Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Διάλεξη στο Harvard: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια»


 

Την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Λέκτορας Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Σηροτροφία


 

Γενικά – Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων – Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο – Το μεταξουργείο της Νέας Κίου – Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Η σηροτροφία αποτελεί κλάδο της κτηνοτροφίας και ασχολείται με την εκτροφή μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού. H τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής μεταξιού είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 4000 χρόνια. Από το 3.000 π.Χ. έως και τον 5ο αιώνα µ.Χ. η μεγάλη αυτοκρατορία της Κίνας ήταν ο μοναδικός παραγωγός καλλιεργημένου και επεξεργασμένου μεταξιού σε όλο τον κόσμο. Πατρίδα του θεωρείται η Κίνα, παρόλο που σημαντικές ποσότητες παράγονται και στην Ιαπωνία, στην Κορέα και την Ινδοκίνα.

Στην Ευρώπη εισήχθηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν δύο καλόγεροι, επιστρέφοντας από µια ιεραποστολική περιοδεία στην Κίνα το 554 µ.Χ., έφεραν μαζί τους κουκούλια μέταξας κρυµµένα στα κούφια ραβδιά τους, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους.

 

Η Σηροτροφία: ήτοι Η Τέχνη της μεταξοποιΐας / εκ διαφόρων ερανισθείσα υπό Στεφάνου Μαρτζέλλα, Εν Παρισίω, 1846.

 

Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία στον τοµέα της Σηροτροφίας και μεταξοϋφαντουργίας. Οι τομείς αυτοί υπήρξαν ανέκαθεν πηγή πλούτου και πολιτισμού για όλες τις περιοχές της χώρας. Το μετάξι, ως ύφασμα, ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες από τον 4ο αι. π.Χ. χάρη στις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τον 6ο αι. µ.Χ. το μυστικό της εκτροφής διαρρέει στο Βυζάντιο, κι από κει το μετάξι και η επεξεργασία του διαδίδονται στη Δύση. Τον 16ο – 19ο αιώνα ευνοείται η καλλιέργεια της μουριάς κι έτσι η σηροτροφία αναπτύσσεται από τη Λακωνία ως τη Θράκη τροφοδοτώντας τόσο την τοπική όσο και την Ευρωπαϊκή µεταξουργία (Γαλλία και κυρίως Ιταλία) µε κουκούλια και µεταξόνηµα, µε ιδιαίτερη άνθηση από το 1920 µέχρι τον πόλεµο του 1940. Μεταπολεμικά, παρά τις προσπάθειες της Πολιτεί­ας (Υπουργείο Γεωργίας) με προγράμματα και επιδοτήσεις, δεν κατέστη δυνατή η ανάπτυξη της σηροτροφίας σε ικανοποιητικά επίπεδα εξαιτί­ας των χαμηλών τιμών του μεταξιού, μια και το ανταγωνίζονταν οι τεχνητές και συνθετικές ίνες.

 

Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων

 

Οι μεταξοσκώληκες φιλοξενούνται σε δροσερά και μισοσκότεινα δωμάτια, στα ο­ποία οι σηροτρόφοι τοποθετούν διάφορα πλέγματα, συνήθως καλαμωτές, όπου ζουν οι περιζήτητες κάμπιες. Την άνοιξη, όταν ανοίγουν οι μουριές και πρασινίζουν με το πυκνό τους φύλλωμα, γίνεται η επώαση των αβγών του μεταξοσκώληκα σε θερμοκρα­σία 25° C περίπου. ( Τα φύλλα της μουριάς αποτελούν την τροφή των μεταξοσκωλήκων).

Μετά από 12-15 ημέ­ρες εκκολάπτεται από κάθε αβγό μία πολύ τριχωτή και σκουρόχρωμη προνύμφη μήκους τριών χιλιοστών περίπου. Αυτό το σκουληκάκι είναι αδηφάγο: φαγανό, λαί­μαργο και αχόρταγο. Οι σηροτρόφοι γνω­ρίζουν την αδηφαγία του και το ταΐζουν κα­λά. Σε λιγότερο από ένα μήνα έχει γίνει μια κάμπια οκτώ εκατοστών και έχει βάρος 8.000 φορές μεγαλύτερο του αρχικού της. Την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξης του ο μεταξοσκώληκας αποβάλλει πρόωρα το τρίχωμα του και από γκρίζος γίνεται λευ­κός και ελαφρά γκριζωπός.

 

Εκτροφή Μεταξοσκώληκα

 

Μέχρι την τε­λική του ανάπτυξη υφίσταται τέσσερις δια­δοχικές εκδύσεις – ας τις ονομάσουμε εδώ «εξελικτικά στάδια»-. Πριν από κάθε έκδυση καταλαμβάνεται από χαρακτηριστι­κή βουλιμία και μετά την τελευταία έκδυση εκδηλώνει και τη μεγαλύτερη λαιμαργία. Μία εβδομάδα μετά την τελευταία έκ­δυση ο μεταξοσκώληκας είναι έτοιμος ν’ αρχίσει την παραγωγή μεταξιού και η όρε­ξή του σταματά απότομα. Αναζητά τότε μέ­ρος, για να φτιάξει το κουκούλι του. Ενώ μέχρι τότε παρέμενε στην ίδια θέση και πε­ρίμενε παθητικά την τροφή του, πάντοτε μουρόφυλλα, που τα καταβρόχθιζε με ιδιαί­τερη ευχαρίστηση, τώρα του κόβεται η όρεξη και περνάει στο στάδιο της αναρρί­χησης. Αρχίζει, λοιπόν, να μετακινείται, α­νεβαίνοντας σε οποιοδήποτε αντικείμενο.

Μεταξοσκώληκας

Οι σηροτρόφοι τότε τοποθετούν επάνω στις καλαμωτές κλαδάκια. Ο μεταξοσκώληκας αναρριχάται και επιλέγει το σημείο όπου θα κάνει τη «φωλιά» του. Εκκρίνει τότε μί­α μεταξένια λεπτή κλωστή από έναν πόρο στο κάτω χείλος του και πλέκει αρχικά ένα αραιό πλέγμα από πολύ λεπτά νήματα, που προσκολλώνται σε διάφορα σημεία. Αυτό το πλέγμα είναι η φωλιά του, η οποία έχει σκοπό να στηρίξει το κουκούλι. Στη συνέ­χεια πλέκει το κουκούλι γύρω από το σώ­μα του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί 3-4 η­μέρες. Το κάθε κουκούλι αποτελείται από ένα και μοναδικό νήμα μήκους έως και 1500 μέτρα, δηλαδή έχει το μέγεθος ενός μικρού αβγού κότας. Υπάρχουν και κου­κούλια με νήμα 300 ή 500 ή 800 μέτρων, που σημαίνει ότι είναι μικρότερα.

Μέσα στο κουκούλι αυτό θα γίνει η νύμφωση. Δηλαδή η κάμπια θα μεταμορ­φωθεί σε χρυσαλλίδα, μια πεταλουδίτσα, η οποία θα τρυπήσει το κουκούλι, για να βγει έξω. Γι’ αυτό και οι σηροτρόφοι φουρ­νίζουν τα κουκούλια, βάζοντάς τα σε τα­ψιά, για να σκοτώσουν το έντομο, πριν τρυ­πήσει το κουκούλι και το καταστρέψει. Κρατάνε μόνο λίγα κουκούλια για σπόρο. Από τα κουκούλια αυτά θα βγουν ισάριθ­μες πεταλούδες με χοντρό τριχωτό σώμα και μεγάλα υπόλευκα φτερά, που στην πλή­ρη ανάπτυξή τους έχουν άνοιγμα 4-5 πό­ντους. Οι αρσενικές ξεχωρίζουν από τη λε­πτότερη κοιλιά τους. Αμέσως μετά τη σύ­ζευξη η θηλυκή γεννάει εκατοντάδες αβγά (μέχρι 1000). Η ωοτοκία γίνεται αρχές κα­λοκαιριού, οι πεταλουδίτσες μετά από λί­γες μέρες πεθαίνουν και ο σπόρος «κοι­μάται» μέχρι την επόμενη άνοιξη (περίο­δος διάπαυσης). Με την παραγωγή των κουκουλιών το έργο του σηροτρόφου ουσιαστικά έχει τε­λειώσει. Για την περαιτέρω επεξεργασία ει­σερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο παραγωγής μετάξης, το βιοτεχνικό ή βιομηχανικό.

 

Κουκούλια

 

Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν εργοστάσια, ο σηροτρόφος βουτούσε τα κουκούλια σε βραστό νερό, για να γίνει το ξετύλιγμά του συνεχούς νήματος. Αυτή η διαδικασία, να ξετυλίγεται η κλωστή από το κουκούλι και να τυλίγεται σε ανέμες, ονομαζόταν αναπηνισμός. Τα κουκούλια τοποθετούνταν σε ειδικές μικρές λεκάνες με ζεστό νερό 50-60 C, για να διαλυθεί η μεταξόκολλα και να ξετυλιχτεί ευκολότερα η ίνα. Στη συνέχεια, σ’ ένα τρίτο στάδιο, γινότανε η κλώ­ση, δηλαδή το «γνέσιμο» του καθαρού νή­ματος, που ήταν έτοιμο για ύφανση, μια διαδικασία δύσκολη και πολύπλοκη, την ο­ποία αναλάμβαναν τα βιομηχανικά εργα­στήρια, τα γνωστά μας μεταξουργεία.

 

Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο

 

Στον αργολικό κάμπο καλλιεργούσαν μετάξι μόνο στη Νέα Κίο. Οι μικρασιάτες πρόσφυ­γες γνώριζαν την καλλιέργεια από την πα­λιά τους πατρίδα, την Κίο των Αργοναυ­τών. Κάθε οικογένεια χρησιμοποιούσε πε­ρίπου 5 δράμια κουκουλόσπορου. Η από­δοση ήταν 6 οκάδες κουκούλια από κάθε δράμι σπόρου. Δεν υπήρχαν, όμως, ειδικά σηροτροφεία, αλλά χρησιμοποιούσαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους. Οι μουριές στη Νέα Κίο αναπτύσσονταν γρήγορα και είχαν πλούσια φυλλώματα. Η ευδοκίμησή τους οφειλόταν βασικά στο υγρό κλίμα και στη μεγάλη υγρασία του υπεδάφους, μολονότι ο θερμός άνεμος που έπνεε κατά την περίοδο της κατασκευής των κουκουλιών (λίβας) δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για την βελτίωση της ποιότητας του μεταξόσπορου, τον οποίο παρασκεύαζαν επί τόπου.  Παρά τους κινδύνους αυτούς η σηροτροφία υπήρξε για μεγάλο διάστημα ενισχυτικό εισόδημα των οικογενειών που συνεχώς προσπαθούσαν για την ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής τους.

 

Το μεταξουργείο της Νέας Κίου

 

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Χρήστος Δελής (1887-1960) ο οποίος διετέλεσε επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Ν. Κίου, ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μικράς Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της κοινότητας και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το 1932 μάλιστα, το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Απασχολούσε 50-60 περίπου εργάτριες κατά τη διάρκεια των εργασιών του, οι οποίες διαρκούσαν περίπου οκτώ μήνες. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους Γερμανούς στα χρόνια της κατοχής. Ο ιδιοκτή­της δεν μπόρεσε να το επαναλειτουργήσει και οι Κιώτες στράφηκαν στα λαχανικά, εγκατα­λείποντας τη σηροτροφία. Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Α. Λασκαρίδη « ΚΙΑΝΑ» (τ. Α΄σελ. 288) διαβάζουμε:

 

 

« Η Νέα Κίος έχει και εργοστάσιον κον­σερβοποιίας κηπευτικών προϊόντων. Επίσης και εργοστάσιον μεταξουργίας ιδρύθη από τα πρώτα έτη της ιδρύσεως της Νέας Κίου, διότι από τους πρώτους μήνας της εκεί εγκαταστά­σεως των οι Κιανοί εφύτευσαν και φυτώριον συκαμιών (συκαμιά, μουριά), μετά την ανάπτυξιν των οποίων παρήγον και κουκούλια, όπως και εις την παλαιάν των πατρίδα. Το εργοστάσιον όμως τούτο της μεταξουργίας κατεστράφη κατά την κατοχήν υ­πό των κατακτητών, χωρίς μετά να δυνηθή ο ιδιοκτήτης του να το επανιδρύση. Μετά την καταστροφήν του μεταξουργείου αντικατέστησαν οι κάτοικοι της Νέας Κίου τας συκαμιάς των με κηπευτικά είδη ».

 

Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Στην Αργολίδα λειτούργησαν τέσσερα με­ταξουργεία. Το πιο παλιό ήταν του Μιχαήλ Παπανικολάου στο Ναύπλιο, το οποίο ι­δρύθηκε το 1875. (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Δεν έχουμε άλλες πλη­ροφορίες για το μεταξουργείο αυτό. Το άλ­λο μεταξουργείο, στο Ναύπλιο και αυτό (Σιδηράς Μεραρχίας και Κιλκίς), ιδρύθη­κε από τους ετεροθαλείς εκ πατρός αδελ­φούς Γεώργιο Π. Νταβέλη και Ανδρέα Κό­τσυφα το 1905 «με 10 εργάτιδας εργαζομένας με ανέμην». (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Λειτούργησε μέχρι το 1935 περίπου. Όπως μας πληροφόρησε ο εγγονός του ιδρυτή Γιώργος Νταβέλης, ο πατέρας του οποίου Ορέστης δούλεψε πολ­λά χρόνια εκεί, τα κουκούλια τα προμηθεύ­ονταν από το Τολό, από την Καλαμάτα κι από άλλα μέρη εκτός Αργολίδας. Στη συ­νέχεια μετατράπηκε σε νηματουργείο.

Το τρίτο κατά χρονολογική σειρά μεταξουργείο ήταν της Νέας Κίου, το οποίο στε­γάστηκε δεξιά της κεντρικής οδού Άργους – Ν. Κίου, στο ύψος της Αγίας Ειρήνης, και ήταν ιδιοκτησίας Χρήστου Δελή, ενός από τους ιδρυτές του προσφυγικού συνοι­κισμού και πρώτου κοινοτάρχη της Ν. Κί­ου.

Το τέταρτο μεταξουργείο λειτούργη­σε στο Άργος στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησίας Ηλία Σαραντόπουλου, ο οποίος καταγόταν από το Άργος, αλλά αρ­γότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθή­να. Αγόραζε κουκούλια από τον Αχλαδόκαμπο κι από άλλες περιοχές εκτός Αργολίδας. Οι εργάτριες του εργοστασίου ήταν ίσως από τη Νεστάνη Αργολίδας και μέ­νανε με ενοίκιο σε ταπεινά σπιτάκια της περιοχής Αρβανιτιάς Άργους. Η πληροφο­ρία σημειώνεται με κάθε επιφύλαξη, επει­δή στάθηκε αδύνατο να διασταυρωθεί. Ο ίδιος πληροφοριοδότης μάς εξήγησε ότι οι Αργείτισσες δεν καταδέχονταν να δου­λέψουν στο μεταξουργείο, γιατί ήταν βρό­μικη και ταπεινή εργασία. Βέβαια, οι Αργείτισσες εργάζονταν στα χωράφια και στα μποστάνια, όπου καλλιεργούσαν κυρίως τομάτα, και δεν είχανε ίσως χρόνο. Σίγουρα όμως υπήρχαν και Αργειτοπούλες εργάτριες στο μεταξουργείο.

  

« Είχα πάει λίγο καιρό στο μεταξουργεί­ο στην Αγίου Κων/νου. Δε θυμάμαι πώς λέ­γανε το αφεντικό. Ήμουνα κορίτσι 16 χρο­νών τότε, πριν το ’40. Αλλά με πείραζε η άχνη, τα παράτησα κι έφυγα. Ήμουνα από τη Χούνη, αλλά έμενα εδώ στο Άργος σε μια θεία μου. Εγώ έδινα τα κουκούλια απέξω, που τα βράζανε σε καζάνια και τα παίρνανε άλλες και τα εργαζόντανε. Βάζανε την κλω­στή σε ανέμες. Το κουκούλι ήταν πολύ βρό­μικο και μύριζε πολύ, γιατί είχε μέσα το σκουλήκι, που ήτανε ψόφιο. Δεν ξέρω από πού τα φέρνανε τα κουκούλια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, γιατί κάθησα λίγο, καμιά ‘κοσαριά μέρες. Δεν μπορούσα, με πίγκωνε η άχνη. Αρρώσταινα, μα ύστερα ξαναπήγαινα, μέχρι που τα παράτησα. Υπήρχα­νε πολλά μηχανήματα. Μερικές δουλεύανε χρόνια εκεί».  Μαρτυρία της εργάτριας του μεταξουργείου Άργους Κων/νας Μιχαλοπούλου.

 Δε γνωρίζουμε μέχρι πότε λειτούργη­σε το μεταξουργείο Άργους. Πάντως, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας 1950 καλλιερ­γούσαν μεταξοσκώληκες στον Αχλαδόκαμπο, αν και είναι βέβαιο ότι θα μπορούσαν να πουλάνε τα κουκούλια τους και στο με­ταξουργείο της Τρίπολης, ιδιοκτησίας Πα­ράσχου, το οποίο λίγο αργότερα έγινε υφαντουργείο (μαρτυρία π. Σταύρου Παρά­σχου).

 

Το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου στο Άργος

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι περισσότε­ρες συναλλαγές του Αχλαδοκάμπου γίνο­νταν με την Τρίπολη και την ευρύτερη περιοχή, επειδή οι αποστάσεις ήταν μικρότε­ρες και εξυπηρετούνταν και με το τρένο. Πάντως, όταν το κτίριο του μεταξουργεί­ου Άργους το αγόρασε από τον Ηλία Σαραντόπουλο ο Ηλίας Μπόμπος το 1958 ή 1959, επενδύοντας τα χρήματά του στο α­κίνητο, το εργοστάσιο δε λειτουργούσε. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από την Α­γροτική Τράπεζα με ενοίκιο ως αποθη­κευτικός χώρος (μαρτυρία Βασίλη Μπό­μπου). Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειώ­σουμε εδώ ότι η οδός Αγίου Κων/νου στο Άργος παρουσίαζε ιδιαίτερη βιομηχανική δραστηριότητα. Το πρώτο εργοστάσιο ή­ταν το υφαντουργείο Παζιώτα, ο σημερι­νός κινηματογράφος Movieland. Ακολου­θούσε το εκκοκκιστήριο βάμβακος του τό­τε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου και του α­νιψιού του Ηλία Μπόμπου και ακολουθού­σε το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου. Η οδός Ιακώβου Μάνου στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε, ούτε η πολυκατοικία στη γωνία. Ο χώρος ήταν ενιαίος. Απένα­ντι λειτουργούσε το ελαιοτριβείο του Κώ­στα Κοντογιάννη, το οποίο αρχικά δούλευε με άλογο και αργότερα με ντιζελομηχανή.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.
  • Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, «Ανάπτυξη τομέα Σηροτροφίας», Σεπτέμβριος, 2007.
  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ιγγλέσης Γ, Νικος, «Οδηγός της Ελλάδος», έτος Ε΄, τόμος Β΄(1916-17), Αθήναι χ.χ.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

Γάλλοι πρόξενοι, του Μοριά την εποχή της δεύτερης Τουρκοκρατίας


 

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Τουρκοκρατίας είναι η ελευθέρια του εμπορίου. Αντίθετα από την αποκλειστικότητα της βενετικής εμπορικής πολιτικής η τουρκική αντίληψη επέτρεπε σε οποιονδήποτε να εμπορεύεται μέσα στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με ελάχιστο φόρο, που για τους ξένους μάλιστα ήταν μικρότερος [1]. Ύστερα λοιπόν από την κατάκτηση του Μοριά από τους Τούρκους στα 1715 κάθε εμπορική επαφή της χώρας αυτής με το εξωτερικό στην αρχή σταμάτησε, αφού οι Βενετοί έμποροι διώχτηκαν και οι καταστροφές που είχε φέρει ο πόλεμος είχαν σχεδόν εκμηδενίσει την παραγωγή. Έπρεπε να περάσουν δυο χρόνια, για να αρχίσει πάλι να κινηθεί το εμπόριο.

Οι πρώτοι έμποροι που ήρθαν μετά την Τουρκική κατάκτηση στο Μοριά ήταν Γάλλοι. Ο Joseph Maillet από τη Μασσαλία επιφορτισμένος να οργανώσει το Γαλλικό γενικό προξενείο του Μοριά ήρθε τότε και ίδρυσε πέντε υποπροξενεία: Μεθώνη, Κο­ρώνη, Καλαμάτα, Ναύπλιο και Πάτρα [2]. Εξαντλημένος από τους κόπους του ταξιδιού πέθανε στη Μεθώνη στις 21 Ιουλίου 1717. Τον διαδέχτηκαν στην αρχή ο νεαρός γιος του Pierre Mathieu Maillet και ο Ιππότης Roze που ανακλήθηκε γρήγορα, έπειτα ο Jean de Clairembault, που έμεινε στη Μεθώνη 26 χρόνια και πέθανε κι αυτός εκεί (12 Νοεμβρίου 1745) και τέλος ο Le Prestre (1745 – 1747). Ο νέος γενικός πρόξε­νος d’Amirat μετέφερε στα 1748 την έδρα του γενικού προξενείου από τη Μεθώνη όπου είχε μείνει 30 χρόνια, στην Κορώνη όπου έμεινε έως την επανάσταση του Ορλώφ.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Τα πολεμικά εκείνα γεγονότα που ξετυλίχτηκαν στο ΝΔ τμήμα του Μοριά κι επέφεραν τόσες καταστροφές ανάγκασαν στα 1770 τον τότε γενικό πρόξενο Le Maire να εγκαταλείψει την έδρα του της Κορώνης μαζί με όλη τη Γαλλική παροικία την εγκατεστημένη στα Μυθωνοκόρωνα. Μετά 13 χρόνια η έδρα του γενικού προξενείου, που είχε μεταφερθεί στο Ναύπλιο (1774 – 1783), ξαναγυρίζει πάλι στην Κορώνη (1783 -1809). Στα 1809 ύστερα από αίτηση του διοικητή των Ιονίων νήσων στρατηγού Dan­zelot η έδρα μεταφέρεται στην Πάτρα. Γενικός πρόξενος του Μοριά ήταν την εποχή εκείνη ο Esprit Vial, που τρία χρόνια πρωτύτερα είχε φιλοξενήσει το Chateau­briand στο πέρασμά του από την Κορώνη κατά την περίφημη οδοιπορία του από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτρα, τη νέα του έδρα, ο Vial δεν έμεινε παρά ένα χρόνο. Αντικαταστάθηκε από το Roussel στα 1810.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Γεννημένος στη Bagnols (Gard) το 1758 ο Joseph – J – Β – Hercul de Roussel έλαβε μέρος πρώτα στην εκστρατεία του Λουξεμβούργου, ανθυπολοχαγός έπειτα στο σύνταγμα των δραγώνων. Προσκολλημένος στην Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης στα 1778, διορίστηκε λίγο ύστερα υποπρόξενος στα Δαρδανέλια. Ταξίδεψε στην Αγγλία και στην Ολλανδία. Διορίστηκε υποπρόξενος στην Κορώνη το 1786, έπειτα στο Ναύπλιο. Αιχμάλωτος στον πόλεμο με την Αίγυπτο. Πρόξενος στα Χανιά το 1802. Διωγμένος από την Κρήτη από μια επανάσταση, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία πιάστηκε στη Ζάκυνθο αιχμάλωτος από τους Άγγλους. Μετά την απελευθέρωσή του διορίστηκε γενικός πρόξενος του Μοριά στην Πάτρα.

Στην «Ιστορία της πόλεως Πατρών» του Θωμοπούλου [3] αναφέρεται ότι ο Rous­sel στα 1811 αντικαταστάθηκε από το Roustant [4]. Από τα τρία όμως γράμματά του που ακολουθούν φαίνεται ότι ο Roussel κρατούσε τη θέση του γενικού προξένου μέχρι το 1813. Τα γράμματα αυτά που βρίσκονται σήμερα στην κατοχή του Μεθωναίου δικη­γόρου κ. Ν. Βασοπούλου απευθύνονται προς τον Leoni πράκτορα (agent) της Γαλ­λίας στο Ναβαρίνο.

Ο Ange Leoni γεννήθηκε στο Santa Reparata της Κορσικής και πέθανε στο Ναβαρίνο κατά την πολιορκία του από τους Έλληνες το 1821. Είχε παντρευτεί στα 1803 στη Μεθώνη την Αρετή Παυλοπούλου θυγατέρα του I. Παυλοπούλου και της Σοφίας Κουροπούλου και είχε αποκτήσει επτά παιδιά από τα οποία το ένα μόνο, ο Jean – François – Felix, παρέμεινε στην Ελλάδα (πέθανε άγαμος στο Ναβαρίνο σε προχωρημένη ηλικία), για να κατανάλωση όλη του τη ζωή σε δικαστικούς αγώνες για τη συγκράτηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στις δυο πόλεις, Μεθώνη και Ναβαρίνο. Ένα πηγάδι στη Μεθώνη φέρει και σήμερα το όνομα «το πηγάδι του Λεόνι» και μια σειρά μαγαζιά στη δυτική πλευρά της μεγάλης πλατείας του Ναβαρίνου διατηρεί επίσης το όνομά του «τα μαγαζιά του Λεόνι».

 

Τάκης Δεμόδος

 

Υποσημειώσεις


[1] Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήναι 1939, Μέρος Β’, κεφάλ. Α’.

[2] Auguste Β ο p p e, Le consulat général de Morée et ses dépendances (Revue des Étu­des Grecques, Tom. XX [1907]).

[3] Στεφάνου Ν. Θωμοπούλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρό­νων μέχρι 1821. Έκδοσις Β’ με επιμέλειαν Κ. Ν. Τριανταφύλλου. Πάτραι 1950, σελ. 556.

[4] Ο Β ο p p e, ένθ’ ανωτέρω, φέρει το Roustant κατά την εποχή αυτή υποπρόξενο Κορώνης.

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1956.   

Read Full Post »

Μαντζώρος Χρήστος


 

Χρήστος Μαντζώρος

Ο Χρήστος Μαντζώρος είναι καθηγητής της Παθολογίας και Ενδοκρινολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και καθηγητής Δημόσιας Υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του ίδιου Πανεπιστημίου. Είναι ο πρώτος επιστήμονας ελληνικής καταγωγής που έχει εκλεγεί καθηγητής σε δύο σχολές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Στην Ιατρική Σχολή και στη Σχολή Δημόσιας Υγείας. Παράλληλα  είναι Διευθυντής : Στο Τμήμα / Κλινική της Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού των τριών Νοσοκομείων του πανεπιστημίου Χάρβαρντ Boston VA Healthcare System καθώς και στη μονάδα Διατροφής του τμήματος Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού του νοσοκομείου Beth Israel Deaconess Medical Center και του κέντρου Joslin Diabetes Center στη Βοστώνη Μασσαχουσέτης.

Ο Χρήστος Μαντζώρος γεννήθηκε το 1963 στο Ναύπλιο,  αποφοίτησε  από το 2ο Λύκειο Ναυπλίου και στη συνέχεια  από την Ιατρική Σχολή Αθηνών με «Άριστα» όπου και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές σπουδές του λαμβάνοντας το τίτλο του διδάκτορα (DSc).

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος αξιωματικός και κατόπιν μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου σε συνολικό χρονικό διάστημα 7 ετών απέκτησε δύο Masters και τρείς τίτλους ειδικοτήτων. Έλαβε πιστοποίηση από την Παναμερικανική Ιατρική Επιτροπή για την επιτυχή εκπαίδευση του στις ειδικότητες:  της Παθολογίας, της Ενδοκρινολογίας- Διαβήτη- Μεταβολισμού καθώς και της Κλινικής Διατροφολογίας. Την ίδια χρονική περίοδο και παράλληλα με την άσκηση ειδικότητας στις Η.Π.Α., απέκτησε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους Μάστερ στον τομέα της Επιδημιολογίας από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας,  και στον Τομέα Κλινικής Έρευνας / επιστήμες Υγείας από την Ιατρική Σχολή  του πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Λόγω των επιδόσεών του, το Πανεπιστήμιο Harvard του πρότεινε να ενταχθεί στο Καθηγητικό του Προσωπικό και εισηγήθηκε στην Αμερικανική Κυβέρνηση – η οποία και στη συνέχεια έλαβε απόφαση – να απαλλαγεί από την (βάσει του Αμερικανικού Νόμου) υποχρέωσή του να επιστρέψει στην Ευρώπη και του εδόθη -τιμής ένεκεν- η Αμερικανική Υπηκοότητα επιπλέον της Ελληνικής. Ο Χρήστος Μαντζώρος ανήλθε όλες τις ακαδημαϊκές βαθμίδες και έφθασε στις κορυφαίες θέσεις του πρώτου αξιολογικά Πανεπιστημίου παγκοσμίως μέσα σε λιγότερο από δώδεκα έτη μετά την εκπαίδευσή του, πράγμα που αποτελεί σπάνια επίδοση, χρόνο ρεκόρ.

Στα πλαίσια της εργασίας του και του ρόλου του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όχι μόνον ασκεί τα προαναφερθέντα διοικητικά καθήκοντα, οργανώνοντας και διοικώντας  σειρά κλινικών και εκπαιδευτικών μονάδων, αλλά και εργάζεται ως κλινικός ιατρός, αναλαμβάνοντας την παρακολούθηση εξωτερικών και εσωτερικών ασθενών.  Παράλληλα με το κλινικό του έργο και στα πλαίσια της καθηγητικής του ιδιότητας, διδάσκει ειδικευόμενους ιατρούς καθώς και φοιτητές της Ιατρικής σχολής και Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ.

Έχει επίσης επιδείξει μεγάλη δραστηριότητα στον ερευνητικό τομέα  με πρωτοποριακό και διεθνώς αναγνωρισμένο έργο στην παχυσαρκία, τη νόσο του διαβήτη και άλλων μεταβολικών νοσημάτων.  Το ερευνητικό του ενδιαφέρον ιδιαιτέρως επικεντρώνεται στη φυσιολογία, τη παθοφυσιολογία και στη θεραπευτική χρήση ορμονών που εκκρίνονται από τον λιπώδη ιστό και παρέμεναν άγνωστες μέχρι πρόσφατα. Οι νέες αυτές ορμόνες αποκαλούνται αδιποκίνες, συμπεριλαμβάνουν γενικότερα γνωστές ορμόνες όπως η λεπτίνη και η αδιπονεκτίνη.  Η ομάδα του ήταν η πρώτη που απέδειξε  τη θεραπευτική ιδιότητα τους σε ασθένειες όπως ο διαβήτης, καρκίνοι και καρδιαγγειακές νόσοι. Θέτοντας τους παραπάνω στόχους, το εργαστήριο του καθηγητή Χρήστου Μαντζώρου  διεξάγει βασική και κλινική έρευνα η οποία χρηματοδοτείται από την Αμερικανική Κυβέρνηση μέσω του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και των Νοσοκομείων του.

Είναι αναγνωρισμένος σε παγκόσμιο επίπεδο για την εξειδίκευση και την τεχνογνωσία του στον τομέα της Παθολογίας και της Ενδοκρινολογίας- Διαβήτη- Μεταβολισμού, αλλά και παράλληλα  έχει αναδειχθεί για την πληθώρα και το κύρος  των δημοσιεύσεών του.

Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων με τίτλους: «Παχυσαρκία και Διαβήτης» και «Διατροφή και Μεταβολισμός».  

Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν: περισσότερα από 330 επιστημονικά δημοσιευμένα ιατρικά ερευνητικά άρθρα τα οποία επίσης αναφέρονται  στο δίκτυο «Medline», περισσότερα από 65 δημοσιευμένες ιατρικές μελέτες μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας του με την ερευνητική ομάδα «Look Ahead» καθώς και πάνω από 100 κεφάλαια σε βιβλία και άρθρα-ανασκοπήσεις. Είναι αξιοσημείωτο πως οι παραπάνω δημοσιεύσεις έχουν χρησιμοποιηθεί πάνω από 15.000 φορές ως παραπομπές από άλλους ερευνητές, αριθμός μοναδικός στον τομέα του.

Επιπρόσθετα, έχει αναλάβει τη θέση του έκδοτη του περιοδικού «Metabolism», στο οποίο έχουν δημοσιευθεί κλασσικές επιστημονικές εργασίες οι οποίες έχουν ανοίξει νέους δρόμους στη θεραπεία πολλών νόσων,  ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει και ως μέλος της συντακτικής επιτροπής διαφόρων περιοδικών, συμπεριλαμβανημένου του ευρείας κυκλοφορίας ιατρικού περιοδικού «Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism”.

Έχει λάβει μεγάλο αριθμό άλλων βραβείων και διακρίσεων, όπως:

  • Το βραβείο Frontiers in Science από τον επιστημονικό  σύλλογο των Αμερικανών Ενδοκρινολόγων (American Association of Clinical Endocrinology).
  • Το βραβείο στην έρευνα για το Διαβήτη και τα νοσήματα μεταβολισμού Novartis από την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία.
  • Το βραβείο Lilly από τον επιστημονικό ιατρικό σύλλογο North American Association for the Study of Obesity.
  • Το βραβείο Mead Johnson από τον Αμερικανικό σύλλογο Διατροφολόγιας.
  • Το βραβείο «HypoCCS» στο Παρίσι απο την Διεθνή Ένωση Ενδοκρινολόγων.
  • Το βραβείο «Wilhelm Friedrich Bessel» από το ίδρυμα Humboldt της Γερμανίας.
  • Το βραβείο «Υγεία» από τον ιατρικό και οδοντιατρικό σύλλογο Νέας Αγγλίας, καθώς και
  • το βραβείο για διακεκριμένο ερευνητή από την Αμερικανική Ομοσπονδία Ιατρικής Έρευνας.
  • Επίσης έχει λάβει το βραβείο αριστείας για την άρτια  επιστημονική καθοδήγηση νέων επιστημόνων από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Beth Israel Deaconess Medical Center και από την ιατρική σχολή του Χάρβαρντ. Τέλος, έχει τιμηθεί με το βραβείο «Berson» από τον Αμερικανικό επιστημονικό  σύλλογο Φυσιολογίας και την Ομοσπονδία όλων των Αμερικανικών Επιστημονικών Εταιρειών (FASEB Society).

Έχει διατελέσει σύμβουλος σε διαφορές φαρμακευτικές εταιρίες και εταιρίες διαγνωστικών τεχνολογιών. Είναι επίσης  ο επιστημονικός συνιδρυτής και πρόεδρος της επιστημονικής συμβουλευτικής επιτροπής  της εταιρίας «InteKrin Metabolic Therapeutics», η όποια μόλις ολοκλήρωσε τις δοκιμές φάσης ΙΙ για το κύριο σκεύασμά της / νέο φάρμακο για τον διαβήτη και  έχει λάβει την έγκριση του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων (FDA) για να προχωρήσει στις κλινικές δόκιμες τελικού σταδίου ΙΙΙ για τον έλεγχο του διαβήτη σε ανθρώπους.

Γενικότερα, ερευνητικά, ο Χρήστος Μαντζώρος είναι πρωτοπόρος στην ανακάλυψη του λιπώδους ιστού ως ενδοκρινούς αδένα. Πιο συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια  που συνειδητοποιήθηκε πως ο λιπώδης ιστός δεν είναι ένα ανενεργές αποθηκευτικό όργανο αλλά εκκρίνει ορμόνες, η ομάδα του έχει αποδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ώστε να αποσαφηνίσει τις ορμόνες που είναι υπεύθυνες για κάθε μια από τις ασθένειες συνδέονται στενά με τόσο με τη παχυσαρκία (καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης, νεοπλασίες) όσο και με τη νευρογενή ανορεξία. Η μελέτη πολλών από αυτές τις ορμόνες, έχει οδηγήσει στην ανακάλυψη καινούργιων διαγνωστικών εργαλείων, αλλά και καινούργιων φαρμάκων για τη θεραπεία αυτών των ασθενειών. Δύο από αυτά τα φάρμακα (λεπτίνη, ΙΝΤ131) βρίσκονται στη τελευταία φάση κλινικών δοκιμών (φάση ΙΙΙ) πριν τη χρησιμοποίηση τους στη καθημερινή κλινική πράξη.

Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι έχει – πέραν του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ -, διδάξει ως Επισκέπτης Καθηγητής σε πολλά Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, όχι μόνο των ΗΠΑ και της Ελλάδας, αλλά και διεθνώς, όπως στην Ιαπωνία, τη Γερμανία, την Κύπρο, κ.λ.π. Παράλληλα ο επιβλέπει την εκπόνηση Διδακτορικών Διατριβών από φοιτητές, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη (Γερμανία, Σουηδία, Ελλάδα) και στο παρελθόν έχει εκπαιδεύσει και αναδείξει πληθώρα νέων επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους κατέχουν σήμερα θέσεις ευθύνης, ως Διευθυντές μεγάλων Ιατρικών Εταιριών ή ως καθηγητές Ιατρικής σε κορυφαία Πανεπιστήμια, σε πολλές χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν πέραν της Ελλάδας, τις Η.Π.Α., τη Γερμανία, την Αυστρία, την Κύπρο, την Κορέα, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη, και άλλες χώρες που βρίσκονται στο δρόμο της επιστημονικής και οικονομικής προόδου.

 

Πηγή


Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

Διάλεξη του Ευάγγελου Χρυσού στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Ευάγγελος Χρυσός, Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδος).

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του Κέντρου μας, θα είναι: «Γότθοι και Σλάβοι στην Πελοπόννησο».

Η σειρά εκδηλώσεων Events Series 2012 πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους -Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Read Full Post »

Τα νομικά περιοδικά στο Ναύπλιο τον 19ον αιώνα


 

Ο δέκατος ένατος αιώνας βρίσκει το Ναύπλιο πόλη καθαρά σχεδόν Τουρκική [i]. Τις παραμονές της Επαναστάσεως από τους 6 χιλιάδες περίπου κατοίκους του, οι χριστιανοί δεν ξεπερνούν τους 300, μολονότι η πόλη ήταν έδρα σπουδαίας μητροπόλεως, ο δε τότε μητροπολίτης Ναυπλίου Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους θερμότερους μύστες της Φιλικής Εταιρείας [ii]. Με την άλωσή του όμως το 1822 και τη μεταφορά των Τούρκων στη Μικρά Ασία το Ναύπλιο μένει στα χέρια των Ελλήνων άδειο σχεδόν από κατοίκους. Τα κτήρια εν τούτοις ήταν σε καλή κατάσταση και γρήγορα κατελήφθησαν από τους προκρίτους της περιοχής.

Το γεγονός δε ότι θεωρήθηκε το ασφαλέστερο μέρος της Ελλάδος και σ’ αυτό εγκαταστάθηκε το 1823 η Προσωρινή Διοίκηση και κατόπιν το 1827 η οριστική έδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής, το κατέστησε πόλο έλξεως προσφύγων από κάθε γωνιά του Ελληνικού χώρου αλλά και πολλών ξένων κυρίως Ευρωπαίων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Λαμπρυνίδης [iii] η πόλη «παρουσίασε την όψιν αυτόχρημα μωσαϊκού διαλέκτων, ηθών εθίμων, αμφιέσεων κ.λ.π., ων την εικόνα παρέχει ημίν εν μέρει ο αείμνηστος λόγιος Δ. Κ. Βυζάντιος εν τη υπ’ αυτού φιλοτεχνηθείση όντως πρωτοτυπώ κωμωδία «Βαβυλωνία», της οποίας η σκηνή υπόκειται εν Ναυπλίω και τα πρόσωπα εκ του πραγματικού ήσαν ειλημμένα».

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ανάμεσα σ’ αυτούς, που τότε συνέρρευσαν στο Ναύπλιο ήταν και αρκετοί, που ήσαν ή ισχυρίζονταν πώς ήσαν νομικοί. Μερικοί όντως ιδιαίτερα αξιόλογοι, εδίδαξαν αργότερα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή στελέχωσαν τη δικαιοσύνη και τους άλλους σημαντικούς τομείς του δημοσίου βίου. Αυτοί οι πρώτοι νομικοί είναι εκείνοι, που έθεσαν τις βάσεις της νεώτερης Ελληνικής νομικής επιστήμης [iv], η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανύπαρκτη. Ελάχιστα ήταν, όπως είναι φυσικό, και τα νομικά βιβλία. Για περιοδικά νομικά δεν γίνεται λόγος. Αυτά προϋποθέτουν ζωντανή νομική επικαιρότητα, γι’ αυτό και κάνουν την εμφάνισή τους μόνον όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή όταν δημιουργείται κράτος και αρχίζουν να λειτουργούν τα δικαστήρια και οι άλλοι θεσμοί.

Τα νομικά περιοδικά που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι τέσσερα [v]. Μερικά πιο αξιόλογα από τα άλλα, το καθένα δημιούργημα της εποχής και των συνθηκών που το γέννησαν. Πολύ ενδιαφέρον, περισσότερο ως δείγμα γραφής, γιατί ήταν πολύ βραχύβιο είναι «Ο Παρατηρητής», «Περιοδικόν Σύγγραμμα Φιλολογικόν και Νομικόν», που εκδόθηκε από τον Εδουάρδο Μάσσονα κατά το έτος 1838.

Ο Εδουάρδος Μάσσων [vi], ο διαβόητος εισαγγελέας της δίκης του Θ. Κολοκοτρώνη, ήταν Σκωτσέζος και είχε σπουδάσει στο Αμπερντήν Νομικά, Φιλοσοφία και Θεολογία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1824 και το πρώτο αξίωμα που κατέλαβε ήταν γραμματέας του ναυάρχου Κόχραν. Από το 1825 άρχισε να διδάσκει Πολιτική Οικονομία, αργότερα δε και Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Έγινε ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Ελλάδος μετά δε την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών διορίστηκε καθηγητής της Ιστορίας και για λίγο χρόνο Αρεοπαγίτης. Η ζωή του προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της Αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα, της οποίας ήταν εκφραστής και ακολούθησε τις διακυμάνσεις που γνώρισε η Αγγλική επιρροή στη χώρα. Αντικαποδιστριακός, ανέλαβε μάλιστα την υπεράσπιση του Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επί Αντιβασιλείας Εισαγγελέας των πολιτικών δικών, περιορίζει τις δραστηριότητές του αυτές όταν ο ευνοούμενος των Άγγλων Άρμασμπεργκ εκδιώκεται και τέλος φεύγει από την Ελλάδα το 1845 για 20 ολόκληρα χρόνια. Επιστρέφει το 1865 και το 1867 αρχίζει την έκδοση του περιοδικού «Μνήμων», δημοσιεύει δε και μερικές μελέτες μέχρι το 1873, οπότε πεθαίνει στην Αθήνα. Εντύπωση προκαλεί το ότι στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Μνήμων» γράφει άρθρο εγκωμιαστικό για τον Καποδίστρια.

Του περιοδικού «Παρατηρητής» φαίνεται πώς εκδόθηκαν μόνο τρία τεύχη. Το καθένα από ένα τυπογραφικό φύλλο «εκ της τυπογραφίας των Κωνσταντίνων Τόμπρα [vii] και Ιωαννίδου». Παρά το μικρό του μέγεθος όμως είχε θέσει υψηλούς στόχους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι κύριο αντικείμενό του ήταν η Φιλοσοφία του Δικαίου. Μάλιστα δε στα τρία αυτά τεύχη γίνεται προσπάθεια να εκτεθούν οι νομικοφιλοσοφικές θεωρίες του Ιερεμία Μπένθαμ. Στο πρώτο τεύχος δημοσιεύεται έργο του ίδιου του Μπένθαμ, μεταφρασμένο από χειρόγραφό του, στο οποίο ο συγγραφέας για να διαγράψει ζωηρότερα τις γενικές αρχές, που πρέπει να διέπουν τη νομοθεσία, παριστάνει βουλευτή που τις κηρύττει εν είδει ομολογίας και υποσχέσεως. Στα δύο άλλα τεύχη δημοσιεύεται έργο του Ιακώβου Μίλλ, «περί Νομικής», το οποίο στην ουσία είναι ανακεφαλαίωση των θεωριών του Μπένθαμ.

Η προβολή των θεωριών του Μπένθαμ, οι οποίες ως γνωστόν διακρίνονται για το φιλελευθερισμό τους, προκαλεί ερωτηματικά γιατί την εποχή που δημοσιεύονται αυτά τα άρθρα, έχει γίνει ήδη η νομοθεσία του Μάουερ και το ρεύμα υπέρ της εισαγωγής των δοξασιών του Μπένθαμ στην Ελληνική νομοθεσία έχει προ πολλού εξασθενήσει. Είναι άραγε καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα; Ίσως. Το πιθανότερο όμως είναι ότι απηχούν το γενικότερο πνεύμα της εποχής, δηλαδή την αντίδραση στην απολυταρχία του Όθωνα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο 1838 επί «πρωθυπουργίας» Ζωγράφου και ασύδοτης δράσεως της Καμαρίλας. Τα υπόλοιπα, επίσης ενδιαφέροντα άρθρα του περιοδικού ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ίδιο το Μάσσονα.

Στο πρώτο τεύχος αρχίζει η δημοσίευση, που συνεχίζεται και στα επόμενα, περιλήψεως ομιλίας, την οποία εξεφώνησε κατά την έναρξη των πρώτων Ελληνικών Δικαστηρίων. Το γενικό θέμα της ομιλίας είναι, ότι η εθνική πρόοδος εξαρτάται από την κοινή ησυχία, την ορθή νομοθεσία και την ακριβή ενέργεια της Δικαιοσύνης. Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύει άρθρο περί Ρητορικής, περί εκπαιδεύσεως και περί του δικηγορικού επαγγέλματος. Στο ίδιο επίσης τεύχος δημοσιεύονται δύο ακόμα άρθρα, το ένα με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της κοινωνικής οικονομίας» και το άλλο «Γενεαλογία και διαγραφή της προσωπικής αξίας». Τέλος στο τρίτο τεύχος δημοσιεύει άρθρο με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της Φιλοσοφίας». Όλα του τα άρθρα διαπνέονται από ιδέες ευγενείς και φιλελεύθερες και καταφάσκουν στις αιώνιες ανθρωπιστικές αξίες.

Άλλο περιοδικό που αρχίζει να εκδίδεται την ίδια περίπου εποχή, αλλά που ευτύχησε να γνωρίσει μακρότητα ημερών είναι η «Εφημερίς Νομική» του Κωνσταντίνου Αξελού. Ο Κωνσταντίνος Αξελός [viii], ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της εποχής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως κατέφυγε μαζί με τα αδέλφια του στα νησιά και πήρε μέρος στην ναυμαχία της Σάμου μέσα σε πλοίο της οικογενείας του, στη συνέχεια δε το 1825 κατετάγη στον τακτικό στρατό. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια και με το βαθμό του επιλοχαγού αναλαμβάνει την διεύθυνση της νεοσύστατης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο. Παράλληλα διορίζεται εισηγητής στο διαρκές Στρατοδικείο και με την ιδιότητα αυτή διεξάγει τις ανακρίσεις και υποστηρίζει την κατηγορία για τη δολοφονία του Καποδίστρια. Με την επικράτηση της αντιπολιτεύσεως φεύγει από το στρατό και μετά την ίδρυση των τακτικών δικαστηρίων μετέρχεται το επάγγελμα του δικηγόρου στο Ναύπλιο. Τότε είναι που αρχίζει να εκδίδει την «Νομική».

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

Το 1843 παίρνει μέρος στις δημοτικές και τις βουλευτικές εκλογές. Εκλέγεται σύμβουλος του Δήμου Ναυπλιέων και δύο φορές βουλευτής Ναυπλίας. Μέχρι το 1857 υπηρετεί ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Σ’ αυτή τη θέση ασχολήθηκε με τη στατιστική της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης από συστάσεως των Ελληνικών δικαστηρίων μέχρι το 1854 και με τη σύνταξη του ευρετηρίου των Εφημερίδων της Κυβερνήσεως από το 1833 μέχρι το 1854. Κατόπιν επανέρχεται στο στράτευμα και διορίζεται διευθυντής του δικαστικού τμήματος του Υπουργείου Στρατιωτικών και παράλληλα βασιλικός επίτροπος στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Από τη θέση αυτή προκάλεσε την υπέρ του Νόμου αναίρεση της αποφάσεως κατά του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Από το 1862 και προφανώς εξ αιτίας της εκθρονίσεως του Όθωνα, φεύγει για την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέρχεται το δικηγόρο και υπηρετεί ως σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας. Εν συνεχεία υπηρετεί ως πρόξενος στο Βουκουρέστι και στο Ραχτζούκιο. Στην Ελλάδα και στο Στράτευμα επιστρέφει μετά από αρκετά χρόνια.

Η «Νομική» εκδίδεται συνεχώς από τον Οκτώβριο του 1837 μέχρι το 1860, «άπαξ της εβδομάδος αορίστως», επίσης από το τυπογραφείο Τόμπρα – Ιωαννίδου. Όπως γράφει στο πρώτο φύλλο της «Νομικής», σκοπόν έχει την δημοσίευση της νομολογίας των εν Ναυπλίω Εφετών και του Αρείου Πάγου, αλλά όχι μόνον αυτό. Παράλληλα με τον πρακτικό αυτό σκοπό, ενδιαφέρεται εξ ίσου για την προαγωγή της νομικής επιστήμης με τη δημοσίευση επιστημονικών εργασιών. Και πράγματι πρόκειται για αξιόλογο περιοδικό. Ιδίως τα πρώτα 5-6 χρόνια, πριν ο Αξελός αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική, η «Νομική» φαίνεται να γράφεται με μεράκι. Η ύλη της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δημοσιεύει χιλιάδες αποφάσεις Ελληνικών αλλά και ξένων δικαστηρίων και μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών, επίσης Ελλήνων και ξένων. Στο νομικό και ιδιαίτερα τον ιστορικό του Δικαίου η «Νομική» παρέχει πολύτιμο υλικό, γιατί μέσα από τις σελίδες της μπορεί να παρακολούθηση την πορεία της Νεοελληνικής Νομικής επιστήμης κατά τα πρώτα χρόνια της υπάρξεώς της, κατά την περίοδο, η οποία σοφά έχει χαρακτηρισθεί από τον αείμνηστο καθηγητή μας Παν. Ζέπο ως περίοδος αναζητήσεως και προπαρασκευής [ix].

Η Ελληνική Νομική επιστήμη, που ακόμα δεν έχει βρει το δρόμο της, ταλαντεύεται μεταξύ διαφόρων τάσεων και τόσο οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της νομοθετικής πολιτικής, όσο και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούν το νομοθετικό πρότυπο που αρμόζει στην Ελλάδα. Και όταν ακόμα οι περισσότεροι τομείς του δικαίου εκαλύφθησαν από την νομοθεσία του Μάουερ, το πνεύμα της αναζητήσεως παρέμεινε ως προς το αστικό δίκαιο, το οποίο ο Μάουερ ως γνήσιος μαθητής του Σαβινώ δεν θέλησε να θίξει. Εξακολουθεί να δεσπόζει τόσο στην νεοϊδρυθείσα Νομική Σχολή Αθηνών όσο και στη διδασκαλία των αυτοσχεδίαν νομοδιδασκάλων [x], οι οποίοι παράλληλα προσπαθούν, καθώς φαίνεται με επιτυχία, να καλύψουν την ανάγκη παροχής νομικής παιδείας σε άλλες πόλεις της χώρας. Έτσι βλέπουμε άλλος να διδάσκει Ρωμαϊκό και άλλος Γαλλικό δίκαιο. Η «Νομική» δεν μένει αμέτοχη φυσικά. Ο Αξελός υποστηρίζει την εισαγωγή του Γαλλικού δικαίου, δεν διστάζει μάλιστα να δημοσιεύσει [xi] την άποψη του Γάλλου καθηγητού των Παρισίων Βροβάρ, «ότι το Ρωμαϊκό δίκαιο δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο όσο το θεωρούν σήμερα στην Ευρώπη»!

Πέρα από τα επιστημονικά θέματα, πολλές είναι οι πληροφορίες, που παρέχει η «Νομική» για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Δικαιοσύνη και η νεοσύστατη νομική οικογένεια της χώρας. Πολλά τα ευτράπελα αλλά και τα σοβαρά μπορεί κανείς να σταχυολογήσει από τις στήλες της. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τους λίγους, ακατάρτιστους πολλές φορές νομικούς, τους δικαστικούς κλητήρες, που πολλοί δεν ήξεραν ούτε το αλφάβητο, με αποτέλεσμα τις άκυρες επιδόσεις και τις επεμβάσεις των ξένων προστατών της χώρας. Για να περιοριστούμε σε μία μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, θ’ αναφερθούμε στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης του συνταγματάρχη Θ. Γρίβα, όπου ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι Γάλλος και η δίκη διεξάγεται σε δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα οι μεν κατηγορούμενοι να μην καταλαβαίνουν το κατηγορητήριο, οι δε δικαστές τι λέει η υπεράσπιση. Την παρ’ όλα αυτά αθώωση του κατηγορουμένου.

Αλλά δεν είναι μόνο η Ελληνική επικαιρότητα, που καλύπτεται από τις στήλες της «Νομικής». Πλήθος είναι οι πληροφορίες για τα διεθνή πράγματα, κυρίως βεβαίως στο νομικό και δικαστικό χώρο. Αυτές μαζί με τις μελέτες που αναφέρονται στο αλλοδαπό δίκαιο και σε αλλοδαπούς θεσμούς, από την Αμερική μέχρι την Ινδία, χαρίζουν στη «Νομική» ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της έχεις την εντύπωση ότι η Ελλάδα της εποχής δεν είναι μια απομονωμένη χώρα, αλλά αντίθετα τόπος ανοιχτός σε κάθε ρεύμα και κάθε καινούργια ιδέα.

Τη «Νομική» μόλις έπαυσε να εκδίδεται επιχειρεί να αντικαταστήσει η «Εφημερίς των Δικαστηρίων», η οποία εκδίδεται από τρεις δικαστές, τους εφέτες Μ. Οικονόμου και Δ. Σαράβα και τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Α. Αθανασιάδη. Κύριο σκοπό της η «Εφημερίς» έχει τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων για να βοηθηθεί η πρακτική εφαρμογή του δικαίου. Είναι αξιοπρεπές περιοδικό, αλλά δεν προκαλεί το ενδιαφέρον της «Νομικής» γιατί δεν έχει το δυναμισμό εκείνης, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο εκδόσεώς της. Η «Εφημερίς των Δικαστηρίων» εκδίδεται ανά δεκαπενθήμερο από 15 Απριλίου 1860 μέχρι το Σεπτέμβρη τού 1862.

Μετά 30 περίπου χρόνια, θα εκδοθεί ξανά νομικό περιοδικό στο Ναύπλιο. Είναι η «Δικαστική Εφημερίς», εκδιδόμενη από το δικηγόρο Σπύρο Γιαννόπουλο. Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε δοκιμαστικά την 1η Σεπτεμβρίου 1889 και μετά τακτικώς κάθε Σάββατο μέχρι 21 Σεπτεμβρίου 1891. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο Σωτηρίου Ε. Βίγγα «παρά τη πλατεία του Συντάγματος». Σκοπό της τάσσει πρωτίστως τη δημοσίευση των σπουδαιο­τέρων αποφάσεων των τοπικών δικαστηρίων, ιδίως δε του Εφετείου, καθώς και επιστημονικών διατριβών. Επί πλέον να παρέχει στους δικηγόρους πληροφορίες για την κίνηση των δικαστηρίων, όπως προσδιορισμό των δικών, έγγραφες στα πινάκια, την έκδοση των αποφάσεων, κατάλογο των ενόρκων και λοιπές πληροφορίες που θα ήταν πολύ χρήσιμες, κυρίως στους εκτός Ναυπλίου δικηγόρους. Στα δύο χρόνια της ζωής της η «Δικαστική Εφημερίς» εκπληρώνει με συνέπεια τους σκοπούς της. Αλλά συγκρί­νοντάς τη με τη «Νομική» ή τον «Παρατηρητή» νοιώθει κανείς την αλλαγή, που έχει συντελεσθεί και τη διαφορά του Ναυπλίου ως επαρχιακής πόλεως από την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Κράτους.

 

Κυριακή Θ. Ασημακοπούλου

Δικηγόρος

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Σ. Τρικούπη, «Ιστορία της  Ελληνικής  Επαναστάσεως», έκδ. β’, τ. Β’, σσ. 120-121. Αναλυτική περιγραφή και πλουσία βιβλιογραφία παρέχεται στην ιστορική μελέτη του Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήναι 1950 β’ εκδ.

[ii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 194.

[iii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 245.

[iv] Π α ν. Ζέπου,Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον, «Πελοποννησιακά», τ. Ις’ (1985-86), σ. 15, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.

[v] Ο αριθμός των περιοδικών πάσης φύσεως που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεπερνάει τα 30. Δ. Γ κ ί ν η. Κατάλογος Ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών 1811-1863. Για λίγα απ’ αυτά έχει γίνει έρευνα. Για τα περιοδικά «Ήώς» και «Αθηνά» βλ. Ε. Δ. Μ π ε λ ι ά, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 1976), Αθήναι 1979, σσ. 219-244.

[vi] Δ. Βαρδουνιώτης, Εδ. Μάσσων «Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού», τ. 11 (1915), σσ. 225-234.

[vii] Βιογραφικά του Κων. Τόμπρα βλ. στου Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο τύπος και η Νεοελληνική Αναγέννησις, λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς την 25ην Μαρτίου 1960 εις την Μεγάλην αίθουσαν τελετών του Παν/μίου Αθηνών, σσ. 20 επ.

[viii] Την αυτοβιογραφία του εδημοσίευσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Αξελός σε φυλλάδιο με τον ομώνυμο τίτλο κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και για την υστεροφημία του, αλλά και θέλοντας να δείξει ότι στο Ελληνικό Κράτος δεν αναγνωρίζονται, αντίθετα αντιμετωπίζονται δυσμενώς οι άξιοι δημόσιοι υπάλληλοι, όση και αν είναι η αξία ή η προσφορά τους.

[ix] Π α ν. Ζέπου.Η νεωτέρα Ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου,
Αθήναι 1954, όπου και πηγές και πλουσιωτάτη βιβλιογραφία.

[x] Η «Νομική» παρέχει πολλές πληροφορίες για τους αυτοσχέδιους νομοδιδασκάλους, που εδίδαξαν στο Ναύπλιο. Περισσότερα στην γλαφυροτάτη μελέτη του Παν. Ζέπου,    Απαρχές… (σημείωση 4 ανωτέρω).

[xi] «Νομική» τεύχος 13.

 

Πηγή


  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Αθήναι, 1989.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »