Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας Ιωάννης’

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Δ΄ (Άργος, 11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) 


 

Τα γεγονότα πριν από την Εθνοσυνέλευση

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με το αγγλικό πολεμικό Γουωρσπάιτ στις 6 Ιανουαρίου 1828, για να καταλήξει στην Αίγινα στις 11 του ίδιου μήνα, είχε δώσει από την αρχή την υπόσχεση ότι εντός του Απριλίου 1828 θα λογοδοτούσε για τα μέχρι τότε πεπραγμένα του ενώπιον εθνικής συνέλευσης. Εν τούτοις, απέφυγε να τηρήσει την υπόσχεσή του, γιατί πίστευε ότι έπρεπε ν’ αγωνιστεί πρωτίστως για την οργάνωση κράτους και να δώσει μάχη στον διπλωματικό τομέα. Εξάλλου, ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Και κατά συνέπεια, δεν ήταν εφικτή η διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη πληρεξουσίων ενόψει της τέταρτης κατά σειρά εθνοσυνέλευσης.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne. Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Κυρίως για το λόγο αυτό εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια σε βάρος του. Τελικά, η πίεση τον ανάγκασε να ζητήσει από το Πανελλήνιο –27 μέλη, που ασκούσαν μαζί του τη νομοθετική εξουσία– να συντάξει νόμο περί εκλογής πληρεξουσίων. Όμως, ο Καποδίστριας δε συμφώνησε με το νομοσχέδιο του Πανελληνίου και θέλησε να δημοσιεύει άλλο εκλογικό νόμο με προσωπική του ευθύνη. Τότε ο Γραμματέας της Επικρατείας (πρωθυπουργός) Σπυρ. Τρικούπης διαφώνησε και παραιτήθηκε. Μετά από λίγες μέρες διόρισε σ’ αυτή τη θέση το Νικ. Σπηλιάδη. Οι πληρεξούσιοι για την εθνοσυνέλευση, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί ύστερα από εκλογές, κατέφθασαν στο Άργος τέλη Ιουνίου – αρχές Ιουλίου 1829, συνολικά 236. Από αυτούς 81 αντιπροσώπευαν την Πελοπόννησο, 56 τη Στερεά Ελλάδα, 16 τη Βόρεια Ελλάδα, 41 τα νησιά, 4 την Εύβοια και 38 τη Σάμο, Χίο και Κρήτη.

Στις εργασίες συμμετείχαν ως πληρεξούσιοι από το Άργος ο Δημ. Τσώκρης και ο Δημ. Περούκας.

 

Η συνέλευση

Πριν από τις εργασίες έγινε δοξολογία από τον πρώην Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως Άνθιμο Κομνηνό στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, παρόντος και του Ι. Καποδίστρια, και οι πληρεξούσιοι έδωσαν τον εξής όρκο:

 

«Ορκίζομαι εν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Πατρίδος, μήτε να προβάλω μήτε να ψηφίσω τι εναντίον των συμφερόντων του Έθνους, κινούμενος από ιδιοτέλεια ή πάθος, να μην αποβλέπω εις πρόσωπον, και να μην παραβλέπω το νόμιμον και το δίκαιον».

 

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829

Κατόπιν πορεύθηκαν στο αρχαίο θέατρο Άργους, που είχε διασκευάσει ειδικά για το σκοπό αυτό ο Θ. Κολοκοτρώνης. Η προκαταρκτική συνεδρίαση έγινε την ίδια μέρα (11 Ιουλίου) με Πρόεδρο τον πιο ηλικιωμένο Γεώργιο Σισίνη. Ο Ι. Καποδίστριας προσφώνησε τους παρισταμένους με λίγα λόγια και στη συνέχεια ο Γραμματέας της Επικρατείας Νικ. Σπηλιάδης ανέγνωσε από χειρόγραφο μακροσκελέστατη έκθεση του Κυβερνήτη, η οποία αναφερόταν σε όλες τις ενέργειες και τα επιτεύγματά του στον πολεμικό, πολιτικό και διπλωματικό τομέα από τότε που πληροφορήθηκε στο εξωτερικό για την εκλογή του από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ως κυβερνήτη του έθνους έως την ημέρα εκείνη. Η έκθεση τελείωνε στον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κυβερνηθεί η χώρα στο άμεσο μέλλον.

Οι κανονικές εργασίες της εθνοσυνέλευσης άρχισαν την επομένη, αφού οι σύνεδροι εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γ. Σισίνη και Γραμματείς τον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό και Νικ. Χρυσόγελο. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 20 συνεδρίες από 12 Ιουλίου έως 5 Αυγούστου. Στη δεύτερη συνεδρία (13 Ιουλίου) συστάθηκε επταμελής Επιτροπή για τις επαφές των πληρεξουσίων με τον Κυβερνήτη και άλλη μία πενταμελής «επί των αναφορών». Η συνέλευση στην ουσία ενέκρινε τα σχέδια ψηφισμάτων που συντάσσονταν από τον Κυβερνήτη και μεταβιβάζονταν στους συνέδρους από την επταμελή επιτροπή, η οποία είχε λάβει την εντολή να σχεδιάζει τα ψηφίσματα με τις οδηγίες του Κυβερνήτη. «Τούτων ούτως εχόντων – σημειώνει ο Σπυρ. Τρικούπης στην ιστορία του – επανελάμβανον προσφυώς οι αστειότεροι των πληρεξουσίων το «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει»».

 

Το έργο της Εθνοσυνέλευσης

 

Τα σημαντικότερα από τα θέματα, με τα οποία ασχολήθηκε η Εθνοσυνέλευση, ήταν σε γενικές γραμμές τα εξής:

  • Εγκρίθηκαν 13 ψηφίσματα, που αναφέρονταν στην οργάνωση της δημόσιας διοίκησης.
  • Εγκρίθηκε η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια.
  • Εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις του με τις Μεγάλες Δυνάμεις για την αναγνώριση ελεύθερου και ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
  • Στη θέση του Πανελληνίου, το οποίο αυτοδίκαια είχε καταργηθεί, συστάθηκε 27μελής Γερουσία. Τους 21 από τους 27 Γερουσιαστές θα επέλεγε ο Κυβερνήτης από τριπλάσιο αριθμό υποψηφίων που θα του υποδείκνυε η Συνέλευση, ενώ τους υπόλοιπους έξι θα όριζε μόνος του. Αποστολή της Γερουσίας ήταν μόνο να γνωμοδοτεί για όλα τα μη διοικητικής φύσεως ψηφίσματα.
  • Καθορίστηκαν οι βάσεις για την αναθεώρηση του συντάγματος.
  • Εγκρίθηκαν ψηφίσματα για την τακτοποίηση οικονομικών θεμάτων (προϋπολογισμό ενός έτους, σχέδια για την απόσβεση δανείων, θέματα για την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα και για το «Γενικόν Φροντιστήριον» κ.ά.).
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την αγορά πλοίων και τη συγκρότηση εθνικού στόλου.
  • Εγκρίθηκε ψήφισμα για την κοπή εθνικού νομίσματος με μονάδα τον Φοίνικα, υποδιαιρούμενο σε 100 λεπτά.
  • Ψηφίστηκε ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων για τον Καποδίστρια – ύστερα από έγγραφη αίτηση του Κολοκοτρώνη-, την οποία όμως ο Κυβερνήτης αρνήθηκε να δεχθεί.
  • Απαγορεύτηκε η εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα.
  • Θεσπίστηκαν μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπό τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου Αίγινας και της παιδείας.
  • Ψηφίστηκε νόμος για την εκδίκαση των υποθέσεων από τα δικαστήρια κ.ά.π.

Στις 6 Αυγούστου έληξαν πανηγυρικά οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, παρουσία και πάλι του Καποδίστρια, ο οποίος χαιρέτισε τους συνέδρους. Επίσης, απηύθυνε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό, την οποία διάβασε ο Γραμματέας της Επικρατείας.

 

Πολιτική σημασία – συμπεράσματα

Με τις εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης εγκρίθηκε η μέχρι τότε πολιτική του Ι. Καποδίστρια και τέθηκαν οι βάσεις για τη νέα οργάνωση του κράτους. Η άσκηση των εξουσιών και η μορφή του κράτους είχαν προσαρμοστεί στις τότε δυνατότητες και ανάγκες του έθνους. Όμως, οι πολλές αρμοδιότητες του Κυβερνήτη, η πρόσληψη Επτανησίων σε σημαντικές δημόσιες θέσεις, ο διορισμός των αδελφών του Αυγουστίνου και Βιάρου σε υψηλά αξιώματα, καθώς επίσης και ο παραγκωνισμός των προκρίτων, τροφοδότησαν τη συνεχώς αυξανόμενη αντιπολιτευτική διάθεση.

Ο συγκεντρωτισμός και η αυταρχικότητα του Ι. Καποδίστρια – μολονότι οι προθέσεις του ήταν αγνές και αποσκοπούσαν στην οργάνωση του κράτους – ώθησαν ακόμη πολλούς φιλελεύθερους προς την αντιπολίτευση, που μέχρι τότε την αποτελούσαν κυρίως οι μεγαλονοικοκυραίοι της Ύδρας και πολλοί πρόκριτοι. Η μεγάλη πολιτική νίκη, την οποία είχε κερδίσει ο Ι. Καποδίστριας το καλοκαίρι 1829 στο Άργος, προκάλεσε σύντομα μία ισχυρή και συνεχώς εντεινόμενη αντιπολίτευση μέχρι τη δολοφονία του.

 

Πηγές


 

  • «Πρακτικά της εν Άργει Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη, Εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, 1829.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)

 

 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Λίμπρο ντ’ Όρο (Libro d’ Oro). Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.

Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).

Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα. 

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα,* που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας,  ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος ο πρώτος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λειψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. 

Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης από το 1814 ως το 1822, υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία.

Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν και τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της Ελβετίας, παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί – Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ.

Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.

Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.

Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη,** έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη.

Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της.

Έχει υποστηριχθεί ότι καταλυτικό ρόλο στη δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών παρέμενε, τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο του 2014, ακόμη απόρρητος.

Στον σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη.

Κατά τον Γιάννη Κορδάτο, η οικονομική κρίση, και η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες. Κατά τον Βασίλη Κρεμμυδά, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της υπόθεσης, κύριο ρόλο έπαιξε η Γαλλία, ενώ ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι αναμίχθηκε η Βρετανία. Η τελευταία ενδεχομένως γνώριζε τη συνωμοσία αλλά δεν παρενέβη να την εμποδίσει.

Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια. Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.

  

Υποσημειώσεις  

 

* Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

  Οι γραμμές αυτές είναι της Ρωξάνδρας Στούρτζα.

** Αν ο καθένας από εσάς (και ομιλώ δι’ εκείνους που κατέχουν τας πρώτας θέσεις εις την πολιτικήν ζωήν της χώρας) με εβοήθει ολίγον και καλοπίστως, λησμονών δια μίαν στιγμήν τα προσωπικά του συμφέροντα, το έργον μου θα εγίνετο περισσότερον εύκολον δι’ εμέ και περισσότερον καρποφόρον δια την Πατρίδα… 

 Προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,   Μάιος 1828

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Κωνσταντίνου Τσάτσου, « Ιωάννης Καποδίστριας – Διακόσια χρόνια από την γέννησή του 1776 – 1976 », Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.
  • Ιωάννης Καποδίστριας, « Κείμενα»,  Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1976.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

« Newer Posts