είναι εκδήλωση της λαϊκής μας τέχνης και ο λαός εκφράζεται μέσα από αυτές. Είναι ένας σύνδεσμος του παρελθόντος με το παρόν. Γνώρισαν την μεγαλύτερή τους άνθηση στα τέλη του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη  και στα Γιάννενα. Εκεί η καλλιτεχνική και τεχνική δημιουργία έφτασαν στο απόγειό τους. Χαρακτηριστικό είναι το νανούρισμα « κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου».

Στο Κρανίδι στο κεφαλοχώρι της επαρχίας μας και στην ευρύτερη περιοχή του η γυναικεία φορεσιά ήταν αρχικά απλή. Η φούστα η βαμβακερή ή μάλλινη μακριά, με πιέτες ή σούρες. Από μέσα φοριόταν λευκό μπλουζάκι και από πάνω ένα κοντό μεσάτο σακάκι. Στο κεφάλι φορούσαν απλό λευκό μαντίλι με αζούρ στο τελείωμα, που το έλεγαν τσεμπέρι ή κούντρο.

Η αντρική φορεσιά ήταν νησιώτικη, φορούσαν πολύπτυχη βράκα σε μπλε ή γαλάζιο χρώμα, λευκό πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και από πάνω ένα γιλέκο, βελούδινο ή τσόχινο, κεντημένο με σχέδια από σκούρο κορδόνι και πλεκτά κουμπιά. Στη μέση φορούσαν πολύχρωμο μεταξωτό ζωνάρι και στο κεφάλι φεσάκι το λεγόμενο καλπάκι. Αυτή τη στολή την λέγανε Καραμάνικη.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΌπως βλέπουμε η επιρροή για το Κρανίδι αλλά και γενικότερα για την Ερμιονίδα, έρχεται περισσότερο από τη θάλασσα παρά από τη στεριά. Έτσι αναφέρει και η κα Μαρία Βελιώτη σε δημοσιευμένο κείμενό της σε έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Και έτσι είναι διότι οι φορεσιές της Ερμιονίδας έμοιαζαν με αυτές της Ύδρας και των Σπετσών. Στο Κρανίδι φορέθηκε από λιγοστούς άνδρες και η φουστανέλα. Οι πατριώτες μας ναυτικοί άρχισαν να φέρνουν από ταξίδια τους δώρα στις γυναίκες τους πολυτελή υφάσματα. Έτσι οι φούστες των γυναικών του 18ου και 19ου αιώνα έγινα ταφταδένιες ή βελούδινες, πάντα φαρδιές με σούρες. Το ζακετάκι μεσάτο μεταξωτό ή βελούδινο- ανάλογα με την εποχή και από μέσα λευκοκεντημένο πουκάμισο με πιετάκια και χειροποίητες δαντέλες. Το απλό λευκό μαντίλι του κεφαλιού αντικατέστησε η χρυσοκέντητη από Υδραίες κεντήστρες πιέτα που ήταν το ωραιότερο εξάρτημα- αξεσουάρ όπως θα λέγαμε σήμερα – της Κρανιδιώτικης φορεσιάς.

Οι γυναίκες του Κρανιδίου ξεχώριζαν από όλη την επαρχία για τα πολυτελή ρούχα τους, όπως ξεχώριζαν και τα υπέροχα αρχοντικά πετρόκτιστα σπίτια τους που είχαν κτίσει οι καραβοκυραίοι και καπεταναίοι άνδρες τους. Από τις Υδραίες κεντήστρες έμαθαν την τέχνη της χρυσοκέντητης πιέτας Κρανιδιώτισες, που έφτιαχναν πραγματικά έργα τέχνης συναγωνιζόμενες η μια την άλλη για την ωραιότερη πιέτα. Αναφέρω μερικά ονόματα από κεντήστρες που είχαν την καλοσύνη να με πληροφορήσουν η κα Μαρία Τσεγκή και η θεία μου Μαρία Βογανάτση από την Ερμιόνη, όπως τους είχαν διηγηθεί οι μητέρες τους. Ήταν η Σταματίνα του Καράκαλου, η Καλλιώ Στελλάκη, η Δέσποινα Τσιρτσίκου, η Ελένη Παπαμιχαήλ, η ονομαστή Μαριγώ και άλλες.

Οι πιέτες ήταν τριγωνικές τριών ειδών. Η πρώτη η χρυσή ήταν νυφική (δώρο του γαμπρού μαζί με τα κοσμήματα) κεντημένη με χρυσή κλωστή η ψιλό χρυσό σύρμα (το τερτίλι). Στο τελείωμα είχε κίτρινη μπιρμπίλα από μεταξωτή κλωστή. Μερικές πιέτες είχαν πάνω τους ραμμένα αληθινά μαργαριτάρια. Αυτήν την πιέτα εκτός από την ημέρα του γάμου τη φορούσαν και στις μεγάλες γιορτές. Η δεύτερη πιέτα λεγόταν Πρεβάζι και οι κεντημένες στο χέρι πολύχρωμες μεταξωτές κλάρες, δηλαδή κλαδιά με λουλούδια, ξεκινούσαν από τη γωνία του τριγώνου και απλωνόταν δεξιά και αριστερά έως στις άκρες της πιέτας.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΣτην τρίτη πιέτα οι πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές αντικατεστάθησαν με τον καιρό από άσπρο μετάξι. Στις άκρες κεντούσαν φεστόνια που σχημάτιζαν γλώσσες. Κάθε γλώσσα είχε ένα ασπροκεντημένο λουλούδι. Αυτήν την πιέτα, που ήταν πολύ όμορφο κομμάτι της φορεσιάς τη φορούσαν στην εκκλησία όταν οι άνδρες ταξίδευαν ή έλειπαν στην Αμερική. Την πρώτη πιέτα και τη δεύτερη που ήταν πλουμιστές τις φορούσαν όταν συνοδεύονταν από τους άνδρες τους. Το μαντίλι της κεφαλής είχε τραγουδηθεί σε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε πίσω και το Κρανίδι. Σε Αρβανίτικο τραγούδι ένας ερωτευμένος λέει στη καλή του. « Στο μαντίλι με τα πουλιά άγγιξα το χέρι μου και κάηκα». Όλες οι πιέτες ήταν φυτόσχημες παραστάσεις. Μια προίκα είχε τουλάχιστον δυό πιέτες. Το 1903 υπήρξε προίκα με 12 πιέτες μας λέει από πληροφορίες γυναικών της επαρχίας μας η λαογράφος κα Βελιώτη. Στις αρχές του 19ου αιώνα μια τέτοια πιέτα στοίχιζε περίπου 1.500 δρχ, μεγάλο ποσό για την εποχή και μαζί με τα κοσμήματα έφτανε 5.000 δρχ.
Όλες οι πιέτες ήταν φοδραρισμένες με κίτρινο ύφασμα, σύμβολο γονιμότητας και εξ’ αιτίας του κίτρινου χρώματος τις έλεγαν και καναρίνια. Για τα πένθη έφτιαχναν και τις πένθιμες με μαύρα λουλούδια κεντημένες ή ολόμαυρη δαντέλα για το βαρύ πένθος.

Η πιέτα σαν ονομασία για το κεφαλομάντηλο πρέπει να είναι τοπικός όρος, διότι σε καμία βιβλιογραφία δεν συνάντησα τη λέξη πιέτα. Μάλιστα στην έκδοση «Ελληνικές φορεσιές» της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας το συγκεκριμένο κεφαλομάντηλο αναφέρεται σαν Υδραίικο τσεμπέρι η νυφική καλύπτρα. Η πιέτα λοιπόν που σημαίνει πτυχή έδωσε το όνομα στο τοπικό μας μαντήλι διότι η ομορφιά στο δέσιμο οφείλεται στις πτυχές δηλαδή, που σχηματίζονται κυρίως γύρω από το πρόσωπο. Το ίδιο ισχυρίζεται και η κα Γιάννα Παπαντωνίου σε αναφορά στις πιέτες.

Την πιέτα δεν γνώριζαν όλες οι γυναίκες να την δένουν σωστά, γι’ αυτό οι περισσότερες την έπαιρναν από την κεντήστρα έτοιμη δεμένη και την φορούσαν περνώντας την πάνω από το κεφάλι. Απλωνόταν στην πλάτη και στους ώμους σαν εσάρπα και αφού σταύρωνε μπροστά στο στήθος οι άκρες της δένονταν έντεχνα πίσω από το κεφάλι. Έτσι απλωμένη έδειχνε όμορφα η φυτόσχημη παράσταση της.

Στο τέλος οι γιαγιάδες μας συμπλήρωναν το στόλισμα της πιέτας με χρυσές καρφίτσες στις πτυχές, για να κρατηθούν αυτές στην αρχική του θέση. Οι καρφίτσες είχαν σχήματα και ανάλογα με το σχήμα τις έλεγαν χεράκια , πέταλα, στέμματα κτλ.
Μέσα από την πιέτα φορούσαν ένα λευκό μαντήλι από τουλουπάνι, το φακιόλι. Το φορούσαν για δυό λόγους. Πρώτον για να κρατούν την πιέτα καθαρή και δεύτερον για να καρφιτσώνονται καλύτερα και σταθερότερα οι καρφίτσες.

Το στολισμό του ντυσίματός τους συμπλήρωναν ο Ρώσικος μαλαματένιος τους όπως τον έλεγαν σταυρός (χρυσός), «οι περισπωμένες» και τα «κοφινάκια» σκουλαρίκια, η χρυσή μάρκα με το όνομά τους σκαλιστό, και η άγκυρα, δυο χαρακτηριστικές καρφίτσες του τόπου μας.

Μια εικόνα περιγράφει ο αείμνηστος δάσκαλος από την Ερμιόνη Μιχ. Παπαβασηλείου στο βιβλίο του, «Οι Μητσαίοι» αγωνιστές του 1821 το σπίτι των οποίων έχουμε την τιμή να είναι δικό μας. Λέει λοιπόν για τη μητέρα των Μητσαίων». Της καπετάν Γιώργαινας – έτσι έμεινε στην ιστορία το όνομά της – που το στήθος της στόλιζε πάντα ένας μεγάλος ολόχρυσος Ρούσικος σταυρός. Να αναφέρω εδώ ότι η καπετάν Γιώργαινα ήταν αρχόντισσα από γενιά ηρώων καπεταναίων της ιστορικής φαμίλιας Σαρρή από το Κρανίδι.

Η πιέτα φοριόταν από τον 18ο αιώνα και συνέχισαν να την φορούν έως τις αρχές του 20ου αι. Μετά άρχισαν να φοριούνται στο Κρανίδι και σε όλη την επαρχία μας Ευρωπαϊκά φορέματα. Πολλές γυναίκες εγκατέλειψαν την πιέτα και άφησαν ελεύθερο το κεφάλι χτενισμένο με φουσκωτό περίτεχνο χτένισμα και χωρίστρα στη μέση ή χτένισμα με αρχοντικό κότσο.

Από προσωπικές μου αναμνήσεις η πιέτα φορέθηκε έως το 1966 και σιγά – σιγά μπήκε στα σεντούκια των αρχοντικών. Σώθηκαν αρκετές πιέτες που στολίζουν το λαογραφικό σας μουσείο, το Ι.Λ.Μ. Ερμιόνης, στολίζουν κορνιζαρισμένες τα σαλόνια πολλών σπιτιών, μεγάλος αριθμός δόθηκε στις εκκλησίες για άμφια και τις υπόλοιπες σύμφωνα με επιθυμία των γυναικών όταν έφυγαν από τη ζωή τις πήραν μαζί τους για πάντα.

Όσον αφορά τις ανδρικές φορεσιές εξευρωπαΐστηκαν γρηγορότερα από τις γυναικείες και στις αρχές του 20ου αιώνα μετριόντουσαν στα δάκτυλα σε ολόκληρη την επαρχία.  Από τα μπαούλα όπου φυλάσσονταν οι βράκες και οι φουστανέλες, οι ταφταδένιες φούστες και τα γιλεκάκια που ήσαν φορεσιές των παππούδων και των γιαγιάδων μας, ας ανασύρουμε και τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων, τότε που οι μητέρες μας κολλάριζαν τις φουστανέλες για τις παρελάσεις και τα θεατρικά, τότε που σιδέρωναν τις βράκες, που φρεσκάρανε τις ταφταδένιες φούστες για να ντυθούμε Βλαχούλες και Αμαλίες, βρακοφόροι και φουστανελάδες και ας κλείσουμε τη σημερινή ομιλία με αυτές τις θύμησες»[…].

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα  «ΑΡΓΟΛΙΔΑ», Τετάρτη 27 Μαΐου 2009.

Read Full Post »

Μάιος στο Κρανίδι – Λαογραφία

 

ΜάηςΤην Πρωτομαγιά βγαίνανε έξω, μαζεύανε τον «Μάη», μ’ αυγά κόκκινα και κουλούρια, που τα ‘χανε από τη Λαμπρή. Μαζεύανε λουλούδια, τα βάζανε απέξω απ’ την πόρτα και του Άη Γιαννιού της Ψώρας (24 Ιουνίου) τα καίγανε. Και σταυρό κάνανε, και στεφάνια, και σκέτο τον «Μάη» κάνανε, μια ανθοδέσμη δηλαδή. Μέσα στον «Μάη» βάζανε σκόρδο, ένα κομμάτι ελιά, σπαρτό στάρι, κριθάρι και λουλούδια, παπαρούνες, διάφορα…

Εκεί στην εξοχή τρώγανε, διασκεδάζανε, χορεύανε, μαζεύανε λουλούδια και τα βάζανε στο κεφάλι, κάνανε ανθοδέσμες, τραγουδούσανε «Μάη, χρυσομάη, Μάη με δροσιές, Μάη, χρυσομάη, μ’ άσπρες φο­ρεσιές».

Πασαλείβανε τα πρόβατα με μούργα στο πρόσωπο, για να μην τα χτυπάει ο γούδερος. Επειδή ο ήλιος είναι ζεστός, τα κάνει όλο βού­λες κι έχουν φαγούρα.

Η Αγία Μαύρα είν’ η Παναγία. Και λένε να μη ζυμώνεις την ημέρα της γιορτής, στις Τρεις του μηνός, γιατί τα ψωμιά γίνονται μαύρα. Και ποια μέρα θα τύχει της Αγίας Μαύρας; Τετάρτη; Όλο τον χρόνο, την Τετάρτη δεν αρχίζουνε δουλειές! Δεν κόβουνε, σας πούμε, ένα φόρεμα, δεν αρχίζουν ένα κέντημα, δεν παντρεύονται!

Του Αγίου Κωνσταντίνου, ήτανε μεγάλη γιορτή. Έχει εκκλησία δώθε Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής πηγαίνανε όλος ο κόσμος στη λειτουργία. Κι αυτή την ημέρα βγάζανε, παλιά, τα χειμω­νιάτικα και φορούσανε τα καλοκαιρινά, τα κοντομάνικα. Της Μεσοπεντηκοστής πηγαίνανε στην εκκλησία, γονατίζανε τρεις φορές, τους περνούσε ο παπάς ευχή κι έλεγε για τις ψυχές.

Της Αναλήψεως, οι τσοπαναραίοι μοιράζανε γάλα στους γειτόνους, και το βούτυρο που φτιάνανε κείνη την ημέρα, το φυλάγανε και το ‘χανε σαν φάρμακο. Έβαζαν παντού αν έσπαγε πόδι, χέρι, για όλα, γιατί ήτανε της Αναλήψεως. Και τη νύχτα καθόντουσαν ως το πρωί και περιμένανε να δουν τον Χριστό, που θ’ ανέβαινε στους ουρανούς. Μια φορά, μια γριά, είδε, λέει, μια λάμψη στον ουρανό κι ένα σταυρό. Άνοιγε, βλέπεις, ο ουρανός εκείνος το βράδυ.

Το Σάββατο πριν απ’ την Πεντηκοστή ψέλνανε, διαβάζανε πολλά ονόματα πεθαμένων, πηγαίνανε στο νεκροταφείο, ψέλνανε τρισάγιο, γιατί θα μπαίνανε οι ψυχές στον Άδη.

Του Αγίου Πνεύματος πηγαίνανε ο κόσμος στον εσπερινό στην Αγία Τριάδα και μαζευόντουσαν πολλοί εκεί και πουλούσαν βερίκοκα, αγγούρια, γλυκά, παγωτά, ο Μανολάκης, ο μπάρμπα Γιώργης ο Καπέβης…

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  Εφραίμ

 

 

 

Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ (κατά κόσμον Ευάγγελος) Στενάκης, γεννήθηκε τό 1948 στην Κυψέλη Αιγίνης και είναι ο πρωτότοκος υιός υπερπολυτέκνου δεκαεξαμελούς οικογενείας. Παρακολούθησε τις Εγκυκλίους σπουδές στην γενέτειρά του. Εφοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου κατά τα έτη 1962-1968. Το 1968 εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το 1972 με το βαθμό «άριστα». Κατά τούς θερινούς μήνες πρόσφερε την διακονία του ως στέλεχος των Εκκλησιαστικών Κατασκηνώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. Το 1972 προσήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Πατερικής Διακονίας «Η  Αγία Τριάς» Ύδρας. Την 30η Δεκεμβρίου το 1973 εκάρη Μοναχός, και έλαβε το μοναχικό όνομα Εφραίμ και την επομένη χειροτονήθηκε Διάκονος, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, κ. Ιεροθέου. Στην εν λόγω Ιερά Μονή παρέμεινε έως το 1976 διακονήσας παραλλήλως και στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Παναγίας Φανερωμένης Ύδρας. Τούς πρώτους μήνες του 1977 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντού του μαθητικού Οικοτροφείου Αιγίνης, ως και Καθηγητής των τεχνικών Σχολείων επί 10ετίαν (σχολεία τα οποία πρωτοποριακά ίδρυσε η τοπική Εκκλησία και λειτούργησε υπό την ευθύνη της), προσφέροντας συνάμα  την διακονία του στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αιγίνης και στα Κατηχητικά Σχολεία της Νήσου.

 

Τον Ιανουάριον του 1979 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης και διαδοχικώς προσέφερε μέχρι σήμερα τις υπηρεσίες του ως Εφημέριος – Ιεροκήρυξ των Ιερών Ναών της Αιγίνης και ως προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Ύδρας ως και του Ιερού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου Αιγίνης.

 

Καλλιέργησε, με τη Χάρη του Θεού, φυτώριο νέων υποψηφίων Κληρικών και έτσι επανδρώθηκε η Τοπική Εκκλησία της Αιγίνης με νέους μορφωμένους και ευσεβείς Κληρικούς. Από το 1979, ανέλαβε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου Αιγίνης, διακονία την οποία ήσκησε επί δεκαεπταετίαν, παράλληλα προς το λειτούργημα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως το οποίον επιτέλεσε ευδοκίμως από το 1983 μέχρι της εκλογής του εις Επίσκοπον, καθώς επίσης και την Διεύθυνσιν των Οικονομικών Υπηρεσιών της Ιεράς Μητροπόλεως.  Από του έτους 1989 διατέλεσε Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Αιγίνης «Ο Άγιος Διονύσιος», το οποίον επί των ημερών του ανεκαινίσθη εκ βάθρων και προσετέθη νέα πτέρυξ εξοπλισθείσα με υπερσύγχρονα ακτινοδιαγνωστικά μηχανήματα, και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Ύδρας « Π Α Ν Α Γ Ι Α  Η  Φ Α Ν Ε Ρ Ω Μ Ε Ν Η ». 

 

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Αιγίνης, και συνέλαβε τα μέγιστα στην προώθηση και την λύση των προβλημάτων στέγης και λειτουργίας των Σχολείων της Νήσου, και Αντιπρόεδρος της Δημοτικής Καποδιστριακής Βιβλιοθήκης Αιγίνης, μιας από τις αρτιώτερες και πλουσιότερες επαρχιακές Βιβλιοθήκες. Από το 1985 διωρίσθη Ηγούμενος της Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, επί των ημερών του οποίου ανεκαινίσθη εκ βάθρων η Ιερά αυτή ιστορική Μονή. Κατά καιρούς έχει πραγματοποιήσει αξιόλογες εισηγήσεις για θεολογικά και πνευματικά θέματα, σε Ιερατικά Συνέδρια και Συνάξεις της Ιεράς Μητροπόλεως.

 

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης εξελέγη υπό της Σεπτής Ιεραρχίας την 12.1.2001 εις διαδοχήν του παραιτηθέντος Γέροντός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ύδρας κ. Ι ε ρ ο θ έ ο υ. 

 

 

Πηγή

 

  •  Ιερά Μητρόπολις Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Ντελάλης (Παραδοσιακά επαγγέλματα – Κρανίδι)

 

 

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Ο Ντελάλης* διαλαλούσε τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις αρχές ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες. Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό.

Ο τελευταίος  ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Ο τελευταίος ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Στο Κρανίδι υπήρχαν αρκετοί που ασκούσαν το παραδοσιακό επάγγελμα του Ντελάλη. Ορισμένοι μάλιστα είχαν ιδιαίτερα δυνατή φωνή και τους προτιμούσαν. Κάθε φορά που κάποιος ήθελε να ανακοινώσει  κάτι που εμπορευόταν έστελνε το ντελάλη να φωνάξει στους Κρανιδιώτες  τα νέα. Για παράδειγμα αν ερχόταν ένα καράβι που πουλούσε πατάτες στο Πόρτο Χέλι ,  την προηγούμενη μέρα ο ντελάλης φώναζε σε όλο το Κρανίδι πως όποιος ήθελε πατάτες μπορούσε να πάει την επόμενη  μέρα να τις αγοράσει στο Πόρτο Χέλι.

 

 Άλλοτε πάλι ο δήμος έστελνε τον ντελάλη να ενημερώσει τους δημότες του για διάφορα τοπικά ζητήματα Η ευρεία διάδοση των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υποκατέστησε σταδιακά τους ντελάληδες σε όλα τα χωριά της περιοχής. Σήμερα τους συναντάμε στις λαϊκές αγορές, που βροντοφωνάζουν την πραμάτεια ή τα προϊόντα τους.

Υποσημείωση

 

 

* ντελάλης ο [delális] & τελάλης ο [telális]: αυτός που ανακοίνωνε φωναχτά στους δρόμους αποφάσεις ή διαταγές της διοίκησης ή άλλα γεγονότα που αφορούσαν τους κατοίκους ενός τόπου: Οι προεστοί έβαλαν ντελάληδες να διαλαλήσουν τον ερχομό των Tούρκων. ΦΡ βγάζω ντελάλη, κοινολογώ κτ. που θα έπρεπε να το κρατήσω μυστικό: Δεν μπορείς να του εμπιστευτείς τίποτε, γιατί θα βγάλει αμέσως ντελάλη.

[τελ-: μσν. *τελάλης (πρβ. μσν. τελάλισσα) < τουρκ. tellâl (από τα αραβ.) -ης· ντελ-: ηχηροπ. του αρχικού [t > d] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-te > tonde > ton-de] 

 

Πηγές

  • Ιστότοπος Γυμνασίου Κρανιδίου
  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Read Full Post »

Κρανίδι


 

Το Κρανίδι είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας. Για πρώτη φορά αναφέρεται το 1530.  Επί Τουρκοκρατίας, ήταν γνωστό ως «Κάτω Ναχαγιέ», που σημαίνει Κάτω Επαρχία. Σύμφωνα με μια εκδοχή το σύγχρονο όνομά του προέρχεται από το κραναός = τραχύς. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το όνομα οφείλεται σε παραφθορά της λέξης κορωνίδα, το όνομα παραπλήσιας νησίδας απέναντι από το χωριό Κοιλάδα. Ο πληθυσμός του είναι 4.006 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Απέχει περίπου 65 χλμ. από το Ναύπλιο. Είναι γνωστό για το ελαιόλαδο το οποίο έχει αναγνωριστεί ως ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης).

 

Κρανίδι

 

Το Κρανίδι είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους λόφους της Αγίας Άννας και της Μπαρδούνιας με προσανατολισμό βορειοδυτικό. Δυτικά και ανατολικά από την πόλη η περιοχή χαρακτηρίζεται πετρώδης με χαμηλή βλάστηση ενώ στη νοτιοανατολική μεριά υπάρχει το πευκόδασος της Κορακιάς. Βόρεια βρίσκεται το βουνό του Προφήτη Ηλία ενώ βορειοδυτικά ο όρμος της Κοιλάδας με το ομώνυμο παραδοσιακό χωριό και το προϊστορικό σπήλαιο Φράγχθι σε απόσταση 6 χλμ. Ανατολικά σε απόσταση 10 χλμ. βρίσκεται η Ερμιόνη και νότια σε απόσταση 7 χλμ. το Πόρτο Χέλι. Το Σπήλαιο Φράγχθι, όπως φάνηκε από ανασκαφές, κατοικήθηκε από την παλαιολιθική ήδη εποχή (30.000 π.χ.)  από ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν πέτρινα ή οστέινα εργαλεία, ήταν κυνηγοί, ήξεραν να ψαρεύουν και έθαβαν τους νεκρούς τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βασιλείου Αναστάσιος

 

 

 

Βασιλείου Αναστάσιος

Βασιλείου Αναστάσιος

Αρχίατρος του ελληνικού στρατού, αδελφός του Ιωάννη Βασιλείου που έπεσε το 1867 κατά την Κρητική επανάσταση. Γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1827. Από νωρίς πήγε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, έχοντας ως δάσκαλο τον Γεννάδιο.* Μόλις είκοσι χρόνων τέλειωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ, ενώ παράλληλα προσελήφθη στον στρατό ως δόκιμος γιατρός, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.  Όλη του η ζωή συνοψίζεται σε τρεις απαράβατους κανόνες. Εργασία, μελέτη, καθήκον. Πέρα από τις ιατρικές του γνώσεις, ο Αναστάσιος Βασιλείου, υπήρξε άριστος φιλόλογος και γνώστης ευρύτατων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Λόγω ακριβώς αυτών των γνώσεων αλλά και λόγω της ευφράδειας που τον χαρακτήριζε, του δόθηκε το προσωνύμιο φιλόσοφος ιατρός.  

Υπήρξε ευγενής και προσηνής προς τους ασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πατρική αγάπη και φροντίδα. Ως γιατρός εργάστηκε ακούραστα και ενεργητικά. Φρόντιζε και προέβλεπε τις ανάγκες την υπηρεσίας προσφέροντας στους υφισταμένους του αγάπη και ενδιαφέρον. Οι συνεργάτες του, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολύ. Επεδίωκαν να μην εκτεθούν – επ᾽ ουδενί- απέναντί του για ολιγωρία, ανυπακοή ή κακή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πάντως, όσο καλή και ευγενική ήταν η συμπεριφορά του προς τους υφισταμένους του, τόσο αυστηρή γινόταν αν έπεφτε στην αντίληψη του κάποια παράβαση ή αδιαφορία προς τους ασθενείς.

 

Ο Αναστάσιος Βασιλείου, στα σαράντα χρόνια που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, ελάχιστο χρόνο έμεινε στην Αθήνα, γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε πλάγιες συμπεριφορές ή παρασκηνιακές κινήσεις. Αυτό το προνόμιο είχαν όσοι ήταν αρεστοί στους πολιτικούς ή διέθεταν κάποια άλλα μέσα.

 

Μολονότι, ως επιστήμων υπήρξε άριστος, ως άνθρωπος ήταν μετριοπαθής και εγκρατής. Ήταν τόση η σεμνότητα του, ώστε όταν του προτάθηκε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και όχι μία φορά- αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι « Τοιαύτα αξιώματα δέον να ώσιν εμπεπιστευμένα μόνον εις τους υπερόχους  πρυτάνεις της επιστήμης».

 

Πέρα από την επιστημοσύνη του ο Αναστ. Βασιλείου και στην ιδιωτική του ζωή, έδειξε άπειρα χαρίσματα άμεμπτης συμπεριφοράς. Υπήρξε αγαθός, δίκαιος, φιλάνθρωπος και απολύτως  έντιμος. Πέθανε στην Αθήνα το 1889 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

Υποσημειώση

 

 

* Ο Ηπειρώτης λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε το 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής. Μετά τη γέννηση του γιου της και το θάνατο του συζύγου της, η Σωσάννα επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου ο Γεννάδιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

 

Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.


Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.

Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave)


Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».
Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.


Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.


Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου.

 

Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο. Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

 

  

 

Χριστοπούλου Μαριάννα

 

 

Πηγές

 

 

  • Ετήσιον Ημερολόγιον Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελοιογραφικόν του έτους 1890. Κωνστ. Φ. Σκόκου. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1890.    
  • Χριστοπούλου Μαριάννα, «Γεώργιος Γεννάδιος», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος.

Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »