Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Κοσεγιάν Χαρά


 

Η Χαρά Κοσεγιάν στο βήμα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», 17 Ιανουαρίου 2016.

Η Χαρά Κοσεγιάν – Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης – γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ζούσε στη Ρόδο. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1982-1986 και το 2002 ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής ήταν το «Αναμορφωμένο πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο». Εξειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στη διδακτική της γλώσσας σε παιδιά με Μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τώρα εργάζεται προς την κατάκτηση μεταδιδακτορικού στο Πανεπιστήμιο Πατρών με θέμα «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γεωεπιστήμες». Έχει μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (ΤΕΠΑΕΣ) στη Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων και από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας εξειδίκευση στους μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες.

Έχει εργαστεί σε ερευνητικά προγράμματα και δημοσιεύσει πλήθος άρθρων- τόσο επιστημονικών όσο και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος- σε εφημερίδες και περιοδικά.

Από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Δωδεκανήσου και εργάζεται ως εμπειρογνώμων για τη ανάπτυξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, στο Πλαίσιο της πράξης Νέο πρόγραμμα σπουδών, στο επιστημονικό πεδίο: Ελληνική Γλώσσα- Γλωσσικός Γραμματισμός.

Στον επιστημονικό χώρο έχει δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων που αφορούν τη Διδακτική Μεθοδολογία και την Ελληνική γλώσσα και Γραμματεία.

Επιστημονικά βιβλία:

  • «Λουκιανού Αληθής Ιστορία Α΄» : Εισαγωγή- Μετάφραση- Σχόλια Χαράς Κοσεγιάν, με σκίτσα των μαθητών του Γυμνασίου Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα Αρχαία Ελληνικά εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.
  • «Αρχαία επιβιώματα στα Νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια» Συμβολή στην έρευνα μέσα από το παράδειγμα -κυρίως- των παραδοσιακών τραγουδιών της Καρπάθου, Παπαζήση, Αθήνα 2010.
  • Eυαγγελία Μουλά- Χαρά Κοσεγιάν, «Η αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση», Κριτική, Αθήνα 2010.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1998 με το έργο «Πευκοβελόνες». Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά της:

«Έχει κι άλλες όψεις το φεγγάρι», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1999.

«Γλυκό με θλιμμένα καρύδια», Κοχλίας, 2002.

«Ανατέλλει και στη Ντέια», Κοχλίας. 2003.

«Η λοχεία της απουσίας», Οδός Πανός, 2013.

Παράλληλα έχει δημοσιεύσει έρευνες που αφορούν στη Λογοτεχνία και διηγήματα σε περιοδικά, όπως το Δίφωνο, το περιοδ. 5/7, τα Ροδιακά Γράμματα, ενώ κείμενά της έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο του Παναγιώτη Νούτσου, Κως, Μια πόλη στη Λογοτεχνία (Μεταίχμιο).

Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 23 Αύγουστου 2018, σε ηλικία μόλις 54 ετών, χάνοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Μιχαήλ Ιατρός (1779-1868): Μια πολυδιάστατη προσωπικότητα της ναυπλιακής κοινωνίας. Ευτυχία Δ. Λιάτα. Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.  Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Ο Μιχαήλ Αναστασίου Ιατρός, μακρινός απόγονος του εξελληνισμένου κλάδου της φλωρεντινής οικογένειας των ευγενών Μεδίκων, αποτελεί εμβληματική φυσιογνωμία για την ναυπλιακή κοινωνία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Γόνος εμπόρων της Λακωνίας, από την τρυφερή του ηλικία θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της επιχείρησης ως συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης. Πολιτογραφημένος δημότης Ναυπλίου από το 1824 θα εγκατασταθεί μόνιμα στην πρωτεύουσα του τότε ελληνικού κράτους, την οποία θα καταστήσει έδρα των εμπορικών του δραστηριοτήτων.

Με ένα πολυπρόσωπο δίκτυο συνεργατών, όχι μόνο από το συγγενικό του περιβάλλον αλλά και από τον ευρύτερο εμπορικό χώρο τόσο τον ελληνικό όσο και εκείνον της διασποράς, θα κυριαρχήσει για μισό περίπου αιώνα στο πελοποννησιακό εμπόριο και θα εξελιχθεί στον μεγαλύτερο έλληνα έμπορο της τότε ελληνικής επικράτειας.

Τα κέρδη από το εμπόριο και τις χρηματιστικές του δραστηριότητες θα τα επενδύσει στην αγορά γης, στη ναυτιλία και στη βιομηχανία αυξάνοντας έτσι τα πλούτη και την κοινωνική του θέση.

Ο Μιχαήλ Ιατρός, μεγαλέμπορος, μεγαλοκτηματίας, «τραπεζίτης», βιομήχανος, εφοπλιστής, στη μακρά διαδρομή της ζωής του δεν θα μείνει μακριά από την πολιτική και τον δημόσιο βίο αναλαμβάνοντας κατά καιρούς διάφορες θέσεις κι αξιώματα· έτσι, το 1862, μολονότι υπέργηρος πλέον, δεν θα διστάσει να βρεθεί στον ηγετικό πυρήνα της Ναυπλιακής Επανάστασης ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ευτυχίας Δ. Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Μιχαήλ Ιατρός (1779-1868) – Μια πολυδιάστατη προσωπικότητα της ναυπλιακής κοινωνίας

 

Read Full Post »

Μερικές παλαιές εφημερίδες του Ναυπλίου


 

Από την Απελευθέρωση του Ναυπλίου το 1822 μέχρι σήμερα πρέπει να έχουν εκδοθεί πάνω από 100 τίτλοι εφημερίδων με έδρα την πόλη αυτή. Παρουσιάζουμε παρακάτω ορισμένες, οι οποίες χρησίμευσαν μεταξύ άλλων ως  υλικό για τη συγγραφή της Ιστορίας του Ναυπλίου του Θεοδόση Δημόπουλου, συγγραφή που τελείωσε το 1949 κι εκδόθηκε μόνο το 2010 μετά το θάνατο του συγγραφέα το 1959 (Θεοδόση Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, δύο τόμοι, 2010, Εισαγωγή-Επιμέλεια Γ. Ρούβαλης).

Αναγκαστικά λοιπόν τα παρακάτω λήμματα περιορίζονται στα τεύχη που διέθετε ο Δημόπουλος. Ορισμένοι τίτλοι όμως αντιπροσωπεύονται από πληθώρα τευχών, όπως π.χ. το «Σύνταγμα», η «Ναυπλία», η «Αργολίς» και η «Ανεξαρτησία». Άλλοι τίτλοι όπως ο «Παλαμήδης», η «Αργολική», η «Δικαστική Εφημερίς» και η «Πρόοδος» εκπροσωπούνται από πολύ λίγα φύλλα. Έτσι, δεν είμαστε απολύτως σίγουροι για το σύνολο ετών έκδοσης κάθε τίτλου. Εννοείται ότι η πληθώρα των τοπικών ειδήσεων υπήρξε ένα πολύ πλούσιο υλικό για τον Δημόπουλο, για την περιγραφή της καθημερινής και πολιτικής ζωής στην πόλη τα χρόνια που καλύπτει το βιβλίο του και κυρίως τον 19ο αιώνα, όπως φαίνεται και από το δημοσιευμένο αποτέλεσμα. Για την παραχώρηση του αρχείου ευχαριστώ τον γιο του Θεοδόση Δημόπουλου, κύριο Σπύρο Δημόπουλο, που συνετέλεσε στην έκδοση του βιβλίου του πατέρα του.

Αναφέρουμε ακόμα ότι δυστυχώς πλήρη σώματα τούτων των εφημερίδων δεν υπάρχουν στο Ναύπλιο και μάλλον ούτε και στην Ελλάδα, ούτε καν πλήρες σώμα του «Συντάγματος», η έκδοση του οποίου διήρκεσε τόσο πολύ.

Στη Βιβλιοθήκη «Ο Παλαμήδης» υφίστανται φύλλα από ορισμένες εφημερίδες της πόλης και της Αργολίδος και περισσότερα για πιο πρόσφατες εφημερίδες, του 20ου αιώνα, π.χ. «Αργοναυπλία» 1956-61, «Αργολική Φωνή» 1946-62, «Ναυπλιακή Ηχώ», που άρχισε να κυκλοφορεί μάλλον το 1926 (μόνον τα έτη 1930-31 υπάρχουν και όχι 1950-54), το «Σήμα της Αργολίδος» 1958-61, τα «Ναυπλιακά Χρονικά» του  Θεόδωρου Κωστούρου 1953-56 και άλλες. Βλέπε σχετικά στο βιβλίο μου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1», έκδ. Ναύδετο, 2008, Κεφάλαιο «Οι εφημερίδες», σελ. 161-170, όπου γίνεται μια περιγραφή των πιο πρόσφατων τίτλων.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

1. ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ. Πολιτική Εφημερίς, Διευθυντής και Υπεύθυνος Νικόλαος Πιτσάκης, Δικηγόρος. Τύποις Λάμπρου-Ναύπλιον. Έτος ιδρύσεως 1926, δισεβδομαδιαία, δισέλιδη. Υποστήριζε το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη και ήταν φανατικά αντιβενιζελική. Στο πρώτο τεύχος βρίσκουμε άρθρο του Μιχαήλ Γούδα, υπουργού του εκτελεσθέντος Δημητρίου Γούναρη, με τίτλο «Ο βενιζελισμός και ο Ιωάννης Μεταξάς», όπου ομιλεί περί τριών βενιζελικών δικτατοριών και δέκα στρατιωτικο-βενιζελικών κυβερνήσεων με την πρόθυμη συνεργασία του Ιωάννη Μεταξά. Παρουσιάζεται επίσης στο ίδιο τεύχος ο συνδυασμός Αργολιδοκορινθίας του Λαϊκού Κόμματος για τις επερχόμενες εκλογές με κύριο τοπικό υποψήφιο τον Ιωάννη Μουτζουρίδη, πολιτευτή που η εφημερίδα προβάλει στα επόμενα τεύχη. Υπάρχουν επίσης άρθρα για άλλους Ναυπλιείς πολιτευτές και υποψηφίους, τον Γεώργιο Καρπετόπουλο και σχόλια για τους Κολιαλέξη και Παραβάντη.

 

ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ

ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ

 

2. ΑΡΓΟΛΙΚΗ. Εφημερίς πολιτική, δικαστική και κοινωνική. Διευθυντής Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης – ιδιοκτήτης Δημήτριος Ι. Δημητρίου. «Εμπρός, πάντοτε εμπρός προς το μέγα και υψηλόν, με πλήρη αυτοπεποίθηση – Μαξίμ Γκόργκυ». Έτος ιδρύσεως 1909, εβδομαδιαία, τετρασέλιδη. Έδρα Ναύπλιον και Λεωνίδιον (το 2ο έτος, το 1910). Το 1910 ο υπότιτλος αλλάζει: Εφημερίς των συμφερόντων του νομού Αργολιδοκορινθίας και της Κυνουρίας. Αντιβενιζελική. Δημοσιεύει κατάλογο υποστηρικτών της υποψηφιότητας στις εκλογές του Γ. Μουτζουρίδη. Υπάρχουν μικρές αγγελίες, τοπικές ειδήσεις και στις 4 Νοεμβρίου 1910 αναγγελία της πρώτης του θεατρικού έργου «Ο Πιπιάς» του Αντώνη Λεκκόπουλου, «με προεισαγωγική μελέτη του ημετέρου διευθυντού». Υπάρχουν ποιήματα, χρονογραφήματα, ειδήσεις για τους Έλληνες του Λόουελ Μασαχουσέτης, αστυνομικές ειδήσεις και κοινωνικά. Επίσης κατάλογοι ενόρκων, διαφημίσεις τραπεζών. Στο τεύχος 78, 10 Δεκεμβρίου 1910, ποίημα του Ζαν Μωρεάς, μεταφρασμένο από τον Μιλτιάδη Μαλακάση, άρθρον της στήλης δια τας γυναίκας για το μέλλον της γυναικός και ρεπορτάζ για τα Κερκυραϊκά γράμματα.

 

ΑΡΓΟΛΙΚΗ

ΑΡΓΟΛΙΚΗ

 

3. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ. Τιμή ετήσιας συνδρομής προπληρωτέας εν Ναυπλίω δραχμές 6. Διευθυντής Σπυρίδων Γιαννόπουλος, Δικηγόρος. Έτος ιδρύσεως 1894. Τύποις των εν Ναυπλίου εργοστασίων «Το Πανελλήνιον» Ανδρέου Ν. Κλεισιούνη. Συνεχόμενη αρίθμηση από τεύχος εις τεύχος. Στο τεύχος 23, έτος ζ’, 23 Απριλίου 1901, εκτενής οκτασέλιδη παρουσίαση της δίκης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με παράθεση διαφόρων εγγράφων της. Επίσης, πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του στρατάρχου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, 23 Απριλίου 1901, παρουσία της βασιλικής οικογενείας.

 

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

 

4. ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδος. Βλέπε το ομώνυμο λήμμα του Σπύρου  Ταλιέρη στην Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974, επιμέλεια Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου, τόμος Δ’, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2008, σελ. 151-153. Από Ιούνιο 1892 έως 1970. Ιδρυτής Παναγιώτης Ιωάννη Ιατρός, Διευθυντής – Ιδιοκτήτης Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Συντηρητική εφημερίδα, είχε ως διευθυντές τον φιλόλογο Θ. Αναγνωστόπουλο ή Σαλαβίστρα και αρθρογράφους  τον Πραξιτέλη Μουτζουρίδη, τον Ηλία Μπέζα, τον Α. Π. Τσακόπουλο, τον Αητονύχη (Θεόδωρο Κωστούρο) κι άλλους διανοούμενους. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974) υποστήριζε τη Χούντα.

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

Σύνταγμα – Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

 

5. ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ. Εκδιδομένη άπαξ της εβδομάδος. Έτος ιδρύσεως 1872-1895 περίπου. Τετρασέλιδος. Δημοσιεύει πολλές δικαστικές αποφάσεις, τοπικά σχόλια κ.λπ. Τύποις Ν.Θ. Σταυριανοπούλου. Δεν αναφέρεται όνομα διευθυντού.

 

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

 

6. ΑΝΑΤΟΛΗ. Εφημερίς του νομού Αργολιδοκορινθίας, πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων. Έτος ιδρύσεως 1915. Διευθυντής Ανδρέας Γ. Χαρμαντάς, Δικηγόρος. Γραφεία και τυπογραφεία παραπλεύρως του Δημοτικού Θεάτρου. Εκδίδεται κατά Κυριακήν. Συνδρομές εν Ναυπλίω δραχμές 4, εν λοιπή Ελλάδι 5, εξωτερικού 8, Αμερικής δολάρια 2, Τουρκία μετζήτια 3. Δημοσιεύει ποιήματα, ανταποκρίσεις από χωριά του νομού, τοπικά νέα, συγχαρητήρια για τα γενέθλια του βασιλέως Κωνσταντίνου, ποιήματα του Άγγελου Χαδιαράκου και κοινωνικά.

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

ΑΝΑΤΟΛΗ

 

7. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ. Έτος Α’ 1897, εκδίδοται κατά Πέμπτην. Δημοσιεύει κύριο άρθρο όπου ζητεί μεταρρυθμίσεις της πολιτειακής μηχανής, υπερασπίζεται τα δικαιώματα του νομού, νεκρολογίες, τοπικά στρατιωτικά νέα και κοινωνικά. Τύποις Ιωάννου Κ. Υψηλάντου. Τετρασέλιδος.

 

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ

 

8. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Εβδομαδιαία πολιτικοκοινωνική εφημερίς, εκδιδομένη υπό του ομωνύμου συλλόγου. Έτος Α’ 1912, αριθμός 1, 23 Δεκεμβρίου 1912. Το φύλλον 5 λεπτά. Υποστηρίζει τους βαλκανικούς πολέμους, δημοσιεύει ποιήματα του Στέφανου Μαρτζώκη, μικρά νέα και διηγήματα.

 

ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

 

9. ΠΡΟΟΔΟΣ. Εφημερίς πολιτική αρχών φιλελευθέρων. Έτος Ε, περίοδος Β’, Ναύπλιον, 15 Οκτωβρίου 1884, τετρασέλιδη. Η τήρηση του συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων (άρθρον 110 του Συντάγματος). Έτος ιδρύσεως 1879-1885 περίπου. Συντάκτης Χρ. Αναγνωστόπουλος, Δικηγόρος. Αντιπαρατίθεται προς την «Ανεξαρτησία» για το θέμα της αποθήκης ιματισμού και προς την «Αργολίδα» για τα άρθρα της περί σιδηροδρόμου.

 

ΠΡΟΟΔΟΣ

ΠΡΟΟΔΟΣ

 

10. ΝΑΥΠΛΙΑ. Εφημερίς δικαστική, φιλολογική, ειδήσεων, ποικίλων. Περιέχουσα νομολογίαν των Εφετείων και του Αρείου Πάγου, φιλολογικά, ειδήσεις ενίοτε και άλλα ποικίλα. «Τι δε σοφ’ωτατον; Χρόνος· ανευρίσκει γαρ πάντα (Θάλητος Μηλησίου)». Έτος ιδρύσεως 1866-1872. Φιλοβασιλική. Τύποις Κ. Ιωαννίδη. Τετρασέλιδος. Εκδιδομένης αντί δις ενίοτε τετράκις του μηνός εις ημίφυλλον.

 

ΝΑΥΠΛΙΑ

ΝΑΥΠΛΙΑ

 

11. Η ΑΡΓΟΛΙΣ. Εφημερίς του λαού. Εκδιδομένη άπαξ της εβδομάδος. Έτος ιδρύσεως 1865-1886. Τύποις Σ. Βίγγα. Τετρασέλιδος. Από το 1883 φέρει την προμετωπίδα «Σταγόνες ύδατος πέτρας κοιλαίνουσιν» και τα ονόματα των Σωτήριος Ε. Βίγγας, εκδότης και διευθυντής, και Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης, συντάκτης. Δημοσιεύει διεθνείς κι ευρωπαϊκές ειδήσεις, δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζει τον κρητικό αγώνα, ποιήματα για την Κρήτη, νέα από το οπλοστάσιο κ.λπ. Στις 30 Μαρτίου 1883 εκτενής και εξυμνητική νεκρολογία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Διάφορα νέα για την κατασκευή του σιδηροδρόμου.

 

Η ΑΡΓΟΛΙΣ

Η ΑΡΓΟΛΙΣ

 

 

Read Full Post »

Στοιχεία για την πρώτη δεκαετία του Δήμου Ναυπλιέων (1833-1843): Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους. Ελένη Καλαφάτη, Αρχιτέκτονας – Δρ Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Στα χρόνια του Αγώνα η πολιτική και διοικητική συγκέντρωση διακηρύσσεται ως θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος, ενώ επιχειρείται στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν η εγκαθίδρυση νέων ιεραρχημένων σχέσεων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές αρχές, που θα επιτρέψουν στις επαναστατημένες περιοχές να συγχωνευθούν σε μία νέα οργανική ενότητα.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Στην ίδια κατεύθυνση η πρώτη Αντιβασιλεία προχωρά στη θεσμοθέτηση ενός, συγκεντρωτικού και αυστηρά ιεραρχημένου διοικητικού συστήματος: η επικράτεια διαιρείται σε νομούς, οι νομοί σε επαρχίες, οι επαρχίες σε δήμους και κάθε στοιχείο εγκλείεται στο αμέσως ανώτερο του. Αυτός ο ορθολογισμός απαντά στην επιταγή για την πολιτική ενοποίηση του εθνικού εδάφους με την κατάργηση της τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το εργαλείο που επιτρέπει στο νέο κράτος να οργανώσει την επέμβασή του σε όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας των πολιτών.

Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια εξασφαλίζεται από τη δραστηριότητα περισσότερων αξιωματούχων με επικεφαλής τον Νομάρχη. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι βασικότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο επίπεδο των δήμων, όπου ο Δήμαρχος, ανώτατη εκτελεστική αρχή, ορίζεται και θεσμικά ως διφυές όργανο, κρατικό και δημοτικό συγχρόνως.

Στην ανακοίνωση αυτή θα επιχειρήσω, αξιοποιώντας υλικό από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου, να σκιαγραφήσω το γενικό περίγραμμα των δημοτικών λειτουργιών και της σχέσης με την κεντρική Διοίκηση, όπως αυτή διαμεσολαβείται από τον Νομάρχη κατά την πρώτη δεκαετία του Ελληνικού Βασιλείου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Καλαφάτη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους.

 

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

 Το βιβλίο του Γιώργου Ρούβαλη «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες οικογενειών και άλλες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Στην ιστορική και πανέμορφη πόλη του Ναυπλίου υπάρχει μια παλιά, γραφική γειτονιά, σκαρφαλωμένη στη μέση του βράχου της Ακροναυπλίας. Είναι ο Ψαρομαχαλάς, η πιο παλιά γειτονιά του σύγχρονου Ναυπλίου, που χτίστηκε από τους Βενετσιάνους γύρω στο 1500, ενώ τα προγενέστερα χρόνια η πόλη περιοριζόταν στην Ακροναυπλία, στην κορυφή του λόφου.

Το όνομα του προέρχεται από τους ψαράδες, που έμεναν και μένουν εκεί και κάπως από την εγκατάσταση Ψαριανών προσφύγων μετά την καταστροφή του νησιού τους το 1824. Είναι μια παραδοσιακή γειτονιά με σπιτάκια λαϊκής τεχνοτροπίας, συνήθως ξύλινα και εύθραυστα, ασπρισμένα και νοικοκυρεμένα, λες και βρίσκεσαι σε νησί. Πολλοί τουρίστες αγνοούν ή δεν ευκαιρούν να ανέβουν εκεί και είναι κρίμα, γιατί το χρώμα του είναι μοναδικό.

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι κάτοικοί του είναι ακόμα ψαράδες, φτωχοί άνθρωποι, αλλά και μικροϋπάλληλοι και σήμερα ιδιοκτήτες πανσιόν και μικρών ξενοδοχείων με όλα τα κομφόρ. Έχουν από παλιά μια περηφάνια για τη γειτονιά τους, ένα εύθυμο και σκωπτικό πνεύμα και παράδοση στην καντάδα και το τραγούδι.

 

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

 

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Θυμούνται πώς ήταν η γειτονιά τους τη δεκαετία του ’30, αλλά και ’40, ’50, ’60 και ’70, όταν η ζωή ήταν φτωχική αλλά απλούστερη. Υπάρχουν ακόμα πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οικογενειών τους και άλλες παλιές φωτογραφίες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου

Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις

Αθήνα, 2012

ISBN: 978-960-99082-1-4

 

Ο Ψαρομαχαλάς του Ναυπλίου


 

 Γιώργος Κόνδης

Ομιλία στις 25 Μαΐου 2013 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Ψαρομαχαλάς» του Γ. Ρούβαλη.

 

Είναι πραγματικά παρήγορο το γεγονός πως παρά την κρίση και τα γενικότερα προβλήματα που βασανίζουν τη χώρα και τις τοπικές κοινωνίες, η Αργολίδα, είναι ίσως από τις λίγες περιπτώσεις νομών που η εκδοτική δραστηριότητα και η ερευνητική διάθεση παραμένει σε καλά επίπεδα. Είναι επίσης παρήγορο το γεγονός πως μια σειρά από επιτόπιες έρευνες βλέπει το φως της μέρας στην περιοχή μας, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στοιχεία στην ανάγνωση της τοπικής ιστορίας και στην κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Πρέπει να πούμε πως στην προσπάθεια αυτή συμβάλει σταθερά και το γενικότερο κλίμα που μας επιτρέπει να αναδείξουμε ιδιαίτερες πλευρές του κοινωνικού βίου και της πολιτισμικής παραγωγής του τόπου.

Ταυτόχρονα, οι μονογραφίες, οι επιτόπιες έρευνες και οι ευρύτερες αναζητήσεις επιστημονικές ή όχι, επιτρέπουν την πολύ σημαντική για την τοπική βιβλιογραφία σύνδεσή της με την εθνική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την παγκόσμια. Υπάρχει σαφώς μια διαφορά με τα κείμενα που δημοσιοποιούνται μέχρι και τη δεκαετία του 70 περίπου, καθώς μέχρι τότε η διάθεση καταγραφής ιστορικών γεγονότων, εθίμων, κλπ, γίνεται μέσα από μια παραγωγή κειμένων μνημονικού περισσότερο χαρακτήρα. Σήμερα βέβαια την ανάδειξη αυτών των μελετών υποβοηθά από τη μια η εμπειρία που έχουμε αποκτήσει σε μια σειρά από τεχνικές (συνέντευξης, περισσότερο συστηματικής αρχειακής έρευνας, χρήση φωτογραφικού υλικού, κλπ) και από την άλλη οι τοπικές εκδοτικές δυνατότητες που, παρά την βαθιά κρίση, εξακολουθούν να αντιστέκονται.

 

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

 

Με τον «Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου» ολοκληρώνεται μια πρώτη σημαντική προσπάθεια καταγραφής της μικροϊστορίας του Ναυπλίου. Θυμίζω εδώ πως, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αυτή, ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη καταθέσει δημόσια δυο σημαντικές μελέτες: «Ναύπλιον Σπηλιάδου 1» (2008) και «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου» (2009), το οποίο είχα και πάλι την τιμή να παρουσιάσω. Και οι δυο έγιναν από τις εκδόσεις «Ναύδετο», μιας εξαιρετικής εκδοτικής εμπειρίας για το Ναύπλιο και την Αργολίδα που δυστυχώς δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει και χάθηκε έτσι μια σημαντική ποιοτική ευκαιρία στο χώρο των τοπικών εκδόσεων.

Η μικροϊστορία του Ναυπλίου του Γιώργου Ρούβαλη εγγράφεται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια μιας περισσότερο συστηματοποιημένης καταγραφής και ανάλυσης του τρόπου ή των τρόπων με τους οποίους μια κοινωνία ενεργεί, οργανώνεται και κυρίως μιλάει για τον εαυτό της.

Ο τίτλος, «Μικροϊστορία», είναι ήδη πολύ σημαντικός αλλά και εξαιρετικά δύσκολος για να τον εξηγήσει κανείς λόγω των μεθοδολογικών κινδύνων που περικλείει. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι αναφέρεται ως πεδίο τοπικής έρευνας και ανάλυσης και γι’ αυτό μας δίνεται μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε δυο λόγια για το θέμα και αν μπορούμε να το συζητήσουμε στη συνέχεια.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Στο «Οι πέτρες και οι άνθρωποι», παρατίθεται εισαγωγικά μια πρώτη αρκετά καλή και ευκολονόητη εξήγηση του καθηγητή Luis Gonzalez με τίτλο «Μικροϊστορία και Κοινωνικές Επιστήμες», στην οποία η «Μικροϊστορία» προσδιορίζεται ως ιστορία των ανθρώπων ενός τόπου (μιας μικρής πατρίδας όπως λέει χαρακτηριστικά). Με άλλα λόγια οι προσωπικές ιστορίες, οι ατομικές και ομαδικές δραστηριότητες, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ομορφιά, καθημερινότητα, λόγος), αποτελούν το αντικείμενο μελέτης της μικροϊστορίας, της ιστορίας σε μεγάλη κλίμακα, που θα δώσει γενεσιουργό νόημα στη Μεγάλη Ιστορία, στην Ιστορία του Έθνους και του Λαού. Δεν γνωρίζω αν ο καθηγητής Luis Gonzalez είναι ο θεωρητικός της μικροϊστορίας, διότι εδώ και πολλά χρόνια οι μεγάλοι ιστορικοί όπως ο Μαρκ Μπλοχ και ο Ζωρζ Λεφέβρ έχουν εγκαινιάσει αυτό το ερευνητικό ρεύμα μέσα από την παρουσίαση μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά των μαζικών κινημάτων με κυριότερο παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση.

Η μεγάλη ανάπτυξη της μικροϊστορίας αρχίζει από το 1950 και μετά. Γνωρίζει μια θεαματική πρόοδο στη δεκαετία του 70 τόσο από την άποψη της θεματολογίας όσο και από την άποψη της ερευνητικής τεχνικής. Οι διαφορές βέβαια μεταξύ τους είναι μεγάλες. Η μικροϊστορία δεν διαθέτει ένα έτοιμο σώμα πηγών όπως η Μεγάλη Ιστορία. Η μία κινητοποιείται κυρίως από το συναίσθημα και ακολουθεί η ερευνητική διάθεση και λογική με την αυστηρότητα των ερευνητικών κανόνων, ενώ η άλλη προσδιορίζεται από την αρχή ως το τέλος στα αυστηρά πλαίσια της μεθοδολογίας μιας επιστήμης. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στην Αθήνα ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της μικροϊστορίας, ο Ιταλός ιστορικός Κάρλο Γκίντζμπουργκ, ο οποίος ορίζοντας την έρευνα αυτού του είδους μίλησε για καταγραφή στοιχείων «που διαφεύγουν της προσοχής».

Με άλλα λόγια απέναντι στο βάρος της κυριαρχίας των μεγάλων γεγονότων της Ιστορίας, η μικροϊστορία είναι η προσπάθεια άρσης της ανισότητας μεταξύ των φωνών των κυρίαρχων και όσων δεν έχουν φωνή. Οι τελευταίοι πρέπει να εντάσσονται στην ιστορική και κοινωνική έρευνα όχι δια της ανωνυμίας, όπως γράφει σε ένα αφιέρωμά του για τον Γκίντζμπουργκ ο Πέτρος-Ιωσήφ Σταγκανέλλης, «ως μια ομοιόμορφη και ομοιογενής μάζα της στατιστικής, ούτε ως άβουλοι καταναλωτές μιας κυρίαρχης, συμπαγούς κουλτούρας που φτάνει από «ψηλά» ή «απ’ έξω», αλλά ως παραγωγοί νοήματος, πολιτισμού, κουλτούρας, η οποία συναλλάσσεται, συνδιαλέγεται, παρά την ανισότητα ισχύος, με την ηγεμονική Ιστορία».

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Ακριβώς σ’ αυτό συμβάλουν και οι μονογραφίες όπως αυτές που έχει δημοσιοποιήσει ο Γ. Ρούβαλης και ιδιαίτερα «Ο Ψαρομαχαλάς» που παρουσιάζεται σήμερα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη προσδιορίσει με τις προηγούμενες μελέτες το συναισθηματικό σημείο εκκίνησης μιας ερευνητικής διάθεσης:

 

«…Η χαρά μου που ξανάβρισκα την πόλη μου, όπου τόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια είχα ζήσει – πάλι από τύχη – εκφράστηκε ακριβώς να ανασυνθέσω μέσα από τη γραφή τα χρόνια εκείνα του 50, 60 και 70, αλλά και να ξαναπλησιάσω τους συμπολίτες μου, να ακούσω τί είχαν να μου πουν, πώς είχαν ζήσει, τί σκέφτονταν για την πόλη μας, για τη ζωή και την κοινωνία».

 

Το προσωπικό συναίσθημα έχει μια τεράστια δημιουργική σημασία για τη μικροϊστορία, διότι όπως προανέφερα κινητοποιεί τον ερευνητή σε μιας μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή που ανοίγει νέους δρόμους στην ανάγνωση των τοπικών κοινωνιών.

Θέλω να αναφέρω την άποψη ενός άλλου μεγάλου ιστορικού, βασικού θεωρητικού της μικροϊστορίας ή όπως ο ίδιος ονομάζει, «της ιστορίας από τα κάτω, της ιστορίας των κοινών ανθρώπων», του Eric Hobsbawm: «Οι περισσότερες πηγές της ιστορίας των κοινών ανθρώπων αναγνωρίστηκαν ως πηγές επειδή κάποιος έθεσε ένα ερώτημα και μετά έψαξε απεγνωσμένα ολόγυρα να βρει έναν τρόπο – οποιονδήποτε τρόπο – να απαντήσει σ’ αυτό».

 

Αυτή η ίδια διάθεση διαπερνά, όπως ήδη τόνισα, τη σημερινή κατάθεση του συγγραφέα που μαζί με τα δυο προηγούμενα έργα αποτελούν σημαντικές προσπάθειες εμπλουτισμού της τοπικής ιστοριογραφίας. Η λογική του Γ. Ρούβαλη, η τεχνική του επίσης, είναι μια λογική περιδιάβασης. Και το θετικό της λογικής αυτής είναι η αποτύπωση χώρων και προσώπων με περισσότερο βιωματικό τρόπο, ξετυλίγοντας την ιστορική μνήμη ή, άλλοτε, καταγράφοντας το λόγο, το ζωντανό λόγο και τις συμπεριφορές.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Ξεκινώντας και στα δυο βιβλία από τα προσωπικά του βιώματα, το ίδιο του το σπίτι και την οικογένεια, ανοίγεται σε ένα χώρο και τους ανθρώπους που τον προσδιορίζουν. Ας μου επιτραπεί να επαναλάβω κάτι που έγραψα για το «Σπηλιάδου 1», λέγοντας πως αυτού του είδους η εκκίνηση μπορεί να φαντάζει εγωκεντρική, πιστεύω όμως πως το άνοιγμα ενός ιδιωτικού χώρου στην κοινή θέα, δηλώνει την ακριβώς αντίθετη εκτίμηση του εγωκεντρισμού. Με άλλα λόγια καταργώντας το απροσπέλαστο του ιδιωτικού χώρου, τον παρουσιάζει στο φως της μέρας και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του πέτρινου σπιτιού της Σπηλιάδου 1, μας βγάζει έξω στην άπλα της πόλης, στους δρόμους της, τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την ιστορία της, στις γειτονιές της.

Ίσως ο αναγνώστης διαβάζοντας την εισαγωγή του Luis Gonzalez να βρει τις απαραίτητες συνάφειες στα λόγια ενός άλλου μικροϊστορικού του Δον Ραφαέλ Μοντεχάνο: «Οι ιστορικοί της επαρχίας (που ασχολούνται με τις τοπικές ιστορίες) είμαστε ερημίτες κλεισμένοι σε μια πολύ σκληρή προβληματική… Σ’ εμάς επαληθεύεται αυτό που τραγούδησε ο Ματσάδο: Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον κάνεις περπατώντας».

Στον δρόμο αυτό συναντιούνται πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι και ξενοτοπίτες, άνθρωποι που έφτασαν εκεί από καινούριο ξεριζωμό και άλλοι που αναζήτησαν μια νέα μικρή πατρίδα. Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει στο πρόσωπο, καταγράφει τα στοιχεία της κοινωνικής του τροχιάς και ακολουθεί τα βήματά του στο Μεγάλο Δρόμο, στην Πρόνοια και στον Συνοικισμό, στο Νέο Βυζάντιο και σήμερα στον Ψαρομαχαλά.

Η ανασκαφή που επιχειρεί φέρνει ανάκατα ευρήματα που τα ταξινομεί στη λογική της ιστορίας ενός κοινού ανθρώπου που μνημονεύει. Ναι, δεν είναι παράξενο ούτε περίεργο να πει κανείς πως οι καταγραφές αυτού του είδους είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα μνημόσυνο για όσους έφτιαξαν την ιστορία της γειτονιάς και σήμερα δεν υπάρχουν. Στη μαστοριά αυτή στηρίζεται και η όποια ταυτότητα συντηρείται στους κατοίκους της περιοχής ακόμα και σήμερα. Η μνήμη είναι παρούσα και η ανάμνηση απλά της παρέχει παραδείγματα μίας προηγούμενης φάσης. «Θυμάμαι άλλες οικογένειες…». «Οι ψαρομαχαλιώτες ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους, είναι η παλιότερη γειτονιά, οι κάτοικοί του είναι «πολεμική φυλή», σημειώνεται για να τονιστεί ο θαρραλέος αγώνας των κατοίκων για την επιβίωση.

Ο συγγραφέας βρίσκει στα δρομάκια, στα σπίτια, στην Αγ. Σοφία, στη Λάκα και στα μαγαζάκια της περιοχής τούς ανθρώπους του Ψαρομαχαλά και τους δίνει το λόγο. Ζητά από τους πιτσιρικάδες να ξαναρχίσουν τον πετροπόλεμό τους ή κρυφά και συνωμοτικά να κλέψουν τις βάρκες των γονιών τους και να κάνουν ξαφνική απόβαση στο πίσω μέρος της Πρόνοιας για να «χτυπήσουν» τον τοπικό νεανικό στρατό.

Από το Μεντρεσέ ή φυλακές Λεονάρδου καθώς πλένει στη σκάφη μια γλυκιά γυναικεία φωνή στέλνει τραγουδιστά τους στίχους αυτούς του Θεόδωρου Κωστούρου στις ψαρομαχαλιώτισσες:

 

Τα παράθυρα πλουμιστά

Με ντάλιες κι αρμπαρόριζες

Και τα γεράνια τουφωτά

Να στέκουν μες τη γλάστρα

Κι αν θα περνούσες δειλινό

Πίσω τους θα ξεχώριζες

Να τα ποτίζει αργά-αργά

Μια κόρη ξελογιάστρα.

 

Και πάλι καθώς το φως της μέρας σιγόσβηνε, άρχισε να γεμίζει το ταβερνάκι του Μπλατσάρα, από όσους ήθελαν να πιουν το κάματό τους μέχρις εκείνη την ονειρική στιγμή που θα το τραγουδούσαν μαζί με τις μελαγχολικές πενιές και τα ταξίμια του Βασίλη Βασιλείου:

 

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Γιάλα, γιάλα

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μού ειπανε πως τοηυρε μια νοικοκυρά

Δος μου το μαντήλι φως μου! Κράτα τα φλουριά.

 

Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει μόνιμα, όπως και στα δυο προηγούμενα, στο πρόσωπο και το αφήνει να διηγηθεί την ιστορία του που είναι και ιστορία της γειτονιάς, που είναι και ιστορία της πόλης. Η Ελένη Κοββατζή, η Μαρίκα Βασιλείου, ο τεχνίτης Γιώργης Δρυμούρας, ο εστιάτορας Τσαουσόπουλος, ο Θύμιος Ρούσσος και πολλοί άλλοι από όσους περπάτησαν στα δρομάκια του ψαρομαχαλά και της πόλης. Δεν θα παρουσιάσω αυτά που λένε καθώς οι ίδιοι εδώ, σήμερα, θα μας μιλήσουν για τη συνοικία και τη ζωή τους. Όμως, η προσωπογράφηση του χώρου δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στην ίδια την έρευνα καθώς μια σειρά από χαρακτηριστικά αναδύονται: επαγγελματικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με τη φωνή, το σώμα και το πρόσωπο, την ομορφιά, τη σπιρτάδα, τη φωνή και πολλά άλλα που υπενθυμίζουν, έμμεσα μερικές φορές, τους κανόνες με τους οποίους ορίζεται η κοινωνική συμβίωση από χρόνο σε χρόνο, από περιοχή σε περιοχή και από ομάδα σε ομάδα. «Στο καφενεία του Μπουρμά στην Πρόνοια», λέει ο Θύμιος Ρούσσος, «μάθαμε να χορεύουμε τανγκό, άντρας με άντρα» ή ακόμα για κάποιον πατέρα που ήταν «πολύ αυστηρός και κάποτε δεν επέτρεψε στην κόρη του να πάει μια βόλτα στο Άργος, ούτε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο».

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις αλληλεγγύης που συνδέουν τους κατοίκους, τυπικό γνώρισμα των πολύ μικρών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνων που είναι περιορισμένες στο χώρο, αποτελούν κι εδώ ένα σημαντικό μηχανισμό διατήρησης μιας ταυτότητας ακόμα και στην περίπτωση όπου εξωγενείς παράγοντες αλλοιώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς και την τυπική καθημερινότητα. Ο τουρισμός, για παράδειγμα, θα είναι εκείνος που θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις νοοτροπίες αλλά και στους τρόπους ζωής, χωρίς αυτό να είναι πάντα απαραιτήτως καλό. Αντίθετα επέτρεψε ίσως, στην περίπτωση αυτή, να διατηρηθεί το αρχιτεκτονικό χρώμα και ο καθημερινός ρυθμός ζωής της περιοχής και κυρίως έδωσε τη δυνατότητα της παραμονής στο χώρο αποτρέποντας τη φυγή και την ερημοποίηση.

 

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα  πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

 

Θέλω τέλος να αναφερθώ συνοπτικά, σε μια άλλη διαφορετική όσο και συμπληρωματική ματιά στο χώρο που καταγράφεται από τους ανθρώπους ενός εγγράμματου συναισθηματισμού. Είτε με ποίηση είτε με πεζό λόγο, ο Αντώνης Λεκόπουλος ή Αναπλιώτης, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Αλέκος Μουτζουρίδης, ο Νίκος Καρούζος, ο Τάκης Φρεδιανός, ο Άγγελος Χαδιαράκος και η Τερέζα Ρούβαλη, αντιμετώπισαν τον ψαρομαχαλά με το λυρισμό του ανθρώπου που βλέπει πίσω από την καθημερινότητα, που αποστασιοποιείται από αυτήν ή ακόμα την καταγράφει σβήνοντας τις μελανιές και τις διάφορες μουτζούρες και αφήνοντας την καλλιγραφία να καταγράψει πρόσωπα και χώρο σε προτρέπει, όπως ο Θόδωρος Κωστούρος, να δεις μ’ αυτή τη ματιά τον ψαρομαχαλά.

 

«Να πάς! Εδώ πάνω κατοικεί, χρόνια τώρα, ακέρηα κι αφτιασίδωτη, η Αναπλιώτικη ψυχή. Είναι ο μαχαλάς των ανθρώπων της θάλασσας. Των απλών ανθρώπων με το γαλάζιο βλέμμα, το ξάστερο πούχει την ασπράδα των γλάρων. Η θάλασσα είναι το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Η παντοχή τους και η μοίρα τους».

 

Νομίζω πως ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο αυτό, όπως και το προηγούμενο θα πρέπει ν’ αφεθεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής, που μερικώς είναι αυτή του συγγραφέα, και να γνωρίσει ή να αναγνωρίσει στο σήμερα τα πρόσωπα του τότε (όχι και τόσο μακρινού) και να ψηλαφίσει τα χνάρια που άφησαν στους χώρους, δημόσιους και μη, της πόλης του Ναυπλίου.

Από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, θα ανταμειφθεί με ένα πλήθος πληροφοριών για το Ναύπλιο και τους ανθρώπους του και σίγουρα θα αναγνωρίσει στις σελίδες αυτές παρόμοιες εικόνες βγαλμένες από τα δικά του βιώματα. Σίγουρα θα έχει μπροστά του ένα καλό φωτογραφικό υλικό, που θα τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τί συνέβη στο βράχο, πόσες ψυχές ντόπιες και ξένες στριμώχτηκαν στα μικρά του πλατέματα και πώς σώθηκε αυτός ο χώρος για να τις μνημονεύει στο πέρασμα του χρόνου, στα σοκάκια του, στους τοίχους των σπιτιών του, στις πύλες των μνημείων του, στις μπουκαμβίλιες των κήπων του.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω και πάλι τη σημασία που έχει για την τοπική και εθνική βιβλιογραφία αυτός ο πλούτος αργολικών εκδόσεων που συγκρατούν το χρόνο όχι απλά για να μελαγχολήσουν οι «ώριμοι», αλλά για να τον κάνουν αναγνωρίσιμο χρόνο σε όλους, μέρος μιας ταυτότητας που την κατασκευάζουμε συνειδητά για να μας ορίζει, να μας προσδιορίζει και να μας δίνει πάντα τη δυνατότητα να την κατασκευάζουμε και να την αλλάζουμε ανάλογα με την αυτοσυνείδητη πορεία μας στο χρόνο.

 

Κι’ όγιος μπορεί και δύνεται,

(Γεννιέται αυτό, δε γίνεται),

Νοιώθει· πονεί· γλεντάει…

 

Read Full Post »

Η πρόσληψη της αρχαιότητας ως μέσον προβολής του οίκου των Wittelsbacher: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Κοντά στον τόπο αποβίβασης του Όθωνα, στον πρώτο οργανωμένο προσφυγικό οικισμό της χώρας, την Πρόνοια του Ναυπλίου, σμίλευσε ο Βαυαρός γλύπτης Christian Siegel ένα μνημείο στον βράχο, εις μνήμην των Βαυαρών στρατιωτών που απεβίωσαν από τύφο στην περιοχή, κατά τα έτη 1833-34. Το μνημείο, σε μορφή θνήσκοντος λέοντος, φιλοτεχνήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, κατόπιν παραγγελίας του Λουδοβίκου Α’, ο οποίος ανέλαβε και τη δαπάνη του (1840- 41). Ο λέων των Βαυαρών είναι σχεδόν πιστό αντίγραφο του λιονταριού που σχεδίασε ο διαπρεπής Δανός γλύπτης του κλασικισμού, Bertel Thorvaldsen, εις μνήμην των πεσόντων Ελβετών στις Tuillerie και κατασκεύασε ο Lucas Ahorn το 1820/21 στην Λουκέρνη. Η σύνθεση όμως του Thorvaldsen στηρίζεται σε ένα αρχαίο πρότυπο, που έφερε στο φως στην Κέα ο Charles Robert Cockerell. Πρόκειται για τον μνημειώδη λέοντα της Ιουλίδας της Κέας, λαξευμένο επίσης στον φυσικό βράχο, τον πρωιμότερο από τους αρχαϊκούς λέοντες των Κυκλάδων (α’ μισό 6ου αι. π.Χ.). Ο αποθνήσκων λέων του Sie­gel στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου επαναλαμβάνει σχεδόν πιστά το μοτίβο του αρχαϊκού λιονταριού της Κέας, συμβολίζοντας προφανώς τον αιώνιο θάνατο των εκλιπόντων Βαυαρών. Έτσι επιστρέφει ένα αρχαίο μοτίβο ως καλλιτεχνικό αντιδάνειο μέσω του ευρωπαϊκού κλασικισμού και πάλι στον τόπο της καταγωγής του.

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

 

Με αφορμή την ανάθεση του λέοντος των Βαυαρών από τον Λουδοβίκο Α’ στην Πρόνοια του Ναυπλίου, θα εξετάσουμε τον ρόλο που έπαιξε η πρόσληψη της αρχαιότητας, όπως μαρτυρούν τα τρία μνημεία που στήθηκαν σε ανάμνηση του αποχαιρετισμού του από την πατρίδα του, τη Βαυαρία (κίονας του Όθωνα στο Ottobrunn του Μονάχου, μνημείο της Θηρεσίας στο Bad Aibling της Βαυαρίας και παρεκκλήσι του Όθωνα στο Kiefersfelden, κοντά στα σύνορα της Βαυαρίας με την Αυστρία) και στο Ναύπλιο (Μνημείο των Φιλελλήνων), ως μέσον προβολής του νεοσυσταθέντος οίκου των Wittelsbacher (1806).

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου

 

Read Full Post »

Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου


Ιστορικό

19ος αιώνας

1. Οι Δικηγόροι στη Ναυπλιακή Επανάσταση

Οι πρώτοι δικηγόροι στο Ναύπλιο μετά την Απελευθέρωση είχαν σπουδάσει κυρίως στο εξωτερικό. Μετά τη δημιουργία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου το 1837, άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτοι πτυχιούχοι του.

 

Κύκλος της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τάσου Γούναρη, του Ανωνύμου Ναυπλιέως κ.α. τουλάχιστον τέσσερις δικηγόροι και δύο δικαστές συμμετείχαν στον κύκλο (σαλόνι) της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, ο οποίος προετοίμασε την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 και  επέφερε την πτώση του Όθωνα. Αυτοί είναι οι εξής: Γ. Πετιμεζάς, Κων. Μαυρομιχάλης (δικαστές), Γ. Αντωνόπουλος, Γρηγ. Δημητριάδης, Κων. Δ. Ευθυμιόπουλος, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος, Κων. Πετσάλης, ίσως Θεόδ. Φλογαΐτης (με πιθανή συνεργασία της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στον Συνταγματικό Έλληνα, εφημερίδα της Ναυπλιακής επανάστασης με κύριο συντάκτη το Φλογαΐτη, φοιτητή της Νομικής).

 

Οι  δικηγόροι στη ναυπλιακή κοινωνία

 

Το Ναύπλιο ήταν τον 19ο αιώνα και μέρος του 20ου αιώνα η σημαντικότερη έδρα δικαστηρίων μετά την Αθήνα, κι εκ του γεγονότος ότι υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα της χώρας. Τα δικαστήρια που υπήρχαν ήταν Εφετείο, Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο, καθώς και Εμποροδικείο μέχρι την κατάργηση του θεσμού το 1887. Επίσης έδρευε εκεί ένα από τα τρία πρώτα δικαστήρια του 1833, εγκατεστημένο στο Βουλευτικό. Το Εφετείο αρχικά είχε την έδρα του στην Τρίπολη, απ’ όπου μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο το 1836. Το Εφετείο Ναυπλίου κάλυπτε σχεδόν τα 2/3 της Πελοποννήσου πλην Αχαΐας και Ηλείας. Τα δικαστήρια συνεδρίαζαν σε διάφορα κτίρια διάσπαρτα στην πόλη, μέχρι της ανέγερσης του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που πέθανε το 1899, ανεγέρθη από τον Ναυπλιέα μηχανικό Αναστάσιο Σταματιάδη ένα μεγαλοπρεπές κτίριο, εκτός των τειχών, εκεί που αργότερα διαμορφώθηκε η πλατεία με τον ανδριάντα του Καποδίστρια. Το επιβλητικό αυτό κτίριο είχε για χρόνια προβλήματα θεμελίωσης και το χτίσιμό του κράτησε από το 1903 έως το 1910, που εγκαινιάστηκε. Τότε θεωρήθηκε ως «το μοναδικό εν Ελλάδι δια τον επιβάλλοντα όγκον και την πολυτέλειαν οικοδόμημα εν ω στεγάζεται η δικαιοσύνη».

Στα εγκαίνια, με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Γ. Νέζου, παρέστησαν όλοι οι δικαστές, δικηγόροι, οι αρχές της πόλης και πλήθος κόσμου. Ομίλησε ο διαπρεπής νομικός και ιστορικός συγγραφέας Δημήτριος Βαρδουνιώτης από το Άργος, που άρχισε ως εξής «Η ημέρα αυτή θα μείνει αλησμόνητος για την πόλη του Ναυπλίου και ιστορική. Διότι η τελετή ην σήμερον τελούμεν είναι εκτάκτως χαρμόσυνος και μεγάλης εννοίας… Η βασίλισσα της εορτής είναι η δικαιοσύνη, ήτις είναι αξία παντός ύμνου και πάσης τιμής». Και συνεχίζει ο Βαρδουνιώτης αναφέροντας τις «θείες τιμές προς την Θέμιδα» στην Αρχαία Ελλάδα με αγάλματα και βωμούς, όπως π.χ. εκείνον που αναφέρει ο Παυσανίας στην Αθήνα, όπου υπήρχε επίσης ναός και άγαλμά της. Συνεχίζοντας ο Βαρδουνιώτης κάνει μνεία του μεγαλοπρεπούς Δικαστικού Μεγάρου των Παρισίων, του Λονδίνου και ιδίως εκείνου των Βρυξελλών.[1]

Στους χώρους του  νέου κτιρίου εγκαταστάθηκαν το Πταισματοδικείο, το Ειρηνοδικείο, η Εισαγγελία Πρωτοδικών, το Πρωτοδικείο, η Εισαγγελία Εφετών, το Εφετείο, τα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου (όπου βρίσκονται και σήμερα), το Υποθηκοφυλακείο κι ένα από τα συμβολαιογραφεία του Ναυπλίου. Αργότερα εγκαταστάθηκε και άλλο Συμβολαιογραφείο, του Κ. Φούτη και επρόκειτο να μεταφερθούν κι εκείνα των Χρ. Αναγνωστόπουλου και Π. Περράκη.[2] Μια μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψη του κτιρίου λέει «Ωκωδόμηται δαπάναις του μεγάλου ευεργέτου της Ελλάδος Ανδρέου Συγγρού. Εργολαβία Α. Σταματιάδου», ενώ η άλλη πλάκα έχει την επιγραφή «Δικαστικόν Μέγαρον».[3]

Διάφορες μετατροπές έγιναν αργότερα, π.χ. εγκατάσταση καλοριφέρ, μετά αιρ κοντίσιον, κλπ. Η πιο σημαντική έγινε το 1961, όταν αφαιρέθηκαν οι μαλτεζόπλακες της οροφής που  είχαν μεγάλο βάρος. Τότε έγινε κι ένα ατύχημα, που κόστισε τη ζωή ενός εργάτη.

 

Φυλακές και θανατική ποινή

 

Το Ναύπλιο υπήρξε επίσης σημαντική  έδρα φυλακών. Καταρχήν δημιουργήθηκε από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης η Γεωργική Φυλακή Τίρυνθος, που υπάρχει ακόμα. Επίσης, λειτούργησαν ως φυλακές το Παλαμήδι (όπου φυλακίστηκε για ένα χρόνο και ο Κολοκοτρώνης) και η Ακροναυπλία, όπου χτίστηκε μεγάλο κτίριο φυλακών επί Καποδίστρια, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1971.

Οι φυλακές του Παλαμηδίου καταργήθηκαν το 1927 (σύμφωνα με τα διασωθέντα αρχεία τους, ή το 1923 σύμφωνα με άλλες πηγές). Εκεί βρίσκονταν πολλοί θανατοποινίτες και εκεί γίνονταν οι εκτελέσεις δια της λαιμητόμου, την οποία είχε κάψει σε επίσημη τελετή η Ναυπλιακή Επανάσταση, αλλά αργότερα επανεφέρθη. Ακόμα, στο νησάκι και ενετικό φρούριο  Μπούρτζι ζούσαν οι δήμιοι από το 1833, συνήθως παλιοί θανατοποινίτες, στους οποίους είχε χαριστεί η ποινή. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ, Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγω ληστειών. Ο πληθυσμός της πόλης απεχθανόταν αυτούς τους δημίους και εξεδήλωνε συχνά τα αισθήματά του εναντίον τους. Οι δήμιοι αποδοκιμάζονταν και λιθοβολούνταν από το πλήθος και όταν ένας Αλβανός κι ένας Αλγερινός δήμιος θέλησαν να εγκαταλείψουν την πόλη, μετά από «ευδόκιμη» υπηρεσία οκτώ ετών,  δολοφονήθηκαν χωρίς κανείς να αγγίξει τα χρήματά τους και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στη θάλασσα. Ο Λαμπρυνίδης αναφέρει ότι στα περίπου 40 χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Επίσης ως φυλακές χρησιμοποιήθηκε και η Ακροναυπλία, η οποία ήταν εξ ολοκλήρου στρατιωτική βάση με διάφορα κτίρια από το 1834. Κατόπιν, τη δεκαετία του 1930, η φυλακή αυτή έγινε αποκλειστικά για τους πολιτικούς κρατουμένους (κυρίως Κομμουνιστές), αλλά και βενιζελικούς αξιωματικούς μετά το κίνημα του 1935. Σε άρθρο του στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Μαΐου – Οκτωβρίου 2010, ο Μπάμπης Αντωνιάδης παρουσιάζει ένα λεπτομερές χρονικό των διαφόρων φυλακών του Ναυπλίου.

 Σε σχετικό άρθρο του στο περιοδικό «Εστία» του 1892, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας περιγράφει στις αρχές του 20ου αιώνα την επίσκεψή του στο Παλαμήδι και συνομιλία του με καταδίκους, καθώς και στο Μπούρτζι με τον δήμιο. Ο συγγραφέας, που ήταν και στρατιωτικός γιατρός, συγκλονίζεται από τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης που αντιμετώπισε.

Πάντως, σύμφωνα με τη μελέτη του δικηγόρου και ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου εκτελέστηκαν ελάχιστες θανατικές ποινές, 3 φορές μόνο κατά τους τελευταίους μήνες του 1830 στην Σκόπελο, την Καλαμάτα και τα Σάλωνα (εκτελέσεις δια πυροβολισμού). Η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά, διότι ο Καποδίστριας συστηματικά  μετέτρεπε τις θανατικές καταδίκες. Κατά την μετέπειτα περίοδο, στις αρχές του 20ου αιώνα και με την έλευση του Όθωνα καθιερώθηκε η λαιμοτόμος. Το Ναύπλιο υπήρξε για μεγάλη περίοδο αποκλειστικός τόπος εκτελέσεως της χώρας και οι Μπω – Μποβύ και Μπουασονά αναφέρουν στο έργο τους του 1920 ότι κατά μέσο όρο γίνονταν 25 αποκεφαλισμοί κατ’ έτος.

Στην εφημερίδα «Σωτήρ» των αρχών του 1835 βρίσκεται πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Κατάργηση της ποινής του θανάτου» και θέμα σχετική πρόταση Βέλγου βουλευτή που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Η εφημερίδα αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου. Την ίδια καταδίκη  είχε δημοσιεύσει στην εφημερίδα «Αργολίς» ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης (1871).[4]

 

Οι δικηγόροι

 

Οι δικηγόροι υπήρξαν ανέκαθεν ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό στρώμα στην αστική κοινωνία της πόλης, ανήκαν δηλαδή μαζί με τους δικαστικούς, στρατιωτικούς και ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους στην ελίτ της περιοχής. Έχαιραν μεγάλου σεβασμού κι εκτίμησης από την κοινωνία και φυσικά τους πελάτες τους και ήταν πολυπληθέστατοι σε σύγκριση με τον σχετικά μικρό πληθυσμό της πόλης. Για παράδειγμα, το Ναύπλιο με πληθυσμό 4.600 κατοίκους το 1879 είχε 64 δικηγόρους και 2 ακόμα στην υπόλοιπη επαρχία, ενώ το 1889 με πληθυσμό 5.500 κατοίκους αναφέρονται σε στατιστική του νομικού περιοδικού Θέμις 108, ενώ ο δικηγόρος-συντάκτης της τοπικής εφημερίδας Αργολίς περιορίζει τον αριθμό τους σε 65, οι οποίοι τελικά καταγράφονται και στον «Εμπορικό Οδηγό» το 1892.

Ας δούμε ορισμένες σκέψεις του Θεόδωρου Φλογαϊτη, δικηγόρου, υφηγητή Συνταγματικού Δικαίου και έγκριτου συγγραφέα πολλών νομικών βιβλίων, για τις αρχές λειτουργίας της Δικαιοσύνης και το επάγγελμα του δικηγόρου. Σε κείμενο του 1872 ο Φλογαΐτης παραθέτει εύστοχες και πρωτοποριακές σκέψεις που υιοθετήθηκαν από την πολιτεία πολλές δεκαετίες αργότερα. Για παράδειγμα,  προτείνει: α) Καθιέρωση διαγωνισμού ενώπιων ειδικής εξεταστικής ανεξάρτητης επιτροπής για την πρόσληψη των δικαστικών λειτουργών, β) μεταθέσεις δικαστών να επιτρέπονται μόνο κατόπιν γνωμοδότησης τους οικείου δικηγορικού συλλόγου, γ) να εξασφαλιστεί η μονιμότητα των ειρηνοδικών και η βαθμολογική και μισθολογική εξίσωση τους με τους πρωτοδίκες, δ) να καθιερωθεί η μονιμότητα των εισαγγελέων και να επισπευστεί η προδικαστική διαδικασία.

 Ως προς τους δικηγόρους, δεδομένου του ότι δεν υπήρχαν τότε στην Ελλάδα δικηγορικοί σύλλογοι,  ο Φλογαΐτης προτείνει να υποχρεωθούν οι δικηγόροι στη σύστασή τους, εκλέγοντας κάθε χρόνο πρόεδρο και γραμματέα, αφού έτσι, με την επιτήρηση δηλαδή των δικαστικών λειτουργών, θα λειτουργήσει αρτιότερα η δικαστική υπηρεσία. Ακόμα προτείνει να πάψουν οι δικηγόροι να υπάγονται στην δικαιοδοσία των εισαγγελέων και των δικαστών, ενώ ακολούθως εξετάζει (ήδη από τότε) το ζήτημα του πληθωρισμού των δικηγορών. Για εκείνον, ο πολλαπλασιασμός των δικηγόρων, εξευτελίζει το «μέγα επάγγελμα του δικηγόρου και γίνεται παραίτιος ου μόνον επιζημίων και παρατεταμένων δικών αλλά και κοινωνικής διαφθοράς». Προτείνει επομένως ο μεν αριθμός των δικηγορών να οριστεί νομοθετικώς κατά αναλογίαν προς τον πληθυσμό κάθε περιφέρειας Πρωτοδικείου, η δε πειθαρχική εξουσία να ανατεθεί, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, σε πειθαρχικό συμβούλιο που θα εκλέγεται από τον ίδιο τον δικηγορικό σύλλογο.[5]

Οι δικηγόροι  του Ναυπλίου ήταν πολύ δραστήριοι σε διάφορες εθνικές και κοινωνικές υποθέσεις, εκδίδοντας ανακοινώσεις, οργανώνοντας εράνους (π.χ. το 1866 όταν προσέφεραν 6.000 δραχμές για τον εθνικό στόλο), εκφράζοντας συγχαρητήρια σε νέους συναδέλφους ή δικαστές για την προαγωγή τους και διαμαρτυρόμενοι για ελλείψεις οργάνωσης της δικαιοσύνης.[6] Εξάλλου, επειδή η καθημερινή τους ενασχόληση με μια από τις εξουσίες, τη δικαστική, τους διευκόλυνε το δρόμο, έτσι, συχνά οι δικηγόροι περνούσαν  στο να ασχοληθούν και με τις δύο άλλες εξουσίες, αναλαμβάνοντας συχνά  βουλευτές, υπουργοί, η Δήμαρχοι Ναυπλιέων. Ακόμα, όπως είδαμε και παραπάνω, όταν το σύνολο των εξουσιών έπασχε, όπως στη σαθρή και αντιδημοκρατική βασιλεία του Όθωνος, οι δικηγόροι δεν δίστασαν να την ανατρέψουν ακόμα και παίρνοντας τα όπλα. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1875 οι δικηγόροι δημοσιεύουν δήλωση που καταδικάζει την παραβίαση του Συντάγματος με 22 υπογραφές.

Επίσης, το 1909 οι δικηγόροι Ναυπλίου διενεργούν έρανο υπέρ των σεισμοπαθών της Ιταλίας (στη Μεσσήνη), χρήματα που συγκέντρωσε ο Γ. Μουτζουρίδης.[7] Ακόμα, το 1910 γίνεται συλλαλητήριο στο Ναύπλιο για τη διατήρηση στην πόλη του Οπλοστασίου του Στρατού, το οποίο υπήρχε σχέδιο να μεταφερθεί στην Αθήνα. Από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Ερμής» το πλήθος άκουσε ομιλία του δικηγόρου Ηλία Παπαηλιού, ενώ νωρίτερα επιτροπή δικηγόρων είχε  κλείσει τα καταστήματα.[8]

 

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στο Κεφαλάρι Άργους, 10-6-1956.

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στο Κεφαλάρι Άργους, 10-6-1956.

 

 Ίδρυση Συλλόγου

 

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου ιδρύεται τον Φεβρουάριο του 1884 με πρόσκληση των δύο πρεσβυτέρων δικηγόρων της πόλης, του Κωνσταντίνου Φαρμακόπουλου και του Σπυρίδωνα Βελλίνη. Μια πενταμελής επιτροπή ανέλαβε τη σύνταξη του καταστατικού. Την απάρτιζαν ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος, Βουλευτής και γαμπρός του Θεόδωρου Δηληγιάννη, ο Σπυρίδων Βελλίνης, ο Ιωάννης Πολίτης (αργότερα Πρόεδρος), ο Υπάτιος Αυγερινός και ο Σωτήριος Μάρκελλος. Στις αρχαιρεσίες εξελέγη Πρόεδρος ο αρχαιότερος Υπάτιος Αυγερινός, Αντιπρόεδρος ο Σπυρίδων Βελλίνης και Γενικός Γραμματέας ο Σπυρίδων Γιαννόπουλος, ο μετέπειτα εκδότης της Δικαστικής Εφημερίδος Ναυπλίου.

Εκτός από τα επιστημονικά θέματα, ο Σύλλογος ανέπτυξε κοινωνική και πολιτική δράση. Η πρώτη του εκδήλωση λίγες μέρες μόνο μετά την ίδρυσή του ήταν μια λαμπαδηφορία για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Ένα χρόνο αργότερα τα μέλη του Συλλόγου θα παρελάσουν πάλι στον Μεγάλο Δρόμο κατά την κηδεία του Βουλευτή και πρώην Δημάρχου, πρωτεργάτη της Ναυπλιακής Επανάστασης και δικηγόρου, Κωνσταντίνου Ευθυμιόπουλου, κρατώντας τις ταινίες του φερέτρου. Με ψήφισμά του το 1888 ο Σύλλογος υπερασπίστηκε ένα γνωστό δικηγόρο, τον συντάκτη της τοπικής εφημερίδας Αργολίς, Γεώργιο Μουτζουρίδη, στον οποίον  φέρθηκε απρεπώς ένας δικαστής. Εξάλλου το 1886 ο Σύλλογος εκδίδει ψήφισμα, με το οποίο εκφράζει τη λύπη του για τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων έναντι της Ελλάδος και τάσσεται ενθουσιωδώς υπέρ της εξακολούθησης των εθνικών αγώνων. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τάσσεται υπέρ της ένωσης της Κρήτης, στις αρχές του 1897, λίγο πριν την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου.

Το 1890, όταν ο δεύτερος Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε διαλυθεί, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου οργανώνει με επιτυχία συμπόσιο, πράγμα που προξένησε έντονα αισθήματα ζήλιας στους Αθηναίους δικηγόρους. Τέλος, στις 11 Απριλίου 1896, ημέρα της κηδείας του Χαριλάου Τρικούπη, ο οποίος ως γνωστόν είχε γεννηθεί στο Ναύπλιο, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου ζήτησε από το Εφετείο να μην συνεδριάσει κατά τη μέρα εκείνη, για να τιμηθεί η μνήμη του μεγάλου πολιτικού. Η εφημερίς Το Άστυ σχολιάζει ευμενώς την είδηση αυτή, που ο Σύλλογος ανακοίνωσε και στη  Σοφία Τρικούπη με συλλυπητήριο τηλεγράφημα. Σεβόμενος όμως την επιθυμία του Τρικούπη δεν κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του, όπως έκανε εννέα χρόνια αργότερα, το 1905, στο θάνατο του Θεόδωρου Δηληγιάννη.[9]

 

Δικαστικές και νομικές εφημερίδες και περιοδικά

 

Οι περισσότερες εφημερίδες του Ναυπλίου, εκτός από πολιτικά και κοινωνικά σχόλια, δημοσίευαν επίσης και δικαστικές αποφάσεις, στις τελευταίες σελίδες τους. Σε πολλές, τούτη η δικαστική ιδιότητα εμφανίζεται και στον τίτλο: π.χ. Το Σύνταγμα ήταν «Εφημερίς πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων». Το ίδιο η Αργολική ήταν «Εφημερίς πολιτική, δικαστική και κοινωνική».

 

Συνταγματικός Έλλην, 5-2-1862

Συνταγματικός Έλλην, 5-2-1862

 

 

Σύνταγμα, 28-4-1913

Σύνταγμα, 28-4-1913

 

Αλλά κυκλοφόρησαν και ειδικές δικαστικές εφημερίδες, όπως η Δικαστική Εφημερίς με διευθυντή τον δικηγόρο και Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Σπυρίδωνα Γιαννόπουλο, από τα τέλη του 19ου αιώνα και για αρκετά χρόνια στις αρχές του 20ου. Για παράδειγμα, στο τεύχος της 23ης Απριλίου 1901 (έτος Ζ’, αρ. 23) δημοσιεύεται μια εκτενής αναφορά, με παράθεση των επισήμων εγγράφων, της πολύκροτης δίκης του Κολοκοτρώνη, με προφανή πρόθεση του διευθυντού να παραμείνει στη μνήμη των δικηγόρων και της κοινωνίας η δίκη (και αδικία!) αυτή. Ας προσθέσουμε ότι,  τη δεκαετία του 1980-1990, με πρόταση του εισαγγελέως εφετών Γεώργιου Γιαννακόπουλου, φιλοτεχνήθηκαν και τοποθετήθηκαν στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου οι προτομές των Πολυζωίδη και Τερτσέτη, δικαστών που αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση. Τα εγκαίνια έγιναν το 1974 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τσάτσο.

 

Αργολική, 4-11-1910

Αργολική, 4-11-1910

 

 Επίσης, ο δικηγόρος Κων. Πετρίδης, που διετέλεσε για δέκα χρόνια περίπου Πρόεδρος του Συλλόγου, ήταν διευθυντής του νομικού περιοδικού «Γάιος». Ο Πετρίδης ήταν γιος άλλου δικηγόρου και είχε συμμετάσχει στην πολύκροτη «Δίκη του Ναυπλίου» ως υπερασπιστής του Δημητρίου Γλυνού και άλλων, καθηγητών του Παρθεναγωγείου Βόλου, που κατηγορήθηκαν ως «άθεοι» και δημοτικιστές. Τα πρακτικά της δίκης αυτής, που είχε συγκλονίσει την Ελλάδα, δημοσιεύτηκαν την επόμενη χρονιά (1914) με τον ομώνυμο τίτλο.

 

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

 

Δικηγόροι Ναυπλίου 1875

 

  • Αυγερινός Υπάτιος
  • Βαλής Αριστείδης
  • Βαρδουνιώτης Δημήτριος Κ.
  • Βελλίνης Γεώργιος
  • Βελλίνης Σπυρίδων Γ.
  • Βρονταμίτης Λεωνίδας
  • Γιαννόπουλος Ιωάννης Ν.
  • Γιαννόπουλος Σπυρίδων Ι.
  • Δαγρές Χρήστος Α.
  • Δημητριάδης Αναστάσιος
  • Δημητριάδης Γρηγόριος
  • Δημητριάδης Κωνστ.
  • Ευθυμιόπουλος Κωνστ. Δ.
  • Ευλάμπιος Γ.
  • Ζαβιτσάνος Ανάργυρος
  • Ζεγγίνης Κωνσταντίνος
  • Ζωγράφος Μιλτιάδης Γ.
  • Καλογερόπουλος Ν.
  • Καλούδης Ιω.
  • Καμαριώτης Δημήτριος
  • Καραμαδούκης Δημήτριος Ν.
  • Καράπαυλος Νικόλαος
  • Κατσάμπας Χρήστος Γ.
  • Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ.
  • Λογοθέτης Περικλής Ν.
  • Μαντζαγριώτης Χαρ.
  • Μάρκελλος Σωτήριος Χ.
  • Μαρκόπουλος Βασίλειος Χ.
  • Μελισόκας Ε.
  • Μητρομάρας Παναγιώτης Μ.
  • Νέζος Γεώργιος Α.
  • Νικολόπουλος Ιω.
  • Παπαδάκης Ι.
  • Παπαηλιού Χρ.
  • Παρασκευόπουλος Νικόλ.
  • Πετρίδης Ιωάννης
  • Πολίτης Ιωάννης
  • Πρωτόπαπας Επαμειν.
  • Ράγκος Μιλτιάδης Χ.
  • Σπυρόπουλος Λεωνίδας
  • Σταματιάδης Παναγ.
  • Στεφόπουλος Τιμολέων
  • Ταμιχζής Ιωάννης
  • Τολιόπουλος Τιμολέων Ι.
  • Φαρμακόπουλος Κωνστ.

 

Δικηγόροι Ναυπλίου 1892

 

  • Αγγελίδης Νικόλαος
  • Αναγνωστόπουλος Χρήστος
  • Βακόπουλος Ι.
  • Βρονταμίτης Λωνίδας
  • Γεωργαλάς Χρ.
  • Γεωργιάδης Μιχαήλ Α.
  • Γιαννόπουλος Ιωάννης Ν.
  • Γιαννόπουλος Σπυρίδων Ι.
  • Δατσέας Στ.
  • Δημητρακόπουλος Νικόλαος
  • Δημητριάδης Γεώργιος
  • Δημητριάδης Γρηγόριος
  • Δημητριάδης Δημήτριος Γ.
  • Δρούγας Βασίλειος Π.
  • Καζακόπουλος Αδάμ Χ.
  • Κακαβάς Αν.
  • Καλαντζής Κ.
  • Καμάρας Ι.
  • Καμαριώτης Δημήτριος
  • Καμαριώτης Ι.
  • Καραμαδούκης Δημήτριος Ν.
  • Καραμαδούκης Πέτρος Α.
  • Καράπαυλος Νικόλαος
  • Καρυάτης Βασίλειος Θ.
  • Κασιμάτης Γεώργιος Α.
  • Κόνδης Αδαμάντιος Γ.
  • Κοντολέων Αντ.
  • Κωνσταντόπουλος Ι.
  • Λεκόπουλος Κωνστ. Α.
  • Λελάκης Μιχαήλ Β.
  • Λιάτης Κωνσταντίνος Γ.
  • Λύγδας Γεώργιος Ν.
  • Λυκίδης Ι.
  • Μαντζαγριώτης Δ.
  • Μάρκελλος Σωτήριος Χ.
  • Μαύρος Γ.
  • Μελισσαρόπουλος Άγ. Γ.
  • Μελισσηνός Επαμει/δας Γ.
  • Μητρομάρας Παναγιώτης Μ.
  • Μουντζουρίδης Γεώργιος Ι.
  • Μπιβάρδος Αγαμέμνων
  • Νέζος Γεώργιος Α.
  • Ολύματος Εμμανουήλ Δ.
  • Ολύμπιος Σταμάτιος Π.
  • Παπαδάκης Ι.
  • Παπαηλιού Χρ.
  • Παπασπυρόπουλος Ηλίας Γ.
  • Πετρίδης Ιωάννης
  • Πετρουτζόπουλος Ιωάννης Τ.
  • Πιλαφιτζής Απόστολος Π.
  • Πολίτης Δημήτριος Ι.
  • Πολίτης Ιωάννης
  • Πολίτης Μιχαήλ Ι.
  • Πολυχρονιάδης Αντώνιος Ι.
  • Πουλάκος Σπ.
  • Προεστόπουλος Παναγ. Γ.
  • Σακελλαρίου Κωνστ. Α.
  • Σακελλαρίου Νικόλαος Γ.
  • Σακκορράφος Αντώνιος
  • Σιώκος Χρήστος Α.
  • Σταυρίδης Δημ.
  • Φαρμακίδης Επαμει/δας
  • Φαρμακόπουλος Γεώργιος Κ.
  • Φαρμακόπουλος Κωνστ.
  • Χαρμαντάς Θεόδωρος[10]

 

20ος αιώνας


 

Το Μητρώο του Συλλόγου που συμβουλεύτηκα,  αρχίζει από το 1905. Πιθανώς να υπήρξε και άλλο Μητρώο από της ιδρύσεως (1884) μέχρι τότε. Σήμερα (2013) ο Σύλλογος αριθμεί 243 μέλη. Ο αριθμός τους μειώθηκε από τα 264 τα προηγούμενα χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης, καθώς, εν μέρει, και της από δεκαετίας περίπου ίδρυσης νέου Εφετείου στην Καλαμάτα, που καλύπτει μέρος της παλαιότερης δικαιοδοσίας του Εφετείου Ναυπλίου. Οι περισσότεροι δικηγόροι του Συλλόγου εδρεύουν στο Ναύπλιο και λιγότεροι στο Άργος, το Κρανίδι (έδρα και του τελευταίου δικολάβου, του Ιω. Σιδέρη) και άλλες πόλεις. Μόνον  από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 εμφανίζονται και δικηγόροι γυναίκες, με βάση πάντα το Μητρώο. Μάλιστα πολλές από αυτές, λίγα χρόνια μετά το διορισμό τους ως δικηγόρου, παραιτούνται είτε για να μεταπηδήσουν στον δικαστικό κλάδο είτε για να γίνουν συμβολαιογράφοι. Διατηρείται η συνήθεια Πρόεδρος να εκλέγεται ο αρχαιότερος των μελών είτε ένας δικηγόρος Άργους για να μην υπάρχει αφορμή αναζωπύρωσης της παραδοσιακής αντιπαλότητας  Άργους – Ναυπλίου.

 

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στην Αγ. Μονή, 10-5-1915.

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στην Αγ. Μονή, 10-5-1915.

 

Κατά τη δεκαετία του ’30 και αργότερα, κυρίως υπό την Προεδρία του Σπυρίδωνος Γιαννόπουλου, υπήρξε και πρακτική ο εκλεγόμενος Πρόεδρος να παραιτείται από την εκδίκαση υποθέσεων, για να μην τρωθεί το κύρος του. Τούτο βέβαια προϋπέθετε μεγάλη προσωπική περιουσία του Προέδρου. Την ίδια πρακτική ακολούθησε και ο για εικοσαετία Δήμαρχος Ναυπλιέων, Δημήτρης Σαγιάς, καθώς και ορισμένοι δικηγόροι – πολιτικοί, έχοντας, πάντως,  κάποιο συνεργάτη δικηγόρο στο γραφείο τους. Επίσης τα ήθη ήταν τόσο αυστηρά και οι δικηγόροι υποχρεούντο σε απολύτως αξιοπρεπή στάση, ανάλογη των δικαστικών, τόσο που ο Σύλλογος τιμώρησε δικηγόρο διότι κυκλοφορούσε δημοσία με ένα δίχτυ με ψώνια…

Ακόμα υπήρχε το έθιμο, που έχει ατονήσει σήμερα, μιας κοινής συνεστίασης δικαστών – δικηγόρων με το τέλος του δικαστικού έτους κάθε Ιούνιο, κυρίως σε κάποιο εξοχικό κέντρο, π.χ. το Κεφαλάρι του Άργους ή το Κυβέρι. Υπάρχουν επίσης φωτογραφίες από εκδρομές των δικηγόρων και δικαστικών υπαλλήλων με τις συζύγους τους σε διάφορες τοποθεσίες της περιοχής, κυρίως για τον εορτασμό της ημέρας της Δικαιοσύνης (ημέρα εορτασμού του Διονυσίου Αρεοπαγίτου).

 

Φωτογραφία κατά την εποχή της επιθεωρήσεως, Νοέμβριος 1972. Από αριστερά: 1) Ευάγ. Καραμαγκιώλης, Εφέτης, 2) Γεώργιος Δημητριάδης, Αντεισαγγελέας εφετών, 3) Σπυρ. Δρομάζος, Εφέτης, 4) Ανδρέας Καβέτσος, Εφέτης, 5) Γεώργ. Καραμάνος, Επιθεωρητής, μετέπειτα Πρόεδρος Αρείου Πάγου, 6) Ιωάν. Χριστόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, 7) Γεώργιος Καραπιπέρης, Αντεισαγγελέας Εφετών, 8) Ξάνθιππος Ξανθόπουλος, Εφέτης, μετέπειτα Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου και 9) Σπύρος Καλλιαρέκος, Εφέτης. Επιμέλεια Χρ. Καραμάνου, Δικαστικού υπαλλήλου Εφετείου Ναυπλίου 1966-1991.

Φωτογραφία κατά την εποχή της επιθεωρήσεως, Νοέμβριος 1972. Από αριστερά: 1) Ευάγ. Καραμαγκιώλης, Εφέτης, 2) Γεώργιος Δημητριάδης, Αντεισαγγελέας εφετών, 3) Σπυρ. Δρομάζος, Εφέτης, 4) Ανδρέας Καβέτσος, Εφέτης, 5) Γεώργ. Καραμάνος, Επιθεωρητής, μετέπειτα Πρόεδρος Αρείου Πάγου, 6) Ιωάν. Χριστόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, 7) Γεώργιος Καραπιπέρης, Αντεισαγγελέας Εφετών, 8) Ξάνθιππος Ξανθόπουλος, Εφέτης, μετέπειτα Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου και 9) Σπύρος Καλλιαρέκος, Εφέτης. Επιμέλεια Χρ. Καραμάνου, Δικαστικού υπαλλήλου Εφετείου Ναυπλίου 1966-1991.

 

  

Δικολάβοι και δικαστικοί υπάλληλοι

 

Οι δικολάβοι ήταν πρακτικοί νομικοί, χωρίς πτυχίο, οι οποίοι αναλάμβαναν δικαστικές  υποθέσεις επ’ αμοιβήν. Συνήθως βρίσκονταν σε απομακρυσμένες επαρχίες του νομού Αργολίδος και τους βρίσκουμε εν ενεργεία μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Για παράδειγμα, στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος, δηλαδή Κρανιδίου, έδρασαν ο Δημήτριος Φωστίνης, μετέπειτα δήμαρχος Κρανιδίου, και ο Δημήτριος Σιδέρης. Ακόμα στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου, με έδρα τη Νέα Επίδαυρο, οι Κωνσταντίνος Καλατζής, αδελφοί Αδριανού, Χρήστος Χατζημιχαήλ, μετέπειτα συμβολαιογράφος και Δ. Διδασκάλου.

Ένα κοινωνικό στρώμα της πόλης είναι και οι δικαστικοί  υπάλληλοι και γραμματείς. Τα καθήκοντά τους είναι η τήρηση της πολιτικής και ποινικής δικονομίας, η καθαρογραφή των αποφάσεων, η τήρηση του αρχείου και η συμμετοχή τους στις δίκες. Παλιότερα οι καταγραφές γίνονταν χειρογράφως είτε με γραφομηχανή και διάφορα αντίγραφα με καρμπόν. Η εισαγωγή υπολογιστών αποτέλεσε μία πραγματική επανάσταση στο επάγγελμά τους. Ο μισθός τους ήταν αρκετά αξιοπρεπής, ισότιμος με εκείνον των δημοσίων υπαλλήλων (στοιχεία του δικαστικού γραμματέως, κυρίου Χρήστου Καραμάνου).

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι


 ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΤΗΣ ΝΑΥΠΛΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘ. Γ. ΓΟΥΝΑΡΗ ΣΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΝΑΥΠΛΙΟ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012)

 

Ατομικά Σημειώματα Πληροφοριών

για τη δράση αγωνιστών δικαστών και δικηγόρων

κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση

( 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862 )

1. Ααρών

Για τον απλό δικηγόρο μαχητή Ααρών, που αναφέρεται έτσι, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το όνομα ή το επώνυμό του, έχουμε τρεισήμισι μόλις γραμμές από τον Ανώνυμο Ναυπλιέα:   Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πυροβόλον, Φειδιάς καλούμενον και διευθυνόμενον από τον λοχίαν Πετρόπουλον υπηρέτει < την 1/3 > από πρωΐας μετά μεγάλου ζήλου και ὁ δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολιτών

Μήπως ήταν Ισραηλίτης;

(Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 41.)

 

2. Κωνστ. Γ. Αντωνόπουλος

 

Υπήρξε άνθρωπος του κύκλου της Κ. Παπαλεξοπούλου. Ανήκε στον πυρήνα των συνωμοτών επαναστατών του Ναυπλίου. Κινήθηκε δραστήρια τη νύχτα της 31/1 –1/2/1862. Τη δεύτερη μέρα της Επανάστασης, μετά την ορκωμοσία του στρατού και την ομιλία του αντισυνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου, απάγγειλε στην Πλατεία του Πλατάνου  λόγον πλήρη ενθουσιασμού. Διατέλεσε μέλος της προσωρινής και, στη συνέχεια, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής της Επανάστασης. Αυτός και δύο άλλα επαναστατικά στελέχη πηγαίνουν στην Τρίπολη, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Συγκροτεί  λόχον εκ Τριπολιτσιωτών εθελοντών που πολέμησαν παλληκαρίσια. Τη δύσκολη μέρα της 1 Μαρτίου ενθουσιάζει τους πυροβολητές  εκτελών και ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας .

Η εν γένει πολιτεία του δικηγόρου Αντωνόπουλου φανερώνει ένα συνειδητό και δραστήριο επαναστάτη. Όπως ήταν φυσικό, εξαιρέθηκε από την αμνηστία που έδωσε ο Όθων. Προτίμησε τότε την αυτοεξορία και έζησε την πικρή ζωή του αυτοεξόριστου επαναστάτη. Γύρισε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση ( 12/10/1862 ). Ο λαός της Μαντινείας τον εξέλεξε βουλευτή. « Στη συνεδρίαση της Βουλής της 28 Ιανουαρίου 1863 έγινε λόγος για την Εθνική Εορτή. Ο Κ. Αντωνόπουλος υποστήριξε ″ότι η 25 Μαρτίου δεν ήτο η ημέρα της Επαναστάσεως και μολαταύτα αύτη καθιερώθη […]″. Η Εθνικὴ Συνέλευση συμφώνησε …».  Η ημερομηνία όμως της εορτής παραμένει…

 (Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ. 9-10, 11, 14, 15, 17, 19, 25, 28, 40, 43- 44, 62, 69, 72, 79, 83, 85. ΣΕ αριθ.1/ 1–2, 1/3, Παράρτημα 1, 2/ 1– 2, 2/ 3β΄, 3/1α΄, 3/2β, 4/1– 2, 4/4α,  12/4α. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 45, 54, 67, 76, 77, 102, 109, 121, 127. Κορδάτος, Ιστορία, τ.  Δ΄, σ. 41, 48, 53, 64. ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17- 2-1862).

                                               

3. Γρηγ. Δημητριάδης (1830-1888)

 

Ανήκει κι αυτός στον κύκλο της Κυράς τ’ Αναπλιού και είναι εντεταγμένος στο στενό πυρήνα των επαναστατών. Δείχνει ιδιαίτερη δραστηριότητα τη βραδιά της 31/1 προς 1/2 /1862. Υπηρετεί κυρίως ως μέλος της προσωρινής και, κατόπιν, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αγωνίζεται σθεναρά κατά την κρίσιμη μέρα της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση της ηγεσίας των επαναστατών, πηγαίνει με το μέρος των διαλλακτικών. Εξαιρείται από την αμνηστία και αυτοεξορίζεται. Μετά τη Μεταπολίτευση, επιστρέφει πολιτεύεται και εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής Ναυπλίου και το 1888 Δήμαρχος.     

(Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 11, 25, 40, 44, 62, 69, 72, 74, 78, 84, 85.  ΣΕ αριθ. 1/2, 1/3, 1/4β, Παράτημα 1, 2/1– 2, 3/1α, 3/2β, 4/1– 2, 10/1-2, 12/4α .  Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 67, 70, 76, 77, 102, 107, 127.– ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17-2 1862). 

 

4. Κωνστ . Δ. Ευθυμιόπουλος (1828-1885)

 

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ αναπλιώτης δικηγόρος Κ. Ευθυμιόπουλος είναι ένας κοσμαγάπητος άνθρωπος. Κατά την Επανάσταση διορίζεται δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Επιτελεί το έργο του κατά τρόπο υποδειγματικό. Τον βοηθούν σ’ αυτό η Εθνοφυλακή του Σπ. Ζαβιτσιάνου και η Πολιτοφυλακή του λοχαγού Κ. Λώρη∙ « ουδέποτε δε το Ναύπλιον ενθυμείται νύκτας ησυχωτέρας», γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς.

Όταν ξεσπά η διαμάχη ανάμεσα σε διαλλακτικούς και σε αδιάλλακτους επαναστάτες, ο  Ευθυμιόπουλος τάσσεται με τους δεύτερους. Ο Ζυμβρακάκης τον καθαιρεί, αλλ’ αναγκάζεται να τον αποκαταστήσει κατ’ απαίτηση του Δ. Γρίβα. Άγνωστο γιατί, αμνηστεύεται.

Μετά την έξωση του Όθωνα, τη 13/10 «…ο όχλος θρασυνθείς- γράφει ο Λαμπρυνίδης στη ″Ναυπλία″ του κατέλυσε τον Δήμαρχον Γ. Ι. Ιατρού, αντ’ αυτού δε ανεκήρυξε τοιούτον δια βοής τον Δικηγόρον Κ. Ευθυμιόπουλον». Ο ίδιος ″όχλος″, μετά από λίγο και – στη συνέχεια– πολλές φορές τον ανέδειξε βουλευτή. Υπήρξε ιδρυτής και αρχηγός του λαϊκού κόμματος των ″Αρειμανίων″. Το φτωχόπαιδο, που – όπως γράφει ο Δημόπουλος – « εσπούδασεν εν στερήσεσιν […και] ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856» έγινε για μια περίπου εικοσαετία ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας του Ναυπλίου. Όταν πέθανε (1885) η κηδεία του έγινε ″δημοσία δαπάνη″, με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη.

Το ήθος του ανθρώπου φανερώνει και το ακόλουθο γεγονός που ιστορεί ο Δημόπουλος:

Την 1/2/1864, αρχίζει στο Κοινοβούλιο συζήτηση για την αποζημίωση των καταστροφών, που έγιναν κατά την διάρκεια της Επανάστασης στο Ναύπλιο, την Πρόνοια και τα γύρω χωριά.

«Μετά τον Αρ. Μίχου, ωμίλησαν οι πληρεξούσιοι Ναυπλίου Κ. Ευθυμιόπουλος και Γρ. Δημητριάδης, αναπτύξαντες διά μακρών τα όσα δεινά υπέστησαν  οι Ναυπλιείς και τας υλικάς καταστροφάς της πόλεως και των περιχώρων. Μετά τας   αγορεύσεις ταύτας ωμίλησεν ο πληρεξούσιος Ροντήρης, αντικρούσας τους Ναυπλιείς πληρεξουσίους και ειπών ότι δεν είναι δυνατόν να εγκριθώσιν αποζημιώσεις εις τους ″αντάρτας του Ναυπλίου δια το ανταρτικόν των κίνημα″ […]

Δεν παρήλθε πολύς καιρός και ο πληρεξούσιος Ροντήρης διορίζεται νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας και έρχεται εις Ναύπλιον. Άμα όμως απεβιβάσθη εις την παραλίαν, ευρέθη προ αποσπάσματος της Εθνοφυλακής, του οποίου ο επικεφαλής  τη εισηγήσει του δημάρχου Ευθυμιοπούλου– διατάσσει τον Ροντήρην ν’ απέλθη εκ Ναυπλίου, διότι δεν τον δέχεται η Εθνοφυλακή! Ο Νομάρχης, εκπλαγείς, ζητεί τον δήμαρχον, όστις σπεύδει εκεί και γίνεται ο εξής αξιομνημόνευτος διάλογος:

Διατί, κ. Ευθυμιόπουλε, δεν μοι έλεγες εν Αθήναις ότι δεν θα με εδέχοντο εδώ, να μην έλθω;

Διότι δεν επίστευον, κ. Ροντήρη, ότι, λαόν, ον εξύβρισες ως λησταντάρτην, θα είχες την αξίωσιν και να τον διοικήσης!

Ηγόρευσα εν τη Συνελεύσει κατά του Ναυπλίου– υπέλαβεν ὁ νομάρχης –

αλλ’ ήδη θα φροντίσω ν’ αποζημιωθώσιν οι Ναυπλιείς.

Οι Ναυπλιείς – απεκρίθη υπερήφανος ο Ευθυμιόπουλος – έχουν ανάγκην της υπολήψεώς των και όχι των χρημάτων των!

«Ο λαός επευφήμησεν εις τους υψηλούς λόγους του δημάρχου του και ο νομάρχης απήλθε παραχρήμα του Ναυπλίου υπό την προστάτιδα συνοδείαν του Ευθυμιοπούλου, όστις επέβαλε νεκρικήν σιγήν εις τον παριστάμενον πολυπληθή λαόν και επεβίβασε τον νομάρχην εις το αυτό ατμόπλοιον».

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 15, 50. ΣΕ αριθ. 18/4α. Γούναρης, Η Ν Ε, σ. 43, 124. Δημόπουλος, Ιστορία, τ. Β΄, σ. 134, 211- 213, 220-221, 228-231, 268-270. 

 

5. Πέτρος  Αν. Μαυρομιχάλης  (1828 – 1892)

 

Γιος του μπεηζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Κάνει σπουδές Νομικών στην Αθήνα και το Παρίσι. Μπαίνει στο δικαστικό κλάδο και κατά την εποχή αυτή υπηρετεί στο Ναύπλιο ως πρωτοδίκης. Ανήκει κι αυτός στον πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου. Θεωρείται από τους ηγέτες της Επανάστασης κι έχει να παρουσιάσει μεγάλη δράση κατά τη διάρκειά της. Είναι από τα πρόσωπα που αποφασίζουν, λόγω εκτάκτου γεγονότος, την έκρηξη της Επανάστασης το βράδυ της 31/1-1/2, αντί της 3-4/2/1862, όπως είχε πανελληνίως συμφωνηθεί. Διατελεί μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Ενθαρρύνει την μεταξύ των αγωνιστών διάδοση του εθίμου της ″μπέσας″ (αδελφοποιΐας).  

Ο αρχιεπαναστάτης αυτός θεωρείται και λαμπρός ρήτορας. Σώζονται οι επικήδειοι λόγοι του για τους πεσόντες ανθυπασπιστές Π. Φαγκρίδη και Γ. Σταύρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο λόγος που εκφώνησε, πριν από την καύση της απαίσιας λαιμητόμου· «…ουδέποτε από της αρχής της επαναστάσεως ‒ γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς – έπαυσεν  ενθουσιάζων τον λαόν δια της ευγλώττου ρητορικής του, καταρώμενος τους συγγενείς του εκείνους, οίτινες, αν και σύμφωνοι πρότερον μετ’ αυτού, εις την συνομωσίαν, έλαβον τα όπλα κατά της επαναστάσεως».

Ό πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης συμμετέχει ενεργά στην κρίσιμη σύγκρουση της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών στις 2/3, συντάσσεται με τους διαλλακτικούς. Είναι μέλος της Επιτροπής, που μεταφέρει το αιτητικό περί χορηγήσεως γενικής αμνηστίας έγγραφο στον αρχηγό του βασιλικού στρατού Αμαδ. Χαν. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του. Αυτοεξορίζεται με άλλους τριακόσιους περίπου επαναστάτες. Φθάνει στη Σμύρνη. Εκεί νυμφεύεται τη θυγατέρα του πλουσιότατου Σμυρναίου ιατροφιλόσοφου Γαληνού Κλάδου.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και την έξωση του Όθωνα, επιστρέφει στην Ελλάδα και πολιτεύεται. Εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής και γίνεται Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 10, 11, 19, 25, 28, 39, 40, 43-44, 44, 54, 62, 69, 72, 74, 79, 84, 85, 91-93, 93-94. ΣΕ, αριθ. 1/2 , 1/3β, 1/4 , Παράρτημα 1, 2/1-2, 3/1α , 3/2β, 4/1-2, 4/4α , 10/3β, 11/4, 12/3, 12/4α , 15/2β, 17/2-3. Γούναρης Η Ν Ε, σελ. 29-30, 37, 40, 43, 45, 67, 76, 77, 77-78, 90, 102, 107, 121, 128. ΦΕΚ 25/26-4-1862       ( ΒΔ 17-2-1862).  

 

6. Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος (1829-1879)

 

Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και τη Λειψία και δικηγόρησε  στ’ Ανάπλι. Σφόδρα αντιδυναστικός. Σύχναζε κι αυτός στο πολιτικό σαλόνι της Κ. Παπαλεξοπούλου. Είναι από τα πρόσωπα που αποφάσισαν για τη μέρα της έκρηξης της Ναυπλιακής  Επανάστασης. Γίνεται μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αποστέλλεται με τον εφέτη Πετιμεζά και το συνάδελφό του δικηγόρο Αντωνόπουλο στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία.

Μαζί με δύο δικαστές και δύο συναδέλφους του συμμετέχει στις αποφασιστικές συγκρούσεις της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, συντάσσεται με τους πρώτους. Θεωρεί μάταιο τον περαιτέρω αγώνα και το χύσιμο αδελφικού αίματος. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του ως δικηγόρου και β΄ παρέδρου του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Αυτοεξορίζεται και ζει μέχρι την έξωση του Όθωνα (10/10/1862) τη δύσκολη ζωή του πολιτικού πρόσφυγα. Επανέρχεται τότε στην Ελλάδα, πολιτεύεται, εκλέγεται βουλευτής και γίνεται Υπουργός Δικαιοσύνης.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 11, 14, 17, 19,  20, 25, 28, 40, 43-44, 54, 62, 64, 69, 72, 79, 84, 85. – ΣΕ αριθ. 1/2, 1/3α-β, Παράρτ. 1, 2/1-2, 3/1α,  3/2β, 4/ 1-2, 12/4α. Γούναρης , Η Ν Ε, σ. 30, 39-40, 42-43, 50, 67, 76, 77, 102, 103,109, 121, 127.–ΦΕΚ 25/26 -4-1862 (ΒΔ 6/2/1862)  και ΦΕΚ 35/4-7- 1862 (ΒΔ 12-5-1862)

 

7. Γεωργ.Αν. Πετιμεζάς (1816-1884)

 

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο καλαβρυτινός εφέτης Γ. Πετιμεζάς ήταν γόνος της ιστορικής γενιάς των Πετιμεζάδων, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Ήπειρο στην Πελοπόννησο. Σπούδασε νομικά στο Μόναχο. Υπηρετούσε ως εφέτης στο Ναύπλιο. Ψυχωμένος επαναστάτης , είχε πολιτικές σχέσεις με την Κ. Παπαλεξοπούλου και τον κύκλο της. Στο σπίτι του πάρθηκε η απόφαση για την επίσπευση της Επανάστασης τη νύχτα 31/1-1/2, λόγω τυχαίου περιστατικού, που υποψίασε τις αρχές της πόλης. Πολύ μεγάλη ήταν η δραστηριότητά του για τη στερέωση και την εξάπλωση της Επανάστασης, ιδιαίτερα τις πρώτες μέρες της. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των πολιτικών και ο Πετιμεζάς ήταν εκλεκτό μέλος της, άτυπος‒ θα λέγαμε‒ Πρόεδρος της Κυβερνητικής Επιτροπής, της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης. Με δύο δικηγόρους κι ένα μικρό τμήμα ιππικού πήγε στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσει τους Αρκάδες. Συγκρότησε  ″Λόχον εκ Καλαβρυτινών εθελοντών″, από αυτούς που κατοικούσαν τότε στη Ναυπλία. Συναποφασίζει, με την Κυβερνητική Επιτροπή και τη στρατιωτική ηγεσία, τη σύνταξη της Έκθεσης ″προς τας Προστάτιδας της Ελλάδος Μεγάλας Δυνάμεις″. Στη φοβερή σύγκρουση της 1 Μαρτίου «Ο εφέτης Πετιμεζάς– γράφει ο Ανώνυμος χρονικογράφος της Ναυπλιακής Επανάστασης– μετά υπερβολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωΐας ενεθάρρυνε τους πολίτας και στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος…». 

Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, τάσσεται με το μέρος των δεύτερων. « Εις την επαύξησιν της επιρροής του <αρχηγού των αδιάλλακτων> Γρίβα συνετέλει τα μέγιστα δια των πολλών σχέσεών του ο εφέτης Πετιμεζάς, απολαμβάνων μεγάλης δημοτικότητος παρά τω λαώ και τω στρατώ», γράφει πάλι γι’ αυτόν ο Ανώνυμος.

Όπως ήταν επόμενο, το οθωνικό ″σύστημα″ τον εξαιρεί από τη γενική αμνηστία και τον απολύει από τη θέση του. Παίρνει με αξιοπρέπεια το δρόμο της ξενιτιάς, μαζί με δεκαοκτώ μη αμνηστευόμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς και μ’ ένα πλήθος αυτοεξοριζόμενων αγωνιστών (300 περίπου) ‒ νέων των περισσότερων.

Η εξορία του κράτησε έξι περίπου μήνες. Επαναπατρίστηκε μετά την έξωση του Όθωνα. Ορίστηκε αρχηγός της αρτισύστατης τότε Εθνοφυλακής, χωρίς να το επιδιώξει. Κατόπιν εκλέχτηκε βουλευτής και χρημάτισε Υπουργός επί των Εσωτερικών.   Γενικά, ο Γ.Α. Πετιμεζάς υπήρξε αδιαμφισβήτητα μια προσωπικότητα, που διακρινόταν για τη μόρφωση, το ήθος, την ευθυκρισία και την παροιμιώδη τιμιότητά του. Τίμησε με την παρουσία και τη δράση του τη ΝΕ, αλλά και τιμήθηκε από αυτήν.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 10, 11, 17, 19, 22, 25, 28, 40, 43-44, 44, 45, 54,    62, 69, 72, 79, 84, 85. ‒  ΣΕ αριθ. 1/1-2, 1/3β, Παράρτ.1,2/1-2, 3/1α, 3/2β, 4/1-2, 4/4α, 12/4α, 15/2β, 18/4. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 29, 37, 39-40, 43, 65, 67, 76, 76-77, 85, 89-90, 102, 108, 109, 116,121, 125. ‒ΦΕΚ 25/26-4-1862 ( ΒΔ 17-2-1862).

 

8. Κωνστ, Πετσάλης

 

Ο δικηγόρος Κωνστ. Πετσάλης (και ο μεγαλύτερος αδελφός του Αθανάσιος*, που δικηγορούσε στην Αθήνα ) ήσαν από τους ένθερμους αγωνιστές που αντιμάχονταν το ″σύστημα″. Στο Ναύπλιο σύχναζε και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της μεγάλης Κυράς όπως έλεγαν την Κ.Παπαλεξοπούλου.

Τη βραδιά που ξέσπασε η Επανάσταση, ο Πετσάλης ήταν από τους πρώτους που έφτασε στην πλατεία Πλατάνου, όπου είχε παραταχθεί ο στρατός. Ο λαός συγκεντρώθηκε γύρω του και του ζητούσε να μιλήσει. Ανέβηκε σ’ ένα πρόχειρα στημένο βήμα και από εκεί, ανεμίζοντας μια κόκκινη σημαία, μέσα στις επευφημίες του συγκεντρωμένου λαού και στρατού, κήρυξε επίσημα την Επανάσταση και ανέπτυξε εύγλωττα τους σκοπούς της. Στη συνέχεια, με πρόταση πολλών πολιτών, εκλέγεται μέλος της δεκαμελούς ″επί της ασφαλείας Επιτροπής″. Είναι ένας από τους κύριους συντάκτες της Έκθεσης προς ″τας τρεις Προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις″. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών, στις 2/3, σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους είναι με το μέρος των πρώτων. Αμνηστεύεται, αλλά η Κυβέρνηση τον απολύει από τη θέση του δικηγόρου και κάνει κατάσχεση πολλών κτημάτων της οικογένειάς του. Αποκαθίσταται μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύεται με επιτυχία.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ.14, 25, 28, 43, 44, 54, 72, 74, 80-84, 85. ‒ ΣΕ, αριθ.1/3β, 1/4α, 1/4α΄- β΄, Παράρτημα 1, 2/1-2, 3/2β. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 42-43, 66-67, 75-76, 89, 102, 121.‒ΦΕΚ αριθ. 25/26-4-1862 (ΒΔ 17-2-1862).

̽ Τα δύο αδέλφια ανήκαν στη λεγόμενη «παράταξιν τῶν νέων». Ο Αθανάσιος, μαζί με τον ποιητή Παν. Σούτσο, συνέταξε «Τὸ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Ελλάδος περὶ της απαιτουμένης πολιτικής μεταβολής Υπόμνημα του Γερουσιαστού Κωνστ. Κανάρη», στο οποίο προσέθεσε ένα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογο· βλ. Γούναρης, Η ΝΕ σ.26-27, 34, 132-136.- 

 

9. Γεώργ. Δ.  Ποσειδών

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, την πρώτη ακόμη μέρα, με την συγκρότηση της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, ορίστηκε ως ″Γενικός Γραμματεύς″της ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Φαίνεται όμως ότι οι επαναστάτες, θέλοντας να αναβαθμίσουν τη θέση, τοποθέτησαν σ’ αυτήν στις 2/2 το δικηγόρο Γ.Δ. Ποσειδώνα. «Ὁ δικηγόρος Ποσειδών γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς νέος εμπνεόμενος υπό υγιών πατριωτικών αισθημάτων διορίζεται Γενικός Γραμματεύς της διοικητικής Επιτροπής».

Για το νεαρό αυτό επαναστάτη έχουμε μία ακόμη μαρτυρία από την εφημερίδα των επαναστατών  ″Ο Συνταγματικός Έλλην″: « Σήμερον δημοσιεύομενγράφει ο Θ. Φλογαΐτης τον επί του τάφου του […] αποθανόντος < ανθυπασπιστή   του  Ιππικού>  Περ. Φαγκρίδη ενθουσιώδη λόγον του κ. Πέτρου Μαυρομιχάλη, επιφυλαττόμενοι να δημοσιεύσωμεν ακολούθως τον επίσης ωραίον επικήδειον λόγον του κ. Γ. Ποσειδώνος».  Ο Γενικός Γραμματέας Γ. Ποσειδών, με Διάταγμα της 17-2-1862, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ αριθ. 23/26-4-1862 απολύθηκε από τη θέση του ως δικηγόρου.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ.14-15, 69 και όπου υπάρχει έγγραφο της Διοικητικής Επιτροπής.  ΣΕ, αριθ 1/3β κεξ., ό.π. Δημόπουλος, τ. Β΄σελ. 138, 135.  ΦΕΚ 25/26 – 4 -1862 (ΒΔ 17-2-1862).

 

10. Γεώργ. Στεφόπουλος

 

Για το δικηγόρο αυτό έχουμε μία μόνο πληροφορία, δηλαδή πως υπήρξε ένας από τους τρεις δικηγόρους, οι οποίοι συνέταξαν βασικά την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ἑλλάδος  Δυνάμεων  Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας», στην οποία έγινε αναφορά πολλές φορές.

«Προς αποφυγήν γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς ενδεχομένων παρεξηγήσεων […], ο αρχηγός <αντ/ρχης Αρτ.Μίχου> εν συμβουλίω <την 6/2>, εις το οποίον παρευρέθησαν και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής  και διάφοροι αξιωματικοί, προτείνει να συνταχθή έκθεσις προς τους πρέσβεις των τριών Ευεργετίδων Μεγάλων Δυνάμεων, εις  ην να καταδεικνύηται ο σκοπός της επαναστάσεως και αι προκαλέσασαι αυτήν αιτίαι, καθ’ όσον – είπεν– δεν πρέπει να αμφιβάλλωμεν ότι εκείνοι, κατά των οποίων το κίνημά μας αποτείνεται, θέλουν δυσφημίσει δι’ όλων των μέσων την επανάστασιν και δώσει αυτή χαρακτήρα άλλον παρά τον αληθή.

» Μετά τινα συζήτησιν περί των βάσεων της εκθέσεως ταύτης, απεφασίσθη η σύνταξις αυτής, ανατεθέντος του έργου τούτου εις τους δικηγόρους Γ. Στεφόπουλον, Κ. Φαρμακόπουλον, Κ. Πετσάλην και άλλα πρόσωπα…».

Ανώνυμος. Τα συμβάντα, σ. 25, 80 – 84.  Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 66-68.

Δημόπουλος, Ιστορία, τ.Β΄, σ.148-149.

 

11. Κωνστ. Φαρμακόπουλος  (1799-1899)

 

Ό  Φαρμακόπουλος είναι ένας από τους τρεις έγκριτους δικηγόρους του Ναυπλίου, οι οποίοι βασικά συνέταξαν και συνυπέγραψαν στις 6- 8- 1862 την Έκθεση « Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας».

Ο δικηγόρος αυτός υπήρξε μέλος της δεύτερης και τρίτης Επιτροπής, που οι διαλλακτικοί επαναστάτες έστειλαν στον αρχηγό του πολιορκητικού στρατού Αμαδ. Χαν, στις 7 και 16/3, με γραπτή εντολή να διαπραγματευτούν την παράδοση της πόλης και των φρουρίων της, υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας « δια τε το Ναύπλιον και δι’όσα άλλα μέρη […] εξετέθησαν οπωσδήποτε…».

Κατά τη δεύτερη συνάντηση ο στρατηγός Χαν « … εβεβαίωσε την Επιτροπήν επί τω λόγω της στρατιωτικής του τιμής ότι η αμνηστεία υπάρχει πλήρης και γενική […]. Τα αυτά επανέλαβε και ὁ Αντιστράτηγος < Ιω. Κολοκοτρώνης> και ο Νομάρχης <Α. Γεωργαντάς>».

Στην τρίτη και τελευταία συνάντηση, οι επαναστατικοί αντιπρόσωποι άκουσαν το Χαν να τους λέει και να επαναλαμβάνει πως « αμνηστεία δεν υπάρχει, διότι το Υπουργείον δεν ενδίδει». Τότε ο Φαρμακόπουλος, αηδιασμένος από την ανέντιμη συμπεριφορά του ξένου στρατηγού και από την εμπαθή αδιαλλαξία της Κυβέρνησης, του δήλωσε σταράτα: « Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια και ουχί πόλιν».

Ο Φαρμακόπουλος, διδάκτορας της Νομικής, είναι από τους ιδρυτές του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου (1884) και δεύτερος πρόεδρός του (1886- 1895). Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Ναυπλίας.

 Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 25, 45-47, 50-51, 80-84. Γούναρης, Η ΝΕ, σ.66-68, 94, 99. Δημόπουλος, Ιστορία, τ. Β΄, σ. 148-149, 165-167, 252-253, 268.

 

12. Θεόδωρος Νικολ. Φλογαΐτης (1840-1905)

 

Φλογαΐτης  Θεόδωρος

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου έκανε τις στοιχειώδεις και γυμνασιακές του σπουδές. Κατά το βιογράφο του, σε ηλικία δεκαπέντε ετών γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1860 άρχισε να αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες κάνοντας αντικυβερνητική πολιτική· γι’ αυτό το λόγο οι οθωνικές αρχές τον είχαν εκτοπίσει στη γενέτειρά του. Ήταν είκοσι δύο ετών, όταν ξέσπασε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Εντάχθηκε αμέσως στις δυνάμεις της και της πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες.

 Από την πρώτη ακόμη ημέρα της Επανάστασης, η προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή τού αναθέτει « την σύνταξιν και έκδοσιν της Εφημερίδος  Ο Συναγματικός Έλλην –  Εφημερίς των αρχών της Πρώτης Φεβρουαρίου». Λέγεται ότι σ’ αυτό το έντυπο συνεργαζόταν με την Κ. Παπαλεξοπούλου. Ο νεαρός τότε επαναστάτης δημοσιογράφος αγωνιζόταν με την πέννα του να κρατεί ακμαίο το φρόνημα λαού και στρατού. Γι’ αυτό  το σκοπό, χρησιμοποιούσε και το έμφυτο χάρισμά του της ρητορικής· π.χ στην παλλαϊκής συμμετοχής κηδεία του ανθ/γού Ιω. Παγώνη εκφώνησε ένα εμπνευσμένο επικήδειο. Ο Π, Μαυρομιχάλης και ο Θ Φλογαΐτης ήσαν οι δημεγέρτες ρήτορες της Ναυπλιακής Επανάστασης. 

Παράλληλλα με τα παραπάνω, ο νεαρός Φλογαΐτης έχει να επιδείξει ένα ακόμη απλό αλλά τιμητικό έργο· ζητεί κι εντάσσεται ως απλός στρατιώτης στο λόχο του Πυροβολικού, στον οποίο υπηρετούσε επίσης ως εθελοντής ο μοναδικός γιος της Κ. Παπαλεξοπούλου Επαμεινώνδας.

Αγνοούμε τι έκανε ο Θ. Φλογαΐτης, αμέσως μετά την καταστολή της Ναυπλιακής Επανάστασης. Πήρε όμως το πτυχίο της Νομικής, έγινε διδάκτορας και κατόπιν υφηγητής του συνταγματικού δικαίου, έγραψε με επιτυχία πολλά σχετικά έργα, αλλά αρνήθηκε την έδρα του καθηγητή του διοικητικού δικαίου, για χάρη της δημοσιογραφίας, την οποία εξάσκησε με γνώση, μαχητικότητα κι εντιμότητα. Πολιτεύτηκε κι εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής.

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με δύο επισημάνσεις:

α΄ Σε άρθρο του (1900) γράφει για ″ Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις″.

β΄ Επί  κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη ορίστηκε μέλος της Επιτροπής επί του Προϋπολογισμού.  Ο Φλογαΐτης « δια πολυφύλλου εκθέσεως κατεδείκνυε το βάραθρον, προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προειπών την επικειμένην χρεωκοπίαν».

Ανώνυμος, σελ. 28, 89-90. –ΣΕ, αριθ. 6/2-3, 12/4α.  Γούναρης, Η ΝΕ, 45/9, 77/4, 78/2. Ξηραδάκη, Κ. Παπαλεξοπούλου, εκδ. Γ΄, σ. 210-212. Χαρ. Κύρκος, Θ. Φλογαΐτης, Ίδρυμα της Βουλής, Αθήνα 2008.    

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Βιογραφίες Δικηγόρων Ναυπλίου 19ου και 20ου αιώνα

Θεοδ. Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, τ. Β’, passim., 2010, Εισαγωγή-Επιμέλεια Γ. Ρούβαλης

 

Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος

 

Ο Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος εγεννήθη εν Ναυπλίω τω 1828. Ο πατήρ του κατήγετο εξ Αρκαδίας και εγκατεστάθη εις το Ναύπλιον μετά την απελευθέρωσιν, εξασκών το επάγγελμα του καλλιτέχνου τορνευτού μετά τόσης ευφυΐας και τέχνης, ώστε απεκαλείτο «Σοφός». Ο Κ. Ευθυμιόπουλος εσπούδασεν εν στερήσεσι, υπηρετών και εις την Δημαρχίαν Ναυπλίου ως γραμματεύς. Ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856 και διωρίσθη δικηγόρος εν Ναυπλίω. Κατά την Ναυπλιακήν Επανάστασιν του 1862, έλαβεν ενεργόν μέρος, τοποθετηθείς ως Δημοτικός αστυνόμος. Μετά την εκθρόνησιν του Όθωνος εξελέγη Δήμαρχος Ναυπλιέων και μετ’ ολίγον πληρεξούσιος Ναυπλίου της Β’ εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως (1862 – 1864).           Έκτοτε εξελέγη συνεχώς επτάκις ως Βουλευτής κατά τας περιόδους: 1865-1867, 1867-1868, 1869-1871, 1871-1872, 1873-1874, 1875-1879, 1879-1881.   Εγένετο επίσης Αντιπρόεδρος της Βουλής και διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εσωτερικών.

Τον Ιούνιον του 1885 απεβίωσεν εν Ναυπλίω ο ιδρυτής και αρχηγός του κόμματος των «Αρειμανίων» [δημοτική παράταξη που εξέφραζε τα ιδεώδη της Ναυπλιακής Επανάστασης, ενώ το πιο συντηρητικό κόμμα απεκαλείτο Κόμμα των Νυκοκυραίων] Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος. Ο τότε πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης δια τηλεγραφημάτων του προς τον Νομάρχην διέταξε την τέλεσιν της κηδείας δαπάνη δημοσία και την απόδοσιν των εις τους κηδευομένους Ιππότας του Χρυσού σταυρού του Σωτήρος απονεμομένων τιμών. Το Δημοτικόν συμβούλιον Ναυπλιέων, συνελθόν εκτάκτως, εψήφισεν «όπως η κηδεία του Κ. Ευθυμιόπουλου γίνη δημοτική δαπάνη και ανταξία της πολιτικής του θέσεως, και διά συλληπητηρίου, ψηφίσματος εκδήλωση την βαθύτατην λύπην του επί τη στερήσει ανδρός πολυειδώς υπηρετήσαντος τον Δήμον και ευεργετήσαντος ολόκληρον την επαρχίαν». Ο δικηγορικός σύλλογος μετέσχε του πένθους επί τη απωλεία «περιφανούς συναδέλφου».

 Η είδησις του θανάτου του Κ. Ευθυμιοπούλου εβύθισεν εις πένθος την πόλιν, κατήφεια δε κατέλαβε τους πάντας. «Μεταξύ δέκα πολιτών –γράφει η τότε εφημερίς– συνήντα τις ένα δακρύοντα και μάλιστα εκ των ανθρώπων του λαού, ως ήτο ο φίλος, αδελφός και πατήρ επί μίαν γενεάν. Πρωτοφανές και συγκινητικόν! Πολλοί Ναυπλιείς, φίλοι του αφοσιωμένοι, πενθηρορούσιν ήδη επί τω θανάτω του, ωσεί ήσαν συγγενείς αυτού». Την ημέραν της κηδείας του 5 Ιουνίου 1885, η όψις της πόλεως ήτο πένθιμος. Οι κώδωνες των εκκλησιών εκρούοντο πενθίμως, τα δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα ήσαν κεκλεισμένα, έκτακτα δε φύλλα των 4 εν Ναυπλίω εκδιδομένων εφημερίδων, με πένθιμα πλαίσια εις τας σελίδας των, εκυκλοφόρησαν. Παρισταμένου πλήθους κόσμου εκ της πόλεως και των περιχώρων και όλων των αρχών εκηδεύθη ο Κ. Ευθυμιόπουλος εκ του μητροπολιτικού ναού, εν τω οποίω εξεφώνησαν λόγους: ο βουλευτής Πυλίας Ν. Καράπαυλος εκ μέρους του δήμου Ναυπλιέων, ο δικηγόρος Σπ. Γιαννόπουλος εκ μέρους του δικηγορικού συλλόγου και ο Γεώργ. Φαρμακόπουλος. Επιταφίους λόγους εξεφώνησαν οι δικηγόροι Γ. Κασιμάτης, Αντ. Κοντολέων, εκ μέρους του κόμματος των «Νοικοκυραίων» και ο Γ. Μουτζουρίδης εκ μέρους του απορφανισθέντος κόμματος των «Αρειμανίων».

 

Ηλίας Ποταμιάνος

 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1838, και ήτο υιός του επί Καποδίστρια Κεφαλλήνος αστυνόμου του Ναυπλίου Ευαγγέλου Ποταμιάνου. Μετά τας σπουδάς του εις το γυμνάσιον Ναυπλίου, ενεγράφη εις την νομικήν σχολήν και εγένετο δικηγόρος.

Εγκατασταθείς εις Αθήνας διεκρίθη ως τοιούτος, ιδίως εις τα ποινικά, εις τα οποία η επ’ ακροατηρίω χειμαρρώδης ευγλωττία, η ευστροφία του πνεύματος και το μεταλλικόν της φωνής εξήσκουν γοητείαν και επιβολήν, συγχρόνως δε εδημοσιογράφει διά νευρώδους καλάμου και μετ’ επιτυχίας επί διαφόρων νομικών και πολιτικών θεμάτων. Ενυμφεύθη την Ασπασίαν θυγατέρα του στρατηγού και γερουσιαστού Νικολάου Πέτρου Μαυρομιχάλη. Ο Επ. Δεληγεώργης εκτιμών μεγάλως την ικανότητα του Ποταμιάνου ανέθεσεν εις αυτόν εμπιστευτικήν αποστολήν εις Κωνσταντινούπολιν αφορώσαν το Βουλγαρικόν σχίσμα, την οποίαν μετά δεξιότητας εξετέλεσεν. Διωρίσθη καθηγητής εν τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων του Στρατιωτικού Ποινικού δικαίου. Εξελέγη εξάκις βουλευτής Ναυπλίου και διετέλεσεν αντιπρόεδρος της Βουλής τω 1884. Ως κοινοβουλευτικός ρήτωρ ο Ποταμιάνος συγκατελέγετο μεταξύ των πρώτων της Βουλής.

 Το 1911 απεβίωσεν εν Αθήναις ο Ηλίας Ποταμιάνος, εκλεγείς επί εξ βουλευτικάς περιόδους βουλευτής Ναυπλίας, εκπροσωπών το κόμμα του Χαρ. Τρικούπη εν αρχή και είτα του Γ. Θεοτόκη.  

Ο Ποταμιάνος δια της διαθήκης του εδώρησεν εις το Μουσείον Ναυπλίου την αξιόλογον αρχαιολογικήν συλλογήν του, την οποίαν βραδύτερον, τω 1915, εταξινόμησε και ετοποθέτησεν εν υαλίνη προθήκη, δωρηθείσα υπό της συζύγου αυτού, ο υπηρετών τότε εν Ναυπλίω έφορος αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας Αλεξ. Φιλαδελφεύς.

Επί πλέον ο Ηλ. Ποταμιάνος έδιδε εν τη διαθήκη του εντολήν εις την σύζυγόν του, όπως αναγείρη εν Ναυπλίω μαρμάρινον μνημείον του ηρώος Νικηταρά του Τουρκοφάγου, το οποίον ιδρύθη παρ’ αυτής κατά το έτος 1924 εν τη προ του δικαστικού μεγάρου πλατεία.

 

Υπάτιος Αυγερινός

Ο εκλεγείς πρώτος πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου δικηγόρος Υπάτιος Αυγερινός, είχε γεννηθή εις Χίον τω 1804, κατά δε την εν έτει 1822 καταστροφήν της νήσου, διασωθείς μετά του πατρός του εκ των σφαγών των κατοίκων υπό των τούρκων, κατέφυγε 18 ετής εν Ναυπλίω και εγκατεστάθη μονίμως. Γενόμενος δικηγόρος εξήσκησε το επάγγελμα τούτο επί 50ετίαν εν Ναυπλίω, απέθανε δε δύο έτη μετά την ανάδειξίν του ως προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, τον Νοέμβριον του 1866 εις ηλικίαν 82 ετών. Μετά τον θάνατόν του εξελέγη πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου ο επίσης ογδοηκοντούτης δικηγόρος Κωνστ. Φαρμακόπουλος.

Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος, γεννηθείς εν Βυτίνη το 1799, εγκατεστάθη, μετά το 1822, εις Ναύπλιον όπου και εμαθήτευσεν. Σπουδάσας νομικά, εγένετο διδάκτωρ το 1843 και άρχισε να δικηγορή εν Ναυπλίω. Από των αρχών της επαναστάσεως είχεν εγκατασταθή εις Ναύπλιον και οι εκ των πρωταγωνιστών αυτής αδελφοί Αναγνώστης και Παναγιώτης Δεληγιάννης, τέκνα δε του δευτέρου ήσαν ο Θεόδωρος Δεληγιάννης ο μετέπειτα πρωθυπουργός ελθών 2ετής ενταύθα και οι Νικόλαος Δεληγιάννης (πρόεδρος Αρείου Πάγου), Κων. Δηλιγιάννης καθηγητής Πανεπιστημίου και Μαριορή Δηλιγιάννη, γεννηθέντες πάντες εν Ναυπλίω. Ο Κωνστ. Φαρμακόπουλος ενυμφεύθη την Μαριορήν θυγατέρα Π. Δηλιγιάννη, συνδεθείς ούτω δια στενής συγγενείας μετά της μεγάλης ταύτης οικογενείας. Εξελέγη βουλευτής Ναυπλίας, αναμιχθείς το πρώτον εις την πολιτικήν, το 1879. Υπήρξεν εκ των πρώτων δικηγόρων του Ναυπλίου, διατελέσας –μετά τον θάνατον του αρχαιοτέρου πάντων Υπατ. Αυγερινού– πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου από του 1866 μέχρι του 1895, ότε παρητήθη της δικηγορίας εις ηλικίαν 96 ετών. Απέθανε το 1897. Τέκνα του Κ. Φαρμακόπουλου ήσαν: 1) Ιωάννης (διπλωματικός υπάλληλος και είτα πρεσβευτής 1845-1904), 2) Νικόλαος (νομικός 1855-1938), Γεώργιος (δικηγόρος 1856-1901), Τάκης (μηχανικός 1858-1924) και Θεόδωρος (ιατρός 1861-1919). Ο Κ. Φαρμακόπουλος διέμενεν εις την παρ’ αυτού ανεγερθείσαν οικίαν παρά τον ναόν της Παναγίας.

Και ο έτερος αδελφός τούτου, ο Παναγ. Φαρμακόπουλος είχεν εγκατασταθή εν Ναυπλίω από του 1822, διαμένων εις την παρά τον ναόν Αγίου Γεωργίου ιδιόκτητον οικίαν (ένθα προ ετών οινοπωλείον Λεων. Ρετάλη). Τέκνα αυτού ήσαν ο Πέτρος (λόγιος και διευθυντής του μουσείου Ναυπλίου), ο Ανδρέας (ιατρός και συγγραφεύς) και ο Φοίβος.

Το 1893 απεβίωσεν εν Ναυπλίω ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος δικηγόρος εκ των παλαιοτέρων της πόλεως, πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου και διατελέσας βουλευτής κατά την περίοδον 1879-1881. Διάδοχος εν τη πολιτική εγένετο ο υιός του Γεώργιος Φαρμακόπουλος.

  

Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1887. Σπουδάσας νομικά, διεκρίθη ως δικηγόρος, αλλά και ως δημοσιογράφος και λογοτέχνης. Το 1909 εξέδωσε την εφημερίδα «Αργολικήν» και το 1920 την εφημερίδα «Αντιπολίτευσις», επίσης επί πολλά έτη διηύθυνε την σύνταξιν της εφημερίδας «Σύνταγμα». Πρωτοστατών εις πάσαν υπέρ του Ναυπλίου κίνησιν, εις πάντα εορτασμόν επετείου χαράς ή λύπης, υπήρξεν από της νεαράς ηλικίας του μέχρι σήμερον ο ενθουσιώδης ρήτωρ, ο συνεγείρων της πλήθη. Λόγω της αναμίξεώς του εις τας οργανώσεις των επιστράτων 1915-1917, εφυλακίσθη πολλάκις και εξωρίσθη, από του 1914 εξελέγετο συνεχώς Δημοτικός σύμβουλος του δήμου Ναυπλιέων. Διεδέχθη τον αδελφόν του Ιωάννην εν τη αρχηγία του εν Ναυπλίω Λαϊκού κόμματος και εξελέγη βουλευτής το 1936 και 1946. Το 1945 εξελέγη πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου. Εν τη υφισαμένη νυν (1948) Δ’ Αναθεωρητική Βουλή εξελέγη Α’ Αντιπρόεδρος αυτής.

Ο Πραξιτέλης Μουτζουρίδης αρθρογραφούσε σχεδόν για 40 χρόνια στην τοπική εφημερίδα Το Σύνταγμα, όπως και σε αθηναϊκές εφημερίδες. Παράλληλα, έγραφε ποίηση, αλλά δεν εξέδωσε ποτέ τα ποιήματά του. Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1964, σε ηλικία 79 ετών.

Γεώργιος Κ. Φαρμακόπουλος

 Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1856. Δικηγόρος εκ των διαπρεπών, εξήσκησεν επί μακράν σειράν το επάγγελμα τούτο εν Ναυπλίω. Διαδεχθείς τον πατέρα του Κων. Φαρμακόπουλος εις την πολιτικήν και ανεψιός του πρωθυπουργού Θ. Δηληγιάννη υπήρξεν ο πρώτος εν Ναυπλίω ιδρυτής και εκπρόσωπος του ισχυρού Δηλιγιαννικού κόμματος. Εξελέγη βουλευτής Ναυπλίας το 1890 και 1895. Απεβίωσεν εν Ναυπλίω το 1901.

 Γεράσιμος Ι. Μελισσινός

 

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1867. Σπουδάσας νομικά, διωρίσθη εν αρχή αντιεισαγγελεύς πρωτοδικών και είτα, παραιτηθείς εδικηγόρησεν εν Ναυπλίω επί πεντηκονταετίαν, αναδειχθείς εις των εγκριτωτέρων νομομαθών και δικηγόρων εις τας πολιτικάς υποθέσεις. Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1932. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1943.

Κωνσταντίνος Ι. Πετρίδης

 

Κωνσταντίνος Πετρίδης

Κωνσταντίνος Πετρίδης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1879, υιός του εκ των διαπρεπών δικηγόρων του Ναυπλίου και βουλευτού Άργους Ιωάν. Πετρίδου. Αναδειχθείς δικηγόρος το 1902, εξήσκησε το επάγγελμα τούτο εν Ναυπλίω, καταλαβών πρωτεύουσαν θέσιν μεταξύ των συναδέλφων του. Το 1911 εξέδωσεν εν Ναυπλίω την νομικήν εφημερίδα «Γάιος». Εξελέγη πληρεξούσιος Αργολιδοκορινθίας της Δ! Εθνοσυνελεύσεως το 1923. Διετέλεσε πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου από του 1938 μέχρι του 1945.

Θεόδωρος Μιχαλόπουλος

Ο Θεόδωρος Μιχαλόπουλος, καταγόμενος εξ Αρκαδίας και εγκατασταθείς εις Ναύπλιον τω 1831, είχε σπουδάσει νομικά εις την Ευρώπην και υπήρξεν εκ των πρώτων επιστημόνων δικηγόρων, οι οποίοι εξήσκησαν το επάγγελμα τούτο κατά την εποχήν εκείνην. Εκτιμώμενος υπό των συμπολιτών του εξελέγη δις δημοτικός σύμβουλος και άλλας δύο φοράς Βουλευτής (1859 και 1862). Παραιτηθείς της πολιτικής διωρίσθη Νομάρχης. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1871.

 Γεώργιος Α. Νέζος

 Εγεννήθη εν Κουτσοποδίω Άργους τω 1846. Σπουδάσας νομικά ανεδείχθη εις εκ των επιφανεστέρων νομομαθών και επί 50ετίαν εξήσκησε την δικηγορίαν εν Ναυπλίω. Από του 1905 διετέλει πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου μέχρι του θανάτου του. Εξελέγη βουλευτής κατά την διπλήν αναθεωρητικήν βουλήν το 1910 και κατά την Τακτικήν Βουλήν το 1912. Απεβίωσε εν Ναυπλίω το 1914.

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Ο νομικός κόσμος και η κοινωνία του Ναυπλίου απώλεσαν τον Σεπτέμβριον του 1933 διαπρεπές μέλος αυτών τον δικηγόρον  Σπύρον Γιαννόπουλον. Γεννηθείς εν Ναυπλίω τω 1854 ο Σπ. Γιαννόπουλος, διωρίσθη δικηγόρος τω 1877 και, επί 55 έτη ασκήσας το επάγγελμα τούτο, κατέλαβε την πρώτην θέσιν μεταξύ του συναδέλφου του, αναδειχθείς νομομαθής εξαιρετικού κύρους και μεγάλης επιστημονικής αξίας. Εκδίδων, από του 1890 και επί δεκαετίαν μετέπειτα, την «Δικαστικήν εφημερίδα» επλούτισε την νομολογίαν των δικαστηρίων διά των εμβριθών του επιστημονικών παρατηρήσεων. Τω 1813 εξελέγη υπό του δικηγορικού σώματος πρόεδρος του Δικηγ. Συλλόγου, εις ο αξίωμα παρέμειναν επί 20ετίαν, μέχρι του θανάτου του. Τω 1922, επί κυβερνήσεως Ν. Τριανταφυλλάκου, ο Σπ. Γιαννόπουλος διωρίσθη επί τι διάστημα υπουργός της Δικαιοσύνης.

 

Ιωάννης Αθ. Τερζάκης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1867, υιός του εκ των παλαιών εμπόρων της πόλεως Αθαν. Τερζάκη. Εσπούδασε νομικά και εδικηγόρει εν Ναυπλίω, αναδειχθείς εκ των πρώτων δικηγόρων. Εξελέγη δις βουλευτής Αργολιδοκορινθίας: εις την διπλήν αναθεωρητικήν Βουλήν το 1910 και την Βουλήν το 1912. Διετέλεσε προξενικός πράκτωρ της Γαλλίας το 1918. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1929.

Νικόλαος Καράπαυλος (1836-1903)

Πολιτευτής από την Κορώνη, που έμενε στο Ναύπλιο (1836-1903), όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Το 1873 εξελέγη βουλευτής Πυλίας υπό τον Αλ. Κουμουνδούρο. Μετά το θάνατο του Κουμουνδούρου προσχώρησε στο κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη και στη συνέχεια στο κόμμα του Γ. Θεοτόκη. Το 1900 έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης και εισηγήθηκε τον νόμο για τον περιορισμό της προσωποκράτησης για χρέη.

 Η οικογένεια Καραπαύλου ήταν σημαντικοί αγωνιστές του 1821. Ο Ηλίας Καράπαυλος που πρωτοστάτησε στην επανάσταση στην περιοχή του, πήρε μέρος στην απόκρουση του Δράμαλη το 1822. Ο αδελφός του Ιωάννης, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε γερουσιαστής.[11]

 Η οικογένεια Καραπαύλου έδωσε και άλλους δικηγόρους, πολιτικούς και μεγάλους δωρητές στο Ναύπλιο, όπως ο Τάκης Καράπαυλος, που πέθανε το 1937, γιος του Νικολάου, που εκλεγόταν βουλευτής Πυλίας με το Λαϊκό Κόμμα.  Με διαθήκη του κατέλειπε πολλά χρήματα για την ανέγερση του Νοσοκομείου, καθώς και σε όλα τα φιλανθρωπικά σωματεία για τους απόρους Ναυπλίου και Πρόνοιας. Αδελφός του ήταν ο Κωνσταντίνος Νικολάου Καράπαυλος, δικηγόρος και πρόξενος της Ιταλίας, πατέρας του Νίκου Καράπαυλου, δικηγόρου και δημάρχου Ναυπλιέων επί δύο τετραετίες (1975-78 και 1979-82). Η οικία της οικογένειας Καραπαύλου, που χτίστηκε το 1863, μεγαλοπρεπές νεοκλασικό κτίριο, βρίσκεται στις οδούς Σωφρόνη, Όθωνος και Μπουμπουλίνας.[12]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος (1847-1924)[13]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Ήταν ασκητικός και δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή. Του άρεσε να εργάζεται ώρες ατέλειωτες.

Σ’ όλη του τη ζωή ήταν αφοσιωμένος στο λειτούργημά του και στο συγγραφικό του έργο. Η εργατικότητά του έμεινε παροιμιώδης. Ο ίδιος έλεγε ότι η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας. 

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», από τον οποίο αποχώρησε το 1900, επειδή διαφώνησε με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαοικονόμο ως προς την τακτική του συλλόγου. Ο Βαρδουνιώτης επιθυμούσε να έχει ο σύλλογος ιστορικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό μετά την αποχώρησή του, ίδρυσε τον βραχύβιο «Λαϊκό Σύλλογο Ίναχο», αποσκοπώντας στο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού προς την ιστορία του Άργους. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία. Ο ζήλος του, όμως, ήταν αξιοθαύμαστος. Διοργάνωνε εκπαιδευτικές εξορμήσεις στις Μυκήνες, στα Δερβενάκια και πιο μακριά, όπως στην Ολυμπία, όταν λειτούργησε ο σιδηρόδρομος. Και υπάρχουν στον τύπο του Άργους σχετικά δημοσιεύματα, που αναφέρονται στις οργανωμένες ξεναγήσεις και στις εντυπώσεις των εκδρομέων.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Σπ. Καλμούχου την τετραετία 1883-87, οπότε δεν επανεκλέγεται1. ‘Ηταν οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, τον οποίο μάλιστα προσφώνησε, όταν πέρασε από το Άργος

Στις 18 Μαρτίου1885 κατά την προεκλογική του περιοδεία και κατέλυσε στο σπίτι του Σωτ. Δανόπουλου. Αργότερα εμφανίζεται οπαδός του Χαρ. Τρικoύπη. Με το Σπήλιο Καλμούχο είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις και τον υποστήριξε στην αρθρογραφία του. Ο ίδιος εξέδιδε την εφ. «Άργος» από το 1885 έως το 1889 σε αντικατάσταση του «Δαναού», που εξέδιδε μέχρι τότε ο Ι. Κ. Υψηλάντης. Μετά την επανάσταση στο Γουδί ανήκε στους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς. Αλλά όταν επήλθε η ρήξη ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση κατά του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το Φεβρουάριο 1918 σε ηλικία 71 χρονών στη Μυτιλήνη, από όπου επέστρεψε ύστερα από λίγους μήνες ταλαιπωρημένος και αγνώριστος.

Το πνευματικό έργο του Βαρδουνιώτη άφησε τη σφραγίδα του στα γράμματα του Άργους για 50 ολόκληρα χρόνια. Με εμφανή τα ίχνη του ρομαντισμού έγραψε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία όμως δεν άντεξαν στο σαρωτικό πέρασμα του χρόνου. Από την πεισιθάνατη ποίησή του λείπει η πηγαία έμπνευση και τα γνήσια αισθήματα, ενώ με τα διηγήματά του δεν μπόρεσε να ζωντανέψει χαρακτήρες ή να αναλύσει με επιτυχία την κοινωνία. Αλλά το ιστορικό και ιστοριοδιφικό του έργου είναι πολύ σημαντικό και προσελκύει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον μας. Ακούραστος στην ιστορική έρευνα, με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα συνέβαλε στην εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το έπος του 1821 και για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Ιδιαίτερη θέση, την πρώτη ίσως, κατέχει «Η καταστροφή του Δράμαλη», Τρίπολη 1913, που αναφέρεται στη μάχη των Δερβενακίων. Επίσης, έγραψε για τη δίκη του Κολοκοτρώνη, την Μπουμπουλίνα και άλλους ήρωες και αγωνιστές του 1821. Άλλα σημαντικά του έργα είναι η «Εκδρομή εις τας Μυκήνας», «Η Αφνειός Κόρινθος», «Η Φρύνη», «Παρά τον Ερασίνον» κ.ά. Πολλά δημοσιεύματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο του Άργους, στα ημερολόγια Σκόκκου και Σβορώνου και αλλού. Υπέγραφε πολλές φορές με τα ψευδώνυμα Έσπερος και Τίμων. Ο Βαρδουνιώτης απέκτησε δύο παιδιά. Ο γιος του Κωστάκης πέθανε μικρός. Η κόρη του παντρεύτηκε τον αξιωματικό του στρατού Ηλία Γιαννακόπουλο, αλλά πέθαναν άτεκνοι. Ο Βαρδουνιώτης πέθανε στο Άργος και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς Άργους.

 

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905) [14]

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Δικηγόροι Δήμαρχοι

 

  • Γ. Αντωνόπουλος (1837-1842)
  • Πολ. Ζαφειρόπουλος (1860-1862)
  • Κων. Ευθυμιόπουλος (1862-1866) (γεν. 1828-1885)
  • Γρ. Δημητριάδης (1878-1882)
  • Δημ. Τερζάκης (Αετός) (1899-1903)
  • Τάκης Φαρμακόπουλος (1914-1925)
  • Γεωργ. Μηναίος (Δικηγόρος και Συμβολαιογράφος) (1945)
  • Δημ. Αγ. Σαγιάς (1946-1966)
  • Βασ. Ρομποτής (1967) Διορισμένος από την Δικτατορική Κυβέρνηση
  • Κ. Κόκκινος (Δικαστής) 6 μήνες 1974-1975 Διορισμένος από τη δημοκρατική κυβέρνηση, Προσωρινός Δήμαρχος
  • Ν. Καράπαυλος (1975-1982)
  • Ιω. Μελίδης (1983-1986)

 

Ορισμένοι Δικηγόροι Βουλευτές και Υπουργοί

 

  • Δημ. Παπαδημητρίου (1946-1949, 1962-1967, Υφυπουργός Οικονομικών και Στρατιωτικών 1965-67)
  • Σπήλιος Βασιλείου (1981-85) (γεν. 1935)
  • Ιω. Μελίδης (1989-1997)
  • Πραξ. Μουτζουρίδης (1909) Εφημ. Αργολική 1920, Εφημ. Αντιπολίτευσις 1936 και 1946, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος Αναθ. Βουλής
  • Νικ. Καραπαύλος, Υπουργός Δικαιοσύνης (1899-1901)
  • Κων. Ευθυμιόπουλος (1865-1867, 1867-1868, 1869-1871, 1871-1872, 1873-1874, 1875-1879, 1878-1881)
  • Γερ. Μελισσινός (1932) (1867-1943)
  • Ιω. Μουτζουρίδης (Υπουργός – Γ.Δ. Κρήτης και Υπ. Εσωτερικών 1933-1934)

 

Πρόεδροι Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου

 

  • Υπάτιος Αυγερινός (1884-1886)
  • Κων. Φαρμακόπουλος (1886-1893)
  • Ιω. Πολίτης (1893-1898)
  • Ιω. Πετρίδης
  • Σπ. Γιαννόπουλος (1913-1933) (Δικαστική Εφημερίς 1890-1900, 1922 Υπ. Δικαιοσύνης, 1854-1933, Δικηγ. 1877)
  • Γεωργ. Η. Μηναίος (1933-…)
  • Κων. Πετρίδης (1938-1945) Γάιος
  • Πραξ. Μουτζουρίδης (1945-…)
  • Μιχ. Στάμος (δεκαετία του ’50 και ’60)
  • Ηλίας Μπέζας (1967-1974, διορισμένος από τη δικτατορική κυβέρνηση)
  • Στέφανος Μακρής (1974-1977)
  • Τάκης Μελισσηνός (1977-1980) (γεν.1910-1994)
  • Αναστ. Βάθης  (1980-1983)
  • Δημήτριος Γκιόλας (1984-1996, 4 θητείες)
  • Παρασκ. Αυγουστόπουλος (1996-2005, 3 θητείες)
  • Θεοδ. Καζάς (2005-σήμερα)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

Ορισμένοι Δικηγόροι εκ του Μητρώου του Συλλόγου (από το 1905)

 

 

  Χρόνος διορισμού, όρκου ή μεταθέσεως Καταγωγή Δικηγόρου Παρατηρήσεις

1.

Κωνσταντίνος Ιωάννου Πετρίδης 26-12-1905

Ωρκίσθη 18-6-1906

Ναύπλιο Απεβίωσε 26-8-1950

Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου

Κηδεία 27-8-1950 δαπάναις Δικηγορικού Συλλόγου

2.

Μιχαήλ Χ. Στάμου 19-1-1907

Ωρκίσθη 27-1-1907

Άργος Παραιτήθη 1-7-1968

Επίτιμος Δικ. και Επίτιμος Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου

8.

Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης Ωρκίσθη 18-10-1911 Ναύπλιο Παραιτήθη 14-11-1951 Β.Δ.

10.

Δημ. Αγγ. Σαγιάς 5-10-1919

19-1-1921 Β.Δ.

Ωρκίσθη 27-1-1921

Ναύπλιο Παραιτήθη 29-11-1957

Απεβίωσε 25-12-1966

12.

Ιωάννης Βασ. Δρούγας 20-6-1922 Β.Δ.

Ωρκίσθη 24-8-1922

  Απεβίωσε 24-3-1950

13.

Παναγιώτης Γιαννιάς Β.Δ. 8-9-1923

Ωρκίσθη 30-5-1923

10-5-1923

Ναύπλιο Παραιτήθη 30-11-1965

14.

Κων. Παν. Βραχνός Β.Δ. 9-5-1924

Ωρκίσθη 2-6-1924

  Παραιτήθη 22-5-1968

 

Στεφ. Ιω. Μακρής 6-2-1925 Άργος Παραιτήθη

16.

Γρηγ. Κων. Κούλουμπος 20-5-1925 Διατ.

Ωρκίσθη 10-6-1925

Αργος Παραιτήθη Β.Δ. 10-12-1966

18.

Ηλίας Ευάγγ. Παπαδάκης 21-8-1925 Διατ.

Ωρκίσθη 16-9-1925

Ναύπλιο Απεβίωσε 25-8-1961

21.

Αθαν. Ιω. Τερζάκης 28-10-1926 Διατ.

Ωρκίσθη 15-11-1926

Ναύπλιο Απεβίωσε 16-10-1955

 

Χρ. Ν. Καρούζος 6-4-1927 Άργος Παραιτήθη 14-5-1968

34.

Παν. Γερ. Μελισσινός 27-6-1932 Διατ.

Ωρκίσθη 15-7-1932

Ναύπλιο Παραιτήθη 23-4-1990

35.

Δημ. Αθαν. Παπαδημητρίου Διατ. 14-11-1934

Ωρκίσθη 5-12-1934

Ναύπλιο Μετατέθη Αθήνα 7-2-1967

36.

Πέτρος Ν. Κομνηνός Διατ. 28-3-1935

Ωρκίσθη 19-4-1935

Ναύπλιο Απεβίωσε 14-4-1970

39.

Γεώργιος Κων. Μηναίος Διατ. 24-3-1936

Ωρκίσθη 20-4-1936

Ναύπλιο Διωρίσθη συμβολαιογράφος 30-6-1954

40.

Δημ. Σωτ. Μανιάτης 16-4-1936

Διατ. 4-4-1936

Ωρκίσθη 24-4-1936

Ναύπλιο Διαγρ. παραιτηθείς 20-9-1967

41.

Ιωάννης Γεωργ. Ροζάκης 5-6-1937

Ωρκίσθη 28-6-1937

Ναύπλιο Παραιτήθη 16-4-1963 Β.Δ.

47.

Νικ. Κων. Καραπαύλος Β.Δ. 24-2-1939

Ωρκίσθη 15-3-1939

Ν Συνταξιοδοτήθηκε 24-8-1993

48.

Αθαν. Θεοδ. Θεοφανόπουλος Β.Δ. 6-9-1939

Ωρκίσθη 2-10-1939

Ν Παραιτήθη 24-10-1977

57.

Αναστάσιος Β. Βάθης 31-10-1940 Β.Δ. Ν Απεβίωσε 4-2-1981

59.

Παν. Γ. Μητρομάρας 4-10-1943

Ωρκίσθη 30-10-1943

Ν Παραιτήθη 2-7-1985

60.

Ηλ. Χρ. Μπέζας Β.Δ. 7-3-1946

Ωρκίσθη 10-4-1946

Ν Παραιτήθη 6-12-1999

64.

Γεωργ. Θ. Αγγελίδης 27-3-1909 (ΦΕΚ 7420/2-4-1909) Ν Παραιτήθη 25-10-1916 Διατ.

66.

Δημ. Νικ. Λυκίδης Β.Δ. 31-12-1947

 

Ν Απεβίωσε 17-3-1984

69.

Θεοδόσιος Κων. Κωστούρος Β.Δ. 21-12-1949

Ωρκίσθη 18-1-1950

Ν Διαγρ. 17-11-1999

Απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης

71.

Ιπποκράτης Δημ. Ορφανός Μετετέθη εκ του Πρωτ. Αθηνών

Β.Δ. 7-2-1951

Ν Πρωτοδ. Σάμου 15-6-1932

Ειρηνοδίκης Πλωμαρίου

Μετετέθη Ειρηνοδίκης Πεύκου Βιάννων 1937

73.

Γεωργ. Ιω. Ουλής Β.Δ. 6-8-1951 Ν Παραιτήθη 19-3-1989

74.

Παναγιώτης Γεωρ. Ρούβαλης Β.Δ. 9-11-1951  (Δημοσιεύτηκε ΦΕΚ 309/22-12-1951, Τευχ. Γ’)

Ωρκίσθη 8-12-1951

Ν Διορίσθη  Συμβολαιογράφος

Β.Δ. 8-2-1966

ΦΕΚ 49/16-2-1966 Πρωτοδικείο Αθηνών

78.

Ευάγγελος Κ. Λυμπέρης Β.Δ. 3-12-1952 Ν Απεβίωσε 8-6-1976

95.

Βασ. Σπ. Ρομποτής Δ. 16-3-1958

Ωρκίσθη 31-3-1958

Ν Ωρκίσθη Δήμαρχος Ναυπλίου 28-12-1966

100.

Ιωάννης Αναστ. Μελίδης Β.Δ. 16-8-1959 Ν  

104.

Απ. Πλατ. Μπότσος Β.Δ. 14-9-1960 Ν Διεγράφη ως Έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου Αθηνών 8-3-1962

125.

Παν. Κων. Χελιώτης Β.Δ. 11-8-1964 Ν  

136.

Σπήλιος Ανδρ. Βασιλείου Β.Δ. 5-9-1966 Ν  

 

Παράρτημα V

Δήμαρχοι Ναυπλιέων

Σημειώνονται οι εξ αυτών δικηγόροι

 

1. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ (1835-1837 και 1852-1848).

Το 1828 διετέλεσε γερουσιαστής. Υπήρξε σύζυγος  της γνωστής για την αντιοθωνική της δράση αλλά και για το φιλανθρωπικό της έργο, Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Το σπίτι τους στην τότε πλατεία Πλατάνου, τη σημερινή πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου (στη θέση του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας) υπήρξε το πολιτικό και κοινωνικό κέντρο της εποχής τους.

2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (1837-1842).

Καταγόταν από παλαιά οικογένεια του Ναυπλίου, της οποίας πολλά μέλη διακρίθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν οπλαρχηγός και πολιτικός. Ο Ιωάννης Καπο­δίστριας τον εκτιμούσε πάρα πολύ και τον αποκαλούσε «επιφανέστατον Έλληνα».

3. ΛΥΜΠΕΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1848-1852).

4. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1852-1854 και 1856-1860).

Η καταγωγή του ήταν από τη Δημητσάνα.  Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων είχε διατελέσει πρόξενος της Ιταλίας και τιμήθηκε με πολλά παράσημα.

5. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΡΑΤΟΣ (1854-1856).

6. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (1860-1862).

7. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ (1862-1862).

Ήταν κτηματίας από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας κατά την περίοδο 1856-1859. Εκλέχτηκε Δήμαρχος Ναυπλίου το 1862 αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος εναντίον του Όθωνα, που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Ναυπλιακά». Παρέμεινε στο Δημαρχιακό αξίωμα έως την εκθρόνιση του Όθωνα στις 12 Οκτωβρίου 1862. Με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη δημοτικότητά του, κατόρθωνε να μετριάζει τις διαφορές που δημιουργούνταν, κατά την ανώμαλη εκείνη περίοδο, μεταξύ Στρατιωτικών και Αστυνομικών.

8. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ (1862-1866).

Δικηγόρος από το Ναύπλιο. Ο Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος διετέλεσε Δημοτικός Αστυνόμος και πήρε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 εναντίον του Όθωνα. Στις 13 Οκτωβρίου 1862, την επομένη της παραίτησης του βασιλέως και της ανα­χώρησής του για την Γερμανία ανακηρύχθηκε «δια βοής» Δήμαρχος Ναυ­πλιέων και παρέμεινε στο δημαρχιακό αξίωμα ολόκληρη την τετραετία 1862-1866. Εκλέχτηκε επίσης και πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

9. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΩΤΣΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1866-1878 και 1883-1890).

Ήταν γιατρός και η καταγωγή του ήταν από το Ναύπλιο. Εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ (1878-1882).

Πρόκριτος του Ναυπλίου, δικηγόρος. Το Φεβρουάριο του 1862 έγινε μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, η οποία συστήθηκε στο Ναύπλιο για την υποστήριξη του κινήματος του γνωστού ως «Ναυπλιακά»· υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Ναύπλιο, επειδή δεν ήταν μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών, που αμνηστεύθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα. Μετά την επάνοδό του εκλέχθηκε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, λίγο μετά την εκθρόνιση του Όθωνα, πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα.

11. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1891-1895 και 1895-1899).

Γιατρός από το Ναύπλιο, που πρόσφερε πολλά για την ανάπτυξη της πόλης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Εξωτερικό με την υποστήριξη της βασίλισσας Αμαλίας, επειδή ο πατέρας του Νι­κόλαος Γιαννόπουλος ήταν ράπτης στην Αυλή του Όθωνα και της Αμαλίας. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία μετά τη λήξη της θητείας του ως δημάρχου. Το τριώροφο σπίτι της οικογένειας Γιαννόπουλου που οικοδομήθηκε το 1890, παραμένει πάντα όρθιο και επιβλητικό στην πλατεία Συντάγματος, χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό δείγμα της εποχής.

12. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1903-1907 και 1907-1914).

Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι. Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε και Πρόξενος της Ιταλίας με τιμητικές διακρίσεις.

13.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ (1899-1903).

Ήταν πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Ήταν δικηγόρος, ενώ είχε διατελέσει βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος.

14. ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1914-1925).

Προερχόταν από σπουδαία Αναπλιώτικη οικογένεια επιστημόνων, πολιτικών και δημοτικών αρχόντων, που έδρασαν στο διάστημα από το 1830 μέχρι το 1940 και πρόσφεραν πολλά στην πόλη του Ναυπλίου.

15. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΟΦΡΩΝΗΣ (1925-1929).

Ήταν στρατιωτικός γιατρός. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1917-1923) και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του γενικού αρχίατρου.

16. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Θ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1929-1934 και 1945-1946).

17. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΗΝΑΙΟΣ (1934-1944).

Γεώργιος Μηναίος

Γεώργιος Μηναίος

Ήταν γιατρός και εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε βουλευτής και γερουσιαστής. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι. Συνελήφθη το φθινόπωρο του 1943 από τα στρατεύματα Κατοχής και κρατήθηκε σε στρατόπεδο ομήρων. Έξι μήνες μετά τη σύλληψή του αρρώστησε και αφέθηκε ελεύθερος, αλλά σύντομα η ασθένειά του τον έφερε στον τάφο, τον Μάϊο του 1944.

 18. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΓΙΑΣ (1946-1966).

Δικηγόρος με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ως Δήμαρχος Ναυπλιέων διακρίθηκε για την πολιτιστική του δραστηριότητα. Η μακροχρόνια θητεία του στο Δήμο τιμήθηκε με χάλκινη προτομή του, που στήθηκε στην πλατεία Αρβανιτιάς.

19. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ (1967-1967), δικηγόρος.

20. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΡΟΜΑΡΑΣ (1967-1973), πτυχιούχος νομικής.

21. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1973-1974), αρχιτέκτων.

22. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1974-1975), δικαστικός.

Μετέπειτα Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Διετέλεσε Δήμαρχος Ναυπλιέων το έτος 1974, αμέσως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με την ιδιότητα ταυτόχρονα του εφέτη στο αντίστοιχο Δικαστήριο Ναυπλίου.

23. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (1975-1982), δικηγόρος.

Ήταν ανιψιός του Τάκη Καράπαυλου, του μεγάλου δωρητή του Δήμου Ναυπλιέων και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Καραπαύλων, πολεμιστών και πολιτικών από τη Μεσσηνία.

24. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΙΔΗΣ (1983-1986), μετέπειτα βουλευτής Αργολίδος, δικηγόρος Ναυπλίου.

25. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΗΛ. ΤΣΟΥΡΝΟΣ (1987-1991 και 1991-1996), πολιτικός μηχανικός και Βουλευτής Αργολίδος.

26. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΡΑΜΗΣ (1996-1998), οδοντίατρος, γόνος της μεγάλης οικογένειας του Ναυπλίου.[15]

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 
 
Υποσημειώσεις


[1] Σύνταγμα, 14-11-1910.

[2] Σύνταγμα, ο.π.

[3] Θεοδόσιος Π. Δημόπουλος,  Ιστορία του Ναυπλίου, Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης, τόμος Β’, 2010, σελ. 416-418.

[4] Βασ. Κ. Δωροβίνης, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, Νομικό Βήμα, τ. 29, Αθήνα, 1981

[5] Χαράλαμπος Κύρκος, Θεόδωρος Φλογαΐτης, Ένας ανυποχώρητος μαχητής της συνταγματικής νομιμότητας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2009, σελ. 34

[6] Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις…, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003 όπου υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για το Δικηγ. Σύλλογο Ναυπλίου, σελ. 387-392.

[7] Εφημερίς «Σύνταγμα», 4-3-1909.

[8] Σύνταγμα, 1-8-1910.

[9] Λύντια Τρίχα, ο.π., σελ. 392.

[10] Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις…, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003 όπου υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για το Δικηγ. Σύλλογο Ναυπλίου. Οι πίνακες δικηγόρων του 19 ου αιώνα στις σελ. 392-393.

[11] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάνικα, τόμος, 27, σελ. 371

[12] Μάρω Βουγιούκα- Νέλλυ Χρονοπούλου, Οδωνυμικά του Ναυπλίου, Εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, 1991, σελ., 84-85

[13] Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, λήμμα Βαρδουνιώτης.

[14] Αργολική Βιβλιοθήκη, λήμμα Φλογαΐτης

[15] Βίκυ Ελενοπούλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000)

 

Read Full Post »

Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ – Ένας Βαυαρός Αντιβασιλέας στην Αργολίδα


 

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ Μάουρερ (1790-1872) υπήρξε ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας για τον ανήλικο πρώτο βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα. Παρέμεινε στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1833 μέχρι το τέλος Ιουλίου 1834, δυο μήνες πριν αποφασιστεί η οριστική μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Δίχως αμφιβολία και μόνο με το έργο του θα πρέπει να θεωρηθεί το πλέον σημαντικό στέλεχος της πρώτης βαυαρικής διοίκησης της χώρας. Αλλά ήταν σημαντικός νομικός στην πατρίδα του, με κύρος και αναγνώριση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχοντας άλλωστε ανέλθει σε ανώτατα αξιώματα του τότε βασιλείου της Βαυαρίας.

 Σε αυτόν κατά κύριο λόγο οφείλεται η σύνταξη βασικών νομικών κωδίκων στην Ελλάδα, οι οποίοι ίσχυσαν για πάνω από εκατό χρόνια και η προσπάθεια για ανασύσταση της δημόσιας διοίκησης κατά ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποστηρικτής της «πεφωτισμένης μοναρχίας» και ιδεολογικά ακράδαντα προσκολλημένος σε αυτήν, δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε σε όλο βάθος τους τα προβλήματα και τις νοοτροπίες της Ελλάδας του 1833-34, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τις έντονες εμφύλιες αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν. Στο μείζον για την Ελλάδα έργο του «Ο ελληνικός λαός», που το αφιερώνει ακριβώς στους Έλληνες, οι αντιφάσεις του όσον αφορά την πρόσληψη γεγονότων, τοπικών ψυχολογιών, νοοτροπιών και αντιδράσεων είναι έκδηλες και ασφαλώς αυτές τον ώθησαν σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή να αντιπαρατεθεί έντονα προς τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα και, κατά συνέπεια, να συνταχθεί προς τη δίκη και καταδίκη τους.

Όμως μέσα από το πολυσήμαντο σύγγραμμά του έρχονται σε φως οξύτατες παρατηρήσεις του για τις διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, για τη διοικητική οργάνωση της χώρας και για τις προοπτικές της, ενώ αποτυπώνει πολλές πλευρές όχι μόνο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αλλά ακόμα και του φυσικού τοπίου, μάλιστα του Ναυπλίου και της Αργολίδας, για την οποία περιέχεται και καταγραφή θεσμών στον τομέα του Δικαίου των προσώπων – Αστικού Δικαίου, του οποίου ο Μάουρερ δεν προχώρησε την κωδικοποίηση, όχι μόνο για λόγους χρονικών περιορισμών, αλλά και γιατί πίστευε ότι το Δίκαιο αυτό και η κωδικοποίηση του θα έπρεπε να είναι απότοκα των τοπικών εθίμων. Σε αυτόν άλλωστε οφείλεται και η δικαιïκή εξίσωση νόμων και εθίμων.

Στόχος της εισήγησης είναι όχι μόνο να αντιμετωπιστεί ίσως με ένα άλλο φως η περίπτωση και το έργο του Μάουρερ στην Αργολίδα και στην Ελλάδα, αλλά να προκληθεί προβληματισμός γύρω και από ορισμένα σήμερα ισχύοντα και (ακόμα) συμβαίνοντα, πράγμα που θα μπορούμε να καταλήξει και σε μία εκ νέου έρευνα του έργου του και στην Ελλάδα.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ διατέλεσε – μόλις για ενάμιση περίπου χρόνο – μέλος της Αντιβασιλείας του ανήλικου βασιλιά Όθωνα στην Ελλά­δα και από πολλούς έχει παρουσιαστεί τουλάχιστον ως αντιφατικό πρόσωπο. Μεγάλου κύρους νομικός στην πατρίδα του, επελέγη από τον ίδιο τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο ως ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας που αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833. Ήταν πιστός μο­ναρχικός, οπαδός της «πεφωτισμένης» μοναρχίας, με «πατρική» στάση προς τον λαό και είχε σαφώς την πρόθεση να θέσει τις βάσεις για σωστή οργάνωση του κράτους και να ωθήσει τον λαό σε πολιτισμική άνοδο. Οι αντιλήψεις του αυτές δεν διέκριναν μόνο τον ίδιο, αλλά αποτελούσαν γνωρίσματα πολλών «hommes d᾿ État» της εποχής του, αλλά και άλλων, μετέπειτα.

Στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα αναγνωρίζεται η θεμελιακή συμβολή του Μάουρερ στη μελέτη των μεσαιωνικών κοινωνιών και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στη διαμόρφωση της νομοθεσίας μετά την έλευση του Όθωνα, στην οργάνωση της δικαιοσύνης και της παιδείας, στο θέμα του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και στην καταγραφή του τοπικού, Αστικού θα λέγαμε σήμερα, εθιμικού δικαίου, μέσα από το θεμε­λιώδες έργο του Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung: vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. juli 1834. Από το έργο αυτό προέρχονται οι πληροφορίες για την Αργολίδα, στις οποίες θα αναφερθούμε. [1]

Στο έργο αυτό είναι έκδηλη η πρόθεση του συγγραφέα να υποστηρίξει ότι εργάστηκε για την ανόρθωση της χώρας, για την εξυγίανση των δημόσιων πραγμάτων (όταν ήλθε σε σύγκρουση με τον πολυ­έξοδο κόμη Άρμανσμπεργκ, επίσης μέλος της πρώτης Αντιβασιλείας), αλλά και για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος, ευρισκό­μενος πάντα σε άμεση σχέση με τον βασιλιά, θα υπερέβαινε τον μέχρι τότε φατριαστικό διαχωρισμό των πολιτικών δυνάμεων στα υπάρχοντα κόμματα («αγγλικό», «γαλλικό» και «ρωσικό») και θα ονομαζόταν «καποδιστριακό» κόμμα, όπως ο ίδιος γράφει στο έργο του.

Η αντίφαση στη δράση του παρουσιάζεται από τη στιγμή που συντάσσε­ται, και μάλιστα πρωταγωνιστεί, στην παραπομπή σε δίκη των Θ. Κολοκο­τρώνη και Δ. Πλαπούτα, δίκη κατά την οποία διακρίθηκε τόσο ο Σκώτος Εδ. Μάσσων ως εισαγγελέας όσο και οι δικαστές Αν. Πολυζώϊδης και Γ. Τερτσέ­της, οι οποίοι ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να λάβουν εξωδικαστικές εντολές και διαχώρισαν τη θέση τους, δίνοντας ένα διαχρονικό παράδειγμα.

Το έργο του Μάουρερ εκδόθηκε το 1835 στη Χαϊδελβέργη· ο πρόλογος του συγγραφέα φέρει ημερομηνία 1.6.1835, επομένως, σε διάστημα μικρό­τερο των δέκα μηνών από την απομάκρυνση του από την Αντιβασιλεία είχε ήδη συντάξει το ογκώδες τρίτομο έργο του, το οποίο τυπώθηκε πάραυτα. Για περισσότερα από 100 χρόνια παρέμεινε αμετάφραστο στα ελληνικά και μόλις επί Κατοχής, το 1943, κυκλοφόρησε, με μεγάλη υστέρηση σε τεχνικό επίπε­δο, μία πρώτη μετάφραση του από τον καθηγητή Χρ. Πράτσικα και τον εφέτη Ευστ. Καραστάθη, σε στρυφνή καθαρεύουσα, μετάφραση που κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα και κατέληξε σε νομικές βιβλιοθήκες, δίχως να απασχολήσει ιδιαίτερα τις ειδικότητες που κυρίως θα όφειλαν να ενδιαφερθούν, δηλαδή τους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους.

Το 1976 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο των αδελφών Τολίδη νέα μετάφραση σε στρωτή δημοτική, της Όλγας Ρομπάκη, με σύντομο εισαγωγι­κό σημείωμα του ιστορικού Τάσου Βουρνά. Μόνο τα κείμενα στον τόμο του 1976 αριθμούν συνολικά 765 σελίδες. Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε με δυο λόγια στη δομή του έργου. Στον σύντομο πρόλογο του ο Μάουρερ εξηγεί ότι ανακλήθηκε στη Βαυαρία με εντολή του Λουδοβίκου (31 Ιουλίου 1834), χωρίς – μέχρι το χρονικό διάστημα της έκδοσης του βιβλίου – να του έχει δοθεί η παραμικρή εξήγηση για τον λόγο της ανάκλησής του, μαζί με τον γραμματέα και αναπληρωτή στο Συμβούλιο της Αντιβασιλείας, τον Άμπελ, αν και, όπως ο ίδιος σημειώνει, η βαυαρική Αυλή είχε εγκαταστήσει «επιτετραμμένο» στο Ναύπλιο και έτσι «μάθαινε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβαιναν». Είχε προ­ηγηθεί επίθεση εναντίον του από βαυαρικές εφημερίδες, η οποία στηριζόταν – κατ᾿ αυτόν- σε συκοφαντίες, χωρίς να αναφέρει όμως κάτι συγκεκριμένο, πλην μιας φήμης ότι δήθεν σχεδίαζε την απομάκρυνση του Αρμανσμπεργκ, για να καταστεί εκείνος ο κύριος αντιβασιλέας.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος. Λιθογραφία,  Gottlieb Bodmer, 1836.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος. Λιθογραφία, Gottlieb Bodmer, 1836.

 

Το βιβλίο του ο Μάουρερ το αφιερώνει στον ελληνικό λαό και στο πρώτο μέρος δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα πριν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, εστιάζοντας κυρίως στις υφιστάμενες τότε δομές της χώρας, στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα, στην επιρροή του κλήρου και στις σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές. Στη συνέχεια καταγράφει το ελληνικό εθιμικό δίκαιο, όπως αυτό ίσχυε κατά περιοχές – εμείς θα εστιά­σουμε στα σχετικά με την Αργολίδα -, ακολουθεί ανάλυση για την ελληνική Εκκλησία, Ορθόδοξη και «Λατινική», όπως ο ίδιος γράφει, και ο πρώτος τόμος τελειώνει με αναφορές στην κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι και την άφιξη του Όθωνα, με αναφορές κυρίως στους θεσμούς και στο όλο διοικητικό σύστημα.

Στον δεύτερο τόμο περιγράφονται τα μέτρα οργάνωσης και αναμόρφωσης όλων των θεσμών του κράτους, που προωθήθηκαν το διάστημα 1833-1834. Παράλληλα, ο συγγραφέας επανέρχεται στο εθιμικό δίκαιο και το προσεγγίζει πλέον όχι με βάση τις καταγραφές που ο ίδιος είχε φροντίσει να γίνουν, αλλά με τρόπο συνολικότε­ρο, σημειώνοντας ιδιαίτερα τα εξής ενδιαφέροντα:

Για το Αστικό δίκαιο σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν διέθετε ακόμη σχετικό κώδικα, άλλωστε για τον λόγο αυτό είχε προβεί στην καταγραφή και συλλογή των κανόνων του εθιμικού δικαίου, και επιχειρεί μία σύντομη εξιστόρησή του, τουλάχιστον όπως αυτός το γνώρισε. Συγκεκριμένα γράφει:

 

Γίνεται βέβαια στην Ελλάδα κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, αλλά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι πολύ ξεκαθαρισμένα […]. Υπάρχουν επίσης στην Ελλάδα διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, όπως οι προύχοντες, οι κληρικοί και οι χωρικοί. Δεν υπάρχουν όμως ανάμεσα σ’ αυ­τές τις τάξεις κατοχυρωμένα βασικά κοινωνικά προνόμια. Όλοι οι άνθρω­ποι των διαφορετικών αυτών τάξεων είναι ελεύθεροι, γιατί δεν υπάρχουν στο ελληνικό βασίλειο δουλοπάροικοι, απελεύθεροι ή δούλοι, αλλά ούτε υπάρχει και καμία τάξη με τα αναγνωρισμένα προνόμια της αριστοκρατίας […]. Το λαϊκό μάλιστα αίσθημα τόσο απεχθάνεται κάτι τέτοιες διακρίσεις, ώστε κτυπά αμείλικτα τους διάφορους Φαναριώτες που έχουν τη μανία να προσθέτουν στο όνομά τους τον τίτλο του πρίγκηπα, μόνο και μόνο για­τί έτυχε κάποιος πρόγονός τους να είχε διοριστεί κάποτε «ηγεμόνας» στη Μολδαβία ή τη Βλαχία.

 

Στη συνέχεια ο Μάουρερ επιχειρεί μια γενική επισκόπηση όλων των το­μέων του Αστικού δικαίου, καταγράφει, ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο και το Ποινικό δίκαιο, εκθέτοντας κυρίως τη δικονομική πλευρά του, και καταλήγει με την οργάνωση των δικαστηρίων, την οποία προώθησε επίσης ο ίδιος.

Το έργο κλείνει με το πλέον πολιτικό κείμενο του Μάουρερ, έκτασης 35 σελίδων, υπό τον τίτλο «Η κατάσταση του Ελληνικού Λαού κατά το διάστημα της αντιβασιλείας μέχρι την 31η Ιουλίου 1834» (σ. 733-768 της ελληνικής έκδοσης). Εδώ υποστηρίζει ότι υπήρξε συνωμοσία του Κολοκοτρώνη και του Βαυαρού Φραντς, στον οποίο αναφέρεται και αλλού, αποφεύγει όμως την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων. Επιτίθεται στον Άρμανσμπεργκ, στον οποίο αποδίδει την πρόθεση να αναλάβει μόνος αυτός την Αντιβασιλεία. Στο ίδιο κεφάλαιο σημειώνεται η απόλυτη αλλαγή στάσης απέναντι στα παλαιά στελέχη της προηγούμενης καποδιστριακής διοίκησης, τους οποίους κατα­τάσσει πλέον στην πλευρά των «συνωμοτών».

Αναφέρει, επίσης, ότι κατά την ίδια περίοδο ολοκληρώθηκαν οι νέοι κώ­δικες (ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και ο Κώδικας του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων) και επανέρχεται στη «συνωμοσία», στην οποία θεωρεί ότι συμμετείχαν και οι Φαναριώτες, ενώ επιμένει ότι, κατά την ίδια περίοδο, υπήρξε βελτίωση της γενικής κατάστασης, αναφέροντας, μάλιστα, ότι πολλοί από τους αγωνιστές τοποθετήθηκαν σε θέσεις ανάλογα με τα προσόντα τους, ενώ πολλοί άλλοι τιμήθηκαν με παράσημα.

Παρά τη διεισδυτικότητα της σκέψης του, δεν φαίνεται ότι ο Μάουρερ είχε αντιληφθεί, τουλάχιστον σε όλη την έκταση του, το θέμα του παραγκω­νισμού των αγωνιστών της Επανάστασης, που συντελέστηκε στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της κρατικής μηχανής, πράγμα, άλλωστε, που οδήγησε άφευκτα σε μεταγενέστερες και πολύ σημαντικές συγκρούσεις, και, εν τέλει, στην Επανάσταση του 1843. Παρόλο που δηλώνει ότι είχε συνείδηση για τις δυσκολίες του Καποδίστρια, που οδήγησαν και στη δολοφονία του, φαίνεται ότι, αναίμακτα αυτή τη φορά, αλλά και με τη συμβολή της διαφοράς του με άλλα μέλη της Αντιβασιλείας, κατέληξε σε ανάλογο σημείο. Βεβαίως, οι ανα­λύσεις που καταγράφονται στο τέλος του έργου του Μάουρερ θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν θέμα συζήτησης, στην οποία θα έπρεπε να συναξιολογηθεί και η μελέτη – άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη για τον Μάσσων, η οποία γράφτηκε πολύ μετά τη δίκη του 1834 και με εντελή ψυχραιμία (η μελέτη γράφτηκε το 1915). Αυτό όμως θα μας απομάκρυνε από το κυρίως θέμα μας.

Πριν υπεισέλθουμε σε αυτό, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να σταθούμε – με μεγάλη συντομία- σε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του Μάουρερ: Γεννήθηκε το 1790 και πέθανε το 1872. Η βιογραφία του, κείμενο που αναγνώστηκε ως διάλεξη στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από τον δικηγό­ρο Κ. Θ. Κυριακόπουλο, στις 20.12.1927, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του Πρώτου Συνεδρίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, το 1928. Ο Κυ­ριακόπουλος, έχοντας λάβει, υποθέτω, υπόψη του τη σχετική γερμανική βι­βλιογραφία, υποστηρίζει ότι ο Μάουρερ από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε ενστερνιστεί φιλελεύθερες ιδέες, απότοκες της Γαλλικής Επανάστασης, και πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της Δικαιοσύνης σε φιλελεύθερες βά­σεις. Στο Παρίσι έκανε έρευνες για το αρχαίο γαλλικό και γερμανικό δίκαιο, ως συνεχιστής του θεμελιωτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου Σαβινύ, και όταν επέστρεψε στη Βαυαρία, διορίστηκε αρχικά Αντεισαγγελέας Εφετών και κατόπιν Εφέτης και μέλος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το 1826 διορίστηκε Καθηγητής του Ιδιωτικού Δικαίου και της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ στη συνέχεια τον υπέδειξε ως διάδοχο του ο περιβόητος, τότε, Καθηγητής Άιχορν στην έδρα του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν.

Από τη θέση αυτή τον απομάκρυνε ο βασιλιάς Λουδοβίκος διορίζοντας τον τακτικό Σύμβουλο της Επικρατείας και στη συνέχεια Γερουσιαστή, ενώ το 1832 τον όρισε μέλος της Αντιβασιλείας της Ελλάδας. Ο Κυριακόπουλος θεωρεί ότι για τους κώδικες που κατάρτισε εδώ ο Μάουρερ εμπνεύσθηκε από τη γαλλική και τη γερμανική νομοθεσία, θεωρώντας, μάλιστα, ότι υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των ελληνικών και των αρχαίων γερμανικών εθίμων. Πά­ντως οι κώδικες αυτοί ίσχυαν στην Ελλάδα για περισσότερα από 100 χρόνια, ενώ πρόθεση του Μάουρερ ήταν να καταρτιστεί Αστικός Κώδικας μόνο μετά την πλήρη καταγραφή -και την κατάλληλη επεξεργασία- των σχετικών ελλη­νικών εθίμων, όπως και του εθιμικού δικαίου, πράγμα που ίσως θα ολοκλή­ρωνε εκείνος, αν δεν είχε ανακληθεί.

Γυρίζοντας στη Βαυαρία επανήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το 1847 έγινε πρωθυπουργός του κρατιδίου και στη συνέχεια διατέλεσε πρε­σβευτής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1858, τέσσερα χρόνια πριν από την έξω­ση του Όθωνα, συνοδεύοντας ένα Βαυαρό πρίγκιπα, οπότε και τιμήθηκε από Έλληνες νομικούς σε δεξίωση, όπου του απενεμήθη και χρυσό μετάλλιο. Με­ταξύ των νομικών αυτών ήταν και ο Πολυζωΐδης. Ο Κυριακόπουλος εξηγεί τη στάση του τελευταίου ισχυριζόμενος ότι όσα έγιναν εναντίον του και κατά του Τερτσέτη στη δίκη του 1834 «εβάρυνον άλλους, και όχι τον Μάουρερ». Και εδώ ασφαλώς ανοίγει ένα άλλο θέμα προς διερεύνηση.

Ο Μάουρερ ήλθε, παρέμεινε και αποχώρησε από το Ναύπλιο πριν λη­φθεί η απόφαση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Αθήνα, ενώ είχε προηγηθεί ζωηρή συζήτηση περί διάφορων άλλων υποψήφιων για πρωτεύουσα πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Άργος. Προφανώς το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε, το πήρε μαζί του (άγνωστο αν πήρε το πρωτότυπο υλικό ή αντίγραφο του). Ο ίδιος γράφει σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε – δεοντολογικά και επιστημονικά ήταν άψογος – ότι «προέρ­χονταν από επίσημες πληροφορίες ή από αξιόπιστες διηγήσεις. Στην εργασία αυτή πρωταρχικός σκοπός μου ήταν η αλήθεια, και γι’ αυτό δεν καταχώρισα τίποτα που να μην εξακρίβωσα εγώ ο ίδιος, όσο βέβαια κάτι τέτοιο ήταν κα­τορθωτό σε μία χώρα όπως η Ελλάδα».

Ο Μάουρερ έλαβε πολλά στοιχεία από τις εκδιδόμενες στην Ελλάδα εφη­μερίδες. Συγκεκριμένα, για την καποδιστριακή περίοδο αντλεί υλικό από τη γαλλόφωνη εφημερίδα Ταχυδρόμος της Ελλάδος (1829-1832). Για τους επό­μενους έντεκα μήνες, μέχρι την άφιξή του Όθωνα, άντλησε υλικό από την επίσης γαλλόφωνη εφημερίδα Ελληνικός Μηνύτωρ και για την περίοδο της Αντιβασιλείας χρησιμοποίησε τα κυβερνητικά φύλλα. Τονίζει ότι χρησιμο­ποίησε κυρίως το επίσημο υλικό αποφεύγοντας να συμπεριλάβει στοιχεία που στηρίζονταν σε κομματικές απόψεις. Αναφέρει, επίσης, ότι χρησιμοποίησε το βιβλίο του Μουστοξύδη για την καποδιστριακή περίοδο (γραμμένο στα γαλλικά, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1833) και, τέλος, μία συλλογή επίσημων εγγράφων της εποχής της Αντιβασιλείας, που δημοσιεύθηκε επίσης το 1833. Άλλη μνεία πηγών δεν υπάρχει, οι αναφορές όμως του έργου ξεπερνούν κατά πολύ – σε όγκο πληροφοριών – αυτές τις πηγές.

Προφανώς τα ελληνικά δεν τα έμαθε, αν και έμεινε στην Ελλάδα, καθώς η βαυαρική διοίκηση στηριζόταν σε επίσημους μεταφραστές. Είναι προφανές ότι ο Μάουρερ θα έδωσε για μετάφραση πολλά άλλα τεκμήρια· η καταγραφή των εθίμων και του εθιμικού δικαίου, την οποία παραθέτει στο έργο του, εί­ναι σίγουρα προϊόν των Ελλήνων που ήταν μέλη της δημόσιας διοίκησης της εποχής και διενεργήθηκε με την προοπτική κατάρτισης Αστικού Κώδικα που θα βασιζόταν στην εργασία αυτή.

Για τη μέθοδο, ειδικότερα, της συλλογής των κανόνων του εθιμικού δικαί­ου ο Μάουρερ αναφέρει τα εξής (σ. 146):

 

Μόλις έφτασα στην Ελλάδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να μάθω ποιο ήταν το δίκαιο που επικρατούσε ως τότε. Αλλά το πόσο είναι δύσκολο και κοπιαστικό να μάθει κανείς στην Ελλάδα μία οποιαδήποτε αλήθεια, αυτό θα το εκτιμήσει μονάχα εκείνος που ασχολήθηκε ο ίδιος προσωπικά με κάτι τέτοιο. Παρακάλεσα στην αρχή ιδιώτες και εμπόρους να με διαφω­τίσουν, αλλά πέρασαν μήνες και δεν είχε γίνει τίποτα. Σκέφτηκε τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κλωνάρης να συντάξει ένα ερωτηματολόγιο πάνω σε βασικά θέματα που ρυθμίζονται συνήθως σύμφωνα με τα έθιμα του κάθε τόπου, και να ζητήσει από τα δικαστήρια και τις κοινότητες μιαν επίσημη απάντηση.

 

Προσθέτει, επίσης, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έλαβε ο ίδιος πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα, όπως π.χ. από ένα δικαστή. Παραθέτει στη συνέχεια ερωτήσεις και ακολουθεί γενική αναφορά των όσων εθιμικά ίσχυαν καθ’ έκαστο θεσμό, θα λέγαμε σήμερα, του τομέα του Αστικού δικαίου. Για τον νομό της Αργολιδοκορινθίας, και συγκεκριμένα για το Ναύπλιο, υπάρχουν οι εξής πληροφορίες (σ. 179-181):

Ως προς τον θεσμό της επιτροπείας αναφέρεται ότι εκτελείτο δωρεάν, ότι κάθε φορά έπρεπε να διορίζονται τρεις επίτροποι, οι οποίοι για ζητήματα ανατροφής ανηλίκων ή διάθεσης ακίνητης περιουσίας όφειλαν να έχουν τη συναίνεση ενός συγγενικού συμβουλίου.

Για την πατρική εξουσία γράφει ότι ασκείτο μεν αποκλειστικά από τον πατέρα αλλά μετά τον θάνατο του ασκείτο από τη μητέρα. Ο γιος που συζού­σε με τον πατέρα του, είχε την κάρπωση των όσων αποκτούσε, ενώ η πατρική εξουσία έληγε με την ενηλικίωση ή με τον γάμο του παιδιού. Τα δικαιώματα των θετών γιων κανονίζονταν με συμφωνία. Ως προς τον θεσμό της νομής γράφει ότι δεν αναφέρεται ρητά χρονικό διά­στημα που πρέπει να παρέλθει για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, ενώ ως προς την κυριότητα, τα σχετικά με αυτήν έγγραφα ίσχυαν έστω και αν δεν είχαν καταχωρισθεί σε δημόσιο βιβλίο, ενώ κατά τα λοιπά ακολου­θούνταν οι ισχύοντες τότε νόμοι. Ο νόμιμος ιδιοκτήτης κινητών ή ακινήτων, αδιακρίτως, μπορούσε να τα διεκδικήσει και ο αγοραστής τους να ζητήσει από τον πωλητή απλώς και μόνο την αποζημίωση.

Για τον θεσμό της δουλείας (εμπράγματο δικαίωμα) δεν απαιτούνταν δη­μόσια έγγραφα.

Τα πρόβατα μπορούσαν να βόσκουν «ακωλύτως» σε αγρούς άλλων, ενώ για τα μεγαλύτερα ζώα χρησιμοποιούνταν κοινόχρηστα λιβάδια, ανάλογα με την εποχή του χρόνου.

Ως προς τις υποθήκες, καταγράφεται ότι αυτές ίσχυαν για κινητά και για ακίνητα.

Τέλος, ο Μάουρερ αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας οι διαφορές κατά με­γάλο μέρος δικάζονταν από την Εκκλησία, σύμφωνα με την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, την οποία συμβουλεύονταν οι ιερείς.

Αυτά καταγράφονται για την περιοχή του Ναυπλίου. Είναι ενδιαφέρον ότι για τις περιοχές του Άργους και της Επιδαύρου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους θεσμούς που αναφέρθηκαν.

Στο Άργος, μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα-χήρα ήταν η «μόνη απόλυτος παντοδύναμος επίτροπος των τέκνων αυτής», συμβουλευόμενη απλώς τους συγγενείς του συζύγου αλλά και τους δικούς της. Επίτροποι και εδώ μπορούσαν να είναι πολλοί συγγενείς μαζί, οι οποίοι παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες τους, αρκεί να ήταν οι κοντινότεροι και οι «δικαιότεροι». Απα­γορευόταν η εκποίηση των ακινήτων ενός ανηλίκου, ωστόσο επιτρεπόταν η υποθήκευσή τους. Ο ανήλικος ενηλικιωνόταν με τη συμπλήρωση του 14ου έτους και αναλάμβανε την ελεύθερη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του. Για τα αποκτήματα του ανηλίκου υπό πατρική εξουσία ίσχυε ό,τι και στην περιοχή του Ναυπλίου, όμως εδώ η πατρική εξουσία ίσχυε ακόμα και στην περίπτωση που ο γιος δεν συζούσε με τον πατέρα απαλλασσόταν όμως από αυτήν, αν ο πατέρας του τον «κήρυσσε ελεύθερο», ενώ για τα επί υιοθεσίας δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών ίσχυαν τα ίδια με εκείνα που υπήρχαν για το φυσικό τέκνο.

Για την κυριότητα, ειδικότερα, σημειώνεται ότι δεν υπήρχαν δημόσια βι­βλία για την καταγραφή τίτλων και το ίδιο ίσχυε και για τη δουλεία αλλά και για τις υποθήκες, οι οποίες όμως μπορούσαν να επιβαρύνουν μόνον ακίνητα. Για τα προικώα ακίνητα η σύζυγος διατηρούσε το προνόμιο επί των ακινήτων του συζύγου της.

Στην περιοχή της Επιδαύρου ίσχυαν ανάλογοι κανόνες για την επιτροπεία ανηλίκων, με τη διαφορά ότι ο πρωτότοκος γιος με την ενηλικίωση αναλάμβανε την επιτροπεία των αδελφών του (εννοείται σε περίπτωση ανυπαρξίας πατέρα). Αναφέρεται, επίσης, αορίστως, χωρίς κανένα επιπλέον προσδιορισμό, και το εξής ιδιαίτερο, ότι δεν επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση κτημάτων. Και εδώ την πατρική εξουσία ασκούσε ο πατέρας και μετά τον θάνατο του η μητέρα.

Τέλος, ως προς τις υποθήκες καταγράφεται ότι προνόμια είχαν όσοι πρό­βαλλαν αρχαιότερα δικαιώματα και όχι μόνο οι δανειστές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει να αναφερθούμε στην ενότητα των ειδικών πα­ρατηρήσεων του Μάουρερ για το εθιμικό δίκαιο (σ. 236). Εκεί σημειώνει χαρακτηριστικά:

Γενικά, μπορώ να πω ότι πουθενά δεν υπάρχει κανένα σταθερό έθιμο, αλλά και όπου υπάρχει, παραβιάζεται από τον ισχυρότερο ή εμποδίζεται από την τουρκική νομοθεσία. Αλλά και όσα δικαστήρια λειτούργησαν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, δεν σεβάστηκαν το εθιμικό δίκαιο, γι’ αυτό είναι ευχής έργο και θα είναι και εύκολο να επιβληθεί μελλοντικά μια ομοιόμορφη νομοθεσία.

 

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται από την παρατήρηση αυτή είναι ποια θα ήταν η τελική στάση του Μάουρερ, αν έμενε περισσότερο στην Ελλά­δα. Ο ίδιος δηλώνει εξαρχής την πρόθεσή του να καταγραφεί το εθιμικό δίκαιο με τις όποιες ιδιομορφίες του και προς αυτή την κατεύθυνση έδρα­σε αμέσως, επηρεασμένος, άλλωστε, από τη διαμορφωμένη ήδη πεποίθηση του για ανάδειξη του δικαίου αυτού με ρυθμιστικό χαρακτήρα όσον αφορά τις προσωπικές σχέσεις των πολιτών. Η ποικιλία των εθίμων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης θα τον ωθούσε άραγε προς μία «εκ των άνω» διατύπω­ση ενιαίας νομοθεσίας, όπως έκαμε στους άλλους τομείς του δικαίου, ή θα λάμβανε υπόψη του τα κοινά ανά την επικράτεια έθιμα, ως βάση αυτής της ενιαίας νομοθεσίας; Και εδώ ανοίγεται ένα άλλο πεδίο περαιτέρω έρευνας. Πάντως στη συνέχεια υποστηρίζει (σ. 240) ότι γραπτά έθιμα υπήρχαν ελάχι­στα και αναφέρει ότι ο ίδιος μόνο δύο κατάφερε να εντοπίσει, ένα στη Σύρο και ένα στη Σαντορίνη, πάντα σχετικά με το Αστικό εθιμικό δίκαιο, μετά από επίσημα έγγραφα που του είχαν αποστείλει οι τοπικές αρχές (το πρώτο χρονολογείται το 1695, με ισχύ μέχρι και το 1812 -και αργότερα-, και το δεύτερο το 1797).

Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την εισήγηση με τις διαπιστώσεις του ίδιου του Μάουρερ ως προς την αντίληψη της βαυαρικής Αυλής και των αξιωμα­τούχων της για την κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στις σ. 408 – 409 αφιερώνει στο θέμα αυτό ολόκληρη ενότητα υπό τον τίτλο «Η άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας». Γράφει ρητά ότι οι Βαυαροί ελάχι­στα πράγματα γνώριζαν για την Ελλάδα και ότι η βαυαρική κυβέρνηση, πριν δεχθεί το στέμμα για τον Όθωνα, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει επιτόπου την κατάσταση. Ομολογεί ότι οι όποιες πληροφορίες υπήρχαν, προέρχονταν από τους Χάιντεκ και Τιρς, από τους οποίους ο μεν πρώτος είχε δει τα πράγ­ματα υπό την οπτική του στρατιωτικού και ο δεύτερος υπό την οπτική του φιλολόγου. Κανένας τους δεν βασίστηκε σε επίσημες εκθέσεις και στοιχεία, άλλωστε οι γνώμες τους ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι ακριβώς για τον λόγο αυτό προκρίθηκε να μείνουν για ένα διάστημα στην Κέρκυρα, όπου, κατ’ αυτόν, το περιβάλλον γενικά ήταν ανάλογο με εκείνο της Ελλάδας ήταν, εξάλλου και η πατρίδα του Καποδίστρια. Πλησιάζοντας προς το Ναύπλιο, αργότερα, έγιναν δέκτες πληροφοριών από ανθρώπους που, κατ’ αυτόν, ήξεραν καλά τα πράγματα, σύμφωνα με τους οποίους αποκλειόταν το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ελλάδα σταθερή κυβέρνηση. Σημειώνει χαρακτη­ριστικά: «Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν πόσο γρανίτινη είναι η δύναμη μιας μοναρχικής κυβέρνησης. Ως τώρα είχαν δει μόνο προσωρινές λύσεις και δεν φαντάζονταν πόσο απρόσβλητο είναι ένα οριστικό και αμετάβλητο καθεστώς».

Εντοπίζουμε, λοιπόν, μία εμπεδωμένη αντίληψη, διόλου ξένη, βέβαια, ως προς τις κρατούσες τότε αντιλήψεις, όχι μόνο στην κεντρική – και γερμανόφωνη – αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ρίζες τής περαιτέρω ασυνεν­νοησίας ήταν υπαρκτές και γόνιμες, «εγγύηση» για τις μελλοντικές συγκρού­σεις, λαμβάνοντας υπόψη, βέβαια, και τις γνωστές ελλαδικές ιδιαιτερότητες και τα αδιέξοδα, τα οποία, θα έλεγε κανείς, ότι συνεχίζονται εν μέρει μέχρι και σήμερα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνέχεια του κειμένου. Ο Μάουρερ προβαίνει σε παρατηρήσεις για τα κόμματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά είχαν σχηματιστεί όχι από διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις ή για να υποστηρί­ξουν διαφορετικά και γενικότερα συμφέροντα, όπως συνέβαινε σε άλλα κρά­τη, αλλά για να εξυπηρετήσουν καθαρά προσωπικές φιλοδοξίες και ατομικά συμφέροντα. Πρόκειται για παρατηρήσεις ενός οξύνου παρατηρητή ή για απόδοση ενός ακλόνητου φιλομοναρχικού της εποχής; Είναι δύσκολο, βέ­βαια, να αμφισβητηθεί η εικόνα που δίδεται, αμέσως μετά, για το Ναύπλιο και τη γύρω περιοχή: όπου κι αν γυρίσει κανείς, το βλέμμα του αντικρίζει, όπως λέει, ξεραΐλα, χωράφια ακαλλιέργητα, ερειπωμένα σπίτια, μία Αθήνα με μόλις 300 σπίτια, όταν πριν από τον Αγώνα αριθμούσε 3.000, ανύπαρκτη βλάστηση γύρω από το Ναύπλιο, γκρεμισμένα σπίτια και σωρούς από πέτρες και χώματα μέσα στην πόλη, ενώ το σύστημα του υδραγωγείου, που έφερνε το νερό από την περιοχή του Άργους, ήταν διάτρητο σε πολλά σημεία.

Συνεχίζει περιγράφοντας την πνευματική κατάσταση (σ. 411-412), τονίζο­ντας την πλήρη ανομοιομορφία που επικρατούσε: «Δίπλα στην πλέρια αμορφωσιά, συναντάς και την πιο εξεζητημένη πνευματική φινέτσα». Και «μέσα από μια νοοτροπία καθαρά μεσαιωνική, βλέπεις να ξεπηδούν οι πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί ελευθερίας και ισότητας […]. Κοντά στους πιο ύπουλους χα­ρακτήρες θα βρεις και τις αγνότερες ψυχές, κυρίως ανάμεσα στα παλληκάρια, τους χωρικούς και τους δουλευτάδες. Δίπλα στους άσσους της ραδιουργίας, τους πιο ντόμπρους ανθρώπους, και αυτοί να είναι πάλι τα παλληκάρια, οι αγρότες κι οι ναυτικοί -μπορεί να πει κανείς, γενικά όλοι οι νησιώτες».

Ανάμεσα στους πιο αγέρωχους και σταθερούς χαρακτήρες που γνώρισε, αναφέρει τους Ιάκωβο Ρίζο – Νερουλό, τον Λάζαρο Κουντουριώτη, τον Αν­δρέα Μιαούλη και τον Ιωάννη Κωλέττη, καταλήγοντας ότι μέσα στην όλη πνευματική ανομοιομορφία τα σκάρτα στοιχεία δεν είναι τα ντόπια.

Τέλος, προχωρεί σε επιμέρους κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις για το «ντόπιο στοιχείο», δηλαδή τους στρατιωτικούς προύχοντες, τον κλήρο, τα παλληκάρια (που τα παρομοιάζει με την τάξη των Ευρωπαίων ιπποτών) και τους χωρικούς, σκιαγραφώντας ιδιαίτερα αυτό που συμβαίνει στη Μάνη. Συ­νεχίζει με τους Φαναριώτες, υπογραμμίζοντας ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες που τους χαρακτηρίζουν είναι εξίσου ανεπτυγμένες και στους Μοραΐτες, οι οποίοι, μάλιστα, «είχαν αναγάγει τη ραδιουργία σε επιστήμη». Από αυτούς διακρίνει τους μορφωμένους Έλληνες του εξωτερικού, τους οποίους χαρακτηρίζει κυρίως ως πολιτικά αιθεροβάμονες και αναφέρει ότι τους λείπει η πείρα και η πρακτική εξάσκηση – έχοντας σπουδάσει κυρίως ιατρική- και ότι στερούνται γνώσεων φιλοσοφίας, νομικής και οικονομικών. Όλοι τους, γράφει, έχουν μια υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις, μην εννοώντας να γίνουν παρά μόνον υπουργοί ή κάτι παραπλήσιο, χωρίς να δέχονται κάποια άλλη παρακατιανή θέση. Γράφει, μάλιστα, ότι οι Έλληνες διακρίνονταν και για τη ματαιοδοξία τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται στους φιλέλληνες, τους οποίους διακρίνει σε γνήσιους και τυχοδιώκτες, και γράφει γι’ αυτούς ότι είχαν έρθει στην Ελλάδα με άδεια χέρια και ότι συχνά οι Έλληνες τους έβλεπαν ως παρείσακτους. Επι­σημαίνουμε ιδιαίτερα την αντίληψη του ότι στην κατάσταση που βρισκόταν τότε η Ελλάδα, οι ξένοι θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν «και να φροντίσουν για το καθετί», χωρίς η «μεσολάβηση» αυτή να σημαίνει καθιέρωση μίας ξένης κυριαρχίας, καθώς «αυτό δεν θα βαστήξει για αιώνες». Όπως τον 14ο και τον 15ο αιώνα οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έδωσαν τα φώτα τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, «έτσι και τώρα οι Ευρωπαίοι θα είναι αυτοί – και προπα­ντός οι Γερμανοί – που θα ξανανάψουν την από χρόνια σβησμένη λαμπάδα στην αρχική της κοιτίδα. Για εξαφάνιση της εθνότητας (εννοεί των Ελλήνων) κανείς δεν μίλησε ποτέ, και ούτε υπάρχει τέτοια περίπτωση».

Συνεχίζει με αναφορές στους κατοίκους των Ιονίων νήσων (σ. 423-425), με πολύ θετικά σχόλια γι’ αυτούς, δεν ξεχνά ότι πολλοί αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, βρήκαν καταφύγιο στα Ιόνια νησιά και – ίσως προφητικά – ψυχανεμίζεται ότι θα αποτελέσουν το επίκεντρο των γεγονότων που θα δια­δραματιστούν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνει στον Άρμανσμπεργκ, αναφερόμενος επι­κριτικά στον τρόπο ζωής του στο Ναύπλιο, στις σπατάλες του αλλά και τις ραδιουργίες του, ενώ περιγράφει γλαφυρά τον ρόλο των ξένων διπλωματών στο Ναύπλιο.

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλο το έργο με λεπτομέρειες. Με όσα εντοπίσαμε και επισημάναμε νομίζω ότι σχηματίστηκε μία αδρή εικόνα για τη ζωή, τη δράση, τις αντιλήψεις και το έργο του σημαντικότερου ίσως Βαυα­ρού αξιωματούχου κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Ορισμένα στοιχεία, βέβαια, έχουν μόνο ιστορική και αναχρονιστική εν τέλει αξία. Ορι­σμένα άλλα όμως θεωρώ ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να συμβάλουν σε γόνιμο προβληματισμό. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο κύριος σκοπός αυτής της εισήγησης.

 Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων, Ιστορικός

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.  

 

[1] Σημείωση για τη βιβλιογραφία: Όλες οι πηγές στις οποίες ανέτρεξα, είναι ενταγ­μένες μέσα στο κείμενο. Οι αντιλήψεις του Μάουρερ, ειδικά για το δίκαιο των προσώπων – Αστικό δίκαιο-, κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον και παραγωγικό να παρα­βληθούν με όσα οι συγγραφείς του 19ου αιώνα εκτίμησαν ως προς το έργο του (ακόμα και οι Μαρξ – Ένγκελς) αλλά και με όσα εξέφρασαν για το ίδιο έργο σύγχρονοι συγγραφείς, όπως οι Χόμπσμπαουμ και Γκοντελιέ.

Πέρα όμως από αυτό, οι πρωτοποριακές αντιλήψεις και οι ιδέες, όπως εκείνες του πάντα αλησμόνητου καθηγητή μου Jean Carbonnier βαθυ­στόχαστου στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, θα ήταν επίσης ενδιαφέρον και παραγωγικό να παραβληθούν με εκείνες του Μάουρερ.

Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο έργο του Καρμπονιέ  Flexible Droit, Παρίσι 1969 («Εύκαμπτο Δίκαιο», το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα ελ­ληνικά) αλλά και πολλά από τα γραπτά του, που εκδόθηκαν το 2008, μετά τον θάνατό του το 2003 σε ηλικία 95 ετών (εκδ. PUF). Χρήσιμο, επίσης, θεωρώ για κάθε ενδιαφερόμενο το έργο του Gustav Geib Darstellung ties Rechtszustandes in Grieehenland wahrend der tiirkischen Herrschaft und his zur Ankunft des Konigs Otto I., που εκδόθηκε στη Χαϊ­δελβέργη το 1835 (ελληνική μετάφραση: Γκούσταβ Γκάιμπ, Παρουσίαση της κατάστασης του δικαίου στην Ελλάδα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως τον ερχομό τον βασιλιά Όθωνα του Α ‘, Εκδόσεις Γκοβόστη, πρόλογος του καθηγητή Νικ. I Ιανταζόπουλου. μτφρ. Ίριδα Αυδή – Καλκάνη, Αθήνα 1991). Τέλος, σημειώνο) ότι η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου εκδόθηκε σε χρηστική έκδοση των Εκδόσεων «Δωδώνη» το 1971, με επιμέλεια και εντελέστατη εισαγωγή του Κων. Γ. Πιτσάκη.

Για τη «συνωμοσία» του Φραντς, τις εσωτερικές συγκρούσεις της Αντιβασιλείας και τη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα παραπέμπω στο εξαιρετικά αντικειμενικό έργο του I. Α. Πετρόπουλου και της Αικ. Κουμαριανού Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, εκδ. Παπαζήση, 1982, ιδιαίτερα στις σ. 117-126 και 130-132. Στο έργο αυτό και στο προγενέστερο του Πετρόπουλου (John Pelropoulos. Poli­tics and statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1844», Princeton University Press, Princeton 1968), έχει χρησιμοποιηθεί και πολύτιμο αρχειακό υλικό.

 

Επισημείωση: Η προφορική ανάπτυξη της εισήγησής μου προκάλεσε την οργισμένη παρατήρηση ενός ακροατή. Βεβαίως δόθηκε απάντηση, τόσο από τον κ. Τρ. Σκλαβενίτη όσο και από εμένα. Όμως θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω εδώ ένα καίριο απόσπασμα από το «διπλό» δοκίμιο της Hannah Arendt Ελευθερία, αλήθεια και πολιτική (σ. 113-114), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2012 (εκδ. Θέσει Εκπίπτοντες, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας). Αφορά, άλλωστε, και το όλο θέμα του Συμποσίου μας:

Η ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας έχει μακρά ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απαρχή της προηγείται όλων των θεωρητικών και επιστημονικών παραδόσεων, συ­μπεριλαμβανομένης της δικής μας παράδοσης στη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη. Νομίζω ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στη στιγμή κατά την οποία ο Όμηρος αποφάσισε να υμνήσει τους άθλους των Τρώων στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους των Αχαιών, και να εγκωμιάσει τη δόξα του Έκτορα, του εχθρού και ηττημένου, στον ίδιο βαθμό με τη δόξα του Αχιλλέα, του ήρωα της φυλής του. Αυτό δεν είχε συμβεί πότε πριν. Κανένας άλλος πολιτισμός, οσοδήποτε λαμπρός κι αν ήταν, δεν στάθηκε ικανός να κοιτάξει από ίση απόσταση φίλους και εχθρούς, νίκες και ήττες – που από τον Όμηρο και μετά δεν αναγνωρίζονται ως έσχατα κριτήρια για την κρίση των ανθρώπων, έστω κι αν είναι έσχατα για το πεπρωμένο τους. Η ομηρική αμεροληψία αντηχεί σε όλη την έκταση της ελληνικής ιστορίας, και ενέπνευσε τον πρώτο σπουδαίο αφηγητή της γεγονικής ιστορίας ο οποίος έγινε ο πατέρας της ιστορίας: ο Ηρόδοτος μας λέει στις πρώτες προτάσεις των Ιστοριών του ότι έβαλε στόχο να «μη μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων». Αυτή είναι η βάση για ό,τι αποκαλεί­ται αντικειμενικότητα – αυτό το περίεργο πάθος, που είναι άγνωστο πέραν του δυτικού πολιτισμού, για διανοητική ακεραιότητα με κάθε τίμημα. Χωρίς αυτό δεν θα υπάρξει καμία επιστήμη.

 

Διαβάστε ακόμη: Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος 

 

Read Full Post »

150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου


 

  Το Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας και

η Οργανωτική Επιτροπή των εκδηλώσεων για τα

150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση

σας προσκαλούν στο Βουλευτικό,

την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014, ώρα 12.00

στην παρουσίαση του 8ου τόμου των ΝΑΥΠΛΙΑΚΩΝ ΑΝΑΛΕΚΤΩΝ

με τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου 12-14 Οκτωβρίου 2012

για τα 150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση.

 Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ του Φώτη Κωνσταντινίδη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898). Μια θρυλική ηρωίδα.

Μετά το πέρας της εκδήλωσης θα διανεμηθεί ο τόμος στο κοινό.

 *****

Nafpliaka-AnalektaΗ αφετηρία των εορτασμών των 150 χρόνων από τη Ναυπλιακή Επανάσταση κατά τη διάρκεια του 2012, βρήκε μεγάλο μέρος του κοινού αμήχανο καθώς συνειδητοποιούσε την έλλειψη γνώσης σχετικά με αυτό το σταθμό της τοπικής μας ιστορίας. Για αρκετούς ήταν ένα παντελώς άγνωστο ιστορικό επεισόδιο.

Το 2012 ξεκίνησε με την παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του κ. Τάσου Γούναρη και έκλεισε με την οργάνωση Επιστημονικού Συμποσίου που φώτισε  ποικίλες πτυχές της Ναυπλιακής Επανάστασης και της οθωνικής περιόδου και πραγματοποιήθηκε στο Βουλευτικό στις 12-14 Οκτωβρίου 2012. Μία συμπυκνωμένη εκδοχή του συμποσίου παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με το σύλλογο απανταχού Ναυπλιέων Ο Ναύπλιος, στις 21 Νοεμβρίου 2012.

Κατά τη διάρκεια του 2013 η Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν και πάλι παρούσα στην πόλη μας, μέσα στο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης που φιλοξενούσε την έκθεση Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862), η οποία παρατάθηκε χάρη στο έντονο ενδιαφέρον του κοινού. Συγχρόνως η Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν ζωντανή για τα παιδιά μας που την προσέγγισαν γνωστικά και βιωματικά μέσα από προγραμματισμένες εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες κατά τα σχολικό έτος 2012-2013.

Η φετινή επέτειος των 152 χρόνων από τη Ναυπλιακή Επανάσταση την 1η Φεβρουαρίου 2014 μας βρίσκει ενημερωμένους αλλά και πλουσιότερους. Δεσμευτήκαμε να αφήσουμε κάτι στην πόλη και στους νεότερους ως απότοκο της συγκινητικής συστράτευσης στο σκοπό της ανάδειξης της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862. Το Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας μας εξασφάλισε την οικονομική δυνατότητα να εκδώσουμε τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου στον καινούριο τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Τα τυπωμένα πρακτικά (583 σελίδες) θα συντροφεύουν τους μελετητές του Ναυπλίου, αφού αναδεικνύουν πολλά από τα μεγάλα ζητούμενα της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής και στρατιωτικής ιστορίας του. Οι χαιρετισμοί και οι απολογισμοί του συμποσίου που επίσης περιλαμβάνονται στον τόμο, αναφέρουν την πολύπλευρη στήριξη στο σύνθετο εγχείρημα που προσφέρθηκε από χορηγούς, φορείς, συλλόγους, πολίτες, εθελοντές, επαγγελματίες της πόλης μας, εκπαιδευτικούς, συλλέκτες και επιστήμονες. Εκτιμούμε τη γενναιοδωρία τους ειδικά όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν είναι από την πόλη μας, όπως οι σύνεδροι που και μετά το συμπόσιο συνέχισαν να εργάζονται για να παραδώσουν τα κείμενα των εισηγήσεών τους, επεξεργασμένα και εμπλουτισμένα ώστε να συναποτελέσουν έναν τόμο με επιστημονική τεκμηρίωση και εμβάθυνση στην ιστορία του τόπου μας.

Με μεγάλη χαρά προσφέρουμε στους φίλους της πόλης, ντόπιους και μη, ένα άρτια επιμελημένο τόμο με 24 μελέτες, πίνακα περιεχομένων, υποσημειώσεις, βιβλιογραφικές αναφορές, σημαντικό εικονογραφικό υλικό και ευρετήριο. Επίσης στον τόμο καταγράφονται όλα τα βήματα οργάνωσης του εορτασμού, όλες οι εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν, όλοι όσοι συμμετείχαν με κάθε τρόπο, απεικονίζεται το έντυπο υλικό που παράχθηκε και αναφέρεται το ηλεκτρονικό και οπτικοακουστικό υλικό που παραδώσαμε.

Πνευματικό  Ίδρυμα                                 Κώστας Χελιώτης

Ιωάννης Καποδίστριας                             Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής –                                                       150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – Διάλεξη  της Αικατερίνης Πολυμέρου-Καμηλάκη


 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013 και ώρα 7:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, Διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας,  Ακαδημία Αθηνών.

 Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

“Κρυμμένη στην πολύπαθη τη Ρωμιοσύνη, σα να ξανοίγω την βασίλισσα Ελλάδα”: Σκέψεις πάνω σ’ ένα δίστιχο του Παλαμά

 Συνομιλητής θα είναι ο Σωκράτης Λούπας, Ιστορικός της Τέχνης. Για τη διοργάνωση της ομιλίας συνεργάστηκε το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »