Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Καραγιάννης Νίκος – Ο ποιητής της νοσταλγίας (1919-1999)                                                                                                                  


 

Πέθανε γαλήνια το πρωί της Παρασκευής (29.10.99) στο Γηροκομείο του Ναυπλίου ο ποιητής Νίκος Καραγιάννης, σε ηλικία 80 ετών, ένα γερο­ντάκι που έφερνε μαζί του το ήθος του παλαιού Αναπλιού.

Από μικρό παιδί προσελήφθη ως κλητήρας στο Εθνικό Θέατρο, όπου εμυήθη εμπειρικά στην Τέχνη. Δούλεψε εκεί περίπου 40 χρόνια και νωρίς τον κατέκτησε η Ποίηση. Εμιμείτο τους βάρδους τ’ Αναπλιού, ως naif στι­χουργός, τον Αντώνη Λεκόπουλο, τον Αλέκο Μουτζουρίδη, το Θόδωρο Κωστούρο και άλλους Ναυπλιολάτρες. Η ποίηση του στη δεκαετία του 1950-60 ήταν αξιόλογη, αυθόρμητη και νοσταλγική: Θυμόταν τους γονείς του, την παλιά πόλη, τους διευθυντές του Εθνικού Θεάτρου και τους καλλιτέχνες του.

Η θύμηση αυτή, καθώς περνούσε ο καιρός, γινόταν λυρική νοσταλγία που κατέληγε στα δάκρυα. Είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και ζητούσε επίμονα την επιδοκιμασία. Στο τέλος έφτασε στο παραλήρημα. Υπαγόρευε σε νέους αναμνήσεις και παλιές ιστορίες χωρίς ειρμό.

– Γράφω το κύκνειο άσμα μου, μου είπε προ μηνός.

– Τι ακριβώς, τον ρώτησα, κυρ Νίκο.

– «Το τέλος ενός θρύλου» μου είπε κλαίγοντας.

– Και ποιος είναι ο «θρύλος»;

– «Εγώ», μου απάντησε…

Τα πρώτα του ποιήματα είχαν στοιχεία προσωπικής τεχνικής αλλά η μίμηση τα αδυνάτιζε. Θυμάμαι την αισθαντικότητα στο ποίημα «Τα λιμά­νια» στην «Αμυμώνη» του Θ. Κωστούρου της δεκαετίας του 1950. Ήταν έ­να άρτιο ποίημα.  Τύπος γραφικός, χαρακτήρας αισθαντικός, γενναιόδωρος στην πόλη του, της οποίας δώρησε πολλά κειμήλια καλλιτεχνικά, έφυγε με το παράπονο ότι δεν τον τίμησε το Ναύπλιο, η γενέτειρα του, όσο έπρεπε.

 

Μετά την παράσταση του «Ματωμένου Γάμου»

Στην Κατίνα Παξινού (Νίκος Καραγιάννης)

Δεν είχατε το δικαίωμα, Κυρία,

ν’ αλέσετε -χρυσόσκονη- την καρδιά μας

στο νερόμυλο της μεγάλης Τέχνης σας.

Δεν είχατε δικαίωμα να παραλάβετε,

πριν απ’ την παράσταση, το κορμί μας αρτιμελές

και να το μεταβάλλετε, μετά απ’ αυτήν,

σε μια χούφτα κόκκινο χώμα!

Μαχαίρι ή φωνή σας, ράγιζε βαθειά την πέτρα.

Είστε η μεγάλη μητέρα πλέον.

Οι μητέρες της μέχρι τούδε ζωής μας.

Γιατί, και τη δικιά μου μητέρα, στη μορφή σας είδα

να στέκεται σκυμμένη στο παράθυρο,

τα βράδυα του καλοκαιριού,

να περιμένει, να περιμένει τ’ αδέρφια μου και μένα

να γυρίσουμε στο σπίτι,

κι’ απ’ τα μάτια αναβλύζει μύρο και δάκρυα.

Δεν είχατε νομίζω, Κυρία, το δικαίωμα, βλέποντας

από σήμερα άλλη παράσταση,

να αισθανόμαστε ραγισμένες πέτρες

πού αναβλύζουν δάκρυα και μύρο

και ποτίζουνε το όνομα σας!

Δε είχατε δικαίωμα να μας εμποδίσετε

να σας λούσουμε, Κυρία, με ρίγος

και να συνοδεύουμε στην αιωνιότητα

με δάκρυα και μύρο τον ίσκιο σας!

Σε τι σκληρή μοίρα ταχτήκατε

να εκμηδενίσετε με τη φωνή και τα χέρια σας,

τον οποιονδήποτε τολμήσει να παραβγεί δίπλα σας!

Παραδεχτήτε, δεν είχατε όλο το δικαίωμα, Κυρία,

-κρατώντας αόρατα μαχαίρια- ν’ αφανίζετε το σύμπαν,

προχωρώντας πιο πάνω απ’ την κορφή!

Οι κορυφές είτανε ένα ιδεατό σημείο στη ζωή

μας. Τώρα;

 

Πάνος Λιαλιάτσης, «Από τη Ναυπλιακή ποίηση», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

 

Ο Στάϊκος  Σταϊκόπουλος υπήρξε αγωνιστής του 21.Γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας το 1798. Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Από νωρίς έγινε μέλος της Φιλικής εταιρίας. Το 1821 με την έναρξη της επανάστασης σύστησε δικό του στρατιωτικό σώμα και από την Ύδρα πέρασε στο Άργος.

Αμέσως οργάνωσε την πολιορκία του Ναυπλίου και γρήγορα μετατράπηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές αυτής. Στη συνέχεια διακρίθηκε σαν επικεφαλής της πολιορκίας της Ακροκορίνθου (1823). Επίσης έλαβε μέρος στη Β’ εθνοσυνέλευση του Άστρους. Στη διάρκεια του αγώνα είχε το βαθμό του στρατηγού, ενώ μετά την άφιξη του Όθωνα έγινε αντισυνταγματάρχης. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1835. Ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Δημητρακοπούλου και είχε μια κόρη την Ζαχαρούλα.

 

 

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

 

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

 

Στάικος Σταϊκόπουλος

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Fred Boissonnas  – Ο Ελβετός που μας φωτογράφιζε


 

 
Έκθεση φωτογραφιών του Ελβετού Fred Boissonnas (1858-1946), ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με την Ελλάδα, καθώς επί 30 και πλέον χρόνια, όχι μόνον ως φωτογράφος αλλά και ως συγγραφέας, εικονογράφος και εκδότης βιβλίων με θέματα από την Ελλάδα, πρόβαλε τα γεμάτα φως τοπία, τα αρχαία μνημεία και τη ζωντανή καθημερινότητα του ελληνικού λαού. Η έκθεση πραγματοποιείται στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Ναυπλίου 2010.

 

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Λίγοι αγάπησαν την Ελλάδα όσο ο φωτογράφος Φρεντ Μπουασονά (1858-1946).  Ο ίδιος έγραφε το 1910: «Αυτός ο λαός, τόσο στις ακτές όσο και στο εσωτερικό της χώρας, ο ψαράς της Αίγινας, ο γεωργός της Αργολίδας, ο βοσκός του Χελμού ή του Παρνασσού, όλος αυτός ο κόσμος έχει τόσο σπινθηροβόλο πνεύμα, τόση καλοσύνη, τόσο πάθος για την ελευθερία, μια τέτοια λατρεία για το παρελθόν του, μια τέτοια προσήλωση στις αρχαίες συνήθειες…».

Και ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανης της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης, ο οποίος συνταξίδεψε με τον Μπουασονά στην Ελλάδα, είχε πει σε μια διάλεξη το 1931: «Στην Ελλάδα, όπου άλλοι δεν πήγαιναν παρά γυρεύοντας ερείπια, εμείς ανακαλύπταμε μια φύση κι έναν λαό».

Το κάστρο Λάρισα του Άργους - Frederic Boissonnas 1903

Με τιμώμενη χώρα την Ελβετία, το εφετινό Φεστιβάλ Ναυπλίου δεν θα μπορούσε παρά να φιλοξενήσει έκθεση φωτογραφίας του σημαντικού φιλέλληνα, με τίτλο «Φρεντ Μπουασονά, Εικόνες της Ελλάδας». Από τις 15 Ιουνίου ως τις 31 Οκτωβρίου ο Εκθεσιακός Πολιτιστικός Χώρος της Αlpha Βank θα πλημμυρίσει με καδραρισμένες στιγμές που έχουν χαθεί. Η τρυφερή ματιά του «ξένου» που αγάπησε ανυστερόβουλα τη χώρα μας, μας κάνει να εκτιμήσουμε κάθε τι που παίρνουμε ως δεδομένο στην Ελλάδα. Από την Ακρόπολη ως μια «καλημέρα» σε ένα σοκάκι των Κυκλάδων…

Το λιμάνι του Ναυπλίου - Frederic Boissonnas 1903

Ο Μπουασονά ήταν επιτυχημένος φωτογράφος προτού ακόμη ανακαλύψει την Ελλάδα. Γεννημένος στη Γενεύη, κληρονόμησε το φωτογραφικό εργαστήριο του πατέρα του το 1888 και το διηύθυνε μαζί με τον αδελφό του, Εντμόν-Βικτόρ. Οι δυο τους εφηύραν την ορθοχρωματική πλάκα, η οποία έδωσε ένα ασύγκριτα βελτιωμένο αποτέλεσμα. Το 1900, εισάγοντας τη χρήση τηλεφακού, πέτυχε την αποτύπωση του Λευκού Ορους ξεχωρίζοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας το μπλε από το άσπρο στο φάσμα του φωτός. Τρία χρόνια αργότερα ταξίδεψε στην Ελλάδα και ο ίδιος χαρακτήρισε αυτή τη συνάντηση «έρωτα με την πρώτη ματιά».

Επί 30 χρόνια, όχι μόνο ως φωτογράφος αλλά και ως συγγραφέας, εικονογράφος και εκδότης βιβλίων ελληνικής θεματολογίας, αποτέλεσε έναν από τους καλύτερους «πρεσβευτές» μας, αποκαλύπτοντας και προβάλλοντας στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο τοπία και μνημεία λουσμένα στο φως, αλλά και τη ζωηρή καθημερινότητα ενός λαού που ήξερε να διασκεδάζει ακόμη και στις δύσκολες στιγμές του.  Κωλέττη 4, Ναύπλιο, τηλ. 27520 96234.  Από 15 Ιουνίου ως 31 Οκτωβρίου 2010.

Read Full Post »

Χώρας Αθ. Γεώργιος Αρχιμανδρίτης (1934-2005)


 

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Αθ. Χώρας

Ο Γεώργιος Αθ. Χώρας γεννήθηκε στο Λυγουριό Αργολίδας στις 27 Σεπτεμβρίου 1934 όπου και διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου απ’ όπου απεφοίτησε το έτος 1952 με βαθμό «Άριστα». Από το 1953 έως το 1957 σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1957 έως το 1959 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ανθυπολοχαγός.

Στη συνέχεια διορίστηκε στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας ενώ παράλληλα υπηρέτησε επί επταετία ως καθηγητής του μαθήματος των Θρησκευτικών στο νυκτερινό παράρτημα των Γυμνασίων Αθηνών – 10ο αρένων και 9ο θηλέων. Κατά τα έτη 1963 έως 1966 αφού έλαβε από το Υπουργείο Παιδείας εκπαιδευτική άδεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Λουβαίν στο Βέλγιο και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου παρακολούθησε μαθήματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ρωμαϊκού και Εκκλησιαστικού Δικαίου και συνέγραψε 4 φροντιστηριακές μελέτες στα Γαλλικά και Γερμανικά, για τον Καρδινάλιο I.B. Pitra, τους Πατριάρχες Νικόλαο Μυστικό, Φώτιο κ.ά.

Γενικώτερα κατά τα έτη 1966 έως 1991 ο Γεώργιος Χώρας αφιερώθηκε στο Υπουργείο Παιδείας όπου έφθασε στο βαθμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Θρησκευμάτων και των Διευθύνσεων Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως και Διεθνών Εκπαιδευτικών Σχέσεων. Το έτος 1975 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό «Άριστα». Το θέμα της εναισίμου διδακτορικής διατριβής του ήταν «Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους». Κατά την περίοδο 1966 έως 1991 δημοσίευσε 15 αυτοτελείς μελέτες και μεγάλο αριθμό άρθρων σε έγκριτα περιοδικά και εφημερίδες, ενώ συμμετείχε σε συμβούλια Επιστημονικών Εταιρειών, όπως στον «Παρνασσό» και Συλλόγων («Ναύπλιος» κ.ά.).

Από το 1991 έως το 1995 φιλοξενήθηκε επτά φορές και προσέφερε υπηρεσίες στο Φανάρι, την Έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από το 1995 έως το 2002 κήρυσσε το θείο λόγο τις Κυριακές και εορτές στην Ιερά Μονή του Οσίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη Αττικής.

Στις 20 Απριλίου 2002 χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Γυθείου Χρυσόστομο και υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ιερό Ναό Τριών Ιεραρχών Μαυροβουνίου – Γυθείου. Από το 2003 υπηρέτησε ως εφημέριος στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Ψυρρή στην Αθήνα, του οποίου δημοσίευσε σύντομο ιστορικό, έως τις 4 Αυγούστου 2005, οπότε απεβίωσε λόγω μεταστατικού καρκίνου του προστάτη. Ετάφη στον οικογενειακό του τάφο στο Λυγουριό.

Καταγράφουμε κατά χρονολογική σειρά τα εξής έργα του, εκ των οποίων ορισμένα είναι αυτοτελή, ενώ άλλα αποτελούν άρθρα – συμμετοχές σε συλλογικούς Τόμους και Περιοδικά:

 

  1. «Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους» (1975)
  2. «Τα Απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού» (1976)
  3. «Κωνσταντινούπολις, η βυζαντινή και σημερινή Πόλη» (1977)
  4. «Αθανάσιος Σολιώτης [1784-1841], εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους (1986)
  5. «Σύντομη βιογραφία και τα κατά την κηδείαν της ηγουμένης της Αγίας Μονής (Αρείας) Κυπριανής Κρίγκα» (1986)
  6. «Ιστορία της Μονής Καλαμίου – Αδάμι Ναυπλίας (1988)
  7. «Πελοποννησιακά μετόχια του Παναγίου Τάφου» (1988)
  8. «Ιστορία της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου» (1991)
  9. «Ιστορία ανεγέρσεως Ναών επί Τουρκοκρατίας» (1991)
  10. «Κανών εις τον Άγιον Θεοδόσιον Άργους, τον νέον και ιαματικόν» (1992)
  11. «Η μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο από το 18ο ως τον 20ο αιώνα» (1994)
  12. «Οι ξένοι στο Ναύπλιο κατά την εθνικήν Παλιγγενεσίαν [1821-1831]» (1995)
  13. «Ειρηνική πορεία του Οικουμενικού Πατριάρχου στο Αιγαίο» (1995)
  14. «Ο Άγιος Αθανάσιος Χριστιανουπόλεως [1681-1708] στο Ναύπλιο και οι Βενετοί αξιωματούχοι» (1998)
  15. «Άγνωστο αυτοβιογραφικό στιχούργημα από Ναυπλιώτη και τα δεινοπαθήματά του στο Ναύπλιο και στο Άργος [1451]» (1998)
  16. «Το Αρχείο του Στάικου Σταϊκόπουλου, ελευθερωτή του Ναυπλίου» (2000)
  17. «Το μαρτύριον του Νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως [1655] και το εκκλησιαστικοπολιτικον πλαίσιον της εποχής του» (2000).

  

Πηγές


  • Πάνος Λιαλιάτσης, «Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934 – Αθήνα 2005)», εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. VII (2009)
  • Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, «Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27.9.1934 – 4.8.2005), εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. VII (2009)

 

Read Full Post »

19°  Μουσικό Φεστιβάλ Ναυπλίου από τις 18 έως τις 27 Ιουνίου


 

Το Μουσικό Φεστιβάλ Ναυπλίου με «άρωμα» Ελβετίας και Πολωνίας.

Αφιερωμένο στη μουσική και τους καλλιτέχνες της Ελβετίας και της Πολωνίας θα είναι φέτος το Φεστιβάλ Ναυπλίου, που από τις 18 Ιουνίου και για δέκα ημέρες, θα γεμίσει με τη μαγεία της μουσικής την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας.

 

Καλλιτέχνες του κλασικού ρεπερτορίου από όλο τον κόσμο, ανανεώνουν και φέτος το ραντεβού τους, υπό τη διεύθυνση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ, Γιάννη Βακαρέλη, που μαζί με τον Δήμο Ναυπλίου, τη διοργανώτρια εταιρεία συναυλιών Φόρμιγξ και σε συνεργασία με τις Πρεσβείες της Ελβετίας και της Πολωνίας, θα επιχειρήσουν να φέρουν το Ναύπλιο στο επίκεντρο του καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος.

Διακεκριμένοι μουσικοί και ορχήστρες, θα μας ξεναγήσουν στην μουσική της Ελβετίας το Σαββατοκύριακο 18-20 Ιουνίου, ενώ το Σαββατοκύριακο 25-27 Ιουνίου τιμώμενη χώρα θα είναι η Πολωνία, με ένα αφιέρωμα στα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Chopin.

Γιάννης Βακαρέλης,

Η έναρξη του Φεστιβάλ θα γίνει την Παρασκευή 18 Ιουνίου στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου με συναυλία του τσελίστα Lionel Cottet σε έργα Men­delssohn, Chopin, Martin και Rach­maninoff. Το Σάββατο 19 Ιουνίου ακολουθεί η περίφημη ορχήστρα Sinfonietta de Lausanne, στο Παλαμήδι, σε έργα Cimarosa, Barber, Mozart. Το Σαββατοκύριακο θα κλείσει την Κυριακή 20 Ιουνίου με την σύμπραξη του Γιάννη Βακαρέλη με το Lausanne String Qu­artet, στην Πλατεία Αγίου Γεωργί­ου, σε έργα Haydn, Mozart, Schu­mann.

Κάτια Πάσχου

Οι φίλοι του φεστιβάλ θα έχουν επίσης την ευκαιρία να απολαύσουν στο Βουλευτικό, την Τετάρτη 23 μία συναυλία των Διονύση Γραμμένου (κλαρινέτο) και Γιάννη Βακαρέλη (πιάνο) και την Πέμπτη 24 Ιουνίου το ρεσιτάλ των: Δημήτρη Καβράκου και της σοπράνο Κάτιας Πάσχου, με τον Δημήτρη Γιάκα (πιάνο) στο Βουλευτικό, σε έργα Mozart, Donizetti, Verdi, Puccini, Rossini, Durante, Kern.

Διονύσης Γραμμένος

Η αυλαία θα πέσει στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου με δύο συναυλίες του Krzysztof Jablonski (πιάνο), με έργα Chopin και Rachmaninov, την Παρα­σκευή 25 Ιουνίου και ένα ρεσιτάλ για solo πιάνο αποκλειστικά με έργα Cho­pin και το Σάββατο 26 Ιουνίου. Την Κυριακή 27 Ιουνίου ακολουθεί η συναυλία του πολυβραβευμένου Apol­lon Musagete Quartet σε έργα Beet­hoven, Chopin, Szymanowski.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ξεχωριστές είναι και οι παράλληλες εκδηλώσεις που έχει ετοιμάσει το πολιτιστικό τμήμα του Δήμου Ναυπλίου, με έκθεση φωτογραφίας του μεγάλου Ελβετού φωτογράφου Φρεντ Μπουασονά (Fred Boissonas) που συνδιοργανώνεται από την Alpha Bank, την πρεσβεία της Ελβετίας και το Ριζάρειο ίδρυμα και θα διαρκέσει ως τις 31 Οκτώβρη. Επίσης στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων στο Βουλευτικό, 19 με 27 Ιουνίου θα λειτουργήσουν εκθέσεις στα πλαίσια του έτους Σοπέν 2010, εκθέσεις που τελούν υπό την αιγίδα της Γαλλικής και της Πολωνικής πρεσβείας.

Read Full Post »

Οικονόμου Τασούλα – Αρχαιολόγος, Βυζαντινολόγος (1956-1998)


 

 

Τασούλα Οικονόμου

Η Τασούλα Οικονόμου γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1956 στις Λίμνες της Αργολίδας. Ήταν μοναχοκόρη του Δημητρίου και της Χρυσούλας Οικονόμου. Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στις Λίμνες, συνέχισε στο Γυμνάσιο του Άργους, φιλοξενούμενη στο Οικοτροφείο της Χριστιανικής Ένωσης. Το 1974, μετά από εξετάσεις, εισήχθη στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, από όπου έλαβε το πτυχίο της το 1979.

Την διετία 1989-1990 φοίτησε στο Universite de Paris I- Pantheon- Sorbonne, λαμβάνοντας το Diplome d’ Etudes Approfondies (D.E.A.) στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, με θέμα: La ceramigue des cimetieres paleochretiens d’ Argos. Συνέχισε τις σπουδές της και το 1994, έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα από το ίδιο πανεπιστήμιο, με τίτλο: Argos paleochretienne et protobyzantine με επιβλέποντα καθηγητή J.P. Sodini.

Στο  Παρίσι,  κατά  την  διάρκεια  των  σπουδών  της,  εργάστηκε  ως preparateur temporaire (εποχιακή βοηθός) στο Centre de recherché d’ histoire et civilization de Byzance του C.N.R.S. και του College de  France (1989-1992).

H Τασούλα, γνώριζε πέντε γλώσσες. Μιλούσε απταίστως τα Γερμανικά και τα Γαλλικά, λιγότερο τα Αγγλικά και τα Ιταλικά, ενώ από τους γονείς της είχε μάθει τα Αρβανίτικα. Υπήρξε τακτικό μέλος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.

Το 1981, μετά από εξετάσεις, διορίστηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Εργάστηκε στην 2η ΕΒΑ και στην 5η ΕΒΑ. Τον Ιούλιο του 1987 τοποθετήθηκε στο Γραφείο Άργους της 5ης ΕΒΑ. Διενήργησε πολλές ανασκαφές στην πόλη του Άργους αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, όπως στην Τίρυνθα, το Νέο Ηραίο (Χώνικα) και την Επίδαυρο. Συμμετείχε στην ομάδα εκπόνησης του αρχαιολογικού χάρτη του Άργους, σε συνεργασία με την Δ΄ Εφορία Κλασσικών Αρχαιοτήτων και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Για μικρό χρονικό διάστημα τοποθετήθηκε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.         ( Μάρτιος-Ιούλιος 1995).

Παντρεύτηκε τον Ισραηλινό Βυζαντινολόγο, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τελ- Αβίβ Avshalom Laniado ( Αβεσαλώμ- Άβη Λανιάντο) με τον οποίο απέκτησε τον μοναχογιό της  Δημήτρη- Δανιήλ.  Στις 17 Μαρτίου 1998, η Τασούλα πιεσμένη από διάφορες καταστάσεις που λύγισαν την ευαίσθητη ψυχή της, αυτοκτόνησε στο υπόγειο της  πατρικής της οικίας. Ήταν μόλις 42 χρόνων.

Ο Αρχαιολόγος Χρήστος Πιτερός γράφει:

« Σαν κεραυνός ακούστηκε το πρωινό της 17ης Μαρτίου 1998 ημέρα Τρίτη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου ο απροσδόκητος χαμός της φίλης και αγαπητής μας συναδέλφου Αναστασίας Οικονόμου. Κανένας δεν μπορούσε λογικά να απο­δεχθεί την τραγική πραγματικότητα.

Η Τασούλα Οικονόμου (τρίτη από αριστερά) με συναδέλφους της, στην είσοδο του Μουσείου Άργους το 1989.

Η Αναστασία καταγόταν από το χωριό Λίμνες της Αργολίδας και η ψυχή της ήταν καλή και αγέρωχη σαν τα ψηλά βουνά του χωριού της. Ήταν παιδί αγροτικής οικογένειας, όπως πολλοί από εμάς. Σπούδασε αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών από όπου απεφοίτησε το 1978. Το 1981 διορίστηκε μετά από εξετάσεις στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και από το 1987 εργαζόταν στο Άργος ως υπεύθυνη των Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Το 1993 έγινε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και είχε διαρκή επιστημονική παρουσία.

Η ενασχόληση της με το Άργος, όπως και του υπογράφοντος και άλλων συναδέλφων, μας είχε συνδέσει με βαθιά ψυχική επαφή, που έχουν συνήθως οι αρχαιολόγοι μεταξύ τους, η οποία, όταν υπάρχει, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή από μη αρχαιολόγους, διότι σχετίζεται με τη βαθύτερη ιστορική-αρχαιολογική συνείδηση της ουσίας των πραγμάτων.

Τον τελευταίο χρόνο είχε συμβεί να σκάβουμε παράλληλα στο Άργος δυο διπλανά οικόπεδα. Η σχεδόν καθημερινή επαφή, οι επιστημονικοί προβληματισμοί και η υπηρεσιακή συνεργασία μας είχε συνδέσει πιο στενά. Το ενδιαφέρον της να γίνει το συντομότερο δυνατόν το Βυζαντινό Μουσείο του Άργους στους Στρατώνες, οι επισκευές του οποίου καθυστερούν απαράδεκτα, το ενδιαφέρον της για την επιστημονική έρευνα παράλληλα με την μεγάλη της αγάπη, το μικρό Δημητρό, η συνεργασία της με το Δήμο Μιδέας για τη διοργάνωση φωτογραφικής έκθεσης των Βυζαντινών μνημείων της περιοχής φανέρωναν ότι από καιρό είχε ξεπεράσει τη συνήθη στενή και ατομική αρχαιολογική έρευνα και είχε συλλάβει τα μηνύματα του καιρού μας.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1998 μίλησε στο Άργος στην αίθουσα του «Δαναού» με θέμα: «Το Άργος από τον 5ον μέχρι τον 7ον μ.Χ. αιώνα». Ήταν ένα χρέος και μια οφειλή για την πόλη που αγαπούσε και, χωρίς κανείς να το γνωρίζει, και το κύκνειο άσμα της.

Λίγο πριν την ομιλία θυμάμαι που με παρεκάλεσε να μην την παρεξηγήσω, γιατί οι διαφάνειες (σλάιτς) που θα πρόβαλε στην ομιλία της δεν ήταν τόσο καλές – λες και δεν γνωρίζαμε τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετώπιζε.

Και στις 23 Φεβρουαρίου 1998, όταν μίλησε η πρύτανις του Πανεπιστημίου της Ευρώπης κ. Ελ. Γλύκαντζη-Αρβελέρ στο Ναύπλιο με θέμα: «Αργολίδα και Βυζάντιο», η Αναστασία την ενημέρωσε για τη νέα χρονολόγηση της βυζαντινής εκκλησίας του Μέρμπακα (Αγίας Τριάδας) στον 13ον μ. Χ. αι. Η κ. Γλύκαντζη-Αρβελέρ χάρηκε ιδιαίτερα και της παράγγειλε με τον υπογράφοντα να της στείλει αντίτυπο της εργασίας μόλις δημοσιευθεί.

Τον τελευταίο αρχαιολογικό χώρο που επισκέφθηκε για υπηρεσιακούς λόγους λίγες μόλις ημέρες πριν μας αφήσει ήταν το Παλαμήδι, όπως με πληροφόρησαν οι φύλακες, το χώρο που τόσο αγαπούσε, αλλά και οι φύλακες την αγαπούσαν.

Στο χώρο αυτό λοιπόν που αγναντεύει τον Αργολικό από ψηλά, το αγαπημένο της Άργος αλλά και το χωριό της, πρότεινα στους φύλακες του Παλαμηδιού, οι οποίοι το δέχτηκαν με την καρδιά τους, να φυτέψουμε τρεις ελιές, έτσι που κάτω από τον ίσκιο τους να δροσίζονται οι επισκέπτες του Παλαμηδιού και τρία κυπαρίσσια, τα οποία όσο θα μεγαλώνουν θα ανεβαίνουν στον ουρανό και, όταν ο άνεμος θα τα φυσάει, οι κορφές τους θα σιγοψιθυρίζουν και θα επιβεβαιώνουν ότι η αγαπημένη μας Αναστασία βρίσκεται ανάμεσα μας».

Τον Μάρτιο του 2009 ο Σύλλογος Αργείων « Ο Δαναός» οργάνωσε την παρουσίαση της έκδοσης των πρακτικών της ημερίδας που είχε πραγματοποιηθεί στις 15 Νοεμβρίου 2007 με τον χαρακτηριστικό τίτλο  “Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)”.  Την ευθύνη της έκδοσης είχαν αναλάβει η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, το Τμήμα ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και ο Δήμος Μυκηναίων. Την έκδοση επιμελήθηκαν ο Λέκτορας Ι.Δ. Βαραλής και ο Καθηγητής Γ.Α. Πίκουλας.

Στο σημείωμά τους οι δυο Επιμελητές, μεταξύ άλλων γράφουν:

Είναι καιρός τώρα που σε κάθε συνάντηση συμφοιτητών και συναδέλφων σχεδόν πάντοτε ερχόταν η συζήτηση στην Τασούλα Οικονόμου, την πρόωρη εκδημία της (17.3.1998) και το συνακόλουθο χρέος μας να τιμήσουμε τη μνήμη της. Όσοι, μάλιστα, σχετίζονταν με το προσφιλές της Άργος και τα περίχωρα του, ένιωθαν ακόμη πιο έντονο τούτο το χρέος, αφού η παρουσία, το έργο και η ζωή της εκεί κατέλιπαν ανεξίτηλες μνήμες.

Το 2008 ήταν η χρονιά που αποτελούσε έναν αξεπέραστο terminus για την εκπλήρωση αυτού του χρέους: με τη συμπλήρωση δέκα ολόκληρων χρόνων από τότε πού έφυγε από κοντά μας, δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια υπεκφυγών….   

Μετά από περίσκεψη, καταλήξαμε ότι της άρμοζε μία επιστημονική ημερίδα, πού θα άφηνε πίσω της έναν τόμο, δείγμα εσαεί μνήμης, και μάλιστα με πραγμάτωση στον τόπο της και με άμεση εμπλοκή των τοπικών αρχών και φορέων. Προφανής απώτατος στόχος η ανάδειξη του έργου της, συνάμα της προσωπικότητας της, η ήττα της λήθης, το δώρον στους δικούς της, ιδίως τον Άβη και τον λατρεμένο της Δημήτρη…. 

 

Δημοσιεύσεις  


Βιβλία

  • Argos Paléochrétienne: Contribution à l’étude du Péloponnèse Byzantin. BAR IS
    1173, Oxford 2003.

Άρθρα σε περιοδικά

 

  • H εκκλησιαστική αρχιτεκτονική τον 12ον αιώνα στην Αργολίδα. Ελλέβορος 3 (1986)153-159.
  • Lampes paléochrétiennes d’Argos. BCH 112(1988)481-502.
  • Παλαιοχριστιανικά λυχνάρια από τη Σπάρτη. ΛακΣπ 9(1988)286-300 [Ανα­κοίνωση στο Έβδομο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολο­γίας και Τέχνης, Αθήνα 1987].
  • Un sceau de Georges Akropolite trouvé à Argos. REB 55(1997)289-293.]
  • Une représentation pornographique sur un tesson d’Argos byzantine. ΔΧΑΕ 20(1998)259-260.

 

Άρθρα σε Πρακτικά Επιστημονικών Συνεδρίων

 

  • Συμβολή στην τοπογραφία της περιοχής Άνω Επιδαύρου στους μέσους χρό­νους. Στο Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Άργος 30.5-1.6.1986, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 14, Αθήνα 1989, 303-312.
  • Το Άργος κατά τη ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Α. Pariente – G. Touchais (éd.), Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et l’Argolide : topographie et urbanisme, Actes de la table ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athènes -Argos, ÉFA, Recherches Franco-Helléniques 3, Paris, Athènes, Nauplie 1998, 327-336 (σε συνεργασία με τις Α. Μπανάκα-Δημάκη και Α. Παναγιωτοπούλου).
  • Les cimetières paléochrétiens d’Argos. Στο A. Pariente – G. Touchais (éd.), Άργος και Αργολίδα…, όπ. π., Λ05-Μ6 [Ανακοίνωση στο Ενδέκατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Αθήνα 1991].
  • La céramique protomajolique d’Argos. Στο S. Gelichi (éd.), La ceramica nel mondo bizantino tra XI e XV secolo e i suoi rapporti con Γ Italia, Atti del Seminario, Certosa di Pontignano (Siena), 11-13 marzo 1991, Firenze 1993,307-316.
  • Céramique commune byzantine d’Argos. Στο G. Démians d’Archimbaud (éd.), Actes du 6e congrès international de l’Association internationale pour l’étude des céramiques médiévales méditerranéennes, Aix-en-Provence, 12-18 novembre 1995, Aix-en-Provence 1997,237-238.
  • Βυζαντινή κεραμική από το Άργος (12ος-13ος αιώνας). Στο Α’ Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδας, Πάτρα 9-12.6.1996, Αθήνα 2006, 345-348.

 

Ανακοινώσεις – Διαλέξεις


 

  • La céramique glaçurée dArgos. Διεθνές συνέδριο Recherches sur la céramique byzantine, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Αθήνα 8-10.4.1987.
  • Κεραμική του 12ον αιώνα από το Άργος. Όγδοο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Πρόγραμμα και περιλήψεις ειση­γήσεων και ανακοινώσεων, Αθήνα 1988, 75.
  • Συμβολή στην τοπογραφία της Αργολίδας στους μέσους χρόνους. Ένατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1989, 63.
  • Παλαιοχριστιανικό Άργος (5ος-7ος αι.). Δέκατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1990, 60-61.
  • Ένα εργαστήριο λαγήνων του 12ου αιώνος στο Άργος. Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 9-16.9.1990.
  • Το Άργος στους βυζαντινούς χρόνους. Δέκατο Πέμπτο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1995,53 [βλ. στον παρόντα τόμο Παράρτημα I, 205-214].
  • Η αρχιτεκτονική και ο ζωγραφικός διάκοσμος της Παλαιάς Μονής Ταλαντίου, Ε’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Άργος – Ναύπλιο 6-10.9. 1995 [βλ. στον παρόντα τόμο Παράρτημα II, 215-220].
  • Το Άργος από τον 4ο στον 7ο αιώνα. Δέκατο Έβδομο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1997,51-52.
  • Το Άργος από τον 5ο μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ. Άργος 15.2.1998, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός».

 

Κατάλοιπα

  • Η παλαιοχριστιανική κεραμική της βασιλικής του Λεχαίου (ανασκαφές καθ. Δ.I. Πάλλα).
  • Η μεσοβυζαντινή, υστεροβυζαντινή και εισηγμένη από την Ιταλία κεραμική του Άργους.

 

Πηγή


  • Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, «Μνήμη Τασούλας Οικονόμου 1998-2008», Βόλος, 2009.                                                                                                                                

 

Read Full Post »

Σχολική Ζωή στην Αργολίδα – Γιώργος Αντωνίου


 

Ένα νέο Βιβλίο – λεύκωμα με τίτλο «ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟ­ΛΙΔΑ/ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ 1880 -1980», κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και έρχεται να μας θυμίσει παλιές αγαπημένες στιγμές των μαθητικών μας χρόνων. Η νέα έκδοση είναι αποτέλεσμα πολύχρονης προσπάθειας του ερευνητή – δημοσιογράφου Γιώργου Αντωνίου, ο οποίος αναζήτησε και συνέλεξε από όλη σχεδόν την Αργολίδα εκατοντάδες παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και παλιά σχολικά έγγραφα, (η έκδοση περιέχει 600 παλιές φωτογραφίες, πάνω από εκατό έγγραφα, μαθητολόγια, μητρώα, παλαιά σχολικά βιβλία και τετράδια, Ενδεικτικά, που συγκεντρώθηκαν από 96 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού).

Μέσα από το πόνημα των 260 σελίδων, ο αναγνώστης θα θυμηθεί εικόνες από τις σχολικές αίθουσες κατά την ώρα του μαθήματος, τις σχολικές γιορτές (σκετς, απαγγελίες, παρελάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, εθνικούς χορούς), τις εκδρομές, τα σχολικά συσσίτια, τις κατασκηνώσεις, τα Κατηχητικά, τον προσκοπισμό, τις άπορες κορασίδες, τους παλιούς αγαπημένους δασκάλους και δασκάλες, καθώς και άλλες αναρίθμητες στιγμές του σχολικού βίου, που θα συνεγείρουν μνήμες και θα φέρουν εμπρός μας ξεχασμένες εικόνες του παρελθόντος. Ίσως κάπου ανάμεσα στις άπειρες φωτογραφίες αναγνωρίσουμε το σχολείο μας, τον εαυτό μας, τους παλιούς συμμαθητές και φίλους άλλων εποχών, τους παλιούς δασκάλους και δασκάλες μας…

Σε πολλές από τις εκατοντάδες φωτογραφίες, ξαναζωντανεύουν οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στην Αργολίδα, τόσο κατά την προπολεμική, όσο και κατά την μεταπολεμική περίοδο, συνθήκες που απεικονίζονται στα ρακένδυτα και ξυπόλητα παιδιά της εποχής, αλλά και στα μελαγχολικά πρόσωπά τους… Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ντοκιμαντέρ που συνοδεύει τη νέα έκδοση, αφού ο Γιώργος Αντωνίου επισκέφθηκε, κινηματογράφησε και φωτογράφισε 43 εγκαταλελειμμένα σχολεία της Αργολίδας.

Έτσι ο αναγνώστης θα ξαναμπεί νοερά στο παλιό του σχολείο, θα ξαναδεί το θρανίο του, την έδρα του δασκάλου με τη βέργα στο τραπέζι, το μαυροπίνακα, τους χάρτες και τα πορτραίτα των ηρώων να αιωρούνται ξεχασμένοι στις σχολικές αίθουσες…

Μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου – λευκώματος αναδύεται το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό πλαίσιο κάθε εποχής, ενώ τα στοιχεία που περιέχει, συνιστούν σημαντική συμβολή στην τοπική εκπαιδευτική ιστορία, χρήσιμο εργαλείο για τους μελλοντικούς ερευνητές, πηγή γνώσης για τη νέα γενιά και προσφορά στην τοπική κοινωνική μας ιστορία.

Το βιβλίο πωλείται σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Αργολίδας. 260 Σελίδες, 30,00 €, Ιούνιος  2010.

Read Full Post »

Μοσχονησιώτης Δημήτριος – Ο πρωταγωνιστής της άλωσης του Παλαμηδιού


 

[ Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης γεννήθηκε στις Κυδωνίες ( Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Στις 2 Ιουνίου 1821, οι Τούρκοι καταστρέψανε την πόλη για να εκδικηθούν τους Έλληνες που είχαν  πυρπολήσει ένα πλοίο τους ( δίκροτο) στην Ερεσό, στις 27 Μαΐου 1821. Μεταξύ αυτών που σώθηκαν από την σφαγή, ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης καθώς και ο πατέρας του Νικόλαος. Κατέφυγαν στο Ναύπλιο, όπου εντάχτηκαν στις Ελληνικές δυνάμεις. Ο Δημήτριος υπηρέτησε αρχικά υπό τις διαταγές του Οπλαρχηγού Θάνου και κατόπιν – κατά την άλωση του Παλαμηδιού – υπό τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο ως Ενωμοτάρχης. Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης μαζί με τον πατέρα του Νικόλαο, είναι εκείνοι που σχεδίασαν και υλοποίησαν- με την έγκριση του Σταϊκόπουλου- το σχέδιο της εκπόρθησης του Παλαμηδιού, την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου 1822 ].

 

Μια άγνωστη αναφορά του

Ακολουθεί το κείμενο του Δικηγόρου- Συγγραφέα Τάκη Α. Σαλκιτζόγλου. 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζεται μια αίτηση – αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη, που πρωτοστάτησε μαζί με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο κατά τις ιστορικές ώρες της άλωσης του Παλαμηδιού. Είναι γραμμένη στις 15 Μαρτίου 1825 από άτομο γραμματισμένο, που γνωρίζει καλά τα ελληνικά. Φέρει όμως την ιδιόχει­ρη υπογραφή του ίδιου του Μοσχονησιώτη, που προτάσσει μάλιστα με σεμνότητα στα χαραγμένα με έκδηλο κόπο ανορθόγραφα κολλυβογράμματα της υπογραφής του τις λέξεις «δουλουσας ταπηνως» (δούλος σας ταπεινός), ανορθόγραφο κι αυτό αλλά αυθόρμητο δείγμα της ευπείθειάς του προς τις Αρχές. Το κείμενο της αίτησης αυτής (που έρχεται πρώτη φορά στο φως της δημοσιότη­τας και παρατίθεται σε φωτοτυπία) έχει ως εξής: 

Προς την Σεβαστήν Διοίκησιν

Ο υποσημειούμενος ηγωνίσθην με όλην μου την δυνατήν προθυμίαν εις τον υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος ιερόν αγώνα, δια διάστημα τριών ήδη χρόνων, υπό διαφόρους. Κατά το 1822 μετά του μακαρίτου κυρίου Θάνου εις διάστημα 7 μηνών, χωρίς να λάβω κανένα μισθόν, εσυντρόφευσα τον ρηθέντα εξ Άργους εις τα πλοία και εγώ διέμενα πολεμών κατά των εχθρών, έως ού ούτοι κατεδιώχθησαν. Μετά ταύτα συνενώθην μετά του καπετάν Στάϊκου Σταϊκόπουλου, υπό την οδηγίαν του οποίου εδούλευσα ένδεκα μήνας, χωρίς ποτέ να λάβω ούδ ‘ οβολόν.

Ότε δε έγινε η έφοδος Παλαμηδιού, εγώ πρώτος πηδήσας ένδον του τείχους, εγώ πρώτος και μόνος εμβήκα εις όλας τας δάπιας, και αναβαίνων την κλίμακα και με τα εργαλεία ανά χείρας ήνοιγα τας θύρας και εισήρχοντο οι λοιποί (ως φαίνεται από το εσώκλειστον αποδεικτικόν και καθώς ημπορούν και όλοι όσοι τότε εις την έφοδον παρήσαν). Μετά δε την έφοδον, μ ‘ όλον ότι ο καπετάν Στάϊκος κατά την στιγμήν ενώ είμεθα πλησίον εις τα τείχη του Παλαμηδίον μου υπεσχέθη επί παρρη­σία όλων των συντρόφων εάν έμβω πρώτος να μου δίδη αμοιβήν του κινδύνου τα ίδια του τα όπλα και τας πιστόλας του, πέντε μερίδια από τα λάφυρα του Παλαμη­διού και χίλια γρόσια δώρον, μ’ όλον τούτο αφού εμβήκαμεν μέσα εις το Παλαμήδι δεν έλαβα ειμή μόνον δια τον εαυτόν μου και τους δέκα συντρόφους μου γρόσια 101 και 25.

Αλλ’ όταν του εζητούσα το δώρον μου, μού έλεγε συχνά ότι η Διοίκησις θέλει γνωρίσει τους κόπους μου και θέλει με επιβραβεύσει. Ήδη λοιπόν όπου δεν έχω άλλον πόρον πλέον τροφής, λαμβάνω το θάρρος να αναγγείλω  ταύτα εις την Σεβαστήν Διοίκησιν και να την παρακαλέσω να γνωρίση τα δίκαια μου και τους αγώνας μου και να συγκατάνευση εις το να προνοήση και δι’ εμέ πόρον τινα, δι’ ού να ημπορώ να θρέψω εμαυτόν και την οικογένειάν μου. Ομοίως να με τιμήση και με ένα ανάλογον βαθμόν αξιώματος των εκδουλεύσεων όπου έκαμα και κινδύνων όπου υπέφερα.

 Ων δ’ ευελπις επί των αιτήσεών μου, μένω ευσεβάστως

Τη 15 Μαρτίου 1825                   ο ευπειθής πατριώτης

Ναύπλιον                                 δουλουσας ταπηνως   δημητριως μωσχουνησοτης

  

Ενυπόγραφη αναφορά του Δημ. Μοσχονησιώτη

Στην οπισθία όψη της αιτήσεως υπάρχει ο αριθμός 982 και αναγράφεται το όνομα Δ. Μοσχονησιώτης με την εξής επισημείωση, γραμμένη από άλλο χέρι: «Το υπουργείον του Πολέμου να εξετάση και να αναφέρη, 19 Μαρτίου 1825, Ναύπλιον, 5135, ο προσ (ωρινός) Γεν. Γραμμ. (υπογραφή δυσανάγνωστος)». Οι αριθμοί 982 και 5135 σχετίζονται μάλλον με το πρωτόκολλο.

Η αίτηση είναι γραμμένη από εγγράμματο γραφέα, πολύ καλό γνώστη της ελλη­νικής, που απέδωσε με την πέννα του όσα θα του εξέθεσε ο ίδιος ο Μοσχονησιώτης. Ίσως μάλιστα ο γραφέας να ήταν κάποιος συμπατριώτης του, που θα είχε φοιτήσει στην περίφημη Ακαδημία των Κυδωνιών, με δασκάλους τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και τον Θεόφιλο Καΐρη, και τα σωστά ελληνικά του τον είχαν οδηγήσει, πρόσφυγα τώρα και τον ίδιο, να βγάζει το ψωμί του ως αναφορογράφος μέσα στο Ναύπλιο.

Όσο για τον ίδιο τον αγράμματο αγωνιστή, η ίδια η υπογραφή του, εκτός από τα αναπόφευκτα ορθογραφικά του λάθη, τη διακοπή της συνέχειας της γραφής σε α­προσδόκητο σημείο (στην επάνω σειρά γράφει δημη και στην κάτω -τριως), την αυτόβουλη έκφραση υποταγής (δουλουσας ταπηνως), αποπνέει τον κόπο και την προσπάθεια που φαίνεται πως κατέβαλε για να καταφέρει να την βάλει επιτέλους πάνω στο χαρτί. Η γραφή του αγνοεί την ύπαρξη των κεφαλαίων γραμμάτων και είναι καθαρά φωνητική, φέρει δηλαδή έκδηλα τα φαινόμενα του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος των Κυδωνιών, όπου το όμικρον εκτείνεται σε ου (δούλους, μωσχουνησότης). Είναι γνωστό πως οι Αϊβαλιώτες και οι Μοσχονησιώτες ήταν στην πλειοψηφία τους Μυτιληνιοί, που από τη γειτονική Λέσβο άρχισαν να εγκαθίστα­νται στις Κυδωνιές (ή Αϊβαλί) περί τα μέσα του 16ου αιώνα.

Δεν είναι γνωστή η απάντηση της Σεβαστής Διοίκησης, ούτε και διαθέτουμε άλλες πληροφορίες για την περαιτέρω τύχη του Δημ. Μοσχονησιώτη. Στις κατα­στάσεις των αγωνιστών που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στο Μητρώο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης αναφέρεται και κάποιος άλλος Μο­σχονησιώτης Δημήτριος ο οποίος αγωνίσθηκε υπό τον καπετάνιο Παντελή Ποριώ­τη, δεν είναι όμως βέβαιο αν είναι ο ίδιος ο ήρωας του Παλαμηδιού ή αν πρόκειται περί συνωνυμίας.*

Τα γεγονότα της Άλωσης του Παλαμηδιού είναι γνωστά από τους ιστοριογράφους της Επανάστασης, ιδιαίτερα από τον Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη και από τη διεξοδική μονογραφία του Πάνου Λιαλιάτση που δημοσιεύθηκε προσφάτως σε οκτώ συνέ­χειες σε ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών. Όλοι τονίζουν την αποφασιστική συμβολή του Αϊβαλιώτη αγωνιστή Δημητρίου Μοσχονησιώτη, ο οποίος προθυ­μοποιήθηκε να ανέβει πρώτος στα τείχη, υπερπήδησε τις επάλξεις, όρμησε πρώ­τος και μόνος μέσα στο κάστρο και με το θάρρος και την άφοβη παλικαριά του εξουδετέρωσε την τουρκική φρουρά. Αμέσως έδωσε το σύνθημα στους Έλληνες που ακολουθούσαν για να εφορμήσουν κι αυτοί και να ολοκληρώσουν την άλωση του Παλαμηδιού.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης είχε συλλάβει την προηγούμενη νύχτα δυο Αλβα­νούς και μια γυναίκα, που είχαν βγει από το Παλαμήδι και μάζευαν χόρτα έξω από το κάστρο. Τους οδήγησε αμέσως στο Στ. Σταϊκόπουλο, στον οποίον αυτοί αποκά­λυψαν ότι οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν αποχωρήσει από το φρούριο, εξουθενωμέ­νοι από την πολιορκία και την έλλειψη τροφής.

« Ο Α. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια» γράφει ο Πάνος Λιαλιάτσης «παρακίνησε τον Σταϊκόπουλο να πάρει την απόφαση για το ρε­σάλτο. Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα τα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να κατα­λάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δυο Αρβανίτες… Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αφρούρητο αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη».

Όταν έφτασε η ώρα του ρεσάλτου ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, πατώντας σε μια σκάλα που είχαν κουβαλήσει οι πολιορκητές, έκανε το σταυρό του και πήδηξε μέσα στη ντάπια, άρπαξε αιφνιδιαστικά τον Τούρκο φρουρό, τον αδρανοποίησε, μάζεψε όλα τα όπλα που υπήρχαν μέσα στο φυλάκιο και κάλεσε τα άλλα παλικάρια που περίμεναν από κάτω να ανέβουν κι’ αυτά γρήγορα στο τείχος. Αφού ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Γιουρούς ντάπιας, κουβάλησαν τη σκάλα στη διπλανή Καρά ντάπια, όπου πάλι ο Μοσχονησιώτης με τον ίδιο τρόπο πήδηξε πρώτος μέσα από τα τείχη και πάλι με τον ίδιο τρόπο την κυρίευσε, ειδοποιώντας τους Έλληνες να ορμή­σουν μέσα. Σε λίγο όλες οι ντάπιες κυριεύθηκαν και το άπαρτο Παλαμήδι έπεσε. Ήταν ξημερώματα της 30 Νοεμβρίου 1822. Η απελευθέρωση και του Ναυπλίου ήταν πια εύκολη υπόθεση.

Πέρασαν δυόμιση σχεδόν χρόνια. Το Έθνος αγωνιζόταν να ολοκληρώσει κι’ αυτό την απελευθέρωση του, που ήταν υπόθεση ολοκλήρου του ελληνισμού. Στις τάξεις των αγωνιστών δεν έσπευσαν να καταταγούν μόνο Ελλαδίτες (Μωραΐτες, Ρουμε­λιώτες, Σουλιώτες, Αιγαιοπελαγίτες κ.α.) αλλά και Έλληνες του Μείζονος Ελληνι­σμού, της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Κύπρου, ακόμα και Μανιάτες της Κορσικής.

Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που καταγόταν από το Αϊβαλί, τις ελληνικότατες Κυδωνιές της Μικράς Ασίας. Σίγουρα θα ήρθε μετά την ολοκληρωτική καταστροφή και την πυρπόληση της πατρίδας του από τους Τούρκους που έγινε στις 3 Ιουνίου 1821. Τότε που ολόκληρος ο ελληνικός πληθυ­σμός των Κυδωνιών σφαζόμενος, διωκόμενος και όχι απλώς «συνωστιζόμενος» (κατά μία μοντέρνα έκφραση) έτρεχε να σωθεί και να προλάβει να μπει στα καράβια του Τομπάζη και του Μιαούλη, που τον οδήγησαν στα Ψαρά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Αμέτρητοι ήταν όσοι έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα, ενώ περισσό­τεροι από 30.000 ήταν οι Κυδωνιάτες και Μοσχονήσιοι πρόσφυγες που έφτασαν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η πατρίδα τους ερημώθηκε και έμεινε για αρκετά χρόνια ακατοίκητη. Όσοι γλίτωσαν τη σφαγή έβλεπαν από τα καράβια μια ολόκλη­ρη πόλη, την πόλη τους, να πυρπολείται και τα σπίτια τους, τα σχολεία και τις εκ­κλησίες τους να καπνίζουν σε ερείπια.

Από τους Αϊβαλιώτες που έφτασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, κατατάχθηκαν στα επαναστατικά στρατιωτικά σώματα αλλά και στον τακτικό στρατό. Ο αριθμός των αγωνιστών από τις Κυδωνιές δεν έχει υπολο­γισθεί με ακρίβεια, είναι βέβαιο όμως ότι ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες. Από σχετική έρευνα στα Μητρώα Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, τα Γενικά Αρ­χεία του Κράτους (Αρχείο Αγώνος, Συλλογή Βλαχογιάννη), τα Αρχεία της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας και από άλλες πηγές προβάλλουν τα ονόματα σω­ρείας Αϊβαλιωτών αγωνιστών.

Αναφέρουμε εδώ μερικούς, όπως οι πέντε ηρωικοί αδελφοί Πίσσα (Αθανάσιος, Δημήτριος, Ευστράτιος, Νικόλαος και Παναγιώτης από τους οποίου οι δυο τελευταίοι πρόσφεραν την ίδια τη ζωή τους στον Αγώνα)**, οι Άγγελος Ζωντανός και Μανουήλ Αμμανίτης που έπεσαν ηρωικά στη μάχη του Πέτα, ο Χατζη-Αποστόλης ο οποίος οδηγούσε δικό του σώμα από 80 Αϊβαλιώτες που εμάχοντο υπό τον Γιατράκο, ο Δημ. Καπαντάρος που επικεφαλής 300 συμπα­τριωτών του πολέμησε στο Άργος τον Δράμαλη, οι Γεώργιος Σεϊταρής, Γεώργιος Γεωργίτσας, ο Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, που επικεφαλής σώματος 50 συμπατριω­τών του έλαβε μέρος στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς***, οι Στρατής Αϊβαλώτης – Λαχανάς, Γαβριήλ Αμμανίτης, Στυλιανός Γονατάς (πρόγονος του ο­μώνυμου στρατηγού της Επανάστασης του 1922), και Δημ. Σαλτέλης, ο Ιωάννης Σαλτέλης που βρήκε ένδοξο τέλος στα Ψαρά, ανατινάζοντας την πυριτιδαποθήκη και παρασύροντας στο θάνατο μαζί με τους συμπολεμιστές του και πολλούς Τούρ­κους, ο Νικόλαος Σκορδομπέκης, ο Δημήτριος Τζίτζιρας, που σκοτώθηκε εφορμώ­ντας και αυτός πρώτος στην πολιορκουμένη Ακρόπολη των Αθηνών, οι 100 Αϊβαλιώτες που ανήκαν στο σώμα του Κριεζώτη και υπεράσπιζαν την Ακρόπολη των Αθηνών από τον Κιουταχή, και τόσοι άλλοι που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να αναφέρει κανείς τα ονόματα και τη δράση τους.

Όλοι αυτοί (οι Κυδωνιάτες) πολέμησαν στον τακτικό στρατό ή σε ομάδες συ­μπατριωτών τους (μπουλούκια), συνήθως υπό την αρχηγία ενός συμπατριώτη τους, αλλά υπό την γενική ηγεσία στρατηγών όπως οι Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Χα­τζηχρήστος, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Ιωάννης Νοταράς, Καραϊσκάκης, Μακρυ­γιάννης, Ιω. Γκούρας κ.α.

Ανάμεσα στους ανώνυμους αυτούς αγωνιστές ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που θα είχε ασφαλώς λάβει μέρος σε αρκετές μάχες, αφού κατά την άλωση του Παλαμηδιού αριθμούσε ήδη 18 μήνες στον ιερό Αγώνα, από την αρχή δηλαδή της Επανάστασης μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 1822.

Όλοι αυτοί δεν αγωνίζονταν μόνο για την Ελλάδα. Αγωνίζονταν παράλληλα και για την επιβίωση των μελών των οικογενειών τους, που περιφέρονταν στη μητέρα πατρίδα ανέστιοι και πένητες, ρακένδυτοι και μονοσάνδαλοι, και έφτα­σαν στο σημείο ακόμα και να επαιτούν, όπως η παλιά αρχόντισσα των Κυδωνιών Πανωραία Χατζηκώστα, που κατάντησε να την αποκαλούν στο Ναύπλιο Ψωροκώσταινα. Ούτε περιουσίες ή χωράφια είχαν στην Ελλάδα, ούτε σπίτια (πολλοί κατοικούσαν σε σπηλιές), ούτε συγγενείς για να τους συμπαρασταθούν. Η αιώνια μοίρα των προσφύγων.

Από την ανάγνωση του κειμένου της αιτήσεως του ηρωικού παλικαριού από τις Κυδωνιές, μπορεί κανείς να κάνει μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και να ο­δηγηθεί σε κάποιες σκέψεις. Κατ’ αρχάς η αίτηση ομιλεί περί «εσωκλείστου αποδει­κτικού», από το οποίο προκύπτει η αλήθεια των περιστατικών της άλωσης του κά­στρου και περί επιβεβαιωτικής μαρτυρίας όσων παρευρέθησαν την ιστορική εκείνη στιγμή κάτω από τα τείχη του Παλαμηδιού.

Το αποδεικτικό αυτό έγγραφο υπάρχει σε επίσημο αντίγραφο, υπογράφεται από τον Γενικό Αστυνόμο Ναυπλίου και φυλάσσεται κι’ αυτό στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόκειται περί πιστοποιητικού που υπέγραψαν ο καπετάνιος του Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο αδελφός του Αθανάσιος Σταϊκόπουλος και δημοσιεύεται κι αυ­τό σήμερα.

Το κείμενο του έχει ως εξής:

Τη 3 Φεβρουαρίου 1823 εν Ναυπλίω

Ο το παρόν επιφέρων Μήτρος Μοσχονησιώτης Νικολάου Κυδωνιάτης εις την του Παλαμηδιού έφοδον επήδησεν πρώτος αυτός με μεγάλην ηρωικήν ανδρείαν τα τείχη, και πρώτος αυτός επήδησεν εις τας τάπιας, και εις παντοτινήν ένδειξιν της αρετής του, του εδώσαμεν το παρόν ενυπόγραφον, όπου παρρησιάζοντάς το εις την πατρίδα να λάβη τους καρπούς αναλόγως των αγώνων του, και υποσημειούμεθα

Στάικος Σταϊκόπουλος

Αθανάσιος Σταϊκόπουλος

Ότι ίσον απαράλλακτον του πρωτοτύπου τη 4 Ιουλίου 1824,

Ναύπλιον ο Γενικός Αστυνόμος Ναυπλίου (Τ.Σ.) Ν. Ευαγγελίδης

Το πιστοποιητικό έγγραφο που βεβαιώνει το ανδραγάθημα του Δημ. Μοσχονησιώτη.

Μετά και από αυτό, οι ισχυρισμοί του Μοσχονησιώτη αποδεικνύονται βάσιμοι, αφού προκύπτει ότι αυτός αναρριχήθηκε όχι μόνο στις δυο πρώτες ντάπιες αλλά και στις υπόλοιπες, γεγονός που ανεβάζει ακόμα περισσότερο το δείκτη του ηρω­ισμού του.

Δεύτερο περιστατικό που επικαλείται ο Αϊβαλιώτης αγωνιστής είναι η δελεαστική προσφορά του Στ. Σταϊκόπουλου, που του έταξε όχι μόνο πενταπλάσια λάφυρα από όσα κανονικά θα εδικαιούτο, όχι μόνο το σημαντικό ποσό των χιλίων γροσίων, αλλά και τα ίδια τα άρματα του και τις πιστόλες του. Όλα αυτά τα υπεσχέθη ο καπετάνιος τη δραματική και κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Μοσχονησιώτης αποφάσιζε να εφορμή­σει επάνω στα τείχη, πρώτος και μόνος αυτός, παίζοντας τη ζωή του «κορώνα-γράμματα».

Όλοι ξέρουμε πόσο ιερά ήταν για τους αγωνιστές του 21 τα όπλα και οι πιστό­λες τους, τα οποία δεν διανοούνταν ποτέ να τα αποχωριστούν. Αυτά ήταν το καμάρι τους και η απόδειξη της λεβεντιάς τους. Συνήθως ο καλά οπλισμένος αγωνιστής, ό­πως θα ήταν ένας καπετάνιος σαν τον Σταϊκόπουλο, που οδηγούσε πάνω από 300 άνδρες στις πολεμικές επιχειρήσεις, έφερε στη ζώνη ένα ζευγάρι πιστόλες, ένα γιατα­γάνι (παραξιφίδα) και πολλές φορές και μία σπάθη. Είχε ακόμη και μία ή δύο παλά­σκες. Όλα αυτά τα άρματα ήταν πολλές φορές ασημοκέντητα και μαλαμοστόλιστα, και είχαν συχνά κερδηθεί στο πεδίο της μάχης με ανδραγαθίες. Ο Σταϊκόπουλος υπο­σχέθηκε να τα προσφέρει ως «γέρας αΐδιον» στον παράτολμο Μικρασιάτη, αναγνωρί­ζοντας εκ προοιμίου το μέγεθος του κινδύνου που αναλάμβανε.

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο εκάλυπταν τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες οι αγωνιστές του 21. Τα άτακτα σώματα των επαναστατών σχηματίζονταν γύρω από ένα καπετάνιο εγνωσμένης ικανότητος και πολεμικής ανδρείας, που περιστοιχιζόταν από ένα ρευστό αριθμό στρατιωτών, οι οποίοι τον αναγνώριζαν για αρχηγό τους και τον ακολουθούσαν. Τα έξοδα της καθη­μερινής διαβίωσης τους, τη μισθοδοσία και το λιτότατο σιτηρέσιο, τα έδινε ο ίδιος ο καπετάνιος, που τα εισέπραττε από την κυβέρνηση, σε όχι τακτικά διαστήματα και μετά από πολύμηνες καθυστερήσεις. Οι ίδιοι οι αγωνιστές ήταν υποχρεωμένοι να έχουν και να συντηρούν τον ιματισμό τους, τα τσαρούχια τους και τα όπλα τους.

Τις περισσότερες φορές όμως η κυβέρνηση αδυνατούσε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Το μηνιαίο μισθό των στρατιωτών, που ανερχόταν σε 10 συνήθως γρόσια, αναγκάζονταν τότε οι καπεταναίοι να τον αντλούν φορολογώντας αυθαιρέ­τως τις κοινότητες, προκαλώντας έτσι συχνά τις αντιδράσεις των χωρικών, όπως συνέβη στην Αττική, όταν φρούραρχος των Αθηνών ήταν ο Γκούρας. Τα λάφυρα από τις μάχες και τις εκπορθήσεις των κάστρων ήταν μια οικονομική ανάσα για τους κακοπληρωμένους και στερημένους αγωνιστές. Μετά τη νικηφόρα μάχη ο κα­πετάνιος έπαιρνε ένα μεγάλο μερίδιο (κάποτε τα μισά από τα λάφυρα), υποχρεωνό­ταν όμως με αυτά να καλύπτει διάφορες ανάγκες του στρατεύματος του. Τα υπόλοι­πα τα μοίραζε στους άνδρες του ανάλογα με το βαθμό τους και την προσφορά τους.

Η φερεγγυότητα του καπετάνιου ως προς την τήρηση των υποχρεώσεων του αυ­τών ήταν ουσιώδης λόγος για τη βιωσιμότητα του στρατιωτικού του σχηματισμού. Καπετάνιος που δεν εξασφάλιζε τη μισθοδοσία και δεν φρόντιζε τις ανάγκες των αν­δρών του, έβλεπε το ασκέρι του να φυλλορροεί και τα παλικάρια του να του φεύγουν για να ενταχθούν στα σώματα άλλων αρχηγών. Άλλωστε η έννοια της πειθαρχίας ήταν σχεδόν άγνωστη στα επαναστατικά στρατεύματα και η εγκατάλειψη ενός στρα­τιωτικού σχηματισμού δεν εθεωρείτο λιποταξία. Κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα στον τακτικό στρατό που δημιούργησε ο Δημ. Υψηλάντης στην Καλαμάτα από τις αρχές της Επανάστασης, με πρώτο διοικητή τον φιλέλληνα Μπαλέστρα.

Μετά από αυτά η πικρία του Μοσχονησιώτη για την παραγνώριση του ήταν δικαιο­λογημένη. Όχι μόνο δεν είχε πάρει τα λίγα γρόσια που έπρεπε να του δώσει ο άλλος καπετάνιος για τους 7 μήνες που είχε προηγουμένως αγωνιστεί με το ασκέρι του, αλλά και ο επόμενος καπετάνιος του, ο Σταϊκόπουλος, δεν του έδωσε ποτέ «ουδ’ οβολόν» για τους 11 μήνες που διατέλεσε υπαξιωματικός του. Συνάγουμε δε ότι ήταν υπαξιωματικός, διότι αναφέρει ότι αυτός και οι δέκα σύντροφοι του δεν εισέ­πραξαν από τα λάφυρα παρά μόνον 100 γρόσια (αν διαβάζουμε καλά το δυσανά­γνωστο αριθμό αυτό).

Οι δέκα αγωνιστές αποτελούσαν μια μάγκα (ενωμοτία) και ο επικεφαλής τους, ο μάγκατζης, ήταν ο Δημ. Μοσχονησιώτης, Όσο για τα υπόλοιπα που ο Σταϊκόπουλος γενναιόδωρα του είχε τάξει, φαίνεται, αν πιστέψουμε τον Μοσχονησιώτη, ότι αυτός ανέβαλε διαρκώς να εκπληρώσει τα υπεσχημένα και τον παρέπεμπε στην κυβέρνηση (τη Σεβαστή Διοίκηση), η οποία εκώφευε από τότε, όπως συχνά κωφεύει μέχρι σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις.

Απευθυνόμενος προς τη Σεβαστή Διοίκηση ο Μοσχονησιώτης, μετά την αποτυ­χία των διαβημάτων του προς τον Σταϊκόπουλο, δεν ζητάει παρά αορίστως κάποιο πόρο για να θρέψει τον εαυτό του και την οικογένεια του, η οποία Κύριος οίδε υπό ποίας συνθήκας θα ζούσε, ίσως μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Τολμά μάλιστα να ζητάει και κάποιο βαθμό, που φαίνεται ότι μέχρι τότε οι αρμόδιοι του Υπουργείου Πολέ­μου της Επανάστασης είχαν ξεχάσει να του απονείμουν.

Η παράλειψη αυτή νομίζουμε ότι είναι σοβαρότερη. Οι βαθμοί απενέμοντο τότε αφειδώς και χωρίς να αντιπροσωπεύουν πάντα την αξία και την προσφορά του προαγόμενου. Κριτήριο της προαγωγής του αγωνιστή δεν ήταν πάντοτε η αγωνιστική του δράση. Ήταν συχνά οι φιλικές σχέσεις του με τους στρατηγούς και τους αρμόδιους του Υπουργείου Πολέμου, οι πολιτικές και τοπικιστικές συμ­μαχίες, και βεβαίως η καταγωγή του από κάποια γνωστή οικογένεια κοτζαμπάσηδων ή πολεμαρχών.

Ο ατυχής Μοσχονησιώτης δεν θα είχε στο Ναύπλιο στηρίγματα πολιτικά ή στρατιωτικά, σαν πρόσφυγας και ετερόχθονας που ήταν, και φυσικό ήταν να τον αγνοούν στις αλλεπάλληλες και γενναιόδωρες προαγωγές στις οποίες αθρόως προ­έβαινε το Υπουργείο Πολέμου, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα σχετικά έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Χαρακτηριστικό της ευκολίας με την οποία απεδίδοντο οι βαθμοί είναι ότι, όταν ο Καποδίστριας επιθεώρησε τον τακτικό στρατό στα Μέθανα και παρατήρη­σε έκπληκτος ότι ο αριθμός των αξιωματικών του τακτικού στρατού ήταν πολύ μεγαλύτερος από τους απλούς στρατιώτες, ο Φαβιέρος του απάντησε, και δικαί­ως, ότι «οι προαγωγές ήταν οι μόνες αμοιβές για τις εκδουλεύσεις των στρατιωτι­κών προς την πατρίδα, αφού τον περισσότερον καιρόν υπηρετούν αμισθί και χωρίς μάλιστα να καταπιέζουν τους αμάχους για να πορισθούν τροφές, χρήματα κ.λ.π.».****

Αν αυτά παρετηρούντο στον τακτικό στρατό που διοικούσε ο Φαβιέρος, στα άτακτα σώματα των καπεταναίων και των οπλαρχηγών η απονομή των βαθμών δεν ήταν πάντοτε υπόδειγμα αμεροληψίας.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής παρατηρεί τα εξής: «Τα διπλώματα κατ’ εκείνην την εποχήν εδόθησαν με τόσην αφθονίαν χωρίς τινός διακρίσεως, ώστε κατήντησε το έθνος να έχη υπέρ τας 12 χιλιάδας αξιωματικούς, εκ των οποίων πολλοί προεβιβάσθησαν εις βαθμούς στρατηγίας, αντιστρατηγίας, χιλιαρχίας, υποχιλιαρχίας μέχρι εικοσιπενταρχίας, χωρίς ποτέ να ρίψωσιν ουδέ καν ένα τουφέκι εις τας κατ’ εχθρών γενομένας μάχας».

Για τις αθρόες απονομές βαθμών ευθύνονται βεβαίως ο φατριασμός, ο παραγοντισμός και οι τοπικιστικές προτιμήσεις, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά ο Μάρκος Μπότσαρης όταν, την παραμονή της μάχης στο Κεφαλόβρυσο της Ευρυτανίας, όπου σκοτώθηκε ηρωικά μαχόμενος, έσχισε επιδεικτικά το δίπλωμα του στρατηγού. Χαρα­κτηριστικό της κατάχρησης απονομής βαθμών είναι ότι μόνο τα ονόματα των Μανια­τών στρατηγών και αντιστράτηγων ξεπερνούσαν συνολικά τους σαράντα! Φυσικό ήταν λοιπόν να αισθάνεται πικρία και παραγκωνισμό ο ήρωας του Παλαμηδιού.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που ήρθε από το κατεστραμμένο Αϊβαλί να αγωνι­στεί για την Ελλάδα, μάταια περίμενε δυόμιση χρόνια, από τον καπετάνιο του πρώ­τα κι’ από την επαναστατική κυβέρνηση ύστερα, να αναγνωρίσουν (να «γνωρίσουν» όπως γράφει η αναφορά του) το ηρωικό του τόλμημα, να τηρήσουν τουλάχιστον τα υπεσχημένα. Μετά από την αίτηση – αναφορά που υπέβαλε στις 15 Μαρτίου 1825 τα αβέβαια ίχνη του χάνονται.

Το Ναύπλιο που αναπνέει την ελευθερία του εδώ και σχεδόν δυο αιώνες μετά την άλωση του Παλαμηδιού, ετίμησε δικαίως, τον Στάικο Σταϊκόπουλο με το άγαλ­μα που του έστησε στην ομώνυμη πλατεία του.

Δεν ξέχασε όμως ούτε τον Δημήτριο Μοσχονησιώτη, στον οποίο έχει αφιερώσει μια οδό στο όνομα του, ενώ μια εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα επάνω στο Παλα­μήδι, παρά το σφάλμα του μικρού του ονόματος (τον αποκαλεί Νικόλαο αντί Δημή­τριο) θα υπενθυμίζει πάντα το ηρωικό κατόρθωμα του παλικαριού από τις Κυδωνι­ές της Μικράς Ασίας.

  

Υποσημειώσεις


 

* Οι συνωνυμίες είναι πολλές στις καταστάσεις των Μικρασιατών αγωνιστών. Τούτο διότι πολλοί απεκαλούντο με επίθετο πατριδωνυμικό που εξελισσόταν σε επώνυμο. Έτσι απαν­τάται συχνότατα το επίθετο Αϊβαλιώτης ή Κυδωνιάτης, Σμυρναίος, Περγάμαλης, Κουσαντιανός (από το Κουσάντασι), Τραπεζανλής (από την Τραπεζούντα) κ.λ.π. Με το επίθετο Μοσχονησιώτης υπάρχουν αρκετοί αγωνιστές, που το επίθετο τους μαρτυρεί το γεγονός ότι ήλθαν στην επαναστατημένη Ελλάδα από τα Μοσχονήσια, συστάδα μικρών νήσων που βρίσκονταν μπροστά από το λιμάνι των Κυδωνιών (αρχαία Εκατόννησος). Με το μικρό όμως όνομα Δημήτριος και με επίθετο Μοσχονησιότης ο γράφων μόνο δύο αγωνιστές κατόρθωσε να εντοπίσει.

** Από τους πέντε αδελφούς Πίσσα οι Νικόλαος και Παναγιώτης έπεσαν μαχόμενοι, ο μεν Νικόλαος αγωνιζόμενος κατά του Δράμαλη στα 1822, ο δε Παναγιώτης στην εκστρατεία της Καρύστου το 1826. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ηρωικό εγχείρημα διάσπασης της πο­λιορκίας και ανεφοδιασμού με πυρομαχικά των πολιορκουμένων στην Ακρόπολη των Α­θηνών στις 30/11/1826 ο επικεφαλής του ενός από τα τρία τάγματα Αϊβαλιώτης Ευστρά­τιος Πίσσας είχε συμπεριλάβει και τους δύο άλλους μόνους επιζώντας αδελφούς του, τον Αθανάσιο και τον Δημήτριο στη δύναμη του τάγματος του. Ο Φαβιέρος έκπληκτος τον κάλεσε να εξαιρέσει έναν, τον μικρότερο. «Πρέπει», του είπε, «τουλάχιστον αυτός, να μη μετάσχει στο παρακινδυνευμένο τόλμημα, ώστε να μείνει κάποιος γιος για να περιθάλπει τους γέροντες γονείς σας». Κανένας όμως δεν δέχθηκε να αποχωρήσει! (Παρασκευαΐδη Φ ι λ. Επικήδειος εις τον Ευστράτιον Πίσσαν, Εφημ. Ακρόπολις της 3/1/1885).

*** Επέδειξε τέτοια αγριότητα κατά των Τούρκων στην άλωση της πόλης αυτής, ώστε περιέπε­σε στη δυσμένεια του Δημ. Υψηλάντη (Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου, λήμμα Αϊβαλιώτης Κων/ νος).   

**** Β υ ζ ά ν τ ι ο ς Χ p., ο.π., σελ. 155 . – Δείγμα της κατάστασης αυτής μας δίνει και ο τότε ταγματάρχης του τακτικού στρατού Ευστρ. Πίσσας «Μετά την εις Μέθανα άφιξίν μας ….ήσχολήθην κατά χρέος εις την κατάλληλον τοποθέτησιν των διαφόρων λόχων , την εξάσκησιν αυτών δις της ημέρας και εις διατήρησιν της αυστηροτέρας πειθαρχίας, καίτοι μη λαμβανό­ντων των στρατιωτών ούτε μισθούς, ούτε σιτηρέσιον, ειμή μόνον ξηρόν άρτον». Πίσσα Ευστρατίου., Απομνημονεύματα, (στα Άπαντα των Γ.Α.Κ., τόμ. 14-15 του Διαμαντή Κωνστ., Αθήναι 1992, σελ. 272).

  

Τάκης Α. Σαλκιτζόγλου

Δικηγόρος – Συγγραφέας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »