Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

«Πορεία με φώς» – Έκθεση Φωτογραφιών της πόλης του Ναυπλίου από το 1900 έως το 1960


 

Πορεία με φώς

Ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», εκθέτει στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, μια σειρά από φωτογραφίες της πόλης που αφορούν στην περίοδο 1900 – 1960.

Η Έκθεση των φωτογραφιών είναι ένα χρονικό, ένα οδοιπορικό μέσα στον χρόνο. Ο επισκέπτης θα αναγνωρίσει «οικείες» αλλά άγνωστες εικόνες του Ναυπλίου, των κτηρίων του και της διαφοροποίησής τους, θα εμβαθύνει στην κοινωνική, πολιτιστική και καθημερινή ζωή της εποχής και θα την συγκρίνει με την σύγχρονη.

Οι παλιοί θα θυμηθούν και θα αναπολήσουν. Οι νέοι θα διδαχθούν και θα οραματιστούν. Όλοι οι επισκέπτες, όμως, θα αποτυπώσουν στην μνήμη τους τις ευωδιές που κυριαρχούσαν στην πόλη μας, τις μυρωδιές που χάθηκαν, τα επαγγέλματα και τις ενδυμασίες που έφεραν τον χρόνο μέχρι τις μέρες μας, το μέλλον που ζούσαν και επαγγέλονταν οι γονείς μας και οι παππούδες μας, τις ευχάριστες και λυπημένες στιγμές, την συνύπαρξη στην ίδια φωτογραφία του παλιού και του νέου. Η Έκθεση δεν θα είναι μια απλή παράθεση φωτογραφιών αλλά μια παρακαταθήκη για τις ερχόμενες γενιές.

Την επιμέλεια της Έκθεσης έχει, από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, ο ακούραστος και ονειροπόλος Γιώργος Καρατάσος και η εμπνευσμένη καλλιτέχνης ζωγράφος, μέλος του Συλλόγου μας, Κατερίνα Μπεκιάρη.

Εκτός από τις φωτογραφίες που αποτελούν ιδιοκτησία του Συλλόγου, πολλοί συμπολίτες μας έχουν συνεισφέρει με το φωτογραφικό τους αρχείο στον εμπλουτισμό του υλικού. Φωτογραφίες του Νίκου Τομπάζη, του Παναγιώτη Μαζαράκη και πολλών άλλων συμπολιτών μας αλλά και αντίγραφα πρωτοτύπων που ευγενικά και οικειοθελώς παραχώρησαν από τα φωτογραφικά τους αρχεία ο Κώστας Καράπαυλος και ο Γιάννης Καλιτσιάδης, θα πλουτίσουν τα εκθέματα από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμηδης» και θα κοσμήσουν την Έκθεση.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 2 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσει έως και την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου  2017 στο Βουλευτικό. Θα συνεχιστεί στην αίθουσα πολιτισμού του Συλλόγου έως και το τέλος των εορτών.

Η πρόταση για την υλοποίηση αυτής της Έκθεσης έγινε από τον Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας Τάσσο Χειβιδόπουλο, στο πλαίσιο των «Δρόμων Πολιτισμού Αργολίδας».

Read Full Post »

Ο Βονιφάτιος Βοναφίν και η ταρίχευση του Καποδίστρια – «Errare humanum est» (το σφάλλειν είναι ανθρώπινο)


 

Την αποφράδα ημέρα της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, περίπου στις 6:45 πμ, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο, όπου πήγαινε να εκκλησιαστεί, άγρια δολοφονημένος «για λόγους τιμής», από τους δύο Μαυρομιχαλαίους (τους Μαυρομιχάλας), τον Κωνσταντίνο, αδερφό του Πετρόμπεη, που τον πυροβόλησε εξ’ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής με πιστόλι οπλισμένο με διπλό μπαλαρμά και τον Γεώργιο, γιό του Πετρόμπεη, ο οποίος τον χτύπησε θανάσιμα με μαυρομάνικο μαχαίρι στη δεξιά βουβωνική χώρα.

Το φονικό του Κυβερνήτη έγινε θρύλος και τραγούδι και η μνήμη του παραμένει ζωντανή στη λαϊκή συνείδηση των Ελλήνων, όπως το τραγούδησε η λαϊκή μούσα: «o Γιώργος και ο Κωσταντής, δυο Μπέηδες της Μάνης / μια πιστολιά του ρίξανε φαρμακερό μαχαίρι». «Το στόμα τ’ αίμα γέμισε τα χείλη του φαρμάκι / κι η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί σαν το χελιδονάκι» (Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, H πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 7, (2009) 115-121).

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Η νεκροψία έγινε από επιτροπή γιατρών, έπειτα από δύο ώρες περίπου από τη δολοφονία. Την επόμενη, στις 28 Σεπτεμβρίου προσκλήθηκε ξανά επιτροπή γιατρών που την αποτελούσαν οι: Σπ. Καρβελάς, Ν. Μαράτος, Δομ. Μαλδίνης, Π. Ζεγκίνης, Ανδρ. Παπαδόπουλος – Βρεττός και Ιακ. Θεοφιλάς καθώς και ο φαρμακοποιός Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος είχε ιδρύσει από το 1828 το πρώτο φαρμακείο στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο, και ήταν ο αρμόδιος για την ταρίχευση. Τα σπλάχνα του Κυβερνήτη αφαιρέθηκαν από το σώμα, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν κάτω από το Άγιο Βήμα του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνα.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Β. Βοναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Ο φαρμακοποιός Β. Βοναφίν (1800-1893), ιταλικής καταγωγής, ήταν σπουδαία φυσιογνωμία, σπουδαγμένος στην Πάδοβα της Ιταλίας, όπου είχε σπουδάσει ιατρική και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τον Β. Βοναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

 

Το φαρμακείο όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

 

Κατά τη δεκαετία του 1980 στην πρόσοψη του νεοκλασικού κτιρίου τοποθετήθηκε, από τον πρόεδρο του Συλλόγου Παλαμήδης, Τ. Τούμπα, μαρμάρινη επιγραφή με το εξής κείμενο:

 

Το πρώτο φαρμακείον της Ελλάδος 1828-1972. Ιδρυτής Βονιφάτιος Βοναφίν. Εδώ εταριχεύθη ο Α΄ Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας την 28/09/1831.

 

Μετά την τοποθέτηση της επιγραφής αυτής έχει καθιερωθεί η άποψη από όλους ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ταριχεύθηκε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν. Κανείς δεν έχει εκφράσει έκτοτε διαφορετική γνώμη, ούτε οι ασχολούμενοι επιστημονικά με την Νεοελληνική Ιστορία. Αλλά όπως είναι γνωστό, στην έρευνα αυτό το οποίο θεωρείται ως πιθανόν, δεν είναι και πραγματικό. Και στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στη δημιουργία μιας λόγιας καινοφανούς θα λέγαμε παράδοσης, η οποία δε συμβαδίζει με την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα.

Για τον χώρο που ταρίχευσε ο Β. Βοναφίν τη σορό του Καποδίστρια δεν υπάρχουν ιστορικές αμφιβολίες και περιθώρια αμφισβήτησης. Όπως προκύπτει από την Γενική Εφημερίδα της Κυβέρνησης όπου έχουν δημοσιευθεί όλα τα σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και από την «Ναυπλία» του Μ. Λαμπρυνίδη (1875, σελ. 292):

«O νεκρός του Ι. Καποδίστρια μετεκομίσθη ευλαβώς εκ του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος εις το ανάκτορο αυτού, συνοδευόμενος υπό πλήθους λαού ολοφυρομένου επί τη απωλεία και καταρωμένου τους αυτουργούς˙ εκεί δε μετά την αυτοψία εταριχεύθη υπό του φαρμακοποιού Β. Βοναφίν και απετέθη εις την αίθουσαν της υποδοχής (του Κυβερνείου), όπου ο λαός συνέρεε και καθισπάζετο τα πόδια αυτού».

Τα πράγματα για την ταρίχευση είναι ξεκάθαρα. Η ταρίχευση έγινε στο Κυβερνείο που βρισκόταν στο μικρό πάρκο δυτικά της πλατείας Τριών Ναυάρχων, στο χώρο που έχει ανεγερθεί το άγαλμα του Όθωνα.

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια η σορός του τοποθετήθηκε στο αριστερό του Ιερού Βήματος του Αγίου Γεωργίου και στις 28 Μαρτίου 1832 ο αδελφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας τη μετέφερε με πλοίο στην Κέρκυρα, όπου τάφηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας μέσα στην πόλη.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι και ο φαρμακοποιός Θ. Κωστούρος στην μυθιστορηματική βιογραφία του για τον Βοναφίν (Θ. Κωστούρος, Βονιφάτιος Βοναφίν, Ανάπλι 1979) αναφέρει σαφώς ότι μετά τη δολοφονία «ο Μέγας Νεκρός, ανάμεσα σε γόους και ολοφυρμούς του πλήθους, μεταφέρθηκε στο Κυβερνείο, όπου οι γιατροί Παπαδόπουλος, Μαράτος, Τράϊμπερ, έκαναν τη νεκροψία …και κατόπιν ο Β. Βοναφίν ανάλαβε… την ταρίχευση του αδικοσκοτωμένου Κυβερνήτη».

Το φαρμακείο, σήμερα, στην Πλατεία Ναυάρχων. Στο χώρο που λειτούργησε το πρώτο φαρμακείο της Ελλάδας από τον Βοναφίν, λειτούργησε ως το 1972 το φαρμακείο της Ε. Γουζουάση. Ωστόσο, η υπάρχουσα νεοκλασσική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880.

Γύρω από σημαντικά ιστορικά πρόσωπα στη μνήμη των ανθρώπων συγχέεται συχνά η πραγματικότητα με τη φαντασία, όπως π.χ. γύρω από τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, την Αρβανιτιά κλπ (Χ. Πιτερός Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009).

Είναι καιρός το Ίδρυμα Ιωάννη Καποδίστρια να απομακρύνει από το πρώτο Φαρμακείο, το συντομότερο δυνατόν, την επιγραφή αυτή με την λανθασμένη πληροφόρηση για την ταρίχευση του Καποδίστρια και να τοποθετήσει νέα υπεύθυνα τεκμηριωμένη σύμφωνα με την ιστορική πραγματικότητα.

Σχετικά με το κτίριο του πρώτου φαρμακείου ανεξάρτητα από την δυνατότητα απαλλοτρίωσής του ή μη από το Δήμο Ναυπλίου, τα εκκλησιαστικά Συμβούλια του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, που εκμεταλλεύονται το κτίριο, έχουν υποχρέωση και καθήκον να αναλάβουν το συντομότερο δυνατόν την επισκευή της εξωτερικής όψης σε ένα τόσο ιστορικό κτήριο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Είναι καιρός ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του.

Σημ. Βιβλιοθήκης:  Το ιστορικό κτίριο του Πρώτου Φαρμακείου πέρασε στις 6 Νοεμβρίου 2017 στην κυριότητα του Δήμου καθώς υπεγράφησαν τα συμβόλαια μεταβίβασης από τις τρεις εκκλησίες που το είχαν στην ιδιοκτησία τους στον Δήμο Ναυπλιέων.

Τα συμβόλαια παρουσία συμβολαιογράφου υπέγραψαν εκ μέρους των εκκλησιών οι πρόεδροι των εκκλησιαστικών συμβουλίων, Αγίου Γεωργίου π. Ελευθέριος Μίχος, Αγίου Νικολάου π. Κυριακός Αγγελόπουλος και Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίας) π. Διονύσιος Ταμπάκης και εκ μέρους του Δήμου Ναυπλιέων ο Δημαρχος Δημήτριος Κωστούρος, ενώ η τιμή της αγοραπωλησίας ανέρχεται στο ποσό των 585.000 ευρώ.

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος

Εφημερίδα «ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ», φύλλο 212, 29 Σεπτεμβρίου 2012.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η περίπτωση του Παλαμήδη στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας – © Μαρία Βασιλείου


 

Είναι κοινός τόπος να πούμε ότι ο Όμηρος δεν είναι η αρχή, αλλά το κορύφωμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, της επικής παράδοσης. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι για τον πόλεμο της Τροίας – κι όχι μόνο γι’ αυτόν – υπήρχε ένα πλούσιο επικό υλικό που απλώθηκε στον ελληνικό χώρο μέσα στους αιώνες, από την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου ως και τον όγδοο αιώνα π.Χ. Αυτή ήταν η κατ’ εξοχήν «ηρωική» εποχή και καλύτερα η εποχή που ευνόησε τη δημιουργία της ηρωικής ποίησης.(1)

Το τέλος αυτής της «ηρωικής» εποχής σημειώνεται με τη διάδοση της γραφής και τα ομηρικά έπη, που από πολλές απόψεις αποτελούν μεγάλη τομή. Δεν είναι μόνο που η ποιητική πρόθεση του Ομήρου ήταν διαφορετική από των προκατόχων του, είναι και το ότι ο Όμηρος εγκαινίασε έναν τρόπο χειρισμού του μύθου που, όσο κι αν συνδέεται στενά με την επική παράδοση, δεν παύει να προοιωνίζει και να προεξοφλεί, ως ένα σημείο, τη «λυρική» και κυρίως την «τραγική» εκμετάλλευση του μύθου στα χέρια των ποιητών που ακολούθησαν.

Παλαμήδης. «Promptuarium Iconum Insigniorum», Guillaume Rouille, France, in 1553.

Σύμφωνα με την ομηρική παράδοση και με μεταγενέστερες πηγές που φτάνουν μέχρι τον Δάρη τον Φρύγα ο Παλαμήδης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες του Τρωϊκού πολέμου φημισμένος ιδιαίτερα για τις ανακαλύψεις του και αποτελούσε μια σημαντική προσωπικότητα για την εξέλιξη του πολιτισμού.

Με βάση τις πηγές που υπάρχουν για τον Παλαμήδη η ανασύνθεση του μύθου έχει ως εξής: Η Ελένη αρπάχθηκε από τον Πάρη. Οι Έλληνες Βασιλείς «αποφασίζουν» εκστρατεία ενάντια στην Τροία για την ανάκτηση της Ελένης. Κατά την στρατολόγηση των Ελλήνων ο Παλαμήδης κατευθύνεται στην Ιθάκη, για να καλέσει στον στρατό τον Οδυσσέα, ο οποίος επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει προσποιήθηκε τον τρελό (είτε ρίχνοντας στη γη αλάτι είτε ζεύοντας μαζί στ΄ αλέτρι ένα βόδι και ένα άλογο). Ο Παλαμήδης, όμως, απέδειξε ότι ο Οδυσσέας προσποιούνταν τον τρελό (είτε απειλώντας ότι θα σκοτώσει τον Τηλέμαχο είτε βάζοντας τον Τηλέμαχο μπροστά στο αλέτρι, οπότε ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει την προσποίηση). Από τότε ξεκίνησε η έχθρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Παλαμήδη. Στην Τροία αυτή η έχθρα κορυφώθηκε μέσω κάποιων περιστατικών που ανέδειξαν την ικανότητα και επιδεξιότητα του Παλαμήδη στην εξεύρεση λύσεων, για την αντιμετώπιση προβλημάτων του στρατεύματος.

Για την εκδίκηση του Οδυσσέα η πιο γνωστή εκδοχή έχει ως εξής: Ο Οδυσσέας βάζει ένα Φρύγα αιχμάλωτο να γράψει ένα γράμμα δήθεν σταλμένο από τον Πρίαμο στον Παλαμήδη που θα αποδείκνυε την προδοσία του τελευταίου εις βάρος των Ελλήνων. Κατόπιν ο Οδυσσέας τοποθετεί κρυφά αυτό το γράμμα μαζί με χρυσάφι στην σκηνή του Παλαμήδη. Ακολούθως, κατηγορείται ο Παλαμήδης για προδοσία, το γράμμα και το χρυσάφι ανακαλύπτονται στη σκηνή του, δικάζεται και κρίνεται ένοχος. Οι Έλληνες αρχηγοί διατάζουν τον λιθοβολισμό του.

Ο μύθος του Παλαμήδη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Κύπρια Έπη. Πρόκειται για ένα από τα ποιήματα του λεγόμενου επικού κύκλου, μιας σειράς δηλαδή από μικρά έπη που πλαισιώνουν τη δράση της Ιλιάδας και διηγούνται τα «γεγονότα», πριν από αυτήν αλλά και ως το τέλος του πολέμου και την επιστροφή των Αχαιών. Είναι φανερό ότι η θέση τους μέσα στον επικό κύκλο κάνει τα Κύπρια σημαντική πηγή για τη γνώση του τρωικού πολέμου γενικά και του μύθου του Παλαμήδη ειδικά, για τον οποίο αποτελεί την πιο παλιά μαρτυρία, ιδιαίτερα αν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, είναι έπος πιο πρώιμο από την Ιλιάδα.

Το περιεχόμενο των Κυπρίων, μαζί με τα άλλα έπη του Κύκλου διασώζει μεγάλο μέρος από το σύνολο των διηγήσεων για την τρωική εκστρατεία, και είναι ένα τμήμα από το πλούσιο υλικό που είχε στη διάθεση της η επική ποίηση. Το υλικό αυτό ήταν ένα πλήθος από, ιερές ιστορίες, ιστορικές αναμνήσεις, αιτιολογικές παραδόσεις, λογοποιίες, παραμύθια,ναυτικές τερατολογίες, επινοήσεις των επικών ποιητών κλπ (2).

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο Παλαμήδης ήταν γιος του Ναυπλίου και της Φιλύρας ή της Ησιόνης ή της Κλυμένης. Η Φιλύρα σχετίζεται με θεσσαλικούς μύθους, και έχει τη θέση της μητέρας του Κενταύρου Χείρωνα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Παλαμήδης υπήρξε, μαζί με άλλους γνωστούς ήρωες, μαθητής του διάσημου Κένταυρου και είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που φέρνει μαθητή και δάσκαλο να έχουν μητέρα με το ίδιο όνομα. Η Ησιόνη επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μυθολογία των Λοκρών, αφού έτσι ονομάζεται η μητέρα του λοκρού ήρωα Δευκαλίωνα αλλά και η μητέρα του Ορχομενού, γενάρχισσα του οίκου των Μινύων.

Η Κλυμένη, τέλος, έπαιξε ρόλο στην αργείτικη παράδοση, αφού εμφανίζεται στενή συγγένισσα των Ατρειδών: σύμφωνα με το μύθο, ο πατέρας της Κατρέας, γιος του Μίνωα, την έδωσε στον Ναύπλιο, για να τη μεταφέρει μαζί με την αδερφή της Αερόπη σε ξένη χώρα. Ο Ναύπλιος όμως παντρεύτηκε την Κλυμένη και έδωσε την Αερόπη γυναίκα στον Πλεισθένη, γιο του Ατρέα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. (3)

Φαίνεται πως πρόκειται για τοπικές παραδόσεις, κάθε μια από τις οποίες «δίνει» στον ήρωα τη δική της μητέρα του τόπου, σε μια προσπάθεια να οικειοποιηθεί τον μύθο ή να διεκδικήσει την πατρότητά του. Αξιοσημείωτο πάντως στοιχείο και για τις τρεις παραλλαγές αποτελεί το γεγονός ότι και οι τρεις, Φιλύρα, Ησιόνη, Κλυμένη, έχουν κοινό χαρακτηριστικό, τη σχέση τους με το υγρό στοιχείο: Οι δύο πρώτες είναι κόρες του Ωκεανού και της Θέτιδας, η τρίτη εγγονή του θαλασσοκράτορα Μίνωα. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή ο Παλαμήδης είναι απόγονος ενός γνωστού θαλασσινού ήρωα, του Ωκεανού ή του Μίνωα.

Τελικά, από τις τοπικές παραδόσεις φαίνεται ότι επικράτησε η Κλυμένη, ίσως γιατί, την πρόβαλαν οι τραγικοί ποιητές, ή γιατί ο μύθος της, αιτιολογεί τη στενή επικοινωνία του Ναυπλίου με τη γειτονική σ’ αυτό πρωτεύουσα του μυκηναϊκού κράτους καθώς και τις επιδράσεις, που αναμφισβήτητα δέχτηκε ο μυκηναϊκός από τον μινωικό πολιτισμό.

Όσον αφορά τον πατέρα του, καμιά μαρτυρία δεν αμφισβητεί πως είναι ο Ναύπλιος, με τα πρόσωπα  του ψαρά (Αλκιδάμαντας, ‘Οδυσσεύς ), ή του αργοναύτη (Αργοναυτικά του Ορφέα , Υγίνος, Μύθος ), ή και χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα: ο μοναδικός γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, εγγονός από πέμπτη γενιά ενός άλλου Ναυπλίου, που εκείνος ήταν αργοναύτης (Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου).

Σχετικά με την καταγωγή του, από τις μαρτυρίες που υπάρχουν, οι δύο τον αναφέρουν ως Αργείτη (Τάκιτος, Annales, Υγίνος Μύθος ), η μια ως Ευβοιώτη (Γρηγ. Ναζιανζηνός, Λόγος) – καμιά ως Ναυπλιώτη. Φαίνεται, ότι ο Παλαμήδης, που η παράδοση τον θέλει γιο του Ναυπλίου και της Κλυμένης και εγγονό του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης γεννήθηκε στο Άργος, απ’ όπου αργότερα «μεταφυτεύτηκε» στο Ναύπλιο. Δηλαδή ο Παλαμήδης συνδέθηκε μέσα από το συγγενικό κύκλο του πατέρα του με το Άργος, για να γίνει αργότερα Ναυπλιώτης. Βέβαια οι μαρτυρίες του Τάκιτου και του Υγίνου είναι μεταγενέστερες, όταν πια το Ναύπλιο είχε χάσει την αυτονομία του, υποταγμένο στο γειτονικό Άργος, ήδη, από την εποχή του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου. Από τότε το Ναύπλιο  εμφανίζεται στην αρχαία λογοτεχνία μόνο σαν λιμάνι του Άργους.

 

Ο Παλαμήδης μπροστά στον Αγαμέμνονα. Πίνακας του Ρέμπραντ,1626. Museum De Lakenhal.

 

Ο Όμηρος δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τον Παλαμήδη. Η σιωπή του, δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, αν ο επικός Όμηρος γνώριζε το μύθο του Παλαμήδη, αν δηλαδή ο μύθος ανάγεται ή όχι στο παραδοσιακό υλικό, που είχε στη διάθεση του ο ποιητής. Δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Όμηρος αγνοούσε τον Παλαμήδη.

Υπάρχουν σημεία στα δύο ομηρικά έπη που φαίνεται να υπαινίσσονται τον ήρωα. Όπως, παρατηρεί ο Μ. Χριστόπουλος (4): α) στο ω 118-9 υπάρχει υπαινιγμός στην πρεσβεία των Αχαιών που είχε σταλεί στην Ιθάκη προκειμένου να πείσει τον Οδυσσέα να ακολουθήσει τους Αχαιούς στην Τροία β) Υπάρχουν δυο αποσπάσματα στην Ιλιάδα όπου ο Οδυσσέας αυτοπαρουσιάζεται ως γιος του Τηλέμαχου, κάτι που ίσως αποτελεί υπαινιγμό στην απειλή της ζωής του μικρού Τηλέμαχου από τον Παλαμήδη στην Ιθάκη. γ) Στη ραψωδία Κ (Δολώνεια) υφέρπει η παρουσία του Παλαμήδη.

Ο Γοργίας, σοφιστής και ρήτορας, γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας, περίπου το 490 π.Χ και έζησε σύμφωνα με τις πηγές 105 ή 109 χρόνια. Έφτασε στην Αθήνα το 427 π.Χ. Την εποχή του Γοργία, στην Αθήνα, στο πλαίσιο πλέον της πόλης-κράτους, η συμμετοχή στα κοινά και στα αθηναϊκά δικαστήρια απαιτεί την συμμετοχή των πολιτών και την άσκηση των δημοκρατικών τους καθηκόντων. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο σημαντική ήταν η ικανότητα του πολίτη να μπορεί να εκφράζεται με ευγλωττία και πειθώ. Οι σοφιστές που καταφθάνουν στην Αθήνα παρουσιάζονται ως δάσκαλοι της τέχνης του λόγου και υποστηρίζουν – με το αζημίωτο βέβαια – ότι μπορούν να κάνουν τους πολίτες ικανότατους στη χρήση του λόγου. Ανάμεσα στους σοφιστές, ο Γοργίας περισσότερο από κάθε άλλον έβαλε στην διδακτική του ατζέντα την ρητορική και πιστώνεται μάλιστα με τον ορισμό της ως «πειθοῦς δημιουργός». Κατά τη διδασκαλία του είναι πιθανό ότι παρουσίαζε ένα λόγο-πρότυπο, τον οποίο οι μαθητές του έπρεπε ν΄ αποστηθίσουν και να τον μιμηθούν. Αυτοί οι λόγοι, «εκμεταλλεύονταν» μυθικά θέματα (π.χ μύθος του Παλαμήδη) για την άντληση επιχειρημάτων, τα οποία όμως, έχουν δυνατότητα εφαρμογής και σε σύγχρονα, εκφραζόμενα της εποχής του. Ο Γοργίας κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους σοφιστές και η συμβολή του στην εξέλιξη της ρητορικής είναι σημαντικότατη. Έγραψε «Τέχναι» – εγχειρίδια που έδιναν ρητορικές οδηγίες και περιείχαν λόγους-πρότυπα προς αποστήθιση

Στην λογοτεχνία, την περίοδο που ζει ο Γοργίας, από την αρχαϊκή ποιητική παράδοση (έπος, λυρική ποίηση) έχουμε περάσει στην εμφάνιση και την κυριαρχία της τραγωδίας, της κωμωδίας, την εξέλιξη πεζογραφικών ειδών (ιστοριογραφικά και δικανικά κείμενα) και την προβολή της φιλοσοφίας και της ρητορικής, ενώ παράλληλα αφθονούν τα ρητορικά εγχειρίδια που περιέχουν οδηγίες και τεχνικές για την παραγωγή λόγων. Την ίδια χρονική περίοδο αναπτύσσεται το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιοι σοφιστές αντλούν μυθικά πρόσωπα από την επική παράδοση και τα βάζουν να εκφωνούν λόγους (mytho-forensic speeeches).

Οι τέσσερις διασωθέντες λόγοι από την περίοδο αυτή, οι οποίοι ανήκουν στο είδος των mytho-forensic speeches, (δηλαδή λόγοι-υβρίδια, καθώς σ΄ αυτούς διασταυρώνεται ο μύθος με την ρητορική και η αρχαϊκή με την κλασική περίοδο). Παρά την ανταγωνιστική σχέση της ποίησης, ειδικά της ομηρικής και της σοφιστικής, οι τέσσερις αυτοί λόγοι δείχνουν μια συμφιλιωτική τάση ανάμεσα στις δύο: μυθικά πρόσωπα που απαντούν στην προγενέστερη ποίηση γίνονται φορείς σοφιστικών τεχνικών. Προφανώς, οι σοφιστές των λόγων αυτών χρησιμοποιούν μυθικές φιγούρες, για να κάνουν τους λόγους τους προσφιλέστερους στους μαθητές τους. Ένας από αυτούς τους τέσσερις λόγους είναι και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία» του Γοργία.

Συνοπτικά το περιεχόμενο του λόγου έχει ως εξής: ο Παλαμήδης ενώπιον ενός υποτιθέμενου δικαστηρίου προσπαθεί να πετύχει την αθώωσή του υποστηρίζοντας ότι δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Λέει στους δικαστές ότι αυτό που πραγματικά φοβάται δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ατιμωτική θανάτωση. Κατόπιν, επιχειρηματολογεί πάνω σε δυο άξονες – του δυνατού και της βούλησης -, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα να προδώσει τους Έλληνες στους Τρώες και ότι ακόμα και αν την είχε δε θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως απευθύνεται στον κατήγορο του τον Οδυσσέα χωρίς, όμως, να επιτίθεται στο ήθος του κατηγόρου. Αντίθετα, αναφέρεται στις δικές του αρετές.

Στην Υπέρ Παλαμήδους Απολογία του Γοργία, ο Γοργίας χρησιμοποιεί τη μυθική μορφή του Παλαμήδη ως φορέα επιχειρημάτων, ο μύθος συνδέεται στο λόγο του Γοργία, με τη ρητορική και τίθενται οι βάσεις για την παρουσίαση του Παλαμήδη ως σοφιστή.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος παρουσιάζει τον μυθικό Παλαμήδη σε δύο έργα του: α) Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα και τον β) Ηρωϊκό. Ο Φλάβιος Φιλόστρατος ήταν μέλος μιας αθηναϊκής οικογένειας με καταγωγή από τη Λήμνο και ταυτίζεται από τους μελετητές με τον δεύτερο από τους τρεις συγγραφείς που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως γνωρίζουμε από το βυζαντινό λεξικό της Σούδας του 10αι. μ.Χ. Γεννήθηκε γύρω στο 170 μ.Χ. και πέθανε στα μέσα περίπου του 3 αι. μ.Χ.. Μεγάλωσε στην Αθήνα και έλαβε ρητορική εκπαίδευση σ΄ αυτή την πόλη με την έντονη σοφιστική δραστηριότητα. Πιθανώς πριν το 207 μ.Χ. εντάχθηκε στον κύκλο της Ιουλίας Δόμνας, μητέρας του αυτοκράτορα Καρακάλλα. Για την περίοδο που ζει ο σοφιστής Φιλόστρατος λόγω της μεγάλης εμβέλειας που αποκτά η ρητορική έχει επικρατήσει ο όρος «Δεύτερη Σοφιστική», ο οποίος μάλιστα ήταν επινόηση του ίδιου του Φιλόστρατου.

Στο «Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα» παρακολουθούμε την πορεία και τα ταξίδια του νεοπυθαγόρειου φιλοσόφου Απολλώνιου, κατά τη διάρκεια των οποίων εκτελεί διάφορα θαύματα, ενώ συνοδεύεται από τον μαθητή του, τον Δάμη από τη Νινευή. Στο τέταρτο βιβλίο συναντάμε τον Παλαμήδη όταν ο Απολλώνιος επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα κοντά στην Τροία. Ο ήρωας εν είδει ποιητή θα αποκαλύψει στον Απολλώνιο ορισμένες αλήθειες για τον τρωϊκό πόλεμο σε μια συνάντηση που αφορμάται εν μέρει από την παράδοση που ήθελε τον ίδιο τον Όμηρο να επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα, να τυφλώνεται από την λάμψη των όπλων του και ως αντάλλαγμα γι΄αυτό το συμβάν οι Μούσες να του χαρίζουν το δώρο της ποίησης. Από τα λόγια του Αχιλλέα για τον Παλαμήδη διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας μέσα από μια σωρεία επιθέτων σε υπερθετικό βαθμό (π.χ.«σοφώτατος,… μαχιμώτατος…) θεωρεί τον Παλαμήδη μια εξέχουσα μορφή που ξεπερνούσε τους άλλους συμπολεμιστές του στη σοφία, την ομορφιά και την ικανότητα στον πόλεμο. Ο Παλαμήδης παρουσιάζεται ως πρότυπο ανδρείας και σοφίας, κάτι που θα επιδιώξει ο Φιλόστρατος πολύ περισσότερο στον «Ηρωϊκό». Ο Αχιλλέας προτρέπει τον Απολλώνιο που μοιράζεται το ίδιο χαρακτηριστικό με τον Παλαμήδη (δηλ. τη σοφία) να πάει στον τάφο του ήρωα που βρίσκεται στα μικρασιατικά παράλια απέναντι από τη Μήθυμνα της Λέσβου, να φροντίσει τον τάφο του και να αναστηλώσει το πεσμένο άγαλμα του ήρωα, κάτι που ο Απολλώνιος θα σπεύσει να εκτελέσει. Όταν φτάνει στον τάφο του ήρωα, τον χαρακτηρίζει σοφό σ΄όλα, πηγή της γλώσσας, των Μουσών και του ίδιου του του εαυτού και ετοιμάζεται να αποκαταστήσει την αδικία που του έκαναν οι Αχαιοί φροντίζοντας την ανέγερση του αγάλματός του.

Στον «Ηρωϊκό» ο ήρωας αποτελεί μια από τις τρεις σπουδαιότερες μορφές – ήρωες του έργου μαζί με τον Πρωτεσίλαο και τον Αχιλλέα. Στο συγκεκριμένο έργο παρακολουθούμε ένα διάλογο που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Θράκης, τον Ελαιούντα, ανάμεσα σ΄ έναν αμπελουργό και έναν Φοίνικα έμπορο. Ο αμπελουργός έχει αφοσιωθεί στη λατρεία του ήρωα Πρωτεσίλαου που ήταν ο πρώτος από την πλευρά των Αχαιών που έχασε τη ζωή του στην εκστρατεία. Επιπλέον, ο αμπελουργός αποκαλύπτει ότι επικοινωνεί τακτικά με τον ήρωα Πρωτεσίλαο, ο οποίος είναι γνώστης όλων των ομηρικών ιστοριών, αλλά επιπλέον γνωρίζει και ιστορίες που είναι άγνωστες στους ποιητές. Ο Πρωτεσίλαος ισχυρίζεται ότι ο Όμηρος έδωσε μεγάλη σημασία μόνο στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, ενώ άλλους σημαντικούς ήρωες, όπως τον Παλαμήδη, τους παρέβλεψε. Ενώ ο αμπελουργός αποκαλύπτει στον Φοίνικα ιστορίες που έμαθε από τον Πρωτεσίλαο, παρουσιάζει  τους πρωταγωνιστές – ήρωες της τρωϊκής εκστρατείας, από τους οποίους άλλους εξετάζει μεμονωμένα και άλλους σε ζεύγη. Σ΄ αυτόν τον κατάλογο των ηρώων δίνει έμφαση στα ταλέντα, την εξωτερική εμφάνιση τους, καθώς και σε ανέκδοτα ηθικού χαρακτήρα. Τέλος, κρίνει τον τρόπο παρουσίασης τους από τον Όμηρο και κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις.

Και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) έγραψαν τρία ομώνυμα δράματα για τον συγκεκριμένο μυθικό ήρωα παρουσιάζοντάς τον ως θύμα της ίντριγκας του Οδυσσέα. Ειδικά ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δείχνουν να ευνοούν τον Παλαμήδη εις βάρος του Οδυσσέα, και το μυθικό υλικό που διαθέτουν για τον Παλαμήδη υφίσταται μια «πολιτικοποίηση», η οποία ενσαρκώνει την κόντρα ισχυρών και αδυνάμων που βρίσκει αντιστοιχίες στην πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας του 5αι. π.Χ. Συνεπώς, την περίοδο αυτή, προβάλλει έντονα η πολιτική πλευρά των ηρώων, η οποία είχε δευτερεύουσα θέση στο έπος.

Από τον 6αι. π.Χ. ο Όμηρος δέχτηκε κριτική για τον τρόπο που παρουσίαζε τους θεούς και για την αξιοπιστία των γεγονότων που διηγείται, με τον Πλάτωνα να καταδικάζει τα ομηρικά ποιήματα ως ανήθικα και επικίνδυνα. Μαζί με τη φήμη του Ομήρου, όπως ήταν αναμενόμενο, επηρεάστηκε αρνητικά και η φήμη του Οδυσσέα. Ένα από τα αρνητικά επεισόδια της ζωής του Οδυσσέα, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι επικριτές του, ήταν ο άδικος θάνατος του Παλαμήδη.

Ο Παλαμήδης από τον 5αι. π.Χ. έχει γίνει το αρχέτυπο του αθώου μάρτυρα που νικιέται από τους ισχυρούς. Για τις ιδιαίτερες ιδιότητες και εφευρέσεις που αποδόθηκαν στον Παλαμήδη ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει ο Φιλόστρατος, που ζει και γράφει σε μια εποχή σημαδεμένη από το μυστικισμό και τη μαγεία.

Στην εποχή του σοφιστή οι μυστηριακές Θρησκείες της ανατολής, που από καιρό είχαν εισβάλει στη Δύση, κυριαρχούν σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια και, ανακατεμένες με τους θεούς του ελληνορωμαϊκού πανθέου, δημιουργούν μια πανσπερμία θρησκειών και λατρειών. Τις καινούργιες θρησκείες τις αγκάλιασαν τα πλατιά λαϊκά στρώματα των υπηκόων της αυτοκρατορίας που, εξαθλιωμένα καθώς ήταν από την οικονομική τους ιδιαίτερα κατάσταση, έβρισκαν σ’ αυτές την παρηγοριά για μια μεταθανάτια λύτρωση, αλλά και πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς που αισθάνονταν την ανάγκη να βρουν στήριγμα στις υπερφυσικές δυνάμεις, καθώς δεν τους ικανοποιούσε η επίσημη θρησκεία Η εισβολή αυτών των θρησκειών έδωσε μεγάλη ώθηση στην αστρολογία και τη μαγεία. (Οι άνθρωποι πάντα αισθάνονταν την ανάγκη να προβλέψουν το μέλλον τους).

Η επίδραση της εποχής λοιπόν θεωρείται δεδομένη στον «Ηρωικό» και τη βλέπουμε ίσως και σε μερικές λεπτομέρειες του μύθου του Παλαμήδη, στον οποίον επίσης θα μπορούσαν να ανιχνευθούν και σημεία του νεοπυθαγορισμού, όπως :

  • Όταν έγινε έκλειψη ηλίου, οι Αχαιοί άρχισαν να ανησυχούν θεωρώντας αυτό το συμβάν οιωνό για τον πόλεμο. Ο Παλαμήδης, για να τους καθησυχάσει, τους δίνει μια λογική ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας ότι η σελήνη πέρασε εκείνη τη στιγμή μπροστά από τον ήλιο και αυτό εξηγεί την επικράτηση σκοταδιού για λίγο. Ωστόσο, δίνει και θρησκευτική ερμηνεία. Αν ο οιωνός αυτός προμηνύει κάτι κακό, η βλάβη θα είναι για τους Τρώες, γιατί σε εκείνους οφείλεται ο πόλεμος. Κατόπιν υποδεικνύει στο στράτευμα τελετουργικά μέσα (προσευχές και θυσία στον ήλιο), τα οποία συνδέονται με αρχαίες τελετουργίες σχετιζόμενες με τον έλεγχο του καιρού. Από το επεισόδιο αυτό ο Παλαμήδης εμφανίζεται να έχει γνώσεις αστρονομίας και να είναι μάντης, αφού μπορεί να ερμηνεύει τα σημάδια.
  • Στον «Ηρωϊκό» ο Παλαμήδης ούτε πλοία διαθέτει, ούτε υπηρέτρια και ερωμένη ούτε δέχεται τα χρήματα των Αχαιών ούτε του αρέσει η επιδίωξη του πλουτισμού. Διαφαίνεται δηλαδή μια τάση για ασκητική ζωή, όπου μπορούν ν’ ανιχνευθούν επιδράσεις του νεοπυθαγορισμού, ενός από τα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής.

Στην ικανότητα του να βρίσκει λύσεις χρωστάει, μάλλον ο Παλαμήδης και τη φήμη του ως Πρώτου Ευρετού: έτσι ονομάστηκαν μία σειρά μυθικά αλλά και ιστορικά, κάποτε, πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις – ανάμεσα τους αρκετοί θεοί και ήρωες, όπως ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Αθηνά Εργάνη, ο Φορωνέας, ο Προμηθέας κ.ά.

Οι πρώτοι ευρετές εμφανίζονται να διεκδικούν (ή τους αποδίδονται) διάφορες εφευρέσεις τον 7ο/6ο π.Χ.αι. που είναι εποχή μεταρρυθμίσεων με νεωτερισμούς και εφευρέσεις, εποχή που το άτομο συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητα του και προσπαθεί να ξεχωρίσει από το σύνολο. Έτσι, ευρετές θεωρήθηκαν οι θεοί και ήρωες, που, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, είχαν διαπρέψει σε ανάλογα πράγματα (μ’ αυτά που τους αποδίδονται) ή που φαίνονταν προορισμένοι, για την κάθε εφεύρεση, με βάση την ιδιαίτερη συμπεριφορά τους.

Είναι γνωστό ότι σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς της ανατολής και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο τα γράμματα, είχαν θεϊκή προέλευση και ήταν προνόμιο μιας ειδικής τάξης, – του ιερατείου -, που απολάμβανε γι’ αυτό ξεχωριστή τιμή. Αλλά και ο Παλαμήδης, σύμφωνα με το Φιλόστρατο, με Θεία αποκάλυψη βρήκε τα γράμματα: έγώ γράμματα ούχ εύρον αλλ’ υπ’αυτών ευρέθην’ εν Μουσών οίκω κείμενα εδείτο ανδρός τοιούτου, θεοί δε τα τοιαύτα δι’ανδρών σοφών αναφαίνουσι (Ήρωικός,. 33,11).

Τα γράμματα λοιπόν έχουν άμεση σχέση με το μυστικισμό και τη μαγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι την εφεύρεση διεκδικούν μυθικές μορφές που η σχέση τους με τη μαγεία είναι γνωστή, όπως ο Ερμής, ο Σίσυφος, ο Κάδμος, και ο Προμηθέας.

Το πιο παλιό και το πιο μεγάλο ελληνικό ζάρι. Στο ανθρώπινο κεφάλι, που εικονίζεται στη μια πλευρά του ζαριού, η αρχαιολόγος Karusu αναγνωρίζει τον Παλαμήδη. Με βάση τα χαρακτηριστικά της παράστασης η Karusu συμπεραίνει πως πρόκειται για έργο του ζωγράφου των Κριών, που έζησε στα μέσα του 7ου π.Χ. αι. – το ζάρι, όπως λέει, πρέπει να το τοποθετήσουμε στα πρώιμα έργα του καλλιτέχνη. Στο α ‘ μισό του 7ου π.Χ. α ι. το χρονολογεί και ο Ι . θ . Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία , τ. 5, Αθήνα 1986.

Οι πεσσοί επίσης δεν είναι ελληνική εφεύρεση. Το παιγνίδι αυτό με τη γενική έννοια του όρου το συναντάμε πολύ νωρίς στους αρχαίους πολιτισμούς των ανατολικών λαών. Υπολογίζεται ότι οι Αιγύπτιοι ήδη από το 3000 π.Χ. γνώριζαν ένα επιτραπέζιο παιγνίδι με πεσσούς. Στη Μεσοποταμία ανακαλύφτηκαν λείψανα ενός τέτοιου παιγνιδιού, ενώ βρέθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός παιγνιδιού με πεσσούς και σε πολιτισμούς παράλληλους με τον αιγυπτιακό, όπως ο κρητομυκηναϊκός. Οι πεσσοί λοιπόν είναι γνωστοί στα μυκηναϊκά χρόνια και άσχετα με το αν τους ξαναφέρνουν αργότερα στον ελληνικό χώρο, όπως και τα γράμματα, οι Φοίνικες, μπαίνουν δικαιωματικά στον τρωικό κύκλο, όπου συνδέονται με τον εφευρέτη. Με γνώση της λειτουργίας του παιγνιδιού στο στρατό, που βαριέται και δυσανασχετεί – πολύ περισσότερο αν υπάρχει και πείνα – πλάθεται ένας μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Παλαμήδης «εφευρίσκει» με κάποια ευκαιρία τους πεσσούς. Τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της εφεύρεσης τονίζει ο Σοφοκλής με τη φράση «τερπνόν αργίας άκος», ενώ παράλληλα φαίνεται να της αναγνωρίζει και παιδευτικό χαρακτήρα : «χρόνου τε διατριβάς σοφωτάτας».

Εκτός από τα γράμματα, τους πεσσούς και τα στρατιωτικά, τις πιο παλιές και πιο στενά συνδεμένες με τον Παλαμήδη εφευρέσεις, του αποδόθηκαν, σε μεταγενέστερες εποχές και άλλες εφευρέσεις, άλλοτε σχετικές με την όλη παρουσία του στο μύθο και άλλοτε όχι. Συμβαίνει λοιπόν και με τον Παλαμήδη ό,τι και με τους άλλους Πρώτους Ευρετές, τον Ερμή, την Αθηνά Εργάνη, τον Προμηθέα: οι μεταγενέστεροι δηλαδή με ευκολία απέδιδαν σ’ αυτούς καινούργιες εφευρέσεις, πέρα από τις συγκεκριμένες με τις οποίες ήταν συνδεδεμένο το όνομά τους.

 Αξίζει να αναφέρουμε τα μέτρα και σταθμά, μια εφεύρεση που συνδέεται άμεσα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση της εποχής. Οι κάτοικοι δηλαδή της Αργολίδας έψαχναν ένα εφευρέτη να του αποδώσουν το αργείτικο σύστημα μέτρων και σταθμών, που αυτήν την εποχή διεκδικούσε το προβάδισμα απέναντι στο αιγινητικό και το λυδικό-ιωνικό. Ένας ντόπιος ήρωας εφευρετικός, όπως ο Παλαμήδης, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.

Με την πληθώρα των εφευρέσεων που διεκδικούσαν την πατρότητα του Παλαμήδη, το όνομα του ταυτίσθηκε με την εξυπνάδα και την εφευρετικότητα: με αυτήν την έννοια το χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας όταν στο Φαιδρό (261d) χαρακτηρίζει το Ζήνωνα «Ελεατικό Παλαμήδη» και ο Εύπολις όταν σατιρίζοντας κάποια εφεύρεση τη χαρακτηρίζει «Παλαμηδική» Στους Βατράχους ο κωμικός Αριστοφάνης με την φράση «εύγε ω Παλάμηδες, ω σοφωτάτη φύσις», αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις ιδέες του Ευριπίδη για την αθηναϊκή πολιτική. Γενικότερα, άλλωστε, τον 5ο π.Χ. αι. οι όροι ευρετής, εύρημα, ευρίσκειν ταυτίζονται με τους όρους σοφιστής, σόφισμα, σοφίζειν.

Ωστόσο η επιλογή του Παλαμήδη δεν είναι τυχαία. Ο Παλαμήδης θα πρέπει να συγκέντρωνε ορισμένες εξαιρετικές ικανότητες, που κατάφεραν να επιζήσουν ως τον 3ο μ.Χ. αι., ώσπου να τις ανακαλύψει και να τις προβάλει, όπως απαιτούσε η εποχή του, ο Φιλόστρατος.

 

Υποσημειώσεις


  1. «Τα ποιήματα του κύκλου ιστορούν την ύλη τους σε χρονολογική σειρά από την αρχή ως το τέλος, έτσι που η δράση τους να κρατάει και μήνες και χρόνια ολόκληρα… Αντίθετα, η Ιλιάδα συσφαιρώνει την ύλη της γύρω από ένα επίπεδο μόνο, το θυμό του Αχιλλέα, σ’ ελάχιστες μέσα μέρες, και όμως είναι «Ι λ ι ά δ α» ιστορία δηλαδή, όλου του πολέμου της Τροίας : Ι. θ . Κακριδής, Ομηρικές Έρευνες.
  2. Ι. θ. Κακριδής, Προ Ομηρικά.
  3. Christopoulos M. (2014) «Odysseus, Diomedes, Dolon and Palamedes. Crimes of Mystery and Imagination» στο Χριστόπουλος Μ., Παΐζη – Αποστολοπούλου Μ. (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, 3-7 Σεπτεμβρίου 2013, Ιθάκη: Κέντρο Οδυσσειακών σπουδών: 153-66.

Βιβλιογραφία


  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ι. Θ.:- Ελληνική Μυθολογία,  Αθήνα 1986. «Ιστορία και σύγχρονη λαΐκή παράδοση», Ευθύνη, Μάρτης 1973. «Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο», Αθήνα 1979. «Ομηρικές έρευνες», Αθήνα 1967( = 1943). «Προομηρικά, Ομηρικά, Ησιόδεια», Αθήνα 1980.
  •  ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΛΥΡΑ Γ.(1987) «Ο μύθος του Παλαμήδη στην αρχαία ελληνική γραμματεία», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • «Από την Πρώτη στη Δεύτερη Σοφιστική: η περίπτωση του Παλαμήδη», ΕΚΠΑ, Τμήμα Φιλολογίας, Κατεύθυνση  Κλασική, Αθήνα, 2015. «Σεμινάριο Η’ Εξαμήνου: Αβδούλου Ελένη Επόπτης Καθηγητής: Καραδήμας Δημήτρης.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην οργάνωση και Διοίκηση

Τέως Διευθύντρια του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων

Read Full Post »

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θέατρο –  «Κύκνειο Άσμα Γυναικών» | 1 & 2 Ιουνίου 2017 στις Φυλακές Λεονάρδου, Ναύπλιο


 

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά  οι φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στα πλαίσια του μαθήματος Θεατρική Παραγωγή το οποίο διδάσκεται αποκλειστικά στο Τμήμα διοργανώνουν το  Φεστιβαλάκι Θεατρικής Παραγωγής 2017.

Ομάδες φοιτητών  παρουσιάζουν  στο  Ναύπλιο δικές τους παραστάσεις  με έργα της επιλογής τους. Οι παραστάσεις τους συνδυάζουν τις γνώσεις που αποκόμισαν από την τετραετή φοίτησή τους στο Τμήμα και έχουν ως στόχο να επικοινωνήσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες με ένα ευρύτερο κοινό, αναδεικνύοντας παράλληλα και την πόλη του Ναυπλίου αφού οι παραστάσεις λαμβάνουν χώρο σε διάφορα σημεία της πόλης.

 

Κύκνειο Άσμα Γυναικών

Η θεατρική ομάδα Incompatible theater group παρουσιάζει την  παράσταση «Κύκνειο Άσμα Γυναικών», διασκευή του έργου «Δυο Γυναίκες Χορεύουν» του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ Ζουρνέτ διάρκειας 100 λεπτών.  Την Πέμπτη 1 και την Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017 στις Φυλακές Λεονάρδου. Κτήριο Λεονάρδου, Κωνσταντινουπόλεως & Εθνικής Αντίστασης, Ναύπλιο.

Η  παράσταση ανήκει στο Φεστιβαλάκι Θεατρικής Παραγωγής 2017 που διοργανώνεται στο πλαίσιο του μαθήματος Θεατρική Παραγωγή με διδάσκουσα την κα. Άννα Τσίχλη, του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Ναυπλίου του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Κύκνειο Άσμα Γυναικών

 

Κύκνειο Άσμα Γυναικών

 

H θεατρική ομάδα:

Η ομάδα  απαρτίζεται από τεταρτοετείς και τριτοετείς φοιτητές και δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 2016  στα πλαίσια του μαθήματος Σκηνοθεσία ΙΙΙ  της διδάσκουσας Άννας Τσίχλης του ΤΘΣ Ναυπλίου του ΠΑΠΕΛ, Όπου παρουσίασε την παράσταση «ΤΡΟΥΜΠΑ: Γυναίκες ενός κατώτερου Θεού» στις 12  Δεκεμβρίου 2016 στο Θέατρο Τριανόν.

Η παράσταση:

«Δυο γυναίκες με διαφορετικές ηλικίες,  μνήμες, επιθυμίες και οπτική, τους φέρνει κοντά η μοίρα  και τους ανατρέπει όλη τους τη ζωή. Μια δύστροπη ηλικιωμένη γυναίκα με πάθος για τα κόμικς ζει απομονωμένη από τον κόσμο και σχεδόν ξεχασμένη από τους οικείους της.  Και μια νεαρή, σημαδεμένη από ένα μοιραίο τραγικό λάθος, που την φροντίζει. Αφημένες και οι δύο στο ρήμαγμα του χρόνου, στα απωθημένα και στα λάθη του χτες, ξεδιπλώνουν η μία στην άλλη τις επιθυμίες, τους φόβους και το παρελθόν τους και οδηγούνται στην απόφαση να «χορέψουν» στο ρυθμό που επιλέγουν οι ίδιες αψηφώντας τους πάντες και τα πάντα».

Μια παράσταση κοινωνικού χαρακτήρα που απεικονίζει με καθαρό ρεαλισμό την ωμή πραγματικότητα που εμείς οι άνθρωποι δεν βλέπουμε, είτε γιατί εθελοτυφλούμε είτε γιατί αυτή είναι καλά κρυμμένη πίσω από τσιμεντένιους τοίχους και προσποιητά χαμόγελα δυστυχισμένων ανθρώπων. Στοιχεία κωμικά και τραγικά μπλέκονται συνεχώς και αδιαλείπτως. Δυο διαφορετικοί και ταυτόχρονα ίδιοι κόσμοι συναντιούνται και μας μαθαίνουν την πραγματική έννοια της αγάπης, των ονείρων, της  μοναξιάς, της απομόνωσης, της διαφορετικότητας, της γενναιοδωρίας, του τι είναι το πιο σημαντικό στην ζωή, αλλά τελικά πιο είναι το νόημα της.

 

Κύκνειο Άσμα Γυναικών

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Μπαζιώνη Μάρθα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστάνη Βαλεντίνα
Επιμέλεια Κίνησης: Μούντριχα Άννα Μαρία
Σκηνικά-Κουστούμια: Λύκου Ρένα
Κατασκευή σκηνικών: Λευτέρης Μπάλι
Μουσική επιμέλεια: Χριστάνη Βαλεντίνα
Φωτογραφίες: Συγγενίδη Ελένη
Video: Σιαχάμη Αναστασία

Ερμηνεύουν: Καλογεροπούλου Ντίνα, Λύκου Ρένα

Είσοδος Ελεύθερη
Τηλέφωνο Κρατήσεων: 6983088134, 6972614841

Στην είσοδο θα υπάρχει κουτί για την  ενίσχυση του συλλόγου «Πύλη Πολιτισμού» με σκοπό την αγορά τροφίμων, για άπορες οικογένειες του Ναυπλίου.

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου – Ομιλία του Δρ. Γεωργίου Κόνδη στην Αίθουσα Βουλευτικού στις 28 Νοεμβρίου 2015


 

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,

ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι

και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

 

Μέσα σε βάναυσα σκοτεινιασμένο χώρο, φτιαγμένο πρώτα ν’ αποθέτουν οι χριστιανοί με προσευχή τις ελπίδες του βίου τους, μεταλλαγμένο όμως σε χαμώγι όπου η μούχλα και η πνιγηρή σκόνη του χρόνου έχουν βασίλειο˙ με πρόσωπο θαμμένο κάτω από μπάλες πέτρινες ολέθρου˙ εκεί φως μυστικό ελπίδας ανάλαμψε στους τοίχους του και ο ψαλμός του Αγίου Ανδρέα ακούστηκε εξαγνιστικός, χρόνια πολλά μετά τον ερχομό της τυραννίας και της σκλαβιάς.

Μια εικόνα, λίγα εκκλησιαστικά σκεύη δανεικά από παρακείμενη εκκλησία κι ένα απλό σιδερένιο μανουάλι με κεριά. Κι ήταν το μεγαλείο του ναού απερίγραπτο, όσο απερίγραπτος είναι ο δεύτερος άθλος της αναγέννησής του και άλλο τόσο απερίγραπτη η απλότητα και η ταπεινή ευχαριστήρια επίκληση των νικητών στον Άγιο, που τους αξίωνε να ζήσουν μέρα τέτοιου θριάμβου.

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο λεβεντόπαπας Γιώργης Βελίνης γέμιζε με την κορμοστασιά του την ωραία πύλη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του Παλαμηδιού.  Μαζί με όλο το εκκλησίασμα έψαλαν και πάλι το απολυτίκιο για τη μεγάλη εορτή που είχε ξημερώσει. Την εορτή του Αποστόλου Ανδρέα. Την εορτή της μεγάλης χαράς για το Ανάπλι και τους Έλληνες. Δεν πρόδιδε τούτη η λιόλουστη μέρα όσα είχαν προηγηθεί. Ούτε τα πρόσωπα του παπά και των άλλων αγωνιστών πρόδιδαν αγώνα, κούραση, αγωνία. Ίχνος ρυτιδιασμένου προσώπου δεν υπήρχε. Όλων τα πρόσωπα έλαμπαν. Πρώτος και καλύτερος ο καπετάνιος της μεγάλης νίκης ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ζωσμένος ακόμα τ’ άρματά του όπως και οι άλλοι συντρόφοι του, με πρόσωπο λαμπερό και σώμα ανδρείο παρουσιαζόταν μπροστά στον Άγιο να τον ευχαριστήσει που στάθηκε αρωγός σε τούτη την υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δίπλα του γαλήνιος ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, ένιωθε βαθιά μέσα του τη χαρά της δικής του αντρειοσύνης. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που κάνοντας μέσα στο βροχερό σκοτάδι το σταυρό του, σαλτάρισε στο τείχος του προμαχώνα Γκιουρούς-τάμπια και έδωσε σινιάλο για να αρχίσει η απελευθέρωση του Παλαμηδιού. Και τώρα τίποτα δεν έδειχνε στο πρόσωπό του την ένταση εκείνων των στιγμών. Δίπλα σ’ αυτόν χαρούμενος και ντούρος σαν όλα τα παλικάρια, ο γέροντας Μανόλης Σκρεπετός. Ο Κρανιδιώτης αγωνιστής, γνώστης βήμα προς βήμα του Παλαμηδιού, εκείνος που κάτω από τον τεράστιο σωρό από λίθινες μπάλες έφερε στο φως της  λιόλουστης μέρας το ναό. Και σαν ο Απόστολος, αλαφρωμένος από το βάρος τόσων χρόνων να τον ευχαριστούσε, έβαζε το φως των κεριών από το μανουάλι να τονίζει τη γαλήνια σοφία που ανάβλυζε από το καθαρό πρόσωπο του γέροντα. Δίπλα και παραδίπλα του και σ’ όλο το εκκλησάκι που φωτιζόταν από τα κεριά και τα λαμπερά πρόσωπα, έστεκαν τα παλικάρια που πήραν μέρος σε τούτονε τον άθλο. Και παραέξω στην αυλή άλλοι πολλοί ευχαριστούσαν τον Απόστολο που τους ξημέρωσε σε τέτοια ένδοξη μέρα. Ο παπα-Βελίνης τους μοίρασε στο «Δι’ ευχών» το λιγοστό αντίδωρο που σαν από θαύμα άρτων έφτασε για όλους και τους ζήτησε να ψάλουν όλοι μαζί το μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα πριν πάρουν την κατεβασιά για την πόλη, εκεί όπου οι συζητήσεις για το αύριό της θα δυνάμωναν ξανά την αγωνία.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής

χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,

χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου

Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 

Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εις ανάμνησιν, είναι μια ιστορία ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ. Από εκείνες τις μεγάλες που έκαναν τούτο τον τόπο να περάσει από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Από εκείνες που τάραζαν τους τυράννους  όταν οι Έλληνες τις έκαναν πράξη, καθώς φαινότανε στα μάτια τους αδύνατον να γίνουν από θέληση και σώμα ανθρώπου και δεν λογάριαζαν πως στις αποκοτιές είναι η ψυχή που έχει τον πρώτο λόγο και κείνη που οδηγεί μυαλό και σώμα.  Από εκείνες, τέλος, τις αποκοτιές, που ύμνησε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης χαράζοντας διαχρονικά τις λέξεις του πάνω στην Ιστορία : «Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν». Ταράχτηκαν γιατί ο ίδιος ο ξεσηκωμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη αποκοτιά που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους  μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και να που τώρα ερχόταν να προστεθεί μια ακόμη και να αμφισβητήσει την άτρωτη δύναμη της τυραννίας.

Ποια δύναμη μπορούσε να οπλίσει με τόσο κουράγιο και παράτολμο θάρρος τις καρδιές του Σταϊκόπουλου και των συντρόφων του ώστε, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου να ξεκινήσουν κάτω από συνεχή βροχή για να καταλάβουν το Παλαμήδι και να φέρουν στον Εθνικό ξεσηκωμό μια περίλαμπρη νίκη στο αρχικό και δύσκολο ξεκίνημά του.

Στις πάνω βίγλες του Παλαμηδιού δυο σκιές που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, τριγυρνούσαν από βίγλα σε βίγλα με την ίδια απορία. Ο Αυγουστίνος Σαγρέδος διοικητής τ’ Αναπλιού στο όνομα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από το 1711 και δίπλα του ο φημισμένος για τις οχυρωματικές κατασκευές του αρχιτέκτων-μηχανικός Λασάλ που ανέλαβε την κατασκευή του Παλαμηδιού.  Πέρασαν μήνες και χρόνια να φτιάξουν κάστρο άπαρτο από τις μεγάλες και δυνατές στρατιές των Τούρκων και να που λίγοι επαναστατημένοι Έλληνες ανέτρεπαν τώρα το μεγαλείο του έργου τους. Όσο κι αν επιθεωρούσαν τα τείχη για να εξηγήσουν στρατιωτικά τα γεγονότα, λογική εξήγηση δεν έβρισκαν, καθώς η ψυχή του αντρειωμένου είναι άυλη και μόνο με ψυχή μπορείς να καταλάβεις τους άθλους της.

Και την ψυχή αυτή εκφράζει ο λόγος του Στάικου στα παλικάρια του λίγο πριν προσπαθήσουν για μια ακόμη αλλά τελευταία φορά να καταλάβουν το κάστρο το άπαρτο :

 

«Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι».

Καμπόσους αιώνες μετά, το 2000, ο κ. Ιωάννης Δρούλιας πλέκοντας το εγκώμιό του Στάικου που περιλαμβάνεται στην «Ανάμνηση του Ζατουνίτη Σταϊκόπουλου ως πορθητή του Παλαμηδίου»  μέρος της οποίας ακούστηκε σε τούτη την αίθουσα, θα επαναλάβει με όρους γλωσσολογικούς το ίδιο ερώτημα, την ίδια απορία : «Το Παλαμήδι ως «μέγα τείχος» – «τείχος και οχύρωμα» δυσπόρθητο, ήταν «άρρηκτον (ακατάλυτο) τείχος», καταφανώς απόρθητο και κατά λέξη «ανάλωτον» (δηλονότι αδύνατον να αλωθεί, ήτοι να κυριευθεί). Παρά ταύτα, η αδιανόητη, αδύνατη, απίθανη και απροσδόκητη άλωση ( = κατάληψη, κατάκτηση, κατακυρίευση) του Παλαμηδίου επιτελέσθηκε. Πως επιτελέσθηκε αυτή η εκπόρθηση;»

Παρ’ ότι τα γεγονότα είναι γνωστά και υπάρχει, μεταξύ άλλων σημαντικών μελετών, η κλασική πια «Ναυπλία» του Μιχαήλ Λαμπρινίδη και πιο πρόσφατα το εξαιρετικό ιστορικό του κ. Πάνου Λαλιάτση, θα παρακολουθήσουμε ένα σύντομο χρονικό καταγεγραμμένο σε ένα κείμενο σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποτελεί όμως μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες και περισσότερο έγκυρες καταγραφές της Επανάστασης. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του Νικολάου Σπηλιάδη ο οποίος σημειώνει πως ο Στάϊκος λίγες μέρες πριν την προσπάθεια κατάληψης του κάστρου είχε ήδη «κατασκευάσει αναβάθρας, έχων σκοπόν να κυριεύσει εξ εφόδου το Παλαμήδι». Το βράδυ όμως εκείνο χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες μιας γυναίκας και δυο ανδρών τουρκαλβανών, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς μην πρόκειται για παγίδευση, ο Στάικος και τα παλικάρια του παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.

 

«Ο δε ρηθείς Μοσχονησιώτης», γράφει ο Σπηλιάδης, «προβάλλει ν’ αναβή πρώτος αυτός, προσφέρων εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος. Τους λέγει δε, αν ακούσωσι κρότον πιστόλας, να πιστεύσωσιν ότι εφονεύθη από τους Τούρκους˙ και αν τον ακούσωσι κραυγάζοντα, να εικάσωσιν ότι συνελήφθη ζων και να φύγωσιν. Επομένως αποφασίζουσι να παρακολουθήσωσι τριακόσιοι πενήντα στρατιώται˙ ο μεν Στάικος με πενήντα σωματοφύλακας˙ ο δ’ αδελφός του Αθανάσιος με διακοσίους εβδομήντα και ο Γκομπερνάτης με τριάντα τακτικούς.

Εκινήθησαν δε προς το Παλαμήδι και αφού επλησίασαν εις θέσιν κατάλληλον, ίστανται, και ο Μοσχονησιώτης προχωρεί με μιαν αναβάθραν, την οποίαν φέρουσι καλόγηρός τις Μεγαλοσπηλαιώτης, καλούμενος Παφνούτιος και Έλλην τις, Πορτοκάλης ονόματι, και την βάλλουσιν εις το τοίχος του προμαχώνος Γκιουρούς τάμπια. Ανεβαίνει δ’ ο Μοσχονησιώτης, παρατηρεί,… επικαλείται την βοήθειαν του Εσταυρωμένου και προπατεί ακροποδιτί….».

Η κατάληψη του προμαχώνα του Αχιλλέα (Γκιουρούς τάμπια) αναίμακτα, θα δώσει φτερά στους μαχητές. Οι πύλες ανοίγουν και οι προμαχώνες καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο: Φωκίων (Ταβίλ τάμπια), Θεμιστοκλής (Καρά τάμπια), Φρουραρχείο (Διζδάρ τάμπια), Επαμεινώνδας (Σεϊτάν τάμπια), Μιλτιάδης (Μπαζιργιάν τάμπια), Λεωνίδας (Τοπράκ τάμπια) και η κοινώς λεγομένη Αναβάθρα ή Ρομπέρ (Δενίζ καπού). Ο Σταϊκόπουλος έχει δώσει εντολές να μην ανοίξει μύτη όπου οι Τούρκοι παραδίδονται και μάλιστα στον προμαχώνα Μιλτάδη, όπου έχουν συγκεντρωθεί όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στην πόλη, με σκοπό να ανατιναχθούν με την πυρίδα που διαθέτουν, διαδραματίζεται η παρακάτω σκηνή με τον Σταϊκόπουλο :

«εξελθών ολίγον προ της πύλης, όθεν ευκόλως ακούεται και προσκαλέσας τους αρχηγούς και τους προκρίτους, τους ελάλησε με τρόπον φιλάνθρωπον και τους εβεβαίωσε δια την ασφάλειαν της ζωής και της τιμής των και συνάμα αφήκεν ελευθέρους τους εν τω προμαχώνι Μπαζιργιάν τάμπια και κατήλθον εις την πόλιν όλως ανεπηρέαστοι και τους καθησύχασε».

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Το πρωινό της 30ης Νοεμβρίου η βροχή έχει τελειώσει και ένα λαμπρός ήλιος χαρίζει γιορταστικές ανταύγειες στα τείχη του Παλαμηδιού. Μια μεγάλη νίκη ξημέρωσε για την ελληνική επανάσταση και ένας άθλος προστέθηκε στην ιστορική της πορεία. Με εξαίρεση την πτώση από την σκάλα και τον τραυματισμό του αρχιμανδρίτη Διονύσιου Βυζαντίου που ακολουθούσε το Μοσχονησιώτη στην κατάληψη του προμαχώνα Θεμιστοκλή (Καρά τάμπια) δεν άνοιξε μύτη και ούτε σκηνές αντεκδίκησης από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγράφονται.

Όταν κατελήφθη και ο τελευταίος προμαχώνας χωρίς αντίσταση περιγράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης:  «οι Τούρκοι προφθάσαντες έφυγον δια της προς την θάλασσαν πύλης και κατήλθον εις την πόλιν. Επειδή δε εις τις εξ αυτών επιστόλισεν, ήρχισαν τας ιαχάς οι Έλληνες και τότε ηκούσθη μεγάλη οχλοβοή εις το Ναύπλιον, ένθα οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, ήρχισαν να θρηνώσι και να οδύρωνται, καθόσον νομίζουσιν εαυτούς απολωλότας, φέροντες κατά νουν την αθέτησιν των προ ολίγου γενομένων συνθηκών, τα απειλάς του Κολοκοτρώνη και τα φρικτά εν Τριπολιτσά εκ της εφόδου πηγάσαντα δεινά».

Στην πιο σκληρή μάχη, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους άθλους της ελληνικής επανάστασης, η Ιστορία πρέπει να υπογραμμίσει με εντονότερα γράμματα το έλεος και τη φιλανθρωπία που επέδειξαν οι νικητές στους ηττημένους.

«Οι δ’ Έλληνες», σημειώνει και πάλι ο Σπηλιάδης, «εδόξασαν τον Παντοδύναμον, όστις τους εχάρισε  πάλιν το εξακουστόν φρούριον του Ναυπλίου, το οποίον θ’ αποκατασταθή επομένως καθέδρα της Κυβερνήσεως και άσυλον των Ελλήνων και εις το οποίον η Ελλάς θα χρεωστή κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν της».

Η κατάληψη του Παλαμηδιού αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης. Το μέγεθος και η βαρύτητα του γεγονότος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκαλώντας το θαυμασμό στις εχθρικές προς την επανάσταση ηγεσίες και τη χαρά στους φιλελληνικούς κύκλους.

O Γάλλος λοχαγός Gracy γράφει σε έκθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου 1822 : Το Ανάπλι εκυριεύθη και τώρα έχουμεν εκτός από το φοβερόν φρούριον και λιμένι θαυμάσιον δια τα καράβια μας» και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις που προκάλεσε το γεγονός στην Ευρώπη σημειώνει : «Το Ναύπλιον, το Γιβραλτάρ τούτο της Πελοποννήσου, ού ο λιμήν προστατευόμενος υπό της νησίδος του Βουρτσίου δύναται να περιλάβη εν ασφαλεία εξακόσια περίπου πλοία, περιελθόν ήδη εις τας χείρας των Ελλήνων εξασφαλίζει εντελώς την εν Πελοποννήσω επικράτησιν αυτών».

Ταυτόχρονα, η νίκη αυτή φώτισε σε μια δύσκολη αρχική περίοδο του Εθνικού Ξεσηκωμού τη σημασία της προσωπικότητας των ανθρώπων που ανέλαβαν το βάρος της αποκοτιάς και οδήγησαν την πατρίδα και το λαό της βήμα βήμα στην ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωριστή βέβαια θέση κατέχει η προσωπικότητα του Σταϊκούλη και δεν είναι τυχαία η χρήση του χαϊδευτικού, ακόμη σήμερα, που υπογραμμίζει αυτή τη θέση στις καρδιές των ανθρώπων και όχι μόνο της Ιστορίας. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας και από νεαρή ηλικία γνωστός για τις δεξιότητές του στο εμπόριο, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έμπορο και να γευτεί τα οφέλη μιας πλούσιας και ήρεμης ζωής.

Ο Σταϊκόπουλος όμως ήταν φτιαγμένος από άλλα υλικά. Από εκείνα που η Ιστορία ρίχνει στην ανθρώπινη πάστα για να φτιάξει άτομα ξεχωριστά που προσανατολίζουν και οδηγούν τους λαούς μέσα από τα σκοτάδια στα μεγάλα της ξέφωτα. Εκεί όπου η Δόξα δίνει στους ήρωες το ζηλευτό φιλί της.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κωστούρος θα αποτυπώσει τη στιγμή με τον καλύτερο τρόπο στους στίχους του.

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντά μας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης

που δέχτηκες στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Αντί λοιπόν για εμπορικό οίκο, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο νέος από τη Ζάτουνα της Γορτυνίας, θα χρηματοδοτήσει την οργάνωση  στρατιωτικού σώματος και θα πάρει μέρος στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Έθνους. Μόλις 24 ετών θα γίνει, όπως γράφει ο Φωτάκος, «παντοτεινός πολιορκητής του Ναυπλίου» και η Ιστορία θα τον ανταμείψει, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την κατάληψη του φημισμένου κάστρου του Παλαμηδιού και την απελευθέρωση της πόλης. Ο πρώτος λοιπόν και μεγαλύτερος βαθμός στο άνθος της νεαρής του ηλικίας ήταν «Στάικος Σταϊκόπουλος ο Πορθητής» και δευτερευόντως εκείνος του χιλιάρχου και του στρατηγού. Ως Πορθητής περνάει στην Ιστορία και με τον άθλο αυτό του Πορθητή φτάνει στ’ αυτιά και τις καρδιές των επαναστατημένων Ελλήνων. Ήδη πριν από αυτό, η επίσημη αναγνώριση της δράσης του καταγράφει στα  έγγραφα απόδοσης τιμής και στρατιωτικού βαθμού την πραγματική αξία του αγωνιστή :

Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη…

Το επίσημο δε κείμενο της αγγελίας της μεγάλης νίκης που φτάνει σε όλες τις πόλεις και τις φρουρές της επαναστατημένης χώρας εκφράζει ταυτόχρονα και τη χαρά των Ελλήνων για ένα σημαντικό βήμα στο δίκαιο αγώνα τους και τους εμψυχώνει για να συνεχίσουν νικηφόρα:

«Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Διακηρύττει: Μεθ’ ημών ο Θεός…. Η ανδρεία και η φρόνησις του γενναιοτάτου μας χιλιάρχου Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξεν πορθητήν. Εκυρίευσε το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον. Εις τα εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι, κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του Σταυρού. Χαίρετε Έλληνες, νέοι, χαίρετε!

Ερμιόνη 1 Δεκεμβρίου 1822. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Χαμηλά στα πόδια του Παλαμηδιού ακούγονταν χαρούμενα στίχοι τραγουδισμένοι από δεκάδες στόματα παλικαριών :

«Όλα τα κάστρα κι αν χαθούν και όλα κι αν ρημάξουν

Το Παλαμήδι τόμορφο Θεός να το φυλάξη»

Ο Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Θανάσης, ο παπα-Γιώργης Βελίνης, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, ο γερο-Μανόλης Σκρεπετός, ο Μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Παφνούτιος, ο Πορτοκάλης και ολόκληρο το εκκλησίασμα του Αγίου Ανδρέα, είχαν ήδη φτάσει στο κέντρο τ’ Αναπλιού όπου κορυφωνόταν η αγωνία για τις ώρες και τις μέρες που έρχονταν.

Στην πόλη οι συζητήσεις του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που είχε στο μεταξύ φτάσει με μήνυμα του Σταϊκόπουλου, με τους αγάδες είχαν σχεδόν καρποφορήσει. Ο Γέρος του Μοριά ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επανάληψη της αιματοχυσίας που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς  αμαυρώνοντας τη νίκη των Ελλήνων στα μάτια των ξένων. Οι  αγάδες είχαν συμφωνήσει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι με πλοία ελληνικά στα μικρασιατικά παράλια χωρίς τον οπλισμό τους. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα και συμφωνημένα, όπως μας μεταφέρει την εικόνα ο Μιχαήλ Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» του,  ένας Αλβανός αγάς αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα απειλώντας μάλιστα να πάρει τους άντρες του και να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα στην πόλη και την γύρω περιοχή. Οργισμένος ο Κολοκοτρώνης του απάντησε μ’ εκείνους τους αξεπέραστους συμβολισμούς της ελληνικής αποκοτιάς που χαράζουν και θα χαράζουν τα βήματα του Έθνους μέσα στην Ιστορία: «Ετούτη την πατρίδα αν μπορείτε κάφτε την! Οι πατέρες μας την έφτιασαν κι εμείς πάλι την ξαναφτιάνουμε…».

Χρόνια πολλά στο Ναύπλιο

Στην Αργολίδα.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους εσάς.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Η παρουσία και η επαγγελματική δραστηριοποίηση των Αρμενίων στο Ναύπλιον την πεντηκονταετία 1920-1970 – © Δρ. Χαρά Κοσεγιάν, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων.


Στη μελέτη επιχειρείται να διερευνηθεί η παρουσία των Αρμενίων στο Ναύπλιον κατά την περίοδο 1920-1970. Καταγράφονται οι οικογένειες, η επαγγελματική ταυτότητα των μελών τους, και κυρίως η εμπλοκή τους με την τοπική κοινωνία. Αναζητήσαμε τους Αρμένιους εγκαταβιώντες έως και σήμερα στην πόλη, τους ίδιους ή τους απογόνους τους και καταγράψαμε τις μνήμες τους. Αναζητήσαμε Αρμένιους του Ναυπλίου που στη συνέχεια βρέθηκαν σε άλλες πόλεις και τους πήραμε συνέντευξη. Εστιάσαμε κυρίως σε μια οικογένεια που επειδή διατηρούσε το καλύτερο εμποροραφείο στην πόλη, δέσποζε στη ζωή της για περισσότερο από 20 χρόνια. Επιπρόσθετα, συλλέξαμε φωτογραφίες και συγκεντρώσαμε όποιο άλλο υλικό θα μπορούσε να συμβάλει στην πρώτη ουσιαστικά καταγραφή μιας προσφυγικής μειονότητας στο νοτιότερο άκρο της Ελλάδας της ξηράς, όπως ήταν το Ναύπλιον για τους πρόσφυγες που κατέληγαν σε αυτό.

Εισαγωγή- Μεθοδολογικές Διευκρινίσεις

H παρούσα εργασία είναι μια πρώτη προσπάθεια να καταγραφεί ο πληθυσμός των Αρμενίων που έζησε στο Ναύπλιον την περίοδο μεταξύ των ετών 1920 και 1970. Η συγκεκριμένη πεντηκονταετία φαίνεται πως διέθετε το μεγαλύτερο πληθυσμό της υπό συζήτηση μειονότητας, η οποία κατάφερε να ενσωματωθεί πλήρως με το ντόπιο στοιχείο και να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της κοινότητας. Η έρευνά μου στηρίχτηκε κατά βάση σε πληροφορίες που καταφέραμε να συλλέξουμε από τους εναπομείναντες Αρμένιους στην πόλη, από εκείνους που ζουν σε άλλες πόλεις, αλλά και από τα κρατικά αρχεία.

Πρόκειται στην ουσία για επιτόπια έρευνα στο Ναύπλιον και στην Αθήνα – κυρίως- με επισκέψεις στα σπίτια των Αρμενίων που δέχτηκαν να μας μιλήσουν και στη συνέχεια με τηλεφωνικές επαφές, και είχε ως μεθοδολογικό εργαλείο την ημικατευθυνόμενη συνέντευξη.

Εντάσσεται στη λογική της ιστορικής και εθνογραφικής λαογραφίας, που συγκεκριμενοποιείται ακόμα περισσότερο στην Αστική Λαογραφία [1], αφού ο συνεκτικός κρίκος του καταγεγραμμένου υλικού είναι ο ιστορικός χωροχρόνος, ο τόπος, το Ναύπλιον, και ο χρόνος, η πεντηκονταετία μεταξύ των ετών 1920 έως 1970, ιστορικά πυκνοί χρόνοι που καταγράφουν τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ στη συνέχεια περιλαμβάνουν την καταστροφή της Σμύρνης, το διάστημα του Μεσοπολέμου, το β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον εμφύλιο σπαραγμό για την Ελλάδα, τον επαναπατρισμό (για τη μειονότητα) στη Σοβιετική Αρμενία και ολοκληρώνεται λίγα χρόνια μετά την Απριλιανή Δικτατορία του 1967.

Στόχος μας αποτελεί η ανάδειξη όψεων του ιστορικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού υποβάθρου των Αρμενίων της πόλης με στοιχεία που αναδείχτηκαν από τις προσωπικές ιστορίες, τις μνήμες και τα βιώματά τους και αφορούν την προς έρευνα περίοδο [2].

Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό οπτικό υλικό, φωτογραφίες εποχής που αναλύθηκε με τη λογική της Οπτικής Ανθρωπολογίας [3], επιχειρώντας από το αρχειακό υλικό να καταγραφούν σημαντικές ιστορικές πληροφορίες. Είναι προφανές ότι και η δική μας μελέτη αφενός αναγνωρίζει τη φωτογραφία ως μέσο πολιτισμικής γραφής [4] και «ζωντανό μουσειακό αρχείο» και αφετέρου εντάσσεται στη γενικότερη συζήτηση περί εθνογραφικής αναπαράστασης που ξεκίνησε από τη Writting Culture [5] και στοχεύει στην ανάλυση πολιτιστικών δεδομένων πέρα από τα στενά όρια της κειμενικότητας.

Μικρά ιστορικά

«Ο πληθυσμός του Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από πολυμορφία καταγωγής, κοινωνικοπολιτισμικής προέλευσης, επιδιώξεων, αλλά και διαλέκτων, ηθών, εθίμων και αμφιέσεων. Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, αναδείχθηκε πανελλήνιο κέντρο και αποτέλεσε από νωρίς πόλο έλξης όσων επιζητούσαν εξέλιξη και σταθερότητα. Η πόλη του Ναυπλίου ήδη από το 1828 (επί Καποδίστρια) είχε οργανωμένες προσφυγικές συνοικίες. Το πληθυσμιακό μωσαϊκό της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου συμπληρώνεται στα τέλη του 20ού αιώνα, με τους Αρμένιους πρόσφυγες που εγκαθίστανται στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Όπως τα περισσότερα λιμάνια της χώρας, που υποδέχτηκαν τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής, έτσι και το Ναύπλιο, επελέγη ως φιλόξενος προορισμός για όλους όσους έψαχναν να βρουν μια νέα πατρίδα στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τον ξεριζωμό και τον αγώνα για επιβίωση» [6], διαβάζουμε σε μια μάλλον γλαφυρή περιγραφή από τα Αρμενικά. Η αλήθεια είναι ότι «η Πελοπόννησος ήταν από εκείνα τα ελληνικά εδάφη, στα οποία μετά το 1922, εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός Αρμενίων. Μέχρι τον πόλεμο οι κάτοικοι έφθαναν τους 1.500. Στην Καλαμάτα, στα παραπήγματα όπως τα έλεγαν, διέμεναν 800, στην Πάτρα 500, ενώ στο Αίγιο, τον Πύργο, την Κόρινθο και το Ναύπλιο ζούσαν αρκετές δεκάδες Αρμενίων» [7]. Όπως  προκύπτει από έρευνα στα Αρχεία του Κράτους, το 1923, στις 7 Μαΐου, από την Τρίπολη και στις 4 Απριλίου 1924, από την Αλεξανδρούπολη (παλιά ονομασία: Δεαγάτ ή Ντε-ντε Αγάτβ) μεταφέρθηκαν αρκετές δεκάδες Αρμενίων που προέρχονταν από πολλές πόλεις της Ανατολίας [8].

Συμπεραίνουμε εύλογα πως  – ειδικά το 1924 – οι Αρμένιοι οδηγήθηκαν στο Ναύπλιον λόγω της αναγκαστικής μετεγκατάστασής τους που πραγματοποίησαν οι ελληνικές αρχές από τη Β. Ελλάδα προς την Πελοπόννησο και την Κρήτη [9], σε μια προσπάθεια να μειώσουν αναστατώσεις, συγκρούσεις και αντιδράσεις, μετά την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων [10].  Προς αυτή την ερμηνεία συγκλίνει και η προσωπική μου μαρτυρία, καθώς η οικογένεια του πατέρα μου βρισκόταν μοιρασμένη, μισή στη Β. Ελλάδα, Θεσσαλονίκη και Δράμα, και η άλλη μισή στο Ναύπλιον. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα που συνάγεται από τα Αρχεία του Κράτους, παραρτήματος Αργολίδας: τον Απρίλη του 1924 έφτασαν στο Ναύπλιον σπαράγματα 41 οικογενειών, που έπρεπε να εγκατασταθούν στην πόλη. Μόνο δύο οικογένειες φαίνεται να είχαν πατέρα και μητέρα. οι υπόλοιπες ήταν ή μάνα (στις περισσότερες περιπτώσεις) ή πατέρας με μικρά παιδιά. Αυτός μάλλον ήταν και ο λόγος που στις επόμενες καταγραφές δεν εμφανίζονταν. Υπάρχουν σημειώσεις δίπλα από τα ονόματα «έφυγαν κρυφά» ή «δεν βρέθηκαν να πάρουν το επίδομα» [11].  Όπου και να βρίσκονται όμως, οι Αρμένιοι εργάζονται σκληρά, επιζητώντας σταθερά καλές συνθήκες διαβίωσης για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Οι περισσότεροι ακόμα και αν διαμένουν στο Ναύπλιον παραμένουν μόνον προσωρινά. Κατόπιν φεύγουν, με πρώτη επιλογή τη μετανάστευση στο εξωτερικό, κυρίως στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Φημισμένο ήταν το πλοίο Chuκotka (Τσουκότκα) με το οποίο έφυγαν κατά κύματα δεκάδες Αρμένιοι, μεταξύ των ετών 30-35, κατά τη δεκαετία του 50 και μετά το 60-65. Δεύτερη επιλογή τους ήταν να  αποχωρήσουν μαζί με το μεγάλο ρεύμα παλιννόστησης προς τη Σοβιετική Αρμενία, μεταξύ 1947 και 1950 [12], ακολουθώντας και υιοθετώντας τις πολιτικές πρωτοβουλίες του Στάλιν, σχετικά με τις χαμένες πατρίδες στο Καρς και το Αρδαχάν της Τουρκίας [13]. «Κάποιες οικογένειες όμως μένουν και εντάσσονται στην τοπική κοινωνία του Ναυπλίου, που τους δέχεται χωρίς προκαταλήψεις, δίνοντας απλόχερα την ευκαιρία να προσαρμοστούν και να εξελιχτούν στο ζωντανό και δραστήριο πολιτισμικό περιβάλλον» [14].

Το πλοίο Τσουκότκα.

Το πλοίο Τσουκότκα.

Οι καταγραφές

Πρέπει να γίνει νοητό από την αρχή πως το Ναύπλιον, ως το νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου – συγκριτικά με άλλες περιοχές – δεν δέχτηκε μεγάλο κύμα προσφύγων. Ακόμα όμως και όσοι έμειναν από τις μετακινήσεις του 1922, 1923 και 1924, ή όσοι ήρθαν διάσπαρτα ως το 1930 φαίνεται πως δεν δημιούργησαν συνοικισμό, δεν εγκαταστάθηκαν ο ένας γύρω από τον άλλο, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο τη στήριξη ο ένας του άλλου, δεν είχαν συλλογική εκπροσώπηση, δεν είχαν σχολείο ή εκκλησία, δεν είχαν ίσως ούτε και την αίσθηση του «συνανήκειν». Από όλες τις μαρτυρίες αυτό που φάνηκε να ήταν πιο ισχυρό ήταν η ανάγκη τους να ενσωματωθούν με την τοπική κοινωνία, να μην διαφέρουν, να είναι ισότιμα αποδεκτοί και – στο βαθμό που είναι δυνατόν – να επιβληθούν με την αξία και τη δράση τους. Δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση η ενσωμάτωση έχει ως κυρίαρχα στοιχεία την εγκατάστασή τους εντός του αστικού ιστού και την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία [15].

Mαρντίκ Μαρντικιάν

Mαρντίκ Μαρντικιάν

Οι επαγγελματικές ασχολίες των Αρμενίων περιλαμβάνουν διάφορους τομείς. Ο  Μαρντίκ Μαρντικιάν άνοιξε ένα εμποροραφείο. Η οικογένεια Τατεβοσιάν διατηρεί κουρείο. Ο Μινάς Μισακιάν έχει καφεκοπτείο. Ο Αγκόπ Ασαντουριάν, παρότι και σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή του στα ΓΑΚ,  είναι καθηγητής Αγγλικών, προερχόμενος από την Μαγνησία, διατηρεί σαπωνοποιείο. Αυτός φαίνεται να ήρθε από τη Σμύρνη το 1923, σε ηλικία 25 χρονών και την οικογένειά του την έκανε στο Ναύπλιο. Έκανε δύο παιδία, τον Ασό και την Αλίς, γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, όπως περιγράφουν το σύνολο των ανθρώπων που την ήξεραν [16]. Οι οικογένειες Γκαραμπέτ Ζαμγκοτσιάν, Ζαποτζιάν και Κεβορκιάν ασχολούνται με το γενικό εμπόριο. Τα αδέρφια Αρτίν και Μπογός Ποστατζιάν διατηρούν ζαχαροπλαστείο [17]. Ο Καραμπέτ Παπατζιάν ήταν λιμενεργάτης, όπως και άλλοι Αρμένιοι που στην πλειονότητά τους δεν ήξεραν γράμματα και εργάζονταν ως εργάτες ή βοηθοί τεχνιτών. Αργότερα, στην κοινωνία του Ναυπλίου εντάσσονται οι οικογένειες Κοσεγιάν, Μπογός Ουζουνιάν και Άσο Ασατουριάν, που εργάστηκε ως λογιστής στο σημαντικότατο εργοστάσιο της περιοχής, τον Κύκνο. Οι δυο πρώτες παρέμειναν στην περιοχή για όλη την περίοδο που εξετάζουμε, ενώ μερικά μέλη τους έφυγαν για άλλες πόλεις, αλλά αργότερα επέστρεψαν. Ταυτόχρονα, ο Χαρουτιούν Κοσταντζιάν είχε καφεκοπτείο.

Η κοινωνική εξέλιξη των Αρμενίων προσφύγων στην αρχή ήταν επιτακτική ανάγκη, αργότερα όμως έγινε φυσική ανάπτυξη, λόγω της πρόσφορης κοινωνίας του Ναυπλίου.  Έτσι έχουμε την πληροφορία ότι στην Αστική Σχολή του Ναυπλίου, τουλάχιστον για 2 σχολικές χρονιές το 1938 και 1939, υπήρχε «ένας καθηγητής Μουσικής, ονόματι Καραμπετιαν. Αργότερα άλλαξε το όνομα του και το έκανε Καρυπής» [18].

Ιδιαίτερος, επίσης, είναι ο ρόλος του ηλεκτρολογικού σταθμού της πόλης ο οποίος παρέχει εργασία σε κάποια μέλη της παροικίας, κατά τη διάρκεια του 1944-1945, όταν τη διαχείριση αναλαμβάνει η General Motors. Παράλληλα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, πολλοί Αρμένιοι, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης, ασχολούνται με τα πολιτιστικά και αθλητικά δρώμενα. Είναι διάχυτο άλλωστε στην πόλη το κλίμα της εξέλιξης που διέπει και τα ενδιαφέροντα των κατοίκων της[19].

Αυτό όμως σταδιακά θα οδηγούσε σε πλήρη αφομοίωσή τους από τον ντόπιο πληθυσμό, στην άρνηση και άγνοια της ιδιαιτερότητάς τους, στην αδυναμία συγκρότησης του «Εγώ» έναντι του «Άλλου». Η αγωνία τους να συμμετέχουν στη συλλογική ταυτότητα ήταν ένας επιπλέον λόγος που τους οδήγησε και στην αλλαγή των ονομάτων τους, βαφτιστικών ή επωνύμων, όπως συνέβη κατά κόρον και σε άλλες πόλεις στην Ελλάδα που είχαν μικρές κοινότητες [20].

Αντίσταση σε αυτή την εξέλιξη και προσπάθεια επαναπροσδιορισμού τους με στοιχεία εθνικής ταυτότητας ήταν η θετική απάντηση στην πρόσκληση επιστροφής στη Σοβιετική πλέον Αρμενία. To ιδιαίτερο μάλιστα ήταν πως το δρόμο του επαναπατρισμού για την Αρμενία δεν πήραν μόνο αμιγείς αρμενικές οικογένειες. Δυο Ελληνίδες αδερφές, η Ευθυμία και η Ευφροσύνη παντρεύονται Αρμένιους. Η Ευφροσύνη τον Καραμπέτ Παπατζιάν, κάνουν 4 παιδιά (ένα αγόρι και τρία κορίτσια)  και δεν εγκαταλείπουν το Ναύπλιον. Η αδερφή της όμως Ευθυμία με τον άντρα της οδηγείται στα πατρώα εδάφη εκείνου για να ζήσει μάλλον μια ζωή μέσα στην απόλυτη φτώχεια. Σε γράμμα που έστειλε στην αδερφή της, προκειμένου να περιγράψει τη ζωή της στη Σοβιετική Αρμενία, αλλά να υπερβεί και το ανυπέρβλητο εμπόδιο της λογοκρισίας, έγραψε: «περνάμε ωραία σαν το Μελέτη!», περιγράφοντας έναν γραφικό τύπο, που κυκλοφορούσε ρακένδυτος στα στενοσόκακα του Ναυπλίου! Της έστειλαν τότε ρούχα και χρήματα, αλλά δεν τα έλαβαν ποτέ και η επικοινωνία τελικά μεταξύ τους χάθηκε οριστικά [21]. Το μεγαλύτερο όντως πρόβλημα στην επικοινωνία με τους επαναπατρισθέντες ήταν η λογοκρισία. Ακόμα και οι ευχετήριες κάρτες των Χριστουγέννων ή του Πάσχα, έφταναν στο Ναύπλιον 8 μήνες μετά, ενώ αν υπήρχε γραμμένη επιστολή είχε ημερομηνία αποστολής έως και 12 μήνες πριν! (προσωπική μαρτυρία)

Σταδιακά η αρμενική παροικία του Ναυπλίου – τη δεκαετία του 70- αρχίζει να συρρικνώνεται, όταν κάποια από τα εναπομείναντα μέλη μεταναστεύουν στη Λατινική Αμερική, ενώ τα νεότερα μέλη των οικογενειών παντρεύονται στην Αθήνα. Ο ένας μετά τον άλλον αφήνουν την όμορφη παραλιακή πόλη και έρχονται στην Αθήνα και τη Νίκαια, διατηρώντας όμως τις επαφές τους με τους παιδικούς φίλους και συμμαθητές έως σήμερα, που εξακολουθούν να θυμούνται τη μικρή αρμενική κοινότητα που άκμασε στο Ναύπλιο (περ. Αρμενικά, 2008).

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν

Ο Μαρντίκ Μαρντικιάν έφτασε στο Ναύπλιον, μαζί με μέλη 41 άλλων οικογενειών, από το Δεαγάτ, δηλαδή το Ντε-ντε Αγάτβ, παλιά ονομασία της Αλεξανδρούπολης, στις 4 Απριλίου του 1924. Στα γενικά Αρχεία του Κράτους της Αργολίδας αναγράφεται ότι είναι ράφτης και στο Ναύπλιον ήρθε στην ηλικία των 26 ετών [22].  Μαρτυρία κατοίκου, φίλου της οικογένειας (Τόλης Κοΐνης), κάνει λόγο για διπλό ξεριζωμό. Πρώτα εκδιώχθηκαν από τη γενέτειρά τους, τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, το 1915 και βρέθηκαν στη Σμύρνη, όπου πέρασαν καλά τα επόμενα 5 χρόνια και από κει οριστικά μετά την καταστροφή της Σμύρνης μετακινήθηκαν στην Ελλάδα και μετεγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιον.

Ο Μαρντίκ μόλις ήρθε στο Ναύπλιον άνοιξε ραφείο, σχεδόν αμέσως, αφού στο γάμο του, το 1927, το είχε ήδη. Στο ραφείο μάλιστα δούλευε ως κάλφας και ο αδερφός του Χραντ Μαρντικιάν, μέχρι που ο τελευταίος παντρεύτηκε και μετά το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.  Ο Μαρντίκ όμως πέτυχε να δημιουργήσει στο Ναύπλιον, στο Μεγάλο δρόμο, τον κεντρικότερο δρόμο της πόλης, το μεγαλύτερο εμποροραφείο, στο οποίο εγκατέστησε 7 ραπτομηχανές, γεγονός που σημαίνει ότι μπορούσε να απασχολεί τουλάχιστον 7 ράφτες και αρκετό αριθμό βοηθών, γυναικών και αντρών, στην πλειονότητά τους  Ελληνικής καταγωγής.

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν, που βρισκόταν στον μεγάλο δρόμο. Τρίτος στην φωτογραφία (από αριστερά προς δεξιά) είναι ο Μαρντίκ Μαρντικιάν, και δίπλα του (τέταρτος) είναι ο αδερφός του ο Χραντ Μαρντικιάν.

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν, που βρισκόταν στον μεγάλο δρόμο. Τρίτος στην φωτογραφία (από αριστερά προς δεξιά) είναι ο Μαρντίκ Μαρντικιάν, και δίπλα του (τέταρτος) είναι ο αδερφός του ο Χραντ Μαρντικιάν.

Για την ακρίβεια, μετα τη δεκαετία του 50 φέρεται να δούλεψε στην επιχείρηση ως μοδιστρούλα και μια αρμενοπουλα (η Γεωργία Κοσεγιάν).  H επιχείρηση διέθετε προς πώληση και υλικά ραπτικής και υφάσματα. Τα υφάσματα ήταν τριών ειδών: ι. Τα αγγλικά κασμίρια, ιι. τα πολώνικά (ενδιάμεσης κατηγορίας- μεσαίας ποιότητας) και τα ιιι. ελληνικά, του Δημητριάδη κ.α. , που παρότι και αυτά πολύ καλής ποιότητας, ήταν για χαμηλότερα βαλάντια. Το ραφείο απευθυνόταν στους επιφανείς Ναυπλιώτες. «Στου Μαρντικιάν ράβονταν τα καλύτερα κουστούμια, αλλά επιδιορθώνονταν και έτοιμα με τον καλύτερο τρόπο. Έρχονταν τα μπαούλα από την Αμερική και πήγαιναν αμέσως στους ράφτες να καλύψουν τις ατέλειες τους ή να τα φέρουν στα μέτρα τους. Ακόμα και τα φυσικά ελαττώματα επιδιόρθωνε!. Ένας ελαττωματικός ώμος καλυπτόταν με διπλή βάζα, ώστε το ρούχο τελικά να μοιάζει ραμμένο πάνω στον άντρα που το φορούσε! Αλλά εξαιρετικά έραβε και τα γυναικεία ταγέρ!» [23].

Οι ραφτάδες του Ναυπλίου. Στο κέντρο (με τα γυαλιά) ο Μαρντίκ Μαρντικιάν.

Οι ραφτάδες του Ναυπλίου. Στο κέντρο (με τα γυαλιά) ο Μαρντίκ Μαρντικιάν.

Σημαντική για την εποχή, τις αξίες, αλλά και τις αξίες του Μαρντικιάν είναι η αντίληψη που είχε για την ενδυμασία των ραφτάδων του.  Όλοι φορούσαν κοστούμι σαν κυκλοφορούσαν στην πόλη και μέσα στο ραφείο αντικαθιστούσαν το σακάκι με τη ρόμπα της δουλειάς. Έξω όμως κυκλοφορούσαν ως φιγουρίνια!» [24].

Εορτή ραπτών στην Αγία Μονή. Παρευρίσκονται σύσσωμοι με τις οικογένειές τους στη γιορτή του σωματείου τους.

Εορτή ραπτών στην Αγία Μονή. Παρευρίσκονται σύσσωμοι με τις οικογένειές τους στη γιορτή του σωματείου τους.

Άνθρωποι που δούλεψαν μαζί του, Έλληνες στην καταγωγή, αναφέρουν γι’ αυτόν πως ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, ευγενής και καλός. Αυτό μάλλον επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι υπήρξε πρόεδρος των ραφτάδων του Ναυπλίου και τους οδηγούσε σε όλες τους τις δραστηριότητες με συνέπεια και ενθουσιασμό. Εικόνα του πολιούχου αγίου των ραπτών υπήρχε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής και εκεί συναντιούνταν πάντα στην ετήσια γιορτή του σωματείου τους, ανήμερα της Αγίας Άννας.

Το 1960 μάλιστα, ημερολόγιο της περιοχής, δημοσίευσε σχετική φωτογραφία των ραπτών του Ναυπλίου, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως η εικόνα είναι κειμενικό είδος εξαιρετικά σημαντικό για τον πολιτισμό μας και την καταγραφή του [25].

Γιορτές επιπλέον έκαναν και στον Αη Γιάννη στην Καραθώνα.

Συνάντηση των ραπτών στην Αγία Μονή, γύρω στο 1960 για τον εορτασμό του σωματείου ανήμερα της Αγίας Άννας. Διακρίνονται όρθιοι από τα αριστερά: Στεφάνου Μπακέας Β., Δημόπουλος Σ., Διαμαντάκος, Κοΐνης Θ., Γαρβήλος Β., Βούλγαρης Γ., Μαρτικιάν Μ., Ιωαννίδης, Μπόκος Δ. Καθιστοί:Μπράβος Αθανασίου Χ., Δημόπουλος Λ., Αλεξίου Σ. (Αρχείο οικογένειας Β. Γαβρήλου).

Συνάντηση των ραπτών στην Αγία Μονή, γύρω στο 1960 για τον εορτασμό του σωματείου ανήμερα της Αγίας Άννας. Διακρίνονται όρθιοι από τα αριστερά: Στεφάνου Μπακέας Β., Δημόπουλος Σ., Διαμαντάκος, Κοΐνης Θ., Γαρβήλος Β., Βούλγαρης Γ., Μαρτικιάν Μ., Ιωαννίδης, Μπόκος Δ.
Καθιστοί: Μπράβος Αθανασίου Χ., Δημόπουλος Λ., Αλεξίου Σ. (Αρχείο οικογένειας Β. Γαβρήλου).

Koινωνική ενσωμάτωση με το ντόπιο πληθυσμό

Από τις πληροφορίες και τις  μέχρι στιγμής καταγραφές είναι φανερό ότι ο μικρός πληθυσμός των οικογενειών στο Ναύπλιον για να επιβιώσει επέλεξε την έξοδο από την ενδοκοινοτική εσωστρέφεια. Η προς τα έξω συμπεριφορά και της πρώτης και της δεύτερης γενιάς προσφύγων εμφανίζει ταύτιση με την κοινωνία της πόλης. Χαίρεται με τους ανθρώπους της, απολαμβάνει τις ομορφιές της. Οι νεότερες γενιές των Αρμενίων, εντρυφούν στα μουσικά και αθλητικά «μονοπάτια» που χαράσσει η ιστορική πόλη, συμμετέχοντας στη χορωδία και στα θεατρικά δρώμενα, και παρακολουθώντας μαθήματα στα ωδεία.

Πεζοπορία στην Αρβανιτιά.

Πεζοπορία στην Αρβανιτιά.

Συγχρόνως καταβάλλονται προσπάθειες για τη δραστηριοποίηση των νέων και στα αθλητικά σωματεία. Έτσι ο Χαρουτιούν Μαρντικιάν συμμετέχει στην ομάδα water polo, που ιδρύθηκε το 1950 και στην οποία ο Μαρντίκ Μαρτικιάν είναι ιδρυτικό μέλος, ενώ ο Αγκόπ Ασαντουριάν και ο Αρτίν Ποστατζιάν συμμετέχουν στη βασική εντεκάδα της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης, τον «Παναυπλιακό», που ιδρύθηκε το 1926. Όπως είναι γνωστό, είναι θέμα τιμής για κάθε πόλη η οποία διαθέτει ποδοσφαιρική ομάδα, η ενεργή υποστήριξη σ’ αυτήν, πράγμα που έπραξαν όλοι ανεξαιρέτως οι άρρενες συμπατριώτες μας. Σε φωτογραφία του 1949 εικονίζεται να συμμετέχει ως ποδοσφαιριστής ο Ασό Ασατουριάν στην ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Ο Μαρντίκ Μαρντικιάν ασχολήθηκε με τα διοικητικά θέματα της ομάδας, διατελώντας ως έφορος επί χρόνια και συμπράττοντας στην εξέλιξη της ομάδας [26].

Η ομάδα του Water Polo το 1954. Όρθιοι: Πάκης Πανόπουλος, Ανδρ. Μαντζούνης, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Μάκης Δέλλας, Γιάννης Καλλιάνος, Γιάννης Μαντάς. Καθιστοί: Ιωάννης - Ιερόθεος Σώμος, Χαρουτιούν Μαρντικιάν, Σταύρος Πίκουλας.

Η ομάδα του Water Polo το 1954. Όρθιοι: Πάκης Πανόπουλος, Ανδρ. Μαντζούνης, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Μάκης Δέλλας, Γιάννης Καλλιάνος, Γιάννης Μαντάς.
Καθιστοί: Ιωάννης – Ιερόθεος Σώμος, Χαρουτιούν Μαρντικιάν, Στάυρος Πίκουλας.

Η Ποδοσφαιρική ομάδα του Πανναυπλιακού. Ο Πανναυπλιακός στις 19 Νοεμβρίου 1949 πριν τον φιλικό αγώνα με την ποδοσφαιρική ομάδα του Κ.Ε.Μ. (1-2). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά, όρθιοι: Γιάννης Ξυνός (διαιτητής), Τάσος Ψωμόπουλος, Σταύρος Μπελέζος, Βαγγέλης Δαλμάτσος, Γιαννής Μελίδης, Ασσώ Ασσαντουριάν, Νίκος Ρέππας, Διαμαντής Ανδρώνης, Νούλης Κεραμιδάς, Βαγγέλης Οικονόμου, Γιώργος Καρμπέρης, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Γιώργος Λεμονίδης (Τ). Αρχείο Γιάννη Μακρή.

Η Ποδοσφαιρική ομάδα του Πανναυπλιακού.
Ο Πανναυπλιακός στις 19 Νοεμβρίου 1949 πριν τον φιλικό αγώνα με την ποδοσφαιρική ομάδα του Κ.Ε.Μ. (1-2). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά, όρθιοι: Γιάννης Ξυνός (διαιτητής), Τάσος Ψωμόπουλος, Σταύρος Μπελέζος, Βαγγέλης Δαλμάτσος, Γιαννής Μελίδης, Ασσώ Ασσαντουριάν, Νίκος Ρέππας, Διαμαντής Ανδρώνης, Νούλης Κεραμιδάς, Βαγγέλης Οικονόμου, Γιώργος Καρμπέρης, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Γιώργος Λεμονίδης (Τ). Αρχείο Γιάννη Μακρή.

Σημαντική παράμετρος της ζωής, αλλά και της νοοτροπίας των Αρμενίων που έζησαν στο Ναυπλιον την περίοδο που εξετάζουμε ήταν η τάση για αλλαγή των ονομάτων τους, ώστε να θυμίζει ελάχιστα την καταγωγή ή τη χώρα προέλευσης. Πιθανολογείται ότι αυτό συνέβαινε γιατί «φοβούνταν μην έχουν την τύχη των Εβραίων». Έτσι ο Καραμπέτ Κοσεγιάν συστηνόταν και ως Χαράλαμπος (χωρίς ποτέ αυτό να γίνει με διοικητική πράξη), ο Καραμπέτ Παπατζιάν έγινε Αντώνιος, ενώ ο γιος του άλλαξε επίσημα το Παπατζιάν σε Παπαδόπουλος.

Αυτή όμως η προς τα έξω συμπεριφορά δεν απηχεί τις αντιλήψεις της κοινότητας. Μέσα τους θα ήθελαν να είναι με Αρμένιους και να ανήκουν σε μια ευρύτερη κοινότητα όπου θα μπορούν να λειτουργούν με όλες τις αξίες και τις συνήθειές τους. Το γεγονός ότι η πόλη δεν διαθέτει σχολείο και εκκλησία, καθιστά αγωνιώδη την προσπάθεια διατήρησης της γλώσσας και των αρμενικών εθίμων. Σε αυτό το πλαίσιο γίνονται δεκτές με χαρά οι επισκέψεις φίλων και συγγενών, αλλά και οι μονοήμερες εκδρομές μελών της Νεολαίας, που επισκέπτονται το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων για να ψάλλουν τα κάλαντα στα αρμενικά σπίτια. Τότε είχαν θέση τα αρμένικα φαγητά και η αρμένικη φιλοξενία. «Όλοι περνούσαν από το σπίτι μας! Συχνά μένανε και σε μας…Ακόμα θυμάμαι τα μεγάλα τραπέζια που στρώναμε κείνες τις μέρες», λέει η Μαίρη Χαρουτιουνιάν, κόρη του Μαρντίκ Μαρντικιάν. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της αρμενόγλωσσης εφημερίδας «Νορ Ορ» που εκδίδεται στην Αθήνα και αποστέλλεται στα σπίτια των Αρμενίων στο Ναύπλιο. Μέσω της εφημερίδας, διατηρείται η επαφή με τη γλώσσα και την αρμενική κουλτούρα και συγχρόνως μέσω της ενημέρωσης διασφαλίζεται η συμμετοχή στην ευρύτερη κοινωνική ζωή [27].

Η αδυναμία σύνδεσης ωστόσο με την αρμενική κοινότητα ήταν καθοριστική για τη συρρίκνωση της παροικίας του Ναυπλίου. Τα νεότερα μέλη των οικογενειών ντρέπονταν που δεν ήξεραν Αρμενικά. Αλλά και οι αρμένιοι στην Αθήνα (και εδώ καταθέτω προσωπική μαρτυρία) κοιτούσαν περίεργα τις αρμενοπούλες που δεν μιλούσαν τη γλώσσα. Τις θεωρούσαν περίπου ξένο σώμα. Οι κόρες του Μαρντικιάν έφυγαν για την Αθήνα, όπου παντρεύτηκαν Αρμένιους. Το 1964 τις ακολούθησε και ο Μαρντίκ Μαρντικιάν,  αφήνοντας το ραφείο που πλέον το συνέχισε ο Θάνος Κοΐνης, που μέχρι τότε δούλευε ράφτης στο μαγαζί του.

Συμπεράσματα

Το Ναύπλιον από το 1920 έως το 1924 δέχτηκε σημαντικό αριθμό Αρμενίων από αναγκαστικές κατά το πλείστον μετεγκαταστάσεις, που έγιναν για να αποσυμφωρήσουν, είτε το εσωτερικό της Πελοποννήσου (προερχόμενοι από την Τρίπολη), είτε τη Μακεδονία, μετά τις ανταλλαγές των πληθυσμών και προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις μεταξύ Αρμενίων και Τούρκων που πλέον πύκνωναν τη Βόρεια Ελλάδα. Όμως ο αρμενικός πληθυσμός που έφθανε στο Ναύπλιον, δεν έμενε στην πόλη. Στους αμέσως επόμενους μήνες οι περισσότεροι φαίνεται να την είχαν εγκαταλείψει. Έτσι, έως το 1970 έζησε και δραστηριοποιήθηκε μικρή κοινότητα Αρμενίων, με σημαντική όμως παρουσία στα οικονομικά, πολιτιστικά, αθλητικά και κοινωνικά δρώμενα της πόλης. Τα βασικά χαρακτηριστικά της παροικίας ήταν η ανάγκη ενσωμάτωσης της με το γηγενή πληθυσμό, γεγονός που οδήγησε μεγάλο μέρος τους στην πλήρη αφομοίωση και ταύτιση με τη συλλογική ταυτότητα, ενώ ένα μικρότερο μέρος επέμεινε στην υπερκείμενη αρμενική ταυτότητα.  Αυτός ήταν και ο λόγος που η παροικία δεν άντεξε και συρρικνώθηκε σημαντικά. Κάποιοι έφυγαν για τον Καναδά και τις ΗΠΑ, άλλοι για τη Σοβιετική Αρμενία, και οι περισσότεροι αναζήτησαν καταφύγιο σε πόλεις που είχαν ζωντανούς τους φορείς ενδυνάμωσής της ενδοκοινοτικής ταυτότητας, δηλαδή μεγάλη κοινότητα, σχολείο και εκκλησία, έτσι ώστε να μην ξεχαστούν ή να απεμπολήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εθνολογικής τους καταγωγής.

Παράρτημα 1 Παράρτημα 1  Παράρτημα 3

Υποσημειώσεις


[1] Ευ. Γ. Αυδίκος, «Λαογραφία του αστικού χώρου: ουτοπία ή πραγματικότητα;», Εθνολογία, 3, 163-188, Αθήνα, 1994.

[2] Αντίστοιχη εργασία- αλλά εκτεταμένη λόγω και της ποσότητας και ποικιλίας του προς καταγραφήν υλικού- έχει κάνει η Γαρυφαλλιά Θεοδωρίδου για τους Αρμένιους της Ξάνθης. Η συγγραφή του δικού της άρθρου, όπως και οι μεταξύ μας συζητήσεις, υπήρξαν μεθοδολογικός οδοδείκτης για τη δική μας εργασία και από τη θέση αυτή θερμά ευχαριστώ για την ανιδιοτελή προσφορά και τη βοήθειά της. Θεοδωρίδου Γαρ.,(2015), Αρχειακή Λαογραφία και Φωτογραφία: «συνομιλία» με τα «σιωπηλά πρόσωπα» της ιστορίας. Μια πρόταση «ανάγνωσης» του αρχείου «Ονομαστικές καταστάσεις προσφύγων του 1922 εγκατεστημένων προσωρινά στην Ξάνθη», στο Μ. Γ. Σέργης- Ελ. Κ. Χαρατσίδης- Γαρ. Θεοδωρίδου (επιμέλεια) Από το Αραράτ στον ‘Ολυμπο, Θέματα Αρμενικής Λαογραφίας, εκδ. Κ & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη.

[3] Κ. Kαλαντζής, Κ., «Οπτικός πολιτισμός και ανθρωπολογία» στο Ελεάνα Γιαλούρη (επιμ.) Υλικός πολιτισμός. Η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 171-213, 2012.

[4] S. Sontag, Περί φωτογραφίας (μτφρ. Ηρ. Παπαϊωάννου), Αθήνα: Φωτογράφος 1993, και B. Barthes, Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη φωτογραφία (μτφρ: Γ. Κρητικός), Κέδρος- Ράππα, Αθήνα 1983.

[5] J. Clifford-J. Marcus, (επιμ.), Writting Culture: The poetics and politics of Ethnography, Berceley, Los Angeles and London: University of California Press, 1986.

[6] «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου» περ. Αρμενικά, τ. 55, Μαρτιος- Απρίλιος 2008. (Μετάφραση από τη δημοσίευση στην αρμενική εφημερίδα AZAD-OR, 31/12/2000).

[7] Οβ. Γαζαριάν, «Η αρμενική παροικία κλείνει τα ενενήντα», Αρμενικά, τ. 74, Ιούλιος- Σεπτέμβριος, Αρμενικά, 2012. υπάρχει και στο διαδίκτυο στο: http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/478-h-armenikh-paroikia-klinei-ta-eneninta, τελ.  Επίσκεψη, 14/10/2015

[8] Για περισσότερα στοιχεία βλ. παράρτημα στο τέλος της μελέτης. Τα στοιχεία καταγράφηκαν από μένα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία Νομού Αργολίδας: Μητρώο οικογενειών προσφύγων Μικράς Ασίας αρ. ειδικού ευρετηρίου Διοικητικά 61.1, Ναύπλιον.

[9] Σ. Ζαχαρία, «Οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αλεξανδρούπολη» στο Μ. Γ. Σέργης-  Ελ.Κ. Χαρατσίδης- Γαρ. Θεοδωρίδου (επιμέλεια) Από το Αραράτ στον ‘Ολυμπο, Θέματα Αρμενικής Λαογραφίας, εκδ. Κ&Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2015.

[10] Ι. Κ. Χασιώτης, Η αρμενική παροικία της Θεσσαλονίκης. Ίδρυση, οργάνωση, ιδεολογία και κοινωνική ενσωμάτωση (σε συνεργασία με τη Γκιούλα Κασαπιάν). Ανάτυπο από τα Πρακτικά      του Συμποσίου Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912 (1-3 Νοεμβρίου 1985), Θεσσαλονίκη, 1986, σ. 271 και στου ίδιου, Χασιώτης Κ. Ι., Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, Αδελφά   Έθνη εν μέσω θυέλλης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2015.

[11] Γ. Α. Κ. , όπ.π.

[12]  «Η δραματικότερη μείωση του πληθυσμού της παροικίας έμελλε να πραγματοποιηθεί την περίοδο μεταξύ 1946 και 1947, με τη μεγάλη παναρμενική εκστρατεία για την παλιννόστηση των Αρμενίων της διασποράς στη Σοβιετική Αρμενία. Με αλλεπάλληλες, λοιπόν, αποστολές από τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη μετανάστευσαν από την Ελλάδα στη Σοβιετική Αρμενία περίπου 20.000 άτομα. Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε και τις μετοικεσίες προς τις δυτικές χώρες (Καναδά και Ν. Αμερική) το αρμενικό στοιχείο της Ελλάδας περιορίστηκε στα τέλη του ’50 στα 15.000 άτομα». (Ο. Γαζαριάν, Αρμενικά, 2012, τ.74)

[13]  Ι. Χασιώτης, όπ.π., 1986: 260-261.

[14]  «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου», περ. Αρμενικά, όπ.π.

[15]  Για αντίστοιχη ανάλυση , βλ και Θεοδωρίδου, 2015:640, όπ.π.

[16] … Η γυναίκα ήταν καλλονή και έβγαινε μόνον με τον πατέρα της. Αργότερα παντρεύτηκε στο Σεντ Ετιεν της Γαλλίας, έναν γιατρό και έκανε δυο παιδιά.…(μαρτυρία Ντίνας Μπογιατζή, το γένος Κυριακοπούλου) «περπάταγε κι έτριζε ο τόπος της, φορούσε το φουρό και ήταν σαν καθαρόαιμο άλογο…  » (μαρτυρία Ευθυμίου Ρούσσου).

[17]  περ. Αρμενικά, 2008, όπ.π.

[18]  μαρτυρία Ντίνα Μπογιατζή (Κυριακοπούλου).

[19]  περ. Αρμενικά.,2008, όπ.π.

[20]  Σε αυτό το σημείο καταθέτω την προσωπική μου μαρτυρία για το νησί της Ρόδου, όπου οι Αρμένιοι που άλλαξαν το όνομά τους – τη συγκεκριμένη περίοδο – ήταν πάρα πολλοί.

[21] Τις πληροφορίες μας δίνει ο γιος της Ευφροσύνης και ανιψιός της Ευθυμίας, Νίκος Παπατζιάν, νυν: Παπαδόπουλος.

[22]   ΓΑΚ, οπ.π.

[23]   Πηγή: Παναγιώτης Μερμίγκης, γιος του Θεοδόση Μερμίγκη ο οποίος την περίοδο 1944-1954 δούλευε στο ραφείο του Μαρτικιάν. Από το 1954 διατηρούσε ραφείο δικό του Μέρμαγκα.

[24]  Πηγή: Π. Μερμίγκης.

[25]  S. Sontag, 1993, όπ.π., και  B. Barthes, 1983, όπ.π.

[26]  «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου», περ. Αρμενικά, όπ.π.

[27]  Περ. Αρμενικά, όπ.π.

Δρ. Χαρά Κοσεγιάν

Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

Read Full Post »

Πικρός Πέτρος – Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας


 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές…

 

[Κυριακή, 2 Μαΐου 1926] 

Ένα κομμάτι Μεσαίωνας παραστρατημένο, λησμονημένο μέσα στο σύγχρονό μας «υψηλό πολιτισμό».

Ένα κομμάτι Νύχτα στις παραμονές μιας αυγής.

Τ’ Ανάπλι με τα κάστρα του και με τις φυλακές του.

Τ’ Ανάπλι με τους σκοτεινούς τους θρύλους, τα βαριά τα σίδερα, κανόνια κι αλυσίδες. Με τα λυπητερά τραγούδια τα μακρόσυρτα:

…Αν είσαι μάννα και πονής

έλα στ’ Ανάπλι να με δεις…

…Και με το μαρμαρένιο λεοντάρι τ’ Αγίου Μάρκου.

Pax tibi.

Ας φύγαν τα χρόνια κι ας έχουν διαβή «κερβάνια αιώνες και χάροντες καβάλα…».

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα:

Στου τουρκοβενετσιάνικου

παλιού Αναπλιού τη στράτα

περνά περνά ή παράτα

τ’ αλλοτινού καιρού

– Ανάπλι! Τί δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι;

– Σαν πώς μου λες να χαίρουμαι και να βαρώ παιχνίδι οπούμ’  Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο…

Αλήθεια ξακουστό κι αλήθεια παινεμένο Ανάπλι! Μα πώς να χαίρεται, όταν έχη ένα Μπούρτζι, ένα Ίτς Καλέ, ένα Παλαμήδι;

Και μόν’ αυτά; Να! κι οι φυλακές του Λεονάρδου, οι γυναικείες φυλακές, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας, οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθος.

Πώς να βαράη παιχνίδι άλλο εξόν απ’ το παραπονιάρικο «μπαγλαμαδάκι» μέσα στους πνιγερούς αχνούς του χασισιού;

 …Μας έσπασες τον ναργιλέ

κυρ λοχαγέ στον Ίτς Καλέ…

Ωχ, τα μεράκια!… Που μέσα τους κλαίει το μαύρο φτωχολόι -κι όλα τους κι ή χαρά τους, μοιρολόι πικρό κι αργό…

…Έλα στ’ Ανάπλι δυο σκαλιά

να σου φιλήσω την ελιά…

 

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

 

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στην ερευνά του, το 1926, ο Πέτρος Πικρός για τις φυλακές του Ναυπλίου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Μια έρευνα που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, σε μορφή βιβλίου με τίτλο «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη, χάρη στην πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια του Νίκου Βαρβατάκου, επιμελητή και σχολιαστή της έκδοσης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζουμε:

Δημοσιογραφική και λογοτεχνική περιήγηση «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας», γραμμένη από τον πρωτοπόρο διανοούμενο της Αριστεράς του μεσοπολέμου, Πέτρο Πικρό. Κατά την τακτική του των «ζωντανών ρεπορτάζ», βιώνει ο ίδιος την κατάσταση που περιγράφει, συναναστρέφεται με τους κρατουμένους, βλέπει με τα μάτια του την αθλιότητα των καταλυμάτων τους και διαπιστώνει τις απάνθρωπες και μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσής τους.

Ως δημοσιογράφος αποκαλύπτει και ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα του σωφρονιστικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την άμεση λήψη μέτρων από την πολιτεία, ώστε να σταματήσει η τραγική κατάντια των φυλακισμένων. Παράλληλα, το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο συμπληρώνει το έργο του μαχητικού δημοσιογράφου, εμπλουτίζοντας την έρευνά του με ιστορικές και λαογραφικές αναφορές και προσδίδοντάς της λυρισμό, αμεσότητα και ανθρώπινη ζεστασιά.

Η έρευνα αυτή, που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, αποτελεί ένα δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα συγγραφικό σταθμό στην έως τώρα ταραχώδη ιστορική διαδρομή των φυλακών και της ποινής του εγκλεισμού. Συνιστά επίσης ένα ιστορικό ντοκουμέντο, προσφέροντας στο σημερινό αναγνωστικό κοινό μια διεισδυτική ματιά σε μια «σκοτεινή», αθέατη πτυχή της νεοελληνικής κοινωνίας την εποχή του μεσοπολέμου.

Είναι μια δημοσιογραφική-λογοτεχνική καμπάνια του 1926 που διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα, διατηρώντας συγχρόνως μια θαυμαστή επικαιρότητα.

Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας

Εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη

Ιούλιος 2016 – Σελίδες 308

Επιμέλεια:  Νίκος Βαρβατάκος

Πρόλογος: Γιαλαννης Μπάρτζης

ISBN 9786185161323

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Κωνσταντίνου Γκότση,  με θέμα: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο*


Η ιστορία της άφιξης των σαινσιμονιστών στην Ελλάδα στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 και ιδίως στα χρόνια του Όθωνα είναι αρκετά περίπλοκη, με την έννοια ότι πλήθος παραγόντων τους ώθησαν να κινηθούν όπως κινήθηκαν. Ο πρώτος από αυτούς, ο Graillard, έρχεται στην Ελλάδα, μαζί με άλλους φιλέλληνες, τον Νοέμβριο του 1821 και συμμετέχει ενεργά σε διάφορες πολεμικές συγκρούσεις, μαχόμενος στο πλευρό των Ελλήνων.1 Κατά μικρά διαστήματα επιστρέφει στη Γαλλία, στο πλαίσιο της εκτέλεσης ορισμένων αποστολών που αφορούσαν την Ελλάδα. Τον Μάιο του 1833 διορίζεται Αρχηγός της νεοϊδρυθείσας Χωροφυλακής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα που συνέταξε στα τέλη του 1834 – αρχές του 1835 και απηύθυνε προς τον Όθωνα, στο οποίο διατυπώνονταν σκέψεις και προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Είναι προφανές ότι στο υπόμνημα αυτό έχει επηρεαστεί από τις απόψεις των σαινσιμονιστών. Ο Graillard δεν έφυγε ποτέ από την Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του το 1863, στην Κηφισιά.2

Henri de Saint-Simon (1760 - 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Τον Σεπτέμβριο του 1825 φθάνει στην Ελλάδα ο γιατρός Bailly,3 ο οποίος είχε διατελέσει στον στενό κύκλο των οπαδών του Σαιν-Σιμόν. Λίγο νωρίτερα, στις 19 Μαΐου 1825, πεθαίνει στο Παρίσι ο Σαιν-Σιμόν και ο επικήδειος εκφωνείται από τον Bailly.4 Ο τελευταίος παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη του 1829,5 όπου και συμμετείχε ενεργά στα πράγματα, κυρίως υπό την ιδιότητα του γιατρού.6  Έλαβε ενεργά μέρος στην αντιμετώπιση ζητημάτων υγείας που προέκυψαν στα χρόνια τού αγώνα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενώ παράλληλα διατύπωσε προτάσεις για την οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα.7 Αυτοί οι δύο φαίνεται ότι αποτελούν ατομικές περιπτώσεις, και επίσης ότι στην απόφασή τους αυτή για τον ερχομό τους στην Ελλάδα συνέβαλε κυρίως το κίνημα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη, με το οποίο συνέπλεαν οι απόψεις του Σαιν-Σιμόν.8

Οι υπόλοιποι, που έφυγαν από τη Γαλλία μετά το 1832, εντάσσονται στο γενικότερο ρεύμα φυγής των σαινσιμονιστών προς την Ανατολή.9 Στα έτη 1833-34 καταφθάνουν λοιπόν διαδοχικά στο Ναύπλιο διάφοροι σαινσιμονιστές, όπως ο Γουσταύος Εϊχτάλ,10 ο εξάδελφός του Γουλιέλμος Εϊχτάλ, ο Alexandre Roujoux,11 ο Victor Bertrand, ο Jourdan, ο Delaurie. Ουσιαστικά, μόνο κατά την περίοδο αυτή μπορούμε να μιλάμε για ομάδα σαινσιμονιστών, όπως άλλωστε αυτό έγινε αντιληπτό και από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών.

Η αντίδραση των Βαυαρών

Ο Κωλέττης, αρχηγός του λεγόμενου «Γαλλικού» κόμματος, το 1833 είναι υπουργός των Ναυτικών και από τον Οκτώβριο του 1833 υπουργός των Εσωτερικών.12 Κατά την περίοδο 1833-35 ο Κωλέττης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και ενισχύει τους σαινσιμονιστές που βρίσκονται στο Ναύπλιο.13 Είναι αυτός στον οποίο απευθύνονται οι σαινσιμονιστές και διαμεσολαβεί στην κατάληψη θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Ο Κωλέττης συμπράττει με τους Γάλλους σαινσιμονιστές, κυρίως γιατί είναι Γάλλοι και όχι γιατί συμπλέει ιδεολογικά μαζί τους.

Ο κρατικός θεσμός που συγκροτείται εκείνη την περίοδο με έντονη παρουσία των σαινσιμονιστών είναι το «Γραφείον Δημοσίας Οικονομίας».14 Σημειώνεται ότι μεταξύ των τριών συμβούλων του, οι δύο είναι Γάλλοι σαινσιμονιστές, ο Γουσταύος Εϊχτάλ και ο Roujoux· ο τρίτος είναι Έλληνας, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος. Το Γραφείο αυτό, εκτός από τις στατιστικές μελέτες-στοιχεία, αναλαμβάνει και άλλες αρμοδιότητες, όπως η υποβολή προτάσεων και γνωμοδοτήσεων, επιφορτίζεται τα σχετικά με τον αποικισμό εντός Ελλάδας ζητήματα (τόσο Ελλήνων, όσο και των «αλλογενών»), διερευνώντας και προτείνοντας τους κατάλληλους για αποικισμό τόπους, λαμβάνοντας υπόψη το επάγγελμα των υποψηφίων αποίκων, αλλά και διαπραγματευόμενο με «συντροφιές» και μεμονωμένα άτομα, που θέλουν να κατοικήσουν στην Ελλάδα.15

Η ανάγνωση του διατάγματος για τη σύσταση του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας» δείχνει ότι στους στόχους του έχουν ενσωματωθεί κάποιες ιδέες των σαινσιμονιστών· ιδίως ο αποικισμός ορισμένων επιλεγμένων τμημάτων της Ελλάδας από ευρωπαίους, με τη δημιουργία νέων κοινοτήτων, στις οποίες θα ζούσαν και θα εργάζονταν οι άποικοι αυτοί.16

Η παρουσία όμως των σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο, και κυρίως η γενικότερη εικόνα που εξέπεμπε το κίνημά τους στην Ευρώπη, προκάλεσαν την αντίδραση των Βαυαρών. Όπως κάθε εξουσία που «σέβεται» τον εαυτό της, η Αντιβασιλεία ανακάλυψε τη συνωμοτική τους δράση και την εν γένει αξιόποινη συμπεριφορά τους, αποδίδοντάς τους παράβαση ορισμένων άρθρων του «Ποινικού Νόμου».17 Στο σχετικό έγγραφο της Αντιβασιλείας γίνεται λόγος για «Σαινσιμωνική αίρεση», της οποίας τα μέλη συνεδριάζουν μυστικά και χωρίς άδεια στο Ναύπλιο, ζητείται δε από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών η διενέργεια έρευνας και η τιμωρία των ενόχων και συνενόχων. Ο Κωλέττης με εκτενές υπόμνημά του προς την Αντιβασιλεία ανέλαβε την υπεράσπισή τους, δηλώνοντας ότι δεν υφίσταται πλέον η «Σαινσιμωνική εταιρία».18 Αναφέρεται δε ονομαστικά σε πέντε από αυτούς,19 επισημαίνοντας ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Εϊχτάλ, αλλά και απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε μυστική συνεδρίαση.

Έξι μέρες μετά την επιστολή του Κωλέττη και παρά τις διαψεύσεις του ακολούθησε εκδόθηκε νέα διαταγή της Αντιβασιλέας, με την οποία αποφασίστηκε η παύση του Εϊχτάλ.20 Ο Κωλέττης απάντησε στην παραπάνω «βασιλικήν διαταγήν», ζητώντας να μην εκτελεστεί, προβάλλοντας επιχειρήματα υπέρ του Εϊχτάλ.21 Η Αντιβασιλεία εν τέλει, με βασιλική διαταγή της 10/22 Οκτωβρίου 1834, έκανε δεκτές τις εξηγήσεις για την αποχώρηση του Εϊχτάλ από την «Εταιρία των Σαινσιμωνιστών», και εκτιμώντας τις υπηρεσίες του αποφάσισε να παραμείνει στη θέση του στο Γραφείο.22

Όμως την ίδια περίοδο στο Ναύπλιο υπάρχουν και ορισμένοι Έλληνες που βλέπουν θετικά και είναι επηρεασμένοι από τις ιδέες των σαινσιμονιστών. Ο πιο δραστήριος από αυτούς ήταν ο Φραγκίσκος Πυλαρινός,23 ο οποίος έγραφε διάφορα σημειώματα στην εφημερίδα Ήλιος.24 Στην εφημερίδα αυτή συντάκτες ήταν οι αδελφοί Σούτσοι, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης, οι οποίοι φαίνεται να έχουν και αυτοί επηρεαστεί από τις ιδέες των σαινσιμονιστών.25 Υπάρχει επίσης ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, που λίγο αργότερα, το 1836, θα ξεκινήσει την έκδοση της εφημερίδας «Πρόοδος».

Όσο ο Κωλέττης ήταν παρών στην Ελλάδα, λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας των Γάλλων σαινσιμονιστών. Τον Μάιο του 1835 ο Κωλέττης απομακρύνεται από την Κυβέρνηση και τον Αύγουστο του ίδιου έτους διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι.26 Η παρουσία των σαινσιμονιστών εξασθενεί. Ο Εϊχτάλ έφυγε για το Παρίσι στις 11 Ιουνίου του 1835. Ο Bertrand απελάθηκε τον Μάιο του 1835.27 Ο Graillard παρέμεινε στην Ελλάδα. Ο Roujoux, ο οποίος παντρεύεται ελληνίδα,28 αρχικά ακολουθεί τον Κωλέττη στη Γαλλία ως γραμματέας του, στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα και αγοράζει μια μεγάλη έκταση στο Χαρβάτι Αττικής (Παλλήνη), όπου και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πρότυπο αγρόκτημα.29

Οι σαινσιμονιστές, καθότι Γάλλοι, συνδέονται με τον Κωλέττη, αρχηγό του Γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα. Έρχονται στην Ελλάδα όχι ως περιηγητές-επισκέπτες, αλλά ως άνθρωποι της δράσης. Για να πολεμήσουν στα χρόνια του αγώνα, για να εργαστούν στον κρατικό μηχανισμό και αλλού την εποχή της Αντιβασιλείας, θέτοντας σε εφαρμογή τις ιδέες των σαινσιμονιστών, για την οικονομική πρόοδο, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τα αποτελέσματα, μάλλον πενιχρά. Τουλάχιστον δεν φαίνονται αυτά άμεσα ορατά.30 Αι αιτίες όμως για τη μη υλοποίηση των στόχων που έθεσαν οι σαινσιμονιστές στην Ελλάδα, τόσο μέσω του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας», όσο και γενικότερα, απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.31

 

 Υποσημειώσεις 


 

1 Ειδικότερα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη των Μύλων στις 13 Ιουνίου του 1825, όπου και τραυματίστηκε, στη μάχη των Θηβών στις 21 Μαΐου του 1829 και στη μάχη της Πέτρας, στις 12 Σεπτεμβρίου, επίσης του 1829.

2 Σημειώνουμε επίσης ότι μετά την αποχώρηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, τον Μάιο του 1832, με πρόταση του Δ. Υψηλάντη, τοποθετήθηκε Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τον Graillard έχουν αντληθεί από τη σχετική μελέτη της Χαρίκλειας Δημακοπούλου, «Ο σαινσιμονιστής Francois Graillard περί των ελληνικών πραγμάτων (παρατηρήσεις και προτάσεις)», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τ. 22, 1979, σ. 307- 405. Σε σχέση με το υπόμνημα η Δημακοπούλου σημειώνει ότι «διετυπώθη μεταξύ Νοεμβρίου 1834 και Απριλίου 1835», ό.π., σ. 380. Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου το υπόμνημα αυτό συντάχθηκε τον Απρίλιο του 1835. Μπαλόγλου Χρ., «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint – Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον Ελλαδικό χώρο 1825-1837», ΣΠΟΥΔΑΙ, Τόμος 53, Τεύχος 3ο, 2003, Πανεπιστήμιο Πειραιά, σ. 77-108, ιδιαίτερα σ. 92.

Από πότε όμως ξεκινά και ποια είναι η σχέση του Graillard με τον σαινσιμονισμό αποτελεί ακόμη ζητούμενο, ιδίως μέχρι και το 1833, χρόνο άφιξης των υπολοίπων. Ο Γουσταύος Εϊχτάλ σε επιστολή του με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του και επιφανή σαινσιμονιστή Duveyrier (ο οποίος είχε καταδικαστεί με τον Enfantin στη δίκη των σαινσιμονιστών στη Γαλλία) αναφέρεται στον Graillard. Τον παρουσιάζει ως μαθητή και φίλο του γιατρού Bailly, μνημονεύοντας το γεγονός ότι ο Graillard ήταν την περίοδο εκείνη Αρχηγός της Χωροφυλακής. Δ. Βικέλας, Διαλέξεις και αναμνήσεις, εν Αθήναις, Έκδοσις Εστίας, 1893, σ. 265

3 Οι πληροφορίες για τον Bailly έχουν αντληθεί από τη μελέτη της Δέσποινας Προβατά, Etienne –Marin Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Σοκόλης, Αθήνα 2008.

4 Η «πολιτική κηδεία» του Σαιν-Σιμόν έγινε στις 22 Μαΐου 1825 στο νεκροταφείο του Père –Lachaise στο Παρίσι. Δ. Προβατά, ό.π., σ. 19

5 Δ. Προβατά, ό.π., σ. 70

6 Σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύονται στα Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας και σε άλλα έγγραφα της εποχής, ο Bailly αναφέρεται επίσης ως Βαλλής, (δόκτωρ Βαλλής ή και ιατρός Βαλλής) και ως Μπαλής.

7 Για τη δράση του Bailly παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα μελέτη της Δέσποινας Προβατά.

8 Οι φιλελληνικές απόψεις του ίδιου του Σαιν-Σιμόν είναι γνωστές. Βλ. Μπαλόγλου Χρ., ό.π., 84-85.

9 Ο Ανφαντέν, ο οποίος μετά τον θάνατο του Σαιν-Σιμόν σταδιακά αναγνωρίζεται ως ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος, με μια πολυπληθή ομάδα σαινσιμονιστών, εγκαθίσταται στην Αίγυπτο, όπου επιχειρεί να εμπλακεί στην κατασκευή των μεγάλων έργων (κατασκευή φραγμάτων στο Δέλτα του Νείλου), στην αγροτική παραγωγή και στην εκπαίδευση των μηχανικών, Picon Α., Οι σαινσιμονιστές. Ορθός λόγος, φαντασιακό, ουτοπία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2007, σ. 140-143.

10 Από τις ίδιες τις επιστολές του Εϊχτάλ προκύπτει ότι έφτασε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1833. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 259-261. Το ίδιο διάστημα, στο ΦΕΚ αρ. 33 της 13ης Οκτωβρίου 1833 πληροφορούμαστε ότι ο «Βαρών Αδ. Αϊχτάλ» διορίζεται «Γενικός Πράκτωρ εις Παρίσια». Πρόκειται για τον αδελφό του Γουσταύου Εϊχτάλ.

11 Όπως πληροφορούμαστε από την προαναφερθείσα επιστολή του Εϊχτάλ, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier, ο Roujoux ήταν 24 ετών την εποχή εκείνη (το 1834) και εξάδελφος του Goury (επίσης σαινσιμονιστή),. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Εϊχτάλ, ο Roujoux ήταν «ένθερμος δημοκράτης, επολέμησε μανιωδώς εις τας οδούς των Παρισίων κατά τας ημέρας του Ιουλίου (1830). Τόση ήτο η έξαψίς του, ώστε επί τινας μήνας διέμεινεν ως έξω φρενών. Τον έστειλαν εις Ελλάδα δια να καθησυχάση εντελώς. Είχε διδαχθή τα ελληνικά παρά του Κοραή, το δίκαιον παρά του Daunou και του Legraverend. Προσεκολλήθη εις την Γαλλικήν πρεσβείαν, αλλ’ όχι επισήμως∙ προσέφερε δε μεγάλας υπηρεσίας, χάρις εις την γνώσιν του της Ελληνικής γλώσσης, την τεραστίαν δραστηριότητά του και την επιδεξιότητά του εις τας μετά των εγχωρίων σχέσεις», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 269.

12 Ήδη μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Κωλέττης ήταν μέλος της τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής, μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Μετά την έλευση του Όθωνα ο Κωλέττης διορίστηκε υπουργός των Ναυτικών. Πολύ σύντομα όπως με το ξέσπασμα της εξέγερσης του Κρίτσαλη στην Πελοπόννησο διορίστηκε υπουργός των Εσωτερικών και του παρασχέθηκε δικτατορική σχεδόν εξουσία «ίνα κατευνάση την επανάστασιν», Γούδας Α, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. ΣΤ΄, Αθήνα 1874, σ. 272-273. Στο ΦΕΚ με αριθμ. 34 της 15ης/27ης Οκτωβρίου 1833 δημοσιεύεται το διάταγμα της 12 (24) Οκτωβρίου 1833, σύμφωνα με το οποίο: «Ο άχρι τούδε Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Ναυτικών Κύριος Κωλέττης παύει της διοικήσεως των Ναυτικών, και διορίζεται Γραμματεύς των Εσωτερικών αντί του διορησθησομένου εις άλλην υπηρεσίαν Κ. Ψύλλα».

13 Από την αλληλογραφία του Γουσταύου Εϊχτάλ προκύπτει ότι όταν έφτασε στο Ναύπλιο, ο Roujoux ήταν ήδη εκεί και ήταν ο τελευταίος που τον γνώρισε στον Κωλέττη. «Εις Ναύπλιον ευρήκα την Αντιβασιλείαν, τον εξάδελφόν μου Γουλιέλμον, και τον Roujoux, όστις μ’ επαρουσίασεν εις τον Κωλέτην», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 261. Βλ. επίσης Gustave D’ Eichthal, La langue grecque, Librairie de Hachette, Paris 1887, σ. 18

14 «Περί της συστάσεως του Γραφείου της Δημοσίου Οικονομίας παρά της επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 18/22-5-1834)

15 Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου: «Πράγματι, οι αρμοδιότητες του Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας περιγράφονται σ’ ένα κείμενο με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, όπως η χωρογραφία, τοπογραφία και γεωδαισία του βασιλείου, με τελικό στόχο τη σχεδίαση χάρτη ακριβείας, η γενική απογραφή του πληθυσμού και των ζώων κάθε κατηγορίας, η σύνταξη κτηματολογίου, η καταγραφή μεταλλείων και αρχαιοτήτων, η μελέτη της πιστωτικής καταστάσεως και τοκογλυφίας, η επεξεργασία προτάσεων για την γεωργία, το εμπόριο, την βιομηχανία, την χάραξη οδικού δικτύου, την μετεγκατάσταση ή και ίδρυση οικισμών, και την προετοιμασία «ιδίως» του αποικισμού», ό.π., σ. 89

16 Ο Γ. Εϊχτάλ στην προαναφερθείσα επιστολή του, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier σημειώνει: «Αφότου έφθασα ενταύθα η επιθυμία μου είναι να φέρω αποίκους εις την Ελλάδα. Επί της ερημωθείσης ταύτης γης, πόλεις, μνημεία, θέατρα, δρόμοι, οικίαι, – επί των σιωπηλών ήδη θαλασσών της, πλοία ιστιοφόρα, ατμοκίνητα, ταύτα πλανώνται αενάως ενώπιον της φαντασίας μου. Επί εξ ήδη μήνας στρέφω και περιστρέφω την σφαίραν εις τας χείρας μου, προσπαθών να εύρω επ’ αυτής σημείον λαβής. Επί τέλους προς δύο μηνών, την επαύριον της αναχωρήσεως του Goury, συνέσφιγξα τα δάκτυλα, και από σχέδιον εις σχέδιον, από διάβημα εις διάβημα, κατώρθωσα να επιτύχω την συγκρότησιν είδους γραφείου πολιτικής οικονομίας, το οποίον θα αναλάβη και θα φέρη εις πέρας το επιχείρημα», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 268. Σημειώνει επίσης στην ίδια επιστολή ο Εϊχτάλ: «…οι Έλληνες εννοούν κάλλιστα παν το αναγόμενον εις τα οικονομικά. Γνωρίζουν τι σημαίνει πίστις, είναι ευδιάθετοι να δεχθούν εξ Ευρώπης πάσας τας βιομηχανικάς βελτιώσεις τας δυναμένας ν’ αυξήσουν την αξίαν της γης των, νομίζω δε ότι ευχαρίστως θα ίδουν αποικίας, και μάλιστα αποικίας βιομηχάνων, εγκαθισταμένας εις την πατρίδα των. Δεν θ’ αποκρούσουν και αποικίας γεωργικάς, αρκεί μόνον να δοθή εις τους παλαιούς κατοίκους μερίς ικανή κατά την διανομήν της εθνικής γης, η οποία αποτελεί τα ¾ της χώρας», ό.π, σ. 271. Αναφέρεται επίσης ο Εϊχτάλ στα ζητήματα που τον απασχολούσαν σχετικά με τον αποικισμό αυτόν, δηλαδή στο πως θα συνδυαστούν Αγγλικές, Γαλλικές και Γερμανικές αποικίες, στο πως θα επιλεγούν οι άποικοι, κλπ. Για το θέμα αυτό διευκρινίζει ότι έχει ήδη απευθυνθεί στην Αντιβασιλεία, ενώ έχει στείλει επιστολή και στον αδελφό του στο Παρίσι. Εκφράζει δε τους φόβους του ως προς την επιτυχία του εγχειρήματος του αποικισμού, αναφερόμενος στον ρόλο της Ρωσίας και του Άγγλου πρεσβευτή Dawkins. Ό.π., σ. 271-273. Σε νέα επιστολή του προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, ο Εϊχτάλ δηλώνει ότι θα εργαστεί σκληρά με τον Roujoux για την επιτυχία του αποικισμού, απευθύνοντας έκκληση στον Duveyrier: «Εις όσους φίλους εύρης ευδιαθέτους να έλθουν προς αποικισμόν, δύνασαι να υποσχεθής ουρανόν ωραίον, κυβέρνησιν φιλελευθέραν, δικαιώματα πολιτών Ελλήνων, πλήρη ελευθερίαν θρησκευτικήν, έλλειψιν τίτλων ευγενείας, νόμους και έθιμα αξιόλογα, γην ευφορωτάτην, κτλ.». Εκφράζει δε την άποψη ότι ο αποικισμός μπορεί να αρχίσει από τη Μεσσηνία και την Ηλεία και την επιθυμία να λάβει μέρος σ’ αυτόν η Γαλλία, γιατί αν αυτό δεν συμβεί, φοβάται ότι τα παράλια της Πελοποννήσου θα γίνουν Αγγλικά και Αυστριακά. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 274-275. Ως προς τους όρους της παραχώρησης γης στους αποίκους, στις προθέσεις του Γραφείου, όπως αυτές διατυπώνονται από τον Εϊχτάλ, ήταν οι πωλήσεις, οι πολυετείς ενοικιάσεις και οι διαρκείς παραχωρήσεις, με την καταβολή ετήσιας αποζημίωσης. Βλ. την επιστολή του Εϊχτάλ προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 275.

17 Σύμφωνα με το από 19 Σεπτεμβρίου/1η Οκτωβρίου 1834, έγγραφο της Αντιβασιλείας: «Πληροφορούμεθα ότι πολλά μέλη της Σαινσιμωνικής Εταιρίας συνέρχονται άνευ αδείας εις μυστικάς συνεδριάσεις. Η Γραμματεία οφείλει δια παντός να εξιχνιάση το ατόπημα τούτο και να καταδιώξη τους ενόχους και τους συνενόχους αυτών κατά τα άρθρα 212, 216, 218, 220 και 222 του Ποινικού Νόμου. Το αποτέλεσμα των ερευνών και, χρείας τυχούσης, των καταδιώξεων πρέπει να κοινοποιηθή εις ημάς εντός εξ ημερών από σήμερον. Επειδή αι τάσεις της Σαινσιμωνικής αιρέσεως ταύτης ουδόλως συμφωνούν προς τας αρχάς του δικαίου και της νομιμότητος, κατά τας οποίας η ημετέρα πατρική στοργή θέλει διέπωνται οι πιστοί ημών υπήκοοι, ουδέποτε οφείλει να δοθή εις τους αιρετιστάς τούτους η άδεια να εξασκούν τα μηχανήματά των, ανάγκη δε να επιβλέπωνται αυστηρώς. Οι παραβάντες το άρθρον 212 του ποινικού νόμου, καθ’ ην περίπτωσιν είναι ξένοι υπήκοοι, πρέπει να εξωσθούν αμέσως του ημετέρου Κράτους», βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 277-278

18 Επισημαίνεται επίσης από τον Κωλέττη ότι: «Αύτη διελύθη οι δε κατά καιρόν χρηματίσαντες μέλη της επανέλαβον τον συνήθη βίον, διατηρούντες, ή κατά το μάλλον ή ήττον τροπολογούντες, έκαστος το καθ’ εαυτόν, τας αρχαίας δοξασίας των », Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 279-280.

19 Στο υπόμνημα του Κωλέττη προς τα μέλη της Αντιβασιλείας, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου/ 2 Οκτωβρίου 1834, γίνεται αναφορά στους σαινσιμονιστές τους Ναυπλίου, προκειμένου να διασκεδάσει τους φόβους των Βαυαρών: «Ο κ. συνταγματάρχης Γραλλιάρ δεν ευρίσκεται επί του παρόντος εις Ναύπλιον, ώστε δεν δύναται ούτος να συγκαταλεχθή μεταξύ των υπόπτων. Ο δε κ. Εϊχτάλ, άμα αναλαβών τα καθήκοντά του, έσπευσεν αυθορμήτως να με διαβεβαιώσει ότι ουδεμία τον συνέδεεν υποχρέωσις προς τας παρελθούσας αυτού σχέσεις, ότι είχε την θέλησιν και την απόφασιν να προσενεχθή κατά πάντα ως προσήκει εις πιστόν και αγαθόν της Υ.Μ. υπήκοον (…) Μένουν οι προ τινων μηνών ελθόντες τρεις νέοι. Εξ αυτών ο ονομαζόμενος Bertrand ολίγας ημέρας μετά την άφιξίν του προσελήφθη εις την υπηρεσίαν της εν Αττική εταιρίας (…) όπως διεύθυνη του Μελιταίους εργάτας, διαμένη δ’ έκτοτε εκεί. Τον δεύτερον, ονόματι Jourdan, παρέλαβεν ο συντάκτης του Σωτήρος κ. Σκούφος, δια να μεταφράζη εις την Γαλλικήν τα άρθρα της εφημερίδος του. Ο τρίτος, ονόματι Delaury, ελπίζει ότι θα προσληφθή ως υπάλληλος εις εμπορικόν τι κατάστημα, εν τω μεταξύ δε κερδίζει τα προς το ζην δίδων μαθήματα της Γαλλικής γλώσσης». Σε κάποιο άλλο σημείο δε, προς το τέλος της επιστολής του σημειώνει ότι αυτές είναι οι πρώτες έρευνες «περί των εν Ελλάδι ευρισκομένων αρχαίων μελών της Σαινσιμωνικής Εταιρίας» Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 280-282. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά στον Roujoux.

20 Σύμφωνα με διαταγή αυτή «το προσωπικόν των συμβούλων εις το γραφείον της Πολιτικής Οικονομίας είναι υπέρ το δέον πολυάριθμον, απ’ εναντίας δε το του Υπουργείου των Εσωτερικών ανεπαρκές, αποφασίζομεν να ελαττώσωμεν το μεν κατά ένα σύμβουλον, ν’ αυξήσωμεν δε το δεύτερον κατά έναΚαι ως προς μεν το πρώτον, διατάσσομεν να κοινοποιηθή προς τον κ. Γουσταύον Εϊχτάλ η εκ της ημετέρας υπηρεσίας παύσις του», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 283.

21 Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι είναι «άξιος παντός επαίνου δια τον ζήλον, την δραστηριότητά του και την εις την Υ.Μ. αφοσίωσιν», πολύ εργατικός, ότι γνωρίζει τη γερμανική γλώσσα και ότι ποτέ δεν ζήτησε τον μισθό του. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 284-285.

22 Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 292.

23 Για τον Πυλαρινό, βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Οι σαινσιμονικές ιδέες στην Ελλάδα», Επίμετρο στο βιβλίο του Antoine Picon, ό.π., σ. 331-332. Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Γνώση τ. 1, Αθήνα 1990, σ. 119-124.

24 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι και το τέλος του 1833, μόλις δηλαδή για μερικούς μήνες. Αιτία της διακοπής της έκδοσής της αποτέλεσαν οι διατάξεις για την απαίτηση μια υπέρογκης για τα δεδομένα της εποχής εγγύησης για όλες τις πολιτικές εφημερίδες, (5.000 δρχ.), που θα χρησιμοποιούνταν για την αποζημίωση των τυχόν θιγομένων, από τα γραφόμενα των εφημερίδων, προσώπων. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του νόμου «Περί της Αστυνομίας του τύπου» (ΦΕΚ αριθμ. 29 της 14/26 Σεπτεμβρίου 1833), προβλέπεται ότι: «Πάσα εντός του Βασιλείου εκδιδομένη εφημερίς και περιοδικόν σύγγραμμα πρέπει να έχη άνευ διακοπής υπεύθυνον συντάκτην, του οποίου το όνομα να φανερόνεται εις παν φύλλον, κομμάτι, ή τετράδιον της εφημερίδος ή του περιοδικού συγγράμματος. Ο υπεύθυνος συντάκτης έχει χρέος να καταβάλη εις μετρητά εγγύησιν 5.000 Δραχ. Εξ αυτής της εγγυήσεως λαμβάνονται τα πρόστιμα, τα έξοδα και αι αποζημιώσεις των προσβληθέντων ατόμων, εις τας οποίας ήθελε καταδικασθή ο υπεύθυνος συντάκτης. Αφού δε εξαντληθή η ποσότης, πρέπει να ανανεωθή εντελώς και ευθύς». Η εγγύηση αυτή δεν απαιτείται για τους εκδότες «επιστημονικών και τεχνικών εφημερίδων και περιοδικών συγγραμμάτων, ή και απλών ειδοποιήσεων». Στην περίπτωση όμως που οι τελευταίοι αυτοί εκδότες δεχτούν να δημοσιεύουν άρθρα, που δεν είναι επιστημονικά ή τεχνικά, εκτός από την επιβολή προστίμου 100–500 δραχμών, υποχρεούνται, πριν εξακολουθήσουν την έκδοση του εντύπου, να καταβάλουν και την εγγύηση των 5.000 δραχμών. Η διάταξη αυτή είχε άμεσα «θύματα» τους εκδότες που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης, όπως η εφημερίδα «Ήλιος», η οποία μετά τη δημοσίευση του νόμου μετατράπηκε από Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και Εμπορική σε «Εφημερίς Επιστημών, Τεχνών, Φιλολογίας και Εμπορίου» και στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1833) έβαλε τέλος στη λειτουργία της, ακριβώς λόγω των περιορισμών αυτών.

25 Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π., σ. 332-335

26 Ο Άρμανσπεργκ, βλέποντας την «ολοένα αυξανόμενη δύναμη του Κωλέτη» αλλά και το γεγονός ότι ο Όθωνας, «εν όψει της ενηλικίωσής του έχει αρχίσει να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στα πολιτικά πράγματα της χώρας (…) αναπόφευκτα, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του, θα αντιπαρατεθεί στον Κωλέττη και εν συνεχεία στον ίδιο τον Όθωνα». Ο Άρμανσπεργκ, κατόρθωσε, ακόμη και μετά την ενηλικίωση του Όθωνα «να εξασφαλίσει ευρείες πολιτικές δικαιοδοσίες. Με την πλήρη υποστήριξη του νέου πρεσβευτή της Αγγλίας, Lyons, κατάφερε να εκδιώξει τον Heideck και να απομακρύνει τον Κωλέττη, εξαναγκάζοντας έτσι τον βασιλιά να εξαρτάται από αυτόν», Λούβη Λ., «Το ελληνικό κράτος 1333-1871», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τ. 4, σ. 13-14. Ο Κωλέττης, αφού έμεινε αρκετά χρόνια στο Παρίσι, επιστρέφει το 1843 στην Ελλάδα και λίγο αργότερα γίνεται πρωθυπουργός. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1847 πεθαίνει στην Αθήνα, αφού εν τω μεταξύ, από το 1844, έχει αναπτύξει τη «μεγάλη ιδέα». Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του αναφωνεί στα γαλλικά τη φράση «sur la terre», ενώ σιγοψιθυρίζει ένα κλέφτικο τραγούδι. Σύμφωνα με τον Γούδα: «Τελευταίον κατά την 1 Σεπτεμβρίου απεβίωσε, κλέφτικόν τι τραγώδιον εν ήχω υποψιθυρίσας, και τα λέξεις sur la terre δυνηθείς μόνον να εναρθρώση», ό.π., σ. 286

27 Κατηγορήθηκε ότι «ερράπισεν αξιωματικόν του στρατού ημών, ζητήσαντα εξηγήσεις κατά τινα βάναυσον διαγωγήν του. Εκ της ένεκα τούτου γενομένης ανακρίσεως εξάγεται προσέτι ότι ο Bertrand εφωράθη και άλλοτε φέρων όπλα απηγορευμένα, ότι εξύβρισεν αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ημετέρου στρατού, εξεφράσθη δημοσία δια τρόπου πάντη ανοικείου περί τάξεως ολοκλήρου των στρατιωτικών τούτων και επροσπάθησε να διεγείρη το κατ’ αυτών μίσος, αποδεικνύων ούτω τον ολίγον αυτού σεβασμόν προς τους θεσμούς και την έννομον τάξιν της χώρας. Η ανάγκη επιβλέψεως προς τήρησιν της δημοσίας τάξεως επιβάλλει την απομάκρυνσιν του κακοκεφάλου τούτου νέου, όστις παρά την άτοπον διαγωγήν του, επιδεικνύει και αλλόκοτον ενδυμασίαν. Το επί των Εσωτερικών υπουργείον οφείλει άνευ περαιτέρω αναβολής να εκτελέση την από 27 Απριλίου/9 Μαΐου ημετέραν διαταγήν». Πρόκειται για βασιλική διαταγή της 13/25 Μαΐου 1835. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 281-282.

28 Την Ανθούσα, κόρη του Χρήστου Παλάσκα.

29 Ο Roujoux κατέλαβε διάφορες θέσεις, κυρίως ως διπλωμάτης της Γαλλίας στην Ελλάδα, μέχρι τον θάνατό του στην Αθήνα το 1852, σε ηλικία 43 ετών.

30 Ένας απολογισμός για την επίδραση και τη διάσωση των ιδεών του γίνεται από τον Μπαλόγλου, ό.π., σ. 93-96.

31 Με τον τρόπο αυτόν θα φωτίζονταν και ορισμένες κοινοτοπίες, που μας βασανίζουν ακόμη και σήμερα, όπως ότι οι ξένοι θα μπορούσαν να τα κάνουν καλύτερα από τους Έλληνες. Το γεγονός όμως ότι τα πρώτα κρίσιμα χρόνια μετά την απελευθέρωση είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα ένας ολόκληρος «στρατός» από Βαυαρούς, στην κυριολεξία, αλλά και μεταφορικά, με την έννοια των υπαλλήλων και στελεχών της διοίκησης, σε κανένα σχεδόν επίπεδο δεν βοήθησε την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων. Και για να επανέλθουμε στους σαινσιμονιστές, θυμίζουμε μια διαπίστωση του Εϊχτάλ για τη μη υλοποίηση του αποικισμού. Σε αρκετές περιστάσεις ο Εϊχτάλ έθετε ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του αποικισμού, την επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος, μέσω της διανομής της γης. Το ζήτημα αυτό το έθεσε τόσο στον Άρμανσπεργκ, όσο και στον Κόβελ. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 287, 289- 290. Σημειώνει ο Εϊχτάλ τι μετέφερε στον Κόβελ: «Μετά ταύτα επελήφθημεν της ιστορίας του Νόμου τούτου και του ζητήματος του αποικισμού. Κατέκρινα δεινώς τον κ. Αρμανσπέργην ως θελήσαντα να διεξαγάγη και τα του αποικισμού της Ελλάδος καθ’ ον τρόπον απεφάσισε, και την μεταφοράν της πρωτευούσης εις Αθήνας. Το τελευταίον τούτο μέτρον, καλόν καθ’ εαυτό, ελήφθη όμως λίαν κατεσπευσμένως. Τα του αποικισμού έγειναν ακόμη χειρότερα. Διότι, προτού αποκαταστήσουν ιδιοκτήτας τους Έλληνας αυτούς, (βάσιν ταύτην πρωτίστην της ευημερίας της χώρας), ηθέλησαν να ρίψουν εις την Ελλάδα χιλιάδας οικογενειών, χωρίς να προνοήσουν περί αυτών πως να μη αποθάνουν της πείνης, ή να μη καταστραφούν εκ της ζηλοτυπίας των εγχωρίων· ανέφερα όσας δυσκολίας απηντήσαμεν κατά την σύστασιν των αποικιών του Πεταλιδίου, της Ερετρίας, των Σαμίων εν Ευβοία κ.τ.λ., δυσκολίας προερχομένας εκ της παρούσης θέσεως του ζητήματος της ιδιοκτησίας εν Ελλάδι, και απέδειξα το άτοπον του να αναμιγνύεται η προσωπική φιλαυτία του αρχηγού της Κυβερνήσεως εις ζητήματα, εις τα οποία έπρεπε να είναι απλώς και μόνον κριτής αμερόληπτος». ό.π., σ. 289-290.

 Κωνσταντίνος Γκότσης

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Αναγνώσεις» avgi-anagnoseis.blogspot.gr

Διαβάστε ακόμηΣαινσιμονισμός – Η »Ανατομία» ενός κινήματος

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »