Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτικοί’

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Λαμπρυνίδης Μιχαήλ (1850 ή 1851 -1915)


 

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης: Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι».

Η Ευτυχία Λιάτα, στον πρόλογό της για την τέταρτη έκδοση της «Ναυπλίας», 2001, σημειώνει: «Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, μοιράζοντας τη ζωή του κατά διαστήματα ανάμεσα στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, δεν αποκόβεται από τον επιστημονικό περίγυρο, τις πνευματικές ζυμώσεις και τον επαγωγικό διάλογο του κέντρου. Η ευρυμάθεια, η καλλιέργεια και η μεθοδικότητά του θα αποτυπωθούν στο πλούσιο και θεματικά ποικίλο έργο του, που ξεπερνάει κατά πολύ τα τοπικά όρια και επεκτείνεται σε θέματα γενικότερης εμβέλειας, όπως είναι για παράδειγμα οι οικονομολογικές του μελέτες».

Από τα πιο σημαντικά του έργα αναφέρουμε:

  • «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς»*, ιστορική μελέτη. Εν Αθήναις: Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 1898.
  • «Οι θεσμοί παρ’ Έλλησιν», Ιστορική επισκόπησις. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου,1903.
  • « Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / Ύδρα –Σπέτσαι. Η χερσόνησος του Αίμου και οι κάτοικοι αυτής (Επίμετρον)».** Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάϊσνερ και Ν. Καργαδούρη,1907.

 

Υποσημειώσεις


 

* Ένα μόνο χρόνο αργότερα από την έκδοση της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης ξεκινά έρευνα, για την συλλογή νέων στοιχείων, που οδηγεί σε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένης και βελτιωμένης (υπερδιπλάσιας), σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, με σκοπό να κυκλοφορήσει το 1914. Το 1949 η κόρη του συγγραφέα Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη τη δώρισε στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», με το ρητό όρο της δημοσίευσης. Δυστυχώς έως σήμερα παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου.

** Μία από τις πρώτες απόπειρες ιστορικής σύνθεσης για τον αλβανικό εποικισμό του νοτιοελλαδικού χώρου κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Ο συγγραφέας,  τοποθετεί την πρώτη αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1370-1380 και εξιστορεί τη συμμετοχή των Αλβανών στους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού Γένους μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Ασπάζεται την «πελασγική θεωρία», δηλαδή τη «συγγένεια αίματος» και τις «κοινές ρίζες» Ελλήνων και Αλβανών. Οι Αλβανοί «απετέλουν απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας». Η πραγματεία του για την «εθνολογική καταγωγή των Αλβανογενών Ελλήνων», όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε ιδιαίτερη σημασία την αυγή του 20ού αιώνα, όταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια είχαν κορυφωθεί και η προοπτική συμπερίληψης της (αγέννητης) Αλβανίας στην επικράτεια του ελληνικού κράτους ήταν ακόμη ανοικτή.

 

Πηγές


  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », έκδοση 4η, Ναύπλιο, 2001.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / ‘Υδρα-Σπέτσαι», Αναστατικές Εκδόσεις, Διονύσιος Νότη Καραβίας, Αθήνα, 1987.

 

Read Full Post »

Ιατρού Ι. Γεώργιος (19ος αι.)


 

Γεώργιος Ιατρού

Γεώργιος Ιατρού του Ιωάννου (19ος αι.): Κτηματίας από το Ναύπλιο, πολιτικός και Δήμαρχος. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας κατά την περίοδο 1856-1859. Δεν πήρε μέρος στον αγώνα εναντίον του Όθωνος και αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος στο Ναύπλιο, του γνωστού ως «Ναυπλιακά», εκλέχθηκε Δήμαρχος Ναυπλίου το 1862. Παρέμεινε στο δημαρχιακό αξίωμα έως την εκθρόνιση του Όθωνος στις 12 Οκτώβριου 1862. Με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη δημοτικότητά του, κατόρθωνε να μετριάζει τις διαφορές που δημιουργούντο κατά την ανώμαλη εκείνη περίοδο, μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κορωναίος Ν. Πάνος  (1809-1899)


 

Πάνος Κορωναίος

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1808 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς κυθηραϊκής καταγωγής.  Η αδελφή του Κλεοπάτρα, η οποία παντρεύτηκε τον Κυθήριο ριζοσπάστη βουλευτή (Κοινοβούλιο Ιονίου Πολιτείας) Δημήτριο Ραπτάκη ήταν η γιαγιά του μουσικού Κλέωνος Τριανταφύλλου γνωστού ως Αττίκ. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία και σε ηλικία 17 περίπου χρονών κατατάχθηκε εθε­λοντικά στον τακτικό στρατό υπό τον Φαβιέρο στο Ναύπλιο και πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και στην άτυχη απόπειρα του τελευταίου να καταλάβει τη Χίο (1827). To επόμενο έτος τέθηκε υπό τις διαταγές ενός άλλου Γάλλου αξιωματικού, του στρατηγού Μαιζόν. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Ιούλιος, 1828), που διασφάλιζε διεθνώς την ελληνική ανεξαρτησία, έστειλαν ένα γαλλικό στρατιωτικό σώμα υπό τον στρατηγό Μαιζόν για να εκδιώξει τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ.

 

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

 

Ο Κορωναίος, έχοντας αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία καθώς και πολλά τραύματα από τις μάχες, εισήλθε ως υπότροφος στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Ευελπίδων με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 ήταν μόλις 23 ετών όταν αποφοίτησε ανάμεσα στους οκτώ πρώτους της σχολής, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Την 1η Δεκεμβρίου 1833 προήχθη σε υπολοχαγό και τοποθετήθηκε Υπασπιστής του Πυροβολικού Σώματος. Το 1837 έγινε λοχαγός και τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο. Στην επανάσταση του 1843 τάχθηκε υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών της Ελλάδας. Σύντομα εναντιώθηκε στο καθεστώς του Όθωνα και ετέθη από το Βασιλιά σε αργία δια απολύσεως από το 1853 έως το 1859. Έφυγε στο Παρίσι και ασχολήθηκε με στρατιωτικές μελέτες.

Πάνος Κορωναίος, Ξυλογραφία, 1899.

Το 1854 κατατάχθηκε στα ρωσικά στρατεύματα και ορίστηκε αρχηγός του εθελοντικού σώματος Επτανησίων Ελλήνων. Συμμετείχε στον πόλεμο της Κριμαίας 1853 – 1856 με τους Ρώσους ενάντια στους Τούρκους. Με τη μαχητικότητά του και τις επιδόσεις του στην ιστορική διάβαση του Δουνάβεως και άλλες νικηφόρες μάχες του απονεμήθηκε παράσημο από τη Ρωσία. Το 1860 πολέμησε με το γαλλικό στρατό στην εκστρατεία της Συρίας. Παρασημοφορήθηκε επίσης από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

Υπήρξε οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης το Φεβρουάριου του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα (Ο­κτώβριος του ίδιου χρόνου). Στους μήνες της Μεσοβασιλείας (1862 – 63) αναδείχτηκε ηγετικό στέλεχος της παράταξης των Ορεινών (του Κωνσταντίνου Κανάρη) και – ως υπουργός Στρατιωτικών – αντιμετώπισε τις εμ­φύλιες συγκρούσεις του Ιουνίου 1863 («Ιουνιανά»).

Πάνος Κορωναίος, Ποικίλη Στοά, 1899.

Μετά την άνοδο του Γεωργίου Α’ στο θρόνο (Οκτώβριος 1863), ο Κορω­ναίος ανέλαβε διάφορα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα και το 1866 συμμετέσχε στην εξέγερση της Κρήτης. Κατά την περίοδο που ακολούθησε αναδείχτηκε σε σημαίνου­σα πολιτική φυσιογνωμία της χώρας (το 1868 εξελέγη βουλευτής Αττικής, το 1875, 1879 και 1885 βουλευτής Κυθήρων), ασκώντας παράλληλα και τα στρα­τιωτικά του καθήκοντα. Αποστρα­τεύτηκε το 1880 με το βαθμό του αντιστράτηγου του πυροβολικού και κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πρωταγωνίστησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση πατριωτικών σωματείων και οργανώσεων. Έχει συγγράψει στρατιωτικές με­λέτες, καθώς και το Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός της Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου (1863). Πέθανε στις 17 Νοέμβρη του 1899 στην Αθήνα.

  

Πηγές


  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, τομ. 5, 1986.
  • Βαγγέλης Γεωργίου, «Ο Εμφύλιος πόλεμος του 1863»,  Ιστορία εικονογραφημένη, Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 493, Ιούλιος 2009.
  • Τρύφων Ευαγγελίδης, «Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)», Αθήνα 1893.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

1833-1843: Η οικονομική ζωή της Ελλάδας και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


 

Η ανασκόπηση της ελλαδικής οικονομίας κατά την περίοδο που μεσολάβησε από την έλευση του Βαυαρού «μικρού πρίγκιπα» – με τη δυσανάλογα μεγά­λη ακολουθία – μέχρι το κίνημα της 3ης Σεπτεμ­βρίου – με τη δυσανάλογα μεγάλη φήμη – κρύβει πολλές επιστημονικές προκλήσεις και ακόμη πε­ρισσότερες παγίδες. Πρώτα απ’ όλα, η ελλαδική οικονομία της επο­χής εκείνης υπήρξε μια οικονομία μετάβασης α­πό τα οθωμανικά πρότυπα προς τα νεώτερα, τα οποία πολλοί ευαγγελίζονταν αλλά κανείς δεν μπο­ρούσε ούτε να εγγυηθεί ούτε να επιβάλει.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Μια «οικονομία μετάβασης» εξετάζεται με την καταγραφή: (α) του παλιού καθεστώτος και των παραμέτρων που ακόμη το στήριζαν, (β) των νέων δυνάμεων που ε­πενέργησαν διαλυτικά στο παλαιό καθεστώς. Η πε­ριγραφή αυτή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, αν και εφόσον πραγματοποιηθεί μέσα από τα μάτια των παλαιών: των σύγχρονων δηλαδή προς την ε­ποχή πηγών και όχι μέσα από την οπτική του πα­ρόντος, η οποία προβάλλει στο παρελθόν ανιστορικές μεθόδους και τρόπους σκέψης. Ποιο ήταν το «παλαιό» στο επίκεντρο της οικονομίας, των σχέ­σεων παραγωγής, στη σφαίρα της γαιοκτησίας; Ποιο υπήρξε το καινούργιο;

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου 1833-1843 είναι ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας λει­τούργησαν μέσα από την προσπάθεια δόμησης ε­νός «κράτους», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην Εγγύς Ανατολή της τέταρτης και της πέμπτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Σήμαινε άραγε ό,τι μπορούμε σή­μερα να αποδώσουμε σε ένα «αστικό» κράτος της ε­ποχής; Σήμαινε ένα μηχανισμό που διασφαλίζει το νόμο και την τάξη, την ασφάλεια του προσώπου και των συναλλαγών; Σήμαινε ακριβώς αυτά που εξήγ­γειλε μέσα στον ευωδιαστό ροδώνα του ο Οθωμα­νός σουλτάνος, το 1839, διαβάζοντας τη διακήρυξη «Γκιουλ χανέ χατί χουμαγιούν»: την ασφάλεια του προσώπου, την ελευθερία των κινήσεών του και των συναλλαγών του; Μα αυτά ήταν τα στοιχεία που πρόβαλε η Ευρώπη των Μεγάλων Δυνάμεων και των κανονιοφόρων, αυτά ήταν τα πολιτικά κριτήρια για να θεωρηθεί κανείς (ακόμη και αν ήταν ο σουλ­τάνος) φιλο-Ευρωπαίος και προοδευτικός. Πολύ πιο αξιόπιστοι από το σουλτάνο φαίνονταν βέβαια ο Βαυαρός πρίγκιπας και οι σοφοί που τον ακο­λουθούσαν, μια και ήταν καθαρόαιμοι Ευρωπαίοι. Αλλά το «αστικό» ελλαδικό κράτος ήταν συμβατό με την οικονομική βάση, πάνω στην οποία θεμε­λιωνόταν;

Το τρίτο σημείο αφορά τα ερωτήματα που συνδέ­ονται με την επανένταξη στην παραγωγή των χι­λιάδων «παλικαριών», που ύστερα από τόσα χρό­νια ένοπλου αγώνα είχαν αποκοπεί από κάθε κανονικότητα, με την επίλυση του διατροφικού προ­βλήματος των χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρ­ρεύσει στο ελλαδικό βασίλειο από κάθε γωνιά του Ελληνισμού.

Το τέταρτο σημείο αφορά τη σχέση ανάμεσα στις «μεγάλες δυνάμεις» και το ελλαδικό βασίλειο και εν προκειμένω εντοπίζεται στο «μεγάλο δάνειο» των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Το δάνειο αυτό ή­ταν ο σπάγκος της μαριονέτας, τον οποίο οι «μεγά­λες δυνάμεις» τραβούσαν κατά βούληση, οσάκις ε­πιθυμούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στο ελληνικό βασίλειο, η δημοσιονομική κατάσταση του οποίου παρέμεινε αξιοθρήνητη καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

  

Οι Εθνικές γαίες: το πιο μοντέρνο κρατικό φεουδαρχικό σύστημα στην Ευρώπη

 

Σε μια εξ ολοκλήρου αγροτική χώρα, τι σήμαινε το οθωμανικό καθεστώς για τον καλλιεργητή της γης; Ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς, που αν μπο­ρούσε να αποδοθεί σε αριθμούς, θα εκωδικοποιείτο ως εξής: Για κάθε μέρα που δούλευε για τον ε­αυτό του, ο καλλιεργητής θα έπρεπε να δουλεύει μιάμιση μέρα ή και δυο μέρες για λογαριασμό του κατόχου των μέσων παραγωγής (μέσα παραγωγής = αροτριώντα ζώα, άλλα ζώα, αλέτρια, γεωργικά ερ­γαλεία, σπόρος). Με άλλα λόγια, το ποσοστό της υπερεργασίας του καλλιεργητή ήταν περίπου 150-200%. Με δεδομένη την ιστορική χαμηλή παρα­γωγικότητα στο γεωργικό τομέα, τα μεγέθη που προαναφέραμε προσδιόριζαν ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αυτό το βιοτικό επίπεδο μπορούσε να βελτιωθεί ή να επιδεινωθεί, ανάλογα με το ύψος της πραγματικής φορολογίας, με τις αγγαρείες που μπορούσαν να επιβληθούν, με τις καιρικές συνθήκες και τέλος με το μέγεθος της οικογένειας του καλλιεργητή.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Αν ο εισπράκτορας της φορολογίας (σε είδος) δεν τυ­ραννούσε πολύ το γεωργό και δεν αποσπούσε με διάφορα προσχήματα μεγαλύτερο ποσοστό από το ορισμένο, αν οι αγγαρείες και τα υποχρεωτικά δοσίματα δεν έπεφταν μαζεμένα, αν ο καιρός ήταν καλός, αν τα χέρια (εκτός από τα στόματα) ήταν ά­φθονα, τότε ο καλλιεργητής ήταν δυνατόν να σχη­ματίσει κάποιο μικρό πλεόνασμα. Αν η τύχη του συνεχιζόταν, ίσως να δοκίμαζε να γίνει και αυτός ιδιοκτήτης γης. Όμως, στο σημείο αυτό το οθωμανι­κό πρότυπο έθετε φραγμό. Διότι η μεταβίβαση της γης ήταν φορτωμένη με τόσο πολλά εμπόδια, ώστε δεν ήταν πάντοτε δυνατή. Αλλά και ο καλλιεργη­τής ήταν συχνά υποχρεωμένος να παραμείνει στην ίδια περιοχή. Ο συνδυασμός της υποχρέωσης αυτής με τα εμπόδια στην πώληση και αγορά γης απέτρεπε τις μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας και καθιστούσε τον καλλιεργητή, πρακτικά, δουλοπάρικο.

Η κατάσταση αυτή στην Οθωμανική Αυτοκρατο­ρία συνεχίστηκε όχι μόνο μετά το Χουμαγιούν του 1839, αλλά και στα επόμενα χρόνια, μέχρι τη στα­διακή αραίωση των περιορισμών στα κληρονομικά δικαιώματα επί των «υποδημοσίων» γαιών, εκεί­νων δηλαδή που ψιλώ ονόματι ανήκανε στο κρά­τος, αλλά η νομή τους είχε περιέλθει σε συγκεκρι­μένες οικογένειες. Σε άλλες κατηγορίες γαιών δεν υπήρξε, ωστόσο, εξέλιξη και οι γαίες αυτές παρέ­μειναν εκτός εμπορίου, όπως οι λεγόμενες «μετρουκέ», οι αφιερωμένες δηλαδή σε συλλογικές α­νάγκες των κατοίκων (π.χ. οι βοσκές).

Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε, στο σημείο αυτό, μια μεγάλη ανατροπή. Η υποχρέωση των καλλιεργητών να παραμείνουν στη γη καταργήθη­κε και θεωρητικά η εργατική δύναμη απέκτησε κι­νητικότητα. Αυτό αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα, που στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία χρει­άστηκαν πάνω από τριάντα χρόνια για να επιτευ­χθεί.

Η άλλη ενδιαφέρουσα μεταβολή ήταν ότι η γη που κατείχαν οι Τούρκοι ιδιώτες, η γη που κατείχε το οθωμανικό δημόσιο και άλλες ειδικές κα­τηγορίες γης «εκτός εμπορίου» πέρασαν στην ιδιο­κτησία του ελληνικού κράτους. Ενώ στην Τουρκία η κρατική ιδιοκτησία της γης έφθινε, στην Ελλά­δα αναζωογονήθηκε και θεσμοποιήθηκε. Άλλωστε, με την αναγνώριση των Εθνικών γαιών ως συλλογικής υποθήκης για την πληρωμή των ε­θνικών δανείων, εξασφαλίστηκε και η μη εκποίη­σή τους (τουλάχιστον ως το 1871). Πράγματι, μόνον δυο περιορισμένες απόπειρες πραγματοποιήθηκαν (1835: νόμος περί προικοδοτήσεως. 1838: πώληση γης σε στρατιωτικούς), με δημοπρασίες της γης που ανέβασαν την τιμή της και έκαναν το εγχείρημα να αποτύχει. Τα πρώτα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, η κατανομή της γης ανάμεσα στο κράτος και τους ι­διώτες ήταν περίπου η εξής:

 

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ (ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ)

ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΗ ΓΗ             ΑΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΓΗ

ΚΡΑΤΙΚΗ        6.068.000              10.046.000

ΙΔΙΩΤΙΚΗ       2.513.566               3.062.188

 

Πάνω από το 70% της γης, δηλαδή, ανήκε στο Δημόσιο. Μόνο ο ένας στους έξι Έλληνες είχε δι­κή του γη. Και μόνο ένας στους τέσσερις είχε δικό του ζώο. «Στη Φθιώτιδα, οι χωρικοί ζουν όχι σε σπί­τια, αλλά σε καλύβες χωρίς δάπεδο…», γράφει έ­νας ξένος μελετητής της εποχής. «Στη Λιβαδειά, τα σπίτια είναι χτισμένα με ταρσούς και καλάμια (…). Στη Θήβα ακόμη και το έδαφος που είναι χτισμέ­να τα σπίτια είναι Εθνική γη. Οι βοσκές, που στην τουρκοκρατία ήταν κοινοτικές, τώρα είναι κρατική περιουσία (…). Η γεωργία είναι νεκρή».

Πάνω από 60.000 καλλιεργητές προτίμησαν να διασχίσουν τα χώματα που είχαν ποτίσει με το αίμα τους, να διασχίσουν τα σύνορα που είχαν φτιάξει με το σπαθί τους και να επιστρέψουν στην άθλια κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου η αυθαιρεσία δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο καλλιεργητής της Εθνικής γης πλήρωνε πο­σοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επιπλέον 10% ως φόρο δεκάτης (αυτόν τον πλήρωνε και επί ο­θωμανικής περιόδου).

Του έμενε δηλαδή ποσοστό 75% επί της παραγωγής (αν και στην πράξη οι αυ­θαιρεσίες των εισπρακτόρων των φόρων οδηγού­σαν σε πραγματικό ποσοστό 60%). Ότι απέμενε, ο καλλιεργητής το μοίραζε με τον ιδιοκτήτη των ζώ­ων και των εργαλείων (μέσων παραγωγής), μετά την αφαίρεση του σπόρου. Πρακτικά, δηλαδή, δεν απέμενε ούτε το 30% της παραγωγής. Το ποσοστό υπερεργασίας ήταν πάνω από 250%, δηλαδή για κάθε μια μέρα που δούλευε για τον εαυτό του ο καλλιεργητής, χρειαζόταν άλλες δυόμισι μέρες να δουλέψει για το κράτος, τον φοροεισπράκτορα και τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η επι­δείνωση, σε σχέση με την οθωμανική περίοδο, ήταν εμφανής.

 

Ένα πλούσιο μικροσκοπικό κράτος που δανείστηκε πολλά

  

Έτσι, αυτός ο πάμπτωχος αγροτικός πληθυσμός, μέσα από την αγροτική φορολογία (που περιελάμ­βανε τον οθωμανικό φόρο επί των αιγοπροβάτων, καθώς και τους οθωμανικούς δασμούς), επιβαρυνό­ταν με ένα από τα υψηλότερα φορολογικά ποσοστά στην Ευρώπη, μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας, της Σουηδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλαν­δίας, της Αυστρίας.

Από 6,2 εκατομμύρια δραχμές το 1834, οι άμεσοι αγροτικοί φόροι έφτασαν τα 10,4 εκατομμύρια το 1840, ακολουθώντας τις δημόσιες δαπάνες, που από 11,1 ανέβηκαν στα 17,5 εκατομ­μύρια δραχμές. Το λιλιπούτειο ελλαδικό βασίλειο συντηρούσε ένοπλες δυνάμεις που έφταναν το 10% του πληθυ­σμού και απορροφούσαν το 40% του προϋπολογισμού.

Ένα άλλο 25% απορροφούσε η εξυπηρέτη­ση του δημόσιου χρέους. Ελάχιστα απέμεναν, έτσι, για τις άλλες δημοσιονομικές ανάγκες, δηλαδή την Αυλή, τα ανάκτορα, τους υπουργούς, τους υπαλλήλους, τους επιθεωρητές, τους δασονόμους, τους δασκάλους και τον κρατικό μηχανισμό εν γέ­νει. Κι ακόμη πιο λίγα για σχολεία, δρόμους και έργα υποδομής, που απλώς δεν υπήρχαν. 

Ο στρατός του ελλαδικού βασιλείου δεν είχε σχηματιστεί για να πολεμήσει έναν εξω­τερικό εχθρό. Κατ’ αρχάς δομήθηκε για να συμπεριλάβει αρκετούς από τους «φι­λέλληνες» Βαυαρούς νέους, που ήρθαν στην Ελλάδα ονειρευόμενοι ηρωικές και αποδοτικές διεξόδους για το «φιλελληνισμό» τους. Δεύτερον, επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει, σε περιορι­σμένο πάντως βαθμό, τα «παλικάρια», που είχαν ξεριζωθεί από την παραγωγική διαδικασία. Τρίτον, λειτούργησε για να αντιμετωπίζει τη ληστεία, που αναπτύχθηκε επειδή ακριβώς ο στρατός, όσο μεγά­λος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να συμπεριλάβει ό­λους όσοι ήταν διαθέσιμοι να προσφέρουν στρατιω­τικές υπηρεσίες. Όποιος δεν έμενε στις τάξεις του στρατού, περνούσε στη ληστεία. Τη δεδομένη επο­χή, η ληστεία δεν αποτελούσε απλώς ένα παρεπό­μενο, μια δευτερεύουσα πλευρά του πολιτικού συστήματος, αλλά την κύρια, τη βασική πλευρά του.

Ο ρυθμιστικός παράγοντας των δημόσιων οικο­νομικών ήταν το περίφημο δάνειο των 60.000.000, από το οποίο καταβλήθηκαν 44.000.000. Η καταβο­λή του υπολοίπου υπήρξε το καρότο και το μαστί­γιο των τριών «προστάτιδων» δυνάμεων απέναντι στον Όθωνα. Το δάνειο αυτό συνδυάστηκε με την έ­λευση του νέου βασιλιά. Αν είχε δοθεί στον Καποδίστρια, ίσως θα απέτρεπε τη δολοφονία του και την αναρχία που επακολούθησε, αφού ο Καποδίστριας μπορούσε να κάνει καλύτερη χρήση απ’ ό,τι οι Βαυαροί. Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου α­πορροφήθηκε σε συσσωρευμένες υποχρεώσεις – κυ­ρίως προς την Τουρκία – και στη συντήρηση του στρατού και της βαυαρικής ακολουθίας του μικρού πρίγκιπα Όθωνα.

Όμως, καθώς η φοροδοτική ικανότητα των ρα­κένδυτων χωρικών είχε φτάσει στο όριό της, ενώ η βουλιμία των μελών του κρατικού μηχανισμού ή­ταν ακόμη στην αρχή της, κάτω από την πίεση της διεθνούς συγκυρίας (και ιδιαίτερα τη διακοπή του εμπορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία) η Αθή­να έφτασε στα 1841 σε αδυναμία να πληρώνει τα χρεολύσια του δανείου. Τότε, οι «προστάτιδες» δυ­νάμεις έχασαν την υπομονή τους, διότι αν η Ελλά­δα δεν πλήρωνε τα χρεολύσια, θα έπρεπε να τα πληρώσουν αυτές, ως εγγυήτριες.

Έτσι, το δάνειο αποδείχθηκε ένας από τους κυ­ριότερους λόγους της μεταπολίτευσης του 1843. Το Μάιο του έτους εκείνου, ειδικό συνέδριο των «προ­στάτιδων» δυνάμεων όρισε με πρωτόκολλο ότι το ελληνικό κράτος μπορούσε και θα έπρεπε να κά­νει ετήσιες οικονομίες 3.742.000 για την αποπλη­ρωμή του δανείου.

Το ποσόν ήταν τεράστιο (20-25% των δημόσιων δαπανών) και σήμαινε ουσιαστικό περιορισμό των προσωπικών εισοδημάτων των με­λών του κρατικού μηχανισμού. Σε εκείνο το σημείο, ο κρατικός μηχανισμός επαναστάτησε και υποχρέ­ωσε τον Όθωνα να διώξει τους Βαυαρούς, πετυχαί­νοντας έτσι μερικές οικονομίες.

Αλλά το κύριο α­ποτέλεσμα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν η αναστολή του πρωτοκόλλου των 3,7 εκατομμυρίων και η παύ­ση της πληρωμής του χρέους. Πίσω από τις ωραιολογίες για «σύνταγμα» και «ελευθερία», η ελλαδι­κή κρατική τάξη φρόντιζε με περίσκεψη για το εισόδημά της. Έστω και επαναστατώντας.

 

Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου

Δρ.  Οικονομικού Τμήματος ΑΠΘ, Συγγραφέας

 

 

Ειδική Βιβλιογραφία


  • Ανδρέα Ανδρεάδου, Έργα, τόμοι I και II, Αθήνα 1938-1939.
  • Παντελής Αγιάνογλου, Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Βόλφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Ευάγγελος Χεκίμογλου, Η ιστορικότητα και η χωρικότητα του πλεονάσματος: Χώρος και μηχανισμοί απόσπασης του πλεονάσματος στην Ελλάδα, 1800-1870 (διατριβή ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1987.

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες

Γούναρης Δημήτριος – Πρωθυπουργός (1866-1922)

Δύο φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας, δικηγόρος και δεινός ρήτωρ. Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του εμπόρου σταφίδας Παναγιώτη Γούναρη  από το Άργος και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου.

  

 

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

 

Ο Πατρινός ζωγράφος, καθηγητής Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και Ακαδημαϊκός Επαμεινώνδας Θωμόπουλος, (Πάτρα, 1878 – Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 1976) κινήθηκε ανάμεσα στον ακαδημαϊσμό και τον πρώιμο ελληνικό ιμπρεσιονισμό. Σπούδασε ζωγραφική στην Ιταλία. Ήταν για χρόνια καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και διετέλεσε διευθυντής της σχολής την περίοδο 1948–1949. Το 1945 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1962 διετέλεσε πρόεδρος του ίδιου ιδρύματος. Έργα του φιλοξενούνται στο Δημαρχείο Πατρών και στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τρικούπης Χαρίλαος  (1832-1896)


 

Η Οικογένεια Τρικούπη


 

Μεσολόγγι. Πολλή η δόξα του στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα. Η θυσία των γενναίων υπερασπιστών του και η ηρωική έξοδος της 10ης Απριλίου κέρδισαν τον θαυμασμό του κόσμου. Σ’ αυτή την μαρτυρική πόλη φύτρωσαν οι ρίζες πολλών επιφανών οικογενειών. Πρώτη ανάμεσά τους και η πιο βαθιά, η πιο γερή, η οικογένεια Τρικούπη. Φτάνει στο 1700 περίπου, ίσως και παλαιότερα. Τότε υπολογίζεται η γέννηση του Γιωργάκη Τρικούπη.

Ο γιος του Ματθαίος ή Μάνθος, ήταν πλοίαρχος. Του άρεσε η μουσική και η ποίηση και γενικά αναφέρεται ως ένα άτομο ιδιαίτερα καλλιεργημένο. Από το γάμο του με την Ρήνα Κουρκουμέλη, απέκτησε δυο γιούς. Τον Ιωάννη ( 1750-1824) και τον Ασημάκη ή Συμεών (1753-1822). Ο Ασημάκης σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στην Ιταλία και πέθανε κατά την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

 

Ο Ιωάννης Τρικούπης (1750-1824)


 

Παππούς του Χαρίλαου. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Μεσολόγγι, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Στην Ιθάκη και στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά και Γαλλικά. Στην Πάτρα, γνώρισε τον Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ. Μεταξύ των δυο ανδρών αναπτύχθηκε ισχυρή φιλία. Όταν ο Γαβριήλ εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με το όνομα Γαβριήλ Δ΄ο Ιωάννης Τρικούπης τον ακολούθησε στην νέα του θέση.

Γύρω στο 1780 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, της μεγάλης Μεσολογγίτικης οικογένειας, διαδεχόμενος παράλληλα τον πατέρα του στις εμπορικές δραστηριότητές του. Συγχρόνως όμως – όπως κι εκείνος – ασχολήθηκε με τα κοινά. Εξελέγη αρχικά Προεστός της πόλης.

Λόγω της μόρφωσης αλλά και του ακέραιου χαρακτήρα του, έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους πατριώτες του. Κατάφερε με την εργατικότητα και την συνεχή προσπάθεια να αυξήσει την πατρική περιουσία και να αναδειχτεί ως ένας από τους σπουδαιότερους επιχειρηματίες της εποχής του.

Αργότερα βέβαια αυτή την περιουσία διέθεσε – σχεδόν όλη- για τις ανάγκες του Αγώνα. Σε μεγάλη ηλικία πια, σχεδόν εβδομήντα χρονών, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Στα χρόνια του Αγώνα, εξελέγη πρόεδρος των Δημογερόντων και μετά έφορος. Με την σύζυγό του, απέκτησαν εννιά παιδιά. Τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, τον Μάνθο, τον Κωνσταντίνο, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη και την Μαρία.

Ο Κωνσταντίνος και ο Μάνθος πέθαναν ηρωικά μαχόμενοι στο Μεσολόγγι. Για τον Νικόλαο και τον Αναστάσιο δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Η Ειρήνη παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ραζηκότσικα και η Μαρία τον Δήμαρχο Μεσολογγίου Δημήτριο Καψάλη.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873)


 

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Μαθήτευσε στην Σχολή των Παλαμάδων, όπως και ο πατέρας του. Αργότερα στην Πάτρα έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Με την βοήθεια του Άγγλου λόρδου Guilford – του οποίου υπήρξε φίλος και γραμματέας- μετέβη στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές. Η Επανάσταση του 1821 όμως τον απορρόφησε ολοκληρωτικά, οδηγώντας τον στην απόφαση να εγκαταλείψει την θέση του εφόρου και οργανωτή της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, την οποία είχε ιδρύσει ο Guilford και να συμμετάσχει, μαζί με τον πατέρα του, στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου, το 1822.

Στην έξοδο της 10ης Απριλίου, ο αδελφός του Κωνσταντίνος σκοτώθηκε ενώ ο ίδιος κατέφυγε στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει από την πολιτεία και στο οποίο παρέμεινε πέντε χρόνια. Μετείχε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, υπηρετώντας την πατρίδα από διάφορες υψηλές θέσεις και αναδείχτηκε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, η οποία έφτασε στο Ναύπλιο από την Κωνσταντινούπολη όπου ζούσε με την Μητέρα της και την αδελφή της, διωγμένη από τους Τούρκους. Απέκτησαν έξι παιδιά. Τα δύο πέθαναν σε βρεφική ηλικία και τα άλλα δύο σε εφηβική. Επέζησαν μόνο ο Χαρίλαος και η Σοφία.

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832-1896)


 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου του 1832. Πατέρας του ήταν ο πολιτικός, διπλωμάτης και ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης και μητέρα του η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του αριστοκράτη πολιτευτή της Επανάστασης.

Ο Ιστορικός Δ. Κ. Βαρδουνιώτης,  στο φύλλο 16  της  7ης Απριλίου  1896 της  εφημερίδας

« ΔΑΝΑΟΣ» αναφέρει ότι ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος το 1830

και όχι το 1832, όπως γράφεται.

Ολόκληρο το κείμενο παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε στενός φίλος του Σπυρίδωνα Τρικούπη. Η συμπάθεια και η εκτίμηση του προς το πρόσωπο του, ήταν τόσο μεγάλη που του πρότεινε να του δώσει ως σύζυγο την αδελφή του, που τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης όμως δεν αποδέχτηκε την πρόταση αμέσως, λέγοντας στον φίλο του ότι: « Δεν θα ηδύνατο να συνδεθή δια γάμου ή μετά γυναικός την οποίαν θα εγνώριζεν εκ του πλησίον και μετά της οποίας θα τον συνέδεεν αίσθημα αγάπης και εκτίμησις». Όμως και η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, στην οποία έγραψε ο αδελφός της για τα προτερήματα του Τρικούπη, απάντησε περίπου με τον ίδιο τρόπο.

Όταν αργότερα, στα τέλη του 1825 η Αικατερίνη, καταδιωκόμενη από τους Τούρκους κατάφερε να διαφύγει με την βοήθεια της Αγγλικής Πρεσβείας, έφτασε στο Ναύπλιο, ολόκληρη η πόλη κατέβηκε στο λιμάνι να την υποδεχτεί και να την συνοδεύσει μέχρι το σπίτι του αδελφού της. Ο Τρικούπης λόγω της πρότασης του Μαυροκορδάτου περί γάμου, απόφυγε να πλησιάσει. Αλλά η πρώτη συνάντηση δεν άργησε. Αμέσως οι δύο νέοι ένοιωσαν αμοιβαία συμπάθεια και πολύ γρήγορα κατέληξε στο γάμο που έγινε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου του 1826.

Τον Ιούλιο του 1832 που γεννήθηκε το πρώτο παιδί τους, η μητέρα του διαβάζοντας την Ελληνική ιστορία θεώρησε το όνομα Χαρίλαος ως το καταλληλότερο για τον γιο της. Ο ναύαρχος Μιαούλης που βάπτισε το νεογέννητο, έδωσε το όνομα συμφωνώντας με την επιθυμία της μητέρας.   

 

Τα πρώτα νεανικά χρόνια

 

Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Ναύπλιο, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα, για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο στο οποίο γυμνασιάρχης ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος κυρίως όμως είχε καθηγητή τον Γρηγόριο Παπαδόπουλο, ο οποίος του ανέπτυξε την αγάπη προς τα κλασσικά γράμματα. Όταν λοιπόν έδινε απολυτήριες εξετάσεις, ο Χαρίλαος έπρεπε να γράψει σχετική έκθεση. Επέλεξε να γράψει για τον Θουκυδίδη και το σύστημα της πολιτείας. Η έκθεση αυτή προκάλεσε τον θαυμασμό των καθηγητών του, οι οποίοι διέβλεψαν στο πρόσωπό του ένα λαμπρό επιστήμονα. Αλλά και στα μαθηματικά ήταν άριστος. Ικανότητα που θα του χρησίμευε αργότερα ως πρωθυπουργού και διαχειριστή των οικονομικών της Ελλάδας.

Ο Τρικούπης, ως φοιτητής της  Νομικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου έδειξε την προτίμησή του προς το Ρωμαϊκό δίκαιο, επιλογή που πέραν των άλλων, τον ανέδειξε σε σπουδαίο λατινιστή. Μετά τρία χρόνια φοίτησης, πήγε στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη Νομική. Συμφοιτητή του εκεί είχε τον Γεώργιο Κοζάκη Τυπάλδο, o οποίος υπήρξε ένας από τους τελευταίους προσωπικούς του φίλους.

Ποιοι ήταν καθηγητές του στο εκεί πανεπιστήμιο δεν είναι γνωστό, αλλά όλοι είχαν παραδεχτεί την φιλομάθειά του και την πρόωρη για την ηλικία του  ευφυΐα. Υπάρχει επιστολή του Υπουργού Blaris προς τον τότε Πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι στρατηγό Καλλέργη, στην οποία του εκφράζει την πεποίθηση ότι ο νεαρός φοιτητής στο μέλλον θα διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας του.

Ο Τρικούπης πέρα από τις νομικές σπουδές, ασχολήθηκε και με άλλες μελέτες. Κυρίως τον ενδιέφερε η φιλοσοφία του τότε κατ’ εξοχήν φιλοσόφου Hebert Spencer. Κατά τις εξετάσεις του για να πάρει το δίπλωμά του, υπέβαλε και ανέπτυξε προφορικά την θέση του περί του γάμου και της προίκας. (Du contrat de marriage en general et specialement du regime dotal). ( Περί του συμβολαίου γάμου γενικά και ειδικά περί της προικοδότησης).

 

Η Διπλωματική του πορεία

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία και η αποδοχή της εργασίας αυτής, ώστε αν και ήταν ξένος, προσελήφθη ως ένας εκ των γραμματέων του Δικηγορικού Συλλόγου, του οποίου πρόεδρος ήταν ο διάσημος ρήτορας και πολιτευτής Berryer. Πότε ακριβώς αναχώρησε για την Αγγλία δεν είναι γνωστό. Τότε πρεσβευτής στο Λονδίνο ήταν ο πατέρας του και ο Χαρίλαος αρχικά υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του. Κατόπιν διορίστηκε επίσημος γραμματέας της πρεσβείας (1856) όπως αυτό προκύπτει από τον επίσημο κατάλογο του διπλωματικού σώματος του Λονδίνου.

Μάλιστα αναφέρεται ότι στα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του, υπήρξε ένας εκ των πρωτεργατών της δημιουργίας της νέας διπλωματικής λέσχης του St. James. Στην τότε διπλωματική λέσχη οι μεν προϊστάμενοι των υπηρεσιών μπορούσαν να γραφτούν μετά από απλή αίτηση, ενώ οι γραμματείς έπρεπε να κριθούν και ή να εκλεγούν ή να απορριφθούν.

Αφορμή για την ίδρυση της νέας λέσχης υπήρξε η απόρριψη του Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων Βουδούρη, που εκείνο τον καιρό διέμενε στην Αγγλία. Ο Τρικούπης θίχτηκε ως Έλληνας, συνεννοήθηκε με τον γραμματέα της Ιταλικής πρεσβείας κόμη Corti και έτσι προέκυψε η νέα λέσχη.

Μια σημαντική στιγμή της βραχύχρονης διπλωματικής του πορείας, υπήρξαν οι διαπραγματεύσεις του με την Αγγλική κυβέρνηση για την συνθήκη των Ιονίων Νήσων. Στις 6 Ιουνίου του 1863 ο Βασιλιάς της Αγγλίας δέχτηκε σε επίσημη ακρόαση την πρεσβεία της Ελλάδας, με την παρουσία των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

Η Ελληνική πρεσβεία πρόσφερε στον ανεψιό του, Γουλιέλμο Γεώργιο το Ελληνικό στέμμα. Ο Βασιλιάς τους ανήγγειλε ότι « κατά τας διαπραγματεύσεις μετά των τριών Μεγάλων Δυνάμεων οίτινες τόσον συντόνως συνέβαλαν εις την ίδρυσιν του Ελληνικού Βασιλείου, διετήρησαν δε πάντοτε ζωηρόν το υπέρ της ευμερίας αυτού ενδιαφέρον, εξηρτήσαμεν την αποδοχήν του Στέμματος εκ της προσαρτήσεως των Ιονίων Νήσων εις το Ελληνικόν Βασίλειον» και πρόσθεσε ότι πιστεύει ότι η προσάρτηση αυτή θα πραγματοποιηθεί σε πολύ σύντομο χρόνο.

Η προσφώνηση του προέδρου της αντιπροσωπείας ένδοξου γέροντα ναυάρχου Κανάρη, κατέληγε με την εξής συγκινητική φράση. « Το απ’ εμοί, Μεγαλειότατε, έζησα αρκετά, ώστε κατόπιν τοιαύτης ημέρας να επαναλάβω το του Συμεώνος: Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα».  

Στις 25 Ιουνίου 1863 ο λόρδος Ράσσελ, υπουργός των εξωτερικών της Αγγλίας, διαβίβασε τα πρωτόκολλα της παραχώρησης των Ιονίων νήσων, που είχαν υπογραφεί στο Λονδίνο, και τα οποία με επιμονή ζητούσε ο Έλληνας υπουργός των εξωτερικών. Όμως στο σχέδιο της συνθήκης, που ανακοινώθηκε στους αντιπροσώπους των πέντε Δυνάμεων, από τον υπουργό Ράσσελ, υπήρχαν δύο όροι.

 

Ο πρώτος, πρότεινε την ουδετερότητα των Νήσων, ενώ ο δεύτερος υποχρέωνε την Ελλάδα να γκρεμίσει τα φρούρια της Κέρκυρας. Ο σύμβουλος του νεαρού Βασιλιά, κόμης Σπόννεκ, όταν πληροφορήθηκε τις δεσμεύσεις αυτές, απευθυνόμενος προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Κοπεγχάγη Sir D. Paget, διατύπωσε την απορία του μόνο για τον πρώτο όρο, αφού για τον δεύτερο δεν είχε αντιρρήσεις ούτε αυτός.

Ο Βασιλιάς Γεώργιος αναφερόμενος στο δυσμενές κλίμα που θα διαμορφωνόταν στο κοινοβούλιο της Ιονίου πολιτείας, όταν θα μάθαινε τους όρους και το οποίο θα επηρέαζε την ψήφο της για την προσάρτηση, θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση την προσάρτηση, πριν αυτός αναχωρήσει για την Ελλάδα, ενώ ο κόμης Σπόννεκ έλεγε ότι εφόσον η προσάρτηση είναι πραγματική, δεν κατανοούσε πως τα Ιόνια Νησιά θα ήταν ουδέτερα, χωρίς να επεκταθεί αυτή η ουδετερότητα σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στις 7/19 Οκτωβρίου 1863 η Ιόνιος Βουλή ψήφισε την μεταβίβαση της κυριαρχίας των Νήσων στο Βασιλιά των Ελλήνων, ενώ την 8/20 Οκτωβρίου, έκανε έκκληση προς την Βασίλισσα Βικτωρία για την διατήρηση των φρουρίων της Κέρκυρας αφού η ίδια ως προστάτιδα είχε διαθέσει κολοσσιαία ποσά για την ανέγερση των φρουρίων, προκειμένου να εξασφαλίσει το νησί από επιθέσεις και επιδρομές. Τον Ιανουάριο του 1864 η αγγλική κυβέρνηση, διαβίβασε προς τον πρέσβη της Αγγλίας στην Αθήνα, το σχέδιο της συνθήκης για την εκχώρηση των Ιονίων, η οποία επρόκειτο να συνομολογηθεί μεταξύ των τριών προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδας.

Σε έγγραφό του, της 28 Ιανουαρίου 1864, προς τον πρέσβη, ο λόρδος Ράσσελ εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους ζητείτο να συνομολογηθεί με τους ρητούς όρους α) της κατεδάφισης των οχυρών των Νήσων β) η ουδετερότητα αυτών και γ) της διατήρησης των προνομίων των Αυστριακών εμπόρων.  Οι όροι αυτοί προκάλεσαν αληθινή θύελλα εθνικής φιλοτιμίας. Όμως ο λόρδος Ράσσελ, σε ανακοίνωσή του προς τον Σκάρλετ, ανέφερε ότι αυτή ήταν η αμετάκλητη θέληση της Αυστρίας. Με τις από 25 Οκτωβρίου 1863 εντολές του, ο λόρδος Ράσσελ είχε επιφορτίσει τον Σκάρλετ να ζητήσει επειγόντως από την Ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει στο Λονδίνο πληρεξούσιο υπουργό, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους της συνθήκης.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης είχε παραιτηθεί από τη θέση του πρέσβη στα τέλη του 1862 και την διεύθυνση της πρεσβείας είχε αναλάβει ως επιτετραμμένος Γραμματεύς ο Χαρίλαος Τρικούπης. Όμως, κι αυτός είχε εν τω μεταξύ παραιτηθεί γιατί είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου στην εθνική συνέλευση, η οποία είχε συγκληθεί μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

Τόσο δε μεγάλη υπήρξε η εμπιστοσύνη και η εκτίμηση της Κυβέρνησης προς τον Χαρίλαο Τρικούπη, ώστε αντί να αποστείλει υπουργό, ανέθεσε σ΄αυτόν να επιστρέψει στο Λονδίνο και να διαπραγματευτεί την συνθήκη, οι όροι της οποίας είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο και της παλαιάς Ελλάδας αλλά και των Ιονίων Νήσων.

Η ευθύνη για έναν τριαντάχρονο νέο διπλωμάτη ήταν πολύ μεγάλη και το καθήκον του βαρύτατο. Οι οδηγίες προς τον Τρικούπη, της 13 Νοεμβρίου 1863, έφταναν μέχρι του σημείου να λένε ότι το μόνο που μπορούσε να δεχτεί ήταν η απαγόρευση κάθε εκχώρησης οιουδήποτε τμήματος της Κέρκυρας και ο αφοπλισμός όχι όμως η κατεδάφιση των φρουρίων. Διαφορετικά ο Έλληνας πληρεξούσιος δεν έπρεπε να υπογράψει την συνθήκη.

 « Η δημόσια γνώμη εις την Ελλάδα και το αίσθημα της εθνικής φιλοτιμίας, έλεγεν έγγραφον του υπουργού Εξωτερικών προς τον Τρικούπην, δεν επέτρεπεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν να υπογράψη την ιδίαν εαυτής καταδίκην. Εάν τα διαδιδόμενα είναι αληθή ( περί των όρων της συνθήκης) μη υπογράψετε. Επαναλαμβάνω: μη υπογράψετε. Ακολουθήσατε πιστώς τας ημετέρας οδηγίας μη εισακούοντες κανένα».

Η κυβέρνηση απέκρουε όχι μόνο τον όρο της κατεδάφισης των φρουρίων αλλά και τον όρο περί ουδετερότητας των νησιών. Ο Τρικούπης εν τω μεταξύ είχε αναλάβει σοβαρή διπλωματική εκστρατεία. Αναθέρμανε – με την ευγλωττία του – παλιές συμπάθειες, αναζωπύρωσε τον φιλελληνισμό και με κάθε τρόπο υπενθύμιζε την ύπαρξη της Ελλάδας, η οποία είχε – ως φαίνεται- λησμονηθεί.

Δαπανούσε όλη του την δραστηριότητα και πειστικότητα. Αν και ο λόρδος Ράσσελ κατά την πρώτη τους συνάντηση άφησε να υπονοηθεί ότι « cetait a prendre ou a laisser». (Μπορούσες να πάρεις ή να αφήσεις). Ο Χαρίλαος Τρικούπης επαναλάμβανε συνεχώς ότι του έχει ανατεθεί από την κυβέρνηση η διαπραγμάτευση και όχι απλά η υπογραφή της συνθήκης.

Η πανίσχυρη και ισχυρογνώμων Αυστρία άρχισε να υποχωρεί από τις 21 Νοεμβρίου. Ο λόρδος Ράσσελ φαινόταν να κάμπτεται, εκτός του όρου της κατεδάφισης των φρουρίων. Στις 9 Δεκεμβρίου ο Έλληνας αντιπρόσωπος μιλά πρώτη φορά για την πιθανότητα κάποιων μεταβολών στους όρους της συνθήκης και στις 16 Δεκεμβρίου ο υπουργός των εξωτερικών διαβιβάζει εμπιστευτικά προς τον Τρικούπη, το πρώτο σχέδιο της συνθήκης.

Η Αυστριακή διακοίνωση προς την Αγγλική κυβέρνηση είναι γραμμένη ελάχιστα φιλική προς την Ελλάδα. Αλλά ουσιαστικά αποτελούσε υποχώρηση. « Η ελληνική κυβέρνησις, ανέφερε η διακοίνωση, ουδέν έχει δικαίωμα επί των Ιονίων Νήσων. Θα οφείλει αυτάς εις την γενναιοφροσύνην της Αγγλίας. Να θέτη τις όρους εις δώρον, τον οποίον προσφέρει είναι φυσικόν. Αλλά να υπαγορεύη τους όρους του δώρου, το οποίον λαμβάνει, ο λαμβάνων τούτο, αποτελεί αληθώς αδικαιολόγητον αξίωσιν».

Οι άλλες κυβερνήσεις επέμεναν. Η Αυστρία δέχτηκε στο τέλος να υποχωρήσει υπό την προϋπόθεση να κατεδαφιστούν τα φρούρια και να χαρακτηριστούν τα Επτάνησα ουδέτερα. Μετά από μακρές και επίπονες συζητήσεις, όπου εξετάστηκε ακόμη και η πλήρης ουδετερότητα της Ελλάδας, ο Τρικούπης οδήγησε τις μεγάλες δυνάμεις να καταλήξουν στην συνθήκη της 14ης Νοεμβρίου 1863 και το πρωτόκολλο της 25ης Ιανουαρίου 1864 που υπεγράφη μεταξύ Αυστρίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας, Πρωσίας, και Ρωσίας και το οποίο παραχωρούσε τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα υπό περιορισμούς, τους οποίους  η διπλωματική ικανότητα του Τρικούπη είχε καταστήσει ιδιαίτερα ήπιους σε σχέση με τους αρχικούς.

 

Η πολιτική του σταδιοδρομία

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, μετά την ολοκλήρωση του έργου του ήλθε στην Ελλάδα. Παραιτήθηκε από το Διπλωματικό σώμα και το 1865 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Μολονότι δεν εντάχτηκε σε κανένα κόμμα, αναγνώριζε την ικανότητα και την αξία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, ο οποίος είχε απορρίψει τον « νοσηρό » ρομαντισμό με τον οποίο λειτουργούσε η ελληνική πολιτική και κυρίως η εξωτερική πολιτική του κράτους.

Έτσι, το 1866 έγινε μέλος της κυβέρνησης Κουμουνδούρου ως υπουργός των εξωτερικών. Δύο είναι οι αγορεύσεις του κατά την περίοδο αυτή. Η πρώτη αφορούσε στη υποστήριξη της πολιτικής της κυβέρνησης και η δεύτερη, (1η Δεκεμβρίου 1867) το Κρητικό ζήτημα.

Το Κρητικό ζήτημα, ήταν ο λόγος που η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ανετράπη μετά ένα χρόνο και η Ελλάδα περιέπεσε σε μεγάλη κρίση, από την οποία εξήλθε υλικά και οικονομικά γονατισμένη, λόγω των ανώφελων θυσιών υπέρ της απελευθέρωσης της Κρήτης, αλλά και ηθικά μειωμένη λόγω της προσχώρησης της στο πρωτόκολλο του Παρισιού το 1869.

Το 1872 ιδρύθηκε το «Πέμπτον κόμμα » που το αποτελούσαν οι: Χαρίλαος Τρικούπης, Κ. Λομβάρδος, Αθ. Πετμεζάς, Κ. Σαράβας και μερικοί άλλοι πολιτευτές. Αν και ο Τρικούπης ήταν ο νεότερος όλων, μετά την υποχώρηση ακόμη και του ίδιου του παλαίμαχου Λομβάρδου, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει υπέρ της ένωσης της Επτανήσου, αναγνωρίστηκε ως αρχηγός του νέου κόμματος.

  

Τις πταίει;

  

Χαρίλαος Τρικούπης, λιθογραφία 1892

Το 1874 δημοσιεύτηκε  στους  «Καιρούς»  το  ιστορικό  άρθρο «Τις πταίει»  και  το επόμενο «Παρελθόν και Ενεστώς» στα οποία τόνιζε την ανάγκη της συμμόρφωσης του πολιτεύματος στους θεσμούς του γνήσιου κοινοβουλευτισμού και κατέκρινε την πολιτική του Στέμματος, η οποία – όπως υποστήριζε – δημιουργούσε την πολιτική αστάθεια και « ανεκηρύσσετο ως δόγμα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού η δεδηλωμένη ».

Τα άρθρα αυτά και κυρίως το πρώτο, αν και μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως ακαδημαϊκή διάλεξη παρά ως επίθεση και ασέβεια προς το πρόσωπο του Βασιλιά, διώχτηκε ποινικά. Ο Π. Καννελλίδης, ως συντάκτης των « Καιρών» κλήθηκε για ανάκριση ως συγγραφέας των άρθρων. Πλην όμως, γρήγορα βρέθηκαν μπροστά στην αλήθεια. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη και η δικαιοσύνη αναγκάστηκε να τον προφυλακίσει για μικρό διάστημα αφού απαλλάχτηκε με βούλευμα.

Παρ’ όλα αυτά, το 1875 ο Βασιλιάς κάλεσε τον Τρικούπη και του ανέθεσε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης. Διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές οι οποίες για πρώτη φορά από τότε που η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητη, πραγματοποιήθηκαν με παραδειγματική ελευθερία. Ο Τρικούπης παραιτήθηκε αμέσως μετά την διενέργεια των εκλογών, κατά τις οποίες το κόμμα του, εκτός από την ηθική απέκτησε και ουσιαστική δύναμη, εκλέγοντας 25 περίπου βουλευτές.

Το 1877, λόγω της Ανατολικής κρίσης, συγκροτήθηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη και ο Χαρίλαος Τρικούπης επανήλθε στους γνώριμους από παλιά χώρους του υπουργείου των εξωτερικών. Σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, ίσως θα μπορούσε κάποιος να καταλογίσει στην κυβέρνηση ως λάθος την μη συμμετοχή της Ελλάδας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Θα μπορούσε αν είχε πράξει διαφορετικά και είχε εμπλακεί στον πόλεμο, να προλάβει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και να είχε ελευθερώσει την Θεσσαλία, ολόκληρη την Ήπειρο και ίσως ακόμη και την Κρήτη.

Όμως η βαθειά αντιπάθεια του ελληνικού έθνους κατά της σλαβικής επικράτησης και οι υποσχέσεις της Αγγλίας για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων, ήταν οι βασικοί λόγοι που η Ελλάδα δεν έλαβε μέρος στον συγκεκριμένο πόλεμο.

Οι υποσχέσεις αυτές ίσως εκμαιεύτηκαν στην συνάντηση του Τρικούπη με τον πρέσβη της Αγγλίας τον Σεπτέμβρη του 1877, κατά την οποία ζητήθηκαν διαβεβαιώσεις  ότι η Ελλάδα      « δεν θα καθίστατο συνένοχος επαναστατικών κινημάτων» στις παραμεθόριες επαρχίες.

Την ιστορία της διαπραγμάτευσης αυτής θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε πιο κάτω μια και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Ο Τρικούπης ( σύμφωνα με επίσημο τηλεγράφημα του Άγγλου πρέσβη προς τον κόμη Derby, 9 Ιουνίου 1877) απάντησε ότι « Η Ελλάς ήτο διατεθειμένη να τηρήση αυστηράν ουδετερότητα, εκτός εάν αι περιστάσεις την ηνάγκαζον να αναλάβη άλλην στάσιν». Αλλά συγχρόνως ο Έλληνας υπουργός αναφέρει ότι « δεν εφρόνει ότι η Ελληνική Κυβέρνησις ήτο υποχρεωμένη να εξέλθη της οδού αυτής, όπως προλάβη επαναστατικά κινήματα μεταξύ Ελλήνων υπηκόων της Τουρκίας, εάν επίστευεν, ότι τοιαύτα κινήματα ήτο δυνατόν να προαγάγωσι τα γενικά συμφέροντα του Ελληνισμού».

Και ο Άγγλος πρέσβης πρόσθετε: « Συνοπτικώς ειπείν, ο κ. Τρικούπης αναλαμβάνει να προβή και πέραν των διεθνών υποχρεώσεων, των αυστηρώς επιβαλλομένων εις την Ελλάδα και υπόσχεται να προλάβη εξεγέρσεις εις τας γειτονικάς επαρχίας, υπό τον όρον, ότι θα λάβη την υπόσχεσιν της Μεγάλης Βρετανίας, ότι, όταν επιστή η ώρα των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, εφ’ ων η κυβέρνησις της Α.Μ. προσδοκάται, ότι θα ασκήσει σημαντικήν επίδρασιν, θα καθορισθή ότι υφίσταται ελληνικόν ζήτημα ενώπιον της Ευρώπης, ουχ ήττον ως αν ελληνικόν ζήτημα είχε προκύψει δια της εξεγέρσεως πασών των ελληνικών επαρχιών».

Ο Τρικούπης υπήρξε απολύτως θετικός σε ότι ζητούσε. Ζητούσε την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της Αγγλίας ότι θα εξασφάλιζε στο Ελληνικό Έθνος θέση ισότητας σε σχέση με τους Σλάβους γείτονες του. Και δήλωνε ότι χωρίς αυτής της εγγύησης η θέση της Ελλάδας θα ήταν δυσχερέστερη σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο κράτος που θα επηρέαζε ο πόλεμος αυτός.

Ποια ήταν η απάντηση του λόρδου Derby στον σαφή αυτόν όρο του «do ut des» (δίνω για να δώσεις) φαίνεται καθαρά στο έγγραφό του προς τον πρέσβη της Αγγλίας, της 2ας Ιουλίου 1877: « Η κυβέρνησις της Α.Μ. δεν δύναται να δώση διαβεβαιώσεις, εν σχέσει προς τα γεγονότα τα δυνάμενα να προκύψωσιν εκ της διαλύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις την Ευρώπην. Κατά την γνώμην της, θα ήτο ανάρμοστον και πρόωρον να αποβλέψη τις εις τοιούτον ενδεχόμενον ως ο διαμελισμός των υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν εδαφών. Είναι όμως ετοίμη να διαβεβαιώση την ελληνικήν κυβέρνησιν ότι εφόσον εξαρτάται εξ αυτής, θέλει, όταν επιστή ο χρόνος της διευθετήσεως των εκ του πολέμου μελλόντων να προκύψωσι ζητημάτων, μετελθει πάσαν αυτής επιρροήν δια να εξασφαλίση εις τον ελληνικόν πληθυσμόν των τουρκικών επαρχιών πάσας τας διοικητικάς μεταρρυθμίσεις, αι οποίαι θ’ απεφασίζοντο υπέρ της οιασδήποτε άλλης εθνικότητος».   

Συμβούλευαν επίσης την Κυβέρνηση να μην ευνοήσει επαναστατικά κινήματα στις παραμεθόριες περιοχές « τα οποία ουδέν άλλο αποτέλεσμα ηδύνατο να έχωσι ή να επαυξήσωσι την δυστυχίαν και τας δηώσεις του πολέμου και να ζημιώσωσι τους πληθυσμούς, τα συμφέροντα των οποίων η ελληνική κυβέρνησις επεθύμει να εξασφαλίση».

Η υπόσχεση βέβαια ήταν αόριστη και καθόλου ικανοποιητική ως προς τις εγγυήσεις της Αγγλίας για το μέλλον. Εκτός απ’ αυτό οι πιέσεις προς την Ελλάδα εντάθηκαν από τον νέο πρέσβη της Αγγλίας Wyndham, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να αποσπάσει άλλη υπόσχεση από τον Τρικούπη παρά μόνον ότι δεν θα υποστηρίξει επαναστατικά κινήματα « επί του παρόντος» χωρίς ποτέ να αποκηρύξει ή να αποθαρρύνει τα επαναστατικά κινήματα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο που ήδη είχαν ξεκινήσει.

Από την άλλη, ο Ρώσος πρέσβης Σαβούρωφ, επιχειρούσε, κυρίως γιατί η Ρωσική εκστρατεία αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες, να παρασύρει την Ελλάδα στον πόλεμο, υποσχόμενος την έντονη υποστήριξη στις ελληνικές αξιώσεις. Στην προσπάθειά του όμως αυτή είχε αντιμέτωπο όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας και μόνο ο Βασιλιάς Γεώργιος υποστήριζε την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, επικοινωνώντας προσωπικά με τον Ρώσο διπλωμάτη.

Όταν η οικουμενική κυβέρνηση ανατράπηκε υπό τους λιθοβολισμούς των παραθύρων των υπουργών από το πλήθος, το ίδιο πλήθος επευφημούσε τον βασιλιά στην πλατεία των ανακτόρων. Όμως αυτές οι εκδηλώσεις δεν ήταν ικανές να μεταβάλουν την ροή των γεγονότων.

Όχι μόνο γιατί η πολιτική γνώμη δεν επιθυμούσε και δεν ευνοούσε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Σλάβων αλλά και γιατί η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για τέτοια περιπέτεια. Παρά τους φόβους και την αγωνία για τις επιτυχίες του Ρωσικού στρατού, η Ελλάδα τήρησε μέχρι το τέλος την ουδετερότητά της. Η πρόχειρη εκστρατεία του Δομοκού στο τέλος του πολέμου και μετά την ανακωχή, ήταν μια σκηνοθετημένη ενέργεια της κυβέρνησης που διαδέχτηκε την οικουμενική προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να παρασταθεί  στο επικείμενο συνέδριο.

Δεν είχε λοιπόν η Ελλάδα άλλη βάση ενεργειών παρά μόνον την ασαφή υπόσχεση της Αγγλίας περί της υποστήριξης των ελληνικών δικαιωμάτων. Όταν όμως διαδέχτηκε τον Άγγλο πρέσβη ο λόρδος Βήκονσφηλντ μετά του Σώλσβαρυ η κυβέρνηση άκουσε την περίφημη φράση: « ότι η ελληνική κυβέρνησις πλήρως παρεννόησε τας ευρωπαϊκάς απόψεις».

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος έληξε με την παταγώδη παραίτηση της οικουμενικής κυβέρνησης και λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου που εν τω μεταξύ είχε αναλάβει, έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τον Τρικούπη, επιθυμώντας αυτός να σταλεί στο Βερολίνο ως υπερασπιστής των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων λόγω της δυτικής μόρφωσης του και της γλωσσομάθειάς του.

Αλλά αυτή η αποστολή ματαιώθηκε μυστηριωδώς. Ίσως γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι στο συνέδριο του Βερολίνου θα κυριαρχούσε η Αγγλική πολιτική τουλάχιστον όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι, η Γερμανία δεν απέβλεπε παρά μόνον στην απόκρουση του Σλαβισμού, γι’ αυτό επεδίωκε την ενίσχυση της Αυστροουγγαρίας. Η Γαλλία ήταν ακόμη πολύ αδύνατη για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και η Ρωσία εξαντλημένη από τους αιματηρούς πολέμους μόλις στεκόταν στα πόδια της και μάλλον συρόταν στο συνέδριο παρά προσερχόταν με την θέλησή της. Και βέβαια δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα ή τις ελληνικές θέσεις.

Υπάρχει όμως και η φήμη ότι ο Τρικούπης, προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη του εκπροσώπου της Ελλάδας, έθεσε τον όρο, ότι εφόσον δεν ικανοποιούντο οι αξιώσεις των Ελλήνων ο Βασιλιάς Γεώργιος θα υπέβαλε την παραίτησή του από τον θρόνο. Η κυβέρνηση αρνήθηκε τον όρο που έθεσε ο Τρικούπης κι έτσι ποτέ δεν του ανατέθηκε η αποστολή.     

Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο υπουργός εξωτερικών Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο οποίος άρχισε την περιοδεία του από την Ρωσία. Τα αποτελέσματα του συνεδρίου για την Ελλάδα ήταν ασήμαντα. Όπως είπε αργότερα ο λόρδος Βήκονσφηλντ μιλώντας στο Αγγλικό Κοινοβούλιο « η Ελλάς είχεν εστραμμένα προς άλλην κατεύθυνσιν τα βλέμματα», εννοώντας με τον υπαινιγμό αυτό ότι η ελληνική αποστολή, διατύπωσε τις αξιώσεις της Ελλάδας με ρομαντική υπερβολή επιμένουσα στην Μεγάλη Ιδέα, διεκδικώντας κι αυτή ακόμη την Κωνσταντινούπολη αλλά προς το παρόν θα ήταν ικανοποιημένη με την παραχώρηση της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Κρήτης.

Έτσι, η ελληνική « παρεξήγησις του έργου του συνεδρίου» όπως με ειρωνικό σαρκασμό αναφέρθηκε για την Ελλάδα στην αγόρευσή του ο λόρδος Βήκονσφηλντ έδωσε αφορμή στην Αγγλία να μην πραγματοποιήσει  σχεδόν τίποτα από όσα είχε αφήσει να πιστέψουν οι Έλληνες  και ο Τρικούπης το 1877.

Χρειάστηκε η διπλωματική ικανότητα και η ευστροφία του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου για να εξασφαλιστεί η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και ένα μικρό μέρος της Ηπείρου. Οι μακροχρόνιες και αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στην απόκτηση της ελευθερίας της Θεσσαλίας, βρήκαν τον Τρικούπη σε διάσταση με την κυβέρνηση Κουμουνδούρου παρασύροντας την κοινή γνώμη εναντίον της.

Της εξέγερσης αυτής επωφελήθηκε ο πανέξυπνος πρωθυπουργός για να φθάσει σε περιορισμένη αλλά όχι ασήμαντη επιτυχία των εθνικών σκοπών αφού η έλλειψη προετοιμασίας και οι προλήψεις  από τις οποίες δεν μπόρεσε η ελληνική πολιτική να απαλλαγεί, την κρίσιμη εκείνη ώρα, εμπόδισαν την Ελλάδα να παραβρεθεί στο συνέδριο του Βερολίνου ως σύνεδρος αλλά να γίνει δεκτή ως απλός ικέτης.

Μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας έγιναν εκλογές σε όλο το κράτος και η κυβέρνηση Κουμουνδούρου ηττήθηκε και μάλιστα κυρίως  από τις ψήφους των Θεσσαλών. Ο Τρικούπης ο οποίος ήταν αρχηγός του άλλου μεγάλου κόμματος, ανήλθε στην εξουσία πανηγυρικά με επιτελείο που το αποτελούσαν εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Δ. Ράλλης, ο Αθ. Πετμεζάς και ο Δημ. Γρίβας.

Μετά από λίγους μήνες ο Κουμουνδούρος ασθένησε σοβαρά. Ο Τρικούπης πλέον παρέμεινε απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού πεδίου, έχοντας ως αντίπαλο των Θεόδωρο Δηλιγιάννη ο οποίος όμως διέθετε μικρές δυνάμεις.

 

Έργα

 

Η τετραετία αυτή θα μείνει ως το πρώτο και σπουδαιότερο βήμα της εισόδου της Ελλάδας στην κατηγορία των προηγμένων ευρωπαϊκών εθνών. Ανάπτυξη των φυσικών πόρων με την δημιουργία σιδηροδρόμων και κατασκευής οδών. Σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Αναδιοργάνωση και ενίσχυση του στρατού και του στόλου, των οποίων η κακή κατάσταση υπήρξε η κύρια αφορμή της έλλειψης δύναμης διεκδίκησης των εθνικών αξιώσεων τις οποίες έφερε στην επιφάνεια ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος αν και κινδύνεψε να ταφεί κάτω από την βαριά πλάκα της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, την οποία ανέτρεψαν με τις ενέργειές τους δύο όχι και τόσο « φιλελληνικών» πολιτικών όπως ο Βήκονσφηλντ και ο λόρδος Σώλσβαρυ, που μάλλον είχαν την φήμη « μισελλήνων».

 

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

 

Η μετάκληση ξένων αποστολών, στρατιωτικής υπό τον στρατηγό Βοσσέρ, ναυτικής υπό τον ναύαρχο Λεζέν, μηχανικής υπό τον αρχιμηχανικό Ροντέλ, ήταν μια επιλογή που έδειχνε την στενή πνευματική συγγένεια του Τρικούπη προς την γαλλική νοοτροπία. Η ναυπήγηση τριών θωρηκτών έκαναν την Ελλάδα ναυτικό παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παραχώρηση της διάνοιξης της διώρυγας του Ισθμού στο γαλλικό συνδικάτο Τυρ, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Τρικούπη. Γενικά επικράτησε ένα πνεύμα δημιουργίας και ανακαίνισης της χώρας.

Αλλά αυτή η προσπάθεια του Τρικούπη απαιτούσε βαριές και ασυνήθιστες θυσίες. Ο λαός και κυρίως ο πιο συντηρητικός,  άρχισε να αμφισβητεί την κυβέρνηση και να εκφράζει τις επιφυλάξεις του. Έτσι, στις εκλογές της 7ης  Απριλίου 1885 ο Τρικούπης έχασε κατά κράτος και στη νέα Βουλή διέθετε μόνο 60 βουλευτές. Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό και το πραξικόπημα της Ανατολικής Ρωμυλίας, το οποίο προκάλεσε τον ολιγοήμερο Σερβοβουλγαρικό πόλεμο, τον βρήκε στο Λονδίνο. Η Ελληνική κυβέρνηση δίσταζε και αμφιταλαντευόταν  εμπρός στο μεγάλο αυτό πρόβλημα.

Είναι γνωστό ότι αν τον Σεπτέμβριο του 1885 ήταν πρωθυπουργός ο Τρικούπης θα προχωρούσε με « ότι είχε και δεν είχε» στην κατάληψη της γραμμής του Βερολίνου, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία θα τύχαιναν της αποδοχής των συνέδρων του Βερολίνου, αφού θα ήταν εκ των προτέρων εγκεκριμένα.

Δεν αναφέρθηκε όμως καθόλου στο ζήτημα αυτό ούτε εξ άλλου μπορούσε στο συμπόσιο που παρέθεσαν οι παλιοί του φίλοι, της ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου. Αλλά αυτή την έννοια είχε η περίφημη φράση του: « Τέσσαρα μόλις  έτη από της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας, η επαρχία αύτη, την οποίαν ελυμαίνετο έως τότε η αναρχία και η κακοδιοίκησις, είναι επίσης ασφαλής, ως και οιαδήποτε αγγλική κομητεία».

   

Επιστράτευση

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Τρικούπης, έβρισκε την χώρα να καλεί σε επιστράτευση όποιον μπορούσε να σηκώσει όπλο. Δεν τολμούσε όμως να πάρει απόφαση να κάνει κάτι. Εξ άλλου η πρώτη μεγάλη ευκαιρία είχε περάσει πλέον. Η Τουρκία μετά την νίκη της Βουλγαρίας κατά των Σέρβων είχε ουσιαστικά παραιτηθεί από τις σκιώδεις απαιτήσεις της επί της Ανατολικής Ρωμυλίας και είχε στρέψει το ενδιαφέρον της προς την Ελλάδα που απειλούσε αλλά δεν τολμούσε. Ο τουρκικός στρατός που συγκεντρώθηκε στην παραμεθόριο ήταν περισσότερος και καλλίτερα οργανωμένος από τον ελληνικό.

Πέρασε λοιπόν έτσι ο χειμώνας του 1885 και σχεδόν η άνοιξη με μια Ελλάδα πάνοπλη, που εξαντλείτο συνεχώς οικονομικά αλλά δεν είχε το θάρρος ούτε να προχωρήσει ούτε να υποχωρήσει.

Η αβεβαιότητα αυτή και ο συνεχώς επαπειλούμενος πόλεμος ο οποίος όμως ποτέ δεν πραγματοποιούνταν εκνεύριζε την Ευρώπη ολόκληρη. Πάρθηκε λοιπόν απόφαση αποκλεισμού με πρωτοβουλία της Αγγλίας, η οποία διέθεσε πολυάριθμο στόλο, υπό την αρχηγία του γιου της βασίλισσας Δούκα του Εδιμβούργου. Η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία συμμετείχαν στον αποκλεισμό με μικρές όμως δυνάμεις. Η Γαλλία αφού απέστειλε το περίφημο προς την Ελλάδα τηλεγράφημα « Soyez prudents. Εcoutez la voix dune Puissance amie…» (Να είσαστε συνετοί. Ακούστε την φωνή μιας μεγάλης φιλικής δύναμης) δεν έλαβε μέρος στον αποκλεισμό, ο οποίος όμως και χωρίς αυτήν ήταν πραγματικός και στενός.

Παράλληλα, μετά από ένα τυχαίο επεισόδιο μεταξύ των αντιμέτωπων στρατών, οδήγησαν σε αιματηρές συγκρούσεις στα σύνορα. Οι πρέσβεις που βρίσκονταν στην Αθήνα επιβιβάστηκαν στα πολεμικά πλοία, μετά δε από τον σχηματισμό του άχρωμου υπουργείου Βάλβη, ο Δηλιγιάννης καταψηφίστηκε στη βουλή και όλοι οι μέχρι τότε υποστηρικτές του προσχώρησαν στις τάξεις του κόμματος του Τρικούπη ο οποίος πλέον εκλήθη να σχηματίσει νέα Κυβέρνηση. 

 

Εκλογές του 1886

 

Ο νέος πρωθυπουργός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας διαμαρτυρόμενος έντονα προς τις Δυνάμεις, οι οποίες ενώ επέτρεπαν στον τουρκικό στρατό να επιτίθεται, απαγόρευαν στους Έλληνες να στείλουν βοήθεια και εφόδια στα δικά τους στρατεύματα. Ξενυχτούσε στο τηλεγραφείο στέλνοντας τηλεγραφήματα στα σύνορα, κανόνισε όπως μπορούσε καλλίτερα το ατυχές επεισόδιο, διέλυσε την επιστρατεία και ανέλαβε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και να απαλλάξει την χώρα από μια πολυδάπανη αναστάτωση.

Ήταν τόσο μεγάλη η επιβολή του, ώστε ανάγκασε την Βουλή να ελαττώσει τον αριθμό των μελών της από 240 σε 150, να ψηφίσει το σύστημα της ευρείας περιφέρειας, να αυξήσει την φορολογία και τέλος να δεχτεί να διαλυθεί χωρίς διαμαρτυρίες.

 Μετά τις εκλογές του 1886, ο Τρικούπης σχημάτισε νέα κυβέρνηση αφού το κόμμα του θριάμβευσε. Η νέα κυβερνητική τετραετία υπήρξε η αποκορύφωση της εσωτερικής και οικονομικής αναδιοργάνωσης που είχε εγκαινιάσει. Έθεσε τα θεμέλια της οικονομικής νομοθεσίας του κράτους, εφόσον οι πόροι που διέθετε το επέτρεπαν, έστρεψε την προσοχή του στην ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων, αύξησε τα έσοδα του προϋπολογισμού φτάνοντας τα στα 90 εκατομμύρια, αλλά παράλληλα δημιούργησε πολύ σκληρές αντιδράσεις από τους αντιπάλους του.

Έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 1889, μετά την λήξη της κυβερνητικής του θητείας, προκηρύχτηκαν εκλογές, ο Τρικούπης ηττήθηκε και η δύναμη του κόμματος του μειώθηκε. Η αντιπολίτευση εκλήθη να σχηματίσει κυβέρνηση.

 

Οικονομική κατάσταση

 

Η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε επικίνδυνα, το νόμισμα υποτιμήθηκε και η ακρίβεια ήταν δυσβάστακτη. Ο βασιλιάς, την Καθαρά Δευτέρα του 1892, ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες της Βουλής για την παρέμβαση του βασιλιά, η κυβέρνηση παύτηκε και δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτευτή Κωνσταντόπουλο, ενώ η Βουλή διαλύθηκε και προκηρύχτηκαν εκλογές τον Μάιο του 1892.

Ο Τρικούπης επανήλθε θριαμβευτικά στην αρχή. Τα αποτελέσματα της επιστρατείας του 1885 ήταν πλέον φανερά. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρεψε. Το δάνειο που ο πρωθυπουργός προσπάθησε να πάρει, στέλνοντας τον υπουργό των Εσωτερικών στην Αγγλία, δεν εγκρίθηκε. Και είτε γιατί ο Τρικούπης κατάλαβε ότι η κυβέρνησή του ήταν αποδυναμωμένη είτε γιατί ο βασιλιάς είχε αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό του, η κυβέρνησή του παραιτήθηκε την άνοιξη του 1893. Την  διαδέχτηκε η κυβέρνηση των Σωτηρόπουλου- Ράλλη.

 

Βιογραφία Χαρίλαου Τρικούπη (Φυλλάδιο 1892)

 

Το φθινόπωρο του 1893, ο Τρικούπης που διατηρούσε ακόμη την μειοψηφία, ζήτησε και ανέλαβε και πάλι την Κυβέρνηση. Υπήρξαν τότε πολλοί που κατέκριναν την απόφασή του. Αλλά θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς την βαθύτερη ψυχολογία του, η οποία τον οδήγησε και πάλι στην κυβέρνηση. Δεν ήταν βέβαια η ματαιοδοξία της αρχηγίας. Ήταν η συναίσθηση του καθήκοντος ή ίσως και η πλάνη ότι μπορούσε ακόμη να σώσει την κατάσταση. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως αυτός προσδοκούσε. Αφού επιχείρησε να τακτοποιήσει τα θέματα του δανείου αφού η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αθετήσει δανειακές υποχρεώσεις, ήλθε σε συνεννόηση με τους δανειστές εκτός από τον όρο που αυτοί έθεταν σχετικά με την διανομή των περισσευμάτων των υπεγγύων προσόδων, θεωρώντας ότι η αποδοχή αυτού του όρου καθιέρωνε εξωτερικό έλεγχο τον οποίο ο Τρικούπης δεν ήθελε να δεχτεί.

Το 1895, κάτω από το βάρος της δυσμένειας της κοινής γνώμης των ξένων και την εχθρική στάση της Αυλής, αποχώρησε από την εξουσία κι αυτή την φορά οριστικά. Κάποιες εχθρικές προς το πρόσωπό του ενέργειες και η άχρωμη κυβέρνηση που τον διαδέχτηκε, προκάλεσαν την προσωπική του αποτυχία στις εκλογές και τον οδήγησαν στην παραίτησή του από την πολιτική.

  

Το τελευταίο ταξίδι

 

Αναχώρησε τότε στο εξωτερικό προκαλώντας την συγκίνηση όχι μόνο των φίλων του γιατί όλοι κατάλαβαν ότι αποχωρούσε από την πολιτική σκηνή της χώρας μια κολοσσιαία προσωπικότητα, ένας δυσαναπλήρωτος ηγέτης του οποίου η ψυχή και η διάνοιά του ταυτίστηκαν με τα υψηλότερα ιδανικά του έθνους. Ακλόνητη όμως έμεινε η πεποίθησή του στο μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Ιστορική έχει μείνει η φράση του « Η Ελλάς θέλει να ζήση και θα ζήση». Αν και λιγότερη γνωστή αλλά το ίδιο σημαντική είναι εκείνη με οποία ενθάρρυνε και ενίσχυε τον αποκαρδιωμένο λαό σε στιγμές κρίσης: « Εφόσον η εθνική ψυχή παραμένει άκαμπτος και εις το βάθος αυτής ανθεί η ελπίς, τίποτε δεν εχάθη». Ίσως μόνο μια φορά να απογοητεύτηκε αλλά χωρίς μνησικακία, ήταν όταν δεν εκλέχτηκε ούτε απλός βουλευτής του Μεσολογγίου. Ήταν ίσως ο λόγος που τον οδήγησε στην παραίτηση από την πολιτική και την εκούσια εξορία του.

Διερχόμενος από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με έναν από τους πιο πιστούς του οπαδούς, τον οποίο εκτιμούσε βαθειά για την ορθή του κρίση και ο οποίος τον διαδέχτηκε στην αρχηγία του κόμματος, τον Γεώργιο Θεοτόκη.

 

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

 

Τον Απρίλιο του 1896, ο Τρικούπης προσβλήθηκε από ποδάγρα, από την οποία υπέφερε συχνά. Είχε φτάσει στις Κάννες προερχόμενος από το Nervi της Ιταλικής Ριβιέρας, όπου παραχείμαζε. Λίγες ώρες μετά την άφιξη της αδελφής του Σοφίας, ο Χαρίλαος Τρικούπης πέθανε. Ο Τρικούπης έμελλε να τελειώσει την ένδοξη ζωή του στα ξένα και μάλιστα σε ένα δωμάτιο Ξενοδοχείου. Είχε κάτι από αρχαία τραγωδία η σκηνή του θανάτου του.

Η αδελφή του, η οποία έμεινε στο πλευρό του σε όλη του την ζωή, προσπαθώντας να απαλύνει τις πικρίες, τις στενοχώριες και τις ενοχλήσεις  που ήταν συνυφασμένες με την πορεία ενός πολιτικού, μαζί με τον εξάδελφό τους Κωνσταντίνο Τρικούπη, συνόδευσαν την σορό του Τρικούπη στην Αθήνα. Η κηδεία του υπήρξε μία εκδήλωση όχι μόνον βαρύτατου πένθους, όχι μόνον μεταμέλεια ενός ολόκληρου λαού, αλλά και δέους για το αβέβαιο μέλλον του τόπου.

Η Ελλάδα αισθανόταν εκείνη την στιγμή, που η νεκρική πομπή πορευόταν προς το Α΄ Νεκροταφείο, ότι γινόταν φτωχότερη σε ηθική δύναμη, σε πολιτική ηγεσία, σε αυτοπεποίθηση και ασφάλεια. Τον νεκρό ακολούθησαν σε εκείνη την τελευταία διαδρομή, χιλιάδες δακρυσμένου κόσμου, φίλων και αντιπάλων.

Ο χαρακτήρας του Τρικούπη, υπήρξε ιδιαιτέρως ισχυρός. Θεληματική η ένταση των σκοπών του, σπουδαία η διορατικότητά του, ακλόνητη η θέλησή του, γεωμετρική η πειθαρχία του πνεύματος του και ακατάβλητο το φυσικό και ψυχικό του θάρρος.   

                 

 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης,  Αργείος

( Περίεργος βιογραφική σημείωσις)

 

 Πολύς εγένετο κατ’ αυτάς λόγος και ενταύθα περί του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη. Ηθέλησα να εξακριβώσω την παράδοσιν περί του τόπου της γεννήσεως αυτού έξ όσων δε εζήτησα πληροφορίας μόνον εις ηδυνήθη μετά θετικότητος να ικανοποιήση την περιέργειάν μου ούτος δε είνε ο εις πολύν δικαστικόν κόσμον γνωστός γηραιός κ. Εμμανουήλ Σωτηρόπουλος, αρχαίος δικηγόρος και συμπολίτης μας, μηδόλως όμως δικηγορών από πολλών ετών. Ο Κύρ – Μανώλης είνε υπερογδοηκοντούτης, ζη δε, ως άλλος Διογένης, ο Σινωπεύς φιλόσοφος.

Έχει ισχυράν μνήμην, ως εξ άλλων περιστάσεων γνωρίζω. Εν τούτοις δημοσιεύω μεν πιστώς όσα μοί διηγήθη, υπ’ ευθύνην του όμως. Διότι εγώ μεν τα πιστεύω προχείρως, αφήνω δε εις άλλους να ελέγξωσι την ακρίβειαν αυτών. Ιδού, τι διηγήθη μοι ο αφελής αλλ’ ευσυνείδητος γέρων.

« Ο πατήρ του Τρικούπη Σπυρίδων Τρικούπης ήλθεν εις Ναύπλιον τω 1824. Ηγόρασε παρά της τότε Κυβερνήσεως το χωρίον Αυβδήμπεη. Το χωρίον δε αυτό επώλησε μετά τινα έτη τω 1828-1830 εις τους επιφανείς Ναυπλιείς Γ. Αντωνόπουλον, Γ. Κωστάκην και Μιχ. Ιατρόν, αντί φοινίκων, ισοδυναμούντων προς δραχ. 14-16.000 περίπου.

Δια του χρηματικού δε ποσού τούτου, έκτισε τας εν Ναυπλίω και Άργει δύο οικίας του. Κατά το έτος 1830, εν ω μόλις είχε περατωθή η οικοδομή της ενταύθα οικίας του, κατώκει δε εν Άργει εν τινι πενιχρώ οικίσκω, εγεννήθη εν αυτώ ο υιός του Χαρίλαος. Κατά το 1830 λοιπόν και εν Άργει και ουχί το 1832, εν Ναυπλίω, ως πολλάκις εγράφη και λέγεται. Αλλ’ η σαθρότης του οικίσκου ηνώχλει την λεχώ μητέρα του και εδέησε να μετενεχθή αύτη μετά του νεογνού εις την μεγάλην ενταύθα νεόδμητον οικίαν του.

Ο Σπ. Τρικούπης ην τότε αντικυβερνητικός Αγγλόφρων˙ ων υπό την δυσμένειαν του Κυβερνήτου Ιω. Καποδιστρίου και χάριν υγείας κατώκει οικογενειακώς εν Άργει. Κατώκουν δε τότε εν Άργει και πολλοί αντικυβερνητικοί, ως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πολυζωΐδης και άλλοι διαπρεπείς πολιτικοί άνδρες του καιρού εκείνου. Πάντες ούτοι, ανήκοντες εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν, συνήρχοντο εις την οικίαν του Τρικούπη και εκεί διεσκέπτοντο και εκανόνιζον τα πολιτικά των σχέδια και διαβήματα.

Τα συνωμοτικά αυτά συμβούλια έφθασαν εις τας ακοάς του Κυβερνήτου, όστις διέταξε τον αρχηγόν του Ιππικού Δημ. Καλλέργην να εκτοπίση εξ Άργους τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον, τους κορυφαίους δηλ. της κατ’ αυτού αντιπολιτεύσεως. Ο Καλλέργης έδραμε προς εκτέλεσιν της διαταγής μετά στρατιωτικών εις την οικίαν του Τρικούπη. Αλλ’ ο Τρικούπης εξήλθεν εις τον εξώστην, κρατών εις χείρας το νήπιον τέκνον του και επιδεικνύων αυτό τω Καλλέργη και τοις περί αυτόν, εζήτησεν ολιγοήμερον αναβολήν, έως ου σαραντίση η λεχώ σύζυγός του. Ο Καλέργης επείσθη και συγκατετέθη.

Μετ’ ολίγας ημέρας εσαράντισεν η λεχώ και ο Σπ. Τρικούπης εβάπτισεν ενταύθα τον πολυφίλητον υιόν του. Το βάπτισμα ετελέσθη εις τον ενταύθα ναόν του αγίου Κωνσταντίνου, εγγύτατα της οικίας του Τρικούπη κείμενον, πανάρχαιον Βυζαντινόν ναόν, μεταβληθέντα επί Τουρκοκρατίας εις τζαμίον, και τότε εγκαινιασθέντα υπό του αρχιμανδρίτου Καισαρίου και του αρχιερέως πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου. Το βάπτισμα αυτό εγένετο μεγαλοπρεπέστατον, ως εκ της εξοχωτάτης κοινωνικής και πολιτικής περιωπής του Σπ. Τρικούπη.

Εκλήθησαν και παρευρέθησαν εις αυτό όλαι οι εξοχότητες της εποχής και πάντες οι δημογέροντες της επαρχίας Άργους. Το μυστήριον του βαπτίσματος ετέλεσεν ο αρχιερεύς Άνθιμος και ανάδοχος ην ο μέγας και ονομαστός αρχιεπίσκοπος Βρεσθένης, φίλος του Τρικούπη, όστις ωνόμασε το παιδίον Χαρίλαον. Ο Κύρ –Μανώλης βεβαιοί, ότι παρευρέθη και αυτός εις το βάπτισμα και επήρε μαρτυριάτικα.

Μετ΄ολίγας ημέρας ο αρχηγός του Ιππικού Καλλέργης, εκτελών την διαταγήν του Κυβερνήτου, εξετόπισε τον Τρικούπην και Μαυροκορδάτον και δι’ ενός πλοιαρίου απέστειλεν αυτούς εις Μήλον. Τότε η οικογένεια του Τρικούπη μετώκησεν εις Ναύπλιον. Εν Μήλω διέμειναν εξόριστοι ένα μήνα περίπου, μεθ’ ον ήλθον εις Ύδραν, ένθα ην το κέντρον της κατά του Κυβερνήτου αντιδράσεως και εκεί συνειργάζοντο μετά του Κουντουριώτου και άλλων αντικυβερνητικών.

Μετά το φόνον του Καποδιστρίου ο Τρικούπης , επανήλθεν εις Ναύπλιον παρά τη οικογένεία του, ιδίως δε οπόταν επεκράτησαν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί. Εν Ναυπλίω διέμεινε και μετά την έλευσιν του βασιλέως Όθωνος και όταν η πρωτεύουσα του Κράτους μετετέθη εις Αθήνας, μετώκησε και αυτός  εκείσε μετά της οικογενείας του».

Τοιαύτη είνε η διήγησις του γηραιού κ. Σωτηρόπολου περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη, όστις αποδεικνύεται ούτως Αργείος. Ο κ. Σωτηρόπουλος συνιστά να ερευνηθή η περιβόητος  δικογραφία του τις πταίει δια να εξακριβωθή, που κατέθεσεν, ότι εγεννήθη ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότε ανεκρίθη και κατεδιώχθη. Επίσης δε και το Μητρώον του Πανεπιστημίου μας, εις ο είνε εγγεγραμμένος.

Πάντα ταύτα δημοσιεύω μετ’ επιφυλάξως και χάριν των περιέργων. Προσθέτω δε, ότι οι εν Αθήναις και ιδίως οι δημοσιογράφοι, δύνανται και πρέπει να εξακριβώσωσι την αλήθειαν αυτών εκ των ανδρών του Αγώνος, όσοι αν τοιούτοι επιζώσι και εκ των εφημερίδων της εποχής εκείνης και άλλων πηγών, ας δύνανται να εύρωσιν εν Αθήναις.

Δ. Κ. Βαρδουνιώτης                                                                                                             

 

Στο φύλλο 17/2η σελίδα της 14ης Απριλίου 1896 της εφημερίδας « Δαναός» ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης επανέρχεται με συμπληρωματική σημείωση, ενώ η εφημερίδα αναφέρει την είδηση της κηδείας του Χ. Τρικούπη.

 

Ο νεκρός του Χαριλάου Τρικούπη μετακομισθείς εκ Καννών της Γαλλίας ετάφη την παρελθούσαν Πέμπτην παρά τους τάφους του πατρός και μητρός του εν Αθήναις, άνευ πομπών, άνευ στρατιωτικών παρατάξεων, άνευ στεφάνων και μουσικών, άνευ των επικηδείων και επιταφίων και των άλλων ματαίων επιδείξεων, αλλά μόνον μετά σεμνής εκκλησιαστικής πομπής. Αυτή ήτο η τελευταία θέλησίς του.

***

Εις συμπλήρωσιν της βιογραφικής σημειώσεως, ην εν τω προηγουμένω φύλλω εδημοσιεύσαμεν, προσθέτομεν σήμερον και ότι ο Σπυρίδων Τρικούπης μετά την βάπτισιν του περιφιλήτου υιού αυτού Χαριλάου, ανήγειρεν εις το ανατολικόν βάθος του κήπου της ενταύθα οικίας του ναΐσκον, μέχρι τούδε σωζόμενον και φερώνυμον του φιλτάτου υιού του. Το ναΐδριον αυτό ανηγέρθη, φέρον το όνομα του Αγίου Χαραλάμπους.          

***                                  

Την παρελθ. Πέμπτην, καθ’ ην εκηδεύετο εν Αθήναις ο αοίδιμος Χαρίλαος Τρικούπης, το εν Ναυπλίω Εφετείον προ πάσης εργασίας του, προτάσει του εισαγγελεύοντος δικηγόρου κ. Γ. Μουτζουρίδου και παρακλήσει του δικηγορικού συλλόγου, διέλυσε την συνεδρίασιν εις ένδειξιν πένθους και τιμής προς την μνήμην του εκλιπόντος επιφανεστάτου πολιτικού ανδρός και εξοχωτάτου μέλους του επιστημονικού κόσμου.

                                                        

Στο φύλλο 19/2η σελίδα της28ης  Απριλίου 1896 στην εφημερίδα « Δαναός» ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης σε συμπληρωματική σημείωση του αναφέρει:

 

Συνεπεία των εν τω αριθ. 16 του «Δαναού» γραφέντων περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χ. Τρικούπη, εγράφη εν τη «Ακροπόλει» ότι ο Χ. Τρικούπης ενώπιον του πρώην βουλευτού Άργους κ. Ιω. Ζωγράφου, ταγματάρχου της Χωροφυλακής, προτείναντος αυτώ μετά την 16 Απριλίου να εκτεθή εν Άργει, εκείνου παραιτουμένου είπεν, ότι ούτε εγεννήθη εν Άργει, ούτε εγκατάστασιν έχει ενταύθα.

Μετά ταύτα όμως ο κ. Ιω. Ζωγράφος, εν Μεσολογγίω ήδη ως εκ την υπηρεσίας του διατρίβων έγραψεν ενταύθα ότι, ότε προέτεινε τω Χ. Τρικούπη να εκτεθή, ως υποψήφιος βουλευτής Άργους, αυτού παραιτουμένου, ιδού τι είπεν αυτώ ο αοίδιμος Χ. Τρικούπης.

« Δικαίωμα να εκτεθώ λόγω εγκαταστάσεως δεν έχω. Έχω όμως τοιούτο λόγω γεννήσεως και το Άργος θεωρείται τόπος της γεννήσεως μου. Διότι, ότε ο πατήρ μου διέστη προς τον Καποδίστριαν, η οικογένειά μου μετώκησεν εις Άργος, όπου ο πατήρ μου δι’ έλλειψιν καταλλήλου οικίας, ωκοδόμησε την και νυν καλουμένην οικίαν Τρικούπη. Κατόπιν όμως, ένεκα απειλουμένων ταραχών εν Άργει, προσωρινώς και προς ασφάλειαν η οικογένειά μας κατέφυγεν εις Ναύπλιον, όπου και εγεννήθην. Της τάξεως δε αποκαταστάσης, επανήλθομεν και διεμείναμεν εις Άργος».

Αύτη εστίν η μαρτυρία του αξιοτίμου κ. Ιω. Ζωγράφου και ταύτα είπεν αυτώ ο αοίδιμος ανήρ. Όθεν, ο Χ. Τρικούπης, ως τόπον της γεννήσεως του εθεώρει το Άργος. Ταύτα δε συμφωνούσιν εν πολλοίς προς όσα διηγήθη ημίν ο γηραιός δικηγόρος κ. Εμμ. Σωτηρόπουλος και προεδημοσιεύσαμεν. (Δ. Κ. Βαρδουνιώτης )    

    

 

Πηγές


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896. 
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα,  2009.                                                                                                    
  • Εφημερίδα,« ΔΑΝΑΟΣ»,  φύλλο 16  της  7ης Απριλίου & φ. 17 και 19, 1896, Άργος .

 

 

Read Full Post »

Δεληγιάννης Κανέλλος (Λαγκάδια Γορτυνίας, 1780 – Αθήνα, 1862) 


 

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

 

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, συγγραφέας Απομνημονευμάτων. Γεννήθηκε το 1780 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Δημητσάνα και στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε από τον επίσκοπο Ακόβων Δανιήλ, κατόπιν μητροπολίτη Τριπόλεως.  Ήταν ο πέμπτος γιος του Ιωάννη Μωρόγιαννη. Έγινε μάλιστα προεστός μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του. Ήταν αδελφός του προέδρου της Γερουσίας στην περίοδο του Όθωνα Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ως χαρακτήρας ήταν πιο ήπιος και διαλλακτικός από τον αδελφό του.

Στα Απομνημονεύματα ο Κανέλλος εν συντομία αναφέρει σχετικά με τη γέννησή του τα εξής: « … εγεννήθην κατά το έτος 1780, Φεβρουαρίου 14, εις την πατρίδα μου κωμόπολιν των Λαγκαδιών της επαρχίας Γόρτυνος ή Καρύταινας και ανετράφην εις αυτήν. Εκεί εδιδάχθην και μικρά τινα μαθήματα εκ του σχολείου της Δημητσάνης παρά του Επισκόπου Ακόβων Δανιήλ, υπάρχοντος κατ’ αρχάς οικοδιδασκάλου της οικογενείας μας το οποίον προήξεν ο πατήρ μας εις αυτήν την υψηλήν θέσιν».

Για τη νεανική του ζωή οι πληροφορίες είναι πενιχρές, τις παραμονές όμως της Επανάστασης βρισκόταν στην Κων­σταντινούπολη με τον αδερφό του Αναγνώστη. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι «… ευρισκό­μενος εν και ήμισυ έτος εις Κων­σταντινούπολιν και λαβών σχέσεις μετά του Πελοποννησίου Παναγιώτου Σέκερη και δι’ αυτού μετά του Κουμπάρη και του Αλ. Μαύρου εκατηχήθη παρά του πρώτου εις το μυστήριον της Εταιρείας».

Στον κατά­λογο, εντούτοις, των Φιλικών του Αρχείου Σέκερη, αναγράφεται ότι ο Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος (Δε­ληγιάννης) μυήθηκε στην Τριπολιτσά από τον Παναγιώτη Αρβάλη στις 10 Σεπτεμβρίου 1819. Στη συνέχεια από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μυή­θηκαν οι αδερφοί του Δημήτριος και Κωνσταντίνος.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Κα­νέλλος Δεληγιάννης συναντήθηκε στα Λαγκάδια με τον Παπαφλέσσα, με τον οποίο διαφώνησε για τη δυ­νατότητα άμεσης έναρξης του Αγώ­να, όπως ο ίδιος γράφει. Στις 23 Μαρτίου όμως με τους αδερφούς του και με τους Πλαπουταίους κήρυξε την Επανάσταση στη Γορτυνία και πολιόρκησε τους Τούρκους στην Καρύταινα. Στις 7 Απριλίου 1821 συμμετέχει στη συγκρότηση ενός από τα πρώτα στρατόπεδα των επαναστατών στην Πιάνα, τον ίδιο μήνα παίρνει την κρίσιμη απόφαση να εξοντωθούν οι μουσουλμάνοι των Λαγκαδιών, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής με τους Τούρκους. Αναλαμβάνει την εφορεία της Καρύταινας και παραδίδει την αρχηγία του στρατοπέδου στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.  

Συμμετέχει ενεργά στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς, ελευθερώνεται ο αδελφός του Θεόδωρος, που ήταν όμηρος των Τούρκων, αλλά πεθαίνει μετά από λίγο από τις κακουχίες που υπέστη κατά την φυλάκισή του.

Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση εκλέγεται μέλος του εκτελεστικού και το Μάρτιο του 1822 παίρνει μέρος στην πολιορκία του κάστρου της Πάτρας και ένα μήνα αργότερα εκστρατεύει στη Δυτική Ελλάδα όπου λαμβάνει μέρος στη μάχη του Πέτα (2 Ιουνίου), στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Ονομάζεται από την Προσωρινή Διοίκηση  στρατηγός  (17 Μαΐου 1822) και αναλαμβάνει την εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα, όπου επιδεικνύει ιδιαίτερες ικανότητες.

Στη διάρκεια της Επανάστασης, ο Δεληγιάννης συγκρούστηκε με τους Κολοκοτρωναίους – οι οποίοι προεπαναστατικά υπήρξαν «κάποι» που προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες στην οικογένεια των Δεληγιάννηδων έναντι αμοιβής – εξαιτίας της αυτονόμησης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του ρόλου του ως στρατιωτικού ηγέτη. Οι πολιτικές σχέσεις αυτού του τύπου, όπως λόγου χάρη των Δεληγιανναίων με τους Κολοκοτρωναίους, εκείνη την περίοδο και ιδιαίτερα κατά τους εμφύλιους πολέμους χαρακτηρίζονταν από αστάθεια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ο Κανέλλος Δεληγιάννης συναίνεσε στην ανάθεση ηγετικού στρατιωτικού ρόλου στον Κολοκοτρώνη, μάλιστα το Μάιο του 1823 σε μια απόπειρα σύναψης συμμαχίας μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών αρραβωνιάζει την κόρη του με τον μικρό γιό του Θ. Κολοκοτρλωνη, Κολίνο, όμως  ο λιγότερο διαλλακτικός αδελφός του Αναγνώστης ήταν εξαρχής αντίθετος στην ανάθεση τέτοιων αξιωμάτων σε πρόσωπα έξω από την κοινωνική ομάδα των προκρίτων.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους εκπροσωπώντας τους στρατιωτικούς, όπως και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση – Επίδαυρος 1826 και Τροιζήνα 1827 – καθώς και στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση, μετά την αλλαγή του πολιτεύματος το 1843-1844. Στράφηκε κατά των ευρωπαϊκής παιδείας πολιτικών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την έκρηξη της Επανάστασης για να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους. Επίσης, εναντιώθηκε εξαρχής στον ηγετικό ρόλο του Δημήτριου Υψηλάντη, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο και, για την άφιξη εκείνων.

Επιπλέον διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ανάληψη της προεδρίας του Βουλευτικού από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Ιούλιο του 1823. Μετά το 1824 συμμάχησε με τον Ιωάννη Κωλέττη και εντάχθηκε στο «γαλλικό» κόμμα. Αποσύρθηκε από την πολεμική δράση μετά την ήττα των Πελοποννησίων στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα, αφού συνελήφθη από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, όπως και ο Κολοκοτρώνης, κρατήθηκε στη Μονή του Προφήτη Ηλία της Ύδρας.

Παρά τις αντιρρήσεις του Κουντουριώτη, ελευθερώθηκε με την αμνηστία που δόθηκε το Μάιο του 1825, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς απειλούσε την Πελοπόννησο. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που υπέγραψαν την «πράξη υποτέλειας» προς την Αγγλία το καλοκαίρι του 1825. Το 1827, κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, συγκρούστηκε με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Κουντουριώτη για το θέμα της διανομής των εθνικών γαιών, οι οποίες πριν από την Επανάσταση βρίσκονταν στην ιδιοκτησία των Οθωμανών.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παρέμεινε στο «γαλλικό» κόμμα και αναμίχθηκε στην πολιτική ζωή. Κατά τη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, υπήρξε βοηθός του Σκώτου εισαγγελέα Εδουάρδου Μάσσον στη  διεξαγωγή των ανακρίσεων εναντίον του Γέρου του Μοριά  την περίοδο της Αντιβασιλείας, το 1834, όταν ο τελευταίος κατηγορήθηκε για συνωμοσία του «ρωσικού» κόμματος κατά του Όθωνα. Αργότερα, ωστόσο, και ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης φαίνεται πως προσχώρησε στο «ρωσικό» κόμμα για κάποιο διάστημα.

Στις εκλογές που ακολούθησαν την ψήφιση του Συντάγματος του 1844, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, συμμάχησε εκλογικά στη Γορτυνία με το Γενναίο Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Πλαπούτα, αφού άφησε πίσω τις διαμάχες τους από την περίοδο της Επανάστασης. Βρήκαν μάλιστα τους οπαδούς τους ανάμεσα στο φτωχό αγροτικό πληθυσμό, καταφερόμενοι κατά των «Φράγκων» και των «φραγκοφορεμένων», στηριζόμενοι στη σχετική άγνοια και τις προκαταλήψεις των οπαδών τους.

Το Δεκέμβριο του 1844, μετά την επικράτηση του «γαλλικού» κόμματος στις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Κωλέττη, ο Κανέλλος Δεληγιάννης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 20 Δεκεμβρίου 1844, διαδεχόμενος τον προσωρινό πρόεδρο Νικηταρά. Η θητεία του έληξε ένα χρόνο αργότερα στις 31 Οκτωβρίου 1845.

Τα Απομνημονεύματά του, παρόλο το πάθος και την υπερβολή που τα χαρακτηρίζουν, αποτελούν χρήσιμη πηγή για την κατανόηση των εσωτερικών διαδικασιών, των σχέσεων και των αντιλήψεων που διακατείχαν πολλούς στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Στα κείμενά του προσπαθεί ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του, όπως και της κοινωνικής ομάδας των προυχόντων της Πελοποννήσου στην οποία ανήκε.

Αυτό το έκανε στρεφόμενος κατά των στρατιωτικών αρχηγών και ιδίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που δεν έπαυε να βλέπει αφ’ υψηλού, αλλά και κατά των «ξενόφερτων» πολιτικών που επιδίωκαν την εισαγωγή δυτικών θεσμών στη μετεπαναστατική Ελλάδα. Τα Απομνημονεύματα  άρχισε να τα γράφει σε ηλικία 74 χρονών, το 1854. Τα χειρόγραφα παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι το 1957, όταν εκδόθηκαν σε τρεις τόμους.

Από  τον γάμο του με τη Αθανασία Αναγν. Παπατσώνη, απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία, την οποία έχασε το 1854. Πρόκειται για την επτάχρονη κοπέλα που αρραβωνιάστηκε τον δωδεκάχρονο γιο του Κολοκοτρώνη.  Αργότερα η Μαρία παντρεύτηκε τον Διονύσιο Χρυσοσπάθη,  γιο του φιλικού και αγωνιστή Ηλία Χρυσοσπάθη.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εγκατάσταση της βασιλείας στο ελληνικό κράτος διετέλεσε συνταγματάρχης – ακόλουθος, Νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας και συνταξιοδοτήθηκε με τον τίτλο του Αντιστράτηγου. Επίσης στις 20 Δεκεμβρίου 1844 εκλέχτηκε πρόεδρος της Βουλής. Το 1859 το Ελληνικό κράτος αποφασίζει να του χορηγήσει ένα είδος σύνταξης ως αναγνώριση για την συνολική προσφορά του στο αγώνα της ανεξαρτησίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1862 σε ηλικία 82 ετών.  

 

Πηγές 


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
  •  Στάθης Κουτρουβίδης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Τα Νέα, Αθήνα, 2010.
  •  Κωστής Παπαγιώργης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »