Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Πραΐδης Αλέξανδρος (1834 – 12/10/1866)


 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1834 στη Σύρο*. Ήταν γιος του Μακεδόνα στην καταγωγή Γεωργίου Πραΐδη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Το καλοκαίρι του 1852 τελείωσε – μεταξύ των αρίστων μαθητών της τάξης του – το «Γυμνάσιο των Αθηνών». Η αγάπη του για το στρατό και η επιθυμία του να γίνει αξιωματικός ήταν τόση ώστε παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς αιτήσεις του πατέρα του το 1852 και 1853 προς τον υπουργό των Στρατιωτικών για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων, αποδεχόμενος να καταβάλλει το ½ των διδάκτρων, δεν τον απέτρεψαν από το στόχο του. Τελικά, με το από 12 Ιανουαρίου του 1854 βασιλικό διάταγμα του Όθωνα «κατατάσσεται εις την Στρατιωτικήν Σχολήν Ευελπίδων ».

Στις 10 Νοεμβρίου του 1857, μετά τετραετή φοίτηση, εξήλθε πρώτος με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Μηχανικού και τοποθετήθηκε σε μια από τις 10 Στρατιωτικές Διευθύνσεις Μηχανικού που λειτουργούσαν στις πρωτεύουσες των νομών και ασχολούνταν με δημόσια και στρατιωτικά έργα. Στις 10 Αυγούστου 1859 μετατάχθηκε στο πυροβολικό και τοποθετήθηκε στη μοναδική τότε Μοίρα Πυροβολικού. Τον Δεκέμβριο του 1859 έγινε Ανθυπολοχαγός και στις 10 Σεπτεμβρίου 1860 διορίστηκε ως καθηγητής της τοπογραφίας και των καταμετρήσεων, στην Σχολή Ευελπίδων.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1861 πήρε φύλλο πορείας για το Ναύπλιο και ανέλαβε  Υπασπιστής του Οπλοστασίου. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση από την φρουρά της πόλης και η οποία κατέληξε σε αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των βασιλικών στρατευμάτων του στρατηγού Χαν και των επαναστατών πολιτικών και στρατιωτικών, με σκοπό την «κατάπτωσιν του ισχύοντος κυβερνητικού συστήματος».

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, εμφορούμενος από αντιδυναστικές ιδέες και υπηρετώντας στο Οπλοστάσιο, υπήρξε πρωτεργάτης της αντιοθωνικής κίνησης και στενός συνεργάτης του αρχηγού της επανάστασης Αρτέμη Μίχου. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες και τραυματίστηκε δυο φορές.

«Στην πολιορκία του Μύλου Ταμπακόπουλου από τα βασιλικά στρατεύματα, οι υπερασπιστές του εξακολουθούν να αμύνονται και μετά την απώλεια της Άρειας. Ύστερα όμως από τον τραυματισμό του διοικητή τους Αλέξανδρου Πραΐδη και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη θέση. Υποχωρώντας τακτικά προς το Ναύπλιο προσβάλλονται από νέα τμήματα κυβερνητικών. Μερικοί από αυτούς αιχμαλωτίζονται. Οι περισσότεροι, φέρνοντας στα χέρια τον τραυματισμένο Πραΐδη, ρίχνονται στη θάλασσα και κατορθώνουν να φτάσουν το μεσημέρι στην πόλη, ενώ οι βασιλικοί πυρπολούν τον Μύλο». ( Αναστ. Γούναρης. Η Ναυπλιακή Επανάσταση/ 1 Φεβρουαρίου-8 Απριλίου 1862)

Αλέξανδρος Πραΐδης

Μετά την επικράτηση των Οθωνικών, κάποιοι εκ των επαναστατών πήραν αμνηστία, όχι όμως και ο Πραΐδης, ο οποίος επέλεξε τον δρόμο της αυτοεξορίας, μαζί με άλλους πρωτεργάτες της επανάστασης που κι αυτοί είχαν εξαιρεθεί. Στις 8 Απριλίου 1862, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, επιβιβάστηκε  σε ένα από τα δύο ξένα πλοία – που είχαν σταλεί γι’ αυτό τον σκοπό – και έφτασε στην Σμύρνη, όπου και παρέμεινε μέχρι την έξωση του Όθωνα, την 12η του Οκτώβρη 1962. Λίγες μέρες αργότερα επαναπατρίστηκε και επανήλθε στο στράτευμα. Με διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών, τοποθετήθηκε Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού. Αργότερα διετέλεσε διοικητής της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγος» μέχρι τη διάλυσή της το 1864.

Στις 14 Ιουνίου 1866 ανέλαβε καθήκοντα Υπασπιστή του Υπουργού Στρατιωτικών. Μετά όμως από μικρό διάστημα, στις 21 Αυγούστου,  ξέσπασε η Κρητική επανάσταση από τον Κρητικό λαό που ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την υποδούλωση και την κατοχή του νησιού από τους Βενετούς και τους Τούρκους και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα.

Ο Πραΐδης, πάντα δραστήριος και αγωνιστής, έμαθε ότι ο αδελφός του Υπουργού Στρατιωτικών, ταγματάρχης του Γενικού επιτελείου Ιωάννης Ζυμβρακάκης ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κρήτη για να λάβει μέρος στον αγώνα, ζήτησε από τον Υπουργό Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη την άδεια να ενταχθεί κι αυτός στο Σώμα εθελοντών του αδελφού του. Ο Υπουργός έκανε αποδεκτό το αίτημά του. Το εθελοντικό Σώμα, αποτελούμενο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1866 με το ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και με Κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη και έφτασε στην περιοχή των Σφακίων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου.

Στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης που είχαν επαναστατήσει, ο γενικός αρχηγός των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς, επικεφαλής 45.000 ανδρών, είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά του Σελίνου, των χωριών της Κυδωνίας και της επαρχίας Αποκορώνου. Έκαψε και λεηλάτησε 90 περίπου χωριά. Ο Ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, που βρισκόταν στο Λουτρό Σφακίων, μόλις έμαθε ότι ο Μουσταφά πασάς μπήκε στην επαρχία Αποκορώνου, μετακινήθηκε αμέσως με το Σώμα των εθελοντών του για να συναντήσει τα Κρητικά Σώματα, στο Βαφέ, όπου το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου βρήκε 280 άνδρες με 4 αρχηγούς.

Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς, μετά την κατάληψη του χωριού Βάμος και της Μονής καρύδι, άρχισε να προελαύνει κατά των εθελοντών, οι οποίοι κατείχαν τις μεταξύ Μποσνέρου και Αλικάμπου θέσεις. Η υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. Σε σύσκεψη που έγινε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, οι μεν εθελοντές του Ζυμβρακάκη επέμεναν να δοθεί η μάχη μέχρις εσχάτων στο Βαφέ, οι δε Κρητικοί καπετάνιοι πρότειναν να αποσυρθούν όλοι και να αμυνθούν στα νότια υψώματα του Βαφέ.

Αν και η γνώμη των Κρητών ήταν ορθή, επικράτησε η γνώμη των πρώτων, με την οποία συμφώνησε και ο Ζυμβρακάκης και τα τμήματα κατέλαβαν τις θέσεις τους, χωρίς να κρατήσουν εφεδρείες, λόγω του μικρού αριθμού των μαχητών.

Όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά πασά έφτασαν, επακολούθησε μια άγρια φονική μάχη, η οποία κατέληξε σε νίκη των Τουρκοαιγυπτίων. Ο Υπολοχαγός Πραΐδης, επικεφαλής ενός τμήματος εθελοντών, υπερασπιζόταν τους αριστερά από το Βαφέ λοφίσκους μαζί με απόσπασμα Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Μαχόμενος γενναία αφού απέκρουσε έξι αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις και μη δεχόμενος να υποχωρήσει, έπεσε ηρωικά. Μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι 16 εθελοντές. Κανείς δεν γνωρίζει πού, πότε και από ποιους θάφτηκε.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος, με το παράδειγμά του, έδειξε ότι είναι υπέρτατη τιμή να πεθαίνεις για την Πατρίδα.

 

 Υποσημείωση


* Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (Πανδέκτης) αναφέρει  ότι γεννήθηκε στην Αθήνα ενώ, το Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού του 1868, στο Ναύπλιο.

  

Πηγές


  • Νικόλαος Φωτιάδης Αντιστράτηγος ε.α., «Ο θάνατος του Μακεδόνα Υπολοχαγού Αλέξανδρου Πραΐδης κατά την μάχη στο Βαφέ Κρήτης», περιοδικό «Τολμών», Τριμηνιαία έκδοση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ειδικών Δυνάμεων, τεύχος 8, 2003.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Σαχτούρης Δ. Γεώργιος (1783-1841):ο αντιναύαρχος της Ύδρας


 

Γεώργιος Σαχτούρης

Διακεκριμένος ναυμάχος του Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Μαΐου 1783, γιος του Δημητρίου Πολύγκαιρου και της Μαρίας Νικολάου Γκίτζα. Η περιπετειώδης νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης του νησιού του στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και με τα τεράστια κέρδη που, λόγω του γεγονότος αυτού, συσσωρεύτηκαν στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.

Ο Γεώργιος Σαχτούρης από μικρή ηλικία υπηρέτησε σαν τζόβενο (νεαρός μούτσος), για να εξε­λιχθεί αργότερα σε πλοίαρχος. Πολύ νέος παντρεύτηκε την επίσης Υδραία Πανούργια Δημ. Γκιώνη, με την οποία απέκτησε εφτά παιδιά: Μαρία, Δη­μήτριο, Σταμάτιο, Νικόλαο, Μιλτιάδη, Κωνσταντίνο και Θεμιστοκλή.

Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα. Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη, αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου.

Γεώργιος Σαχτούρης, Pouqueville, 1840.

Η ατυχούς έκβασης ελληνική αυτή αποστολή αμαυρώθηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι κατεσφάγησαν με εντολή των δύο πλοιάρχων. Αργότερα η βέβηλη αυτή, διεθνώς κατακριτέα, πράξη θα αποδοθεί από τους υπευθύνους σε κίνηση αντεκδίκησης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και τη σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.

Το Φεβρουάριο του 1822 ο Σαχτούρης έλαβε μέρος στη ναυμαχία των Πατρών υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη και λίγο αργότερα συνετέλεσε με τη δράση του στη λύση του αποκλεισμού του Μεσολογγίου από τουρκική μοίρα η οποία αναγκάστηκε να καταφύγει στα Δαρδανέλια.

Η δράση της υδραίικης ναυτικής μοίρας την οποία διηύθυνε συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1823, με ουσιαστικότερη παρουσία του Σαχτούρη από το 1824 και εξής, όπως πλήρως τεκμηριώνεται μέσω του ημερολογίου του πλοίου του «Αθηνά», στο οποίο αναγράφονται και σχολιάζονται από τον ίδιο τα ναυτικά γεγονότα και οι ναυμαχίες εκείνων των χρό­νων.

Ο Γ. Σαχτούρης συμμετείχε στην εκστρατεία της Κάσου (Ιούνιος 1824), ενώ τον ίδιο μήνα, αμέσως μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), πήρε μέρος στην αναποτελεσματική επιχείρηση για την ανακατάληψη τους.

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

Αποφασιστική υπήρξε και η συμβολή του στη ναυμαχία της Μυκάλης (5 Αυγούστου 1824), ενώ οι πολεμικές του ικανότητες α­ναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824). Ο Σαχτούρης μαζί με τους Ν. Αποστόλη και Γ. Ανδρούτσο καταναυμαχεί στις 23 Μαΐου 1825 τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Καφηρέα και αργότερα συμμετέχει στην εκστρατεία υπέρ του Με­σολογγίου.

 

Γεώργιος Σαχτούρης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η νικηφόρα δράση του συνεχίζεται το 1826 με τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σάμου και της Μυτιλήνης, καθώς και στις άκαρπες προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων του Μεσολογγίου. Το 1827 συμμετέχει στην τολμηρή επιχείρηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό τον Κόχραν στην Αλεξάνδρεια για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου, ενώ στη συνέχεια δρα, και πάλι υπό τον Κόχραν, στις επιχειρήσεις του Βασιλαδίου, έξω από το Μεσολόγγι.

Γεώργιος Σαχτούρης, Grossi, Νέος Αριστοφάνης.

Η νικηφόρα ολοκλήρωση του ελληνικού ναυτικού Αγώνα και η έλευση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια σήμαναν τη διοικητική αναδιοργάνωση των ναυτικών πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο κυβερνήτης αναθέτει στον Σαχτούρη την αρχηγία της ναυτικής μοίρας των μεσσηνιακών παραλίων με στόχο την παρεμπόδιση ανεφοδιασμού των φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου και αργότερα τον αποκλεισμό της θαλάσσιας περιοχής από τον Αμβρακικό έως την Κρήτη.

Πιστός θεματοφύλακας της πολιτικής Καποδίστρια, ο «…ήπιος Σαχτούρης» – κατά τον Σπετσιώτη ιστορικό Α. Χατζή-Αναργύρου στα «Σπετσιωτικά» του – συγκρούστηκε επανειλημμένα με τους αντιπάλους του Κυβερνήτη. Παρ’ όλ’ αυτά, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων, έλαβε μέρος υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη στην καταστροφή του ελληνικού στόλου στον Πόρο, τον Ιούλιο του 1831.

Ο Γ. Σαχτούρης διετέλεσε μέλος της Ναυτικής Υπηρεσίας (1830) και της Επιτροπής Ναυτικών Καταλόγων (1833), μαζί με τους Γ. Ανδρούτσο και Α. Ν. Αποστόλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πήρε το βαθμό του αντιναυάρχου και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Ναυστάθμου στον Πόρο, όπου υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε στην Ύδρα στις 30 Ιανουαρίου 1841 και ενταφιάσθηκε στο ναό της Υπαπαντής.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Κουσκούρη Πολυτίμη (1820-1854) – Βιογραφία & Εργογραφία


 

 

Η δασκάλα Πολυτίμη Κουσκούρη γεννήθηκε στο Μυστρά, τον Νοέμβριο του 1820 και γαλουχήθηκε μέσα σε μια οικογένεια πατριωτών. Πατέρας ήταν ο Ηλίας Κουσκούρης, ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και μητέρα της η Φλωρεντία Κουσκούρη. Ο καθαρισμός των όπλων του πατέρας της και η ανάγνωση  βιβλίων [1] στα «κρυφά», ήταν οι κύριες ενασχολήσεις της νεαρής Πολυτίμης.         

Αν και η Πολυτίμη Κουσκούρη δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστριών του ’21, εργάστηκε με ζήλο και ενθουσιασμό μετά την εθνική ανεξαρτησία. Έτσι, το 1834 γράφτηκε στο Πρότυπο Σχολείο Κορασίων Ναυπλίου. Ήταν μία από τις 134 μαθήτριες που παρακολούθησαν μαθήματα και η αγαπημένη μαθήτρια της διευθύντριας της Σχολής και δασκάλας τότε Πιτταδάκη Ελένης.          

Σε ηλικία δεκαέξι ετών η Πολυτίμη παρουσιάστηκε στην Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Ναυπλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις [2] για την απόκτηση του διδασκαλικού πτυχίου. Από τη στιγμή που διορίστηκε, στις 3 Μαΐου 1837 στο Παρθεναγωγείο στο Ναύπλιο, στήριζε την οικογένειά της οικονομικά. Μάλιστα, για να καταφέρει να καλύψει όλες τις οικογενειακές ανάγκες, αφού ολοκλήρωνε τις υποχρεώσεις της στο Παρθεναγωγείο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

Το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Κουσκούρη λειτούργησε τέλεια και χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματικό. Το γεγονός επιβεβαιώνει η επίσκεψη της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία έμεινε έκπληκτη από την άριστη λειτουργία του και χάρισε στην Πολυτίμη μία «μικράν πόρπην ην έφερεν πάντοτε επί του στήθους της» ως ένδειξη της ευαρέσκειάς της προς τη νεαρή δασκάλα. Επιπλέον, έδωσε εντολή στο Υπουργείο να προαγάγει την Πολυτίμη σε διδασκάλισσα Β΄ βαθμού [3], αφού πρώτα όμως έδωσε εξετάσεις ενώπιον των διευθυντών των δημοτικών σχολείων και των καθηγητών του Γυμνασίου το 1837. 

Στις 10 Απριλίου 1840 βραβεύτηκε από τον διευθυντή των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του Αρσακείου. Τον Ιούνιο του 1843, η μισθοδοσία της Κουσκούρη μεταβιβάστηκε από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο Δημοτικό Ταμείο Ναυπλίου. Από τότε η διδασκάλισσα σταμάτησε να πληρώνεται, παρ’ όλα τα παρακλητικά έγγραφα που απεύθυνε προς τη Γραμματεία για να λαμβάνει τακτικά το μισθό της. Οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό και λόγω ότι βρισκόταν πλέον σε άθλια οικονομική κατάσταση, ζήτησε τη μετάθεση της από το σχολείο. Η αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, αλλά τελικά στις 3 Οκτωβρίου μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο κορασίων του Πειραιά, όπου ανέλαβε τη διεύθυνσή του.

Η Κουσκούρη έφυγε από το Ναύπλιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους πολίτες αλλά και στις αρχές του τόπου. Ο ίδιος ο Δήμαρχος Ναυπλίου έστειλε επιστολή, στην οποία εξέφραζε την απώλεια από την απουσία της Κουσκούρη και τη βαθειά ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της για το πολύτιμο έργο που είχε πράξει.

Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος. Υπό Πολυτίμης Κούσκουρη, 1854.

Συνέχισε την διδασκαλική της καριέρα στον Πειραιά. Τέσσερα χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1849 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και ο Διευθυντής των δημοτικών σχολείων εξέφρασαν δημοσίως την ικανοποίησή τους για το έργο της Κουσκούρη και την προβίβασαν στο βαθμό της Επαρχιακής δασκάλας. Δυο χρόνια μετά προσκλήθηκε από το Υπουργείο για να διοργανώσει το πρώτο σχολείο κορασίων που ίδρυσε ο δήμος στην Αθήνα κατά την Οθωνική περίοδο. Την 1η Οκτωβρίου του 1851, ημέρα έναρξης της λειτουργίας της εν λόγω σχολής, ο Υπουργός Παιδείας εξέφρασε δημοσίως την ευχαρίστηση-ικανοποίηση του για το έργο της Κουσκούρη και την προήγαγε στον ανώτερο βαθμό που μπορούσε να πάρει εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος ή μία δασκάλα, δηλαδή σε Α΄ τάξης Νομαρχιακή Δασκάλα. 

Η διεύθυνση της σχολής υπό την Κουσκούρη φαίνεται πως ξεπέρασε τις προσδοκίες των αρχών και των πολιτών. Η νεαρή αλλά έμπειρη πια δασκάλα προσέλαβε ικανές και ικανούς δασκάλες/ους και βοηθούμενη από την υποδιευθύντρια Μαριέτα Ανδριέτου, δημιούργησε Νηπιαγωγείο, Αλληλοδιδακτικό και με το πέρας του χρόνου Συνδιδακτικό και τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου, από το οποίο έβγαιναν πτυχιούχες μαθήτριες. Επιπρόσθετα, εισήγαγε τα μαθήματα της μουσικής, της ζωγραφικής, του χορού και της γυμναστικής (Ασημάκη, 2007: 55-56, Φουντουκλή, 1890: 2-3).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1852, στις πρώτες θερινές εξετάσεις [4] των κοριτσιών, η βασίλισσα Αμαλία βρέθηκε εκεί και εξέφρασε στην Πολυτίμη ξανά την «ευαρέσκειά της για την απόδοση του σχολείου». Επίσης, η Δημοτική Αρχή έστειλε εγγράφως τα συγχαρητήρια στην Πολυτίμη συνοδευόμενο από ένα σπουδαίο χρηματικό ποσό.

Το 1854 η Πολυτίμη αποφάσισε να δεχτεί την υποτροφία της βασίλισσας Αμαλίας για τη μετεκπαίδευσή της σε «εκπαιδευτικά καταστήματα» της Γερμανίας. Ενώ, όμως ετοιμαζόταν για το ταξίδι της, αρρώστησε από την επιδημία της χολέρας και πέθανε σε ηλικία 34 χρονών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, τόσο η οικογένειά της όσο και το έθνος [5] θρήνησε για το χαμό της Πολυτίμης, που υπηρέτησε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια την εκπαίδευση (Ασημάκη, 2007: 57, Φουντουκλή, 1890: 4).

Από τον επικήδειο λόγο που συντάχθηκε από τον Κ. Δ. Ιωαννόπουλο, συνάδελφου της Πολυτίμης και εκφωνήθηκε στην κηδεία της από τον ίδιο, πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για τις αρετές, τα χαρίσματα και τον χαρακτήρα της Σπαρτιάτισσας. Όπως αναφέρει ο συνάδελφος και φίλος Ιωαννόπουλος, η Πολυτίμη ήταν μια ενάρετη γυναίκα, καταγόμενη από μια έντιμη οικογένεια που είχε μοχθήσει πολύ στο αγώνα κατά την Επανάσταση. Ο συνάδελφός της αναγνώριζε στην Πολυτίμη την έφεση που είχε στη διδασκαλία και παράλληλα στην διοίκηση του σχολείου. Πολλές από τις μαθήτριές της ακολούθησαν το παράδειγμά της και διορίστηκαν δασκάλες.

Η Πολυτίμη Κουσκούρη όπως αναφέρει ο Ιωαννόπουλος είχε συνεχή επαφή με τη νέα γνώση και δεν περιόριζε τη διδασκαλία της στην απλή διάλεξη. Για τον συντάκτη της Νεκρολογίας, η Πολυτίμη, αποτέλεσε άριστη συνάδελφος και ειλικρινής φίλη. Επιπλέον, η Πολυτίμη χαρακτηρίζεται για την χρηστότητα των ηθών της και την πιστή εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τέλος, ο ομιλητής θεωρεί ότι το συγγραφικό και διδασκαλικό της έργο ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο και τίμησε τη ελληνική γυναικεία ευφυΐα (Ιωαννόπουλος, 1855: 436-437).

Η Πολυτίμη γνώριζε Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά. Έγραψε πολλά πρωτότυπα άρθρα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν στα περιοδικά της εποχής Ευτέρπη (Περί προκαταρκτικής παιδείας, Αθήναι, 1854), Νέα Πανδώρα (Περί της των κορασίων ανατροφής, 1853, Περί της των Αρχαίων Φιλοσοφίας και των διαφόρων αιρέσεων αυτής, 1854, Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου, 1853), Χρυσσαλίς και στην Εφημερίς των Μαθητών.

Συγχρόνως, έγραψε και δημοσίευσε πολλά εκπαιδευτικά βιβλία όπως: Περί αλληλοδιδακτικής μεθόδου, 1854 Ο Κυνηγός και Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος [6], 1854. Το τελευταίο φαίνεται πώς είναι το σημαντικότερο έργο που έγραψε η Κουσκούρη, το οποίο αφιέρωσε στη βασίλισσα Αμαλία και αντίτυπα αυτού δώρισε επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αρσάκειο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Ασημάκη, 2007: 56, 59, Ριζάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 4). 

Πέρα από την επίδοσή της στα γράμματα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τη μουσική και τη ραπτική. Μεγάλη αγάπη έτρεφε η Πολυτίμη για τη φύση και λάτρευε τα άνθη. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, το μικρό της δωμάτιο κοιτούσε πάντα σε ένα μικρό κήπο, τον οποίο επισκεπτόταν πριν κοιμηθεί. Λέγεται ακόμα ότι έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε και υμνούσε το Θεό (Φουντουκλή, 1890: 3).

Την Πολυτίμη Κουσκούρη θαύμαζαν [7] οι φιλόλογοι Φίλιππος Ιωάννου και  Σκαρλάτος Βυζάντιος. Επίσης, η συγγραφέας της εποχής Dora dIstria στο σύγγραμμά της Η περιήγησίς μου στην Ανατολή σχολιάζει θετικά το βιβλίο της Κουσκούρη ‘Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος’, χαρακτηρίζοντάς το ως «άριστα καταρτισμένον» (Φουντουκλή, 1890: 4).          

Το έργο της Πολυτίμης Κουσκούρη αποτελεί ωδή προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εμπλουτισμένη με διαφωτιστικές επιρροές, όπου σε συνδυασμό με τη σπουδή της φύσης και της αρετής, βοηθά τον άνθρωπο να εξευγενίσει την ψυχή του και μέσω της αλήθειας και της ορθής σκέψης να οδηγηθεί σταδιακά στην ευδαιμονία (Κουσκούρη, 1854: 238-239, 94-96).                

 

Μπούμπουρα Μαρία

Δασκάλα – Ηράκλειο, Κρήτης. 

 

 Υποσημειώσεις


[1] Η Πολυτίμη προμηθευόταν βιβλία και διάβαζε στα κρυφά, παρ’ όλες τις επιπλήξεις της μητέρας της για την εγκατάλειψη της ραπτικής και την παραμέληση των άλλων οικιακών εργασιών. Την εποχή εκείνη η ενασχόληση των γυναικών με τα γράμματα θεωρούταν επιβλαβής και τρόπον τινά πολυτέλεια. Ωστόσο, η διαφωνία της μητέρας δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην φιλομαθέστατη κόρη, η οποία είχε άριστη επίδοση στο σχολείο και περνούσε ώρες ατέλειωτες παρέα με τα βιβλία της   (Ασημάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 2).    

[2] «Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έδωσε εξετάσεις στην τότε εκπαιδευτική επιτροπή, προκείμενου να αποκτήσει δίπλωμα διδασκάλισσας» (Ασημάκη, 2007: 56).

[3] «Ο νόμος του 1834 διαιρούσε το διδακτικό προσωπικό σύμφωνα με τις γνώσεις του σε τρεις κατηγορίες-τάξεις: α) σε διδασκάλους πρωτευουσών, νομών και επαρχιών, β) σε διδασκάλους δήμων Α’ τάξης και γ) σε διδασκάλους δήμων Β’ και Γ’ τάξης. Ανάλογος με το βαθμό ήταν και ο μισθός: 100 δραχμές Α’ τάξης διδάσκαλοι, 80 Β΄ τάξης, 50 Γ’ τάξης» (Κλάδος, 1860: 533).

[4] «Την Κυριακήν εγένετο έναρξις των ενιαυσίων εξετάσεων των μαθητριών του δαπάνη του δήμου Αθηνών συντηρούμενου εκπαιδευτηρίου των κορασίων, διευθυνομένου παρά της Κυρίας Πολυτίμης Κουσκούρη, παρήσαν εν αυταίς αι αρμόδιαι Κυβερνητικαί και Δημοτικαί αρχαί, η εφορευτική και εξεταστική επιτροπή και άλλοι φιλόμουσοι πολίται. Προ των εξετάσεων εξεφώνησεν η Κ. διευθύντρια λόγο, αρμόδιον εις την περίστασιν ταύτην, ευαρεστον εντύπωσιν εις το εκλεπτόν ακροατήριον εμποιήσαντα. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τούτων θέλομεν δημοσιεύσει μετά το πέρας αυτών και την δήλωσιν της περί αυτών κρίσεως της Εξεταστικής Επιτροπής, συγκροτουμένης εκ λογίων και ευϋπόληπτων ανδρών. Και ο ζήλος των διδασκουσών εν τω διδακτηρίω τούτω, και η επιμέλεια των εις τούτο φοιτώντων κορασίων πιστεύομεν ότι θέλει να αποδείξει καρπόν ανάλογον προς τας ευχάς της Σεβ. Κυβερνήσεως και τας προσδοκίας του δήμου και των φιλοτίμως τα αυτού διεπόντων δημοτικών αρχών. Την προσεχή Κυριακήν 13 περαιουμένων των ανωτέρων εξετάσεων διανέμονται τα βραβεία» (Κουσκούρη, 1853: 184).

[5] Μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών έστειλε συλλυπητήριο έγγραφο στον πατέρας της, υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Π. Αργυρόπουλο, με το οποίο επευφημούσε την Πολυτίμη ως την πιο ικανή και πρόθυμη δασκάλα. Επιπλέον, χορήγησε 200 δραχμές στην μικρότερη αδελφή της ως βοήθεια για τις σπουδές της πιθανότατα στη ζωγραφική (Φουντουκλή, 1890: 5).       

[6] Η Γεωγραφία της Π. Κουσκούρη εκδόθηκε το 1854 και είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Πρόκειται για γεωγραφία της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό έχει να διδάξει τη νεολαία, να αυξήσει το ζήλο για αγώνες έτσι ώστε να ξαναζήσει η Ελλάδα το αρχαίο μεγαλείο. Το βιβλίο διαιρείται σε πέντε μέρη, αναφέρεται αρχικά στην καταγωγή των Ελλήνων και το γεωγραφικό χώρο που ονομαζόταν Ελλάδα, συνεχίζει με τα γεωγραφικά διαμερίσματα ξεκινώντας από την Πελοπόννησο (Πατριδογνωσία). Η Κουσκούρη στον πρόλογο του έργου δε χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την αγωγή των παιδιών, η οποία είναι και αποτέλεσμα της επιρροής που δέχονται οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να δημιουργηθεί ένας ανώτερος πολίτης, σ’αυτό συντελούν παράγοντες όπως: οι νόμοι του κράτους όταν οδηγούν στην ευημερία και στην ευτυχία, η οικογένεια, το εύκρατο κλίμα και η θρησκεία (Κουσκούρη, 1854: ε΄- ή).

[7] Από τους συνδρομητές του βιβλίου της «Γεωγραφίας της αρχαίας Ελλάδος» (περίπου τετρακόσιοι τριάντα στον αριθμό), συμπεραίνουμε ότι μια μεγάλη μερίδα πολιτών γνώριζε την Πολυτίμη Κουσκούρη και θαύμαζε το έργο της. Μάλιστα μέσα στον ονομαστικό κατάλογο των συνδρομητών βρίσκουμε τη Μαρία Κόρκ, τον Σκαρλάτο Βυζάντιο και τον Ιωάννη Κοκκώνη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι τον ίδιο χρόνο (1854) ο Ιάκωβος Ραγκαβής εκδίδει και εκείνος τρίτομο εγχειρίδιο γεωγραφίας «Τα Ελληνικά», ενώ ο Ιωάννης Κοκκώνης είχε εκδώσει βιβλίο γεωγραφίας «Γεωγραφία στοιχειώδης παλαιά και νεοτέρα» από το 1839, τα οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας μας ως πηγές του πονήματός της. Επιπλέον πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω εγχειριδίου ήταν το λεξικό του Σκαρλάτου, η γεωγραφία του Κούμα και τα έργα των: Στράβων, Παυσανία, Πολύβιου, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Thurot  και  Heeren  (Κοκκώνης, 1839, Ραγκαβή, 1854).       

 

Πηγή


  • Γυναικεία Εκπαίδευση, «Η Παιδαγωγός Πολυτίμη Κουσκούρη», Μαρία Μπούμπουρα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 2011.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Τομπάζης Ιάκωβος ή Γιακουμάκης (1782-1829): ο ναύαρχος της Ύδρας το πρώτο έτος της Επανάστασης


 

Ιάκωβος Τομπάζης, ξυλογραφία, Πανδώρα (1854-1855) σ. 12. «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Φιλικός και ναύαρχος της Ύδρας μόνο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ο Ιάκωβος ή Γιακου­μάκης Τομπάζης αποτελεί – όπως και ο αδελφός του Μανώλης- σημαντική προσωπικότητα του ναυ­τικού αγώνα του Εικοσιένα. Η οικογένεια Τομπάζη ή Τουμπάζη, από τις αρ­χαιότερες της Ύδρας, εγκαταστάθηκε στο νησί το 1668, προερχόμενη από τα Βουρλά της επαρχίας Σμύρνης. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Γιακουμάκη και ο τελευταίος που το έφερε (μέχρι το 1816) ήταν ο προεστός Νικόλαος Γιακουμάκης, πατέρας των δύο αδελφών Ιακώβου (1782-1829) και Μανώλη (1784-1831). Το επώνυμο Τουμπάζης προήλθε από ένα είδος πλοίου των αδελφών, που ονομαζόταν τουμπάζι, σύμφωνα με τη γνωστή συνήθεια και άλλων οικογενειών της Ύδρας. Τα δύο αδέλφια έλαβαν τα εγκύκλια γράμματα στην Ύδρα, αλλά από μικρή ηλικία ακολούθησαν το ναυτικό βίο.

Κατά τον Αναστάσιο Γούδα και οι δύο ήταν «λίαν φιλομαθείς, φιλόκαλοι και περίερ­γοι», παρατηρητικοί και προοδευτικοί και «προηγούντο εις πάσας επί το βέλτιον μεταρρυθμίσεις, είτε των υδραϊκών πλοίων είτε του είδους του βίου εί­τε του καλλωπισμού των οικιών και των ενδυμά­των».

Ως χαρακτήρες ήταν διαφορετικοί. Ο μεν Μανώλης (ο οποίος στις 23 Απριλίου 1823 διορίστηκε αρμοστής της Κρήτης) διακρινόταν για τη δραστη­ριότητα και το επιχειρηματικό του πνεύμα, προσό­ντα χάρη στα οποία αποκτήθηκε το μεγαλύτερο μέ­ρος της περιουσίας τους, ενώ ο Ιάκωβος ήταν πρά­ος, υπομονετικός και υπεύθυνος, αλλά δεν διέθετε ηγετικές ικανότητες. Κατά τα πολλά τους ταξίδια και τη συναναστροφή τους με μορφωμένους Ευρω­παίους είχαν γνωρίσει το δυτικό πολιτισμό και έ­χαιραν της εκτιμήσεως πολλών φιλελλήνων, οι ο­ποίοι επισκέπτονταν τότε την Ελλάδα και μάλιστα φιλοξενούνταν στο σπίτι τους. Ο Ιάκωβος επίσης είχε πολύ καλές για την εποχή του γνώσεις στη ναυτική και ναυπηγική τέχνη, όπως διαπιστώνεται από τα χειρόγραφά του.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Ο Ιάκωβος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 και είχε συνεργασία με τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, όπως διαπιστώνεται από τη σω­ζόμενη αλληλογραφία του με τους Αλέξανδρο Υψηλάντη, Παναγιώτη Μπόταση, Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσσα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κ.ά. Από τη στιγμή που στην Ύδρα κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Ιάκωβος -όπως και ο αδελφός του- ένωσε τις δυνάμεις του και διέθεσε τα πλοία της οικογένειας στον κοινό αγώνα. Με απόφαση όλων των Υδραίων πλοιάρχων ορίστηκε αρχηγός του υδραίικου στόλου και στις 28 Απριλίου πάνω στη ναυαρχίδα του «Θεμιστοκλής» ορκίστηκε «εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του Έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιότιμων καπεταναίων της πατρίδος Ύδρας». Ακολούθησε η επιχείρηση εξέ­γερσης της Χίου, η οποία όμως δεν είχε το αναμε­νόμενο αποτέλεσμα.

Ένα μήνα αργότερα ο ναύαρ­χος Τομπάζης βρισκόταν μαζί με τις μοίρες των άλλων δύο ναυτικών νησιών στο βορειοανατολικό Αιγαίο για να εμποδίσει ενδεχόμενο απόπλου του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια. Στις αναμε­τρήσεις αυτές με τα εχθρικά και καθ’ όλα ισχυρότε­ρα πλοία διαπιστώθηκε η αδυναμία των μικρών ελ­ληνικών και τότε -πάλι στη ναυαρχίδα του Το­μπάζη «Θεμιστοκλής»- αποφασίστηκε για πρώτη φορά η χρήση των πυρπολικών, που είχε τα γνωστά θετικά αποτελέσματα. Η επιτυχής επίθεση του Ψαριανού Παπανικολή τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 στην Ερεσό αποτελεί το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα του Αγώνα που ενθάρρυνε τον ενωμένο ελληνικό στόλο τόσο ώστε την επομένη έτρεψε σε φυγή τον έντρομο τουρκικό.

Η εκδικητική μανία των Τούρκων στράφηκε στις Κυδωνίες και στη γνωστή καταστροφή της πόλης τον Ιούνιο, όπου έσπευσε ο Τομπάζης για να σώσει τον άμαχο πληθυσμό της. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη ναυ­τική εκστρατεία διάσωσης της Σάμου, όπου ο οθω­μανικός στόλος επιχείρησε την πολιορκία του επα­ναστατημένου νησιού. Το φθινόπωρο θα συμμετά­σχει στις επιχειρήσεις στα δυτικά παράλια της Πε­λοποννήσου και στον Κορινθιακό κόλπο, ενώ στο εξής την ηγεσία του υδραίικου στόλου θα αναλάβει ο Μιαούλης, με τον οποίο ο Ιάκωβος Τομπάζης εί­χε συγγενικούς δεσμούς, αφού η κόρη του είχε πα­ντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του Μιαούλη, τον Δη­μήτρη. Ο Τομπάζης έκτοτε θα συμβάλει με κάθε τρόπο στον Αγώνα, διακρινόμενος για τη νηφαλιότητα, την πραότητα και την ηρεμία του χαρακτήρα του. Απεβίωσε το 1829 στην Ύδρα.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Σμόλεντς ή Σμολένσκης Νικόλαος (1838- 1919)


 

Νικόλαος Σμόλεντς (1838- 1919)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1838 στην Αθήνα. Ήταν γιος του υποστράτηγου και πολιτικού Λεωνίδα Σμόλεντς, που γεννήθηκε στην Πολωνία από γονείς Έλληνες της Μοσχόπολης Μακεδονίας και ήλθε στην Ελλάδα το 1825 και μεγαλύτερος αδελφός του ήρωα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, Κωνσταντίνου Σμόλεντς.

Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία απεφοίτησε το 1860 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού και συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Επανερχόμενος στην Ελλάδα κατατάχθηκε στο πυροβολικό ως αξιωματικός.

Το 1862 συμμετείχε στην Ναυπλιακή Επανάσταση κατά του Όθωνα. Υπήρξε στενός συνεργάτης των αρχηγών της Επανάστασης Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου. Όταν τα βασιλικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Χαν έφτασαν προ των πυλών της πόλης του Ναυπλίου, ο Σμόλεντς συμφώνησε με την γνώμη του Μίχου να ζητηθεί από τον Όθωνα γενική αμνηστία προκειμένου να παραδοθεί ειρηνικά η πόλη.

Ο Σμόλεντς μαζί με 18 ακόμη επαναστάτες στρατιωτικούς και πολιτικούς εξαιρέθηκε από την αμνηστία και ακολούθησε τον δρόμο της αυτοεξορίας αφού προηγουμένως είχε συνυπογράψει την παράδοση του Ναυπλίου στον Χαν

Αργότερα, μετά την επάνοδό του από την εξορία και έχοντας ως παρακαταθήκη την συμμετοχή του στην Ναυπλιακή Επανάσταση αναμίχτηκε στην πολιτική. Το 1895 εκλέχτηκε βουλευτής Αίγινας επί κυβερνήσεως Θ. Δηλιγιάννη και ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών από το οποίο παραιτήθηκε μετά δύο χρόνια γιατί διαφώνησε στην αποστολή στρατού στην Κρήτη.

Διετέλεσε καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής και Διοικητής της Μεραρχίας Στρατού της Ηπείρου το 1897. Αποστρατεύθηκε την 12 Ιουλίου 1905. Πέθανε το 1919 σε ηλικία 81 ετών.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κανάρης Κωνσταντίνος (περ. 1790 – 1877)


 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε νεαρή ηλικία, λιθογραφία, 1828.

Θρυλικός Ψαριανός πυρπολητής και πρωθυπουργός. Από μικρός εργαζόταν σε πλοία της οικογένειάς του και διακρινόταν για τη γενναιότητα και τη φιλοπατρία του. Παντρεύτηκε το 1817 την Ψαριανή Δέσποινα Μανιάτη, με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά. Πήρε από την πρώτη στιγμή μέρος στην Επανάσταση και ειδικεύτηκε στα πυρπολικά. Στις 7 Ιουνίου του 1822 πυρπόλησε τη ναυαρχίδα του καπουδάν πασά Καρά Αλή, που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, με αποτέλεσμα να χαθούν μαζί της 2.000 ναύτες και ο ίδιος ο Καρά Αλής. Το γεγονός αυτό έδωσε κουράγιο στο αγωνιζόμενο έθνος και ταυτόχρονα έκανε μεγάλη εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, της οποίας ο θαυμασμός για το κατόρθωμα του Κανάρη εξελίχθηκε σε ενεργό φιλελληνισμό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1822 ο θρυλικός Κανάρης ανατίναξε τουρκικό δίκροτο, στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος, μαζί με 800 ναύτες. Τα κατορθώματα του Κανάρη σκόρπισαν πανικό στους Οθωμανούς και επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία του Αγώνα. Το 1824 ο Κανάρης βύθισε τουρκική φρεγάτα με 600 ναύτες κοντά στη Σάμο, ενώ σχεδίασε και την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου μέσα στην Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης ενέπνευσε μεγάλους Ευρωπαίους καλλιτέχνες και συγγραφείς, όπως ο Ουγκό, ο Μπερανζέ, ο Φον Χες. Ο σώφρων και σεμνός αγωνιστής ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, διετέλεσε ναύαρχος, γερουσιαστής, υπουργός και πρωθυπουργός (1848, 1864-65, 1877) και έγινε σύμβολο φιλοπατρίας και γενναιότητας.

 

Γενικά

 

Μέσα στη δίνη των Ορλοφικών, των γεγονότων που συντάραξαν τον Ελληνισμό δημιουργώντας στους υπόδουλους Έλληνες πρόσκαιρες ελπίδες απελευ­θέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό με τη βοήθεια των ομόθρησκων Ρώσων, καταφεύγει στα άγονα και δυσπρόσιτα Ψαρά, γύρω στα 1770, η οικογένεια Κανάρη προερχόμενη από τα μέρη της Ηπείρου. Εκεί, είκοσι χρόνια μετά, στα 1790,[1] θα γεννηθεί ο Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης, μία από τις μείζο­νες προσωπικότητες του ναυτικού Αγώνα του 1821, γιος του Μιχάλη (Μικέ) Κανάρη και της Μαρίας Μπουρέκα.[2] Το μικρό νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου, στο οποίο έζησε τα πρώτα νεανικά του χρόνια και συνέχισε τη δράση του, αρχικά ως ναυτέμπορος και αργότερα ως περιώνυμος πυρπολητής ο Κωνσταντής Κανάρης, αποτελούσε γνώριμο τόπο για χους πειρατές περίπου μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα.

Το 18ο αιώνα και ιδιαίτερα από τα μέσα του και εξής, οι Ψαριανοί, οδηγημένοι από τις σκληρές, περιο­ρισμένων δυνατοτήτων συνθήκες διαβίωσης στο ά­φορο νησί τους, αvαφάvnκαv στο αιγαιοπελαγίτικο ναυτικό προσκήνιο με υποτυπώδη – αρχικά – περιο­ρισμένη ναυτιλιακή δράση, που τους εξασφάλιζε απλώς τα προς το ζην. Η πολύχρονη ωστόσο θαλασσινή τους εμπειρία τους έδωσε αργότερα τη δυ­νατότητα κατασκευής μεγάλων σκαριών με τα οποία πρωταγωνίστησαν στα ναυτικά δρώμενα του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774), ενώ διέπρε­ψαν και ως καταδρομείς ιδιαίτερα κατά την περίο­δο των Ορλοφικών, δυσκολεύοντας συστηματικά σε κάθε περίπτωση τον επισιτισμό των Τούρκων.

Αυτή η έντονη σε όλους τους τομείς ναυτική δρά­ση των Ψαριανών στάθηκε και η βασική αιτία δη­μιουργίας του έμπειρου, ετοιμοπόλεμου στόλου τους που πρωταγωνίστησε μαζί με τους στόλους των άλλων νησιών στον Αγώνα, ενώ η αξιόλογη οικο­νομική δραστηριότητά τους ως ναυτιλλομένων ε­μπόρων και ο γρήγορος πλουτισμός τους δημιούρ­γησε ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης κοινοτικών θε­σμών αυτοδιοίκησης που κατέληξαν στην ίδρυση του Κοινού των Ψαρών.

Σχέσεις καταγωγής της οικογένειας Κανάρη με την περιοχή της Κορσικής και συγγένεια με το γέ­νος Βοναπάρτη θεωρούνται σχεδόν βέβαιες, ενώ το επώνυμό της πιθανότατα προέρχεται από ελληνικές παραφράσεις του επωνύμου «Καναρίσι», του ομώ­νυμου ιταλικού γένους. Αργότερα το επώνυμο πε­ριέπεσε σε Κανάργιος, συναντάται δε και ως Κα­νάριος και τέλος κατέληξε με τη μορφή Κανάρης. [3]

 

Τα πρώτα χρόνια

 

Κωνσταντίνος Κανάρης

Γύρω στα 1800 και από την τρυφερή ηλικία πε­ρίπου των δέκα χρόνων ο Κανάρης υπηρετούσε σαν τζόβενο (μούτσος) στο εμπορικό σκαρί του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα, το οποίο κληρονόμησε μετά το θάνατό του, αναλαμβάνοντας την πλοιαρχία του και συνεχίζοντας μακρινά εμπορικά ταξίδια. Κατά τη διάρκειά τους, ο λιγόλογος, σοβαρός και μοναχικός νεαρός από τα Ψαρά, που προτιμούσε να διαβάζει τη «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, πούχε μισολειώσει από το πολύ ξεφύλισμα και το σάλιο…»[4] καθόλου δεν προοιωνιζόταν τον κα­τοπινό μεγάλο ναυμάχο, το φημισμένο μπουρλοτιέ­ρη της περιόδου του Αγώνα και τη στιβαρή πολιτι­κή φυσιογνωμία της συνέχειας.

Στα 1817 παντρεύτηκε από σφοδρό έρωτα τη Δέ­σποινα Μανιάτη (κόρη του Ψαριανού πλοιοκτήτη και κατοπινού ένθερμου αγωνιστή της Επανάστα­σης Ανδρέα Μανιάτη), με την οποία απέκτησε ε­πτά παιδιά, κατά σειρά τους: Νικόλαο, Θεμιστο­κλή, Θρασύβουλο, Μιλτιάδη, Λυκούργο, Μαρία και Αριστείδη. Λάτρης της αρχαιότητας και των προγόνων ο Κανάρης, έδωσε ονόματα κατά το πλεί­στον αρχαιοελληνικά στα παιδιά του σύμφωνα με το έθος της εποχής, ένα φαινόμενο έντονα διελληνικό, τα βαθύτερα μηνύματα του οποίου διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Κοραής σε σχετικό σχόλιό του: «Ο Ελληνισμός αισθάνεται ώριμος για τα μεγάλα έργα, ικανός να ακολουθήσει τον δρόμο τον ο­ποίο χάραξαν οι πρόγονοί του. Ο Αγώνας είναι «επί θύραις»!..».  

Τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Κανάρη και τα προσποριζόμενα από αυτά κέρδη συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό σε όλους τους μεγάλους εμπορικούς σταθμούς της εποχής, από Μάλτα και Μασσαλία μέχρι τα μέρη του Βοσπόρου και της Μαύρης θά­λασσας, ως και αυτή την Οδησσό της Ρωσίας, όπου κυβερνήτης ιδιόκτητου μικρού εμπορικού σκαριού έφθασε για πρώτη φορά στα 1820.[5]

 

Ο Κανάρης και η Επανάσταση

 

Σχέση μεταξύ Κανάρη και Φιλικής Εταιρεί­ας δεν αποδείχθηκε ποτέ και το πιθανότε­ρο είναι ο κατοπινός μεγάλος αγωνιστής να μην εντάχθηκε ποτέ στους κόλπους της, παρά το γεγονός ότι η δράση της Φιλικής είχε ήδη δημιουργήσει στην καρδιά πολλών Ψαριανών άσβεστες εστίες επαναστατικού πόθου, αφού και ο αρχηγός της, Δημήτριος Υψηλάντης, είχε διορίσει από το 1818 εφόρους της στο νησί τους Νι­κολή Αποστόλη και Δημήτρη Μαμούνη και όπου, εξάλλου, στη διάρκεια του 1821 ο Φιλικός Δημήτρης Θέμελης είχε κατηχήσει ήδη πολλούς Ψαριανούς.[6] Η ημέρα του Πάσχα, 20 Απριλίου 1821, βρήκε την ψαριανή επαναστατική σημαία να ανεμίζει κατάκορφα στο νησί και το στόλο των Ψαρών, υπό την αρχηγία του Νικολή Αποστόλη, ενωμένο με τον υδραϊκό και το σπετσιώτικο, σε μια κοινή προσπά­θεια δημιουργίας της πρώτης μάχιμης θαλασσινής δύναμης του Αγώνα. Το ξέσπασμα της Επανάστασης και η δημιουργία του πρώτου αυτού ψαριανού στόλου προσείλκυσαν το νου και την καρδιά του Κανάρη, που, φλογισμέ­νος από τον πόθο της ελευθερίας, δεν δίστασε να ενταχθεί σ’ αυτόν ως απλός, αρχικά, ναύτης.

Το τολμηρό και ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του σύντομα τον οδήγησαν σε έντονη επαναστατική δράση, αν και η πρώτη του μαχητική παρουσία εί­χε σημειωθεί αρκετά νωρίτερα, ήδη από το 1807, στην περιοχή της Λευκάδας, όπου την περίοδο ε­κείνη κατέφευγαν Έλληνες της Στερεάς κυνηγη­μένοι από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων και όπου «ότε ο Αλή πασάς επεχείρησε να την καταλάβη, Κωνσταντής ο Ψαριανός ήτο ο κυβερνήτης του πλοίου το οποίον από Πάργας εις Λευκάδαν με­τέφερε στρατεύματα Σουλιωτών και άλλων Ηπει­ρωτών προς καταπολέμησιν του πολιορκούντος την νήσον Αλή».[7]

 

Κωνσταντίνος Κανάρης, λιθογραφία, A. Friedel, London, 1825.

 

Στις 27 Απριλίου 1821, έπειτα από πολλές δια­πραγματεύσεις που αφορούσαν κυρίως το δυσεπί­λυτο οικονομικό πρόβλημα εξοπλισμού και συντή­ρησης του νεοσύστατου ελληνικού στόλου, οι τρεις ενωμένες ναυτικές μοίρες συγκεντρώθηκαν τελικά στα Ψαρά, όπου, κατά τον Νικόδημο, «ώπλιζε τότε έκαστος πλοίαρχος το πλοίον του εις πολεμικόν και επρόβλεπεν έκαστος Ψαριανός τα αναγκαία προς οπλισμόν του».[8] Εκτός των άλλων, μεταξύ των πέντε πυρπολικών που συνόδευαν το στόλο συμμετείχε και εκείνο του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Στη μεγάλη καταστροφή της Χίου το Μάρτιο του 1822, κατά την οποία 30.000 Χιώτες σκοτώθηκαν ή σύρθηκαν στην αιχμαλωσία από το στόλο του Κα­ρά Αλή Πεπέ, «…ένας από εκείνους που ήρκουνταν με πιο μεγάλη προθυμία για να παίρνουν τους ανθρώπους ήταν, λέει, κι εκείνος που ήκαψεν ύστερα των τούρκων φεργάδα μέσα στο λι­μάνι της Χώρας, ο Κανάρης μαθές…»[9] σταλμένος με απόφαση της Βουλής των Ψαρών μαζί με τον Κωνσταντίνο Νικόδημο, ως μέλη πληρώματος του μίστικου του Αναγνώστη Παπά, με σκοπό τη διά­σωση των επιζώντων Χιωτών και Σαμίων του Λυ­κούργου Λογοθέτη.

 

Ο Μπουρλοτιέρης

 

Αφορμή ωστόσο της πρώτης θριαμβευτικής του εμφάνισης στον Αγώνα στάθηκε η επιλογή του α­πό το Κοινό των Ψαρών ως ενός από τους πυρπο­λητές που θα αναλάμβαναν το ρόλο του «εκδικητή» της καταστροφής της Χίου. Στο πλαίσιο αυτό ο Ψαριανός, τριαντάχρονος τό­τε, Κανάρης και ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου, κι ενώ τα τουρκικά πληρώματα εόρταζαν αμέριμνα το ραμαζάνι, επι­τέθηκαν με τα πυρπολικά τους εναντίον της ναυαρ­χίδας και της υποναυαρχίδας του τουρκικού στόλου αντίστοιχα.

Ο Κανάρης με έξοχο ελιγμό κόλλησε εύστοχα το πυρπολικό του στο εχθρικό τρίκροτο, το οποίο σε διάστημα λίγων ωρών έγινε παρανάλωμα του πυρός παρασύροντας στο θάνατο 2.300 ανθρώ­πους, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Καρά Αλή.

«Εις τας 3 ώρας να ξημερώσει», έγραφε στο ημερολόγιο του «Αγαμέμνονα» ο Τσαμαδός, «εί­μεθα κοντά εις την Χίον και ευθύς βλέπομεν φωτιαίς όπου έκαιον τα μπουρλότα και κανονιαίς έ­πεφταν πολλαίς, έπειτα μετά τρία τέταρτα της ώ­ρας είδομεν μίαν μεγάλην λάμψιν έως τον ουρανόν και έπειτα ακούσαμεν ένα μέγαν βρόντον εν είδος κανονίου εξερχόμενον από την πυριτιδαποθήκην και εβεβαιωθήκαμεν ότι να ήτο ντελίνι καϋμένο. Μετά μίαν ώραν της ημέρας αράξαμεν εις τα Ψαρά…».[10]

Το πυρπολικό του Πιπίνου, παρ’ ότι έδρασε σύντονα και εύστοχα εναντίον της τουρκικής υποναυαρχίδας, δεν είχε το ίδιο α­ποτέλεσμα αφού το εχθρικό πλήρωμα κατάφερε έ­γκαιρα να κατασβέσει τη φωτιά.

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Το εξαιρετικό κατόρθωμα του Κανάρη, το οποίο ο ίδιος «διηγείτο έπειτα εις κύκλους αφελών η­ρώων χωρίς να δεικνύη καμμίαν υπερηφάνειαν δι’ αυτό…», υμνήθηκε σε όλη την Ευρώπη όπου ποιητές, ζωγράφοι και γλύπτες, ο Ουγκό (Hugo), ο Βύρωνας (Byron), ο Β. Μίλερ (W. Müller), ο Νταβίντ ντ’ Ανζέρ (David d’Angers), ο Δουμάς, ο Αϊβαζόφσκι (Aivasofski) και πολλοί άλλοι καλ­λιτέχνες, εμπνεύσθηκαν δημιουργικά από τον η­ρωισμό του ανθρώπου ο οποίος, εκτός της επιδε­ξιότητάς του στους ναυτικούς ελιγμούς και της ευφυΐας του ως προς τις μεθόδους εξαπάτησης του αντιπάλου, είχε επιδείξει και μία καταπληκτική ε­ξοικείωση με τη δύσκολη όσο και επικίνδυνη τε­χνική της πυρπόλησης του εχθρικού στόχου. Στα Ψαρά πανηγυρική υπήρξε η υποδοχή του, ό­που «εις τον αιγιαλόν ο λαός, ο κλήρος και οι ιε­ρείς ενδεδυμένοι τας ιεράς στολάς, τους συνώδευσαν εν παρατάξει εις τον ναόν του Αγίου Νικο­λάου ένθα έψαλαν δοξολογίαν…».

 

Ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης, επιχρωματισμένη λιθογραφία, A. Friedel.

 

Η δράση του ως μπουρλοτιέρη συνεχίστηκε τη νύχτα της 28ης προς 29η Οκτωβρίου 1822, όταν ο Κανάρης πυρπόλησε επιτυ­χώς το δίκροτο του νεοδιορισθέντος Τούρκου ναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ πασά, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος. Ο Ψαριανός Γεώργιος Βρατσάνος, που συνόδευε την αποστολή, με δεύτερο πυρπολικό δεν κατόρθωσε να κατακαύσει εχθρικό πλοίο, αφού το μπουρλότο του έγινε αντιληπτό από τους Τούρ­κους και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί άμεσα. Μέσω της Σκύρου οι Κανάρης και Βρατσάνος επιστρέφουν στα Ψαρά όπου τους επιφυλάχθηκε νέα πανηγυρική υποδοχή, ενώ ο πλοίαρχος της αγγλι­κής κορβέτας «Περσεύς» που παρέπλεε στο νησί «ιδών τον Κανάρην, έβγαλε την σπάθην του από την μέσην του οπού εφορούσε και την εχάρισε εις τον ρηθέντα εις σημείον της αυτού επιδεξιότητος…».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Στα 1824 οι Ψαριανοί πληροφορούνται ότι η τουρκική αρμάδα πρόκειται να επιτεθεί στο νησί τους, που ως προχωρημένη ναυτική βάση στο Αι­γαίο ήταν για τους Οθωμανούς λίαν ελκυστική πε­ρίπτωση κτήσης. Η απόφασή τους να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία τους και να αμυνθούν στην ξηρά, καθώς και η αδυναμία της κυβέρνησης Κουντουριώτη -που τότε, στις κρισιμότερες για τον Αγώνα στιγμές, ήταν απασχολημένη με τον εμφύ­λιο πόλεμο- να ενισχύσει την άμυνα του νησιού, ε­πιφέρουν πραγματικό όλεθρο.

Η φοβερή καταστροφή των Ψαρών από τους Τούρκους του Χοσρέφ πασά, τον Ιούνιο του ίδιου έ­τους, γεννά στην ψυχή του Κανάρη, που τότε α­πουσίαζε στη Σύρο, συναισθήματα άσβεστου μίσους και αιώνιας εκδίκησης. Οι προσπάθειές του εναντίον του εχθρικού στό­λου, έντονα τροφοδοτούμενες από τα συναισθήματα αυτά, συνεχίζονται, με άνεση πλέον του επαγγελματία-πολεμιστή, με την απόπειρα πυρπόλησης εχθρικής φρεγάτας στις 4 Αυγούστου 1824, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σάμου, γεγονός που, παρά την ανεπιτυχή έκβασή του, στάθηκε καθοριστικό για τις κατοπινές πολεμικές εξελίξεις και πέτυχε να ματαιώσει την έφοδο του τουρκικού στόλου εναντίον της Σάμου.

 

Από τη βιογραφία του Κανάρη στα γαλλικά. Παρίσι, 1825.

 

Την ίδια χρονιά ο Κανάρης πυρπολεί με επιτυχία τουρκική κορβέτα στη Μυτιλήνη. Στα 1825, στις 10 Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος Κα­νάρης φθάνει στο απόγειο τόλμης και πατριωτι­σμού, όταν, ζώντας στην Ύδρα και ενταγμένος στην υδραίικη ναυτική μοίρα, επιχείρησε να πυρπολή­σει τον αιγυπτιακό στόλο μέσα στο ίδιο το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Η φιλόδοξη όσο και παράτολμη αποστολή του Ψαριανού πυρπολητή, την οποία κα­τόρθωσε να επιβάλει και να υλοποιήσει με τη βοή­θεια του Άγγλου ναυάρχου Τζ. Χάμιλτον (G. Hamilton), θα αποτελούσε τον αντιπερισπασμό στον πολεμικό καταιγισμό του Ιμπραήμ στην Πε­λοπόννησο. Κι ενώ τα πλοία της αποστολής υπό τις εντολές των Κ. Κανάρη, Αντωνίου Κριεζή και Εμμανουήλ Τομπάζη φθάνουν σε απόσταση ανα­πνοής από το αιγυπτιακό λιμάνι, ενώ ο Κανάρης με το πυρπολικό του βρίσκεται ήδη ανάμεσα στο ε­χθρικό περιβάλλον, η κακοτυχία του αντίθετου ανέμου και κάποια λανθασμένη κίνηση των ελλη­νικών πληρωμάτων ματαιώνουν την απελπισμένη απόπειρα και αναγκάζουν τον τολμηρό μπουρλοτιέρη σε άκαρπη απομάκρυνση.

 

Κανάρης και Καποδίστριας

 

Στα 1826 τοποθετήθηκε επιστάτης, εν είδει κυβερνήτου, του ημιδικρότου «Ελλάς», αμέσως μετά τον κατάπλου του πλοίου στην Ελλάδα, ενώ την ί­δια χρονιά εξελέγη αντιπρόσωπος των Ψαρών στην Εθνοσυνέλευση του Άργους και αργότερα και της Τροιζήνας. Στα 1828 διορίζεται φρούραρχος στη Μονεμβασία και στα 1831 με την κατάρτιση του Ναυτικού Μη­τρώου των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού του απονέμεται ο βαθμός του πλοιάρχου Α τάξεως.

Τη συστηματικά αποτελεσματική του δράση συ­νέχισε ο Κωνσταντίνος Κανάρης και τα επόμενα χρόνια σε διάφορους, εκτός των ναυτικών αγώνων, τομείς. Ο Κυβερνήτης I. Καποδίστριας, της ανορθωτι­κής πολιτικής του οποίου υπήρξε ένθερμος θιασώ­της ο Κανάρης, του ανέθεσε την αρχηγία στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη, με σκοπό την εξάλειψη της πειρατείας από το Αιγαίο.

 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε λιθογραφία του Karl Krazeisen, 1828.

 

Στον τομέα αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο Κανάρης με τη συντονισμένη του δράση ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 1839. Στα 1831 καθοριστική στάθηκε η ενεργός φιλο­κυβερνητική συμμετοχή του στα θλιβερά γεγονότα της ανταρσίας που ξέσπασε στον Πόρο εναντίον του Καποδίστρια με επίκεντρο την Ύδρα. Παρά τις σύ­ντονες προσπάθειές του, ως αρχηγός των επιχειρή­σεων του εθνικού στόλου, δεν κατόρθωσε να μαται­ώσει την καταστροφή του την αποφράδα ημέρα της 31ης Ιουνίου 1831, στην οποία ατυχώς πρωτοστάτη­σε ο Α. Μιαούλης.[11]

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, ο Κανάρης παραιτείται από το Ναυτι­κό και καταφεύγει για να ιδιωτεύσει στην Ερμού­πολη της Σύρου, τόπο εγκατάστασης πολλών Ψαριανών μετά την καταστροφή του νησιού τους στα 1824.

 

Ο Κανάρης Πολιτικός

 

Στο προσκήνιο του δημόσιου βίου δεν θα εμφα­νιστεί παρά αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1843, με τη συμμετοχή του στο κίνημα του Ρωσικού κόμμα­τος. Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα συγκρουό­μενα συμφέροντα, οι κομματικές αντιπαραθέσεις, οι αλληλοσυγκρουόμενες φιλοτιμίες των Ελλή­νων αγωνιστών είχαν δημιουργήσει πραγματικό αδιέξοδο στη διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Την ίδια χρονιά, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την παραχώρηση Συντάγματος α­πό τον Όθωνα, έγινε υπουργός των Ναυτικών στη νέα κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά και αρ­γότερα -όταν ο τελευταίος παραιτήθηκε- και προσωρινός πρόεδρός της μέχρι τις 30 Μαρτίου 1844. Έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του αναμιγνύε­ται ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Επί κυβερνήσεως I. Κωλέττη ανέλαβε το υπουρ­γείο των Ναυτικών, ενώ στα 1848 γίνεται πρωθυ­πουργός και υπουργός των Ναυτικών μέχρι το Δε­κέμβριο του 1849. Στα 1854, στη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατο­χής της Αθήνας και του Πειραιά, τον συναντάμε και πάλι υπουργό των Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αργότερα στα 1858 θα αποσύρει την υποστήριξή του από το Ρωσικό κόμμα, στο οποίο ήταν ενταγμένος ήδη από την ε­ποχή Καποδίστρια, ενώ στα 1861 η πολιτεία θα του απονείμει το βαθμό του αντιναυάρχου και την αντί­στοιχη σύνταξη «εκ δρχ. 12.000», πράγματα τα ο­ποία θα αρνηθεί για λόγους αρχών.

Στα 1862 ο Όθωνας του αναθέτει την εντολή σχη­ματισμού κυβέρνησης την οποία ο Κανάρης δεν θα σχηματίσει ποτέ, με κύρια αιτία την άρνηση του Όθωνα να αποδεχθεί τον κατάλογο των υπουργών που ο ίδιος του πρότεινε. Λίγο αργότερα, εξαιτίας της αντιπαράθεσης αυτής, θα ενταχθεί στην αντιοθωνική τριανδρία (Δημητρίου Βούλγαρη-Κωνσταντίνου Κανάρη-Μπενιζέλου Ρούφου) και θα εξελιχθεί σε σφοδρό πολέμιο της πολιτικής του Όθωνα, την οποία ήδη θεωρούσε ιδιαίτερα αυταρχική και επιβλαβή για τα ελληνικά πράγματα. Οι εν γένει κινήσεις του μάλιστα συνέβαλαν ουσιαστικά στην έξωση του τε­λευταίου στα 1862, αμέσως μετά την οποία ο Κανά­ρης ανέλαβε προσωρινά την Αντιβασιλεία.

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Την ίδια χρονιά, ως Έλληνας εκπρόσωπος, με­τέβη στην Κοπεγχάγη όπου και πρόσφερε το στέμ­μα του ελληνικού θρόνου στο δευτερότοκο γιο του Δανού βασιλέα Χριστιανού Α’, τον Γεώργιο Α’. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέ­λευσης που ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, ανέλαβε την ηγεσία της προοδευτικής παράταξης των Ορει­νών, μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα.

Τον ίδιο χρόνο, στις 5 Μαρτίου, γίνεται πρωθυπουργός, αναγκάζεται όμως να πα­ραιτηθεί σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι ήδη πέντε εκ των παιδιών του έχουν συγκλονίσει το μεγαλόκαρδο μπουρλοτιέρη, ο ίδιος ωστόσο εξακο­λουθεί να δίνει το παρών όπου και όποτε η ανάγκη της πατρίδας το επιβάλλει.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναλάβει ακόμη δύο φορές την πρωθυπουργία σε καταστάσεις κρίσιμες για τα ελληνικά πράγματα, αρχικά από Ιούλιο-Μάρτιο 1865, απ’ όπου όμως θα παραιτηθεί δυσαρεστημέ­νος με την εκλογή του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη ως προέδρου της Εθνοσυνέλευσης και θα ιδιωτεύ­σει για πολύ καιρό στο σπίτι του στην περιοχή της Κυψέλης. Είναι το ίδιο σπίτι στο οποίο ο ποιητής Αριστο­τέλης Βαλαωρίτης είχε, στα 1876, την τύχη, σε μία επίσκεψή του, να ακούσει για ώρες πολλές τον ίδιο τον Κανάρη να του διηγείται «μετά παιδικής σχε­δόν αφέλειας…» τα φοβερά του κατορθώματα.[12]

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ευθύς μετά το ξέσπα­σμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, στη διάρκεια της Βαλκανικής κρίσης την οποία είχε προκαλέσει ο πόλεμος αυτός, αναλαμβάνει στις 26 Μαΐου 1877, έπειτα από πανελλήνια απαίτηση -δείγμα σεβα­σμού και εκτίμησης στο πρόσωπό του- την πρωθυπουργία της Οικουμενικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε.

Την κυβέρνηση αυτή, η οποία έδρασε καίρια και ποικιλότροπα, στήριξαν ως υπουργοί οι Αλέξαν­δρος Κουμουνδούρος, Θρασύβουλος Ζαΐμης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Χαρίλαος Τρικού­πης, Θεόδωρος Δηλιγιάννης κ.ά. Η πρωθυπουρ­γία του ωστόσο ήταν βραχύτατης διάρκειας, αφού στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, χτυπημένος από ημιπληγία, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Κυψέλη. «…Ο ένδοξος ναύαρχος και Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης προσβληβείς υπό ημιπληγίας την χθεσινήν πρωίαν απεβίωσε την 11 ώρ. και 45 μ.μ…»[13] ανήγγειλαν οι εφημερίδες της εποχής και στο πρόσωπο της Οι­κουμενικής Κυβέρνησης η Ελλάδα ολόκληρη κήδευσε, δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο, τον μπουρλοτιέρη, τον ήρωα, τον πρωθυπουργό της.

 

 Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου

Αρχειονόμος, ιστορικός, προϊσταμένη Ιστορικού

Αρχείου – Μουσείου Ύδρας

Υποσημειώσεις


[1] Δημήτρης Φωτιάδης, Κανάρης, Αθήνα 1981, σ. 17-21.

[2] Κατ’ άλλους στα 1792 ή 1793, βλ. σχετ. Δημήτρης Α. Μαυριδερός, «Γενεαλογικά στοιχεία δύο Ναυάρχων, Θρύλος και Ιστορική Αλήθεια Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης (1790-1877), Γουλιέλμος – Φραγκίσκος Κ. Κανάρης (1887-1945)», ανάτυπο από το Δελτίο Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας της Ελλάδος, αρ. 10, Αθήναι 1996, σ. 4.

[3] Μαυριδερός, ό.π., σ. 20-21.

[4] Γεώργιος Τερτσέτης, Άπαντα, Αθήνα 1953, τ. β’, σ. 275.

[5] Μαυριδερός, ό.π., σ. 4.

[6] Κωνσταντίνος Νικόδημος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήναι 1862, τ. ά, σ. 99-100.

[7] Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Ο Κανάρης, Εν Αθήναις 1947, σ. 12. Επίσης βλ. σχετ. Δημήτριος Γ. Σπανός, Η συμβολή εις την επιτυχίαν της Επαναστάσεως του 1821, Αθήναι 1958, σ. 191.

[8] Νικόδημος, ό.π.

[9] Στ. Βίος, Η σφαγή της Χίου εις το στόμα του χιακού λαού, Χίος 1921, σ. 75.

[10] Αναστάσιος Τσαμαδός, Ιστορικά ημερολόγια των ελληνικών ναυμαχιών του 1821, Αθήναι 1886, σ. 74.

[11] Καλογερόπουλος, ό.π., σ. 16.

[12] Ο.π., σ. 17.

[13] Κωνσταντίνος Άμαντος, «Λόγος πανηγυρικός κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κ. Κανάρη εν Χίω τη 19η Ιουνίου 1927», Εκατονταετηρίς Κωνσταντίνου Κανάρη, Εν Αθήναις, σ. 32.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κομνηνός Άνθιμος (†1842)


 

Άνθιμος Κομνηνός

Λόγιος και κληρικός. Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία και πήρε επιμελημένη μόρφωση. Έγινε επίσκοπος Ηλιουπόλεως (Μ. Ασίας) πριν από την Επανάσταση του 1821 και ανέπτυξε μεγάλη εθνική δράση. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως και εξ αιτίας της πατριωτικής του δράσης διώχτηκε από τους Τούρκους και κατέφυγε τελικά στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε να εργάζεται για τους σκοπούς του Αγώνα.

Επί Καποδίστρια τοποθετήθηκε εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους και Κάτω Ναχαγιέ και το 1833 έσωσε τους κατοίκους του Άργους από την ομαδική σφαγή, που είχε διατάξει ο διοικητής του σώματος των Γάλλων. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έγινε μητροπολίτης Κυκλάδων με έδρα την Ερμούπολη της Σύρου και ταυτόχρονα διετέλεσε μέλος της Ιεράς Συνόδου, αναπληρωματικό το 1833-1835 και τακτικό το 1835-1838.

Το συγγραφικό του έργο είναι σημαντικό: το 1832 εξέδωσε στο Ναύπλιο το φυλλάδιο «Περί Θρησκείας και Κλήρου» και το 1837 εκδόθηκε στην Αθήνα το βιβλίο του με το μακροσκελή τίτλο «Ορθόδοξος διδασκαλία. Περιηγητής ή πρεσβύτης δάσκαλος της Ορθοδόξου Ανατολικής Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ποιηθείσα υπό του επισκόπου πρώην Ηλιουπόλεως, νυν δε Κυκλάδων Ανθίμου Κομνηνού, του Ηλιοπολίτου», μέλους της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».

Το βιβλίο αυτό προκάλεσε την αποδοκιμασία της Ιεράς Συνόδου για ορισμένα εδάφιά του «απάδοντα τοις υπό τής Εκκλησίας πρεσβευομένοις», και το 1839 ανακάλεσε τα μέρη του βιβλίου, τα «εις τα εν αυτή τη Ορθοδοξία αντιβαίνοντα». Απεβίωσε στις 9 Ιουλίου 1842, προσβληθείς από ελονοσία, ενώ περιόδευε στο νησί της Νάξου.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Xαν Αμαδαίος – Εμμανουήλ ( 1801- 1867)


 

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας το έτος 1801. Υπηρέτησε στον Ελβετικό στρατό από το 1818 μέχρι το 1823. Ήρθε στην Ελλάδα, ως φιλέλληνας, και αρχικά κατετάγη στον λόχο των Φιλελλήνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Τρίπολης, του Ωροπού, των Θηβών, της Χίου, του Τσεσμέ κ.α.

Μετά την απελευθέρωση, παρέμεινε στον Ελληνικό στρατό και έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου. Διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, επιθεωρητής πεζικού και τις παραμονές της επανάστασης του Οκτωβρίου τοποθετήθηκε ως έμπιστος στα Ανάκτορα. Κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 διορίστηκε αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας εναντίον του Ναυπλίου. Αποστρατεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1865 και απεβίωσε στην Ελβετία στις 22 Ιουνίου του 1867.

  

Ο Χαν κατά της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από την 8η Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών, απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό. Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπάνια αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».      

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, που ο Χαν είχε κρατήσει μυστικό, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο ασφυκτιούσε. Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία, επιβιβάστηκαν στα πλοία, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας. Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Το ηρωικό Ναύπλιο και οι πολίτες του έχασαν την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Σε λίγο ο Οκτώβριος θα έδινε τις λύσεις.     

  

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820)


 

 

Γενικά – Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας – Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας – Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων – Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Γενικά

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στις 17 Φεβρουαρίου 1820 ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν μετέφερε, μ’ ένα απόρρητο υπόμνημά του προς τον Μέττερνιχ, τις ύστατες -λίγο πριν την πολιτική εξουθένωση του- απόψεις του Καποδίστρια: «Αυτό που θα είχε εξασφαλίσει μια αιώνια ειρήνη στην Ευρώπη», είχε δηλώσει ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας, «θα ήταν να διακηρυχτεί η αρχή της ουδετερότητας σαν θεμελιώδης βάση της Γερμανικής Ομοσπονδίας, να περιληφθούν δε σ’ αυτή όλες οι Ομόσπονδες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Δανίας. Ποιος θα πολεμούσε τότε και γιατί; Θα βλέπαμε τότε την μάστιγα των μονίμων στρατών να εξαφανίζεται από παντού… αλλά αυτό είναι μια χίμαιρα» [i].

Οι τολμηρές αυτές σκέψεις του υπεύθυνου φορέα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, διατυπωμένες στα δύσκολα και αντιδραστικά χρόνια της «Ιεράς συμμαχίας», αποδεικνύουν, ότι ο Καποδίστριας είχε χαράξει προσωπική εξωτερική πολιτική, η εφαρμογή της οποίας μοιραία θα τον εξέθετε στα μάτια του προϊσταμένου του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου I. Λίγους μήνες αργότερα, στις 29 Ιουλίου 1820, ο Λέμπτζελτερν αποκάλυπτε στον Καγκελλάριό του ότι ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε συχνά διαφορετική γνώμη από εκείνη του Κόμητος Καποδί­στρια και ότι ο τελευταίος είχε διατυπώσει πολλές φορές τα παράπο­νά του σχετικά μ’ αυτές τις «συγκρούσεις».

 

«Είναι επιτήδειος», έγραφε για τον Καποδίστρια ο Αυστριακός πρεσβευτής, «σταθερός στην πορεία του, ανεξάρτητος στην τακτική με την οποία αντιμετωπίζει τα πολιτικά ζητήματα, υπερήφανος για τις θεω­ρίες του δεν είναι προσκολλημένος στη θέση του και ο Αυτοκράτορας, απορροφημένος με την εργασία του, έχοντας άλλωστε πολλά κοινά σημεία μ’ αυτόν, θαυμάζει στον συνεργάτη του την αρετή ενός φιλόσοφου. Εκτός λοιπόν εάν πρόκειται για υποθέσεις για τις οποίες εκ των προτέρων είναι προκατειλημμένος με συγκεκριμένες ιδέες ο Αυτοκράτορας, θα αφήσει την εργασία του Υπουργείου στον Υπουργό του και θα του επιτρέψει να ενεργήσει έστω και εάν αργότερα εξαναγκαστεί να τον αποδοκιμάσει στο ενδεχόμενο ενός λανθασμένου χειρισμού» [ii].

 

Μπορούμε επομένως με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι από το 1814 και μετά ο Καποδίστριας κατέβαλε – σαν πληρεξούσιος διπλωμάτης αρχικά και κατόπιν σα Γραμματέας της Επικρατείας- ιδιαίτερες προσπάθειες για την επιβολή των δικών του πολιτικών σχεδίων, που θα οδηγούσαν σε μια ιδανικότερη λύση των ευρωπαϊκών ζητημάτων.

Η ανεξάρτητη, θα λέγαμε, εξωτερική πολιτική του Κερκυραίου διπλωμάτη, με βάση τα τολμηρά πολιτικά σχέδιά του – διατυπωμένα σε 65 περίπου μακροσκελέστατα υπομνήματα- [iii] για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη, καλύπτει τέσσερις περιόδους δράσεως:

α) τη δραστηριότητα για την κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας,

β) τη συμβολή στην καθιέρωση της Γερμανικής Ομοσπονδίας,

γ) τις πρωτοβουλίες για τη δικαίωση της ηττηθείσης Γαλλίας και

δ) τη γενική πολιτική για την οργάνωση της Ευρώπης.

 

Η κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας

 

Το Νοέμβριο του 1813 ο Καποδίστριας συνοδευόμενος από τον Αυστριακό απεσταλμένο Λέμπτζελτερν έφτασε στην Ελβετία με βασική αποστολή: την προσέλκυση των Ελβετών προς το συνασπισμό των συμμάχων, την ταυτόχρονη αποδέσμευση της Ελβετίας από τη Γαλλία και την εγγύηση της ελεύθερης διαβάσεως του συμμαχικού στρατού από το ελβετικό έδαφος [iv].

Αμέσως ο Ρώσος πληρεξούσιος ήρθε σε επαφή με τον Πρόεδρο της Ελβετικής Ομοσπονδίας φον Ράινχαρτ και τον έπεισε να διαπραγματευθεί σύμβαση σύμφωνα με την οποία το σύστημα ουδετερότητας που είχε ήδη υιοθετηθεί (στις 20 Νοεμβρίου 1813), τροποποιούμενο σε μερικά σημεία, να καθίστατο δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τις σύμμαχες Δυνάμεις και να εξασφαλίσει, παράλληλα, τα ζωτικά συμφέροντα της Ελβετίας [v].

Σε μιαν άλλη επαφή του με τον Ράινχαρτ ο Καποδίστριας έθεσε σαφέστερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελβετία θα ανακτούσε την ουδετερότητά της και αυτές ήταν:

1) μία διακήρυξη με την οποία ο ελβετικός λαός θα αφαιρούσε από το μεσάζοντα Ναπολέοντα οποιαδήποτε εξουσία ή επιρροή,

2) η ανάκληση των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία της Γαλλίας,

3) η ακύρωση των συνθηκολογήσεων που είχαν συναφθεί.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Καποδίστριας δέχτηκε ισχυρές πιέσεις να αποκαταστήσει το Σύνταγμα του 1798, ενώ παράλληλα πιεζόταν από τον Μέττερνιχ να υπογράψει τη σχετική διακήρυξη που θα επέτρεπε στα συμμαχικά στρατεύματα να διαβούν και να παραβιάσουν την ελβετική ουδετερότητα. Σχετικά με το συνταγματικό ζήτημα, ο Ρώσος απεσταλμένος ενημέρωνε με έκθεση του τον συνάδελφο του Νέσσελροντε, ότι τα πολιτικά δίκαια της Ελβετίας επέβαλαν οπωσδήποτε την άμεση ψήφιση Συντάγματος[vi]. Όσον αφορούσε στο ζήτημα της υπογραφής της διακηρύξεως, ο Καποδίστριας δε δίστασε να την υπογράψει, συμβάλλοντας έτσι με δική του πρωτοβουλία στην αποκατάσταση της ελβετικής ενότητας [vii].

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Αξίζει να σημειωθεί, καθώς αναπτύξαμε αλλού [viii], ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Ζυρίχη ο Λέμπτζελτερν ενημέρωνε ανελλιπώς, με μακροσκελέστατες απόρρητες εκθέσεις, τον Μέττερνιχ σχετικά με την εξέλιξη των πολιτικών υποθέσεων στην Ελβετία. Από τις ανέκδοτες αυτές εκθέσεις προκύπτει η δόλια τακτική της Αυστρίας και οι προθέσεις της για μια μεμονωμένη παρασκηνιακή αντιμετώπιση των ελβετικών υποθέσεων, γεγονός που είχε έγκαιρα αντιληφθεί και καταδικάσει ο Καποδίστριας.

Σε μία έκθεσή του, στις 25-1-1814, ο Λέμπτζελτερν ανέλυε στον προϊστάμενό του τις δυνατότητες της αποκλειστικής αναμίξεως της Αυστρίας στις ελβετικές υποθέσεις, τον ενημέρωνε δε παράλληλα για τα σχέδια του Καποδίστρια απέναντι στο συνταγματικό πρόβλημα τέλος, σχολίαζε τη σιωπή του συναδέλ­φού του σχετικά με το πρόγραμμα των ενεργειών του Τσάρου Αλέ­ξανδρου [ix].

 Ύστερα από διπλωματικούς αγώνες, που προορίζονταν να προετοιμάσουν τη λύση των πολύπλοκων ελβετικών ζητημάτων, ο Καποδί­στριας συνέβαλε στην ολοκλήρωση της συντακτικής εργασίας της Δί­αιτας η οποία καθόρισε τελικά το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα[x].

 Στις 10 Σεπτεμβρίου 1814, λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις στη Βιέννη, ο Κερκυραίος διπλωμάτης έγραφε στον πατέρα του: «Αν δυνηθούν (οι Ελβετοί) εις το μέλλον να είναι ευτυχείς και να απολαύσουν την ανεξαρτησία των, θα ειπώ ότι δεν έχασα τον καιρόν μου και το έργον μου» [xi]. Στις επίσημες συζητήσεις του Συνεδρίου της Βιέννης ο Καποδίστριας, υποστηριζόμενος από το βαρώνο φον Στάιν, υπερασπίστηκε με αυτοθυσία την ενότητα των Ελβετών, την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των καντονιών και τις μεγαλύτερες δυνατές ευνοϊκές εδαφικές διαρρυθμίσεις υπέρ της μικρής αυτής χώρας [xii].

Έτσι, στις 20 Μαρτίου 1815, υπογράφηκε από όλους τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο, η διακήρυξη για τις ελβετικές υποθέσεις. Με τη διακήρυξη αυτή, που τα προσχέδιά της είχε επεξεργαστεί ο Καποδίστριας, ρυθμίζονταν οριστικά η διαρκής ουδετερότητα και η ανεξαρτησία της Ελβετίας με βάση τα 19 καντόνια τα οποία θα αποτελούσαν το θεμέλιο του ελβετικού ομοσπονδιακού συστήματος. Το πρώτο βήμα για την ουδετεροποίηση της κεντρικής Ευρώπης, μακριά από πολέμους και αναταραχές, είχε γίνει με την ομόφωνη αναγνώριση θεμελιωδών κανόνων του γενικού διεθνούς Δικαίου.

  

Η σύσταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας

 

Όσον αφορά στα γερμανικά ζητήματα στο Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας διεκατείχετο από μεταρρυθμιστικές ιδέες που ήταν επηρεασμένες από τις κινήσεις για το γερμανικό Σύνταγμα και την ενοποίηση της Γερμανίας. Έτσι τάχθηκε αμέσως υπέρ μιας βελτιωμένης ομοσπονδοποιήσεως της Γερμανίας, ενώ οι Χάρντενμπεργκ, Χούμπολτ και Μέττερνιχ ήσαν αντίθετοι [xiii].

Στις 9 Φεβρουαρίου 1815, ο Καποδίστριας υπέβαλε στο Συνέδριο βαρυσήμαντο υπόμνημα για τις γερμανικές υποθέσεις, επισημαίνοντας κατ’ αρχήν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη καθώς και το απαραίτητο της αποκαταστάσεως του Γερμανικού έθνους, αφ’ ενός μεν προς όφελος του, αφ’ ετέ­ρου δε χάριν της εξασφαλίσεως της ηρεμίας και της γαλήνης στην Ευ­ρώπη. «Οποιαδήποτε και αν είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ηγεμόνων που κυβερνούν», διακήρυξε, «οφείλουν υπό την πίεση των γεγονότων να παράσχουν στη χώρα τους ενιαίο Σύνταγμα».

Αναπτύσσοντας, περαιτέρω, τις απόψεις του ο Καποδίστριας, υποστήριξε διπλωματικά ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες εμφανίζονται διηρημένοι αναμεταξύ τους επηρεαζόμενοι και από τις αντιζηλίες των μεγάλων Δυνάμεων. «Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο γερμανικός λαός, δυσαρεστημένος και εξαπατημένος στις προσδοκίες του, θα προχωρήσει μόνος του για την απελευθέρωσή του και για την εγκαθίδρυση μιας σταθερής τάξεως πραγμάτων επομένως», συμπέραινε ο Ρώσος πληρεξούσιος, «καταφαίνεται ότι η σχεδιαζόμενη, από τις λοιπές Δυνάμεις, ομοσπονδιακή συνθήκη είναι όχι μόνο αντίθετη προς την ηρεμία και την ανεξαρτησία της Γερμανίας, αλλά θέτει επίσης φραγμούς στην εδραίωση μιας πραγματικής ισορροπίας και στην ανάπτυξη σταθερών σχέσεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες. Υπό διαφορετικές συνθήκες», εξακολουθούσε ο Καποδίστριας, «θα πρέπει να αγωνιστούμε, ώστε να δοθεί πολιτικό Σύνταγμα στη Γερμανία κατάλληλο για τον προσδιορισμό της σφαίρας της ηθικής δραστηριότητας των λαών της, το οποίο να επαναφέρει την εθνική ροπή, τις παραδοσιακές αρχές και να εξασφαλίζει την διαιώνιση και την ακμή των αναπτυσσομένων».

«Με τη λύση αυτή», κατέληγε ο Καποδίστριας, «θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στα γερμανικά κρατίδια μια διαρκή εγγύηση ελευθερίας και στην Ευρώπη τις στερεές βάσεις για την εγγύηση του μελλοντικού πολιτικού της συστήματος» [xiv].

Μετά από έντονες συζητήσεις υπογράφηκαν στη Βιέννη, στις 8 Ιουνίου 1815, οι συνθήκες για τη Γερμανική Ομοσπονδία που αναγνώριζαν, σύμφωνα προς τις υποδείξεις του Καποδίστρια, μια επί διεθνούς Δικαίου εδραζόμενη ένωση κρατών, η οποία σεβόταν την κυρίαρχη εξουσία των μελών της και η οποία περιλάμβανε 41 γερμανικά κράτη [xv]. Ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια -κι ενώ ο Καποδίστριας, εξουσιοδοτημένος από τον Τσάρο, παρακολουθούσε την εξέλιξη των γερμανικών ζητημάτων-[xvi] η κρίση που ξέσπασε λόγω των φιλελεύθερων κινήσεων στη Γερμανία κατά του αυστριακού απολυταρχισμού, υποχρέωσε τους συμμάχους να συνέλθουν στο Κάρλσμπαντ για το «ξεκαθάρισμα» των γερμανοαυστριακών διαφορών.

Ο Καποδίστριας που είχε υποπτευθεί τη δόλια πολιτική της Αυστρίας, επέστησε την προσοχή του Τσάρου στον ενδεχόμενο κίνδυνο μιας περαιτέρω εδραιώσεως της αυστριακής κυριαρχίας στη Γερμανία. Η έναντι των γερμανικών υποθέσεων στάση του Καποδίστρια, το 1819, προκύπτει από μια απόρρητη διπλωματική έκθεση του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν προς τον Μέττερνιχ, σχετικά με τις συνομιλίες που είχε με τον Ρώσο Υπουργό για τις υποθέσεις της Γερμανικής Ομοσπονδίας.

Στην αρχή, καθώς έγραφε ο Λέμπτζελτερν, ο Καποδίστριας διαχώρισε τη θέση της Ρωσίας ως προς τις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία, απομονώνοντας έτσι την Αυστρία, που δεν μπορούσε να επέμβει μεμονωμένα και να λάβει αποφάσεις ερήμην των λοιπών συμμάχων. Στη συνέχεια ο Καποδίστριας καταφέρθηκε εναντίον των Συνταγμάτων των γερμανικών κρατών, που ψηφίστηκαν ύστερα από αυστριακές πιέσεις. «Τι σημαίνει Συντάγματα τα οποία περιέχουν μοναρχικές αρχές;», ρώτησε τον Λέμπτζελτερν, «σε όσα παραχωρήθηκαν δεν βλέπω παρά μόνο τον Μονάρχη διαπραγματευόμαστε αποκλειστικά με αυτόν, αυτός μιλά και ενεργεί, παντού βλέπω μοναρχικές αρχές αλλά και μονάρχες οι οποίοι δεν γνωρίζουν να τις επιβάλλουν. Τα Συντάγματα της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης παραχωρήθηκαν με κακή πίστη θέλησαν να ευχαριστήσουν μ’ αυτά τους λαούς και συγχρόνως να τους εμπαίξουν με λόγια. Όλα αυτά δεν συμφέρουν ούτε στους Μονάρχες ούτε στα μικρά κράτη».

«Έπραξα», κατέληγε ο πρεσβευτής, «ό,τι μου ήταν δυνατόν για να μειώσω τη δυσαρέσκεια που εκδηλώθηκε εδώ προς τον πρίγκιπα Καγκελλάριο (Μέττερνιχ) και για να πείσω τον κόμητα Καποδίστρια ότι έδινε υπερβολική σημασία σε μια πρόταση (της εφαρμογής του δόγματος μη επεμβάσεως), η οποία, εφόσον απορρίφθηκε, δεν αξίζει πια καμιά προσοχή και η οποία, καθώς διατυπώθηκε σύμφωνα με τις αναφορές, δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Από τότε μου φάνηκε ηρεμότερος αναφορικά με αυτό το ζήτημα (της Γερμανικής Ομοσπονδίας)» [xvii].

 

Ο διακανονισμός των γαλλικών υποθέσεων

  

Ιωάννης Καποδίστριας

Μετά την προσωρινή επίλυση των γερμανικών ζητημάτων, ο Καποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τις σύμμαχες Δυνάμεις να μελετήσει τις γαλλικές υποθέσεις που είχαν περιπλακεί, ύστερα από τη συντριβή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο Βατερλώ. Με ένα υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στο Συνέδριο των Παρισίων στις 28 Ιουλίου 1815, ο Καποδίστριας ανέπτυσσε τις εγγυήσεις τις οποίες διακινούντο να ζητήσουν οι μεγάλες Δυνάμεις από την ηττηθείσα Γαλλία. «Αυτές», τόνισε, «μπορούν να είναι πραγματικές και ηθικές».

Ξεκαθάρισε πάντως ότι η παρούσα κατοχή της Γαλλίας, από τους συμμάχους, δεν παρείχε σ’ αυτούς και το δικαίωμα της κατακτήσεως. «Εάν θιγόταν η ακεραιότητα της Γαλλίας», σημείωνε «θα χρειαζόταν να επανεξεταστούν όλες οι αποφάσεις της Βιέννης, να καθοριστούν νέ­ες εδαφικές διαρρυθμίσεις και να εφαρμοστεί εκ νέου το σύστημα ισορροπίας. Αυτή η δύσκολη επιχείρηση, αντίθετη προς τις φιλελεύθε­ρες αρχές των μεγάλων Δυνάμεων, θα μετέβαλε την ομοιόμορφη πο­ρεία που ακολούθησαν μέχρι σήμερα και η οποία μόνη εξασφαλίζει τη γαλήνη των λαών».

«Είναι συνεπώς σωστό να συμπεράνουμε», κατέληγε ο Καποδί­στριας, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις δεν μπορούν να αναζητήσουν μόνο στην κατηγορία των ηθικών εγγυήσεων αυτές τις εγγυήσεις τις οποίες οφείλουν να εμφανίσουν στην Ευρώπη σαν τεκμήριο θεμελιώσεως της γαλήνης της. Απαιτείται επομένως αναγκαστικά να αναζητηθούν οι εγ­γυήσεις αυτές και στις δύο κατηγορίες με βάση την αρχή, ότι οι πραγ­ματικές εγγυήσεις δεν είναι δυνατό να βασιστούν στο δικαίωμα της κα­τακτήσεως»[xviii].

Καθώς προκύπτει από τις παραπάνω θέσεις, η Ρωσία, προσπάθησε, μετά τη συντριβή του Βοναπάρτη, να αναλάβει πρωτοβουλίες για μια δίκαιη αντιμετώπιση της ηττηθείσας Γαλλίας. Ο Καποδίστριας δεν παρέλειψε να διακηρύξει, ότι η γαλήνη θα καθίστατο δυνατό να εδραιωθεί στη Γαλλία και στην Ευρώπη, μόνο με την επιβολή μιας νέ­ας τάξεως πραγμάτων ως ανασχετικού κατά των επαναστάσεων φραγμού.

Αλέξανδρος Α΄ Παύλοβιτς (1777-1825)

Πιστεύουμε, ότι όχι μόνο η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία του αλλά και η πεποίθησή του για μια μελλοντική συνδρομή της Γαλλίας στο ελληνικό ζήτημα, τον είχαν επηρεάσει να υπερασπιστεί τα γαλλικά συμφέροντα. Η δράση του στο Παρίσι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, που τον διόρισε, παρά τις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός του, Υπουργό επί των εξωτερικών υποθέσεων της Αυτοκρατορίας. Με τη λήξη των διαπραγματεύσεων, στις 20 Νοεμβρίου 1815, ο Κα­ποδίστριας εξουσιοδοτήθηκε από τον Αλέξανδρο να αναλάβει τη διεκπεραίωση των θεμάτων, που αφορούσαν στην εξέλιξη του γαλλι­κού ζητήματος· δηλαδή, τα θέματα του στρατού κατοχής, της πληρωμής της πολεμικής αποζημιώσεως από τη Γαλλία και της εξοφλήσεως των δανείων τα οποία ήσαν γνωστά σαν «ιδιωτικά χρέη» [xix].

Από τη διπλωματική αλληλογραφία του Καποδίστρια με τον Ρώσο πρεσβευτή στο Παρίσι Πότσο ντι Μπόργκο προκύπτει, ότι ο Κερκυραίος διπλωμάτης ήσαν ο βασικός εκπρόσωπος της Ρωσίας στις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για τα γαλλικά ζητήματα και, ότι, παράλληλα, στις δικές του υποδείξεις όφειλε -καθώς θα δούμε- η Γαλλία τη συμμετοχή της στο Διευθυντήριο των Δυνάμεων, τρία χρόνια μετά την καταστροφή της στο Βάτερλω [xx].

 Ο Καγκελλάριος Μέττερνιχ, αντίθετος προς το φιλελεύθερο πνεύμα των συμμάχων, είχε ταχθεί υπέρ της σμίκρυνσης του κύκλου των υπεύθυνων για τα γαλλικά ζητήματα, προσπαθώντας, μ’ αυτή την τακτική, να αποκλείσει τον «δημοκρατικό» Καποδίστρια από τις διαπραγματεύσεις. Ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας δίδοντας τις σχετικές οδηγίες στον Πότσο ντι Μπόργκο, διατύπωνε, εξοργισμένος, τις αντιρρήσεις του κατά της πολιτικής του Αυστριακού Καγκελλάριου σχετικά με την αντιμετώπιση της Γαλλίας.

Το Νοέμβριο του 1817, έγραφε στον πρεσβευτή του: «Γνωρίζετε ότι η Γαλλία, ελεύθερη από την επιτήρηση των συμμάχων και έχοντας επανέλθει στον εαυτό της, εμπίπτει (δικαιωματικά) σε μας. Εν τούτοις, επιθυμία μας είναι να πα­ραμείνει η Γαλλία στον εαυτό της (μόνο) και στην ευρωπαϊκή οικογέ­νεια και όχι ιδιαίτερα στη Ρωσία». Τον Μάρτιο του 1818, ο Ρώσος Υπουργός μιλούσε ανοιχτά πια για την απελευθέρωση της Γαλλίας και την εκκένωσή της από τα στρατεύματα κατοχής, διαβλέποντας κινδύνους μόνο στην παράταση της καταπιέσεως των Γάλλων από τις Δυνάμεις[xxi].

Στο Συνέδριο του Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν), το 1818, ο Καποδίστριας, τάχθηκε υπέρ της αναθεωρήσεως των σχέσεων των συμμάχων με το βασιλέα της Γαλλίας και υπέρ του παράλληλου διακανονισμού της εκκενώσεως της Γαλλίας από τα συμμαχικά στρατεύματα- αγωνίστηκε επίσης για τη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών και, τέλος, για την επανατοποθέτηση του Γάλλου βασιλέα στα ευρωπαϊκά συμβούλια.

 

Αιξ λα Σαπέλ (Άαχεν)

 

Γράφοντας στον Αυτοκράτορα του Λουδοβίκο XVIII, στις 18 Οκτωβρίου 1818, ο Ρισελιέ σημείωνε τα εξής: «Ελπίζω, ότι παρά τα αυστριακά και τα αγγλικά τεχνάσματα, μπορούμε να βασιστούμε στη σταθερότητα των επιχειρημάτων του κόμητα Καποδίστρια στον οποίο όχι μόνο εμείς αλλά και η Ευρώπη οφείλουμε τις μέγιστες υποχρεώ­σεις» [xxii]. Λίγες μέρες αργότερα -αφού η Γαλλία υπό την ηγεσία του νόμιμου και συνταγματικού μονάρχη της επανήρχετο στους κόλπους της ευρω­παϊκής συμμαχίας- ο κόμης Μολέ δήλωσε: «Εάν η Γαλλία παραμένει ακόμη Γαλλία, αυτό οφείλεται σε τρεις ανθρώπους, των οποίων τα ονό­ματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστούν: στον Αλέξανδρο και στους δύο Υπουργούς του, τον Καποδίστρια και τον Πότσο ντι Μπόργκο» [xxiii].

  

Η πολιτική για την ενοποίηση της Ευρώπης

 

Μετά τη δυναμική υπεράσπιση των ελβετικών, των γερμανικών, των γαλλικών, των ισπανικών, των πολωνικών και των επτανησιακών υποθέσεων [xxiv], ο Καποδίστριας άρχισε να διατυπώνει επίσημα τις απόψεις και θεωρίες του για την οργάνωση της Ευρώπης. Πιστεύουμε ότι μετά το 1815 είχε ταχθεί υπέρ μιας νέας τάξεως πραγμάτων για την παλινόρθωση της Ευρώπης, εδραιουμένης όμως σε εθνικά κράτη και συνταγματικές κυβερνήσεις με βάση ένα διεθνές ευρύτερο σύστημα. Το 1818 στο Αιξ λα Σαπέλ, ο Καποδίστριας είχε διακηρύξει, ότι η Ευρώπη πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους των επαναστάσεων και από την επιβολή του δικαίου του ισχυρότερου με τη βία. Μ’ αυτές τις απόψεις καταδίκαζε την αρχή της επεμβάσεως, εφόσον απέρριπτε έμμεσα, το συστατικό στοιχείο της νομικής έννοιας της επεμβάσεως: τον καταναγκασμό με τη βία.

Ο Ρώσος Υπουργός δεχόταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων είχε την ανάγκη σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο όσο και στα εσωτερικά του κάθε κράτους. Υποδείκνυε δε την καθιέρωση μιας υπερεθνικής ενώσεως, στα πλαίσια της οποίας να εγγυηθούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη τη σημερινή εδαφική τους κατάσταση και την ισχύουσα μορφή διακυβερνήσεώς τους.

Στα πλαίσια του υπερεθνικού αυτού οργανισμού, ο Καποδίστριας προσπάθησε να αναγάγει την επέμβαση σε εγγύηση της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ασφάλειας όλων των κρατών. Κατά τα ισχύοντα, ως νόμιμη επέμβαση αναγνωρίζεται όχι η επέμβαση σα συνέπεια μονομερούς αποφάσεως ενός ή περισσότερων κρατών, αλλά εκείνη που πραγματοποιείται από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή κατόπιν εντολής αυτού. Εκτελώντας λοιπόν το Διευθυντήριο των Δυνάμεων τα χρέη ενός Συμβουλίου Ασφαλείας, θα μπορούσε, σύμφωνα προς τους οραματισμούς του Καποδίστρια, να επεμβαίνει μόνο για διευθέτηση των διεθνών διαφορών και όταν υφίστατο απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης.

Οι σύμμαχοι όμως αντέδρασαν στις προοδευτικές θέσεις της ρωσικής διπλωματικής αποστολής και εξανάγκασαν τη Ρωσία να προχωρήσει, με τη λήξη του Συνεδρίου του Αιξ λα Σαπέλ, στη σύνταξη μιας μυστικής συνθήκης, που όρισε, ότι οι Δυνάμεις εγγυούνται τα σχετικά εδάφη όπως είχαν διαρρυθμιστεί, υπόσχονται δε να αντιμετωπίζουν σαν κοινή αναμεταξύ τους υπόθεση κάθε κατάσταση που θα απειλούσε την ειρήνη[xxv].

Οι ανησυχίες του Καποδίστρια για το μέλλον της Ευρώπης διαφαίνονται καθαρά στις τακτικές συνομιλίες του με τον Αυστριακό πρεσβευτή στην Πετρούπολη. Μια ατέλειωτη σειρά από απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις προς τον Μέττερνιχ αποκαλύπτουν αρκετές από τις τολμηρές πολιτικές απόψεις του. Αρχές του 1820, συζητώντας με τον Λέμπτζελτερν για το μέλλον της Γερμανίας, τόνιζε: «Υπάρχουν ακόμη τόσα πράγματα που οφείλουμε να εξετάσουμε και να σκεφτού­με πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Παραδείγματος χάρι, θα παραχωρήσει η Γερμανική Ομοσπονδία το δικαίωμα διελεύσεως σε μια ξένη στρατιά; εάν το πράξει η στάση της δεν θα είναι καθαρά αμυντική αλλά επιθετι­κή, γιατί όποιος διευκολύνει τη διέλευση ενός στρατού για να επιτεθεί εναντίον ενός κράτους, διαπράττει -ταυτόχρονα- εχθρική πράξη ενα­ντίον του· το γεγονός αυτό τον θέτει σε κατάσταση πολέμου»[xxvi].

Μέττερνιχ. Ένας από τους διασημότερους διπλωμάτες και πολιτικούς της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης.

Η Αυστρία, ωστόσο, επέμεινε στην απολυταρχική τακτική της και, την ίδια χρονιά, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί και πάλι την εξέγερση της Νεαπόλεως (καθώς είχε ενεργήσει το 1819 στο Κάρλσμπαντ), ενώ παράλληλα πρότεινε στη Ρωσία να συνεργαστεί μαζί της για μια αμοιβαία επίλυση του ιταλικού ζητήματος.

Ο Καποδίστριας αντέδρασε με έντονη επιστολή του, που επιδόθηκε στον Μέττερνιχ στις 12 Σεπτεμβρίου 1820, όπου σχολίαζε με δυσμένεια τις αυστριακές πρωτοβουλίες στην Ιταλία [xxvii]. Με άλλη εγκύκλιό του, προς τους λοιπούς συμμάχους, ο Ρώσος Γραμματέας της Επικρατείας κατέβαλε προσπάθεια για τη διαφοροποίηση των επιδιώξεων της Αυστρίας, που είχαν ήδη τεθεί και απέβλεπαν στην κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερης κινήσεως [xxviii].

Στο Τρόππαου, όπου συγκεντρώθηκαν τελικά οι σύμμαχοι για να συζητήσουν για την «απειλή» της ιταλικής επαναστάσεως, ο Μέττερνιχ δήλωσε, ότι η κατάπνιξη της κινήσεως ήταν αυστριακή υπόθεση, επικαλούμενος δικαιώματα επιρροής στη Βόρεια Ιταλία. Ωστόσο ο Καποδίστριας αντέδρασε, μ’ ένα μακροσκελέστατο υπόμνημα στις 2 Νοεμβρίου 1820, καταδικάζοντας το ενδεχόμενο μιας μεμονωμένης αυστριακής επεμβάσεως.

«Η Αυστρία θα πρέπει να συντάξει μια διακήρυξη», υποστήριξε ο Καποδίστριας, «με την οποία ν’ αναγγέλλει στους λαούς των δύο Σικελιών, ότι μοναδικός λόγος και μοναδικός σκοπός αυτού του διαβήματος θα είναι ο σεβασμός της ακεραιότητας του Βασιλείου, η σταθεροποίηση της πολιτικής και εθνικής του ανεξαρτησίας και η εγκαθίδρυση -από συμφώνου με τον βασιλέα- ενός συστήματος διακυβερνήσεως, που θα κατορθώσει να πείσει όλους τους υπηκόους για την ειρηνική ικανοποίη­ση αυτής της διπλής ελευθερίας». Στη συνέχεια ο Ρώσος Υπουργός ανέλυε τους κινδύνους των αυστριακών πρωτοβουλιών: «Παρατηρήσαμε, πως κάθε μεμονωμένη ενέργεια, θα αποδείκνυε, ότι η γενική συμμαχία είναι υπό διάλυση και τα αποτελέσματα θ’ απέβαιναν ένα νέο όπλο στα χέρια του εχθρού τον οποίο πρέπει οι Δυνάμεις να πολεμήσουν».

«Πιστεύουμε», διακήρυξε, τέλος, «ότι οι σύμμαχες Δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στις υποθέσεις της Νεαπόλεως. Πιστεύουμε ότι είναι υποχρεωμένες να επεμβαίνουν. Πιστεύουμε, ότι μπορούν και πρέπει να προσδώσουν στην επέμβαση συγκεντρωτικό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει για να είναι σωτήρια»[xxix].

Καθώς υποστηρίξαμε ήδη, η προταθείσα από τον Καποδίστρια λύση της προγενέστερης συνδιαλλαγής, υιοθετήθηκε, ύστερα από 130 περίπου χρόνια, από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών σαν διαδικασία διευθετήσεως των διεθνών διαφορών [xxx]. Αυτά, σε πολύ γενικές γραμμές [xxxi], υπήρξαν τα πολιτικά σχέδια του Καποδίστρια για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στην Ευρώπη μετά το Συνέδριο της Βιέννης. Η πίστη του στο Διεθνές Δίκαιο, η εμμονή του στην πολιτική της αυτοδιαθέσεως των λαών, η προ­σήλωσή του στη συνταγματική νομιμότητα και η αποστροφή του για την ύπαρξη μόνιμων στρατευμάτων, συντέλεσαν ουσιαστικά στην κάμψη της απολυταρχικής τακτικής των μεγάλων Δυνάμεων στα δύ­σκολα χρόνια της παλινορθώσεως.

 

Παύλος Β. Πετρίδης

Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Υποσημειώσεις


[i] Το μακροσκελές αυτό υπόμνημα, (18 σελίδες), παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων ερευνών μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο τμήμα πολιτι­κών υποθέσεων, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Μέρη του υπομνήματος αυτού δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδη. Η διπλωματική δράσις του Ιωάν­νου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 101-103 και στη μελέτη του ίδιου, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ. 53-54.

[ii] Το υπόμνημα αυτό, της 29ης Ιουλίου, παραμένει ανέκδοτο και βρέθηκε στους φα­κέλους των Αρχείων της Βιέννης, τμήμα πολιτικών υποθέσεων, ό.π. Αποσπάσματα αυ­τού του εγγράφου χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη μας, «Ο Μέττερνιχ ανάμεσα στον Καποδίστρια και τον Τσάρο Αλέξανδρο – Ένα απόρρητο υπόμνημα του Αυστριακού πρεσβευτή στην Πετρούπολη Λέμπτζελτερν από τα Αρχεία της Βιέννης», στη Μνημοσύ­νη (1978).

[iii] Βλ. την πρόσφατη εργασία του Ζ.Ν. Τσιρπανλή, «Υπομνήματα και εκθέσεις του Ιωάννη Καποδίστρια (1809-1822) (προβλήματα και έρευνα)», Επ. Επετ. Φιλ. Σχ. Παν. Ιωαννίνων, 6 (1977), σ. 99-134. Για περισσότερα βλ. την μελέτη μας, «Βιβλιογραφία Ιω­άννη Καποδίστρια (1776-1831)», στο  Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας.

[iv] Βλ. την εργασία του W. Oechsli, «Lebzeltern und Capo d’Istria in Zürich», Festg. z. Ehren M. Büdingers (1898), σ. 431-447. Επίσης, W. Oechsli, Die Verbündeten und die Schweizerische Neutralität im Jahre 1813, Zürich, 1898, σ. 39-41 – Ε. LévisMirèpoix, Mémoires et papiers de Lebzeltern, Paris, 1949, σ. 273-291 – Π. Πετρίδη, «H συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην κατοχύρωση της ελβετικής ουδετερότητας», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 14 (1977).

[v] Η έκθεση αυτή, της 24ης Νοεμβρίου 1813, που βρέθηκε από μας στα Αρχεία της Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16, Berichte aus der Schweiz (K. 312), παρα­μένει ανέκδοτη. Μια παράγραφος μόνο χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vi] Βλ. την ανέκδοτη αυτή έκθεση – επιστολή στα Αρχεία Βιέννης στο φάκελο Actenstücke betreffend die Schweiz, Fol. 4-13! Αποσπάσματα αυτού του σημαντικού εγ­γράφου αξιοποιήθηκαν στην μελέτη μας «Η συμβολή του I. Καποδίστρια», ό.π.

[vii] Βλ. σχετικά Αρχεία Βιέννης, Schweiz 1813-14 (Κ. 311) Ι-ΙΙΙ – Actenstücke bettrefent die Schweiz (Κ. 312) – Schweiz II 1813-16. Επίσης, W. Oechsli, «Lebzeltern», ό.π., σ. 280-291 – P. Kasser, «Der Durchmarsch der Alliirte durch die Schweiz im Winter 1813 auf 1814», Schw. Kriegsgeschichte. 9 (1912), σ. 36-38 – G. Steiner, «Der Bruch der schweizerichen Neutralität im Jahre 1813», Basler N. jahrsblatt (1924), σ. 100-103 – W. Oechsli, «Der Durchzug der Alliirten durch die Schweiz», N. jahrsblatt d. Waisenhauses (1908), σ. 15 κ.ε.

[viii] Π. Πετρίδη, «Η συμβολή», ό.π.

[ix] Βλ. τις εκθέσεις αυτές στα Αρχεία Βιέννης, στο φάκελο Schweiz varia II 1813-16 (Κ.
312), Berichte aus der Schweiz, Fol. 1-55.

[x] To μεγαλύτερο μέρος της διπλωματικής αλληλογραφίας της σχετικής με τη διαπραγμάτευση των ελβετικών υποθέσεων παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία της Βιέννης στο φάκελο Berichte aus der Schweiz (Κ. 312), Fol. 18-104. Σημαντικότατες νότες του Καποδίστρια για τα ελβετικά ζητήματα δημοσιεύτηκαν από τους E. Lévis-Mirèpoix, Une mission diplomatique austro-russe en Suisse, 1931, σ. 46-48, 53-55 – S. Lascaris, Capodistrias avant le Révolution Grecque, Lausanne, 1918, α 44,46,47-51,51-52,57. Βλ. επίσης στις εκδόσεις της VPR (Vnesnjaja Politika Rossii, XIX i nacala XX veka), τ. 8, σ. 81-85,111-112και 204-206.

[xi] Π. Κ. Ενεπεκίδης, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 ανέκδοτα γράμματα προς τον πατέρα του, 1809-1820, Αθήναι, 1972, σ. 182.

[xii] Βλ. τα σχετικά υπομνήματα του Καποδίστρια στα Αρχεία Βιέννης, στους φακέ­λους St. Κ. Wiener Kongressakten, Fsz. 9 και 23.

[xiii] Π. Πετρίδης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Γερμανική Ομοσπονδία», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 11 (1974), σ.37-54.

[xiv] Η έκδοση του υπομνήματος αυτού, στα γαλλικά, στου G.H. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1851/55, τ. 4, σ. 735-739.

[xv] A. Papermann, Diplomatische Geschichte, τ. 2, σ. 444-451 – R. Flassan, Der Wiener Kongress, x. 2, σ. 116-118 – F. Berber, Lehrbuch des Völkerrechts, 1960, τ. I, σ. 140 – Α. Nussbaum, Geschichte des Völkerrechts, 1954, σ. 205.

[xvi] G.H. Pertz, Das Leben, ό.π., τ. 4, σ. 444, 454 – τ. 5, σ. 37 επ., 50,51. Βλ. επίσης στο VPR, τ. 8, σ. 570-571 ένα σχέδιο πρωτοκόλλου για τα γερμανικά ζητήματα που παρου­σίασε ο Καποδίστριας στους πληρεξούσιους αντιπροσώπους των συμμάχων Δυνάμεων.

[xvii] Βλ. στα Αρχεία Βιέννης, φάκελος Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, Fol. 35-43. Βλ. επίσης την «Aperçu des idées de l’ Empereur sur les affaires d’Allemagne» (21-11-1819) στου Ch. Webster, The Forein Policy of Castlereagh, 1963, τ. 2, σ. 193-194.

[xviii] «Memorandum de M. Capo d’ Istria, ministre de Russie, 28 (18) juillet 1815», στου Angeberg, Le Congrès de Vienne, Paris, 1863, τ. 2, σ. 1470-1476. H αξιοποίηση του υπομνήματος αυτού στου Π. Πετρίδη, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η αντιμετώπιση των γαλλικών υποθέσεων από το Διευθυντήριο των Δυνάμεων 1815-1818», Δελτ. Αναγν. Εταιρείας Κερκύρας, 13 (1976), σ. 34-39.

[xix] Π. Πετρίδης, ό.π., σ. 42.

[xx] Ό.π., σ. 43.

[xxi] Η σημαντική διπλωματική αλληλογραφία Καποδίστρια -Πότσο ντι Μπόργκο δη­μοσιεύθηκε -κατά μεγάλο μέρος- στου C. Pozzo di Borgo, Correspondance diplomatique duComte Pozzo di Borgo et du comte de Nesselrode (1814-18), Paris 1890,97 βλ. ιδιαίτερα στον πρώτο τόμο, σ. 395-504 και στον δεύτερο σ. 94-566. Οι περισσότερες επιστολές δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμη σε ευρύτερη εργασία.

[xxii] R. Cisternes, Le Due de Richelieu, son action aux Conférences d’Axi la Chapelle, Paris, 1895, σ. 91.

[xxiii] C. Grünwald, Alexandre ler, le Tsar mystique, Paris, 1955, σ. 249.

[xxiv] Εκτός από τα σημαντικότερα υπομνήματα και τις εκθέσεις του για τα ελβετικά, τα γερμανικά και τα γαλλικά ζητήματα, ο Καποδίστριας συνέταξε σημαντικότατα έγγραφα με αντικείμενο την κατάσταση και την εξέλιξη των πολωνικών, των ισπανικών και
των επτανησιακών υποθέσεων. Για τα υπομνήματα αυτά βλ. αναλυτικά (Αρχείο, Έκδοση, και Βιβλιογραφία) την εργασία μας «Βιβλιογραφία Ιωάννη Καποδίστρια 1776-1831»,στο Συμπλήρωμα της Βαλκανικής Βιβλιογραφίας (έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.).

[xxv] Βλ. αντί άλλων Ε. Molden, Zur Geschichte des österreichisch russischen Gegen­satzes. Die Politik der europäischen Grossmächte und die Aachener Konferenzen, Wien, 1916, σ. 51-167.

[xxvi] Αρχεία Βιέννης, Russland III, Berichte 1820, Fsz. 23, ό.π.

[xxvii] Ό.π., Gesandtschaftsarchive, Kongresse von Troppau und Laibach (K. 60), Fol. 12-16.

[xxviii] Ό.π., St. K. Kongressakten, Troppau, Fsz. 38, Fol. 28-35. Αποσπάσματα αυτής της εγκυκλίου δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 103-106.

[xxix] Το σημαντικότατο αυτό υπόμνημα παραμένει ανέκδοτο στα Αρχεία Βιέννης, St. Κ. Kongressakten, Troppau 1820, Fsz. 38, Fol. 32-48· αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στου Π. Πετρίδης, Η διπλωματική, σ. 109-112.

[xxx] Π. Πετρίδη, «Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια (1814-21)», Δελτ. Ε.Β.Ε.Θ. (1976), σ. 12. Η γενική ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια, με πλήρη αξιο­ποίηση των πηγών που βρέθηκαν και βρίσκονται στα ξένα αρχεία, θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας πληρέστερης και ευρύτερης εργασίας μας.

[xxxi] Εκτενέστερα για την ευρωπαϊκή πολιτική του Καποδίστρια στα χρόνια της παλι­νόρθωσης, βλ. Π. Πετρίδης, Η ευρωπαϊκή πολιτική του I. Καποδίστρια, Θέσεις και προ­τάσεις για μια προοδευτικότερη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη 1814-1821, Αθήνα (1988).

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

    

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »