Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Η Φαναριώτικη Λογοτεχνία, 1750-1821. Ένας ελάχιστα γνωστός πλην λίαν διασκεδαστικός τομέας της ελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας.


 

Την Κυριακή 14 Μαΐου, και ώρα 7.30 μ.μ., στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος (Πλατεία Φιλελλήνων και Όθωνος, Ναύπλιο), θα δώσει διάλεξη o Peter Mackridge, Ομότιμος Καθηγητής Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Θέμα της ομιλίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί στην ελληνική γλώσσα, θα είναι:

 

Η Φαναριώτικη Λογοτεχνία, 1750-1821. Ένας ελάχιστα γνωστός πλην λίαν διασκεδαστικός τομέας της ελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας.

 

Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος.

 

Περίληψη της διάλεξης

 

Οι υψηλόβαθμοι Φαναριώτες (Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, Μεγάλοι Διερμηνείς, κλπ.), τα μέλη των οικογενειών τους και οι άνθρωποι που εργάζονταν στους κύκλους τους στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρουμανία (γραμματείς, μεταφραστές και άλλοι αξιωματούχοι) δημιούργησαν ένα σημαντικό και διασκεδαστικό σώμα λογοτεχνικών κειμένων που μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται αντικείμενο επιστημονικών μελετών.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Peter Mackridge θα παρουσιάσει μια επισκόπηση της φαναριώτικης λογοτεχνικής παραγωγής. Επικεντρώνοντας όμως την προσοχή του σε ορισμένα θεατρικά κείμενα που προήλθαν από τους φαναριώτικους κύκλους (σατιρικές κωμωδίες που γράφτηκαν στα ελληνικά αλλά και κωμωδίες που μεταφράστηκαν από άλλες γλώσσες), ο Mackridge θα παρουσιάσει τις πληροφορίες που παρέχουν για τη γλώσσα, τις αντιλήψεις και τον υλικό πολιτισμό των ανώτερων τάξεων των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στην περίοδο αμέσως πριν από τις απαρχές της νεοελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Σχετικά με τη γλώσσα, ο Mackridge θα αποκαλύψει τη σημαντική παρουσία τουρκικών λέξεων και φράσεων στον λόγο των Φαναριωτών. Όσον αφορά τις αντιλήψεις των φαναριώτικων κύκλων, ο ομιλητής θα συζητήσει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως «Ρωμαίων» απέναντι σε άλλες εθνοτικές ομάδες και απέναντι στην «Ευρώπη». Όσον αφορά τον υλικό πολιτισμό, θα συζητήσει τις πληροφορίες που παρέχουν τα κείμενα σχετικά με την ενδυμασία, τη διατροφή, τις διασκεδάσεις και άλλες πλευρές της ελληνικής αστικής ζωής της εποχής.

Με την άνοδο του ελληνικού εθνισμού η φαναριώτικη λογοτεχνία, ως διακριτή ενότητα της ελληνικής λογοτεχνίας, μαραίνεται, καθώς δεν έχει πλέον λόγο υπάρξεως. Η λογοτεχνική παραγωγή των μελών της Πρώτης Αθηναϊκής Σχολής (της κακώς λεγομένης Φαναριώτικης Σχολής) δεν έχει καμία ομοιότητα με τη φαναριώτικη λογοτεχνία καθ’ εαυτήν, παρ’ όλες τις οικογενειακές σχέσεις ορισμένων συγγραφέων.

Μέσα από την ομιλία του Peter Mackridge θα «παρελάσουν» άνθρωποι με γνωστά φαναριώτικα επώνυμα όπως Μαυροκορδάτος και Σούτσος, αλλά και ο Ρήγας Βελεστινλής, πιθανός συγγραφέας μιας τολμηρής σατιρικής κωμωδίας με στόχο τον Ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάο Μαυρογένη (αφοσιωμένου υπέρμαχου του Σουλτάνου αλλά και συγγενή της ηρωΐδας της Ελληνικής Επανάστασης Μαντώς Μαυρογένους).

 

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του καθηγητή

 

Peter Mackridge

Ο Peter Mackridge είναι ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Τα εξής βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά:

1. H νεοελληνική γλώσσα (1991),
2. Διονύσιος Σολωμός (1995),
3. (σε συνεργασία με τους D. Holton και Ε. Φιλιππάκη-Warburton) Γραμματική της ελληνικής γλώσσας (1999) και Βασική γραμματική της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας (2007),
4. Εκμαγεία της ποίησης: Σολωμός Καβάφης Σεφέρης (2008),
5. Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, 1766-1976 (2013).

Επιμελήθηκε την έκδοση των μυθιστορημάτων του Κοσμά Πολίτη Eroica (1982) και Στου Χατζηφράγκου (1988) στις Εκδόσεις Ερμής (τώρα Εστία). Σε συνεργασία με την Ελένη Γιαννακάκη επιμελήθηκε τους τόμους Ourselves and Others: the Development of a Greek Macedonian Cultural Identity since 1912 (1997) και Contemporary Greek Fiction in a United Europe: from Local History to the Global Individual (2004). Μαζί με τον David Ricks επιμελείται τον τόμο The British Council and Anglo-Greek Literary Interactions, 1945-1955, ο οποίος πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. Επίσης επιμελήθηκε δίγλωσση έκδοση ποιημάτων του Σολωμού σε μετάφραση τρίτων (The Free Besieged and other Poems, 2000 β΄ έκδ. 2015) και δίγλωσση έκδοση του Καβάφη σε μετάφραση Ευάγγελου Σαχπέρογλου στη σειρά Oxford World’s Classics (2007).

Έχει μεταφράσει στα αγγλικά, μεταξύ άλλων, το βιβλίο Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας του Γιώργου Σεφέρη (2010), τις Θρακικές ιστορίες (2014) και τον Μοσκώφ Σελήμ (2015) του Γ. Βιζυηνού, και την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χάικου του Χάρη Βλαβιανού (2015).

Το 2008 του απονέμηθηκε ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και τον Μάιο του 2017 θα του απονεμηθεί παρόμοιος τίτλος από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Read Full Post »

Βιβλίο – Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827) – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 190 χρόνων από το ιστορικό γεγονός της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, μέρος της οποίας διεξήχθη στην Ερμιόνη, από 18 Ιανουαρίου 1827 έως 17 Μαρτίου 1827, ο Δήμος Ερμιονίδας εξέδωσε το βιβλίο του φιλόλογου – ιστορικού, Ιωάννη Ησαΐα με τίτλο, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση “κατ’ επανάληψη” στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)», στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά τα γεγονότα, μέσα από  τα πρακτικά των Συνεδριάσεων της Συνέλευσης, τις αρχειακές πηγές και τη σχετική βιβλιογραφία. Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα.

 

Στο εισαγωγικό  σημείωμα  του συγγραφέα διαβάζουμε:

 

[…] Στα νεότερα χρόνια και κατά τη διάρκεια  της Επανάστασης του 1821,  στην Ερμιόνη φιλοξενήθηκε για δύο  μήνες η Γ’  Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη»  το έτος 1827, που έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ιστορικά μήνυματά  της, μια και ήταν η μακροβιότερη και πιο περιπε-τειώδης, αφού εξελίχθηκε και πραγματοποιήθηκε σε τρεις  περιοχές.  Μελετώντας λεπτο-μερειακά  τα συμβάντα της προαναφερόμενης  Συνέλευσης, επιδιώξαμε να αντλήσουμε μέσα από τα χρήσιμα διδάγματα και μηνύματα  τις καλές και ένδοξες στιγμές του σπουδαίου αυτού γεγονότος, ενώ ταυτόχρονα  νιώσαμε τους προβληματισμούς για τις αστοχίες και τα τραγικά λάθη, που σημάδευσαν αυτή την εποχή, με όλα τα συναφή γεγονότα.

Εξώφυλλο του βιβλίου, Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση…

Στο σημείο αυτό θα σταθούμε  για να διερευνήσουμε και να μελετήσουμε διεξοδικά  τη Γ΄  Εθνοσυνέλευση  «κατ’ επανάληψη»  της Ερμιόνης, ώστε να μάθουμε περισσότερα και να αναδείξουμε  ιστορικά την  περίοδο εκείνη, που εκτείνεται χρονικά από τις  18 Ιανουαρίου έως 17 Μαρτίου 1827, αφήνοντας στην αναπόληση των γεγονότων  του τόπου μας, εκτός από κάποιο προβληματισμό,  το δικό της θετικό  μήνυμα στο «ιστορικό γίγνεσθαι». Η συγγραφική  αυτή έρευνα και μελέτη, παρότι είχε   ξεκινήσει μόνο ερευνητικά  κατά το παρελθόν, επανεκκινήθηκε εντατικά, ύστερα από κάποιες συγκυριακές πολιτιστικές διεργασίες  για την προαναφερόμενη Γ’  Εθνοσυνέλευση  στην Ερμιόνη , που προβλήθηκαν στο  κοινωνικό «γίγνεσθαι» της ιδιαίτερης πατρίδας μας το 2015, και για τις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω.

Κατά τη μελέτη  των τριών  ετών 1825, 1826 και 1827 η Ελληνική  Επανάσταση είχε προσλάβει το σχήμα της τραγωδίας με τα όσα είχαν   συμβεί την περίοδο εκείνη. Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή της Επανάστασης,  που κινδύνευε να καταποντιστεί, είχα νιώσει  έντονο προβληματισμό  με τα όσα είχα διαβάσει, γιατί σε όλο το φάσμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης , από την Επίδαυρο μέχρι την Ερμιόνη και την Τροιζήνα  διαφαίνεται, από τη μία πλευρά,  η προσπάθεια  εθνικής συμφιλίωσης,  συναδέλφωσης,  συναίνεσης, καλής συνεργασίας,   εδραίωσης της δημοκρατίας  και του κοινοβουλευτισμού, ενώ ήταν ευδιάκριτη στην επίμαχη αυτή περίοδο  και η επίτευξη αλληλεγγύης, η ενότητα και η αβραμιαία φιλοξενία των Ερμιονιτών. Αντίθετα,  από την άλλη πλευρά στην Αίγινα (συσπείρωση Ζαΐμη) και σε κάποιες (λιγοστές) επαναστατικά ελεύθερες  περιοχές  εμφανιζόταν η ιδιοτέλεια,  ο διχασμός, η διχόνοια, η φιλαρχία, η φιλόδοξη αλαζονεία  και οι μικροκομματικές επιδιώξεις. Παρατηρώντας αυτό το αρνητικό και απαράδεκτο σκηνικό σ’ αυτό το επίμαχο χρονικό σημείο,  εύλογα ερχόταν  στη σκέψη  μου το ερώτημα : Γιατί να επικρατεί τόση διχόνοια , τέτοιος διχασμός και τέτοια φιλαρχία και αλαζονεία ανάμεσα στις αγωνιζόμενες ελληνικές ομάδες, που είχαν κοινό στόχο και σκοπό,  σ’ αυτό το όμορφο ελληνικό τοπίο, σε μια Ελλάδα,  που βρίσκονταν σ’ ένα   κρίσιμο και νευραλγικό  από γεωστρατηγικής και πολιτισμικής θέσης σημείο, από τη βαθιά αρχαιότητα   μέχρι σήμερα.  Μήπως  κάποιοι  Αγωνιστές είχαν  λησμονήσει και περιθωριοποιήσει τις πνευματικές ρίζες και τα πνευματικά στηρίγματα, που σαγήνευαν στην έναρξη της Επανάστασης  τις καρδιές της συντριπτικής πλειοψηφίας των αγωνιζομένων Ελλήνων, όπως την αγάπη για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, την ιδέα της πατρίδας, τη συνείδηση της Ελληνικής καταγωγής, τη μακραίωνη και αξιοθαύμαστη  ιστορία και την πατροπαράδοτη πίστη στον Θεό; Οι απαντήσεις δίνονται  ξεκάθαρα και αναλυτικά  από τις αποφάσεις και τα πρακτικά των συνεδριάσεων στη Γ’ Εθνοσυνέλευση  της Επιδαύρου, της Ερμιόνης «κατ’ επανάληψη» και της Τροιζήνας «κατ’ εξακολούθηση» (1826-1827) αλλά και από τις ενέργειες του Θ. Κολοκοτρώνη και των πληρεξουσίων, που αγωνίστηκαν για το καλό της Πατρίδας με την αδιαμφισβήτητη επισήμανση ότι η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη (παρότι δεν πρόλαβε να αποφασίσει τελεσίδικα τη σχεδιαζόμενη εκλογή του Καποδίστρια και ταυτόχρονα να ψηφίσει το Δημοκρατικό Σύνταγμα), ουσιαστικά  κράτησε  όρθια (έσωσε) «κατά κάποιο τρόπο» την Επανάσταση και επισφραγίστηκε ενωτικά η «σωτηρία της» στην Τροιζήνα, όπως  αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες που ακολουθούν.  Για τούτο, θα προσπαθήσουμε με συγκεκριμένα στοιχεία να αποδείξουμε αυτήν την  ιστορική πραγματικότητα, που δεν έχει τονιστεί στο μέγεθος που της αξίζει και της ταιριάζει. Για να γίνει κατανοητή η μεγάλη προσφορά και το θετικό  αποτέλεσμα  των εργασιών στην  Εθνοσυνέλευση  της  Ερμιόνης , πρέπει πρώτα  να αποτυπωθεί με σαφή και διασταυρωμένα ιστορικά  στοιχεία η αποσαθρωμένη ελληνική  διοίκηση και η  «καταρρέουσα» Ελληνική Επανάσταση, ώστε να φανεί η σωτήρια και εργώδης προσπάθεια του Θ. Κολοκοτρώνη, του Προέδρου Σισίνη , του Γραμματέα Σπηλιάδη και όλων γενικά των συνέδρων της Ερμιόνης, που εργάστηκαν με ανιδιοτέλεια και μεγάλο μόχθο  καθ’ όλη την περίοδο των συνεδριάσεων.

Πριν φθάσουμε σ’ αυτή την τελματώδη κατάσταση  της  Ελληνικής Επανάστασης  και στα πρόθυρα μιας πραγματικής τραγωδίας το 1826, προηγήθηκαν οι εμφύλιες και διχαστικές διαμάχες της περιόδου 1823-1825, ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επανάστασης αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους.   Συνάμα η παθολογία  της εποχής εκείνης, που ταλάνιζε  το επαναστατημένο Έθνος, εκφραζόταν με την ανεπάρκεια και «ιδιοτέλεια» του Προέδρου του Εκτελεστικού Γεώργιου Κουντουριώτη, με τις ραδιουργίες ορισμένων πολιτικών, την επικρατούσα ακαταστασία στα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα, που  βρίσκονταν  στο Πελοποννησιακό έδαφος, την αποδιοργάνωση των στρατιωτικών, την αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής στη Διοίκηση των αρμοδίων παραγόντων. Το σύνολο αυτών των αρνητικών στοιχείων ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους στα απελευθερωμένα εδάφη.

Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε πειθώ και επιβολή να συνενώσει  τον λαό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Μόνο ο ελληνικός στόλος με τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη μπόρεσε να δημιουργήσει προσκόμματα  στις εχθρικές δυνάμεις και να ενισχύσει από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο, στην  Πύλο και στον όρμο του Ναυαρίνου.

Μετά τη λήξη του δεύτερου εμφύλιου πολέμου (Δεκέμβριο του 1824) άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (Φεβρ. – Μαρτ. 1825). Αυτές οι επιχειρήσεις έγιναν καταλύτης για την αναφαινόμενη αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος Ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο διχασμός και η διχόνοια πρυτάνευσαν και πάλι αυτήν την δύσκολη περίοδο. Η Ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε ανενεργή με Πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη, ενώ ο στρατός και οι οπλαρχηγοί είχαν κατά κάποιο τρόπο αδρανοποιηθεί. Ο  Κολοκοτρώνης στο αρχικό στάδιο της λυσσαλέας επιθετικότητας του Ιμπραήμ βρίσκονταν φυλακισμένος και άλλοι  στρατιωτικοί είχαν περιθωριοποιηθεί. Επακολουθεί αναδιοργάνωση των ελληνικών πραγμάτων μπροστά στον επικείμενο  κίνδυνο της κατάρρευσης, αποφυλακίζεται ο Κολοκοτρώνης και προχωρεί η Γ’  Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα. Οι βιαιοπραγίες του Ιμπραήμ κατά των Ελλήνων λειτούργησαν ως αφορμή για την απόφαση της Ιουλιανής συνθήκης του Λονδίνου το 1827, ώστε να αναχαιτιστεί η ενοχλητική παρουσία του Αιγύπτιου Ιμπραήμ.

Από την άλλη πλευρά ο κίνδυνος ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης θέτει σε συναγερμό  και συντονισμό τις τρεις Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, καθώς η Ελληνική Επανάσταση  είχε μετατραπεί σε γεωπολιτικό ζήτημα. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 ο Ιμπραήμ παρακολούθησε την καταστροφή του στόλου του και έτσι ξεκινά μια θετική πορεία για το Ελληνικό ζήτημα  και μια σπουδαία διπλωματική κινητικότητα. Η γεωστρατηγική  αξία της Ελλάδας είχε μεταβάλει τον ρου  της ιστορίας, σε συνδυασμό με τη δυναμικότητα, το πνεύμα και την ψυχή των εξεγερμένων Ελλήνων, που σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή του Αγώνα και συγκεκριμένα στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης εμπιστεύθηκαν  οι πλειοψηφούντες πληρεξούσιοι τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον ιδανικό ηγέτη, που έδωσε στο  μαχόμενο  Ελληνικό Έθνος τη δυνατότητα, με τους ελιγμούς των συνέδρων της Εθνοσυνέλευσης,  να κερδίσει πολύτιμο χρόνο, και έτσι  φθάσαμε μεθοδικά στην οριστική ήττα των Αιγυπτίων εισβολέων. Τότε, η άλλη πλευρά  «των ενισταμένων»,  μπροστά στον μεγάλο  κίνδυνο του εκφυλισμού και της ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης από τον διχασμό και την εισβολή του Ιμπραήμ, νιώθουν την ανάγκη της συμφιλίωσης και ιδιαίτερα οι έχοντες τάσεις φιλαρχίας, ιδιοτέλειας και ολιγαρχισμού, ακούγοντας τις λέξεις «Πατρίδα  και Θρησκεία», δύο λέξεις με μεγάλη βαρύτητα και συγκινησιακή φόρτιση , που ένωσαν και ενώνουν τον Ελληνισμό πολλούς αιώνες,  από τα πρωτοχριστιανικά  χρόνια μέχρι σήμερα. Αυτήν την εφιαλτική κατάσταση το 1827 ανέτρεψε η διπλωματική κινητικότητα των τριών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που άσκησαν πίεση στους Τούρκους με αποκορύφωμα την Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Είναι, όμως, γεγονός αναμφισβήτητο ότι μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου ένα νέο εθνικό κράτος αναδύθηκε, για να προστεθεί στη συνέχεια στο χάρτη της Ευρώπης, αφού οι τρεις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις επέδειξαν ξεκάθαρα την αποφασιστικότητα να επιλύσουν το Ελληνικό ζήτημα όχι  μόνο διπλωματικά, αλλά και με στρατιωτική εμπλοκή.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη, παρότι δεν πρόλαβε να διεκπεραιώσει όλο το προγραμματισμένο έργο της (εκλογή Καποδίστρια  και ψήφιση του δημοκρατικού συντάγματος, αλλά και τα άλλα σημαντικά κονοβουλευτικά θέματα), μπορεί να χαρακτηριστεί ως προδρομική (προετοίμασε το έδαφος για κάτι σπουδαίο και σημαντικό στον κοινοβουλευτικό τομέα και σε άλλες θεσμικές αλλαγές) της Τροιζήνας, αφού    προέβη  σε σπουδαιότατες ενέργειες και πράξεις με καθολική σημασία  και  λειτούργησε ως μία μεγάλη διοικητική (κυβερνητική) επιτροπή, που κάλυπτε όλες τις αναφυόμενες ανάγκες του επαναστατημένου Έθνους.  Ταυτόχρονα ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί, με τις διχαστικές, μικροκομματικές και ιδιοτελείς  αντιδράσεις της μειοψηφίας των ευρισκομένων στην Αίγινα.

Εκτός των άλλων, έπρεπε η «πλειοψηφία» η συγκεντρωμένη στην Ερμιόνη να συνεργαστεί με διάφορους άλλους  παράγοντες (ντόπιους ή ξένους), που ήθελαν να βοηθήσουν τον Αγώνα, ενδυναμώνοντας αναγκαστικά για το καλό της πατρίδας  και τα προσωπικά τους συμφέροντα. Η προσπάθεια, όμως, των παραστατών στην Ερμιόνη και στο αγωνιστικό και διπλωματικό  πεδίο  κράτησε ζωντανή την Ελληνική  Επανάσταση και δεν κατέρρευσε, εάν αναλογιστούμε ότι ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνιγκ (ξάδελφος του  Γεωργίου Κάνιγκ) εμπιστεύτηκε μόνον τον Κολοκοτρώνη και  την  Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης  στην πιο κρίσιμη φάση των διπλωματικών εξελίξεων το 1827 και αγνόησε, κατά κάποιο τρόπο, τους παραστάτες  της Αίγινας. Για τούτο,  έστειλε στην Ερμιόνη δύο  σημαντικότατες επιστολές, για τη συνέχιση των διπλωματικών διεργασιών του ελληνικού ζητήματος το ίδιο έτος, που οδήγησαν επιτυχώς στην Ιουλιανή συνθήκη  του  Λονδίνου  και στη νίκη στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να επακολουθήσει και να παγιωθεί η οριστική ανεξαρτησία του νέου Ελληνικού κράτους  δυόμισι χρόνια αργότερα με το  Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Αυτή η κομβική διπλωματική κίνηση του Στράτφορντ  Κάνιγκ, εάν δεν βρισκόταν στο προσκήνιο ο  Κολοκοτρώνης,  ο μεγάλος  ηγέτης και οι πληρεξούσιοι  της Ερμιόνης, δε θα  μπορούσε να στραφεί  αυτή τη δύσκολη χρονική  στιγμή σε άλλη λύση και διέξοδο.

Εκτός από τις σπουδαιότατες πράξεις, που είχαν καθολική και σημαντικότατη σημασία, διακρίνουμε την όντως πατριωτική στάση των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη έναντι των μειοψηφούντων παραστατών στην Αίγινα, γιατί, αν και είχαν  δυναμική παρουσία και αδιαμφισβήτητο κύρος, συγκατατέθηκαν  και αποδέχτηκαν τον τρίτο κοινό τόπο, για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη ενότητα του Έθνους. Βέβαια, οι συγκυρίες, οι  δυσκολίες και το γεγονός της διαιρέσεως και του διχασμού είχε κάπως επηρεάσει τον ζήλο και τη διάθεση των ευρισκομένων συνέδρων στην Ερμιόνη για την επίτευξη γονιμότερης και δημιουργικής προσπάθειας και επιδιώξεως υψηλότερων στόχων με ταχύτατους ρυθμούς. Οι εκτοξευόμενες απειλές ότι θα ακυρώνονταν αργότερα  οι αποφάσεις της Συνέλευσης στην Ερμιόνη από τους πληρεξουσίους στην Αίγινα, δεν έκαμψαν το ηθικό των αγωνιζομένων πληρεξουσίων και συνάμα αναδεικνύουν το μέγεθος του πατριωτισμού, τη συνείδηση της ελληνικής καταγωγής, την αγάπη για την ελευθερία, την πίστη για το δίκαιο του αγώνα και την πίστη στον Θεό, που τους διακατείχε  ενδόμυχα. Ταυτόχρονα , όμως, ήταν φυσικό επακόλουθο να συρρικνωθεί και να περιοριστούν ακούσια η δημιουργικότητα, οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Αττική, η προσπάθεια ανακατάληψης του κατειλημμένου Μεσολογγίου στη δυτική Στερεά Ελλάδα, η έκβαση του Αγώνα στην  Πελοπόννησο και η άμεση και ταχεία  επίλυση των οικονομικών και στρατιωτικών αναγκών.

Βέβαια στην Ερμιόνη συζητήθηκαν στην Εθνοσυνέλευση και  προγραμματίστηκαν θέματα πολιτικής, πολιτειακής και νομοθετικής φύσεως, που απασχόλησαν τους συνέδρους με τη δέουσα σοβαρότητα, αλλά δεν ελήφθησαν αποφάσεις άμεσα και ταχύτατα, όχι από έλλειψη πρωτοβουλιών και συναίσθησης του επικείμενου κινδύνου, αλλά από την αγωνία και την αναμονή των προσπαθειών  της συμφιλίωσης και ενότητας με εκείνους, που απειλούσαν με σφοδρότητα από την Αίγινα. Οι πληρεξούσιοι  στην Ερμιόνη ανεδείχθησαν εμπράκτως φιλοπάτριδες,  αγωνιστές και άξια «τέκνα» της Πατρίδας  με πνεύμα αυτοθυσίας και σήμερα νιώθουμε υπερήφανοι, γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων σπουδαίων  αγωνιστών…

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας  

 Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)

 Έκδοση, Δήμου Ερμιονίδας, 2017

 ISBN: 978-960-85910-6-6

 

Με την ευκαιρία, δημοσιεύουμε την πανηγυρική-εορταστική ομιλία του συγγραφέα που εκφώνησε την Κυριακή 12-3-2017, στον Ιερό Ναό των Αγίων Ταξιαρχών,  την ημέρα των επετειακών  εκδηλώσεων μνήμης για τα 190 χρόνια από την «κατ’ επανάληψη» Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, παρουσία του Πρόεδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), Προκόπη Παυλόπουλου.

 

Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας

Μεγάλη τιμή και συνάμα  μεγάλη ευθύνη συνεπάγεται η εκφώνηση πανηγυρικού λόγου σε μια ημέρα ιστορικής επετείου, όπως η σημερινή, με τον εορτασμό των 190 χρόνων από τη Γ’(τρίτη)    Εθνοσυνέλευση   «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη. Το κορυφαίο αυτό γεγονός, αποτελεί ευνοϊκή συγκυρία, τόσο για την επανασύνδεσή μας με την ιστορία, όσο και για τον αναστοχασμό πάνω στους προβληματισμούς τού τόπου μας και τις προοπτικές του  για το άμεσο μέλλον.

Ερμιόνη, Μητροπολιτικός Ναός Αγίων Ταξιαρχών. Πανηγυρική- Εορταστική ομιλία, Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα.

Τη στιγμή αυτή, που παρευρισκόμαστε στον  Μητροπολιτικό Ναό  των Ταξιαρχών,  χαλυβδώνεται  το  πατριωτικό φρόνημα  με τη συμμετοχή μας στον εθνικό και ιστορικό  πανηγυρισμό. Ταυτόχρονα, ο νους και η ψυχή μας στρέφονται στην  Εθνεγερσία του 1821, κατά την οποία  κυριάρχησε ανάμεσα στους  επαναστατημένους Έλληνες από το 1821 έως το 1825, ο ενθουσιασμός και πράξεις ανείπωτης ανδρείας και αυτοθυσίας, ενώ παραλίγο έλειψε να χαθούν τα πάντα, όταν ενεπλάκησαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες σε εμφύλιο σπαραγμό, με έντονα τα χαρακτηριστικά  του διχασμού. Η σκέψη μας ακολουθεί τις δυσμενείς εξελίξεις από το 1825 έως το 1827, που οδήγησαν  την Επανάσταση στα πρόθυρα της  κατάρρευσης, όταν στάλθηκε ο  Ιμπραήμ,  από την Αίγυπτο στην Πελοπόννησο  για την ενίσχυση των  δυνάμεων του Σουλτάνου.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν, οδήγησαν τους πληρεξούσιους των επαναστατημένων επαρχιών να συγκεντρωθούν στις 6 Απριλίου του 1826 στη δεκαήμερη Γ’ (τρίτη) Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, που διαλύθηκε αιφνίδια  μετά την πτώση του Μεσολογγίου, με την προοπτική να επαναληφθούν οι εργασίες της μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1826. Επακολούθησαν οι αποτυχημένες προσπάθειες της εντεταλμένης «Επιτροπής Συνελεύσεως» της Επιδαύρου, για τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης, αλλά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έντονα προβληματισμένος από τη δραστηριότητα της φιλοαγγλικής ομάδας των πληρεξουσίων, επέλεξε την Ερμιόνη ως τον ασφαλέστερο τόπο συνάθροισης των αντιπροσώπων του λαού.

Στα  τέλη του 1826 η πλειοψηφούσα παράταξη των συνέδρων  της Επιδαύρου, μετά την πατριωτική πρόσκληση του Κολοκοτρώνη έφθασε στην Ερμιόνη, ενώ η μειοψηφική συσπείρωση των «παραστατών» κατέφυγε στην Αίγινα  μαζί με τη  «Διοικητική Επιτροπή»  και έτσι επισφραγίστηκε de facto ο διχασμός    ανάμεσα στις δύο αντιτιθέμενες ομάδες.

Ύστερα από τη συνάθροιση της πλειοψηφίας των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη    και  τη σχετική προετοιμασία, στις 18 Ιανουαρίου 1827 άρχισαν οι εργασίες  των  προκαταρκτικών  συνεδριάσεων της Γ’ (τρίτης)  Εθνοσυνέλευσης  μέχρι τη  10η Φεβρουαρίου 1827 σε παρακείμενη του ιερού αυτού χώρου   αίθουσα της οικίας Οικονόμου, όπου στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Μετά την ορκωμοσία των συνέδρων την 11η Φεβρουαρίου 1827 στον παρόντα Ιερό Ναό  των Ταξιαρχών,  ξεκίνησαν οι τακτικές συνεδριάσεις στην ίδια αίθουσα, με πρόεδρο τον Γεώργιο Σισίνη και τη συμμετοχή 147 αντιπροσώπων συνολικά. Την  17η Μαρτίου 1827 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Συνέλευσης , στις οποίες κατοχυρώθηκαν τέσσερα ψηφίσματα και ελήφθησαν διοικητικές και στρατιωτικές αποφάσεις.

Διερευνώντας όλα τα συμβάντα, τα συνδεόμενα με τη Γ’ (τρίτη)  Εθνοσυνέλευση    στην Ερμιόνη, ανακαλύπτονται σπουδαία ιστορικά στοιχεία, που αναδεικνύουν θετικά τη συμβολή της, γιατί τροχιοδρόμησαν σημαντικές εξελίξεις και τελικά οδήγησαν στο ποθούμενο και στο ζητούμενο.

Ιδιαίτερα αξιόλογο ιστορικό στοιχείο στην εξέλιξη των γεγονότων είναι ο ασφαλής  τόπος επιλογής της Ερμιόνης, με τους λεβεντόψυχους κατοίκους της. Μέσα σ’ αυτό το ευοίωνο κλίμα, ο Γέρος του Μοριά,  ο  Πρόεδρος  Γεώργιος Σισίνης και όλο «το επιτελείο»   μπόρεσαν  να οργανωθούν  και να προσεταιριστούν παραστάτες, που είχαν επίγνωση των κρίσιμων καταστάσεων. Συνάμα, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, οι επιδέξιοι χειρισμοί του εμβληματικού ηγέτη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη  και των σωφρονεστέρων πληρεξουσίων,  γιατί αποσοβήθηκε η άμεση σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων.

Μεταξύ των άλλων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη ανέπτυξε σημαντικές δραστηριότητες ως «Κυβερνητική Επιτροπή», αφού η «Κυβέρνηση» με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη βρισκόταν «εγκλωβισμένη» στην Αίγινα. Συνάμα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο κορυφαίος διοργανωτής του σπουδαίου αυτού εγχειρήματος, διακρίθηκε ως διπλωματικός εκπρόσωπος των αγωνιζομένων Ελλήνων στις διαβουλεύσεις, που είχε με τον Άγγλο Στράτφορντ  Κάνιγκ, πρεσβευτή  της Αγγλίας  στην Κωνσταντινούπολη και διαμεσολαβητή  του Ελληνικού ζητήματος με την Υψηλή Πύλη.

Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια   των συνεδριάσεων της Συνέλευσης ο Θ. Κολοκοτρώνης αναλώθηκε σε συμφιλιωτικές διαβουλεύσεις με τους φιλέλληνες Βρετανούς, πλοίαρχο Χάμιλτον, αντιστράτηγο Τζωρτζ  και τον ναύαρχο  Κόχραν. Οι συζητήσεις στρέφονταν κυρίως  στην εθνική συμφιλίωση των δύο αντιτιθεμένων ομάδων(στην Ερμιόνη και στην Αίγινα) και την κατάλληλη στιγμή, όλοι μαζί ενωμένοι αποδέχτηκαν την συνέχιση από  κοινού των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης στην  Τροιζήνα.

Είναι επίσης, γεγονός προφανές ότι η Συνέλευση στην Ερμιόνη στάθηκε ως στυλοβάτης της Επανάστασης στην πιο κρίσιμη καμπή. Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο είχε λειτουργήσει ως καταλύτης για την αποδιοργάνωση του Αγώνα, αφού είχαν προηγηθεί δύο εμφύλιοι πόλεμοι, που είχαν σκορπίσει εθνικό διχασμό, διάσπαση της ηγεσίας και επικράτηση απειθαρχίας στο στράτευμα.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα, οι διεθνείς συνθήκες απαιτούσαν συντονισμό των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Σ’ αυτό το επίμαχο  χρονικό σημείο, τονίζουμε ότι η καταστροφική επίθεση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνένωσε τα ευρωπαϊκά κράτη, άλλαξε τη συμμαχική διπλωματία υπέρ του Ελληνικού ζητήματος και έτσι σώθηκε η Ελληνική Επανάσταση.

Εκ των πραγμάτων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη υπήρξε «προδρομική» για τη Συνέλευση στην Τροιζήνα. Τούτο γίνεται αντιληπτό, όχι μόνο  γιατί    οι πληρεξούσιοι  αποδέχθηκαν  την εθνική συμφιλίωση και τη συνέχιση των εργασιών στην Τροιζήνα ,  αλλά και γιατί  είχαν δημιουργηθεί στην Ερμιόνη ώριμες συνθήκες για τη λήψη ρηξικέλευθων   αποφάσεων και ψηφισμάτων, όπως ήταν η οριστική εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη και η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», βασισμένου στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Ωσαύτως, οι πληρεξούσιοι της Γ’(τρίτης)   Εθνοσυνέλευσης, αφήνοντας πίσω τη διχόνοια, επέδειξαν  αδιάσπαστη ενότητα σ’ αυτή τη δύσκολη φάση του Αγώνα και μαζί με τον πατριωτισμό και το αίσθημα της ιστορικής ευθύνης, υπενθυμίζουν  σε όλους μας ότι μπορούμε να ανακάμπτουμε και να μεγαλουργούμε. Συνάμα θεωρώ επιβεβλημένη  υποχρέωση να επισημειώσω ότι μέσα από αυτή την  εκδήλωση  αναδύονται τα μηνύματα  της εθνικής ομοψυχίας, της αγάπης για την Πατρίδα, της πίστης στο θεό και στον δίκαιο αγώνα. Για τούτο ενδείκνυται να υψώσουμε την ιστορία ως δάσκαλο και σύμβουλό μας, να ενεργοποιήσουμε όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας μας, θέτοντας ως προτεραιότητα το καθήκον απέναντι στο μέλλον της πατρίδας μας.

Ανάμεσα στα άλλα, ο σημερινός ιστορικός εορτασμός της Εθνοσυνέλευσης οργανώθηκε από την εντεταλμένη  Επιτροπή  του Δήμου μας  υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του κ. Δημάρχου Ερμιονίδας, ενώ ταυτόχρονα ολοκληρώθηκε η προετοιμασία του σχεδιασμού της εκδήλωσης με την αγαστή συνεργασία της Περιφέρειας Πελοποννήσου, της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, του Δήμου Ερμιονίδας, της Δημοτικής Κοινότητας  Ερμιόνης, του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης και του Ερμιονικού Συνδέσμου, ο οποίος είχε και την αρχική πρωτοβουλία της εορταστικής επετείου των 190  χρόνων  της Συνέλευσης.

Εξοχώτατε κύριε Πρόεδρε της  Δημοκρατίας, Σεβασμιώτατε, εκλεκτή και σεβαστή ομήγυρη, τιμώντας  τη μνήμη των Αγωνιστών οφείλουμε να παραμείνουμε ενωμένοι όλοι μαζί, να  αποδεχθούμε ό,τι αξίζει και να αγωνιστούμε  ενάντια σε ό,τι μάς αλλοτριώνει. Αυτό πρέπει να είναι το αληθινό χρέος μας.

Read Full Post »

Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Διδακτορική Διατριβή, Καρύμπαλη Β. Σοφία.


 

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Καρύμπαλη Β. Σοφία, «Το επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη», Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Αθήνα, 2012.

Επιχειρήματα του Μακρυγιάννη – Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Ιστοριογραφίες και απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821 – Συλλογική δράση των Ελλήνων στην Επανάσταση – Δικαίωση του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας – Εμφύλιος πόλεμος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης – Θρησκευτικό στοιχείο στα κείμενα του Μακρυγιάννη – Λογική ανάλυση της βασικής επιχειρηματολογίας του Μακρυγιάννη…

Για την ανάγνωση της διατριβής της κυρίας Σοφίας Καρύμπαλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Read Full Post »

Ομιλία με θέμα: «Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26 – 30 Ιανουαρίου 1821). Το γεγονός που δρομολόγησε την έναρξη της επανάστασης του ΄21».


 

Το Σάββατο 8 Απριλίου 2017 στις 7 το απόγευμα θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Βουλευτικού Ναυπλίου ομιλία της φιλολόγου και ιστορικού κυρίας Βάνας Μπεντεβή – Σπυροπούλου. Η Βάνα Μπεντεβή – Σπυροπούλου είναι ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Αιγιαλείας (ΙΛΕΑ). Έχει ασχοληθεί έως σήμερα με συγκεκριμένα ιστορικά και λαογραφικά θέματα της περιόδου της ελληνικής επανάστασης του 1821. Η ιστορικός θα αναπτύξει το θέμα: Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26 – 30 Ιανουαρίου 1821). Το γεγονός που δρομολόγησε την έναρξη της επανάστασης του ΄21.

Η Βάνα Μπεντεβή – Σπυροπούλου θα φωτίσει άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές της Επανάστασης του 1821 και γεγονότα που οδήγησαν στην δημιουργία του ανεξάρτητου και ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» δίνει βήμα και λόγο σε επιστήμονες που ερευνούν την ιστορική αλήθεια και παρουσιάζουν τεκμηριωμένες απόψεις για τα γεγονότα μιας σημαντικής, για την δημιουργία και ύπαρξη του σύγχρονου ελληνικού κράτους, εποχής. Τα μέλη και οι φίλοι του Συλλόγου είναι επίσημοι προσκεκλημένοι στην ομιλία της ιστορίας και της αλήθειας της.

 

Ανδρέας Λόντος. Ο Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν δια λοιμού 3000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Βάνα Μπεντεβή – Σπυροπούλου

Η Βάνα Μπεντεβή – Σπυροπούλου σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιστορία και Αρχαιολογία. Διορίστηκε ως φιλόλογος στο Αίγιο, όπου ζει με την οικογένεια της και εργάζεται στο 2ο Ενιαίο Λύκειο Αιγίου. Ασχολείται συστηματικά με την τοπική Ιστορία τη Λαογραφία και τη λογοτεχνία και δημοσιεύει άρθρα και μελέτες σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά.

Είναι από τα ιδρυτικά στελέχη της Ιστορικής Λαογραφικής Εταιρίας Αιγιαλείας (ΙΛΕΑ) – πρόεδρος και υπεύθυνη του περιοδικού της ΙΛΕΑ «Ρίζες». Επίσης ειδικεύεται στη κριτική λογοτεχνικού  έργου.

Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά, με ιστορικά κυρίως θέματα. Ως συγγραφέας, έχει σημαντική εργογραφία: «Το κλέφτικο Δημοτικό τραγούδι», «Η συμβολή της Βοστίτσας στην εγκαθίδρυση του Κοινοβουλευτισμού (1843)», «Ανδρέας Αναστασόπουλος», «Τα αρχοντικά των Αγωνιστών του 1821 στο Αίγιο», και «Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26 – 30 Ιανουαρίου 1821)».

Read Full Post »

Το Πρώτο Εθνικό Νομισματοκοπείο. Άργος 1822 – Αίγινα 1828


 

Η Πρώτη Εθνική Συνέλευση των Επαναστατημένων Ελλήνων [1] εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού σώματος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, να υλοποιήσει μία από τις σημαντικές αποφάσεις της. Να δημιουργηθεί δηλαδή το συντομότερο δυνατό Ελληνικό Εθνικό Νόμισμα, χωρίς να περιμένουν να ολοκληρωθεί με επιτυχία η Επανάσταση του Έθνους. Το όνομά του ορίστηκε να είναι η Δραχμή.

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Ένα χρόνο περίπου μετά την καταστροφή του από τον Κιοσέ Πασά Μουσταφάμπεη ή Κεχαγιάμπεη (24/4/1821) [2] το Άργος αποφασίστηκε να είναι η έδρα του πρώτου Ελληνικού Νομισματοκοπείου.Το μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμένης (της Πορτοκαλούσας), που δεσπόζει στην πλαγιά του Λόφου της Λάρισας κάτω από το Πελασγικό Κάστρο του Άργους, έκριναν ότι είναι το καλύτερο και ασφαλέστερο μέρος για να κοπούν τα πρώτα ελληνικά νομίσματα.

Στην Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης ένας κιβδηλοποιός είχε στήσει ένα μηχάνημα κοπής κίβδηλων νομισμάτων (ανθούσε τότε η κιβδηλοποιία). Ήταν το μόνο γνωστό και διαθέσιμο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Έτσι τον Μάρτιο του 1822 ο Δημήτριος Καλαμαριώτης εξουσιοδοτήθηκε ν’ αγοράσει αυτήν τη «μάκινα» όπως την έλεγαν και να την φέρει στο Άργος. Πράγματι αγοράστηκε και οι εργασίες για την ετοιμασία τα κοπής της Δραχμής ξεκίνησαν, αλλά προχωρούσαν αργά και με προβλήματα. Χρειάζονταν χρυσός, ασήμι και χαλκός. Τα λάφυρα από την Άλωση της Τριπολιτσάς (23/9/1821) είχαν μοιρασθεί τα περισσότερα στους νικητές καπετανέους και στους στρατιώτες τους. Πρότειναν να λιώσουν τ’ ασημένια σκεύη από τις εκκλησίες, ως έσχατη και άμεση λύση για την εύρεση ασημιού.

Έπρεπε, επίσης, να βρεθεί ικανός χαράκτης για την χάραξη της δραχμής. Βρέθηκε στο πρόσωπο ενός ικανού τεχνίτη στην κατασκευή ασημένιων αντικειμένων  και κιβδηλοποιού, του Αρμενικής καταγωγής Χατζηγρηγόρη Πυροβολιστή (Χατζή – Κιρκορ), που διορίστηκε ως Πρώτος Έλληνας χαράκτης του Εθνικού Νομισματοκοπείου. Ως πρώτα νομίσματα αποφασίσθηκε ότι θα κοπούν, το ασημένιο πεντάδραχμο και ο χάλκινος οβολός.

Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τα οθωμανικά νομίσματα που κυκλοφορούσαν ήταν –βασικά- τα ασημένια «γρόσια» και οι «παράδες».

Στις 16/3/1822 ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με διάταγμά του καθόρισε τις επίσημες ισοτιμίες όλων των γνωστών νομισμάτων που κυκλοφορούσαν τότε στην απελευθερωμένη από την εθνική επανάσταση Ελλάδα. Όπως:

  • Τα χρυσά νομίσματα του σουλτάνου Αχμέτ του Γ’, τα λεγόμενα  «φουντούκια», που κυκλοφόρησαν από το 1703 έως το 1730, ισοδυναμούσαν με 11 γρόσια και 20 άσπρα το καθένα.
  • Τα χρυσά νομίσματα του σουλτάνου Μαχμούτ τα αποκαλούμενα από τον λαό «Μαχμουδιέδες» που κυκλοφορούσαν από το 1730 έως 1754 και ισοδυναμούσαν με 26 γρόσια το καθένα.
  • Τα χρυσά νομίσματα του Μουσταφά του Γ’, τα ονομαζόμενα από τον λαό «Αϊναλιά» και ισοδυναμούσαν με 33. Ήταν από τα πλέον περιζήτητα και ακριβά.
  • Τα γαλλικά ναπολεόνια, οι βρετανικές λίρες, οι κορώνες.
  • Τα αυστριακά νομίσματα της Μαρίας Θηρεσίας, τα ονομαστά «Τάλιρα Ρεγγίνα» (σ’ αυτά είχαν ιδιαίτερη προτίμηση οι Υδραίοι και νησιώτες καπετάνιοι καραβοκύρηδες. Όλα αυτά και άλλα ξένα νομίσματα, 26 συνολικά, είχαν τη δική του ισοτιμία με το γρόσι, όπως την προσδιόριζε το διάταγμα της 16/3/1822.

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Οι εργασίες του πρώτου Εθνικού Νομισματοκοπείου στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμένης στο Άργος διεκόπησαν αρχές Ιουλίου 1822 λίγο πριν ολοκληρωθούν. Γιατί η μεγάλη στρατιά του Μαχμούτ Πασά (1788-1822) πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου χωρίς αντίσταση και στις 13 Ιουλίου 1822 μπήκε στο Άργος. Η πόλις καταστράφηκε ξανά για δεύτερη φορά μέσα σε 15 μήνες και εκατοντάδες κάτοικοί του σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Έτσι ναυάγησε – λόγω Δράμαλη- η πρώτη προσπάθεια να κοπούν τα πρώτα ελληνικά νομίσματα στο Α’ Εθνικό νομισματοκοπείο που στήθηκε στο Άργος την άνοιξη του 1822.

Μετά την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια 26-27/7/1822 η προσωρινή κυβέρνηση με απόφαση του εκτελεστικού σώματος τύπωσε χαρτονομίσματα αξίας 100, 250, 500, 700 και 1000 γροσίων για την ενίσχυση του Εθνικού Αγώνα. Τα χαρτονομίσματα αυτά δεν είχαν σχεδόν καμία ανταπόκριση ούτε από τους Έλληνες ούτε από τους ξένους και η αξία του μηδενίστηκε.

Η Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823 πήρε ξανά την απόφαση ότι είναι καθήκον της η έκδοση εθνικού νομίσματος. Και επανέλαβε ότι πρέπει να κοπούν ασημένιες δραχμές και χάλκινοι οβολοί. Κάθε δραχμή προσδιόρισαν την ισοτιμία της με 100 οβολούς. Ούτε και τούτη τη φορά το θέμα προχώρησε.

Ξανά και πάλι εμφύλιος πόλεμος, φατριασμός, διχασμοί, η επαναστατημένη Ελλάδα να βλέπει τα παιδιά της να σκοτώνονται μεταξύ τους και να μην έχει πού ν’ ακουμπήσει να πάρει μία ανάσα. Ο χρυσός, τ’ ασήμι, τα μέταλλα τ’ αναγκαία για να κοπούν τα νομίσματα έγιναν καπνός, όπως και το δάνειο της Ανεξαρτησίας (2.800.000 αγγλικές λίρες) που πήραμε το 1825. Και ο Ιμπραήμ Πασάς εισέβαλε ανενόχλητος στο Μωριά ρημάζοντάς τον.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/10/1827) και την απελευθέρωση της χώρας και με την έλευση του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (7/1/1828) το θέμα το πέρασε πλέον στην αρμοδιότητά του και απεφάσισε: πρώτον την άμεση δημιουργία Εθνικού Νομισματοκοπείου και δεύτερον να μην δημιουργήσει τη Δραχμή, αλλά ως νομισματική μονάδα τον αργυρό «Φοίνικα». (Το μυθικό πουλί των αρχαίων που αναγεννάται από τις στάχτες του, όπως η Ελλάδα).

Πολλαπλάσιο του αργυρού φοίνικα θα ήταν η χρυσή «ΑΘΗΝΑ» αξίας 20 φοινίκων και το ήμισυ αυτής 10 φοινίκων. Δυστυχώς λόγω ελλείψεως χρυσού, χρυσά νομίσματα δεν εκόπησαν.

Αρχές του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας έλαβε ως δωρεά 1.500.000 ρούβλια από τη ρωσική κυβέρνηση αλλά και άλλες αξιόλογες δωρεές από τους υπόλοιπους συμμάχους των Ελλήνων. Τα χρήματα αυτά έδωσαν στον κυβερνήτη την ευκαιρία να ξεκινήσει αμέσως τη δημιουργία εθνικού νομίσματος.

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Έδωσε εντολή και στις 22 Μαΐου 1828 ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος τον οποίο διόρισε ως πρώτο έφορο του υπό ίδρυση Εθνικού Νομισματοκοπείου Ελλάδος, πήγε σε ειδική αποστολή στη Μάλτα και με 100 στερλίνες αγόρασε 2 μηχανές κατασκευής νομισμάτων του 1783 και 1797. Ανήκαν στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας, που είχε πάψει να λειτουργεί πριν 30 χρόνια όταν το τάγμα εκδιώχθηκε από τους Γάλλους και εγκατέλειψε τη Μάλτα. Μαζί με άλλα αναγκαία εξαρτήματα που αγόρασε στη Μασσαλία, στις 20/11/1828 έστησε το νομισματοκοπείο στην Αίγινα, στο ισόγειο του κτιρίου, που ο λαός ονόμασε «το παλάτι του Μπάρμπα-Γιάννη» και χρησίμευσε ως κυβερνείο του Ιωάννη Καποδίστρια για λίγο καιρό προτού μετακομίσει στην πρωτεύουσα στο Ναύπλιο.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Τα πρώτα νομίσματα της ελεύθερης Ελλάδας εκόπησαν στις 27/06/1829. Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι και το πρώτο αρχαίο ελληνικό νόμισμα οι «χελώνες», είχαν κοπεί τον 7ον αιώνα π.Χ. πάλι στην Αίγινα, που τότε ήταν αποικία των Αργείων από τον βασιλιά του Άργους τον Φείδωνα. Τελικά τέθηκαν σε κυκλοφορία μόνο 4 εκδόσεις. Ο αργυρός «Φοίνικας» τα χάλκινα «λεπτόν», «πεντάλεπτον» και «δεκάλεπτον» και το 1830 το χάλκινον «εικοσάλεπτον».

 

Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)

 

Χελώνα της Αίγινας (480 π.Χ.)

 

Ο γνωστός μας (από την πρώτη προσπάθεια στο Άργος) Αρμένης Χατζηγρηγόρης  ήταν ο χαράκτης των ασημένιων «φοινίκων», που έγιναν από λιώσιμο ασημένιων διακοσμήσεων και όπλων, ενώ τα χάλκινα νομίσματα έγιναν από κατεστραμμένα πυροβόλα και είδη οικιακής χρήσεως. Τις χαράξεις του 1830 τις έκανε  τεχνίτης με το όνομα «Δάσκαλος» Γεώργ. Παπακωσταντόπουλος από την Καρύταινα, των δε κοπών του 1831 ο Καρπενησιώτης Δημ. Κοντός. Συνολικά εκόπησαν 11.978 ασημένιοι φοίνικες.

 

Γενική Εφημερίς

 

Η 4η Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων που έγινε στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11/07 έως 6/08/1829) ενέκρινε ψήφισμα (το Ζ/31/7/1829) για τη λειτουργία του Νομισματοκοπείου και την κυκλοφορία του νέου νομίσματος εγκρίνοντας έτσι όλες τις μέχρι τότε αποφάσεις και πράξεις του Ιωάννη Καποδίστρια. Μάλιστα στις 30/7/1829 στα μέλη της Δ’ Εθνοσυνέλευσης μοιράσθηκαν ως δώρο τα πρώτα νομίσματα που κυκλοφόρησαν.

 

Οι φοίνικες του Καποδίστρια

 

Το 1831 αναγκάσθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας να κυκλοφορήσει χάρτινους φοίνικες [3]. Την απόφασή του αυτή ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας μας την αιτιολόγησε με λόγια που μακάρι να τα ακούγαμε και σήμερα από τους νυν κυβερνώντες μας. «…χρεωστούντες να εξεύρωμεν τον τρόπον να θεραπεύσωμεν την ανάγκην ταύτην (δηλαδή την έλλειψη χρημάτων) χωρίς να επιφορτίσωμεν με νέους φόρους την γεωργίαν και το εμπόριον, τα οποία πρέπει να αναζωογονήσωμεν ως παθόντα εκ της παρελθούσης ανωμαλίας…». Οι χάρτινοι φοίνικες τυπώθηκαν στην Αίγινα την 1/7/1831. Η συνολική αξία τους ανήλθε στο ύψος των 500.000 φοινίκων, από 3.000.000 που είχαν αρχικά ορισθεί, τυπώθηκαν ονομαστικές αξίες των 5, 10, 50 και 100 φοινίκων. Τα χαρτονομίσματα μη έχοντας αντίκρισμα σε χρυσό ή ασήμι δεν απέκτησαν την εμπιστοσύνη Ελλήνων και ξένων και απέτυχαν.

 

Το Τάλληρο του Όθωνα, 1833, κοπής Μονάχου.

 

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (27/9/1831) και την έλευση του νεαρού βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο (18/1/1833) οι Βαυαροί που δεν ήθελαν ν’ ακούσουν καν για τις ημέρες και τα έργα του Α’ Κυβερνήτη της Ελλάδος, στις 1/2/1833 με μία από τις πρώτες αποφάσεις του Όθωνα σταμάτησαν τις εργασίες του Εθνικού Νομισματοκοπείου στην Αίγινα [4] και απεφάσισαν ότι το νέο νόμισμα της χώρας θα είναι πλέον η Δραχμή που από τότε έως το 2002 που την αντικατέστησε το ευρώ, πέρασε πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα και εμείς μαζί της περισσότερα…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οι εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν την 1/12/1821 στον ημιυπόγειο ναό του Αϊ-Γιάννη στο Άργος (ο σημερινός ναός του Αϊ-Γιάννη κτίσθηκε μετά το 1822 και περατώθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1829). Οι εργασίες της ξεκίνησαν άσχημα. Οι έριδες και ραδιουργίες έφεραν σε σύγκρουση τον Δ. Υψηλάντη και τον Θ. Κολοκοτρώνη με τους Μαυροκορδάτο και Νέγρη. Η δολοφονία στο Άργος εκείνες τις μέρες του Αντώνη Οικονόμου έκανε το Άργος ανάστατο. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι της Α’ Εθνοσυνέλευσης ένιωθαν μεγάλη ανασφάλεια γιατί ο στρατός είχε αγριέψει και τους απειλούσε. Έτσι αποφάσισαν να τη σταματήσουν και να μεταβούν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο) χωρίς τον Δ. Υψηλάντη και τον Θ. Κολοκοτρώνη. Εκεί άρχισαν εκ νέου οι εργασίες της από την 20/12/1821 και τέλειωσαν στις 16/01/1822. Ο Μαυροκορδάτος κυριάρχησε και εκλέχτηκε Πρόεδρος του Εκτελεστικού σώματος (προσωρινός πρωθυπουργός).

[2] Στις 25/04/1821, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασάς Μουσταφάμπεης ή Κεχαγιάμπεης με 3.500 Τουρκαλβανούς εισβάλει στο Άργος και επί 6 μερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει γυναίκες και παίρνει όσα γυναικόπαιδα βρήκε ως σκλάβους. Βλέπε: Αργολική Αρχ. Βιβλιοθήκη: Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821 μολύβδινη σκεπή τους.

[3] Δυστυχώς το κόστος παραγωγής κάθε αργυρού φοίνικα ξεπέρασε κατά πολύ την αξία που είχε σαν νόμισμα. Γι’ αυτό και σταμάτησε – μαζί με άλλους λόγους που κυρίαρχος ήταν η απουσία ασημιού- την παραγωγή του.

[4] Ό,τι έχει απομείνει από τα μηχανήματα αυτά βρίσκεται στη συλλογή της Εθνολογικής & Ιστορικής Εταιρείας της Ελλάδος. Μια μικρή πρέσα, βρίσκεται σήμερα δίπλα στα σκαλοπάτια της εισόδου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στην Αθήνα.

 

Βιβλιογραφία


  • Αναστάσιος Τζαμαλής, «ΤΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1828-1979», Εκδόσεις ΝΟΥΜΜΙΟ, Αθήνα 1981.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930 (Συλλογή Γ. Γιαννούση).
  • Κάρολος Μπρούσαλης, «Το Εθνικό Νόμισμα» εφημ. Έθνος (Ιανουάριος 2007).
  • Αλέξης Τότσικας, «Η Δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.
  • Πρότυπο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Βαρβακείου Σχολής, «Οι φοίνικες του Καποδίστρια: το πρώτο νόμισμα του νεώτερου ελληνικού κράτους», Απρίλιος 2013.

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κοινοβουλευτικές Ιστορίες «Οι Άγνωστες πτυχές του ’21»


 

Παρακολουθήστε το Σάββατο στις 9 το βράδυ, στον Τηλεοπτικό Σταθμό της Βουλής των Ελλήνων το ντοκιμαντέρ, «Κοινοβουλευτικές Ιστορίες» με θέμα την επανάσταση του 1821.

Οι κορυφαίες αλλά και οι «σκοτεινές» πλευρές του αγώνα, προβάλλονται σε ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ που επιμελήθηκε και παρουσιάζει ο Παναγιώτης Κάμπρας.

 

Σκηνή από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ.

 

Σκηνή από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ.

 

Στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, ο Γενικός Γραμματέας της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού, Αναστάσιος Τσάγκος, μας οδηγεί στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, τον αληθινό χώρο φυλάκισης του Κολοκοτρώνη, ενώ ο Πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης, Γιώργος Γιαννούσης, στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, μας μιλά για τη δολοφονία του πρώτου αρχηγού του ελληνικού κράτους Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Αναμνηστική φωτογραφία στο Παλαμήδι, από τα γυρίσματα της τηλεοράσεως της Βουλής, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Κοινοβουλευτικές Ιστορίες». Από αριστερά ο Γιώργος Γιαννούσης, Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού, στη μέση ο γνωστός δημοσιογράφος Τάκης Κάμπρας, δεξιά ο Τάσος Τσάγκος, Γενικός Γραμματέας της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.

 

«Άγνωστες πτυχές της Επανάστασης του 1821». Σάββατο 25 Μαρτίου 2017 στις 21:00, στον Τηλεοπτικό Σταθμό της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

«Φιλελεύθερη Επανάσταση», Διάλεξη του Αναπληρωτή Καθηγητή του ΕΚΠΑ κ. Αριστείδη Χατζή στο Ναύπλιο


 

Ο Ρήγας και ο Κοραής σε έργο του Θεόφιλου

Στα πλαίσια του εορτασμού της Επετείου της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας, συνδιοργανώνει με τον Δήμο Ναυπλιέων, το Ναυπλιακό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας και τον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» διάλεξη του Αναπληρωτή Καθηγητή του ΕΚΠΑ κ. Αριστείδη Χατζή με τίτλο: «Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Βουλευτικό την Κυριακή 26 Μαρτίου 2016 και ώρα 11.30 π.μ. με ελεύθερη είσοδο.

Ο Αριστείδης Χατζής είναι Αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο ΕΚΠΑ, Δρ. Δικαίου και Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Εργασίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Αρθρογραφεί στα μεγαλύτερα ΜΜΕ της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος το βιβλίο του «Φιλελευθερισμός». Ο κ. Χατζής είχε συμμετάσχει στο πρόσφατο Συνέδριο του Συνδέσμου μας για τον Γιώργο Θεοτοκά.

Read Full Post »

Επετειακές εκδηλώσεις μνήμης για τα 190 χρόνια από την «κατ’ επανάληψη» Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης


 

Στην Ερμιόνη θα πραγματοποιηθούν στις 11 και 12 Μαρτίου 2017 επετειακές εκδηλώσεις εξ αφορμής της συμπλήρωσης 190 χρόνων από το ιστορικό γεγονός της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, μέρος της οποίας διεξήχθη στην Ερμιόνη, από 18 Ιανουαρίου 1827 έως 17 Μαρτίου 1827.

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 1826 στην Επίδαυρο και διεκόπη με την αναγγελία της πτώσης του Μεσολογγίου (11/4/1826) μέσα σε κλίμα βαριάς δυσθυμίας και απογοήτευσης. Ανατέθηκε όμως σε δεκατριμελή επιτροπή, η οποία ονομάσθηκε «Επιτροπή της Συνελεύσεως» με Πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά, να μεριμνήσει για τη συνέχιση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης. Η Επιτροπή αυτή συγκάλεσε αρχικά τους πληρεξουσίους των Ελλήνων στον Πόρο για συνέχιση της διακοπείσης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου. Τελικά η σύγκληση δεν επετεύχθη λόγω διχασμού και εσωτερικών ερίδων των Ελλήνων εκείνη την περίοδο. Στη συνέχεια η Επιτροπή συγκάλεσε τους πληρεξουσίους στην Αίγινα. Όμως στην πρόσκληση αυτή ανταποκρίθηκε η μειοψηφία των πληρεξουσίων μαζί με την «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» υπό τον Ανδρέα Ζαΐμη. Η Εθνοσυνέλευση αυτή δεν συγκροτήθηκε ως Σώμα ούτε κρατήθηκαν πρακτικά.

Το Νοέμβριο του έτους 1826 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έρχεται στην Ερμιόνη και διαμένει στην οικία του Ερμιονίτη καπετάν Γιάννη Μήτσα. Ο γέρος του Μοριά επιλέγει την Ερμιόνη ως καταλληλότερο τόπο για σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και αρχίζει από εδώ να προσκαλεί και να πιέζει τους πληρεξούσιους να συγκεντρωθούν στην Ερμιόνη. Στο κάλεσμά του ανταποκρίνονται 147 πληρεξούσιοι ήτοι τα 2/3 των πληρεξουσίων των Ελλήνων ενώ οι αντιπολιτευόμενοι τον Κολοκοτρώνη μαζί με την «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» είχαν συγκεντρωθεί στην Αίγινα. Ο ανταγωνισμός δίχασε για άλλη μια φορά τους αγωνιστές…

 

Το Βουλευτικό οίκημα της Ερμιόνης

Το Βουλευτικό οίκημα της Ερμιόνης

 

Την ιστορική επέτειο θα τιμήσει με την παρουσία του, την Κυριακή 12 Μαρτίου 2017, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ), Κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος.

Το Σάββατο 11-3-2017 και ώρα 18:30 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού) θα πραγματοποιηθεί ομιλία σχετική με την ιστορική πορεία ζωής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και την συμβολή του στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, με ομιλητή τον κ. Παναγιώτη Πυρπυρή, Διδάκτορα Ιστορίας. Την εκδήλωση θα πλαισιώσει η Χορωδία του Μουσικού Συλλόγου Ερμιόνης υπό την διεύθυνση του μαέστρου κ. Τάκη Μανιάτη.

Την Κυριακή 12-3-2017 και ώρα 10:00 θα τελεστεί Αρχιερατική Δοξολογία στον Ι. Ναό των Ταξιαρχών χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κκ. Εφραίμ. Τον πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει ο κ. Ιωάννης Ησαΐας, φιλόλογος – ιστορικός.

Στις 10:30 ο ΠτΔ και οι προσκεκλημένοι θα επισκεφθούν το παρακείμενο του Ιερού Ναού Βουλευτικό οίκημα, στο οποίο έγινε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση και θα ξεναγηθούν από την Πρόεδρο του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης κα. Τίνα Αντωνοπούλου, φιλόλογο. Ο ΠτΔ θα κάνει τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής μαρμάρινης πλάκας.

Στις 11:20 στο Ηρώο θα ψαλεί επιμνημόσυνη δέηση. Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνου από τον ΠτΔ.

Στις 12:00 στο Δημοτικό Κατάστημα Ερμιόνης θα ανακηρυχθεί ο ΠτΔ ως Επίτιμος Δημότης του Δήμου Ερμιονίδας και θα του προσφερθεί το χρυσό κλειδί του Δήμου από τον Δήμαρχο κ. Δημήτριο Σφυρή.

Στις 13:00 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης θα παρατεθεί δεξίωση προς τιμήν του ΠτΔ.

Ο Δήμος Ερμιονίδας έχει εκδώσει βιβλίο του συγγραφέα Ιωάννη Ησαΐα με τίτλο «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση “κατ’ επανάληψη” στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)», το οποίο θα διανεμηθεί στους προσκεκλημένους. Στους δημότες θα διανεμηθεί την ημέρα παρουσίασής του, η οποία θα γίνει στην Ερμιόνη.

Οι επετειακές εκδηλώσεις συνδιοργανώνονται από τον Δήμο Ερμιονίδας, την Περιφέρεια Πελοποννήσου – Π.Ε. Αργολίδας, την Δ.Κ. Ερμιόνης, το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και τον Ερμιονικό Σύνδεσμο.

Read Full Post »

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου – Ομιλία του Δρ. Γεωργίου Κόνδη στην Αίθουσα Βουλευτικού στις 28 Νοεμβρίου 2015


 

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,

ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι

και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

 

Μέσα σε βάναυσα σκοτεινιασμένο χώρο, φτιαγμένο πρώτα ν’ αποθέτουν οι χριστιανοί με προσευχή τις ελπίδες του βίου τους, μεταλλαγμένο όμως σε χαμώγι όπου η μούχλα και η πνιγηρή σκόνη του χρόνου έχουν βασίλειο˙ με πρόσωπο θαμμένο κάτω από μπάλες πέτρινες ολέθρου˙ εκεί φως μυστικό ελπίδας ανάλαμψε στους τοίχους του και ο ψαλμός του Αγίου Ανδρέα ακούστηκε εξαγνιστικός, χρόνια πολλά μετά τον ερχομό της τυραννίας και της σκλαβιάς.

Μια εικόνα, λίγα εκκλησιαστικά σκεύη δανεικά από παρακείμενη εκκλησία κι ένα απλό σιδερένιο μανουάλι με κεριά. Κι ήταν το μεγαλείο του ναού απερίγραπτο, όσο απερίγραπτος είναι ο δεύτερος άθλος της αναγέννησής του και άλλο τόσο απερίγραπτη η απλότητα και η ταπεινή ευχαριστήρια επίκληση των νικητών στον Άγιο, που τους αξίωνε να ζήσουν μέρα τέτοιου θριάμβου.

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο λεβεντόπαπας Γιώργης Βελίνης γέμιζε με την κορμοστασιά του την ωραία πύλη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του Παλαμηδιού.  Μαζί με όλο το εκκλησίασμα έψαλαν και πάλι το απολυτίκιο για τη μεγάλη εορτή που είχε ξημερώσει. Την εορτή του Αποστόλου Ανδρέα. Την εορτή της μεγάλης χαράς για το Ανάπλι και τους Έλληνες. Δεν πρόδιδε τούτη η λιόλουστη μέρα όσα είχαν προηγηθεί. Ούτε τα πρόσωπα του παπά και των άλλων αγωνιστών πρόδιδαν αγώνα, κούραση, αγωνία. Ίχνος ρυτιδιασμένου προσώπου δεν υπήρχε. Όλων τα πρόσωπα έλαμπαν. Πρώτος και καλύτερος ο καπετάνιος της μεγάλης νίκης ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ζωσμένος ακόμα τ’ άρματά του όπως και οι άλλοι συντρόφοι του, με πρόσωπο λαμπερό και σώμα ανδρείο παρουσιαζόταν μπροστά στον Άγιο να τον ευχαριστήσει που στάθηκε αρωγός σε τούτη την υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δίπλα του γαλήνιος ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, ένιωθε βαθιά μέσα του τη χαρά της δικής του αντρειοσύνης. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που κάνοντας μέσα στο βροχερό σκοτάδι το σταυρό του, σαλτάρισε στο τείχος του προμαχώνα Γκιουρούς-τάμπια και έδωσε σινιάλο για να αρχίσει η απελευθέρωση του Παλαμηδιού. Και τώρα τίποτα δεν έδειχνε στο πρόσωπό του την ένταση εκείνων των στιγμών. Δίπλα σ’ αυτόν χαρούμενος και ντούρος σαν όλα τα παλικάρια, ο γέροντας Μανόλης Σκρεπετός. Ο Κρανιδιώτης αγωνιστής, γνώστης βήμα προς βήμα του Παλαμηδιού, εκείνος που κάτω από τον τεράστιο σωρό από λίθινες μπάλες έφερε στο φως της  λιόλουστης μέρας το ναό. Και σαν ο Απόστολος, αλαφρωμένος από το βάρος τόσων χρόνων να τον ευχαριστούσε, έβαζε το φως των κεριών από το μανουάλι να τονίζει τη γαλήνια σοφία που ανάβλυζε από το καθαρό πρόσωπο του γέροντα. Δίπλα και παραδίπλα του και σ’ όλο το εκκλησάκι που φωτιζόταν από τα κεριά και τα λαμπερά πρόσωπα, έστεκαν τα παλικάρια που πήραν μέρος σε τούτονε τον άθλο. Και παραέξω στην αυλή άλλοι πολλοί ευχαριστούσαν τον Απόστολο που τους ξημέρωσε σε τέτοια ένδοξη μέρα. Ο παπα-Βελίνης τους μοίρασε στο «Δι’ ευχών» το λιγοστό αντίδωρο που σαν από θαύμα άρτων έφτασε για όλους και τους ζήτησε να ψάλουν όλοι μαζί το μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα πριν πάρουν την κατεβασιά για την πόλη, εκεί όπου οι συζητήσεις για το αύριό της θα δυνάμωναν ξανά την αγωνία.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής

χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,

χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου

Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 

Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εις ανάμνησιν, είναι μια ιστορία ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ. Από εκείνες τις μεγάλες που έκαναν τούτο τον τόπο να περάσει από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Από εκείνες που τάραζαν τους τυράννους  όταν οι Έλληνες τις έκαναν πράξη, καθώς φαινότανε στα μάτια τους αδύνατον να γίνουν από θέληση και σώμα ανθρώπου και δεν λογάριαζαν πως στις αποκοτιές είναι η ψυχή που έχει τον πρώτο λόγο και κείνη που οδηγεί μυαλό και σώμα.  Από εκείνες, τέλος, τις αποκοτιές, που ύμνησε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης χαράζοντας διαχρονικά τις λέξεις του πάνω στην Ιστορία : «Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν». Ταράχτηκαν γιατί ο ίδιος ο ξεσηκωμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη αποκοτιά που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους  μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και να που τώρα ερχόταν να προστεθεί μια ακόμη και να αμφισβητήσει την άτρωτη δύναμη της τυραννίας.

Ποια δύναμη μπορούσε να οπλίσει με τόσο κουράγιο και παράτολμο θάρρος τις καρδιές του Σταϊκόπουλου και των συντρόφων του ώστε, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου να ξεκινήσουν κάτω από συνεχή βροχή για να καταλάβουν το Παλαμήδι και να φέρουν στον Εθνικό ξεσηκωμό μια περίλαμπρη νίκη στο αρχικό και δύσκολο ξεκίνημά του.

Στις πάνω βίγλες του Παλαμηδιού δυο σκιές που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, τριγυρνούσαν από βίγλα σε βίγλα με την ίδια απορία. Ο Αυγουστίνος Σαγρέδος διοικητής τ’ Αναπλιού στο όνομα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από το 1711 και δίπλα του ο φημισμένος για τις οχυρωματικές κατασκευές του αρχιτέκτων-μηχανικός Λασάλ που ανέλαβε την κατασκευή του Παλαμηδιού.  Πέρασαν μήνες και χρόνια να φτιάξουν κάστρο άπαρτο από τις μεγάλες και δυνατές στρατιές των Τούρκων και να που λίγοι επαναστατημένοι Έλληνες ανέτρεπαν τώρα το μεγαλείο του έργου τους. Όσο κι αν επιθεωρούσαν τα τείχη για να εξηγήσουν στρατιωτικά τα γεγονότα, λογική εξήγηση δεν έβρισκαν, καθώς η ψυχή του αντρειωμένου είναι άυλη και μόνο με ψυχή μπορείς να καταλάβεις τους άθλους της.

Και την ψυχή αυτή εκφράζει ο λόγος του Στάικου στα παλικάρια του λίγο πριν προσπαθήσουν για μια ακόμη αλλά τελευταία φορά να καταλάβουν το κάστρο το άπαρτο :

 

«Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι».

Καμπόσους αιώνες μετά, το 2000, ο κ. Ιωάννης Δρούλιας πλέκοντας το εγκώμιό του Στάικου που περιλαμβάνεται στην «Ανάμνηση του Ζατουνίτη Σταϊκόπουλου ως πορθητή του Παλαμηδίου»  μέρος της οποίας ακούστηκε σε τούτη την αίθουσα, θα επαναλάβει με όρους γλωσσολογικούς το ίδιο ερώτημα, την ίδια απορία : «Το Παλαμήδι ως «μέγα τείχος» – «τείχος και οχύρωμα» δυσπόρθητο, ήταν «άρρηκτον (ακατάλυτο) τείχος», καταφανώς απόρθητο και κατά λέξη «ανάλωτον» (δηλονότι αδύνατον να αλωθεί, ήτοι να κυριευθεί). Παρά ταύτα, η αδιανόητη, αδύνατη, απίθανη και απροσδόκητη άλωση ( = κατάληψη, κατάκτηση, κατακυρίευση) του Παλαμηδίου επιτελέσθηκε. Πως επιτελέσθηκε αυτή η εκπόρθηση;»

Παρ’ ότι τα γεγονότα είναι γνωστά και υπάρχει, μεταξύ άλλων σημαντικών μελετών, η κλασική πια «Ναυπλία» του Μιχαήλ Λαμπρινίδη και πιο πρόσφατα το εξαιρετικό ιστορικό του κ. Πάνου Λαλιάτση, θα παρακολουθήσουμε ένα σύντομο χρονικό καταγεγραμμένο σε ένα κείμενο σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποτελεί όμως μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες και περισσότερο έγκυρες καταγραφές της Επανάστασης. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του Νικολάου Σπηλιάδη ο οποίος σημειώνει πως ο Στάϊκος λίγες μέρες πριν την προσπάθεια κατάληψης του κάστρου είχε ήδη «κατασκευάσει αναβάθρας, έχων σκοπόν να κυριεύσει εξ εφόδου το Παλαμήδι». Το βράδυ όμως εκείνο χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες μιας γυναίκας και δυο ανδρών τουρκαλβανών, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς μην πρόκειται για παγίδευση, ο Στάικος και τα παλικάρια του παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.

 

«Ο δε ρηθείς Μοσχονησιώτης», γράφει ο Σπηλιάδης, «προβάλλει ν’ αναβή πρώτος αυτός, προσφέρων εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος. Τους λέγει δε, αν ακούσωσι κρότον πιστόλας, να πιστεύσωσιν ότι εφονεύθη από τους Τούρκους˙ και αν τον ακούσωσι κραυγάζοντα, να εικάσωσιν ότι συνελήφθη ζων και να φύγωσιν. Επομένως αποφασίζουσι να παρακολουθήσωσι τριακόσιοι πενήντα στρατιώται˙ ο μεν Στάικος με πενήντα σωματοφύλακας˙ ο δ’ αδελφός του Αθανάσιος με διακοσίους εβδομήντα και ο Γκομπερνάτης με τριάντα τακτικούς.

Εκινήθησαν δε προς το Παλαμήδι και αφού επλησίασαν εις θέσιν κατάλληλον, ίστανται, και ο Μοσχονησιώτης προχωρεί με μιαν αναβάθραν, την οποίαν φέρουσι καλόγηρός τις Μεγαλοσπηλαιώτης, καλούμενος Παφνούτιος και Έλλην τις, Πορτοκάλης ονόματι, και την βάλλουσιν εις το τοίχος του προμαχώνος Γκιουρούς τάμπια. Ανεβαίνει δ’ ο Μοσχονησιώτης, παρατηρεί,… επικαλείται την βοήθειαν του Εσταυρωμένου και προπατεί ακροποδιτί….».

Η κατάληψη του προμαχώνα του Αχιλλέα (Γκιουρούς τάμπια) αναίμακτα, θα δώσει φτερά στους μαχητές. Οι πύλες ανοίγουν και οι προμαχώνες καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο: Φωκίων (Ταβίλ τάμπια), Θεμιστοκλής (Καρά τάμπια), Φρουραρχείο (Διζδάρ τάμπια), Επαμεινώνδας (Σεϊτάν τάμπια), Μιλτιάδης (Μπαζιργιάν τάμπια), Λεωνίδας (Τοπράκ τάμπια) και η κοινώς λεγομένη Αναβάθρα ή Ρομπέρ (Δενίζ καπού). Ο Σταϊκόπουλος έχει δώσει εντολές να μην ανοίξει μύτη όπου οι Τούρκοι παραδίδονται και μάλιστα στον προμαχώνα Μιλτάδη, όπου έχουν συγκεντρωθεί όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στην πόλη, με σκοπό να ανατιναχθούν με την πυρίδα που διαθέτουν, διαδραματίζεται η παρακάτω σκηνή με τον Σταϊκόπουλο :

«εξελθών ολίγον προ της πύλης, όθεν ευκόλως ακούεται και προσκαλέσας τους αρχηγούς και τους προκρίτους, τους ελάλησε με τρόπον φιλάνθρωπον και τους εβεβαίωσε δια την ασφάλειαν της ζωής και της τιμής των και συνάμα αφήκεν ελευθέρους τους εν τω προμαχώνι Μπαζιργιάν τάμπια και κατήλθον εις την πόλιν όλως ανεπηρέαστοι και τους καθησύχασε».

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Το πρωινό της 30ης Νοεμβρίου η βροχή έχει τελειώσει και ένα λαμπρός ήλιος χαρίζει γιορταστικές ανταύγειες στα τείχη του Παλαμηδιού. Μια μεγάλη νίκη ξημέρωσε για την ελληνική επανάσταση και ένας άθλος προστέθηκε στην ιστορική της πορεία. Με εξαίρεση την πτώση από την σκάλα και τον τραυματισμό του αρχιμανδρίτη Διονύσιου Βυζαντίου που ακολουθούσε το Μοσχονησιώτη στην κατάληψη του προμαχώνα Θεμιστοκλή (Καρά τάμπια) δεν άνοιξε μύτη και ούτε σκηνές αντεκδίκησης από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγράφονται.

Όταν κατελήφθη και ο τελευταίος προμαχώνας χωρίς αντίσταση περιγράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης:  «οι Τούρκοι προφθάσαντες έφυγον δια της προς την θάλασσαν πύλης και κατήλθον εις την πόλιν. Επειδή δε εις τις εξ αυτών επιστόλισεν, ήρχισαν τας ιαχάς οι Έλληνες και τότε ηκούσθη μεγάλη οχλοβοή εις το Ναύπλιον, ένθα οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, ήρχισαν να θρηνώσι και να οδύρωνται, καθόσον νομίζουσιν εαυτούς απολωλότας, φέροντες κατά νουν την αθέτησιν των προ ολίγου γενομένων συνθηκών, τα απειλάς του Κολοκοτρώνη και τα φρικτά εν Τριπολιτσά εκ της εφόδου πηγάσαντα δεινά».

Στην πιο σκληρή μάχη, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους άθλους της ελληνικής επανάστασης, η Ιστορία πρέπει να υπογραμμίσει με εντονότερα γράμματα το έλεος και τη φιλανθρωπία που επέδειξαν οι νικητές στους ηττημένους.

«Οι δ’ Έλληνες», σημειώνει και πάλι ο Σπηλιάδης, «εδόξασαν τον Παντοδύναμον, όστις τους εχάρισε  πάλιν το εξακουστόν φρούριον του Ναυπλίου, το οποίον θ’ αποκατασταθή επομένως καθέδρα της Κυβερνήσεως και άσυλον των Ελλήνων και εις το οποίον η Ελλάς θα χρεωστή κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν της».

Η κατάληψη του Παλαμηδιού αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης. Το μέγεθος και η βαρύτητα του γεγονότος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκαλώντας το θαυμασμό στις εχθρικές προς την επανάσταση ηγεσίες και τη χαρά στους φιλελληνικούς κύκλους.

O Γάλλος λοχαγός Gracy γράφει σε έκθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου 1822 : Το Ανάπλι εκυριεύθη και τώρα έχουμεν εκτός από το φοβερόν φρούριον και λιμένι θαυμάσιον δια τα καράβια μας» και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις που προκάλεσε το γεγονός στην Ευρώπη σημειώνει : «Το Ναύπλιον, το Γιβραλτάρ τούτο της Πελοποννήσου, ού ο λιμήν προστατευόμενος υπό της νησίδος του Βουρτσίου δύναται να περιλάβη εν ασφαλεία εξακόσια περίπου πλοία, περιελθόν ήδη εις τας χείρας των Ελλήνων εξασφαλίζει εντελώς την εν Πελοποννήσω επικράτησιν αυτών».

Ταυτόχρονα, η νίκη αυτή φώτισε σε μια δύσκολη αρχική περίοδο του Εθνικού Ξεσηκωμού τη σημασία της προσωπικότητας των ανθρώπων που ανέλαβαν το βάρος της αποκοτιάς και οδήγησαν την πατρίδα και το λαό της βήμα βήμα στην ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωριστή βέβαια θέση κατέχει η προσωπικότητα του Σταϊκούλη και δεν είναι τυχαία η χρήση του χαϊδευτικού, ακόμη σήμερα, που υπογραμμίζει αυτή τη θέση στις καρδιές των ανθρώπων και όχι μόνο της Ιστορίας. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας και από νεαρή ηλικία γνωστός για τις δεξιότητές του στο εμπόριο, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έμπορο και να γευτεί τα οφέλη μιας πλούσιας και ήρεμης ζωής.

Ο Σταϊκόπουλος όμως ήταν φτιαγμένος από άλλα υλικά. Από εκείνα που η Ιστορία ρίχνει στην ανθρώπινη πάστα για να φτιάξει άτομα ξεχωριστά που προσανατολίζουν και οδηγούν τους λαούς μέσα από τα σκοτάδια στα μεγάλα της ξέφωτα. Εκεί όπου η Δόξα δίνει στους ήρωες το ζηλευτό φιλί της.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κωστούρος θα αποτυπώσει τη στιγμή με τον καλύτερο τρόπο στους στίχους του.

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντά μας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης

που δέχτηκες στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Αντί λοιπόν για εμπορικό οίκο, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο νέος από τη Ζάτουνα της Γορτυνίας, θα χρηματοδοτήσει την οργάνωση  στρατιωτικού σώματος και θα πάρει μέρος στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Έθνους. Μόλις 24 ετών θα γίνει, όπως γράφει ο Φωτάκος, «παντοτεινός πολιορκητής του Ναυπλίου» και η Ιστορία θα τον ανταμείψει, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την κατάληψη του φημισμένου κάστρου του Παλαμηδιού και την απελευθέρωση της πόλης. Ο πρώτος λοιπόν και μεγαλύτερος βαθμός στο άνθος της νεαρής του ηλικίας ήταν «Στάικος Σταϊκόπουλος ο Πορθητής» και δευτερευόντως εκείνος του χιλιάρχου και του στρατηγού. Ως Πορθητής περνάει στην Ιστορία και με τον άθλο αυτό του Πορθητή φτάνει στ’ αυτιά και τις καρδιές των επαναστατημένων Ελλήνων. Ήδη πριν από αυτό, η επίσημη αναγνώριση της δράσης του καταγράφει στα  έγγραφα απόδοσης τιμής και στρατιωτικού βαθμού την πραγματική αξία του αγωνιστή :

Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη…

Το επίσημο δε κείμενο της αγγελίας της μεγάλης νίκης που φτάνει σε όλες τις πόλεις και τις φρουρές της επαναστατημένης χώρας εκφράζει ταυτόχρονα και τη χαρά των Ελλήνων για ένα σημαντικό βήμα στο δίκαιο αγώνα τους και τους εμψυχώνει για να συνεχίσουν νικηφόρα:

«Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Διακηρύττει: Μεθ’ ημών ο Θεός…. Η ανδρεία και η φρόνησις του γενναιοτάτου μας χιλιάρχου Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξεν πορθητήν. Εκυρίευσε το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον. Εις τα εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι, κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του Σταυρού. Χαίρετε Έλληνες, νέοι, χαίρετε!

Ερμιόνη 1 Δεκεμβρίου 1822. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Χαμηλά στα πόδια του Παλαμηδιού ακούγονταν χαρούμενα στίχοι τραγουδισμένοι από δεκάδες στόματα παλικαριών :

«Όλα τα κάστρα κι αν χαθούν και όλα κι αν ρημάξουν

Το Παλαμήδι τόμορφο Θεός να το φυλάξη»

Ο Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Θανάσης, ο παπα-Γιώργης Βελίνης, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, ο γερο-Μανόλης Σκρεπετός, ο Μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Παφνούτιος, ο Πορτοκάλης και ολόκληρο το εκκλησίασμα του Αγίου Ανδρέα, είχαν ήδη φτάσει στο κέντρο τ’ Αναπλιού όπου κορυφωνόταν η αγωνία για τις ώρες και τις μέρες που έρχονταν.

Στην πόλη οι συζητήσεις του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που είχε στο μεταξύ φτάσει με μήνυμα του Σταϊκόπουλου, με τους αγάδες είχαν σχεδόν καρποφορήσει. Ο Γέρος του Μοριά ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επανάληψη της αιματοχυσίας που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς  αμαυρώνοντας τη νίκη των Ελλήνων στα μάτια των ξένων. Οι  αγάδες είχαν συμφωνήσει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι με πλοία ελληνικά στα μικρασιατικά παράλια χωρίς τον οπλισμό τους. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα και συμφωνημένα, όπως μας μεταφέρει την εικόνα ο Μιχαήλ Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» του,  ένας Αλβανός αγάς αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα απειλώντας μάλιστα να πάρει τους άντρες του και να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα στην πόλη και την γύρω περιοχή. Οργισμένος ο Κολοκοτρώνης του απάντησε μ’ εκείνους τους αξεπέραστους συμβολισμούς της ελληνικής αποκοτιάς που χαράζουν και θα χαράζουν τα βήματα του Έθνους μέσα στην Ιστορία: «Ετούτη την πατρίδα αν μπορείτε κάφτε την! Οι πατέρες μας την έφτιασαν κι εμείς πάλι την ξαναφτιάνουμε…».

Χρόνια πολλά στο Ναύπλιο

Στην Αργολίδα.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους εσάς.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »