Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 13 Απριλίου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Κατερίνα Κωστίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου».

 

Κατερίνα Κωστίου

 

Η Κατερίνα Κωστίου γεννήθηκε στο Πήλιο και σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στην Αγγλία (στο Norwich και στο Cambridge). Διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Έργα της είναι: » Εργογραφία – βιβλιογραφία Γ. Θ. Βαφόπουλου (1918-1988)» Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 1988, «Οι Κυπριακές επιστολές του Γιώργου Σεφέρη (1954-1962): Από την αλληλογραφία του με τον Γ. Π. Σαββίδη» Αθήνα, Στιγμή, 1991, Άπαντα Γιάννη Σκαρίμπα (10 τόμοι), Αθήνα, Νεφέλη 1992-1998 κ.ά.

Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, χάραξη σε ατσάλι.  J.J. Wolfensberger (1797-1850), 1844.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Το Παλαμήδι είναι οικοδομημένο σε ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας σε ύψος 216μ. Για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλαμβάνεται από του Τούρκους μέχρι το 1822, οπότε περιέρχεται στα χέρια των Ελλήνων.

Read Full Post »

Διάλεξη του Dr. Richard Hunter στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

 

 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 23 Μαρτίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Dr. Richard Hunter, Καθηγητής στη Βασιλική Έδρα Ελληνικών και Εταίρος του Trinity College, Πανεπιστήμιο Cambridge. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου μας, θα είναι: «The classical past in ancient Greek literature».  Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα και θα διανεμηθεί εκτενής μετάφραση της στην ελληνική.

Read Full Post »

Παλαιότεροι Μουσικοί στο Ναύπλιο (ΙΣΤ΄ – ΙΗ΄ αι.)– Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας 


 

 «Μουσική είναι η ομορφιά του σύμπαντος» (Πλάτων)

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Μουσικές προσωπικότητες στο Ναύπλιο είναι γνωστές από τα παλαιότερα χρόνια, κυρίως όμως από της απελευθερώσεως του 1821. Μνημονεύομε πρωτίστως τον γνωστό λόγιο υμνογράφο Νικόλαο Μαλαξό, πρωτοπαπά Ναυπλίου (1538 μ.Χ.) και μετέπειτα εφημέριο της ελληνικής κοινότητος Βενετίας (1552-1573), όπου ανεδείχθη σπουδαίος κοινωνικός παράγων, διορθωτής και επιμελητής τυπογραφικών δοκι­μίων, κυρίως λειτουργικών βιβλίων, γενικώς ακαταπόνητος εργάτης του πνεύματος, τόσον εκεί όσο και στην Κρήτη και την Ζάκυνθο, όπου έζησε διαδοχικά μαζί με την πολυμελή του οικογένεια, εγκαταλείποντας το Ναύπλιο, μετά την επικράτηση των Τούρκων (21 Νοεμβρίου 1540).

Ο Μαλαξός έγραψε, με πηγαίο υμνογραφικό τάλαντο, κανόνες σε εορτές αγίων, μακαριστάρια και ευλογητάρια, πεντηκοστάρια, στιχηρά προσόμοια, ιδιόμελα, κοντάκια και απολυτίκια, εγκώμια και βίους αγίων, αφηγήσεις θαυμάτων, από τα οποία προκύπτει ότι ήταν «μεστός παιδείας ορθόδοξος λόγιος» και αντάξιος γόνος της λογιωτάτης Ναυπλιακής οικογενείας των Μαλαξών. Στα υμνογραφήματα του φιλόπονου Μαλαξού ανήκει και το γνωστό Απολυτίκιο της Περιτομής του Σωτήρος (Πρωτοχρονιάς): «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, θεός ων κατ’ ουσίαν, πολυεύσπλαχνε Κύριε…» και ή «ερμηνεία της ευλογούσης του Ιερέως χειρός», όπως καταχωρίζεται στα λειτουργικά βιβλία: «Ειρμολόγιον» και «Αγιασματάριον».

Ενδεικτικό της μουσικής κατάρτισης του Μαλαξού είναι και το γεγονός, ότι δίδει λεπτομερείς οδηγίες για την σειρά, τους ήχους και τον τρόπο εκτέλεσης των εκκλησιαστικών ύμνων, όπως προκύπτει από τις ιδιόγραφες σημειώσεις του στα περιθώρια των σωζομένων χειρογράφων του με τον χαρακτηριστικά ωραίο γραφικό του χαρακτήρα [1].

Στον ίδιο χώρο των υμνογράφων και μουσικών ανήκει και ο λόγιος ιερομόναχος Μητροφάνης ο Ναύπλιος, που εξέδωσε στην Βενετία με τον τίτλο: «Ακολουθία του Οσίου πα­τρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού, του εν τη νήσω Κεφαλληνίας, ψαλλομένη τη κ’ του Οκτωβρίου μηνός, συγγραφείσα παρά Μητροφάνους ιερομονάχου του Ναυπλίου. Νεωστί τυπωθείσα και επιμελώς διορθωθείσα, ης εν τω τέλει και έκθεσις σύντομος της ορθοδόξου ημών πί­στεως εις ωφέλειαν των χριστιανών. Ενετίησιν παρά Αντωνίω τω Βόρτολι, 1750».

Στον ίδιο εκδότη έγινε επανέκδοση του βιβλίου αυτού τα επόμενα χρόνια: 1768, 1778, τέταρτη και πέμπτη έκδοση το έτος 1789 και 1819 αντίστοιχα από το τυπογραφείο «Νικολάου του Γλυκέως του εξ Ιωαννίνων» και έκτη, το 1861 «εκ του τυπογραφείου Φοίνικος». Ας θυμηθούμε τον παληό αυτό λόγιο Ναυπλιώτη του 18ου αιώνα, όπως αυτός εύχεται με τους ιαμβικούς στίχους του, που αντιγράφομε από την σελίδα 76 της τρίτης έκδοσης της Ακολουθίας (Βενετία 1778), τυπωμένης με κόκκινα και μαύρα γράμματα:

 

«Τλήμων, ταπεινός, ευτελής, ρακενδύτης,

Μητροφάνης, Ναύπλιος έξυσ’ ευτόνως,

πόνον τε μόχθον της δε συγγραφής όλον.

Όν οι άδοντες εν ψυχής καταστάσει,

Μέμνησθέ μου βέλτιστοι αξιώ πάνυ,

όπως λάβοιμε αμπλακιών την λύσιν,

εν ώρα φρικτής της δίκης του Δεσπότου,

προστασίαις Γερασίμου του εν Μάλα

Άνακτι Χριστώ δόξα, τιμή και κράτος».

 

Έναν άλλο Ναυπλιώτη, μουσικολογιώτατο του ιδίου αιώνος, γνωρίσαμε μετά από ευγενή σύσταση του καθηγητού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίου Γρηγορίου Στάθη, στο Άγιον Όρος. Εκεί στην Μονή Παντελεήμονος φυλάσσεται σε καλή κατάσταση το μουσικό χειρόγραφο του «Κυριάκου Κουλιδά Ναυπλιώτη». Είναι γραμμένο με μαύρη ζωηρή μελάνη και με ζωηρή κόκκινη για τους τίτλους και τις μουσικές ενδείξεις (υποστά­σεις, φθοραί, μαρτυρίαι), με ωραία αρχιγράμματα.

Το χειρόγραφο αυτό με δερμάτινα μαύρα εξώ­φυλλα φέρει τίτλο: «Αναστασιματάριον μετά κεκραγαρίων, συν Θεώ αγίω, πολλά ωφέλιμον εις ψάλτην, όπου αγαπά να ψάλη εύμορφον χύμα, τόσον τα αναστάσιμα ωσάν και το Στιχάριον. Ψάλλεται δε χύμα. Νέα σύνθεσις εμού ταπεινού Κυριάκου Κουλιδά του Ναυπλιώτη’ ήχος α’, Κύριε εκέκραξα» [2].

Για την εκκλησιαστική πάντως μουσική και την καλλιέργειά της στην ευρύτερη του Ναυ­πλίου περιοχή μαρτυρούν και τα όσα απέμειναν μουσικά χειρόγραφα και παλαιές μουσικές εκ­δόσεις της βιβλιοθήκης της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, όπου έζησαν παλαιότερα μουσικά κατηρτισμένοι μοναχοί, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις τους στα περιθώρια των σελίδων των μουσικών αυτών βιβλίων [3].

 

Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας

  

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Είναι γνωστόν ότι επί Τουρκοκρατίας η μουσική παιδεία ήταν εκκλησιαστική, αφού τα όσα και όπου λειτουργούσαν υποτυπώδη σχολεία ευρίσκονται σε χέρια εκκλησιαστικά, με κύρια μάλιστα διδακτικά βιβλία την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι. Η τακτική αυτή συνεχίζεται και μετά την απελευθέρωση του 1821, οπότε οι γονείς και κηδεμόνες, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πρώτες ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές προτιμούσαν να διορίζουν στα ιδιωτικά, τα κοινοτικά, τα αλ­ληλοδιδακτικά σχολεία μεταξύ των υποψηφίων δασκάλων εκείνους, που γνώριζαν μουσική, ώστε να διδάσκουν ανάλογα τα παιδιά, αλλά και για να ψάλλουν, τις Κυριακές και εορτές, στην εκκλησία [4].

Ο Ιωάννης Κοκκώνης, επιθεωρητής των Σχολείων στο Ναύπλιο και μετέπειτα Διευθυντής του Διδασκαλείου στην Αθήνα, ενημερώνει με το από 2 Μαρτίου 1839 έγγραφό του τον τότε Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Γλαράκη, ότι με αφορμή τις προτιμήσεις των σπουδαστών και τις διαφωνίες μεταξύ των καθηγητών της Βυζαντινής Μουσικής Ζαφ. Ζαφειροπούλου και της Ευρωπαϊκής Αθ. Αβραμιάδη, έδωσε ρητή εντολή και τα δύο μαθήματα να είναι υποχρεωτικά, δε­δομένου ότι οι σπουδαστές θα εξετασθούν και στα δύο αυτά μαθήματα «κατά την υπάρχουσαν τάξιν».

Ο ίδιος βεβαιώνει τον Υπουργό, ότι δεν μεροληπτεί υπέρ του μαθήματος της Ευρωπαϊκής Μουσικής, διότι «έχει την πεποίθησιν ότι και τούτο το μάθημα (της Βυζαντινής Μουσικής) είναι εν μέσον προς εξάπλωσιν της Δημοδιδασκαλίας μεταξύ των Δήμων, εκ των οποίων πολλοί δια μόνην την εκκλησιαστικήν μουσικήν, προτιμούν να έχωσι Γραμματοδιδασκάλους»[5]. Δηλαδή οι Δήμοι τότε ενεθάρρυναν τους νέους με υλική συνδρομή και συμβουλές για το διδασκαλικό επάγ­γελμα, με στόχο να τους έχουν μελλοντικά ψάλτες στους καθεδρικούς και άλλους ενοριακούς ναούς τους.

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων, Paris,1858.

Έναν τέτοιο παραδοσιακό πρωτοψάλτη και μουσικοδιδάσκαλο γνωρίζομε αρχικά στα Σχο­λεία της Αίγινας και την μετακαποδιστριακή εποχή στο Ναύπλιο, τον Ζαφείριο Ζαφειρόπουλον, όπως επίσης και τους διαδόχους του: Αναστάσιο Ταπεινό και Κωνσταντίνο Κηρύκου, κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνος (1833-1862).

Είχαμε όμως στο Ναύπλιο, από τα παλαιότερα χρόνια, εκτός της εκκλησιαστικής, και κοσμική δυτική, ξενόφερτη μουσική. Βεβαίως ο πολύς κόσμος διασκέδαζε με τραγούδια, που έλεγαν οι συμποσιαστές ή όσοι συμμετείχαν σε χο­ρούς ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, με συνοδεία λαϊκών οργάνων, τα οποία μερικοί περιηγη­τές περιγράφουν λεπτομερέστερα. Το ίδιο συνέβαινε στο στρατό, όπου οι μαχητές περιποιού­νταν προ της μάχης την καθαριότητά τους και πολλές φορές διασκέδαζαν με χορούς και τραγού­δια.

Είναι γνωστό ότι βιολιτζήδες ακολουθούσαν τα στρατόπεδα· οι ίδιοι μετακινούνται με τα εκστρατευτικά σώματα προς εμψύχωση των αγωνιζομένων «για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία».

Μαρτυρείται επίσης ότι τα στρατιωτικά σώματα των ατάκτων αγωνιστών ακολουθούσαν μουσικοί, όχι βεβαίως επαγγελματίες, με τύμπανα, ζουρνάδες και κλαρίνα, που έπαιζαν ηχηρότατα προ της μάχης και μετά την νίκη. Την ίδια τακτική εφήρμοσε ο Κολοκοτρώνης στην μάχη του Βαλτετσίου και σ’ εκείνη των Δερβενακίων και ο Καραϊσκάκης στην εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδος. Οι δε καπεταναίοι στις περιστασιακές στρατολογίες τους, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, συνοδευόταν από ζουρνάδες και νταούλια, για να αφυπνί­ζουν τον πατριωτισμό των νέων.

Παράλληλα, τα δημοτικά μας τραγούδια, τα κλέφτικα, τα καθιστά – τα επιτραπέζια (της τάβλας) ή εκείνα της χαράς του γάμου κ.λ.π., ακούγονταν συχνά στο Ναύπλιο συνοδευόμενα μάλι­στα με τον συρτόν, «την πάτριον των Ελλήνων όρχησιν». Για τις μουσικές αυτές εκδηλώσεις έχομε τα απομνημονεύματα των συγχρόνων, τις μαρτυρίες των περιηγητών, να εκθειάζουν τον λυρισμό, τα γνωστά γυρίσματα και τσακίσματα των τραγουδιών αυτών, σε μεγάλη ποικιλία. Θαυμαστής των δημοτικών μας τραγουδιών, που ενωρίς εδημοσιεύτηκαν, αρχικά από ξένους σε χωριστές συλλογές – ανθολογίες, ήταν και ο θείος Γκαίτε [6], ενώ άλλοι ξένοι όπως ο Edmond About [7] κάμουν άδικες κρίσεις, παρασυρμένοι από την μέτρια, σε όσες παρακολούθησαν περι­πτώσεις, απόδοσή τους.

Πρόβλημα ήταν τότε και τώρα η καλή μουσική, η σωστή απόδοση είτε της φωνητικής είτε της ενόργανης μουσικής. Αυτό είναι το ζητούμενο. Και αυτά που γράφουμε εδώ συνέβαιναν mutatis mutandis σχεδόν παντού στον ελληνικό χώρο. Ειδικότερα το ερώτημά μας είναι: πότε εισήχθη στο Ναύπλιο η ξένη, η δυτική, η λεγόμενη ευρωπαϊκή μουσική; Από πότε απετέλεσε διδασκόμενο μάθημα στα Σχολεία της πόλεως και πότε εισήχθη η ευρωπαϊκή μουσική στην θεία λατρεία;

Ο Θεσσαλός ιατροφιλόσοφος Διονύσιος ο Πύρρος, που επεσκέφθη την περιοχή, το έτος 1815, γράφει στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: «Εις αυτάς τας δύο ωραίας πόλεις (Ναύ­πλιον και Άργος) διατρίβουσι και διάφοροι ευγενείς και φιλέλληνες Ευρωπαίοι, μάλιστα χάριν ψυχαγωγίας ή ξεφαντώσεως»[8], η οποία πάντως συμπορεύεται συνήθως με οινοποσία και απαραί­τητα με μουσική από όργανα, που θα συναπεκόμιζαν από την γενέτειρά τους οι ρομαντικοί εκείνοι ξένοι στο Ναύπλιο.

Οι ξένοι όμως στο Ναύπλιο ήταν φαινόμενο ενδημικό επί αιώνες πριν, αφού η ξενοκρατία της περιοχής καλύπτει συνολικά εξακόσια είκοσι οκτώ συνεχή χρόνια: Φραγκοκρατίας (1212-1389), Βενετοκρατίας (1389-1540), Τουρκοκρατίας (1540-1686), Β’ Βενετοκρατίας (1686-1715) και Β’ Τουρκοκρατίας (1715-1822). Σε όλα αυτά τα χρόνια η ξενική των Φράγκων και Βενετών κατοχή του Ναυπλίου έφερε, μαζί με τους ανθρώπους της, και τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατακτητών και πολλά έχουν γραφή για τις επιδράσεις τους στην ενδυμασία, την γλώσσα, την κοινωνική ζωή των Ναυπλιωτών [9].

Οι ίδιοι κατακτητές έφεραν από τις πατρίδες τους κυρίως Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία την μουσική και τα όργανά τους, τους σαλπιγκτές τους στα στρατόπεδα κατοχής, τις φρουρές στην πάνω (Ακροναυπλία) και την κάτω πόλη, την στοιχει­ώδη για την εποχή φιλαρμονική τους ορχήστρα. Έκαναν στην γιορτή του Αγίου Μάρκου λαμπαδοφορίες και παρελάσεις με συνοδεία μουσικής, ενώ από το λιμάνι του Ναυπλίου, έκτος από τα πολεμικά πλοία, εμπορικά πλοία επώνυμων Ναυπλιωτών διενεργούσαν διαμετακομιστικά τα­κτικά ταξίδια, μεταξύ της μητροπολιτικής Βενετίας και των άλλων βενετοκρατούμενων λιμα­νιών και έφεραν επομένως στο Ναύπλιο πολιτιστικά αγαθά, μεταξύ των οποίων και μουσικά.

Οι ήχοι, λοιπόν, και ο ρυθμός της δυτικής – ευρωπαϊκής μουσικής δεν ήσαν ξένοι στις ακοές των πε­ρισσοτέρων Ναυπλιωτών. Ενώ πολύ λίγοι ήσαν οι σπουδαστές  [10] από το Ναύπλιο και το Άρ­γος, που γνωρίζομε ότι φοίτησαν στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Ρώμης και έγιναν οι αυτοί μέτοχοι και της εκεί μουσικής ζωής. Υπενθυμίζομε ακόμη την παρουσία ιερωμένων δυτικών μοναχικών ταγμάτων στο Ναύπλιο, όπου έψαλλαν καθημερινά την λατινική λειτουργία με δυτική εκκλησιαστική μουσική σε γρηγοριανό ή άλλο μέλος, όπως οι Καπουτσίνοι (1640), που διατηρούσαν και Σχολείο, ενώ οι Ιησουΐτες είχαν στο Ναύπλιο μικρόχρονη μόνον παραμονή [11].

Επομένως είχαμε από τότε στο Ναύπλιο, με όλη αυτή την συνεχή παρουσία ξένων έναν inter- culturalisme (διαπολιτισμός), δηλαδή έναν αμοιβαίο πολιτισμικό επηρεασμό, φαινόμενο που παρετηρήθη και σε άλλες κοινωνίες περιοχών[12] με εύκολη ή αναγκαστική επικοινωνία με τον έξω κόσμο, με ξένους μόνιμους ή περαστικούς· εννοούμε την πολιτιστική και κοινωνική επίδραση των ξένων στις φραγκοκρατούμενες – ενετοκρατούμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο αυτό φαίνεται στην γλώσσα, στην ενδυμασία, στα δημοσιεύματα Ναυπλιωτών από γνωστούς τυπογραφικούς οίκους της Βενετίας, από τα ποιήματα και τα έγγραφα της εποχής, δε­δομένα τα οποία έχουν από μακρού αξιολογηθή, όπως επίσης οι ξενικές επιδράσεις στις αγροτοκαλλιέργειες και την οικονομική ζωή.

Στον χώρο της Μουσικής, που ειδικότερα μας ενδιαφέρει, δεν ευρίσκομε βέβαια Ναυπλιώτες με ειδικές μουσικές σπουδές ή με τίτλους μουσικής δημιουργίας, αλλά πάντως δικαιούμεθα να συμπεράνουμε ότι δεν ήταν άγνωστη, ούτε «ξένον άκουσμα» η μουσική των ξένων στο Ναύπλιο. Οι Ναυπλιώτες είχαν ευκαιρίες να ακούσουν ξενόφερτη μουσική είτε στα σχολεία και τις εκκλησίες των ξένων εδώ μοναχικών ταγμάτων είτε έξω, μέσα στο ανοιχτό σχολείο της ζωής. Συγκεκριμένες πληροφορίες για την διάδοση της μουσικής αυτής στο Ναύπλιο έχομε από τα  πρώτα χρόνια της ελευθέρας Ελλάδος.

  

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλέπε «Κανών εις τον άγιον Θεοδόσιον Άργους τον νέον και ιαματικόν ποίημα Νικολάου ιερέως του Μαλαξού, μεγάλου πρωτοπαπά Ναυπλίου», επιμέλεια Γ.Α. Χώρα, έκδ. της ομώνυμης Μονής, Αθήναι 1992, όπου και βιβλιογραφία. Πρβλ. Γ.Ι. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, εν Αθήναις 1890, σ. 293.

[2] Γρηγορίου Στάθη, Τα χειρόγραφα της Βυζαντινής Μουσικής – Άγιον Όρος, τόμ. Β’, Αθήναι 1976, σσ. 251-253 (Νο 411) και τόμ. Γ’, Αθήναι 1993, σ. 599.

[3] Γ.Α. Χώρα, Ιστορία της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, Αθήναι 1991, σσ. 42, 75.

[4] Ελένης Μπελιά, Η εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828-1832), εν Αθήναις 1970, σσ. 21, 97, 161.

[5] Βλέπε την από 2 Μαρτίου 1839 αναφοράν του Ι. Κοκκώνη, προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β(ασιλικήν) Γραμματείαν της Επικρατείας, εις Γ. Α . Κράτους – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1833-1848).

[6] Βλέπε Φρ. Τίρς, μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, τόμ. Β’, σ. 113 (εκδ. Τολίδη) Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1980 σσ. 116, 118. Πρβλ. Φοίβου Ανωγειανάκη, Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα, Αθήναι 1976 και του ιδίου, Η Μουσική στην Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1960. Αλεξάνδρας Γουλάκη – Βουτυρά, Μουσική, Χορός και Εικόνα, Αθήνα 1990. Μιχ. Α. Ράπτη, Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Μελοδράμματος και της Ε. Λ. Σκηνής, Αθήνα 1989 S. Baud – Bovy, Δοκίμιο για το Ελληνικό Τραγούδι, Ναύπλιο 1984, σσ.15 και επ.

[7] Εντμόντ Αμπού μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Όθωνος, Αθήνα (έκδ. Τολίδη). σσ. 268-275.

[8] Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, Αργολικά, επιμ. Ανδρέα Κεραμίδα, Άργος 1981, σ. 40.

[9] Βλέπε Μ. Λαμπρυνίδου. Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 110 κ. έπ. και τις μελέτες Γ. Πλουμίδη, Κ. Ντόκου κ.α.

[10] Γ. Πλουμίδη, Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών τού Πανεπιστημίου της Παδούης, Ε. Ε. Β. Σ.. τόμ. ΙΖ’ ( 1969-1970), σσ. 267, 269, 290, 293, 302. Πρβλ. «Θησαυρίσματα», τόμ. Η’ (1971), σσ. 191, 200. Αθ. Καραθανάση, Η Φλαγγίνειος Σχολή της Βενετίας, Θεσσαλονίκη 1976. σσ. 133, 292, 293, 298. Ant. Fyrigos, II collegio Greco di Roma, Roma 1983, σσ. 7, 8, 43.

[11] Βλέπε, Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νεωτέρου Ελληνισμού, τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 430, Π. Γρηγορίου, Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων, Αθήναι 1958, σσ. 319, 321. Μ.Ν. Ρούσσου – Μηλιδώνη, Ιησουΐτες του 17ου και 18ου αιώνα περιγράφουν το Αιγαίο, Αθήνα 1989, σ. 32.

[12] Γιάννη Φιλόπουλου, Εισαγωγή στην Ελληνική Πολυφωνική Εκκλησιαστική Μουσική, Αθήνα 1990, σ. 17.

  

Πηγή

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Σε επανάληψη η εκπομπή για την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)


 

Το Σάββατο 12 Μαρτίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί σε επανάληψη από την ΕΤ1 η τρίτη εκπομπή, με την οποία κλείνει το αφιέρωμα της στην Αργολίδα, η επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου.

Το Άργος που μαζί με την Θήβα είναι οι αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, διαθέτει μια πολιτιστική κληρονομιά που ελάχιστα είναι γνωστή στο κοινό! Η ενδιαφέρουσα αυτή κληρονομιά αποτυπώνεται στα απομεινάρια του παρελθόντος, μνημεία και κατοικίες, τα οποία είναι η ίδια η ιστορία της πόλης αλλά και της Ελλάδας.

Πολίτες του Άργους δημιούργησαν την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της πόλης αλλά και ολόκληρου του Νομού Αργολίδας, μέσα από την οποία αποκαλύπτονται κορυφαίες στιγμές της ιστορίας αλλά και σημαντικά γεγονότα του ιστορικού παρασκηνίου.

 

Η δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου με τον Α. Τσάγκο στα γραφεία της Βιβλιοθήκης.

 

Η Φωτόσφαιρα ακολούθησε τις σελίδες της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης www.argolikivivliothiki.gr  και περιπλανήθηκε στην πόλη και στις εξοχές του Άργους αλλά και του Ναυπλίου.

Μια άλλη Αργολίδα αναδύεται μέσα από τις άριστα επιμελημένες σελίδες της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης που φτάνει στις οθόνες των χρηστών του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια λαμπρή ιστορία που μέχρι χθες έμοιαζε να υποχωρεί εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των επιστημόνων  ερευνητών, των φοιτητών, των μαθητών και των πολιτών που θα επιχειρήσουν να μπουν στην ιστοσελίδα. Η Φωτόσφαιρα στο οδοιπορικό της στην Αργολίδα καταγράφει την ιστορία και παρουσιάζει αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ομάδας, που με τόσο σεβασμό πέρασε την ιστορία της πόλης στο διαδίκτυο.

Την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ίδρυσαν οι Γιώργος Γιαννούσης, Τάσος Τσάγκος και Τάκης  Ουλής. Για την λειτουργία και τον συνεχή εμπλουτισμό της εργάζεται με επιμονή και μεράκι ένα επιτελείο συνεργατών, ενώ πολλοί επιστήμονες και λογοτέχνες την υποστηρίζουν με κείμενα, άρθρα και πρωτότυπες εργασίες.    Η έρευνα και η παρουσίαση της εκπομπής είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του  Χρίστου Ακρίδα και το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη.

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

Μουσικοδιδάσκαλοι – πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο (1825-1833)


Το μουσικό κενό, που προέκυπτε από την μη συστηματική διδασκαλία της Μουσικής στην πόλη του Ναυπλίου, κάλυψαν μερικώς μουσικοδιδάσκαλοι πρωτοψάλτες. Οι μουσικοί αυτοί, κατά κανόνα της Σχολής Κωνσταντινουπόλεως, μετά μικρά διδακτική θητεία επί Καποδίστρια στα Σχολεία της Αίγινας, έζησαν ως μουσικοδιδάσκαλοι και πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο, κατά τα Οθωνικά χρόνια και τελικά μετοίκησαν στην Αθήνα, όπου δίδαξαν σε πρωτεύοντα εκεί εκπαιδευτικά ιδρύματα και διηύθυναν τον εκκλησιαστικό χορό της Αγίας Ειρήνης, πρώτου καθεδρικού ναού των Αθηνών.

Δηλαδή ακολούθησαν οι μουσικοδιδάσκαλοι αυτοί την ιστορική και κοινωνική συγκυρία της Νεωτέρας Ελλάδος, κατά την οποία η Αίγινα, το Ναύπλιο και τελικά η Αθήνα απετέλεσαν κέντρα της πολιτικής, διοικητικής και κοινωνικής ζωής και έγιναν διαδοχικά πόλοι έλξεως διανοουμένων, εκπαιδευτικών, εμπόρων, στρατιωτικών, πολιτικών και άλλων ανήσυχων και φιλοπρόοδων πολιτών, οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους ακολουθούσαν τα γυρίσματα της ζωής.

Παλαιότερο πρωτοψάλτη γνωρίζομε στο Ναύπλιο τον Πασχάλη Παΐσιο και ξέρομε τόσα μόνον περί αυτού, όσα διασώζει η σημείωση του απογραφέως της γενικής απογραφής των κατοίκων Ναυπλίου (1825), όπου συμπεριλαμβάνεται με την ένδειξη: «Πασχάλης Παΐσιος μουσικός, ψάλτης του Αγίου Γεωργίου», δηλαδή του καθεδρικού ναού Ναυπλίου.

 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

 

Επί Καποδίστρια δίδασκε βυζαντινή μουσική και έψαλλε στο Ναύπλιο ο Κωνσταντίνος Κηρύκου. Ο ίδιος είχε συνεχή δραστηριότητα επί τεσσαρακονταετία σε διάφορα μέρη.  Μετά την αποχώρησή του από το Ναύπλιο έψαλλε στην Σύρο και τελικά στην Αθήνα ως αριστερός ψάλτης του καθεδρικού τότε Ναού της Αγίας Ειρήνης. Ο Κηρύκου διορίσθηκε, με διάταγμα του Όθωνος (12-24 Φεβρουαρίου 1843), διδάσκαλος της Μουσικής, βοηθός του καθηγητού Ζαφ. Ζαφειροπούλου στο Διδασκαλείο Αθηνών, μετά τον θάνατο του βοηθού διδασκάλου ιεροδιακόνου Θεοδώρου Ρεοντάκη, «αντί μισθού 70 δραχμάς κατά μήνα». Παράλληλα δίδασκε στην Ριζάρειο Σχολή, μέχρις ότου τον διδέχθη εκεί ο Άνθιμος Νικολαΐδης [1].

Την ίδια εποχή με τον Κ. Κηρύκου, δρα στο γειτονικό Άργος ως μουσικοδιδάσκαλος και πρωτοψάλτης του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους. Ο Αγαθοκλέους, γεννημένος στον Αίνο και αναθρεμμένος στην Κίο της Μικράς Ασίας είναι πολύ κατηρτισμένος μουσικός, δίδαξε και συνέγραψε «Θεωρητικόν της εκκλησιαστικής μουσικής», που εξεδόθη στην Αθήνα το 1855, δια του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου, του Φιλαδελφέως [2]. 

Τον Νοέμβριο 1832 εγκατεστάθη στο Ναύπλιο, προερχόμενος από την Αίγινα, ο σπουδαίος Ζαφείριος Απ. Ζαφειρόπουλος. Ο Ζαφειρόπουλος, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος», είχε αποφοιτήσει της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως και είχε διδάξει στο Αϊβαλί της Σμύρνης, από δε το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Εδώ διωρίσθη ο Ζαφειρόπουλος μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου, που συνέστησε ο Καποδίστριας για να περιμαζέψη τα ορφανά του πολέμου και να εξασφάλιση εκεί την μόρφωση και την αγωγή τους.

Ήταν μάλιστα παράλληλα στην Αίγινα μουσικοδιδάσκαλος, αλλ’ αυτός της ευρωπαϊκής μουσικής, ο Αθανάσιος Αβραμιάδης, ενώ ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής, διωρίσθη, από τους πρώτους μήνες του 1828 πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του πρώτου Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής, που ιδρύθη στην Αίγινα με διάταγμα του Καποδίστρια.

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη (1831) και από τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην συνέχεια μεταξύ Εφορευτικής Επιτροπής, καθηγητών και μαθητών και τα οποία τελικά οδήγησαν στο κλείσιμο του Ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος δυσαρεστημένος και έχοντας προσωπικές αφορμές υπέβαλε την παραίτησή του και προτίμησε το Ναύπλιο. Εδώ τον συναντούμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου. Από αναφορά του, της 30 Νοεμβρίου 1832, μαθαίνομε ότι ο Ζαφειρόπουλος αντιμετώπισε στο Ναύπλιο οικονομικά και πρόσθετα δυσάρεστα οικογενειακά προβλήματα. Γι’ αυτό εζήτησε αύξηση του μισθού του, αλλά προσέκρουσε στην αρνητική διάθεση των επιτρόπων του ναού, που έφθασαν μέχρι και να τον παραιτήσουν.

Επενέβησαν όμως «διάφοροι εκ των επισημοτέρων κατοίκων του Ναυπλίου με συγκεκριμένην πρότασιν: «αφού η εκκλησία αδυνατή, να διορισθή ο Ζαφειρόπουλος επίσημος κρατικός μουσικοδιδάσκαλος, πληρωνόμενος από το Κρατικόν Ταμείον». Η σωζόμενη, από 30 Δεκεμβρίου 1832, αναφορά  [3], υπογράφεται από μεγάλα γνωστά ονόματα: Ν. Πονηρόπουλος, Αθ. Σέκερης, Α. Κονδάκης, Ν. Οικονόμου, Ηλίας Ασημακόπουλος, Αναγνώστης Δηλιγιάννης, Κανέλος Καστόρχης, Πανούτσος Νοταράς, Ρήγας Παλαμήδης, Ν. Αλεξόπουλος, Σ. Σπηλιωτόπουλος κ.α.

Υπέρ του Ζαφειροπούλου συνηγόρησε με χωριστό έγγραφό του προς τον Υπουργόν ο Δαμαλών Ιωνάς, εκκλησιαστικός τότε τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους. Ο τότε Υπουργός Παιδείας, Ιακωβάκης Ρίζος – Νερουλός υιοθέτησε την πρόταση των Ναυπλιωτών και εισηγήθη να επαναδιορισθή ο Ζαφειρόπουλος «με ανάλογον μισθόν, χορηγούμενον από την Κυβέρνησιν, δημόσιος της εκκλησιαστικής μουσικής διδάσκαλος εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως, υποχρεούμενος να διδάσκη την τέχνην ταύτην αμισθί εις τους καλλιφωνοτέρους των μαθητών του ενταύθα αλληλοδιδακτικού σχολείου και άλλους όσοι έχουν έφεσιν και διάθεσιν προς το επάγγελμα τούτο, υποχρεουμένους όμως και αυτούς να συγχοροστατούν μετ’ αυτού εις την εκκλησίαν, όπου θέλει εκτελεί συγχρόνως και τα χρέη του πρωτοψάλτου. Τον δε μισθόν, τον οποίον ελάμβανεν από την εκκλησίαν να προσκληθούν παρά της Γραμματείας ταύτης οι Επίτροποι να τον δίδουν εις τον αριστερόν ψάλτην, προς αποφυγήν των κακοφωνιών και χασμωδιών, αι οποίαι χωρίς τούτου δεν θέλουν λείψει από την εκκλησίαν»[4].

Δηλαδή έπασχε τότε και το Ναύπλιο από κακή μουσική, που οφείλονταν στην μουσική αμάθεια ή ημιμάθεια των «αυτοχειροτόνητων» και εθελοντών ψαλτών, συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής εκείνης, όπως πληροφορούμεθα από περιηγητές, που περιγράφουν τελετές και εορτές σε ορθόδοξους ναούς των πόλεων και της υπαίθρου.

Τελικά η συνδυαστική πρόταση του Υπουργού Παιδείας έγινε ομόφωνα δεκτή από τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής, Ανδρέα Ζαΐμη, Ιωάννη Κωλέττη και Ανδρέα Μεταξά, που υπογράφουν με την ένδειξη: «Εγκρίνει (η Διοικητική Επιτροπή) να προσδιορισθή εις τον κύριον Ζαφείριον Ζαφειρόπουλον λόγω μισθού μουσικοδιδακτικού φοίνικες εκατόν πεντήκοντα αρ. 150 κατά μήνα». Πάντως ο μισθός αυτός συνέχιζε να είναι χαμηλός, όταν σκεφθούμε ότι τα χρόνια εκείνα ο περίφημος διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος έπαιρνε στην Αθήνα 500 γρόσια τον μήνα, ο δε μουσικοδιδάσκαλος Γεώργιος ο Λέσβιος απαιτούσε για το διδακτικό του έργο 1.200 γρόσια τον μήνα.

Στο τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου  [5] βλέπομε ότι τον επόμενο χρόνο (1834) αύξησαν τον μισθό του Ζαφειρόπουλου σε 160 δραχμές και ότι του έδωσαν γραπτές «ομολογίες», χρεωστικά δηλαδή έγγραφα, για οφειλόμενα χρήματα από καθυστερούμενους μισθούς του. Στην από 10 Ιανουαρίου 1833 κοινοποίηση του διορισμού του, ο Υπουργός καλεί τον Ζαφειρόπουλο να αναλάβη αμέσως τα καθήκοντά του και «να φροντίση εγκαίρως περί της εκλογής των μαθητών του, κοινοποιών συγχρόνως δι’ ιδιαιτέρας του προσκλήσεως τον καιρόν και τον τόπον, εις τον οποίον θέλει παραδίδει τα μαθήματα της τέχνης του».

Το Υπουργείο αισθάνθηκε τότε εντονώτερη την ανάγκη καλής μουσικής, εν όψει της τελετής – δοξολογίας της επισήμου υποδοχής του Όθωνος, στην οποία σαφώς η ψαλτική του Ζαφει­ρόπουλου συνέβαλε θετικά. Και επί πλέον ανέμενε το Υπουργείο να χρησιμεύση «η όλη περί τον Ζαφειρόπουλον μουσική κίνησις ως φυτώριον παραγωγής μουσικών».

Του έγραφε χαρακτηριστικά ο Υπουργός:

«Η Γραμματεία, πεπεισμένη περί της ικανότητός σου, δεν αμφιβάλλει, Κύριε, ότι θέλεις αναδείξη εν δέοντι μαθητάς ικανούς να διαδώσωσι και εις άλλας του βασιλείου επαρχίας την αναπόφευκτον προς την εκκλησιαστικήν ευπρέπειαν μουσικήν τέχνην, κατά το παραδεδεγμένον προ χρόνων εις την εκκλησίαν σύστημα».

Σώζεται ακόμη η ευχαριστήριος επιστολή (12 Ιανουαρίου 1833) του Ζαφειρόπουλου, με την οποία αποδέχεται το διορισμό του και βεβαιώνει για τις προθέσεις του να εργασθή εντός και εκτός του Ναού, προς διάδοση της βυζαντινής μουσικής. Γράφει μάλιστα ότι ετοίμαζε ανακοίνωση, με την οποία θα καλή τους βουλομένους να μάθουν μουσική, ζητεί χώρο διδασκαλίας και προτείνει γι’ αυτό «την κατά τον ‘Αγιον Γεώργιον οικίαν… ως χωρητικήν ούσαν και δια τούτο κατάλληλος να χρησιμεύση και ως τόπος της των μουσικών μαθημάτων παραδόσεως».

Πρόκει­ται για το λεγόμενο σε άλλα έγγραφα «το οσπήτιον», το συνεφαπτόμενο του Αγίου Γεωργίου ή αλλού «τα κελλία του Αγίου Γεωργίου» [6] «που επακουμβούν εις την αυτήν εκκλησίαν», τα οποία όμως η αμεριμνησία των υπευθύνων άφησε, τα τελευταία χρόνια, να καταρρεύσουν, ευτυχώς μό­νον η στέγη τους. Το πόσο δικαίωσε ο Ζαφειρόπουλος «τας χρηστάς ελπίδας» του υπουργού, φαίνεται από την μετέπειτα σταδιοδρομία του και την πρόοδο των μαθητών του, που ανεδείχθησαν στο Ναύ­πλιο και μετά στην Αθήνα σε μουσικολογιώτατους πρωτοψάλτες.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

  

Υποσημειώσεις

 [1] Βλέπε, Γ.Α.Κ. – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1883-1848. Πρβλ. Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ. 451.

 [2] Γ. Παπαδοπούλου, όπου ανωτέρω, σ. 444.

 [3] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 54 (Νοέμβριος 1832), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» και Φάκ. 55 (Δεκέμβριος 1832), Υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[4] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 56 (Ιανουάριος 1833), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά».

[5] Βλέπε εις Τοπ. Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Εκκλησιαστικά, Φάκ. 6 (Δημογεροντίας Ναυπλίου). Πρβλ. Τρ. Σκλαβενίτη, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1894, σ. 5.

[6] Βλέπε εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Εσωτερικών, Φάκ. 94 (την από 21 Ιουνίου 1827 αναφοράν πολιτών Ναυπλίου). Πρβλ. την από 4 Σεπτεμβρίου 1824 αναφοράν «των εν Ναυπλίω ιερέων», προς το Υπουργείον της Θρησκείας και ομοίαν από 18 Οκτωβρίου 1824 και έγγραφο του Υπουργού Ανδρούσης Ιωσήφ υπ’ αριθ. 87 της 21 Οκτωβρίου 1824, εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 6, Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» (έγγραφον 4380/9 Μαρτίου 1826). Πρβλ. Φάκ. 53 (Σεπτέμβριος 1832) και Φάκ. 50 (Ιούνιος 1832).

 

Πηγή


 

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »