Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θρησκεία’

Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων


  

Γεώργιος Καστριώτης

Ο N. Malkolm στο άρθρο του «Myths of Albanian national identity»[i] προσδιορίζει την «αδιαφορία για τη θρησκεία» (indifference to religion) ως έναν από τους βασικούς μύθους, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η αλβανική εθνική ταυτότητα (οι υπόλοιποι είναι: ο μύθος της καταγωγής, ο μύθος της εθνικής ομοιογένειας και της πολιτισμικής καθαρότητας και ο μύθος των διαρκών εθνικών αγώνων). Το μυθικό σχήμα που διέπει τις εθνικές ρητορικές με λίγα λόγια είναι το εξής: Η θρησκευτική επιλογή και προσκόλληση σε ένα θρησκευτικό δόγμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Αλβανούς, διότι η εθνική τους ταυτότητα συγκροτήθηκε ανεξάρτητα από τέτοιου είδους ταυτίσεις και είναι ριζωμένη στο αρχαίο Ιλλυρικό της παρελθόν. Παρότι ο Malkolm αναφέρεται στους Αλβανούς συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα που ζουν στην Αμερική, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το στερεότυπο με διάφορες παραλλαγές αναπαράγεται στις εθνικές αφηγήσεις των Αλβανών από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές του αλβανικού εθνικισμού παρατηρείται η προώθηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας, η οποία βρήκε την ιδανική της έκφραση σε ένα από τα ποιήματα του γνωστού εθνικιστή συγγραφέα Pashko Vasa, το O moj Shqypni (ω φτωχή μου Αλβανία): « Ξυπνείστε, Αλβανοί, ξυπνείστε απ’ τον βαθύ σας ύπνο. Ελάτε όλοι σαν αδερφοί να δώσουμε όρκο χωρίς να σκεφτόμαστε εκκλησιά η τζαμί. Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός!»[ii]

Αυτή η άποψη αποτελεί βασικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλα τα κείμενα της αλβανικής Rilindja (Αναγέννηση), γεγονός που δείχνει από μόνο του ότι η θρησκεία κάθε άλλο παρά αδιάφορη ήταν. Το αντίθετο, απασχολούσε ως πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας και την προώθηση της εθνικής εν γένει ενότητας. Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού για πολλούς αιώνες, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, το βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση  συλλογικών ταυτοτήτων, πέρα από την κλίμακα των μικρών κοινοτήτων, ήταν η θρησκεία. Ουσιαστικά μια ιδεολογική επιλογή και μια εθνική επιθυμία προβάλλεται εκ των υστέρων σε μια ιστορική πραγματικότητα που είναι διαφορετική. Αυτή άλλωστε είναι και η ενοποιητική λειτουργία των μύθων, οι οποίοι έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση των νεωτερικών εθνικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε να παραπέμψουμε εδώ στη μπροσούρα του Μ. Konitza, που είναι αντιπροσωπευτικό κείμενο της αλβανικής «Αναγέννησης».  Γράφει λοιπόν αναφερόμενος στη θρησκεία τα εξής: « Ανάμεσα στα πολλά ψεύδη που διαδίδονται προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι οι Αλβανοί δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος είναι και η θέση ότι αυτοί είναι διαιρεμένοι από θρησκευτικές διαφορές …Παρόλα αυτά η Αλβανία είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η θρησκεία δεν έχει προκαλέσει καθόλου διχασμούς ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει ενωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής τους ιστορίας… Γάμοι ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους είναι συνηθισμένοι στην Αλβανία… Χριστιανοί και μουσουλμάνοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια οικογένεια, ζώντας ειρηνικά κάτω από την ίδια στέγη… Οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι που, σε μεγάλους αριθμούς, εξισλαμίστηκαν, απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους και έγινα πράγματι πιο Τούρκοι κι απ’ τους Τούρκους. Οι Αλβανοί παρέμειναν για πάντα Αλβανοί.»[iii]

Πράγματι, με τον καιρό ο μύθος «έπιασε τόπο» και η ιδέα της εθνικής ενότητας εξουδετέρωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση των θρησκευτικών αντιπαλοτήτων εμφανίζονται εθνοτικού τύπου διαφορές και συγκρούσεις που εκφράζουν ακριβώς την υποχώρηση του θρησκευτικού παράγοντα ως κυρίαρχου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ομάδων. Παρατηρούνται για παράδειγμα εντάσεις ανάμεσα στους Αλβανούς χριστιανούς ορθόδοξους που αποκτούν έναν εθνικό προσανατολισμό και την ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και ανάμεσα στους εθνικιστές μπεκτασήδες του νότου και την σουνιτική ιεραρχία.[iv]

Pashko Vasa (1825 – 1892 )

Η κορύφωση αυτής της εθνικής προσπάθειας των Αλβανών να καταστήσουν τον ίδιο τον αλβανισμό θρησκεία, περιθωριοποιώντας τις  θρησκείες που διαιρούσαν το λαό, συμβαίνει στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έχω την εντύπωση ότι η επιβολή του αθεϊσμού έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και περισσότερο με τον ιδιότυπο εθνικισμό του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος εξέλαβε κατά γράμμα τον ποιητικό λόγο του Pashko Vasa, καθιστώντας τον αλβανισμό θρησκεία και καταργώντας δια νόμου οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πίστη και πρακτική.[v]

Χαρακτηριστική είναι και η πραγματικότητα της Αλβανίας κατά την μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η ανάκαμψη των θρησκειών, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα του αλβανικού λαού, εάν επικρατούσαν διαιρετικές αντιλήψεις και τάσεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας. Η ίδια η αλβανική ταυτότητα έπρεπε να αντιμετωπίσει διλήμματα ταύτισης με τη μια ή την άλλη θρησκεία, γεγονός που είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Και εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως, μπροστά στον κίνδυνο να επικρατήσουν διαιρετικές λογικές με βάση τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις στους κόλπους του έθνους, εμφανίζεται μια φιλολογία περί αλβανικού οικουμενισμού, η οποία αρδεύει στα ιδεολογικά νερά της σκέψης των πρωτοπόρων αλβανών εθνικιστών.

Ο S. Maliqi γράφει χαρακτηριστικά: «Εάν η γύμνια που άφησε πίσω ο Κομμουνισμός μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι, από κάποιο είδος εθνικής πίστης ή πεποίθησης, τότε είναι η πίστη ότι οι Αλβανοί είναι ένα έθνος οικουμενισμού, συνεχίζοντας την παράδοση ανθρώπων όπως ο Naim Frashëri, ο  Fan Noli  και o Gjergj Fista».[vi]

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τρεις συγκεκριμένοι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες. Ο Naim Frasheri είναι μουσουλμάνος, ο Fan Noli ορθόδοξος και ο Gjergj Fista καθολικός χριστιανός. Αυτό που τους ενώνει και που τους προσανατολίζει στην υποβάθμιση του θρησκευτικού παράγοντα είναι η πίστη στην εθνική ιδέα και στην «αναγέννηση» του αλβανικού έθνους με τη μορφή ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Να σημειώσουμε επίσης ότι κατά κάποιον τρόπο από τις απαρχές του αλβανικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον αλβανισμό.

 

Naim Frashëri (1846 –1900)

 

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί σ’ αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να αναπροσδιορίζονται ως πιο γνήσιοι Αλβανοί, υποστηρίζοντας ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι η παλιότερη θρησκεία των Αλβανών, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι συνεργάστηκαν και ταυτίστηκαν εν πολλοίς με τους Οθωμανούς (άλλωστε γι’ αυτό τους αποκαλούν ακόμα και σήμερα «Τούρκους»). Από την πλευρά τους οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι αυτοί είναι πιο γνήσιοι Αλβανοί, καθώς αποτέλεσαν τον πυρήνα της εθνικής αναγέννησης και σαν μεγάλοι πατριώτες αντιστάθηκαν στους Σέρβους που επιδίωξαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν αλβανικά εδάφη. Για τους χριστιανούς αντίθετα υποστηρίζουν ότι οι μεν ορθόδοξοι ταυτίστηκαν με τους Έλληνες οι δε καθολικοί με τους Ιταλούς. Οι καθολικοί με τη δική τους σειρά διεκδικούν μεγάλο μερίδιο της αλβανικής γνησιότητας, επειδή διατηρούν ανέπαφα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα και ιδιαίτερα το αλβανικό εθιμικό δίκαιο με τους ανάλογους κώδικες τιμής (kanuni).[vii]

Παρατηρείται λοιπόν ένας υπερθεματισμός  των θρησκευτικών ομάδων σε σχέση με την ιδεολογία του αλβανισμού που τείνει να υποκαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Με την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική οι Αλβανοί βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση υστέρησης ως προς την ανάπτυξη της δικής τους εθνικής αυτοσυνειδησίας και έτσι, έστω και καθυστερημένα, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις όποιες θρησκευτικές και άλλες πολιτισμικές διαφορές και να διαμορφώσουν κι αυτοί μια κοινή εθνική πολιτισμική κοινότητα, η οποία θα στηρίζεται σε άλλα πράγματα και όχι στη θρησκεία που έτσι κι αλλιώς διαιρεί το έθνος. Η κοινή «φυλετική» καταγωγή  και η κοινή γλώσσα αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους έμελλε να στηριχτεί η ανάπτυξη της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, ζητούμενο που προϋπέθετε βεβαίως τη δημιουργία ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα σχολεία και την ανάπτυξη ενός κοινού γλωσσικού οργάνου και μιας εθνικής λογοτεχνίας.

Ο αδελφός του Naim Frasheri Sami το έθεσε με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε βιβλίο που εξέδωσε στο τέλος του 19ου αιώνα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Αλβανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Αλβανούς, οι Αλβανοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αλβανική γλώσσα, και η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δικό της αλφάβητο και χωρίς σχολεία».[viii]

Γεώργιος Καστριώτης- Σκεντέρμπεης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σ’ αυτό το πλαίσιο και η χρήση της ιστορίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εθνικό ήρωα των Αλβανών Gjergj KastriotiSkanderberg ( Γεώργιο Καστριώτη- Σκεντέρμπεη). Ο Σκεντέρμπεης καταγόταν από χριστιανική φεουδαρχική οικογένεια και από παιδί τον είχαν πάρει όμηρο οι οθωμανοί στην Πύλη, προκειμένου να διασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των δικών του. Εκεί ανατράφηκε ως μουσουλμάνος, πήρε το όνομα Skanderberg και υπηρέτησε ως αξιωματικός τον Σουλτάνο, φτάνοντας ως το βαθμό του στρατηγού και κερδίζοντας τον τίτλο του μπέη. Το 1443 ο Σκεντέρμπεης επέστρεψε στην πατρίδα του στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία, αποκήρυξε το Ισλάμ, ενώθηκε με άλλους ευγενείς της περιοχής και με την υποστήριξη του Βατικανού και της Βενετίας αντιστάθηκε για πολλά  χρόνια,  κρατώντας τον οθωμανικό στρατό έξω από την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1468.[ix]

 Στο παράδειγμα του Σκεντέρμπεη οι Αλβανοί εθνικιστές βρήκαν βάση για να αναπτύξουν μια εθνική ρητορική και ιδεολογία περί εθνικής αντίστασης στους εχθρούς που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας και την ενότητα του αλβανικού λαού. Η περίπτωση του Σκεντέρμπεη, εκτός από τα ηρωικά χαρακτηριστικά και τις αρετές που συμπυκνώνει, φαίνεται να «βολεύει» τον εθνικό μύθο και ως προς τα θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, καθώς αλλαξοπίστησε επανειλημμένα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η επιλεκτική χρήση των χαρακτηριστικών του, αφού αποσιωπάται το βασικό στοιχείο της ιστορίας του που είναι η αντίσταση ενός χριστιανού απέναντι στους μουσουλμάνους κατακτητές.  Η εικόνα του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνείται με τα υλικά του εθνικού μύθου, όπου η θρησκευτική διάσταση της ταυτότητάς του υποβαθμίζεται. Πάνω του προβάλλεται ο ιδεώδης τύπος του Αλβανού που υλοποιεί ανά πάσα στιγμή το δόγμα  Ky është shpata është feja («εκεί που είναι το σπαθί εκεί και η πίστη»). Ο Fan Noli στο πολύ γνωστό και δημοφιλές βιβλίο του Historia e Skëndërbeut ( Η ιστορία του Σκεντέρμπεη) γράφει: « Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας γνήσιος Αλβανός αφού άλλαζε την θρησκευτική του πίστη ανάλογα με την πολιτική συγκυρία».[x]

Ακόμα και οι κομμουνιστές, στην προσπάθεια τους να σφυρηλατήσουν την εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου εθνικισμού, συνέδεσαν το κίνημά τους με τους αγώνες του Σκεντέρμπεη ενάντια στις εξωτερικές επιβουλές. Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας ρητορικής για τους συνεχείς και ακατάπαυστους αγώνες του αλβανικού λαού μέσα στην ιστορία, παραλληλίζουν την αντίσταση των παρτιζάνων κατά των δυνάμεων του Άξονα με αυτή του Σκεντέρμπεη εναντίον του Σουλτάνου, τονίζοντας τα στοιχεία της αυτοάμυνας και του «μοναχικού» ηρωικού αγώνα ως τεκμηρίων της συνέχειας του αλβανικού χαρακτήρα. Ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το καθεστώς, μέσω επιλεκτικής χρήσης, προσαρμόζει την ιστορία του Σκεντέρμπεη στις ιδεολογικές του ανάγκες. Έτσι αποσιωπά το γεγονός ότι ο αγώνας του ήταν κατ’ εξοχήν αντίσταση εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών, υποβαθμίζοντας έτσι τη θρησκευτική διάσταση, καθώς ο θρησκευτικός παράγοντας είναι διαιρετικός για το αλβανικό έθνος.

Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα «ανάγνωσης» του παρελθόντος με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Ουσιαστικά  μια επιθυμία, ένα ζητούμενο του παρόντος, προβάλλεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς το καθεστώς γνωρίζει ότι η θρησκεία μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα του λαού, καθώς η σύνθεσή του είναι πολύ-θρησκευτική, γι’ αυτό ακριβώς υιοθετεί το μύθο για την αδιαφορία του προς αυτή. Και αυτός ο μύθος προβάλλεται ακόμα και στον Σκεντέρμπεη, στου οποίου τους αγώνες κάθε άλλο παρά απουσίαζε η θρησκευτική διάσταση.[xi] Νομίζω ότι απόδειξη για το φόβο του καθεστώτος απέναντι στη θρησκεία και ουσιαστική αναίρεση της άποψης περί αδιαφορίας του λαού αποτελεί η ίδια η επιβολή της αθεΐας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η μανία με την οποία αυτό επιδόθηκε στην καταστροφή των θρησκευτικών ιδρυμάτων με αποκορύφωμα την ίδρυση «Μουσείου Αθεΐας» στη Σκόδρα, μια πόλη με έντονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστοριογραφία της εποχής, θα διαπιστώσει εύκολα την προσπάθεια που γίνεται να προσαρμοστεί η ιστορία του Σκεντέρμπεη στα σύγχρονα ιδεολογικά ζητούμενα. Στο βιβλίο των Pollo και  Puto Ιστορία της Αλβανίας ο Σκεντέρμπεης παρουσιάζεται σαν Αλβανός πατριώτης που αγωνίζεται εναντίον των Τούρκων και όχι σαν χριστιανός που πολεμά εναντίον μουσουλμάνων. Όταν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς αναγκάζονται να αναφερθούν στο θέμα της θρησκευτική ταυτότητας του Σκεντέρμπεη, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι «ποτέ του δεν υπήρξε πρόμαχος της θρησκείας, όχι ότι ήταν αντιθρησκευόμενος ή αντικαθολικός, μα γιατί μια τέτοια στάση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα στον εθνικό πόλεμο που διεξήγαν καθολικοί και ορθόδοξοι Αλβανοί.»[xii]

Στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς την επίσημη θέση του Κόμματος Εργασίας για τη θρησκεία και το ρόλο της στην ιστορία της Αλβανίας: «Το πρόβλημα του ιστορικού ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία θα πρέπει να ιδωθεί κάτω από δύο θεμελιακές πλευρές. Οι Αλβανοί χωρισμένοι από τον 11ο αιώνα σε δύο θρησκείες (καθολικοί και ορθόδοξοι) και μετά από τον 15ο αιώνα σε τρεις (καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι), αντίθετα με τους άλλους  βαλκανικούς λαούς δε χωρίστηκαν σε τόσες ανάλογες εθνικότητες. Αυτή η ιδεολογική διαφοροποίηση, παρά τις νοσηρές συνέπειες που είχε τόσους αιώνες στη χώρα, δεν κατάφερε να εξαλείψει την εθνική συνείδηση των Αλβανών. Η Αλβανία παρόλο που ήταν χωρισμένη σε τρεις εχθρικές η μια για την άλλη θρησκείες, δε γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους στην ιστορία της.

Ο Αλβανός έγραφε ο Λόρδος Χομπχάουζ, σύντροφος του Μπάυρον στα ταξίδια του Τσάιλντ Χάρολντ στην Αλβανία, θα σας πει στην αρχή ότι είναι Αλβανός και μετά ποια είναι η θρησκεία του. Το έντονο ένστικτο της διαφύλαξης της αλβανικής εθνικότητας, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός που επιβλήθηκε στο λαό από τους καταχτητές και το σχετικά χαμηλό επίπεδο της μάζας των κληρικών, ήταν πιθανώς, οι παράγοντες που, μόνοι ή μαζί μ’ άλλους, εμπόδισαν το ρίζωμα της θρησκείας στην ψυχή των Αλβανών.

Οι σχετικά χαλαροί δεσμοί που είχαν οι Αλβανοί με τη θρησκεία, οφείλονταν επίσης στον πολιτικό ρόλο που έπαιξε η τελευταία. Αυτή είναι  η δεύτερη θεμελιακή πλευρά του ιστορικού τα ρόλου στην Αλβανία. Οι θρησκείες χρησιμοποιήθηκαν πάντα σαν ιδεολογικά  όπλα των κατακτητών, που από τη Δύση και από την Ανατολή τις έφεραν μαζί τους. Έτσι ήδη από την καταγωγή τους βρίσκονταν ανακατεμένες με την πολιτική, χρησιμεύοντας ως στήριγμα των εισβολέων και όργανο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν ώστε ο θρησκευτικός διαμελισμός των Αλβανών να παίξει έναν τελείως διαλυτικό ρόλο στο πολιτικό επίπεδο…»[xiii]

Με την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991, το ζήτημα της θρησκείας επανέρχεται και συνδέεται, όπως είναι φυσικό, και με το θέμα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών στο πλαίσιο αναζήτησης νέων προσανατολισμών. Η ιδέα ότι το αλβανικό κράτος είναι κοσμικό κράτος και ότι η θρησκεία δεν πρέπει να συνδέεται με την πολιτική, κάτι που συνάδει και με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, τίθεται υπό συζήτησιν. Ο προσανατολισμός προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι απλά ζήτημα πίστης αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής και πολιτικής ένταξης, γεγονός που προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο της γνωστής συζήτησης για τη «σύγκρουση των πολιτισμών», που επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διαπάλη μεταξύ του δυτικού χριστιανικού κόσμου και του ανατολικού ισλάμ, όπου τα Βαλκάνια ως οριακή περιοχή με σημαντικές «ισλαμικές νησίδες» αποκτούν μια νέα επικαιρότητα και σημασία.

Το ερώτημα πράγματι τίθεται: Quo vadis Albania? Ο απαντήσεις διάφορες και ανάλογες της οπτικής γωνίας και της πολιτικής επιλογής του καθενός. Μια  πρόχειρη σχηματοποίηση θα μας έδινε τρεις βασικά απόψεις.

Η πρώτη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ευρωκεντρική» και αξιοποιεί το αθεϊστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ως μηδενική βάση για την ανάπτυξη μιας νέας κατά βάση χριστιανικής ταυτότητας που θα βλέπει προς τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι καθολικοί υποστηρίζουν ότι  καθολικισμός είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος ένταξης στην ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα, αφού αποτελεί την κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής έκφρασης στην Ευρώπη. Η ορθοδοξία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλά το σκοπό αυτό λόγω του περιθωριακού της ρόλου στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της πολιτισμικής υπόστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άποψη αυτή την υποστηρίζουν διανοούμενοι χριστιανικής και μουσουλμανικής καταγωγής, μεταξύ αυτών και ο Ισμαήλ Κανταρέ. Είναι μια άποψη που, εκτός των άλλων, συνάδει και με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της περίπτωσης του Σκεντέρμπεη, ιδιαίτερα ως προς τη διάσταση της επιλογής μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό, παραπέμπω και πάλι στους Pollo και Puto, οι οποίοι χρόνια πριν και επί καθεστώτος Χότζα έγραφαν: « Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει το ρόλο που έπαιξε ο Σκεντέρμπεης στις συνθήκες που δημιούργησε η οθωμανική κάθοδος στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, σαν υπερασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στρατιώτη της Αναγέννησης…».[xiv]

 

Γεώργιος Καστριώτης, αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης

 

Η δεύτερη άποψη σχεδόν ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη περί της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών, που προβάλλει τον πολύ-θρησκευτικό  της χαρακτήρα από τη μια αλλά και τη μικρή σημασία που έχει θρησκεία στη συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτή τη βάση υποστηρίζεται τόσο ο θρησκευτικός πλουραλισμός και η ανεξιθρησκία όσο και ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική.

Η τρίτη άποψη είναι λιγότερο διαδεδομένη και αφορά τη σχέση του αλβανισμού με το ισλάμ («ισλαμο-εθνικισμός»). Παρουσιάζει μάλιστα  ενδιαφέρον η προσπάθεια των εκφραστών της να αποσείσουν το στίγμα της ταύτισης των μουσουλμάνων Αλβανών με τους Οθωμανούς, υποστηρίζοντας ότι ο εξισλαμισμός συνιστούσε «εθνική στρατηγική» για την αποφυγή του εκσλαβισμού ή εξελληνισμού του αλβανικού λαού. Προφανώς αυτή η άποψη έχει έναν αντιδυτικό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να κερδίσει έδαφος, δεδομένου του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.[xv]

 

Η περίπτωση των Μπεκτασήδων

 

Και οι μπεκτασήδες; Που εντάσσονται σ’ όλα αυτά οι μπεκτασήδες; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα από όλα τι είναι οι μπεκτασήδες. Ο R. Elsie στο βιβλίο του A Dictionary of Albanian religion, mythology, and folk culture αναφέρει σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:

Το τάγμα των μπεκτασήδων λέγεται ότι ιδρύθηκε στην Ανατολία από τον Haji Bektash Veli που έζησε τον 13ο αιώνα. Με την επέκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας απλώθηκε και στα Βαλκάνια. Πολύ λίγα ξέρουμε για την πρώιμη παρουσία του μπεκτασισμού στην Αλβανία αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδραιώθηκε στα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οι Αλβανοί ήσαν ιδιαίτερα δεκτικοί σε ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Επιπλέον, αντίθετα με τις πρακτικές του ορθόδοξου ισλάμ (Sunni), που ταυτιζόταν με την οθωμανική εξουσία και την αραβική γλώσσα, ο μπεκτασισμός έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό στους τοπικούς πολιτισμούς και τις γλώσσες.

Ο μπεκτασισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση τα χρόνια του Αλή Πασά, που ήταν και ο ίδιος μπεκτασής, για να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κίνηση της «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) των Αλβανών τον 19ο αιώνα. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το 15% του αλβανικού πληθυσμού ήταν μπεκτασήδες, δηλαδή το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων της χώρας. Οι μπεκτασίδικοι τεκέδες υπήρξαν κέντρα  της αλβανικής εθνικής κίνησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά  την παράνομη προπαγάνδα υπέρ της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης, συμβάλλοντας αρκετά στη διακίνηση των πρώτων βιβλίων στην αλβανική γλώσσα.

Στο πρώτο εθνικό τους συνέδριο, που έγινε στην Prιshta στο Skrapar το 1922, οι μπεκτασήδες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Τούρκους μπεκτασήδες και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία το 1925, κέντρο του παγκόσμιου μπεκτασισμού έγιναν τα Τίρανα.

Στον μπεκτασισμό αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το εσωτερικό μήνυμα και όχι οι εξωτερικές συμβάσεις. Οι τελετές και οι πρακτικές τους χαρακτηρίζονται από έναν μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας. Μερικοί μπεκτασήδες πίνουν αλκοόλ και μάλιστα σε αρκετούς τεκέδες το παράγουν οι ίδιοι. Οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα με τους άνδρες στις τελετές και τις γιορτές. Επίσης ο μπεκτασισμός έχει αφομοιώσει πολλά στοιχεία από άλλες θρησκείες και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Ένα από τα βασικά του θεολογικά χαρακτηριστικά είναι και ένα είδος πανθεϊσμού για τον οποίο οι ίδιοι επιδεικνύουν μια μάλλον μυστικιστική συμπεριφορά.

Η σημαντικότερη ίσως πηγή για τον αλβανικό μπεκτασισμό είναι το Φυλλάδιο του μπεκτασισμού (Fletore e Bektashism) του Naim Frashëri, ηγετικής μορφής του αλβανικού εθνικού κινήματος. Ο Naim Frashëri πίστευε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και πανθεϊστικός και συγκρητιστικός χαρακτήρας του μπεκτασισμού μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξή του ως εθνικής θρησκείας των Αλβανών. Ο συνδυασμός  μάλιστα στοιχείων του Κορανίου και της Βίβλου στην πίστη των μπεκτασήδων πίστευε ότι θα βοηθούσε στην προώθηση της ενότητας στον διαφορετικά διαιρεμένο από τις θρησκείες αλβανικό λαό.

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το έργο αυτό του N. Frasheri, που δείχνουν τόσο τον πανθεϊσμό και το συγκρητισμό όσο και τον εθνικό χαρακτήρα του αλβανικού μπεκτασισμού:

 

«Οι μπεκτασήδες πιστεύουν στο Θεό το μεγάλο και αληθινό, Μωάμεθ Αλή, Χατζή, Φατιμά, Χασάν και Χουσεϊν. Στους δώδεκα ιμάμηδες που είναι …Όλοι αυτοί έχουν τον Αλή ως πατέρα τους και τη Φατιμά ως μητέρα τους. Επίσης πιστεύουν σε όλους τους ευλογημένους του παρελθόντος και του μέλλοντος, επειδή αυτοί πιστεύουν στο καλό και το λατρεύουν. Και ακριβώς επειδή πιστεύουν σ’ αυτούς και τους αγαπούν, γι’ αυτό πιστεύουν και στο Μωυσή, τη Μαρία και τον Ιησού και στους μαθητές τους. Ως ιδρυτή τους έχουν τον Jafer Sadik και ως ανώτερο τον Haji Bektash Veli που είναι από την ίδια οικογένεια. Όλοι αυτοί έχουν πει: να κάνεις το καλό και να αποφεύγεις το κακό… Η πίστη των Μπεκτασήδων είναι ένας πλατύς δρόμος που φωτίζεται από σοφία, αδελφοσύνη, φιλία, αγάπη, ανθρωπιά και όλη την καλοσύνη…»

 «Οι Μπεκτασήδες είναι αδέρφια και μια ψυχή, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά  με όλη την ανθρωπότητα. Αγαπούν τους άλλους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς σαν την ψυχή τους την ίδια και συμπεριφέρονται ευγενικά και καλά προς όλη την ανθρωπότητα. Αλλά πάνω από όλα αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους, γιατί αυτό είναι το καλύτερο πράγμα… Είθε να αγωνίζονται νύχτα και μέρα για το έθνος τους που το αποκαλούν πατέρα και στο οποίο ορκίζονται. Είθε να εργάζονται ενωμένοι με τους υπόλοιπους πολίτες και με τους μεγαλύτερους για τη σωτηρία της Αλβανίας και των Αλβανών, για την παιδεία και τον πολιτισμό του έθνους και της πατρίδας, για τη γλώσσα και για κάθε πρόοδο και ευτυχία…»[xvi]

 

Ας προβληματιστούμε λίγο πάρα πάνω γύρω από αυτό το ζήτημα της σχέσης του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα. Η N. Clayer, που ασχολείται συστηματικά με το θέμα εδώ και πολλά χρόνια, κατά την έκδοση στα ελληνικά του σημαντικού άρθρου της με τίτλο  «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός» αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει στον εκδότη για δημοσίευση ως συμπλήρωμα στο τέλος ένα σημείωμα. Στο σημείωμα αυτό ομολογεί ότι στο συγκεκριμένο άρθρο της  που είχε δημοσιευτεί δώδεκα χρόνια πριν (και πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος) δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις «κατασκευές» του αλβανικού εθνικού μύθου γύρω από το δεσμό ανάμεσα στο μπεκτασισμό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

Γράφει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο της αναδεικνύει αυτόν τον δεσμό από το 1826 (χρονολογία της κατάργησης του σώματος  των Γενιτσάρων και της απαγόρευσης του τάγματος των μπεκτασήδων στην οθωμανική αυτοκρατορία), ενώ ο εθνικισμός δεν υφίστατο ακόμη εκείνη την εποχή μεταξύ των Αλβανών. Και συνεχίζει: «Το αντιτουρκικό και εθνικιστικό συναίσθημα», το οποίο θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίσουμε ως αντιοθωμανικό, ή ακόμη μόνο αντιχαμιτικό και εθνικιστικό, γεννήθηκε επομένως αργότερα στους  αλβανούς Μπεκτασήδες και με πάρα πολλές περιπέτειες. Έτσι, δεν έχουμε τελική εικόνα του κινήματος της εθνικής αναγέννησης για τη δημιουργία της Αλβανίας που ανέφερα στο κείμενο εκείνο. Επαναλάμβανα, πράγματι, ως ιστορικές αλήθειες πολλές παραδόσεις που είχαν επινοηθεί, οι οποίες, είναι αλήθεια, κυκλοφορούν ακόμη σε πολλές μελέτες… Δεν απομένει παρά το κείμενο που φωτίζει επακριβώς το ρόλο του μπεκτασικού δικτύου  στη διακίνηση των εντύπων στην αλβανική γλώσσα και στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής της γλώσσας αυτής  κατά τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής περιόδου, στη θέση που έλαβε η πλειοψηφία των μπεκτασήδων υπέρ του λατινικού αλφαβήτου, στην υποστήριξή τους προς τους αλβανούς τσέτες, στην είσοδο του εθνικισμού στο δόγμα του τάγματος από τον Ναΐμ Φράσερη, ή ακόμη στη σύνθεση εθνικιστικών ποιημάτων από μερικούς μπαμπά.. Η μελέτη αυτή προβάλλει, επίσης, την μετατροπή της αδελφότητας των Μπεκτασήδων σε μια θρησκευτική ξεχωριστή κοινότητα στα πλαίσια του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, λόγω της αριθμητικής της δύναμης αλλά και του ρόλου της στην ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού.»[xvii]

Ανεξάρτητα από τη αποσαφήνιση των παραπάνω ερωτημάτων και πέρα από τη συζήτηση περί «επινοημένης παράδοσης», είναι γεγονός ότι από ένα σημείο και ύστερα ο μπεκτασισμός συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιδιαίτερα με τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως και οι σουνίτες Αλβανοί μουσουλμάνοι, από τη στιγμή που αρχίζει να καταρρέει η οθωμανική αυτοκρατορία, φροντίζουν να διαφοροποιηθούν σε μια προσπάθεια να αποβάλλουν από πάνω τους το στίγμα της ταύτισής τους με αυτή [xviii].

Η περίπτωση των μπεκτασήδων πέρα από τα θεολογικά της  και ευρύτερα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά που ευνοούν την θετική της σχέση με την εθνική ιδεολογία, έχει το επιπλέον πλεονέκτημα  όχι απλά μιας πρώιμης διαφοροποίησης αλλά και μιας ουσιαστικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ισλάμ που εκφράζει και οθωμανική κυριαρχία. Σ’ αυτή τη βάση γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί ο μπεκτασισμός «βόλεψε» αρκετά στην συγκρότηση του εθνικού μύθου από τη μια και από την άλλη βοήθησε στην πραγματικότητα το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι παρά ένας ιδεολογικός μοχλός για την ίδια τη δράση των ανθρώπων και ένας σημαντικός μηχανισμός ενεργοποίησης συλλογικών οραμάτων. Το πώς επενδύεται κάθε φορά με διαφορετικά μυθικά στοιχεία όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ενδιαφέρον.

Η εκάστοτε εξουσία προβάλλει πάνω της το δικό της όραμα με μια επιλεκτική ανάγνωση και χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Επιλέγω ξανά ένα κείμενο «σοσιαλιστικής» παραγωγής, όπου φαίνεται πεντακάθαρα πέρα από την εθνική και η κοινωνική ανάγνωση με ιδεολογικούς όρους: «Η αιτία της κλίσης του Ναΐμ Φράσιερη προς τον μπεκτασισμό πρέπει να αναζητηθεί επίσης στα  πραγματικά ιστορικά καθήκοντα για την επιτέλεση των οποίων εργαζόταν και μάχονταν ο Ν. Φράσιερη… Ο σουφισμός αν και αίρεση αντιπροσώπευε την ιδεολογική μορφή, που εξέφραζε την αντίθεση και τη διαμαρτυρία των λαών κατά της φεουδαρχίας, τη αντίθεση των λαών που ήταν υποδουλωμένοι και καταδυναστευόμενοι από την οθωμανική κυριαρχία… Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας, του οποίου η παιδεία για πολλούς αιώνες ήταν στραμμένη προς το πνεύμα της θρησκείας, καταλάβαινε καλύτερα και πιο εύκολα την θρησκευτική γλώσσα. Γι’ αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Ν. Φράσερη ψάχνει να βρει το δρόμο προς το πνεύμα και την καρδιά του αλβανικού λαού. Γι’ αυτό επικαλύπτει τις ιδέες του με θρησκευτικό περίβλημα…».[xix]

Abdyl Frashëri (1839 – 1892)

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μπεκτασισμός και αλβανικό εθνικό κίνημα συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους από τις απαρχές του δεύτερου. Μιας και ό,τι λέμε το λέμε με αφορμή την επίσκεψή μας στον τεκέ της Φράσιερης μπορούμε να αναφέρουμε και τα εξής ιστορικά στοιχεία: Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο της Πριζρένης ο Abdul Frasheri μαζί με τον  Baba Alush του τεκέ της Φράσιερης, οργάνωσε τη γνωστή συγκέντρωση, που αναφέρεται και στην επιγραφή στην είσοδο και που ήταν ουσιαστικά η πρώτη εθνικιστική συγκέντρωση στο νότο. Λέγεται μάλιστα ότι οι μπεκτασήδες δερβίσηδες στη συνέχεια δεν έπαιξαν μόνο καταλυτικό ρόλο στη διάδοση των εθνικών ιδεών αλλά άσκησαν επιρροή και στους ίδιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.[xx]

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι επινοημένη ή όχι, πρώιμη ή όψιμη, η σχέση του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα είναι δεδομένη, γι’ αυτό και αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος ως μια από τις θρησκείες του αλβανικού έθνους. Έτσι εξηγείται και η αναγωγή της Φράσιερης σε συμβολικό τόπο εθνικής μνήμης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά το κλείσιμο του τεκέ από το καθεστώς, το σπίτι της οικογένειας Φράσιερη μετατρέπεται σε μουσείο εθνικής ιστορίας. Είναι έτσι κατανοητή και η παρουσία της επιγραφής για τη συγκέντρωση του 1878 στην είσοδο του τεκέ και η τοποθέτηση της μπεκτασίδικης με την αλβανική σημαία στις δυο πλευρές της εισόδου κατά τη διάρκεια του πανηγυριού της 5ης Σεπτεμβρίου.

 

Βασίλης Νιτσιάκος

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006.

 

Υποσημειώσεις


[i] Noel Malkolm, «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.

[ii] Βλ. G. Duijzings,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» , ο.π., σελ. 60-69, 61.

[iii] Mehmed Bey Konitza, «The Albanian Question», International conciliation,138(!919), New York, σελ. 745-788, σελ. 747-749.

[iv] Βλ. G. Duijzings, ο.π. , σελ. 62 και Stavro Skendi, The Albanian national awakening,1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.

[v] Βλ. B.J. Fischer, «Albanian nationalism in the twentieth century», sto P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.

[vi] S. Maliqi, «Albanians between east and west», στο G. Duijzings, D. Janjic and S. Maliqi (eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence, Peace Research Center, University of Nijmegen, 1997, σελ. 115-122, 122. Πρβλ. G. Duijning, ο.π., σελ.63. Επίσης βλ. St Draper, The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.

[vii] Βλ. Stavro Skendi The Albanian national awakening 1872-1912, Princeton U.P., Primceton, New Jersey, 1967, M. Vickers, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995) και St.Draper, ο.π.

[viii] S. Sami Bey Frasheri, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913, σελ. 46, πρβλ. Stavo Sκεndi, ο.π. σελ. 129.

[ix] Βλ. M. Vickers, ο.π., σελ. 29-31 και St. Draper, ο.π., σελ.130 –131.

[x] Fan Noli, Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921 και George Castrioti Scanderberg, New York, 1947. Βλ.  Γκάζι Καπλάνι, «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα. Μύθοι και πραγματικότητες», Σύγχρονα Θέματα, 81(2002), σελ. 50-57.

[xi] Βλ. St. Draper, ο.π., σελ. 130-131

[xii] St. Pollo – Ar. Puto, Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ. ,σελ. 111.

[xiii] Ο.π. σελ. 366.

[xiv]Βλ. St. Pollo – Ar. Puto, o.π., σελ.122

[xv] Βλ. N. Clayer, «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ε. Ζεγκίνης (επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 127-157, St. Draper, ο.π. και Γκ. Καπλάνι, ο.π.

[xvi] Βλ. R. Elsie, A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company, London, 2001, σελ. 25-34. Περισσότερες πληροφορίες για το μπεκτασισμό και την εξάπλωσή στα Βαλκάνια βλ. Fr. W. Hasluck, Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004 και για τη σχέση του μπεκτασισμού με το εθνικό κίνημα στην Αλβανία βλ. Ευστρ. Ζεγκίνης (εισ.-επιμ.), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005. Ολόκληρο το κείμενο του Φυλλαδίου των Μπεκτασήδων υπάρχει δημοσιευμένο και στα δύο παραπάνω βιβλία. Σημειωτέον ότι το φυλλάδιο αυτό γνώρισε δύο εκδόσεις, μία στο Βουκουρέστι το 1896 και μία στη Θεσσαλονίκη το 1910.

[xvii] Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (εις.-επιμ.), ο.π., σελ. 75- 126, σελ. 125-126.

[xviii] Βλ. ενδεικτικά St. Skendi, ο.π.

[xix] Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152. Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 118.

[xx] Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 79-80.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Clayer N., «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ζεγκίνης E.(επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία,  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Draper St., The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.
  • Duijzings G.,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» στο  Schwandner-Sievers St. and B.J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company, London, 2002, σελ. 60-69.
  • Elsie R., A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company,London, 2001
  • Fischer B.J., «Albanian nationalism in the twentieth century», στο P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.
  • Frasheri S. Bey, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913.
  • Hasluck Fr. W., Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004.
  • Konitza M. Bey, «The Albanian Question», International conciliation,138(1919), New York, σελ. 745-788.
  • Maliqi S., «Albanians between east and west», στο Duijzings G., Janjic D. and  Maliqi S.(eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence,PeaceResearchCenter,University ofNijmegen, 1997, σελ. 115-122.
  • Malkolm N., «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.
  • Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (επιμ.). Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Noli F., George Castrioti Scanderberg, New York, 1947.
  • Noli F., Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921.
  • Pollo St.-Puto Ar., Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
  • Skendi St., The Albanian national awakening, 1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.
  • Vickers M., Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995).
  • Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου


 

Ορφεύς και Ορφικοί

 

Ορφέας και Ευρυδίκη

Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σή­μερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κί­νημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.

Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).

 

Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου

 

Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρ­χαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.

Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.

Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.

Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.

 

Η τιμωρία των Τιτάνων. Έργο του Jacob Jordaens, Museo del Prado, Madrid, Spain.

 

Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).

Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.

 

Η αρχαιότητα του μύθου

 

Orpheus leads Eurydice (Rodin 1893)

Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.

Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.

Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.

Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.

Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]

Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.

Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.

Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]

Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.

Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.

Ορφέας

Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]

Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.

Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».

 

Alberto Bernabe

Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης

 

 

Υποσημειώσεις


-Ευχαριστώ θερμά την κ. Πηνελόπη Σταυριανοπούλου για την ελληνική μετάφραση του κειμένου.

[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’  Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.

[2] Πλάτωνος Κρατύλος  400c.

[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’  honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.

[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)

[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus,  Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.

[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας  493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’  orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.

[7] Όπως Κρατ. 400 (OF  430 I).

[8] Πλάτωνος Νόμοι  845b (OF  37 II Β.)

[9] Παυσανία 8,37,5 (OF  39 B.)

[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF  423 B.)

[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.

[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.

[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.

[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.

[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF  443 B.)

[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.

[17] OF  485 Β.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ορφέας και Ορφισμός / Ένας Χριστός πρό Χριστού», τεύχος 266, 23 Δεκεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Βιβλιοθήκες – Αθωνική Πολιτεία


 

Στην υπερχιλιόχρονη ιστορική πορεία της η Αθωνική Πολιτεία δεν υπήρξε μόνο τόπος μετανοίας και προσευχής των αμέτρητων χιλιάδων καταφυγόντων εκεί πιστών ορθοδόξων. Υπήρξε και χώρος σπου­δής και μελέτης, ώστε η ψυχή ν’ ανεβεί την κλί­μακα της σωτηρίας πλουτισμένη με πολλά πνευμα­τικά εφόδια. Με τη γραφίδα τους οι μοναχοί γρά­φουν και αντιγράφουν κείμενα, για να εντρυφή­σουν οι ίδιοι και να διαδώσουν ανά τον κόσμο την καταγραμμένη ανθρώπινη σοφία. Με τα χρόνια, χειρόγραφα από το Όρος εμπλουτίζουν πολλές με­γάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και συντελούν στην πολιτιστική ανάπτυξη και ξένων λαών.

Η πτώση της Ιεριχούς. «Οκτάτευχος», από τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Πρόκειται για χειρόγραφο περγαμηνό κώδικα, που χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα.

Μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων, που έμειναν στον τόπο της παραγωγής τους, καταλογογραφήθηκαν σε δυο τόμους, δημοσιευμένους στα 1895 και 1900 στο Κέμπριτζ της Αγγλίας (είχε προηγηθεί και τόμος δημοσιευμένος το 1888 στην Αθήνα), από τον ιστορικό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ύστερα από αυτόν συνέβαλαν με καταλόγους τους και άλλοι επιστήμονες. Η συνολική όμως απογρα­φή (και μάλιστα με σύγχρονη επιστημονική μέθο­δο) παραμένει ζητούμενο, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων ανακαλύφθη­καν μετά ταύτα και κανείς δεν ξέρει να υπολογίσει πόσα άλλα αθησαύριστα χειρόγραφα μπορεί ακό­μη εκεί να λανθάνουν. Μετά την περίοδο των χειρογράφων ήλθε η τέχνη της τυπογραφίας.

Αντίθετα από αυτό που πι­στεύουν μερικοί, ότι δηλαδή το Όρος είναι τόπος πεισματικού συντηρητισμού, που αντιτάσσεται σ’ ο­ποιοδήποτε νεοτερισμό, η αλήθεια είναι πως υ­πήρξε και παραμένει πρόθυμος αποδέκτης οποι­ασδήποτε αλλαγής, η οποία συμβάλλει στην πνευ­ματική καλλιέργεια των ανθρώπων. Από τον πρώ­το κιόλας αιώνα τα τυπωμένα προϊόντα πήραν θέση πλάι στα χειρόγραφα των αγιορείτικων βιβλιο­θηκών. Αντίτυπα έφερε στο δισάκι του ο ανώνυμος που πεζοπόρησε ως εκεί για να ασκητεύσει, ο ξε­νιτεμένος στη Βενετία, στη Βιέννη ή αλλού Έλληνας τυπογράφος, συγγραφέας ή έμπορος, που θεώ­ρησαν υποχρέωσή τους να στείλουν ως αφιέρωμα βιβλία τους στο «Περιβόλι της Παναγίας», οι σο­φοί, τέλος, Αγιορείτες που μετέβησαν στην ξένη, για να τυπώσουν τις συγγραφές τους.

Σήμερα το Όρος είναι μια απέραντη βιβλιοθή­κη. Βιβλία υπάρχουν στις οργανωμένες βιβλιοθήκες των είκοσι περιώνυμων μοναστηριών του, στο Κυριακό των σκητών, αλλά και στα επί μέρους σπί­τια που συναποτελούν τις σκήτες, σ’ όλα, τέλος, τα διάσπαρτα ασκηταριά, όπου οι απομονωμένοι ερη­μίτες αγωνίζονται για να κερδίσουν τη σωτηρία της ψυχής τους.

Xαλκογραφία: H μονή Mπάτσκοβο. 1807, Bιέννη.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τα υ­πάρχοντα σήμερα στο Όρος έντυπα στις εξής επί μέρους κατηγορίες: Παλαιά έντυπα, μερικά σε μνημειώδεις πολυτε­λείς εκδόσεις (εκτός Ελλάδος, αφού σ’ αυτήν η τυ­πογραφία λειτούργησε, σε Κωνσταντινούπολη και Κέρκυρα, από το 1798 και ύστερα) που παρ’ όλο ό­τι στα περισσότερα δημοσιεύονται κείμενα ελληνι­κά (έργα Ελλήνων κλασικών, έργα πατέρων της Εκκλησίας ή κείμενα της Γραφής) δεν θεωρούνται βιβλία από εκείνα που απαρτίζουν τη λεγόμενη ι­στορική μας ελληνική βιβλιογραφία.

Η δεύτερη ομάδα των αγιορείτικων εντύπων εί­ναι η σπουδαιότερης εθνικής σημασίας, γιατί πε­ριλαμβάνει τα βιβλία που ανήκουν στη χαρακτη­ριζόμενη παραπάνω ως ιστορική μας ελληνική βι­βλιογραφία. Πρόκειται για τα προϊόντα της πνευ­ματικής παραγωγής των νεοελλήνων, γι’ αυτά που κράτησαν ζωντανή την ελληνικότητα και ενίσχυ­σαν την ορθόδοξη πίστη μας στους χαλεπούς αιώ­νες της Τουρκοκρατίας. Από την άποψη αυτή το Όρος υπήρξε αληθινή κιβωτός, που διαφύλαξε ό­σα περισσότερα βιβλία αυτής της κατηγορίας μπο­ρούσε. Και όσοι καταπιάστηκαν για να καταλογογραφήσουν τα έντυπα της αναδρομικής μας εθνι­κής βιβλιοπαραγωγής, το πρώτο τους ξεκίνημα το έκαναν ψάχνοντας στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών.

Η μεγάλη αυτή ομάδα των βιβλίων υποδιαιρείται σε βιβλία δυο ξεχωριστών χρονικών περιόδων. Τα έντυπα της μιας και της άλλης περιόδου διαφέρουν ως προς τα κριτήρια της ελληνικότητάς τους.

Η πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα βιβλία που τυπώθηκαν οπουδήποτε στον κόσμο και σ’ ο­ποιαδήποτε γλώσσα, από την αρχή λειτουργίας της τυπογραφίας μέχρι το έτος 1800, στων οποίων τις σε­λίδες αναφέρεται πως για την παραγωγή τους συ­νέβαλαν, με οποιαδήποτε ιδιότητα (συγγραφείς, εκ­δότες, μεταφραστές κ.λπ.), κάποιοι Έλληνες που έ­ζησαν από την έναρξη της τυπογραφικής τέχνης και μεταγενέστερα. Στην ίδια ομάδα ανήκουν και όποια βιβλία εικά­ζεται, από το δημοσιευόμενο κείμενό τους, πως προορίζονταν για να χρησιμοποιηθούν από Έλληνες και όχι από αναγνώστες άλλων λαών. Ας πού­με, ένα Ψαλτήρι, που τυπώθηκε από μη Έλληνα τυπογράφο, είναι βέβαιο πως προοριζόταν για χρή­στες ελληνικής γλώσσας και καταγωγής.

Η δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα σε ελ­ληνική γλώσσα βιβλία των νεοελλήνων, που τυπώθηκαν στην περίοδο των ετών 1800-1863. Τα σε ξένη γλώσσα τυπωμένα έργα των Ελλήνων, αυτής της περιόδου, αποκλείσθηκαν. Το προαναφερόμε­νο καταληκτικό έτος αποτελεί και το τελευταίο έτος της απογραμμένης αναδρομικής εθνικής μας βι­βλιογραφίας.

Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο με τη «Γεωγραφία» του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Βιβλιοθήκη Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.

Από εκεί και ύστερα η έντυπη παρα­γωγή μας είναι και παραμένει σχεδόν παντελώς ακαταλογογράφητη! Θα ήθελα εδώ να κάνω μερικές επισημάνσεις ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων των προαναφε­ρόμενων δυο μεγάλων υποκατηγοριών. Δεν πρέπει να νομισθεί ότι στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών υπάρχουν μόνο βιβλία για λειτουργική εκκλησιαστική χρήση ή με κείμενα κατήχησης ή ηθικοδιδακτικά. Υπάρχουν και βιβλία με κείμενα που θα περίμενε κανείς να σώζονται στα ράφια κο­σμικών βιβλιοθηκών. Αποκλείσθηκαν μόνο τα βι­βλία που τα κείμενά τους δεν θα ταίριαζαν στην ιε­ρότητα του χώρου. Θα βρούμε στις αγιορείτικες βιβλιοθήκες ακόμη και πολλά μαθητικά εγχειρίδια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη, μάλιστα, πολλαπλών α­ντιτύπων τέτοιων βιβλίων στην ίδια αγιορείτικη βιβλιοθήκη υποδηλώνει, κατά κάποιον τρόπο λει­τουργία, κάποτε, υποτυπώδους σχολείου, όπου οι πιο γραμματιζούμενοι μοναχοί δίδασκαν τους ολιγογράμματους συνασκητές τους.

Στο Όρος πάντοτε μόνασαν και υψηλής μορφώ­σεως άτομα, τα οποία δεν ξέκοψαν από την εκτός Όρους πνευματική ζωή, τα έντυπα προϊόντα της ο­ποίας τα προμηθεύονταν αδιαλείπτως, για τη μορ­φωτική τους βελτίωση παράλληλα με την ψυχική. Οι Αγιορείτες, μάλιστα, πολυάριθμοι αναγνώστες, συντηρητικοί καθώς υπήρξαν πάντοτε, φύλαξαν ε­πιμελώς τα κατά καιρούς αναγνώσματά τους, κατά τρόπο που αν κάποτε επιχειρηθεί η απογραφή των μετά το 1863 βιβλίων των Ελλήνων, οι απογραφείς θα βρουν και πάλι στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών πολλά έντυπα που οι κοσμικές βιβλιο­θήκες δεν θεώρησαν απαραίτητο να τα διαφυλά­ξουν στα δικά τους ράφια.

Μια άλλη κατηγορία βιβλίων, που φιλοξενούνται και σήμερα στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών, είναι τα ξενόγλωσσα. Εννοούμε τα σε γλώσσα  ορθόδοξων βαλκανικών και άλλων λαών (ρωσικά, βουλγαρικά, σλαβικά, ρουμανικά, αραβικά και άλλα). Τέτοια βιβλία δεν υπάρχουν μόνο στα τρία ξενόγλωσσα μεγάλα αγιορείτικα μο­ναστήρια (Αγ. Παντελεήμονος: ρωσικό, Χιλανδαρίου: σερβικό, Ζωγράφου: βουλγαρικό) και στη με­γάλη ρουμανική σκήτη Ιωάννου του Προδρόμου. Υπάρχουν και σε πολλά άλλα μοναστήρια, στα ο­ποία κατά καιρούς πέρασαν και μόνασαν και αλ­λοδαποί ορθόδοξοι ή που στο παρελθόν είχαν σχέσεις με παραδουνάβιες κοινότητες και πιστούς από εκεί προσκυνητές. Δεν γνωρίζω αν έχει επι­χειρηθεί συστηματική απογραφή αυτών των ξενό­γλωσσων βιβλίων που φυλάσσονται και σήμερα στο Όρος. Εικάζω όμως ότι πολλές χρήσιμες ιστο­ρικές πληροφορίες θα προέκυπταν αν γινόταν κάτι τέτοιο.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά μιας άλλης ομάδας παλαιών βιβλίων, που υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες του Όρους. Πρόκειται για τα «άδηλα». Βιβλία δηλαδή που με τα χρόνια και την πολλή χρήση ακρωτηριάστηκε η ακεραιότητά τους. Για τα άτιτλα από τα ελλιπή αυτά αντίτυπα η ταύ­τιση, πολλές φορές, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν επιχειρηθεί από ειδικούς μπορεί και να αποβεί ε­πιτυχής και να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για πα­λαιές εκδόσεις ιδιαίτερα σπάνιες. Ο υπογράφων έχει, νομίζω, αποδείξει έμπρακτα πως αγαπά και σέβεται το Όρος, τους Αγιορείτες και τα πάσης φύσεως ιερά κειμήλια. Είκοσι και πα­ραπάνω χρόνια μόχθησε για να συντάξει τον κατάλογο των βιβλίων που φυλάσσονται στα εκεί μονα­στήρια, σε πολλές σκήτες και σε όποια κελιά του ά­νοιξαν τη θύρα τους. Στην πορεία εκείνη ανατρί­χιασε, όταν, ψάχνοντας προ δεκαετίας επισταμένως σε μεγάλο μοναστήρι, βρήκε μόνο δώδεκα εκδό­σεις του 16ου αιώνος από τις εξήντα που άμεσα και έμμεσα είχε εντοπίσει περίπου προ 130 ετών ο αλ­λοδαπός θεμελιωτής της βιβλιογραφικής μας ανα­δρομής.

Δεν θέλησα με το μυαλό μου να υποψιασθώ άλ­λη αιτία, γι’ αυτή τη δραματική μείωση, από τη φθορά του χρόνου, την αμέλεια, την ακαταλληλό­τητα του χώρου και την τυχαία καταστροφή, όπως είναι μια αναπάντεχη πυρκαγιά.

Δικαιούται, επομένως, να διατυπώσει κάποιες υ­ποδείξεις, παρ’ όλο που γνωρίζει πως κάποιες με­μονωμένες προσπάθειες γίνονται τελευταία, και μάλιστα από ιδιαίτερα πεπαιδευμένους μοναχούς.

 

Ο Γέρων Βενέδικτος της Μονής Δοχειαρίου και ο Γέρων Ευλόγιος της Μονής Ξηροποτάμου, με επίσημους προσκυνητές, περιεργάζονται το Πρώτο Τυπικό του Αγίου όρους το οποίο είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου, φωτ. 1963. Γράφτηκε το 972 και φέρει την υπογραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

 

Η διασπορά παλαιών χειρογράφων και εντύπων ακόμη και στις μικρότερες ασκητικές μονάδες δεν ωφελεί. Σ’ αυτές δεν μπορεί να εξασφαλισθούν ού­τε οι κατάλληλες συνθήκες περιβαλλοντικής προ­στασίας. Χειρόγραφα και παλαιά βιβλία, παλαιότε­ρα του 1900, πρέπει να διατηρούνται μόνο στις βιβλιοθήκες των μεγάλων μονών και στις κεντρικές των οργανωμένων σκητών. Από την Επιστασία θα πρέπει να γίνει παρακολούθηση σύνταξης καταλό­γων, που από μόνοι τους δεν αρκούν, αν δεν συνο­δεύονται από κατάλληλη μόνιμη ταξιθέτηση των βιβλίων, ώστε η ανίχνευσή τους, σ’ οποιαδήποτε ζήτηση, να καθίσταται ευχερής.

Κοσμογονικές πραγματοποιούνται τα τελευταία έτη αναστηλώσεις και υποστηρίξεις στα κτιριακά συγκροτήματα του Όρους. Ας εξοικονομηθεί σ’ αυ­τά χώρος ιδιαίτερος για χειρόγραφα και παλαιά έ­ντυπα, που να εξασφαλίζει συνθήκες προστασίας αντικειμένων βαρυνομένων από το χρόνο, και όχι μόνο: η φροντίδα σε μια τέτοια βιβλιοθήκη δεν τε­λειώνει ποτέ. Μακροχρόνια πρέπει να είναι η συ­ντήρηση των ετοιμόρροπων κειμηλίων γραμμένου και τυπωμένου χαρτιού, με προτεραιότητα στα εξ αυτών σπανιότερα (το Όρος έχει πολλές εκδόσεις, των οποίων διασώζει το μοναδικό αντίτυπο που ως τώρα βρέθηκε).

Αν δεν γίνουν αυτά, και άλλα, τώρα που πρό­σφατα άλλαξε ο αιώνας, ο οποίος προστέθηκε βλαπτικά στη γήρανση αυτών των θησαυρών, τότε τα εξήντα 16ου αιώνος έντυπα, που εντοπίσθηκαν στο μοναστήρι το 19ο αιώνα, και έγιναν μόνο δώ­δεκα τον 20ό, στον 21ο θα γίνουν ακόμη λιγότερα. Και τότε η Ιστορία θα ψέξει γι’ αυτό όχι μόνο την αμέλεια των φυλάκων μοναχών, αλλά και την αδια­φορία των θεωρούμενων ως ειδημόνων λαϊκών.

Θωμάς Ι. Παπαδόπουλος

Φιλόλογος – Βιβλιοθηκονόμος

Βιβλιογραφία


  •  Σπυρίδων Π. Λάμπρος, Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, Α’- Β’, Κανταβριγία 1895-1900.
  • Θωμάς I. Παπαδόπουλος, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα: Πρώτη προσπάθεια συγκροτήσεως συλλογικού καταλόγου, Αθήνα 2000.   

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Άγιον Όρος », τεύχος 182, 24 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

«Νέος Ερμής ο Λόγιος», τεύχος 2 (Μάιος – Αύγουστος 2011)


 

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού νέος Ερμής ο Λόγιος.

Το κύριο αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται στην εξάντληση της δυτικής ηγεμονίας, τους μετασχηματισμούς του παγκόσμιου συστήματος και την Ελλάδα. Ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο για τις ρίζες της οικονομικής κρίσης και ακολουθούν κείμενα του Τζιοβάνι Αρίγκι (Δύση και Ανατολή: κράτη, αγορές και καπιταλισμός), του Πέρυ Άντερσον (Η Βραζιλία του Λούλα), του Γιώργου Καραμπελιά (Η οικονομική κρίση και ο «καημός της ρωμιοσύνης»), του Κώστα Μελά (Γενική επισκόπηση δανεισμού και δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1821-2010) και των Παύλου Καρανικόλα και Νίκου Μαρτίνου (Η ελληνική γεωργία μπροστά στην κρίση: προβλήματα και προοπτικές).

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος

 

Το δεύτερο αφιέρωμα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον οθωμανισμό. Η Ιωάννα Τσιβάκου γράφει για την θέσμιση του ιδεώδους του έθνους, ο Χαράλαμπος Μηνάογλου αναφέρεται στο τρίσημο Αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – Νεώτερος Ελληνισμός πριν τον Παπαρρηγόπουλο, ο Γιώργος Παναγόπουλος παρουσιάζει τις σχέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ στο ύστερο Βυζάντιο και ο Τάσος Χατζηαναστασίου γράφει για τον οθωμανισμό και τα Βαλκάνια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το δεύτερο τεύχος περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Μιχάλη Μερακλή (η αγέραστη νεότητα) για το αρχαίο ελληνικό θέατρο και τις νεώτερες αντιστοιχίες του, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου για τον Γάλλο πρόξενο Auguste de Jassaud, του Σπύρου Κουτρούλη για τις θρησκευτικές και αξιακές προϋποθέσεις του Αμερικανισμού, καθώς και μία εκτενή μελέτη του Γιάννη Ταχόπουλου για την αυτονομία και την ετερονομία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Τάκη Φωτόπουλου.

 Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Κάρολος Ντίκενς του Τζόρτζ Όργουελ και Χάιντεγγερ του Τζόρτζ Στάινερ), μία παρουσίαση των εκδόσεων Έρασμος και μία βιβλιοκριτική στο Επιστήμη και πολιτική της ισχύος του Χανς Μόργκενταου από τον Σπύρο Κουτρούλη καθώς και μία παρουσίαση του βιβλίου Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού του Γιάννη Παπακώστα, από τον Δημήτρη Μαυρίδη. Το τεύχος κλείνει με ένα σχόλιο του Σάββα Παύλου για τις ονοματοδοσίες εντύπων, την νεοελληνική μυθολογία και τον Ερμή τον Λόγιο.

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία


 

 Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία

Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.

Εικόνα Αγίου Γεωργίου

Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.

Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.

 

Ο Άγιος Γεώργιος (εικόνα αγνώστου, 1830). Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου – Άνω Σύρος.

 

Αρχαιοελληνικές καταβολές…

Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.

Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.

Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.

Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων

Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.

Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:

Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).

Ο  Άγιος   Γεώργιος   Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.

Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.

Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.

Χιδελερέζ…

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την Τουρκοκρατία τα παρεκκλήσια που προαναφέραμε χρησιμοποιήθηκαν από τους Μπεκτασήδες τεκέδες, και μάλιστα έτσι τα αποκαλούν μέχρι σήμερα. Τον άγιο Γεώργιο πολλές φορές τον συγχέουν με τον Προφήτη Ηλία (επίσης πολύ αγαπημένο τους Μπεκτασήδες) και τον ονομάζουν Χιδελερέζ, σύνθετο όνομα από το Χιζίρ (Γεώργιος) και Ελέζ (Ηλίας).

Άγιος Γεώργιος ο Καππαδόκης

Η γιορτή του αγίου Γεωργίου (Χιδελερέζ), στον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα στις αρχές του καλοκαιριού, συνδυάζεται με υπαίθρια γλέντια (κουρμπάνια), ψήσιμο αρνιών, τα οποία μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους, και σε ορισμένα χωριά συνδυάζεται με τις κούνιες: κάνουν αυτοσχέδιες κούνιες από δέντρο σε δέντρο, όπου κάθονται νεαρές κοπέλες ενώ τα νεαρά αγόρια κουνούν το καθένα την κοπέλα που του αρέσει.

Η τιμή που αποδίδουν οι Μπεκτασήδες στον Άι-Γιώργη φαίνεται και από ένα επιπλέον γεγονός: στις Φέρρες, βρίσκεται το μαυσωλείο ενός αγίου του μπεκτασισμού, του Sari Saltik. Ο συγκεκριμένος άγιος γιορτάζεται ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στη συνείδηση των πιστών του ταυτίζεται με τον άγιο Γεώργιο, ενώ πολλές φορές τον παρουσιάζουν με τα άμφια του αγίου Νικολάου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της γιορτής του συρρέουν στο μαυσωλείο και πολλοί χριστιανοί.

Στον Έβρο, στις Καστανιές

 

Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.

Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.

Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης

Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».

Το τραγούδι του Άργους

Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.

Άγιος Γεώργιος

Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…

Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.

Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.

Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.

Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.

Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.

Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.

 

Μαρία Σταματιάδου

Νομικός – Αρθρογράφος

 

Πηγή 


  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.

Read Full Post »

Το κάψιμο του Ιούδα, Πασχαλινό έθιμο της Ασίνης


 

Η Ασίνη (Πιν. ΙΓ’, 1) είναι το μοναδικό χωριό της Αργολίδας[1]που διατηρεί σήμερα το «κάψιμο του Γιούδα», γραφικό λαμπριάτικο έθιμο. Το έθιμο τούτο, που το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια και ο γεροντότερος Ασιναίος, είναι γνωστό και από άλλες ελληνικές περιοχές, αποτελεί  μια θεαματική λαϊκή τελετή, που εντάσσεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της ανοίξεως και του Πάσχα. Ενώ όμως έχουμε σχετικές περιγραφές από άλλα ελληνικά χωριά,δεν υπάρχει καταγραφή του εθίμου της Ασίνης. Αξίζει, λοιπόν, να περιγράψουμε την ιδιόμορφη τούτη γιορτή, που παλαιότερα είχε μεγάλη αίγλη, να δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της, την καταγωγή της και, τέλος, να επιχειρήσουμε μια γενικότερη ερμηνεία της.

Η Ασίνη δεν έχει άλλα ιδιαίτερα λαογραφικά στοιχεία από τα λοιπά χωριά του κάμπου, που είναι γνωστά σαν Δρεπανοχώρια.Όλα αυτά τα χωριά, μικρά και νοικοκυρεμένα, σκαρφαλωμένα σε μικρούς λόφους μέσα στον κάμπο, όπου άλλοτε οι κάτοικοι τους καλλιεργούσαν σιτάρι, αμπέλια, ελιές, καπνό και κηπευτικά και σήμερα αποκλειστικά, σχεδόν, εσπεριδοειδή, ακολούθησαν τη ζωή και την τύχη τ’ Αναπλιού, με το οποίο άμεσα επικοινωνούν. Η επικοινωνία τους αυτή με ένα διοικητικό κέντρο πανελλήνιας ακτινοβολίας είχε ως αποτέλεσμα και την πολιτιστική τους εξάρτηση απ’ αυτή την πρωτεύουσα. Έτσι δεν έχουν, εκτός από τα κοινά πανελλήνια έθιμα, ιδιόμορφες συνήθειες, για τις οποίες θ’ άξιζε ιδιαίτερη μνεία.

Μόνο το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιεί λαογραφικά την Ασίνη από τ’ άλλα χωριά του αναπλιώτικου κάμπου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα γειτονικά: Τσέλο, Λευκάκια, Δρέπανο – εκτός του Τολού που έχει κρητική προέλευση – προσπάθησαν κατά καιρούς να μιμηθούν το έθιμο τούτο της Ασίνης, δεν μπόρεσαν να το σταθεροποιήσουν και να το διατηρήσουν πάνω από 3-5 χρόνια.

Η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν για τους Ασιναίους περίοδος πολύ κοπιαστική. Μετά τις γιορτές της Αποκριάς, άρχιζαν οι δουλειές των ξωμάχων στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Έπρεπε να περιποιηθούν τ’ αμπέλι, να ξεβοτανίσουν το σιτάρι, να φυτέψουν τα ζαρζαβατικά, αναμένοντας τη σοδειά του καλοκαιριού. Έτσι η μεγάλη γιορτή της Λαμπρής ήταν μια ανάπαυλα μέσα στον ανοιξιάτικο μόχθο.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα, άρχιζαν τις προετοιμασίες τους από νωρίς, πριν από τις σχολικές διακοπές. Έπρεπε να προμηθευτούν από τ’ Ανάπλι βεγγαλικά, τρακατρούκες και, πριν απ’ όλα, μπαρούτη, να ετοιμάσουν τα βαρελότα και τις ρουσιέτες. Αυτά απαιτούσαν λεπτή τεχνική, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι έφηβοι και οι άντρες. Τα παιδιά περιορίζονταν στα «κλειδιά», που τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν έτσι έκρηξη, χτυπώντας τα με μια πρόκα.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Κέντρο όμως και αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής προετοιμασίας ήταν η κατασκευή του ομοιώματος του Ιούδα και η «εκτέλεσή του». Οι νέοι τον φιλοτεχνούσαν με μεράκι, ενώ οι μεγάλοι ετοίμαζαν την πανοπλία τους για την ώρα της εκτελέσεώς του. Οι γιορτές άρχιζαν το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, όταν ακούονταν, δειλά, οι πρώτες εκπυρσοκροτήσεις με την είσοδο του Νυμφίου, και τελείωναν με τον εσπερινό της Αγάπης, ανήμερα τη Λαμπρή με τις οδομαχίες.

Η κυρίως γιορτή περιείχε παλαιότερα τρία στάδια: 1ο Το φτιάξιμο του Ιούδα μέσα στον αχυρώνα. 2ο  Την περιφορά του με το κάρρο μέσα στο χωριό και το στήσιμό του πάνω στο ικρίωμα και 3ο  το κάψιμό του και το γενικό πόλεμο, μικρών και μεγάλων. Τη φροντίδα για το ομοίωμα του Ιούδα την είχαν 8-10 παιδιά, ηλικίας 16-18 χρονώ, καμμιά φορά και μικρότερα. Αφού συνεννοούνταν από τις αρχές της Μεγαλοβδομάδας, έκαναν την τελική συνάντηση το βράδυ του Μ. Σαββάτου σ’ ένα καλύβι.

Εκεί μάζευαν τα υλικά της κούκλας: ένα μακρύ παντελόνι, ένα σακκάκι, μια νεροκολοκύθα, αρβύλες, γάντια και μια τραγιάσκα. Το άχυρο ήταν τότε άφθονο. Μετά έφευγαν για την Ανάσταση, που γιορταζόταν μέσα σε πανδαιμόνιο κρότων από τις εκρήξεις συχνά αυθεντικού πολεμικού υλικού. Μετά την Κατοχή, μερακλήδες Ασιναίοι εύρισκαν δυναμίτιδες και νάρκες, που τις ξέχωναν, με κίνδυνο της ζωής τους πάντοτε, από τα αντιαρματικά Γερμανοϊταλικά έργα στην παραλία της Πλάκας, για να «λαμπρύνουν» μ’ αυτές την Ανάσταση[2].

Πριν από το λαμπριάτικο τραπέζι του μεσημεριού, οι νεαροί τεχνίτες ετοίμαζαν τον Ιούδα: Παραγέμιζαν το παντελόνι και το σακκάκι με άχυρο και μετά τα συνέδεαν με σύρμα λεπτό ή χοντρό σπάγγο. Τη ραφή την κάλυπταν συνήθως με μια στρατιωτική ζώνη. Ιδιαίτερη λεπτότητα τεχνικής απαιτούσε το κεφάλι του Προδότη.

Συχνά ήταν μια ζωγραφιστή νεροκολοκύθα ή ένα γεμισμένο τόπι που το κάλυπτε μια μάσκα, απομεινάρι της Αποκριάς. Το κεφάλι έπρεπε να προσαρμοσθή κατάλληλα, ώστε να ξεχωρίζη ο λαιμός από τον κορμό. Τα μάτια, η μύτη, τα φρύδια, και το μουστάκι έπρεπε να ζωγραφισθούν παραστατικά, ώστε ν’ αποδίδουν πρόσωπο πολύ πονηρό. Δεν έλειπε και η τραγιάσκα με το γείσο υπερυψωμένο, ώστε να διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο του αχάριστου μαθητού.

Τέλος, προσαρμοζόταν στο υπογάστριο ο φαλλός: ένα ξερό κολοκύθι με δυο στρογγυλά «μποτσίκια», σε μεγάλο μέγεθος. Ήταν έτσι έτοιμος ο Ιούδας, γύρω στις 9-10 το πρωί, και ο παλαιότερος μάστορης, που επιστατούσε, έδινε την έγκρισή του για την έξοδο. Τον ανέβαζαν τότε απάνω σ’ ένα κάρρο και τον έστηναν σε μια καρέκλα, όρθιο ή ελαφρά καθιστό. Τελευταία έμπαινε η επιγραφή, καλλιγραφημένη στο στήθος: «Ιούδας ο Προδότης».

Μετά άρχιζε το σεργιάνι μέσα στα σοκάκια του χωριού. Πήγαινε μπροστά το κάρρο με τον Ιούδα (Πιν. ΙΓ’, 2) και τους μαστόρους του και ακολουθούσαν τα παιδιά με τροκάνια, σφυρίχτρες, τρακατρούκες και βαρελότα.

Όταν η πομπή είχε πια περάσει απ’ όλα τα σοκάκια, κατέληγε στην «Κόντρα» (Πιν. ΙΔ’, 4) μικρό λοφίσκο 100 περίπου μέτρα δυτικά του Αϊ-Δημήτρη – πολιούχου της Ασίνης. Εκεί κρέμαγαν τον Ιούδα πάνω σε μια ξύλινη κρεμάλα, στημένη σε γερή βάση. Η οριζόντια κεραία εξείχε και εκεί δενόταν συχνά ο Προδότης. Το τοπίο με το ικρίωμα θύμιζε τον «Κρανίου τόπον», όπως τον εικόνιζε παραστατικά τοιχογραφία της Σταυρώσεως στη γειτονική εκκλησία του Αϊ-Τρύφωνα.

Το μεσημέρι άφηναν τα παιδιά την Κόντρα και γύριζαν στα σπίτια τους για το τραπέζι της Λαμπρής. Κανείς δεν θα πείραζε το μελλοθάνατο προ της ώρας του. Άλλη όμως ήταν η κατάσταση στα γειτονικά χωριά, που μιμούνταν το έθιμο της Ασίνης: Ένα μεσημέρι του 1953 οι Λευκακιώτες έκλεψαν το στημένο Γιούδα του Τσέλου την ώρα του φαγητού. Ακολούθησε λαμπριάτικος καυγάς ανάμεσα στα δυο χωριά και από τότε οι Τσελιώτες έβριζαν τους Λευκακιώτες «κλεφτογιουδάδες».

Το απόγευμα της Λαμπρής, κατά τις 5, χτυπούσε η καμπάνα της Αγάπης. Ήταν η ώρα της πιο επίσημης εμφανίσεως, ιδιαίτερα των γυναικών. Οι εκτελεστές όμως του Ιούδα δεν πήγαιναν στον Αϊ-Δημήτρη, έμεναν έξω στο προαύλιο – στην «πλακόστρωση» – ή συχνά ανηφόριζαν πάνοπλοι προς την Κόντρα (Πιν. ΙΓ’, 3).

Υπήρχε τόση βιασύνη στο εκκλησίασμα για το επικείμενο θέαμα, ώστε παλαιότερα ο παπάς, μετά τον ασπασμό του Ευαγγελίου, έβγαινε κι αυτός από την εκκλησία και διάβαζε την απόλυση στην Κόντρα. Αλλιώς δεν θα έμενε ψυχή ως το τέλος της ακολουθίας. Οι θεατές έπαιρναν ημικυκλική θέση γύρω από το εκτελεστικό απόσπασμα. Πίσω από τον κατάδικο –βοριοδυτικά – απαγορευόταν η κυκλοφορία.

Η εκτέλεση άρχιζε με την καθιερωμένη ανάγνωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Κάποιος γραμματιζούμενος Ασιναίος είχε γράψει ένα δεκάρικο λογύδριο, μια – δυο σελίδες, με το αιτιολογικό της καταδίκης: η προδοσία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά ταυτιζόταν ο Προδότης με πρόσωπα της επικαιρότητας.

Έτσι τον καιρό της εξεγέρσεως των Κυπρίων κατά των Άγγλων, ο Ιούδας ταυτίστηκε με τον Χάρτιγκ και έφερε στρατιωτική στολή. Τη χρονιά της απριλιανής δικτατορίας, κάποιος φανατικός του νέου καθεστώτος του φόρεσε ημίψηλο πολιτικού φαυλοκράτη (Πιν. ΙΔ’, 5) και του διάβασε ένα βαρυσήμαντο κείμενο πολιτικής καταδίκης, κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των τυφεκιοφόρων που βιάζονταν.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, κάποιοι νεαροί είχαν προμηθευθή το πουλί της 21ης και ετοιμάζονταν να ντύσουν τον Ιούδα χουντικό, που πρόδωσε την Κύπρο. Οι μεγάλοι όμως, φρόνιμοι και μυαλωμένοι, έκριναν ότι δεν έπρεπε αυτή τη φορά να εκδηλωθή ο Ιούδας πολιτικώς.

 Γυρεύεις, τους είπαν, ποιος ξέρει του χρόνου τα γυρίσματα. Θέλετε να σας καλούν στο Τολό, στην αστυνομία; Έτσι ο Ιούδας δεν τουφεκίστηκε ως χουντικός.

Αφού τελείωνε η ανάγνωση της ετυμηγορίας, ο επικεφαλής του αποσπάσματος πρόσταζε: Πυρ! Τότε διμούτσουνες, γκράδες, αργότερα ντουφέκια εγγλέζικα, γερμανικά, ιταλικά, όλα πλιάτσικο και κρυμμένα ως τότε, στις μέρες μας δίκαννα και καραμπίνες εκπυρσοκροτούσαν με μιας. Στόχος όλων το κεφάλι του Προδότη. Ο καλός σκοπευτής σημάδευε τα μάτια και την τραγιάσκα.  

Δεν ξεχώριζες όμως τη δεινότητά του μέσα στις ομοβροντίες. Το μένος της χριστιανικής εκδικήσεως ήταν τέτοιο, ώστε, όταν πια διαλυόταν το ανδρείκελο, οι εκτελεστές χτυπούσαν ακράτητοι τα ξύλα της κρεμάλας. Τέλος, μετά από 10-15 λεπτά πυρός ομαδόν, εδίδετο η χαριστική βολή και τα λείψανα του κατάδικου καίγονταν μέσα σε γενική αγαλλίαση.

Οι τυφεκιοφόροι του αγήματος γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους, έβγαζαν την εξάρτυσή τους και έπαιρναν πολεμοφόδια για την επικείμενη μάχη. Το ίδιο έκαναν μικροί και μεγάλοι. Διάλεγαν στρατηγικά σημεία εφόδου στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που οδηγεί στο Τολό. Οι φρόνιμοι είχαν βγάλει τα γιορτινά τους και φορούσαν τα «λιάπικα». Είχαν εφοδιασθή με βαρελότα και ρουσιέτες.

Χωρίζονταν σε δυο παρατάξεις, τους πάνω και τους κάτω. Η διαχωριστική γραμμή ήταν στο μέσο του δρόμου, στο σημερινό περίπτερο της Ασίνης. Κρατούσαν απόσταση 80-100 μέτρα. Το σύνθημα της επιθέσεως δινόταν με τις φράσεις:

– Τα μασάτε; έλεγαν οι απάνω.

– Τα μασάμε, απαντούσαν οι κάτω.

Έτσι άρχιζε η σύγκρουση, ανελέητη, με εκσφενδονιζόμενα πυροτεχνήματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούσαν φοβισμένα από τα μπαλκόνια. Όταν ορμούσαν οι αντίπαλοι, τους απομάκρυναν οι άλλοι με πυραυλοφόρες βολές. Για να ‘χουν μεγάλο βεληνεκές οι ρουσιέτες, τις συνέδεαν οι παλαιότεροι μ’ ένα καλαμάκι που έδινε σ’ αυτές μεγάλη ορμή.

Αυτά ήταν τα «σαϊτάρια», τέχνη επιδέξιων μαστόρων της Ασίνης τον καιρό της ακμής του εθίμου. Ο πόλεμος, μέσα σε βροντές, καπνούς, γιουχαΐσματα και βλαστήμιες, με εναλλασσόμενες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις, βαστούσε μιαν ώρα περίπου. Μετά εκφυλιζόταν στα σοκάκια. Ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνος. Συχνά το βαρελότο ή το σαϊτάρι χτυπούσε σε ζωντανό στόχο.

Αν εύρισκε την τσέπη του αντιπάλου, όπου φύλαγε τα πυρομαχικά του, εκείνος έπαιρνε φωτιά και καιγόταν. Έτρεχε τότε στην απάνω ή στην κάτω βρύση και προσπαθούσε να σβησθή. Έγιναν πολλά τέτοια ατυχήματα κατά καιρούς και πολλοί τραυματίες κατέφυγαν στα δικαστήρια. Αλλά οι δράστες, αν βρίσκονταν, πρόβαλλαν στερεότυπα την ίδια δικαιολογία:

– Έθιμο παμπάλαιο, κύριε πρόεδρε.

Η κατασκευή των βαρελότων ήταν πάντοτε επικίνδυνο εγχείρημα. Πολλές φορές τύχαινε να πάρουν φωτιά μέσα στο φούρνο, όπου τα έβαζαν να στεγνώσουν. Όχι σπάνια τα εύρισκε στη «λιάστρα» η κατσίκα και μασούσε το εξωτερικό χορτάρι που τα έσφιγγε. Τότε παίρναν φωτιά στο στόμα της. Έτσι μερικοί στο τραπέζι της Λαμπρής έτρωγαν όχι αμνόν σιτευτόν, αλλ’ αναγκαστικά γρια γκιόσα, πρώτο θύμα των πασχαλινών πολεμοφοδίων.

Την ώρα της μάχης η κυκλοφορία στο δρόμο σταματούσε. Αν κανένας οδηγός αυτοκινήτου, στα νεώτερα χρόνια, τολμούσε να περάση τα οχυρά, οι Ασιναίοι ξέσπαγαν στο όχημά του, που βγαίνοντας απ’ το χωριό έφερνε εξωτερικά έκδηλα τα ίχνη της εξ Ασίνης πασχαλινής διελεύσεώς του. Όταν πια είχε σουρουπώσει για καλά, οι αντίπαλοι συμφιλιώνονταν όλοι, κριτίκαραν την τελετή του Ιούδα και γύριζαν κατάκοποι στο βραδυνό τραπέζι.

Είδαμε ως εδώ μια σύντομη περιγραφή του εθίμου, που όσο πάει και σβήνει. Δεν γίνονται πια οι οδομαχίες και ο ταλαίπωρος Ιούδας εκτοπίσθηκε από τον «Κρανίου τόπον». Η Κόντρα φυτεύτηκε ελιές. Εφέτος (1976) η εκτέλεση έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο, κοντά στη στροφή του Τολού, όπου υπάρχουν τουριστικά κέντρα.

Η νέα κατάσταση δικαιολογήθηκε με την πρόφαση πως ο Ιούδας συγχρονίστηκε πια και μπορεί η τελετή του να τέρπη και τους περαστικούς τουρίστες, ώστε να προβάλλεται ευρύτερα το χωριό.

Ωστόσο, δυο ερωτήματα προβάλλουν στο μελετητή του εθίμου: α) Από που ήρθε το έθιμο στην Ασίνη και β) ποιο είναι το νόημά του. Θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη εξήγηση.

Το πρώτο ζήτημα συνδέεται με την προέλευση των Ασιναίων. Φαίνεται πως το αρχικά μικρό Τζαφέρ – Αγά μετά την Επανάσταση εποικίσθηκε από ξένους διαφόρων περιοχών, που κατέβηκαν από την ορεινή Αργολίδα, Κορινθία, Αρκαδία, από την Ύδρα, Ερμιονίδα, κ.α. Πολλοί ήταν τσοπάνηδες. Τούτο προδίδει το επώνυμο ωρισμένων Ασιναίων και μαρτυρούν οι οικογενειακές τους παραδόσεις.

Από το Φωτάκο, μαθαίνουμε πως ο Παπα-Θοδόσης Μπούσκος – Οικονόμου, παπάς της Ασίνης κατά την κήρυξη της Επαναστάσεως, ήταν φιλικός και φροντιστής στην πολιορκία του Ναυπλίου. Φαίνεται ότι κατέβηκε στο Τζαφέραγα από την ορεινή Ναυπλία. Ένας από τους πρώτους προεστούς του χωριού, σύγχρονος του Παπα-Θοδόση ήταν ο Παναγιώτης Χρίστου ή Χριστόπουλος, αγωνιστής κι αυτός του 21, που ήρθε από την Ύδρα, σύμφωνα με τη βέβαιη παράδοση της οικογενείας του.

Μαζί του εγκατεστάθησαν στο Τζαφέραγα και δυο του ανίψια, της οικογενείας Χρίστου, που πήραν εδώ τα επώνυμα Τζαβέλλας («φέσα σαν του καπετάν Τζαβέλλα») και Σκανδάλης («σκάνταλο στην τράτα του θείου του Παναγιωτάκη»), τους οποίους είχε πλήρωμα στο καΐκι του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και ύστερα. Ένας άλλος νεοφερμένος στο χωριό από την Ερμιονίδα ήταν ο Δαμιανού.

Ορισμένοι «ελάσσονες» αγωνιστές πήραν κτήματα από το Δημόσιο μετά την Παλιγγενεσία, με ειδικά παραχωρητήρια, σαν αποτίμηση της προσφοράς τους. Και ο Παπα-θοδόσης και ο Χριστόπουλος και άλλοι Ασιναίοι πήραν τέτοια κτήματα στον κάμπο της Ασίνης. Ήταν φυσικό, οι νεοφερμένοι να έφεραν εδώ παλιές συνήθειες του τόπου τους, που συγχωνεύτηκαν με τις ντόπιες παραδόσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι το έθιμο που μελετάμε, το έφερε από την Ύδρα ο Παναγιώτης Χριστόπουλος με τους άλλους συμπατριώτες του σαν εκδήλωση, που έδινε λαμπρότητα στο Πάσχα της νέας τους πατρίδας. Στο νησί τους το κάψιμο του Ιούδα ετελείτο με λαμπρότητα το 19ο αιώνα. Και σήμερα η τελετή εξακολουθεί να γίνεται, εκτός από την Ύδρα, στις Σπέτσες και στα παρακείμενα χωριά της Ερμιονίδας[3].

Επειδή οι Υδραίοι αυτοί έζησαν και πρόκοψαν στην Ασίνη, το έθιμο ρίζωσε στο χωριό. Ότι αυτή είναι η καταγωγή του εθίμου, δείχνει μια άλλη λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την παράδοση, στη φροντίδα για την ετοιμασία του Ιούδα πρωτοστατούσαν ανέκαθεν οι Τζαβελλαίοι και οι Σκανδαλαίοι.

Η αφετηρία του εθίμου, όπως δείχνει η έρευνα, πρέπει να τοποθετηθή στα χρόνια του Παπα-Γιώργη Μηναίου, του διαδόχου του Παπα Θοδόση, στην Ασίνη, από το 1825. Ας σημειωθή ακόμα, ότι στην ακμή του φθάνει, μέσα στο 19ο αιώνα, στην περίοδο της ιεροσύνης του γιου του Παπα-Γιώργη, Παπα-Παντελή Μηναίου (†1902)[4]. Οπωσδήποτε, μετά τους διαφόρους πολέμους (Βαλκανικούς, δυο παγκοσμίους) παρουσίαζε έξαρση, όπως φανερώνουν σχετικές αφηγήσεις των γερόντων.

Για την ερμηνεία του εθίμου είναι αναγκαία μια ευρύτερη θεώρηση της θρησκευτικής εκφράσεως του ελληνικού λαού. Τίθεται το ερώτημα: Το έθιμο του Ιούδα ανεπτύχθη μέσα σε γνήσια χριστιανική παράδοση ή είναι παγανιστικό κατάλοιπο; Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος δείχνει ότι το έθιμο τούτο έχει μεν επίφαση χριστιανική, αλλά στην ουσία του είναι αρχαιοελληνική επιβίωση.

Με την άποψη αυτή θα συμφωνούσε η λαογραφική έρευνα, η οποία συναντά και άλλες παρόμοιες συνήθειες στη νεώτερη λαϊκή παράδοση και δίνει ανάλογη ερμηνεία. Το μεγάλο πλήθος ποτέ δεν κατάλαβε βαθιά τη χριστιανική μεταφυσική, την απάρνηση του σώματος για μια μεταθανάτια δικαίωση.

Επηρεάζεται βέβαια από την θεολογία των καθαρά θρησκευόμενων, αλλά με τη δική του προσληπτική ικανότητα, η οποία δεν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη συμπεριφορά του. Η ψυχή του δεν μεταβάλλεται ριζικά από τη νέα πίστη, η οποία γίνεται αποδεκτή με τα παλαιά σύμβολα της ελληνικής μυθοπλασίας. Για το μεγάλο, το ανώνυμο πλήθος δεν υπάρχει ξαφνική conversion.

Το νέο, το χριστιανικό όραμα του κόσμου χρωματίζεται από τις παλαιότερες εκφραστικές συνήθειες, που αποτελούν τη γέφυρα του παλαιού και του νέου. Έτσι ο Άδης εξακολουθεί να είναι ο κάτω κόσμος, σκοτεινός και αφιλόξενος όπως αποκαλύπτεται στα ελληνικά μοιρολόγια.

Η Ανάσταση φαίνεται πως γιορτάζεται σαν συνέχεια της αναστάσεως του Άδωνη[5], συμβολισμός οικείος στο λαό, που ζωντανεύει με την εαρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσεως. Ο Ιούδας, ειδικώτερα, είναι ένα πρόσωπο του θείου δράματος, που για τον Έλληνα, ιδιαίτερα του 19ου αιώνα, συνδέεται άμεσα με τη «μπαμπεσιά», την οποία ανέκαθεν απεχθάνεται. Ο απλοϊκός άνθρωπος, που συντηρεί ευλαβικά την παράδοση, δεν κατανοεί το «μυστήριο» του Ιούδα: Ήταν το προωρισμένο όργανο που συνέβαλε στη σωτηρία ή απλά ο αχάριστος μαθητής, που πρόδωσε το Δάσκαλό του; Το δεύτερο το καταλαβαίνει καλύτερα.

Έτσι, την ημέρα της Λαμπρής εκδηλώνει το μίσος του με την παραδειγματική καταδίκη του προδότη. Από τα στοιχεία, λοιπόν, του χριστιανικού πάθους προσοικειώνεται τα συγγενή και τα πρόσφορα στην ψυχοσύνθεση και στην εκφραστικότητά του. Υπήρχε στον ελληνικό χώρο μια παμπάλαια παράδοση βδελυγμίας προς τον προδότη και την προδοσία, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος η απέχθεια του νεόφυτου χριστιανού προς το πρόσωπο του Ιούδα.

Έτσι η διαπόμπευσή του πέρασε στο χριστιανικό λαό ως παραδειγματική πράξη στιγματισμού της θεοκτονίας. Ο Ιούδας ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, που πάνω του ο λαός φόρτωσε όλα τα εγκλήματα, τα όποια έγιναν κατά το Πάθος. Συμβόλιζε, γενικώτερα, κάθε μισητό και αντιλαϊκό υποκείμενο, που η παρουσία του ρύπαινε την πόλη. Έτσι ο χριστιανικός αντισημιτισμός βρήκε προσωπικό στόχο.

Ο προδότης έπρεπε ν’ αποβληθεί, θεαματικά, από την κοινότητα των πιστών. Αναζητώντας αυτή την παράδοση, στα πλαίσια της οποίας βρήκε, φαίνεται, την έκφρασή του το έθιμο του Ιούδα, μπορούμε, να αναχθούμε ως την αρχαία λαϊκή γιορτή των Θαργηλίων (Απρίλιος-Μάιος), που ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Το εξιλαστήριο θύμα λεγόταν, τότε, φαρμακός, που στην κλασσική και μετέπειτα περίοδο κατάντησε συνώνυμο βρισιάς (=κάθαρμα, λέρα).

Σε περίπτωση θεομηνίας, λιμού, επιδημίας ή άλλης συμφοράς, η πόλη αισθανόταν την ανάγκη καθαρμού με ανθρωποθυσία – τα αρχαϊκά χρόνια. Συνήθως ο φαρμακός ήταν ένας κατάδικος, που ο λαός της Ιωνίας περιέφερε στους δρόμους της πόλεως, τον μαστίγωνε με χλωρά κλαδιά και τελικά τον σκότωνε. Μετά έκαιγαν το σώμα του πάνω σε κλαριά άκαρπων δέντρων και πετούσαν την τέφρα του στη θάλασσα.

Μπορούσε να χρησιμοποιηθή στη γιορτή και ένας σκύλος. Ο βυζαντινός γραμματικός και ποιητής Ιωάννης Τζέτζης μας διασώζει το έθιμο με τους έξης πολιτικούς στίχους:

 Ο φαρμακός το κάθαρμα τοιούτον ην το πάλαι.

Αν συμφορά κατέλαβε πόλιν θεομηνία,

είτ’ ούν λιμός είτε λοιμός είτε και βλάβος άλλο,

των πάντων αμορφότερον ήγον ως προς θυσίαν,

εις καθαρμόν και φάρμακον πόλεως της νοσούσης.

Εις τόπον δε τον πρόσφορον στήσαντες την θυσίαν,

τυρόν δε δόντες τη χειρί και μάζαν και ισχάδας[6],

επτάκις γαρ ραπίσαντες εκείνον εις το πέος

σκίλλαις[7], συκαίς αγρίαις τε και άλλοις των αγρίων,

τέλος πυρί κατέκαιον εν ξύλοις τοις αγρίοις

και την σποδόν εις θάλασσαν έρραινον εις ανέμους(…).

 

Το έθιμο του φαρμακού ήταν πανελλήνιο με μικρές παραλλαγές κατά τόπους και διάφορες περιόδους. Στην Αθήνα, όπως παραδίδει ο Αλεξανδρινός ρήτορας Αρποκρατίων (πιθανόν β’ αι. μ.Χ.) στο «Λεξικόν των Δέκα Ρητόρων», «δύο άνδρας ε ξ ή γ ο ν καθάρσια εσομένους της πόλεως εν τοις Θαργηλίοις, ένα μεν υπέρ των ανδρών, ένα δε υπέρ των γυναικών ότι δε όνομα κύριόν έστιν ο Φαρμακός, ιεράς δε φιάλας του Απόλλωνος κλέψας και αλούς υπό των περί τον Αχιλλέα κατελεύσθη, και τα τοις Θαργηλίοις αγόμενα τούτων απομιμήματά έστιν, Ίστρος εν τω α’ των Απόλλωνος επιφανειών είρηκεν».

Όπως βλέπουμε σ’ αυτό το απόσπασμα, γίνεται προσπάθεια ν’ αναχθή το έθιμο στα ηρωικά ελληνικά χρόνια και να ερμηνευθή ως μίμηση συγκεκριμένου γεγονότος. Και εδώ αναζητείται, από τη μεταγενέστερη παράδοση, επώνυμος κακοποιός, για να εξηγηθή η αφετηρία του εξαγνισμού της πόλεως κατά την εορτή των Θαργηλίων.

Ο μύθος, λοιπόν, πλάθεται και εδώ ως απαραίτητο λειτουργικό στοιχείο μέσα στα πλαίσια της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως, ο οποίος συχνά κατέληγε σε καλλιτεχνική έκφραση. Στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται έτσι η πανάρχαια ανάγκη του καθαρμού της πόλεως από τα ανίερα στοιχεία που τη βεβήλωναν. Η τελετουργία αυτή, όπως μας εξηγεί ο ιστορικός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας Μ. Ρ. Νilsson, δεν ήταν ακριβώς θυσία, αλλά εξαγνισμός, ο οποίος δρούσε αυτόματα, χωρίς την επέμβαση του θεού, και είχε ως σκοπό να απομακρύνη το μίασμα από την πόλη και τους αγρούς. Γι’ αυτό περιέφεραν, ανάμεσά τους, το φαρμακό.

Παρόμοιο έθιμο καθαρμού, με ανάμικτα στοιχεία θυσίας και αυτομάτου εξαγνισμού, βρίσκουμε και στους αρχαίους Εβραίους. Κατά την  μεγάλη ημέρα του Εξιλασμού, ο αρχιερέας πρόσφερε στον Ιεχωβά, ανάμεσα στις άλλες θυσίες, και έναν τράγο για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Έπαιρνε αρχικά δυο τράγους και τους τοποθετούσε μπροστά στη σκηνή του Μαρτυρίου.

Μετά έρριχνε κλήρους, έναν για τον τράγο της θυσίας που έφερνε την επιγραφή «τω Κυρίω» και έναν για τον αποδιοπομπαίο τράγο με την επιγραφή «τω Αζαζέλ» (=τω Σατανά). Με την κλήρωση εκφραζόταν το θείο θέλημα. Ο πρώτος τράγος θυσιαζόταν «περί αμαρτίας». Μετά ο αρχιερέας επέθετε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του αποδιοπομπαίου τράγου και ωμολογούσε φωναχτά τις αμαρτίες του λαού.

Έτσι ο τράγος έπαιρνε πάνω στη ράχη του τα κρίματα του λαού και τα μετέφερε στην έρημο του διαβόλου: «Και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου (=τράγου) του ζώντος και εξαγορεύσει έπ’ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών του Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις έρημον και λήψεται ο χίμαρος ε φ’  ε α υ τ ώ τας αδικίας αυτών εις γην άβατον, και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον».

Τα μεταγενέστερα χρόνια, κατά την εορτή του Εξιλασμού, οι Εβραίοι έρριχναν τον τράγο σ’ ένα γκρεμό, για να πάρη έτσι ο καθαρμός θεαματικώτερο χαρακτήρα, συνήθεια που μας θυμίζει το έθιμο του φαρμακού στις ελληνικές περιοχές.

Η παραβολή του σημερινού εθίμου προς εκείνα της αρχαιότητας και ιδιαίτερα προς το έθιμο του φαρμακού δείχνει πως προϋπήρχαν οι εθιμικοί  τύποι, για να συνέχιση μετέπειτα ο λαός την τελετή με χριστιανικά σύμβολα. Κάτι ανάλογο που έγινε, όπως είναι γνωστό, και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις και λατρευτικά έθιμα με την ευελιξία της αρχαίας Εκκλησίας, η οποία στις ειδωλολατρικές συνήθειες προσπαθούσε να δώση νέα πνευματικότητα.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανδρέας Φυτράκης, «εξωχριστιανικαί συνήθειαι παρελαμβάνοντο ή ήσαν υπ’ αυτής (της Εκκλησίας) ανεκταί, εάν και μόνον δεν αντέκειντο προς τας ιδίας αυτής θεμελιώδεις διδασκαλίας και δεν υπενθύμιζον κατά απαράδεκτον τρόπον την ειδωλολατρικήν πράξιν».

Έτσι εξηγείται γιατί η Εκκλησία δεν καταπολέμησε το έθιμο του Ιούδα, όπως λ.χ. τα Αναστενάρια, όπου υπερτερεί έκδηλα ο παγανισμός. Μελετώντας, ειδικώτερα, το έθιμό μας από τη σκοπιά αυτή, διαπιστώνουμε έτσι ότι και στη χριστιανική του έκφραση εξακολουθεί να διατηρή πολλές αρχαιοελληνικές καταβολές. Το κάψιμο του Ιούδα, πριν απ’ όλα, είναι ένα δημόσιο  θέαμα, σαν κι αυτά που συντηρούσαν ανέκαθεν την κλίση του Έλληνα στα πανηγύρια. Αυτή η ροπή έδινε την ευκαιρία για ποικιλόμορφες λαϊκές εκδηλώσεις και αυτοσχεδιασμούς, που εντάσσονταν όμως πάντοτε σε παμπάλαιους εκφραστικούς τύπους.

Τούτη η ανάγκη εδημιούργησε την εποπτική τέλεση των Παθών του Κυρίου, όπως βλέπουμε στο τυπικό της Μ. Εβδομάδας. Στην Ανατολή και στη Δύση, τα λεγόμενα χριστιανικά μυστήρια ήταν ανάλογη προσπάθεια εκφράσεως των Παθών με θεατρικά σχήματα, που το Μεσαίωνα παριστάνονταν στον περίβολο των εκκλησιών. Και εδώ έχουμε λαϊκό θέαμα.

Στην περίπτωση του Ιούδα, επανέρχεται έντονα στο λαό η βαθειά αγάπη του για πανηγυρισμό μετά τη μακριά και κουραστική Σαρακοστή. Οι ξωμάχοι του κάμπου, μετά το πένθος της Μεγαλοβδομάδας, θέλουν να χαρούν και να ξεφαντώσουν τη μέρα της Λαμπρής.

Με το ανδρείκελο του Ιούδα μπορούν να εκφρασθούν ως Έλληνες χριστιανοί, φέρνοντας μαζί τους, βέβαια, αρχαίες παγανιστικές συνήθειες: μασκαρέματα, λαϊκή πομπή, σφυρίγματα, κροτίδες, φωτιές, φαλλικά έθιμα, βωμολοχίες κ.α.[8]. Από μορφολογική λαογραφική επισκόπηση, το κάψιμο του Ιούδα εντάσσεται, ειδικώτερα, στις εαρινές πυρές, που αρχίζουν την Αποκριά και τελειώνουν – μετά την ανάπαυλα της Σαρακοστής[9] – τη Μ. Εβδομάδα[10] με αποκορύφωση την Ανάσταση, που το μήνυμά της προσφέρεται για τέτοιους πανηγυρισμούς.

Πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ, ότι το έθιμο μ’ αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία μπόρεσε να επιβιώση, γιατί το συντηρεί η καθαρά χριστιανική παράδοση. Όχι μόνο γιατί προϋποθέτει το χριστιανικό εορτολόγιο, αλλά ακόμα γιατί το συντροφεύει η λαϊκή πίστη. Ο τυφεκιοφόρος της Κόντρας δεν θα μπορούσε να σημαδεύη το ανδρείκελο στο ικρίωμα, αν δεν πίστευε βαθιά πως συμμετέχει έτσι στις εκδηλώσεις αναπαραστάσεως των Παθών, που η ίδια η Εκκλησία τελεί τη Μ. Εβδομάδα. Γι’ αυτό ο Ιούδας εκτελείται πάντοτε στον περίβολο της εκκλησίας.

Παρατηρούμε, δηλαδή, πως το έθιμο δεν είναι μια απολιθωμένη παράσταση που συντηρεί έναν παλαιικό τύπο, όπως συμβαίνει στα καθαρά εθνικά κατάλοιπα, αλλά ένας αναγκαίος παρεκκλησιαστικός επίλογος στο Πάθος του Κυρίου, που ζει έντονα η λαϊκή ψυχή όλη τη Μ. Εβδομάδα.

«Σκοτώνοντας το Γιούδα», ο Ασιναίος πιστεύει ότι συμβάλλει έτσι στην απονομή της δικαιοσύνης, που επιβάλλει η λογική των ύμνων, τους οποίους ακούει στις ακολουθίες των Παθών. Έτσι η ένταση της συγκινήσεως που δέχεται σ’ αυτό το διάστημα, και η αγαλλίαση που φέρνει η Ανάσταση, δικαιολογούν την επιθετικότητά του, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας ομαδικής εκδικήσεως.

Γιατί οι τυφεκιοφόροι είναι εδώ οι ένοπλοι οπαδοί του Χριστού, όπως θα τους ήθελε η βυζαντινή ευαισθησία. Απέναντί τους έχουν το μισητό Προδότη, που, αν έπιαναν ζωντανό την ώρα της «παραδόσεως», μπορούσαν να τον λυντσάρουν. Αυτό το μένος είναι παρόν την ώρα της εκτελέσεως στην Κόντρα. Μέσα σ’ αυτό το λαϊκό αυθορμητισμό διοχετεύονται και συντηρούνται τα παγανιστικά σύμβολα σαν υποδεέστερα μεν, αλλ’ οργανικά στοιχεία της όλης τελετής.

Η πιο πέρα έρευνα δεν θα μπορούσε, ίσως, να μας δώση λεπτομερή στοιχεία για το  πως πέρασε ακριβώς το έθιμο από τον αρχαίο κόσμο στο χριστιανικό. Η αναγωγή που κάναμε ως το φαρμακό, δείχνει πως ο λαός κρατάει επίμονα στην ψυχή του σταθερά βιωματικά σύμβολα, που έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια σαν θεμελιακά αρχέτυπα.

Αυτά τα βιώματα μορφοποιούνται κάθε τόσο και αποκρυσταλλώνονται σε ιστορικά  πρόσωπα, ανάλογα με τον πολιτισμικό περίγυρο. Έτσι, ενώ τα πολιτισμικά μορφώματα αλλάζουν, οι βιωματικές σταθερές εξακολουθούν να λειτουργούν με νέα σύμβολα. Ένα τέτοιο λαϊκό αρχέτυπο είναι ο προδότης Ιούδας. Έτσι συναιρούνται παλαιά και νέα σύμβολα χωρίς πολλή καθαρότητα, γιατί η λαϊκή ψυχή δεν φθάνει ως την εποπτεία, όπως βιώνει την πίστη ο ανεπτυγμένος χριστιανός. Η συγγένεια, λοιπόν, των συμβολικών στοιχείων ερμηνεύεται από αυτή την εμπειρική αφετηρία, που υπάρχει στο βάθος κάθε λαϊκής εκδηλώσεως. Τούτη η αρχή έχει χαραχτήρα υπεριστορικό και υπερθρησκευτικό, γιατί εκφράζει γνήσια το αιώνιο λαϊκό αίσθημα.

Μετά από αυτά, μπορούμε να καταλήξουμε στο  συμπέρασμα, πως το κάψιμο του Ιούδα είναι ένα έθιμο με ανάμικτα ελληνικά και χριστιανικά στοιχεία, σαν απήχηση των επιρροών που εδέχθη μέσα στους αιώνες ο λαός μας. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ την ελληνική αισθαντικότητα από την ιουδαϊκή πνευματικότητα, γιατί η συνήθεια έχει παλαιότερη ακόμα καταγωγή και γιατί και οι δυο έχουν συγχωνευθή και έχουν μορφοποιηθή σε αυθεντική λαϊκή έκφραση.

Ο ελληνικός λαός δέχεται κατά καιρούς διάφορα πολιτιστικά στοιχεία, αλλά τα αφομοιώνει με το δικό του φυλετικό αισθητήριο, που το διακρίνει η μυθοπλασία και η παραστατικότητα. Αυτό είναι το γνώρισμα της ελληνικής ευαισθησίας, που διατηρείται αναλοίωτη μέσα στους αιώνες.

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Καθηγητής  Θεολόγος 

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.

Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 
 
Υποσημειώσεις

[1] Στη Νέα Κίο το βράδυ της Μ. Παρασκευής, την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, «καίνε το Βαραββά», έθιμο που το έφεραν στην Αργολίδα, μετά το 1922, οι πρόσφυγες από την Κίο της Μ. Ασίας. Μπήγουν στο έδαφος μια σωλήνα, ίσαμε δυο μέτρα ύψος, που την περιβάλλουν με ξερά χόρτα. Πάνω στην οριζόντια κεραία της κρεμούν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Βαραββά. Όταν περάση ο Επιτάφιος από κείνο το μέρος, βάζουν φωτιά στα ξερόχορτα και καίνε το ανδρείκελο. Το έθιμο τούτο είναι ανατολική παραλλαγή του εθίμου του Ιούδα.

[2] Αλησμόνητος παραμένει ο μπαρμπα-Γιάννης Κωστόπουλος, ο λεγόμενος Σωτηρόγιαννης (†1974), πού μετά την Κατοχή φύλαγε πάντα μια νάρκα για την ώρα της Αναστάσεως. Έβγαινε τα μεσάνυχτα στην «Τάπια» και με το ρολόι στο χέρι ή με το άκουσμα της καμπάνας έβαζε φωτιά στο φυτίλι. Η έκρηξη ήταν τρομερή και εδονείτο όλος ο κάμπος της Ασίνης.

[3] Τα κατοικούσαν κυρίως αλβανόφωνοι (Ερμιόνη, Πόρτο-Χέλι, Δίδυμα). Μια σύγκριση του εθίμου της Ασίνης μ’ εκείνο της Ύδρας δείχνει πολλές ομοιότητες. Οι κυριώτερες διαφορές είναι: α’. Στην Ύδρα το έθιμο μπορεί να τελεσθή και τη Δευτέρα του Πάσχα, ενώ στην Ασίνη πάντα ανήμερα, β’. Ο Ιούδας ντύνεται εκεί συχνά με κόκκινη χλαμύδα —κατάλοιπο, φαίνεται, μνήμης από τ’ αναγνώσματα της Μ. Εβδομάδας.

[4] Ο Παπα-Γιώργης Μηναίος (πρώην Παναγιωτόπουλος, 1800-1875), φερμένος στο Τζαφέραγα από τη Γκούρα, κατά την οικογενειακή του παράδοση, χειροτονήθηκε ιερέας στη μονή του αγίου Νικολάου Σπετσών, το 1825, από τον «πρώην Τριπόλεως Διο­νύσιο». Διαδέχτηκε στον άγιο Δημήτριο της Ασίνης τον Παπα-Θοδόση, που στο μεταξύ κατοικούσε στ’ Ανάπλι, λόγω των νέων του καθηκόντων στη Μητρόπολη και στη Δι­οίκηση («επιστάτης των προσόδων» επαρχίας Ναυπλίας —βλ. Γ. Χώρα, όπ. παρ.). Ο γιος του, Παπα-Παντελής Μηναίος (1833-1902), διεδέχθη τον πατέρα του ως εφημέ­ριος της Ασίνης το 1865. Και οι δυο τους ήταν εργατικοί και φιλοπρόοδοι. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από «ενθυμήσεις» του Παπα-Παντελή σε λειτουργικό Ευαγγέλιο του πατέρα του (Ενετίησι, 1754), που το κληρονόμησε ο εγγονός του πρώτου, Παπα-Ανάστα­σης Ορφανός, και σήμερα το κατέχει ο γιος του, κ. Κυριάκος Ορφανός.

[5] Για τα νεοελληνικά έθιμα γύρω από την ανάσταση της φύσεως και το συμβολισμό της, Γ. Μέγα, όπ. παρ., σσ. 185-191. Στις Μυκήνες, το παλιό Χαρβάτι, ανεβίωσε (1977) το παλιό έθιμο του «πεθαμένου» με την πρωτοβου­λία του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος Β. Παπαντωνίου, που έχει την έδρα του στο Ναύπλιον. Το έθιμο εντάσσεται στις γιορτές της ανοίξεως. Οι μοιρολογίστρες «κλαίνε» με ιλαρότητα τον πεθαμένο γύρω στη φωτιά, που κείτεται μέσα στην κάσα κατά­φορτος από τσουκνίδες. Ο πεθαμένος «ανασταίνεται» —πηδάει από την κάσα του – στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα που φουντώνει το γλέντι των πανηγυριστών, που έχουν ντυθή παλιές τοπικές στολές – ανάμεσά τους κι ένας «παπάς». Το έθιμο τούτο επα­ναφέρει αρχαιοελληνικές μνήμες και είναι καθαρή «παράσταση». Η κατάνυξη όμως που διακατέχει τη χριστιανική ψυχή τη Μ. Εβδομάδα, είναι σημάδι ζωντανής πίστεως, ότι «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορινθ., ιε’ 54). Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της γνήσιας χριστιανικής τελετής από τα παγανιστικά «δρώμενα».

[6] Αρμαθιά από ξερά σύκα, σύμβολο αποτροπής του κακού. Απ’ εδώ η άλλη ονομασία του φαρμακού – σύβακχος (=συκόβακχος). Πρβλ. Ε. des Places,La Religion Grecque, Paris 1969, σ. 93.

[7] Με σκιλλοκρέμμυδα, κοινώς μποτσίκια. Ακόμα διατηρείται η πίστη στα χωριά της Αργολίδας πως, αν τριφτούν τα γεννητικά μόρια με μποτσίκι, ερεθίζονται και διογκώ­νονται. Η σκίλλα ή παράλια χρησιμοποιόταν στην αρχαιότητα σε αγνιστικές τελετές, όπως στην περίπτωση του φαρμακού (βλ. Θεοφράστου, Χαρακτήρες, XVI, 13). Είναι τυ­χαίο άραγε το γεγονός πως και στο έθιμο του Ιούδα χρησιμοποιούσαν, καθώς είδαμε, οι παλαιότεροι Ασιναίοι βολβούς σκίλλας για υποδήλωση του φαλλού; Ή μήπως πρόκειται για την ίδια πανάρχαια συνήθεια, που ενσωματώθηκε στο νεώτερο έθιμο;

[8] Στη μεσαιωνική Δύση τα αστεία και οι βωμολοχίες, που προκαλούσαν τα γέλια του λαού «εις αποζημίωσιν της μακράς νηστείας», λέγονταν μέσα στις εκκλησίες, αντί κηρύγματος, την Κυριακή του Πάσχα σε ειδικές φαιδρές παραστάσεις. Η συνήθεια αυτή, που χαρακτήριζε τις διαθέσεις του μεγάλου πλήθους, είναι γνωστή ως «πασχάλιος γέλως» (Β. Στεφανίδου, ό.π., σ. 541).

[9] Τέτοιες αποκριάτικες φωτιές ανάβονταν παλαιότερα στις τρεις γειτονιές της Ασίνης: Αλώνια, Άγιο – Δημήτρη, Κάτω Βρύση. Οι νέοι, μασκαρεμένοι συνήθως, πηδούσαν τις φωτιές, χόρευαν και ξεφάντωναν, μαζί με τους μεγάλους, ως τις πρωινές ώρες.

[10] Τη Μ. Εβδομάδα οι Ασιναίοι δεν ανάβουν φωτιές, καίνε όμως θυμίαμα πάνω σε μεγάλη θράκα κατά την περιφορά του Επιταφίου. Ο Επιτάφιος, στολισμένος περί­τεχνα από τα κορίτσια με λουλούδια του κήπου τους, περιφέρεται σε όλο το χωριό με τρεις «στάσεις». Το πλήθος περνάει από κάτω «για ευλογία» την ώρα που βγαίνει από τον Αϊ-Δημήτρη. Στην περιφορά οι νοικοκυρές καίνε λιβάνι έξω στην πόρτα τους, απ’ όπου περνάει η Ιερή πομπή. Μετά το τέλος της ακολουθίας, καθένας παίρνει λουλού­δια του Επιταφίου «για το καλό του σπιτιού». Βλ. ανάλογες συνήθειες σε άλλες περιο­χές Γ. Μέγα, ό.π., σ. 160 -161.

Read Full Post »

Ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και ανεξαρτησίας στις  Θέρμες του Άργους


 

 Στο  Άργος διατηρήθηκαν σημαντικά αρχαία μνημεία, τα οποία εντυπωσίαζαν ανά του αιώνες τους περιηγητές  και κέντριζαν τη φαντασία των κατοίκων. Σε  ένα από αυτά, στις ρωμαϊκές θέρμες με το Σαραπείο, δίπλα στο Αρχαίο θέατρο,  λειτουργούσε από την πρώτη Τουρκοκρατία τεκές,  ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. 

 

[…] Στη βόρεια πλευρά των Θερμών και αμέσως ανατολικά του μεγάλου σωζόμενου πλίνθινου Σαραπείου, τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα μ.Χ. υπήρχε ένα μεγάλο διώροφο τούρκικο σπίτι κατά τους ξένους περιηγητές (Μ. Sève, ό.π., 27), το οποίο όμως ήταν μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο, τεκές, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το κτίριο αυτό, κατασκευασμένο με σαχνισία και χαγιάτι, απεικονίζει σε σχέδιο του Βρετανικού Μουσείου 1811-1812 ο περιηγητής Cockerell.  

 

Τεκές και τμήμα του Σαραπείου από βορειοδυτικά (σχ. Ch. Cockerell).

 

Το κτίριο αυτό είχαν επισκεφθεί ο περιηγητής Dodwell το 1805 και αναφέρει υπόγειο με καμάρα και o Pourtalés το 1817, ο οποίος αναφέρει δάπεδο με μωσαϊκό, προφανώς των Θερμών, πάνω στο οποίο είχε κτιστεί το «τούρκικο σπίτι». Από το κτίριο αυτό μπορούσε κανείς να εισέλθει σε υπόγειο κτιστό καλοκατασκευασμένο χώρο, τον οποίο αναφέρει και o Foucherot το 1780.

Προφανώς ο Pourtalés εννοεί την μεγάλη υπόγεια κτιστή δίοδο στη βόρεια πλευρά των Θερμών, η οποία την εποχή αυτή ήταν ορατή, ενώ το δυτικό τμήμα της διόδου αυτής σώζεται μέχρι σήμερα σε καλή κατάσταση και αποτελούσε υπόγειο του τεκέ. Το υπόγειο σώζεται μέχρι σήμερα καθώς και η στενή αψιδωτή δίοδος στη νότια πλευρά με κτιστή μικρή κλίμακα, μέσω της οποίας επικοινωνούσε με το ισόγειο του κτιρίου. Ωστόσο το τούρκικο αυτό κτίριο, όπως προκύπτει από τις πηγές, δεν ήταν ένα «σπίτι» κάποιου Τούρκου, αλλά ένα θρησκευτικό, μουσουλμανικό λατρευτικό κτίριο. Το κτίριο αυτό κατεδαφίστηκε το πιθανότερο κατά την Επανάσταση του 1821 αλλά το υπόγειο του διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση μέχρι και σήμερα.

Ο Διονύσιος Πύρρος στα χρόνια της Επανάστασης, αφού είχε ήδη κατεδαφιστεί το κτίριο, στα «Αργολικά», αντλώντας πληροφορίες από τους κατοίκους του Άργους, αναφέρει ότι:

 

«… κάτωθεν του υπογείου τούτου προλαβόν οι Τούρκοι είχαν προσκύνημα τι αυτών, κάτωθεν αυτού είναι δρόμος τις υπόγαιος εκ πλίνθων οπτών υπάγων εις μάκρος (εννοεί την υπόγεια βόρεια δίοδο των Θερμών). Τα υπόγεια ταύτα ανέσκαψε και αναποδογύρισε ο περίεργος Βελή Πασάς της Ηπείρου, πλην ουδέν εύρεν ειμή κολώνας τινας και μάρμαρα..» (Ανδ. Κεραμίδα, Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Άργος 1981,53).

 

Ο σωζόμενος υπόγειος χώρος του «τούρκικου» – μουσουλμανικού κτιρίου στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας έφερε την ονομασία από τους Αργείτες ξεναγούς «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π.28). Ο τεκές είναι ισλαμικό «μοναστήρι», χώρος προσευχής και μυστικιστικής λατρείας των Μπεκτασήδων. Ως γνωστόν στο Ισλάμ δεν υπάρχουν μοναστήρια και μοναχοί, όπως στον Χριστιανισμό.

Οι Μπεκτασήδες ήταν ισλαμική αίρεση, συγκερασμός σιιτικών στοιχείων με δοξασίες χριστιανικών αιρέσεων, η οποία ήταν πολύ διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και λάτρευαν το θεό με χορό και μουσική. Γίνεται φανερό ότι το ονομαζόμενο από τους περιηγητές τούρκικο σπίτι ήταν ισλαμικό «μοναστήρι» Μπε­κτασήδων, τεκές. Οι Μπεκτασήδες ήταν οργανωμένοι σε θρησκευτικά τάγματα, σε «μοναστήρια», τεκέδες δερβίσηδων και είχαν στην κατοχή τους σημαντικές εκτά­σεις γης (βακούφια).

Στο υπόγειο πολυτελώς διαμορφωμένο σωζόμενο χώρο του ισλαμικού τεκέ προφανώς κατέβαινε η ομήγυρις μουσουλμάνων Μπεκτασήδων και πριν από την τέλεση της λατρείας, έκαιγαν λιβάνι για την κατάλληλη προετοιμασία. Είναι αξιοσημείωτο ότι από την επίδραση του ισλαμικού τεκέ η λέξη υιοθετήθηκε από τους περιθωριακούς ρεμπέτες για τις μυστικές, και πριν τον πόλεμο, απαγορευμένες συνάξεις σε υπόγεια με τους αργιλέδες, το χασίσι και τον καπνό, για τη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος που απαιτούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια της εποχής.

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

Ότι πρόκειται για θρησκευτικό ισλαμικό τεκέ Μπεκτασήδων, ενισχύεται από το ότι ο λατρευτικός αυτός χώρος κτίστηκε δίπλα στο άφθονο νερό του υδραγωγείου από το Κεφαλάρι, διότι οι μουσουλμάνοι θεωρούν απαραίτητη στα θρησκευτικά κτίρια την ύπαρξη κρήνης, αναβλύζοντος νερού, συντριβανιού κτλ, για τους καθαρμούς, το οποίο σχετίζεται με τον παράδεισο. Οι αιρετικοί Μπεκτασήδες, ως γνωστόν, δεν τελούσαν την λατρεία τους στα τζαμιά.

Αλλά η ύπαρξη μουσουλμανικού «μοναστηριού», τεκέ, στο Άργος ενισχύεται και από κατάστιχο σπιτιών του Άργους στα αρχεία της Βενετίας του 1698, όπου αναγράφεται μεταξύ των άλλων, ως «vacuffi» που επεξηγείται ως Convento di Turchi, δηλαδή μοναστήρι των Τούρκων. (Ανακοίνωση Κ. Ντόκου, Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Βενετοκρατία, 1698, Ημερίδα ΒΕΝΕΤΙΑ-ΑΡΓΟΣ 11 Οκτωβρίου 2008).

Convento, ως γνωστό είναι το μοναστήρι για τους χριστιανούς, αντίστοιχο με διαφορές όμως με τον τεκέ της μουσουλμανικής αίρεσης των Μπε­κτασήδων, ο οποίος σωζόταν κατά την απογραφή της δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 και δεν είχε κατεδαφιστεί. Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανόν ότι ο τεκές της Πρώτης Τουρκοκρατίας που διατηρήθηκε και καταγράφεται στα κατάστιχα του Άργους της Δεύτερης Βενετοκρατίας το 1698 βρισκόταν στην ίδια θέση με τον τεκέ της Δεύτερης Τουρκοκρατίας, τον οποίο απεικονίζει o Cockerell το 1811-1812, προφανώς ανακαινισμένο.

Ότι υπήρχαν Μπεκτασήδες σε μεγάλο αριθμό στην Αργολίδα, όχι μόνο κατά την πρώτη Τουρκοκρατία, όπως προκύπτει από το παραπάνω έγγραφο των αρχείων της Βενετίας, αλλά και κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία, αποδεικνύεται και από μία σημαντική αναθηματική μουσουλμανική επιγραφή σε βρύση της δεύτερης Τουρ­κοκρατίας στο Ναύπλιο, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, στη γωνία της οδού Ποταμιάνου:

 

«… Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο Μαχμούτ Αγάς ακολουθώντας το δρόμο του Θεού, έκτισε αυτήν την όμορφη κρήνη για τα άλογα και προσέφερε το πιο καθαρό βάλσαμο στις διψασμένες άρρωστες καρδιές. Ενώνοντας το «ZA» σαν νερό. Ω! Hafiz διάβασε την ημερομηνία. Από την κρήνη του Μαχμούτ, πιες το νερό της ζωής που ευφραίνει την ψυχή». Έτος 1734-1735. (Ντ. Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988, Αθήνα 1988,42).

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στον Αη-Γιάννη στην Πρόνοια, όπου αργότερα ήταν η εξοχική κατοικία του Ιωάννη Καποδίστρια, υπήρχε ένας τεκές όπου εμόναζε ένας δερβίσης (Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α’). Πολλοί Τούρκοι Αγάδες και στρατιωτικοί αρχηγοί και στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα και την Πελοπόννησο κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία φαίνεται ότι ήταν Μπεκτασήδες.

O Hajii Bektash ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Δερβίσηδων στην Καππαδοκία, στο οποίο ανήκαν και οι Γενίτσαροι. Τη μεγάλη σφαγή των Γενιτσάρων του 1820 ακολούθησε ο χαλασμός των πιστών της αίρεσης των Bektashi. Μπεκτασήδες υπάρχουν και σήμερα στην Θράκη και στην Τουρκία.

Ο διατηρούμενος υπόγειος αυτός λατρευτικός χώρος του τεκέ, ο οποίος διατηρεί το μεγαλύτερο τμήμα του επιχρίσματος, ήταν επισκέψιμος στο κοινό μετά την κατεδάφιση του κυρίως κτιρίου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και έφερε το όνομα «παλαιός τεκές» (M. Séve, ό.π., 28).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο περιηγητής Swan το 1825 μνημονεύει τα graffiti ονομάτων και επωνύμων που είχαν χαράξει οι επισκέπτες, τα οποία αποτελούν ένα μοναδικό άγνωστο ντοκουμέντο της επανάστασης του 1821 και της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Ο τεκές καταλάμβανε, όπως προκύπτει από τα σωζόμενα επιχρίσματα – κονιάματα τουλάχιστον τρεις μεγάλους ορθογώνιους χώρους στα βορειοδυτικά των Θερμών, το χώρο του δυτικού σωζόμενου υπόγειου τμήματος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών ως τη διαμορφωμένη σήμερα πρόσβαση στο αρχαίο Θέατρο, με την οποία επικοινωνούσε με μικρή αψιδωτή δίοδο.

Από το χώρο των Θερμών και του τεκέ αυτού διερχόταν υδραγωγείο με πολύ νερό, που διοχετευόταν ανατολικότερα, κατά μήκος της βόρειας υπόγειας διόδου των Θερμών, που σώζεται μέχρι σήμερα. Από το μουσουλμανικό τεκέ διασώθηκε σε καλή κατάσταση μόνο το αψιδωτό υπόγειο με το μεγαλύτερο τμήμα των επιχρισμάτων ανοιχτόχρωμου χρώματος, κατασκευασμένο από ασβεστοκονίαμα και ανακατεμένο με άχυρα για να αυξηθεί η σταθερότητα και η αντοχή του. Σήμερα παρά την στεγανότητα του υπογείου, λόγω της υγρασίας, το χρώμα του επιχρίσματος ποικίλει με την ωχροκίτρινη, ανοιχτοπράσινη και μαύρη πατίνα στη νότια πλευρά, όπου βρίσκεται η είσοδος.

 

Υπόγειος Τεκές

 

Η βόρεια υπόγεια δίοδος των Θερμών, όπως προκύπτει από τη γκραβούρα του Α. Ravoisé (1829) (Μ. Sève ό.π., 44. πιν.12), με κατεύθυνση Α – Δ είχε προ πολλού καταρρεύσει στο μεγαλύτερο τμήμα της αψιδωτής οροφής της, εκτός από το δυτικότερο διατηρημένο τμήμα της, μήκους 8.40 μ. και ήταν ορατή. Όπως προκύπτει μετά από προσεκτική εξέταση της μεγάλης ποσότητας σταλαγμιτικού υλικού που έχει δημιουργηθεί στις δύο ανώτερες εσωτερικές ράχες των κάθετων τοίχων της σωζόμενης υπόγειας διόδου, προφανώς δημιουργήθηκε από τη χρόνια συνεχή ροή νερών, πάνω από την υπόγειο δίοδο.

 

Υπόγειο του τεκέ

 

Τμήμα του πήλινου υδραγωγείου, που μετέφερε νερό σώζεται πάνω από το δυτικότερο σωζόμενο τμήμα της υπόγειας διόδου. Η συνεχής διαρροή νερού προφανώς αποτέλεσε την κύρια αιτία κατάρρευσης της οροφής της βόρειας υπόγειας διόδου. Το σωζόμενο δυτικότερο τμήμα της βόρειας υπόγειας διόδου μήκους 8.40 μ. Α-Δ και εσωτερικού πλάτους 1.75 μ. και αρχικού ύψους 2.50 μ. είχε διαμορφωθεί σε υπόγειο του μουσουλμανικού τεκέ της δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715-1821), το οποίο ονομαζόταν στα χρόνια της Ανεξαρτησίας «παλαιός τεκές» (Μ. Sève  ό.π., 27) (φωτ.4).

Για το σκοπό αυτό είχε κτιστεί η ανατολική πλευρά του υπογείου με τοίχο από πέτρες και ασβεστοκονίαμα σωζόμενου ύψους 1.50 μ., πλάτους 1.75 μ. και πάχους 0.50 μ. Προφανώς ο τοίχος αυτός έκλεινε όλο το διαμορφωμένο ύψος της υπόγειας διόδου διαστάσεων 2.28×1.75 χ 8.40 μ. Στο ανώτερο τμήμα του κτιστού τοίχου θα υπήρχε παράθυρο για να μπαίνει φως στο υπόγειο. Το διαμορφωμένο δάπεδο του υπογείου βρίσκεται 0.40-0.50 μ. ψηλότερα από το αρχικό σωζόμενο χαμηλότερο δάπεδο της υπόγειας διόδου, που διατηρείται ανατολικότερα, στο δάπεδο της οποίας υπάρχει κτιστός αγωγός παροχέτευσης ανατολικότερα των νερών των πηγών του Κεφαλαρίου.

Στο μέσο της νότιας πλευράς του υπογείου υπάρχει καμαρωτό άνοιγμα ύψους 1.70 μ. και πλάτους 0.76 μ. με ένα πλατύσκαλο, που επικοινωνούσε με το αντίστοιχο ισόγειο ανώτερο δωμάτιο του τεκέ, όπου ελάμβανε χώρα η κυρίως μυστική λατρεία των Μπεκτασήδων. Στο μεγαλύτερο τμήμα του υπογείου υπάρχει επίχρισμα πάχους 1,5-2 εκ. από λευκό ασβεστοκονίαμα ανακατεμένο με άχυρο, το οποίο λόγω της χρόνιας υγρασίας στη νότια πλευρά του η πατίνα έχει χρώμα, που ποικίλει κατά περιοχές από ανοιχτόχρωμο, πρασινωπό ως μαύρο.

Στο ψηλότερο τμήμα των πλαϊνών τοίχων του αψιδωτού υπογείου, κατασκευασμένου με ρωμαϊκά τούβλα, υπάρχουν ορθογώνια ανοίγματα στους τοίχους, δοκοθήκες, διαστάσεων 15×13 εκ. και 20×20 εκ. στερέωσης της ξυλοδεσιάς κατασκευής των Θερμών. Στο σωζόμενο επίχρισμα του υπογείου, στις μεγαλύτερες επιφάνειες διατηρείται σε καλή κατάσταση μεγάλος αριθμός χαραγμένων ονομάτων και επωνύμων ελληνικών και ξένων, καθώς και αρκετές εγχάρακτες χρονολογίες που προσδιορίζουν χρονολογικά την περίοδο χάραξής τους. Τα graffiti του υπογείου αυτού αναφέρει ήδη ο Swan από το 1825. Οι εγχάρακτες χρονολογίες κυρίως σε μεγάλο αλλά και σε μικρό μέγεθος αναγράφουν τα έτη 1822, 1825, 1830, 1831, 1833. Εκτός εξαιρέσεων τα ονόματα – επώνυμα αναγράφονται κυρίως με κεφαλαία μεγάλα γράμματα, αλλά και με μικρά γράμματα, ενώ μερικά μεγαλογράμματα ονόματα-επώνυμα περικλείονται με εγχάρακτο ελλειψοειδή κύκλο.

Ελληνικά ονόματα – επώνυμα: Στην οροφή του υπογείου εντός ελλειψοειδούς κύκλου αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα όνομα και επώνυμο με χρονολογία: «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ 1833, Οκτωβρίου 18». Στη νότια πλευρά του υπογείου τα graffiti λόγω της υγρασίας είναι δυσανάγνωστα. Στη βόρεια πλευρά διακρίνονται με σαφήνεια πολλά επώνυμα και ονόματα όπως, «ΣΑΡΤΗΣ» «ΝΙΚΟ­ΛΑ»  (εντός ελλειψοειδούς κύκλου 0.75×0.50 μ.), με δυσανάγνωστο το επώνυμο, «Ιωαννίδης 1822»  (με μικρά γράμματα), «Δ. Ιωαννίδης», «Αναγνώστης Αντώνιος», «ΙΑΤΡΙΔΗΣ», «ΣΠΗΡΟΣ 1831».

Υπάρχουν και άλλα ελληνικά ονόματα δυσανάγνωστα. Για την ασφαλή ανάγνωσή τους είναι απαραίτητο να γίνει καθαρισμός και συντήρηση του επιχρίσματος. Τα ονόματα είναι χαραγμένα κυρίως στη βόρεια πλευρά που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο.

 

Η ανατολική πλευρά του υπογείου του τεκέ κτισμένη με τοίχο (από ανατολικά).

  

Ξένα ονόματα – επώνυμα: Από τα ονόματα αυτά σημαντικός αριθμός είναι με επιμέλεια και προσεκτική εγχάραξη σε βάθος του επιχρίσματος, κυρίως με μεγάλα κεφαλαία καλογραμμένα γράμματα. Στη βόρεια πλευρά εντός ελλειψοειδούς κύκλου με χρονολογία 1831 είναι χαραγμένο το όνομα ενός Αμερικανού: «R.CALDER, USA 1831». Πάνω από το όνομα αυτό εντός του κύκλου με μικρότερα κεφαλαία γράμματα είναι χαραγμένο το όνομα «ΣΠΗΡΟΣ, 1831», το οποίο αναφέραμε παραπάνω. Η καλύτερα χαραγμένη αυτή επιγραφή φέρει σημαντικές πρόσφατες φθορές, από νεώτερους επισκέπτες, προφανώς από παιδιά της περιοχής, των οποίων προφανώς τραβούσε την προσοχή και τους προκαλούσε ο καλλιτεχνικός τρόπος χάραξης της επιγραφής.

Το πιθανότερο πρόκειται για κάποιο αμερικανό, Φιλέλληνα των χρόνων της Ανεξαρτησίας και πρέπει να ερευνηθεί η ταυτότητα του προσώπου. Άλλα καλογραμμένα με κεφαλαία γράμματα επώνυμα στη βόρεια πλευρά σώ­ζονται τα εξής: «RIEUX», ύψος γραμμάτων 7-8 εκ., «SVIN», «DOODD 1825», «CHIND». Τα επώνυμα «R.CALDER, USA 1831», «RIEUX», «SVIN» έχουν όμοιο επιμελημένο τρόπο χάραξης κα προφανώς χρονολογούνται όλα στην ίδια εποχή, το 1831.

 

Βόρεια πλευρά υπογείου: «R. CALDER, USA, 1831», «ΣΠΗΡΟΣ, 1831».

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα στο επώνυμο SVIN είναι χαραγμένος σταυρός εξαγνισμού. Με μικρά ευδιάκριτα γράμματα στη βόρεια πλευρά του υπογείου με αντιστοιχία άνω και κάτω είναι γραμμένα δύο γερμανικά επώνυμα «Halle» και «Schaeffer». Είναι πολύ πιθανό το πρώτο όνομα να αναφέρεται στον περιηγητή K.Haller von Hallerstein που επισκέφτηκε το Άργος το 1811-1812. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει επίσης εγχάρακτο και το σλαβικό επώνυμο; ΣΤΡΟΗΖΙΝΚΟΒ (ΣΤΡΟΗ [ρήμα] = χτίζω) με την κατάληξη ΖΙΝΚΟΒ (= κτίστης;).

Είναι επίσης πολύ σημαντικό ότι στη βόρεια πλευρά σώζεται το μεγαλύτερο τμήμα του επωνύμου «Dumon[ce]l», το οποίο είναι προφανώς το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel, ο οποίος γνωρίζουμε ότι επισκέφτηκε το Άργος και τις Θέρμες το 1845, όταν ήταν εικοσιτεσσάρων ετών (M. Sève ό.π., 48, πιν.17) και μεταξύ των άλλων σχεδίασε μία σημαντική γκραβούρα με τις Θέρμες και το Θέατρο του Άργους, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Το εγχάρακτο αποσπασματικά σωζόμενο επώνυμο του περιηγητή Du Moncel αναγνώρισε πρώτος ο ανασκαφέας των Θερμών P. Aupert. Επίσης στη βόρεια πλευρά αναγράφονται οι λέξεις «DEI AVI». Αλλά στο υπόγειο αυτό έχουν χαραχθεί και νεώτερα ελληνικά και ξένα ονόματα από το 1973 και εξής κατ’ απομίμηση και την παράδοση των παλαιότερων εγχάρακτων ονομάτων, κατά την χρονική περίοδο της ανασκαφικής έρευνας των Θερμών, όπως «ARGENTINA» «FAGIA 1973», «J. HOOS» (με μονόγραμμα τα αρχικά γράμματα J και Η), «ΜΑΡΙΑ-ΓΙΑΝΝΑ», «ΜΑΡΙΝΑ- ΜΑΚΗΣ», «ΓΙΩΡΓΟΣ 26/4/75». Σήμερα για λόγους προστασίας ο χώρος αυτός δεν είναι επισκέψιμος.

Τα εγχάρακτα ονόματα του υπογείου του παλιού τεκέ-μουσουλμανικού «μοναστηριού», το οποίο συνέχισε να υπάρχει και μετά την κατεδάφισή του, το πιθανότερο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς και οι εγχάρακτες ασφαλείς χρονολογίες 1822, 1825, 1830, 1831, 1833, που συνδυάζονται συνήθως με εγχάρακτα ονόματα και επώνυμα μας οδηγούν με ασφάλεια στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και στην πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας ως το 1845, όπου αναγνωρίζεται με ασφάλεια το όνομα του Γάλλου περιηγητή (Th) Du Moncel.

Η χρονολόγηση των περισσότερων τουλάχιστον graffiti αυτών από το 1822 ως το 1845 ή και λίγα χρόνια αργότερα ως το 1850, φαίνεται ότι βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα. Ωστόσο τα περισσότερα ονόματα το πιθανότερο έχουν χαραχθεί στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και τα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας 1822-1833. Η αναγραφή των ονομάτων της χρονικής αυτής περιόδου σχετίζονται προφανώς με τα κρίσιμα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, με τα πλήθη των Φι­λελλήνων που βρίσκονταν στην Ελλάδα και επισκέπτονταν το χώρο, καθώς και των Αγωνιστών του 1821.

Ο υπόγειος τεκές λόγω της θρησκευτικής λατρείας των Μουσουλμάνων, διατηρημένος σε καλή κατάσταση, τραβούσε την προσοχή των Ελλήνων και ξένων επισκεπτών και αποτελούσε προφανώς ένα θρησκευτικό μυστηριακό αξιοθέατο αλλοθρήσκων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα αναγραφόμενα ονόματα εκτός από την ελληνική γλώσσα είναι ονόματα – επώνυμα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική αλλά και σλαβική γλώσσα και φανερώνουν την εθνικότητα, προέλευση των επισκεπτών που κατέφθαναν στην Ελλάδα κατά την Ελληνική Επανάσταση και την πρώτη περίοδο της Ανεξαρτησίας της πατρίδας μας.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Θέατρο του Άργους, από τις 11 Ιουλίου 1829 ως τις 6 Αυγούστου 1829 έλαβε χώρα η Δ’ εν Άργει Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση υπό τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Από τα πλήθη των Ελλήνων συνέδρων και ακροατών Ελλήνων και αλλοδαπών κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στο χώρο αυτό, κάποιοι προφανώς χάραξαν το όνομά τους στον υπόγειο τεκέ.

Για τις ανάγκες της συνέλευσης στο χώρο της ορχήστρας του θεάτρου, σε ψηλότερο επίπεδο διότι το θέατρο δεν είχε ανασκαφεί ακόμα, κατασκευάστηκε μία μεγάλη ορθογώνιου σχήματος σκηνή με αψιδωτή διαμόρφωση προς τα δυτικά, προφανώς κατασκευασμένη με το ίδιο ακριβώς σωζόμενο σχέδιο του σωζόμενου ναού του Σαράπη των Θερμών, όπου συνεδρίαζαν οι 236 συνολικά πληρεξούσιοι του Έθνους, όπως εικονίζεται η σκηνή σε μια μοναδική γκραβούρα του A. Ravoisié (1829), M. Sève ό.π., 44, πιν.12). Τα πλαϊνά τοιχώματα της σκηνής ήταν ανοιχτά και τη συνεδρίαση παρακολούθησαν πολλοί ακροατές καθισμένοι στα λαξευτά στο βράχο εδώλια του αρχαίου θεάτρου.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μεταξύ των άλλων σημαντικών ψηφισμάτων η Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Θέατρο του Άργους με το αρ. I ψήφισμα, απαγόρευσε την εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών 1975, 525 κ.ε.), στον ίδιο χώρο όπου το 1810 είχαν ανασκαφεί από το Βελή Πασά του Ναυπλίου και πουληθεί στον Άγγλο αξιωματούχο, Frederic North, συνολικά 16 αρχαία αγάλματα με το υπέρογκο ποσό των 1000 βενετικών τσεγκινίων, όπως αναφέρει ο Γάλλος πρόξενος Fauvel.

 

Καφενείο

Φαίνεται λοιπόν ότι κατά την Δ’ Εθνική Συνέλευση (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) ο υπαίθριος χώρος των Θερμών είχε χρησιμοποιηθεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των πολλών συνέδρων αλλά και ακροατών της Δ’ Εθνοσυνέλευσης. Στη συνέχεια, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση ένας χώρος των Θερμών, προφανώς εντός του μεγάλου σωζόμενου ναϊκού ρωμαϊκού κτιρίου του Σάραπη, προφανώς συνέχισε να λειτουργεί ως καφενείο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών των σημαντικότερων μνημείων του Άργους, των Θερμών και του αρχαίου Θεάτρου.

Η άποψη αυτή ενισχύεται καταλυτικά από τη γνωστή μοναδική γκραβούρα του περιηγητή (Th) Du Moncel, που είχε επισκεφθεί το Άργος το 1845 και έχει χαράξει το επώνυμό του στον υπόγειο τεκέ. Στην σημαντική γκραβούρα του 1845 εικονίζεται η γενική άποψη της Λάρισας του Άργους από τα νοτιοανατολικά. Σε πρώτο πλάνο εικονίζονται οι Θέρμες, το Σαραπείο σε πλήρη λεπτομέρεια και σε δεύτερο πλάνο το αρχαίο Θέατρο, ο λόφος και το κάστρο της Λάρισας.

 

Άργος. Αρχαίο Θέατρο, Ρωμαικά Λουτρά, Κάστρο της Λάρισας.

 

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι εικονίζεται κάτω δεξιά στη γκραβούρα η ανατολική σωζόμενη καμαρωτή δίοδος, όπου βρίσκεται ο υπόγειος τεκές και από πάνω στο ύπαιθρο πέντε ανδρικές μορφές. Οι τρεις μορφές εικονίζονται καθιστές, δύο φουστανελοφόροι δεξιά και αριστερά και στο μέσο ένας παπάς. Η δεξιά καθιστή μορφή απολαμβάνει τον αργιλέ. Πίσω από τις καθιστές μορφές υπάρχουν δύο όρθιες ανδρικές μορφές με φουστανέλες. Και οι πέντε μορφές εικονίζονται σε σκηνή θερμής συνομιλίας γύρω από ένα χαμηλό κυκλικό αντικείμενο – σοφρά; (χαμηλό τραπέζι).

Νότια του ψηλού σωζόμενου τοίχου του Σαραπείου εικονίζεται όρθια ανδρική μορφή. Οι μορφές εικονίζονται στο ύπαιθρο σε μια ήρεμη ρομαντική σκηνή σχόλης και ανάπαυσης στα 1845 μέσα στο μυθικό-πραγματικό αρχαιολογικό χώρο του Άργους. Οι εικονιζόμενες μορφές προφανώς δεν είναι περιηγητές αλλά ντόπιοι κάτοικοι του Άργους, το πιθανότερο γνωστοί και φίλοι του περιηγητή. Η γκραβούρα αυτή του Τh. Du Μοncel του 1845, όταν επισκέφτηκε το Άργος ενισχύει καταλυτικά την άποψη ότι στις Θέρμες και στο χώρο του σωζόμενου Σαραπείου κατά τους χρόνους της Ανεξαρτησίας λειτουργούσε ένα καφενείο, που ζωντάνευε το χώρο και ξεδιψούσε τους επισκέπτες.

Στους υπόγειους τοίχους του τεκέ σώζεται ένας μοναδικός άγνωστος μέχρι τώρα κατάλογος ονομάτων και επωνύμων Ελλήνων και ξένων επισκεπτών, μέσα από τα οποία μπορούμε να ψηλαφίσουμε μια πολύ σημαντική περίοδο της Νεώτερης Ιστορίας της πατρίδας μας και του Άργους, στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 και της Ανεξαρτησίας.

Οι εγχάρακτες αυτές επιγραφές – ντοκουμέντα μας φέρνουν συνειρμικά στο νου την σωζόμενη υπογραφή του σαλπιγκτή της Ελευθερίας Ρήγα Βελεστινλή στον τοίχο της ταβέρνας των Ελλήνων στη Βιέννη. Τα ονόματα αυτά είναι περισσότερα από τα παραπάνω που αναφέραμε αλλά απαιτείται να γίνει ο αναγκαίος καθαρισμός και συντήρηση, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν και άλλα ονόματα και επώνυμα κατά την περίοδο της Επανάστασης και Ανεξαρτησίας.

Στο χώρο αυτό του Άργους συνυπάρχει διαχρονικά μέσα από τα σωζόμενα αρχαία μνημεία το παλιό – αρχαίο, ρωμαϊκό και μεσαιωνικό παρελθόν, η Τουρκοκρατία με τους νεώτερους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης και Ανεξαρτησίας. Έχει γίνει πλέον συνείδηση στους ερευνητές ότι πρέπει να ερευνούμε και να γνωρίζουμε όχι μόνο το αρχαίο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν ενός τόπου για την καλύτερη κατανόηση της ιστορίας των πραγμάτων και του εαυτού μας.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε ότι τα αρχαία μνημεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής συνείδησης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στην δημιουργία του ευρωπαϊκού φιλελληνικού ρεύματος, το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μεταστροφή της πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών υπέρ της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 κερδίσαμε το πολυπόθητο αγαθό της Ελευθερίας, επίτευγμα του αρχαίου ελληνικού τρόπου αντίληψης της ζωής, η οποία ανέτρεψε το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης με την Ιερή Συμμαχία και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση των λαών και την δημιουργία των κρατών της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου.

Η συντήρηση, η ανάδειξη και η αποτελεσματική προστασία του μοναδικού αυτού σπάνιου υπόγειου κατάγραφου μνημείου και των Θερμών αποτελεί υποχρέωση όλων μας και της Δημοτικής Αρχής του Άργους. Τα μνημεία υπάρχουν μέσα στο χρόνο και σε κάθε εποχή διατηρούν τη μνήμη από το παρελθόν στο παρόν, ποτέ δεν ήταν αποκομμένα από το απώτερο και το κοντινό παρελθόν και αξίζουν την προσοχή και την προστασία όλων μας.

Αλλά η διατήρηση των μνημείων εκτός από τη συντήρησή τους και την ανάδειξή τους, προϋποθέτει και τη διατήρηση και ανάπλαση του περιβάλλοντος χώρου, που αποτελεί την αναγκαία ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία τα μνημεία θα εξακολουθούν να υπάρχουν στον ιστορικό χρόνο. Τέλος, κρίνουμε απαραίτητο να επισημάνουμε ότι ο μοναδικός αυτός αρχαιολογικός χώρος του Άργους είναι και ένας «καθαγιασμένος» χώρος από τις διαφορετικές λατρείες, θρησκείες και θεότητες, που λατρεύτηκαν διαχρονικά μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία θεοποίησε τις φυσικές δυνάμεις και εξανθρώπισε τον τρόπο λατρείας προς το θεό, δημιούργησε μια ισορροπία στη σχέση ανθρώπων με το θείο και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των μεταγενέστερων θρησκειών. Στο χώρο των Θερμών και του Θεάτρου λατρευόταν ο Δίας, οι ηρωικές λατρείες (αντίστοιχες των αγίων) των Διοσκούρων, του Ηρακλή, του Ερασίνου, του Ασκληπιού και η αιγυπτιακή θεότητα του Σαράπη.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία και φιλοσοφία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο χώρος στη συνέχεια μετατράπηκε σε εκκλησία, χριστιανικό χώρο λατρείας, για να εξαγνιστεί από τα «είδωλα», σύμφωνα με την θρησκευτική αντίληψη των εκπροσώπων της νέας θρησκείας. Ωστόσο στο θεοκρατικό Βυζάντιο, η ισορροπία του ανθρώπου με το θείο διαταράχτηκε με σοβαρότατες επιπτώσεις στην ιστορική του πορεία και εξέλιξη. Η ισορροπία «αποκαταστάθηκε» με την στροφή στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό.

Τέλος, η διαδεδομένη στα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας αιρετική λατρεία των Μπεκτασήδων ήταν ένας συνδυασμός σιιτικών στοιχείων, χριστιανικών «αιρετικών» δοξασιών και αρχαίων διονυσιακών στοιχείων. Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η περιοχή των Θερμών και του Θεάτρου του Άργους είναι ένας ιστορικός – ιερός χώρος και αξίζει τον έμπρακτο σεβασμό όλων.

  

Χρίστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΚΠΑ

  

Πηγή


  • «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 4, Δεκέμβριος 2008.

Read Full Post »

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού Αργολίδας


  

Η παλαιοτάτη αυτή Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου , έχει ανοικοδομηθεί σε απότομη πλευρά της οροσειράς των Διδύμων και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Δίδυμα της Ερμιονίδας. Σήμερα η Μονή δεν έχει μοναχούς, λειτουργείται μερικές φορές το χρόνο εκτός από την εορτή του (Αγίου Δημητρίου) στις 26 Οκτωβρίου και την εορτή των Αγίων Θεοδώρων το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών (φυλάσσεται ιερά εικόνα των Αγίων στη μονή) , από τον εφημέριο της ενορίας των Διδύμων και ιερείς των γύρω περιοχών. Η μονή δεν φαίνεται από τον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει για τα Δίδυμα.  Από τη διασταύρωση που υπάρχει η πινακίδα, η μονή απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ύδρας – Σπετσών –  Αιγίνης – Ερμιονίδος & Τροιζηνίας.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού, λεπτομέρεια, Ντιάνα Αντωνακάτου

«Βράχια» λένε οι ντόπιοι τη θέση που είναι χτισμένη η Μονή Αυγού. Και ίσως είναι η απρόσιτη αυτή θέση, που έχει κρατήσει την αρχαιότατη Μονή του Αγίου Δημητρίου άγνωστη για τους πολλούς και έχει διαφυλάξει τη μορφή της του 11ου αιώνα. Πάνω από τη χαράδρα του Ράδου (Μπεντενιού), στις βορινές πλαγιές του όρους Αυγού (853 μ.), σε απόκρημνους και θεόρατους βράχους σφηνωμένη, καθηλώνει τη ματιά, καθώς την πρωτοαντικρίζει κανείς μέσα στη σιωπή και στην εγκατάλειψη, να φθείρεται με το βάρος εννιά αιώνων πάνω της.

Ανήκει στις μεσαιωνικές αρχαιότητες του τόπου και βρίσκεται στα χέρια της απλής και ανεύθυνης ευλάβειας των χωριών, που την διαφεντεύουν και την διεκδικούν (Ιρια, Καρνεζαίικα, Δίδυμα) και στην άγνοια των πιστών τους. Ούτε καν «διατηρητέον μνημείον». (Επίσημα άγνωστη, πριν τη δώσει σε μελέτη του το 1935 ο Γ. Σωτηρίου). Ωστόσο έχει αγιογραφίες στους ναούς της, καθώς και στοιχεία αρχιτεκτονικά του 11ου αι. και γενικά η δομή της Μονής Αυγού παραμένει ένα κλασσικό σύνολο μονής των βράχων, που συγκροτήθηκε από μικρότερες και αρχαιότε­ρες σκήτες.

Μια ευχάριστη, ίσως και η πιο ξεκούραστη, διαδρομή, για το Αυγό, είναι μέσα από τα Ίρια Ναυπλίας. Σε μια απόσταση 2 χλμ. από το χωριό Καρνεζαίικα, αρχίζει ένας καρόδρομος κοντά στο ποτάμι, το Ράδο, και οδηγεί προς τη Μονή. Οκτώ χλμ. περίπου απόσταση. Ανά­μεσα σ’ ελιές και περιβόλια, πάντα δίπλα στο ποτάμι, ενώ στα νότια της διαδρομής ογκώνεται η μεγάλη οροσειρά που σχηματίζεται από τα Ίρια: φυσικό όριο της Ναυπλίας με την Ερμιονίδα. Σιγά σιγά το μαλακό τοπίο, που αφήσαμε στην πεδιάδα των Ιρίων, γίνεται αδρό και επιβλητικό με την ορεινή χαραδρωμένη του σύσταση.

Η Μονή ξεχωρίζει από μακριά, μέσα στον ίσκιο του βορινού προσανατολισμού της. Μια ώρα πορεία μας φέρνει κοντά της. Δέκα χλμ. περίπου από την Τραχειά, ένας άλλος δρομος είναι πιο εύχρηστος για τον επισκέπτη, που ταξιδεύ­ει την επαρχιακή οδό Ναύπλιο Κρανίδι. Αυτός ο δρομάκος ο αγροτικός διακλαδώνεται στα δεξιά πάνω στο οροπέδιο της Μαρίτσας – κοντά στη διασταύρωση για το χωριό Ράδο – και οδηγεί σε κατοικίες κτηνοτρόφων της περιοχής.

Στη διαδρομή του, μια χαριτωμένη χαρούμενη φύση ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε εύφορους καλλιεργημένους λοφί­σκους, πάνω από τη χαράδρα του Μπεντενιού. (Είκοσι χιλιόμετρα ο μεγάλος χείμαρρος, που εκβάλλει στα Ίρια, ξεκινάει από το χωριό Μπεντένι – ακατοίκητο πια — μεταφερμένο ανατολικότερα με την ονομασία Μπάφι – χτισμένο στα πόδια της ομώνυμης ακρόπολης. (Το Μπεντένι – τούρκικο φρούριο – περιβάλλεται από πελασγικά τείχη κι’ άγνωστο έμεινε το αρχαίο του όνομα).

Το μονοπάτι, γι’ αυτόν που δεν θα το ακολουθήσει σωστά, γίνεται πολύωρο κι’ επίπονο, καθώς συνεχίζει όλο προς τη δύση. (Γι’ αυτό πρέπει να ζητηθεί κοντά στου Σαράντου του Ανάργυρου το μαντρί). Στο φυσιολάτρη πεζοπόρο, αν βοηθάει μαζί μια ωραία ανοιξιάτικη ήμερα, θ’ αποκαλυφθεί ένα μοναδικό πανόρα­μα. Μια φύση που αλλάζει λίγο λίγο μορφή κι’ από ήμερη και πεδινή, μεταβάλλεται σε άγρια, περήφανη, βουνίσια έξαρση, πάνω από τα χείλη των βράχων της χαράδρας.

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή περίπου το 1969 ] .

Κάτω βαθειά μαζί του συμπορεύονται βιαστικά τ’ αφρισμέ­να νερά. Φως διάφανο, αέρας ανάλαφρος και ευωδιαστός, χρώμα πασίχαρο, της άγριας βουνίσιας βλάστησης η άνθηση κι’ ανάμεσα η μορφή των βράχων σε σχήματα εναλλασσόμε­να, ανθρωπομορφικά, ποικίλλουν τις εντυπώσεις και βοη­θούν το σκαρφάλωμα πάνω σε ρουμανιασμένα μονοπάτια, δυσκολοπέραστα για τον ξένο και τον αμάθητο. Στο τέλος σχεδόν της παραστρατημένης πορείας, σ’ ένα αναπάντεχο ξάνοιγμα – οροπέδιο λουλουδιασμένο, καταμεσίς ένα κομ­μάτι βράχου σ’ ανθρώπινο ανάστημα, μ’ ανθρώπινη λαξευ­μένη μορφή, δημιούργημα φυσικό, απολιθωμένη σύσπαση γεωλογική, στερεώνει τα κουρασμένα από την τρίωρη ανά­βαση βήματα: μοιάζει σαν τοποθετημένο σε πάρκο γλυπτό σύγχρονου καλλιτέχνη… (Κοντά στη Μονή Αυγού ένα άλλο εύρημα, ένα μήνυμα χιλιετιών στο πέρασμά μας: ένα απολι­θωμένο κέρατο ελαφιού… Αν σύμφωνα με του Ησίοδου το μέτρημα, υπολογίσουμε ότι η έλαφος ζει χίλια και πλέον χρόνια, το ελάφι εκείνο του Αυγού ήταν ένα μήνυμα από το βάθος τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, το λιγότερο).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

 

Σ’ αυτή τη δεύτερη διαδρομή, το Μοναστήρι μένει αθέατο ως το τέλος της, κι’ η αναμονή σκαρφαλώνει κι’ αυτή μαζί με τον επισκέπτη ένα ανέβασμα ανυπομονησίας. Μπορεί να είναι μια τρίτη διαδρομή το μονοπάτι που πήρε το 1935 ο Γ. Σωτηρίου, όπως μας το δίνει η ίδια του η περιγραφή: «Από του γραφικού παρά το Κρανίδιον χωρίου της Αργολίδος Δίδυμοι (κ. Δίδυμα), μετά τρίωρον δύσβατον πορείαν δια μέσου των τραχέων και ανύδρων βουνών του Αυγού, φθάνει τις εις την διαλελυμένην και όλως έρημον σήμερον αρχαιοτάτην Μονήν.. [1] 

Το πρώτο σημάδι της Μονής, από όποιο δρόμο και να βρει κανείς, είναι μια μισογκρεμισμένη στέρνα. Κοντά, πάνωθέ της, τα ερείπια ενός χτιρίου, άγνωστης χρήσης – ίσως βοσκών κατοικία. Στον κατηφορικό δρόμο προς τη Μονή, έξω από τον κύριο χώρο και αντίκρυ της, δεύτερο χτίσμα, διώροφο λιθόχτιστο, ακέραιο και νεότερης κατασκευής. Η μακριά πλευρά του προς τη Μονή, με τρία τοξωτά άνισα παράθυρα πάνω, και στο ισόγειο ένα άλλο μικρό άνοιγμα και μια μεγάλη τοξωτή πόρτα. Στη θύρα εισόδου από τη στενή ΒΑ πλευρά και στο ανώφλι της, χαραγμένη σε πωρόλιθο η χρονολογία: 1875. Ξενώνας μοιάζουν τα δυο δωμάτιά του και το ισόγειό του στάβλοι.

Πριν από τον περίβολο της Μονής χτίσματα ερειπωμένα δεξιά και αριστερά μας. Απέναντι ο τοίχος του περίβολου κάθετος στο πέρασμα και στερεωμένος στα βράχια, έχει ένα άνοιγμα, μια μεγάλη θύρα εισόδου – με θυρόφυλλα μέχρι λίγα χρόνια πριν – με κόγχη πάνω από το ανώφλι της. Μέσα το αίθριο (προαύλιο): άνετο, σχηματισμένο από τη γωνία που διαρθρώνει το σύνθετο και περίπλοκο οικοδόμημα της Μονής, στηριγμένο πάνω στην ανάλογη γωνιώδη υποδοχή των βράχων.

Εντυπωσιακή με τη στοιχειωμένη δραματική της όψη φανερώνεται η Μονή. Γκρίζο, ώχρα και κόκκινο σκουριάς το χρώμα της λιθοδομής της, προστατεύεται από τους άγριους ομοιόχρωμους βράχους, με τις κοσμογονικές συσπάσεις τους απολιθωμένες, όπως έμειναν σε κάποια στιγμή πτώσης, χαμένη στην αιωνιότητα των γεωλογικών μεταβολών. Και μοιάζει φωτοστεφανωμένη από το ασημένιο φως της ανατολής, που περιτρέχει τις κορφές ψηλά των βράχων της: οι πλευρές τους, κάθετες, σκοτεινές κατέρχονται ως τα βάθη της χαράδρας -γιγάντιες αρθρώσεις της δημιουργίας. Το σχήμα και οι όγκοι της Μονής καθαρογραμμένοι μέσα στον ίσκιο του βορινού της προσανατολισμού, ένας συγκινητικός χαιρετισμός αιώνων. Προς τη δύση της το μεγαλόπρεπο ξάνοιγμα κατά τα Ίρια, τη θάλασσα και τα αχνογάλαζα βουνά του Ναυπλίου.

 

Ιερά Μονή Αυγού

 

Στ’ ανατολικά της αυλής ένα ανυψωμένο επίπεδο, μια πρόσβαση με βαθμίδες, οδηγεί στη μικρή θύρα εισόδου της Μονής. Δεύτερη πόρτα της, στο χαμηλότερο προς Δ επίπεδο, οδηγούσε σε χώρους βοηθητικούς. Μια σκάλα με εννέα σκαλοπάτια ανεβάζει στον πρώτο όροφο, που τον χωρίζει κατά μήκος ένας διάδρομος: τα τέσσερα κελλιά της βόριας πλευράς έχουν διατηρηθεί, της νότιας έχουν ερειπωθεί.

Μια δεύτερη σκάλα με δέκα τρία σκαλοπάτια οδηγεί στο δεύτερο όροφο με τον ίδιο διαχωριστικό διάδρομο, τα τέσσερα κελλιά προς την αυλή και προς το βράχο μερικά ερειπωμένα. Σ’ αυτό τον όροφο σώζεται το καθολικό της Μονής.

επιστημονική περιγραφή του Γ. Σωτηρίου θα βοηθήσει στην αρχαιολογική εξέταση του μνημείου, στην αναγνώριση των αρχιτεκτονικών του στοιχείων. Και η μελέτη τους όπως και τα συμπεράσματά της, στη χρονολογική τοποθέτηση των ναών της Μονής Αυγού, αφού γραπτή μαρτυρία δεν υπάρχει. Θα χρησιμεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος και στη δική μας περιγραφή).

Στο τέλος του διαδρόμου λίγα σκαλιά φέρνουν στο δισυπόστατο ναό, που κατέχει μικρό ακανόνιστο τετράγωνο χώρο, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ο ναός αυτός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Θεοδώρα, είναι λαξεμένος κατά τις τρεις πλευρές του μέσα στο βράχο. Μόνον η βόρια και λίγο από τη δυτική είναι χτισμένη έξω το σπήλαιο. Ο χτιστός αυτός τοίχος αποτελεί και την πρόσοψη του ναού και έχει μία μόνον είσοδο, όπως αναφέραμε, στην άκρη του διαδρόμου δεξιά.

Εσωτερικά τα τοιχώματα του βράχου, που στερεώνουν τις άλλες τρεις πλευρές του ναού, ήταν ντυμένα με τοιχοδομία και κονίαμα, και αγιογραφημένα σύγχρονα με το ναό. Όμως μια πυρκαγιά – ίσως όταν εγκαταλείφθηκε η Μονή – κατάστρεψε το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο (ακόμη το θυμόνταν μισοκαμένο οι γέροντες Διδυμιώτες γύρω στο 1935), μαύρισε τις τοιχογραφίες και έρριξε τα κονιάματα: έτσι φάνηκε και η τοιχοδομία ολόκληρη από πλίνθους καλοκαμωμένους. Τώρα οι τοίχοι είναι σοβαντισμένοι, υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες και το τέμπλο είναι από σανίδες.

Από το αρχαίο πρώτο μαρμάρινο τέμπλο, ένα τμήμα (το μισό) θωρακίου με διάκοσμο σταυρό «εκ πλέγματος» και «ακάνθους», που θυμίζει ανάλογα του Όσιου Λουκά, και που το θέμα του σταυρού κάτω από τόξο είναι σύνηθες σ’ όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης, χρησιμεύει για σκαλοπάτι στη σκάλα του ναού.

Ο μεγαλύτερος ναός, που κατέχει το εσωτερικό της σπηλιάς, αποτελείται από τετράγωνο χώρο, τον κυρίως ναό, στεγασμένο με μεγάλο βυζαντινό σταυροθόλιο. Οι διασταυ­ρωμένες ακμές του χαμηλώνουν ως το 1,30 μ. από το δάπεδο.

Αυτός ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το έξω από τη σπηλιά τμήμα του ναού, μέσα από ένα δίλοβο άνοιγμα, στηριγμένο πάνω σ’ ένα κίονα ιωνικό – μέλος αρχαίου χτιρίου. Στην όψη των τόξων του ανοίγματος, μαυρισμένες τοιχογραφίες – στηθάρια αγίων – βεβαιώνουν ότι ιστορήθηκαν μαζί με το χτίσιμο του ναού.

Το Ιερό Βήμα αυτού του ναού καλύπτεται με ωοειδή θόλο και είναι τρίκογχο κατά τούτη τη διάταξη: το Διακονι­κό δεξιά το αντικαθιστά απλή κόγχη, προς Α στο μέσον η μεγάλη κόγχη και αριστερά η Πρόθεση έχει δικό της διαμέρισμα, σαν μικρό παρεκκλήσι με τοξωτή πυλίδα για είσοδο. Έχει ακόμη δυο κόγχες και στεγάζεται με ημισφαι­ρικό θολίσκο, στηριγμένο σε τέσσερα τρίγωνα πλίνθινα. Τα τόξα στις κόγχες είναι οξυκόρυφα. Ο δεύτερος μικρός ναός της Αγίας Θεοδώρας, προς Β και κοντά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου, είναι χωρι­σμένος σε τρεις τετράγωνους χώρους: το Ιερό του Βήμα, αγιογραφημένο με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, χωρίζεται με χτιστό τέμπλο και στεγάζεται με καμάρα που φέρεται από νότο προς βορά, ενώ ο κυρίως ναός με καμάρα εγκάρσια από ανατολή προς δύση. Ο τρίτος χώρος στεγάζεται με οκτάγωνο τρούλλο. Είναι αυτός που προβάλλει από το όλο οικοδόμημα της Μονής έξω, με οκτώ παράθυρα, τα φωτιστι­κά ανοίγματα του ναού. Με ακόμη ένα κοντά στη σκάλα ανόδου προς Δ.

Έντεκα σκαλιά στην ανατολική γωνία του διαδρόμου φέρνουν πάνω από το δισυπόστατο ναό ένα είδος ταράτσας η σκεπή του γύρω από τον τρούλλο και εμπρός του προς Β υψώνεται η στέγη της καμάρας του μικρού ναού της Αγ. Θεοδώρας, δίρρυτη οξυκόρυφη. Στην πρόσοψη, μια κόγχη με εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο κοίλωμά της, και ένα μικρό δίλοβο παράθυρο στο κάτω μέρος. Ανάμεσα κόγχη και παράθυρο μια πλάκα εντοιχισμένη (0,40X0,40) με ανάγλυφο σταυρό. Ο τρούλλος και το τύμπανο της καμάρας είναι σοβαντισμένα: τα μόνα λευκά τμήματα στο συγκρότημα της Μονής.

 

Τοιχογραφία - Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

 

Μια σκάλα λαξεμένη στο βράχο, στο ανατολικό πάλι άκρο του διαδρόμου, οδηγεί σ’ ένα άλλο σπήλαιο χωρισμένο σε δυο τμήματα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση Σωτήρος (αργότερα οστεοθήκη). Στο πρώτο τμήμα υπάρχουν δεξιά πάνω στο βράχο τοιχογραφίες: η Παναγία, η Αγία Άννα, η Αγία Κυριακή, ολόσωμες, τέχνης του 11ου αιώνα. Στη ΒΑ γωνία, από το κελλί εισέρχεται κανείς σε άλλο σπήλαιο με «ηχεία», πιθανό παρεκκλήσι κι’ αυτό. Αυτά τα σπήλαια υπήρξαν ασκητήρια, που συγκρότησαν φαίνεται τον 11ο αιώνα τη Μονή.

Οι θόλοι των ναών της Μονής με την πλινθοκατασκευή τους βεβαιώνουν για την ίδρυση των ναών τον 12ο αιώνα. Γιατί μόνο ναοί του 11ου και ίσως μέρους του 12ου αι. έχουν τους θόλους πλινθόκτιστους (Δαφνί). Στην Ελλάδα μετά επικρατούν οι λιθόκτιστοι. Επίσης τα σταυροθόλια και οι θολίσκοι είναι, σαν χρήση, χαρακτηριστική του 11ου αιώνα μόνο στην Ελλάδα. Το τρίκογχο του ιερού απαντά σε ναούς του 11ου αιώνα. Τέλος οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι του 11ου αιώνα.

 

 

Η Μονή Αυγού φαίνεται να λειτουργούσε κατά το μεσαίω­να. Ο Βενετός μηχανικός Φ. Βαντέϋκ στο Catastico του (1700) αναφέρει ότι η Μονή είχε: 16 καλογήρους και ισαρίθμους υπηρέτες, 127 άλογα, 3000 πρόβατα, 800 γίδια κλπ.

Ο ηγούμενος της Μονής του Αυγού, που πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου, [2] σκοτώθηκε στις 10.4.1821 όταν βγήκαν οι Τούρκοι από το κάστρο ξαφνικά και αιφνιδίασαν τους Έλληνες πολιορκητές που γλεντούσαν το Πάσχα τους. [3]

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η Μονή θα συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και οι μοναχοί της θα στρατεύθουν στο πλευρό του Παπαρσένη. Ο Κρανιδιώτης ηγούμενος της Μονής Διονύσιος Βούρ(λ)γαρης θα πολεμήσει στην πολιορκία του Ναυπλίου και ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) θα αιχμαλωτισθεί από του Τούρκους και θα κρεμαστεί στο Παλαμήδι. Σε έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου (1824), προς το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, υπογράφει και ο «ηγούμενος του Αυγού Ανανίας», ενώ ένα χρόνο αργότερα (1825) το μοναστήρι θα πυρποληθεί από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το έτος 1833, στη Μονή κατοικεί ένας μόνο μοναχός και η περιούσια της έχει παραμεληθεί. Τον επόμενο χρόνο με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα η μονή θα διαλυθεί (Πέτρος Σαραντάκης, «Αργολίδα / Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, 2007) ].  

Δυστυχώς τα αρχεία της Μονής Αυγού καταστράφηκαν μετά τη διάλυσή της, το 1834. Κατά προφορική μαρτυρία του ηγουμένου της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου Μακαρίου, ο τελευταίος μοναχός της Μονής Αυγού πέθανε στο νησάκι Παραπόλα.

Στοιχεία που έχουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μας δίνουν μιαν εικόνα του Μοναστηριού. Μέσα σε πίνακα το 1833 σημειώνεται ότι έχει: Πατέρες 1, υπηρέτες 3, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 330, ακαλλιέργητη στρ. 1700, αμπελώνες στρ. 40, ελαιόδενδρα 5660, περιβόλια 1, ελαιοτριβείον 1, Μύλους 1,1/2, αιγιδοπρόβατα 300, νομαδικά 43, ζώα φορτηγά 4, Μετόχια 2, χαλκός οκ. 70. Κι’ ενώ έχει ετήσιο εισόδημα δρχ. 5000, έχει ένα χρέος 500 δρχ.  [4]

Από την ίδια κατάσταση διαπιστώνουμε ότι: Η οικοδο­μή, περιέχουσα είκοσι δωμάτια, είναι στερεά… Το περιβόλι περιέχει στρέμματα δέκα αλλά όλα χέρσα. Οι αμπελώνες αν καλλιεργηθώσι, αντί 250 μπότζαις, τας οποίας δίδουν σήμερον, μπορούν να δώσουν 2500. Ο δε ελαιών αντί 2000 ημπορεί να δώση 4000. Από εκποιήσεις κτημάτων καταγράφεται το ποσό των 6485 δρχ. και από ενοικιάσεις δρχ. 1160, της διαλυμένης Μονής. [5] Υπάρχουν πολλά έγγραφα γύρω από ενοικιάσεις κτη­μάτων της Μονής, χρέη ενοικιαστών, χρέη μοναχών, διενέξεις μακροχρόνιες κ.ά.  [6] Έγγραφα 109, 1834-1842, που αφορούν και παλιότερες υποθέσεις.

 

Παραδόσεις για τη Μονή

 

Είναι ο μύθος γνωστός και κοινός γύρω από την επικύρωση του τόπου που διαλέχτηκε για την ίδρυση κάθε μονής. Είναι πάντα τα εργαλεία των μαστόρων που μετατο­πίζονται κάθε βράδι και βρίσκονται το πρωί σ’ άλλο μέρος: αυτό που δεν το διαλέγει η ανθρώπινη, αλλά η θεία βουλή. Το ίδιο έγινε κατά την παράδοση και για τη Μονή Αυγού. Άλλον τόπο είχαν διαλέξει οι ιδρυτές, τούτον που στέριωσε το μοναστήρι προτιμούσαν τα εργαλεία και ο Άγιος Δημήτριος. Για να βεβαιωθούν οι χριστιανοί έρριξαν ένα αυγό πάνω από τα βράχια: αυτό έπεσε στη θέση της Μονής, άθικτο. Γι’ αυτό, λένε, και την ονόμασαν Αυγό.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού

 

Τον Άγιο Δημήτριο όλα τα χωριά γύρω τον θεωρούν πολύ θαυματουργό και στοργικό, έτοιμο να σκύψει πάνω στις αγροτικές τους αγωνίες. Τον φροντίζουν: έχουν καθα­ρή την εκκλησιά του κι’ αναμμένα τα καντήλια του. Ωστόσο, μας είπαν οι Διδυμιώτες, μεγάλη γιορτή κάνουν της Αγίας Θεοδώρας. Είναι κι’ αυτή θαυματουργή. Στην εικόνα της κολλάνε νομίσματα, βάζοντας στο νου μιαν ευχή. Αν κολλήσει το νόμισμα, η ευχή θα πραγματοποιηθεί… Γιορτάζουν ακόμη στη Μονή Αυγού κάθε Σεπτέμβρη, τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Κι’ έρχονται με ταξίματα πολλά από την Ασίνη, το Τολό, το Δρέπανο.

 

Η ονομασία της

 

Όσο όμορφη κι’ αν είναι η παράδοση για της πίστης το άθραυστο αυγό, που έδωσε το όνομα στο μοναστήρι, δεν εμποδίζει την αναζήτηση για μια άλλη προέλευση, λιγότερο ρομαντική.

Είναι πιο εύκολο ίσως να αποδοθεί στην ονομασία του όρους Αυγού. Και μπορεί να δόθηκε πολύ αργότερα από την ίδρυση της Μονής. Η ονομασία «Αυγό» απαντιέται συχνά στο Μωριά και βαφτίζει βουνό γυμνό. Στη Βόριο Ήπειρο έλεγαν τη γυμνή κορφή «Βέ» (αυγό). Μάλε αρβανίτικα σημαίνει κορυφή. Μαλεβέ = βουνοκορφή γυμνή (σαν αυγό).

Έτσι έχουμε στην Κυνουρία, τον Πάρνωνα που ακόμα οι ντόπιοι τον ονομάζουν Μαλεβέ η Μαλεβό, όπως και το Μαλεβό στο Αρτεμίσιο. Στη Μάνη το γυμνό χωράφι το έλεγαν «μαλεβό». Η ίδια έννοια στην ελληνική ονομασία αυγό είναι επίσης συχνά δοσμένη. Όπως: το Αυγό = βουνό της Ασίνης Ναυ­πλίας, το Αυγό, λόφος Κορινθίας και το ομώνυμο χωριό κοντά. Ακόμη το γυμνό οξυκόρυφο νησάκι των Κυθήρων, Αυγό. Και το δικό μας όρος Αυγό της Αργολίδας, που ανήκει στην οροσειρά των Διδύμων.

Όση κι’ αν είναι η ευλάβεια των περιοίκων για τη Μονή Αυγού, δεν είναι αρκετή. Ούτε εκείνη η κατάλληλη, που έχει ανάγκη ένα βυζαντινό μνημείο κι’ ο ναός του. Ένας ανάμεσα στους ελάχιστους που έχουμε του 11ου αιώνα ναούς: σε μια περιοχή κοντά, Ίρια και Τραχειά, σημαντική και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα, σύμφωνα με τα λείψανα αρχαίων κάστρων και μικρών βυζαντινών ναών. Η ωραία Μονή του Αυγού, που μοιραία πηγαίνει στον αφανισμό της, αξίζει μιας ιδιαίτερης φροντίδας αρχαιολογι­κής, τη συντήρηση, σαν πολύτιμο διατηρητέο μνημείο. Και ίσως ανάμεσα σε τόσες ψυχές που αναζητούν τη λύτρωση στη μοναξιά και στην αυτοσυγκέντρωση – ακόμη και στην εποχή μας – μπορούσαν να βρεθούν κάποιοι να χρησιμέψουν κάτοικοι – φὐλακές της.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  



Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Γ. Σωτηρίου, Μονή Αυγού παρά τους Διδύμους της Αργολίδος, «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», (1935), σσ. 457-464.

 [2] Η Μονή είχε κι΄ άλλον ηγούμενο αγωνιστή, τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο  από την Καλλίπολη. Στην κατάληψη του Παλαμηδίου 29.11.1822, πάνω από στη Μπεζεριάν τάπια, έσπασε το πόδι του, μένοντας για πάντα χωλός.  

 [3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 198-199.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 1.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213. Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 2.

[6] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φακ. 220, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας, Επαρχία Ναυπλίας, Άγιος Δημήτριος Αυγού.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »