Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ο σιδηρόδρομος στην Αργολίδα 1882 – 1900


 

Πριν από ένα σχεδόν αιώνα στην Ελλάδα ξεκί­νησε το μεγάλο εγχείρημα του σιδηροδρόμου. Ήταν τότε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος η σοβαρότερη επενδυτική απόφαση. Οι συζητήσεις που έγιναν για την κατασκευή της γραμμής ΑθηνώνΆργους Ναυπλίου, όπως και οι αποφάσεις που τελικά πάρθηκαν πριν 100 χρόνια [το άρθρο είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Απόπειρα», το χειμώνα του 1994], ίσως είναι και οι μόνες που ασχολήθηκαν σοβαρά με το συγκοινωνιακό ζήτημα και χαρακτηρίζουν τη σιδηροδρομική γραμμή μέχρι σήμερα.

Η επιλογή, το 1882, της μετρικής γραμμής (πλάτος 1,00 μ.) με το χαρακτηρισμό «γραμμή τοπικού χαρακτήρα» για το δίκτυο της Πελοποννήσου, αντί της διεθνούς γραμμής (πλάτος 1,43 μ.), καθορίζει μέχρι σήμερα το σιδηροδρομικό δίκτυο. Η μετρική γραμμή επιλέχθηκε για λόγους οικο­νομικής στενότητας του κράτους. Ήταν περισσό­τερο συμφέρουσα, επειδή σήμαινε λιγότερες απαλλοτριώσεις, λιγότερη ξυλεία για τα υποστηρίγματα, μικρότερες καμπύλες και ελάχιστα αναγκαία τούνελ. Στη Βουλή ο Χ. Τρικούπης, επιχειρηματολογώ­ντας για την επιλογή αυτής της γραμμής (μετρική αντί διεθνής), ανέφερε ότι οι τοπικοί σιδηρόδρομοι θα γίνουν τότε μόνο διεθνείς, όταν οι περιστάσεις καταστούν ευνοϊκότερες, όταν η συγκοινωνία αυξηθεί, όταν η ανάπτυξη της χώρας το επιτρέψει. Εκατό χρόνια αργότερα, και στηριζόμαστε ακόμα στις προτάσεις που υλοποίησε ο Χ. Τρικούπης και στα όνειρα που είχε τότε για το σιδηρόδρομο.

 

Πληθυσμιακά και συγκοινωνιακά στοιχεία της «περιο­χής» Άργους -Ναυπλίου κατά την περίοδο 1880 – 1890

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το έργο του σιδηροδρόμου, σαν έργο ζωής, οικονομικής ανάπτυξης και ενοποίησης της γεωργικής Ελλά­δας αναφέρουμε τον πληθυσμό και τα υπάρχοντα συγκοινωνιακά μέσα στις αρχές του 1880 στην Αργολίδα.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1879[1]:

Επαρχία Ναυπλίας 16.019 κάτοικοι. Δήμος Ναυπλιέων 9.045 κάτοικοι. Ναύπλιο 4.598. Πρόνοια 1.757

Επαρχία Άργους 24.284 κάτοικοι. Δήμος Αργείων 11.793 κάτοικοι. Άργος 9.861.

Απογραφή 1889[2]: Δήμος Ναυπλιέων 10.879 κάτοικοι. Ναύπλιο 5.459 κάτοικοι. Πρόνοια 1.694.  Άργος 9.814. Δήμος Αργείων 12.057 κάτοικοι.

Στις αρχές του 1880, όπως γράφει ο Α. Μηλιαράκης στο βιβλίο «Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», υπήρχαν οι εξής αμαξιτοί δρόμοι: α) Κόρινθος – Άργος – Τρίπολη. Η μόνη αμαξιτός που συγκοινωνεί μετά της λοιπής Ελλάδας. β) Οδός Άργους – Ναυπλίου γ) Οδός   Άργους – Χαρβατίου, χάριν των αρχαιοτήτων Μυκηνών, και Ναυπλίου – Χαρβα­τίου βατή, διασχίζουσα την πεδιάδα, δ) Ναυπλίου – Τολού, ε) Ναυπλίου – Λυγουρίου – Ιερού Ασκληπιού στ) Άργους – Κάτω Μπέλεσι.

Αναφέρει δε χαρακτηριστικά: «Η δια των αμαξιτών τούτων οδών συγκοινωνία των επαρχιών και των δήμων του νομού δεν είνε επαρκής, διότι πολλοί των μεσογείων δήμων μένουσιν είτε εντελώς απομεμονωμένοι εντός των λεκανοπεδίων των, συγκοινωνούντες μόνο δι’ ατραπών δυσβάτων, αποτόμων και πετρωδών δι’ ων δυσχερής η πορεία δυσχερεστέρα δε η μεταφορά προϊόντων».

Ας δούμε όμως ενδεικτικά την πυκνότητα των ημερησίων διελεύσεων κατά την τριετία 1870 -1872 για το δρόμο Ναυπλίου – Άργους, όπως φαίνεται από τα καταβαλλόμενα διόδια. 1870,117 διελεύσεις την ημέρα, 1871,117 διελεύσεις την ημέρα, 1872,121 διελεύσεις την ημέρα. Η καταβολή διοδίων δεν αφορούσε όσους μετα­κινούνταν για να πάνε στα χωράφια τους, για τον τρύγο ή για τη σοδειά ούτε την Ταχυδρομική Υπηρεσία, τη Χωροφυλακή, το Ιππικό ή όσους έχουν κάποια σχέση με τη διοίκηση. Η πυκνότη­τα κυκλοφορίας αφορούσε ουσιαστικά το εμπό­ριο.

Η συγκοινωνία μέσω θαλάσσης υπάρχει μεταξύ Ναυπλίου – Πειραιά με ατμόπλοια και Ναυπλίου – Μύλων με βάρκες. Το λιμάνι του Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από τον Α. Μηλιαράκη, «ουχί ασφαλές, προσβαλλόμενον υπό των νοτίων ανέμων, είνε δε προσέτι και αβαθές, μη προσιτόν εις ατμόπλοια και μεγάλα πλοία, άτινα αγκυροβολούσι μακριά». Το 1881 οι εξαγωγές του λιμανιού του Ναυπλίου[3] προς το εξωτερικό αντιπροσωπεύουν το 1,3% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και το 2,5% των εισαγωγών. Η σταφίδα βρίσκεται στην πρώτη θέση των εξαγωγών με έναν όγκο 1.813.350 ενετικών λίτρων το 1882. Η προσέγγιση πλοίου της ελληνικής ατμοπλοϊκής εταιρίας ήταν τακτι­κή (5 φορές την εβδομάδα). Προς το τέλος του αιώνα το λιμάνι του Ναυπλίου χάνει τον οικονο­μικό ρόλο που έπαιξε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1880. Πρώτη διαπίστωση. Αν εξαιρέσουμε τη θαλάσσια συγκοινωνία, η χερσαία συγκοινωνία – οδικό δίκτυο είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Οι πρώτες προτάσεις ως την ίδρυση της Α.Ε. ΣΠΑΠ (1870 – 1882)

 

Η ιστορία του σιδηροδρόμου στη νεότερη Ελλά­δα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το σιδηροδρομικό δίκτυο του νομού Αργολίδας. Στα πρώτα κιόλας σιδηροδρομικά σχέδια που κατατέθηκαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος συναντάμε προτά­σεις για τη σιδηροδρομική ανάπτυξη της Αργο­λίδας. Το όνειρο του σιδηροδρόμου ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μόλις το 1835 έγινε πρόταση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών – Πειραιώς. Ως το 1880 έχουν γίνει μόνο 9 χλμ. της γραμμής αυτής. Το 1882 μπορεί να χαρακτη­ριστεί σαν «έτος της ελληνικής σιδηροδρομικής εποχής».

Τη χρονιά αυτή ο Χ. Τρικούπης θα υπογράψει οριστικές συμβάσεις για τα δίκτυα Θεσσαλίας – Πελοποννήσου και Αττικής συνολι­κού μήκους900 χλμ. Μέχρι να φθάσουμε όμως στο έτος 1882 κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Ακούστηκαν και παρου­σιάστηκαν πολλές προτάσεις για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Στις προτάσεις αυτές τις περισσότερες φορές συμπεριλαμβάνεται και ο νομός Αργολίδας.

Συγκεκριμένα: 1868: Ο Βαρώνος και χρηματιστής Louis de Normand προτείνει την κατασκευή τριών γραμ­μών, μεταξύ των οποίων και αυτή που συνδέει το Λακωνικό Κόλπο με την Τρίπολη και την Κόρινθο.

1871 (Οκτώβριος): Όμιλος Γάλλων κεφαλαιούχων προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση την κατα­σκευή της γραμμής: Πειραιάς – Κόρινθος – Ναύπλιο – Σπάρτη – Γύθειο – Αλμυρός.

1879 (Ιούλιος): Ο κόμης ντε Μοντρεσύ υποβάλλει σχέδια τεσσάρων γραμμών, ανάμεσα στις οποίες και η γραμμή Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα, με διακλάδωση σε Κουτσοπόδι – Άργος – Ναύπλιο.

1881 (31/8): Ο Κουμουνδούρος υπογράφει σύμβα­ση με τον L. Perdoux για την κατασκευή δυο γραμμών Πειραιώς – Λαρίσης και Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση Κόρινθο – Ναύπλιο – Μύλους, διεθνούς πλάτους1,43 μ. Η διακλάδωση αφορούσε γραμμή πλάτους0,70 μ. στρωμένη πάνω σε αμαξιτό δρόμο. Ο ανάδοχος δηλώνει αδυναμία να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του και ζητά να αναθεωρηθούν οι όροι της σύμβασης.

1882: Το φιλόδοξο όνειρο του σιδηροδρόμου αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή τρία νομοσχέδια για τις σιδηροδρομικές γραμμές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και τη γραμμή Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση προς Κό­ρινθο – Ναύπλιο – Μύλους. Η γραμμή αυτή, κατά την πρόταση του Τρικούπη, θα είναι αυτόνομη και όχι σε τμήμα του αμαξιτού δρόμου, πλάτους1,00 μέτρου και όχι 1,43 που προέβλεπε η σύμβαση Κουμουνδούρου – L. Perdoux. Στις συζητήσεις της Βουλής, 20, 24 και 25 Μαΐου» 1882, (οι σημαντικότερες που έχουν γίνει για το σιδηρόδρομο) σφοδρή υπήρξε η αντιπαράθεση των προτάσεων Τρικούπη – Κουμουνδούρου.

Η πρόταση Τρικούπη, για επιλογή γραμμής μετρι­κού πλάτους στο δίκτυο της Πελοποννήσου, και οικονομικότερη ήταν και σύμφωνη με τις γενικές αρχές της στρατηγικής του. Σύμφωνα μ’ αυτή «το κράτος με τη μικρότερη δική του επιβάρυνση (θα πρέπει) να εκμεταλλευτεί τη βελτίωση της εξωτερι­κής πίστης και – προσελκύοντας ελληνικά και διεθνή κεφάλαια – να προωθήσει στο συντομότερο χρονικό διάστημα (4-5 χρόνια) την κατασκευή ολόκληρου του εσωτερικού σιδηροδρομικού δικτύου». Στις 19/4/1882 ο Χ. Τρικούπης υπογράφει σύμβα­ση με την Γενική Πιστωτική Τράπεζα (Γ.Π.Τ.), διευθυντής της οποίας ήταν ο Ι. Δούμας, όπου προβλέπεται η κατασκευή της γραμμής Πειραιώς – Πατρών με διακλαδώσεις προς Κόρινθο – Άργος – Ναύπλιο και  Άργος – Μύλους, μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Αξιοσημείωτο είναι ότι εκτός των άλλων, στη σύμβαση ορίζεται πως η διοίκηση θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την τοποθέτηση χωρίσματος σε κάθε βαγόνι, για τις γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες τους. Στις ημέρες των εορτών και των πανηγύρεων θα ισχύουν φθηνότερες τιμές. Στις 17/10/1882 ιδρύεται η Α.Ε. ΣΠΑΠ (Ανώνυ­μος Εταιρία Σιδηροδρόμων Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου).

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου μέσα από τον τοπικό Τύπο.

 

Τα πρώτα βήματα

Η σύμβαση του Χ. Τρικούπη με τη την Γενική Πιστωτική Τράπεζα υπογράφηκε στις 19/4/82. Το σιδηροδρομικό ζήτημα απασχόλησε έντονα και τον Τύπο της Αργολίδας. Κάθε εφημερίδα, ανάλογα με τον πολιτικό της προσανατολισμό, δίνει μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση στο θέμα αυτό. Ήδη από 18/9/82 η ναυπλιακή εφημερίδα «Αργολίς» ανακοι­νώνει ότι έφτασαν στο Ναύπλιο οι πρώτοι μηχανικοί και πείστηκαν ν’ αρχίσουν το έργο από τη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους γραμμή, παρότι οι εργασίες γι’ αυτό το τμήμα του δικτύου είχαν προγραμματιστεί για το τέταρτο έτος. Η ανακοίνωση καταλήγει με πρόκληση στην πολι­τικά αντίθετη επίσης ναυπλιακή εφημερίδα «Ανεξαρτησία», η οποία απαντά την 1η Οκτω­βρίου 1882 με το εξής καυστικό σχόλιο: Οι μηχανικοί κατά την «Αργολίδα» αφικνούνται και η έναρξις γενήσεται εκ Ναυπλίου. Μη και τούτο ομοιάζει της Μουσικής, διορισθέντος μόνου του Αρχιμουσικού;

 

Ατμομηχανή «Τίρυνς» για τις γραμμές Πελοποννήσου κατασκευής Krauss, 1884.

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου αρχίζει να γράφεται μεσ’ από τις αντιπαραθέσεις του τοπικού Τύπου, πολύ πριν ξεκινήσει το έργο κατασκευής του.

Τα έργα για την κατασκευή της γραμμής Πελο­ποννήσου ουσιαστικά ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1882 με πολλά προβλήματα. Οι μέτοχοι καθυστερούν στην καταβολή του κεφαλαίου που τους αναλογεί και οι σταφιδοπαραγωγοί προβάλλουν αντίσταση στην κατάληψη της αναγκαίας γης. Στις 14 Ιουνίου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός»  πληροφορεί ότι ήλθαν μηχανικοί για να ορίσουν τη θέση του σταθμού του Άργους και του Ναυπλίου. Για μεν το Άργος προσδιορίζεται ανατολικώς της πόλης «εκατόν περίπου βήματα εντεύθεν από της σταφιδοφυτείας του Κ. Ζορμπά εις το Ναύπλιο εν τη έξω της πόλεως και κάτωθι του Παλαμηδίου ιστορική ευρύτατη πλατεία».

 Η γραμμή από Άργος μέχρι το Μπολάτι ορίζεται παράλληλα του δημόσιου δρόμου και από κει μέχρι το Ναύπλιο δυτικότερα περί τα 15-20 μέτρα. (Το πώς σήμερα βρέθηκαν ιδιοκτησίες μεταξύ γραμμών και δρόμου στο κομμάτι Άργος – Μπολάτι, είναι ένα άλλο ερώτημα.) Για την έναρξη των εργασιών σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Μ. Λαμπρινίδης, δικηγόρος – σύμβουλος της εταιρίας κατασκευής, και γνωστός συγγραφέ­ας της «Ναυπλίας». Αρχίζουν οι εργασίες για τη γραμμή Κορίνθου – Άργους. Τις πληροφορίες επιβεβαιώνει η εφημε­ρίδα του Ναυπλίου «Ανεξαρτησία» προτείνοντας ταυτόχρονα στις 19 Ιουλίου 1884, την κατασκευή και του παραλιακού δρόμου Μύλοι  – Ναύπλιο για να γίνει η πόλη ορμητήριο του εμπορίου.

 

Πρώτα προβλήματα

 

Και ενώ οι εργασίες για το σιδηρόδρομο ακόμα δεν έχουν αρχίσει, σοβαρή διένεξη δημιουργείται μεταξύ των πόλεων Ναυπλίου και Άργους σχετικά με το που θα περάσει η γραμμή του τρένου. Ο Τύπος και των δυο πόλεων φωτίζει με πλήθος πληροφορίες αυτή τη διαμάχη. Στις 7 Αυγούστου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός» δημοσιεύει πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και γνωστο­ποιεί ότι, ενώ είχε από τη σύμβαση προγραμμα­τιστεί ο κλάδος που ξεκινάει από Κόρινθο να καταλήγει στο Ναύπλιο μέσω Άργους, και άλλος κλάδος ξεκινώντας από το Άργος να καταλήγει στους Μύλους, γίνεται προσπάθεια χάραξης της γραμμής από Δερβενάκια κατευθείαν στην Τί­ρυνθα. Πληροφορεί ότι υπάρχει σκέψη για γραμμή σύνδεσης απευθείας από Ναύπλιο στους Μύλους.

Με το επιχείρημα ότι η γραμμή είναι μεγαλύτερη σε χιλιόμετρα, κοστίζει περισσότερο το ταξίδι και ότι θα δαπανηθούν περισσότερα χρήματα για την κατασκευή της, απαιτεί από τον υπουργό να μην εγκρίνει την τροποποίηση. Διαφορετικά, προτρέπει τους Αργείους και λοιπούς Πελοποννησίους της δι’ ιπποσιδηροδρόμου ή άλλων εταιρειών αναπτύξεως της συγκοινωνίας αυτών.

Σε απάντηση η εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» στις 14 Αυγούστου 1884 με κύριο άρθρο «Ο σιδηρόδρομος Κορίνθου-Ναυπλίου» αναφέρει ότι η γραμμή, εάν δεν διέλθει από το Άργος, θα είναι συντομότερη κατά δεκαπέντε χιλιόμετρα και προτείνει η διακλάδωση για τους Μύλους μέσω Άργους να γίνεται από την Τίρυνθα. Η γραμμή δε Ναύπλιο – Μύλοι να γίνει παραλιακή με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν εκεί ιδιοκτη­σίες (οι σημερινές άραγε που βρέθηκαν;), άρα θα κοστίσει λιγότερο στην εταιρία.

Τέλος αναφέρει ότι «εν Ναυπλίω οκτώ χιλιάδες τουλάχιστον κάτοι­κοι των μερών εκείνων (Τριπόλεως – Κυνουρίας) έρχονται ετησίως είτε δια τας εμπορικάς και τας δικαστικάς υποθέσεις των, είτε ως μάρτυρες εις το Κακουργοδικείον, είτε το θέρος δια λουτρά κ.λπ. εις Άργος δε ουδ’ εκατόν ίσως». Την ίδια μέρα, 14 Αυγούστου 1884, ο «Δαναός» με τον τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και υπότιτλο «Εν σπουδαίον παρόραμα και τινές προθήκαι» αναφέρεται πάλι στην πρόταση για τη γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου (χωρίς να διέρχεται από το Άργος) λέγοντας ότι αυξάνεται η απόστα­ση και ζημιώνεται το δημόσιο, μιας και επιχορη­γεί την εταιρία με 20.000 δρχ. το χλμ. Το ίδιο διάστημα έχει αρχίσει και η χάραξη της γραμμής Ναυπλίου – Άργους.

Διαπιστώνονται και οι πρώτες κακοτεχνίες από την εφημερίδα, αντί δηλαδή το πλάτος να χαράσσεται στο 1,00 μέτρο, χαράσσεται άλλες φορές 1,009 και άλλες 1,005. Δεν έλειψαν και τα πολιτικά μέσα και από τις δυο πόλεις για να υλοποιηθεί το ένα ή το άλλο σχέδιο. Οι βουλευτές του Άργους, I. Δανόπουλος, Π. Ζωγράφος, Γ. Τσόκρης ενήργησαν για τα συμφέροντα του Άργους, στέλνοντας ο τελευταίος και επιστολή προς Τρικούπη. Το ζήτημα παραμένει φλέγον και η «Αργολίδα» στο φύλλο της 30/8/84 επανέρχεται με τα εξής επιχειρήματα:

1ο, το λιμάνι του Ναυπλίου μπορεί να αποτελέσει διέξοδο για το σιδηρόδρομο, συνδέοντας τα παράλια της Πελοποννήσου με τη σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να μπορεί να γίνεται μεταφορά εμπορεύματος.

2ο, η γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου περνά από περισσότερα χω­ριά της Αργολίδας (Κούτσι, Ανυφί, Μέρμπακα, Χώνικα, Πασσά, Φίχτια, Αρχαίες Μυκήνες), ενώ η γραμμή του Άργους περνά μόνο από το Κουτσοπόδι.

Τέλος προτείνεται αμέσως η εκβά­θυνση του λιμανιού και προς το σκοπό αυτό η επιβολή λιμενικού φόρου. Την ίδια περίοδο αρχίζει η μεταφορά υλικών για την γραμμή. Εκομίσθησαν ενταύθα εννέα χιλιάδες κιβώτια γαλλι­κής γης χρησίμου προς στερεοποίησιν της γραμμής του σιδηροδρόμου δια τους οχετούς και τας γέφυρας (Αργολίδα, 30/8/84). Διευθυντής των έργων είναι ο κ. Σνάιδερ. Σεπτέμβριος 1884 και το θέμα της διέλευσης της γραμμής δεν έχει λυθεί.

Η εφημερίδα «Δαναός» στις 13/9/84 επανέρχεται με άρθρο ανωνύμου και τίτλο «διατριβή σπουδαίου και αμερόληπτου αν­δρός», για την αναγκαιότητα του να περάσει η γραμμή από το Άργος. Κύριο επιχείρημα είναι η εμπορικότητα της πόλης. Υπάρχουν εμπορικά καταστήματα, μεγάλα τεχνουργεία, σιδηρουργεία, αμαξοπηγεία, κατασκευάζονται άροτρα εκεί, ενώ το Ναύπλιο είναι πόλη καθαρά στρατιω­τική. Αν δε αποφασισθεί, λέει, η αυτόνομη γραμμή Άργους – Ναυπλίου, σώζεται και η αρίστη πλατεία των γυμνασίων του στρατού του Ναυπλίου η εντός κειμένη της Πύλης της Ξηράς. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1884 φαίνεται ότι η εταιρία καταλήγει προς τη λύση Κόρινθος – Ναύπλιο με διακλάδωση Τίρυνθα – Άργος (Δαναός 21/9/84). Η τρικουπική εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» παρατηρεί ότι «κατήγαγον το ζήτημα της γενικής συγκοινωνίας εις τυπικήν έριν και έφθειραν αυτό».

Σταθμός Ναυπλίου, 1929.

Νοέμβριος 1884: Αρχίζουν οι προεργασίες. Κα­τασκευάζεται γραμμή στο Ναύπλιο δια μέσου παραλιακής οδού μέχρι της πλατείας Άρεως, για τη μεταφορά των χρήσιμων υλικών. Καταστρέφε­ται πρόχωμα της πλατείας για την επίχωση της θάλασσας, παρά τις αντιρρήσεις του τοπικού Τύπου (Ανεξαρτησία).

Δεκέμβριος 1884: Οι εργασίες συνεχίζονται. Φθάνουν στο Ναύπλιο πολλοί Ιταλοί εργάτες, μηχανήματα όμως δεν έχουν φθάσει ακόμα (εφημ. Ανεξαρτησία 5/12/84). Επιχωματώθηκε στο Ναύ­πλιο η τάφρος «ενώσασα πλέον ασφαλώς το Ναύπλιο με το έξω μέρος, ενώ μέχρι τούδε συνεκοινώνει δια σαθρών γεφύρων». Στήθηκε μηχάνημα για να ανελκύει στην αποβάθρα τα υλικά. «Στο μέγα τούτο ευεργέτημα της συγκοινωνίας ο τόπος αναγνω­ρίζει και δικαίως επευφημεί την κυβέρνησιν του Τρικούπη». «Πρόοδος», 8/12/1884. Ακόμα όμως δεν έχει λυθεί το θέμα της διέλευσης της γραμμής.

Ο «Δαναός» (22/12/1884) με πρωτο­σέλιδο το «Ζήτημα του σιδηροδρόμου» επαναφέρει το θέμα της διέλευσης της γραμμής, εκτιμώντας ότι η υπόθεση γέρνει προς όφελος του Ναυπλίου. Γράφει χαρακτηριστικά: «από χρόνων αμνημονεύ­των το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους». Σύμφωνα με το δημοσίευμα πρωτοστάτες στην προσπάθεια για να αλλάξει η γραμμή ήταν ο δικηγόρος, πρώην βουλευτής Πυλίας και υποψή­φιος Ναυπλίας Ν. Καραπαύλος, και ο δικηγόρος Μιχ. Λαμπρινίδης, υπάλληλος της εταιρίας σιδη­ροδρόμων. Από τη μεριά του Άργους ο Δήμαρχος Σ. Καλμούχος ενημερώνει για τα συμβάντα το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης και βγαίνει το υπόμνημα που δίνεται στους βουλευτές του νομού, στους κατοίκους, στο Υπουργικό Συμβούλιο, στο Υπουργείο Εσωτερικών και στη Γενική Πιστωτι­κή Τράπεζα. Επισκέπτεται την περιοχή ο Ρούνδελ στις 3 Δεκεμβρίου 1884 για να διαπιστώσει ο ίδιος τα προβλήματα, αλλά μεροληπτεί, αφού στην περιοδεία του τον συνοδεύουν η κόρη του κ. Βλαγκάλη και ο κ. Μ. Λαμπρινίδης, που κατά την άποψη του «Δαναού» εξυπηρετούν τα συμφέροντα του Ναυπλίου.

Η κατάσταση της αντιπαράθεσης έχει οξυνθεί «η πρωτοφανής τω όντι κακία των γειτόνων ην πας φιλότιμος Αργείος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ διότι θα ήνε ανάξιος της πατρίδος του και προδότης υϊός» (εφημ. «Δαναός»). Κατά το «Δαναό» πάντα, η πόλη του Άργους πρέπει να βρει άλλες συγκοινωνιακές λύσεις, όπως τροχιοδρόμων, λεωφορείων καταλήγει δε στο ρητό «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Παρ’ όλες τις αντιθέσεις η κατασκευή της γραμμής Ναυπλίου – Άργους επισπεύδεται, με την ελπίδα τον Ιούνιο του 1885 να παραδοθεί.

1η Ιανουαρίου 1885: Η εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» μας ενημερώνει ότι στην πλατεία Άρεως του Ναυπλίου έχουν κατασκευαστεί κα­ταστήματα υποστεγάσεως των βαγονιών και δωμάτια του σταθμού. Ο Α. Οικονόμος «λαοφιλής ηγέτης των νέων ιδεών», «τέκνον των Καλαβρύτων» συνηγορεί υπέρ της γραμμής Κόρινθος – Άργος (εφημ. Δαναός, 16/1/85). Στις τάξεις της πόλης του Ναυπλίου επικρατεί η βεβαιότητα ότι η γραμμή θα περάσει κατευθείαν από Ναύπλιο και αναφέρεται στην Πρόοδο, 2/2/85, «το ‘Αργος δεν έχει συστατικά πρωτευούσης και τοιαύτη ελπίς δι’ αυτό είναι όνειρο». Βγαίνει ψήφισμα από το Δημοτικό Συμβούλιο του Άργους και γίνεται κριτική από την εφημερίδα «Πρόοδο» γιατί δεν έβγαλε ανάλογο ψήφισμα το Δημοτικό Συμβούλιο του Ναυπλίου («Πρόοδος», 2/2/85).

Μάϊος 1885: Οι εργασίες στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους έχουν σταματήσει και οι μόνες που γίνονται αφορούν τα κτήρια στην πλατεία Άρε­ως Ναυπλίου («Πρόοδος», 8/5/85). «Είναι δε καταπληκτικόν δια τον τόπο μας να παρουσιάζωνται καθ’ εκάστην εις διάφορα σημεία της πλατείας του Άρεως και θεμέλια νέων οικοδομών αίτινες την προτεραίαν δεν υπήρχαν» («Πρόοδος», 24/5/85).

Το πρόβλημα της γραμμής δεν έχει ακόμα λυθεί αλλά υπάρχει η εντύπωση ότι σίγουρα θα είναι απευθείας Κόρινθος – Ναύπλιον, επειδή ο σταθμός που κατασκευάζεται στο Ναύπλιο είναι ο μεγαλύ­τερος σταθμός της Πελοποννήσου (Πρόοδος, 24/5/ 85). Οι εργασίες της γραμμής του σιδηρόδρομου από Κόρινθο προς Αργολίδα προχωρούν. Στα Δερβε­νάκια υπάρχει «αποικία εργατών του σιδηροδρόμου των πλείστων Ιταλών», υπό τη διεύθυνση του εργολάβου από το Μιλάνο, Π. Κολόμβου.

Στη θέση «Χάνι Ανέστη» έχει κατασκευαστεί ξύλινο ξενοδοχείο όπου κυματίζει η ελληνική και ιταλι­κή σημαία. «Τι νομίζετε ότι δύνασθε να ευρήτε εν τω μικρώ εκείνω ξενοδοχείω; Την Ιταλίαν άνευ ουδεμίας υπερβολής. Όλα ευρωπαϊκά και τέλεια. Καφέν εξαίσιον, καφέν με γάλα της Ελβετίας κάλλιστον, καφέν με σοκολάτα, βούτυρον νωπόν, μαγειρικήν ιταλικήν και τεχνικωτάτην, κρέας βόειον και προβάτειον, πάστας παντός είδους, τυρόν Ελβετικόν, Ολλανδικόν και Ελληνικόν όλων των ειδών, χοιρομήρια σαλεσιτότα, σαρδέλας, τόνους, ποτά δε, οίνους του Άργους, της Νεμέας και της Ευρώπης, κονιάκ και όλα τα ποτά και αναψυκτικά, λιμονάδας αεριοειδείς και μπίραν Βιέννης» (εφημ. Άργος, 31/4/85).

Το καλοκαίρι του ’85 αρχίζει η τοποθέτηση των σιδερένιων ράβδων της γραμμής Ναυπλίου -Άργους, αλλά όπως μας πληροφορεί διαμαρτυρόμενη η εφημερίδα Ναυπλίου «Ανεξαρτησία», (13/6/85) δεν θα παραδοθεί σε λειτουργία εάν δεν τελειώσει η γραμμή μέχρι την Κόρινθο.

Ιούλιος 1885: Η εταιρία Σιδηροδρόμου αποφασί­ζει η γραμμή να πάει μετά τα Φίχτια στο Άργος και από κει στο Ναύπλιο. Το Δ.Σ. Άργους ευχαριστεί όσους συνέβαλαν στην προσπάθεια όπως τον κ. Ε. Σανόπουλο, νομικό σύμβουλο, και Αρ. Οικονόμου, βουλευτή Αττικής, Αν. Μηλιαράκη, έγκριτο λόγιο. Τέλος η εφημερίδα «Άργος» (6/6/85) απονέμει εύσημα στον Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο «όστις ήτο το κίνητρον και η ψυχή τάσης ενεργείας» και καταγράφει το ψήφισμα του Δ.Σ. που ευγνωμονεί τους προαναφερθέντες φί­λους της πόλης. Το ψήφισμα ευχαριστεί και τους κ. Δ. Βαρδουνιώτη, ως συντάκτη της εφημερίδας «Δαναός» και ανταποκριτή αθηναϊκών εφημερί­δων, και τον κ. Διομήδη Φανδρίδη για τη βοήθειά του ως υπουργικός γραμματέας. Διαψεύδεται δημοσίευμα του «Ερασίνου» ότι τον Σεπτέμβριο παραδίδεται σε χρήση η γραμμή Ναυπλίου – Άργους.

 

Το πρώτο ταξίδι

 

Η εκμετάλλευση της γραμμής Αθηνών – Κορίνθου έχει αρχίσει από τον Απρίλιο (1885) και οι εισπράξεις της εταιρίας συνεχώς ανεβαίνουν. Γίνονται προτάσεις να κατασκευαστεί «περίζωμα στην Κακιά Σκάλα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος από εκτροχιάσεις και να φύγει και ο φόβος των επιβατών ώστε να προτιμούν το τραίνο από τον θαλάσσιο δρόμο». Δημοσίευμα στον «Ερασίνο» πληροφορεί ότι το τρένο όπου συναντάει άμαξες και ζώα βγάζει «οξύν συριγμόν… και ότι εκ τούτου αφηνίασαν ίπποι και έπαθον άνθρωποι». Διάψευση αυτού έχουμε από την εφ. «Άργος» 23/8/85 και σχόλιο ότι «Είναι ουχ ήτον αληθές ότι το τοιούτο συμβαίνει οσάκις αι ατμάμαξαι συναντώσι καθ’ οδόν τον κ. Συντάκτην του Ερασίνου αλλά τον συρίζουσι χάριν φιλικού χαιρετισμού και απόδειξις είνε ότι ουδέποτε ο κ. Λόγδας αφήνιασεν».

Νοέμβριος 1885: Τοποθετείται η σιδερένια γέφυ­ρα εις τον Ξηριά. Η γραμμή Ναυπλίου – Άργους είναι πλέον έτοιμη για λειτουργία αλλά η εταιρία δεν αποφασίζει να τη λειτουργήσει αυτόνομα.

Δεκέμβριος 1885: Κύριο άρθρο στην εφημ. «Άργος» 19/12/85 αναφέρεται στην επιλογή των στενών γραμμών παρουσιάζοντας συγκριτικά οικονομικά στοιχεία. Η δαπάνη φθάνει 100.000 φρ. κατά χιλιόμετρο στενής γραμμής, μπορεί δε να φθάσει και 70.000 -80.000 φρ. ενώ η πλατειά γραμμή το μικρότερο που μπορεί να φθάσει είναι 120.000 – 130.000 το χιλιόμετρο και το περισσότε­ρο 200.000 – 250.000 φρ. Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 1885: Φθάνει από Κό­ρινθο η πρώτη ατμομηχανή με δυο μεγάλα βαγόνια και επισήμους το διευθυντή της Πιστω­τικής κ. Δούμα, τον κ. Αλ. Ποταμιάνο, πρώην βουλευτή Ναυπλίας, τον κ. Μ. Λαμπρινίδη, δικαστικούς και άλλους. Υπάρχει δέσμευση ότι την 1η Φεβρουαρίου 1886 θα παραδοθεί ο σιδη­ρόδρομος για χρήση του κοινού («Άργος», 19/12/ 85).

Στο Ναύπλιο πολύς κόσμος περίμενε το τρένο για να το υποδεχθεί. Ο κακός καιρός και το βαθύ «σκότος εις ον άφηκεν η αστυνομία την προκυμαία κατά την εσπέραν εκείνην, κατέστησε την παρουσίαν και των ολίγων μεινάντων περιττήν» («Πρόοδος», 24/12/85). Το τραίνο έφθασε στις 6.30 μ.μ. και την επομένη, στις 10.00, αναχώρησε για Αθήνα όπου έφτασε στις 8.30. Στο Άργος παρέμεινε 2 ώρες για να γευματίσουν οι ταξιδιώτες.

 

Πίνακας εισπράξεων 1888-1900.

 

Φλεβάρης 1886: Παρά τις υποσχέσεις η γραμμή δεν έχει μπει σε λειτουργία. Οι βροχές κατά το διάστημα αυτό μετέβαλαν την Αργολίδα «εις τέλμα και ανυπολόγιστες ζημιές απήνεγκον εις τα σπαρτά και τους γεωργούς». Από κακή εκτίμηση ή κακοτεχνία η εταιρία κατασκευής του σιδηροδρόμου δεν κατασκεύασε στην γραμμή Άργους – Ναυπλίου όσες γέφυρες έπρεπε, με αποτέλεσμα να υποστεί η γραμμή τεράστιες ζημιές, και να αναγκαστεί η εταιρία να κατασκευάσει πέντε νέες γέφυρες.

Η εκμετάλλευση της γραμμής αναβάλλε­ται για μήνες. Αίτημα για εκβάθυνση και καθά­ρισμα της κοίτης χειμάρων Ινάχου και Χαράδρου, όπως έγινε το 1869, για να μη μετατρέπεται η αργολική πεδιάδα σε λιμνοθάλασσα, προβάλλε­ται από τον Τύπο (Αργολίς, 8/2/86).

Μάρτιος 1886: Τελείωσαν οι εργασίες της γραμ­μής και προβλέπεται την 1η Απριλίου να παρα­δοθεί προς χρήση. Ο κόσμος με μεγάλη χαρά αναμένει την ημέρα έναρξης του σιδηροδρόμου, «την θεωρεί ως αφετηρίαν κοινωνικής προόδου». Παροτρύνεται η εταιρία να προσλάβει προσωπικό με ικανότητα και ειδικότητα. «Δια τούτο ως προς την εκλογήν των υπαλλήλων της δεν πρέπει να αποβλέψη κατ’ ελάχιστον εις προσωπικάς και ρουσφετολογικές συστάσεις ισχυρών ή ευνοουμένων, αλλ’ αυστηρώς και αποκλειστικώς εις την ικανότητα και τα λοιπά προσόντα». Τα ρουσφέτια καλά κρατούν. Πληροφορίες λένε, ότι η γραμμή Άργους – Μύλων θα τελειώσει τον Μάιο.

Φτιάχνεται ο κανονισμός δρομολογίων, και αναφέρονται δυο δρομολόγια από Αθήνα προς Άργος και Ναύπλιο, επτά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο και τέσσερα Άργος – Μύλους. Στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου δεν πρυτάνευσε το δημόσιο συμφέρον αλλά ο ωμός κομματαρχισμός. Όπως αναφέρει ο Τ. Βουρνάς στην «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας», «η σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου ακολουθεί παράλογη και αντιοικονο­μική διαδρομή επί ζημία της συντομίας του ταξιδιού και των απαιτήσεων της τεχνικής, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει το συμφέρον των κομματαρχών των περιοχών από τις οποίες περνά η σιδηροδρομική γραμμή».

 

Πρώτο επίσημο (και με πολιτικές σκοπιμότητες) ταξίδι

 

25 Μαρτίου 1886: Η πρώτη επίσημη λειτουργία της γραμμής πραγματοποιείται με επίσκεψη της βασιλικής οικογενείας και του πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Πολλοί θεώρησαν το ταξίδι σκόπι­μο για να αποφύγει η πολιτική ηγεσία τις κινητοποιήσεις του κόσμου με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου και τις διαδηλώσεις για τα «Ελληνικά δίκαια». Στις 3 μ.μ. η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυ­πουργός έφθασαν στο Άργος όπου τους υποδέχτη­καν πλήθος κόσμου με επικεφαλής το Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο. Η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυπουργός δεν κατέβηκαν από το τρένο, προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια του Τύπου: «περιφρονήσαντες ούτω πέντε περίπου χιλιάδας λαού» δέχθηκαν στη βασιλική άμαξα το Δήμαρχο. Στο Ναύπλιο έγινε απρόσμενα (βλέπε Ναυπλιακή επανάσταση) μεγαλοπρεπής υποδοχή μ’ επικεφα­λής το Δήμαρχο κ. Κωτσονόπουλο. Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό και δια μέσου της Πύλης της Ξηράς οι επίσημοι έφθασαν στο λιμάνι όπου υπήρχε το πλοίο Αμφιτρίτη. «Ουδέποτε άλλοτε ίσως το Ναύπλιο εφάνη φιλοβασιλικώτερον, ει και πολλάκις υπήρξεν η εστία των πλέον ακράτων επαναστατικών ιδεών» (Άργος, 30/3/1886).

 

Λειτουργία γραμμής – προβλήματα

 

Το σιδηροδρομικό τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιον ήταν 64 χιλιόμετρακαι η απόσταση Άργος -Μύλοι 9,5 χιλιόμετρα. Εκτός των κυρίων σταθμών Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου υπήρχαν και ενδιάμεσοι σταθμοί στα Εξαμίλια, Χιλιομόδι, Αθήκια, Αγ. Βασίλειο, Χάνι Ανέστη, Φίχτια, Κουτσοπόδι, Δαλαμανάρα, Τί­ρυνθα, Κεφαλάρι. Η απόσταση Αθήνα – Ναύπλιο «θα διανύηται εντός 7 ωρών» καταρχήν, γιατί στο τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιο το τρένο δε θα υπερβαί­νει σε ταχύτητα τα20 μίλια την ώρα τους πρώτους 6 μήνες. Αργότερα το ταξίδι θα διαρκεί μόνο πέντε ώρες. Διορίζεται και ο πρώτος υπάλληλος για την παραλαβή των εμπορευμάτων, ο Απ. Σεγκένης από το Άργος, με θετικά για την επιλογή του σχόλια από τον Τύπο.

15 Απριλίου 1886: Άρχισε το τακτικό δρομολόγιο Κόρινθος – Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα (μάλ­λον) 19 Απριλίου τα τακτικά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο. Η έναρξη ήταν πανηγυρική, και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Η πρώτη αμαξοστοιχία σύρεται υπό ατμομηχανής με την ονομασία «Άργος».

 «Ομολογουμένως ο σιδηρόδρομος έδωκε νέαν ζωήν του τόπου ημών, καταστήσας προχειροτάτην την συγκοινωνίαν. Αι αυτού κυκλοφορούσιν οι πληθυ­σμοί, ζωπυρούνται ο κοινωνικός βίος, η βιομηχανία και το εμπόριον και προάγεται ο πολιτισμός».

Σταθμάρχης Ναυπλίου διορίζεται ο κ. Γ. Αττάρ, και βοηθός του ο Σπ. Καλούδης, Ναυπλιώτης που υπηρέτησε στις εργασίες κατασκευής. Σταθμάρ­χης Άργους διορίζεται ο Δ. Στεκούλης και βοηθός ο «προσηνής και φιλόπονος νέος» από το Ναύπλιο Μιχ. Σοφής. Επί των εμπορευμάτων ο Αργείτης Απ. Ζεγκένης. Τους διορισμούς υποδέχεται με ευνοϊκά σχόλια ο Τύπος. «Μόνον δια τινός κλειδούχους και φύλακας ψιθυρίζονται τινές αποδοκιμασίαι, λόγω ότι εις τον διορισμόν αυτών εισέφρησαν ιδέαι τινές ρουσφετολο­γικαί» («Άργος», 26/4/86).

Παρατηρείται όμως έλλειψη καφενείου στο Ναύ­πλιο, αποθήκης στο Άργος, και στοιχειωδών ανέσεων στους σταθμούς, όπως η έλλειψη νερού για να πίνουν οι ταξιδιώτες. Υπάρχουν πολλά τραντάγματα του τρένου κύρια στο τμήμα Άργος – Δαλαμανάρα. Διατυπώνεται ακόμη η επιθυμία το τρένο να μη σταματά μόνο 5 λεπτά στο Άργος. Τα δρομολόγια ήταν δυο την ημέρα, για Αθήνα – Πειραιά από Ναύπλιο και δυο αποκλειστικά για Άργος με επιστροφή.

Υπάρχει απαίτηση το δρομολόγιο Ναυπλίου-Άργους να γίνεται 7-8 φορές την ημέρα και να ελαττωθεί η τιμή του εισιτηρίου για να αναπτυ­χθεί περισσότερο η κυκλοφορία των κατοίκων με το τρένο παρά με την ατμοπλοΐα, η οποία με την έναρξη της γραμμής έριξε την τιμή του εισιτη­ρίου. Το ταξίδι Ναύπλιο – Αθήνα έχει προγραμματισθεί για επτά ώρες και Άργος -Ναύπλιο για 26 λεπτά. Στα εισιτήρια τα παιδιά μέχρι 3 χρονών δεν πληρώνουν, από 3-9 χρονών πληρώνουν μισό εισιτήριο και πάνω από 9 ολόκληρο.

 

Καρτ – ποστάλ, που απεικονίζει το Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου.

 

Ο σιδηρόδρομος μπαίνει στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Τα εμπορεύματα, η αλληλογραφία γίνονται με το τρένο. Οι εφημερίδες φτιάχνουν ειδικές στήλες με τίτλο «Σιδηροδρομικά». Δεν άργησαν όμως και τα επεισόδια. Στις 7 Μαΐου 1886, 135 στρατιώτες του πεζικού εζήτησαν να φύγουν με το τρένο για Αθήνα και να πληρώσουν εκεί το εισιτήριο. Τα βαγόνια ήταν λίγα, μόνο πέντε, και οι επιβάτες περισσότεροι από 200. Ο σταθμάρχης προτείνει να μην ταξιδέψουν όλοι, οι στρατιώτες όμως «δεν υπήκουσαν αλλά εφώνησαν εις τα όπλα και ύψωσαν τοιαύτα κατά του μηχανικού του σταθμού και των παρισταμένων θεατών». Μπροστά στην κατάσταση που διαμορφώθηκε ο σταθμάρχης αποφάσισε να αναχωρήσει το τρένο με τους στρατιώτες και με λίγους επιβάτες. Η διοίκηση του τάγματος αναγκάστηκε να πληρώ­σει στο σταθμό τα εισιτήρια των στρατιωτών. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του σιδηροδρόμου και την περίοδο του ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας, που επεβλήθη το Μάιο του 1886 από τα πολεμικά πλοία της Αγγλίας, Ιταλίας, Αυ­στρίας και Γερμανίας. Αλλά και «χάρις εις την δια του σιδηροδρόμου συγκοινωνίαν έχομεν ήδη δις της ημέρας ταχυδρομείον» («Αργολίς», 12/5/86).

4 Αυγούστου 1886: Έναρξη της γραμμής Άργος – Μύλοι. Η κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη παραση­μοφόρησε τον Μ. Λαμπρινίδη για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο σιδηρόδρομο. Μαζί του παρασημοφορήθηκαν και ο Κ. Σταμπόλος και Ιωαν. Αργασάρης Λομβαρδός, ανιψιός του υπουρ­γού Εσωτερικών. Η εφημερίδα «Άργος» (6/8/1886) αναφέρει για το γεγονός: «Αν η παρασημοφόρησις αυτή δεν εγένετο μόνον δια τον συνώνυμον ανεψιού του υπουργού των Εσωτερικών, ουδέν ταύτης κωμικότερον και ειρωνικώτερον, μας υπενθυμίζει δε τα εις τους τούρκους στρατιώτας απονεμηθέντα εσχάτως υπό του σουλτά­νου παράσημα δια τας εις τα σύνορα ανδραγαθίας των».

Οι σταθμοί αρχίζουν να γίνονται το επίκεντρο των πόλεων. Ο δήμος του Άργους φωτίζει με φανούς το δρόμο από την πλατεία του Άργους μέχρι το σταθμό. (Αύγουστος 1886). Από πολύ νωρίς άρχισαν τα προβλήματα των δρομολογίων, «αι καθυστερήσεις του έγιναν αηδείς, αηδέστατοι, ως εκ της σαθρότητος των μηχανών κυρίως». Σημαντικό κωμικοτραγικό γεγονός πε­ριγράφει η εφημερίδα «Άργος» (6/9/86). «Ενώ το τραίνον ώδευεν ενταύθα εις Αθήνας, εις τον ανήφορον των Δερβενακίων προέβαινε τρία μέτρα και οπισθοχωρεί εξ. Οι δε επιβάται εν δεινώ καύσωνι κατήλθον εκ των βαγονιών και ωθούν δια των χειρών των το τραίνο μετά γελώτων σαρκαστικωτάτων!». Τα βαγόνια ήταν βρομερά, «δεν σκουπίζονται». Υπάρχουν αναφορές για συνεχείς καθυστερήσεις και δυστυχήματα που καταθορύβησαν τον κόσμο. Η εφημερίδα «Άργος» καταλήγει: «Εχάθη ολίγη ανθρωπιά, ολίγη ντροπή;».

Ειδικό δρομολόγιο δημιουργείται από Σεπτέμ­βριο για τα εμπορεύματα. Οι εμπορικές αμαξοστοιχίες αναχωρούν κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο από Ναύπλιο προς Αθήνα -Πειραιά. Από Πειραιά αναχωρούν κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή. Οι αλλαγές στα δρομολόγια προκαλούν και άλλα προβλήματα. Το τρένο που αναχωρούσε από το Ναύπλιο στις 7.00 μ.μ. αναχωρεί στις 6.00 και υπάρχει αίτημα για αναχώρηση στις 5.30 για το φθινόπωρο και 5.00 για το χειμώνα, για να μην περιμένουν οι «επιβάτες, μαθητές και έμποροι, στο σκοτάδι και μην διατρέχει κίνδυνο το δρομολόγιο από ζώα και άλλα εμπόδια της γραμμής». Ήδη όμως έχει κατασκευαστεί και λειτουργεί το καφενείο στο σταθμό του Ναυπλίου. «Το καφενείον του ενταύθα σταθμού του σιδηροδρόμου κατέστη το ευαρεστότερο εκτός της πόλεως εντευκτήριο. Είνε κομψόν και φιλοκαλώς διακεκοσμημένον είχε δε και υπηρεσίαν πρόθυμην προς τιμήν του διευθυντού αυτού κ. I. Τσάκωνα» («Αργολίς», 14/3/87).

Σταθμός Μύλων

Τον Απρίλιο του 1887 ο Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή νομοσχέδιο που επιτρέπει στην Κυβέρνη­ση την κατασκευή και εκμετάλλευση της γραμμής Μύλων – Καλαμών, με βάση σχέδια γαλλικής αποστολής. Ωστόσο τον Απρίλιο του 1888 υπογράφτηκε σύμβαση με τον Βέλγο πρόξενο L.Rossels αντιπρόσωπο του E.Rollin για την κατασκευή της γραμμής μέσα σε τρία χρόνια.

Αύγουστος 1887: Κυκλοφορούν φήμες για διακο­πή των δρομολογίων Ναυπλίου -Άργους, που διαψεύδονται από τον διευθυντή της εταιρίας του σιδηροδρόμου κ. Ιωαν. Δούμα.

Νοέμβριος 1887: Η υποτίμηση των εισιτηρίων στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους. (πρώτη θέση 1 δραχμή, δευτέρα θέση 80 λεπτά, τρίτη θέση 50 λεπτά και με επιστροφή 1,80 δρχ., 1,35 δρχ., 90 δρχ. αντίστοιχα). Διαφωνίες σχετικά με το πως αναφέρεται στους ισολογισμούς του ΣΠΑΠ το χωριό Μύλοι. Αναγράφεται σαν Μύλος Ναυπλίου και όχι Μύλοι Άργους. Η εφημ. «Άργος» 6/12/87 αναφέ­ρει: «Όσω και αν ήνε άγονος και άχρηστος η γεωγραφία δια την εταιρίαν του σιδηροδρόμου, οφείλει να προσέχη εις τοιαύτα διότι εκτός του ότι επισκέπτονται την Ελλάδα και ξένοι είναι πράγμα καθ’ αυτό άνοστο και επιπόλαιο ως θα ήτο και αν έγραφε Νεμέα Βοιωτίας και Κιάτο Αττικής».

Στα τέλη του ’87 το τρένο επανέρχεται στα πρωτοσέλιδα. Τα προβλήματα της γραμμής αυξάνονται. «Ο σιδηρόδρομος κατήντησεν αδιόρθωτος και αηδία». Στη βρόμα, στην ακαταστασία των δρομολογίων προστέθηκαν και οι εκτροχιασμοί. Απευθύνονται εκκλήσεις στην Κυβέρνηση να μην εγκαταλείψει το σιδηρόδρομο στους «πέντε δρό­μους», «έρμαιον απαίσιας κερδοσκοπίας». Όσο για την «αταξία της κινήσεως διευθυντή της οποίας διόρισαν τινα κύριον, διακεκριμένον εις γνώσεις κινήσεων… χορευτικών» («Άργος», 24/12/1887)… Οι καθυστερήσεις έγιναν κανόνας. Θεωρείται επιτυχία που το τρένο ενώ έπρεπε να φθάνει 2.30 έρχεται 3.15, γιατί παλαιότερα ερχόταν 4.00. Το Φλεβάρη του ’88 τα προβλήματα έχουν φθάσει στο απροχώρητο. «Ο αγάς του σιδηροδρόμου» τιτλοφορείται πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Άργος», 3/2/88.

Τα προβλήματα των καθυστερή­σεων επιδρούν σημαντικά στη ζωή των πόλεων. Παράδειγμα το ταχυδρομείο γίνεται μετά τις 7.00 μ.μ. και τις περισσότερες φορές μένει για την επομένη. Ακόμα και η γραμμή Άργους – Ναυπλίου έχει εγκαταλειφθεί, «η ειδική αμαξοστοιχία είνε άθλια και ελεεινή, βρωμερόν ιδέσθαι. Δυο βαγόνια Γ θέσεως ρυπαρώτατα και τιποτένια. Εν δε Α και Β ομού θέσεως εφάμιλλον του της Γ. Οι καναπέδες είνε πλήρεις ρύπων, κόνεως και κηλίδων εξ ελαίου και άλλων ομογενών ουσιών παντοίων σχημάτων. Αι ύαλοι των παραθύρων δεν κλείουν ερμητικώς μια δε ύαλος είνε προ πολλού τεθραμμένη, εις τρόπον, ώστε ο επιβάτης είνε έρμαιον όλων των ρευμάτων των αέρων και αξιόλογα δύναται να αποβιβαστεί με μια πλευρίτιδα ή ένα πυρετόν». («Άργος», 3/2/88). Έκκληση προς τους βουλευτές του νομού να  κάνουν σημαία τους το σιδηροδρομικό ζήτημα, με τη διαβεβαίωση ότι θα κερδίσουν τη μέγιστη δημοτικότητα.

Μετά από επανειλημμένα δημοσιεύματα κάτι άρχισε να κινείται. Αντικαθίστανται τα σπασμέ­να τζάμια, καταβάλλεται προσπάθεια για επιμέ­λεια και καθαριότητα στα βαγόνια και το Μάρτιο του ’88 πραγματοποιείται η αντικατάσταση στα βαγόνια της μεταξύ Άργους – Ναυπλίου – Μύλων τοπικής αμαξοστοιχίας με άλλα καλύτερα. Η προσπάθεια για καλυτέρευση των συνθηκών αυτών σχολιάζεται από την εφημ. Άργος , «με το κουτάλι τάχα θα αποξηρανθεί η Κωπαΐς;».

Απρίλιος 1888: Αυξάνονται τα δρομολόγια μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τώρα πλέον γίνονται έξι ημερήσια δρομολόγια τακτικά. Τρεις φορές την εβδομάδα τα δρομολόγια αυξάνονται σε επτά. Από το Μάρτη του ’88 απαγορεύεται η αποστολή ατελών επιστολών με το τρένο. Η «χυδαία ρυπαρότης πολλών αμαξών της και πολλά άλλα, αυτά πρέπει να κινώσι την προσοχήν και το ενδιαφέρον» αναφέρει η «Αργολίδα», διαφωνώντας με το μέτρο.

  

Η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη

 

Σταθμός Αχλαδοκάμπου

Από τις αρχές του ’89 άρχισαν οι εργασίες της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. Στην κατασκευή δουλεύουν εργάτες διαφόρων εθνοτήτων. Προ­βλήματα όμως υπάρχουν στις ημέρες των εορτών, αλλά και μετά το τελείωμα της δουλειάς όταν οι εργάτες «παραδίδονται εις την διασκέδασιν και την οινοποσίαν και τέλος εις συμπλοκές». Για το λόγο αυτό η εφημ. «Αργολίδα», 18/7/89′ απευθύνει αίτημα προς τη Μοιραρχία να ενισχύ­σει τους Μύλους με μεγάλο αριθμό στρατιωτών, για να μεσολαβεί στους συχνά διαπληκτιζόμενους Ιταλούς και Μαυροβούνιους. Το ίδιο διάστημα αντικαθίσταται η μηχανή της εμπορικής αμαξοστοιχίας με μικρότερη που όμως δεν μπορεί να σύρει τα εμπορικά βάρη, δηλαδή ντομάτες, διάφορα πτηνά, λαχανικά και οπωρικά είδη. (εφημ «Αγαμέμνων», 18/7/89). Ουσιαστικά η γραμμή υποβαθμίζεσαι.

Δεν άργησαν τα προβλήματα στην κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. «Μόλις 25 εργάται ασχολούνται εις την κατασκευήν», «πάσα εργασία έπαυσεν οι δε εργολάβοι αναχωρούν λάθρα μη πληρώνοντες τους μισθούς των εργατών και ξενοδό­χων» («Αγαμέμνων», 5/8/89).

14 Ιουλίου 1889: Δέχεται επίθεση με πέτρα και σκοτώνεται στην Τίρυνθα ο εργοδηγός του σιδηροδρόμου I. Θεοχάρης από τον αρχιεργάτη Μαγούλα επειδή του έκανε παρατηρήσεις γιατί ήταν μακριά από την εργασία του. Αίτημα από την εφημ. «Πρόνοια» 20/8/89 να απαλλαγεί ο σιδηρόδρομος από τους «κεκρυμμένους εγκλημα­τίες».

12 Δεκεμβρίου 1889: Ερώτηση του βουλευτή Φλέσσα για απεργία εργατών στη γραμμή Μύλων – Καλαμάτας προκαλεί την απάντηση του υπουργού των Εσωτερικών Δραγούμη ότι δεν έγινε απεργία αλλά «εις την λίμνην Λέρναν προκει­μένου να γίνη θεμελίωσις της γέφυρας η εταιρία ηθέλησε να μεταχειρισθεί 50 Αρμένιους εργάτας, οίτινες έχουσιν ειδικότητα εις τα τοιαύτα έργα. Επειδή οι εγχώριοι εργάται δοσαρεστήθησαν εκ τούτου προέβησαν εις απειλάς κατά των υπαλλήλων της εταιρίας το υπουργείο διέταξε να ενισχυθεί ο εκεί στρατιωτικός σταθμός ο οποίος είχε μόνον ένα χωροφύλακα αλλά πριν η μεταβή εκεί η στρατιωτική δύναμις η τάξις είχε καθ’ ολοκληρία αποκατασταθή».

Ιούνιος 1890: Ιδρύεται η «Εταιρία των Μεσημβρι­νών Σιδηροδρόμων της Ελλάδας», που αναλαμβά­νει το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα.

Στα τέλη του 1890 ο Ε. Rollin, εκπρόσωπος της εταιρίας που έχει αναλάβει την κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα, αντιμετωπίζει δυσκο­λίες και στις 17/12/1891 το κράτος τον κηρύσσει έκπτωτο. Μέχρι την έκπτωσή του έχουν παραδο­θεί σε προσωρινή κυκλοφορία τα τμήματα Μύλοι – Τρίπολη και Καλαμάτα – Διαβολίτσι. Με την έκπτωση μεταβιβάζονται τα δικαιώματα της εκμε­τάλλευσης της γραμμής στην εταιρία ΣΠΑΠ.

Φεβρουαρίου 1892: Παραδίδεται στην κυκλο­φορία η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη. Αίτημα των 120 κατοίκων του Κυβερίου είναι να γίνει το φυλάκιο στη θέση Ράχη Ντέλη στάση του τρένου, για να το χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του Κυβερίου. («Αγαμέμνων», 2/11/92). Καλοκαίρι ’93: Ζητείται να μπει αποκλειστική αμαξοστοιχία για να διευκολύνει τους κατοίκους του Άργους να πηγαίνουν για τα μπάνια τους στη θέση «Αλμυρό», 5 μόνο λεπτά από το Σταθμό των Μύλων. Η μη χρησιμοποίηση του τρένου σημαί­νει χάσιμο χρόνου τριών ωρών για μετάβαση και επιστροφή ή με άμαξες ή με σούστες για τους ευπορώτερους.

Αύγουστος 1893 και τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου καταγγέλουν την βρομιά που έχουν τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας, κύρια της Γ θέσης. Σεπτέμβρης 1893 και για λόγους οικονομίας η εταιρία ΣΠΑΠ απέλυσε αρκετούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και τον Ιων. Νάτσιο, υπάλλη­λο του σταθμού του Άργους. Η εφημερίδα «Αγαμέμνων» (5/9/93) διαμαρτύρεται για την απόφαση και επισημαίνει ότι οι δυο απομείναντες υπάλληλοι δεν μπορούν να εκπληρώσουν όλες τις ανάγκες του σταθμού και δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργία του.

4 Νοεμβρίου 1893: Λειτουργεί νέο δρομολόγιο του τρένου προς την Κόρινθο. Προβλήματα όμως δεν έχουμε μόνο στα δρομο­λόγια αλλά και στους σταθμούς. Το ρολόι του σταθμού του Ναυπλίου πηγαίνει μπροστά 20 ή 30 λεπτά και δημιουργεί προβλήματα στους ταξιδιώ­τες με το τρένο. Το φθινόπωρο του ’98 επανέρχεται το αίτημα για αλλαγή της ώρας αναχώρησης του βραδινού δρομολογίου. Επειδή την ώρα που αναχωρεί είναι νύκτα, ζητείται να γίνεται πιο νωρίς για τη διευκόλυνση των επιβατών («Δαναός», 15/10/ 1898).

 

Ο 20ός αιώνας

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους – Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

Τον 20ό αιώνα το τρένο αποκτά μια ρομαντική αίγλη. Το κυριότερο μεταφορικό μέσο του περασμένου αιώνα συνέχισε ν’ αποτελεί τον κορμό της συγκοινωνίας και στις αρχές του 20ού. Στο μακρινό του ταξίδι μέσα στο χρόνο το τρένο στην Αργολίδα έγραψε την ιστορία του κι έφτασε αγκομαχώντας ως τις μέρες μας. Ας μείνουμε για λίγο στους κυριότερους σταθμούς της του αιώνα. Στις 27 Ιουνίου 1918 και για 6 μήνες μετά τη λήξη του πολέμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918) επιτάσσεται το δίκτυο της Πελοποννήσου. Το 1922 οι ΣΠΑΠ αποσπώνται από τους σιδη­ροδρόμους του κράτους και αποτελούν ιδιαίτερη εταιρία υπό ιδιωτική εκμετάλλευση. Το 1928 οι σιδηρόδρομοι αναλαμβάνουν το προνόμιο της εκμετάλλευσης των οδικών αρτη­ριών που βρίσκονται παράλληλα προς τις σιδη­ροδρομικές γραμμές του ΣΠΑΠ.

Το 1937 εντάσσεται η αυτοκινητάμαξα στη γραμμή Αθήνα- Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα μειώνεται ο χρόνος της διαδρομής. Στις 10 Ιουνίου 1940 η εκμετάλλευση των σιδη­ροδρόμων Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) περνά στο Ελληνικό Δημόσιο. Το 1963 διακόπτεται η κυκλοφορία της γραμμής προς Ναύπλιο. Τριάντα χρόνια αργότερα, η γραμμή προς Ναύ­πλιο επαναλειτουργεί.

Τη γοητεία του τρένου επισφράγισε και ο κινη­ματογράφος. Το 1962 με αφετηρία το σταθμό του Ναυπλίου εξελίσσεται το σενάριο του πρώτου ελληνικού «φιλμ νουάρ», με τίτλο «Ενώ το τραίνο σφύριζε», και πρωταγωνιστές τους Λ. Καλλέργη και Σ. Ληναίο. Το τέλος του αιώνα βρίσκει τη γραμμή Αθηνών – Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου με τα προβλήματα που εντοπίστηκαν από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της.

Η κακή αρχή, στο μεγάλο όνειρο της συγκοινω­νιακής ανάπτυξης, ως μέσο για την οικονομική ενοποίηση της γεωργικής Ελλάδας, ως μοχλός στην αναπτυξιακή διαδικασία είχε την ανάλογη συνέχεια. Έναν αιώνα μετά από τη λειτουργία της γραμμής τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια. Το τρένο, παρόλο που με τα χρόνια καθιερώθηκε ως το πιο φιλικό προς το περιβάλλον μέσο μεταφοράς, στην Ελλάδα πνίγηκε στον ανταγωνισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αν και τα χρόνια που πέρασαν οι αμαξιτοί δρόμοι έγιναν εθνικοί, οι δρόμοι των μουλαριών έγιναν άσφαλτοι, ο σιδηρόδρομος στην Πελοπόννησο σφυρίζει πάντα στις ίδιες μετρικές γραμμές που είχε υλοποιήσει η πολιτική του Χ. Τρικούπη. Μπορεί όμως και να παραμένουμε πιστοί στις ελληνικές παραδόσεις και αντιλήψεις που επικρα­τούσαν όταν πρωτοξεκίνησε το εγχείρημα του τρένου. Ίσως «θεωρούμε τον σιδηρόδρομον ως διαβολικό μηχάνημα που το κουβάλησαν οι παλη-όφραγκοι για να μας χαντακώσουν».

 

Κάτι σαν επίλογος

 

Ποιος δεν ανατριχιάζει ακούγοντας το μακρινό, μακρόσυρτο σφύριγμα του τρένου. Ένας ήχος που εμπεριέχει τη θλίψη της εγκατάλειψης ενός μεταφορικού μέσου. Ο αδιάκοπος ήχος των τροχών πάνω στις ράγες ρυθμικός, πάντα ο ίδιος, μας μεταφέρει την αγωνία του για τη δόξα που δεν απέκτησε. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, εγκαταλελειμμένοι, μας υπενθυμίζουν τη χαμένη αισθητική, την καθημερινή ισοπέδωση του μπε­τόν, της κακογουστιάς, της προχειρότητας, της αυθαιρεσίας, της πλαστικής καρέκλας.

Ακόμα και έτσι, ο σιδηρόδρομος είναι συμβολικό εργαλείο της ποίησης, είναι το πιο χρησιμοποι­ημένο από τα μεταφορικά μέσα από τη λογο­τεχνία, τεχνικό εφεύρημα αμέσως μετά το πλοίο. Είναι η ανθρώπινη διάσταση της συγκοινωνίας, η ρομαντική πλευρά της καθημερινότητας. Είναι ο ήχος που μας ξαφνιάζει, η μονοτονία της γραμμής που μας θυμίζει ότι υπάρχει και πρέπει να αγκαλιαστεί με τρυφερότητα, με αγάπη, γιατί αποτελεί ζωντανή παρουσία της ιστορίας μας και πρέπει να αποτελέσει τη μονόδρομη απάντη­ση στο βωμό του αίματος της ασφάλτου.

 

Μπάμπης Αντωνιάδης

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[2] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[3] Μαρία Συναρέλη, «Δρόμοι και λιμάνια στην Ελλάδα του 1830-1880».

 

Βιβλιογραφία


 

Μελέτες

  • Βουρνάς Τ., Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, Αθήνα 1974.
  • Κορώνης Σ., Ελληνικοί σιδηρόδρομοι και σιδηροδρομική πολιτική, Αθήνα 1914.
  • Μηλιαράκης Α. Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία τον νομού Αργολίδας, Αθήνα 1886.     Παπαγιαννάκη Λ., Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1900), Αθήνα 1990.
  • Συναρέλλη Μ., Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα (1830-1880), ΕΤΒΑ 1989.
  • Χουλιαράκης Μ., Γεωργική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδος 1821-1971, Αθήνα 1974.

Έντυπα

  • Από το Ιστορικό Αρχείο Ε.Τ.Ε.
  • Απολογισμός Σιδηροδρομικών Εταιρειών ΣΠΑΠ (1886-1900)

 

Εφημερίδες

  •  «Αγαμέμνων», Άργους.
  • «Ανεξαρτησία», Ναυπλίου.
  • «Αργολίς», Ναυπλίου.
  • «Άργος», Άργους.
  • «Δαναός», Άργους.
  • «Πρόνοια», Ναυπλίου.
  • «Πρόοδος», Ναυπλίου.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Απόπειρα λόγου και τέχνης», εκδόσεις «Απόπειρα», Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, τεύχος 6, Ναύπλιο, 1994.

   

Read Full Post »

Όταν οι μικροί άνθρωποι γράφουν τη Μεγάλη Ιστορία: Τετράδιο Πολέμου 1940


 

Προδημοσίευση για το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου Γεωργίου Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

 

 «Εις τας 28/10/40 εκειρίχθη η επιστράτευση ημέρα Δευτέρα. Και στης 29/10/40 έφιγα για να πάο να καταταγώ. Αφού πήγα στο άργος στην πλατέα του αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκήνητο με άλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σοτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασείλειον Μπούριν…»

«… αφού είχε νιχτόση καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πίρε και ολονυχτίς τον δρόμο τη να έβλεπες το ένα μέρος και το άλο του δρόμου ήταν γεμάτο αυτοκίνητα εγγλέζικα τουμπαριζμένα και πόσα σηναντάγαμε και έφευγαν για την καλαμάτα έος το άργος που ήρθα στην 1 η όρα και 500 θα απαντήσαμε. Εντέλη στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χοριό στο σπίτι αλά ήταν όλη χομένη στης τρούπες από τους βονβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρίνο να τους συνγγεντρόσο να μαζευτούν στο σπήτη. Και τεληόνη το βίος του ελινοϊταλικού πολέμου. Τέλος».

 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Αρχή και τέλος ενός μέρους της Μεγάλης Ιστορίας, γραμμένη από έναν απλό άνθρωπο, τον Δημήτριο Ι. Σιώτο από τα Σταθέικα του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Η μαρτυρία για μια ένδοξη αλλά ξεχασμένη περίοδο της πάλης του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό και τον ολοκληρωτισμό, δεν αποτελεί απλά ιστορικό γεγονός ή καταγραφή πολεμικών συμβάντων.

Ξεπερνά τα όρια των μεγάλων ιστορικών γεγονότων και δίνει το λόγο στους πρωταγωνιστές, σ’ εκείνους που ξεκινώντας με το χαμόγελο στα χείλη, από την Καρυά, τα Σταθέικα, τη Φρουσούνα, το Άργος και το Ναύπλιο, το Λυγουριό, το Κρανίδι και τα γύρω χωριά, όπως και από ολόκληρη τη χώρα, έδιναν σώμα και ψυχή σ’ έναν αγώνα που έμελλε να τους κατατάξει στους καταλόγους των Ηρώων της Μεγάλης Ιστορίας. Με όπλα των βαλκανικών πολέμων, με ελάχιστη τροφή, χιλιάδες Έλληνες πατριώτες αντιμετώπισαν νικηφόρα έναν ιταλικό στρατό ασύγκριτα πιο ισχυρό και οργανωμένο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

  Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,

 Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος.  

 

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Έκθεση Ιστορικών Κειμηλίων και Παραδοσιακών Φορεσιών του 1821


 

Έκθεση ιστορικών κειμηλίων και παραδοσιακών φορεσιών διοργανώνεται από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου 2011, στο Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Τρίπολης, στο πλαίσιο του εορτασμού της 190ης επετείου της Αλωσης της πόλης. Ένα ταξίδι στην Ιστορία που θα προκαλέσει δέος και συγκίνηση κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη από την αρχή μέχρι το τέλος της περιήγησης του.
 
 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 
 

Η έκθεση περιλαμβάνει:

  • Κατάλογο 4.000 Αρκάδων αγωνιστών του ’21.
  • Κειμήλια και ιστορικά έγγραφα που διαθέτει ο Δήμος της Τρίπολης.
  • Πολεμικά κειμήλια από την κειμηλιοθήκη του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Τριπόλεως, καθώς και το ιερό Ευαγγέλιο πάνω στο οποίο ορκίστηκαν, τον Μάιο του 1821, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης των Καλτεζών.
  • Ιστορικής αξίας απεικονίσεις του Νικηταρά και του Κολοκοτρώνη, το νεκρικό εκμαγείο του Κολοκοτρώνη και μέρος της στολής του.
  • Έργα προερχόμενα από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο που εδρεύει στην Παλαιά Βουλή: α) 24 λιθογραφίες των έργων του Παναγιώτη Ζωγράφου, ο οποίος εικονογράφησε τις μεγάλες στιγμές του Αγώνα ακολουθώντας τις οδηγίες του Μακρυγιάννη. (Οι εκτιθέμενες λιθογραφίες τυπώθηκαν το 1926 από τον Fred Boissonas). β) 5 χαρακτικά με προσωπογραφίες Αγωνιστών που φιλοτέχνησε το 1827 ο Δανός Adam Friedel. γ) το τάσι του Νικηταρά.
  • Έκθεση μεγάλου μέρους της ιδιωτικής συλλογής του κ. Χρήστου Κατσαμπάνη που περιλαμβάνει: α) Άρματα της Επανάστασης του 1821 β) Παραδοσιακές φορεσιές και γ) παλαιότυπα από τον 15ο μέχρι τον 19ο αιώνα.

Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή από την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μέχρι την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου. Ώρες λειτουργίας: από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 μ.μ. και από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ.

Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Τρίπολης
Εθνικής Αντιστάσεως 43, Τρίπολη, Ελλάδα. Τηλ: 2713 600412

 

Read Full Post »

Βασιλείς του Άργους


 

Παραθέτουμε συνοπτικά  51 βασιλείς του Άργους. Αναφέρονται μεγάλοι βασιλείς που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εποχή τους και σηματοδότησαν την πορεία αυτού του τόπου. Βεβαίως, υπάρχουν καταγεγραμμένες και άλλες εκδοχές. Θεωρούμε όμως ότι ο συγκεκριμένος πίνακας είναι ο πλέον ορθός και πλήρης. Ο πίνακας αρχίζει από τον Ίναχο, ο οποίος έφθασε από την Αίγυπτο στο Άργος, περίπου το 1878 π.Χ. και 1100 χρόνια πριν από τις Ολυμπιάδες.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

 

ΊναχοςΦορωνεύς Άπις  – ΆργοςΈκβασοςΚρίασος Φόρβας 

 ΤρίοπαςΑγήνωρ – Ίασος  – Κρότωπος – Σθενέλας – Γελάνωρ – Δαναός 

 Λυγκεύς –  Άβας  – Ακρίσιος Περσεύς – Μεγαπένθης – Αναξαγόρας 

 Αλέκτωρ –  Ίφις –  Σθένελος – Κυλαράβης – Βίας – Ταλαός -Πρώναξ 

 Άδραστος – Αιγιαλεύς –  Διομήδης –  Κυάνιππος Μελάμπους  Μάντιος 

 Αντιφάτης – Οϊκλής – Αμφιάραος –  Αλκμέων – Αμφίλοχος Ορέστης 

 Τισαμενός –  ΤήμενοςΔηϊφόντης Κείσος Μήδων –  Αριστοδάμιδας

 Φείδων – Έρατος – Δαμοκρατίδας – Λεωκήδης- Μέλτας – Αίγων.

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Ζωγράφου Ευγενία (1878 – 1963)


 

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1900.

Ευγενία Ζωγράφου, θεατρική συγγραφέας, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878, κόρη του Λυκούργου Ζωγράφου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο Παρθεναγωγείο και, μαθήτρια ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα «Η Μπίλιω», μετά από παρότρυνση του Αριστομένη Προβελέγγιου.

Έγραψε άρθρα, δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Υπήρξε διευθύντρια της «Ελληνικής Επιθεώ­ρησης» (1907-1942), συνεργάστηκε επίσης με τα έντυπα Ακρόπολις, Σκριπ, Άστυ, Ατλαντίς, Εμπρός κ.α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1912 εργάστηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα, ενώ από το 1921 ως το 1922 διετέλεσε διευθύντρια του στρατιωτικού περιοδικού «Νίκη» με εντολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Η τελευταία μνεία στο όνομά της ως διευθύντριας της Ελληνικής Επιθεωρήσεως υπάρχει στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1946, όπου αναγράφεται και η διεύθυνσή της στην Αθήνα, Μενάνδρου 83.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις», όπου δημοσιογραφούσε, έκανε το πρώτο εργατικό ρεπορτάζ. Μια φωνή νεαράς Ελληνίδας δημοσιογράφου από την «Ακρόπολι» του Βλάσση Γαβριηλίδη το 1898:

«Αλλά κύριοι εργοστασιάρχαι, δεν θα θεραπεύσητε το κακόν τούτο; Ιδρύσατε συσσίτια και ευεργετήσατε, χωρίς να χάσετε τι, τας χιλιάδας των πτωχών εργατίδων. Αι εργάτιδες πεινούν. Το ξερό ψωμί και η μισή ρέγγα, το ξερό ψωμί και το λίγο τυράκι, το ξερό ψωμί και το ένα πορτοκάλι ή το λίγο σταφύλι, δεν θεραπεύουν την πείνα τους».

 Η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος εργατικού ρεπορτάζ, η Ευγενία Ζωγράφου, με το καρνέ στο χέρι, ζητεί πληροφορίες από τους βιομηχάνους του Πειραιά (1898) για τη ζωή και τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατριών τους.  Στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας, η Ευγενία Ζωγράφου κατέχει ίσως την πρώτη θέση στο λεγόμενο εργατικό ρεπορτάζ, που το αναπτύσσει με θέσεις και λογοτεχνικό στυλ. Πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Εργογραφία

Πεζογραφία

Διηγήματα, Αθήνα, τυπ. Α.Αποστολόπουλου, 1896.
Διηγήματα, 1898.
Διηγήματα, 1900.
Η Γκούραινα, Αθήνα, Α.Ζ. Διαλησμάς, χ.χ.

Θέατρο

Η Μοναχή, [1894] (θίασος Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου)
Ο εξιλασμός, [1895] (θέατρο Παράδεισος)
Η κλεφτοπούλα, [1899] (θέατρο Νεαπόλεως)

Όταν λείπει το χρήμα, [1908]
Η Τζένυ με το γέλιο της
Το στοίχημα
Η Άνοιξη

 

 

Ευγενία Ζωγράφου: Μια λησμονημένη μορφή των γραμμάτων μας

 

Μαριέττα Ιωαννίδου, Ανακοίνωση στην Η’ Επιστημονική Συνάντηση του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. (Μάρτιος 1997, Θεσσαλονίκη).

  

Οι αστυφύλακες, οι οποίοι είχον ταχθεί χθες παρά την είσοδον του θεάτρου των «Ποικιλιών», εκραύγαζον διαρκώς: Ένας ένας. κύριοι! Ένας. ένας! Δεν είναι δυνατόν να μπείτε όλοι μαζί!

Τοιαύτην πραγματικώς εφαίνετο έχων διάθεσιν ο κόσμος, ο κόσμος, ο συρρέων και κατακλύζων τη στοάν του θεάτρου, να εισέλθει όλος διαμιάς, με δίψαν, με ανυπομονησίαν να ίδη το νέον «περίεργον φαινόμενον» το οποίον προανήγγειλαν τα προγράμματα – εν δράμα γραφέν υπό κόρης νεαράς και ωραίας.

Από της ενάτης η αίθουσα ήτο πλήρης και θορυβώδης.[…]

Επί τέλους αίρεται η αυλαία. Προσοχή και ενδιαφέρον, και εφ’ όσον εκτυλίσσεται το δράμα, το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός κορυφούται. Οι ηθοποιοί καλούνται επί της σκηνής επανειλημμένως, ήδη δε από της δευτέρας πράξε­ως εμφανίζεται, χειραγωγούμενη υπό της κ. Παρασκευοπούλου και η συγγραφεύς, κομψή, χαριέσσα, μετά προφανούς συγκινήσεως χαιρετώσα τους χειροκροτούντας θαυμαστάς της. Διότι – είναι περιττόν να είπωμεν-, ευθύς εξ αρχής, η δεσποινίς Ζωγράφου απέκτησε θαυμαστάς, και μάλιστα ενθουσιώδεις. Αυτοί την απεθέωσαν εις το τέλος. Την εκάλεσαν επί της σκηνής πολλάκις, μετά χα­ράς δε την είδον στεφανουμένην διά στεφάνου εξ ανθέων, απτού πλέον δείγματος της όλης επιτυχίας. Και ο κόσμος απήλθε καταγοητευμένος.

Το  απόσπασμα που παρέθεσα προέρχεται από άρθρο της Εστίας της 3ης Μαΐου 1894, χάρη στο οποίο πληροφορήθηκα, πριν από μερικά χρόνια, την ύπαρξη της θεατρικής συγγραφέως, πεζογράφου και δημοσιογράφου Ευγενίας Ζωγράφου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Μετά το πέρας των πανεπιστημιακών σπουδών μου, οι γνώσεις μου σχετικά με τις Ελληνίδες συγγραφείς του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαε­τιών του 20ού περιορίζονταν σε τρία μόνον ονόματα: την Πηνελόπη Δέλτα, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Καλλιρρόη Παρρέν, της οποίας το «Λύκειο Ελληνίδων» είχα επισκεφτεί κάποτε τυχαία την Αθήνα. Στη διάλεξη που παρακολούθησα εκεί, η ομιλήτρια αναφέρθηκε και στα πεζά της Παρρέν, όταν όμως την επομένη αναζήτησα τα έργα της στη βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο ίδιο κτίριο, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε εκεί ούτε ένα αντίτυπο κι ότι έπρεπε να ψάξω στους τόμους της Εφημερίδος των Κυριών, όπου προδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες. Περιττό μάλλον να προσθέσω ότι από τη σειρά των τόμων έλειπαν τουλάχιστον οι μισοί και απ’ αυτούς πάλι ένα σωρό σελίδες είχαν κάνει φτερά.

Το γεγονός αυτό πάντως μου κίνησε την περιέργεια σχετικά με τις «γρά­φουσες» του περασμένου αιώνα και την τύχη τους, περιέργεια που εξελίχθητε σε επιστημονικό ενδιαφέρον. Ένα ενδιαφέρον συναρπαστικό, αλλά και απίστευτα χρονοβόρο, ιδιαίτερα για τον Νεοελληνιστή που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης και στις μέρες που καταφέρνει να βρεθεί στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτό αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της λειτουργίας βιβλιοθηκών και αρχείων, προπάντων όταν έχει την ατυχία να ενδιαφέρεται για προπολεμικό υλικό…

Είχα διαβάσει κάπου ότι «η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, έτσι όπως την έγραψαν οι ιστορικοί της εποχής, κατάντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους όπου θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Θαρρώ ότι το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας, όσον αφορά τον 19ο αιώνα: ονόματα γυναικών απουσιάζουν εντελώς ή αναφέρονται μόνον ένα  -δύο, χωρίς άλλα στοιχεία.

Σε δυο – τρεις περιπτώσεις Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Γιάννη Κορδάτου (1962) και του Νίκου Παππά (1973) για παράδειγμα, οι συγγραφείς τους αφιερώνουν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στις «Ελληνίδες στη Λογοτεχνία», δημιουργώντας έτσι μια ξεχωριστή κατηγορία ποιητών και πεζογράφων με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό το φύλο τους. Ίσως κιόλας να ήθελαν με τον τρόπο αυτό να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην περίφημη écriture feminine. Όπως και να ναι βέβαια, ακόμα και η περιθωριοποίηση είναι προτιμότερη από την αποσιώπηση…

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του ενδιαφέροντος πολλών Νεοελληνιστών προς τις αρχές της πεζογραφίας μας. Μέσα στη γενική αυτή κίνηση και χάρη στις έρευνες που γίνονται στα πλαίσια των «gender studies» (ο όρος αντικατέστησε τον αμφιλεγόμενο «women studies») ευνοήθηκαν και μερικές γυναίκες: Η ήδη αρκετά γνωστή Καλλιρ­ρόη Παρρέν, αλλά και η Ευανθία Καίρη, η συγγραφέας του πρώτου νεοελλη­νικού δράματος γραμμένου από γυναίκα (Νικήρατος, 1826), η ζωγράφος Ελένη Μπούκουρη-Αλταμούρα (1821-1900) και η άγνωστη, τραγική περίπτωση της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου έγιναν μέχρι και αντικείμενο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, αφιερωμάτων σε εφημερίδες, άρθρων, διαλέξεων και μεταφράσεων (Η Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου μεταφράστηκε όχι μόνο στα αγγλικά μα και στα ολλανδικά!)

Μια διδακτορική διατριβή ανέσυρε από τη λησμονιά το έργο μιας σπουδαίας Κωνσταντινοπολίτισσας διηγηματογράφου, της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και μια θεατρική παράσταση ενός πειραματικού θιάσου στην Αθήνα «ανέβασε» ένα έργο μιας εντελώς άγνωστης συγγραφέως, της Μαρίας Μηχανίδου.

Ίσως να υπάρχουν και μερικές άλλες περιπτώσεις που μου διαφεύγουν, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σποραδικές προσπάθειες που σηματοδοτούν όμως μια καλή αρχή. Υπάρχει πλήθος ακόμα υλικού που παραμένει άγνωστο και ανεκμετάλλευτο: ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά βρίσκονται σκόρπια σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στα «αζήτητα» υπάρχουν και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, που εκδίδονταν από γυναίκες και περιέχουν πολύτιμο υλικό όχι μόνο για τον μακρύ και επίπονο αγώνα της Ελληνίδας για χειραφέτηση, αλλά και για την προσφορά της στη λογοτεχνική παραγωγή της Νεότερης Ελλάδας.

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Ποικίλη Στοά.

Ας εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στην Ευγενία Ζωγράφου που αποτελεί το αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής και αυτού του άρθρου. Σε αρκετούς ίσως γνωστή ως δημοσιογράφος – διευθύντρια του περιοδικού Ελληνική Επιθεώρηση (1907-1942) – με διευθυντή σύνταξης από το 1920, από την ίδρυση της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς» και μετά δηλαδή, τον Άγγελο Δόξα. Η λογοτεχνική της δραστηριότητα όμως παραμένει ξεχασμένη και άγνωστη.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο ξεχωριστή για την εποχή της Αναπλιώτισσα; Ελάχιστα τα στοιχεία που κατάφερα ως τώρα να συγκεντρώσω για την ίδια και έτσι αναγκαστικά, η γνωριμία μαζί της έγινε μέσα από τη συγγραφική της δραστηριότητα ή, για να ακριβολογήσω, απ’ το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, μια και δεν έχω βρει ακόμη όλα τα διηγήματα και τα θεατρικά της. Τελικά, αυτή η έλλειψη στοιχείων για την ιδιωτική ζωή του συγγραφέα ίσως ν’ αποτελεί  ευτύχημα για τον ίδιο, όπως πολλοί υποστηρίζουν, επειδή θα κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα το έργο του.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των άρθρων που αναφέρονται στα πεζά και στα θεατρικά της Ευγενίας Ζωγράφου είναι ο θαυμασμός και η απορία για το πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται τόση φυσική και πνευματική ομορφιά στην ίδια νεαρή γυναίκα. Ακούστε, για παράδειγμα, πώς ο Κ. Πωπ κάνει το πορτρέτο της:

«Όταν μου λέγουν: – Γνωρίζετε την κυρίαν τάδε που γράφει; Μου έρχεται να απαντήσω αμέσως: – Όχι, αλλά φαντάζομαι πώς θα είναι. Μαύρη ή ξανθή ξεπλυμένη, με μαύρους όνυχας, με άσχημα δόντια, με μύτην  μεγάλην ή χωρίς μύτην, με στόμα μοχθηρίας ή στόμα όμοιον με του αράπη του μύθου, που το εν χείλος έφθανεν εις τον ουρανόν και το άλλο εθώπευε την γην. Με σώμα καμπουριασμένο, με πόδας ραιβούς, με στήθος… άνευ στήθους, μη έχουοαν τίποτε το γυναικείον εις την ψυχήν και τον νουν, όπως και εις την μορφήν. […]

Η δεσποινίς Ζωγράφου όμως συνέτριψεν την πρόληψιν, ότι μια εύμορφη δεν δύναται ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα… Πλάσμα αβρότατον, λιγυρά εικοσαετίς δεσποινίς, […] με πλούσιαν ελαφρώς κάστανήν κόμην, ροδόλευκον επιδερμίδα, εύθυμον και ανοικτόκαρδον την όψιν, με κάτι αφελές και αθώον και γλυκύ, περιχυμένον εις ολόκληρον την φυσιογνωμίαν της. Το ωραίον φύλον της χρεωστεί πολλά. Πρώτον διότι το αντιπρο­σωπεύει επαξίως ως μορφή. Δεύτερον διότι κατεκρήμνισε το ασάλευτον οι­κοδόμημα της κοινής γνώμης, ότι μία γυνή διά να ασχοληθεί εις τα γράμματα, πρέπει να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών, ουδέποτε δε εύμορφη».

Και ο Σουρής της αφιέρωσε στίχους στο «Ρωμηό» του. χαρακτηρίζοντας την ως την «ωραιότερα μες στας άλλας τας γράφουσας», που «θα δείξει στον Ροΐδη ότι τάχει  τετρακόσια», αναφερόμενος στη γνωστή διαμάχη Ροΐδη – γραφουσών. Ως «αξία παντός επαίνου η δεσποινίς Ζωγράφου» αναφέρεται, τόσο σχετικά με τα επτά θεατρικά της έργα όσο και με τους τρεις τόμους διηγημάτων της που κυκλοφόρησαν το 1896, 1898 και 1900 αντίστοιχα, με τον τίτλο Διηγήματα.

Το πρώτο της θεατρικό, το τρίπρακτο δράμα Η Μοναχή, ιστορικό, βυζαντινής εποχής, πρωτοπαίχτηκε το 1894 σε θέατρο της πλατείας Ομονοίας από το θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου και η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι παραστάσεις επαναλήφθηκαν και το 1895. Το ίδιο πε­τυχημένες ήταν και οι παραστάσεις του δεύτερου ιστορικού της δράματος, της Κλεφτοπούλας, που αναφερόταν στον ξεσηκωμό του ’21 και «ανέβηκε» για πρώτη φορά στο θέατρο Νεαπόλεως το 1899.

Τα πέντε θεατρικά που ακολούθησαν, Ο Εξιλασμός, Όταν λείπει το χρήμα, Η Τζένη με το γέλιο της, Το στοίχημα και το μονόπρακτο Η Άνοιξη, ήταν κοινωνικά δράματα – δύο απ’ αυτά μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και γαλλικά κι ένα στα ιταλικά, ενώ το Όταν λείπει το χρήμα ξανανέβηκε το 1912 στο Θέατρο της Κυβέλης. Το κοινό αποθέωνε τη συγγραφέα καλώντας τη στη σκηνή και στεφανώνοντας τη με άνθη, ενώ οι κριτικοί της εποχής την αποκαλούσαν «Ελληνίδα Γεωργία Σάνδη».

Στα δεκατέσσερα συνολικά διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στις τρεις ομώνυμες συλλογές, δεσπόζουν τα γυναικεία πρόσωπα, νεαρής κυρίως ηλικίας, που ζουν στην Αθήνα, στη με πολύ γοργό ρυθμό μεταλλασσόμενη κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Τα δύο βασικά θεματικά μοτίβα, που αποτελούν «κοινό τόπο» στα περισσότερα διηγήματα της Ζωγράφου, είναι: πρώτον, η εξαρτημένη θέση και η παθητική στάση των γυναικών στην οικογένεια, στον έρωτα, στην κοινωνία και, δεύτερον, η κοινωνική αδικία που συντελείται λόγω της εκμετάλλευσης των αδύναμων και φτωχών από μερικούς αδίστακτους και επιτήδειους.

Είναι φανερό πως η Ζωγράφου συμμερίστηκε από νωρίς τις προσπάθειες για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, που μετά τον πόλεμο του 1897 θα βρουν υποστήριξη απ’ όλους τους νέους λογοτέχνες «παίρνοντας το σχήμα μιας ορισμένης κατακραυγής για κοινωνική αλλαγή», που ο Γουνελάς ονομάζει «σοσιαλιστική συνείδηση». Το «κατηγορώ» της συγγραφέως στρέφεται ενάντια σ’ όσους εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους οικονομικά αδύνατους και τους απροστάτευτους, ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Ο Μάνθος, ο πρωταγωνιστής στο ομώνυμο διήγημα, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής του 1896, που πρωτοδημοσιεύτηκε ως επιφυλλίδα στην καθημερινή Εστία με τον τίτλο Ο Λιράς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

 «Ότε [ο Μάνθος] έφθασεν εκεί, ως θηρίον εισήλθεν εις την απορφανωθείσαν οικογένειαν, των πάντων την εξεγύμνωσεν, έλαβε το εικοσαπλούν του χρέους των και πενομένην άστεγον την έρριψεν εις τους δρόμους.

Η χήρα, πτωχή ασθενής γυνή, είδε να της παίρνει ένα, ένα όλα τα πράγματα του φτωχικού της, δεν παρεπονέθει, δεν έκλαυσε, πλην όταν επρόκειτο ο Μάνθος να φύγει, εγονάτισε και τον παρακάλεσε κλαίουσα και ασπαζόμενη τους πόδας του, να της αφήσει ένα σκέπασμα διά το ασθενές παιδί της και το ασημένιον δαχτυλίδι των αρραβώνων της, τον απλούν κρίκον της αγάπης της. Πλην εκείνος της απάντησε σκληρώς φεύγων: (απόσπασμα)

– Ο κρίκος θα κάνει στο χρυσικό παράδες και το βαμβάκι που ναι στο πάπλωμα, στον αργαλειό πανί».

Η μοναξιά, η απογοήτευση που φτάνει στην απόγνωση, η καταπίεση, η αδικία και η περιφρόνηση που βιώνουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές, μαζί με το άγχος για τη συγκέντρωση της προίκας και το έντονο «κατηγορώ» της συγγραφέως για το θεσμό αυτόν και τα δεινά που συχνά επιφέρει, παρουσιάζονται πολύ γλαφυρά στα διηγήματα και στα θεατρικά της Ζωγρά­φου.

Πιστεύω πως πίσω από πολλούς πρωταγωνιστές των έργων της βρίσκονται υπαρκτά πρόσωπα που η ίδια συνάντησε κατά τη διάρκεια του εργατικού ρεπορτάζ, του πρώτου στην Ελλάδα, που διεξήγαγε το 1898 με εντολή του Βλάσση Γαβριηλίδη, για την εφημερίδα Ακρόπολη, σε εργοστάσια του Πειραιά, όπου οι γυναίκες δούλευαν «μέχρι και δωδεκάωρο τη μέρα για το ήμισυ του κανονικού ημερομισθίου».

Το 1904, τρία χρόνια πριν αρχίσει την έκδοση της Ελληνικής Επιθεώρησης, εκδίδει το 717 σελίδων ιστορικό μυθιστόρημα Η Γκούραινα, ήτοι η γυναίκα του στρατηγού Γκούρα, το οποίο πρέπει να είχε νωρίτερα δημοσιευτεί ως επιφυλλίδα, όπως υποθέτω από μια σύντομη σημείωση στο τέλος του βιβλίου.

Η Γκούραινα αναφέρεται στην εποχή του Αγώνα, συγκεκριμένα στην περίοδο 1817-1826, με βασική πρωταγωνίστρια, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, την κοτσαμπασοπούλα Ασημίνα Λοιδωρίκη, που αγαπά τον φτωχό κι ορφανό Γιώτη Κότσαρη· ο πατέρας και ο αδελφός της την αναγκάζουν να παντρευτεί τον Γιάννη Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Με τις περιπλανήσεις του Γιώτη και του Γκούρα – τα γυναικεία πρόσωπα κινούνται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους – ο παντογνώστης αφηγητής έχει την ευκαιρία να περιγράψει σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης, με στοιχεία που, όπως αναφέρει η συγγραφέας σε υποσημειώσεις, δανείζεται από τον Σουρμελή και τον Βλαχογιάννη.

Στην κεντρική ιστορία ενσωματώνονται και άλλες δύο δευτερεύουσες, η μια «με πρωταγωνιστές τον ήρωα Νικόλαο Σαρρή και την Τουρκάλα αγαπημένη του και η άλλη με κάποιον Γάλλο φιλέλληνα και την Ελληνογαλλίδα  κόρη ενός προξένου. Τα νήματα των τριών αυτών ιστορικών πλέκονται τεχνικά μεταξύ τους και μετά το θάνατο του Σαρρή και του Γκούρα και την ανάληψη  της αρχηγίας του Κάστρου από την ηρωική Γκούραινα, οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές συναντιούνται στην Ακρόπολη και συμπορεύονται προς το τραγικό, για τους περισσότερους απ’ αυτούς τέλος.

Το μυθιστόρημα έχει όλα τα «κλασικά» χαρακτηριστικά ενός ιστορικού μυθιστορήματος: χρονική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και στον ιστορικό χρόνο της αφήγησης, αληθινό ιστορικό πλαίσιο, ο κεντρικός πρωταγωνιστής ο Γιώτης είναι πρόσωπο πλασματικό και όχι ιστορική προσωπικότητα, αναπαριστά τις συνήθειες και τη νοοτροπία της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Η συγγραφέας έχει την ευκαιρία όχι μόνο να προσφέρει ευχαρίστηση στον αναγνώστη, αλλά και να τον διδάξει. Να του υπενθυμίσει τον αποσιωπημένο μεγάλο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να σκιαγραφήσει τρία γυναικεία πορτρέτα – σύμβολα, προσφέροντας πρότυπα συμπεριφοράς, κανόνες ζωής και ηθικές αξίες:

α) την ηρωίδα Γκούραινα, που είναι «χαρακτήρ ατίθασος, αποφασιστικός, ζωηρός και γενναίος, καρδία άφοβος», «{…} που εγνώριζε και να απαντήσει και να υπερασπιστεί. Προπάντων δε εγνώριζε και το δίκαιον της να τo καταστήσει σεβαστόν, αφού ήξευρεν και το άδικόν της, να το υποστηρίξει», όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής και όπως η ηρωίδα αποδεικνύει αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Κάστρου της Ακρόπολης

β) τη γυναίκα που είναι «ωραία, ζωηρά, φιλόγελος, αλλά και φιλέκδικος, αγρία και απερίσκεπτος… με ψυχή σκληρά και εκδικητική» που οδηγεί τον εαυτό της και άλλους στην καταστροφή – και γ) την «πνευμα­τώδη και θαρραλέα γυναίκα», που αποκτά συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης και προσπαθεί να διεκδικήσει τη βελτίωση της.

Παρ’ όλο που τελικά επέρχεται με κάθαρση απολύτως σύμφωνη με τις ηθικές αξίες της εποχής – θάνατος για τις δύο πρωταγωνίστριες που, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, ξεπέρασαν τα επιτρεπτά όρια, συμβατικός γάμος για την τρίτη, που αποκτώντας συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης ως γυναίκας, προσπάθησε να διεκδικήσει τη βελτίωση της -, η συγγραφέας επεμβαίνει συχνά και αποπειράται κάποια περισσότερο τολμηρή πρόταση, πέρα από τις αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο αξίες.

Είναι φανερό ότι πιστεύει στο σημαντικό ρολό του λογοτέχνη στην «ιδεολογική χειραφέτηση», στη διαμόρφωση μιας άλλης  κοινωνικής ηθικής, στην πραγματοποίηση μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ιδωμένο από την άποψη αυτή H Γκούραινα  είναι φανερό ότι ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ελληνικά ιστορικά λαϊκά μυθιστορήματα, όπως τα ονομάζει ο Απόστολος Δούρβαρης, που γνώρισαν μεγάλη ακμή μετά την επονείδιστη ήττα του 1897.

Εδώ πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που, καταφεύγοντας στην ανάμνηση του γνήσιου ηρωικού στοιχείου, αποπειράται να συμβάλει στην προβολή της γυναίκας-ηρωίδας στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Συγχρόνως η συγγραφέας του προσπαθεί να αξιοποιήσει λογοτεχνικά, όπως έκανε και θεατρικά, τις θέσεις της τόσο σχετικά με το «γυναικείο ζήτημα» όσο και με το θέμα της κοινωνικής αδικίας και της διαφοράς των τάξεων – η πλούσια κοτζαμπασοπούλα κι ο έρωτας της για τον φτωχό δουλευτή, ο άρχοντας Σαρρής που αποφασίζει να γίνει κτίστης, η κόρη του προξένου που επιθυμεί να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά τον ξεπεσμένο αριστοκράτη – αγαπημένο της.

Πρέπει επίσης να αναφέρω ότι Η Γκούραινα είναι, απ’ όσο ξέρω, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, αν εξαιρέσουμε τη νουβέλα Ο Αλέξιος, ή τελευταίαι ημέραι των Ψαρών της Αγγελικής Πάλλη, που γράφτηκε στα ιταλικά το 1827 και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1860 από τον Ζακύνθιο Σπυρίδωνα Μονδίνο.

Ένα δεύτερο μυθιστόρημα της Ζωγράφου, με τον τίτλο Ελένη, άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελληνική Επιθεώρηση το 1936, αλλά η δημοσίευση του σταμάτησε μετά από δύο τεύχη και είναι άγνωστο εάν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τόσο όμως σ΄ αυτό όσο και στα σκόρπια σε διάφορα περιοδικά διηγήματα της, όπως άλλωστε και στα διάφορα δημοσιεύματα της, ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελεί τον θεματικό και νοηματικό πυρήνα.

Δίνοντας το βάρος αποκλειστικά στα γυναικεία πρόσωπα του έργου της, η Ζωγράφου θέλει ίσως να υπογραμμίσει πως η κοινωνική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί από τη γυναίκα.

Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε ότι, αν η Παρρέν (1861-1940) είναι η πρωτοπόρος της «αστικής χειραφέτησης» της γυναίκας – η ίδια ήταν μια ευκατάστατη αστή, φανατική μοναρχική και αντιβενιζελική -, η ομότεχνη της Ζωγράφου, πιο ριζοσπαστική, έχει το προβάδισμα στη «σοσιαλιστική χειραφέτηση». Αντιμετωπίζει το «γυναικείο ζήτημα» σε συνάρτηση με την απάνθρωπη κοινωνική υποδομή και το συνδέει με το εργατικό κίνημα – το πρώτο «ορθόδοξο» μαρξιστικό έργο που κυκλοφόρησε το 1892 στα ελληνικά, Γυνή και κοινωνισμός, του Α. Bebel αναφέρεται στα «εργατικά ρεπορτάζ» της.

Την ίδια αντιμετώπιση του γυναικείου ζητήματος, σε συνάρτηση με κοινωνικούς προβληματισμούς, θα συναντήσουμε, λίγα χρόνια αργότερα, και εκ μέρους του Κ. Χατζόπουλου (Ο Πύργος του Ακροπόταμου, 1908) και του Κ. Θεοτόκη (Η Τιμή και το Χρήμα, 1912), των συγγραφέων που αναφέρονται παντού ως «οι εισηγητές του κοινωνικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα». (Αυτός ο διαφορετικός πολιτικός προσανατολισμός των δύο γυναικών- πρωτοπόρων του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος υπήρξε πιθανόν η αιτία της εντελώς τυπικής και, όπως φαίνεται, αυστηρά επαγγελματικής μεταξύ τους σχέσης).

Μέσα στην πρόσφατη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να ξαναγίνει γνωστή η άγνωστη πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ευγενία Ζωγράφου να ακουστεί η αποσιωπημένη φωνή της, να γίνει ορατό το κρυμμένο έργο της που, ενώ εξυμνήθηκε όταν πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοπαίχτηκε, μετά λησμονήθηκε ή απορρίφθηκε χωρίς καν να μελετηθεί. Και ελπίζω να της δοθεί, έστω κι αργά, η θέση που της ανήκει στην επίσημη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

 

Μαριέττα Ιωαννίδου 

Καθηγήτρια του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών

του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

 

 

Υποσημειώσεις


1. Ε. Moutzan-Marünengou, Gekooide dromen. Autobiografie van een Griekse ten tijde van de Verlichtmg. (Εγκλωβισμένα όνειρα. Αυτοβιογραφία μιας Ελληνίδας το καιρό του Διαφω­τισμού). Groningen, 1992.

2. Γ. Παπακώστας. Η ζωή και το έργο της Α. Παπαδοπούλου. Αθήνα 1980.

3. Μ. Μηχανίδου. Νέα Εφεϋρεσις γάμου. Δημοτικό θέατρο Καλλιθέας, 1η παράσταση: 9 Νοεμβρίου 1994.

4. Ο Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό Μούσα (1920-1923). Ζητήματα Ιστορίας της Νεοελλη­νικής Λογοτεχνίας. Αθήνα 1991, αναφέρει και δυο τεύχη του 1944 και 1946 (σ. 18),

5. Στην εφημερίδα Ακρόπολη. 18 Σεπτεμβρίου 1899.

6. Χ. Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία 1897-1912. Αθήνα 1984.

7. Ε. Ζωγράφου. «Πώς εργάζονται οι γυναίκες μας» (1898), στα Δημοσιεύματα. Αθήνα 1903. σ. 32-64.

8. Α. Δούρβαρης. Ο Αριστείδης Ν. Κυριάκος και το λαϊκό ανάγνωσμα. Αθήνα 1992.

9. Β. Θεοδωροπούλου – Λιβαδά. Αγγελική Πάλλη – Βαρθολαμαίη και το έργο της, Αθήνα 1939· μια δεύτερη μετάφραση του ίδιου έργου έγινε από τη Σωτηρία Αλιμπέρτη και δημοσιεύτηκε στην Οικογένεια Αθηνών το 1898.

10. Η προσκόλληση της Παρρέν, τα χρόνια του μεσοπολέμου, στο συντηρητισμό και η εμμονή της σε θέσεις και πρακτικές της πρώτης περιόδου του φεμινιστικού κινήματος συντέ­λεσαν ώστε να θεωρηθεί τελικά ως η εκπρόσωπος του «αστικού φεμινισμού», (βλ. Σ.Ι. Μιχαλιάδου. Η Κ. Παρρέν. Σάμος 1940 και το αναμνηστικό τεύχος Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρύτριας και Προέδρου του Λυκείου των Ελληνίδων Καλλιρρόης Παρρέν (1886-1936). Αθήνα 1936).

 

Βιβλιογραφία


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αρ. 2. 1994. σ. 58.
  • Μ. Ιωαννίδου, «Το πρώτο ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα», στη Νέα Εστία.
  •  Μ. Ιωαννίδου, «Η Γκούραινα της Ευγ. Ζωγράφου· ένα αγνοημένο μυθιστόρημα μιας λησμονημένης συγγραφέως», στο Διαβάζω, αρ. 363, Μάιος 1996, σ. 70-77.

 

Read Full Post »

Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια[i]


  

Γεγονός είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται όλο και μεγα­λύτερο ενδιαφέρον – στο διεθνή και τον ελληνικό επιστημονικό χώρο – για την ιστορία της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων. Έτσι, αυτοβιο­γραφίες, απομνημονεύματα, προσωπικά ημερολόγια, ταξιδιωτικές εντυπώ­σεις, αναμνήσεις, κ.α., έχουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού φαίνεται να αναδεικνύουν τους αφανείς της ιστορίας, τους οποίους η παραδοσιακή ιστοριογραφία παραμερίζει.

Γίνεται, έτσι, όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι για να μπορέσει να εισχωρήσει κανείς στην ατμόσφαιρα μιας εποχής και να διευρύνει τις ιστο­ρικές του γνώσεις, θα πρέπει να μελετήσει τα βιώματα και τις συνθήκες ζωής των καθημερινών ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνον­ται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, τις προτιμήσεις τους, τα πρότυπά τους, τις προσδοκίες τους, τις απογοη­τεύσεις τους και τις απόψεις τους γύρω από ποικίλα ζητήματα, ηθικά, φι­λοσοφικά, κοινωνικά.

Μέσα από το πρίσμα αυτό των μικροϊστορικών προσεγγίσεων, το ιστορικό υλικό αναφέρεται στο μεμονωμένο και όχι στο μαζικό, στο «υπο­κειμενικό» και όχι στο «αντικειμενικό», στο ατομικό και όχι στο συλλογικό. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια αναφορά αποκομμένη από τον κορμό του ιστορικού συγκείμενου, αλλά για μια αναγωγή στο μέρος που ούτως ή άλλως παραμένει πάντοτε εντός του ιστορικο-πολιτισμικού συνόλου. Έτσι υποκειμενικό και αντικειμενικό συγκλίνουν και διενεργείται μια αδιάκοπη ροή μεταξύ ψυχολογίας και ιστορίας.

 

Το Ναύπλιο και η  Κυβέρνηση

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

Η άλωση του Παλαμηδίου (29-30 Νοεμβρίου 1822) αποτέλεσε μια ση­μαντική στιγμή για τους επαναστατημένους Έλληνες, ή οποία τους γέμισε χαρά και αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε ότι η ώρα της απελευθέρωσης και η δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν θα αργούσε να έρθει. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τις δηλώσεις πολιτικών της εποχής (Αθαν. Κανάρης, Θ. Νέγρης), ξέ­νων διπλωματών και περιηγητών [ii]. Το Ναύπλιο όντας πια ελεύθερο επιλέχθηκε ως έδρα της Κυβέρνησης (18.1.1823). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία άλλα υπαγορεύτηκε από μια σειρά λόγους που σχετίζονταν με τη γεωπολιτική θέση της πόλης, τη φυ­σική της οχύρωση και την πρωτοκαθεδρία της έναντι των υπολοίπων πό­λεων της Πελοποννήσου. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει εξάλλου πως κατά την β’ βενετοκρατία το Ναύπλιο με την ονομασία Napoli di Romania ήταν η πρωτεύουσα του Regno de Morea, ενώ επί οθωμανικής κυριαρχίας ως Anadolu υπήρξε το πολιτικό, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του Σαντζακίου του Μοριά.

Με βάση τις προαναφερθείσες παρα­μέτρους η πόλη ορίστηκε (Ιανουάριος 1823) ως έδρα της Προσωρινής Δι­οίκησης της Ελλάδος. Λίγο αργότερα η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) οριστικοποίησε την ανωτέρω απόφαση και με σχετικό ψήφισμά της αναγόρευσε το Ναύπλιο σε Καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής.

Η προσωρινή μεταφορά της Κυβέρνησης για λόγους ασφαλείας στην Αίγινα – Αύγουστος 1827 έως και την 3η Μαρτίου 1829 – δε σήμαινε και μεταφορά της καθέδρας [iii]. Την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για το Ναύπλιο σεβάστηκε ο Κα­ποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο λιμάνι της πόλης – με το αγγλικό δίκρο­το Warspite – στις 6/18 Ιανουαρίου 1828. Η άφιξή του έδωσε τη δυνα­τότητα για εκδηλώσεις ενθουσιασμού στο συγκεντρωμένο πλήθος που τον επευφημούσε ως σωτήρα, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν όλες του τις ελπί­δες.

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Η εικόνα όμως που σύντομα ο Καποδίστριας σχημάτισε ήταν απο­γοητευτική. Η χώρα ήταν ερειπωμένη και ο λαός καθημαγμένος, ενώ η οικονομία, η διοικητική μηχανή, η δικαιοσύνη, ο στρατός, η εκπαίδευση, θεσμοί δηλαδή που θεμελιώνουν ένα ελεύθερο και ευνομούμενο κράτος ήταν ανύπαρκτοι ή διαλυμένοι. Παντού υπήρχαν ερείπια, μισογκρεμισμένα κτήρια, πρόσφυγες, εξαθλιωμένοι κάτοικοι, ορφανά, αρνητικές δηλαδή συνέπειες της Επανάστασης.

Στο Ναύπλιο συνέρεαν καθημερινά πρόσφυ­γες, καθώς ήταν η μόνη ασφαλής πόλη του ελεύθερου ελλαδικού χώρου και τα άτομα που κατέφευγαν εκεί ευελπιστούσαν ότι θα λάμβαναν την πρόνοια της Κυβέρνησης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πόλη προσέλκυε πληθυσμούς (Έλληνες και ξένους) λόγω των οικονομικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων που παρείχε [iv]. Επι­πρόσθετα όμως η κατάσταση αυτή – όπως ήταν φυσικό – επέτρεψε στο να μεταβληθεί ο χώρος σε τόπο μηχανορραφιών, ανταγωνισμών και αλλη­λοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να επιβάλ­λει τάξη στους πρόσφυγες, στους απείθαρχους στρατιώτες και σε κάθε λογής κακοποιά στοιχεία που εκμεταλλεύονταν τη γενικότερη αποδιοργά­νωση που παρατηρείτο[v].

 

Οικοδομικός οργασμός

 

Στις άμεσες προτεραιότητες του Καποδίστρια ήταν να δημιουργήσει ισχυρή κυβέρνηση στον τόπο, να αναδιοργανώσει την επαρχιακή διοίκηση, να ανασυντάξει το στρατό και το στόλο, να θέσει τις βάσεις για την οικο­νομική ανόρθωση της χώρας. Εκτός όμως από αυτά σε προτεραιότητα έθεσε και την ανοικοδόμηση της πόλης, θέλοντας να την καταστήσει πρότυπο ανάπτυξης και για τις υπόλοιπες περιοχές του Κράτους. Πολύτιμο βοηθό του σ’ αυτή του την προσπάθεια είχε ένα συμπατριώτη του, τον Κερκυραίο πολεοδόμο και αξιωματικό του γαλλικού στρατού Σταμάτη Βούλγαρη. Σ’ αυτόν ανέθεσε τον έλεγχο των οχυρωμάτων των φρουρίων, τον επανασχεδιασμό, τη βελτίωση και την ανάπτυξη της υπάρχουσας πό­λης αλλά και την επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας για τη δημιουργία οικισμού προσφύγων, την Πρόνοια [vi].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Η έκταση που καταλάμβανε η πόλη δε διέφερε από τα όρια του σημερινού ιστορικού κέντρου, λόγω ακριβώς της τοπογραφίας της περιοχής και των δύο μεγάλων φρουριακών συγκροτημάτων που την περιέβαλαν, της Ακροναυπλίας και του Παλαμηδίου [vii]. Το Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο εκτεινόταν από την Ακροναυπλία έως τη θάλασσα σε τρεις βασικές ζώνες. Στην πρώτη ζώνη, πλάτους110 μέτρων από τα τείχη της Ακροναυπλίας κατά μήκος των ισοϋψών του οικισμού, δεν έγιναν ιδιαί­τερες οικιστικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για την περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου κατοικούσαν κυρίως ψαράδες. Σημαντικές επεμβάσεις έγιναν στη δεύτερη ζώνη, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με την πρώτη και κατα­λάμβανε την περιοχή έως τα επιθαλάσσια τείχη.

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Στο χώρο αυτό, που είχε καθαρά αστικό χαρακτήρα, υπήρχαν οι σημαντικότεροι ναοί και τα δημό­σια κτήρια της πόλης, όπως οι εκκλησίες της Παναγίας, του Αγίου Γεωρ­γίου, η Μητρόπολη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, οι Γενικές Γραμμα­τείεςτα υπουργεία της εποχής – η πλατεία Πλατάνου (το παλαιό Ενε­τικό Forum) με το μικρό τζαμί που μετατράπηκε σε αλληλοδιδακτικό σχο­λείο, ο Τεκές του Αγά πασά – που εγκαταστάθηκε το Βουλευτικό – το Arsenale, πού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Κοινωνικό και πολιτικό κέντρο της ζώνης αυτής, όπως και της πόλης γενικότερα, αποτελούσε ή πλατεία Πλατάνου, η οποία θα μετονομαστεί αρχικά σε πλατεία Στρατώνα και στη συνέχεια σε Συντάγματος. Κάτω από τον σκιερό πλάτανο, σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου, υπήρχαν υπαίθριοι αναφορογράφοι, που υποκαθιστούσαν τους ανύπαρκτους δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

Η διαμόρφωση της πλατείας ανατέθηκε στο Στ. Βούλ­γαρη, ο οποίος ανοίγοντας τη μικρή κλειστή ενετική πλατεία του Αγίου Γε­ωργίου δημιούργησε τη νέα μεγάλη νεοκλασική πλατεία των Τριών Ναυάρ­χων στα ανατολικά της πόλης – κοντά στα τείχη- όπου εγκαταστάθηκε το Κυβερνείο, κατοικία του Καποδίστρια και μετέπειτα του Όθωνα. Η τρίτη ζώνη – συνολικού πλάτους 100 μ.- εκτεινόταν έξω από τα επιθαλάσσια τείχη και αποτελούσε συνέχεια της δεύτερης. Σε οριζόντιο πια έδαφος οι πολεοδόμοι εφάρμοσαν τους κανόνες της πολεοδομίας του 19ου αιώνα σχεδιάζοντας με απόλυτα κανονική χάραξη δρόμων ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Σύμφωνα με τη νέα ρυμοτομία τα οικόπεδα ήταν μικρού πλά­τους και διαμπερή, ώστε να εξασφαλίζεται ο άνετος αερισμός και ηλιασμός των χώρων.

Έξω από τα τείχη του Ναυπλίου και κοντά στους πρόποδες του Παλαμηδίου δημιουργήθηκε το προσφυγικό προάστιο Πρόνοιαο πρώτος προσφυγικός οικισμός της νεότερης Ελλάδας – στον οποίο εφαρ­μόστηκε ο ίδιος οικοδομικός σχεδιασμός με αυτόν που ίσχυε στην υπόλοιπη πόλη [viii]. Η δημιουργία του εν λόγω οικισμού εντάσσεται στα μέτρα υγεί­ας και κοινωνικής πρόνοιας που έλαβε ο Κυβερνήτης για την αποσυμφό­ρηση των αστικών κέντρων της επικράτειας.

Karl von Heideck

Στην ανοικοδόμηση της πόλης ο Βούλγαρης είχε ως συνεργάτη το Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck, τον μετέπειτα αντιβασιλέα (1833-1835). Η μακρόχρονη παραμονή του τελευταίου στην Ελλάδα – ήδη από την Επανάσταση- και η επαφή του με το στενό φίλο του Κυβερνήτη, Ελβετό τραπεζίτη Eynard, συντέλεσαν στο να διοριστεί γενικός στρατιω­τικός διοικητής Ναυπλίου. Στις αρμοδιότητές του επίσης ήταν να επισκευ­άσει τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της πόλης [ix]. Μαζί με τους προαναφερθέντες το έργο της ανοικοδόμησης ανέλαβε και πλήθος Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων και στρατιωτικών μηχανικών, όπως οι Θ. Βαλλιάνος, Δημ. Σταυρίδης, Ανδρέας Καλλάνδρος, Δημ. Καλλέργης, Εμμ. Μανιτάκης, Πίζας, Α. Garnot, Πασκουάλε Ιππολίτι, Στα­μάτης Κλεάνθης, Eduard Schaubert [x].

Από τις σχετικές εντολές που απέ­στειλε ο Καποδίστριας στο Βούλγαρη αποδεικνύεται πως ο πρώτος ενδια­φέρθηκε ιδιαίτερα για την ανοικοδόμηση της πόλης. Μια από αυτές ανα­φερόταν στην ανακαίνιση όσων οικοδομών είχαν διατηρηθεί σε καλή κατά­σταση και στη σταδιακή κατεδάφιση όλων των κατεστραμμένων και ετοι­μόρροπων κτηρίων – ιδιωτικών και δημόσιων- στη θέση των οποίων έπρεπε να ανεγερθούν νέα. Εντολή επίσης δόθηκε για την αφαίρεση των σαχνισιών προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του αέρα στο εσω­τερικό των σπιτιών, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες υγιεινής [xi].

Εκτός όμως από τους καθαρά πρακτικούς λόγους την αλλαγή της εικόνας της πόλης επέβαλλαν και ηθικοί. Το προεπαναστατικό Ναύπλιο ακολουθούσε την οικιστική δομή των πόλεων της οθωμανικής περιόδου, όπου κοινό γνώρισμά τους ήταν η λειτουργική ενότητα του άστεως, στον πυρήνα του οποίου οργανώνονταν όλες οι διοικητικές, εμπορικές, και θρησκευτικές δραστηριότητες [xii].

Όχι μόνο η διάταξη των δημόσιων κτι­σμάτων, αλλά και η ρυμοτομία και η αρχιτεκτονική των κτηρίων του θύ­μιζε Ανατολή. Οι δρόμοι ήταν στενοί, κακοτράχαλοι και γεμάτοι ακα­θαρσίες, ενώ τα ευρύχωρα διώροφα ή τριώροφα σπίτια – κτισμένα με ξυλοδεσιές (τσατμάδες)- λόγω των προεξοχών τους (σαχνίσια) έφερναν σε άμεση γειτνίαση το ένα κτίσμα με το άλλο[xiii].

Ο Καποδίστριας προσπάθησε λοιπόν μέσω οικιστικών παρεμβάσεων ν’ αλλάξει την προϋπάρχουσα κατάσταση, ώστε η πρωτεύουσα του νέου κράτους να μη θυμίζει το προγενέστερο οθωμανικό παρελθόν της. Για το λόγο αυτό τα κτήρια που κα­τασκευάστηκαν τότε στο Ναύπλιο χαρακτηρίζονται από την καθαρότητα των όγκων και τη γνώριμη ελληνική κλίμακα. Τα περισσότερα από αυτά αποτέλεσαν χαρακτηριστικά δείγματα ενός πρώιμου ελληνικού νεοκλασικισμού. Ενός αρχιτεκτονικού ρυθμού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, επαναχρησιμοποιήθηκε και επικράτησε στην Ευρώπη το 18ο και 19ο αιώνα, για να μεταφυτευθεί και να επικρατήσει και πάλι στην Ελλάδα από τους αρχιτέκτονες της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Το Ναύπλιο και η Αίγινα είναι οι πρώτες πόλεις όπου εφαρμόστηκε ο ρυθμός αυτός, ο οποίος στη συνέχεια κυριάρχησε στην αρχιτεκτονική της Πάτρας, της Ερμούπολης, του Άργους, της Αθή­νας και της Σπάρτης. Τα όποια προβλήματα προέκυψαν από την έλλειψη ντόπιων οικοδόμων, σιδηρουργών και εξειδικευμένων τεχνιτών, πού θα κατασκεύαζαν τις μορφολογικές λεπτομέρειες του ρυθμού (γείσα, κιονό­κρανα, παραστάδες, κιγκλιδώματα) ξεπεράστηκαν με τον ερχομό μετανα­στών τεχνιτών, κυρίως Επτανησίων[xiv].

Η πόλη όμως δεν παρείχε ανάλογες δυνατότητες στον εξοπλισμό των οικιών και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων, αφού ή λαϊκή παρά­δοση δεν είχε να επιδείξει έπιπλα ανάλογα με τα ευρωπαϊκά[xv]. Επειδή μά­λιστα ο ένας και μοναδικός κατασκευαστής επίπλων πολυτελείας δεν μπο­ρούσε να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων, πολλαπλασιάστηκαν σημαντικά οι εισαγωγές. Στο πλαίσιο λοιπόν του εξευρω­παϊσμού του Ναυπλίου εισάγονταν έπιπλα από τη Μασσαλία, τη Γένοβα, τη Μάλτα, ανατολίτικα χαλιά από την Ανατολή και είδη οικιακού εξοπλι­σμού από την Αγγλία και τη Γαλλία[xvi].

 

Οικονομικές και εκπαιδευτικές πτυχές

 

Με την πάροδο του χρόνου η αναρχία και η ανασφάλεια που επι­κρατούσαν έως το 1828 στη χώρα σταδιακά μειώθηκαν παραχωρώντας τη θέση τους στην ευνομία και την ασφάλεια. Σ’ αυτό συνέβαλε τόσο η πα­ρουσία του Καποδίστρια στα δημόσια πράγματα του κράτους όσο και η πολιτική που ακολούθησε. Η νέα κατάσταση οδήγησε εκατοντάδες Έλληνες από όλες τις περιοχές της χώρας στο να εγκατασταθούν στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η διαφορετική προέλευση των νέων κατοίκων της πόλης αποτυπώνεται και στον κατάλογο των ατόμων που εργάστηκαν στο Κυβερνείο. Σε αυτόν καταγράφονται εργάτες από την Τήνο, την Αθήνα, την Κέρκυρα, τη Ρούμε­λη, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, τα Κύθηρα, τη Σίφνο, τα Καλάβρυτα, τον Τύρναβο, κλπ [xvii].

Ο μακροχρόνιος πόλεμος, όπως ήταν φυσικό, είχε πλήξει άμεσα τους αστικούς σχηματισμούς των επαναστατημένων περιοχών. Έτσι στις αρχές του 1828 τόσο στο Ναύπλιο όσο και στην Αίγινα είχαν απομείνει λίγοι έμποροι. Η κατάσταση αυτή άλλαξε επί Καποδίστρια, αφού η πόλη του Ναυπλίου μετατράπηκε σε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κόμβο, προ­σελκύοντας πια όχι μόνο εργατικό δυναμικό αλλά και πλήθος εμπόρων, Ελλήνων και ξένων.

Έλληνες του εξωτερικού (Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Ρωσία, Κεντρική Ευρώπη) αλλά και έμποροι από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική άρχισαν να εγκαταθίστανται στο Ναύπλιο προσδίδοντάς του σταδιακά ευρωπαϊκή εικόνα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι γαλλικοί και ελληνικοί εμπορικοί οίκοι που δραστηριοποιήθηκαν στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου οι αποθήκες, τα εργαστήρια, τα οψοπωλεία, οι ταβέρνες, οι φούρνοι, τα εμπο­ρικά της προκυμαίας και της πόλης εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ντόπιων και αλλοδαπών.

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Η εγκατάσταση πληθυσμών στην πόλη σχετίζεται και με το γεγονός ότι το Ναύπλιο εκτός από την εμπορική δράση ήταν συγχρόνως στρατιω­τικό, διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Κράτους. Στην πόλη λειτουργούσαν νομικά καταστήματα (Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο, Εμποροδικείο) φυλακές και νοσοκομεία. Συγκεκριμένα στον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών υπήρχε πολιτικό νοσοκομείο με την επωνυμία Α’ Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, ενώ από τον Αύγουστο του 1828 ο Heideck ίδρυσε και ένα δεύτερο – εντός του κάστρου της Ακροναυπλίας – για τους στρατιωτικούς. Στα προαναφερθέντα νοσοκομεία προσέφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες Έλληνες και ξένοι γιατροί. Παράλληλα στην πόλη υπήρχε και το φαρμακείο, Ο Σωτήρ, του Βονιφάτιου Βοναφίν, φαρμακοποιού με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στον εν λόγω χώρο ταριχεύτηκε η σορός του Καποδίστρια, πριν μεταφερθεί στην Κέρκυρα όπου και ενταφιάστηκε [xviii].

Μπορεί το κέντρο Παιδείας του Κράτους να ήταν η Αίγινα, το Ναύ­πλιο όμως ως πρωτεύουσα είχε τα δικά του εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στην πόλη προϋπήρχε αλληλοδιδακτικό σχολείο, που ίδρυσε η Φιλανθρωπική Εταιρεία (1826) κατά το πρότυπο των αγγλικών αλληλοδιδακτικών της «British and Foreing School Society». Επί Καποδίστρια ιδρύθηκαν δύο νέα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα στην κάτω πόλη και ένα εντός του κάστρου για τα ορφανά και τους στρατιώτες. Στα εκπαιδευτήρια του Ναυπλίου εντάσσονται τα τέσσερα Ελληνικά Σχολείαένα δημόσιο και τρία ιδιω­τικά – και τα δύο ιδιωτικά παρθεναγωγεία με διευθύντριες την Ελένη Δανέζη και τη Γαλλίδα Charlotte de Volmerange αντίστοιχα. Παράλληλα λειτουργούσαν και δύο άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο των Ευελπίδων [xix] – οργανωμένο κατά τα γαλλικά πρότυπα από το Γάλλο αξιωματικό Pauje – και το Πρότυπον Αγροκήπιον  της Τύρινθας [xx].

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Οι απόφοιτοι του Πολεμικού Σχολείου, που χρησίμευε και ως η πρώτη Ανώτατη Τεχνική Σχολή, στελέχωσαν το Σώμα του Μηχανικού και της Οχυροποιίας και εργάστηκαν ως πολιτικοί αρχιτέκτονες και μηχανικοί στην ανασυγκρότηση της χώρας. Το Αγροκήπιονέκτασης 2.206 στρεμμάτων εθνικής γης – αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια γεωργικής εκπαίδευ­σης στην Ελλάδα. Την εικόνα της εκπαίδευσης στην πόλη συμπλήρωνε το Φιλολογικό Σπουδαστήριο του Λευκαδίτη ιατροδιδασκάλου Α. Παπαδόπουλου-Βρετού (1831). Το σπουδαστήριο ακολουθώντας το πρότυπο των αναγνωστικών λεσχών της Ευρώπης, παρείχε στα μέλη του σε καθημερινή βάση τις υπηρεσίες του. Εκεί μπορούσε κανείς να δανειστεί ελληνικά, γαλ­λικά, ιταλικά, αγγλικά βιβλία, να διαβάσει φιλολογικές και πολιτικές εφη­μερίδες, ή να γράψει.

Το Φιλολογικό Σπουδαστήριο κάλυπτε την έλλειψη βιβλιοπωλείων, αφού στην πόλη υπήρχε μόνο ένα που διέθετε ελληνικά βι­βλία, ενώ ένας Γερμανός βιβλιοπώλης προμήθευε την αγορά με κάποια ξε­νόγλωσσα. Ελληνικά βιβλία και λεξικά πωλούνταν και σε καταστήματα γενικού εμπορίου ή, αν ήθελε κάποιος μπορούσε να γίνει συνδρομητής και να του τα αποστέλλουν. Στο Ναύπλιο λειτουργούσε τέλος και τυπογραφείο στο οποίο εκδιδόταν ο τοπικός Τύπος και κάποια έντυπα. Πάντως καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε ο κυριότερος τρόπος για να διαβάσει κα­νείς ήταν ο αμοιβαίος δανεισμός [xxi].

 

Καθημερινότητα και ψυχαγωγία

 

Ο ευρωπαϊκός αέρας που έπνεε στην πόλη διαφαίνεται και στην ενδυμασία των κατοίκων. Όλων των ειδών τα υφάσματα υπήρχαν στα εμπορικά του Ναυπλίου: φλωρεντινοί ταφτάδες, χρωματιστά μεταξωτά, μουσελίνες για τις κυρίες και τσόχες αγγλικές και γαλλικές, φανέλες και αγγλικά κασμίρια για τους κύριους, ενώ ράφτες και μοδίστρες αναλάμβα­ναν να ικανοποιήσουν τα ευρωπαϊκά γούστα των πελατών τους. Οι όποι­ες δυσκολίες συναντούσε κανείς στην ενδυμασία εστιάζονται στην εξεύρεση ειδών υπόδησης και πιλοποιίας, αφού ο περιορισμένος αριθμός αγγλικών και γαλλικών καπέλων που υπήρχε στα καταστήματα προσφερόταν σε αρκετά υψηλές τιμές. Ίσως το υπερβολικό τους κόστος αιτιολογείται από το ότι αν και οι περισσότεροι Έλληνες ντύνονταν ευρωπαϊκά εξακολου­θούσαν να φορούν το φέσι ακόμα και με επίσημο ένδυμα [xxii].

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Την καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο συμπλήρωνε η ψυχαγωγία και η διασκέδαση. Πολυσύχναστα μέρη της πόλης ήταν τα καφενεία και τα ζαχα­ροπλαστεία, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της κοσμικής και δημόσιας ζωής. Στην πλατεία του Πλατάνου υπήρχαν δύο – τρία καφενεία που φημί­ζονταν για την πολυτέλειά τους και τις παροχές προς τους πελάτες τους. Εκεί οι άνδρες έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν μπιλιάρδο ή τάβλι, ενώ οι κυρίες απολάμβαναν σοκολάτα, σουμάδα, λεμονάδα, παγωτό. Πλήθος επίσης αργόσχολων πολιτικολόγων καπνίζοντας στριμμένο τσιγάρο ή ναργιλέ συζητούσαν θέματα της ελληνικής και της διεθνούς επικαιρότητας. Σ’ ένα από αυτά μάλιστα ο λαός σχολιάζοντας την πολιτική κατάσταση της χώρας δε δίστασε οργισμένος μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (3.2.1830), με το οποίο καθορίστηκαν τα σύνορα της χώρας, να το μετονομάσει σε Καφενείο των τριών αγχόνων [xxiii].

Με τη δύση του ηλίου έκλειναν οι πύλες της ξηράς σηματοδοτώντας την παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η ζωή όμως συνεχιζόταν με άλλους ρυθμούς. Την ίδια ώρα άρχιζαν οι επισκέψεις και οι προσκλήσεις σε δείπνο. Στη δίαιτα των κατοίκων περιλαμβάνονταν τρόφιμα κάθε είδους όπως όσπρια, φρέσκα λαχανικά, φρούτα, κατσικίσιο γάλα, τυρί, λάδι, ρε­τσίνα, κρέας, ψάρια, πέρδικες, λαγούς, πουλερικά και πλάι σ’ αυτά τσάι και καφέ από την Ανατολή, γαλλικά κρασιά και εισαγόμενα αλλαντικά.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Η αγορά γενικά της πόλης μπορούσε να ικανοποιήσει κάθε διατροφική επι­θυμία και κάθε βαλάντιο [xxiv]. Στα χάνια της Πρόνοιας, έξω από τα τείχη, τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα γλεντούσαν με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ότι η άρχουσα τάξη. Το δείπνο τους μπορεί να ήταν λιγότερο πλούσιο, δεν τους έλειπε όμως το κέφι. Εκτός από τις σημαντικές οικογενειακές στιγμές της ζωής όπως η γέννηση, ο γάμος, η βάπτιση, η κάθε μέρα αποτελούσε ευκαι­ρία για διασκέδαση.

Η ανώτερη τάξη της πόλης διασκέδαζε κυρίως με συγ­κεντρώσεις σε σπίτια και χοροεσπερίδες. Άξιες λόγου αποτελούν οι βεγγέ­ρες στα σπίτια Ελλήνων της Μολδαβίας και τα soirees της κ. Rouen. Στην οικία του Κωνσταντίνου Καρατζά, γιου του πρώην ηγεμόνα της Μολδα­βίας Ιωάννη, υπήρχε και το μοναδικό κλειδοκύμβαλον της πόλης. Η οικο­δέσποινα συνήθιζε να διασκεδάζει τους ακροατές της, οι οποίοι άλλοτε απολάμβαναν σιωπηλοί τις μουσικές της ικανότητες και άλλοτε τη συνό­δευαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Η έλλειψη πιάνου δεν εμπόδιζε τους νέους της αριστοκρατίας να διοργανώσουν χορευτικές βραδιές με τραγού­δι και με συνοδεία βιολιού ή μαντολίνου.

Στις βεγγέρες συχνά πραγματο­ποιούνταν λογοτεχνικές βραδιές, στις οποίες οι αδελφοί Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ο Νικόλαος Δραγούμης, ο Δημήτριος Καλλέργης, οι γιατροί Ιωάννης Βηλαράς και Διονύσιος Ταγιαπέρας και αρκετοί άλλοι απήγγελαν ή διάβαζαν τα καινούρια τους έργα ή μεταφράσεις από γνωστά έργα ξένων δημιουργών [xxv].

Στον αντίποδα αυτής της συμπεριφοράς βρισκόταν ο Κυβερνήτης, ο οποίος λόγω του αυστηρού και κλειστού του χαρακτήρα απέφευγε τις υπερ­βολές. Προσπαθώντας να βάλει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους πα­ραμέρισε εντελώς την προσωπική του ζωή. Χωρίς να κάνει χρήση του τίτ­λου του ντυνόταν όπως όλοι οι άλλοι, ενώ σπάνια φορούσε την επίσημη ενδυμασία του.

Δεν δεχόταν εύκολα επισκέψεις στο σπίτι του και η δια­σκέδασή του περιοριζόταν στο να βγαίνει καθημερινά βόλτα με το αμάξι του έξω από την πόλη ή να επισκέπτεται τα βράδια την οικία του Καρα­τζά για να κουβεντιάσει με τη μεγαλωμένη στο Παρίσι συμπατριώτισσά του κυρία Καρατζά, το γένος Κοντού. Αργότερα όμως, ίσως από το φόβο πα­ρεξηγήσεων, σταμάτησε τις επισκέψεις του αυτές[xxvi].

Οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης και προόδου στην πόλη συνεχίστηκαν, αν και διακόπηκαν προσωρινά λόγω της αναστάτωσης και της αναρχίας που προκάλεσε η δολοφονία του Κυβερνήτη. Νέα ακμή γνώρισε το Ναύπλιο με την άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, αφού υπό τη νέα διοίκη­ση ξαναζωντάνεψε η ευρωπαϊκή πορεία της πόλης.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Η εργασία βασίστηκε σε ομιλία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στο πλαίσιο της 182ης επετείου της άλωσης του Παλαμηδίου (Ναύπλιο, 28.11.2004), με θέμα: «Εικόνες από το Ναύπλιο της καποδιστριακής περιόδου (1828-1831)».

[ii] Κ. Κοτσώνη, «Συμβάντα μετά την κατάληψιν του Ναυπλίου (1822)», Πρα­κτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήνα 1979, σ. 161-178. Φ. Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύμα­τα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, επιμέλεια – εισαγωγή – ευρετήριο Τ. Γριτσόπουλος, τόμ. Α’, Αθήνα 1974, σ. 17-47. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο, στα χρόνια του Καποδίστρια», Αθήνα-Μόναχο. Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου, Αθήνα 2000, σ. 73. Μ. Λαμπρινίδη, Η Ναυπλία, Αθήνα 1950, σ. 239.

[iii] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σσ. 73, 81.

[iv] Σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο στο Ναύπλιο (1828) είχαν συγκεντρω­θεί 20.000 με 25.000 πρόσφυγες. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του νέου ελλη­νισμού, τόμ. ΣΤ’, Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 886, 889.

[v] Σπ. Μπρέκη, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας), Αθήνα2 1999, σσ. 92-96. Α λ. Δεσποτοπούλου, Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα2 1996, σσ. 1, 71.

[vi] Απ. Βακαλοπούλου, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σσ. 251-252. Χρ. Στασινο­πούλου, Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμ. Β’, Αθήνα 1979, σσ. 108-109.

[vii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 870, τομ. Η’, σσ. 240-242.

[viii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’, σ. 241, τόμ. ΣΤ’, σ. 887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός οικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία, τχ. 51, Ιούνιος 1994, σσ. 35-46. Κ. Κόμη, «Προσφυγικές μετακινήσεις. Πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», Ιστο­ρία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 3, Αθήνα 2003, σσ. 243-244. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[ix] Karl Von Heideck, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τχ. 12, Αθήνα 1900, σ. 384.

[x] Κ. Κόμη, ό.π., σ. 237.

[xi] Το σαχνίσι αποτελούσε ένα καθαρά βυζαντινό αρχιτεκτονικό στοιχείο που ενσωματώθηκε στην οθωμανική αρχιτεκτονική σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται πια οθωμανικό. Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σ. 75.

[xii] Ελ. Κανετάκη, Οθωμανικά λουτρά στον Ελλαδικό χώρο, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2004, σελ. 45.

[xiii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τομ. ΣΤ’, σ. 886.

[xiv] Ο νεοκλασικός ρυθμός αφομοιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο ρυθμός εφαρμόστηκε μόνο σε δημόσια κτήρια, ανά­κτορα ή μέγαρα, στην Ελλάδα κυριάρχησε μέχρι τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Μ. Καρ­δαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 75. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’,σ. 241. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.

[xv] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 886.

[xvi] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 75-76.

[xvii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος υπέρ της Δημοσίας Υγείας κυβερνητική πολιτική», Επιστημονική Επετηρίς της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (1971-1972), τόμος αφιερωμένος στον Π. Πέρδικα, Αθήνα 1972, σ. 265.

[xviii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος …», ό.π., σ. 269. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Έκδοση Διεύθυν­ση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1997, σ. 22. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, «Το πρώτον νοσοκομείον της Επαναστάσεως και η εν Ναυπλίω «Φιλανθρωπική Εταιρεία»», Πελο­ποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμ. Ε’, Αθήνα 1959, σ. 91.

[xix] Χρ. Φωτοπούλου, «Το αποκαλούμενο «κτίριον της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η Ιστορία του (1828-2005)», Πρακτικά Ζ’ Διε­θνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (12 Σεπτεμβρίου 2005), υπό έκδοση.

[xx] Στ. Παπαδοπούλου, Η  Ελληνική Πολιτεία (1828-1832), Αθήνα 1981, σσ. 57-62.

[xxi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 77.

[xxii] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 77-78.

[xxiii] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί αναμνήσεις, πρόλογος Κ. Άμαντος, τόμ. 1, Αθήνα 19364, σ. 101. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σσ. 872, 876, 886-887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 78.

[xxiv] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 79.

[xxv] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 79-80.

[xxvi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 80.

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Συνέδριο: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος-15ος αιώνας)


 

H 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού & Τουρισμού και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών συνδιοργανώνουν συνέδριο με θέμα: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος-15ος αιώνας), το οποίο θα πραγματοποιηθεί από τις 30 Σεπτεμβρίου ως τις 2 Οκτωβρίου 2011. Ο χώρος διεξαγωγής των εργασιών του συνεδρίου θα είναι το Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Λουτρακίου.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

θεματικοί άξονες του συνεδρίου περιλαμβάνουν το ιστορικό και το τοπογραφικό πλαίσιο δημιουργίας και εξέλιξης των οχυρώσεων, ζητήματα τυπολογίας σε επίπεδο γενικής σύνθεσης και ειδικών αρχιτεκτονικών στοιχείων, κατασκευής και μορφολογίας, καθώς και την εξέταση των στοιχείων της αμυντικής τεχνολογίας (εφαρμογή και εξέλιξη). Ακόμη, στην θεματολογία εντάσσονται η σχετική με την οχυρωματική ορολογία και ζητήματα χρονολόγησης και περιοδολόγησης των αμυντικών κατασκευών.

Η επιστημονική επιτροπή του συνεδρίου αποτελείται από τους: 

  • Δρ. Δημήτρη Αθανασούλη, Διευθυντή 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Γεώργιο Βελένη, ομ. Καθηγητή Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
  • K. Nicolas Faucherre, Καθηγητή Αρχαιολογίας, Université de Nantes,
  • K. Timothy Gregory, Καθηγητή Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ohio State, Columbus, Ohio – Δ/ντη των Ανασκαφών Ισθμίας,
  • K. Πλούταρχο Θεοχαρίδη, Αρχιτέκτονα-Αναστηλωτή, 10η Εφορεία Βυζαντνών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Σταύρο Μαμαλούκο, Καθηγητή Αρχιτεκτονικής, Πανεπιστήμιο Πατρών,
  • Δρ. Κατερίνα Μανούσσου-Ντέλλα, Αρχιτέκτονα, 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Χαράλαμπο Μπούρα, , ομ. καθηγητή Αρχιτεκτονικής, Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο,
  • Δρ. Guy D. R. Sanders, Διευθυντή των Ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Κόρινθο,
  • Δρ. Τάσο Τανούλα, Αρχιτέκτονα-Αναστηλωτή,
  • K. Kωνσταντίνο Τσουρή, Καθηγητή Αρχαιολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Πληροφορίες: Αντώνης Γεωργίου, 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αρχαία Κόρινθος, τηλ. 27410 31443.

 

Read Full Post »

Λαμπροπούλου Δήμητρα


 

Λαμπροπούλου Δήμητρα

Η εκπαιδευτικός – συγγραφέας Δήμητρα Λαμπροπούλου, γεννήθηκε και μεγάλω­σε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στην Αθήνα και το Παρίσι και διδάσκει πάνω από  25 χρόνια στο Κολλέγιο Αθηνών.

Αφοσιωμένη πάντα στην εκπαιδευτική της προσπά­θεια, πλησιάζει τα παιδιά με μια έμφυτη ευαισθησία, κατανόηση και αγάπη. Η προσφορά της υπερβαίνει τις τυπικές γνώσεις και τα στενά πλαίσια της διδασκαλίας του αντικειμένου της. Αντλώντας από τη δική της εμπειρία, γνωρίζει στα παιδιά τις αληθινές αξίες και τα βοηθάει, φέρνοντάς τα πιο κοντά στην εξερεύνηση του εσωτερικού τους κόσμου.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τα πιο κάτω έργα της:

«Μια ζωή ένα όνειρο», εκδόσεις Απόπειρα, 2010 (τρίτη ανατύπωση). Δεκαέξι σύντομες αυτοβιογραφικές εξιστορήσεις, που προσφέρουν την ευκαιρία στη Δήμητρα Λαμπροπούλου να μιλήσει στους νέους αλλά και σε όσους έχουν διάθεση να ξεφύγουν από την πεζότητα και την ισοπέδωση της καθημερινής ρουτίνας. 

«Τα παιδιά γράφουν παραμύθια», εκδόσεις Απόπειρα, 2011 (τρίτη ανατύπωση). Δίγλωσση έκδοση ( Ελληνικά – Γαλλικά). Γραμμένο μαζί με τα παιδιά, διασκευασμένο σε δύο γλώσσες, τους δίνει την ευκαιρία να  μάθουν μια ξένη γλώσσα μέσα από μια δημιουργική αλλά και διασκεδαστική διαδικασία, που τα οδηγεί στην ορθή χρήση του γλωσσικού τους εργαλείου.    

«Ταξιδεύοντας στην Τέχνη», δίτομο, εκδόσεις Απόπειρα, 2010. Ένα ταξίδι σε χώρους που είναι πηγές πολιτισμού: στη Φλωρεντία, για να γνωρίσουμε τα Ουφίτσι, στο Παρίσι, για να γνωρίσουμε το Λούβρο, το Μουσείο Ορσαί, το Κέντρο Πομπιντού, και τέλος, στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσουμε το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ), με σκοπό να παρακολουθήσουμε την πορεία της Τέχνης από την κλασική έως την μοντέρνα μορφή της.   

«Κυνηγώντας τον κλέφτη», εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Nουβέλα παιδική/εφηβική δίγλωσση (ελληνικά/γαλλικά). Όλα τα παιδιά χαίρονται τις διακοπές και περιμένουν με ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα αφήσουν πίσω τη ρουτίνα της καθημερινότητας για να ξεχαστούν στον όμορφο κόσμο της φύσης… μακριά από την πολύβουη πολιτεία. Αλλά τι συμβαίνει όταν ξαφνικά κάποιος κλέφτης θέλει να χαλάσει αυτές τις όμορφες μέρες;

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »