Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Περιηγητές’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος) 


  

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος  ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.

 

Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.

Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.

Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.

Σελεστίνη Μπουισσόν

Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.

Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβε­σπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.

Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση. 

Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».

Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το  «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.

François-René de Chateaubriand

Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.

Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.

Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.

Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.

Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:

 

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:

 
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.

2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.

3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.

4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».

Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.

Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.

 
Πηγές 


  •  Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη,  Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
  •  Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.  
  •  Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μυκήνες 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από τις Μυκήνες σημειώνει:

 

Σατωβριάνδος

[… Ύστερα από μισής ώρας πορεία περάσαμε τον Ίναχο, τον πατέρα της Ιώς, της πασίγνωστης από τη ζηλοτυπία της Ήρας. Στα χρόνια τα παλιά, βγαίνοντας από το Άρ­γος και πριν τις όχθες του Ίναχου, ήταν η Πύλη της Ειλείθυιας κι ο βωμός του Ήλιου. Μισή λεύγα πιο μακριά, από την άλλη μεριά του ποταμού, ο ναός της Μυσίας Δήμητρας κι ύστερ’ απ’ αυτόν ο τάφος του Θυέστη και το ηρώο του Περσέα. Στάθηκα για λίγο στη θέση που υψώνονταν αυτά τα μνημεία ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία κι ύστερα αποχαιρέτησα την πεδιάδα του Άργους, για την οποία ο κ. Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ έγραψε αξιόλογο υπόμνημα.

Έτοιμοι ν’ ανεβούμε τα βουνά της Κορινθίας, βλέπαμε πίσω μας το Ναύπλιο. Το μέρος που ‘μαστε εκείνη τη στιγμή λεγόταν Χαρβάτι — κι από δω αφήνεις τον δρόμο για να ζητήσεις λίγο προς τα δεξιά τα ερείπια των Μυκηνών, που ο Τσάντλερ τα ‘χε προσπεράσει γυρίζοντας από το Άργος. Σήμερα τα ερείπια αυτά γίναν πασίγνωστα από τις ανασκαφές που ‘καμε ο λόρδος Ελγίνος περνώντας από την Ελλάδα. Ο κ. Φωβέλ τα περιέγραψε στις Αναμνήσεις του κι ο κ. ντε Σουαζέλ – Γκουφφιέ έχει τα σχέδιά τους.

Πριν από τους περιηγητές αυτούς ο αβάς Φουρμόν είχε κάνει λόγο για την πόλη των Μυκηνών, που την είχε ιδεί κι ο Ντυμονσώ. Περάσαμε μια περιοχή με ρείκια. Ένα στενό μονοπάτι μάς έφερε σ’ αυτά τα ερείπια, που είναι σχεδόν όπως ήταν στον καιρό του Παυσανία, γιατί δύο χιλιάδες διακόσα ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που οι Αργείοι κατάστρεψαν τις Μυκήνες. Είχαν φθονήσει τη δόξα που ‘χε αποκτήσει η πόλη αυτή επειδή είχε στείλει σαράντα πολεμιστές στις Θερμοπύλες να πεθάνουν μαζί με τους Σπαρτιάτες.

Αρχίσαμε πρώτα από τον λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα, ένα κυκλικό μνημείο κάτω από τη γη, που δέχεται το φως από τον θόλο και που δεν έχει τίποτα το αξιόλογο εκτός από την απλότητα της αρχιτεκτονικής του. Μπαίνεις από ένα όρυγμα που καταλήγει στη θύρα του τάφου, που την κοσμούν παραστάδες από γαλαζωπό συνηθισμένο μάρμαρο από τα γειτονικά βουνά. Ο λόρδος Ελγίνος άνοιξε το μνημείο αυτό και το καθάρισε από τα χώματα που το ‘χαν φράξει εσωτερικά. Μια μικρή πόρτα οδηγεί από τον κυριότερο θάλαμο σ’ άλλον, μικρότερο, που, όταν τον εξέτασα, καθώς δε βρήκα ίχνος τοίχου, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν ένας απλός λάκκος, καμωμένος από τους εργάτες έξω από τον τάφο.

Κι η πορτούλα εκείνη, μία ακόμα είσοδος του τάφου. Άραγε ο τάφος αυτός ήταν πάντα κάτω από τη γη, όπως οι κατακόμβες της Αλεξάνδρειας στη Ροτόντα ή υψωνόταν απάνω από το έδαφος σαν τον τάφο της Καικηλίας Μετέλλας στη Ρώμη; Είχε μια εξωτερική αρχιτεκτονική; Κι αν είχε, τι ρυθμού ήταν; Οι απορίες αυτές δε λύθηκαν ακόμα γιατί τίποτα δε βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν τον τάφο και γιατί δεν είμαστε καν βέβαιοι πως πρόκειται για τον τάφο του Αγαμέμνονα που αναφέρει ο Παυσανίας.

 

Πύλη Λεόντων.

Βγαίνοντας απ’ αυτό το μνημείο, πέρασα μια άγονη κοιλάδα, είδα τα ερείπια των Μυκηνών σε μια πλευρά των αντικρινών λόφων — και προπαντός θαύμασα μία από τις πύλες της πόλης, οικοδομημένη με γιγαντιαία κομμάτια βράχων, στηριγμένων στο ίδιο το βουνό, με το οποίο αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Δύο κολοσσιαία λιοντάρια χωρίς κεφάλια, σκαλισμένα από τις δύο πλευρές της πύλης, είναι το μόνο της στόλισμα. Στέκονται ορθά, το ένα εναντίον του άλλου, όπως τα λιοντάρια που υποστηρίζουν τα οικόσημα των παλαιών ιπποτών μας. Δεν υπάρχει πουθενά, μήτε και στην Αίγυπτο, μια τόσο επιβλητική αρχιτεκτονική, κι η έρημος, που μέσ’ απ’ αυτήν υψώνεται η πύλη, προσθέτει στο μεγαλείο της. Ανήκει στο είδος των έργων που ο Στράβων κι ο Παυσανίας αποδίδουν στους Κύκλωπες και που ίχνη τους βρίσκονται στην Ιταλία. Ο κ. Πετί – Ραντέλ βεβαιώνει πως η αρχιτεκτονική αυτή είναι προγενέστερη από την επινόηση των ρυθμών. Κι ένα παιδί ολόγυμνο, ένας βοσκός, μου ‘δειχνε μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά τον τάφο του Αγαμέμνονα και τα ερείπια των Μυκηνών.

Πιο κάτω από την πύλη αυτήν υπάρχει μια βρύση που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για τη βρύση που ανακάλυψε ο Περσέας κάτω από έναν μύκητα — και γι’ αυτό τάχα ονομάστηκαν έτσι οι Μυκήνες. «Μύκης» στους αρχαίους σήμαινε «μανιτάρι» ή «λαβή ξίφους». Κι αυτός ο μύθος για τις Μυκήνες είναι του Παυσανία. Ξαναγυρνώντας στον δρόμο της Κορίνθου, αισθάνθηκα το έδαφος ν’ αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα κι ανακάλυψα τον θόλο άλλου τάφου.

Ο Παυσανίας μέτρησε στις Μυκήνες πέντε τάφους: του Ατρέα, του Αγαμέμνονα, του Ευρυμέδοντα, του Τηλέδαμου και του Πέλοπα και της Ηλέκτρας, λέγοντας πως ο Αίγισθος κι η Κλυταιμνήστρα θάφτηκαν έξω από τα τείχη. Λοιπόν ο τάφος που ανακάλυψα εγώ ήταν πιθανώς του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας; Τον υπόδειξα στον κ. Πουκβίλ, που βέβαια θα τον αναζητήσει στην πρώτη εκδρομή που θα κάνει στο Άργος. Παράδοξη τούτη η μοίρα, αλήθεια, που μ’ έκαμε να φύγω επίτηδες από το Παρίσι για ν’ ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας …]

 

Πηγή

 


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άργος 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από το  Άργος σημειώνει:

 

François-René de Chateaubriand, 1808

[… Στις 20 Αυγούστου κατά την αυγή βρισκόμουν στο Άργος. Το χωριό που αντικατάστησε την ένδοξη αυτήν πόλη είναι πιο καθαρό και πιο ζωηρό από τα περισσότερα χωριά του Μοριά. Η θέση του είναι πολύ όμορφη, προς το βάθος του Αργολικού κόλπου και μιάμιση λεύγα απέχοντας από τη θάλασσα. Από τη μια πλευρά υψώνονται τα βουνά της Κυνουρίας και της Αρκαδίας κι από την άλλη οι ακρώρειες της Τροιζήνας και της Επιδαύρου.

Όμως, είτε γιατί μ’ είχαν κυριέψει οι θλιβεροί διαλογισμοί, που τους είχε προκαλέσει η ανάμνηση των συμφορών και των εγκλημάτων των Πελοπιδών, είτε γιατί πραγματικά έβλεπα ολόγυμνη γύρω μου την αλήθεια, η γη της Αργολίδας μου φάνηκε ακαλλιέργητη κι ερημωμένη, τα βουνά γυμνά και σκοτεινά και, με δυο λόγια, όλη η φύση γόνιμη σε μεγάλα εγκλήματα και σε μεγάλες αρετές.

Επισκέφθηκα τα λεγόμενα λείψανα των ανακτόρων του Αγαμέμνονα, καθώς και τα ερείπια του θεάτρου κι ενός ρωμαϊκού υδραγωγείου κι ύστερ’ ανέβηκα στην ακρόπολη επιθυμώντας να ιδώ και τις ελάχιστες πέτρες απ’ αυτές που μετακίνησε το χέρι του βασιλιά των βασιλιάδων. Ποιος μπορεί να καυχηθεί πως χάρηκε κάποια δόξα αν συγκριθεί με τους οίκους που ύμνησαν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης κι ο Ρακίνας; Μα κι αντίστοιχα μεγάλη είναι η έκπληξή μας όταν βλέπουμε τι λιγοστά πράγματα απόμειναν απ’ αυτούς τους οίκους.

Πολύς καιρός πέρασε από τότε που τα ερείπια του Άργους πάψαν ν’ ανταποκρίνονται στο μεγαλείο αυτής της πόλης. Ο Τσάντλερ στα 1756 τα βρήκε όπως ακριβώς τα ‘δα κι εγώ τώρα. Ούτε ο αβάς Φουρμόν στα 1746 ούτε ο Πελλεγκρέν στα 1719 στάθηκαν πιο τυχεροί. Στη φθορά των μνημείων του Άργους συντέλεσαν προπάντων οι Ε­νετοί: μεταχειρίστηκαν τα συντρίμματά τους για να χτί­σουν το φρούριο του Παλαμηδιού.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Στα χρόνια του Παυσανία υπήρχε στο Άργος ένα άγαλμα του Δία, αξιοσημείωτο για τα τρία του μάτια κι ακόμα πιο αξιοσημείωτο για τον εξής λόγο: το ‘χε μεταφέρει από την Τροία ο Σθένελος. Και, καθώς λένε, πρόκειται για το ίδιο τ’ άγαλμα που στη βάση του ο γιος του Αχιλλέα έσφαξε τον Πρίαμο. Μα το Άργος, που περηφανευόταν δείχνοντας μες στα τείχη του εκείνους που πρόδωσαν τις εστίες του Πρίαμου, ύστερ’ από λίγο έγινε παράδειγμα της μετάπτωσης των ανθρωπίνων.

Όταν βασίλευε ο Ιουλιανός ο Αποστάτης, τόσο είχε ξεπέσει από την παλαιά του δόξα ώστε εξαιτίας της μεγάλης του φτώχειας δεν μπόρεσε να συνεισφέρει για τους αγώνες στην εορτή των Ισθμίων. Ο Ιουλιανός αγόρευσε υπερασπίζοντας το Άργος κατά των Κορινθίων κι η δημηγορία του διασώθηκε στα συγγράμματά του. Πρόκειται για μια από τις πιο περίεργες σελίδες της ιστορίας των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Τέλος, το Άργος, η πατρίδα του βασιλιά των βασιλιάδων, αφού στον Μεσαίωνα έγινε κληρονομιά μιας χήρας από τη Βενετία, πουλήθηκε απ’ αυτή στην Ενετική Δημοκρατία για δια­κόσα δουκάτα τον χρόνο ισοβίως και πεντακόσια μετρητά. Το συμβόλαιο αυτό το μνημονεύει ο Κορονέλλι. Omnia vanitas! — Ματαιότης ματαιοτήτων!

Με φιλοξένησε στο Άργος ο Ιταλός γιατρός Αβραμιόττι,* που γνώρισε κάποτε τον κ. Πουκβίλ στο Ναύπλιο κι έκαμε σε μια του εγγονή χειρουργική επέμβαση για υδροκεφαλία. Ο κ. Αβραμιόττι μου ‘δειξε έναν χάρτη της Πελοποννήσου, όπου, με τη σύμπραξη του κ. Φωβέλ, είχε σημειώσει τα παλαιά ονόματα κοντά στα καινούρια. Εργασία αληθινά πολύτιμη, την οποία θα μπορούσαν να ‘χουν εκπονήσει μόνο όσοι έμεναν πολλά χρόνια στην Ελλάδα.

* [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν. Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835].

Ο γιατρός που με φιλοξένησε, πλούσιος πια τώρα, λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ιταλία. Και πραγματικά δύο αισθήματα αναζωπυρούνται στην καρδιά του ανθρώπου όσο γερνά: η πατρίδα κι η θρησκεία. Νέοι όταν είμαστε, μπορεί να ξεχνάμε τα αισθήματα αυτά, γερνώντας όμως, ξαναβλέπουμε και την πατρίδα και τη θρησκεία γιομάτες θέλγητρα και νιώθουμε πιο ζωηρή τη λατρεία που τους χρωστάμε. Κουβεντιάσαμε λοιπόν στο Άργος για την Ιταλία και τη Γαλλία για τον ίδιο λόγο που κι ο Αργείος στρατιώτης που ακολούθησε τον Αινεία θυμήθηκε το Άργος όταν πέθαινε στην Ιταλία.

Και μόνο στο τέλος αναφερθήκαμε στον Αγαμέμνονα, που τον τάφο του θα τον έβλεπα την άλλη μέρα. Κουβεντιάζαμε στο μπαλκόνι ενός σπιτιού απάνω από τον Αργολικό κόλπο — και δεν αποκλείεται από δω να ‘ριξε η φτωχή εκείνη γυναίκα το κεραμίδι που διέκοψε τη δόξα και τις τύχες του Πύρρου. Ο κ. Αβραμιόττι, δείχνοντάς μου ένα ακρωτήρι απέναντι, «εκεί», έλεγε, «η Κλυταιμνήστρα τοποθέτησε τον δούλο που θα μηνούσε την επιστροφή του ελληνικού στόλου» κι ύστερα πρόσθεσε: «Έρχεστε από τη Βενετία; Νομίζω πως κι εγώ θα ‘καμα πολύ καλά να γύριζα στη Βενετία». Την άλλη μέρα τα ξημερώματα άφησα τον εξόριστον τούτο στην Ελλάδα, και με καινούρια άλογα και νέον οδηγό πήρα τον δρόμο για την Κόρινθο …]

  

Πηγή


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post στην Αργολίδα (1827)


 

 Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα. Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post 

  

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός σίγουρα δεν είχε την έκταση του ευρωπαϊκού. Οι Αμερικανοί, όμως, φιλέλληνες – όπως και οι Γερμανοί – υπήρξαν οι πλέον ανιδιοτελείς και έβλεπαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων τη συνέχεια των δικών τους αγώνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Στα πλαίσια αυτά τοποθετείται και  η δράση της Φιλελληνικής Επιτροπής της Νέας Υόρκης, που στις 12 Σεπτεμβρίου 1827 θα στείλει φορτίο με προμήθειες (τρόφιμα και ρούχα) στην αγωνιζόμενη Ελλάδα.

Το φορτίο συνοδευόταν από τον πράκτορα της Επιτροπής Henry A. V. Post, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διανομή του. Ο Post με σταθμούς στο Γιβραλτάρ και στα Κύθηρα έφθασε στην Ελλάδα και με βάση τον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στον ελλαδικό χώρο, γύρισε την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τα νησιά των Κυκλάδων και του Αργοσαρωνικού, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Γυρνώντας στη Νέα Υόρκη τύπωσε στα 1830 τις αναμνήσεις του στο βιβλίο του «A visit to Greece and Constantinople in the years 1827 – 8».

Στις 367 σελίδες του παρελαύνουν οι εμπειρίες από το πέρασμά του στην  Ελλάδα και την Τουρκία. Παράλληλα αναφέρεται σε παλιότερα (π.χ. καταστροφή του Δράμαλη) και σύγχρονα επαναστατικά γεγονότα, καταγράφει τη γνωριμία του με επώνυμους  αγωνιστές και πολιτικούς ( Κολοκοτρώνης, Πετρομπέης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, κ.λ.π.), την άφιξη και τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια και τέλος τις εκτιμήσεις του για το χαρακτήρα των Νεοελλήνων. Στο τέλος σε παράρτημα καταγράφει ένα έντεχνο ελληνικό ηρωικό τραγούδι και παραθέτει έγγραφα του Καποδίστρια και πίνακα των σύγχρονων του Ελλήνων συγγραφέων με τα δημοσιευμένα έργα τους.

Μετά τα Κύθηρα ο Post θα φθάσει στο λιμάνι τ’ Αναπλιού (Napoli di Romania, καθώς γράφει ακολουθώντας τους πορτολάνους της εποχής του). Τ’ Ανάπλι θα είναι η πρώτη επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα. Στις σελίδες 9 – 16 αναφέρεται στη γνωριμία του με τις αρχές της πόλης, στον τρόπο διασκέδασης των Ελλήνων της εποχής του και στην επίσκεψη  του στις Μυκήνες. Αργότερα, επιστρέφοντας απ’ τη Μάνη, θα επισκεφθεί το Άργος (σ. σ. 149 – 159) και απ’ εκεί μέσω Ναυπλίου, Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά και Επιδαύρου (σ. σ. 159-171) θα καταλήξει στην Αίγινα.

Ο Post φαίνεται αρκετά κατατοπισμένος γεωγραφικά και ιστορικά για τους τόπους, στους οποίους ταξιδεύει. Οπωσδήποτε κατέχει τον Παυσανία, το Στράβωνα αλλά και τους προ αυτούς περιηγητές (Τουρνεφόρ, κ.α.). Το κείμενό του διακρίνεται  από κάποια δηκτικότητα για τις προλήψεις, θρησκευτικές και άλλες, που κυριαρχούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τέτοια κριτική διάθεση (βλέπε κριτική του για τους ξένους επισκέπτες των Μυκηνών), που μας επιβάλλει να δεχθούμε την αντικειμενικότητά του. Ας δούμε πώς περιγράφει την άφιξή του στ’ Ανάπλι, την πρώτη του γνωριμία με τους ανθρώπους και τον τόπο και την εκδρομή του στις Μυκήνες, ελπίζοντας να επανέλθουμε με την περιγραφή του Άργους:

 

Ανάπλι


  

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

«Το απόγευμα της επόμενης ημέρας ρίξαμε άγκυρα έξω από τ’ Ανάπλι, στα νερά που κάποτε έπλεαν τα περήφανα πλοία του Αγαμέμνονα, έχοντας στο βάθος το Άργος.

Ενωρίς το επόμενο πρωί ο διοικητής και μερικοί αξιωματικοί της πόλης, μας επισκέφθηκαν  μ’ ένα μεγάλο και χοντροειδέστατο καΐκι, συνοδευόμενοι από μια πομπώδη ακολουθία λαμπρά οπλισμένων στρατιωτών. Ήσαν πλούσια στολισμένοι[1] στις όμορφες και ανδροπρεπείς αλβανικές στολές τους και οπλισμένοι με χρυσοστόλιστα και ασημοκόλλητα σπαθιά και πιστόλες, κομψές και ακριβής εργασίας αντικείμενα, λάφυρα που είχαν κερδηθεί στις μάχες από τους Τούρκους αντιπάλους τους.

(Σημείωση Συγγραφέα: Η αλβανική στολή[2] φοριόταν παντού από τους Έλληνες και γενικά απ’ όλες τις τάξεις του πληθυσμού, εκτός από τους νησιώτες, οι οποίοι προτιμούσαν την Υδραίική στολή. Αυτή αποτελείται από κοντή κεντητή  ζακέτα, χωρίς γιακά με μανίκια, που έφταναν λίγο κάτω απ’ τον αγκώνα, αφήνοντας ακάλυπτα τα ξεκούμπωτα μανικέτια του πουκάμισου, ένα σφιχτοκουμπωμένο γιλέκο της αυτής εργασίας και υλικού, μια φουστανέλα (phoustanella) ή ένα είδος μισοφοριού από άσπρο λινό ή μουσελίνα, σφιχτά δεμένη στη μέση με τις απειράριθμες πτυχές της να φθάσουν λίγο πιο κάτω από το γόνατο, κεντημένες υφασμάτινες περικνημίδες, παράξενα μυτερά υποδήματα, και ζώνη γύρω απ’ τη μέση.

Το μέτωπο, οι κρόταφοι, το πρόσωπο – εκτός το μουστάκι – είναι καλά ξυρισμένα, τα μαλλιά πέφτουν άγρια πίσω και το μόνο κάλυμμα της κεφαλής είναι ένα φέσι από κόκκινο ύφασμα με μεταξωτή φούντα στο κέντρο. Η φουστανέλα (phoustanella) εξαιτίας των μεγάλων διαστάσεών της αποτελεί το κύριο μέρος της στολής. Το συνηθισμένο μήκος της είναι δώδεκα ως δεκαοχτώ γιάρδες. Όσοι φέρουν όπλα, φορούν πάνω από τη ζώνη της μέσης μία άλλη φαρδιά δερμάτινη, όπου τοποθετούν τις πιστόλες τους και το γιαταγάνι (ataghan).

Η Υδραίικη στολή[3]αποτελείται από ζακέτα και γιλέκο, όπως τα ανωτέρω, αλλά με λιγότερο επιδεικτική διακόσμηση, πανταλόνια εν είδη τεραστίου σάκου, που σφίγγουν στη μέση και αφήνουν δύο τρύπες στις γωνίες για να περνούν τα πόδια, και φθάνουν ως τα γόνατα, απλά υποδήματα, κάλτσες και ζώνη στην οποία συνήθως βάζουν ένα μαχαίρι σε ασημένια θήκη).  

Σκοπός της επίσκεψής τους ήταν να ζητήσουν περίθαλψη για λιμοκτονούντα πλήθη, που βρίσκονταν μέσα απ’ τα τείχη της πόλης[4]. Τους συνοδεύσαμε στην ακτή και αφού είδαμε με τα μάτια μας την άκρα δυστυχία που επικρατούσε στην πόλη και διαπιστώσαμε την ανάγκη για άμεση βοήθεια, παραδώσαμε στους αξιωματικούς πεντακόσια βαρέλια αλεύρι και ποσότητα ρουχισμού για την περίθαλψη του υποφέροντος πληθυσμού.

Δειπνίσαμε τ’ απόγευμα παρέα με το διοικητή και μερικά άλλα διακεκριμένα πρόσωπα, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Το δείπνο ήταν μια μυθιστορηματική και παράξενη σκηνή.

Μας σερβίρανε σε Ιταλικό στυλ – αν μπορούμε να το πούμε έτσι – μέσα σ’ ένα μεγάλο πανάρχαιο Τουρκικό δωμάτιο με καμία άλλη επίπλωση εκτός απ’ το τραπέζι, ένα κακότεχνο καναπέ και λίγες καρέκλες. Καμιά εικοσαριά αγριωποί ντόπιοι, οπλισμένοι ως τα δόντια, περικύκλωσαν το τραπέζι, καπνίζοντας χωρίς κανένα τακτ και φλυαρώντας με τους αρχηγούς τους, σ’ ένα πραγματικά δημοκρατικό στυλ.

Οι Έλληνες δίνουν τη γεύση Αμερικής, και αντιστρόφως, σε μια ατέλειωτη ποικιλία εγκαρδιοτήτων, που σύντομα άρχισαν να δείχνουν τα αποτελέσματά τους με μια υπερβολικά θορυβώδη ευθυμία. Εγκαρδιότητες που συνοδεύονταν με επίδειξη των πιστολιών και γιαταγανιών (ataghans), που βρίσκονταν στις ζώνες των ημιαγρίων οικοδεσποτών μας.

Ένας μανιώδης κοντός συνδαιτυμόνας, που ενεργούσε σαν τελετάρχης, σηκώθηκε από το κάθισμά του και μετά μερικούς γύρους της μπουκάλας, σήκωσε το ποτήρι του αγέρωχα και με αγαλλίαση, φωνάζοντας « Στην υγεία όλων των ηγεμόνων εκτός απ’ το Σουλτάνο». Μια ντουζίνα ποτήρια τσούγκρισαν στη μέση του τραπεζιού και όλη η συντροφιά εξέπεμπε μια έντονη γεύση πατριωτισμού.  Αμέσως μετά το δείπνο ήρθαν οι μουσικοί, που κάθισαν οκλαδόν στο πάτωμα και μας διασκέδασαν με κάποιους εθνικούς σκοπούς της Ελλάδας.

Είχαμε την τύχη ακούσουμε τα τραγούδια αρκετών από τους ομοτραπέζους μας, τα οποία, όμως, αν και απέσπασαν το θαυμασμό των παρευρισκομένων, στα ασυνήθιστα αυτιά μας έφθασαν στο σημείο να ηχούν αστεία. Ένας ιδιάζων έρρινος τόνος και αργή φωνή συνιστούν το πλέον αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό ενός ελληνικού τραγουδιού, που θεωρούνταν από τους ντόπιους ως εξαιρετικής ομορφιάς. Κανείς απ’ αυτούς δεν έχει στην πράξη ιδέα από τραγούδι, εκτός απ’ αυτό τον τρόπο.

Το πιο ξεχωριστό, όμως, κομμάτι της διασκέδασής μας ήταν ένας αλβανικός χορός στον οποίο ένας Άραβας αιχμάλωτος πολέμου, μας εξέπληξε με τη χάρη και την ευλυγισία του. Ο χορός συνίστατο σε γρήγορες και βίαιες κινήσεις όλου του σώματος, που εναλλάσσονταν με κινήσεις σεμνές και αργές, όχι πολύ διαφορετικές από ινδιάνικο πολεμικό χορό.

Μας χόρεψαν επίσης και το ελληνικό χορό (Romeiko), που καμαρώνουν για την αρχαιότητά του[5], μια ανιαρότητα των Ελλήνων, όπως λέει κι ο Λόρδος Byron. Και πράγματι είναι μια εξαιρετικά ανούσια επινόηση συγκρινόμενη με την ζωηράδα και ευθυμία του Αλβανικού (albanitico). Την επόμενη ημέρα κάναμε μια εκδρομή στην Τύρινθα και τις Μυκήνες, συνοδευόμενοι από αρκετούς αξιωματούχους της πόλης. Μας πρόσφεραν αραβικά άλογα και για να μας δείξουν τη ζωηρή συμπεριφορά των ζωών πριν επιχειρήσουμε να τα ιππεύσουμε, έβγαλαν ένα έξω και πρόσταζαν τον Άραβα χορευτή να ιππεύσει.

Αυτός πήρε στο χέρι του ένα  jereed, ένα αμβλύ ακόντιο, έπιασε την κυματιστή χαίτη, πήδησε στη σέλλα με ελαφρότητα φτερού, κτύπησε τις μυτερές γωνίες των αναβολέων στα πλευρά του ανυπόμονου ατιού, και όρμησε με μια τέτοια ταχύτητα που φοβάσαι να βλέπεις. Έκπληξη και ευφορία ήσαν τα συναισθήματά μας από την επίδειξη των δυνατοτήτων του αλόγου αλλά και του αναβάτη του. Σύντομα όμως καταλήξαμε να αρνηθούμε την προσφορά των αραβικών αλόγων και αντ’ αυτών προτιμήσαμε κάποια πυρρόχρωμα ντόπια τετράποδα, που τα θεωρούσαν ίσως μουλάρια αλλά είχαν όμως ύποπτα σημάδια που τα έφερναν κοντύτερα στα γαϊδούρια.

  

Τύρινθα


 

Nauplia, Seen From Tiryns.

Ο δρόμος διασχίζει την όμορφη κλασική πεδιάδα του Άργους που κάποτε διαφέντευε ο «Βασιλιάς των ανθρώπων»· τώρα, όμως, παρουσιάζει μια όψη μελαγχολική των εγκαταλειμμένων χωραφιών και ερημωμένων χωριών, θλιβερά και πένθιμα ίχνη που οι διαδοχικοί επιδρομείς άφησαν πίσω τους. Λίγες λεμονιές, ελιές και συκιές και εδώ και εκεί κάποια κομμάτια γης με βαμβάκι ή καπνό, ήσαν τα μοναδικά σημάδια καλλιέργειας, σ’ όλη αυτή την εκτεταμένη και εύφορη περιοχή. Συναντήσαμε από καιρού εις καιρόν κάποιους εξαθλιωμένους χωρικούς να φυλάνε τα μικρά τεμάχια γης που είχαν σπείρει, αβέβαιοι για το ποιος θα θερίσει, και πολλά κοπάδια κάποιων πλουσίων καπεταναίων ή προυχόντων (Kapitanos or proestos), που πάχαιναν από την άφθονη νομή που φύτρωνε απ’ το έδαφος.

Τα ερείπια της Τύρινθας βρίσκονται σε πολύ κοντινή απόσταση απ’ το Ναύπλιο.  Δεν είναι τίποτα άλλο από κάποια τμήματα Κυκλώπειων τειχών κα θεμελιώσεων, που το μόνον τους ενδιαφέρον είναι ότι αποτελούν ίχνη ενός μακρινού παρελθόντος και ενθύμηση της πόλης που έδωσε όνομά της στον Τύρινθα ήρωα, και της οποίας τα τείχη, σύμφωνα με τον Παυσανία[6] πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα θαύμα όχι κατώτερο απ’ εκείνο των πυραμίδων της Αιγύπτου.

 

Μυκήνες


  

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μια διαδρομή τρεισήμισι ωρών μας έφερε μπροστά στη θαυμαστή πόλη του Περσέα, την πρωτεύουσα του πανίσχυρου Αγαμέμνονα. Η ονομαστή θέση έκειτο σε ερείπια πολύ πριν τη χριστιανική εποχή και θεωρείτο απ’ τους ίδιους τους αρχαίους σαν ένα σεβάσμιο απομεινάρι της αρχαιότητας.

Όμως και τα ερείπιά της έχουν σχεδόν εξαφανισθεί και η ξακουστή καθέδρα των Ατρειδών πέρασε στα χέρια λιγοστών βοσκών, που έχουν χτίσει τις καλύβες τους κοντά της χωρίς να ξέρουν τίποτα για το χώμα πάνω στο οποίο βαδίζουν, το οποίο τους προσφέρει τροφή για τα κοπάδια τους. Τα λίγα απομεινάρια των Μυκηνών είναι Κυκλώπειες κατασκευές, που έχοντας σταθεί εκεί για τρεις χιλιάδες χρόνια, φαίνεται πως θα καταφέρουν να αντισταθούν στις προσπάθειες του πανδαμάτορα χρόνου να τα καταστρέψει και θα συνεχίσουν την παρουσία τους στην αιωνιότητα.

Η είσοδος στην ακρόπολη διατηρείται ακόμη καλά με μέρος των τειχών σε κάθε πλευρά της  και πάνω απ’ αυτήν ένα ζευγάρι γλυπτών λιονταριών, όπως γενικά αποκαλούνται, αν και στην πράξη θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να τα εκλάβει για τίγρης ή πάνθηρες[7]. Προφανώς  πρόκειται για έργα αρκετά μακρινής εποχής και ίσως πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα ελληνικής γλυπτικής[8], που έχει φθάσει ως τις μέρες μας.

Το πιο αξιοσημείωτο όμως και πιο ενδιαφέρον απ’ τ’ αρχαία αυτά λείψανα είναι το κωνικό κτίσμα, το οποίο είναι γνωστό υπό τα αμφισβητούμενα ονόματα του θησαυρού του Ατρέα και του τάφου του Αγαμέμνονα. Θα ήταν περιττό να επαναλάβω τις συζητήσεις των αρχαιολόγων για το θέμα αυτό[9]. Είναι αρκετό να πω πως η πλέον επικρατούσα και λογική γνώμη είναι ότι το προκείμενο οικοδόμημα ανεγέρθηκε όχι για τους θησαυρούς του Ατρέα αλλά για την τέφρα του ενδόξου εγγονού του.

Έχει κωνικό σχήμα με διάμετρο πενήντα ποδιών και το αυτό περίπου ύψος και όντας καλυμμένο με σημαντικού πάχους στρώμα χώματος, σχηματίζει εξωτερικά ένα τεράστιο και ακανόνιστο εδαφικό έξαρμα. Έχει κατασκευαστεί από τεράστιες τετράγωνες πέτρες, που θα δυσκόλευαν ακόμη και τον Πολύφημο με τους δυνατούς συνεργάτες του να τις μετακινήσουν. Η πλάκα, που σχηματίζει το ανώφλι της εισόδου, έχει τριάντα πόδια μήκος, δεκαπέντε πλάτος και πέντε πάχος. Αυτό το περήφανο μαυσωλείο του Έλληνα ήρωα χρησιμοποιείται σήμερα για τους πιο βέβηλους και εξευτελιστικούς σκοπούς.

Η αφύλακτη είσοδός του κείται ανοικτή στα βήματα του κάθε παρείσακτου. Ο τσοπάνης το χρησιμοποιεί για μάνδρα του κοπαδιού του κι ο γεωργός για σταύλο για τα ζώα του. Ανάβουν φωτιές κι αρχίζουν τα παραπονιάρικα τραγούδια τους, αδιάφοροι για τα φαντάσματα του ένδοξου παρελθόντος, που τριγυρνούν γύρω τους. Ο περαστικός ταξιδιώτης βρίσκει κι αυτός καταφύγιο κάτω απ’ τον θόλο του απ’ τις χειμωνιάτικες καταιγίδες ή τον καυτερό ήλιο. Ακόμη κι οι ευλαβείς προσκυνητές, όπως εμείς, νιώθουν την όρεξή τους να ανοίγει απ’ την κούραση του ασυνήθιστου ταξιδιού και παρακαλούν τον πρώτο χωρικό που βλέπουν να μοιράσει μαζί τους το καρβέλι του και το αρνίσιο τυρί, για να κάτσουν κάτω από κάποια στέγη των ερειπίων ή σε κάποια σωρό ζωοτροφών και να πέσουν με τα μούτρα στο φαγητό, αδιαφορώντας για τα πνεύματα της περιοχής, όπως ακριβώς κάνει το βόδι ή ο γάιδαρος, όταν αναζητούν ανάμεσα στα τείχη το νυχτερινό τους καταφύγιο.

 

Ναύπλιο


  

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Το Ναύπλιο, η πιο σημαντική πόλη του Μοριά και ένα από τα πρώην πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Ελλάδας, αντιπροσωπεύει την αρχαία Ναυπλία, το μεγάλο λιμάνι του Άργους.

Κατά τους πολέμους μεταξύ Τούρκων και Βενετών, η ισχυρή θέση και σημασία του το έκαναν αντικείμενο άγριας διαμάχης των αντιπάλων δυνάμεων. Στα 1540 παραδόθηκε στο Σουλτάνο Σουλεϊμάν Β’ απ’ το Συμβούλιο των δέκα. Ανακτήθηκε στα 1686 απ’ τους Βενετούς και στα 1714 ανακαταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οι οποίοι κόρεσαν την εκδικητική τους μανία με μια γενική και φοβερή σφαγή των κατοίκων (Daru. Hist. de Venice).

Η πόλη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι κτισμένη σε τούρκικο στυλ με τον ίδιο σεβασμό στην υγεία και καθαριότητα, με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι τηρούν στο σχεδιασμό των δρόμων τους. Μερικά απ’ τα σπίτια, που κατελήφθησαν απ’ τους πιο πλούσιους Τούρκους είναι μεγάλα και καλοχτισμένα. Όμως ο μεγαλύτερος αριθμός των κτιρίων βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση, με κίνδυνο να αποτελέσουν εστίες πανούκλας, όπως ακριβώς οι χειρότερες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης. Σε πολλά απ’ τα σημαντικότερα κτίρια, το ισόγειο χρησιμοποιείται σα σταύλος και η άνοδος στα επάνω διαμερίσματα περνάει από σωρούς κοπριάς και μια βρώμικη σκάλα, που συνδέει το διαμέρισμα των τετραπόδων με εκείνο της οικογένειας.

Η πόλη περιβάλλεται από ένα ερειπωμένο τείχος και υποστηρίζεται από δύο δυνατά κάστρα, που στέκονται αγέρωχα πίσω της και δίνουν έναν επιβλητικό αέρα στην περιοχή, ειδικά όταν τα κοιτάζει κανείς από κοντά. Οι οχυρώσεις αυτές, όπως οι περισσότερες στο Μοριά, είναι έργα των Βενετών.

Ο λόφος που ονομάζεται Παλαμήδι, που είναι ψηλότερο και δυνατότερο απ’ τα δύο αντίζηλα κάστρα, και που πολλές φορές χαρακτηρίζεται σαν το Γιβραλτάρ του Αρχιπελάγους, ήταν υπό την κατοχή του Γρίβα[10], ενός ισχυρού Ρουμελιώτη καπετάνιου, που είχε στασιάσει ενάντια στη κυβέρνηση. Μέχρι την έκρηξη της επανάστασης ήταν ένας άγριος, αμόρφωτος κλέφτης (Klepht) και περιγράφεται απ’ όσους τον έχουν δει σαν ένας νέος άνδρας, με υπέροχη όψη, μεγαλόπρεπη ενδυμασία, ήσυχους και γλυκούς τρόπους, εντελώς αντίθετος με τον άνομο και αιμοχαρή χαρακτήρα του.

(Σημείωση Συγγραφέα: Ο κύριος Hartley, ένας Άγγλος μισιονάριος στην Ελλάδα, με πληροφόρησε ότι σε μια συνάντηση με τον Γρίβα, ο τελευταίος του ομολόγησε χωρίς καμία ντροπή, ότι δεν ήξερε να διαβάζει).

Είχε κατ’ επανάληψη κληθεί από την Κυβέρνηση να παράδοση το φρούριο αλλά πεισματικά αρνήθηκε. Γνώριζε ότι μπορούσε να παρακούει ατιμώρητα, μιας και η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να στείλει εναντίον του οποιαδήποτε δύναμη. Για τον εφοδιασμό της φρουράς του είχε επινοήσει μια πολύ απλή μέθοδο, τη ληστεία της πόλης και των περιχώρων απλώνοντας χέρι σ’ ό,τι έφθανε χωρίς ο νόμιμος κάτοχος να μπορεί να αμυνθεί.

Με αυτού του είδους της αρπαγές ο Γρίβας κατόρθωνε να εξασφαλίζει αφθονία εφοδίων γι’ αυτόν και τους υποτακτικούς του[11]. Έτσι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ήσαν οι πιο καλοταϊσμένοι, οι πιο καλοντυμένοι και οι πιο αυθάδεις στην Ελλάδα. Λίγους μήνες πριν αυτός και ο διοικητής του απέναντι κάστρου[12] είχαν στρέψει τα κανόνια εναντίον αλλήλων σ’ ένα παροξυσμό ζηλοφθονίας και ο Γρίβας αρκετές φορές κανονιοβόλησε την πόλη για να επιτύχει συμμόρφωση προς τις υπερβολικές απαιτήσεις του.

Εξαιτίας αυτών των ανωμαλιών το Ναύπλιο είχε χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό του και οι κάτοικοι είναι απρόθυμοι να μείνουν σ’ ένα μέρος, όπου οποιαδήποτε στιγμή κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο βάρβαρων επιθέσεων ενός τυράννου, ο οποίος αντί να τους παρέχει προστασία, χρησιμοποιεί τη δύναμή του για την καταπίεσή τους.

Πολλά σημεία της πόλης έχουν ήδη  υποστεί πολλές  υλικές ζημιές από τις μπάλες και τις βόμβες, που ρίχτηκαν πάνω σ’ αυτά απ’ το Παλαμήδι, και το πιο θλιβερό είναι ότι οι ζημιές επεκτάθηκαν και στους ίδιους τους κατοίκους, ένας σημαντικός αριθμός απ’ τους οποίους θυσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ατυχούς αυτής διαμάχης.

Απ’ το Ναύπλιο περάσαμε στον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στην Ελλάδα…»

 

Κώστας Δανούσης

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 1-10, τεύχος 8, Άργος 1991.

 

 

Υποσημειώσεις


 

1  Για το στολισμό των κλεφταρματωλών βλέπετε Κων/νου Ζησίου, Ο Νικοτσάρας, εν Αθήναις 1889, σσ. 9 -10. Ο Καραϊσκάκης τους μυκτήριζε αποκαλώντας τους «ζαρκαδοπαφίλια» (βλέπετε εφημ. «Αιών» της 19-2-1847), ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης τους είπε στην Κόρινθο «Δεν είναι ντροπή μας να κουδουνίζουμε σαν γυναίκες μεσ’ στα ασημικά;» (βλέπετε Τερτσέτη   Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτα, σσ. 403 – 4).

2 Πρόκειται για κάποια σύγχιση, προερχόμενη από τις ομοιότητες στην ενδυμασία, τον οπλισμό και τις συνήθειες των δυο λαών, Ελλήνων και Αλβανών.

3 Οι βράκες των νησιωτών διέφεραν από τόπο σε τόπο, κυρίως ανάμεσα στους αλβανόφωνους και μη νησιώτες. Το «κοντοβράκι» με το «γιλέκο» ήταν η πιο συνηθισμένη ενδυμασία των παραλίων. Οι Έλληνες περιέπαιζαν τους φέροντες μεγάλες βράκες και τους αποκαλούσαν «χαλντούπηδες» και «ντουντούμηδες», επειδή έμοιαζαν με τους ανατολίτες Τούρκους.

4 Ο φόβος του Ιμπραήμ είχε δημιουργήσει προβλήματα υπερπληθυσμού και επισιτισμού στ΄Ανάπλι. Βλέπετε Οικονόμου, Ιστορικά, σ.σ. 651-2, και Νικολάου Κασομούλη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα, τ. 2ος , σ. 614.

5 Άσχετα από τις ειρωνείες των ξένων, θα πρέπει να επισημανθεί η αίσθηση των τότε Ελλήνων για την αρχαιότητα – και προφανώς την καταγωγή – του χορού τους. Ήταν βέβαια λίγο δύσκολο στους αναθρεμμένους με τα νάματα της Αναγέννησης ξένους να παραδεχθούν τους χειμαζόμενους από την τυραννία και απαιδευσιά Έλληνες σαν απογόνους ενός λαμπρού κλασσικού παρελθόντος.

6 Αντίθετα από τον Post κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά, ΙΙ, 25, 8 – 9) ο ήρωας Τύρινθος, γιος Άργου (γιου του Δία), έδωσε όνομά του στην πόλη.

7 Έως και πρόσφατα «…ειδικοί περί την προϊστορίαν ερευνηταί υπέθεσαν ότι τα ζώα που απεικονίζονται εις την πλάκα του υπέρθυρου της πύλης δεν είναι λέοντες αλλά γρύπες ή σφίγγες…» (Βλέπετε Γεωργίου Μυλωνά, Πολύχρυσοι Μυκήναι, Αθήναι 1983, σ. 79).

8 Πράγματι το ανάγλυφο των λεόντων μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά γλυπτά και ίσως το αρχαιότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό του δυτικού κόσμου (Βλέπετε Γ. Μυλωνά, ο.π.,σ. 79).

9 Οι χωρικοί των χρόνων του Post τον ονόμαζαν τάφο του Αγαμέμνονα. Αντίθετα οι ίδιοι χωρικοί του 2ου αιώνα, φορείς μιας πιο ζωντανής παράδοσης, έδειξαν στον Παυσανία το ίδιο μνημείο ως το θησαυρό του Ατρέα και των παιδιών του.

10 Πρόκειται για τον περιώνυμο Θεοδωράκη Γρίβα, (1797 – 1862), τον πλέον ανοικονόμητο και τυραννικό ίσως καπετάνιο του αγώνα. 

11 Ο Post ακριβολογεί για τη συμπεριφορά του Γρίβα. Περισσότερα γι’ αυτήν βλέπετε Χρήστου Στασινόπουλου, Λεξικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, στο λήμμα «Θεοδωράκης Γρίβας».

12 Φρούραρχος του Ίτς Καλέ ήταν ο αντίπαλος του Γρίβα, ο Σουλιώτης Νάσης Φωτομάρας. Μέρος του φρουρίου αυτού παραχώρησε στους Στραταίους αντί σημαντικού ποσού χρημάτων. Η διαμάχη του με το Γρίβα κορυφώθηκε στις 3/15 Δεκεμβρίου 1826, οπότε άρχισαν να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς, τραυματίες και υλικές ζημιές. Ο τρόμος ανάγκασε τους κατοίκους να σκορπισθούν στους Μύλους, στα ελώδη μέρη του Άργους και του Ναυπλίου, στο Λεωνίδιο, στο Άστρος κ.ά.

 

 

Read Full Post »

Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αγνώστου, μολύβι σε χαρτί, πρώτο μισό 19ου αιώνα.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Read Full Post »

Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα – Δημητρίου Βαρδουνιώτη


 

Στην εφημερίδα ΙΝΑΧΟΣ και στο 2ο φύλλο της 6ης Ιανουαρίου του 1901, διαβάσαμε το πιο κάτω άρθρο του Δικηγόρου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη που αναφέρεται στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα και το οποίο δημοσιεύουμε, θεωρώντας ότι το σύντομο αλλά μεστό κείμενό του, σκιαγραφεί πιστά την κατάσταση της πόλης εκείνο τον καιρό.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

Νομίζομεν, ότι θα ήτο ωραίον, χρήσιμον δε εις διαφώτισιν της καθόλου Ελληνικής Ιστορίας, αν ήδη, λήξαντος του 19ου αιώνος, εκάστη εφημερίς έγραφεν εν γενικαίς έστω γραμμαίς την εκατονταετηρίδα του τόπου, εν ω εκδίδοται. Βεβαίως εν τω στενώ χώρω ενός άρθρου δεν είνε δυνατή ούτε περίληψις καν γεγονότων αιώνος όλου, αλλά μία σκιαγραφία δεν θα ήτο ποτέ περιτ­τή. Ημείς τουλάχιστον ρίπτομεν την ιδέαν και κάμνομεν την αρχήν.

Όπως όλη η Ελλάς, ούτω και το Άργος, από των αρχών του αιώνος μέχρι του 1821 διετέλει εν τω ζόφω της δουλείας. Ο κατά το 1806 περιηγηθείς την Ελλάδα Σατωβριάνδος εύρε την πόλιν χωρίον καθαρώτερον και ζωηρότερον των λοιπών της Πελοποννήσου, αλλά τας γαίας ακαλλιέργητους και ηρημωμένας, τα δε όρη άδενδρα και ζοφερά.

Οι Τούρκοι κατώκουν εις τας ωραιοτέρας συνοικίας της πόλεως, οι δ’ έγκριτοι πλησίον του κατόπιν Καποδιστριακού δημοτικού σχολείου. Ανατολικώς αυτού έκειτο το διοικητήριον, εν τω οποίω κατώκει ο Καϊμακάμης της επαρχίας, και άλλα δημόσια καταστήματα, το τζαμίον και θερμά λουτρά και το περιλάλητον σεράγιον του πλουσιωτάτου Αλήμπεη. Εκ δε των Ελλήνων δύο ήσαν αι επιφανέστατοι οικογένειαι, αι των αδελφών Περρούκα και Βλάσση, ων μέλη μετέσχον και της φιλικής Εταιρίας.

Άμα τη εκρήξει του Ιερού Αγώνος ανεδείχθη οπλαρχηγός και πολιτικός αρ­χηγός της Επαρχίας ο Δημήτριος Τσόκρης, ο τω 1875 τελευτήσας υποστρά­τηγος και υπ’ αυτόν οι Αργείοι μετέσχον πολλών μαχών. Αλλά το Άργος εγένετο θέατρον του πολέμου και πολλών εμφυλίων και αναρίθμητων συμφορών, ως και μεγάλων εθνικών γεγονότων, διότι ήτο σχεδόν ο ομφαλός της Πελοποννήσου και εγγύς του Ναυπλίου, της τότε πρωτευούσης της Ελλάδος.

Ενταύθα τη 30 Νοεμβρίου 1821 συνήλθεν η πρώτη Εθνική συνέλευσις συγκληθείσα υπό του Δημ. Υψηλάντου, τω 1822 υπήρξεν η έδρα της γενικής διοικήσεως, τον Οκτώβριον 1823 συνήλθε το νομοθετικόν σώμα, τον Ιούλιον 1829 η Δ’ Εθνική συνέλευσις και τον Δεκέμβριον 1831 η τελευταία, η λήξασα εν Πρόνοια του Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Κυβερνήτου υπήρξε δυστύχημα μέγα δια την Ελλάδα εν γένει, μέγιστον δε δια το Άργος. Διότι την πόλιν ημών ηυνόησεν εξαιρέτως ο αοίδιμος Καποδίστριας και συν άλλοις ήγειρεν εν αυτή ναούς, σχολεία, στρα­τώνα και άλλα οικοδομήματα, ίδρυσε δε ενταύθα και Πρωτοδικείον. Επί των ημερών αυτού εγκατεστάθησαν και κατώκησαν επί πολλά έτη ενταύθα και έκτισαν και οικίας, έτι και νυν σωζομένας διασημότατοι δημόσιοι άνδρες, ως ο Σπυρ. Τρικούπης, ο Δημ. Καλλέργης και ο Γ.Α. Ράλλης.

Μετά τον θάνατον του Κυβερνήτου το Άργος κατέστη το θέατρον της α­ναρχίας, ήτις ελυμήνατο την πατρίδα μέχρι της ελεύσεως του Όθωνος. Ενταύ­θα ήδρευε το Γ’ Τμήμα της κυβερνησάσης την Πελοπόννησον υπό την αρχηγίαν του Θ. Κολοκοτρώνη Στρατιωτικής Επιτροπής και τον Ιανουάριον 1833 συνέβη η φοβερά σφαγή των Αργείων υπό του Γαλλικού στρατού του Μαιζώνος, ήτις υπήρξεν ανεξάλειπτος ιστορική κηλίς δια τε τους σφαγείς και τους εν Ναυπλίω αρχομανείς ραδιούργους.

Ο βασιλεύς Όθων υπήρξε και αυτός ευεργετικός δια το Άργος απ’ αρχής της βασιλείας του. Το εν Σερεμετίω μέχρι του 1862 διατηρηθέν Ιπποφορβείον, τα παρά τον Ερασίνον πυριτουργεία, τα καταστραφέντα τω 1868, η φυτουργία της χώρας εκείνης και τα παρά την Λέρνην ερειπιωθέντα ήδη πα­ραρτήματα του εν Ναυπλίω Οπλοστασίου, ουκ ολίγον συνετέλεσαν εις την πρόοδον της πόλεως ημών, εν η τω 1837 υπήρξεν έκτακτος η ακμή. Αρκεί μόνον να σημειώσωμεν, ότι η πόλις είχε τότε Ελληνικόν σχολείον υπό την διεύθυνσιν του λογιωτάτου αρχιμανδρίτου Σεραφείμ Ιππομάχη, εις ο εφοίτων 600 περίπου μαθηταί. Υπήρχε δε και τυπογραφείον και πλούτος και ευμάρεια.

Από της συστάσεως του βασιλείου το Άργος εγένετο Α τάξεως δήμος και πρωτεύουσα της ομωνύμου επαρχίας, κατά δε τον πληθυσμόν η πρώτη πόλις του νομού. Εκκλησιαστικώς απετέλεσε μετά του Ναυπλίου την αρχιεπισκοπήν Αργολίδος. Και μέχρι μεν του 1862 είχεν Επαρχείον, Ειρηνοδικείον, σχολεία μέχρι Σχολαρχείου, Ταχυδρομείον, Στρατιωτ. σώμα Ιππικού, εδρεύον ενταύθα και υπομοιραρχίαν. Από δε του 1862 απέκτησε και Τηλεγραφείον και δεύτε­ρον Ειρηνοδικείον και από του 1873 Ταμείον, Οίκον Εφορίαν, υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, όπερ όμως κατηργήθη κατόπιν, και τελευταίως Ειδικόν Πταισματοδικείον και διτάξιον Γυμνάσιον.

Τω 1883 συνέστη και νέον τυπο­γραφείον και εξεδόθη η πρώτη πολιτική εφημερίς υπό τον τίτλον «Δαναός». Το τυπογραφείον όμως εκείνο μετά δύο έτη διελύθη, ως και το μετ’ αυτό συστηθέν, ήδη δε υπάρχει το τρίτον τοιούτο, συστηθέν από δωδεκαετίας. Ά­ξιον δε σημειώσεως είνε, ότι ουδεμίαν ήδη πολιτικήν εφημερίδα συντηρεί η πόλις, εν ω καταναλίσκονται εν αυτή καθ’ εκάστην 250 περίπου φύλλα των Αθηναϊκών. Πέντε τοιαύται, αλλεπαλλήλως εκδοθείσαι, ο Δαναός, ο Ερασίνος, το Φορωνικόν άστυ, το Άργος και ο Αγαμέμνων, δεν ηδυνήθησαν να μονιμοποιηθώσι.

Κατά δε τα τελευταία έτη συνεστήθησαν και Σύλλογοι τινες, η Φιλαρμονική, ο Εμποροβιομηχανικός, ο Δραματικός, ο Δαναός και ο νεώτατος πάντων Ίναχος, εξ ων όμως διατηρούνται ήδη μόνον οι δύο τελευταίοι, εκδίδοντες περιο­δικώς και ομώνυμους εφημερίδας, και η αναδιοργανουμένη Φιλαρμονική. Τέ­λος, εκτός των ναών της Παναγίας Κοιμήσεως και Βράχου, οίτινες υπήρχον και επί της τελευταίας Ενετοκρατίας, κατά τον 19ον αιώνα εκτίσθησαν και πάντες, οι νυν ναοί της πόλεως, ων περίβλεπτοι είνε ο του Αγίου Ιωάννου και ο νυν μητροπολιτικός του Αγίου Πέτρου, αρχιεπισκόπου Άργους.

Πολιτικούς άνδρες εγέννησε το Άργος, εκτός του στρατηγού Δ. Τσόκρη, τον επί Καποδιστρίου έτι γερουσιαστήν, έξοχον επί παιδεία και πολιτική αρετή και δολοφονηθέντα ενταύθα τω 1851 Δημ. Περρούκαν και τους Βλάσσηδες μετά δε το 1843 τον Ανδρέαν Δανόπουλον, πολλάκις βουλευτήν και κατά το 1852 υπουργόν των Εσωτερικών, τον Α. Λαμπρινίδην, Ν. και Γ. Τσόκρην, Ανδρ. Ζαήμην, Λεων. Ζωγράφον, Αγγ. Γεωργαντά και άλλους. Δήμαρχοι δε Άργους ανεδείχθησαν κατά καιρούς οι εξής. Πρώτος από της συστάσεως των δήμων ο Χρήστος Βλάσσης, όστις ύστερον εγένετο και γερουσιαστής και μετ’ αυτόν οι Γεώργιος Τσόκρης, αδελφός του στρατηγού, Κ. Ροδόπουλος, Κ. Βόκος, Ιω. Βλάσσης, Λ. Λαμπρινίδης και Πέτρος Διβάνης. Από δε του 1866 οι Μιχ. Πασχαλινόπουλος, Μιχ. Παπαλεξόπουλος, Σπ. Μαλμούχος, Χ. Μυστακόπουλος και ο νυν Εμμ. Ρούσσος.

Και εις το εμπόριον και την βιομηχανίαν διέπρεψαν οι Αργείοι. Χιλιάδες τούτων έχουν εγκατασταθή εν Αθήναις, Πειραιεί, Αιγύπτω και αλλαχού και διακρίνονται επί επιφανεία και πλούτω. Επίσης δε και εις τας επιστήμας ανε­δείχθησαν ιατροί, φαρμακοποιοί και πολλοί νομικοί, ων τινες ανήλθον και εις τα ύπατα επιστημονικά και δικαστικά αξιώματα.

Αξιοπερίεργον εν τούτοις είνε ότι μόνο η φιλολογία και θεολογία δεν εύρον ενταύθα  οπαδούς. Ο επικρατών όμως χαρακτήρ των Αργείων είνε, ότι είνε λαός κυρίως κτημα­τικός και γεωπόνος. Διεκρίθη επί φιλοπονία εκαλλιέργησε και εφυτούργησε το ανατολικόν και νότιον Αργολικόν πεδίον, μεταξύ των φυτειών του οποίου εξέχουσιν η σταφίς, η άμπελος και η ελαία και το οποίον είνε εύφορον εις παραγωγήν παντός είδους καρπών, συντηρεί δε και κτηνοτροφίαν.

Ως προς τα πολιτικά του φρονήματα ο λαός του Άργους υπήρξεν ανέκαθεν φιλοβασιλι­κός και φιλήσυχος. Εκτός του ευεργέτου Καποδιστρίου ον δικαίως ελάτρευεν, ηγάπα και τον Όθωνα και κατά την εκθρόνισιν αυτού ουδέν σχεδόν έλαβε μέρος ενεργόν.

Μόνον πολίται τινές τη 11 Οκτωβρίου 1862 εθανάτωσαν αγριώτατα τον ενταύθα υπομοίραρχον Γεώργ. Μπαρμπέταν, τον σπάνιον εκεί­νον στρατιώτην δια την πίστιν εις τον όρκον και τον ηρωισμόν εις το καθήκον του. Ωσαύτως δε αγαπά και τον Γεώργιον, αείποτε συντηρητικός και φιλόνο­μος. Παρετηρήθη έτι, ότι εν τη ενασκήσει των πολιτικών δικαιωμάτων του ο τόπος αυτός από του 1862 δεν είνε εγωιστής, ούτε υπερήφανος. Εισήγαγεν εν τη επαρχία συν άλλοις και την γενικήν πολιτογράφησιν και εξελέξατο αντι­προσώπους του, άλλοθεν καταγομένους, ου ένεκα παρωνομάσθη ελευθέρα Κέρκυρα.

Η πόλις οικοδομικώς ολίγον προώδευσεν. Απέκτησε μεν καλάς τινός οικο­δόμος, αλλά δύναται να εύρη τις ακόμη και εργαστήρια, από Τουρκοκρατίας κτισθέντα, ως και κατοίκους με τα παλαιά τραχύτατα ήθη.

Είνε όμως τόπος υγιεινός εν γένει με τον εξόχως ωραίον ορίζοντα αυτού. Έχει δύο κεντρικάς πλατείας και τινας οδούς καλάς. Έχει δε και ουκ ολίγα βιομηχανικά καταστή­ματα, αμαξοπηγεία, σιδηρουργεία και εργοστάσια υφαντουργίας, οινοπνευματοποιίας και ατμομύλου. Υδρεύεται τέλος εκ φρεάτων και εκ του ύδατος του Ερασίνου, διοχετευομένου προ ετών δι’ υδραγωγείου κτιστού και εν μέρει σιδηρών σωλήνων.

Το Άργος δεν προώδευσε μολαταύτα αρκούντως εν συνόλω κατά τον λή­ξαντα ήδη αιώνα. Και δια τούτο εξαιρέσει ολίγων πλουσίων και τοκιστών, ο εκ 10.000 περίπου κατοίκων σημερινός πληθυσμός αυτού δυσπραγεί κατά το μάλλον και ήττον, μειονεκτεί δ’ εν πολλοίς των κατοίκων πολλών άλλων Ελλη­νίδων πόλεων.

Από το περιοδικό « ελλέβορος» του 1988, ανιχνεύσαμε την πιο κάτω συμπλήρωση που καταθέτει ο Δικηγόρος και ιστορικός Βασίλης Δωροβίνης, σε σχετικό άρθρο του.

Συμπλήρωση Βαρδουνιώτη (από το 3ο φύλλο του «Ινάχου»): στο σημείο « ένθα ο λόγος ότι το Αργολικόν πεδίον συντηρεί και κτηνοτροφίαν, παρελήφθη η περικοπή εις την ανάπτυξιν της οποίας οφείλεται και η κατά τον Μάιον του 1899 ενεργηθείσα εν Άργει πρώτη Ελληνική κτηνοτρο­φική έκθεσις, επιμελεία της Ελλην. Βιοτεχνικής Εταιρείας και υπό την προστασίαν του Βασιλέως».

Πρόκειται για την Α’ Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση, που οργα­νώθηκε στους Στρατώνες Καποδίστρια και στις γύρω πλατείες και είχε πανελ­λήνια απήχηση. Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ έμεινε, τότε, στο Άργος επί δύο μέρες.

   

Πηγές


  • Εφημερίδα «Ίναχος», αριθ. 2, Άργος 6 Ιανουαρίου 1901.
  • Περιοδικό «Ελλέβορος» , τεύχος 5, Άργος, 1988.

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στο Ναύπλιο.

 

 

Το Ναύπλιο


 

Henriette Lorimier, Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Musée national du Château et des Trianons (Versailles).

Ο Στράβων επονομάζει το Ναύπλιο επίνειο ή λιμάνι του Άργους. Άλλοτε, επεδείκνυαν εδώ ως έμβλημα ένα γάιδαρο, χαρακτηριστικό της αγραμματοσύνης των Ναυπλιωτών, σήμερα όμως αυτό το έμβλημα έχει υποκατασταθεί από τον ιππόγρυπα της Βενετίας ή λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, πάνω στην πύλη εισόδου της πόλης.

Οι Τούρκοι άφησαν άθικτο το έμβλημα, διατηρώντας το ως ένα τρόπαιο από τη νίκη τους κατά των απίστων. Από το 2ο μ.Χ. αιώνα και μετέπειτα, η πόλη αυτή είχε σχεδόν ερημωθεί, είναι όμως πολύ πιθανόν, αργότερα, να εποικίστηκε και πάλι, καθώς βλέπουμε να μνημονεύεται ένας επίσκοπός της στα πρακτικά της Συνόδου, τα αναφερόμενα στην επανενθρόνιση του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Το Χρονικό του Μωρέως εμφανίζει το Ναύπλιο ως ένα από τα σπουδαιότερα κάστρα της Αργολίδας. Ο Ranusio, ο οποίος ανάγει στο έτος 1205 την κατάκτηση της πόλης από τους Βενετούς, σημειώνει ότι λίγο αργότερα κυριεύτηκε και πάλι από κάποιο πρίγκιπα ονόματι Giovanitza.

Μολαταύτα, είναι πιθανόν ο τελευταίος να μη διατήρησε στην κατοχή του το Ναύπλιο για μεγάλο διάστημα, αφού, σύμφωνα με τον Verdizotti, μέσα στον ίδιο αιώνα, η πόλη του Ναυπλίου ανήκε ταυτόχρονα και στη Μαρία dErigono, χήρα του Πέτρου, του γιου του Φρειδερίκου Corner Piscopia, ο οποίος τη δώρησε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία.

Όταν οι Βενετοί ασκούσαν την κυριαρχία τους  πάνω σ’ αυτή την πόλη, έτυχε ν’ απωθήσουν επανειλημμένα τις επιθέσεις των Τούρκων, έως το 1460, οπότε δοξάστηκαν αναγκάζοντας τον Μαχμούτ, στρατηγό του Μωάμεθ Β’, να λύσει την πολιορκία της πόλης τους. Εξίσου άτυχος στάθηκε το 1537 και ο Σουλεϊμάν, δυο χρόνια όμως αργότερα, το Ναύπλιο κατακτήθηκε από τον Κασσίμ, τον σερασκέρη του, και σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι Τούρκοι τη διατήρησαν στην κατοχή τους επί εκατόν πενήντα τέσσαρα χρόνια.

Η άλωση του Ναυπλίου από τον Κασσίμ, ή μάλλον από τον Χαϊρεντίν, συνδέεται με μια τόσο παράξενη ιστορία, ώστε κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε εδώ τα κυριότερα σημεία της. Βασίζομαι τόσο στην αυθεντικότητα της αφήγησης του Brantome, όσο και στους θρύλους της Τουρκικής παράδοσης, που λένε ότι αυτός ο περιώνυμος τυχοδιώκτης ήταν γαλλικής καταγωγής. Έτσι, λοιπόν, τόσο ο Κιουπρουγλού, όσο κι ο Γιώργης Τσέρνι, ο τελευταίος από τους χριστιανούς της Σερβίας, αντλούσαν την καταγωγή τους από τη γηραιά Γαλλία, ηρωική κοιτίδα όλων των ανδρείων.

Σύμφωνα με την παράδοση, λοιπόν, ο Χαϊρεντίν καταγόταν από τον οίκο των d’ Authon της περιοχής Saintonge. Η μητέρα του, η Μαργαρίτα de Marcueil, είχε προσκομίσει ως προίκα στον πατέρα του τις εκτάσεις και τα φέουδα Bernadieres και  Combes. Ο d’ Authon ενώθηκε με τα στρατεύματα του κ. de Ravastein, τον οποίο ο Λουδοβίκος ΙΒ’ έστειλε στην Ανατολή, ώστε να ενισχύσει τους Βενετούς που πολεμούσαν εναντίον των Τούρκων. Κατά την εκστρατεία εκείνη ο d’ Authon συνδέθηκε στενά με τον Montsoreau, το  δευτερότοκο γιο του οίκου των Berneuil της Ανδεγαυΐας.

Οι δυο αυτοί ιππότες ήταν παρόντες στην πολιορκία της Μυτιλήνης, όπου, κατόπιν διαφωνίας Γάλλων και Βενετών, οι δυο πλευρές διέλυσαν τη συμμαχία τους χωρίς να προκύψει κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα απ’ αυτό το γεγονός. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τον d’ Authon και τον Montsoreau, οι οποίοι αφού λεηλάτησαν όλα όσα συνάντησαν στο πέρασμά τους, εμφανίστηκαν πάλι στη Γαλλία φορτωμένοι λάφυρα και πλούτη. Ο ιππότης d’ Authon διαβεβαίωνε ότι έφερε μαζί του ένα πέπλο της Παναγίας, το οποίο ανακάλυψε, ως εκ θαύματος, κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Όλοι είχαν την περιέργεια να δουν αυτό το πολύτιμο κειμήλιο, κι ο d’ Authon έκρινε ότι ήταν καθήκον του να  το δωρίσει στην ενορία του Champeou, στην οποία άνηκε και η δική του ιδιοκτησία Bernadieres. Επιθυμία του  ήταν να ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του εκεί. Όποιος όμως γεύτηκε μια φορά την περιπέτεια της θάλασσας, δύσκολα απαρνιέται τη ρηξικέλευθη ζωή που αυτή συνεπάγεται.

Ο d’ Authon  και ο Montsoreau  δεν μιλούσαν παρά για τη Μυτιλήνη. Δεν άργησαν να ξαναγυρίσουν εκεί για να γίνουν κουρσάροι, κι ασπάστηκαν το μωαμεθανισμό διαδίδοντας ότι ήταν αδέλφια, παιδιά ενός Εβραίου εξωμότη καταγόμενου από τη Λέσβο. Τότε, λοιπόν, απαρνούμενοι τόσο τη βάφτισή τους, όσο και τις οικογένειές τους, ο μεν ονομάστηκε Χαϊρεντίν, από το όνομα του Κάιν, του υποτιθέμενου πατέρα του, ενώ ο άλλος πήρε το όνομα Αρούτζ, στο οποίο πρόσθεσε και το προσωνύμιο Μπαρμπαρόσα. Συμμάχησαν κι οι δυο τους μ’ έναν πρώην βαστάζο που ήταν και ατρόμητος κουρσάρος, κι ήταν γνωστός σε όλους με το παρανόμι Χαμάλης.

Γνωρίζουμε ποια ήταν η συμπεριφορά του Μπαρμπαρόσα το 1517 μπροστά στις πύλες του Αλγερίου, όπου και στέφτηκε βασιλιάς, και πως ο Χαϊρεντίν, συνεχίζοντας την πειρατική τέχνη του, συμμάχησε και πάλι με τον Μπαρμπαρόσα, για να σπείρει τον τρόμο σ’ όλη την χριστιανοσύνη, μετά τη νίκη του κατά του Καρόλου του Ε’. Στη μάχη της Τύνιδας, όπου συνέπραξαν και οι δυο συνωμότες, ήταν παρόν και ο Πιζάρο.

Ο τελευταίος διαπίστωσε πόσο αποτελεσματική μπορεί ν’ αποβεί η πειθαρχία προκειμένου ν’ αναχαιτιστούν τα στίφη των Βαρβάρων, κι έτσι ξεκίνησε από εδώ για να πάει να κατακτήσει  το Νέο Κόσμο.

  

Η κατάληψη του Ναυπλίου από τον Μπαρμπαρόσα


 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Την ίδια ώρα ο Μπαρμπαρόσα έβαζε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, κι έχοντας έναν ολόκληρο στόλο κι έναν ατρόμητο στρατό ξηράς κάτω από τις διαταγές του, θεάθηκε να πορεύεται προς την Ρώμη, κι αφού πρώτα έσπειρε τον τρόμο στην Ιταλία, κατέλαβε στη συνέχεια τη Σύρο, την Πάτμο, την Πάρο, την Αίγινα, τη Νάξο το Ναύπλιο, τρέποντας σε φυγή τον αήττητο στόλο του Ντόρια. 

Ας μου συγχωρεθεί το γεγονός ότι, μιμούμενος τον Παυσανία, παρενέβαλα στις ταξιδιωτικές μου περιγραφές ένα αναξιόπιστο σε μερικά σημεία του αφήγημα. Προς τα τέλη της βασιλείας του Ερρίκου Δ’, η Γαλλία τοποθέτησε στο Ναύπλιο έναν πρόξενο καθώς και μια ιεραποστολή αποτελούμενη από Καπουτσίνους της οδού Σαιντ Ονορέ, οι οποίοι παρέλαβαν αργότερα τα ιερά δισκοπότηρά τους από την παρισινή αδελφότητα των Μοναχών του Αγίου Μυστηρίου. Αυτή ήταν η κατάσταση που συνάντησε ο La Guilletière όταν διέτρεξε ένα τμήμα του Μοριά. Είχε παρατηρήσει πόσο καλοπροαίρετοι ήταν οι Έλληνες, και πόσο κακεντρεχείς οι Τούρκοι του Ναυπλίου.

Σ’ αυτόν οφείλουμε τις πληροφορίες σχετικά με την αποστολική φιλανθρωπία και την αυταπάρνηση του Πατρός Βαρνάβα, όταν ο τελευταίος οδηγήθηκε ενώπιον του οθωμανικού Σανχεδρίν και καταδικάστηκε από τον κατή σε θάνατο, επειδή δεν άφησε ένα ορφανό Γαλλόπαιδο ν’ αλλαξοπιστήσει και το έστειλε κρυφά στην Τουλόν.

Νιώθει υπερήφανος ν’ ανήκει κανείς στην τάξη εκείνων των προξένων της Ανατολής που διαφύλαξαν τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους, όπως είναι η περίπτωση Chastagner, προξένου του χριστεπώνυμου βασιλιά μας, ο οποίος έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο θέλοντας να κάνει τον Ισμαηλίτη δικαστή ν’ αναιρέσει την απόφασή του, και να σώσει έτσι τη ζωή ενός ταπεινού και θεοσεβούμενου  Καπουτσίνου, που περίμενε καρτερικά να δεχτεί το προοριζόμενο γι’ αυτόν στεφάνι του μαρτυρίου.

Δεν φείδονταν πλέον κανενός μέσου οι Τούρκοι, όταν ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι, έχοντας καταλάβει ήδη το 1686 το Ναυαρίνο και τη Μεθώνη, αποβιβάστηκε στις 27 Ιουλίου με δώδεκα χιλιάδες άνδρες του πεζικού και του ιππικού στο Πορτ Τουλόν (Τολό), που δεν απέχει παραπάνω από τέσσερα μίλια από το Ναύπλιο. Αιφνιδιάζοντας τον εχθρό, ο στρατηγός Καίνιγκσμαρκ τον εξεπόρθησε ευθύς από το Παλαμίδι που είχε κιόλας αρχίσει να οχυρώνει.

Ο νικητής ήταν έτοιμος να κανονιοβολήσει την πόλη από την κορυφή αυτού του βράχου, όταν πληροφορήθηκε ότι τρεις χιλιάδες Τούρκοι, προερχόμενοι από το Νεγρεπόντε, πλησίαζαν για να ενωθούν με τον στρατοπεδευμένο στο Άργος σερασκέρη.

Στις 6 Αυγούστου, ο Καίνιγκσμαρκ ξεκινά επικεφαλής των εφεδρικών ταγμάτων του Μιλάνου, της Σαξωνίας, του Μπρούνσβικ, καθώς κι ενός σώματος δραγώνων, υπό την ηγεσία των δουκών, Μπρούνσβικ και Τυρέν, τους οποίους ο αρχιστράτηγος ενίσχυσε και με δυο χιλιάδες πεζοναύτες. Οι άπιστοι, αφού ηττήθηκαν μέσα στο Άργος, αποκρούστηκαν στις 29 του ίδιου μήνα όταν επιτέθηκαν κατά των χριστιανικών σωμάτων. Οι Σάξονες δείχνουν στους πολιορκημένους τα κεφάλια των γενίτσαρων που επρόκειτο να έρθουν σε επικουρία τους, οι άπιστοι παραδίδονται υπό τον όρο να μεταφερθούν στην Τένεδο, κι έτσι ένας χριστιανικός πληθυσμός εξήντα χιλιάδων ψυχών επανέκτησε την ελευθερία του.

Είπαμε προηγουμένως με ποιο τρόπο το Ναύπλιο περιήλθε και πάλι, το 1715, στην εξουσία των Τούρκων, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν εκεί ένα καθεστώς δεσποτισμού και στρατιωτικής αναρχίας. Όταν εγώ πρωτοείδα την πόλη, το 1799, ο κ. Καρατζάς, δραγομάνος του βεζίρη του Μοριά και παλαιότερα αρχιδιερμηνέας της διπλωματικής αποστολής στο Βερολίνο, δεν έπαυε να καταφέρεται κατά της ασυδοσίας της τουρκικής πολιτοφυλακής σ’ αυτό το λιμάνι, λες κι ήταν το Αλγέρι σε μικρογραφία.

Μου διηγήθηκε με ποιο τρόπο, εδώ και λίγο καιρό, ένας Τούρκος καθισμένος ανακούρκουδα πάνω στο μόλο σκότωσε κάτω από τα μάτια του σχεδόν, έναν Υδραίο.

Οι λεπτομέρειες αυτής της δολοφονίας ήταν ανατριχιαστικές: ο χριστιανός ζύγιζε σιτάρι, όταν ο Γενίτσαρος τον πρόσταξε να πάει να του ανάψει τον ναργιλέ του. «Μόλις γεμίσω το σακί μου, αφέντη μου, είμαι στις προσταγές σου». Στα λόγια αυτά, ακούστηκε μια πιστολιά που έριξε νεκρό, πάνω στο κατάστρωμα της βάρκας το χριστιανό. «Τώρα γέμισε το σακί σου», λέει ο Τούρκος με ένα περιφρονητικό χαμόγελο. Οι σύντροφοι του φονιά κραυγάζουν άφεριμ, μπράβο, και με θριαμβευτική πομπή τον συνοδεύουν ως τον καταυλισμό τους, όπου τον ανακηρύσσουν εκδικητή των προνομίων του Ορτά.

Επιτρέψτε μου να μνημονεύσω εδώ τα ονόματα των συντρόφων μου της αιχμαλωσίας, τον Fornier de Montcazal, τον Calmet de Beauvoisins και τον πλοίαρχο Joie de la Ciotat, που μαζί τους αποβιβάστηκα στο Ναύπλιο. Την προσοχή μου τράβηξε αμέσως η φυσιογνωμία ενός τύπου σοφολογιότατου, με μακρύ μέχρι κάτω ένδυμα, με καπέλο στο κεφάλι του σαν κι αυτό του Δον Μπαζίλιο, και που μας τον σύστησαν ως υποπρόξενο της Αγγλίας. Αποφύγαμε να μπούμε στο χώρο του τελωνείου όπου βρισκόταν κι εκείνος, προτιμώντας να μείνουμε κάτω από τον καυτό ήλιο, παρά να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο αποσπασμένο στην υπηρεσία του λόρδου Έλγιν και  πληρωμένον απ’ αυτόν.

Ένας Τούρκος μας έκανε μια χειρονομία για να μας δείξει ότι επρόκειτο να μας αποκεφαλίσουν, αλλά μια πέτρα που ο κ. Fornier του εκσφενδόνισε, πετυχαίνοντας το στόχο της, εξασφάλισε το θρίαμβό μας. «Μόνο ένας Γάλλος θα τα κατάφερνε τόσο καλά», φώναξαν μερικοί παλαίμαχοι Γενίτσαροι. «Σύντροφοι, ας τους δείξουμε σεβασμό, είναι οι γιολδάσηδές μας».

Ήταν για μας μια καλή αρχή, και η φήμη μας ως παλικάρια του Βοναπάρτη, δικαιωμένη χάρη στην εκσφενδόνιση μιας πέτρας, αποκατέστησε αμέσως την υπόληψή μας, κι έτσι βρεθήκαμε κάτω από την προστασία της φανταρίας. Η στιγμή όπου μας παρουσίασαν στον Κασάν Μπέη, τον κυβερνήτη του Ναυπλίου, στον· οποίο δεν θελήσαμε να κάνουμε αντικάμαρα, η συνάντησή μας με τον κ. Roussel, το Γάλλο πρόξενο που βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, η υποδοχή που ο ευγενέστατος γιατρός Sicinni μας επεφύλαξε, παραμένουν στην μνήμη μου ακόμη νωπά: ανάμεσά τους νιώθαμε σαν να ήμασταν στη Γαλλία.

Είχα την άδεια να κυκλοφορώ έξω, να χαίρομαι την ελευθερία μου και να παρατηρώ τα πάντα. Θα επαναλάβω, λοιπόν, τα όσα δημοσίευσα το 1805 σχετικά μ’ αυτό το φρούριο, στο οποίο τώρα όλα θα έχουν αλλάξει ή τουλάχιστον θα πρέπει ν’ αλλάξουν, αν εφαρμόστηκαν τα σχέδια του συνταγματάρχη Fabvier, του γενναιόψυχου υπερασπιστή των Ελλήνων.

  

Το Παλαμήδι, η ονομασία Νάπολι ντι Ρομάνια και το Μπούρτζι


 

Το Ναύπλιο και το Παλαμήδειον ή Παλαμήδι διατηρούν ακόμη τις ονομασίες που ήδη έφεραν στα πολύ παλιά χρόνια, αν κι οι Τούρκοι κι οι Φράγκοι χρησιμοποιούν περισσότερο τις ονομασίες  Ανάπλι  ή   Νάπολι ντι Ρομάνια.

Ακροναυπλία, η Πύλη των Τόρων

Οι διάσπαρτες επιγραφές πάνω σε μάρμαρα ή επιφάνειες του τείχους αποδεικνύουν ότι την πόλη κατείχαν πρώτα οι Έλληνες και κατόπιν οι Ρωμαίοι. Η σύγχρονη πόλη κείται στις υπώρειες του όρους Παλαμήδι, ενώ μερικά από τα σπίτια της ορθώνονται κλιμακωτά στη ρίζα αυτού του βουνού. Με την πρώτη κιόλας ματιά σε ξαφνιάζει η τόσο στρατηγική θέση αυτού του οχυρού, ιδιαίτερα όταν υψώνεις το βλέμμα σου προς την ακρόπολη, όπου τα σύννεφα καλύπτουν πολύ συχνά τις επάλξεις της. Έτσι, λοιπόν, οι κανονιές διαπερνούν τα σύννεφα και κατευθύνονται τόσο προς τον όρμο, όσο και προς το αγκυροβόλι και τα γειτονικά παράλια.

Καθώς προσορμίζει στο Ναύπλιο το καράβι, πριν προσεγγίσουμε στον ταρσανά, αφήνουμε στο αριστερό χέρι μας το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου ή Μπούρτζι, κτισμένο πάνω σ’ έναν απομονωμένο σκόπελο. Επικρατεί η άποψη ότι μια διπλή οροσειρά που ξεκινούσε απ’ αυτό το βράχο, έκλεινε άλλοτε το εσωτερικό του λιμανιού.

Το πράγμα μου φαίνεται ωστόσο αμφίβολο, αν κι ο ίδιος ο Coronelli έχει σημειωμένη αυτή τη λεπτομέρεια στην απεικόνιση που μας έχει αφήσει. Το προαναφερόμενο καστράκι είναι κτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο,  αγγίζοντας σχεδόν την επιφάνεια του νερού: απαρτίζεται από έναν καχεκτικό πύργο, με λιγοστά σπίτια προσκολλημένα στα τείχη του, και διαθέτει  ελάχιστες μόνο πολεμότρυπες. Το κάστρο συνεπώς αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερους κινδύνους για όσα καράβια θα τολμούσαν να το πλησιάσουν μετωπικά, αφού μόνο μια σειρά τηλεβόλων πλοίου θα ήταν αρκετή για να ισοπεδώσει τον πυργίσκο, εκείνο το τόσο αξιογέλαστο καύχημα των Τούρκων, και να το βουλιάξει στο βυθό της θάλασσας. Αφού περιπλεύσουμε το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου, περνάμε κάτω από την κανονιοστοιχία των δώδεκα τριανταεξάρικων κανονιών που υπερασπίζονται την πούντα της ξηράς.

Σε μικρή απόσταση από εκεί, ρίχνουμε άγκυρα σ’ ένα λασπώδη βυθό, αποβιβαζόμαστε σε μια πλακόστρωτη αποβάθρα και βρισκόμαστε κιόλας μέσα στην πόλη. Οι δρόμοι μπροστά μας είναι πλατιοί, ωραίοι και με πολλή απλοχωριά για μια τούρκικη πόλη, αλλά θλιβεροί κι έρημοι.

Μετά από πεντακόσια ή εξακόσια βήματα, καθώς ανηφορίζουμε την κεντρική οδό, έκπληκτοι αντικρίζουμε ένα δεύτερο τείχος με μια πύλη και με πολεμίστρες, και στρέφοντας το βλέμμα μας προς το Παλαμήδι, βλέπουμε ότι έχει στα πλευρά του κανονιοστοιχίες, διατεταγμένες κλιμακωτά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύνουν τους πυροβολισμούς τους τόσο προς τον όρμο, όσο και προς έναν αγκώνα της ακτής.

Εδώ, έχει ανοιχτεί μια στενή οδός μέσω της οποίας γίνεται η από ξηράς προσπέλαση στην κάτω πόλη. Κτισμένο στην ανατολική πλευρά του Αργολικού κόλπου, πάνω σε μια πολύ στενή γλώσσα, το Ναύπλιο εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με κατεύθυνση από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά. Ο ισθμός αυτής της μικρής χερσονήσου καταλαμβάνεται από έναν πανύψηλο και πολύ απόκρημνο βράχο, ο οποίος αφήνει μετά βίας ελεύθερη μια στενή δίοδο απ’ όπου γίνεται η προσπέλαση στην πόλη.

Πάνω σ’ αυτό το βράχο ορθώνεται το κάστρο του Παλαμηδίου. Ένα απομονωμένο ξεροβούνι προστατεύει την πλευρά της γλώσσας που είναι προσανατολισμένη προς τα δυτικά του κόλπου, ενώ πάνω στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο, το λεγόμενο Ιτς–Καλέ, από το οποίο διακλαδίζονται τα τείχη διαμορφώνοντας τον περίβολο του Ναυπλίου. Ένα απ’ αυτά τα αντερείσματα κατευθύνεται προς τη θάλασσα πάνω σ’ έναν άξονα βορειοδυτικά – νοτιοανατολικά και κατόπιν σχηματίζει πάνω σ’ έναν άξονα δυτικοανατολικό δυο προμαχώνες, χωρισμένους μεταξύ τους με ένα μεταπύργιο, το οποίο είναι εφοδιασμένο με κανόνια. Σ’ όλο το μήκος του μεταπυργίου αναπτύσσεται μια τάφρος με νερό, σκαμμένη εγκαρσίως προς το πλάτος του προαναφερθέντος ισθμού. Η χερσαία πύλη έχει ανοιχτεί στη μέση ακριβώς αυτού  του μεταπυργίου.

Από το βορειοανατολικότερο προμαχώνα του Παλαμηδίου, οι πρόποδες του οποίου βρέχονται από τη θάλασσα, τα τείχη της πόλης ανεβαίνουν από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά και προχωρούν προφυλάσσοντας μια κανονιοστοιχία από δώδεκα κανόνια, μοναδική προστασία του μυχού του λιμανιού.

Μετά από την κανονιοστοιχία αυτή, ο περίβολος του οχυρού περιορίζεται σ’ ένα απλό τείχος, χωρίς κλίση του εδάφους, καθόσον εντοπίζεται σ’ ένα πλάτωμα. Αυτός ο περίβολος προχωρεί προς το εσωτερικό της γλώσσας, αφήνοντας ελεύθερη μια μεγάλη επιφάνεια πάνω στην οποία είναι κτισμένο το εξωτερικό προάστιο, που βρίσκεται μ’ αυτό τον τρόπο εγκλωβισμένο ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα, και δεν έχει άλλη διέξοδο παρά δυο πύλες που ανοίχτηκαν στο προαναφερόμενο τείχος. Το τείχος, οροθετώντας προς την πλευρά του όρμου το εξωτερικό προάστιο, διαθέτει άλλη μια κανονιοστοιχία με δεκαπέντε κανόνια. Από το σημείο αυτό, το τείχος, διαγράφοντας μερικούς ελιγμούς, προεκτείνεται προς την πλευρά  του κόλπου πάνω στο προαναφερθέν απομονωμένο ξεροβούνι και περικλείει ολόγυρα την πόλη καταλήγοντας στην ακρόπολη του Ιτς – Καλέ

Το τείχος της Αρβανιτιάς

Οι Βενετοί οχύρωσαν την κορωνίδα του Παλαμηδιού γύρω στο έτος 1687. Οι  Τούρκοι, κρίνοντας το Παλαμήδι ως τη λεωφόρο διαφυγής του Ναυπλίου, δεν επιτρέπουν σε κανένα χριστιανό την είσοδο σ’ αυτό. Το χρησιμοποιούν για ν’ αποθηκεύουν εκεί τόσο το μπαρούτι τους, όποτε βέβαια διαθέτουν, κάτι που δεν συμβαίνει πάντοτε, όσο και τα όπλα τους, όταν οι πασάδες δεν τα πωλούν στους Υδραίους καραβοκύρηδες.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα απόρθητο σχεδόν καταφύγιο, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν εφοδιασμένο με τις απαραίτητες προμήθειες. Έχοντας κατακόρυφους βράχους κι από τις τρεις πλευρές του, η πρόσβασή του γίνεται απευθείας μέσα από την πόλη ακολουθώντας ένα στεγασμένο και κατά τέτοιο τρόπο προφυλαγμένο μονοπάτι, ώστε η αποτελούμενη από κλιμακωτά επίπεδα θολωτή σκεπή του να επιτρέπει να μπαίνει φως, έτσι ώστε να φωτίζονται αρκετά οι σκάλες καθώς κι η ομαλή πλαγιά, την οποία η θολωτή εκείνη σκεπάζει και προστατεύει από κάθε είδους βλήματα.

Η ακρόπολη, όπου για ν’ ανέβει κανείς χρειάζεται παραπάνω από ένα τέταρτο της ώρας, έχει τη μορφή πενταγώνου με πέντε συμμετρικούς προμαχώνες, εφοδιασμένους με πυροβόλα στην κάθε πλευρά τους. Για τη στρατιωτική φρουρά υπάρχει ένα τζαμί, υπάρχουν καταυλισμοί καθώς και δεξαμενές για να διατηρούν το νερό.

Τις πληροφορίες αυτές μου τις παρείχε ο κ. Roussel,ο οποίος ζούσε πάνω από δέκα χρόνια στο Ναύπλιο, καθόσον όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εγώ βρισκόμουν, δεν μου άφηναν πολλά περιθώρια για περιπλανήσεις, που θα απέβαιναν ενδεχομένως ενδιαφέρουσες, αν κρίνω απ’ όσα ανέκδοτα, πιστεύω, σπαράγματα αρχαίων επιγραφών δημοσιεύω εδώ.

Το προσανατολισμένο προς τον Αργολικό κόλπο τμήμα της πόλης, διαθέτει μια φυσική οχύρωση από βράχους, πάνω στους οποίους ύψωσαν ένα γεροκτισμένο πέτρινο τείχος με επάλξεις και κανονιοστοιχίες, κατάλληλες να υπερασπίζουν τη γύρω περιοχή. 

Πάνω στα βενετικά οικοδομήματα, εκτός από το πανταχού παρόν λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, επισημαίνουμε και ορισμένα αποφθέγματα που μας πληροφορούν για τα έργα των Προβλεπτών, τα μισοσβησμένα ονόματα των οποίων μετά βίας διακρίνονται. Κατά τον ίδιο τρόπο θα διακρίνονται, πριν καν περάσει ένας αιώνας, τα ομοίως και δικαίως ακρωτηριασμένα από τους Έλληνες ονόματα των Τούρκων. Διάβασα ονόματα όπως του Βαρβαρήγου, του Γριμάνη, αλλά και την ταπεινή παράκληση ενός άτυχου στρατιώτη, που μέσα από  το αγνοημένο, όπως και το όνομά του, μνήμα του, μας παρακαλεί να ικετεύσουμε την Παναγία ν’ αναπαύσει την ψυχή του.

Το κάστρο του Αγίου Θεοδώρου, τα δυο οχυρά στην εισόδου του λιμανιού, καθώς και το Παλαμήδι, διοικούνται από ικανό αριθμό δισδάρηδων ή τοποτηρητών, που πληρώνονται για να συντηρούν μια μόνιμη φρουρά τριάντα συνολικά ανδρών.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς, η στρατιωτική δύναμη του φρουρίου θα έπρεπε να ανέρχεται σε εκατόν είκοσι άνδρες, επειδή όμως η τόσο ευγενείς  πυργοδεσπότες σκέφτονται πάνω απ’ όλα το δικό τους συμφέρουν, δεν διατηρούν συνήθως παρά μόνο δέκα στρατιώτες, πράγμα που περιορίζει τον αριθμό του τακτικού σώματος για τις ανάγκες τις υπηρεσίας σε σαράντα άνδρες, μια υπηρεσία που εκείνοι εκπληρώνουν όποτε δεν έχουν να θερίσουν το σιτάρι τους, να μαζέψουν τις ελιές τους, ή όταν δεν επινοούν να κλέψουν κανένα αρνί για να ικανοποιήσουν τη λαιμαργία τους.

Τ’ αφεντικά τους, που χρήζουν και τα ίδια κάποιας επιείκειας, τους συχωρούν κάτι τέτοια μικροαμαρτήματα, εκτός βέβαια κι αν αυτά σχετίζονται με τον πασά, στον οποίο αποδίδουν ένα μέρος των πλασματικών μισθών. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τρεις υποτιθέμενους Ορτάδες των Γενίτσαρων που έχουν κι αυτοί τον αγά τους.

Θα έλεγες ότι το ευλογημένο αυτό Ναύπλιο είναι μια γη της Επαγγελίας, γιατί η κλοπή, οι δεισιδαιμονίες, ο εγκλεισμός των γυναικών, τα έκλυτα ήθη, η υπέρμετρη αυστηρότητα σ’ ότι αφορά τις σαρκικές αδυναμίες και η δημόσια αποδοχή της κάθε παρά φύσει ακολασίας, η βαρβαρότητα και η ανανδρία, έχουν γίνει εδώ θεσμός κι έχουν ανακηρυχτεί σε κυβερνητικές αρχές, προς δόξαν του Αλλάχ και του προφήτη του.

  

Συνάντηση με τον Μουφτή


 

Κατά κανόνα, η πόλη έχει έναν σαντζάκ – μπέη με δυο ουρές, έναν κατή που αγοράζει κάθε χρόνο χονδρικά από την Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα να μεταπωλεί λιανικά στους Ναυπλιώτες τη δικαιοσύνη, καθώς κι ένα μουφτή ή μουσουλμάνο θεολόγο. Εκείνος που, την εποχή μου, έδινε χρησμούς ή  φετφά, τυφλώθηκε από την άκρατη οινοποσία. Θέλησε να με συμβουλευτεί με την ιδιότητά μου του φιλόσοφου γιατρού.

Όταν ο γιατρός Siccini με οδήγησε στο σπίτι του, μου είπε να περάσω μέσα στο χαρέμι του όπου μας ανέμενε η Εκλαμπρότης του. Γνώριζε, όπως και όλοι σχεδόν οι Τούρκοι, τις πιο εύχρηστες γαλλικές εκφράσεις και τις μεταχειρίσθηκε αφού με καλωσόρισε πρώτα στα ελληνικά.

Η σύζυγός του έδειχνε να έχει αρκετή οικειότητα με το φίλο μου Siccini, και μας δέχτηκε στο σπιτικό της καπνίζοντας ναργιλέ και πίνοντας μαζί μας καφέ. Πρόσεξα πως φορούσε ένα πελώριο δαχτυλίδι περασμένο στον αντίχειρά της, πως είχε βαμμένα κίτρινα τα νύχια της και την παλάμη των χεριών της, όπως άλλωστε κι οι υπόλοιπες γυναίκες του περίγυρού της.

Ο τυφλός μουφτής που είχε επιπλέον και πυρετό, που μίλησε πολύ για το Βολτέρο, για τον Βοναπάρτη, και με συγκίνησε προσφέροντάς μου ένα δώρο: τη στιγμή ακριβώς που σηκώναμε πανιά και βάζαμε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, μου έστειλε δυο αρνιά και δυο μεγάλα σταμνιά με κρασί. Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που έτυχε να συναντήσω ένα γενναιόδωρο Τούρκο, αλλά ταυτόχρονα και νοήμονα μουφτή, και να περιεργαστώ το εσωτερικό ενός χαρεμιού, μαζί με όλο τον εξοπλισμό του σε γυναίκες, ευνοούμενες και ευνούχους.

 

Ο πληθυσμός του Ναυπλίου


 

Το 1799, το κατοικούμενο από Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους Ναύπλιο, εξακολουθούσε να αριθμεί εφτά χιλιάδες άτομα, ό,τι είχε δηλαδή απομείνει από έναν πληθυσμό εξήντα χιλιάδων ψυχών, που ήταν ο πληθυσμός του το 1715. Η δικαιοδοσία του σαντζακιού του, του περιλαμβάνοντος επίσης και την Τροιζηνία και την Ερμιονίδα είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω των εδαφικών παραβιάσεων τόσο του βεζίρη της Τριπολιτσάς όσο και του Καπετάν Πασά αν κι ο τελευταίος δε στέλνει πλέον παρά σπανίως μόνο μερικές φρεγάτες, οι οποίες, μην μπορώντας να εισχωρήσουν στο λιμάνι είναι αναγκασμένες να πηγαίνουν ν’ αράζουν στην ακτή της Λέρνης, στους κοινώς λεγόμενους Μύλους.

  

Το Πορτ Τουλόν (Τολό)


  

Τα σκιερά λεμονοδάση και οι πορτοκαλεώνες της περιοχής του Πορτ Τουλόν, ενός μικρού λιμανιού τέσσερα ελληνικά μίλια από το Ναύπλιο, είναι ο συνηθισμένος περίπατος των χριστιανών. Μισή λεύγα έξω από την πόλη, πάνω σ’ αυτή την οδό, συναντάμε το χωριό Κατσίγκρι, και κοντά του επισημαίνουμε την εκκλησία του Αγίου Αδριανού.

Η εκκλησία αυτή έχει προφανώς υποκαταστήσει το ναό της Ήρας, την οποία και απεικόνιζαν μ’ ένα διάδημα περιτριγυρισμένο από τις Ώρες και τις Χάριτες, και  κρατώντας στο ένα χέρι της το συμβολικό ρόδι των μυστηρίων, καθώς κι ένα σκήπτρο μ’ ένα κούκο καθισμένο πάνω του.

Ήταν ξακουστό στην Ερμιονίδα το πουλί αυτό, χάρη σε μια από τις μεταμορφώσεις του Δία, γι’ αυτό και μια οροσειρά που καταλήγει στο ακρωτήριο Σκύλλαιον έφερε το όνομα του. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα πρέπει να διαρθρώνεται αυτή η αρχαία τοποθεσία, ως προς την οποία  διαφωνούν ο Παυσανίας με τον Στράβωνα.

Αν θεωρήσουμε  ότι ο Αδριανός, από τον οποίο και πήρε το όνομα της η εκκλησία, διοχέτευσε  όλη τη γενναιοδωρία του προς χάριν της Ήρας, εύλογα συμπεραίνουμε ότι το όνομα αυτό, αφού προηγουμένως υιοθετήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως προσδιοριστικό αυτού του οικοδομήματος, όταν οι τελευταίοι το μετέτρεψαν σε εκκλησία.

Πολύ παλαιότερα, οι Αργείοι είχαν ήδη κατεδαφίσει τις περισσότερες από τις ακροπόλεις σ’ αυτά τα μέρη, καθώς και την Πρόσυμνα, την οποία όλοι ομόφωνα εντοπίζουν στο Πορτ Τουλόν, αποκαλούμενο από τους χωρικούς Αυλών. Στη θέση αυτής της ακρόπολης βρίσκεται σήμερα το χωριό Τζαφέραγα (Ασίνη) όπου και διακρίνουμε έναν πύργο, σε μικρή απόσταση από έναν αρχαιότατο περίβολο.

Το λιμάνι, κοντά στο οποίο συναντάμε κήπους με οπωροφόρα δέντρα, εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό.

Αν από το σημείο αυτό επιστρέψουμε στο Ναύπλιο μέσα από τα βουνά, θα φτάσουμε στον Καραθώνα, την πιθανολογούμενη αρχαία Ειώνη, ένα αγκυροβόλι που οι ναυτικοί το προτιμούν από το Τολό λόγω της γειτνίασής του με το Ναύπλιο, αν κι αναγκάζονται να ρίχνουν άγκυρα στ’ ανοιχτά.

Παραθέσαμε αυτό το διπλό οδοιπορικό, επειδή κρίναμε ότι ήταν απαραίτητο να περιλάβουμε στην περιγραφή μας τα βουνά εκείνα που προστατεύουν σαν περιτείχισμα το Ναύπλιο, και κατόπιν να προβούμε στη σκιαγράφηση της Τροιζηνίας και της Επιδαυρίας, μέσω της οποίας θα επανέλθουμε στην Ερμιονίδα. 

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Επίδαυρος – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Επίδαυρο.

 

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

[…] Καθώς απομακρυνόμαστε από το Ναύπλιο, μπαίνουμε σε μια ομοιόμορφη σ’ όλη την έκταση της πεδιάδα, καλλιεργημένη κατά διαστήματα, μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, που το αφήνουμε αριστερά μας πάνω σ’ ένα ύψωμα, ενώ προς τα πίσω και δεξιά μας ξετυλίγεται ένας πορτοκαλεώνας. Στα πε­ρίχωρα του Κατσιγκριού σημειώνουμε τα χωριά Άρεια και Μερζέ, καθώς και το βράχο του Τζαφέραγα.

Ένας γειτονικός ελληνοπρεπής πύργος είναι προφανώς ένα από τα κάστρα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, που προορισμός τους ήταν η φύ­λαξη των διαβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάστρο έκλεινε τη διάβαση μεταξύ Αργολίδας και Επιδαυρίας, ακριβώς στο σημείο όπου το όρος Αραχναίον χωρίζεται από τα προεκτεινόμενα προς τα νοτιοανατολικά Κοκκύγεια όρη. Σ’ αυτή την περιφέρεια ανήκουν και τα χωριά Κινόπαρτι και Μπαρμπέρι, ενώ κάπου εδώ κοντά εντοπίζεται και η Μιδέα. Αφού διαβούμε κάμποσα ποταμάκια, το ρεύμα των οποίων αναγρά­φεται μόνο στους πολύ λεπτομερείς χάρτες, φτάνουμε στο Λυγουριό, μια κωμόπολη απέχουσα πέντε ώρες και σαράντα οχτώ λεπτά από το Ναύπλιο.

Η Λυς ή Λήσσα, στο χώρο της οποίας ορθώνεται σήμερα το Λυγουριό, εντοπιζόταν, απ’ ό,τι μας λέει ο Παυσανίας, πά­νω στην οροθετική γραμμή που χώριζε το κράτος του Άργους από το κράτος της Επιδαύρου. Εδώ υπήρχε κι ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά καθώς και ξύλινο ομοίωμα της θεάς, το οποίο δεν διέφερε καθόλου από εκείνο που έβλεπε τότε κανείς πάνω στην ακρόπολη της Λαρίσσης. Τόσο η θεότητα όσο κι ο ναός της έχουν σήμερα εκλείψει.

Διερχόμενος απ’ αυτό το χωριό το 1817, ο κ. Αμβρόσιος Φιρμίνος Διδότος καταγοητεύτηκε από την τοποθεσία του πάνω στο Αραχναίον όρος. Αυτό το τμήμα του βουνού, το άλλοτε ονομαζόμενο Σαπυσέλατον, ονο­μασία που πήρε όταν βασίλευε ο Ίναχος, ήταν γνωστό χάρη στους βωμούς του Δία και της Ήρας, όπου οι χωρικοί πρό­σφεραν θυσίες ικετεύοντας τους θεούς να τους στείλουν βροχές.

«Πολλοί Μοραΐτες», λέει ο περιηγητής μας, «έρχονταν να μας επισκεφτούν στη χωριάτικη καλύβα όπου είχαμε καταλύ­σει. Η απλή και κομψή φορεσιά τους έμοιαζε μ’ εκείνη των αρχαίων κατοίκων αυτής της περιοχής: ο χιτώνας, τα πέδιλα, αλλά όχι και το εσώβρακο, που το φορούν οι Έλληνες για λόγους κοσμιότητας, επειδή το αμπέχονο δεν καλύπτει παρά μόνο τους μηρούς τους». Παρατήρησε, ότι σε μια γωνιά του δωματίου κοιμόταν ένα μωρό μέσα σε μια σκαφοειδή κούνια από κορμό κυπαρισσιού, κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο. «Οι γυναίκες», συνεχίζει ο περιηγητής, «φασκιώνουν τα μωρά τους μέσα σ’ ένα κομμάτι από τραχύ ύφασμα, και τα δένουν γύρω γύρω σφιχτά μ’ ένα κορδόνι».

Στις περιπλανήσεις του μέσα στο χωρισμένο σε δυο συνοικίες χωριό, επισήμανε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο, καθόσον κάτω από τον ωραίο ελληνι­κό ουρανό, όλοι οι χώροι άθλησης και συναθροίσεων, πλην των εκκλησιών, βρίσκονται πάντοτε κάτω από τη σκιά ενός δένδρου ή σ’ έναν αερικό χώρο. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής διάβαζε μεγαλοφώνως μια φράση, την οποία επαναλάμ­βαναν οι συμμαθητές του σαν ψαλμωδία σε διαφορετικούς τό­νους, κι αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δάσκαλο, όταν έρχο­νταν αδιάβαστοι, να τους διορθώνει έναν έναν ξεχωριστά». Απ’ αυτή την πλευρά, η θέα των βουνών είναι μεγαλοπρεπής και μαγευτική, το έδαφος είναι εγκατεσπαρμένο με ερείπια, και ο κ. Διδότος αποτύπωσε μια επιγραφή από μια στρογγυλή πέτρα, πάνω στην οποία το μάτι του έπεσε τυχαία. Είναι ενδεχό­μενο να ανήκε στη Θόλο, που τη μνημονεύει και ο Παυσανίας.

Συνεχίζοντας την κατάβαση προς το ιερό άλσος του Ασκληπιού, το και σήμερα ακόμη αποκαλούμενο Ιερό, διασχίζουμε τους συνοικισμούς Περί και Κορόνι. Αυτός ο τελευταίος ανακαλεί στη μνήμη μας το όνομα της μητέρας του θεού που λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας πληροφορεί τον ταξιδιώτη ότι υπήρχε κάπου εδώ κι ένας ναός. Κρίνοντας από τον αριθμό των οχυρών τα οποία υψώνονται σ’ όλες τις διαβάσεις, αρχίζοντας από το φρούριο του Ναυπλίου, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι η περιοχή αυτή είχε ανάγκη εντατικής επαγρύπνησης, ώστε να προστατεύεται η προς την Αργολίδα πλευρά της. Αμέσως μόλις βγούμε από το Κορόνι μπαίνουμε σ’ ένα φαράγγι, φρουρούμενο από δυο πύργους, και σε μικρή απόσταση από εκεί πατάμε πάνω στα θεμέλια ενός τείχους, το οποίο τη χώριζε από μια άλλη πεδιάδα, τριγωνικού σχήματος και με πλήθος συσσωρευμένων ερειπίων. Δεν συναντάμε, επί δέκα και πλέον λεπτά, τίποτε άλλο παρά χαλάσματα, ενώ λίγη ώρα μετά βλέπουμε έναν ερειπωμένο περίστυλο ναό, απ’ όπου φτάνουμε σ’ έναν περίβολο, γνωστό με την ονομασία Ιερό.

Ο ναός του Ασκληπιού καταλάμβανε μια έκταση εξισούμενη με την επιφάνεια μιας ολόκληρης πόλης: ας σταθεί λίγο ο οδοιπόρος στο χώρο του απέραντου και θαυμαστού αυτού θε­ραπευτηρίου, όπου πρόστρεχαν από κάθε σημείο της χώρας οι άρρωστοι για ν’ ανακτήσουν την υγεία τους και να καθυστερή­σουν λίγο την για όλους αναπόφευκτη μοιραία στιγμή.

Άραγε πόσοι και πόσοι θησαυροί της αρχαιότητας δεν παραμένουν α­κόμη κρυμμένοι κάτω απ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στα λουτρά, τους ναούς, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα κι ανάμεσα σε πληθώρα τάφων που σίγουρα θ’ ανευρίσκονταν αν κατάφερνε η Ελλάδα ν’ απελευθερωθεί από τον ατιμωτικό τουρκικό ζυγό;

Τον οπτικό ορίζοντα του ιερού άλσους κλείνουν οι αρμο­νικές οροσειρές του Αραχναίου, του Τιτθίου και του Κυνορτίου με τις απογυμνωμένες κορυφές τους και με τις πλαγιές τους, τις κατάφυτες από σχίνους, μυρτιές, κέδρους και από δελφικές δάφνες που μ’ αυτές πλέκονταν τα στεφάνια των ιε­ρέων της Επιδαύρου.

Εδώ, στο Ιερό, οι Ασκληπιάδες διδά­σκονταν τη θεία τέχνη του Ιπποκράτη, του μεγάλου άνδρα ό­λων των αιώνων, που η ορθότητα των Αφορισμών του επι­σφραγίστηκε από το χρόνο. Έπρεπε να εκφραστεί με κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες έγιναν χρησμοί: καθότι η τέχνη διαρκεί αι­ώνια, ενώ η ζωή είναι εφήμερη, και τα λόγια, όπως κι η φήμη του άρχοντα της ιατρικής θα παραμείνουν αθάνατα.

Θα λέγαμε ότι, σε γενικές γραμμές, όλοι οι ναοί του Ασκληπιού στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, κτίστηκαν πάνω σ’ ένα πανομοιότυπο σχέδιο, το οποίο μιμήθηκε κατά καλή τύχη κι ο διάσημος αρχιτέκτων μας, ο Gondoin, όταν έ­κτισε την Ιατρική Σχολή των Παρισίων.

Τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού πάνω στο άνοιγμα ενός πηγαδιού, οι αναθυ­μιάσεις του οποίου επενεργούσαν πάνω σ’ αυτό, όπως επενερ­γούσε και το λάδι που έκαιγε στη βάση του αγάλματος της Αθηνάς στην Αθήνα, και διατηρούσε τη στιλπνότητα του ελε­φαντοστού, του περιεχομένου μέσα στη σύνθεση του αγάλμα­τος. Το άγαλμα του Ασκληπιού ήταν έργο του Θρασυμήδη, γιου του Αρίγνωτου από την Πάρο.

Μερικά σπίτια ήταν κτισμένα γύρω απ’ αυτό το ναό για τη φιλοξενία όσων έρχονταν ν’ αποθέσουν στον Ασκληπιό τις προσφορές τους, ενώ υπήρχε κι ένα κυκλικό οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο, εμπλουτισμένο με ζωγραφικές του Παυσία.

Μέσα στο ναό, ή ίσως εννοούσε ο συγγραφέας μέσα στο ιερό άλσος, το αποκαλούμενο Ιερόν, είχαν ανεγείρει ένα θέατρο το οποίο, όπως και η Θόλος, ήταν έργο του Πολυκλείτου. Η ύπαρξη ενός περιστυλίου για τους περιπάτους ή τους διαλογισμούς, καθώς κι ενός θεάτρου, κα­ταδεικνύουν ότι οι λειτουργοί του θεού της Επιδαύρου γνώρι­ζαν καλά ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ συχνά περισσότερο επιτακτική απ’ ό,τι η θεραπεία του σώματος. Ίσως και ν’ ασχολήθηκαν λίγο με τις περιπτώσεις κατάθλιψης και υποχον­δρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν επέτρεψαν ποτέ την αναπαράσταση του αριστοφανικού Πλούτου, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται τόσο οι ιερείς του Ασκληπιού, όσο κι εκείνα τα κολλύρια τους, που μετέβαλλαν σε αόμματους όσους έβλεπαν καλά, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται οι εμπειρι­κές συνταγές τους, αλλά κι ο ίδιος ο θεός, που η καυστική σά­τιρα του Αριστοφάνη τον είχε γελοιοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων. Αν και τα πάντα εκφυλίζονται κι εξευτελίζονται υπό το κράτος της δεισιδαιμονίας, είναι πολύ πιθανόν στην Επίδαυρο να μην υπήρχαν μόνο συκοφάντες, αν αληθεύει η πληροφορία ότι από εδώ άντλησε ο Ιπποκράτης όλο το υλικό του για τα έργα που μας άφησε.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Η διάμετρος του θεάτρου, του κτισμένου μέσα στην κοιλό­τητα ενός λόφου ο οποίος δεν ξεπερνά και πολύ το ύψος των τελευταίων κερκίδων είναι είκοσι έξι μέτρα. Υπάρχουν πενή­ντα εννέα βαθμίδες, και σώζονται κι αυτές, όπως και το κοί­λον, σε αρίστη κατάσταση. «Την ώρα που ο νεαρός Ροδίτης συνταξιδιώτης μου», συνεχίζει ο κ. Διδότος, «στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε ήταν η σκηνή, απαγγέλλοντας στίχους του Σοφοκλή, εγώ καθόμουν σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία του θεάτρου, θέλοντας ν’ αποτιμήσω την απόδοση της φωνής του. Αν κι αυτή ήταν μάλλον υπόκωφη, γιατί πιθανόν τα δενδράκια και τα χαμόκλαδα που φύτρωναν ανάμεσα στις κερκίδες να άμβλυναν τον ήχο, δεν μου διέφευγαν μολαταύτα παρά ελάχιστες λέξεις, κι αυτό, μόνο όσες φορές στεκόμουν στο υψηλότε­ρο σημείο του θεάτρου, και μόνο όταν βρισκόμουν από την πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Θα έπρεπε, από μια τέτοια απόσταση, να φαίνονταν μικροσκοπικοί οι θεατές, και καθώς δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να συλλάβει τις εκφράσεις του προσώπου τους που δεν φωτιζόταν, όπως γίνεται στα δικά μας θέατρα, καθίσταται αυτονόητο ότι η για τα δικά μας μέτρα η γελοία χρήση του προσωπείου και του κοθόρνου είχε αποδειχτεί απαραίτητη γι’ αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργείται μια εντονότερη εντύπωση πάνω στην υπαίθρια σκηνή».

Από το κέντρο του θεάτρου της Επιδαύρου ατενίζουμε το Αραχναίον όρος, στην κορυφή του οποίου είδε η Κλυταιμνή­στρα τη λάμψη των φρυκτωριών, σημάδι που της ανήγγειλε την καταστροφή της Τροίας. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Επίδαυρο. Τα ερείπια της μαρτυρούν τη βαρβαρότητά του καθώς κι εκείνη των ανόητων θεολό­γων, τις βουλές των οποίων εκτελούσε.

Όσο κι αν ο περιηγη­τής θρηνεί για την κατάρρευση των μνημείων του ιερού άλ­σους του Ασκληπιού, ας μη νομίσει ότι χάθηκαν τα πάντα. Αν εκείνος επιχειρούσε, και προπάντων αν οι Έλληνες επανακτού­σαν τη θέση τους ανάμεσα στα έθνη, κι αν ανέσκαπταν αυτούς τους θαμνόφυτους λόφους, θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μνημεία, έργα ανθρώπων που αντάξιοί τους ουδέποτε θα φανούν οι σύγχρονοι. Άλλοτε, κάτω απ’ αυτά τα υψώματα με τις μυρτιές υπήρχαν οι ναοί της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης και της Θέμι­δος.

Όποιος πιει από το νερό της πηγής εκείνης που κοντά της θα σταθεί για να ξεδιψάσει, ας θυμηθεί ότι πλησιάζει στο στάδιο, όπου οι άρρωστοι μπορούσαν με το τρέξιμο ν’ απαλ­λαγούν από τις εμφράξεις ή ν’ ανακτήσουν την όρεξή τους, όπως ακριβώς γίνεται και με τα ιαματικά νερά, τα οποία οι γιατροί συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις στους αρρώστους τους, μην έχοντας να προτείνουν καμιά καλύτερη λύση.

Τα λουτρά του θεού της Επιδαύρου, που τα τίμησαν ως και στο πρόσωπο της συζύγου του, της Ηπιόνης, της οποίας έστησαν και το άγαλμα, εύκολα θα αναγνωρίζονταν, όπως άλλωστε και τα ερείπια του ναού των Επιδωτών θεών, της θεάς Σαλώς, του Αιγυπτίου Απόλλωνα, καθώς και η στοά του Κοτύου, αποκαταστημένη από τον Αντωνίνο, ο οποίος διαδέχτηκε το 138 μ.Χ. το θετό πατέρα του, Αδριανό.

Βγαίνοντας από τον ιερό περίβολο, δεξιά μας, κάτω από ένα δένδρο, βλέπουμε μια όμορφη πηγή και σχεδόν αμέσως μετά περνάμε ένα ρυάκι που έρχεται από δεξιά και ρέει, όπως και άλλα δυο μικρά ποταμάκια, προς την κατεύθυνση του Αργολικού κόλπου. Συναντάμε ορισμένα κτίσματα, ενώ η κοι­λάδα στενεύει διαμορφώνοντας μια κλεισούρα που παλαιότερα φράχτηκε από ένα οχυρωματικό τείχος, τα θεμέλια του οποίου είναι ορατά και σήμερα ακόμη, και μετά από τρία λεπτά περ­νάμε πάνω από τα χαλάσματα ενός δεύτερου τείχους. Στο ση­μείο αυτό, διαβαίνουμε ένα ποταμάκι με δενδροστοιχίες από ροδοδάφνες και ροδιές δεξιά κι αριστερά του, και εισχωρούμε σ’ ένα πλαισιωμένο από βράχους φαράγγι, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται ευωδιαστά πεύκα. Το φαράγγι τερματίζεται στη διασταύρωση ενός μονοπατιού, κι εμείς το ακλουθούμε για να φτάσουμε ως το Λυγουριό.

Φαίνεται ότι η περιοχή γύρω από το άλσος του Ασκληπι­ού είχε οχυρωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχαν εναποτεθεί αξιόλογοι θησαυροί στη φύ­λαξη των θεών, κι ότι ίσως χωρίς την οχύρωση αυτή οι άρρωστοι να μην προστατεύονταν από τις επελάσεις των λεηλατητών ή των πειρατών, ανθρώπων που αψηφούσαν τον Δία και τον κεραυνό του. Όταν βρεθούμε στο σημείο όπου αρχίζει ένας καλοκαλλιεργημένος κάμπος, κατάφυτος από λιόδενδρα, ανδράχνες κι από ένα σωρό άλλα δενδρύλλια με τους ανάμει­κτους αρμονικούς χρωματισμούς των φυλλωμάτων τους, δεν απέχουμε πλέον από το Ιερό παρά μισή μόνο λεύγα.

Η πεδιά­δα ξετυλίγεται συνεχώς, κι εμείς ατενίζουμε τη χερσόνησο των Μεθάνων, την Αίγινα και μια πληθώρα από νησάκια που προ­βάλλουν σαν βωμοί εγκατεσπαρμένοι μέσα στο Σαρωνικό κόλ­πο. Αφού αφήσουμε αριστερά μας ένα χωριουδάκι κτισμένο πάνω στο Αραχναίο όρος, περνάμε μπροστά από έναν τύμβο, πιθανόν τον τάφο της Υρνηθούς, συζύγου του Δηϊφόντη, βασι­λιά της Επιδαύρου. Χωρίς η άποψη αυτή να είναι απόλυτα ε­ξακριβωμένη, ενέχει ωστόσο αρκετή αληθοφάνεια, αφού ο Παυ­σανίας αναφέρει ότι είχε στηθεί ένα ηρωικό μνημείο προς τι­μήν του βασιλιά της Επιδαύρου μέσα σ’ έναν ελαιώνα, ειδικά αφιερωμένον σ’ αυτόν. Από εδώ ως την Επίδαυρο είναι μισή λεύγα δρόμος, ενώ η συνολική πορεία από το Ιερό υπολογίζε­ται σε δυο ώρες.

Η Επίδαυρος, αποκαλούμενη αρχικά Επίκαρος, πήρε το ιστορικό όνομα της από έναν ήρωα καταγόμενο από τον Δία.

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Επίδαυρος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ξακουστές πόλεις, «ιδιαίτερα χάρη στην ακτινοβολία του Ασκληπιού, που είχε τη φήμη ότι γιάτρευε πάσα νόσο». Η πόλη ήταν κτισμένη, όχι όπως γράφει ο Στράβων στο μυχό του Σαρωνικού κόλπου, αλλά, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Gosselin, στη μέση περίπου της δυτικής ακτής αυτού του ίδιου κόλπου. Θα πρέπει να ήταν μια αξιόλογη πολιτεία, αν υποτε­θεί ότι καταλάμβανε μια έκταση δεκαπέντε σταδίων πάνω στην παραλία, πράγμα διόλου απίθανο, αν κρίνουμε από τη σπουδαιότητα που της αποδίδει ο Θουκυδίδης και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Παυσανίας παραθέτει ανάμεσα στα πιο λαμπρά οικοδομήματά της, τους ναούς του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και της Ήρας.

Τα μνημεία της κατέρρευσαν, οι λόχμες που σκεπάζουν τα ερείπια αυτής της πόλης κρύβουν ως και τα χαλάσματά της, αλλά το ελάχιστα αλλοιωμένο όνομά της θυμίζει στον οδοιπόρο ότι πατάει στα εδάφη εκείνα που κοσμούνταν και δοξάζονταν κάποτε από τα ερείπια αυτά. Από μερικούς δωρικούς κίονες συμπεραίνουμε ότι αυτοί ανήκαν στο ναό της Ήρας, του οποίου τα θεμέλια και σίγουρα τα γλυ­πτά θα ξαναβρίσκαμε αν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, προερχόμενα από το ναό του θεού της Επιδαύρου, και θα ήταν ενδιαφέρον να τα ανέσυρε κανείς στην επιφάνεια και να τα μελετούσε, αφού χρησίμευσαν ως πρότυπα στους να­ούς της θεσσαλικής Τρίκκης, της Κω, της μεσσηνιακής Τρίκκης, και σ’ όλους τους ναούς τους αφιερωμένους κατά την αρχαιότητα στον Ασκληπιό, το γιο του Απόλλωνα.

Τόσο τα τείχη της, όσο και τα κατάλοιπά της, και η γρα­φικότητα του λιμανιού της, αλλά και η οχυρή θέση της σ’ ένα περιβαλλόμενο από βουνά κοίλωμα, μέσα στο οποίο εντοπίζε­ται η Επίδαυρος, υποδηλώνουν ότι θα πρέπει η πόλη αυτή να ήταν, ως το Μεσαίωνα, ισχυρή και αρκετά ανθηρή. Η ανάμειξη ελληνικών και ρωμαϊκών ερειπίων μαρτυρεί ότι διήλθαν από εδώ δυο λαοί, κι είναι εύκολος ο διαχωρισμός αυτών των ερει­πίων, όπως εύκολη είναι και η αποτίμηση της αξίας τους, χά­ρη στην ύπαρξη μερικών ελληνικών τάφων, κοσμημένων με ακρωτηριασμένες πλέον μορφές. Η στάση των μορφών αυτών, αλλά και η τεχνοτροπία των καλλιτεχνών μαρτυρούν ότι πρόκειται για μνημεία του χρυσού αιώνα, ενώ αντιθέτως τα έργα των Ρωμαίων είναι χονδροειδή και άτεχνα.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Μωάμεθ Β’ είχε εκδηλώσει την επιθυμία ν’ α­ντικρίσει την Επίδαυρο και να την καταλάβει, αν κι αυτή η πόλη ήταν μια από τις πλέον κατεστραμμένες ανάμεσα στις υ­φιστάμενες τότε.

Ο Thévet την περιγράφει με τα ακόλουθα περίπου λόγια: «Διερχόμενοι από εδώ, επισκεφτήκαμε κι αυ­τό τον τόπο, όπου κατοικούν Έλληνες χριστιανοί, φτωχοί μεν αλλά αρκετά καλοσυνάτοι άνθρωποι, συγκρινόμενοι με τους υ­πόλοιπους. Μου έδειξαν το ομοίωμα ενός παιδιού που το θη­λάζει μια γίδα, κι έχει κοντά του για φύλακα ένα σκυλί. Ακτί­νες περιέβαλαν το πρόσωπο του παιδιού, όπως οι ακτίνες του ήλιου: μου είπαν ότι επρόκειτο για μια αναπαράσταση του Ασκληπιού, ο ναός του οποίου βρισκόταν στο γνωστό μέρος». Ένα άθλιο χωριό και μερικές καλύβες είναι όλο κι όλο ό,τι α­πέμεινε από την Επίδαυρο, όπου η ατμόσφαιρα είναι τόσο νο­σηρή, ώστε αρκεί να κοιμηθείς εκεί μια μόνο νύχτα για να προσβληθείς από ελώδη πυρετό. Αντίθετα, το Ιερό, που οι Έλληνες το γράφουν Γερό, δηλαδή υγιεινό, φημίζεται ως η πιο υγιεινή περιοχή της Επιδαυρίας. Είθε ο ξένος που θα προσεγγίσει στο πάντα απάγκιο για τους θαλασσοπόρους λιμάνι της, να έρθει κάποτε να προσκυνήσει το λίκνο του χρυσοπόγωνα Ασκληπιού, αλλά και το λίκνο ενός λαού που επανέκτησε τη θέση του μέσα στον πολιτισμένο κόσμο!

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils, 1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Καρυά – William George Clark 


  

Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ ( Μάρτιος,  1821- Νοέμβριος, 1878), Άγγλος κλασσικός και σαιξπηρικός μελετητής , γεννήθηκε στο Barford Hall, Darlington.

Τον Απρίλη του 1856, φοιτητής του Cambridge μαζί με μια ομάδα συμφοιτητών του περιηγήθηκαν τον Μοριά. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε το θέμα της πανεπιστημιακής του εργασίας με τον τίτλο Peloponnesus. Ξεκίνησαν από την Αθήνα με προορισμό τα Μέγαρα. Πέρασαν τον Ισθμό της Κορίνθου, την Νεμέα, τις γύρω περιοχές και κατέληξαν στο Άργος.

Επόμενος προορισμός τους η Αρκαδία και ενδιάμεσος σταθμός η Καρυά. Στο σημείο αυτό ο William Clark αφιερώνει σε αυτή ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 114-124), δίνοντας του ως τίτλο το όνομά της.

 

[…] Στο Άργος ο Αμερικανός φίλος και ο σοβαρός Ελευθέριος μας άφησε για να επιστρέψει στην Αθήνα. Οι υπόλοιποι της ομάδας ξεκινήσαμε για την αντίθετη κατεύθυνση στις 20 του Απρίλη, γύρω στις δυο το απόγευμα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα χωρίς σύννεφα. Και ενώ ήμασταν ακόμα στην αρχή της χρονιάς η ζέστη στην πόλη ήταν εξαιρετική. Γύρω στο μεσημέρι το θερμόμετρο έδειξε 82  στην σκιερή πλευρά του δρόμου, όμως καθώς στρίψαμε στην βορειοανατολική πλευρά του λόφου και συνεχίσαμε το δρόμο μας προς την κοιλάδα του Χαράδρου, συναντήσαμε φρέσκους ανέμους από την Αρκαδία, που κάτω από την προσταγή τους εξαφάνισαν κάθε πονοκέφαλο και εξάντληση.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαιότητας τα οποία είδαμε ήταν αρχικά μια Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή κατασκευή η οποία εμφανιζόταν ανά διαστήματα σε κατεστραμμένα τμήματα κατά μήκος της πλευράς του λόφου προς τα αριστερά , και από την πλευρά του σκόπευε έκδηλα να μεταφέρει ένα βουνίσιο ρυάκι στο Άργος. Παρακάτω στα αριστερά ένας τετράγωνος πύργος, πιθανότατα Ελληνιστικός, κατασκευασμένος προφανώς σαν φυλάκιο για να ελέγχει και να υπερασπίζεται το μονοπάτι. Ο φρέσκος αέρας μας συντρόφευε καθώς συνεχίζαμε. Αντί για γυμνό έδαφος μπαλωμένο με κισσό και θυμάρι βρήκαμε πιο πυκνό πράσινο χορτάρι και οι μπασμένοι θάμνοι έδωσαν χώρο σε δασύλλια και συστάδες καθώς το μονοπάτι απλωνόταν στη βάση ενός χειμάρρου κατά μήκος μιας απότομης πλευράς, μιας ρεματιάς.

Συρθήκαμε και σκαρφαλώσαμε στην αγκαλιά των λόφων. Σε περίπου τεσσεράμισι ώρες φτάσαμε στην Καρυά, ένα μικρό χωριό φωλιασμένο σε μια καλοποτισμένη και καλοφυλαγμένη κοιλότητα στην κύρια οροσειρά του Αρτεμισίου.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Σπίτια με άσπρους τοίχους και κόκκινες οροφές είναι σκορπισμένα στην πλαγιά. Το καθένα με τη δική του πλοκή από χωράφια και έναν κήπο παραδίπλα. Ένα στεφάνι μπλε καπνού σε κάθε μία από τις χωρίς καμινάδα οροφές έβρισκε το δρόμο μέσα από τα κεραμίδια όσο καλύτερα μπορούσε. Σκεφτήκαμε ότι δεν είχαμε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Υπάρχουν τολμώ να πω χίλια χωριά στις ψηλές αλπικές κοιλάδες τα οποία είναι ακριβώς το ίδιο όμορφα όσο και η Καρυά, όμως είναι μόνο αφού το μάτι έχει κουραστεί από μια σειρά από άγονα γκρι βουνά και καμένες καφέ κοιλάδες για να αισθανθεί την πραγματική ευχαρίστηση του να ξεκουραστεί πάνω στη χλόη. Ήταν μια ευχάριστη πρόγευση της Αρκαδίας. Το αν η Καρυά είναι πραγματικά μέσα στα σύνορα της αρχαίας Αρκαδίας είναι αμφίβολο. Τα σύνορα δεν διέσχιζαν όπως κανείς θα περίμενε κατά μήκος της κορυφής του λόφου, αλλά την ανατολική του πλευρά κατά μήκος της ψηλότερης πορείας του Ινάχου.

Ήταν ηλιοβασίλεμα καθώς μπαίναμε στο χωριό. Πάνω σ’ ένα  λοφίσκο είχαν συγκεντρωθεί περίπου τριάντα ή σαράντα άντρες σχεδόν όλοι οι ενήλικες άντρες του χωριού για όχι κανέναν πιο σοβαρό σκοπό παρά για συζήτηση και κάπνισμα. Όλοι τους μας χαιρέτησαν με μια ελαφριά υπόκλιση τοποθετώντας παράλληλα το δεξί χέρι στην καρδιά και ανασηκώνοντας το αριστερό χέρι στο μέτωπο. Ένας τρόπος που πιθανών τον έχουν μάθει από τους Τούρκους, και τώρα πια άχρηστος στις μεγάλες πόλεις.

Ζητήσαμε τον Δήμαρχο κι ένας ζωηρός νεαρός με αλβανικό μεσοφόρι και φέσι ξεπρόβαλλε. Σε αυτόν παρουσιάσαμε ένα στρογγυλό γράμμα με το οποίο ο υπουργός των εσωτερικών μας είχε κάνει τη χάρη αναφερόμενος σε όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς , ζητώντας τους να μας παράσχουν κάθε βοήθεια. Ακόμα δεν είχε προλάβει να το διαβάσει, η δείχνοντας μας ότι τάχα το διάβασε, αφού δεν είμαι σίγουρος ότι το κρατούσε από τη σωστή του πλευρά, και αμέσως με ανοιχτές αγκάλες σαν να πετούσε, άρπαξε τους νεοφερμένους. Στην κυριολεξία άρπαξε τον καθένα από εμάς από το χέρι και έτρεξε το λόφο κάτω μαζί μας στο σπίτι του, όπου μας έβαλε αμέσως στο καλύτερο δωμάτιο από τα δυο που διέθετε το σπίτι και μας προσέφερε μαρμελάδα και ένα ποτήρι αγνό κρύο νερό, ως ένδειξη καλωσορίσματος. Εδώ όπως και παντού βρήκαμε την πιο αυθεντική καλοσύνη και φιλοξενία.

Αφήνοντας  την Καρυά γύρω στις επτά το επόμενο  πρωί  ο ένας μετά τον άλλο οι χωρικοί περνούσαν στον δρόμο για την καθημερινή τους εργασία σε κάποιο μακρινό χωράφι. Ο καθένας τους μας χαιρετούσε με ένα ευγενικό καλημέρα. Περιμέναμε την ομάδα μας σε μια γωνιά του δρόμου που έμοιαζε με ειρηνικό χωριό με τις καπνισμένες του οροφές.

Κοντά βρισκόταν ένας νερόμυλος κατασκευασμένος ως εξής: ένα δυνατό αντιστήριγμα του τοίχου είναι κατασκευασμένο αντίθετα στην πλευρά του λόφου, και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινες γούρνες μεταφέρουν τη ροή του νερού στη σωστή γωνία στον τροχό. Ο μουσκεμένος τοίχος ήταν φουντωτός από τη φτέρη και κάθε είδους οργιώδους χορταριού.

Είχαμε συχνά την ευκαιρία να θαυμάσουμε την υπομονετική επινοητικότητα με την οποία μεταφερόταν το αραιό ρυάκι του νερού για μίλια σε ένα κανάλι κατασκευασμένο κατά μήκος της πλευράς του λόφου για να γυρίσει μια από αυτές τις ρόδες του μύλου, και μετά να το μοιράσει στα παρακάτω χωράφια. Είχαμε συχνά την τύχη να ξεκουραστούμε στη γειτονιά ενός τέτοιου μύλου, μια και ήμασταν σίγουροι ότι θα βρίσκαμε τα δυο βασικά αναγκαία νερό και σκιά.

Αυτό που θυμάμαι ιδιαίτερα απ’ τη Καρυά είναι το ευχάριστο μισάωρο που περάσαμε ακούγοντας το τρίξιμο του τροχού και τον παφλασμό του νερού. Φυσούσε ένα φρέσκο αλπικό αεράκι και μια έντονη λιακάδα λαμπύριζε πάνω σε δροσερό χορτάρι- γη και ουρανός «πλενόντουσαν» σαν να ήταν πρωί. Ήταν μια σκηνή η οποία θα είχε εμπνεύσει τον Θεόκριτο* με ένα ειδυλλιακό όμως γεμάτο από ειλικρινές και αυθεντικό ανθρώπινο συναίσθημα το οποίο είναι το αλάτι της λογοτεχνίας […].

 

Υποσημείωση


 

*Θεόκριτος: Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, πρωτοπόρος της βουκολικής ποίησης που άνθισε περίπου τον 3ο π.Χ αιώνα. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικούς ποιητές του αρχαίου κόσμου. Από το σύνολο του έργου του, διασώθηκαν τριάντα ποιήματα, που αργότερα συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Ειδύλλια.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Ελένη Φλέσσα 

 

Πηγή


 

  • Clark, William George, 1821-1878, « Peloponnesus: notes of study and travel», London, John W. Parker and son,1858.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »