Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ερμιόνη’

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η κοινωνική και πολιτική οργάνωση των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα, μέσα από έμμετρες επιγραφές* –  © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Στη μελέτη αυτή θα επικεντρωθούμε στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα. Ειδικότερα, θα μας απασχολήσει η επιβεβαίωσή τους από επιγραφικές μαρτυρίες, που περιέχονται σε επιγραφές και μάλιστα έμμετρες, διότι σε αυτές ενυπάρχει και το στοιχείο της λογοτεχνικότητας.

Η ονομασία Ερμιόνη

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδος. Ιδρύθηκε από Δρύοπες που εκτοπίστηκαν από την κεντρική Ελλάδα, μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι τελευταίοι κυριάρχησαν στην περιοχή της Αργολίδος, και με κέντρο το Άργος επεκτάθηκαν σταδιακά σε ολόκληρη την Αργολίδα και κατέλαβαν και την πόλη της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με μυθολογική παράδοση οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπος και εγγονός του Φορμίωνος, του βασιλιά του Άργους, και σε αυτόν οφείλει το όνομά της η πόλη. Στα Σχόλια στην Ἰλιάδα του Ομήρου [1] αναφέρεται ότι η Ερμιόνη έλαβε την ονομασία της από το ρ. ὁρμίζω, επειδή ο Ζεύς και η Ήρα σε αυτό το σημείο ορμίσθηκαν (αγκυροβόλησαν) φτάνοντας από την Κρήτη. Μαρτυρία για ονομασία του τοπωνυμίου Ερμιόνη από την κόρη του Μενελάου και της Ελένης δεν τεκμηριώνεται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Επιστημονικά, η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη, κατά μία εκδοχή, παράγεται παρὰ τὸ εἵρω, τὸ ἁρμόζω, ἀφ’ οὗ Ἑρμῆς, Ἑρμίων καὶ παράγωγον, Ἑρμιόνη[2] Άλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από το ουσ. ἕρμα, που σημαίνει, το ύψωμα, τον λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων ή λίθων [3].

Στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς οι λλ. Ἑρμιόνη, Ἑρμιονεὺς και Ἑρμίονες απαντούν περισσότερες από τριακόσιες φορές.

 

Η πολιτική οργάνωση της Ερμιόνης

Στην Ερμιόνη αξιωματούχοι που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή οικονομική ζωή της ήταν ο ταμίας και ο νομογράφος (IG IV 679), οι άρχοντες, οι δαμιουργοί (IG IV 679), ο στρατηγός (IG IV 743), ο τοξάρχης, επιφορτισμένος με αστυνομικές αρμοδιότητες (IG IV 698), ο περιηγητής (IG IV 723), δηλ. ο ξεναγός ή ο θρησκευτικός λειτουργός, και ο αρχίατρος (IG IV 723). Με βάση τις επιγραφές, στην πόλη υπήρχε και βουλή [4].

Η θρησκευτική ζωή στην Ερμιόνη

Κατά τον Παυσανία [5], στον λόφο Πρώνα [6] βρισκόταν το ιερό της Χθονίας Δήμητρος [7]. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, στην Ερμιόνη λατρευόταν η Δήμητρα και Κόρη, η Δήμητρα Θερμασία, ο Απόλλων Πυθαεύς, ο Απόλλων Όριος, ο Απόλλων Πλατανίστιος, η Ήρα, ο Ήλιος, οι Χάριτες, η Αθηνά Προμαχόρμα [8], η Αφροδίτη Ποντία και Λιμενία, η Εστία, η Άρτεμις, η Παρθένος Ήρα, ο Άρης, ο Ποσειδών, η Ειλείθυια, ο Ήλιος, και οι ανατολικοί θεοί Σάραπις και Ίσις [9].

Κατά τον ίδιο συγγραφέα [10], στην Ερμιόνη υπήρχε και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων.

Η οικονομική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη με βάση τις αρχαίες πηγές, διέθετε νομισματοκοπείο [11]. Από την κλασική εποχή και κυρίως μετά το έτος 380 π.Χ., η Ερμιόνη ως πόλη έκοπτε αργυρά νομίσματα με εμβλήματα της Χθονίας Δήμητρος, στον εμπροσθότυπο των οποίων παριστανόταν η κεφαλή της θεάς και στον οπισθότυπο δύο στάχυα που σχημάτιζαν στεφάνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κεφαλαία γράμματα ΕΡ [12]. Στην ελληνιστική περίοδο η Ερμιόνη έκοπτε νόμισμα που στον μεν εμπροσθότυπο παριστανόταν η κεφαλή του Διός ενώ στον οπισθότυπο το  μονόγραμμα ΑΧ (από τη λ. ΑΧΑΙΟΙ) και στην περιφέρεια υπήρχε η φράση Ἀχαιῶν ρμιονέων. Στην αυτοκρατορική περίοδο, στον εμπροσθότυπο του νομίσματος παριστανόταν η κεφαλή ενός από τους Αντωνίνους και στον οπισθότυπο κάποια από τις προαναφερόμενες θεότητες ή ένας άνδρας που οδηγούσε αγελάδα για θυσία.

Η πνευματική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη διακρινόταν για τη μουσική και ποιητική παράδοσή της: Σημαντικότερος όλων ο μουσικός και ποιητής του 6ου αι. π.Χ. Λάσος [13]. Στα Σχόλια [14] των Νεφελών του Αριστοφάνη γίνεται αναφορά στον λυρικό ποιητή και κιθαριστή Κυδίδη· στη βιογραφία του Πλουτάρχου για τον Θεμιστοκλή [15], γίνεται αναφορά στον Επικλή, κιθαριστή των αρχών του 5ου αι. π.Χ. Σημαντικά ονόματα, επίσης, είναι ο ποιητής προσοδίων Πυθόνικος Νίκιος (3ος αι. π.Χ.)[16], τα αδέλφια Παντακλής και Πυθοκλής γιοι του Αριστάρχου (3ος αι. π.Χ.) [17], ο αυλητής Θεόπομπος (3ος αι. π.Χ.) [18], και δύο αδέλφια υποκριτές, ο Ονασικράτης και ο Ποσείδαιος, γιοι του Σωφρονίωνος (1ος αι. π.Χ.) [19].

Διάλεκτοι της αργολικής χερσονήσου

Η συνύπαρξη δύο διαλέκτων στην αργολική χερσόνησο, δηλ. της Αργειακής, που χρησιμοποιούνταν στο Άργος, και της Αργολικής που χρησιμοποιούνταν στην υπόλοιπη Αργολίδα, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, επειδή αυτό δεν απαντά σε άλλο γεωγραφικό χώρο. Σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία του φαίνεται να έπαιξαν γεωφυσικοί παράγοντες (λοφώδης περιοχή της χερσονήσου ως διαχωριστική γραμμή) και πολιτικοί (ελλιπής πολιτική ενότητα της περιοχής) αλλά και η ανομοιογενής σύσταση του πληθυσμού: Οι Δωριείς με την κάθοδό τους στην Αργολίδα βρήκαν έναν εθνογραφικά ανομοιογενή πληθυσμό, διότι εκτός από τους Ίωνες, η παρουσία των οποίων μαρτυρείται στην Επίδαυρο και την Τροιζήνα, στην Αργολίδα ήταν εγκατεστημένα και παλαιοαχαϊκά φύλα [20].

Με αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, επιλεγμένα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, λεξικογράφους, επιγραφικά δεδομένα και τη μυθολογική παράδοση, παρουσιάσαμε σύντομα αλλά, πιστεύω, περιεκτικά τη σημαντική πολιτισμική ανάπτυξη που διέκρινε την Ερμιόνη στην ιστορική πορεία της, στους Αρχαίους χρόνους, και ταυτόχρονα δώσαμε το πλαίσιο για την πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου των επιγραφών που ακολουθούν.

Η πρώτη από τις έμμετρες επιγραφές (IG IV 682), που βρέθηκε, κατά τον Kaibel,[21] στην Ερμιόνη, ήταν χαραγμένη σε βάση η οποία σήμερα δεν σώζεται. Ο Fraenkel[22] εξέδωσε τo κείμενο από σχέδια του Fourmont·  στον Boeckh οφείλονται πολλές συμπληρώσεις συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων του αναθέτη και του τιμώμενου προσώπου, τα οποία επιβεβαιώθηκαν στον κατάλογο των νικητών στα Σωτήρια[23] του έτους 265 π.Χ.

 

Χρονολόγηση

 265-255 π.Χ. Nachtergael[24].

Δημοσιεύσεις

 CIG I iv 1212 με απόγρ.   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926   Cougny 1890: 47 αρ. 291 ἄλλο   IG IV 682   Nachtergael 1977: 15 bis    Mickey 1981: vol. II κεφ. 3.A-41 Β113    Κωστούρος 2008: τόμ. Β΄ 168 αρ. 179.

 

             [Παν]τακλῆς μἀνέθηκεν· ἀδελφεός εἰμι δ’ ἐκείν[ου] |

                         [Πυθο]κλέης πλείστων ἀντιτυχὼν ἀέθλων·|

             [ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα, τὰς [Νεμέηι619 τε] |

                         [καὶ π]α<ρ><Π>ειρήνην Κασταλίαν τ’ ἔλ[α]βον, ǁ

5          [τὰς δ’ ἄλλας Ζεὺ]ς οἶδε[ν] Ὀλύμπ[ι]ος ὡς ἐτύμας [τοι] |

                         [εἰπεῖν ἐξ ἱ]ε[ρ]οῦ [φθ]εγγόμενος στόματος·|

             [ἄσπετα δ’ ἄλλων φ]ῦλ’ οὐ[κ ἄ]ν τις ἀ[ρ]ι[θ]μήσειεν, |

                         [οὓς ἀν’ Ἀχαιίδα] γῆ[ν ἠ]γαγόμ<η>ν στεφάνους, |

             [ἀλλ’ ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν ǁ

10                    [ὅσσα τε ῥαψωι]δός, ταῦτα καταγράφεται, |

             [ἡνίκα Βοιωτῶν] με [π]αν[ήγυ]ρι[ς] ἐστεφάν[ω]σεν |

                        – υ υ – υ υ – πρῶτ[π]ε[ν]εγ[κά]μεν[ον]· |

             χὠ στέφανος Μούσαις Ἑλι[κω]νίσι καὶ Διονύσ[ωι] |

                         [Κ]αδμείωι, τρίτατ’ ἦν κῦδος ἐμοῖς γενέταις·ǁ

15         [κ]αὶ [β]ασιλεῖς δώροισί [μ’] ἐτίμησαν τὸν ἀοιδὸν |

                         [υ]ἱὸν Ἀριστάρχου, θεοῖς φίλον, Ἑρμιονῆ.

 

Ο Παντακλής μ’ ανέθεσε. Είμαι ο αδελφός του ο Πυθοκλής, που κέρδισα πολυάριθμα βραβεία. Οι ελληνικές μου νίκες είναι δεκατρείς. Τις κατήγαγα στη Νεμέα και στην Πειρήνη και στην Κασταλία. Ο Ολύμπιος Δίας γνωρίζει τις άλλες που μπορεί να τις πιστοποιήσει με βεβαιότητα, διακηρύσσοντάς τες με τη θεία του φωνή. Δεν θα μπορούσε κάποιος να μετρήσει τα αναρίθμητα στεφάνια που έφερα στην αχαϊκή γη. Όλα όμως τα βραβεία που πήρα ως αυλωδός συνοδεύοντας κυκλικούς χορούς, όλα όσα πήρα ως ραψωδός, όλα αυτά ακολουθούν, από τη στιγμή που με στεφάνωσε η εορτή των Βοιωτών, παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Και το στεφάνι μου ήταν δόξα για τις Μούσες του Ελικώνα και για τον Κάδμειο Διόνυσο και, τρίτον, ήταν δόξα για τους γονείς μου. Και βασιλείς με τίμησαν με τα δώρα τους, εμένα τον τραγουδιστή, γιο του Αριστάρχου, αγαπημένο των θεών, από την Ερμιόνη.

Η επιγραφή αποτελείται από οκτώ ελεγειακά δίστιχα. Στον 1ο, στον 9ο και στον 15ο στίχο τομή η κατά τρίτον τροχαίο∙ στον 3ο, στον 5o, στον 11o και στον 13ο η βουκολική διαίρεση, και στον 7ο η πενθημιμερής τομή.

[Πυθο]κλῆς: Πολυπράγμων τεχνίτης, καταγόμενος από την Ερμιόνη, μετείχε στα Σωτήρια των Δελφών ως ιερεύς των Τεχνιτών [25] επί άρχοντος [Πειθαγόρα] (μεταξύ 265 και 258; π.Χ.) και επί δύο άλλων άγνωστων αρχόντων. Εμφανίστηκε στα Σωτήρια και επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) ως χορευτής. Το όνομά του υπάρχει σε πέντε θραύσματα καταλόγων των Σωτηρίων. [26] Σε ανάλογες εμφανίσεις του οφείλονται οι τιμές που του έχουν αποδώσει οι Δελφοί με προγενέστερο ψήφισμα επί άρχοντος Θεσσαλού (270/269 π.Χ.) [27]. Από τους καταλόγους γίνεται εμφανές ότι διακρίθηκε ως [αὐλωι]δὸς(σε συμπλήρωση), χορευτὴς και [ραψωι]δὸς(σε συμπλήρωση) στον Ισθμό, στις Θεσπιές, στη Θήβα και ίσως στο Δίον. [28]

[Παν]τακλῆς [29]: Εμφανίστηκε στα Σωτήρια των Δελφών επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) και επί άρχοντος [Πειθαγόρα], πιθανώς, λίγο ενωρίτερα, και ανέθεσε ανδριάντα του αδελφού του Πυθοκλή [30].

Ἀρίσταρχος: Ως κύριο όνομα απαντά μία φορά ακόμη στην Τροιζήνα (IG IV 773), και τρεις φορές στην Επίδαυρο, από τον 5ο έως τον 2ο αι. π.Χ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα μ’ ἀνέθηκε, και από άποψη δομής είναι τεχνικά άρτια: Παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας παραγράφου, όπου οι στίχοι 1-2 αποτελούν τη θεματική πρόταση, οι 3-14 το κυρίως μέρος και οι 15-16 την πρόταση κατακλείδα∙ καθένα από τα μέρη αποτελεί και διαφορετική ενότητα. Η θεματική πρόταση και η πρόταση κατακλείδα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία «πλήρη» έμμετρη επιγραφή, χωρίς την παρεμβολή του κυρίως μέρους, όπου αναφέρονται οι λεπτομέρειες, οι οποίες, προφανώς, θεωρούνται απαραίτητες από την ποιητή, λόγω του πλήθους των νικών του Πυθοκλή σε μουσικούς αγώνες διάφορων πόλεων της Ελλάδος.

Στην α΄ ενότητα (στίχοι 1-2) με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Πυθοκλής δηλώνει ότι ο ανδριάντας του αποτελεί ανάθεση του αδελφού του Παντακλή, ταυτόχρονα δίνει και αδρομερώς την προσωπικότητά του: Είναι νικητής σε πάρα πολλούς αγώνες. Η ίδρυση μνημείου από αδελφό είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις επιγραφές όλων των περιοχών (IG II2 3934, κ.α., IG IV 689, 726, κ.α.) Στην παρούσα περίπτωση αποδεικνύεται η ακεραιότητα του χαρακτήρα του αναθέτη και η απουσία ζηλοφθονίας, διότι ο Παντακλής, βάσει των καταλόγων των Σωτηρίων και των ψηφισμάτων, φαίνεται να υστερούσε έναντι του αδελφού του.

Στην β΄ ενότητα (στίχοι 3-14) απαριθμούνται οι νίκες που πραγματοποιήθηκαν σε πανελλήνιες και σε τοπικές εορτές: δεκατρείς νίκες ([ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα) στους μεγάλους αγώνες της Ελλάδος, στα [Νέμεια], στα Ίσθμια και στα Πύθια[31] ενώ νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν διαφαίνεται, διότι σ’ αυτούς δεν είχαν ενταχθεί οι μουσικοί αγώνες[32]. Ο ποιητής με αριστοτεχνικό τρόπο χρησιμοποιώντας τη μετωνυμία παραθέτει τα ονόματα των περιοχών ([καὶ π]αρὰ Πειρήνην (Ίσθμια) Κασταλίαν τε (Πύθια)) που συμμετείχε ο Πυθοκλής, αντί για τα ονόματα των ίδιων των αγώνων, και θεωρεί απαραίτητο να επικαλεστεί τον Ολύμπιο Δία [33], για να τις επιβεβαιώσει με το ιερό του στόμα, μετωνυμική χρήση του ιερού Διός.

Στη συνέχεια, απαριθμούνται οι ιδιότητες του Πυθοκλή: Ήταν αυλωδός, ραψωδός και επικεφαλής των χορών ανδρών και παίδων (ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν [ὅσσα τε ῥαψωι]δός[34]. Για τις νίκες που έχει καταγάγει ο ίδιος στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια της Θήβας, αποκόμισε στεφάνια που τα έφερε ως έπαθλο στην πατρική του γη, την Ερμιόνη. Η επιμονή του ποιητή στην παρουσίαση των νικών του Πυθοκλή στους αγώνες της Βοιωτίας (Μουσεία, Αγριώνια) οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πυθοκλής, αν και καταγόταν από την Ερμιόνη, ανήκε στο «βοιωτικό τμήμα των Τεχνιτών του Ισθμού και της Νεμέας» [35].

Μεγαλύτερη τιμή αποτέλεσε για τον Πυθοκλή η νίκη του στα Μουσεία των Θεσπιών, όπου δόξασε τις Μούσες του Ελικώνα, τις προστάτισσες της Μουσικής∙ η νίκη του αυτή υπερείχε των άλλων νικών του ως αυλωδού στους κύκλιους χορούς. Επίσης, νίκησε και στα Αγριώνια των Θηβών, εορτή προς τιμήν του Καδμείου Διονύσου, τοπικού θεού της Βοιωτίας. Επιπλέον, αποτελεί τιμή και για τους γονείς που τον  ανέθρεψαν. Δεν προκύπτει, βέβαια σαφώς, αν τους γονείς τούς αναφέρει τελευταίους (τρίτατ᾿), λόγω σεμνότητας ή βαθιάς πίστης στις θεότητες –ἀπὸ θεοῦ ἄρξασθαι– ή για έμφαση, οπότε θα υπάρχει μια αμυδρή παρουσία priamel [36]. Βέβαια, αν ίσχυε το τελευταίο, ίσως θα έπρεπε αυτό να αναφέρεται σαφέστερα.

Στην γ΄ ενότητα (στίχοι 15-16) ο Πυθοκλής διατείνεται ότι έχει τιμηθεί από βασιλείς. Αν και δεν αναφέρεται κανένα όνομα, η χρήση του πληθ. αριθμού δεν φαίνεται να είναι υπερβολή, δεδομένου ότι οι μονάρχες της ελληνιστικής εποχής προστάτευαν τους Τεχνίτες και τους απέδιδαν τιμές [37]. H άποψη του Fraenkel [38] ότι βασιλείς είναι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, είναι άνευ ερείσματος, αφού η επιγραφή χρονολογείται με ασφάλεια στον 3ο αι. π.Χ. Καθώς ο ανδριάντας του Πυθοκλή στήθηκε στους Δελφούς, κρίθηκε απαραίτητο να αναγραφεί το πατρώνυμο και το εθνικό του όνομα. Στο σύνολο του ποιήματος ο ποιητής επιδεικνύει μεγάλη ευχέρεια στη σύνθεσή του, και με τη χρήση επικού λεξιλογίου (ἀδελφεός, τρίτατ’, κῦδος, κ.ά.) του προσδίδει μεγαλοπρέπεια και σοβαρότητα.

Η δεύτερη επιγραφή (IG IV 743) ήταν χαραγμένη σε πέτρα εντοιχισμένη –κάποτε– σε δεύτερη χρήση στον ναό της Παναγίας στην Ερμιόνη. Σήμερα η πέτρα έχει χαθεί. Αντίγραφο της επιγραφής έκανε ο Boeckh το 1868.

 

Χρονολόγηση

 2ος/3ος αι. μ.Χ. LBW[39], βάσει της μορφής των γραμμάτων.

Δημοσιεύσεις

 LBW 75 αρ. 159g   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a   Cougny 1890: 309 αρ. 115 ἄλλο   IG IV 743.

 

Tὸν Παρθενῶνα τόνδ’ ἔτε[υξε – υ -] |

πορὼν θεῆς Δήμητρος ἱερείαις [ἕδος] |

ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -].

 

Τον Παρθενώνα αυτόν εδώ κατασκεύασε […], προσφέροντας στέγη στις ιέρειες της Δήμητρος, όταν ήταν στρατηγός ο νέος […].

Μέτρο το ιαμβικό τρίμετρο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο και στον 3ο, και εφθημιμερή στον 2ο.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔτευξε τόδε. Αν και στις IG IV εντάσσεται η επιγραφή στα varia, αυτή έχει τα χαρακτηριστικά των αναθηματικών, και δεν ομοιάζει με απλή οικοδομική: ρήμα ανάθεσης (ἔτε[υξεν]), θεότητα που ανατίθεται το αντικείμενο είναι η Δήμητρα, αντικείμενο και είδος ανάθεσης είναι ναός (ἕδος). Ωστόσο, η χρονολόγηση (ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -]) δίνει επίσημο δημόσιο χαρακτήρα.

Κατά τον Rouse, [40] στη ρωμαϊκή εποχή οι αναθέσεις δεν αποτελούν απλή προσφορά των πιστών, αλλά μέσο για την προβολή τους και για την κολακεία αυτών για τους οποίους αναθέτουν. Όμως, είναι γνωστό ότι η θεότητα δεν διαφέρει πολύ από τους πιστούς της, επομένως ευχαριστείται, εξευμενίζεται με δώρα. Σ’ αυτή τη βασική για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αντίληψη στηρίζεται η ίδρυση του ναού, που θα εξυπηρετεί την ανάγκη της θεάς Δήμητρος να διαθέτει τον δικό της χώρο κατοικίας και λατρείας.

Η Δήμητρα κατείχε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή της Ερμιόνης, στην οποία ήταν αφιερωμένα αρκετά ιερά και όπου λατρευόταν ως Χθονία, με μυστηριακές τελετές (Παυσανίας, 2.35.4)∙ ο ίδιος συγγραφεύς (2.35.7 κ.ε.) αναφέρει ότι οι ιέρειες της Δήμητρος ήταν γραίες. Πιθανότατα, δε να ήταν παρθένες. Έτσι, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον χαρακτηρισμό του ναού της Δήμητρος ως Παρθενῶνος. Οι ιέρειες της Δήμητρος, λοιπόν, αποκτούν οικοδόμημα για τη στέγασή τους στη ρωμαϊκή εποχή, ἐπὶ δεῖνος στρατηγοῦ . . . , χωρίς να γίνεται εμφανές αν αυτό οφείλεται σε δημόσια ή ιδιωτική πρωτοβουλία∙ μάλλον, οφείλεται στην πρώτη, διότι δεν φαίνεται πιθανό να κτίζεται κάτι με ιδιωτική πρωτοβουλία και να έχει δημόσια χρονολόγηση, χωρίς την έγκριση της πόλης ή κάποιου σώματος.

Η επιγραφή αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για ύπαρξη στρατηγού στην Ερμιόνη, οι αρμοδιότητες του οποίου στην Αθήνα της ρωμαϊκής εποχής περιγράφονται από τον Φιλόστρατο (Σοφ. 1.23.1). Απορία δημιουργεί το επίθετο νέου που προτάσσεται του ονόματος του στρατηγού∙ ίσως, αυτό τίθεται σε αντιδιαστολή προς κάποιον ομώνυμό του πρεσβύτερο.

Μια άλλη επιγραφή, αναθηματική και αυτή είναι χαραγμένη σε ελαφρώς κυρτή μαρμάρινη βάση, ύψους 0,86 μ. και μήκους 0,85 μ. Σήμερα είναι εντοιχισμένη στην εξωτερική όψη του Ιερού του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Ερμιόνη.

Χρονολόγηση

3ος αι. μ.Χ. SEG 17: 164, βάσει εξωτερικών στοιχείων της επιγραφής.

Δημοσιεύσεις

IG IV 700    Vermaseren 1982: 2.480.

Ἠελίῳ βασιλῆι, θεῷ Ὑπερείονι βωμὸν |

                 σηκοῖς πὰρ Μητρὸς εἵσατο ἀθανάτων.

 

Για τον βασιλιά Ήλιο, τον Υπερίονα θεό, ανέθεσε βωμό κοντά στα ιερά της Μητέρας των αθανάτων.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο στίχο [41].

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο (ὁ δεῖνα) ἀνέθηκε τῷ δεῖνι. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και με αυτή γίνεται φανερή η αντικειμενικότητα των ειδήσεων που παρέχει ο αφηγητής. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις αναθηματικές έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος απουσιάζει το όνομα του αναθέτη, αφού στη βάση διακρίνεται σαφέστατα η λ. βασιλῆι αντί Κασίλης του Fraenkel [42].  Άλλωστε, αυτό το κύριο όνομα δεν απαντά πουθενά στις επιγραφές. Κατά τον Τρυπάνη, [43] στις έμμετρες αναθηματικές επιγραφές ουδέποτε παραλείπεται το όνομα του αναθέτη, και αυτό διότι «ήδη από τους πρώτους αιώνες ο αναθέτης μεταχειρίζεται την επιγραφή ως μέσο προς επίδειξη και διαιώνιση του ιδίου ονόματος». Αυτό συμβαίνει σπανιότατα, και μάλιστα, όταν ο ποιητής επιθυμεί να αποδώσει καθολικότερο νόημα στα λεγόμενα∙ εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Με δεδομένο ότι η βάση είναι ελαφρώς κυρτή, πιθανότατα, αυτή να ήταν τμήμα ενός κυκλικού βάθρου, όπου σε άλλο τμήμα στα αριστερά, ίσως, αναγραφόταν το όνομα του αναθέτη.

Η ανάθεση γίνεται στον Υπερίονα Ήλιο, τον βασιλιά θεό. Η έκφραση Ὑπερίονος Ἠελίοιο είναι ομηρική (Ἰλ. Θ 480, Ὀδ. α 8 και μ 263). Το ουσιαστικοποιημένο επίθετο με την ίδια μορφή απαντά σε επιγραφή της Φρυγίας (MAMA I 390) και σε επιγραφή της Ίμβρου (IG XII.3 74). Στη Σούδα σ. λ. Ὑπερίονα: τὸν ἥλιον, ὑπὲρ ἡμᾶς ἀνατέλλοντα. καὶ Ὑπεριονίδης, ὁ αὐτός. Στη λατρεία του Ηλίου στην Ερμιόνη αναφέρεται ο Παυσανίας (2.34.10). Η επιγραφή παρουσιάζει πρωτοτυπία: Γίνεται ανάθεση αυτόνομη στον Θεό Ήλιο, στο Ιερό της Μητέρας των Θεών, άλλης ονομασίας της Μεγάλης Μητέρας ή της φρυγικής Μητέρας Κυβέλης για αρκετές περιοχές της Ελλάδος [44]. Με τον χαρακτηρισμό της ως Μητρὸς ἀθανάτων υποδηλώνεται η ιδιότητά της ως μητέρας όλων των θεών. Ήδη στο Άργος (Παυσανίας, 2.18.3) και την Τροιζήνα (Παυσανίας, 2.31.5) υπήρχε βωμός του Ηλίου. Από την παρούσα επιγραφή δίνεται η πληροφορία για βωμό του στην Ερμιόνη∙ ο βωμός, κατά τη συγκεκριμένη επιγραφή, ανατέθηκε στους σηκούς [45] του ναού της Μητέρας των θεών [46]. Ο Παυσανίας (2.34.10) αναφέρει ύπαρξη ναού του Ηλίου στην ίδια περιοχή. Από την παρουσία της λ. Ὑπερείων και της έκφρασης Μητρὸς ἀθανάτων ο αναθέτης προερχόταν, πιθανότατα, από τις ανατολικές περιοχές της Μεσογείου.

Τέλος, μία τέταρτη επιγραφή (Peek 1941: 68-69 αρ. 16) είναι χαραγμένη σε βάση μαρμάρινη με μορφή βωμού –ύψους 0,95 μ., μήκους 0,59 μ. και πάχους 0,55 μ.– βρίσκεται σήμερα in situ εντός του βυζαντινού τείχους της Ερμιόνης, στη θέση Μπίστι. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν ίχνη δύο πελμάτων. Στην 8η αράδα μετά το ἅμα τ’ υπάρχει στη βάση χαραγμένη απόστροφος.

Χρονολόγηση

 3ος ή/και 2ος αι. μ.Χ. Ζουμπάκη[47].

Δημοσιεύσεις

 Peek 1941: 68-69 αρ. 16    SEG 11: 384    Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

 

(i)                     Σῶμα μὲν εἰς αἰῶνα | λυθέν, ψυχὴ δὲ ἐς Ὄλυμπον

                          ἀρτιτελὴς ἀνoροῦσa | λίπεν πόθον οἰκείοισιν. ‖

                          Λουκίου ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]| φροσύνης μέγα ἄγαλμ[α], |

                          ὅς ποτ’ ἔην εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων∙|

              5          ὃν στῆσεν φιλέουσα γυν[] ‖ ψηφίσματι βουλῆς. |

(ii)                    Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Το σώμα που διαλύθηκε διά παντός και η ψυχή που πρόσφατα αναλήφθηκε στον Όλυμπο άφησε στους συγγενείς σφοδρή λαχτάρα. (Αυτός είναι) ο σπουδαίος ανδριάντας της γενναιότητας και της σύνεσης του Λουκίου, που ήταν κάποτε ιερεύς και αγωνοθέτης και ταυτόχρονα άρχων∙ τον έστησε η αγαπημένη του γυναίκα με ψήφισμα της βουλής. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο, με εφθημιμερή τομή στον 1ο και στον 5ο στίχο, πενθημιμερή στον 3ο και στον 4ο, και κατά τρίτον τροχαίο στον 2ο.

Λούκιος: Κατά τη Ζουμπάκη, [48] το praenomen Λούκιος της παρούσας επιγραφής και των επιγραφών IG IV 726, SEG 11: 385 δεν μπορεί να αναφέρεται σε ρωμαίο πολίτη, διότι, αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει οπωσδήποτε και nomen και ίσως και cognomen [49]. Επομένως, επειδή αυτό χρησιμοποιείται μεμονωμένα, δεν αποτελεί όνομα γένους αλλά προσωπικό όνομα. Σύμφωνα με το stemma της Ζουμπάκη [50] και τη χρονολόγηση των προηγούμενων μελετητών (βλ. υποσ. 38) ο Λούκιος της παρούσας επιγραφής είναι ή ο πατέρας της Λουκίας, της συζύγου του Επικτήτου (SEG 11: 385), που φαίνεται να έζησε τον 2ο αι. μ.Χ. ή ο γιος της ίδιας Λουκίας και σύζυγος της Ερμοδώρας, που φαίνεται να έζησε τον 3ο αι. μ.Χ. Οποιοδήποτε συμπέρασμα υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής θα ήταν αυθαίρετο.

Αν και η επιγραφή χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ., φαίνεται να ανήκει στις τιμητικές που έχουν τα χαρακτηριστικά επιτυμβίων [51]. Ο Peek [52] και o Ριζάκης [53] τη χαρακτηρίζουν επιτύμβια. Όπως προκύπτει από την παρουσία του ονόματος του τιμωμένου (Λουκίου), της τυπικής για τις τιμητικές επιγραφές φράσης Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς), του ρ. τιμής στῆσεν, καθώς και της αναφοράς του κινήτρου της προσφοράς (ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]φροσύνης), όλα τυπικά χαρακτηριστικά των τιμητικών επιγραφών, πρόκειται, προφανώς, για τιμητική επιγραφή. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε τρεις χρονικές βαθμίδες του παρελθόντος: Αυτήν του προσφάτου που δηλώνεται με τα λίπεν, στῆσεν, του απωτέρου με τα λυθέν, ἀνοροῦσα –η παρατακτική σύζευξη μὲν-δὲ αντιθέτει τις μτχ.– και του απωτάτου με τον παρ. ἔην. Οι ρηματικοί τύποι που φανερώνουν συνοπτικό τρόπο αναφέρονται σε ενέργειες που συνέβησαν μετά τον θάνατο του Λουκίου, ενώ ο ρηματικός τύπος που δηλώνει διάρκεια αναφέρεται σε ιδιότητες-αξιώματα που κατείχε ο Λούκιος σε απροσδιόριστο χρόνο. Άλλωστε, ο ποιητής ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μόνο τα αξιώματα και όχι τη χρονική στιγμή που τα έλαβε.

Η επιγραφή αποτελείται από τρεις ενότητες [54]: Η πρώτη (στίχοι 1-2) στηρίζεται στην αντίθεση σῶμαψυχή, αντίθεση που απαντά σε επιγραφές της Αττικής (IG II2 11169, κ.α., IG II2 13104-5 4ος αι π.Χ.), της Ρώμης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 642 3ος/4ος αι. μ.Χ.), της Κεντρικής Ελλάδας (IG ΙΧ.1 882), κ.α. Κατά τον Peek [55], στον 2ο στίχο καθίσταται ενεργούν υποκείμενo η ψυχή και όχι ο ίδιος ο νεκρός, ενώ είναι εμφανές ότι το λίπεν αρμόζει ως σημασία περισσότερο στο σώμα παρά στην ψυχή.

Για την ανάληψη της ψυχής στον Όλυμπο, την έδρα των θεών και τον διαχωρισμό ψυχής–σώματος μετά τον θάνατο, υπάρχει επίδραση της χριστιανικής θρησκείας, χωρίς όμως η επιγραφή να θεωρείται χριστιανική, απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και, επιπλέον, ο Λούκιος είναι ιερεύς σε ειδωλολατρικό ναό. Σε όλες τις επιγραφές που απαντά ρηματικός τύπος του ἀνορούω, αυτός έχει τη σημασία της ανάληψης της ψυχής είτε στον αιθέρα είτε στον χώρο των μακάρων πρβ. επιτύμβια επιγραφή των Μεγάρων (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 462c 2ος/3ος αι. μ.Χ.), της Νάπολης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 651 του 2ος αι. μ.Χ.), κ.ά. Σε επίγραμμα της ΑΠ (Waltz 1938: 7.362 Φιλίππου Θεσσαλονικέως (1ος αι. μ.Χ.), το νεκρό σώμα βρίσκεται στον Άδη και η ψυχή πηγαίνει στον Όλυμπο, και σε άλλο 7.337 ἀδέσποτον, επίσης αναφέρεται ανάληψη της ψυχής και λαϊκή πίστη στην αθανασία της ψυχής. Ο ποιητής για να προσδιορίσει χρονικά το συμβάν, δηλ. τον θάνατο του Λουκίου και να δώσει έμφαση σ’ αυτό, χρησιμοποιεί αφ’ ενός το λογοτεχνικό σχήμα του διασκελισμού αφ’ ετέρου το επιρρηματικό κατηγορούμενο χρόνου ἀρτιτελής, αντί επιρρήματος ως ποιητικότερο∙ άλλωστε το επίθετο απαντά ελάχιστες φορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία (πρβ. Πλάτων, Φαῖδρ. 251 a, και Νόννος, Διον. 26.46). Από τον 2ο στίχο (λίπεν πόθον οἰκείοισιν) γίνεται φανερό ότι υπάρχουν «εν ζωή» προσφιλή συγγενικά πρόσωπα (φιλέουσα γυνὴ), στα οποία η οδύνη για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου είναι έντονη.

Στη 2η ενότητα (στίχοι 3-4) κυριαρχούν οι αρετές και τα αξιώματα του Λουκίου. Δυσαναπλήρωτο κενό φαίνεται να άφησε ο θάνατός του και στην κοινωνία της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος είχε αναλάβει τα αξιώματα του ιερέως, του αγωνοθέτη και του άρχοντος. Η αναφορά των αξιωμάτων δίνεται από τον ποιητή με κλιμάκωση, από το κατώτερο προς το ανώτερο, θέλοντας να δώσει έμφαση στο τελευταίο από αυτά, αφού, πιθανώς, είναι αυτό για το οποίο τον τίμησε η βουλή της Ερμιόνης. Δεν είναι γνωστό, μάλιστα, στον ναό ποιας θεότητας ήταν ιερεύς∙ κατά τον Παυσανία [56], στην Ερμιόνη υπήρχε εκτός των άλλων και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων. Εικάζεται, λοιπόν, ότι ο Λούκιος ήταν αγωνοθέτης αυτών των αγώνων, πιθανώς, και ιερεύς του Μελαναίγιδος Διονύσου.

Ο ποιητής κρίνει απαραίτητο να τονίσει τη γενναιότητα (ἠνορέη) και τη σύνεση του άνδρα, αρετές που αποτελούν χαρακτηριστικά της κλασικής, κυρίως, εποχής. Έκπληξη προκαλεί ο προσδιορισμός (μέγα) που αναφέρεται στη λ. ἄγαλμα, διότι στις επιγραφές άλλων περιοχών το συγκεκριμένο ουσιαστικό συνάπτεται με τα επίθετα σεμνόν, ἱερόν, καλόν, μικρόν, περικαλλές, αλλά και με επίθετα που δηλώνουν το υλικό (χαλκοῦν, λίθινον κ.λπ.) κατασκευής του αντικειμένου. Εδώ, εκτός από την ερμηνεία ότι η σύζυγος έστησε ένα μεγάλο άγαλμα για τον σύντροφό της, ανάλογο του ηθικού και πνευματικού διαμετρήματός του, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, βάσει του λογοτεχνικού σχήματος της υπαλλαγής, έστησε άγαλμα αντάξιο της μεγάλης ανδρείας του και σωφροσύνης.

Ο ποιητής συνδέει την 3η ενότητα (στίχος 5) με τη λ. ἄγαλμα της προηγουμένης, μέσω του αρσεν. γένους της αναφορικής αντωνυμίας (ὃν) –χάριν του μέτρου– αντί του ουδ. () που θα αναμενόταν. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το αποτέλεσμα: Η σύζυγος του Λουκίου, πρωτίστως, και η βουλή της Ερμιόνης, δευτερευόντως, τίμησαν τον σπουδαίο άντρα. Από την παρουσία της φράσης στῆσεν φιλέουσα γυνὴ και την απουσία οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας από το κείμενο, εικάζεται ότι τα έξοδα για την ίδρυση του μνημείου ανέλαβε η σύζυγος, ενώ η πόλη της Ερμιόνης περιορίστηκε στην τιμή, στην έγκριση και διάθεση του δημόσιου χώρου για την ανέγερση του μνημείου [57]. Άξια προσοχής είναι η χρήση του ρ. φιλῶ –από τον Όμηρο, ήδη, χρησιμοποιουμένου– αντί του ἐρῶ, δύο ρήματα των οποίων η σημασία για τους αρχαίους είναι διακριτή∙ η προτίμηση στο πρώτο οφείλεται στο ότι σε αυτό ενυπάρχει και το στοιχείο της τρυφερότητας. Σε ολόκληρο το κείμενο είναι διάχυτη η πρόθεση του ποιητή να του προσδώσει μεγαλοπρέπεια και επισημότητα με τη χρήση επικών λέξεων, την προτίμηση του δακτυλικού εξάμετρου στίχου, την αναφορά αρετών που αποτελούν κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά της κλασικής εποχής και την τοποθέτηση της φράσης ψηφίσματι βουλῆς τόσο στο έμμετρο τμήμα της επιγραφής όσο και σε συντομογραφία στο τέλος της, για να προσδοθεί εγκυρότητα στις τιμές και να προβληθεί ο δημόσιος έπαινος. Η τιμή απονέμεται τόσο από τους οικείους (γυνὴ) όσο και από τα πολιτικά όργανα της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος ξεχώρισε τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο (εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων). Η τιμή σε σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας της Ερμιόνης αποδίδεται, εκτός από τις έμμετρες επιγραφές, κυρίως, με τα ψηφίσματα της βουλής της (IG IV 718, κ. α.).

 

Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, η Ερμιόνη λειτουργούσε, κατά την Αρχαιότητα, με συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική οργάνωση, αφού από τις επιγραφές γίνεται γνωστή η ύπαρξη πολιτικών θεσμών, όπως της βουλής αλλά και αξιωμάτων, όπως του ταμία και του νομογράφου, των αρχόντων, του στρατηγού, του τοξάρχη, του περιηγητή, του αρχιάτρου. Επίσης μνημονεύεται και η διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν θεότητας.

Στον θρησκευτικό τομέα η λατρεία του δωδεκάθεου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που ανήκουν οι συγκεκριμένες τέσσερις επιγραφές. Αξιοσημείωτος, ωστόσο, είναι και ο θρησκευτικός συγκρητισμός, η συγχώνευση δηλ. της λατρείας των θεοτήτων του ελληνικού χώρου με θεότητες ανατολικής προέλευσης (π.χ. λατρεία του Ηλίου, της Μητέρας των θεών, κ.ά.), στοιχείο που εντοπίζεται, κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, στις επιγραφές της Ερμιόνης αλλά και της γειτονικής Τροιζήνος.

Εν κατακλείδι, στην Ερμιόνη και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Αργολίδα διαπιστώνεται μια πολιτισμική ώσμωση με τον πολιτισμό άλλων πόλεων ή λαών, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής έρχονταν σε συνεχή επαφή με την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, μέσω του θαλάσσιου εμπορίου.

 

Υποσημειώσεις


 

  • Εισήγηση η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη, κατόπιν πρόσκλησης του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης, στις 8/7/2017.

[1] Commentarii ad Homeri Iliadem 1.441.17.

[2] Etymologicum magnum 376.45.

[3] LSJ σ.λ.

[4] Κατσαγάνη 2015, 21-22.

[5] Παυσανίας, 2.24.11.

[6] Στ σημείο αυτό έχει κτιστεί ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

[7] Παυσανίας, 2.25.4–7. Κατά τον Περιηγητή, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, οι Ερμιονείς διεξάγουν την εορτή Χθόνια με τον εξής τρόπο. Μπροστά από την πομπή προχωρούν οι ιερείς των θεών και οι άρχοντες της συγκεκριμένης χρονιάς· ακολουθούν γυναίκες και άνδρες, αλλά ακόμη και τα παιδιά συνηθίζουν να τιμούν τη θεά κατά την πομπή· είναι ντυμένα με άσπρη εσθήτα και έχουν στο κεφάλι στεφάνια, που είναι πλεγμένα από το λουλούδι που ονομάζουν κοσμοσάνδαλο, που από το μέγεθος και το χρώμα μου φαίνεται πως είναι ο υάκινθος· πάνω τους έχουν τα γράμματα του θρήνου.

Στο τέλος της πορείας ακολουθούν άνδρες που σέρνουν από την αγέλη μια πολύ δυνατή αγελάδα, αδάμαστη και άγρια ακόμη. Όταν τη φέρουν στον ναό, άλλοι τη λύνουν για να μπει στο ιερό κι άλλοι, που πριν κρατούσαν ανοιχτές τις πόρτες, μόλις δουν την αγελάδα να μπαίνει στον ναό, τις κλείνουν. Τέσσερις γριές που βρίσκονται μέσα σφάζουν την αγελάδα· όποια τύχει κόβει με δρεπάνι τον λαιμό της αγελάδας. Έπειτα ανοίγουν τις πόρτες και οι άντρες που έχουν οριστεί φέρνουν δεύτερη αγελάδα, ύστερα τρίτη και μετά τέταρτη. Οι γριές τις σφάζουν όλες με τον ίδιο τρόπο· υπάρχει μάλιστα και τούτο το αξιοπερίεργο: σ’ όποια πλευρά πέσει η πρώτη αγελάδα είναι ανάγκη να πέσουν όλες. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προσφέρουν θυσία οι Ερμιονείς. Μπροστά στον ναό υπάρχουν λίγες εικόνες γυναικών που ήταν ιέρειες της Δήμητρας και μέσα υπάρχουν θρόνοι, στους οποίους κάθονται οι γριές που περιμένουν να μπει κάθε αγελάδα. Υπάρχουν και αγάλματα όχι πολύ παλιά της Αθηνάς και της Δήμητρας. Δεν μπόρεσα, όμως, να δω —ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος άνδρας, ξένος ή από τους Ερμιονείς— αυτό που λατρεύουν περισσότερο από τ’ άλλα· μόνο οι γριές ξέρουν πώς είναι.

[8] Λατρευόταν στον Βούπορθμο, αρχαία ονομασία του ακρωτηρίου Μουζάκι, απέναντι από το νησάκι Δοκός, LSJ σ.λ.

[9] Παυσανίας, 2.24.6–2.25.11.

[10] Παυσανίας, 2.25.1.

[11] Οικονομίδου 1995, 264-265.

[12] Τσαγκάρη 2006, 11.

[13] Για τη ζωή και το έργο του, βλ. Privitera 1965.

[14] Σχόλια στον Αριστοφάνη, Νεφ. 967a.15.

[15] Πλούταρχος, Θεμ. 5.3.

[16] Στεφανής 1988: 540.

[17] Βλ. σ. 4.

[18] Ασπιώτης 1997: 19.

[19] Βλ. και Κατσαγάνη 2015, 21-23.

[20] Κατσαγάνη 2015, 27.

[21]. Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926.

[22]. IG IV 682.

[23]. Το 276 π.Χ. οι Αιτωλοί γιόρτασαν τη νίκη τους επί των Γαλατών, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταλάβουν το Ιερό των Δελφών για να συλήσουν τους αμύθητους θησαυρούς του. Σε ανάμνηση του γεγονότος η Αμφικτυονία των Δελφών καθιέρωσε τη δελφική εορτή Σωτήρια, προς τιμήν του Διός Σωτήρος και του Πύθιου Απόλλωνος. «Πιθανότατα το 246 π.Χ. μετέτρεψαν την εορτή σε τετραετή και την έκαμαν ισότιμη των Πυθίων –ως προς το μουσικό της σκέλος–, και ισότιμη των Νεμείων, ως προς το αθλητικό και ιππικό της σκέλος. Η αλλαγή της μορφής και η ενίσχυση του κύρους της εορτής αυτής εξασφάλιζε οικονομικά οφέλη, αφού συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και θεατές στους διαγωνισμούς, αλλά και πολιτικά, διότι κοινοποιούνταν στο σύνολο του ελληνικού κόσμου το γεγονός ότι το πανελλήνιο Ιερό των Δελφών βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Αιτωλών», Walbank 1999: 206 (βλ. και Nachtergael 1977: 295-298).

[24]. Nachtergael 1977: 15 bis. Από τις IG IV 682 χρονολογείται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους.

[25]. Στις επτά διασωθείσες επιγραφές (Ga 1-7), (Aneziri 2003: 135 και 402-412) των αμφικτυονικών Σωτηρίων εμφανίζονται μόνο δύο διαφορετικοί «ιερείς των Τεχνιτών»: ο Πυθοκλής, γιος Αριστάρχου από την Ερμιόνη στα Ga 1-3 και ο Φιλωνίδης, γιος Αριστάρχου από τη Ζάκυνθο, στα Ga 4-7.   Βλ. και Pickard-Cambridge 19682: 283-284.

[26]. Με βάση τους σωζόμενους καταλόγους των Δελφών ο Πυθοκλής παρέστη πέντε φορές στα Σωτήρια, στο διάστημα 265 έως 255 π.Χ.:   1) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρμ]ιονεὺς Nachtergael 1977: 406 αρ. 2bis (=F.Delphes III.1 563)   2) . . .  Πυθοκλῆς [Ἀριστάρχου Ἑρμιονεύς. ἄνδρες χορευταί∙ Παντακλῆς(?) Ἀρι]στάρχου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3 (=Aneziri 2003: 403-404 Ga 3)    3) . . . [ἐπὶ] ἱερέως δὲ Πυθοκλέους τοῦ  Ἀρι[στάρ]χου Ἑρμιονέος ἐκ τῶν Τεχνιτῶν Nachtergael 1977:  409-410 αρ. 4 (=Aneziri 2003: 403 Ga 1)   4) . . . [πὶ ἱερέως δὲ Πυθοκλέους] τοῦ Ἀριστάρχου Ἑρ[μιονέος] Nachtergael 1977: 410-411 αρ. 5 (=Aneziri 2003: 404-405 Ga 3) και    5) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρ[μ]ιονεύς, Παντακλῆς Ἀρι[στάρχ]ου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977:  416-417 αρ. 8 (=Aneziri 2003: 407-408 Ga 5).

[27]. SGDI II 2062. Το ψήφισμα, κατά τον Nachtergael 1977: 317 και 322, έγινε περίπου το 270 π.Χ.

[28]. Στεφανής 1988: 379-380 αρ. 2174.

[29]. Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3.

[30]. Στεφανής 1988: αρ. 1993.

[31]. Στα Πύθια οι μουσικοί αγώνες δεν συνοδεύονταν από αυλό, διότι το μουσικό αυτό όργανο συνηθιζόταν στα μοιρολόγια και τις θρηνωδίες, που βέβαια στη συγκεκριμένη εορτή δεν άρμοζε, Casson 1996: 94.

[32]. Nachtergael 1977: 320.

[33]. Το ποιητικό θέμα της επίκλησης μαρτύρων αποτελεί, κατά τον Σκιαδά 1975: 77, ποιητική παρακμή, «διότι η επιγραφή δεν πείθει πλέον αφ’ εαυτής, όπως συνέβαινε με τις επιγραφές των παλαιότερων εποχών, και η αναγνώριση του ενάρετου τρόπου διαβίωσης κάποιου χρήζει της διαβεβαίωσης μαρτύρων». Όμως η επίκληση μαρτύρων στη συγκεκριμένη επιγραφή θεωρούμε ότι δεν επαληθεύει το σχόλιο του Σκιαδά.

[34]. Nachtergael 1977: 321.

[35]. Nachtergael 1977: 321. Η Ανεζίρη 2003: 276-277 παραθέτοντας επιχειρήματα θεωρεί ότι ο Πυθοκλής ανήκε στο «Ισθμικόν Κοινόν», το οποίο πρέπει να έπαιζε σημαντικό ρόλο στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια των Θηβών.

[36]. Για τον όρο priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση, βλ. Γεωργαντζόγλου 2005: 220, όπου και βιβλιογραφία.

[37]. Nachtergael 1977: 322  “on pourrait songer, en particulier, à Antigone Gonatas, mais il est notoire que tous les souverains de l’époque hellénistique protégeaient les technites et les couvraient d’honneurs”.

[38]. IG IV 682.

[39]. LBW 2iii 75 αρ. 159g. O Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a τη χρονολογεί στον 2ο αι. μ.Χ.

[40]. Rouse 1976 ανατ. [1902]: 269.

[41]. Στη λ. βασιλῆι προσγραφόμενο ιώτα, χάριν του μέτρου, σε αντίθεση προς τις λλ. Ἠελίῳ και θεῷ, όπου δεν υπάρχει μετρική ανάγκη. Ο Fraenkel (IG IV 700) θεωρεί ότι στον εξάμετρο στίχο υπάρχουν αρκετά προβλήματα και ότι στη λ. θεῷ πρέπει να σημειωθεί συνίζηση, άποψη όμως που αντίκειται στο μέτρο του στίχου.

[42]. IG IV 700∙ πρόκειται, προφανώς, για παρανάγνωση του βήτα από τον Fraenkel.

[43]. Τρυπάνης 1937: 826.

[44]. Burkert 1997: 18. Ο πιο συχνός όρος ήταν Μήτηρ θεῶν, τίτλος που πρωτοεμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο, Εἰς Μητ. 1. Στον 5ο αι. π.Χ. η Μητέρα εμφανίζεται είτε ως Κυβέλη είτε ως Ρέα. Συχνός είναι ο συγκρητισμός της φρυγικής Μητέρας με τη Ρέα και τη Δήμητρα, Roller 1999: 144, 170, 176 και 216.

[45]. Ο σηκός, κατ’ αρχάς, χωριζόταν σε δύο τμήματα (υποστάσεις). Αργότερα, επειδή η μοναδική κιονοστοιχία κάλυπτε το λατρευτικό άγαλμα της θεότητας που βρισκόταν στο μέσον του σηκού, οι σηκοί κατασκευάζονται τρισυπόστατοι.

[46]. Η έννοια της μητρός, όταν αποδίδεται σε θεότητα, δεν σημαίνει τη φυσική μητέρα, αλλά θεϊκή ύπαρξη, πλήρη στοργής σε όσους την τιμούν, Παπαχατζής 1993: 63.

[47]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126. Άλλες χρονολογήσεις: 3ος αι. μ.Χ. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773, 2ος αι. μ.Χ. SEG 11: 384 και RPN Ι  Aργολ. 206 αρ. 172.

[48]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126.

[49]. Στην Κλασική εποχή η επίσημη ονομασία ενός ελεύθερου άρρενος Ρωμαίου πολίτη περιλάμβανε πέντε συστατικά: το praenomen, το nomen ή gentilicium, τη δήλωση πα­τρωνύμου, τη δήλωση της ρωμαϊκής γενεάς στην οποία ανήκε ο πολίτης, και το cognomen (προαιρετικό στην εποχή της Δημοκρατίας). Από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. εμφανίζεται και το supernomen και λίγο αργότερα τα παλαιά μονά ονόματα έγιναν praenomina (περίπου δεκαοχτώ στην Αργολίδα με συνηθέστερα τα: Λούκιος, Αύλος, Μάρκος, Τιβέριος και Τίτος, βλ. πίνακα της Ζουμπάκη 2003: τόμ. Β΄ 163). Σε επιγραφές των αυτοκρατορικών χρόνων τα praenomina Τιβέριος και Τίτος οφείλουν την ευρεία χρήση τους, το μεν πρώτο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Κλαυδίων ενώ το δεύτερο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Φλαβίων. Αν το gentilicium αναγράφεται ολογράφως και όχι συντομογραφημένο, ανήκει στον 2ο αι. μ.Χ., ενώ το praenomen σταδιακά παραλείπεται ή συντομογραφείται. Η ονοματολογία των ελεύθερων γυναικών διέφερε στο ότι αυτές, κατά την κλασική περίοδο, δεν είχαν praenomen (OCD3 1024-1025, Kajanto 1977: 422, και Rizakis 1996: 17-18).

[50]. Ζουμπάκη 1995-1996: 134.

[51]. Gerlach 1908: 103.

[52]. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

[53]. RPN Ι  Aργολ. 172.

[54]. Η επιγραφή έχει τη δομή της εισαγωγής –του πρώτου δηλ. από τα τρία μέρη– ενός τιμητικού ψηφίσματος, όπου το προοίμιό αποσκοπεί στην παρηγοριά των οικείων, και στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση του εκλιπόντος, στις αρετές του στην προσωπική του ζωή και οι επιδόσεις του στoν κοινωνικό-πολιτικό βίο, Erhardt 1994: 42.

[55]. Peek 1941: 68-69 αρ. 16.

[56]. Παυσανίας, 2.34.35.

[57]. Κατά τον Welsh 1904-1905: 36 στους Ρωμαϊκούς χρόνους η πολιτεία αποφάσιζε, συνήθως, για την ανέγερση του ανδριάντα του τιμωμένου, ενώ τα έξοδα επιβάρυναν τον τιμώμενο, τα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα.

 

Βιβλιογραφία


  • Aneziri S. (2003). Die Vereine der dionysischen Techniten im Kontext der hellenistischen Gesellschaft, Dresden.
  • Ασπιώτης Ν. Σ. (1997). Ἀρχαῖοι Ἕλληνες μουσικοί καί σωζόμενα μουσικά ἀποσπάσματα μέ μεταγραφήν τους εἰς τήν σύγχρονον εὐρωπαϊκήν σημειογραφίαν. Αθήνα.
  • Burkert W. (1997). Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, μτφρ. Έ. Ματθαίου (τίτλος πρωτοτύπου: Ancient Mystery Cults. Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 1987). Αθήνα.
  • Casson L. (1996). Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο, 2η έκδ. [1η έκδ. 1995], μτφρ. Λ. Αναστασιάδη, επιμ. Α. Φιλιπποπούλου (τίτλος πρωτοτύπου: Travel in the Ancient World. Toronto: Hakkert, 1974). Αθήνα: ΜΙΕΤ.
  • Erhardt Ν. (1994). Tod, Trost und Trauer. Zur Funktion griechischer Trostbeschlüsse und Ehrendekrete post mortem. Laverna 5, 38-55.
  • Gerlach G. (1908). Griechische Ehreninschriften. Halle.
  • Grotius, H. – F. Dübner – E. Cougny (1888-1890). Epigrammatum Anthologia Pala­tina: cum Planudeis et Appendice nove Epigrammatum veterum ex libris et mar­moribus Ductorum, annotatione inedita Boissonadii, Chardonis de la Rochette, Bothii, partim inedita Jacobsii, metrica versione Hugonis Grotii, et apparatu critico instruxit, Parisiis ΙΙΙ 1890 (Cougny).
  • IG IV Fraenkel M. (1902). Inscriptiones Aeginae Pityonesi Cecryphaliae Argolidis, vol. IV, Berolini.
  • Kaibel G. (1965 ανατ.). Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta. Hildesheim [1η έκδ.
  • Berlin 1878]. Kajanto I. (1977). The Emergence of the Late Single Name System. Στο N. Duval, – D. Briquel, – M. Hamieaux (επιμ.). L’onomastique latine, Colloques internationaux du Centre National de la Recherche Scientifique 564, Paris. 421-428.
  • Κατσαγάνη Γ.Κ. (2015). Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος. Από την Αρχαϊκή εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Αθήνα.
  • Koster W. I. W. (1974). Scholia in Aristophanem, vol. I.3.2: In Nubes. Groningen.
  • Κωστούρος Γ. Π. (2008). Νεμέων ἄθλων διήγησις, τόμ. 1-2, χωρίς τόπο έκδοσης.
  • LBW Le Bas Ph. – W. H. Waddington (1870). Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure. III.       Inscriptions grecques et latines, recueillies en Grèce et en Asie Mineure. 2 Mégaride et Péloponnèse, Section I Textes. III Explications des inscriptions. Paris. LBW 2iii 75 αρ. 159g.
  • Mickey K. (1981). Studies in the Greek Dialects and the Language of Greek Verse Inscriptions (Diss.), vols I-II. Somerville.
  • Nachtergael G. (1977). Les Galates en Grèce et les Sôtéria de Delphes: Recherches d’histoire et d’épigraphie hellenistiques. Bruxelles.
  • OCD3 Hornblower S. – A. Spawford (2000). The Oxford classical dictionary. 3η έκδ. [1η έκδ. 1949]. Oxford.
  • Οικονομίδου-Καραμεσίνη Μ. (1996). Ελληνική τέχνη : Αρχαία νομίσματα. Αθήνα.
  • Peek W. (1941). Griechische Epigramme IΙI. ΜDAI(A) 66, 47-86.
  • Peek W. (1988 ανατ.). Greek Verse Inscriptions. Epigrams on Funerary Stelae and Monuments, with an Index to the First Words of the Epigrams and a Concord­ance with G. Kaibel Epigrammata etc. [1η έκδ. 1955]. Chicago.
  • Picard-Cambridge A. W. Sir – J. Gould – D. M. Lewis (2011). Οι δραματικές εορτές   της Αθήνας, μτφρ. Μ. Υψηλάντη – Η. Τσολακόπουλος – Α. Α. Ευσταθίου, (επιμ.) (τίτλος πρωτοτύπου: The Dramatic Festivals of Athens, Oxford 1968, 2η έκδ. [1η έκδ. 1953]). Θεσσαλονίκη.
  • Privitera G. A. (1965). Laso di Ermione. Nella cultura Ateniese e nella tradizione sto­ riografica. Roma.
  • Παπαχατζής Ν. (1993). Ἡ ἑλληνική θεά Ρέα καί ἡ φρυγική Μητέρα τῶν θεῶν ἢ Μεγάλη Μητέρα. ΑΕ, 49-82.
  • Rizakis A. D. (1996). Anthroponymie et société: les noms romains dans les provinces hellénophones de l’Empire. Στο A. D. Rizakis (επιμ.). Roman Onomastics in the Greek East. Social and Political Aspects. Proceedings of the International Colloquium on Roman Onomastics. Athens, 7-9 September 1993. Athens [Μελετήματα 21], 11-29.
  • Roller L. E. (1999). In Search of God Mother. The Cult of Anatolian Cybele. Berkeley.
  • Rouse W. H. D. (1976 ανατ.). Greek Votive Offerings. An Essay in the History of Greek Religion, [1η έκδ. Cambridge 1902]. Hildescheim.
  • Σκιαδάς Α. (1975 ανατ.). Ἐπὶ τύμβῳ. Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν. [1967] Ἀθῆναι.
  • Στεφανής Ι. Ε. (1988). Διονυσιακοί τεχνίται: Συμβολές στην προσωπογραφία του θεάτρου και της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων. Ηράκλειο.
  • Τρυπάνης, Κ. Α. (1937). Το Ελληνικόν αναθηματικόν επίγραμμα μέχρι των χρόνων των Περσικών πολέμων. ΑΕ 3, 824-832.
  • Τσαγκάρη Δ. (2006). Τα αρχαία νομίσματα της Πελοποννήσου. Αθήνα.
  • Vermaseren M. J. (1982). Corpus Cultus. Cybelae Attidisque II: Graecia atque Insulae.  Leiden.
  • Walbank F. W. (1999) Ο ελληνιστικός κόσμος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης (τίτλος πρωτοτύπου: The Hellenistic World. London 1992 ανατ. [1η έκδ. 1981). Θεσσαλονίκη.
  • Welsh M. K. (1904-1905). Honorary Statues in Ancient Greece. ABSA 11, 32-49.
  • Ζουμπάκη Σ. (1995-1996). Παρατηρήσεις στη ρωμαϊκή κοινωνία της Ερμιόνης.
  • Αρχαιογνωσία 9, 111-135.

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη 

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Βιβλίο – Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827) – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 190 χρόνων από το ιστορικό γεγονός της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, μέρος της οποίας διεξήχθη στην Ερμιόνη, από 18 Ιανουαρίου 1827 έως 17 Μαρτίου 1827, ο Δήμος Ερμιονίδας εξέδωσε το βιβλίο του φιλόλογου – ιστορικού, Ιωάννη Ησαΐα με τίτλο, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση “κατ’ επανάληψη” στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)», στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά τα γεγονότα, μέσα από  τα πρακτικά των Συνεδριάσεων της Συνέλευσης, τις αρχειακές πηγές και τη σχετική βιβλιογραφία. Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα.

 

Στο εισαγωγικό  σημείωμα  του συγγραφέα διαβάζουμε:

 

[…] Στα νεότερα χρόνια και κατά τη διάρκεια  της Επανάστασης του 1821,  στην Ερμιόνη φιλοξενήθηκε για δύο  μήνες η Γ’  Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη»  το έτος 1827, που έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ιστορικά μήνυματά  της, μια και ήταν η μακροβιότερη και πιο περιπε-τειώδης, αφού εξελίχθηκε και πραγματοποιήθηκε σε τρεις  περιοχές.  Μελετώντας λεπτο-μερειακά  τα συμβάντα της προαναφερόμενης  Συνέλευσης, επιδιώξαμε να αντλήσουμε μέσα από τα χρήσιμα διδάγματα και μηνύματα  τις καλές και ένδοξες στιγμές του σπουδαίου αυτού γεγονότος, ενώ ταυτόχρονα  νιώσαμε τους προβληματισμούς για τις αστοχίες και τα τραγικά λάθη, που σημάδευσαν αυτή την εποχή, με όλα τα συναφή γεγονότα.

Εξώφυλλο του βιβλίου, Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση…

Στο σημείο αυτό θα σταθούμε  για να διερευνήσουμε και να μελετήσουμε διεξοδικά  τη Γ΄  Εθνοσυνέλευση  «κατ’ επανάληψη»  της Ερμιόνης, ώστε να μάθουμε περισσότερα και να αναδείξουμε  ιστορικά την  περίοδο εκείνη, που εκτείνεται χρονικά από τις  18 Ιανουαρίου έως 17 Μαρτίου 1827, αφήνοντας στην αναπόληση των γεγονότων  του τόπου μας, εκτός από κάποιο προβληματισμό,  το δικό της θετικό  μήνυμα στο «ιστορικό γίγνεσθαι». Η συγγραφική  αυτή έρευνα και μελέτη, παρότι είχε   ξεκινήσει μόνο ερευνητικά  κατά το παρελθόν, επανεκκινήθηκε εντατικά, ύστερα από κάποιες συγκυριακές πολιτιστικές διεργασίες  για την προαναφερόμενη Γ’  Εθνοσυνέλευση  στην Ερμιόνη , που προβλήθηκαν στο  κοινωνικό «γίγνεσθαι» της ιδιαίτερης πατρίδας μας το 2015, και για τις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω.

Κατά τη μελέτη  των τριών  ετών 1825, 1826 και 1827 η Ελληνική  Επανάσταση είχε προσλάβει το σχήμα της τραγωδίας με τα όσα είχαν   συμβεί την περίοδο εκείνη. Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή της Επανάστασης,  που κινδύνευε να καταποντιστεί, είχα νιώσει  έντονο προβληματισμό  με τα όσα είχα διαβάσει, γιατί σε όλο το φάσμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης , από την Επίδαυρο μέχρι την Ερμιόνη και την Τροιζήνα  διαφαίνεται, από τη μία πλευρά,  η προσπάθεια  εθνικής συμφιλίωσης,  συναδέλφωσης,  συναίνεσης, καλής συνεργασίας,   εδραίωσης της δημοκρατίας  και του κοινοβουλευτισμού, ενώ ήταν ευδιάκριτη στην επίμαχη αυτή περίοδο  και η επίτευξη αλληλεγγύης, η ενότητα και η αβραμιαία φιλοξενία των Ερμιονιτών. Αντίθετα,  από την άλλη πλευρά στην Αίγινα (συσπείρωση Ζαΐμη) και σε κάποιες (λιγοστές) επαναστατικά ελεύθερες  περιοχές  εμφανιζόταν η ιδιοτέλεια,  ο διχασμός, η διχόνοια, η φιλαρχία, η φιλόδοξη αλαζονεία  και οι μικροκομματικές επιδιώξεις. Παρατηρώντας αυτό το αρνητικό και απαράδεκτο σκηνικό σ’ αυτό το επίμαχο χρονικό σημείο,  εύλογα ερχόταν  στη σκέψη  μου το ερώτημα : Γιατί να επικρατεί τόση διχόνοια , τέτοιος διχασμός και τέτοια φιλαρχία και αλαζονεία ανάμεσα στις αγωνιζόμενες ελληνικές ομάδες, που είχαν κοινό στόχο και σκοπό,  σ’ αυτό το όμορφο ελληνικό τοπίο, σε μια Ελλάδα,  που βρίσκονταν σ’ ένα   κρίσιμο και νευραλγικό  από γεωστρατηγικής και πολιτισμικής θέσης σημείο, από τη βαθιά αρχαιότητα   μέχρι σήμερα.  Μήπως  κάποιοι  Αγωνιστές είχαν  λησμονήσει και περιθωριοποιήσει τις πνευματικές ρίζες και τα πνευματικά στηρίγματα, που σαγήνευαν στην έναρξη της Επανάστασης  τις καρδιές της συντριπτικής πλειοψηφίας των αγωνιζομένων Ελλήνων, όπως την αγάπη για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, την ιδέα της πατρίδας, τη συνείδηση της Ελληνικής καταγωγής, τη μακραίωνη και αξιοθαύμαστη  ιστορία και την πατροπαράδοτη πίστη στον Θεό; Οι απαντήσεις δίνονται  ξεκάθαρα και αναλυτικά  από τις αποφάσεις και τα πρακτικά των συνεδριάσεων στη Γ’ Εθνοσυνέλευση  της Επιδαύρου, της Ερμιόνης «κατ’ επανάληψη» και της Τροιζήνας «κατ’ εξακολούθηση» (1826-1827) αλλά και από τις ενέργειες του Θ. Κολοκοτρώνη και των πληρεξουσίων, που αγωνίστηκαν για το καλό της Πατρίδας με την αδιαμφισβήτητη επισήμανση ότι η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη (παρότι δεν πρόλαβε να αποφασίσει τελεσίδικα τη σχεδιαζόμενη εκλογή του Καποδίστρια και ταυτόχρονα να ψηφίσει το Δημοκρατικό Σύνταγμα), ουσιαστικά  κράτησε  όρθια (έσωσε) «κατά κάποιο τρόπο» την Επανάσταση και επισφραγίστηκε ενωτικά η «σωτηρία της» στην Τροιζήνα, όπως  αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες που ακολουθούν.  Για τούτο, θα προσπαθήσουμε με συγκεκριμένα στοιχεία να αποδείξουμε αυτήν την  ιστορική πραγματικότητα, που δεν έχει τονιστεί στο μέγεθος που της αξίζει και της ταιριάζει. Για να γίνει κατανοητή η μεγάλη προσφορά και το θετικό  αποτέλεσμα  των εργασιών στην  Εθνοσυνέλευση  της  Ερμιόνης , πρέπει πρώτα  να αποτυπωθεί με σαφή και διασταυρωμένα ιστορικά  στοιχεία η αποσαθρωμένη ελληνική  διοίκηση και η  «καταρρέουσα» Ελληνική Επανάσταση, ώστε να φανεί η σωτήρια και εργώδης προσπάθεια του Θ. Κολοκοτρώνη, του Προέδρου Σισίνη , του Γραμματέα Σπηλιάδη και όλων γενικά των συνέδρων της Ερμιόνης, που εργάστηκαν με ανιδιοτέλεια και μεγάλο μόχθο  καθ’ όλη την περίοδο των συνεδριάσεων.

Πριν φθάσουμε σ’ αυτή την τελματώδη κατάσταση  της  Ελληνικής Επανάστασης  και στα πρόθυρα μιας πραγματικής τραγωδίας το 1826, προηγήθηκαν οι εμφύλιες και διχαστικές διαμάχες της περιόδου 1823-1825, ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επανάστασης αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους.   Συνάμα η παθολογία  της εποχής εκείνης, που ταλάνιζε  το επαναστατημένο Έθνος, εκφραζόταν με την ανεπάρκεια και «ιδιοτέλεια» του Προέδρου του Εκτελεστικού Γεώργιου Κουντουριώτη, με τις ραδιουργίες ορισμένων πολιτικών, την επικρατούσα ακαταστασία στα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα, που  βρίσκονταν  στο Πελοποννησιακό έδαφος, την αποδιοργάνωση των στρατιωτικών, την αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής στη Διοίκηση των αρμοδίων παραγόντων. Το σύνολο αυτών των αρνητικών στοιχείων ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους στα απελευθερωμένα εδάφη.

Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε πειθώ και επιβολή να συνενώσει  τον λαό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Μόνο ο ελληνικός στόλος με τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη μπόρεσε να δημιουργήσει προσκόμματα  στις εχθρικές δυνάμεις και να ενισχύσει από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο, στην  Πύλο και στον όρμο του Ναυαρίνου.

Μετά τη λήξη του δεύτερου εμφύλιου πολέμου (Δεκέμβριο του 1824) άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (Φεβρ. – Μαρτ. 1825). Αυτές οι επιχειρήσεις έγιναν καταλύτης για την αναφαινόμενη αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος Ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο διχασμός και η διχόνοια πρυτάνευσαν και πάλι αυτήν την δύσκολη περίοδο. Η Ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε ανενεργή με Πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη, ενώ ο στρατός και οι οπλαρχηγοί είχαν κατά κάποιο τρόπο αδρανοποιηθεί. Ο  Κολοκοτρώνης στο αρχικό στάδιο της λυσσαλέας επιθετικότητας του Ιμπραήμ βρίσκονταν φυλακισμένος και άλλοι  στρατιωτικοί είχαν περιθωριοποιηθεί. Επακολουθεί αναδιοργάνωση των ελληνικών πραγμάτων μπροστά στον επικείμενο  κίνδυνο της κατάρρευσης, αποφυλακίζεται ο Κολοκοτρώνης και προχωρεί η Γ’  Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα. Οι βιαιοπραγίες του Ιμπραήμ κατά των Ελλήνων λειτούργησαν ως αφορμή για την απόφαση της Ιουλιανής συνθήκης του Λονδίνου το 1827, ώστε να αναχαιτιστεί η ενοχλητική παρουσία του Αιγύπτιου Ιμπραήμ.

Από την άλλη πλευρά ο κίνδυνος ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης θέτει σε συναγερμό  και συντονισμό τις τρεις Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, καθώς η Ελληνική Επανάσταση  είχε μετατραπεί σε γεωπολιτικό ζήτημα. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 ο Ιμπραήμ παρακολούθησε την καταστροφή του στόλου του και έτσι ξεκινά μια θετική πορεία για το Ελληνικό ζήτημα  και μια σπουδαία διπλωματική κινητικότητα. Η γεωστρατηγική  αξία της Ελλάδας είχε μεταβάλει τον ρου  της ιστορίας, σε συνδυασμό με τη δυναμικότητα, το πνεύμα και την ψυχή των εξεγερμένων Ελλήνων, που σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή του Αγώνα και συγκεκριμένα στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης εμπιστεύθηκαν  οι πλειοψηφούντες πληρεξούσιοι τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον ιδανικό ηγέτη, που έδωσε στο  μαχόμενο  Ελληνικό Έθνος τη δυνατότητα, με τους ελιγμούς των συνέδρων της Εθνοσυνέλευσης,  να κερδίσει πολύτιμο χρόνο, και έτσι  φθάσαμε μεθοδικά στην οριστική ήττα των Αιγυπτίων εισβολέων. Τότε, η άλλη πλευρά  «των ενισταμένων»,  μπροστά στον μεγάλο  κίνδυνο του εκφυλισμού και της ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης από τον διχασμό και την εισβολή του Ιμπραήμ, νιώθουν την ανάγκη της συμφιλίωσης και ιδιαίτερα οι έχοντες τάσεις φιλαρχίας, ιδιοτέλειας και ολιγαρχισμού, ακούγοντας τις λέξεις «Πατρίδα  και Θρησκεία», δύο λέξεις με μεγάλη βαρύτητα και συγκινησιακή φόρτιση , που ένωσαν και ενώνουν τον Ελληνισμό πολλούς αιώνες,  από τα πρωτοχριστιανικά  χρόνια μέχρι σήμερα. Αυτήν την εφιαλτική κατάσταση το 1827 ανέτρεψε η διπλωματική κινητικότητα των τριών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που άσκησαν πίεση στους Τούρκους με αποκορύφωμα την Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Είναι, όμως, γεγονός αναμφισβήτητο ότι μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου ένα νέο εθνικό κράτος αναδύθηκε, για να προστεθεί στη συνέχεια στο χάρτη της Ευρώπης, αφού οι τρεις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις επέδειξαν ξεκάθαρα την αποφασιστικότητα να επιλύσουν το Ελληνικό ζήτημα όχι  μόνο διπλωματικά, αλλά και με στρατιωτική εμπλοκή.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη, παρότι δεν πρόλαβε να διεκπεραιώσει όλο το προγραμματισμένο έργο της (εκλογή Καποδίστρια  και ψήφιση του δημοκρατικού συντάγματος, αλλά και τα άλλα σημαντικά κονοβουλευτικά θέματα), μπορεί να χαρακτηριστεί ως προδρομική (προετοίμασε το έδαφος για κάτι σπουδαίο και σημαντικό στον κοινοβουλευτικό τομέα και σε άλλες θεσμικές αλλαγές) της Τροιζήνας, αφού    προέβη  σε σπουδαιότατες ενέργειες και πράξεις με καθολική σημασία  και  λειτούργησε ως μία μεγάλη διοικητική (κυβερνητική) επιτροπή, που κάλυπτε όλες τις αναφυόμενες ανάγκες του επαναστατημένου Έθνους.  Ταυτόχρονα ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί, με τις διχαστικές, μικροκομματικές και ιδιοτελείς  αντιδράσεις της μειοψηφίας των ευρισκομένων στην Αίγινα.

Εκτός των άλλων, έπρεπε η «πλειοψηφία» η συγκεντρωμένη στην Ερμιόνη να συνεργαστεί με διάφορους άλλους  παράγοντες (ντόπιους ή ξένους), που ήθελαν να βοηθήσουν τον Αγώνα, ενδυναμώνοντας αναγκαστικά για το καλό της πατρίδας  και τα προσωπικά τους συμφέροντα. Η προσπάθεια, όμως, των παραστατών στην Ερμιόνη και στο αγωνιστικό και διπλωματικό  πεδίο  κράτησε ζωντανή την Ελληνική  Επανάσταση και δεν κατέρρευσε, εάν αναλογιστούμε ότι ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνιγκ (ξάδελφος του  Γεωργίου Κάνιγκ) εμπιστεύτηκε μόνον τον Κολοκοτρώνη και  την  Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης  στην πιο κρίσιμη φάση των διπλωματικών εξελίξεων το 1827 και αγνόησε, κατά κάποιο τρόπο, τους παραστάτες  της Αίγινας. Για τούτο,  έστειλε στην Ερμιόνη δύο  σημαντικότατες επιστολές, για τη συνέχιση των διπλωματικών διεργασιών του ελληνικού ζητήματος το ίδιο έτος, που οδήγησαν επιτυχώς στην Ιουλιανή συνθήκη  του  Λονδίνου  και στη νίκη στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να επακολουθήσει και να παγιωθεί η οριστική ανεξαρτησία του νέου Ελληνικού κράτους  δυόμισι χρόνια αργότερα με το  Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Αυτή η κομβική διπλωματική κίνηση του Στράτφορντ  Κάνιγκ, εάν δεν βρισκόταν στο προσκήνιο ο  Κολοκοτρώνης,  ο μεγάλος  ηγέτης και οι πληρεξούσιοι  της Ερμιόνης, δε θα  μπορούσε να στραφεί  αυτή τη δύσκολη χρονική  στιγμή σε άλλη λύση και διέξοδο.

Εκτός από τις σπουδαιότατες πράξεις, που είχαν καθολική και σημαντικότατη σημασία, διακρίνουμε την όντως πατριωτική στάση των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη έναντι των μειοψηφούντων παραστατών στην Αίγινα, γιατί, αν και είχαν  δυναμική παρουσία και αδιαμφισβήτητο κύρος, συγκατατέθηκαν  και αποδέχτηκαν τον τρίτο κοινό τόπο, για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη ενότητα του Έθνους. Βέβαια, οι συγκυρίες, οι  δυσκολίες και το γεγονός της διαιρέσεως και του διχασμού είχε κάπως επηρεάσει τον ζήλο και τη διάθεση των ευρισκομένων συνέδρων στην Ερμιόνη για την επίτευξη γονιμότερης και δημιουργικής προσπάθειας και επιδιώξεως υψηλότερων στόχων με ταχύτατους ρυθμούς. Οι εκτοξευόμενες απειλές ότι θα ακυρώνονταν αργότερα  οι αποφάσεις της Συνέλευσης στην Ερμιόνη από τους πληρεξουσίους στην Αίγινα, δεν έκαμψαν το ηθικό των αγωνιζομένων πληρεξουσίων και συνάμα αναδεικνύουν το μέγεθος του πατριωτισμού, τη συνείδηση της ελληνικής καταγωγής, την αγάπη για την ελευθερία, την πίστη για το δίκαιο του αγώνα και την πίστη στον Θεό, που τους διακατείχε  ενδόμυχα. Ταυτόχρονα , όμως, ήταν φυσικό επακόλουθο να συρρικνωθεί και να περιοριστούν ακούσια η δημιουργικότητα, οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Αττική, η προσπάθεια ανακατάληψης του κατειλημμένου Μεσολογγίου στη δυτική Στερεά Ελλάδα, η έκβαση του Αγώνα στην  Πελοπόννησο και η άμεση και ταχεία  επίλυση των οικονομικών και στρατιωτικών αναγκών.

Βέβαια στην Ερμιόνη συζητήθηκαν στην Εθνοσυνέλευση και  προγραμματίστηκαν θέματα πολιτικής, πολιτειακής και νομοθετικής φύσεως, που απασχόλησαν τους συνέδρους με τη δέουσα σοβαρότητα, αλλά δεν ελήφθησαν αποφάσεις άμεσα και ταχύτατα, όχι από έλλειψη πρωτοβουλιών και συναίσθησης του επικείμενου κινδύνου, αλλά από την αγωνία και την αναμονή των προσπαθειών  της συμφιλίωσης και ενότητας με εκείνους, που απειλούσαν με σφοδρότητα από την Αίγινα. Οι πληρεξούσιοι  στην Ερμιόνη ανεδείχθησαν εμπράκτως φιλοπάτριδες,  αγωνιστές και άξια «τέκνα» της Πατρίδας  με πνεύμα αυτοθυσίας και σήμερα νιώθουμε υπερήφανοι, γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων σπουδαίων  αγωνιστών…

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας  

 Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)

 Έκδοση, Δήμου Ερμιονίδας, 2017

 ISBN: 978-960-85910-6-6

 

Με την ευκαιρία, δημοσιεύουμε την πανηγυρική-εορταστική ομιλία του συγγραφέα που εκφώνησε την Κυριακή 12-3-2017, στον Ιερό Ναό των Αγίων Ταξιαρχών,  την ημέρα των επετειακών  εκδηλώσεων μνήμης για τα 190 χρόνια από την «κατ’ επανάληψη» Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, παρουσία του Πρόεδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), Προκόπη Παυλόπουλου.

 

Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας

Μεγάλη τιμή και συνάμα  μεγάλη ευθύνη συνεπάγεται η εκφώνηση πανηγυρικού λόγου σε μια ημέρα ιστορικής επετείου, όπως η σημερινή, με τον εορτασμό των 190 χρόνων από τη Γ’(τρίτη)    Εθνοσυνέλευση   «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη. Το κορυφαίο αυτό γεγονός, αποτελεί ευνοϊκή συγκυρία, τόσο για την επανασύνδεσή μας με την ιστορία, όσο και για τον αναστοχασμό πάνω στους προβληματισμούς τού τόπου μας και τις προοπτικές του  για το άμεσο μέλλον.

Ερμιόνη, Μητροπολιτικός Ναός Αγίων Ταξιαρχών. Πανηγυρική- Εορταστική ομιλία, Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα.

Τη στιγμή αυτή, που παρευρισκόμαστε στον  Μητροπολιτικό Ναό  των Ταξιαρχών,  χαλυβδώνεται  το  πατριωτικό φρόνημα  με τη συμμετοχή μας στον εθνικό και ιστορικό  πανηγυρισμό. Ταυτόχρονα, ο νους και η ψυχή μας στρέφονται στην  Εθνεγερσία του 1821, κατά την οποία  κυριάρχησε ανάμεσα στους  επαναστατημένους Έλληνες από το 1821 έως το 1825, ο ενθουσιασμός και πράξεις ανείπωτης ανδρείας και αυτοθυσίας, ενώ παραλίγο έλειψε να χαθούν τα πάντα, όταν ενεπλάκησαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες σε εμφύλιο σπαραγμό, με έντονα τα χαρακτηριστικά  του διχασμού. Η σκέψη μας ακολουθεί τις δυσμενείς εξελίξεις από το 1825 έως το 1827, που οδήγησαν  την Επανάσταση στα πρόθυρα της  κατάρρευσης, όταν στάλθηκε ο  Ιμπραήμ,  από την Αίγυπτο στην Πελοπόννησο  για την ενίσχυση των  δυνάμεων του Σουλτάνου.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν, οδήγησαν τους πληρεξούσιους των επαναστατημένων επαρχιών να συγκεντρωθούν στις 6 Απριλίου του 1826 στη δεκαήμερη Γ’ (τρίτη) Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, που διαλύθηκε αιφνίδια  μετά την πτώση του Μεσολογγίου, με την προοπτική να επαναληφθούν οι εργασίες της μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1826. Επακολούθησαν οι αποτυχημένες προσπάθειες της εντεταλμένης «Επιτροπής Συνελεύσεως» της Επιδαύρου, για τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης, αλλά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έντονα προβληματισμένος από τη δραστηριότητα της φιλοαγγλικής ομάδας των πληρεξουσίων, επέλεξε την Ερμιόνη ως τον ασφαλέστερο τόπο συνάθροισης των αντιπροσώπων του λαού.

Στα  τέλη του 1826 η πλειοψηφούσα παράταξη των συνέδρων  της Επιδαύρου, μετά την πατριωτική πρόσκληση του Κολοκοτρώνη έφθασε στην Ερμιόνη, ενώ η μειοψηφική συσπείρωση των «παραστατών» κατέφυγε στην Αίγινα  μαζί με τη  «Διοικητική Επιτροπή»  και έτσι επισφραγίστηκε de facto ο διχασμός    ανάμεσα στις δύο αντιτιθέμενες ομάδες.

Ύστερα από τη συνάθροιση της πλειοψηφίας των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη    και  τη σχετική προετοιμασία, στις 18 Ιανουαρίου 1827 άρχισαν οι εργασίες  των  προκαταρκτικών  συνεδριάσεων της Γ’ (τρίτης)  Εθνοσυνέλευσης  μέχρι τη  10η Φεβρουαρίου 1827 σε παρακείμενη του ιερού αυτού χώρου   αίθουσα της οικίας Οικονόμου, όπου στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Μετά την ορκωμοσία των συνέδρων την 11η Φεβρουαρίου 1827 στον παρόντα Ιερό Ναό  των Ταξιαρχών,  ξεκίνησαν οι τακτικές συνεδριάσεις στην ίδια αίθουσα, με πρόεδρο τον Γεώργιο Σισίνη και τη συμμετοχή 147 αντιπροσώπων συνολικά. Την  17η Μαρτίου 1827 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Συνέλευσης , στις οποίες κατοχυρώθηκαν τέσσερα ψηφίσματα και ελήφθησαν διοικητικές και στρατιωτικές αποφάσεις.

Διερευνώντας όλα τα συμβάντα, τα συνδεόμενα με τη Γ’ (τρίτη)  Εθνοσυνέλευση    στην Ερμιόνη, ανακαλύπτονται σπουδαία ιστορικά στοιχεία, που αναδεικνύουν θετικά τη συμβολή της, γιατί τροχιοδρόμησαν σημαντικές εξελίξεις και τελικά οδήγησαν στο ποθούμενο και στο ζητούμενο.

Ιδιαίτερα αξιόλογο ιστορικό στοιχείο στην εξέλιξη των γεγονότων είναι ο ασφαλής  τόπος επιλογής της Ερμιόνης, με τους λεβεντόψυχους κατοίκους της. Μέσα σ’ αυτό το ευοίωνο κλίμα, ο Γέρος του Μοριά,  ο  Πρόεδρος  Γεώργιος Σισίνης και όλο «το επιτελείο»   μπόρεσαν  να οργανωθούν  και να προσεταιριστούν παραστάτες, που είχαν επίγνωση των κρίσιμων καταστάσεων. Συνάμα, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, οι επιδέξιοι χειρισμοί του εμβληματικού ηγέτη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη  και των σωφρονεστέρων πληρεξουσίων,  γιατί αποσοβήθηκε η άμεση σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων.

Μεταξύ των άλλων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη ανέπτυξε σημαντικές δραστηριότητες ως «Κυβερνητική Επιτροπή», αφού η «Κυβέρνηση» με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη βρισκόταν «εγκλωβισμένη» στην Αίγινα. Συνάμα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο κορυφαίος διοργανωτής του σπουδαίου αυτού εγχειρήματος, διακρίθηκε ως διπλωματικός εκπρόσωπος των αγωνιζομένων Ελλήνων στις διαβουλεύσεις, που είχε με τον Άγγλο Στράτφορντ  Κάνιγκ, πρεσβευτή  της Αγγλίας  στην Κωνσταντινούπολη και διαμεσολαβητή  του Ελληνικού ζητήματος με την Υψηλή Πύλη.

Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια   των συνεδριάσεων της Συνέλευσης ο Θ. Κολοκοτρώνης αναλώθηκε σε συμφιλιωτικές διαβουλεύσεις με τους φιλέλληνες Βρετανούς, πλοίαρχο Χάμιλτον, αντιστράτηγο Τζωρτζ  και τον ναύαρχο  Κόχραν. Οι συζητήσεις στρέφονταν κυρίως  στην εθνική συμφιλίωση των δύο αντιτιθεμένων ομάδων(στην Ερμιόνη και στην Αίγινα) και την κατάλληλη στιγμή, όλοι μαζί ενωμένοι αποδέχτηκαν την συνέχιση από  κοινού των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης στην  Τροιζήνα.

Είναι επίσης, γεγονός προφανές ότι η Συνέλευση στην Ερμιόνη στάθηκε ως στυλοβάτης της Επανάστασης στην πιο κρίσιμη καμπή. Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο είχε λειτουργήσει ως καταλύτης για την αποδιοργάνωση του Αγώνα, αφού είχαν προηγηθεί δύο εμφύλιοι πόλεμοι, που είχαν σκορπίσει εθνικό διχασμό, διάσπαση της ηγεσίας και επικράτηση απειθαρχίας στο στράτευμα.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα, οι διεθνείς συνθήκες απαιτούσαν συντονισμό των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Σ’ αυτό το επίμαχο  χρονικό σημείο, τονίζουμε ότι η καταστροφική επίθεση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνένωσε τα ευρωπαϊκά κράτη, άλλαξε τη συμμαχική διπλωματία υπέρ του Ελληνικού ζητήματος και έτσι σώθηκε η Ελληνική Επανάσταση.

Εκ των πραγμάτων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη υπήρξε «προδρομική» για τη Συνέλευση στην Τροιζήνα. Τούτο γίνεται αντιληπτό, όχι μόνο  γιατί    οι πληρεξούσιοι  αποδέχθηκαν  την εθνική συμφιλίωση και τη συνέχιση των εργασιών στην Τροιζήνα ,  αλλά και γιατί  είχαν δημιουργηθεί στην Ερμιόνη ώριμες συνθήκες για τη λήψη ρηξικέλευθων   αποφάσεων και ψηφισμάτων, όπως ήταν η οριστική εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη και η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», βασισμένου στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Ωσαύτως, οι πληρεξούσιοι της Γ’(τρίτης)   Εθνοσυνέλευσης, αφήνοντας πίσω τη διχόνοια, επέδειξαν  αδιάσπαστη ενότητα σ’ αυτή τη δύσκολη φάση του Αγώνα και μαζί με τον πατριωτισμό και το αίσθημα της ιστορικής ευθύνης, υπενθυμίζουν  σε όλους μας ότι μπορούμε να ανακάμπτουμε και να μεγαλουργούμε. Συνάμα θεωρώ επιβεβλημένη  υποχρέωση να επισημειώσω ότι μέσα από αυτή την  εκδήλωση  αναδύονται τα μηνύματα  της εθνικής ομοψυχίας, της αγάπης για την Πατρίδα, της πίστης στο θεό και στον δίκαιο αγώνα. Για τούτο ενδείκνυται να υψώσουμε την ιστορία ως δάσκαλο και σύμβουλό μας, να ενεργοποιήσουμε όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας μας, θέτοντας ως προτεραιότητα το καθήκον απέναντι στο μέλλον της πατρίδας μας.

Ανάμεσα στα άλλα, ο σημερινός ιστορικός εορτασμός της Εθνοσυνέλευσης οργανώθηκε από την εντεταλμένη  Επιτροπή  του Δήμου μας  υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του κ. Δημάρχου Ερμιονίδας, ενώ ταυτόχρονα ολοκληρώθηκε η προετοιμασία του σχεδιασμού της εκδήλωσης με την αγαστή συνεργασία της Περιφέρειας Πελοποννήσου, της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, του Δήμου Ερμιονίδας, της Δημοτικής Κοινότητας  Ερμιόνης, του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης και του Ερμιονικού Συνδέσμου, ο οποίος είχε και την αρχική πρωτοβουλία της εορταστικής επετείου των 190  χρόνων  της Συνέλευσης.

Εξοχώτατε κύριε Πρόεδρε της  Δημοκρατίας, Σεβασμιώτατε, εκλεκτή και σεβαστή ομήγυρη, τιμώντας  τη μνήμη των Αγωνιστών οφείλουμε να παραμείνουμε ενωμένοι όλοι μαζί, να  αποδεχθούμε ό,τι αξίζει και να αγωνιστούμε  ενάντια σε ό,τι μάς αλλοτριώνει. Αυτό πρέπει να είναι το αληθινό χρέος μας.

Read Full Post »

Επετειακές εκδηλώσεις μνήμης για τα 190 χρόνια από την «κατ’ επανάληψη» Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης


 

Στην Ερμιόνη θα πραγματοποιηθούν στις 11 και 12 Μαρτίου 2017 επετειακές εκδηλώσεις εξ αφορμής της συμπλήρωσης 190 χρόνων από το ιστορικό γεγονός της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, μέρος της οποίας διεξήχθη στην Ερμιόνη, από 18 Ιανουαρίου 1827 έως 17 Μαρτίου 1827.

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 1826 στην Επίδαυρο και διεκόπη με την αναγγελία της πτώσης του Μεσολογγίου (11/4/1826) μέσα σε κλίμα βαριάς δυσθυμίας και απογοήτευσης. Ανατέθηκε όμως σε δεκατριμελή επιτροπή, η οποία ονομάσθηκε «Επιτροπή της Συνελεύσεως» με Πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά, να μεριμνήσει για τη συνέχιση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης. Η Επιτροπή αυτή συγκάλεσε αρχικά τους πληρεξουσίους των Ελλήνων στον Πόρο για συνέχιση της διακοπείσης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου. Τελικά η σύγκληση δεν επετεύχθη λόγω διχασμού και εσωτερικών ερίδων των Ελλήνων εκείνη την περίοδο. Στη συνέχεια η Επιτροπή συγκάλεσε τους πληρεξουσίους στην Αίγινα. Όμως στην πρόσκληση αυτή ανταποκρίθηκε η μειοψηφία των πληρεξουσίων μαζί με την «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» υπό τον Ανδρέα Ζαΐμη. Η Εθνοσυνέλευση αυτή δεν συγκροτήθηκε ως Σώμα ούτε κρατήθηκαν πρακτικά.

Το Νοέμβριο του έτους 1826 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έρχεται στην Ερμιόνη και διαμένει στην οικία του Ερμιονίτη καπετάν Γιάννη Μήτσα. Ο γέρος του Μοριά επιλέγει την Ερμιόνη ως καταλληλότερο τόπο για σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και αρχίζει από εδώ να προσκαλεί και να πιέζει τους πληρεξούσιους να συγκεντρωθούν στην Ερμιόνη. Στο κάλεσμά του ανταποκρίνονται 147 πληρεξούσιοι ήτοι τα 2/3 των πληρεξουσίων των Ελλήνων ενώ οι αντιπολιτευόμενοι τον Κολοκοτρώνη μαζί με την «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» είχαν συγκεντρωθεί στην Αίγινα. Ο ανταγωνισμός δίχασε για άλλη μια φορά τους αγωνιστές…

 

Το Βουλευτικό οίκημα της Ερμιόνης

Το Βουλευτικό οίκημα της Ερμιόνης

 

Την ιστορική επέτειο θα τιμήσει με την παρουσία του, την Κυριακή 12 Μαρτίου 2017, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ), Κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος.

Το Σάββατο 11-3-2017 και ώρα 18:30 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού) θα πραγματοποιηθεί ομιλία σχετική με την ιστορική πορεία ζωής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και την συμβολή του στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, με ομιλητή τον κ. Παναγιώτη Πυρπυρή, Διδάκτορα Ιστορίας. Την εκδήλωση θα πλαισιώσει η Χορωδία του Μουσικού Συλλόγου Ερμιόνης υπό την διεύθυνση του μαέστρου κ. Τάκη Μανιάτη.

Την Κυριακή 12-3-2017 και ώρα 10:00 θα τελεστεί Αρχιερατική Δοξολογία στον Ι. Ναό των Ταξιαρχών χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κκ. Εφραίμ. Τον πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει ο κ. Ιωάννης Ησαΐας, φιλόλογος – ιστορικός.

Στις 10:30 ο ΠτΔ και οι προσκεκλημένοι θα επισκεφθούν το παρακείμενο του Ιερού Ναού Βουλευτικό οίκημα, στο οποίο έγινε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση και θα ξεναγηθούν από την Πρόεδρο του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης κα. Τίνα Αντωνοπούλου, φιλόλογο. Ο ΠτΔ θα κάνει τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής μαρμάρινης πλάκας.

Στις 11:20 στο Ηρώο θα ψαλεί επιμνημόσυνη δέηση. Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνου από τον ΠτΔ.

Στις 12:00 στο Δημοτικό Κατάστημα Ερμιόνης θα ανακηρυχθεί ο ΠτΔ ως Επίτιμος Δημότης του Δήμου Ερμιονίδας και θα του προσφερθεί το χρυσό κλειδί του Δήμου από τον Δήμαρχο κ. Δημήτριο Σφυρή.

Στις 13:00 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης θα παρατεθεί δεξίωση προς τιμήν του ΠτΔ.

Ο Δήμος Ερμιονίδας έχει εκδώσει βιβλίο του συγγραφέα Ιωάννη Ησαΐα με τίτλο «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση “κατ’ επανάληψη” στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)», το οποίο θα διανεμηθεί στους προσκεκλημένους. Στους δημότες θα διανεμηθεί την ημέρα παρουσίασής του, η οποία θα γίνει στην Ερμιόνη.

Οι επετειακές εκδηλώσεις συνδιοργανώνονται από τον Δήμο Ερμιονίδας, την Περιφέρεια Πελοποννήσου – Π.Ε. Αργολίδας, την Δ.Κ. Ερμιόνης, το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και τον Ερμιονικό Σύνδεσμο.

Read Full Post »

Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης (1890-1949)


 

Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης (1890-1949)

Ο συγγραφέας, ιστορικός και βουλευτής Ιωάννης Μάλλωσης γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1890 και στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους διορίστηκε Διευθυντής του Γραφείου Τύπου Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέ­χεια εργάστηκε ως υποδιοικητής των επαρχιών Κιλκίς και Έδεσσας.

Το 1917, με τα δραματικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού, εξορίζεται μαζί με τους Κωνσταντίνο Έσλιν, Ιωάννη Μεταξά, Δημήτριο Γούναρη, Βίκτωρα Δούσμανη, Ίωνα Δραγούμη, Σπυρίδωνα Μερκούρη, Γεώργιο Πεσμαζόγλου, Ιωάννη Σαγιά στο Αιάκειο της Κορσικής.

Διετέλεσε Γραμματέας του Δημητρίου Γούναρη και το 1921 τοποθετήθηκε Διευθυντής των Γραφείων της Βουλής μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922. Από το 1924 μέχρι το 1928 εξέδιδε την εβδομαδιαία Πολιτική Επιθεώρηση «Νέα Εποχή».

Στις εκλογές 1932, 1933 και 1935 πολιτεύθηκε στην εκλογική περιφέρεια της ιδιαίτερης πατρίδας του και εκλέχτηκε Βουλευτής Ερμιονίδας. Το Μάιο του 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση του Γραφείου Προσωπικού της Βουλής.

Από το συγγραφικό έργο του διακρίνουμε τη δίτομη πολιτική ιστορία του Δημητρίου Γούναρη, τόμος Α΄: 1902-1920, (δεν εκδόθηκε άλλος τόμος), Έκδοση της πολιτικής επιθεωρήσεως «Νέα Εποχή», 1926, το έργο «Μάρτυρες» για τον Κ. Έσλιν και τον Ίωνα Δραγούμη, το «Ο Ίων Δραγούμης εξόριστος» και το έργο «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Αθήνα, 1930.

 

Πηγές


 

  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 9ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1964.
  • Μάλλωσης Ιωάννης, «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Επανέκδοση Δήμος Ερμιόνης, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ησαΐας Άγγ. Ιωάννης


                                                                                                                              

Ιωάννης Ησαΐας

Ιωάννης Ησαΐας

Ο Γιάννης Ησαΐας γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Αρχικά φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Ερμιόνης και στο εξατάξιο Γυμνάσιο Κρανιδίου. Στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο και στα τέλη του 1974 περάτωσε τις σπουδές του στο τμήμα Μεσαιωνικών-Νεοελληνικών και Ιστορικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ από τον Οκτώβριο του1977 διορίστηκε ως φιλόλογος Καθηγητής σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Κατά την περίοδο της φοίτησής του στο Πανεπιστήμιο και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στον Έβρο (Αλεξανδρούπολη) και μετέπειτα εργάστηκε εθελοντικά ως στέλεχος των μαθητικών κατασκηνώσεων των Ι. Μητροπόλεων Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδας και Αλεξανδρουπόλεως. Κατά το χρονικό διάστημα της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας ανέλαβε καίριες θέσεις στα σχολεία και στο Γραφείο Β/θμιας Εκπαίδευσης, που υπηρέτησε. Διετέλεσε Υποδιευθυντής και αναπληρωματικός Διευθυντής στο Λύκειο Ύδρας, Προϊστάμενος Γραμματείας στο 3ο Γραφείο Β/θμιας Εκπαίδευσης Πειραιά (1982-83) και Υποδιευθυντής στο 30ό Γενικό Λύκειο Αθηνών από το 1995 μέχρι το 2007, έτος που διορίστηκε (ύστερα από επιλογή του αρμόδιου διοικητικού οργάνου – ΠΥΣΔΕ) Διευθυντής στο ίδιο Λύκειο στο οποίου υπηρέτησε συνολικά 28 συναπτά έτη, ως καθηγητής, Υποδιευθυντής και Διευθυντής. Το θέρος του 2011 επανεξελέγη Διευθυντής Λυκείου στο 67ο Γενικό Λύκειο Αθηνών (Α΄ Διεύθυνση Δ.Ε.) και συνταξιοδοτήθηκε την 1η Ιουλίου 2013, ύστερα από 36 έτη ευδοκίμου υπηρεσίας.

Κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας φοίτησε στη ΣΕΛΜΕ Αθηνών (Σχολή Επιμόρφωσης Καθηγητών) κατά το σχολικό έτος 1989-90, παρακολούθησε το πρόγραμμα κατάρτισης στελεχών – εκπαιδευτικών στα θέματα διαφυλικών σχέσεων και τον Ιούνιο του 1993 ήταν μέλος της ΚΕΓΕ (Κεντρικής Επιτροπής Γενικών Εξετάσεων) του ΥΠΕΠΘ, που συντάσσει τα θέματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Επιπλέον παρακολούθησε κατά διαστήματα πλήθος σεμιναρίων, που σχετίζονται με την εκπαιδευτική δραστηριότητα και διδασκαλία, ενώ τον Ιούνιο του 1998 συμμετείχε ως εισηγητής ιστορικού θέματος στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού στον Πόρο.

Αργότερα ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής Λυκείου, συμμετείχε άλλες έξι φορές ως έκτακτο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Πανελλαδικών Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας σε μαθήματα της ειδικότητάς του, για την επιλογή και σύνταξη των θεμάτων των υποψηφίων για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Από το έτος 1984 μέχρι την συνταξιοδότησή του εργάστηκε ευσυνείδητα ως βαθμολογητής και αναβαθμολογητής των Γενικών και Πανελλαδικών Εξετάσεων, των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ ορισμένες φορές είχε επιλεγεί ως μέλος και Συντονιστής Επιτροπών Βαθμολογικών Κέντρων των Πανελλαδικών Εξετάσεων στην Άνω Κυψέλη Αθηνών, στο κτίριο της πρώην Σ.Ε.Λ.Μ.Ε. Αθηνών και στο Γαλάτσι.

Ο Γιάννης Ησαΐας είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και της Εταιρείας Ελλήνων φιλολόγων, ενώ είναι εγγεγραμμένος και σε τοπικούς συλλόγους ορισμένων επαρχιών (Ερμιόνης και Φιλωτίου Νάξου), που εδρεύουν στην Αττική. Τον Νοέμβριο του 2013 εξελέγη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Γεν. Γραμματέας) του Ερμιονικού Συνδέσμου, που έχει την έδρα του στο «κλεινόν άστυ».

Επιπλέον ενδιαφέρεται και μελετά την τοπική ιστορία της Ερμιονίδας στην Αργολίδα, της Ύδρας, των Σπετσών, της Αίγινας της Τροιζηνίας και της Νάξου, επισκέπτεται συχνά τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες των Αθηνών, τα διάφορα Ιστορικά Αρχεία της Αττικής και της Νάξου, συγγράφοντας παράλληλα διάφορα βιβλία, τα οποία προσφέρει μέχρι σήμερα «ως δωρεά» σε αυτοδιοικητικούς   και άλλους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και εκκλησιαστικούς φορείς.

Μέσα στα πλαίσια των ενασχολήσεών του για τη συγγραφή βιβλίων, μελετά ιστορικά, λαογραφικά, αρχαιοελληνικά, πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά τοπικών συλλόγων (όπως ,στο περιοδικό ΑΡΓΟΚΟΙΛΙΩΤΙΣΣΑ της Νάξου, στα «Ναξιακά Γράμματα» της ομώνυμης [μη κερδοσκοπικής] εταιρείας και στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» κ.ά). Μερικές φορές και περιστασιακά παρουσιάζει διαλέξεις με θέματα ιστορικά και επίκαιρα, στα πλαίσια προγραμματισμού πολιτιστικών εκδηλώσεων σωματείων και συλλόγων.

Το 1996 εκδόθηκε από τον Δήμο Ερμιόνης το πρώτο βιβλίο του, με τίτλο «Οδοιπορικό στην Ιστορία και Χωρογραφία του Δήμου Ερμιόνης». Το ιστορικό αυτό πόνημα παρουσιάστηκε πανηγυρικά στο κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών πρώην Meridien, σήμερα Plazza Hotel, με την ευγενική χορηγία του κ. Βαρδή και της κ. Μαριάννας Βαρδινογιάννη.   Επακολούθησε και δεύτερη παρουσίαση τον Δεκέμβριο του 1996 στην αίθουσα του «Καποδιστριακού» στην Ερμιόνη με την επιμέλεια του Δήμου Ερμιόνης και του Δημάρχου κ. Ανάργυρου Λεμπέση.

Το 2005 τυπώθηκε με δαπάνες του ίδιου Δήμου το νέο ιστορικό βιβλίο με τον τίτλο «Ιστορικές Σελίδες του Δήμου Ερμιόνης και των Δημοτικών Διαμερισμάτων Ηλιοκάστρου και Θερμησίας». Το προαναφερόμενο συγγραφικό έργο παρουσιάστηκε σε περικαλλή αίθουσα του Ελληνογαλλικού Σχολείου SAINT PAUL στον Πειραιά. Στο τέλος της εκδήλωσης ο Δήμαρχος Ερμιόνης Ανάργυρος Λεμπέσης προσέφερε στο συγγραφέα το συμβολικό αναμνηστικό έγχρωμο χαρτογράφημα μιας αρχαίας τριήρους του τοπικού Δήμου, με μια επαινετική και εμπνευσμένη γραπτή αφιέρωση, ως ένδειξη τιμής και επιβράβευσης στον Γιάννη Ησαΐα για το επιτυχές και εξαίρετο συγγραφικό έργο.

Στις 18 Νοεμβρίου 2010, σε αίθουσα του 30ου ΓΕ.Λ. Αθηνών, όπου διακονούσε ως Διευθυντής ,παρουσιάστηκε σε πολυπληθές ακροατήριο το βιβλίο του, «Η νομισματοκοπία της αρχαίας Ερμιόνης», βιβλίο Α΄ (έκδοση του Δήμου Ερμιόνης). Στο πέρας της προαναφερόμενης   μεσημβρινής εκδήλωσης για το βιβλίο παρατέθηκε τιμητικά μικρή δεξίωση   από τη Σχολική Επιτροπή του Σχολικού Συγκροτήματος Βελβενδού 47-Άνω Κυψέλης.

Το έτος 2011 συνέταξε το ιστορικό κείμενο του εκκλησιαστικού Ημερολογίου 2011 της Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας, με τίτλο «Το βυζαντινό μνημείο Παναγίας Δροσιανής Νάξου» (τέλη 6ου με αρχές 7ου αιώνα), που αποτελεί συνοπτικότατη απόδοση, του μετέπειτα «εκδοθέντος» ιστορικού πονήματος «Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου». (Η προαναφερόμενη έκδοση ανήκει στην Ι. Μητρόπολη Παροναξίας).

Στις 6 Αυγούστου 2012 έγινε παρουσίαση του   βιβλίου,   «Το Φιλώτι και το ιστορικό εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας της Φιλωτίτισσας», στην πλατεία του «Λαχαναριού» στο Φιλώτι Νάξου, ενώπιον των τοπικών εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχών και πλήθος κόσμου. Το ανωτέρω βιβλίο εκδόθηκε με δαπάνες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ενοριακού Ναού Παναγίας της Φιλωτίτισσας Νάξου. Την εκδήλωση έκλεισε με επαινετικά και εμπνευσμένα λόγια ο Μητροπολίτης Παροναξίας κ. Καλλίνικος, που τίμησε τον συγγραφέα με μικρόσχημη     αργυρή εικόνα της Παναγίας σε μορφή εγκολπίου, στηριγμένη σε πλακέτα με βελούδινο φόντο .

Στις 8 Νοεμβρίου 2013 (ημέρα πανηγύρεως «Των Παμμεγίστων Ταξιαρχών» πολιούχων της Ερμιόνης) έγινε η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, «Τα νομίσματα της αρχαίας Ερμιόνης και της αρχαίας πόλης των Αλιέων» Βιβλίο Β΄ (έκδοση του «διευρυμένου» Δήμου Ερμιονίδας) στο Πνευματικό Κέντρο «Σχολείο Συγγρού» Ερμιόνης, με την παρουσία των τοπικών παραγόντων, πλήθος κόσμου και του Δημάρχου Ερμιονίδας κ. Καμιζή Δημήτρη.

Την επόμενη ημέρα 9 Νοεμβρίου 2013 σε αίθουσα του νέου Λυκείου Κρανιδίου, πλησίον του χώρου των ανεμόμυλων, παρουσιάστηκε στο ακροατήριο το βιβλίο του, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των Κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων και Κοιλάδας», (636 σελίδων) έκδοση του Δήμου Ερμιονίδας,   με την παρουσία του Δημάρχου Ερμιονίδας κ. Καμιζή Δημήτρη, των τοπικών πολιτικών αρχών και παραγόντων και πλήθος κόσμου.

Επιπλέον στα τέλη του 2013 εκτυπώθηκε και κυκλοφορήθηκε το νέο πόνημα, «Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου», από το Δήμο Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, ΝΟ.Π.Π.Α.Π.Π.Π.Α. και έγινε παρουσίαση αυτού στις 15 Σεπτεμβρίου 2014 στην αίθουσα του Μουσείου «ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ» (παλιά Γραφεία ΝΟ.Π.Π.Α.Π.Π.Π.Α) στη Χώρα Νάξου, με την παρουσία του Μητροπολίτη Παροναξίας κ.κ. Καλλινίκου, του Δημάρχου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων κ. Μανόλη Μαργαρίτη και άλλων παραγόντων του νησιού.

Ο συγγραφέας είναι παντρεμένος με τη Ναξιώτισσα (από το Φιλώτι) Κατερίνα Μυκωνιάτου και είναι πολύτεκνος με τέσσερα παιδιά.

 

Κατάλογος Συγγραφικού Έργου Ιωάννη Ησαΐα


  • Οδοιπορικό στην ιστορία και χωρογραφία του Δήμου Ερμιόνης, 1996.
  • Ιστορία της Επισκοπής Δαμαλών (Τροιζήνος) και Πεδιάδος, 1998. Ανάτυπο από τον Γ’ τόμο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου   Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος, 26-29 Ιουνίου 1998.
  • Ιστορικές σελίδες του Δήμου Ερμιόνης και των Δημοτικών Διαμερισμάτων Ηλιοκάστρου και Θερμησίας, 2005.
  • Η νομισματοκοπία της αρχαίας Ερμιόνης. Ιστορική και ερμηνευτική προσέγγιση, βιβλίο Α’, 2010.
  • Το ιστορικό κείμενο του εκκλησιαστικού Ημερολογίου (αφιερωμένο σε παλαιοχριστιανικό – εκκλησιαστικό μνημείο της Νάξου, τέλη 6ου με αρχές 7ου αιώνα) για το ημερολογιακό έτος 2011 της Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας.
  • Το Φιλώτι και το εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας της Παναγίας της Φιλωτίτισσας, 2012.
  • Εκκλησιαστικά δρώμενα στη Νάξο από το 1836-1843 (μέσα από τις αρχειακές πηγές). Ανάτυπο από τον τιμητικό τόμο Νικηφόρος Μανδηλαράς…μνήμης ένεκεν, 2013.
  • Τα νομίσματα της αρχαίας Ερμιόνης και της πόλης των Αλιέων, Βιβλίο Β’, 2013).
  • Η ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων , Κοιλάδας, 2013.
  • Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου, 2013.
  • Το τοπωνύμιο   Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη   κωμόπολη της Ερμιονίδας. Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση.   Άρθρο επιστημονικό, δημοσιευμένο στο περιοδικό  «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.

 

Ιωάννης Σιδερής

Εκπαιδευτικός

Read Full Post »

Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα» Περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης


 

«Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα» Περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, μια έκδοσή της Εταιρείας Μελετών Ερμιονίδας. Το τεύχος είναι διαθέσιμο και σε μορφή PDF, από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

Εκδόθηκε και κυκλοφορεί το 17ο τεύχος του περιοδικού «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα». Σ’ αυτό το τεύχος γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής του ονόματος Ερμιόνη από την Μυθολογία μέχρι την Αστρολογία και από τη Ζωγραφική μέχρι την Θεολογία, ας δούμε τη γράφει η συντακτική επιτροπή του περιοδικού, για το θέμα, στο εισαγωγικό της σημείωμα.

 

Εισαγωγικό Σημείωμα της Συντακτικής Επιτροπής

 

Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα». Εξώφυλλο:Από τη σπανιότατη έκδοση του βιβλίου (σελ.55) του G. Rouillι «Promptuarii Iconum Insigniorum», (Κατάλογος Χαρακτικών Εικόνων) Lyon, France 1553.

Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα». Εξώφυλλο:Από τη σπανιότατη έκδοση του βιβλίου (σελ.55) του G. Rouillι «Promptuarii Iconum Insigniorum», (Κατάλογος Χαρακτικών Εικόνων) Lyon, France 1553.

Όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ακούσει ότι σύμφωνα με τον περιηγητή και γεωγράφο του 2ου μ.Χ. αιώνα Παυσανία, η Ερμιόνη έχει πάρει το όνομά της από τον Ερμίονα, γιο του Ευρώπου. Θυμίζουμε ότι ο Παυσανίας, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο «Κορινθιακά §34.4», του μνημειώδους έργου του «Ελλάδος περιήγησις», γράφει:

«τὰ μὲν δὴ Μέθανα ἰσθμός ἐστι τῆς Πελοποννήσου: ἐντὸς δὲ τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Τροιζηνίων ὅμορός ἐστιν Ἑρμιόνη. οἰκιστὴν δὲ τῆς ἀρχαίας πόλεως Ἑρμιονεῖς γενέσθαι φασὶν Ἑρμίονα Εὔρωπος».

Όποια κι αν είναι η προέλευση του ονόματος της μικρής μας πόλης πιστεύουμε πως θα συμφωνήσετε μαζί μας πως η λέξη Ερμιόνη είναι εύηχη και εύρυθμη. Σε προδιαθέτει θετικά.

Αλήθεια όμως, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί πόσες άλλες «Ερμιόνες» μπορεί να υπάρχουν;

Από την Μυθολογία μέχρι την Αστρολογία και από τη Ζωγραφική μέχρι την Θεολογία, το όνομα «Ερμιόνη», μοιάζει να έχει κινήσει κατά καιρούς έντονα το ενδιαφέρον, τόσο των ισχυρών, όσο και των αδύναμων του κόσμου αυτού, ώστε στη διαδρομή των αιώνων να βαφτιστούν με αυτό, εκτός από απλούς ανθρώπους, Μυθικά πρόσωπα, Άγιοι της εκκλησίας, ουράνιοι γαλαξίες, ζώα, ακόμα και πλοία! Το όνομα της Ερμιόνης τιμήθηκε πολύ. Μια προσπάθεια καταγραφής και ανάδειξης όλων αυτών, θα βρείτε στο τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας.

Θεωρήσαμε το εγχείρημα αυτό ιδιαιτέρα ενδιαφέρον και προκλητικά πρωτότυπο για όλους μας, ώστε να προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε από όσες περισσότερες πλευρές μπορούσαμε.

Σας παρουσιάζουμε λοιπόν ένα διαθεματικό σχέδιο εργασίας, ένα project συλλογικής δουλειάς, που αποβλέπει στη διερεύνηση και την παρουσίαση γνώσεων, σχετικών με το όνομα «Ερμιόνη». Έτσι το περιοδικό μας παραμένει ένα ζωντανό και δημιουργικό εργαστήρι, που προωθεί τη συνεργασία όλων, όσων θέλουν να συμβάλουν στις εκδόσεις του.

Το έργο μας δεν ήταν εύκολο. Ακόμα και τώρα, όσοι ασχοληθήκαμε με τη συλλογή του υλικού που είναι τελικά καταχωρημένο στο παρόν τεύχος, δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι καταφέραμε να καλύψουμε όλο το εύρος της ερευνητικής μας προσπάθειας. Διατηρούμε πάντως την ελπίδα ότι έχουμε ανταποκριθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στον φιλόδοξο στόχο μας και ευελπιστούμε να προκαλέσει το ενδιαφέρον Ερμιονιτών και μη. Αν ωστόσο μας έχει ξεφύγει κάποια/ες Ερμιόνη/ες, ζητούμε την κατανόηση σας και προσβλέπουμε στη συνδρομή σας για την αποκατάστασή της/ους σε επόμενο μας τεύχος.

 

Περιεχόμενα

 

  • Εισαγωγικό σημείωμα
  • Η λαμπροτάτη πόλις των Ερμιονέων – ΛΙΝΟΣ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ σελ. 4
  • L’ Hermione «Η φρεγάτα της ελευθερίας» – ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΑΠ. ΓΚΑΤΣΟΣ σελ. 5
  • Η κόρη Ερμιόνη – Από τον Μύθο στην Τέχνη – ΜΥΡΣΙΝΗ Γ. ΣΑΜΑΡΑ σελ. 12
  • Η Ερμιόνη στον …Χάρι Πότερ – ΒΙΚΥ Δ. ΚΟΥΤΡΑΦΟΥΡΗ – ΕΛΕΝΗ ΕΥΑΓ. ΚΟΥΤΣΑΚΗ σελ. 17
  • Η Ερμιόνη στη …Ζωολογία – ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ σελ. 18
  • Ερμιόνη 121 – ΚΩΝΤΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΟΝ. ΤΣΕΦΑΛΑΣ σελ. 19
  • Ερμιόνη (Πάουελ Κρούπκα)- ΗΡΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ – ΒΕΛΛΕ σελ. 19
  • «Ερμιόνη η Γραμματική», Από την Αίγυπτο στο Cambridge… ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΑΠ. ΓΚΑΤΣΟΣ σελ. 20
  • Η Ερμιόνη στον …Μαγικό κύκλο – ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ – ΤΖΕΝΗ Δ. ΝΤΕΣΤΑΚΟΥ – σελ. 22
  • Το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη κωμόπολη της Ερμιονίδας. Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση – ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓ. ΗΣΑΪΑΣ σελ. 24
  • Ερμιόνη – ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ – ΡΗΓΑ σελ. 26
  • Η Αγία Ερμιόνη – ΕΛΕΝΗ ΔΑΚΗ-ΚΑΛΑΜΑΡΑ σελ. 27
  • Ο ιερός ναός της Αγίας Ερμιόνης στην πόλη μας – ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΦΑΣΙΛΗΣ σελ. 28
  • Τοπικές φορεσιές της Ερμιόνης – ΑΝΘΟΥΛΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ – ΔΟΥΡΟΥΚΟΥ σελ. 31
  • Η Αγία Ερμιόνη της Χίου… σώζει – ΒΙΒΗ Δ. ΣΚΟΥΡΤΗ σελ. 32
  • Τι θα έγραφε το Λεξικό… σελ. 34
  • Ένας πολύ λυπηρός αιφνίδιος θάνατος. Ευάγγελος Ν. Αθηναίος (1935 – 2015)- ΛΙΝΟΣ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ σελ. 35

 Για την ανάγνωση του περιοδικού πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και Τώρα»

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης (Ερμιόνη Αργολίδας)


 

Η Aγία Ερμιόνη*

 

Στις 4 Σεπτεμβρίου στην Ερμιόνη Αρολίδας γιορτάζει το λευκό, λιτό εκκλησάκι στον λόφο των Μύλων, που είναι αφιερωμένο στην παρθενομάρτυρα Αγία Ερμιόνη.

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης τον πρώτο αιώνα μ.Χ. κι ήταν μία από τις τέσσερες κόρες του Αποστόλου και Διακόνου Φιλίππου. Είχε την τύχη να γεννηθεί μέσα σε χριστιανικό σπίτι και οι γονείς της, τη δίδαξαν με θέρμη τη χριστιανική διδασκαλία. Γνώρισε από κοντά τους Αποστόλους κι αισθάνθηκε την ανάγκη, να τους βοηθήσει στο ιεραποστολικό τους έργο.

Είχε την ευλογία να έχει το προορατικό χάρισμα κι έγινε γιατρός, που θεράπευε τους αρρώστους με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να παίρνει χρήματα. Η προσωνυμία της είναι «Το ρόδο της Εφέσου», γιατί στην Έφεσο δίδασκε, θεράπευε και βοηθούσε τον συνάνθρωπο. Εκεί η Αγία Ερμιόνη ίδρυσε, οργάνωσε και λειτούργησε με τις τρεις αδελφές της το «Ευτυχίας Πανδοχείον», που περιελάμβανε πτωχοκομείο, πανδοχείο, ιατρείο και γηροκομείο, μια όαση για κάθε πονεμένο και άρρωστο.

Η Αγία έζησε τότε που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Τραϊανός. Αυτός περνώντας από την Έφεσο, όταν πήγε να πολεμήσει τους Πέρσες, πληροφορήθηκε ότι εκεί ζούσε μια γερόντισσα χριστιανή, που είχε προορατικό χάρισμα. Την κάλεσε κοντά του και της ζήτησε πρώτα με κολακείες και μετά με απειλές να αρνηθεί την πίστη της στον Χριστό. Επειδή αρνήθηκε να υποκύψει, και προφήτευσε ότι αν και θα νικήσει τους Πέρσες, θα πάρει τον θρόνο του ο γαμπρός του ο Αδριανός, ο Τραϊανός διέταξε τους δημίους, να την μαστιγώσουν. Βλέποντας, ωστόσο, την αταραξία της Αγίας, την άφησε ελεύθερη.

Όταν στο θρόνο ανέβηκε ο Αδριανός και πληροφορήθηκε το μεγάλο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο της και την απόφασή της να μην απαρνηθεί τον Χριστιανισμό, διέταξε να την υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια, από τα οποία η Αγία επεβίωσε, αναγκάζοντας τελικά τον Αδριανό να την αφήσει ελεύθερη.

Η Αγία Ερμιόνη κοιμήθηκε ειρηνικά το 117 μ.Χ. Μετά την εκδημία Της, οι Χριστιανοί της Εφέσου ενταφίασαν το λείψανό Της με τιμές. Ο τάφος Της ανέβλυζε μύρο και ήταν πηγή θαυμάτων.

 

Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

 

Ο ιερός ναός της Αγίας Ερμιόνης**


 

 

Στο δυτικό άκρο της Ερμιόνης, ακριβώς στη μέση του λόφου Πρωνός, όπως λεγόταν στην αρχαιότητα ο λόφος των Μύλων, σε ένα όμορφο τοπίο με απεριόριστη θέα, ανάμεσα σε συστάδα πεύκων, δεσπόζει ολόλευκη η μικρή εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Κτίστηκε με δαπάνη του συμπολίτη μας μακαριστού Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμονα Μπαρδάκου, και με θέλησή του αποτελεί ιδιοκτησία και μετόχι της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων, του οποίου επίσης είναι ιδρυτής και κτήτορας, όπου μοναχή και αργότερα ηγουμένη ήταν εκεί η αδελφή του Μακρίνα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολιτών μας, που τον γνώριζαν καλά, ο φωτισμένος Ιεράρχης, έτρεφε απεριόριστη αγάπη προς τη γενέτειρά του Ερμιόνη και παρά τη σημαντική ιερατική διαδρομή του μακριά από αυτήν, ποτέ δεν έπαυσε να την επισκέπτεται και να έχει πνευματική επαφή με τους συμπολίτες του. Διακαής πόθος του πάντοτε, ήταν η ανέγερση εκκλησίας αφιερωμένης στην Αγία Ερμιόνη, «Eις Δόξαν Θεού και Τιμήν Αγίας Ερμιόνης», όπως αναγράφει η μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του ναού, ως «αντίδωρο» της ευγνωμοσύνης του στο τόπο, που γεννήθηκε.

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Κατάλληλο χώρο γι’ αυτό θεωρούσε το λόφο των Μύλων. Λόγω ησυχίας και έλλειψης υγρασίας πληρούσε τα κριτήρια, για να υλοποιήσει και το δεύτερο μελλοντικό μεγάλο στόχο του, τη δημιουργία ενός γηροκομείου δίπλα στην εκκλησία, για να στεγάσει τους ηλικιωμένους της Ερμιόνης. Το οικόπεδο 2000 τ.μ. στους Μύλους, που είχε στη κατοχή του, ήταν κοντά σε σπίτια και δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Ωστόσο μετά από άοκνες προσπάθειες και κατάλληλες ενέργειες προς την Κοινότητα Ερμιόνης, επί Προεδρίας Μόδεστου Καρακατσάνη, με ομόφωνη απόφαση του Κ.Σ. ο σεβ. Παντελεήμων κατόρθωσε να ανταλλάξει αυτό με άλλο κοινοτικό χώρο δυτικότερα, δίπλα στην τότε δεξαμενή νερού της Ερμιόνης. Η Νομαρχία συμφώνησε και μετά από 2 χρόνια η παραχώρηση πήρε τη μορφή συμβολαίου. Λέγεται, ότι κατά την αρχαιότητα στο ίδιο σημείο υπήρχε ναός προς τιμή της Θεάς Ήρας.

Την εργολαβία της ανέγερσης του ναού, ανέλαβε ο Πάνος Παπαμιχαήλ (Πήτ), αδελφός του αείμνηστου αεροπόρου Μιχάλη Παπαμιχαήλ. Πολλοί συμπολίτες μας, όπως ο Νότης Παπαφράγκος, ο Νίκος Αραπάκης, ο Αργύρης Μέξης και άλλοι, που ως νέοι τότε εργάστηκαν για το κτίσιμο της Αγίας Ερμιόνης, θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία τα χρόνια αυτά. Νοιώθουν περήφανοι για τη συμμετοχή τους και τονίζουν τη καθημερινή παρουσία, φροντίδα και πατρική αγάπη του Αρχιαμανδρίτη τότε Παντελεήμονα για το εργατικό προσωπικό και την αγωνία του για την αποπεράτωση του έργου.

Ο αγιασμός για τη τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου, όπως φαίνεται σε μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου 1966. Το έργο μετά από τρία χρόνια ολοκληρώθηκε και ένας νέος τόπος λατρείας και αγάπης, ένας ιερός χώρος, ο «οίκος» της Αγίας Ερμιόνης είναι γεγονός.

Στην τελετή για τα θυρανοίξια – εγκαίνια του ναού, το Σεπτέμβριο του 1969, πλήθος πιστών της Ερμιόνης ανηφόρησαν προς τους Μύλους, για να θαυμάσουν το ολόλευκο νέο εκκλησάκι, που φάνταζε εντυπωσιακό, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Ερμιόνης, να ζητήσουν τη χάρη και την ευλογία της και βέβαια να συγχαρούν και να ευχαριστήσουν τον κτήτορα για τη μεγάλη προσφορά του στο τόπο. Σε μια πανηγυρική και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που έγινε χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών Αιγίνης και Ερμιονίδας κ.κ. Ιερόθεου και με τη συμμετοχή του Αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελου, προϊσταμένου της ενορίας του Αγίου Λουκά Πατησίων, συνοδοιπόρου του Μητροπολίτη μας και των ιερέων της περιοχής, ο κτήτορας με φανερή τη χαρά και τη συγκίνησή του, βλέποντας το όνειρό του να πραγματοποιείται, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο και το Κ.Σ. της Κοινότητας Ερμιόνης, για την παραχώρηση – ανταλλαγή του οικοπέδου και αποκάλυψε επίσημα πια, ότι μελλοντικός του στόχος ήταν η ανέγερση Ιδρύματος Ευγηρίας νότια της εκκλησίας.

Ήταν μια πολύ σημαντική ημέρα για αυτόν, για τις αρχές του τόπου, αλλά και για τους πιστούς συμπολίτες μας, ιδιαίτερα εκείνους της περιοχής των Μύλων. Όλοι είχαν τη πεποίθηση, ότι αυτός ο ναός που έβλεπαν μπροστά τους, αν και ήταν μικρός, θα σηματοδοτούσε αιώνια τη σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με το όνομα της πόλης μας.

Το 1968, μετά από προτροπή του π. Παντελεήμονα και πρόταση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου Ερμιόνης, εκδόθηκε το 830/21-11-68 Β.Δ. (ΦΕΚ 289/1068) σύμφωνα με το οποίο, η 4η Σεπτεμβρίου, γιορτή της Αγίας Ερμιόνης, καθορίστηκε ως επίσημη τοπική αργία.

Την ίδια χρονιά, ο Εμποροεπαγγελματικός Σύλλογος της Ερμιόνης ανακήρυξε την Αγία Ερμιόνη ως προστάτιδα των εμπόρων και επαγγελματιών της πόλης και κάθε χρόνο τιμούσε τη μνήμη της με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Όλα τα καταστήματα παρέμειναν κλειστά, κανένας επαγγελματίας δεν εργαζόταν και σύσσωμο το Δ.Σ. και τα μέλη του παρευρίσκονταν στον πανηγυρικό εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, όπου τελούσαν και αρτοκλασία.

Μετά από 22 χρόνια (1990), οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι Η. Δρούζας, Α. Λεμπέσης, Σ. Κούστας, Κ. Κωστελένος και Π. Μαυρομιχάλη, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη ιστορία του Ι. Ν. των Ταξιαρχών, αλλά και τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, υπέβαλαν αίτημα στο Κ.Σ. για τροποποίηση του Β.Δ. και τον καθορισμό της 8ης Νοεμβρίου ως επίσημης τοπικής αργίας. Το Κ.Σ. με Πρόεδρο τον Γ. Καρακατσάνη, αφού πήρε την έγκριση των τοπικών φορέων, τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Υδρας, Σπετσών, Αιγίνης και Ερμιονίδος κκ. Ιερόθεου, αλλά και τη συγκατάθεση του Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας κ.κ Παντελεήμονα, έκανε τις απαραίτητες ενέργειες και στις 7-7- 1995 το Υπουργείο Εσωτερικών με τροποποίηση του σχετικού Νόμου καταργούσε το Β.Δ. και καθιέρωνε ως επίσημη αργία της Ερμιόνης την 8η Νοεμβρίου, εορτή των Ταξιαρχών. Το γεγονός αυτό, συνέπεσε με την ανακήρυξη της Κοινότητος Ερμιόνης σε Δήμο και στις 8 Νοεμβρίου 1995 στο Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, γιορτάστηκε για πρώτη φορά πανηγυρικά και με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Στις 13 Ιουλίου 1974, ο Παντελεήμων εκλέγεται Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο ύψιστο λειτούργημά του, ως Ποιμενάρχης μιας ακριτικής Μητροπόλης. Οι πολλαπλές του απασχολήσεις δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει το όραμά του δηλαδή την ανέγερση του Γηροκομείου. Ποτέ όμως αυτός δεν έλειψε από τον εορτασμό της Αγίας Ερμιόνης και κάθε χρόνο 3 και 4 Σεπτεμβρίου χοροστατούσε στο πανηγυρικό Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 που κοιμήθηκε. Τα οστά του βρίσκονται σε μαρμάρινο οστεοφυλάκιο στην Ι.Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων.

Εξετάζοντας την αρχιτεκτονική της εκκλησίας παρατηρούμε ότι το σχέδιο της πλησιάζει τη μορφολογία της νησιώτικης εκκλησίας. Είναι μια καμαροσκέπαστη εκκλησία στον τύπο της μονόχωρης Βασιλικής με τρεις εισόδους, μια δυτικά και δύο νότια, με τη μικρότερη να είναι η είσοδος στο Ιερό Βήμα, το οποίο είναι ευδιάκριτο από τη μοναδική κόγχη του, πίσω από την Αγία Τράπεζα. Το καμπαναριό είναι σχετικά ψηλό για τις διαστάσεις της εκκλησίας, μονόλοβο, με μια μικρή καμάρα στη βάση του, χαρακτηριστικό των νησιώτικων καμπαναριών, κυρίως των νησιών του Αργοσαρωνικού και ιδιαίτερα της Ύδρας και των Σπετσών.

Σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά, το εκκλησάκι της Αγίας Ερμιόνης, ένα από τα στολίδια της πόλης μας, απλό, καλοδιατηρημένο, νοικοκυρεμένο και πάντα καθαρό εξωτερικά και εσωτερικά, με την καθημερινή σχεδόν φροντίδα της Γιάννας και του Δέδε Κοντόπουλου, στέκει εκεί ψηλά ως πνευματικός φάρος, εκπέμποντας την αγάπη της Αγίας Ερμιόνης ως πέπλο προστασίας πάνω από τη πόλη μας, φωτίζοντας τα βήματα των πιστών.

Αν βρεθείς εκεί, η ομορφιά του τοπίου θα σε αναγκάσει, να σταθείς για λίγο, να αισθανθείς την ιερότητα και την απλότητα της Αγίας Ερμιόνης, να πάρεις την ευλογία της, να νοιώσεις μια απέραντη γαλήνη και να απομακρυνθείς για λίγο από τη ζάλη των καθημερινών εγκόσμιων προβλημάτων. Θα καθίσεις τότε ήρεμος στο παγκάκι, θα απολαύσεις το τοπίο και θα αγναντέψεις την υπέροχη θέα. Βόρεια απλώνεται ο κάμπος της Ερμιόνης με τα περιβόλια και τις ελιές. Νότια ο όρμος Κάπαρι, η Μαγ(κ)ούλα, το Ποδάρι, τα Ευκάλυπτα και πιο πέρα το Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Ανατολικά, μπροστά σου απλώνεται το λιμάνι της Ερμιόνης και το Μπίστι, το Κρόθι με τον Άγιο Γεράσιμο και το Μύλο και στο βάθος η Ύδρα και τα Τσελεβίνια. Οι ανθισμένοι θάμνοι, η μυρωδιά του θυμαριού, το κελάηδημα των πουλιών και το αεράκι που, φυσάει σχεδόν μόνιμα, θα σε αναζωογονήσει. Δεν θα θέλεις να φύγεις! Αν

προχωρήσεις προς τα δυτικά, στα πενήντα μέτρα θα δεις την όμορφη πετρόκτιστη εκκλησία του Αγίου Νικοδήμου και σε πέντε λεπτά ένας πανέμορφος χωμάτινος δρόμος ανάμεσα σε πεύκα θα σε βγάλει στην καινούρια δεξαμενή νερού της Ερμιόνης.

Στις 4 Σεπτεμβρίου, η Αγία Ερμιόνη γιορτάζει. Την παραμονή γίνεται πανηγυρικός εσπερινός με αρτοκλασία και ανήμερα Θεία Λειτουργία. Πολλοί πιστοί συμπολίτες μας κάθε ηλικίας, ανηφορίζουν στους Μυλους με ευλάβεια, να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας, να πάρουν τη χάρη της και να ζητήσουν να θεραπεύσει τις ασθένειές τους, αφού η Αγία Ερμιόνη ήταν και θαυματουργή Ανάργυρη Γιατρός.

Θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία, που μου διηγήθηκε η μοναχή Ν. της Ιεράς Μονής Προφήτη Ηλία Βιλίων, σε επίσκεψή μου εκεί, που είχε ακούσει από τον μακαριστό Παντελεήμονα και χαρακτήρισε ως θαύμα:

«Μια γυναίκα έπασχε από ανίατη ασθένεια. Οι γιατροί είχαν εξαντλήσει τις δυνατότητες της επιστήμης και η ίδια είχε εναποθέσει πλέον τις ελπίδες της στο Θεό. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, σε μια άσπρη εκκλησία, η οποία της ζήτησε να την επισκεφθεί εκεί, στο «σπίτι» της και ως γιατρός θα την θεραπεύσει. Η πίστη και η ελπίδα της φούντωσαν και αμέσως άρχισε να ψάχνει μέρη που βρίσκονται εκκλησίες της Αγίας Ερμιόνης, για να την επισκεφθεί και να ζητήσει τη χάρη της. Όταν έμαθε ότι στην Ερμιόνη Αργολίδος υπάρχει εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης, πήρε το καράβι, έφτασε στο λιμάνι, ρώτησε πού είναι η Αγία Ερμιόνη και ανηφόρησε γρήγορα για τους Μύλους. Μόλις έφτασε εκεί, με δέος αντίκρισε την ίδια ακριβώς εκκλησία, που είχε δει στο όνειρό της, κάτασπρη ανάμεσα στα πεύκα, στον ίδιο λόφο, στην ίδια τοποθεσία, στο ίδιο εξωτερικό περιβάλλον. Αυτή τότε συγκινημένη γονάτισε, έκλαψε, προσκύνησε ευλαβικά, ζήτησε τη χάρη της Αγίας και προσευχήθηκε ζητώντας να τη θεραπεύσει. Η Ανάργυρη γιατρός Αγία Ερμιόνη τη δέχθηκε στο σπίτι της και τη γιάτρεψε».

Ο Βασίλης Μέξης, επίσης μου διηγήθηκε μια παρόμοια περίπτωση: «Ένα απόγευμα, που καθόμασταν στο παγκάκι, μας πλησίασε μια άγνωστη κυρία, που συστήθηκε ως καθηγήτρια και μας ρώτησε αν είναι ανοικτή η εκκλησία, για να προσευχηθεί. Στη συζήτηση που είχαμε μαζί της, μας είπε ότι είχε δει στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, έξω από ένα εκκλησάκι, η οποία της ζήτησε να έλθει στο «σπίτι» της να προσκυνήσει και να πάρει τη χάρη της. Η κυρία που ήταν από την Εύβοια, έψαξε, βρήκε ότι στην Ερμιόνη υπάρχει εκκλησία της Αγίας. Ήλθε και με έκπληξή της, είδε ότι ήταν μπροστά στο ίδιο εκκλησάκι, αυτό ακριβώς που είχε δει στο ύπνο της».

Όσοι κατοικούμε στους Μύλους ή στη περιοχή της Αγίας Ερμιόνης όπως συνηθίζουμε να λέμε τα τελευταία χρόνια, νιώθουμε τυχεροί και ευγνώμονες, που υπάρχει στη γειτονιά μας η εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Θεωρούμε ότι μας προστατεύει και μαζί με όλους τους συμπολίτες μας, ευχαριστούμε τον Μακαριστό Μητροπολίτη Παντελεήμονα για την ανέγερση αυτού του ναού, που συμβολίζει την αιώνια σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με την πόλη μας.

 

Γεώργιος Ν. Φασιλής

 

Πηγές


 

  • Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία- Βίλια Αττικής.
  • «Το Φιλώτι και το ιστορικό εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας Φιλωτίτισσας», Ιωάννη Ησαία.
  • «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Ιωάννη Μάλλωση.
  • Αρχείο Δημοτικής Κοινότητας Ερμιόνης.
  • Μαρτυρίες Ερμιονιτών.

 

* Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

** Γεώργιος Ν. Φασιλής

  «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη κωμόπολη της Ερμιονίδας – Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση


 

 

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:  Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας και είναι ο μόνος οικισμός, που διασώθηκε από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα στην Ερμιονίδα. Η αρχαία Ερμιών ή Ερμιόνη εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο από την Πρωτοελλαδική περίοδο (2800-2300 π.Χ.) με το πρώτο και σπουδαίο λιμάνι της στον όρμο των Αγίων Αναργύρων, πλησίον του λόφου της Μαγούλας, ενώ από τον 8ο π.Χ. αιώνα περίπου είχε ξεκινήσει η μετεγκατάσταση των Ερμιονέων από το λόφο της Μαγούλας στο ασφαλέστερο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου Ποσείδιον ή «Μπίστι».

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση ως οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπα και εγγονός του Φορωνέα βασιλιά και θεμελιωτή του Άργους. Ο τελευταίος ήταν διάδοχος του πρώτου βασιλιά του Άργους Ινάχου. Την ίδρυση και ονομασία της Ερμιόνης δανειζόμαστε από τον περιηγητή Παυσανία, που επισκέφθηκε την περιοχή το 166 μ.Χ. Για τούτο στο βιβλίο του «Ελλάδος Περιήγησις», Κορινθιακά – Λακωνικά (ΙΙ, 34,4-5) διαβάζουμε:

 

«Οικιστήν δε της αρχαίας πόλεως Ερμιονείς γενέσθαι φασίν Ερμίονα Εύρωπος. Τον δέ Εύρωπα (ήν γαρ Φορωνέως) Ηροφάνης ο Τροιζήνιος έφασκεν είναι νόθον’ ου γαρ «αν» ποτέ ες Άργον τον Νιόβης θυγατριδούν όντα Φορωνέως την εν Άργει περιελθείν αρχήν παρόντος Φορωνεί γνησίου παιδός. Εγώ δε, ει και γνήσιον όντα Εύρωπα πρότερον το χρεών ή Φορωνέα επέλαβεν ευ οίδα ως ουκ έμελλεν ο παις αυτώ Νιόβης παιδί οίσεσθαι Διός γε είναι δοκούντι».

 

[Οι Ερμιονείς λένε πως ο οικιστής της αρχαίας πόλης υπήρξε ο Ερμίονας, γιος του Εύρωπα. Ο Εύρωπας που είχε πατέρα τον Φορωνέα (βασιλιά του Άργους), ήταν νόθος κατά τον Ηροφάνη τον Τροιζήνιο, γιατί δε θα περιερχόταν η βασιλεία του Άργους στο γιο της Νιόβης Άργο και εγγονό (δηλ. γιο της κόρης του Φορωνέα), αν ο Φορωνέας είχε γνήσιο γιο. Εγώ είμαι βέβαιος πως και αν ήταν γνήσιος ο Εύρωπας και αν συνέβη να πεθάνει πριν από τον Φορωνέα, δε θα μπορούσε ο γιος του να διεκδικήσει ίσα δικαιώματα με το γιο της Νιόβης, που θεωρούνταν παιδί του Δία].

Ως εκ τούτου, η ιστορική κωμόπολη της Ερμιονίδας ονομάστηκε Ερμιών από τον πρώτο οικιστή Ερμίονα και έχει ρίζα πελασγική κατά τη μυθολογική προσέγγιση, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα και το τοπωνύμιο Ερμιόνη.

Στο δεύτερο στάδιο οφείλουμε να διερευνήσουμε το θέμα και από την επιστημονική πλευρά. Ύστερα από λεπτομερή έρευνα καταλήξαμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη προέρχεται ετυμολογικά από το θέμα της δασυνόμενης λέξης έρμα (λόφος, ύψωμα, βουνό) και το περιεκτικό επίθημα(πρόσφυμα) -ιων, οπότε σχηματίζεται η λέξη Ερμιών (γεν.-ονος) δασυνόμενη, σε αθέματη μορφή, δηλ. χωρίς τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η στο τέλος ή δημιουργείται παράλληλος και συγγενής σχηματισμός με τη λέξη Ερμιόνη (από το δεύτερο θέμα της γεν. Ερμιόν-ος της ονομασίας Ερμιών) σε θεματική μορφή, δηλ. με τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η μετά το επίθημα, το οποίο μετατρέπεται συγχρόνως σε περιεκτικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιονη.

Συνοπτικά η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη θεωρείται ο τόπος, που ολόγυρα υπάρχει πλήθος λόφων, ορεινών όγκων, υψωμάτων ή βουνών. Έτσι, λοιπόν, τα δύο επιθήματα -ιονη και -ιων ταυτίζονται.

Βέβαια δε γνωρίζουμε ποιος από τους δύο συγγενείς και παράλληλους σχηματισμούς Ερμιόνη και Ερμιών προηγήθηκε. Το μόνο γνωστό είναι ότι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της πόλης με το τοπωνύμιο Ερμιόνη εμφανίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου και μάλιστα στον κατάλογο «των νεών» (των πλοίων) των ελληνικών πόλεων του 8ου π.Χ. αιώνα και όχι τη χρονική περίοδο του 13ου π.Χ. αιώνα [που πραγματοποιήθηκε η Τρωϊκή εκστρατεία]. Με αυτό το σκεπτικό θεωρητικά αποδεχόμαστε ως πρώτο τοπωνυμικό σχηματισμό την ονομασία Ερμιόνη, επειδή κατά τη διερεύνηση της αρχικής ελληνικής γλώσσας των πινακίδων της γραμμικής γραφής Β δεν ευρέθησαν οι δύο συγγενείς τοπωνυμικοί σχηματισμοί, Ερμιόνη και Ερμιών.

Συγκεκριμένα έχει αποκαλυφθεί ότι στα μυκηναϊκά κέντρα της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τα πρώτα γραπτά μνημεία ελληνικής γλώσσας είναι οι πινακίδες της γραμμικής Β, μια γραφή, που εντοπίζεται χρονικά από το 1400 π.Χ. με καταληκτική χρονολογική περίοδο τον 13ο αιώνα. Συνάμα είναι αποδεκτό ότι τόσο οι πινακίδες της Κρήτης όσο και της Πύλου γράφτηκαν από τους Μυκηναίους (Αχαιούς) στα Ελληνικά.

Κάποια Άνοιξη στο 1200 π.Χ. το ανάκτορο της Πύλου καταστράφηκε από φωτιά, πιθανότατα από τους Δωριείς, αλλά σώθηκαν 1300 πινακίδες και η σκαπάνη των αρχαιολόγων (1939) τις έφερε στο φως. Μέσα σ’ αυτές τις πινακίδες δεν μαρτυρούνται οι ονομασίες Ερμιών και Ερμιόνη, αλλά ούτε και το τοπωνύμιο Μυκήναι, το βασικό κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ διασώθηκαν οι ονομασίες Πύλος και Θήβαι. Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτη κατά τη Μυκηναϊκή εποχή η πόλη των Μυκηνών και η παραθαλάσσια Ερμιών ή Ερμιόνη.

Κατά την άποψη μου και με βάση την ερμηνεία του τοπωνυμίου είχε προηγηθεί ο Πρωτοελλαδικός οικισμός με το τοπωνύμιο Ερμιών και ακολούθησε η παράλληλη ονομασία Ερμιόνη. Είναι ακόμη γνωστό από την έρευνα ότι τα τοπωνύμια εκφέρονται σε γενική και αιτιατική (έρχομαι από… πηγαίνω στο…) και στην αρχαιότητα σε δοτική (εν +δοτική).

Για παράδειγμα η συνήθης χρήση του τοπωνυμίου Ερμιών θα ήταν, εξ Ερμιόνος, εν Ερμιόνι, ες Ερμιόνα και όχι η ονομαστική Ερμιών. Από ένα αρχικό Ερμιών Ερμιόνος και Ερμιόνα είναι αυτονόητο να επικρατήσει το Ερμιόνα, αφού το α αφομοιώθηκε από το η και επικράτησε ο παράλληλος, συγγενής και εύηχος τύπος Ερμιόνη, με το νέο περιεκτικό επίθημα –ιόνη, επειδή υπήρχε η χρήση της αρχαίας κατάληξης –όνη στο σύνηθες λεξιλόγιο, όπως ακριβώς στη λέξη αγχόνη [από το άγχω +ονη, με αναφορά στον Αισχύλο. Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Αισχίνη], στη λέξη περόνη [από το πείρω+ονη, με αναφορά στην Ιλιάδα και Οδύσσεια] και στη λέξη σφενδόνη (σφενδ+ονη), στα Λατινικά funda], με αναφορά στην Ιλιάδα, στον Αρχίλοχο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Θουκυδίδη.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της  Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Για την ερμηνευτική προσέγγιση του τοπωνυμίου θα σταθούμε αρχικά στη λέξη έρμα που σημαίνει, το ύψωμα, το λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων, ή λίθων («τούμπα»). Έτσι, λοιπόν, το τοπωνύμιον Ερμιών ή Ερμιόνη σχετίζεται με όλους τους λόφους, τα υψώματα, τους ορεινούς όγκους και τα μικρά βουνά, που βρίσκονται όχι μόνο παραπλήσια της Ερμιόνης, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της περιοχής.

Συγκεκριμένα, εάν αρχίσουμε από τα βορειοανατολικά της Ερμιόνης συναντούμε την οροσειρά των Αδέρων (από τηνότια πλευρά τους) και τον βραχώδη ωοειδή λόφο του Ηλιοκάστρου, ενώ σε πιο κοντινή απόσταση διακρίνουμε τις βραχώδεις κορυφές του κάστρου της Θερμησίας, το Αλατοβούνι κοντά στη Δάρδιζα (Αχλαδίτσα), το βουνό Κρόθι στα βόρεια του κεντρικού λιμανιού Ερμιόνης, το Μαυροβούνι, (προς το Καταφύκι), το Ασπροβούνι ή Μαλιμπάρδι (στους Αγίους Αποστόλους στην Αυλώνα), το βουνό του Προφήτη Ηλία (Κοκκύγιον στην αρχαιότητα), τον λόφο Πρωνός ή Μύλων δυτικά και πλησίον της Ερμιόνης, τον λόφο της Μαγούλας (όρμο Αγίων Αναργύρων), τον λόφο των Αγίων Θεοδώρων (δυτικά της Μονής των Αγίων Αναργύρων) και τα χερσονησώδη βουνά, Μαυρονήσι στο μυχό της Κάπαρης και Μουζάκι στον όρμο της Κουβέρτας νοτιότερα.

Συμπερασματικά καταλήγουμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη μπορεί να συσχετιστεί με τους ορεινούς όγκους και τους λόφους, που υψώνονται ολόγυρα της κωμόπολης.

Στη συνέχεια θα προσεγγίσουμε ακροθιγώς το περιεκτικό και τοπωνυμικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιών, που δηλώνει μαζί με το θέμα της λέξης έρμα, ικανό αριθμό από βουνά ή λόφους, δηλ. φυσικά και γεωγραφικά στοιχεία γύρω από την Ερμιόνη. Συνάμα με το επίθημα –ιών σχηματίστηκε το συγγενικό και παράλληλο επίθημα -ιόνη (σύμφωνα και με την αρχαία και γνωστή κατάληξη -όνη) χωρίς να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, για το ποιο είναι το αρχικό πρόσφυμα ή το νεότερο.

Γενικότερα τονίζουμε ότι η αρχική σημασία των δύο συγγενικών επιθημάτων, σύμφωνα με την έρευνα και μελέτη, είναι «περιεκτική», όταν τονίζεται το επίθημα, όπως στο τοπωνύμιο Ερμιών και Ερμιόνη, ενώ γίνεται κτητική, όταν δεν τονίζεται. Μάλιστα με τη «περιεκτική» σημασία το πρόσφυμα -(ι)ών χρησιμοποιείται σε ορισμένες λέξεις, όπως ελαιών (μέρος με πολλά ελαιόδεντρα) και καλαμών(μέρος με πολλά καλάμια), ενώ οι θεοί, που «ευρύν έχουσιν ουρανόν», ονομάζονται στην αρχαιότητα Ουρανίωνες (Ιλιάς, Α, 570).

Με την κτητική σημασία διακρίνουμε ορισμένα Ελληνικά ονόματα (παρατσούκλια), όπως Στράβων (αυτός που είναι στραβός) και Πλάτων (αυτός που έχει πλατύ μέτωπο), αλλά και μεγεθυντικά (γάστρων, γνάθων, χείλων). Επίσης το ίδιο επίθημα βρίσκουμε και σε τοπωνύμια τόσο σε αθέματη μορφή [Μαραθών, Ελικών, Σικυών, Αυλών, Ερμιών, Κολοφών], όσο και σε θεματική μορφή [Μεθώνη, Κορώνη, Δωδώνη].

Συνάμα το προαναφερόμενο πρόσφυμα χρησιμοποιήθηκε στα πατρωνυμικά επίθετα, όπως γινόταν στις περιεκτικές λέξεις (ανθών, ξενών, παρθενών, ορνιθών). Έτσι, λοιπόν, έχουμε από τα επικά πατρωνυμικά επίθετα του Δία – Κρόνιος – Κρονίδης – Κρονίων (γιος του Κρόνου, ενώ από το Αχιλλεύς – Πηληιάδης – Πηλείδης(γεν.-ου)- -Πηλείων(γεν.-ωνος) – [γιος του Πηλέα]. Με πιο εξειδικευμένη σημασία το πρόσφυμα εμφανίζεται με την περιεκτική σημασία και τις καταλήξεις –ονες και -ανες στην ονομασία διαφόρων Ελληνικών φύλων: Πελαγόνες, Ιάονες – Ίωνες, Μακεδόνες, Χάονες, Ευρυτάνες, Ακαρνάνες.

Υποσημ.: Το επίθημα (ή πρόσφυμα) προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξη.

 

Πηγές


 

  • Hoffmann, «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» (Μετάφραση Αντωνίου Παπανικολάου), Εκδόσεις Παπαδήμας, Αθηνά 2009.
  • Geoffry Horraks, «Greek, Η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» (Μετάφραση Μ. Σταύρου και Μ. Τζεβελέκου), Βιβλιοπωλείο Εστίας.
  • Άννας Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, «Αντίστροφο Λεξικό», έκδοση Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2002.

 

 Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

 «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της

Λάσος Ο Ερμιονεύς (6ος Αιώνας π.χ.)

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

 

Read Full Post »

Σκούρτη Παρασκευή


 

Βιβή Σκούρτη

Βιβή Σκούρτη

Η Παρασκευή (Βιβή) Σκούρτη γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Πατέρας την ήταν ο Μίμης Σκούρτης σφουγγαράς και ψαράς και μητέρα της η Θωμαή Σκούρτη. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Κρανιδίου και τελείωσε το Ράλλειο Γυμνάσιο Θηλέων Πειραιά. Σπούδασε Νηπιαγωγός στη Σχολή Νηπιαγωγών Καλλιθέας. Μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΔΕ και στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Φοίτησε στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Υπηρέτησε για εννέα χρόνια ως Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής Νομού Κυκλάδων. Δίδαξε σε πολλά Προγράμματα επιμόρφωσης Νηπιαγωγών αλλά και άλλων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων.

Έχει γράψει και δημοσιεύσει εργασίες και άρθρα για τη Διδακτική στην Προσχολική Αγωγή. Αρθρογραφεί στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη…άλλοτε και τώρα» και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες αναφορικά με τον πολιτισμό, την ιστορία και τη λαογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

Έργα της:

  • «Κουβέντες της ψυχής και του πελάγους», ποιητική συλλογή, εκδόσεις Πολύφεγγος, 2009.
  • «Οι σφουγγαράδες της Ερμιόνης», εκδόσεις Πολύφεγγος, 2012.
  • «Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη», εκδόσεις Αρτέον, Αθήνα, 2015.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »