Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (Μάνη 1804 – Κυπαρισσία 1825)

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1827.

 

 «Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…» [Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1830.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Λαμαρτίνος στο Ναύπλιο του 1832


 

Ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine 1790 – 1869), γνωστός από το έργο του «Ποιητικοί Στοχασμοί» , έργο  που θεωρήθηκε ορόσημο του ρομαντισμού, το 1832 πραγματοποίησε ένα ταξίδι αναψυχής στην Ανατολή, με βασικούς σταθμούς την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και τον Λίβανο. Τότε, η πολύ πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης και καταστροφής. Αυτήν την Ελλάδα θα δει ο ποιητής και θα την αποτυπώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος που κρατάει, αρχίζοντας από τις  ακτές του Ναυαρίνου, όπου φτάνει στις 6 Αυγούστου. Οι ταξιδιωτικές εξιστορήσεις του εκδόθηκαν σχεδόν αμέσως,  το 1835, σε τετράτομο έργο με τον τίτλο,  «Souvenirs impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient (1832-1833) ou notes d’un voyageur, par M. Alphonse de Lamartine, membre de l’Académie Française En quatre volumes Paris Librairie de Charls Gosselin, Librairie de Furne, 1835», κυρίως για οικονομικούς λόγους. Το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, το 1841 παίρνει τον οριστικό τίτλο  «Voyage en Orient», και ως το 1868 τυπώνεται πάνω από δεκαπέντε φορές. Ας δούμε τη γράφει  ο Λαμαρτίνος για την Αργολίδα και ειδικότερα για το Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1832. 

 

 

Alphonse de Lamartine - Πίνακας του Decaisne (1839).

[…] Μπαίνουμε σ’ έναν ευρύχωρο κόλπο, είναι ο Αργολικός κόλπος· έχουμε τον άνεμο πίσω μας και τρέχουμε γρήγορα σαν γλάροι που πετούν· τα βράχια, τα βουνά, τα νησιά των δύο παραλιών φεύγουν μπροστά μας σαν σκοτεινά σύννεφα. Νυχτώνει· διακρίνουμε κιόλας τον βυθό του κόλπου, μολονότι έχει δέκα λεύγες βάθος· τα κατάρτια τριών στόλων που είναι αγκυροβολημένοι μπροστά στο Ναύπλιο διαγράφονται σαν χειμωνιάτικο δάσος με φόντο τον ουρανό και την πεδιάδα του Άργους.

Σε λίγο σκοτεινιάζει εντελώς· ανάβουν φωτιές στις πλαγιές των βουνών και στα δάση όπου οι Έλληνες βοσκοί φυλάνε τα κοπάδια τους· τα πλοία ρίχνουν τον βραδινό κανονιοβολισμό. Βλέπουμε διαδοχικά τη λάμψη από τις μπουκαπόρτες των εξήντα αραγμένων σκαφών, όμοια με τους δρόμους μιας μεγαλούπολης η οποία φωτίζεται από τα φανάρια της· μπαίνουμε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των πλοίων και ρίχνουμε άγκυρα αργά τη νύχτα κοντά σ’ ένα μικρό φρούριο που προστατεύει τον όρμο του Ναυπλίου, απέναντι από την πόλη, κάτω από τη σκιά του κάστρου του Παλαμηδιού.

 

9 Αυγούστου 1832

Σηκώνομαι με την ανατολή του ήλιου για να δω επιτέλους από κοντά τον Αργολικό κόλπο, το Άργος, το Ναύπλιο, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ελλάδας. Τέλεια απογοήτευση: το Ναύπλιο είναι μια άθλια κωμόπολη, χτισμένη στο άκρο ενός βαθιού και στενού κόλπου, πάνω σε μια λουρίδα γης πεσμένη από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν σε όλη την ακτή· τα σπίτια δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό· έχουν το σχήμα των πιο κοινών χωριάτικων κατοικιών της Γαλλίας ή της Σαβοΐας.

Τα περισσότερα είναι κατεστραμμένα και οι τοίχοι τους, γκρεμισμένοι από τις κανονιές του τελευταίου πολέμου, βρίσκονται ακόμα σωριασμένοι καταμεσής του δρόμου. Στην παραλία υψώνονται δυο-τρία καινούργια σπίτια, βαμμένα με χτυπητά χρώματα, ενώ μερικά καφενεία και ξύλινα μαγαζιά είναι χτι­σμένα πάνω σε πασσάλους που προχωρούν μέσα στη θάλασσα: αυτά τα πλωτά καφενεία και οι εξέδρες είναι κατειλημμένα από μερικές εκατοντάδες Έλληνες που φορούν τις πιο επιτηδευμένες αλλά και τις πιο βρόμικες φορεσιές· καθισμένοι ή ξαπλωμένοι στα σανίδια ή πάνω στην άμμο σχηματίζουν διάφορες γραφικές ομάδες.

 

 

Οι φυσιογνωμίες είναι ωραίες, αλλά θλιμμένες και άγριες· το βάρος της αργίας φαίνεται σε κάθε τους στάση. Η τεμπελιά των Ναπολιτάνων είναι γλυκιά, ήσυχη και εύθυμη: είναι η νωχέλεια της ευτυχίας· η τεμπελιά αυτών των Ελλήνων είναι βαριά, δύσθυμη, σκυθρωπή· είναι ένα ελάττωμα που αυτοτιμωρείται. Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το Ναύπλιο, για να θαυμάσουμε το όμορφο κάστρο του Παλαμηδιού· κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το βουνό που υψώνεται πάνω από την πόλη· τα τείχη με τις επάλξεις είναι σαν τη δαντελωτή επιφάνεια ενός φυσικού βράχου.

Πού είναι όμως το Άργος; Ένας απέραντος κάμπος, άγονος και γυμνός, σπαρμένος με έλη, απλώνεται και στρογγυλεύει στο βάθος του κόλπου, περιτριγυρισμένος από γκρίζες οροσειρές. Στο βάθος του κάμπου, σε απόσταση δύο λευγών περίπου προς το εσωτερικό, διακρίνουμε ένα ύψωμα που έχει στην κορφή του μερικά οχυρωματικά τείχη και προστατεύει με τη σκιά του μια γκρεμισμένη κωμόπολη: αυτό είναι το Άργος.

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Αγαμέμνονα. Τι με ενδιαφέρει όμως ο Αγαμέμνων και το βασίλειό του; Αυτές οι ιστορικές και πολιτικές παρελθοντολογίες έχασαν το ενδιαφέρον του καινούργιου και του αληθινού. Το μόνο που θα ‘θελα να δω είναι μια κοιλάδα της Αρκαδίας· προτιμώ ένα δέντρο, μια πηγή στα ριζά του βράχου, μια ροδοδάφνη στην όχθη ενός ποταμού, κάτω από την γκρεμισμένη καμάρα μιας γέφυρας σκεπασμένης με κληματσίδες, παρά το μνημείο κάποιου κλασικού βασιλείου που δεν ανακαλεί πια τίποτα στον νου μου, εξόν από την πλήξη την οποία μου έδωσε στα παιδικά μου χρόνια.

 

10 Αυγούστου 1832

Περάσαμε δύο μέρες στο Ναύπλιο· η Τζούλια [η κόρη του] με ανησυχεί πάλι. Θα μείνω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Μένουμε στη στεριά, στο δωμάτιο ενός άθλιου πανδοχείου, απέναντι από έναν ελληνικό στρατώνα. Οι στρατιώτες είναι όλη μέρα ξαπλωμένοι κάτω από τη σκιά των ξεχαρβαλωμένων τοίχων, μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· οι φορεσιές τους είναι πλούσιες και γραφικές· στα χαρακτηριστικά τους έχουν αποτυπωθεί η αθλιότητα, η απελπισία και όλα τα άγρια πάθη που ανάβει και συδαυλίζει στις άγριες ψυχές ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτόν τον καιρό στον Μοριά βασιλεύει τέλεια αναρχία.

Οι φατρίες αλληλοεξοντώνονται συνεχώς και ακούμε τις τουφεκιές των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων, που πολεμούν από την άλλη πλευρά του κόλπου ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Κάθε φορά όπου έρχεται ταχυδρομείο από τα βουνά, μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά σε κάποια πόλη, για τη λεηλασία μιας πεδιάδας, για τη σφαγή ενός πληθυσμού από τη μια ή την άλλη μερίδα που καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα. Δεν μπορείς να βγεις από το Ναύπλιο χωρίς να κινδυνέψεις να φας καμιά τουφεκιά.

Ο πρίγκιπας Καρατζάς* έχει την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια συνοδεία από τα παλικάρια του για να πάω να επισκεφτώ τον τάφο του Αγαμέμνονα, και ο στρατηγός Κορμπέ,** που διοικεί τα γαλλικά στρατεύματα, βάζει κι αυτός ένα δικό του στρατιωτικό απόσπασμα· αρνούμαι· δεν θα ‘θελα, από ένα κενό ενδιαφέρον για κάποιο αξιοθέατο, να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή μερικών ανθρώπων, είναι κάτι που δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου.

 

12 Αυγούστου 1832 

Η Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. François Marie Joseph Estourmel.

Σήμερα το πρωί παρακολούθησα μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου.*** Η αίθουσα είναι ένα ξύλινο υπόστεγο· οι τοίχοι και η στέγη είναι φτιαγμένα από σανίδες έλατου που χάσκουν· οι βουλευτές κάθονται σε ψηλούς πάγκους, ολόγυρα σ’ ένα αλώνι από άμμο, και μιλούν από τη θέση τους. Καθόμαστε πάνω σ’ έναν σωρό από πέτρες στην είσοδο της αίθουσας, για να τους δούμε που θα ‘ρχονται. Καταφθάνουν ο ένας ύστερα από τον άλλον, καβάλα στο άλογο, και με συνοδεία μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχηγού. Ο βουλευτής ξεπεζεύει, ενώ τα παλικάρια του, αρματωμένα με θαυμάσια όπλα, μαζεύονται λίγο πιο πέρα σ’ έναν μικρό χώρο που περιβάλλει την αίθουσα.

Αυτός ο χώρος μοιάζει με στρατόπεδο ή με καραβάνι. Το ύφος των βουλευτών είναι αρειμάνιο και αγέρωχο· μιλούν δίχως να μπερδεύουν τα λόγια τους, χωρίς διακοπές, με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή, μετρημένη και αρμονική. Δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα τα άγρια, απωθητικά πρόσωπα που είδαμε στους δρόμους του Ναυπλίου· είναι οι αρχηγοί ενός ηρωικού λαού, οι οποίοι κρατούν ακόμα στο χέρι το τουφέκι ή το σπαθί που χρησιμοποίησαν λίγο νωρίτερα για να τον απελευθερώσουν, και τώρα συζητούν όλοι μαζί για να βρουν τον τρόπο που θα εξασφαλίσει την εδραίωση της ελευθερίας τους. Το κοινοβούλιό τους είναι πολεμικό συμβούλιο.

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο απλό και συνάμα πιο επιβλητικό από το θέαμα αυτού του οπλισμένου έθνους που συζητάει πάνω στα ερείπια της πατρίδας του, κάτω από έναν σανιδένιο θόλο ο οποίος υψώνεται καταμεσής στα χωράφια, ενώ οι στρατιώτες γυαλίζουν τα άρματά τους στην είσοδο αυτής της συγκλήτου και τα άλογα χλιμιντρίζουν ανυπομονώντας να ξαναπάρουν τα μονοπάτια των βουνών. Ανάμεσα στους αρχηγούς συναντάς θαυμάσια πρόσωπα, ωραία, έξυπνα, ηρωικά: είναι οι βουνίσιοι. Αναγνωρίζεις εύκολα τους Έλληνες νησιώτες εμπόρους από τα θηλυπρεπέστερα χαρακτηριστικά τους, από την καπατσοσύνη που εκφράζει η φυσιογνωμία τους. Το εμπόριο και το καθισιό μέσα στις πόλεις αφαίρεσαν από το πρόσωπό τους κάθε ευγένεια και δύναμη, για να αποτυπώσουν τη σφραγίδα της χυδαίας επιτηδειότητας και της πονηριάς που τους χαρακτηρίζει.

 

13 Αυγούστου 1832

Όμορφη γιορτή που έδωσε στο πλοίο του ο ναύαρχος Χόθαμ, κυβερνήτης του αγγλικού στόλου στον όρμο του Ναυπλίου· μας ξεναγεί στο καράβι του με τα τρία καταστρώματα, το Σαιν-Βενσάν, και δίνει εντολή στα πληρώματα να αναπαραστήσουν μια ναυμαχία. Να βλέπεις ένα πλοίο με χίλιους εξακόσιους άντρες, και μάλιστα την ώρα της μάχης, είναι το αριστούργημα της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Εξαίρετος άνθρωπος, στο πρόσωπο και τους τρόπους του σμίγουν σ’ ένα σπάνιο συνταίριασμα η ευγένεια του παλαιού πολεμιστή και η καλοσυνάτη γλυκύτητα του φιλόσοφου, κοινό χαρακτηριστικό των ωραίων αντρικών φυσιογνωμιών της αγγλικής αριστοκρατίας. Προσφέρεται να μας δώσει ένα από τα πολεμικά του σκάφη για να μας συνοδέψει ως τη Σμύρνη. Αρνούμαι και ζητώ αυτή την εξυπηρέτηση από τον ναύαρχο Υγκόν, κυβερνήτη του γαλλικού στόλου.

Συμφωνεί να μας δώσει το μπρίκι το Πνεύμα που το κυβερνάει ο πλοίαρχος Κουνέο ντ’ Ορνάνο· δεν θα μας συνοδέψει όμως πάρα μόνο ως τη Ρόδο. Δειπνώ στο σπίτι του κυρίου Ρουέν, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Ελλάδα· παραλίγο να την είχα εγώ αυτή τη θέση την εποχή της Παλινόρθωσης. Με συγχαίρει που δεν την πήρα. Ο κύριος Ρουέν, που έζησε στο Ναύπλιο όλες τις κακές ημέρες της ελληνικής αναρχίας, λαχταράει να απαλλαγεί από αυτή τη θέση. Παρηγοριέται για τις αυστηρές συνθήκες της εξορίας του με το να υποδέχεται τους συμπατριώτες του και να εκπροσωπεί, με τέλεια άνεση και εγκαρδιότητα, την υψηλή προστασία της Γαλλίας προς μία χώρα που πρέπει να την αγαπάς για το παρελθόν και για το μέλλον της[…].

 

Υποσημειώσεις


 

* Επιφανής οικογένεια Φαναριωτών. Εδώ πρόκειται μάλλον για τον Κωνσταντίνο Καρατζά, γιο του Ιωάννη, που είχε σταλεί από τον πατέρα του με πολεμοφόδια στο Ναυαρίνο. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της Συνέλευσης της Επιδαύρου, έφυγε από την Ελλάδα, όπου ξαναγύρισε μετά την απελευθέρωση.

** Ο Γκυγιώμ Κορμπέ (1779-1842) ακολούθησε τον στρατηγό Μαιζών στην Πελοπόννησο και έγινε διοικητής του Ναυαρίνου, της Μεσσηνίας και του Ναυπλίου. Το 1831 ανέλαβε την αρχηγία των γαλλικών στρατευμάτων της Πελοποννήσου και το 1832, λίγο μετά τη διέλευση του Λαμαρτίνου από το Ναύπλιο, επέστρεψε στη Γαλλία.

*** Ο Γάλλος κόμης d’ Estourmel (Εστουρμέλ), ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1832, στο βιβλίο του Journal d’un voyage en Orient, Paris, 1844, αναφέρεται στην Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας, που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Ο περιηγητής έφτασε πολύ κοντά στο σημείο των συνεδριάσεων και γράφει: «Υπάρχει κάτι παράξενο και γραφικό σ΄ αυτή τη σύναξη των εκπροσώπων του ελληνικού λαού κάτω από ένα υπόστεγο στο ύπαιθρο, τόσο κοντά στην πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα. Παρακολουθώ τις συνεδριάσεις. Δεν καταλαβαίνω βέβαια αυτά που λένε οι αξιότιμοι βουλευτές…. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τις ωραίες ενδυμασίες τους και υιοθέτησαν τα φράγκικα ρούχα».  

 

Πηγές


  • «Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα – Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ», Μετάφραση: Μέντζου Βάσω, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Lamartine Alphonse de, «Voyage en Orient», Paris, 1855.
  • Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Estourmel Joseph de (Comte), «Journal d’un voyage en Orient», Paris, 1844.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες

Προσωπογραφία του Βασίλη Γούδα έργο του  Louis Duprè. Ο Βασίλης Γούδας ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1779 και απεβίωσε στην Αθήνα το 1845, φέροντας το βαθμό του αντιστράτηγου.

 

Πορτραίτο του Βασίλη Γούδα, έργο του ζωγράφου Louis Dupré.

 

 

Τον Βασίλη Γούδα, γραμματέα και υπαρχηγό του Μάρκου Μπότσαρη,  ο Duprè γνώρισε το 1828, όταν ο αγωνιστής είχε μεταβεί στην Γενεύη για να αποθεραπεύσει τα τραύματά του.  Καθισμένος με τα γόνατα σταυρωμένα, κρατώντας τη μακριά πίπα, ο Γούδας εικονίζεται λίγο νεότερος από ό,τι είναι και χωρίς τα ίχνη της πρόσφατης δοκιμασίας του. Καπνίζει και σκέπτεται […] ο θεατής συγκρατεί ως ακραία και διαρκή εντύπωση τη σύνθεση της οξύτητας και του βάθους που έχουν τα μάτια του. Η προσωπογραφία είναι έργο των αρχών της τελευταίας περιόδου του καλλιτέχνη.

Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

«Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης, Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.    

 


 

  

Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (Επιμέλεια), «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.    

Κεντρικές μορφές στο Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, ο Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1584) και ο υιός και ομότεχνός του Θεοδόσιος (1544-1607) διέγραψαν μια πνευματική πορεία που άφησε πολλά και πλούσια ίχνη και τεκμήρια. Υπηρέτησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σε θέσεις κλειδιά. Εκεί δίδαξαν την αρχαία ελληνική, ενώ αντέγραφαν και διακινούσαν χειρόγραφα με έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων. Είναι γνωστή η αλληλογραφία τους με ευρωπαίους λογίους και περιηγητές. Χάρις σε αυτήν γνώρισε η ουμανιστική Δύση τους Ρωμιούς του 16ου αιώνα, όσο και την τότε ομιλούμενη γλώσσα τους, ως συνέχεια του ελληνισμού της κλασσικής εποχής και του Βυζαντινού κόσμου.

Ο γερμανός φιλόλογος Μαρτίνος Κρούσιος, ο πρώτος Φιλέλλην, ο πρώτος που υποστήριξε την συνέχεια των Ρωμιών της εποχής του με τους αρχαίους Έλληνες, απέκτησε από τους Ζυγομαλάδες τα στοιχεία που τεκμηρίωναν αυτήν την θέση. Οι ιστορικές πληροφορίες που μας σώζονται γι’ αυτούς ενδιαφέρουν πολλές ειδικότητες των επιστημών του Ανθρώπου: Θεολογία και Φιλοσοφία, Κοινωνική Ιστορία, Ιστορία του Δικαίου και των Θεσμών, Φιλολογία και Γλωσσολογία, Παλαιογραφία και Κωδικολογία, Επιστολογραφία. 

Έτσι, τον Ιούνιο του 2006, συγκλήθηκε ένα διεθνές συμπόσιο στο Άργος, την αρχική κοιτίδα της οικογένειας Ζυγομαλά. Συνδιοργανωτές ήσαν το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους. Από τις εργασίες του συμποσίου προέκυψε και ο παρών συλλογικός τόμος. 

Συγγραφείς: Hans Eideneier, Ernst Gamillscheg, Christian Gastgeber, Andreas Rhoby, Dora E. Solti, Δ. Γ. Αποστολόπουλος, Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης, Βα­σίλης Κατσαρός, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Μάχη Παΐζη-Αποστολοπούλου, Σταύρος Περεντίδης, Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, Γεώργιος Στείρης, Νότης Του­φεξής και Ανδρόνικος Φάλαγγας.

Read Full Post »

Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)


Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.

Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.

 

Πηγή


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  

 

Read Full Post »

Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Read Full Post »

Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος) 


  

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος  ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.

 

Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.

Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.

Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.

Σελεστίνη Μπουισσόν

Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.

Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβε­σπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.

Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση. 

Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».

Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το  «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.

François-René de Chateaubriand

Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.

Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.

Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.

Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.

Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:

 

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:

 
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.

2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.

3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.

4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».

Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.

Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.

 
Πηγές 


  •  Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη,  Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
  •  Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.  
  •  Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μυκήνες 1806  ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος)

 


 

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος – φιλέλληνας,  περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824.

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του Itinéraire de Paris à Jérusalem, et de Jérusalem à Paris (Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της Ελλάδας, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Για το πέρασμά του από τις Μυκήνες σημειώνει:

 

Σατωβριάνδος

[… Ύστερα από μισής ώρας πορεία περάσαμε τον Ίναχο, τον πατέρα της Ιώς, της πασίγνωστης από τη ζηλοτυπία της Ήρας. Στα χρόνια τα παλιά, βγαίνοντας από το Άρ­γος και πριν τις όχθες του Ίναχου, ήταν η Πύλη της Ειλείθυιας κι ο βωμός του Ήλιου. Μισή λεύγα πιο μακριά, από την άλλη μεριά του ποταμού, ο ναός της Μυσίας Δήμητρας κι ύστερ’ απ’ αυτόν ο τάφος του Θυέστη και το ηρώο του Περσέα. Στάθηκα για λίγο στη θέση που υψώνονταν αυτά τα μνημεία ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία κι ύστερα αποχαιρέτησα την πεδιάδα του Άργους, για την οποία ο κ. Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ έγραψε αξιόλογο υπόμνημα.

Έτοιμοι ν’ ανεβούμε τα βουνά της Κορινθίας, βλέπαμε πίσω μας το Ναύπλιο. Το μέρος που ‘μαστε εκείνη τη στιγμή λεγόταν Χαρβάτι — κι από δω αφήνεις τον δρόμο για να ζητήσεις λίγο προς τα δεξιά τα ερείπια των Μυκηνών, που ο Τσάντλερ τα ‘χε προσπεράσει γυρίζοντας από το Άργος. Σήμερα τα ερείπια αυτά γίναν πασίγνωστα από τις ανασκαφές που ‘καμε ο λόρδος Ελγίνος περνώντας από την Ελλάδα. Ο κ. Φωβέλ τα περιέγραψε στις Αναμνήσεις του κι ο κ. ντε Σουαζέλ – Γκουφφιέ έχει τα σχέδιά τους.

Πριν από τους περιηγητές αυτούς ο αβάς Φουρμόν είχε κάνει λόγο για την πόλη των Μυκηνών, που την είχε ιδεί κι ο Ντυμονσώ. Περάσαμε μια περιοχή με ρείκια. Ένα στενό μονοπάτι μάς έφερε σ’ αυτά τα ερείπια, που είναι σχεδόν όπως ήταν στον καιρό του Παυσανία, γιατί δύο χιλιάδες διακόσα ογδόντα χρόνια πέρασαν από τότε που οι Αργείοι κατάστρεψαν τις Μυκήνες. Είχαν φθονήσει τη δόξα που ‘χε αποκτήσει η πόλη αυτή επειδή είχε στείλει σαράντα πολεμιστές στις Θερμοπύλες να πεθάνουν μαζί με τους Σπαρτιάτες.

Αρχίσαμε πρώτα από τον λεγόμενο τάφο του Αγαμέμνονα, ένα κυκλικό μνημείο κάτω από τη γη, που δέχεται το φως από τον θόλο και που δεν έχει τίποτα το αξιόλογο εκτός από την απλότητα της αρχιτεκτονικής του. Μπαίνεις από ένα όρυγμα που καταλήγει στη θύρα του τάφου, που την κοσμούν παραστάδες από γαλαζωπό συνηθισμένο μάρμαρο από τα γειτονικά βουνά. Ο λόρδος Ελγίνος άνοιξε το μνημείο αυτό και το καθάρισε από τα χώματα που το ‘χαν φράξει εσωτερικά. Μια μικρή πόρτα οδηγεί από τον κυριότερο θάλαμο σ’ άλλον, μικρότερο, που, όταν τον εξέτασα, καθώς δε βρήκα ίχνος τοίχου, έβγαλα το συμπέρασμα πως ήταν ένας απλός λάκκος, καμωμένος από τους εργάτες έξω από τον τάφο.

Κι η πορτούλα εκείνη, μία ακόμα είσοδος του τάφου. Άραγε ο τάφος αυτός ήταν πάντα κάτω από τη γη, όπως οι κατακόμβες της Αλεξάνδρειας στη Ροτόντα ή υψωνόταν απάνω από το έδαφος σαν τον τάφο της Καικηλίας Μετέλλας στη Ρώμη; Είχε μια εξωτερική αρχιτεκτονική; Κι αν είχε, τι ρυθμού ήταν; Οι απορίες αυτές δε λύθηκαν ακόμα γιατί τίποτα δε βρέθηκε μέσα σ’ αυτόν τον τάφο και γιατί δεν είμαστε καν βέβαιοι πως πρόκειται για τον τάφο του Αγαμέμνονα που αναφέρει ο Παυσανίας.

 

Πύλη Λεόντων.

Βγαίνοντας απ’ αυτό το μνημείο, πέρασα μια άγονη κοιλάδα, είδα τα ερείπια των Μυκηνών σε μια πλευρά των αντικρινών λόφων — και προπαντός θαύμασα μία από τις πύλες της πόλης, οικοδομημένη με γιγαντιαία κομμάτια βράχων, στηριγμένων στο ίδιο το βουνό, με το οποίο αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Δύο κολοσσιαία λιοντάρια χωρίς κεφάλια, σκαλισμένα από τις δύο πλευρές της πύλης, είναι το μόνο της στόλισμα. Στέκονται ορθά, το ένα εναντίον του άλλου, όπως τα λιοντάρια που υποστηρίζουν τα οικόσημα των παλαιών ιπποτών μας. Δεν υπάρχει πουθενά, μήτε και στην Αίγυπτο, μια τόσο επιβλητική αρχιτεκτονική, κι η έρημος, που μέσ’ απ’ αυτήν υψώνεται η πύλη, προσθέτει στο μεγαλείο της. Ανήκει στο είδος των έργων που ο Στράβων κι ο Παυσανίας αποδίδουν στους Κύκλωπες και που ίχνη τους βρίσκονται στην Ιταλία. Ο κ. Πετί – Ραντέλ βεβαιώνει πως η αρχιτεκτονική αυτή είναι προγενέστερη από την επινόηση των ρυθμών. Κι ένα παιδί ολόγυμνο, ένας βοσκός, μου ‘δειχνε μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά τον τάφο του Αγαμέμνονα και τα ερείπια των Μυκηνών.

Πιο κάτω από την πύλη αυτήν υπάρχει μια βρύση που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για τη βρύση που ανακάλυψε ο Περσέας κάτω από έναν μύκητα — και γι’ αυτό τάχα ονομάστηκαν έτσι οι Μυκήνες. «Μύκης» στους αρχαίους σήμαινε «μανιτάρι» ή «λαβή ξίφους». Κι αυτός ο μύθος για τις Μυκήνες είναι του Παυσανία. Ξαναγυρνώντας στον δρόμο της Κορίνθου, αισθάνθηκα το έδαφος ν’ αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα κι ανακάλυψα τον θόλο άλλου τάφου.

Ο Παυσανίας μέτρησε στις Μυκήνες πέντε τάφους: του Ατρέα, του Αγαμέμνονα, του Ευρυμέδοντα, του Τηλέδαμου και του Πέλοπα και της Ηλέκτρας, λέγοντας πως ο Αίγισθος κι η Κλυταιμνήστρα θάφτηκαν έξω από τα τείχη. Λοιπόν ο τάφος που ανακάλυψα εγώ ήταν πιθανώς του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας; Τον υπόδειξα στον κ. Πουκβίλ, που βέβαια θα τον αναζητήσει στην πρώτη εκδρομή που θα κάνει στο Άργος. Παράδοξη τούτη η μοίρα, αλήθεια, που μ’ έκαμε να φύγω επίτηδες από το Παρίσι για ν’ ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας …]

 

Πηγή

 


  • Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »