Posts Tagged ‘Ναύπλιο’
Πρoστατευμένο: Οικισμοί, γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή Ναυπλίου κατά την ύστερη τουρκοκρατία. Γεώργιος Β. Νικολάου, Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Marc Bloch του Στρασβούργου. «Μελέτες Ιστορίας του Πελοποννησιακού Χώρου από τα μέσα του 17ου αιώνα ως τη δημιουργία του Νεοελληνικού Κράτους», Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα, 2009.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, φορολογία, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαιοκτησία, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Τουρκοκρατία on 26 Νοεμβρίου, 2011|
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 24 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)
Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα
Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια
Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», καταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτίζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.
Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσσονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδιασμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πόλεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.
Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχιτεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δημοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.
Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμίσεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και ποσοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».
Η περίπτωση του Ναυπλίου
Το Ναύπλιο πρωτεύουσα
Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορίζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυβερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.
Η κατάσταση στην πόλη
Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικόνας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πληροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβάζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.
Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος– αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».
Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοιχείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.
Πρώτα πολεοδομικά μέτρα
Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρουρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοίκων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.
Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να αναλάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.
Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλγαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδιασμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.
Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828
Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλγαρης.
Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλήματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφραξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.
Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπορίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.
Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να αποβλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμμίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.
Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυπλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγκρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προσωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθολογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.
Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επιχειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν αποτελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοιχεία παρέχει ο ίδιος.
Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια
Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κανονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγματα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκατασταθεί σε 662 «καλύβες».
Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πληρωμή.
Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέτρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.
Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φατριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλγαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.
Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου
Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επίσημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρούσεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντίγραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.
Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομολογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιότητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.
Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σήμερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.
Καταληκτικά
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη μελέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.
Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλατειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρότητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερισμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επιθυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επαναστατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».
Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτημα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.
Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προσπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελετών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.
Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…
Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας
Πηγή
- Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.
Διαβάστε ακόμη:
- Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)
- Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια
- Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδίστρια
- Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια
- Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος
- Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο
- Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)
- Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια
- Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου
- Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)
- Μαυρομιχάλης Γεώργιος του Πετρόμπεη – Η πορεία του δολοφόνου του Καποδίστρια και η διαθήκη του
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Hermann von Pückler – Muskau, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Μούσκαου, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες on 18 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.
Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.
Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.
Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.
Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύκλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.
Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).
Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau
«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).
Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρατάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.
Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.
Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].
Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.
Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.
Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.
21η Μαΐου [1836]
Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.
Ο αντισυνταγματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.
Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.
Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.
Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.
Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.
Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κάστρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.
Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.
Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.
Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθάσει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.
Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει. Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.
Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.
Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.
Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.
Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.
Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.
Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»
Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη
Εισαγωγή – μετάφραση
(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)
Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.
[i] Από τη «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία αναφορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρχαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγορα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερνήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πολύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα είναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.
[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.
[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πατρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια ληστεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προγραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελφοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακούγοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στόχος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρογιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.
Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρὀσωπα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αντιστράτηγος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πρόσωπα, Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος, Στρατιωτικοί on 13 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)
Ο Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1889 και ήταν δευτερότοκος γιος του εκ Καλαμάτας γενικού αρχιάτρου (συνταγματάρχη) Σπυρίδωνα Ι. Παπαδόπουλου (Καλαμάτα 2 Ιουλίου 1853 – Ναύπλιο 15 Δεκεμβρίου 1930) και της συζύγου του Ελένης (Ναύπλιο, 1857-1949), κόρης του Ναυπλιώτη ιερέα Νικ. Καμαριώτου [1]. Ο Σπυρίδων Ι. Παπαδόπουλος κατετάγη στην Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία το 1878 ως δόκιμος ανθυπίατρος, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, έλαβε μέρος στις μεθοριακές συμπλοκές του 1886, συμμετείχε στον Πόλεμο του 1897 [2] και διατέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, που ήταν εγκατεστημένο από παλαιότερα στην Ακροναυπλία [3] (σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια).
Ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, αρχίατρος ήδη, αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του στις 6 Ιουλίου 1911, ανακλήθηκε όμως, κατά τους Πολέμους 1912-1913 και ανέλαβε την διεύθυνση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της νεοσύστατης IV Μεραρχίας [4] και αργότερα των στρατιωτικών νοσοκομείων διακομιδής στην Φιλιππιάδα και μετά στην Καστοριά, στη συνέχεια δε του Επίτακτου Νοσοκομείου Αθηνών (Μέγαρο Αρσάκειου Εκπαιδευτηρίου), το οποίο διηύθυνε και μετά την λήξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Για τις υπηρεσίες του κατά τους δυο Πολέμους προήχθη κατ’ εκλογή σε έφεδρο γενικό αρχίατρο (24 Μαρτίου 1914).
Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε μεγαλύτερο αδελφό τον Ιωάννη (Παρίσι 13 Ιουνίου 1887 – Πέτσοβο 15 Ιουλίου 1913), απόφοιτο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων (τάξη 1908), ο οποίος ως υπολοχαγός πυροβολικού σκοτώθηκε κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό Πόλεμο στη μάχη του Πετσόβου (Ύψωμα 1378) και μικρότερους, τον Άγγελο (Καλαμάτα 1893 – Αθήνα 1973), λαμπρό νομικό, συγγραφέα, πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και Νομάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας [5], και τον Αθανάσιο (Ναύπλιο 1900 – Αθήνα 1971), πλοίαρχο γιατρό Π.Ν., καθώς και δυο αδελφές.
Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος μαθήτευσε στα σχολεία της πόλης, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων στις 10 Οκτωβρίου 1907 και μετά πενταετείς σπουδές απεφοίτησε ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού στις 26 Ιουνίου 1912. Μετείχε των Βαλκανικών Πολέμων ως ουλαμαγός πεδινού πυροβολικού (3η Πυροβολαρχία της I Μοίρας του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού: διοικητής συνταγματάρχης πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος).
Μετά την λήξη των Πολέμων προήχθη σε υπολοχαγό (25 Σεπτ. 1913) και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1 Ιαν. 1915). Ακολούθως προήχθη σε λοχαγό β’ (25 Μαρτ. 1915), σε λοχαγό α’ (5 Οκτ. 1915) και σε ταγματάρχη (13 Δεκ. 1917). Στη συνέχεια μετείχε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονικό Μέτωπο) ως διοικητής μοίρας ορειβατικού πυροβολικού (τιμήθηκε τότε με τον ελληνικό, τον γαλλικό και τον βελγικό Πολεμικό Σταυρό), της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως διοικητής μοίρας πεδινού πυροβολικού και ακολούθως μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, και τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.
Αντισυνταγματάρχης από τις 26 Αύγουστου 1923, θεωρήθηκε ότι μετείχε του «αντιπλαστηρικού» κινήματος που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως το 1923, από τους φιλελεύθερους (βενιζελικούς) υποστράτηγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (1867-1936) και Παναγιώτη Γαργαλίδη (1870-1948), με αποτέλεσμα να αποταχθεί μετά από Απόφαση της Επανάστασης στις 28 Νοεμβρίου 1923 και να παραμείνει εκτός στρατεύματος μέχρι τις 2 Ιουνίου 1927, όταν βάσει Ψηφίσματος της Βουλής των Ελλήνων (20/22 Δεκεμβρίου 1926) αποφασίστηκε περιορισμένη αποκατάσταση των για πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντων αξιωματικών [6].
Αφού ανακλήθηκε, στις 2 Ιουνίου 1927 [7], προήχθη σε συνταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου 1927 αναδρομικά από 18 Σεπτεμβρίου 1925, από τότε δηλαδή που είχαν προαχθεί νεότεροί του, και φοίτησε στο Κέντρο Ανώτερης Στρατιωτικής Εκπαίδευσης (Αθήνα), κέντρο σπουδών που συστήθηκε ειδικά μετά από πρόταση της γαλλικής Στρατιωτικής Εκπαιδευτικής Αποστολής με σκοπό την γενική θεωρητική προπαρασκευή των συνταγματαρχών δια τον βαθμό του υποστρατήγου, καθώς και στο Κέντρο Ανώτερων Στρατιωτικών Σπουδών (Γαλλία-Βερσαλλίες).
Ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής συντάγματος πυροβολικού, Αρχηγός Πυροβολικού του Β’ Σώματος Στρατού και Διευθυντής Πυροβολικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στο βαθμό του υποστρατήγου προήχθη την 21η Μαρτίου 1934 και υπηρέτησε ως Αρχηγός Πυροβολικού του Α’ Σώματος Στρατού (Αθήνα, 1934-1935), ως διοικητής μεραρχίας (1935-1938), και ως Επιθεωρητής (Αρχηγός) Πυροβολικού (Αθήνα, 1938-1939). Σε αντιστράτηγο προήχθη την 30η Ιανουαρίου 1940 και τοποθετήθηκε Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, με έδρα την Λάρισα.
Στον Πόλεμο 1940-41, το Β’ Σώμα Στρατού επί διοίκησης Δημ. Παπαδόπουλου (επιτελάρχης ο συνταγματάρχης πεζικού Δημήτριος Μαχάς, 1893-1975) υπαγόταν αρχικά, δηλ. μεταξύ 30ης Οκτωβρίου και 30ης Νοεμβρίου 1940, στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιω. Πιτσίκας, 1881-1975), ακολούθως, δηλ. μεταξύ 30ης Νοεμβρίου 1940 και 11ης Φεβρουαρίου 1941, στο Γενικό Στρατηγείο, και τέλος, μεταξύ 12ης Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1941, στο νεοσύστατο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (αντιστράτηγος Μάρκος Δράκος, 1888-1975). Υπό το Β’ Σώμα Στρατού υπήχθησαν διαδοχικά και κατά διαστήματα μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων επτά μεραρχίες (I, IV, V, VI, XI, XV, XVII) και δυο ταξιαρχίες (V, Ιππ.) [8].
Υπό την ευθύνη και την ανώτερη διεύθυνση του Β’ Σώματος Στρατού διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις Πίνδου και επετεύχθη η απώθηση των ιταλοαλβανικών στρατευμάτων στον κεντρικό τομέα και εν συνεχεία οι επιθετικές επιχειρήσεις που απέληξαν στην κατάληψη της Ερσέκας και της Μπόροβας (21 Νοεμβρ.), της Πρεμετής (5 Δεκ.), της γραμμής Τσερεβόντε – Ντομπρούσια (26 Δεκ.), του κόμβου της Κλεισούρας (Ιαν. 1941) και της κορυφογραμμής της Τρεμπεσίνας (Ιαν. 1941) [9]. Ενώ προπαρασκευαζόταν ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχεδιασθείσα από το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κοινή επιθετική ενέργεια των Α’ και Β’ Σωμάτων Στράτου και ενώ αναμενόταν από ώρα σε ώρα η «Μεγάλη Εαρινή Επίθεση» των ιταλικών στρατευμάτων με κύριο άξονα τον κεντρικό τομέα στο Μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, συνεκλήθη (5 Μαρτίου) σύσκεψη των αντιστράτηγων στην Αθήνα και στο Γενικό Στρατηγείο.
Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς (1884-1964), ο οποίος μετείχε στην εν λόγω σύσκεψη, περιέγραψε στο βιβλίο του: Ελληνικοί Πόλεμοι τα διατρέξαντα [10]. « Συγκεκριμένως εζητήθη τότε η γνώμη των αντιστρατήγων περί του δέοντος γενέσθαι εν περιπτώσει παραλλήλου γερμανικής επιθέσεως. Ταύτα εν συνεχεία συσκέψεων και συζητήσεων της ελληνικής ανωτάτης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μετά των αφιχθέντων εις Αθήνας Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών. Ας σημειωθή ότι το περιεχόμενον των ελληνοβρετανικών πολιτικών συζητήσεων μόλις προσφάτως εγνωστοποιήθη» (1980) [11].

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.
Οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς, όταν και αυτοί ρωτήθηκαν, φέρεται ότι εξέφρασαν την γνώμη ότι εν όψει γερμανικής επίθεσης θα ήταν σκοπιμότερο να μη βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους βρετανική ένοπλη δύναμη και μάλιστα τόσον ασθενής ώστε μόνον ευκαιρία και δικαιολογία για την επιτιθέμενη Γερμανία να συνιστά. Αντιθέτως θα έπρεπε να αφεθούν μόνες οι ελληνικές δυνάμεις να αποκρούσουν την γερμανική επίθεση και να πέσουν επί του πεδίου της μάχης και της τιμής προ του κολοσσιαίου σε αριθμό και μέσα επιτιθέμενου, αλλά να έχουν στερήσει αυτόν από «πάσης» δήθεν διπλωματικής ή πολεμικής δικαιολογίας. Έτσι κι αλλιώς η βρετανική συμβολή, στερημένη ικανής αεροπορικής υποστήριξης, δεν επρόκειτο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.
Βεβαίως, η βρετανική σκέψη ήταν διαφορετική. Αν πραγματοποιείτο το σχέδιο έγκαιρης υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο, την άνω του Αλιάκμονος Δυτική Μακεδονία και την λοιπή Μακεδονία και Θράκη αμαχητί (εγκαταλείποντας στην τύχη τους ελληνικά εδάφη και πληθυσμούς) και συγκέντρωσής τους στην περιοχή των Τεμπών για να αμυνθούν και να δημιουργήσουν για σύντομο μόνο διάστημα σταθερό μέτωπο, όπως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (υπό τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες), οι Βρετανοί θα ήσαν ικανοποιημένοι επιτυγχάνοντες εν συνεχεία σταδιακή υποχώρησή τους μέχρι του Ταινάρου (όπου θα εγκαταλείποντο τα ελληνικά στρατεύματα), γιατί θα κέρδιζαν και ημέρες ακόμη έναντι της επίθεσης του Άξονα κατά της Αλεξάνδρειας. Λόγω του απερίγραπτου φόβου από την προέλαση των γερμανοϊταλικών στρατευμάτων υπό τον στρατάρχη Erwin Rommel (1891-1944) [12]στην Αίγυπτο και της πιθανής προσβολής της περιοχής των πετρελαίων και των Ινδιών από Βορρά (Καυκάσου) και Δυσμών, επιθυμούσαν οι Βρετανοί την παράταση των ελληνοϊταλικών επιχειρήσεων με κάθε θυσία.
Περί των θεμάτων αυτών βρίθουν συνταρακτικών πληροφοριών οι σελίδες του βιβλίου του στρατηγού Γεωργίου Κοσμά, αλλά και οι δημοσιευθείσες αναμνήσεις του Πρίγκηπα Πέτρου (1908-1980) [13], λοχαγού τότε, συνδέσμου του Γενικού Στρατηγείου μετά των εν Ελλάδι Βρετανικών στρατιωτικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει και εν συνεχεία των διατυπωθεισών γνωμών τους οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς θεωρήθηκαν ως διαφωνούντες προς τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου, αντικαταστάθηκαν αψυχολόγητα και επιβλαβώς την 6η Μαρτίου κατόπιν διαταγής τούτου και ετέθησαν κατά την 7η Μαρτίου 1941 σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία [14].
Ουσιαστικά αποκεφαλίσθηκε η ανώτατη ηγεσία του κεντρικού τομέα δυο ημέρες προ της εκδήλωσης της αναμενόμενης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης. Ευτυχώς άλλοι, ικανότατοι επίσης, Έλληνες στρατηγοί, οι οποίοι αντικατέστησαν τους αποστρατευθέντες, μετά σκληρό βεβαίως αγώνα, συνέτριψαν τις ιταλικές δυνάμεις και εξευτέλισαν τις διοικήσεις τους. Την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού ανέλαβε ως διοικητής της III Μεραρχίας ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (1892-1945), με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη πεζικού Θρασ. Τσακαλώτο (1897-1989). Οι τρεις αποστρατευθέντες στρατηγοί επανήλθαν στην ενεργό δράση την 20η Μαΐου 1941 μετά από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας υποστράτηγου Γ. Μπάκου [15]. Λίγο αργότερα ο Δ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, το οποίο ανέλαβε τις κρίσεις των μετασχόντων του Πολέμου αξιωματικών.
Ο Δ. Παπαδόπουλος επί Κατοχής αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης την 20η Μαΐου 1943, από τον τέως Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και την ανώτατη ηγεσία του Πολέμου, αντιστασιακής Οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία» (πλην του αντιστράτηγου Μάρκου Δράκου, ο οποίος δήλωσε απλώς ιδεολογική συμπαράσταση [16], καθώς και αυτών που ανέλαβαν καθήκοντα υπουργού αντιστράτηγων Γ. Τσολάκογλου (1886-1948) και Π. Δεμέστιχα (1885-1960), μη κληθέντων) [17]. Η Οργάνωση εντός ελάχιστου χρόνου απετέλεσε σπουδαίο έργον. Εν τούτοις η σύσταση αυτής δεν ήταν αρεστή στους παράγοντες που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή.
Το έργο της εν λόγω αντιστασιακής Οργάνωσης ανεστάλη απότομα, γιατί μετά από ένα δίμηνο ακριβώς (20 Ιουλίου 1943), άγνωστο από ποιόν καταδοθέντες, συνελήφθησαν υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής οι μετέχοντες της διοίκησης της Οργάνωσης πέντε αντιστράτηγοι (πλην του Δ. Παπαδόπουλου) και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, όπως είναι γνωστό [18]. Ο λόγος για τον οποίο ο Δ. Παπαδόπουλος δεν συνελήφθη δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Βεβαίως τελούσε υπό συνεχή παρακολούθηση. Προφανώς αφέθηκε ως «δόλωμα», ώστε μέσω των κινήσεων του, αφού αυτός παρέμεινε κατά το Καταστατικό ως Αρχηγός της Οργάνωσης, να διαπιστωθεί ο αμέσως επόμενος κύκλος ηγετικών προσώπων.
Υποψιαζόμαστε ότι η σύλληψη των πέντε αντιστράτηγων πρέπει να συσχετισθεί προς τα επακολουθήσαντα εσωτερικά γεγονότα, αναρωτιόμαστε δε μήπως η σύλληψη αυτή προκλήθηκε χάριν τούτων. Το θέμα δεν είναι του παρόντος. Πρέπει να ερευνηθεί. Βέβαιο είναι ότι η Οργάνωση συνέχισε να δρα με αρχηγό τον Δ. Παπαδόπουλο και επιτελάρχη τον τέως μέραρχο υποστράτηγο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου (1885-1973), με βοηθό του Αρχηγού τον τότε αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και κατόπιν αντιστράτηγο, λόγιο στρατιωτικό, Ξέρξη Λίβα (1899-1965) [19], καθώς και ότι η δομή της συνέβαλε σπουδαία στην στελέχωση και την δράση της συγχρόνως με την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων, εκδηλωθείσης επίσημα Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, υπό τον τότε υποστράτηγο (και κατόπιν αντιστράτηγο) Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (1891-1962) [20].
Όπως και αν έχουν τα πράγματα, μετά την εγκατάσταση της εν αποδημία Κυβέρνησης στην Αθήνα και κατά τις αρχές Μαρτίου 1945, όλοι πλην ενός (Μάρκου Δράκου) οι αντιστράτηγοι της Νίκης και πάντες πλην τριών οι μάχιμοι υποστράτηγοι, ετέθησαν από την τότε Κυβέρνηση Νικ. Πλαστήρα εις τον Πίνακα Β’, δηλαδή τον Πίνακα των εκτός ενεργείας και οργανικών θέσεων αξιωματικών, εν αναμονή της αποστρατείας των (5 Μαρτίου 1945).
Μερικοί απ’ αυτούς βρισκόντουσαν ακόμη ως όμηροι στη Γερμανία, όπως οι αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος, Π. Δέδες και Γ. Κοσμάς και ο υποστράτηγος Β. Βραχνός, άλλοι δε είχαν ήδη σκοτωθεί κατά τα Δεκεμβριανά [21]. Ασφαλώς η πράξη αυτή (συνδεόμενη πολιτικά προς την συμμετοχή ή την συμπάθεια των παραμερισθέντων το 1945 στο «αντιπλαστηρικό» Κίνημα του 1923) θα ικανοποίησε τους ηττημένους Ιταλούς στρατηγούς του 1940-41, αν πληροφορήθηκαν, βεβαίως, τα διατρέξαντα, και θα εξέπληξε και θα εκπλήσσει κάθε αντικειμενικό ιστορικό κριτικό. Ηένταξη στον Πίνακα Β’ ακυρώθηκε αργότερα, αλλά το γεγονός δεν συνοδεύτηκε και με ανάθεση καθηκόντων στους δικαιωθέντες, τούτο δε για πολιτικούς λόγους αναγόμενους στις αντιλήψεις της εποχής.
Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος αποστρατεύθηκε τελικά την 13η Μαΐου 1946 [22]. Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό α’ τάξης (4 Μαρτίου 1941), το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων (30 Οκτωβρίου 1945) και με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (30 Οκτωβρίου 1945). Ως απόστρατος τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Γεωργίου Α’ μετά ξιφών (4 Ιανουαρίου 1947) για την εν γένει προσφορά του κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή. Επίσης κρίθηκε ως επαξίως διοικήσας μεγάλη μονάδα κατά τον Πόλεμο 1940-1941 και έτυχε ισοβίως ειδικής σύνταξης (ίσης προς τον μισθό ενεργείας). Εν συνεχεία έζησε αφανώς ως ιδιώτης. Κάτοχος της γαλλικής, της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας, αφιερώθηκε στην μελέτη [23].
Απεβίωσε στην Αθήνα την 5η Δεκεμβρίου 1983, κηδεύθηκε (όχι δημοσία δαπάνη) στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του Α’ Δημοτικού Νεκροταφείου Αθήνας και ενταφιάστηκε στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ναυπλίου, στην πόλη όπου γεννήθηκε. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε νυμφευθεί στο Ναύπλιο την Μαρία Βαζιργιατζίκη από την Μακεδονία. Παρέμεινε άτεκνος. Στο Ναύπλιο δόθηκε το όνομα του πρόσφατα σε οδό της πόλης. [24]
Υποσημειώσεις
[1] Η Ελένη Παπαδοπούλου ήταν εγγονή του επίσης ιερέα Παναγιώτου Καμαριώτου (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1853), ενταφιασμένου όπισθεν και αριστερά του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου στο Ναύπλιο. Ο Παν. Καμαριώτης, καθώς και ο γιος του Νικ. Καμαριώτης, υπήρξαν εφημέριοι του Ναού τούτου (ο δεύτερος μεταξύ 1855 και 1887). Αλλά και ο γεν. αρχίατρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος ήταν γιος ιερέα, του Παπα-Ιωάννου Σπυρίδωνος Παναγιωτόπουλου από τα Σωτηριάνικα Οιτύλου, που έχει ταφεί στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Και οι δυο οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και τα μέλη των πολιτογραφήθηκαν Ναυπλιείς.
[2] Ως γιατρός του 8ου Συντάγματος Πεζικού (Ναυπλίου) στο Μέτωπο της Θεσσαλίας. Βλ. Εκθεσις της A.B.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, υποβληθείσα εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών (Πιστοτάτη ανατύπωσις της Επισήμου Εκθέσεως του Διαδόχου), Εν Αθήναις 1899, σελ. 584. Στην ανατύπωση αυτή και όχι στην πρωτότυπη (μετά παραρτημάτων) έκδοση παραπέμπουμε λόγω της σπάνιος της τελευταίας και της δυσκολίας του αναγνώστη να συμβουλευθεί αυτήν.
[3] Το Νοσοκομείο τούτο ανασυγκροτήθηκε επί του Φρουρίου της Ακροναυπλίας επί ανωτέρας διοίκησης των τακτικών στρατευμάτων υπό του τότε συνταγματάρχη Karl von Heideck. Tο Νοσοκομείο στεγάστηκε σε παλαιό ερείπιο που βελτιώθηκε για τον σκοπό αυτόν. Βλ. σχετικώς εν Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. ΙΑ’, Εν Αθήναις 1852, σελ. 610-611. Σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια του, σε πλήρη εγκατάλειψη.
[4] Η IV Μεραρχία συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο 1912 σύμφωνα με τον Νόμο Γ’^Ε’ (3995) της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί συνθέσεως του ενεργού στρατού ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 15(17 Ιαν. 1912), σελ. 82) και το Βασ. Διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί εκτελέσεως του Νόμου Γ ^ h Ε’ /1912 ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 60 (15 Φεβρ. 1912), σελ. 377-422). Διοικητής της IV Μεραρχίας κατά τους Πολέμους 1912-1913 ήταν ο υποστράτηγος πυρ. Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος (1853-1942), αργότερα αντιστράτηγος. Για την δράση της IV Μεραρχίας και των μονάδων της βλ. προχ. Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Εν Αθήναις 1987. Η IV Μεραρχία αποκλήθηκε «Πτερωτή» (κατ’ άλλους «Σιδηρά») λόγω της ταχείας προέλασής της. Η δράση της IV Μεραρχίας και κατά τις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε λαμπρά. Σήμερα εδρεύει στην Τρίπολη. Φερώνυμος του Κ. Μοσχοπούλου οδός στο Ναύπλιο δεν υπάρχει.
[5] Στον Άγγελο Σπ. Παπαδόπουλο οφείλεται και η στην ελληνική γλώσσα μετάφραση του διαπρεπούς νομικού Walter G. Jellinek (1885-1955) έργου του: Εισαγωγή εις το Διοικητικόν Δίκαιον (μετά σχολίων και προσθηκών περί του εν Ελλάδι κρατούντος δημοσίου δικαίου και της περί αυτού ελληνικής νομολογίας), Εν Αθήναις 1939, και Του Αυτού, Διοικητικόν Δίκαιον, τομ. Β’, τεύχ. 1ον, Εν Αθήναις 1944, και τομ. Β’, τεύχ. 2ον, Εν Αθήναις 1955. Ο γράφων χαίρει γιατί έχει στο νομικό τμήμα της βιβλιοθήκης του το βιβλίο τούτο με αφιέρωση του παλαιού συναδέλφου Άγγελου Σπ. Παπαδόπουλου.
[6] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 440 (27 Δεκ. 1926), σελ. 3463-3464.
[7] Πρ. Διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1927, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 102 (2 Ιουν. 1927), σελ. 491. Ο Δημ. Παπαδόπουλος κατετάγη στον Πίνακα Α’ (επαναφερομένων στην ενέργεια).
[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Το τέλος μιας Εποποιίας. Απρίλιος 1941, Εν Αθήναις 1959, σελ. 313-316.
[9] Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.
[10] Βλ. αντιστρατήγου Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, Εν Αθήναις 1967, σελ. 69-72.
[11] Υπ. Εξωτερικών, 1940 – 41. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Εν Αθήναις 1980.
[12] Βλ. προχείρως Hans Gert von Esebeck, Ρόμμελ. Το γερμανικόν Africa–Korps, μετάφρ. Γ. Κ. Γαζή, Εν Αθήναις 1958. Η περί του Ρόμμελ και της πολεμικής δραστηριότητάς του βιβλιογραφία είναι μεγάλη.
[13] Πρίγκηπος Πέτρου, Ημερολόγια Πολέμου 1940-1941, Α’, ‘Εν Αθήναις 1997, εκδ. Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν.
[14] Βλ. αντιστράτηγου Θρασ. Ι. Τσακαλώτου, 40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλάδος, τόμ. Α’, Εν Αθήναις 1960, σελ. 160-164.
[15] Βλ. Νομ. Διάταγμα υπ’ αριθμ. 63 της 15ης Μαΐου 1941, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 171 (15 Μαΐου 1941), σελ. 826-827.
[16] Ο αντιστράτηγος Μ. Δράκος, γόνος σημαντικού οίκου της Ηπείρου, διακριθέντος κατά τους Αγώνες του Έθνους, ήταν κατ’ ουσία σύγχρονος του Αλ. Παπάγου. Προήχθη σε υποστράτηγο μετά τρίμηνο από της αντίστοιχης προαγωγής του Παπάγου και σε αντιστράτηγο μετά απ’ αυτόν. Προφανώς δεν λησμόνησε ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος άδικα αποστρατεύθηκε και δεν επιθυμούσε προσωπική συνεργασία μετά του εν αποστρατεία πλέον τέως Αρχιστράτηγου.
[17] Βλ. Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-74.
[18] Βλ. αντιστρατήγου Κ. Θ. Μπακοπούλου, Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των – Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Εν Αθήναις 1948. Βλ. και Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-75.
[19] Βλ. υποστρατήγου Ξ. Λίβα, Η Αιγηίς, Κοιτίς των Αρείων και του Ελληνισμού, Εν Αθήναις 1956.
[20] Βλ. συνταγματάρχου Κ. Β. Κοζάνη, Θα ζήσωμε ελεύθεροι ως Έλληνες. Ιστορικά έγγραφα του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, Εν Αθήναις 1978.
[21] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 47 (8 Μαρτ. 1945), σελ. 149.
[22] Κατά τα Δεκεμβριανά εκτελέστηκαν ο υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς (Δεκ. 1944), διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο, και ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (6 Ιαν. 1945). Επίσης εκτελέστηκε ο εκ των υποστρατήγων του Πολέμου (αντιστράτηγος εν αποστρατεία από το 1942 λόγω ορίου ηλικίας) Χρήστος Καβράκος (8 Δεκ. 1944).
[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 131 (13 Μαΐου 1946), σελ. 797. Μαζί με αυτόν ετέθησαν τότε σε αποστρατεία και οι έτεροι αντιστράτηγοι του Πολέμου Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Δέδες. Ο Ι. Πιτσίκας είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας τω 1943. Ο Γ. Τσολάκογλου και ο Π. Δεμέστιχας είχαν καθαιρεθεί τότε λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση εν καιρώ Κατοχής. Ο Γ. Κοσμάς είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας την 1η Ιανουαρίου 1946. Αργότερα (1953) ο Π. Δεμέστιχας ετέθη και αυτός σε αποστρατεία στις 13 Μαΐου 1946. Μερικά στοιχεία περί της σταδιοδρομίας του Δ. Παπαδοπούλου βλ. και κείμενα του αντιστράτηγου Χρήστου Σ. Φωτοπούλου, Επιτ. Γενικού Επιθεωρητού Στρατού, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από την Σχολή (: Στρ. Σχολή Ευελπίδων) κατά την περίοδο 1828-1912, εκδ. Σ.Σ. Ευελπίδων, Εν Βάρη Αττικής 1996, σελ. 235.
[24] Βλ. Δ. Παπαδοπούλου, Αναμνήσεις ενός Πυροβολητού, Εν Αθήναις 1976. Είμαστε βέβαιοι ότι σώζεται σημαντικό αρχείο του Στρατηγού. Ορισμένα εκ των αντικειμένων του έχουν προσφερθεί στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου. Αξιοσημείωτη αρχιτεκτονικά είναι η σωζόμενη στο Ναύπλιο οικογενειακή οικία Παπαδόπουλου στην οδό Λαμπρινίδου.
Πηγή
-
Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, «Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Παπαδόπουλος και Βασίλειος Βραχνός», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ (1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970
Posted in Αργολίδα, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοσιογραφία, Εφημερίδες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Σύνταγμα (Τύπος), Τύπος on 11 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970
Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων. Ναύπλιο, Ιούν. 1892-1970, αρ. φ. 1-3022 (8 Ιουν. 1969). «Ιδρυτής: Παναγ. Ιω. Ιατρός, διευθυντής – ιδιοκτήτης: Στυλ. Ν. Κωστόπουλος» (από τις 8 Ιουλ. 1928). «Ιδρυτές: +Σωτ. Ιω. Ιατρός, Παν. Ιω. Ιατρός, +Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Ιδιοκτήτες: Αφοί Στυλ. Κωστόπουλοι. Διευθυντής: Θάνος Θ. Αναγνωστόπουλος» (από τις 23 Ιαν. 1944).
Από 22 Οκτ. 1950 εναλλάσσονται τα ίδια άτομα στις διευθυντικές θέσεις της εφημερίδας. Οι υπότιτλοι αλλάξουν, χωρίς να διαφέρει το νόημα. Εβδομαδιαία («Εκδίδεται κατά Κυριακήν»), τετρασέλιδη, τετράστηλη (συνήθως η πρώτη σελίδα) και πεντάστηλη, διαστάσεων 45×31 εκ. δισέλιδη και εξάστηλη, διαστάσεων 48,5χ34 εκ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Τιμή φύλλου: 2 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 500 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1949), 1000 δρχ. (από τις 22 Οκτ. 1950), 1 δρχ. (από την 1η Ιαν. 1956). Συνδρομές: ετήσια «εν Ναυπλίω δραχ. 50, εν λοιπή Ελλάδι [δραχ.] 60», 75 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 30000 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1939), 50000 δρχ. (από τις 2 Οκτ. 1955 και 50 δρχ. από την 1η Ιαν. 1956)· ετήσια εξωτερικού 3 δολ. (από τις 8 Ιουλ. 1928), 15 δολ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Γραφεία: έναντι Νομαρχίας (από τις 8 Ιουλ. 1928). Γραφεία – τυπογραφείο: πλατεία Τριών Ναύαρχων (από τις 4 Ιαν. 1931) και μεταπολεμικά στην οδ. Βασιλέως Κωνσταντίνου (όπου σήμερα το κατάστημα «Κουμούτση»).
Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδας. Την εποχή που εκδόθηκε, το Ναύπλιο είχε χάσει την οικονομική σημασία του, λόγω της ανάπτυξης του Πειραιά και του σιδηροδρόμου. Από πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της από «αφηγήσεις του Αντ. Λεκόπουλου, Παν. Ιατρού και […] του Αλέκου [Μουτζουρίδη]» από το επετειακό άρθρο (5 Ιουν. 1938, αρ. φ. 1945) για τη συμπλήρωση των 47 χρόνων κυκλοφορίας, το Σύνταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 1892, όταν είχαν εκλείψει άλλες εφημερίδες στο Ναύπλιο ή αντιμετώπιζαν προβλήματα έκδοσης, καλύπτοντας «μία πραγματική έλλειψι και μία πραγματική ανάγκη».
Ως «Ιδρυτής […] πραγματικός, εμπνευστής» του Συντάγματος αναφέρεται ο δικηγόρος Διονύσιος I. Ιατρού ή «Νιόνιος Τζανίνος», γνωστός ως Μιγάς εξαιτίας του καθολικού του δόγματος, έχοντας την τυπογραφική στήριξη του αδελφού του Σωτήρη. Λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την εφημερίδα ο αδελφός τους Παναγιώτης. Το 1926 περιέρχεται στον Στέλιο Κωστόπουλο, ο οποίος μια δεκαετία περίπου αργότερα ανακαινίζει τις εγκαταστάσεις. Τυπογραφεία και γραφεία παραμένουν στο ισόγειο της «μεγάλης οικίας των Ιατρού ή των Τζανίνων» που βρισκόταν «Λοξά, αντίκρυ στο Παλάτι του Όθωνα». Η «αδιάλειπτη και συνεχής» έκδοσή της με τους «μακροχρόνιους αγώνες» της «συνετέλεσαν στην προαγωγή της πόλεως».
Ως στόχος τίθεται εξαρχής η εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδας. Το τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» αποτελεί το σταθερό της σύμβολο. Γλώσσα της είναι άλλοτε η καθαρεύουσα και άλλοτε η δημοτική. Τάσσεται με το Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζει τον Παναγή Τσαλδάρη και τον ντόπιο εκπρόσωπο του Ιωάννη Μουτζουρίδη. Αντιπολιτεύεται σκληρά τον Ελ. Βενιζέλο σε όλη την τελευταία πρωθυπουργία του: η εκλογική του νίκη θεωρείται «πραξικοπηματικός τερματισμός» της δημοκρατίας που θα προκαλέσει θανάσιμους κλυδωνισμούς για τη χώρα. Οι ενδεχόμενες φιλοβασιλικές της απόψεις δεν έγινε δυνατόν να ανιχνευθούν λόγω απώλειας των περισσότερων φύλλων της. Ωστόσο με το άρθρο «Ο κίνδυνος επί θύραις» καλεί σε λήθη των πολιτικών παθών και προτρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία (αναφέρεται από τη Ναυπλιακή Ηχώ, 17 Μαΐου 1936, αρ. φ. 519).
Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στηρίζει το καθεστώς, που σώζει τη χώρα από «τριβόλους και ακάνθας κομμουνιστικάς». Αναπαράγει συνεχώς την ειδυλλιακή εικόνα μιας χώρας όπου επικρατεί ομόνοια και ευημερία. Προβάλλει τα στελέχη του καθεστώτος και τις οργανώσεις του και ανατυπώνει άρθρα από τις εβδομαδιαίες εφημερίδες των Λόχων Αρρένων-Θηλέων της EON (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).
Η επιθετική στάση απέναντι στους Φιλελεύθερους φέρνει το Σύνταγμα σε σύγκρουση με το «ρυπαρόφυλλο» της Ναυπλιακής Ηχούς. Αιτία αποτελούν οι προστριβές των δύο κομματικών παρατάξεων σχετικά με τον δήμο, αλλά και η γενικότερη πολιτική κατάσταση.
Από τα φύλλα της Ναυπλιακής Ηχούς φαίνεται ότι η αντιπαλότητα αυτή υποχωρεί παραμονές της 4ης Αυγούστου. Όμως αναζωπυρώνεται πάλι, μέχρι την ιταλική επίθεση. Τότε οι σχέσεις των δύο εφημερίδων εισέρχονται σε περίοδο σύμπνοιας πια. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το Σύνταγμα καλύπτει τις εξελίξεις του μετώπου. Στις 20 Απριλίου 1941, τέσσερις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η «Δ/σις της Εφημερίδος» δηλώνει την πρόθεσή της να αποφύγει τη διακοπή, της έκδοσης.
Επανακυκλοφορεί στο τέλος του Εμφυλίου. Ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για τοπικά θέματα. Πολιτικά, καλύπτει κυρίως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των Βασίλη Κόκκινου και Δημήτρη Α. Σαγιά για τον δημαρχικό θώκο του Ναυπλίου, υποστηρίζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο˙ η τοποθέτηση αυτή την ωθεί να αντιπολιτεύεται την εφ. Αργοναυπλία.
Παρακολουθεί τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας. Υποστηρίζει τον «Στρατάρχην» Παπάγο ως θεμέλιο της ομαλότητας. Επικρίνει έντονα «τους της Αντιπολιτεύσεως εκπροσώπους» και «τους της Σοβιετίας υπηρέτας». Εγκωμιάζει την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Τον Ιούλιο 1965 με κύριο άρθρο της ονομάζει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «Ο Δικτάτωρ», συμπληρώνοντας ότι «Η χώρα εσώθη τον έσχατον κίνδυνον να γίνη Άγιος Δομίνικος χάρις εις την αποφασιστικότητα του Βασιλέως». Η δικτατορία της 21ης Απριλίου χαιρετίζεται με διθυραμβικά άρθρα ως «συνισταμένη των προσδοκιών του λαού μας».
Η ύλη αποτελείται κυρίως από ειδήσεις της τοπικής κοινωνίας. Όταν όμως κρίνεται σκόπιμο, η γενικότερη – πολιτική κατά κύριο λόγο – κατάσταση γίνεται αντικείμενο του κύριου άρθρου στην πρώτη σελίδα. Οι τοπικές ειδήσεις κατατάσσονται στις στήλες «Χωρίς Τίτλο», «Επιφανείς Ναυπλιείς», «Ζητήματα και Πράγματα» κάτω από τον υπέρτιτλο «Ναυπλιακή ζωή» της δεύτερης σελίδας, όπου δημοσιεύονται επίσης επιστολές αναγνωστών, τα κοινωνικά και οι μικρές αγγελίες. Η τρίτη σελίδα, «Τα γεγονότα της Εβδομάδος», περιέχει τη στήλη «Ζωή και Κίνησις» και ανταποκρίσεις από τις κωμοπόλεις του νομού. Διαφημίσεις αποτελούν την τελευταία σελίδα. Υπάρχει ακόμη το εβδομαδιαίο χρονογράφημα, στήλες με ύλη αθηναϊκή, άρθρα πατριδογνωστικού ενδιαφέροντος, μόνιμη θρησκευτική στήλη, «Φιλολογικά Σημειώματα», ρήσεις και «Διαλεχτοί Στίχοι», διηγήματα σε συνέχειες. Σποραδικά δημοσιεύονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Μεταπολεμικά, το Σύνταγμα δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματα και ευθυμογραφήματα, επιφυλλίδες, μελέτες, κριτική βιβλίου, αλλά και θρησκευτική στήλη. Η στήλη «Ζητήματα και Πράγματα» περιέχει σχολιασμένες ειδήσεις, κυρίως τοπικές. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει ανακοινώσεις, τα «Κοινωνικά» και τη στήλη «Ματιές» για μικρότερες αυτή τη φορά ειδήσεις του Ναυπλίου. Οι λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακοί συνεργάτες υπογράφουν με το όνομά τους, τα αρχικά τους ή με ψευδώνυμο.
Για τη μακρά συνεργασία του ξεχωρίζει ο δικηγόρος Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης. Δημοτικός σύμβουλος, συγγενής βουλευτή και υπουργού του Λαϊκού Κόμματος και βουλευτής ο ίδιος, αποτελεί έναν από τους βασικούς αρθρογράφους. Ο Θ. Θ. Αναγνωστόπουλος κρατά τη στήλη «Επίκαιρα Σημειώματα» στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας και μετά την αντικατάστασή του στη διεύθυνση της εφημερίδας. Τακτικότατος συνεργάτης είναι ο δικηγόρος Ηλίας Χ. Μπέζας, υπογράφοντας το κύριο άρθρο τις περισσότερες φορές. Ο Α. Π. Τσακόπουλος συνεισφέρει άρθρα ιστορικού – επετειακού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. «Ο Αητονύχης» υπογράφει τη μόνιμη στήλη «Σατιρικός Στίχος».
Σπύρος Ταλιέρης
Πηγή
- Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Δ΄, Αθήνα, 2008.
Σχετικά θέματα:
Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914
Posted in Αργολίδα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914, Εφημερίδες, Εκδὀσεις, Ιστορία, Κορινθία, Ναύπλιο, Πολιτισμός on 10 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914
Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας. Αθήνα, 2 Ιουν. 1910 – 28 Ιαν. 1914, έτ. Α’ – Ε’. Ιδρυτής – εκδότης: Δημοσθένης Δ. Δεσμίνης. Άλλος υπότιτλος: Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική (από το φ. 13, 23 Ιαν. 1911). Αναφέρεται ως μηνιαία, αλλά εκδίδεται αρχικά κατά δεκαπενθήμερο. Τετρασέλιδη, τετράστηλη, με συνεχή σελιδαρίθμηση. Ετήσιες συνδρομές: 5 δρχ. (εσωτερικού), 10 φρ. (εξωτερικού)· «Δια τους ιερείς και διδασκάλους δρχ. 4». Τιμή καταχωρήσεων: 50 λεπτά ο στίχος. Γραφεία: Νίκης 37, Αθήνα.
Στόχοι της, όπως διατυπώνονται στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου με τίτλο «Το πρόγραμμά μας», είναι να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των επαρχιών που περιλαμβάνονται στους νομούς Αργολίδας και Κορινθίας και να συντελέσει ώστε να καλυτερέψουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Για τον σκοπό αυτό προτίθεται να βοηθήσει τις υπάρχουσες εφημερίδες που εκδίδονται στο Ναύπλιο, στο Άργος και στην Κόρινθο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των νομών Αργολίδας και Κορινθίας, αλλά και να υπερβούν την επικρατούσα στενή επαρχιακή αντίληψη. Ακόμα έχει ως στόχο – όσο μπορεί, ανάλογα της στήριξης που θα λάβει – να εξυπηρετήσει και τα γενικότερα συμφέροντα του ελληνισμού.
Η έκδοση σχεδιαζόταν να γίνει από την 1η Ιανουαρίου 1910 και για τον λόγο αυτό δηλώνει ότι Θα εκδίδεται «κατά δεκαπενθημερίαν», μέχρι να συμπληρωθούν τα καθυστερημένα φύλλα. Ως το τέλος της έκδοσής της συνέχισε τη δεκαπενθήμερη κυκλοφορία της, παρά τη διαφορετική δήλωση στον υπότιτλο που την ήθελε μηνιαία.
Τα θέματά της ποικίλλουν και σχετίζονται με την εκπαίδευση, την πολιτική, τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, την κοινωνία, τα τοπικά ζητήματα, τη γεωργία των νομών αυτών, τους ομογενείς κ.ά. Περιλαμβάνει ακόμα ανταποκρίσεις από διάφορα μέρη (Αίγυπτο, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Αμερική).
Μόνιμες στήλες της ήταν: «Βιβλιογραφικόν Δελτίον» (αναγγέλλεται η δημοσίευση βιβλίων ή περιοδικών τα οποία αποστέλλονταν στη διεύθυνση), «Γραμματοκιβώτιον», «Διαφημίσεις», «Οικογενειακή στήλη», «Δήλωσις» (με θέματα όπως: πως εργάζονται τα άλλα κράτη για την ανάπτυξη του εμπορίου, τα δάση της Ελλάδας, σταφιδικά, σπογγαλιευτικά κ.ά.), «Ελεύθερον Βήμα», «Με λίγα λόγια» (σύντομες ειδήσεις) κ.ά.
Σημαντική υπήρξε η συμβολή της στην επίλυση του υδατικού προβλήματος της Αργολίδας: δημοσίευσε σοβαρές και σημαντικές θέσεις για το θέμα και ο Δ. Δεσμίνης, με τη συμφωνία του Ελ. Βενιζέλου, συνέταξε επικεφαλής ομάδας σχέδιο νόμου για την υδροδότηση της αργολικής πεδιάδας. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τελικά ματαίωσαν την υλοποίηση του σχεδίου αυτού.
Η Δαναΐς αποτελεί μέχρι σήμερα μοναδικό εκδοτικό επίτευγμα στην Αργολίδα τόσο για τη μορφή της («κασέ»), όσο και για την ποιότητα της αρθρογραφίας της. Σε εποχές έντονων και εν πολλοίς προσωπικών αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν πολλά έντυπα του αργολικού Τύπου, αποτέλεσε παράδειγμα εφημερίδας που κράτησε από την αρχή έως το τέλος ικανές αποστάσεις από προσωπικές συγκρούσεις και συνεχώς επιδίωκε την προσέγγιση των προβλημάτων και των θεμάτων που απασχολούσαν τον τόπο.
Βασίλης Κ. Δωροβίνης – Δήμητρα Κωνσταντοπούλου
Πηγή
- Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008.
Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, guillotine, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δωροβίνης Κ. Βασίλης, Δήμιοι, Ιστορία, Καποδίστριας, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Πελοπόννησος, γκιλοτίνα, θανατική ποινή, λαιμητόμος on 8 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα
Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].
Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.
Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.
Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).
Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -, στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).
Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».
Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.
Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.
Καποδιστριακή περίοδος
Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.
Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου ([1]).
Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανατική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτελέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικασμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον» ([2]).
Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση θανατικής ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύτερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.
Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επιβληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για απόδραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.
Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.
Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.
Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.
Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)
Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λειτούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».
Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.
Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.
Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.
Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.
Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.
Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».
Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».
Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»
Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα υπερμεσούντα».
Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).
Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».
Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».
Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.
Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.
Βασίλης Κ. Δωροβίνης
Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας
Υποσημειώσεις
[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.
[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.
[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.
[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.
[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.
[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).
[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’aujourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.
[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Boissona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.
[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.
[10] Φύλλο της 19.8.1834.
[11] Φύλλο της 7.3.1835.
[12] Φύλλο της 23.2.1862.
[13] Φύλλο της 2.5.1870.
[14] Φύλλο της 14.1.1871.
[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.
[16] Φύλλο της 6.7.1884.
[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.
Πηγή
-
Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.
Σχετικά θέματα:
«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, «Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ακροναυπλἰα, Ιστορία, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Πελοπόννησος, Φυλακές, Φυλακές Ναυπλίου on 6 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου
«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου
Μια παράλληλη ζωή
«Αντιλαλούν δυο φυλακές
τ΄ Ανάπλι κι ο Ιτς Καλές…».
Αντωνιάδης Μπάμπης*
Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές.
Στην Ακροναυπλία τα πρώτα κατάλοιπα οχύρωσης τα συναντάμε στα τέλη του 4ου π.Χ ή αρχές του 3ου π.Χ αιώνα. Πάνω από το τείχος με την πολυγωνική τοιχοδομία θεμελιώνουν οι Βυζαντινοί, αργότερα οι Φράγκοι. Η Ακροναυπλία χωρίζεται τότε σε δύο κάστρα, το Ρωμέικο δυτικά και το Φράγκικο ανατολικά. Η Α και η Β Ενετοκρατία ολοκληρώνουν την οχύρωση του βράχου. Η οχύρωση του Παλαμηδίου όμως θα εκμηδενίσει την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας. Με την απελευθέρωση, την Καποδιστριακή περίοδο άρχισαν εργασίες επισκευής των υφιστάμενων κτηρίων και κατασκευή στρατιωτικών κτηρίων (νοσοκομείο) στην Ακροναυπλία.
Παλαμήδι
Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. Οι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ. Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι».
1829. Γενική επισκευή κτηρίων στην Ακροναυπλία που είχαν κτιστεί το 1706 από την Β΄ ενετοκρατία. Κατασκευή στρατιωτικού νοσοκομείου και εκκλησίας στην Ακροναυπλία.
1830. Σε έκθεση του 1830 για τις φυλακές Παλαμηδίου, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνότητά των»!
1830 – Δεκέμβριος. Απόφαση της Γερουσίας για την βελτίωση των φυλακών διαίρεσή τους σε τρία διαφορετικά τμήματα. 1. δια τους «χρηματικώς ωφειλέτας» 2. δια τους «εγκαλούμενους δι εγκλήματα» 3. δια «τους καταδίκους». Επίσης ορίζεται ότι «εκάστη φυλακή περιέχει μιαν αίθουσαν εις την οποίαν οι κρατούμενοι οφείλουν να εργάζωνται την τέχνην ή το επιτήδευμά των». (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 20/12/1830)
1829-1830. Και το Μπούρτζι χρησιμοποιείτε σαν φυλακή, (αποφάσεις δικαστηρίων με ποινή φυλακίσεως «εν τω Βουρτζίο Ναυπλίου».
1833 – Μάιος. Η πρώτη θανατική εκτέλεση με τη Γκιλοτίνα (Καρμανιόλα) γίνεται στην Πρόνοια. Εκτέλεση ληστοπειρατού του Γεωργίου Μητρομαργαρίτου.
1833. Στα τέλη το 1833 ορίζεται η καστρονησίδα Μπούρτζι τόπος παραμονής των δημίων. Δεν επιτρέπεται η έξοδός τους παρά μόνο κατά την διάρκεια των εκτελέσεων. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγο ληστειών. (Ορκίστηκε σαν δήμιος 20/10/1833 με οχταετή θητεία).
1834 – Μάιος. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές Παλαμηδίου για να αποφυλακιστεί μετά από 11 μήνες.
1834. Η Ακροναυπλία ορίζεται αυστηρά σαν στρατιωτική βάση και ένα μέρος μόνο χρήσιμο για φυλακές με έκδοση σχετικού ΦΕΚ. Ταυτόχρονα ο Όθωνας διατάσσει τη γενική επισκευή των κτηρίων.
1835. Ο Μάουρερ επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του. Διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση, «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα».
1835. Το πετρόκτιστο ενετικό κτήριο δυτικά του Παλαμηδίου χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο των φυλακών και οι έχοντες μικρές ποινές δουλεύουν εργαλεία υφαντικής για κατασκευή κλινοσκεπασμάτων και στρατιωτικών κουβερτών. Το κτήριο ονομαζόταν «ποινητήριο» ή «το κατάστημα», επειδή μετά από τις εργασίες ανακατασκευής του το 1899 μετετράπη σε κατάστημα των φυλακών μέχρι το κλείσιμο των φυλακών Παλαμηδίου. Τη δεκαετία του 1950 το κτήριο κατεδαφίστηκε.
1847. Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. «Είναι, απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κ.κ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).
1850. Ο Γάλλος ιππότης Apper, που μελέτησε τις συνθήκες διαβίωσης των φυλάκων εντοπίζει το ρεμπέτικο τραγούδι στα κάτεργα των φυλάκων του Παλαμηδιού.
1868. Ο Ερρίκος Σλήμαν επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου και περιγράφει την τραγική κατάσταση των φυλακισμένων.
1880. Λειτουργούν στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του στρατού (Σαρτορία). Κάθε Δεύτερα έπαιρναν το μπόγο κάτοικοι της πόλης του Ναυπλίου, έραβαν στο σπίτι τα ρούχα, τα παρέδιναν το Σάββατο και έπαιρναν αμοιβή ανά κομμάτι. Οι εργαζόμενοι μπορεί να έφταναν μέχρι τους πεντακόσιους. Το 1883 μεταφέρθηκε η Σαρτορία στον Πειραιά. Το 1890 επανέρχεται στο Ναύπλιο, με πολιτική παρέμβαση του βουλευτή Φαρμακόπουλου, αλλά το Απρίλιο του 1894 μεταφέρεται και πάλι στον Πειραιά. Στις αρχές του 1897 επανιδρύονται στο Ναύπλιο οι αποθήκες ιματισμού του στρατού και εγκαθίστανται στα κτήρια κοντά στα πέντε αδέλφια. Το 1903 εστάλη μια κοπτική μηχανή για να ράβει φουστανέλες ευζώνων. Μετά από λίγους μήνες αφού έληξαν οι εκλογές, μεταφέρθηκε η μηχανή στον Πειραιά και σταμάτησε η λειτουργία των αποθηκών ιματισμού. Η μεταφορά και η λειτουργία της αποθήκης ιματισμού έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.
Άγνωστος συγγραφέας αναφέρει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1890 σε αγγλικό περιοδικό (Tο δημοσίευμα συνοδεύεται από ενδιαφέροντα σκίτσα, όπου ξεχωρίζει η φυλακή του «Mιλτιάδη») : «Mία από τις κυριότερες δημόσιες φυλακές για καταδίκους Έλληνες εγκληματίες έχει κτιστεί μέσα στα χαλάσματα ενός παλιού βενετικού κάστρου. (…) Mια ανάβαση χιλίων πέτρινων σκαλοπατιών ή ένας περίπατος μέσα από έναν ελικώδη καρόδρομο φέρνει τον επισκέπτη στην πύλη του παλιού κάστρου, όπου ένας από τους φύλακες θα διαταχθεί να τον ξεναγήσει στο χώρο (…) Oι φυλακισμένοι είναι συνωστισμένοι σε ανοιχτές αυλές, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια μέσα στα οποία οι φυλακισμένοι στεγάζονται τη νύχτα. Από τις οροφές των κτιρίων αυτών οι επισκέπτες μπορούν να δουν τη σκηνή κατά κάποιο ανάλογο τρόπο με εκείνον του να κοιτάζεις τις αρκούδες μέσα στο λάκκο. Yπάρχουν δύο τέτοιες αυλές, η μία κοντά στην πύλη, για εγκληματίες που εκτίουν ποινές φυλάκισης μικρότερες των 20 χρόνων, και η άλλη, η «Φυλακή του Mιλτιάδη», η οποία είναι για βαρυποινίτες και για εκείνους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.
Νύχτα και ημέρα οι φυλακισμένοι επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους. Δεν φορούν καμιά ομοιόμορφη στολή, ούτε απασχολούνται σε καμία χρήσιμη εργασία. Είναι όμως ελεύθεροι να κατασκευάζουν μικρά αντικείμενα από ξύλο, κόκκαλο και σύρμα, για να περνούν την ώρα τους. Aυτά τα σηκώνουν ψηλά, μέσα σε κουτιά, και τα προσφέρουν σε όποιους επισκέπτες εμφανίζονται με διάθεση να τα αγοράσουν. Tα κέρδη από τις πωλήσεις τα ξοδεύουν είτε στα τυχερά παιχνίδια είτε στην αγορά κάποιων πολυτελών πραγμάτων, όπως φρούτων ή καπνού ή εργαλείων για την κατασκευή των εμπορευμάτων τους. Ένας κατάδικος είχε την επιχειρηματική σκέψη να ανοίξει ένα καφενείο (Aγνώστου συγγραφέως, «Mια ελληνική φυλακή καταδίκων», μτφ.- επιμ. Oικον. Aναστ. Δ. Σαλαπάτα, Δελτίο Iστορικών Mελετών Nαυπλίου , 94 (Mάρτιος 1996) σ. 77).
Ακροναυπλία 1884 Νοέμβριος
Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών, ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (Νοέμβριος 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.
1885. Ίδρυση του 8ου πεζικού συντάγματος στο Ναύπλιο. Στεγάζεται στην Ακροναυπλία.
1885. Στην Ελλάδα υπάρχουν 24 φυλακές με 5.487 κρατούμενους.
1888. Στον τοπικό τύπο αναφέρεται ο αριθμός των φυλακισμένων στο Ναύπλιο. Βαρυποινίτες στον προμαχώνα Μιλτιάδη 123 με ποινές οι περισσότεροι ισόβια και ένας σε θάνατο. 153 στον Άγιο Ανδρέα. Στο Βουλευτικό 173 και στις φυλακές Ακροναυπλίας 221 στρατιωτικοί. (εφημ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 6/1888)
Ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος σε ταξίδι του στο Ναύπλιο το 1895 περιγράφει την παρουσία των γυναικών στις φυλακές του Βουλευτικού με τρόπο αποκαλυπτικό.
«Δια να μη μείνει παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα!
Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…
Εννοείται ότι εις τας φυλακάς αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος».
1890. Ορίζεται το Ναύπλιο ως αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων (γκιλοτίνα).

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
1891. Επίσκεψη στο Ναύπλιο και στις φυλακές του Α. Καρκαβίτσα. Συγκλονίζεται από απάνθρωπη κατάσταση που βλέπει. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» το 1892. Αναφορά για παίξιμο μπουζουκιού στις φυλακές. Αναφορά για τατουάζ στο σώμα φυλακισμένου.
1897- Φεβρουάριος Το 8ο σύνταγμα, που στεγάζεται στα κτήρια της Ακροναυπλίας, έχει τετρακόσιους άνδρες και αξιωματικούς.
1897- 28 Απριλίου. Μεταφέρονται με τρένα 28 κρατούμενοι Τούρκοι αιχμάλωτοι από την Ήπειρο στην Ακροναυπλία. (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897).
1897-3 Μαΐου. Άλλοι 96 κρατούμενοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ναύπλιο και οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.
1897. Ορίζεται το Ναύπλιο έδρα ταξιαρχίας που στεγάζεται στην Ακροναυπλία.
1900 -Νοέμβριος. Κλείνει σαν φυλακή το κτήριο του Βουλευτικού. Από το 1862 μέχρι το 1900 το κτήριο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προφυλάκισης. Το Φεβρουάριο του 1903 στο κτήριο στεγάζεται για πρώτη φορά το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (Δ. Γεωργόπουλος, Το αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου).
1913. Παύει να λειτουργεί η λαιμητόμος η οποία μεταφέρεται στο οπλοστάσιο. (κτήριο που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα είναι το Λύκειο και το Α΄ Δημοτικό σχολειό).
1923-23 Αυγούστου. Κλείνουν οι φυλακές του Παλαμηδίου και οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αίγινα και στην Αθήνα.
1925. Ιδρύονται οι Αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.
1929. Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.
1929. Ψηφίζεται το «ιδιώνυμο», νόμος 4249/25-25-7-29, «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».
1930 – Ιούνιος. Κλείσιμο των φυλακών του Λεονάρδου (κτήριο δίπλα από το βουλευτικό) και μεταφορά των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.
1930. Γκρεμίζεται το οπλοστάσιο και μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για το Γυμνάσιο. Η γκιλοτίνα μεταφέρεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο στην Αθήνα που βρίσκεται μέχρι σήμερα.
1934. Λειτουργεί με ηλεκτρικό το κτήριο της Ακροναυπλίας.
1934-30 Οκτωβρίου. Ο πρώτος ποινικός κρατούμενος στις φυλακές με καταδίκη για τυμβωρυχία. (ΓΑΚ Ναυπλίου)
1935-13 Απριλίου. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία Οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που συμμετείχαν στο λεγόμενο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Η εκκαθάριση των Βενιζελικών αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία με το λεγόμενο πραξικόπημα Κονδύλη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια σε σχέση με τον εμφύλιο. (ΓΑΚ Ναυπλίου)
1935 –2 Δεκεμβρίου. Αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.
1935. Η επιτροπή τουρισμού της πόλης του Ναυπλίου μιλάει για ανέγερση μεγάλη τουριστικής μονάδας στο Ιτς Καλέ.
1936. Κατατίθεται η διατριβή του Schaeffer που αφορά τις οχυρώσεις στην Ακροναυπλία. (Γερμανός αρχιτέκτονας που μελέτησε την Ακροναυπλία και σχεδίασε την μετατροπή της καστρονησίδας Μπούρτζι σε ξενοδοχείο).
1936-18 Σεπτεμβρίου. Δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 «περί μέτρων καταπολέμησης του Κουμμουνισμού και των συνεπειών», ακολουθώντας το πνεύμα του Ιδιώνυμου.
1936. Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κουμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση, ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του ΧΙΤΛΕΡ.
1937-3 Φεβρουαρίου. Έναρξη λειτουργίας φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους των πολιτικών με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή.
Περιγραφή του κτηρίου της φυλακής της Ακροναυπλίας
330 σκαλιά οδηγούν από τα σκαλοπάτια (ο δρόμος πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) στην φυλακή μέχρι την πύλη του Σαγγρέδου. Περνάμε ένα χώρο σαν τούνελ και φτάνουμε σε ένα επίπεδο, όπου βρίσκονται τα μονώροφα κτήρια της φυλακής. Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, βγαίνεις σε ένα μεγάλο ανηφορικό προαύλιο που περιβάλλεται από μάνδρα. Στο βάθος βρίσκεται το κτήριο των φυλακών.
Όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι φυλακές υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε «Κουμμουνιστικαί Φυλακαί Ακροναυπλίας» και έπειτα από διαμαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων ότι δεν είναι φυλακισμένοι αλλά εξόριστοι άλλαξε η πινακίδα και έγινε «Στρατόπεδον συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας» Η είσοδος του κηρίου ήταν θολωτή και η πόρτα μεγάλη και ξύλινη.
Οι σκάλες ήταν πέτρινες και αργότερα ξύλινες και έβγαινες σε ένα χολ με εμβαδό 8*10 που συνέδεε τους δύο θαλάμους, διαστάσεων 33μ μήκος, 11 πλάτος και5 μέτραύψος, με επτά παράθυρα στην κάθε πλευρά. Μια σειρά από ξύλινες κολώνες στη μέση κρατούσε το ταβάνι.
Κατά μήκος ήταν καρφωμένα σανιδένια ράφια, που έβαζαν βαλίτσες και κρεμούσαν ρούχα οι έγκλειστοι. Στα ράφια έβαζαν και τα πιάτα τα τσίγκινα, τα κουταλοπήρουνα, το ψωμί και ότι άλλο φαγώσιμο. Νιπτήρες και τουαλέτες υπήρχαν σε πρόσκτισμα. Σε κάθε θάλαμο διακρίνονταν τέσσερεις σειρές ράντζα δυο – δυο κολλητά, με μια απόσταση ανάμεσα στις δυάδες 20-24 πόντους. Κάθε θάλαμος «φιλοξενούσε» από 140 έως 150 φυλακισμένους. Οι θάλαμοι δεν διέθεταν καμία θέρμανση. Η θέα ήταν και αυτή ένα πρόβλημα. «Νεκροταφείο ζωντανών» όπως την χαρακτηρίζει ο Μ. Γλέζος.
Οργάνωση των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Ακροναυπλίας
Σε κάθε θάλαμο υπήρχε θαλαμάρχης και υποθαλαμάρχης, τους οποίους πρότειναν οι κρατούμενοι με την σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της φυλακής. Από συνελεύσεις θαλάμων εκλεγόταν ένα επταμελές η εννεαμελές γραφείο και ανέθετε σε κάθε μέλος δουλειά. Ταυτόχρονα υπήρχε κομματική επιτροπή η οποία λειτουργούσε ως μια σκιώδης εξουσία. Τα μέλη της δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν και ήταν μυστική από του υπόλοιπους κρατούμενους. Σύνθημα Ακροναυπλίας «Άκου βλέπε σώπα».
1937–25 Μαρτίου. Ο πρώτος θάλαμος είχε 70 πολιτικούς κρατούμενους.
1937- 7 Μαΐου. Εγκαινιάζεται ο τρίτος θάλαμος με εξόριστους από Ανάφη και Φολέγανδρο.
1937- Μάιος. Ο Δ. Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, στην Ακροναυπλία. Εγκαταστάθηκε στον Β΄ θάλαμο που έμεναν οι διανοούμενοι, προερχόμενος από εξορία σε νησί (έφυγε από την Ακροναυπλία 28-12-38 για Σαντορίνη). Οργανώθηκε προαύλιο μελέτης, που οι κρατούμενοι το ονόμασαν προαύλιο Γληνού. Με πρόταση του Γληνού συγκροτήθηκαν καλλιτεχνικές επιτροπές ανά θάλαμο, για τις ατέλειωτες βραδινές ώρες που οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε και την πρωινή γυμναστική.
Πολιτιστική ζωή στην Ακροναυπλία
Στην Ακροναυπλία οι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν χορωδία, μαντολινάτα, θεατρικές ομάδες και παίχτηκαν τα έργα: «Ο Φιλάργυρος», «ο Αρχοντοχωριάτης», «Ρήγας Φεραίος», «Ο γιατρός Κνοκ», «οι Φοιτητές», «Υπηρέτης δύο αφεντάδων». Γίνονταν αγώνες σκάκι και τάβλι. Γιορτάζονταν με επισημότητα όλες οι γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, 25 Μαρτίου. Η ορχήστρα της φυλακής είχε 12-14 όργανα, 2 βιολιά, 3 μαντολίνα και 6-8 κιθάρες.
1938-11 Φεβρουαρίου. Ο αναγκαστικός νόμος 117 1075/1938, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο νόμο, θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτών. Πρώτο μέτρο ήταν οι δηλώσεις μετανοίας.
1938- 8 Μαρτίου. Απομόνωσαν στο θάλαμο Ε 35 κρατούμενους. Ανάμεσά τους τα στελέχη, Ιωαννίδης, Πορφυρογέννης, Θέος, Λουλές, Κ. Τσίρκας κ.α., χωρίς καμία επαφή με τους υπόλοιπους κρατούμενους, με δικό τους προαύλιο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι επικοινωνούσαν με σημειώματα τοποθετημένα σε γυάλινο σωληνάριο κινίνου. Το έβαζαν μέσα στην ζύμη και τα έψηναν μαζί με το ψωμί που είχαν σημαδέψει για να σταλούν στην απομόνωση.
1938-4 Αυγούστου. Το Ναύπλιο γιορτάζει τα δύο χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και οι φωνές και τα τραγούδια ακούγονται μέχρι την Ακροναυπλία.(περιγραφή Πορφύρη). Στα τέλη του 1940 εβδομήντα (70) χωροφύλακες φύλαγαν την Ακροναυπλία.
1940. Συζητήσεις μεταξύ τροτσκιστικών ομάδων μέσα στην Ακροναυπλία για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ ΕΟΚΔΕ με ηγέτη τον Π. Πουλιόπουλο και την ΚΔΕΕ που είχε εκπρόσωπο τον Στίνα. Οι εισηγήσεις του Πουλιόπουλου γράφτηκαν με το χέρι του Χ. Αναστασιάδη και ήταν 240 σελίδες. Τα χειρόγραφα αυτού του ιδιότυπου συνέδριου σώζονται στα αρχεία του ΕΛΙΑ και στο Μουσείο Μπενάκη.
Καταφύγιο στην Ακροναυπλία
Με την έναρξη του πολέμου, μετά από διαβήματα κρατουμένων κατασκευάστηκε καταφύγιο στην Ακροναυπλία από εργολάβο, με εξόρυξη στο βουνό μήκους20 μέτρων, πλάτους2 μέτρωνκαι ύψους 1.80. Σκεπάστηκε με ξύλα και χώμα. Στο καταφύγιο έμπαινες από πόρτα του Γ΄ θαλάμου.
1940- 29 Οκτωβρίου. Υπόμνημα στην κυβέρνηση από τους έγκλειστους στις φυλακές για να σταλούν οι κρατούμενοι στο μέτωπο να πολεμήσουν.
1940- 6 Νοεμβρίου. Δεύτερο υπόμνημα για να πάνε οι κρατούμενοι στο μέτωπο.
1940-13 Νοεμβρίου. Τρίτο υπόμνημα για το μέτωπο χωρίς απάντηση.
Ιταλοί αιχμάλωτοι στο Ναύπλιο
1941. Με την έναρξη του πολέμου στο ελληνοαλαβανικό μέτωπο Ιταλοί αιχμάλωτοι μεταφέρονται και στο Ναύπλιο. Οι τραυματισμένοι Ιταλοί στρατιώτες νοσηλεύονται στο στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Ακροναυπλία. Από 2-1-1941 έως 7-4-1941 οι Ιταλοί φαντάροι που πέθαναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν δέκα. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν φυλακισμένοι στα κτήρια «Πέντε Αδέλφια».
1941-6 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.
1941-15 Απριλίου. Τα πρώτα αγγλικά αυτοκίνητα με Άγγλους και Νεοζηλανδούς φτάνουν στο λιμάνι Ναυπλίου για να αποβιβαστούν σε πλοία.
1941-15 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.
1941-25 Απριλίου. Αποχώρηση Άγγλων και Νεοζηλανδών από το λιμάνι του Ναυπλίου. Εμφάνιση και βομβαρδισμός από τα στούκας του λιμανιού.
1941-26 Απριλίου. Έκρηξη στο λιμάνι από τον βομβαρδισμό των πλοίων που θα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί κατά την αποχώρηση. Οι κρατούμενοι παρακολουθούν από ψηλά όλες τις επιχειρήσεις. Μεγάλες ζημιές στα κτήρια των φυλακών και στην πόλη του Ναυπλίου από τις εκρήξεις λόγω της ανατίναξης πλοίων στο λιμάνι Ναυπλίου και ανοικτά τις Αρβανιτιάς.
1941- 28 Απριλίου. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Ναύπλιο. Οι λιγοστοί χωροφύλακες που είχαν παραμείνει στη θέση τους παραδίδουν τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς. Οι κρατούμενοι απαιτούν να κατέβει η Γερμανική σημαία από την Ακροναυπλία με το επιχείρημα ότι μπορεί να θεωρηθεί από τους Άγγλους στρατόπεδο και βομβαρδιστεί. Οι Γερμανοί παρέδωσαν την φύλαξη της Ακροναυπλίας στους Ιταλούς. Με Ιταλική διοίκηση οι έλληνες χωροφύλακες έμειναν στην θέση τους και φύλαγαν τους πολιτικούς κρατούμενους.
1941-Μάιος. Απελευθέρωση 27 κρατουμένων της Ακροναυπλίας με παρέμβαση του βούλγαρου πρεσβευτή με το επιχείρημα ότι ήταν Σλαβομακεδόνες.
1941–1942. Η περίοδος της μεγάλης πείνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι αλλά και φυλακισμένοι πέθαιναν κυρίως από πείνα αλλά και από φυματίωση. Τα συνολικά θύματα από την Γερμανοϊταλική κατοχή, συμπεριλαμβανομένων και των εκτελέσεων και των θανάτων από στην περιοχή του Δήμου Ναυπλίου, ήταν εκατόν ογδόντα (180) άτομα. Από αυτά εκατόν δέκα τρείς (113) πέθαναν από πείνα και καχεξία. Από αυτούς τριάντα πέντε (35) ήταν από τις φυλακές. Από τους πολιτικούς κρατούμενους τρία άτομα και τριάντα δύο (32) από τους ποινικούς κρατούμενους.

Η κηδεία του Ακροναυπλιώτη Μάγκου που πέθανε από «εξάντληση συνέπεια υποσιτισμού», 18 Μαΐου 1942, στην φυλακή και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Πήραν άδεια και παραβρέθηκαν συγκρατούμενοι.
1942-Μάρτης. Η πρώτη παρουσία ενίσχυσης από τον Ερυθρό Σταυρό με τρόφιμα για τους κρατούμενους. Μοίρασαν ένα κιλό στο κάθε κρατούμενο σταφίδα, φιστίκια, φασόλια. Οι επιστολές των κρατούμενων τους μήνες που είχαν προηγηθεί στις οικογένειές τους περιγράφουν την τραγική τους κατάσταση στις φυλακές. Κάθε επιστολή και ένα «SOS». Η απάντηση τις περισσότερες φορές από τις οικογένειες:«πεινάμε».
1942 –7 Μαΐου. Μεταφέρονται 22 φυματικοί στο σανατόριο Πέτρα Ολύμπου.
1942-Σεπτέμβρης. Αρχίζει η διάλυση της Ακροναυπλίας με μεταφορά κρατουμένων σε στρατόπεδα.
1943. 100 πολίτες του Ναυπλίου έχουν κλειστεί στις φυλακές της Ακροναυπλίας από τους Ιταλούς στο χώρο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Στρατιωτικό νοσοκομείο έγινε χώρος φυλακής. Σαν νοσοκομείο οι Ιταλοί λειτούργησαν το κτήριο του Α΄ Δημοτικού σχολείου. Οι αντάρτες που συλλαμβάνονται φυλακίζονται στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου.
1943-27 Φεβρουαρίου. Μεταφέρονται στο σανατόριο Σωτηρία οι τελευταίοι φυματικοί κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Αργότερα θα αποδράσουν από το σανατόριο.
Τι επακολούθησε…
1943–6 Ιουνίου. 58 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο.
1943-12 Δεκεμβρίου. 4 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται στο Χαϊδάρι.
1944-1 Μαΐου. 160 Ακροναυπλιώτες (από τους 200 που συνολικά εκτελέστηκαν) εκτελούνται από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.
Η παράδοση των πολιτικών κρατούμενων από τους έλληνες χωροφύλακες στους Γερμανούς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. Οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν είχαν διαπράξει κανένα ποινικό έγκλημα. Στις φυλακές ήταν για τις ιδέες τους και φυλακίστηκαν με βάση το ιδιώνυμο του 1929.
Συνολικά από τους 625 Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 239.
1944–14 Σεπτεμβρίου. Αποχώρηση Γερμανών από το Ναύπλιο.
1944-5 Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ μπαίνουν στο Ναύπλιο.
1944-29 Οκτωβρίου. Επιτροπή από το ΚΚΕ επισκέπτεται την Ακροναυπλία και βλέπει έγκλειστο το Διοικητή των φυλακών Βαζιτάρη.
1945- 18 Ιανουαρίου. Αποχώρηση ανταρτών από το Ναύπλιο. «Συμφωνία της Πλάκας».
12 Φεβρουαρίου 1945 – Συμφωνία της Βάρκιζας
1946. Επαναλειτουργία των φυλακών της Ακροναυπλίας. Η Ακροναυπλία έχει 700 άνδρες και 20 γυναίκες. Οργάνωση της φυλακής με συνεργεία από τσαγκάρηδες, ξυλουργείο ραφείο, καθαριότητα και μαθήματα. Πολιτισμός: ανέβηκαν τρία θεατρικά έργα μέσα στην φυλακή. Μάλιστα το θεατρικό έργο, «ο κατά φαντασία ασθενής», παρακολούθησαν και προσωπικότητες της πόλης του Ναυπλίου. Στη φυλακή υπήρχε απαγόρευση εφημερίδων.
Στο τέλος του 1947 οι κρατούμενοι έφτασαν τους 900 και δόθηκε εντολή να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Έγιναν πολλές μεταγωγές πολιτικών κρατουμένων στην Γυάρο. Οι θανατοποινίτες στις φυλακές ξεπέρασαν τους 100. Η Οργάνωση της φυλακής στηριζόταν στην Επιτροπή Ομάδας συμβίωσης και στους θαλαμάρχες. Ήταν μεγάλη στο τέλος 1947 αρχές 1948 η κίνηση σε κρατούμενους. Δεν προλάβαιναν οι φυλακισμένοι να γνωριστούν μεταξύ τους.
1947-Φεβρουάριο. Λειτουργεί ένας Θάλαμος με ποινικούς και οι υπόλοιποι τρεις με πολιτικούς κρατούμενους.
1947-1948-1949. Τριακόσιες υπολογίζονται οι γυναίκες κρατούμενες που πέρασαν από την Ακροναυπλία. Στεγάζονται σε κτήριο ανατολικά του κεντρικού κτηρίου των φυλακών της Ακροναυπλίας.
1948-19 Φεβρουαρίου. Εκτέλεση έντεκα κρατουμένων στην μάνδρα της ανατολικής πλευράς του νεκροταφείου Ναυπλίου. Με πρόσχημα τη μεταγωγή, τους οδήγησαν σε εκτέλεση. Επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος για εκτέλεση οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έβαλαν σκοπούς. Περιγραφή κρατούμενου: Άκουσα το χάραμα ένα μαζικό τραγούδι από πολύ μακριά . Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια Δεν θυμάμαι ακριβώς πιο ήταν. Ήταν το τραγούδι αυτών που πήγαιναν για εκτέλεση.
1948-22 Ιουνίου. Εκτέλεση άλλων τεσσάρων κρατουμένων της Ακροναυπλίας στο Νεκροταφείο Ναυπλίου. Στάση των φυλακισμένων για την παύση εκτελέσεων. Στην διάρκεια της διαμαρτυρίας των κρατουμένων εκτελέστηκαν δύο κρατούμενοι με πυροβόλα όπλα μέσα στους θαλάμους.
1948-22 Ιουνίου. Απεργία πείνας για δέκα μέρες από τους κρατούμενους για να μην γίνονται εκτελέσεις, σε συνεργασία και συντονισμό με τις φυλακές Αβέρωφ.
1948-30 Οκτωβρίου. Μεταγωγή εκατό θανατοποινιτών με πλοίο από την Ακροναυπλία στην Κρήτη. Αποβίβαση στη Σούδα και μετάβαση στις φυλακές Χανίων.
1950. Μετά τις εκλογές επιτρέπεται να μπει στην φυλακή φωτογράφος για φωτογραφίες. Μεταφορά 50 κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές που υπήρχαν μόνο δέκα γυναίκες σε ένα θάλαμο.
1950-Αρχές. Φυλακισμένοι αντάρτες από τον Δημοκρατικό στρατό και ποινικοί στο ίδιο χώρο. Σύνολο 600 άτομα.
1960- 10 Ιουνίου. Χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ σε Τουριστικό δημόσιο κτήμα.
1961- 18 Ιουνίου. Εγκαίνια της ξενοδοχειακής μονάδας ΞΕΝΙΑ.
1962-19 Οκτωβρίου. Ανάθεση στον ΕΟΤ της διοικητικής διαχείρισης της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ.
1963- Χριστούγεννα. Άρχισαν να φεύγουν από τις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι.
1966-Φεβρουάριος. Έκλεισαν οι Φυλακές της Ακροναυπλίας. Η πόλη του Ναυπλίου διαμαρτύρεται γιατί χάνεται άλλη μια Δημόσια υπηρεσία από την πόλη.
1968-28 Οκτωβρίου. Πρόταση Δεϊλάκη (Αρχαιολόγος στο Μουσείο Ναυπλίου) για Μουσείο Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο κτήριο των πρώην φυλακών της Ακροναυπλίας.
1970- 16 Μαρτίου. Αρχίζει η κατεδάφιση φυλακών. Η τοπική κοινωνία ζητά την δημιουργία ξενοδοχείου.
1971-15 Μαρτίου. Η άποψη της Αρχαιολογίας: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερση ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και το επισκέπτη». Εκφράστηκε από τη Φανή Δροσογιάννη Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
1973. Ο Άγγελος Τερζάκης σε άρθρο του «Οίστρος ακολασίας», στο ΒΗΜΑ παρεμβαίνει για την κατεδάφιση του κτηρίου των φυλακών. «Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα αντιστέκεται σιωπηρά με τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς».
1973. Ανοίγουν οι δικαστικές φυλακές Ναυπλίου στην είσοδο της πόλης από το Άργος.
Η ιστορία της «πόλης των φυλακών» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Τη φυλακή της Ακροναυπλίας, ένα ανθρώπινο μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, ενώ έστεκε επιβλητικά πάνω από την πόλη, η πόλη δεν την «έβλεπε». Όποιος ξεφυλλίσει τον τοπικό τύπο από το 1935 έως το 1960 θα δει ελάχιστες αναφορές για την φυλακή που «φιλοξένησε» χιλιάδες ανθρώπους. Η αξιοποίηση, η τουριστική προοπτική ήταν ο στόχος της πόλης. Σπάνια γίνεται αναφορά για τους ανθρώπους που στοιβάζονταν σε άθλιες συνθήκες. Τέλος το κλείσιμο των φυλακών συνοδεύτηκε από το πάγιο (κατά καιρούς) αίτημα της πόλης του Ναυπλίου να μην στερηθεί η πόλη άλλη μια δημόσια υπηρεσία…
Ας επισημάνουμε άλλη μια φορά ότι στην φυλακή της Ακροναυπλίας κατά βάση βρέθηκαν άνθρωποι, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά για τις πολιτικές τους απόψεις.
* Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κάτω από τις φυλακές της Ακροναυπλίας. Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα: τον περίεργο ήχο που έβγαινε από το βουνό και τη σκοπιά του χωροφύλακα που φύλαγε τους κρατούμενους. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μάθω από αφηγήσεις ότι ο ήχος δεν ήταν της παιδικής μου φαντασίας, προερχόταν από τα τσίγκινα πιάτα που κτύπαγαν οι κρατούμενοι στα σίδερα της φυλακής. Ο χωροφύλακας της σκοπιάς ήταν η μόνιμη απειλή της μάνας μας, όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου. Ο χωροφύλακας άμεσα απαντούσε ότι θα κατέβαινε κάτω αν δεν έτρωγα. Και αμέσως άδειαζα το πιάτο μου.
Ίσως η τραυματική παιδική εμπειρία της απειλής του χωροφύλακα μου έχει προσθέσει σήμερα παραπανίσια κιλά. …….
Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν όλες τις πλευρές της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου.
Βιβλιογραφία
- «Ακροναυπλία», Γ. Μανούσακα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, 1978.
- «Αναμνήσεις», Α. Στίνας, εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1985.
- «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», Β. Μπαρτζιώτα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1986.
- «Μια ζωή επαναστάτης», Μ. Ράπτης Πάμπλο, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1985.
- «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Α. Φλουντζή, εκδόσεις Θεμέλιο, 1979.
- «Απομνημονεύματα», Β. Κλαδούχος, εκδόσεις ΑΡΓΟΣ, 1995.
- «Ακροναυπλία», Β. Γιαννόγκωνα, έκδοση 1963.
- «Κείμενα για τον πολιτισμό την ιστορία και την πολιτική», Κ. Πορφύρης, εκδόσεις ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, 2008.
- ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ 1940, Τετράδια Ακροναυπλίας, από αρχείο Χ. Αναστασιάδη, Επιμ. Δ. Λιβιεράτος, Εκδόσεις ΕΝΟΤΗΤΑ, 2006.
- Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Π. Βόγλης, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2002.
- «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Μ. Λαμπρινίδη, έκδοση 1975.
- Οι φυλακές του Ναυπλίου, Α. Καρκαβίτσα, εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2009.
- ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας, 4/12/2003, Η Ιστορία των φυλακών.
- ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας, 8/4/2004, Τόποι εκτελέσεων.
- ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ V, 2004.
- Δελτίο του Τοπικού ιστορικού αρχείου Ναυπλίου, τεύχος 77.
- Ελλέβορος, τεύχος 11.
- Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 373, τεύχος 377.
- Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, τεύχος 82.
- Τοπικός τύπος
- ΣΥΝΤΑΓΜΑ 13/2/66.
- Εφημερίδα Ενημέρωση 1/6/2001.
- Δημοσίευση, Ναύπλιο Ακροναυπλία της Μ. Καρδαμίτση –Αδάμη.
- Ημερολόγιο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ 1995 με αφιέρωνα στην Ακροναυπλία.
- Αρχείο Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών Και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
- Γενικά Αρχαία του Κράτους, Ναύπλιο.
- Αι φυλακαί επί Καποδίστρια, Μ. Τούρτογλου, Επιτηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, 1954.
- Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, Μ. Λαμπρινίδη, ημερολόγιο Σκόκου, 1916.
Σχετικά θέματα:
- Δήμιοι και θανατικές εκτελέσεις
- Δήμιοι του Ναυπλίου
- Φυλακές Ναυπλίου
- Μεντρεσές Ναυπλίου
- Βουλευτικό Ναυπλίου
Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ΕΛΑΣ, Ιστορία, Κατοχή, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί on 4 Νοεμβρίου, 2011| 3 Σχόλια »
Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή
Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.
Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940
Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρόσφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγοντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιταλοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγγελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.
Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που παρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γίνει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυμναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατόπιν προς βορράν.
Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερμανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλάδας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.
Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.
Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολάου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επίσης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.
Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετηθεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, όπου με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά διαμορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)
Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας
Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβάνοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμαχικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλίου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.
Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφηκαν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.
Στο τέλος, για να μην πάρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπροστά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμμουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώματα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οικογένειά μου.
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)
Αληθινές πολεμικές ιστορίες
Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλάδα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γίνεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστορίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πατρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβαρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.
Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπόλοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνοντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.
Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρηση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοιχτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».
Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρτιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αργότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.
Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέγαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρακάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατοχής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)
Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου
Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πολέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερμανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυνάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».
Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρηση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα αεροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτίρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμεναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιωτικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρήτης μάχη.
Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιωματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πετώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κάθε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που είχαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)
Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο
Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγματα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.
Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτόπουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυτές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.
Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη αγορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.
Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κάθε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δράμια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμερα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κάλαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.
Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944
Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρημένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρατό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς – τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζησαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πατριωτών.
Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχίσει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παραλίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προσωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλεψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.
Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλαδή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.
Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολάβο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περισώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέβαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.
Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερμανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι καμπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφιση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμανικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)
Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορκιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.
Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρτικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύναμη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.
Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από μερικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.
Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κατοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).
Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχηγούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.
Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώτο τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παραλία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθμιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.
( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)
Πηγή
-
Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.
Σχετικά θέματα:
- Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941
- Οι Γερμανοί στην Αργολίδα 1941
- H σχολή Ικάρων στο αεροδρόμιο του Άργους στον πόλεμο του 1940
- Ημέρες του ’40
- Αναμνήσεις μάχης Kαμινάκι – Λάκκα Τολού (27-4-1941)
- Άργος – Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους
- Δικτατορία του Μεταξά – 4 Αυγούστου 1936
- Όταν οι μικροί άνθρωποι γράφουν τη Μεγάλη Ιστορία: Τετράδιο Πολέμου 1940
Νίκος Μαλιάρας – Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Harvard, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διαλέξεις, Καθηγητής, Μουσικολογία, Νίκος Μαλιάρας, Ναύπλιο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Ρίχαρντ Στράους on 31 Οκτωβρίου, 2011| Leave a Comment »
Νίκος Μαλιάρας – Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο θα φιλοξενήσει εκδήλωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 19.00 στην αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη», κατά την οποία θα μιλήσει ο κύριος Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Θέμα της ομιλίας, η οποία διοργανώνεται από την Πολιτιστική Πρωτοβουλία Εκπαιδευτικών Μουσικής Πελοποννήσου και είναι επίκαιρη λόγω της 28ης Οκτωβρίου, θα είναι: «Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί».
Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, Παλαιό Δημαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος, Ναύπλιο, τηλέφωνο, 27510 47030.
Νίκος Μαλιάρας
Ο Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας (Ιστορία των Μουσικών Οργάνων), γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Βυζαντινής Φιλολογίας και Ιστορίας, Μουσικολογίας και Μουσικοπαιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, τις οποίες ολοκλήρωσε με τη λήψη πτυχίου Magister Artium (Μ.Α.) το 1988 (η διπλωματική του εργασία είχε θέμα τη μορφολογική δομή των πρώιμων κουαρτέτων για έγχορδα του Haydn) και διδακτορικού διπλώματος «μετά μεγάλου επαίνου» το 1990.
Το θέμα της διδακτορικής του διατριβής, που εντάχθηκε τιμητικά στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου, ήταν: «Το όργανο στη βυζαντινή αυλική τελετουργία του 9ου και του 10ου αιώνα – μια έρευνα των πηγών» (στη γερμανική γλώσσα). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία υπηρέτησε και ως επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Μονάχου.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, υπηρέτησε αρχικά ως ειδικός επιστήμων Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ το 1995 εξελέγη μέλος Δ.Ε.Π. του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και διδάσκει ανελλιπώς μέχρι σήμερα μαθήματα Ιστορίας της Μουσικής, Ιστορίας των Μουσικών Οργάνων και Μουσικής Ανάλυσης, και επιβλέπει Σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία, πολλά άρθρα και κείμενα σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και είναι συνεργάτης και επιμελητής εκδόσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες του.
Ερευνητικά ενδιαφέροντα:
Τα ερευνητικά του διαφέροντα επικεντρώνονται στην αναλυτική μελέτη της μουσικής του Μανώλη Καλομοίρη και άλλων εκπροσώπων της Εθνικής Σχολής, καθώς και στην εξερεύνηση του πεδίου της βυζαντινής κοσμικής μουσικής και των μουσικών οργάνων μέσα από τις ιστορικές, φιλολογικές, αρχαιολογικές και εικονογραφικές πηγές. Έχει μελετήσει επίσης ιδιαίτερα το έργο του Μπαχ και του Μπραμς και έχει δημοσιεύσει σχετικές μελέτες.
Καλλιτεχνικές και άλλες δραστηριότητες:
Είναι διευθυντής της Μικτής Χορωδίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, με την οποία έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γερμανία και την Ιταλία, καθώς και της Παιδικής Χορωδίας «Μανώλης Καλομοίρης», η οποία έχει μόνιμη συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής. Είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. της Αθηναϊκής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων (Α.Σ.Ο.Ν.), Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου «Μανώλης Καλομοίρης», μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής της Unesco και μέλος του Συλλόγου των Φίλων της Ελληνικής Μουσικής Βιβλιοθήκης.













































