Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Η πρόσληψη της αρχαιότητας ως μέσον προβολής του οίκου των Wittelsbacher: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Κοντά στον τόπο αποβίβασης του Όθωνα, στον πρώτο οργανωμένο προσφυγικό οικισμό της χώρας, την Πρόνοια του Ναυπλίου, σμίλευσε ο Βαυαρός γλύπτης Christian Siegel ένα μνημείο στον βράχο, εις μνήμην των Βαυαρών στρατιωτών που απεβίωσαν από τύφο στην περιοχή, κατά τα έτη 1833-34. Το μνημείο, σε μορφή θνήσκοντος λέοντος, φιλοτεχνήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, κατόπιν παραγγελίας του Λουδοβίκου Α’, ο οποίος ανέλαβε και τη δαπάνη του (1840- 41). Ο λέων των Βαυαρών είναι σχεδόν πιστό αντίγραφο του λιονταριού που σχεδίασε ο διαπρεπής Δανός γλύπτης του κλασικισμού, Bertel Thorvaldsen, εις μνήμην των πεσόντων Ελβετών στις Tuillerie και κατασκεύασε ο Lucas Ahorn το 1820/21 στην Λουκέρνη. Η σύνθεση όμως του Thorvaldsen στηρίζεται σε ένα αρχαίο πρότυπο, που έφερε στο φως στην Κέα ο Charles Robert Cockerell. Πρόκειται για τον μνημειώδη λέοντα της Ιουλίδας της Κέας, λαξευμένο επίσης στον φυσικό βράχο, τον πρωιμότερο από τους αρχαϊκούς λέοντες των Κυκλάδων (α’ μισό 6ου αι. π.Χ.). Ο αποθνήσκων λέων του Sie­gel στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου επαναλαμβάνει σχεδόν πιστά το μοτίβο του αρχαϊκού λιονταριού της Κέας, συμβολίζοντας προφανώς τον αιώνιο θάνατο των εκλιπόντων Βαυαρών. Έτσι επιστρέφει ένα αρχαίο μοτίβο ως καλλιτεχνικό αντιδάνειο μέσω του ευρωπαϊκού κλασικισμού και πάλι στον τόπο της καταγωγής του.

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ]

 

Με αφορμή την ανάθεση του λέοντος των Βαυαρών από τον Λουδοβίκο Α’ στην Πρόνοια του Ναυπλίου, θα εξετάσουμε τον ρόλο που έπαιξε η πρόσληψη της αρχαιότητας, όπως μαρτυρούν τα τρία μνημεία που στήθηκαν σε ανάμνηση του αποχαιρετισμού του από την πατρίδα του, τη Βαυαρία (κίονας του Όθωνα στο Ottobrunn του Μονάχου, μνημείο της Θηρεσίας στο Bad Aibling της Βαυαρίας και παρεκκλήσι του Όθωνα στο Kiefersfelden, κοντά στα σύνορα της Βαυαρίας με την Αυστρία) και στο Ναύπλιο (Μνημείο των Φιλελλήνων), ως μέσον προβολής του νεοσυσταθέντος οίκου των Wittelsbacher (1806).

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το παράδειγμα του λέοντος των Βαυαρών στον συνοικισμό Πρόνοια του Ναυπλίου

 

Read Full Post »

150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου


 

  Το Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας και

η Οργανωτική Επιτροπή των εκδηλώσεων για τα

150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση

σας προσκαλούν στο Βουλευτικό,

την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014, ώρα 12.00

στην παρουσίαση του 8ου τόμου των ΝΑΥΠΛΙΑΚΩΝ ΑΝΑΛΕΚΤΩΝ

με τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου 12-14 Οκτωβρίου 2012

για τα 150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση.

 Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ του Φώτη Κωνσταντινίδη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898). Μια θρυλική ηρωίδα.

Μετά το πέρας της εκδήλωσης θα διανεμηθεί ο τόμος στο κοινό.

 *****

Nafpliaka-AnalektaΗ αφετηρία των εορτασμών των 150 χρόνων από τη Ναυπλιακή Επανάσταση κατά τη διάρκεια του 2012, βρήκε μεγάλο μέρος του κοινού αμήχανο καθώς συνειδητοποιούσε την έλλειψη γνώσης σχετικά με αυτό το σταθμό της τοπικής μας ιστορίας. Για αρκετούς ήταν ένα παντελώς άγνωστο ιστορικό επεισόδιο.

Το 2012 ξεκίνησε με την παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του κ. Τάσου Γούναρη και έκλεισε με την οργάνωση Επιστημονικού Συμποσίου που φώτισε  ποικίλες πτυχές της Ναυπλιακής Επανάστασης και της οθωνικής περιόδου και πραγματοποιήθηκε στο Βουλευτικό στις 12-14 Οκτωβρίου 2012. Μία συμπυκνωμένη εκδοχή του συμποσίου παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με το σύλλογο απανταχού Ναυπλιέων Ο Ναύπλιος, στις 21 Νοεμβρίου 2012.

Κατά τη διάρκεια του 2013 η Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν και πάλι παρούσα στην πόλη μας, μέσα στο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης που φιλοξενούσε την έκθεση Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862), η οποία παρατάθηκε χάρη στο έντονο ενδιαφέρον του κοινού. Συγχρόνως η Ναυπλιακή Επανάσταση ήταν ζωντανή για τα παιδιά μας που την προσέγγισαν γνωστικά και βιωματικά μέσα από προγραμματισμένες εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες κατά τα σχολικό έτος 2012-2013.

Η φετινή επέτειος των 152 χρόνων από τη Ναυπλιακή Επανάσταση την 1η Φεβρουαρίου 2014 μας βρίσκει ενημερωμένους αλλά και πλουσιότερους. Δεσμευτήκαμε να αφήσουμε κάτι στην πόλη και στους νεότερους ως απότοκο της συγκινητικής συστράτευσης στο σκοπό της ανάδειξης της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862. Το Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας μας εξασφάλισε την οικονομική δυνατότητα να εκδώσουμε τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου στον καινούριο τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Τα τυπωμένα πρακτικά (583 σελίδες) θα συντροφεύουν τους μελετητές του Ναυπλίου, αφού αναδεικνύουν πολλά από τα μεγάλα ζητούμενα της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής και στρατιωτικής ιστορίας του. Οι χαιρετισμοί και οι απολογισμοί του συμποσίου που επίσης περιλαμβάνονται στον τόμο, αναφέρουν την πολύπλευρη στήριξη στο σύνθετο εγχείρημα που προσφέρθηκε από χορηγούς, φορείς, συλλόγους, πολίτες, εθελοντές, επαγγελματίες της πόλης μας, εκπαιδευτικούς, συλλέκτες και επιστήμονες. Εκτιμούμε τη γενναιοδωρία τους ειδικά όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν είναι από την πόλη μας, όπως οι σύνεδροι που και μετά το συμπόσιο συνέχισαν να εργάζονται για να παραδώσουν τα κείμενα των εισηγήσεών τους, επεξεργασμένα και εμπλουτισμένα ώστε να συναποτελέσουν έναν τόμο με επιστημονική τεκμηρίωση και εμβάθυνση στην ιστορία του τόπου μας.

Με μεγάλη χαρά προσφέρουμε στους φίλους της πόλης, ντόπιους και μη, ένα άρτια επιμελημένο τόμο με 24 μελέτες, πίνακα περιεχομένων, υποσημειώσεις, βιβλιογραφικές αναφορές, σημαντικό εικονογραφικό υλικό και ευρετήριο. Επίσης στον τόμο καταγράφονται όλα τα βήματα οργάνωσης του εορτασμού, όλες οι εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν, όλοι όσοι συμμετείχαν με κάθε τρόπο, απεικονίζεται το έντυπο υλικό που παράχθηκε και αναφέρεται το ηλεκτρονικό και οπτικοακουστικό υλικό που παραδώσαμε.

Πνευματικό  Ίδρυμα                                 Κώστας Χελιώτης

Ιωάννης Καποδίστριας                             Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής –                                                       150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση

Read Full Post »

Ο θάνατος του Μάρκου ΜπότσαρηΆγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

  

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Λάδι σε μουσαμά, 54 χ 73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη - Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Πρόκειται για έργο λαϊκού ζωγράφου, το οποίο μεταφέρει στον θεατή όλο τον πόνο και την απελπισία των συντρόφων του Μάρκου Μπότσαρη για τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εδώ ο βου­βός πόνος των ακίνητων σκυφτών μορφών και ένα λάβαρο που δεν ανεμίζει πια, αλλά βρίσκεται υποσταλμένο στα χέρια ενός αγωνιστή, καταγράφουν την οδύνη και την απελπισία των παλικαριών. Η σκηνή τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα στον χώρο όπου διαδραματίστηκαν τα τραγικά γεγονότα, όπως υποδηλώνουν τα απόκρημνα βουνά και προπαντός το τεράστιο δέντρο που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της σύνθεσης. Η παρουσία του μάλιστα, δεν είναι ίσως άσχετη με τις φιλολογικές πηγές στις οποίες ο Μπότσαρης αναφέρεται ως ο «λαοσώστης της Ελλάδος πλάτανος»*.

* Μυκονιάτης Γ. Ηλίας, «Το εικοσιένα στη ζωγραφική. Συμβολή στη μελέτη της εικονογραφίας του Αγώνα», διδακτορική διατριβή, σελ. 53, Θεσσαλονίκη 1979. 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική


 

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου – Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας – Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη – Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας – Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος.

 

Η γλυπτική από τη φύση της εκπληρώνει το υψηλότερο όραμα της τέχνης. Την υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, την κατάκτηση της αιωνιότητας, τη διάρκεια. Λόγω της αντοχής των υλικών της, προοριζόταν κυρίως για τον ανοιχτό, υπαίθριο χώρο. Τα υπαίθρια γλυπτά έχουν αξία καλλιτεχνική αλλά και διδακτική, γιατί προβάλλουν πρότυπα και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Λόγω της καλλιτεχνικής και της ιστορικής τους σημασίας θεωρούνται και είναι μνημεία, αφού με τον όρο «μνημείο» χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο που χρησιμεύει στη διαιώνιση της μνήμης ενός ή πολλών προσώπων, ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Μνημείο γίνεται ό,τι αξίζει να διασωθεί από τη λήθη και να μείνει στη μνήμη.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Τα δημόσια γλυπτά είναι μια ξεχωριστή κατηγορία έργων τέχνης. Θα τα βρούμε στις πλατείες, στα πάρκα, σε κάθε είδους δημόσιους χώρους, σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Το γλυπτό έργο τέχνης  φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του, τοποθετείται σε χώρο, που γίνεται το άμεσο περιβάλλον του και  καλείται  να «συνομιλήσει» με το θεατή. Η επιλογή του χώρου είναι καθοριστική για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα και την ένταξη του γλυπτού στο περιβάλλον. Τα κριτήρια επιλογής του αφορούν είτε την ιστορική σύνδεση του χώρου με το τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός, είτε αρχιτεκτονικές και χωροταξικές παραμέτρους. Τη συνολική, βέβαια, εικόνα του γλυπτού επηρεάζουν οι διαρρυθμίσεις του περιβάλλοντος χώρου, το πράσινό, ο φωτισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση των πεζών καθώς και το βάθρο, το οποίο άλλοτε αναβαθμίζει και άλλοτε υποβαθμίζει το έργο τέχνης.

Οι έφιπποι ανδριάντες είναι μνημειακές παρουσιάσεις ενός ιππέα με το άλογό του σε ποικίλους βηματισμούς. Είναι Φιλοτεχνημένοι κυρίως σε ορείχαλκο, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητά τους. Το παλαιότερο σωζόμενο έφιππο άγαλμα ανήκει στην αρχαϊκή εποχή και είναι ο επονομαζόμενος «Ιππέας Rampin», που είχε βρεθεί σε μια πλαγιά της Ακρόπολης των Αθηνών. Έχει φιλοτεχνηθεί από μάρμαρο γύρω στο 560 π. Χ. και απεικονίζει κούρο ιππέα πάνω στο άλογό του.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Στην αρχαία Ρώμη έφιπποι ανδριάντες αναγείρονταν προς τιμήν αυτοκρατόρων, πολιτικών ανδρών και στρατιωτικών ηγετών. Σήμερα το μόνο σωζόμενο δείγμα της εποχής εκείνης είναι ο μπρούντζινος έφιππος ανδριάντας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, που χρονολογείται από το 2ο μ. Χ. αιώνα. Παλαιότερα, ο ανδριάντας στεκόταν σ’ ένα βάθρο στο κέντρο της Πλατείας του Καπιτωλίου στη Ρώμη, που είχε διαμορφώσει το δέκατο έκτο αιώνα ο Μιχαήλ Άγγελος. Σήμερα στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα αντίγραφο του έφιππου ανδριάντα του Μάρκου Αυρηλίου, ενώ το πρωτότυπο φυλάσσεται στο Μουσείο του Καπιτωλίου.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Από τα σημαντικότερα δείγματα έφιππων ανδριάντων της αναγεννησιακής Ευρώπης είναι ο χάλκινος ανδριάντας του Βενετσιάνου Έρασμο ντα Νάρνι, γνωστού ως Γκαταμελάτα, φιλοτεχνημένος από το Φλωρεντινό γλύπτη Ντονατέλο, που βρίσκεται σήμερα στην  Πάντοβα της Ιταλίας. Το άγαλμα αυτό στήθηκε στο βάθρο του το 1453 και απεικονίζει τον Γκαματελάτα με πανοπλία και με σκήπτρο εξουσίας στο υψωμένο δεξί του χέρι. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους έφιππους ανδριάντες της Αναγέννησης, αφού υπήρξε ο πρόδρομος όλων των έφιππων μνημείων, που φιλοτεχνήθηκαν έκτοτε.

Στα νεότερα χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, έφιπποι ανδριάντες αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, ηγεμόνων και στρατιωτικών ηγετών, φιλοτεχνημένοι κυρίως από χαλκό, συνωστίζονται στις ευρωπαϊκές πόλεις. Χαρακτηριστικός είναι ο έφιππος ανδριάντας του Μεγάλου Πέτρου, επονομαζόμενος «Μπρούτζινος Καβαλάρης», στην Πλατεία  των Δεκεμβριστών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας

Στη νεότερη Ελλάδα η υπαίθρια γλυπτική με έφιππους ανδριάντες σε δημόσιους χώρους είναι διαδεδομένη και σήμερα υπάρχουν συνολικά 15 έφιπποι ανδριάντες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, που στήθηκαν όλοι κατά τον 20ο αιώνα.

Συγκεκριμένα ο ανδριάντας του Βασιλιά Κωνσταντίνου, φιλοτεχνημένος το 1938, στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως στην Αθήνα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1966) στον Κήπο του Ζαππείου, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο στην Αθήνα, του στρατάρχη και πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξανδρου Παπάγου στη λεωφόρου Μεσογείων στην Αθήνα, του στρατηγού Στέφανου Σαράφη (2001) στον Άλιμο Αττικής του Βασιλιά Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη, ο μοναδικός στην Ελλάδα έφιππος ανδριάντας από μάρμαρο,  ο ανδριάντας του Μωχάμετ  Άλυ στην Καβάλα, που στήθηκε το 1934, δύο έφιπποι ανδριάντες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Παραλία της Θεσσαλονίκης (1973)  και στην Έδεσσα,  του Νικολάου Πλαστήρα (1987) στην Καρδίτσα, του βασιλιά Πύρρου της Ηπείρου στην  Άρτα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1990) στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας, γενέτειρα του Καραϊσκάκη, και πιο πρόσφατος  (2010) έφιππος ανδριάντας του Συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή,  ήρωα του 1940 στο αλβανικό μέτωπο, στην Πλατεία Φριζή στη Χαλκίδα.

Τιμητική θέση στον τομέα αυτό έχει ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός γέρος του Μωριά, με τέσσερις συνολικά έφιππους ανδριάντες. Έναν στο Ναύπλιο (1901) και έναν στην Αθήνα (1904) φιλοτεχνημένους από τον ίδιο γλύπτη, το Λάζαρο Σώχο, έναν στην Τρίπολη (1971), έργο του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου, και έναν στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας, γενέτειρας του Κολοκοτρώνη (2007).

 

Ο Λάζαρος Σώχος

 

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο μαζί με το αντίστοιχό του στην Αθήνα φιλοτέχνησε ο ίδιος γλύπτης, ο Λάζαρος Σώχος (1862-1911), ένας διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1862 στο χωριό Υστέρνια της Τήνου από φτωχή αγροτική οικογένεια. Σε ηλικία εννέα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιο θείο του, λιθοξόο το επάγγελμα. Μπήκε στην τέχνη και έμαθε τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillement, όπου κατέκτησε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των δασκάλων του και γνωρίστηκε με τη συμμαθήτριά του Θηρεσία Γ. Ζαρίφη, κόρη του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη, που ανέλαβε την υποστήριξη των πρώτων δημιουργικών του προσπαθειών.

Όταν ο Guillemet πέθανε και η σχολή του έκλεισε, ο Σώχος, με μόνο εφόδιο μια συστατική επιστολή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει μαθήματα γλυπτικής στο Πολυτεχνείο με δάσκαλο το Λεωνίδα Δρόση, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν με ευτελές ημερομίσθιο, και ζωγραφικής κοντά στο συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα. Τα έξοδα των αθηναϊκών σπουδών του κάλυπτε, ως ένα βαθμό, το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, με τη χορήγηση υποτροφίας ύψους 30 περίπου δραχμών μηνιαίως. Τελικά αποφοίτησε με άριστα σε όλες τις τάξεις γλυπτικής και ζωγραφικής. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του το 1881, με τη βοήθεια της Θηρεσίας Γ. Ζαρίφη, η οποία τώρα ήταν κυρία Α. Βλαστού, ο Σώχος πήγε στο Παρίσι για μετεκπαίδευση και έγινε ο πρώτος Έλληνας εικαστικός που σπούδασε στο εξωτερικό. Στο Παρίσι διακρίθηκε και κέρδισε σε διάφορους διαγωνισμούς συνολικά δεκαεπτά αργυρά και χάλκινα μετάλλια προόδου.

Το 1901 επέστρεψε στην Ελλάδα  και το 1908 γίνεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία δίδαξε Πλαστική  ως το 1911. Έργο του ήταν η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά έργα, τα οποία όλα σχεδόν κατά καιρούς βραβεύτηκαν. Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται: ο Κολοκοτρώνης, που βραβεύτηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης, τα μνημεία του Παύλου Μελά και του Ανδρέα Συγγρού, η προτομή του Αδαμάντιου Κοραή, η οποία βρίσκεται στη Γαλλία, και τα δύο ανάγλυφα που βρίσκονται στην βάση του Ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Ο Λάζαρος Σώχος άφησε την τελευταία του πνοή το 1911.

  

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου

 

Ένα από τα σπουδαιότερα έργα νεοελληνικής γλυπτικής, που φέρει την υπογραφή του Τήνιου γλύπτη Λάζαρου Σώχου, είναι ο μνημειακός έφιππος ανδριάντας του ήρωα της Eλληνικής Eπανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη , που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το  1884, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Κολοκοτρώνη, που έφυγε από τη ζωή το 1843,  στο Ναύπλιο αποφασίστηκε η ανέγερση έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. O Θ. Κολοκοτρώνης (1770-1843), μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του αγώνα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους, μεγάλος στρατηγός και πρωταγωνιστής της Επανάστασης του 1821, είχε μακρά σχέση με την πόλη του Ναυπλίου.  Σε αυτόν παραδόθηκε η πόλη μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και εδώ έζησε επί αρκετά χρόνια, όπως και άλλοι γνωστοί οπλαρχηγοί. Μάλιστα, για την προσφορά του, του είχε παραχωρηθεί σπίτι στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς και κτήματα στην είσοδο της πόλης στη σημερινή οδό Άργους, μαζί με το εκκλησάκι των Aγίων Θεοδώρων, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο ο Κολοκοτρώνης συνδέεται με το Ναύπλιο και με μια από τις πιο πικρές στιγμές της ζωής του, αφού στο Ναύπλιο συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο (1834) για συνομωσία κατά της Αντιβασιλείας και παρέμεινε φυλακισμένος στο Παλαμήδι ως το 1835.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ύστερα από καλλιτεχνικό διαγωνισμό, που προκήρυξε ο τότε Δήμαρχος Ναυπλίου Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, ένας δήμαρχος που εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα,  προκηρύχτηκε η κατασκευή ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το 1891 εκτέθηκαν τα προπλάσματα των υποψηφίων στη Βίλα Τζούλια της Ρώμης και στο διαγωνισμό προκρίθηκε ο Σώχος, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου. Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Tο χρηματικό ποσό για την κατασκευή του ανδριάντα ήταν ιδιαίτερα υψηλό και χρειάστηκε να γίνει  πανελλήνιος έρανος για τη συγκέντρωσή του. O ανδριάντας δουλεύτηκε στο Παρίσι τα χρόνια 1891–1895, στο εργαστήριο που είχε παραχωρήσει στο Σώχο ο Γάλλος καθηγητής του στη Σχολή Kαλών Tεχνών Antoine Mercie στο boulevard  Saint–Michel. Η χύτευση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη έγινε σε δύο αντίτυπα  από ορείχαλκο (κράμα χαλκού). Το υλικό προερχόταν από κανόνια της Επανάστασης, που υπήρχαν στο Κάστρο του Παλαμηδίου.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Ο Σώχος για να αποδώσει τον Κολοκοτρώνη μελέτησε τα πρόσωπα των εν ζωή συγγενών του, διάβασε τα απομνημονεύματά του, είδε τη φορεσιά και τον οπλισμό του, που διατηρούνται στο Εθνικό Μουσείο, και μελέτησε ακόμη και την ιπποσκευή του. Απέδωσε έτσι ρεαλιστικά και με ιστορική αλήθεια όλες τις εξωτερικές λεπτομέρειες, αλλά κυρίως απέδωσε το θάρρος και τα ιδανικά σε ένα άγαλμα, που κοσμεί την Ελλάδα με το μεγαλείο του και τις ιδέες που συμβολίζει. O «Γέρος του Mοριά» παριστάνεται έφιππος με το αριστερό χέρι να κρατάει τα ηνία του αλόγου και με το δεξί να δείχνει προς τα εμπρός. Tο σύνολο του έργου είναι επιβλητικό και η αγέρωχη μορφή του Κολοκοτρώνη αποπνέει μνημειακότητα.

Ο Κολοκοτρώνης ευθυτενής ιππεύει αρσενικό άλογο, κρατά με το αριστερό χέρι τα χαλινάρια και με το δεξί τεντωμένο δείχνει μπροστά. Το κεφάλι του Κολοκοτρώνη είναι στραμμένο προς τα αριστερά. Όλη η ένταση της σύνθεσης συγκεντρώνεται στο δείκτη του δεξιού χεριού, που είναι τεντωμένος ίσια μπροστά. Το κεφάλι στρέφεται στους άλλους αγωνιστές, τους δείχνει το στόχο που πρώτος έχει αντιληφθεί, τους δείχνει σαν στρατηγός τον εχθρό, που πρέπει να πολεμήσουν. Όλη η στάση του εκφράζει δύναμη, ορμή και αποφασιστικότητα. Ο δείκτης του χεριού χαράσσει συμβολικά το δρόμο μπροστά, δείχνει το μέλλον. Εκφράζει το όραμα της ελευθερίας που κατακτιέται με αγώνες και θυσίες.

Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με μακριά μαλλιά που πέφτουν κυματιστά στους ώμους του και με μακρύ παχύ μουστάκι. Φορά πλούσια φουστανέλα, φαρδυμάνικη πουκαμίσα, φαρδύ ζωνάρι με τα άρματά του, μεγάλο τοξωτό σπαθί που κρέμεται αριστερά. Κάθεται σε στολισμένη σέλα, πατά σε αναβολείς και φορά σπιρούνια. Τα λουριά της σέλας και τα ηνία στο κεφάλι του αλόγου είναι στολισμένα με φούντες. Ο Κολοκοτρώνης φορά επίσης μια εντυπωσιακή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία.

Γραμματόσημο - Έφιππος Κολοκοτρώνης

Γραμματόσημο – Έφιππος Κολοκοτρώνης

Από έγγραφα της εποχής ήταν γνωστό πως ο Σώχος, αφού έκανε την απαραίτητη έρευνα, επιθυμούσε να φιλοτεχνήσει τον Κολοκοτρώνη με την αυθεντική του μορφή ασκεπή, χωρίς κάλυμμα κεφαλιού, προκειμένου να φαίνεται η γνωστή του χαίτη, όπως φαίνεται και στο γνωστό μας πεντοχίλιαρο, που εκδόθηκε το 1984. Οι πιέσεις όμως ήταν έντονες, διότι η Επιτροπή λαχταρούσε έναν επιβλητικό ήρωα και όχι έναν απλό πολεμιστή, πόσο μάλλον με μακριά μαλλιά και ξυρισμένο εμπρός το κεφάλι, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρβανίτες. Έτσι αναγκάζουν το γλύπτη να φορέσει στο Γέρο περικεφαλαία και μάλιστα βαριά, αρχαιοπρεπή, και έτσι τελικά ο ήρωας απέκτησε την εντυπωσιακή και όλο μεγαλείο περικεφαλαία του.

Δε γνωρίζαμε ούτε τις αντιδράσεις, ούτε τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, γι αυτή την επιβολή στην εικαστική του άποψη, μέχρι το 2002, όπου κατά τις εργασίες συντήρησης του ανδριάντα της Οδού Σταδίου στην Αθήνα από την αρχαιολογική υπηρεσία, αποκαλύφθηκε η ακόλουθη επιγραφή στην περικεφαλαία και το  εσωτερικό της χαίτης: Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909. Δεν είναι γνωστό εάν η ίδια σκωπτική επιγραφή υπάρχει και στο άγαλμα του Ναυπλίου, αλλά το περίεργο είναι το πώς αυτή η επιγραφή έχει χρονολογία το 1909, ενώ είναι γνωστό πως τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση το 1904.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Το γλυπτό  του Ναυπλίου χυτεύθηκε στο ίδιο χυτήριο µε το γλυπτό της  Αθήνας. Και τα δύο γλυπτά χυτεύθηκαν  κατά τµήµατα, τα οποία συναρμολογήθηκαν πιθανώς επί τόπου. Μια επιθεώρηση στο άγαλμα του Ναυπλίου αποδεικνύει την ύπαρξη 5 τµηµάτων:  την κεφαλή και το λαιµό  του αλόγου (µέχρι το µέσο του στήθους), το ανώτερο τµήµα του σώµατος του Κολοκοτρώνη µε την Περικεφαλαία, το κατώτερο  τµήµα του σώµατος  του Κολοκοτρώνη, τα πόδια του αλόγου και τη συµφυή  μεταλλική  βάση  και τέλος την ουρά και το µπροστινό αριστερό πόδι του αλόγου.

Η επιλογή του Σώχου να παραστήσει τον Κολοκοτρώνη έφιππο δεν έγινε απλά, για να προσδώσει κύρος και μεγαλοπρέπεια. Το άλογο το χρησιμοποιούσε καθημερινά ο Κολοκοτρώνης. Ήταν βασικό στοιχείο γρήγορης μετακίνησης και αιφνιδιασμού στον ανταρτοπόλεμο, που κυρίως διεξήγαγε νικηφόρα απέναντι σε έναν πολυάριθμο εχθρικό στρατό. Αυτός και οι συμπολεμιστές του ήταν συνεχώς ανεβασμένοι στα άλογά τους, έτσι που στα δημοτικά μας τραγούδια μεταφέρεται πως: Καβάλα παν, στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.

Το μεγαλόσωμο άλογό του έχει ακριβώς την ίδια στάση, την ίδια θέληση, την ίδια αποφασιστική ορμή με τον ιππέα του. Έχει περήφανα όρθιο τον λαιμό του και προβάλλει το μέτωπο επιθετικά. Έχει σηκωμένο το αριστερό μπροστινό πόδι του σε ελαφρύ βηματισμό και ανασηκωμένο το πίσω δεξιό. Δεν πατά και με τα τέσσερα πόδια του σταθερά και ήρεμα στη γη. Τα υψωμένα πόδια δεν δείχνουν μόνο κίνηση και ανησυχία. Από ορισμένους αυτή η κίνηση θεωρείται συμβολισμός της σχέσης του αναβάτη με τον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στη μάχη. Συνθετικά ο κάθετος άξονας του κεφαλιού του αλόγου δένει αρμονικά με τα δύο κάθετα σίγουρα πόδια και έρχεται σε αντίθεση με τη γεμάτη δύναμη καμπύλη του λαιμού, αλλά και τις μυώδεις καμπύλες της ράχης, του λαιμού και της κοιλιάς του αλόγου, ιδίως όταν παρατηρούμε το άλογο από το πλάι.

Η στάση του αλόγου του Κολοκοτρώνη  θεωρείται περίεργη, γιατί στη διεθνή γλυπτική γλώσσα είναι γνωστό ότι, εάν το άλογο του έφιππου ατόμου έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα, σημαίνει πως αυτό το άτομο πέθανε στη μάχη. Εάν το άλογο πατά στη γη το ένα του μπροστινό πόδι και έχει το άλλο πόδι στον αέρα, τότε αυτός πέθανε αργότερα, από τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια των μαχών. Εάν το άλογο έχει και τα τέσσερα πόδια στη γη, τότε το άτομο αυτό απεβίωσε από φυσικό θάνατο.

Κι όμως το άλογο του έφιππου Κολοκοτρώνη έχει το ένα του πόδι στον αέρα, αν και είναι γνωστό πως ο Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από τραύματα της μάχης, αλλά στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μετά το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου Κολίνου (Κωνσταντίνου). Ίσως καλλιτέχνης και Αρχές ήθελαν να αποτίσουν ένα αιώνιο φόρο τιμής στον ηρωικό άντρα και παρέβλεψαν του κανόνες της διεθνούς γλυπτικής πρακτικής.

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου, που ήταν μονάδα του Στρατού με σκοπό την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών,  η οποία άρχισε τη λειτουργία της μετά την Επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Tα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη. Το άγαλμα έχει ύψος  4,30 μέτρα και το βάρος του φτάνει τους 5 τόνους. Το βάθρο ήταν δωρεά του Ν. Κωτσάκη, σχεδιάστηκε στο Παρίσι από τους αδελφούς Tιερό, ανατέθηκε στο γλύπτη Ι. Καρακατσάνη και στον αρχιτέκτονα Α. Νικολούδη και κατασκευάστηκε το 1900 στο αθηναϊκό μαρμαρογλυφείο του Iωάννη Xαλδούπη. Στις γωνίες του σιδερένιου κιγκλιδώματος, που περιβάλλει το βάθρο του αγάλματος, είναι τοποθετημένα στο έδαφος 4 κανόνια που από χρονολογία που αναγράφεται επάνω σ’ ένα απ’ αυτά είναι κατασκευασμένα το 1670.

 

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

 

Μετά από 100 και πλέον χρόνια Ανδριάντας και βάθρο εμφάνισαν φθορές, όπως αλλοιώσεις και θραύσεις του βάθρου, επικαθίσεις αιθάλης από την ατμοσφαιρική ρύπανση, εμφάνιση σκουριάς στους μεταλλικούς συνδέσμους, ρηγματώσεις και απώλειες υλικού και βανδαλισμούς. Και το κυριότερο. Διαπιστώθηκε πως υπάρχει μικρή μετακίνηση του ανδριάντα από το βάθρο από δυναμική καταπόνηση κατά το παρελθόν (ίσως από σεισμό), γεγονός που σε συνδυασμό με την οξείδωση των μεταλλικών συνδέσμων του βάθρου προκάλεσε ανησυχία. Για το λόγο αυτό έγινε προσωρινή στερέωση του γλυπτού με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, προκειμένου να αποφευχθεί πτώση του μνημείου και ατύχημα από κάποιο σεισμό.

Το Σεπτέμβρη του 2013 ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο χαρακτηρίστηκε μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και μετά από αυτοψία στελεχών του υπουργείου Πολιτισμού, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Κολοκοτρώνη,  δρομολογήθηκαν οι απαραίτητες εργασίες για την αποκατάστασή του με την απομάκρυνση του γλυπτού από τη βάση του και την επανατοποθέτησή του μετά την επισκευή του.

Συνεργεία του Υπουργείου Πολιτισμού αποκόλλησαν το άγαλμα του Κολοκοτρώνη από την μαρμάρινη βάση του και το κατέβασαν για την απαραίτητη συντήρηση την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013. Συνολικά 7 μήνες διήρκεσαν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των φθορών του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της μαρμάρινης βάσης του. Επανατοποθετήθηκε στις 2 Μαΐου 2014. Η επανατοποθέτηση του αγάλματος στην μαρμάρινη βάση του έγινε από ειδικό γερανοφόρο όχημα. Την επίβλεψη των εργασιών και την όλη προετοιμασία έκανε ο μηχανικός Γεώργιος Μπινιάρης.

 

 Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας

 

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Όμοιος ανδριάντας, έργο του ίδιου γλύπτη, υπάρχει και στην Aθήνα, μπροστά από το κτίριο της Παλαιάς Bουλής. O Λάζαρος Σώχος είχε κατασκευάσει και δεύτερο γύψινο πρόπλασμα του έφιππου Κολοκοτρώνη, πανομοιότυπο μ’ εκείνο του ανδριάντα του Ναυπλίου. Σκέφτηκε πως το δεύτερο αυτό έργο του έπρεπε να στηθεί  στην Aθήνα και έγραψε στον εξάδελφό του δικηγόρο Ξενοφώντα Σώχο ότι το προσφέρει δωρεάν, αρκεί να καταβληθεί το αντίτιμο του ορείχαλκου, για να χυτευθεί σε χαλκό το γύψινο πρόπλασμα. Έπειτα από αναφορά Aθηναίων δημοτών προς τον τότε δήμαρχο Aθηναίων Σπυρίδωνα Mερκούρη και προς το Δημοτικό Συμβούλιο και μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να αγοραστεί το πρόπλασμα του ανδριάντα από Γάλλο πολίτη, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών αποφάσισε το 1900 να εγκρίνει αρχικά ποσό 5.000 δραχμών από δημοτικούς πόρους για την αγορά του προπλάσματος και επιπλέον τη σύσταση ερανικής επιτροπής με πρόεδρο τον αντιεισαγγελέα του Aρείου Πάγου Kωνσταντίνο Mανιάκη και γραμματέα το δικηγόρο Iωάννη Mακρόπουλο, για να συγκεντρώσει με πανελλήνιους εράνους τα υπόλοιπα χρήματα ύψους 16.000 φράγκων για την κάλυψη του συνολικού ποσού αγοράς και χύτευσης του αγάλματος.

Κατασκευάστηκε το 1900 στο Παρίσι και στήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Υπήρξε μάλιστα διαφωνία για τον τόπο, όπου θα τοποθετηθεί το άγαλμα. Ο Δήμος Αθηναίων πρότεινε να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο, ενώ η Νομαρχία Αθηνών μπροστά στην Παλαιά Βουλή επί της οδού Σταδίου. Η Νομαρχία τελικά ενέκρινε την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η γνώμη του καλλιτέχνη, ο οποίος προτίμησε τη δεύτερη θέση και απέρριψε το Ζάππειο, καθώς θεώρησε ανάρμοστη την προβολή του γλυπτού στον Παρθενώνα. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά στη μικρή πλατεία μπροστά στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, που ονομάστηκε έκτοτε πλατεία Κολοκοτρώνη, αφού απορρίφθηκε έφεση του Δήμου κατά της απόφασης της Νομαρχίας. Άλλωστε στην περιοχή αυτή μετά το 1835 ο Κολοκοτρώνης έχτισε σπίτι, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου, που είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο και αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά κτίσματα της Αθήνας, καθώς και ο περιβάλλων χώρος του, η πλατεία Κολοκοτρώνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία για έναν σχεδόν αιώνα. Το οίκημα αυτό το 1834 αποτέλεσε προσωρινή κατοικία του βασιλιά Όθωνα. Το 1835 προστέθηκε μια μεγάλη οκταγωνική αίθουσα χωρητικότητας 200 και πλέον ατόμων για επίσημες τελετές και δεξιώσεις, η οποία  χρησιμοποιήθηκε για πάνω από μία δεκαετία (1843-1854) ως χώρος συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας, μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στις 18 Μαρτίου 1843 πραγματοποιήθηκε  εκεί η πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής, κατά την οποία ο Όθωνας ορκίστηκε υπακοή στο σύνταγμα αναγνωρίζοντας το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχία.   Τον Οκτώβριο του 1854 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά και τον Αύγουστο του 1858 ξεκίνησαν οι διαδικασίες κατασκευής νέου κτιρίου. Παράλληλα αποφασίστηκε η μετατροπή της πρόσοψης από διώροφη σε μονώροφη για οικονομικούς λόγους. Η οικοδόμηση περατώθηκε το 1871 και στις 11.09.1875 το κτίριο στεγάζει και πάλι τις λειτουργίες της Βουλής.

Από το 1931 η Βουλή φιλοξενείται πλέον στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι και σήμερα, ενώ στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής λειτούργησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έπειτα από κάποιες καταστροφές που υπέστη το κτίριο αναπαλαιώνεται εκ νέου με σκοπό να στεγάσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σήμερα η Παλαιά Βουλή είναι αρχιτεκτονικό κόσμημα στο κέντρο των Αθηνών. Η μεγαλοπρεπής αίθουσα των συνεδριάσεων αποτελεί χώρο ιστορικής μνήμης, αλλά και κατάλληλη στέγη για σημαντικές εκδηλώσεις ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη δεσπόζει ο έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ μαρμάρινοι ανδριάντες δύο από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 19ου αι. κοσμούν τον περίβολο του Μεγάρου. Ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, που τοποθετήθηκε στο προαύλιο της Παλαιάς Βουλής το 1920 σε κηπάριο προς την οδό Σταδίου μπροστά από την είσοδο του κτιρίου και μεταφέρθηκε το 1954 στη σημερινή του θέση στο πλάι του κτιρίου. Και ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1905 στα σκαλιά του Μεγάρου,  έργο του γλύπτη Γεωργίου Δημητριάδη, που τοποθετήθηκε στον περίβολο του Μεγάρου (ΒΑ γωνία) το 1931 και μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση το 1954.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Η αρχική θέση του αγάλματος ήταν στην γωνία Σταδίου και Κολοκοτρώνη. Η τοποθέτηση αυτή έδωσε φυσικά και την ονομασία στον γειτονικό δρόμο. Η διαμόρφωση της πλατείας και η λειτουργία της Παλαιάς Βουλής ως Μουσείου ανάγκασαν σε μετακίνηση του ανδριάντα στη σημερινή του θέση (στην είσοδο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου) το Φεβρουάριο του 1954.

Το άγαλμα είναι από ορείχαλκο (κράμα χαλκού) και ακολουθεί την παράδοση αυτού του τύπου αγαλμάτων. Έχει συνολικό ύψος περίπου 9 µέτρα  μαζί με το  βάθρο και είναι επιβλητικό πάνω στο ψηλό βάθρο του. Ο στρατηγός παριστάνεται έφιππος σε ηγετική στάση και ο θεατής πλησιάζοντας υποβάλλεται από το μέγεθος και το ύψος του. Το άγαλμα μας θυμίζει πάντα ότι την ελευθερία που απολαμβάνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες τη χρωστάμε στους αγώνες και στην αυτοθυσία του ήρωα Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων της επανάστασης, τους επώνυμους, αλλά και τους αφανείς. Για την απόδοση της μορφής του ήρωα ο γλύπτης μελέτησε πέρα από τα απομνημονεύματα, την ενδυμασία και τον οπλισμό του. Ιδιαίτερα για την απόδοση του προσώπου, πέρα από φυσιογνωμική μελέτη των συγγενών του, χρησιμοποίησε εκμαγείο που είχε ληφθεί από το νεκρό Κολοκοτρώνη και σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, λίγα μέτρα πίσω από τον ανδριάντα. Το κεφάλι είναι στραμμένο προς τα πίσω σαν να απευθύνεται στους ενόπλους αγωνιστές που τον ακολουθούν, για να βεβαιωθεί ότι βλέπουν τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό μαζί με την κίνηση που δίνει στην μορφή μεταφέρει και τον χαρακτήρα του αεικίνητου πολεμιστή και ικανού στρατηλάτη που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης.

Το δεξί του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά και οριζόντια. Ο δείκτης δείχνει προς ορισμένη κατεύθυνση, ίσως την πορεία προς την μάχη. Οι υπερπατριώτες λένε ότι δείχνει προς την Κωνσταντινούπολη. Μόνο που το άγαλμα έχει μετακινηθεί από την αρχική θέση στην οποία ήταν προορισμένο να στηθεί και η μετακίνησή του έχει αποπροσανατολίσει τους ερευνητές, οι οποίοι εικάζουν διάφορα.

Το µνηµείο εδράζεται σε µαρµάρινο βάθρο, που φέρει στις δύο πλαϊνές πλευρές του ένθετες  ανάγλυφες πλάκες από κράµα χαλκού, διακοσµηµένες  µε πολεµικές αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν επίσης φιλοτεχνηθεί από τον Σώχο το 1895 και το 1897.  Στις ένθετες ορειχάλκινες ανάγλυφες συνθέσεις από τη ζωή του Κολοκοτρώνη, που εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης μελετώντας τα απομνημονεύματά του, στη μια όψη παριστάνεται η καταστροφή του Δράμαλη και στην άλλη η προτροπή του Γέρου του Μωριά προς τους έλληνες να κάψουν τα συγχωροχάρτια των τούρκων, που τους είχε δώσει ο σουλτάνος και να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Ο Σώχος επέλεξε αυτές τις δύο σκηνές θεωρώντας τες τις δύο από τις πιο σημαντικές της ζωής του Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του.  Οι συνθέσεις αυτές θα κοσμούσαν αρχικά τον ανδριάντα του Ναυπλίου, επειδή όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί ο καλλιτέχνης θέλησε να τοποθετηθούν στην Αθήνα.

Το µαρµάρινο βάθρο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα  Αλέξανδρο Νικολούδη και κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, ο οποίος χρησιµοποίησε δύο τύπους µαρµάρου, µάρµαρο Κοκκιναρά και Πεντελικό.

Ο ανδριάντας χυτεύθηκε σε 5 ξεχωριστά κοµµάτια: το κράνος,  το πάνω µέρος του σώµατος, το κάτω µέρος του σώµατος µαζί µε τη βάση, το κεφάλι του αλόγου και την ουρά του αλόγου. Η περικεφαλαία, τα χαλινάρια του αλόγου, η µπαρουτοθήκη και τα λουριά της αποτελούν ένθετα κοµµάτια, που προσαρτήθηκαν είτε µε συγκόλληση είτε µε βίδες.

Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου έχει χαραχθεί η επιγραφή: Έφιππος χωρει γενναίε στρατηγέ ανά τους αιώνας διδάσκων τους λαούς πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. Στην αντίθετη πλευρά θυμίζει ότι ο ανδριάντας αποπερατώθηκε με κοινό έρανο των ελλήνων το 1904. To 2002 στη διάρκεια εργασιών καθαρισμού και συντήρησης στο μνημείο οι συντηρητές ανακάλυψαν χαραγμένη σημείωση, στο εσωτερικό της χαίτης και της περικεφαλαίας, με την οποία ο Σώχος εκφράζει την αντίθεσή του στην τοποθέτηση της περικεφαλαίας που πρόσθεσε στο άγαλμα:  Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909.

Ο ανδριάντας του Θ. Κολοκοτρώνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα υπαίθρια γλυπτά της πρωτεύουσας. Πέρα από σημείο αναφοράς για την οδό Σταδίου είναι σημείο συνάντησης, συγκεντρώσεων, αλλά και πολιτικής έκφρασης με συνθήματα πάνω στις μαρμάρινες επιφάνειές του αγάλματος. Ότι και να κάνουν όμως οι Έλληνες πάντα θα τιμούν τον μεγάλο στρατηγό που ανά του αιώνες διδάσκει τους λαούς «πώς οι δούλοι γίνονται ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ»!.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ο τρίτος έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρίσκεται στην Τρίπολη και είναι έργο του Έλληνα γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου (1916 – 2000), ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μνημειακής γλυπτικής στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.  Το άγαλμα είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος της πλατείας του Άρεως. Είναι χάλκινο και βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη πάνω στο άλογό του, με το δεξί χέρι ψηλά να κρατά το γιαταγάνι του.

Η ιδέα της ανέγερσης του ανδριάντα αυτού ξεκίνησε από το 1911, ενώ μετά 19 χρόνια, το 1930, συγκροτήθηκε η πρώτη ερανική επιτροπή, που σαλπίζει εθνικό προσκλητήριο. Οι Αρκάδες ευαισθητοποιούνται και θέλουν να δουν την εμβληματική μορφή του Γένους περήφανη να κοιτάζει τα Τρίκορφα, όπου έδρασε με τα παλικάρια του. Υπήρχαν πολλές προτάσεις για το σχέδιο του αγάλματος, αλλά εγκρίθηκε η μακέτα του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου. Ο γλύπτης επισκέφτηκε ειδικά χαλκοχυτήρια στην Ιταλία, για να μελετήσει τις τεχνικές διαδικασίες της χύτευσης του Ανδριάντα. Το έργο τελικά κατασκευάστηκε στα εργαστήρια Miceloucci της Φλωρεντίας το 1966 επί δημαρχίας Τάσου Σεχιώτη και κόστισε 1.500.000 δραχ. συμπεριλαμβανομένου και του κόστους του βάθρου. Έχει ύψος 8-9 μέτρα. Ο Ανδριάντας παραδόθηκε από την Ερανική Επιτροπή στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 1971 και τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις Γιορτές της Άλωσης, το Σεπτέμβριο του 1971.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη.

 

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη παρουσιάζει το Γέρο του Μοριά τη στιγμή που τραβά με το αριστερό του χέρι τα χαλινάρια και υποχρεώνει το άλογό του να σταθεί ακίνητο στα πίσω πόδια του, ενώ  αυτός ανασηκώνεται κραδαίνοντας το σπαθί του. Η στάση του αλόγου και η κίνηση του δεξιού χεριού του στρατηγού, η θέση του σώματός του και η έκφραση του προσώπου του δίνουν το χαρακτήρα μιας μεγάλης αποφασιστικής στιγμής. Ο Κολοκοτρώνης ανακόπτει τον ορμητικό καλπασμό του αλόγου του, για να εποπτεύσει καλύτερα το πεδίο της μάχης και να αποφασίσει γρήγορα προς τα πού είναι περισσότερο ανάγκη να στραφεί. Γι΄ αυτό το λόγο το έργο έχει οργανωθεί σε δύο σειρές με θέματα διαγώνια, όπως ο κορμός του ανασηκωμένου στα πισινά  πόδια αλόγου, το χαλινάρι και τα μπροστινά πόδια του, και κάθετα, όπως το σώμα του Κολοκοτρώνη, ο λαιμός, το πίσω μέρος και η ουρά του αλόγου, που δίνουν αμεσότητα και αλήθεια στο σύνολο. Μ’ αυτό  τον τρόπο το έργο κερδίζει ένα πλούσιο εκφραστικό περιεχόμενο στο έργο, που κινείται στο κλίμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού και διακρίνεται για την μνημειακότητά του. Όταν το 1971 ο Αρκάς καθηγητής της κοινωνιολογίας Δημήτριος Τσάκωνας έκανε τα αποκαλυπτήρια του αριστουργηματικού αγάλματος του Κολοκοτρώνη,  που δεσπόζει στην Πλατεία Άρεως στην Τρίπολη, ο ελληνικός τύπος υποδέχτηκε θερμότατα το μνημειακό αυτό έργο του Φάνη Σακελαρίου.

Στο χώρο του μνημείου φυλάσσονται τα οστά του «Γέρου του Μοριά». Ο Κολοκοτρώνης πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών και ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών  με τη στολή του αντιστράτηγου. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε την Επανάσταση, ο θώρακας, η περικεφαλαία του, οι επωμίδες τις οποίες φορούσε κατά την υπηρεσία του στα Επτάνησα, ενώ ως σύμβολου αιώνιας δόξας του τοποθετήθηκε κάτω απ’ τα τσαρούχια του, στα πόδια του, η τουρκική σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους στην Τρίπολη. Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων,  φρόντισε για τη μεταφορά τους στην Τρίπολη συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους και αποδίδοντας τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας με λόγο που εκφώνησε για την περίσταση στην πλατεία της Τρίπολης.

Η μεταφορά των οστών του Κολοκοτρώνη από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας στην Τρίπολη έγινε  σιδηροδρομικώς στις 10 Οκτώβριο του 1930 κατά τη διάρκεια των εορτών της Εκατονταετηρίδας από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και εναποτέθηκαν αρχικά  στην κρύπτη του Μνημείου Αρχιερέων και Προκρίτων δίπλα από την πλατεία Άρεως της Τρίπολης. Συγκινητικές στιγμές εκτυλίχτηκαν κατά τη μεταφορά και το τρένο υποχρεωνόταν να σταθμεύει σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της περιοχής από τα πλήθη, που συνέρρεαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον πρωταγωνιστή της επανάστασης του 1821, αλλά και στον  Ελ. Βενιζέλο.

Από τις 25 Σεπτεμβρίου 1993 τα οστά βρίσκονται σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα αυτού, που αποτελεί την «Τελευταία κατοικία» του Γέρου του Μοριά. Σήμερα εκεί στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία οι διαβάτες προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου, που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι: Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια, έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι …

 

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

 

Ο τελευταίος χρονολογικά έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη βρίσκεται στο χωριό Ραμοβούνι (Δημοτική κοινότητα Μίλα,  Δημοτικής ενότητας  Μελιγαλά , Δήμου  Οιχαλίας  Μεσσηνίας) της Μεσσηνίας, τόπο γέννησης του Κολοκοτρώνη. Το χωριό Ραμοβούνι βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Μεσσηνίας,  45 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας.  Στο βουνό αυτού του χωριού γεννήθηκε κάτω από ένα  δέντρο (βελανιδιά) στις 3-4-1770 (Δευτέρα της Λαμπρής) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης του Κωνσταντίνου και της Γεωργίτσας (Ζαμπιάς, Τζατζιάς), το γένος Κωτσάκη, προεστού της Αλωνίσταινας. Ο ίδιος διηγείται στον Τερτσέτη: εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις βουνό, εις ένα δένδρο από κάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο Ραμοβούνι.

Το Σεπτέμβριο του 2006 ο Σύλλογος Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ» με πρωτοβουλία του προέδρου του, Αναστάσιου Καλαμπόκη, φιλοτέχνησε ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη, που κρατάει στο δεξί του χέρι το γιαταγάνι και στο αριστερό το λάβαρο της Επανάστασης.

Στην απόφαση του Συλλόγου σημειώνεται ότι η κατασκευή του αγάλματος αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής για την ακροτελεύτια και ατίμητη παρακαταθήκη, που μας άφησε ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ με αυτές τις αδρές γραμμές: πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος.

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Η ανέγερση του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας στοίχισε το ποσό των 190.000 € και μεταξύ των χορηγών του ήταν ο Αναστάσιος Ηλ. Καλαμπόκης, Πρόεδρος του Συλλόγου, που κατέθεσε 18.000 €. Μια βελανιδιά, κάτω από την οποία η παράδοση λέει πως γεννήθηκε ο «Γέρος του Μοριά», και ένα παλιό εκκλησάκι, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή, δίπλα από τον επιβλητικό ανδριάντα του έφιππου στρατηλάτη, προσυπογράφουν το ιστορικό  γεγονός. Η εγκατάσταση του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο βάθρο του στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας έγινε τις 16 Αυγούστου 2007 και στις 20 Νοεμβρίου 2007 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας τέλεσε τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα.

Σύμφωνα με πρωτόκολλο του Συλλόγου Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Αντάμωμα των Απανταχού Πελοποννησίων θα πραγματοποιείται εφεξής κάθε έτος στον γενέθλιο τόπο του Κολοκοτρώνη, στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας και ειδικότερα θα πραγματοποιείται το πρώτο Σάββατο του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους». Όπως σημειώνεται στο πρωτόκολλο, «η οργάνωση και η εποπτεία της διοργάνωσης τίθεται από τούδε και στο εξής υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της αντιπεριφέρειας Μεσσηνίας, οι οποίες και θα μεριμνούν για τη διοργάνωση του κάθε έτος».

 

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι η πλέον προσφιλής προσωπικότητα της νεοελληνικές γλυπτικής. Μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον προσεγγίζει, αλλά και αυτός από απόσταση. Η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του Κολοκοτρώνη αποτυπώνεται με πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του. Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτονομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει πε­ρίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα. Ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα μηνύματα ποικίλου χαρακτήρα. Και βέβαια ο  θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες. Μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. Προτομές και ανδριάντες του υπάρχουν σχεδόν σε κάθε πόλη της νοτίου Ελλάδας,  αλλά και σε αρκετές πόλεις στην υπόλοιπη επικράτεια. Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες του,  που τοποθετήθηκαν  σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης.  Πλήθος άλλοι ανδριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη  έχουν τοποθετηθεί  στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη, σε γειτονιές της Αθήνα και σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής,  όπως στο Α΄ Νεκροταφείο, Χολαργό, Νέα Φιλαδέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη και αλλού.

Το Άργος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η προτομή του Κολοκοτρώνη τοποθετήθηκε στην οδό Φείδωνος επί της πλατείας Δημητρίου Πλαπούτα από τον Σύλλογο Αρκάδων Άργους. Το κόστος καλύφθηκε με χρήματα του Συλλόγου των μελλών του και δωρεές. Την πρωτοβουλία είχε ο Αργείος χρυσοχόος και τότε πρόεδρος του συλλόγου Ανδρέας Μέγκος, ο οποίος κατάγεται από το Ελαιοχώρι Κυνουρίας. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική του περικεφαλαία στο κεφάλι. Έχει παχύ μουστάκι, ενώ το κεφάλι του είναι στραμμένο ελαφρώς προς τα αριστερά. Στην βάση της προτομής αναγράφονται τα λόγια: ΘΕΟΔ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ 1770 – 1843 ΤΙΜΗ & ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ και πιο κάτω ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΚΑΔΩΝ ΑΡΓΟΥΣ 1999», αλλά, δεν δίδονται πληροφορίες για τον καλλιτέχνη.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αντωνοπούλου, Ζ., «Τα γλυπτά της Αθήνας, Υπαίθρια Γλυπτική», 1834-2004, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003.
  • Δημητρόπουλος Δημήτρης, Ο «ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ»: ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗ ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2012.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  • Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, επιμ. (1937). Λεύκωμα της εκατονταετηρίδος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837 – 1937.
  • Δημήτρης Καμπουράκης, «Μια σταγόνα ιστορία», Εκδόσεις Πατάκη 2003.
  • Λυδάκης Στέλιος, «Οι Έλληνες Γλύπτες – Η νεοελληνική γλυπτική: ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών», στο «Έφιπποι ανδριάντες», Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» τόμ. 5ος, Αθήνα 1981.
  • Μυκονιάτης Η., «Ελληνική Τέχνη, Νεοελληνική Γλυπτική», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα1996.
  • Πάρκο Κολοκοτρώνη. Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο.
  • ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ. project 1ο ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.
  • Σκόκος Κωνσταντίνος,  «Ημερολόγιον Σκόκου», Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1893.
  • Υπαίθρια γλυπτική της Αθήνας, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «7 ημέρες», Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998.
  • Χαραλάµπους ∆ηµήτρης – Πολυκρέτη Κυριακή – Αργυροπούλου Βασιλική, «Ο∆ΗΓΟΣ  ΚΑΛΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ για την Προστασία των Υπαίθριων Μπρούντζινων Μνηµείων  στην Ελλάδα»,  ΤΕΙ Αθήνας, 2007.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Στρατιωτικός και πολιτικός από την Κρήτη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος. Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους.

 

Νύχτα, 3ης  Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) - Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) – Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

 

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

 

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

 Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Το έργο φέρει χρονολογία 1853 και φιλοτεχνήθηκε μετά το ταξίδι που πραγματοποίησε ο Βρυζάκης στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1848-1851, με σκοπό να έλθει σε επαφή με πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και να επισκεφθεί τους τόπους όπου εξελίχθηκαν τα γεγονότα, στο πλαίσιο της «ειδησεογραφικής ιστορικής ζωγραφικής» που ακολουθούσαν και οι δάσκαλοί του. Ωστόσο και με αυτό το ταξίδι, ο Βρυζάκης δεν απέβαλε την ιδεαλιστική εικόνα που είχε για την πατρίδα του, αλλά εκπαιδευμένος μέσα στο φιλελληνικό πνεύμα του Μονάχου και πιστεύοντας ακράδαντα ότι προορισμός του ήταν να υπηρετήσει τη διάσωση του Αγώνα, έδωσε εικόνες που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως tableaux vivants μιας θεατρικής παράστασης.

 

Πολεμική σκηνή, 1853 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Πολεμική σκηνή, 1853 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η «Πολεμική Σκηνή» είναι από τα πιο χαρακτηριστικά έργα που φιλοτέχνησε σύμφωνα με αυτή την αντίληψη. Ο Βρυζάκης δεν επιχειρεί να αποδώσει την εξέλιξη μιας μάχης με ένταση και δράση, αλλά μία καλά «στημένη» ολιγοπρόσωπη σύν­θεση όπου μία ομάδα πολεμιστών διατάσσεται σε συγκεκριμένες θέσεις και σε προκαθορισμένες στάσεις. Οι μορφές τοποθετημένες σ’ ένα σαφώς οριζόμενο τριγωνικό σχήμα συμμετρικά ως προς το κέντρο του πίνακα, τείνουν τα χέρια τους με θεατρικές κινήσεις, κρατώντας προτεταμένα τα όπλα, το μόνο στοιχείο που αποτελεί ένδειξη διεξαγωγής μάχης.

Ωστόσο, παρά την ακαμψία που χαρακτηρίζει αυτές τις τυπικά οργανωμέ­νες συνθέσεις του Βρυζάκη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης μέσα στο πνεύμα του ρομαντικού ρεαλισμού αποδίδει με άνεση τις περιγραφικές λεπτομέρειες, ενώ οι χρωματικοί τόνοι, ανοικτοί και ζεστοί, όχι μόνο δίνουν λαμπρότητα και καθαρότητα στο έργο, καθώς απώτερος σκοπός του είναι η δοξαστική απόδοση του θέματος, αλλά εκφράζουν και μία λυρική διάθεση που δεν είναι άσχετη με τη συναισθηματική σχέση του ζωγράφου με τα γεγονότα.

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Read Full Post »

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Read Full Post »

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

 Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα.

Κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871). Λάδι σε μουσαμά, 64 χ 49 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Peter von Hess ακολούθησε το 1832 τον βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα μαζί με τα μέλη της, αντιβασιλείας έχοντας εντολή από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας να εικονογραφήσει θέματα από τη νεότερη ιστορία των Ελλήνων, με τα οποία θα κοσμούσε το βασιλικό ανάκτορο. Ο Hess πράγματι εξετέλεσε την παραγγελία και ετοίμασε 39 πίνακες σε σχέδια και ελαιογραφικά σκίτσα όπου απεικονίζονται η πολεμική δραστηριότητα, οι αγώνες και οι ηρωικές θυσίες των Ελλήνων τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα.

Τελικά τα έργα αυτά δεν τοποθετήθηκαν στη βασιλική κατοικία αλλά στη βόρεια στοά του Hofgarten, πάνω σε σχέδια του Klenze για να είναι προσιτά στους κατοίκους του Μονάχου σε μία προσπάθεια προσέγγισης του βαυαρικού και του ελληνικού λαού. Η μεταφορά στους τοίχους έγινε από το ζωγράφο Friedrich Christoph Nilson το 1841-1844 [1]. Οι στοές καταστράφηκαν, δυστυχώς, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σωζόμε­να όμως σχέδια, που έγιναν με κάρβουνο σε χαρτί και σε σχετικά μεγάλες δια­στάσεις (περίπου 87×65 εκ.), τα ελαιογραφικά σκίτσα σε μικρές διαστάσεις 15,5×11 εκ. που διασώζουν τον χρωματισμό, τοποθετημένα ανά οκτώ σε χωριστά πλαίσια, και η λιθογραφική αναπαραγωγή τους το 1842 στο Μόναχο, με διευκρι­νιστικό κείμενο στα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά, διέσωσαν την εικό­να αυτού του εικονογραφικού προγράμματος [2].

Το έργο που παρουσιάζουμε  είναι αντίγραφο του τέταρτου θέματος μετά τον τίτλο του πρώτου πλαισίου και απεικονίζει τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος, ως οπλαρχηγός της περιοχής της Λειβαδιάς από το 1820, στρατολογούσε άνδρες στα χωριά Δαύλεια και Χαιρώνεια που ονομάζονταν και αυτά Δερβενοχώρια [3].

 

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα),
κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

 

Στη σκηνή απεικονίζεται ο Αθανάσιος Διάκος με το ένδυμα του κληρικού, αν και ήταν γνωστό ότι μετά την εμπλοκή του στον Αγώνα είχε αποβάλει το ιερατικό σχήμα. Πιθανώς ο Hess επιθυμεί να εξάρει τον ρόλο της εκκλησίας στην απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και το σημαντικό έργο που επετέλεσε για την εκπαίδευση του ελληνικού λαού, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πίστης του και στη διάσωση της εθνικής του ταυτότητας [4].

Στο έργο απεικονίζεται η σκηνή αποχωρισμού των αγωνιστών της Επανάστασης από τις οικογένειές τους, ενώ ο Αθανάσιος Διάκος με μια αποφασιστική κίνηση του χεριού του τους υπενθυμίζει ότι έφθασε η ώρα της αναχώρησης.

Όπως γνωρίζουμε και από άλλα έργα του Hess, ο καλλιτέχνης παράλληλα με τα ηρωικά ανδραγαθήματα απεικόνισε και προσωπικές στιγμές των ηρώων, τις ταλαιπωρίες, τον πόνο, τις κακουχίες τα οδυνηρά επακόλουθα του πολέμου. Η σκηνή διαδραματίζεται στο ύπαιθρο σε κάποιο χωριό, όπως δηλώνει το μεγάλο δέντρο και το σπίτι αριστερά. Οι μορφές, καταλαμβάνουν ολόκληρο τον πίνακα και καθώς συνωθούνται για τον αποχαιρετισμό των οικείων τους, απο­κτούν μνημειακό χαρακτήρα και ανάγονται σε σύμβολα του αγωνιζόμενου λαού. Παρά τα αναγνωρίσιμα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, η ιδεαλιστική εμφάνιση και η σφιχτοδεμένη σύνθεση με τον επικό χαρακτήρα ανάγει αυτές τις σκηνές στη σφαίρα του μυθικού, με την εξιδανίκευση και αυτής ακόμη της ανθρώπινης πλευ­ράς του Αγώνα.

 

 Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

  

Σημειώσεις


 

[1] Παπανικολάου 1981, σ. 114-116. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 430-436

[2]  Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε άρθρο του στο Ελεύθερο Βήμα της 15ης Νοεμβρίου 1939 αναφέρει ότι οι στοές επρόκειτο να γκρεμισθούν και τα έργα να αποτοιχισθούν. Κάνει έκκληση, προ­κειμένου να αποθηκευθούν σε κάποιο Μουσείο, να γίνει προσπάθεια να αγορασθούν από το ελληνικό κράτος.

[3] Με το όνομα Δερβενοχώρια αναφέρονται κι άλλα χωριά της Ελλάδας εκτός από τα γνωστά Δερβενάκια, κοντά στη Νεμέα. Υπάρχουν τα Δερβενοχώρια του όρους Ελικώνα, όπως και τα χωριά Δαύλεια, Χαιρώνια κ.α. της Λειβαδιάς.

[4] Παπανικολάου 1981, σ. 119. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 438.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Παπασπύρου – Καραδημητρίου Ευθυμία, Ο Θανάσης Διάκος στην τέχνη, εκδ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 77, σημ. 4.
  • Οδηγός του Μουσείου Βούρου – Ευταξία (Της πόλεως των Αθηνών), Αθήνα 1994, σ. 111, αρ. 385 

 

Read Full Post »

Τεκτονικές Στοές Άργους


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Τεκτονικές Στοές Άργους»

Πέπλο σιωπής και απόλυτο σκοτάδι υπάρχει σε ότι αφορά τις δυο τεκτονικές στοές που ιδρύθηκαν στο Άργος, μετά την στέψη του Γεωργίου του Α΄ ως βασιλιά των Ελλήνων το 1863 και την ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων, που έφερε ως προίκα του.[1]

Η πρώτη στοά ιδρύεται το 1863 με το όνομα «Πρόνοια» και η δεύτερη – ένα χρόνο μετά – το 1864, με το όνομα «Πρόοδος». Τα γεγονότα – και τα πρόσωπα που έπαιξαν κύριο ρόλο – που συνέβαλαν στην επανεμφάνιση του τεκτονισμού στην Ελλάδα μετά την απομάκρυνση, το 1862, του Όθωνα και τον ερχομό του Γεωργίου του Α΄ στον θρόνο της Ελλάδος, περιγράφονται από τον Νέστωρα Λάσκαρη, στην εγκυκλοπαίδεια της «Ελευθέρας Τεκτονικής» στο λήμμα « Ελλάς» σελ.376 ως εξής:

« Περί τα τέλη του 1863 ιδρύεται εν Αθήναις υπό της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας Στοά υπό το διακριτικόν όνομα « Πανελλήνιον». Την σύστασιν της Στοάς ταύτης επηκολούθησεν η των Στοών « Αρχιμήδης» εν Πάτραις, « Ποσειδών» εν Πειραιεί, « Παίδες Λεωνίδου» εν Σύρω, « Πρόνοια» εν Άργει, « Σκουφάς» εν Χαλκίδι, «Ανεξαρτησία» εν Λαμία. Αι επτά αύται Στοαί συνενωθείσαι εζήτησαν δια κοινού εγγράφου περί τας αρχάς του 1864 την άδειαν παρά της προϊσταμένης αυτών αρχής, της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας όπως συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος.

Η Μεγάλη όμως Ανατολή της Ιταλίας ηρνήθη να παράσχει την άδειαν ταύτην, απλώς δε μόνον επέτρεψε την ίδρυσιν Διευθυντηρίου τεκτονικού υπό την αιγίδα της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας. Ούτως η Ανώτατη Διοίκησις του εν Ελλάδι Τεκτονισμού απηρτίσθη εκ των αδελφών Σπήλιου Αντωνοπούλου και Δ. Μαυροκορδάτου, υπουργών, και Ν. δαμασκηνού, καθηγητή Πανεπιστημίου. Αναπληρωτής δε του τυχόν εκ των τριών κωλυομένου ωρίσθη ο καθηγητής Πανεπιστημίου Ι. Παπαδάκης. Το Διευθυντήριον ευθύς άμα τη συστάσει του άρχισε να ιδρύει νέας Στοάς μεταξύ των οποίων τον « Ρήγαν Φεραίον» εν Λαμία, την « Ποσειδωνίαν» εν Πειραιεί, την « Πρόοδον» εν Άργει και την « Κέρκυραν» εν Κερκύρα.

Βλέπουμε ότι η « Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας είναι η μητέρα στοά, αυτή ιδρύει και αυτή καθοδηγεί τις θυγατρικές τεκτονικές στοές στην Ελλάδα από την έδρα της στην Φλωρεντία.

Την πρώτη στοά που ιδρύει, είναι στην Πρωτεύουσα Αθήνα με το όνομα «Πανελλήνιον».

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Με το όνομα όμως «Πανελλήνιον» γνωρίζουμε ότι λειτούργησε στο Ναύπλιο η πρώτη τεκτονική στοά της Ελλάδος από το 1825. ( Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, Τεκτονική στοά Ναυπλίου, 19/12/2012).

Γιατί λοιπόν δεν επανασυστήθηκε στο Ναύπλιο και το διακριτικό όνομα «Πανελλήνιον» μεταφέρθηκε στην νέα πρωτεύουσα από τη παλιά;

Γιατί η στοά έγινε στο Άργος και όχι στο Ναύπλιο; Ίσως το όνομα « Πανελλήνιον» ν’ ανήκει μόνο στην τεκτονική στοά της Πρωτεύουσας της Χώρας. Αλλά ίσως και τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την αποτυχία της «Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862» να έπαιξαν καθοριστικό αρνητικό ρόλο, μιας και το Ναύπλιο ήταν από παντού ρημαγμένο, σε αντίθεση με το Άργος που – συγκριτικά- ανθούσε οικονομικά και υπερίσχυε πολιτικά.

Το 1864  ιδρύονται 13 συνολικά στοές σε 8 πόλεις ( Αθήνα, Πάτρα, Πειραιάς, Σύρος, Άργος, Χαλκίδα, Λαμία, Κέρκυρα) μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε μια χώρα που όχι μόνο δεν είχε στα 35 χρόνια περίπου που ήταν ελεύθερη, τεκτονική δραστηριότητα, αλλά η τεκτονική παρουσία ήταν αυστηρώς απαγορευμένη.

Ο τεκτονισμός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προεπαναστατική περίοδο στην Ελλάδα,  στο άρθρο «Τεκτονισμός- Συμβολή στην Επανάσταση του 1821 – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 7/10/2009», θα βρει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης αρκετές πληροφορίες γι’ αυτό – υποχρεώθηκε από τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια να σταματήσει την δράση του και να διαλύσει τις οργανώσεις του.

Ο « Μεγάλος Διδάσκαλος της Εθνικής Μεγάλης Στοάς» Ευστ. Λιακόπουλος στο βιβλίο του «Ο Τεκτονισμός στην Ελλάδα» περιγράφει με σαφήνεια το πώς και το γιατί ο Ι. Καποδίστριας διέλυσε όλες τις « Μυστικές Εταιρείες» που λειτουργούσαν τότε στην χώρα μας.

«Οι λόγοι που έκλεισε απότομα η προεπαναστατική περίοδος του Ελληνικού Τεκτονισμού είναι δυστυχώς καθαρά ιστορικοί και ταυτίζονται με εκείνους που προσδιόρισαν τη μοίρα του νέου Ελληνισμού».

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Η Επανάσταση στην τελική της φάση επέζησε κυριολεκτικά χάρις στις «προστάτιδες» δυνάμεις εξαιτίας της απρόσμενης εμφάνισης του παράγοντα Ιμπραήμ στο πεδίο της μάχης. Έτσι οι ξένοι με τη μεγαλύτερη άνεση επέβαλλαν  στο ασθενικό πια κρατίδιο τους δικούς τους πολιτικούς πειραματισμούς. Οι φυσικοί ηγέτες αυτού του τόπου, που γνώριζαν την ψυχολογία του λαού και μπορούσαν να του επιβληθούν με τον τρόπο τους , παραχώρησαν τη θέση τους σε μια «επιβεβλημένη» ηγεσία και διοίκηση, με όλα τα παρεπόμενα κακά.

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, τέκτονας ο ίδιος και φιλελεύθερος, απαρνήθηκε και τις δυο του αυτές ιδιότητες με πόνο ψυχής φαντάζομαι, κάτω από το βάρος μιας σκληρής πραγματικότητας. Αναγκάστηκε να καταργήσει το Σύνταγμα [2] και να κυβερνήσει δικτατορικά για να επιβάλλει κάποια τάξη στο χάος που είχε δημιουργηθεί.

Στις 8 Ιουνίου του 1828 με την υπ’ αριθ. 2953 Μυστική Εγκύκλιο του προς το « Πανελλήνιον» [3] ζητεί τη διάλυση των Μυστικών Εταιρειών, στη συνέχεια δε στις 22 Αυγούστου 1831 καλεί τους Υπαλλήλους να δηλώσουν ότι δεν ανήκουν σε Μυστικές Εταιρείες επί ποινή απολύσεως. Στην πρώτη εγκύκλιο του περιλαμβάνει στις Μυστικές Εταιρείες που δεν συμβιβάζονται με τα «κατά νόμους καθεστώτα» και «την από αιώνων γνωριζομένην από του ονόματος της Αδελφοποιίας ή Αγάπης».

Έτσι, εντελώς άδοξα έκλεισε η πρώτη αληθινά λαμπρή περίοδος του «προεπαναστατικού τεκτονισμού» στην Ελλάδα».

Είδαμε ότι οι τεκτονικές στοές που ιδρύονται στο τέλος του 1863 είναι εξαρτημένες από την Τεκτονική στοά «Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας με έδρα της την Φλωρεντία και ως δορυφόροι της καθοδηγούνται από αυτήν.  Σύντομα όμως οι νέες  στοές αναπτύσσονται διασυνδέονται μεταξύ τους και θέλουν ν’ αυτονομηθούν από το Ιταλικό κέντρο.

Έτσι αρχές του 1864 ζητούν την άδεια «από την προϊσταμένη αυτών αρχή» να « συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος». Με λίγα λόγια γυρέψανε  την ανεξαρτησίαν τους και οι Ιταλοί αντί γι’ αυτήν τους επιτρέψανε να φτιάξουν ένα «Διευθυντήριο» όλων αυτών των στοών, υπό την αιγίδα τους βέβαια. Οι Ιταλοί πρέπει να θύμωσαν για την κίνηση αυτή κάποιων Ελληνικών στοών, γιατί αμέσως μετά την ίδρυση του Διευθυντηρίου το οποίο και έλεγχαν απολύτως άρχισαν μέσα στο 1864 να ιδρύουν νέες στοές στην Λαμία, στον Πειραιά, στην Κέρκυρα και στο Άργος.  

Έτσι η τεκτονική στοά του Άργους «ΠΡΟΝΟΙΑ» που ζήτησε μαζί με τις άλλες 6 στοές από τους Ιταλούς την ίδρυση Ανεξάρτητης Ελληνικής στοάς «Μεγάλης Ανατολής» εξαφανίστηκε και κανείς πλέον στο μέλλον και πουθενά δεν ξανακάνει λόγο γι’  αυτήν και τη θέση της παίρνει η νέα στοά του Άργους με το όνομα « ΠΡΟΟΔΟΣ». Η νέα αυτή στοά του Άργους η «ΠΡΟΟΔΟΣ» γίνεται ύστερα από 3 χρόνια το 1867, μαζί με άλλες επτά στοές ιδρυτικό μέλος της πρώτης Ελεύθερης Τεκτονικής στοάς της Ελλάδος «ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» .

Στην « ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ» τ. 138/2012 ο συλλέκτης Κ. Συνοδινός δημοσιεύει ένα σπάνιο έγγραφο – ντοκουμέντο που προέρχεται από την Ιταλική « ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» και μας πληροφορεί τα εξής:

Ε.: Δ.: Τ: Μ.: Α.: Γ.·. Σ.: .

Παγκόσμιος Τεκτονία

Επιστήμη, Ελευθερία, Εργασία, Αδελφότης, Αλληλεγγυότης

Ιδών των εξ Αθηνών Τεκτονικών πίνακα του Ημετέρου Τεκτ.·. Διευθυντηρίου εν Ελλάδι, υπό ημερομηνίαν 16 Φεβρουαρίου 1867 (M..Χ.) δι’ ου εξαιτείται, όπως δύνηται να ενεργή αυτόνομον Κέντρον και ούτω αποκατασταθή Μ.Α. της Ελλάδος ως και παρά τοις λοιποίς ελεθέροις έθνεσι,, ο Μ.Δ., του Τάγμ.·. ψηφί­ζει,

Α’. Το εν Αθήναις Ημέτερον Τεκτονικόν Κέ­ντρον κηρύσσεται αυτόνομον.

Β’. Αι οκτώ υπαριθμούμεναι Στοαί «απολύονται  του εξαρτήματος της Μ.·. Αν.·, της Τεκτονίας, όπως δυνηθώσι να αποκαταστήσωσι το νέον Τεκτ. Κέντρον εν Ελλάδι».

Γ’. Η Μ.·. Α.·. υπόσχεται ν’ αναγνωρίση την αποκατασταθησομένην Ελληνικήν Μ.·. Αν.·, και να παραδεχθή αυτήν ως κανονικήν εις τας ανταποκρίσεις αυτής.

Εκτελεστέον παρά του αναπληρωματικού

Μ.·. Δ.·. Αδ.·. Λ. Φραπόλλι.

Εν Φλωρεντία της Ημ. Αν. Α. Φ.1000-867

 Ο Μ. Δ. Φ. Δελούκα

 Παρά τω Μ.·. Δ.·, ο Α’.·. Πρόσθ.·. Μ.·. Δ.

 Δ. Φραπόλλι

Ο Μ.·. Αρχειοφ.˙.

Πίος Αδούκα

Λέσχαι ανεξάρτητοι δυνάμει της άνωθεν δια­ταγής,

«ΠΑΙΔΕΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ» εν Σύρω,

«Πανελλήνιον» εν Αθήναις,

«Ποσειδονία» εν Πειραιεί,

«Σκουφάς» εν Χαλκίδι,

«Κέρκυρα», εν Κέρκυρα,

«Αρχιμήδης» εν Πάτραις,

«Ρήγας Φεραίος εν Λαμία,

« Πρόοδος» εν Άργει.

Στο ιδρυτικό της « Μεγάλης Ανατολής» της Ελλάδος η τεκτονική στοά Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» είναι η 8η στη σειρά όπως φαίνεται στο έγγραφο « GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA» που με ημερομηνία 16/02/1867 σας παρουσιάζουμε.

 

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

 

Άρα με το έγγραφο αυτό της 16/02/1867 οι οκτώ στοές που αναφέρονται με όγδοη την στοά του Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» «απολύονται του εξαρτήματος της Ιταλικής Μεγάλης Ανατολής» και όχι μόνο μπορούν να δημιουργούν δικό τους νέο τεκτονικό κέντρο στην Ελλάδα αλλά και πλέον γίνονται «Λέσχαι Ανεξάρτητοι» με καθοδήγηση όχι πλέον Ιταλική αλλά την νέαν Ελληνική «Μεγάλη Ανατολή».

Οι τεκτονικές στοές του Άργους δεν άφησαν ορατά ίχνη στην πορεία τους μέσα στην Αργολική Κοινωνία. Πιστεύω πως για πρώτη φορά, μετά από 150 χρόνια απόλυτης σιωπής γράφεται κάτι για το θέμα αυτό. Και για το μόνο που είμαστε σίγουροι είναι η ύπαρξη των στοών αυτών.

Γιατί τίποτε δεν γνωρίζουμε – μέχρι σήμερα τουλάχιστον και  εύχομαι το παρόν να γίνει αρχή για να μάθουμε στο μέλλον – για την οργάνωσή τους, την τεκτονική τους ή άλλη παράλληλη δραστηριότητα και λειτουργία, την έδρα τους, τα ιδρυτικά και ηγετικά μέλη τους.

Ένα μεγάλο ερωτηματικό για μένα είναι: το γιατί το « ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟ» κατήργησε την πρώτη στοά «ΠΡΟΝΟΙΑ» και ίδρυσε την νέα, την «ΠΡΟΟΔΟ». Δηλαδή ποιοι Αργείοι « ανυπάκουοι» τέκτονες τιμωρήθηκαν με «διαγραφή» – όπως θα έλεγαν σήμερα –  από την Μεγάλη Ανατολή της Ιταλίας και ποιοι « υπάκουοι» Αργείοι τέκτονες ίδρυσαν την νέα στοά « ΠΡΟΟΔΟΣ»

Τέκτονας δεν γινόταν ο οιοσδήποτε τότε. Είναι γνωστό ποιοι αποτελούσαν τους ηγετικούς πυρήνες στην ίδρυση τεκτονικών στοών την εποχή εκείνη και πόσο αναγκαία ήταν ορισμένα «προσόντα» που έπρεπε να διαθέτει κανείς για να γίνει μέλος, να μυηθεί και να ανέλθει στην κλίμακα των 33 βαθμίδων μιας τεκτονικής στοάς.

Άνθρωποι χωρίς μόρφωση και καταξίωση στο χώρο τους, χωρίς ένα θετικό χαρακτηριστικό που να τους έκανε να διακρίνονται  και να ξεχωρίζουν στο Κοινωνικό, Οικονομικό, Πολιτικό, Πνευματικό, στρατιωτικό, Δικαστικό ή Θρησκευτικό περιβάλλον τους, δεν θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν μέλη μιας τεκτονικής στοάς. Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως τα είχε ένα πολύ μικρό ποσοστό του – ούτως ή άλλως – μικρού αστικού πληθυσμού της Χώρας μας, που πάνω από 70% ήσαν γεωργοί, κτηνοτρόφοι ή εργάτες χειρώνακτες, αγράμματοι οι περισσότεροι.

Το Άργος το 1863 είχε 11.000 κατοίκους και ήταν το Εμπορικό και Βιοτεχνικό κέντρο της Αργολίδας. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν μικροκαλλιεργητές γης, κτηνοτρόφοι, εργάτες, υπάλληλοι και μικρέμποροι. Μειοψηφία αλλά με δεσπόζουσα οικονομική – κοινωνική – πολιτική θέση στο Άργος είχαν, οι πολύ λίγοι μεγαλοκτηματίες μαζί με τους μεγαλέμπορους και βιοτέχνες, τους λίγους τότε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, εκπαιδευτικούς, Δημόσιους και δημοτικούς υπαλλήλους, τους τοκογλύφους εισοδηματίες και μερικούς στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτοί μαζί με τους πολιτικούς και Δημοτικούς Άρχοντες, τους στρατιωτικούς, τους δικαστικούς και τους κληρικούς αποτελούσαν την  «Άρχουσα τάξη» της πόλης. Σ’ αυτήν την «Elite» θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε τους ιδρυτές και τα μέλη των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Ο Ερευνητής του μέλλοντος ίσως σταθεί πιο επιμελής και πιο τυχερός από τον συγγραφέα του παρόντος και βρει στοιχεία και αποδείξεις και καταγράψει τους ιδρυτές, τα μέλη και την δράση των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Οι τέκτονες της εποχής εκείνης ήταν από τα πιο προοδευτικά και φιλελεύθερα μυαλά που διέθετε ο τόπος μας [4] .  Η ύπαρξη τους σ’ ένα τόπο που έμεναν και είχαν τις δραστηριότητες τους δεν σήμαινε ότι θα υπήρχε και τεκτονική στοά εκεί. Τέκτονες χωρίς στοά υπάρχουν παντού όχι όμως και το αντίθετο.

Οι τεκτονικές στοές στο Άργος ακόμη και αν έπαψαν πολύ νωρίς να υπάρχουν και να λειτουργούν, οι τέκτονες του Άργους υπήρχαν και σίγουρα θα είχαν πολλαπλή δραστηριότητα μέσα στο Άργος. Αυτούς και την δράση τους ο ερευνητής του μέλλοντος οφείλει να βρει και να παρουσιάσει. Γιατί είμαι σίγουρος ότι μέσα από κάποιο Κοινωνικό, Πολιτιστικό ή Επιμορφωτικό σύλλογο ή λέσχη θα συνευρίσκονταν και μέσω του φορέα αυτού θα προσπαθούσαν να παρέμβουν με τις απόψεις και το έργο τους στην κοινωνία του Άργους.

Όσοι γνωρίζουν και έχουν στοιχεία ή οι απόγονοι των πρωτοπόρων αυτών Αργείων τεκτόνων που γνωρίζουν τα ονόματα και την δράση τους, οφείλουν να καταθέσουν τις μαρτυρίες τους. Ταμπού και μυστικά δεν υπάρχουν πλέον γι’ αυτούς που μελετούν την Ιστορία και οι τεκτονικές στοές στο Άργος και οι τέκτονες του είναι κομμάτι της Ιστορίας του Άργους και πρέπει και να καταγραφεί και να μελετηθεί.

 Γιώργος Γιαννούσης

 Οικονομολόγος- Πρόεδρος

 της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 Ιστορίας και Πολιτισμού. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα  Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος είχαν έντονη και διαρκή την τεκτονική παρουσία.

[2] Εννοεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Με απόφαση της Βουλής, τον Ιανουάριο του 1828 ανέστειλε και τυπικά τα άρθρα του Συντάγματος αυτού και συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στα χέρια του.

[3] «Πανελλήνιον»: Γνωμοδοτικό Σώμα από 27 μέλη, το οποίο συνέστησε ο Καποδίστριας σε αντικατάσταση της Βουλής, ένα είδος Υπουργικού Συμβουλίου. « Πανελλήνιον». Ίδιο όνομα με την πρώτη τεκτονική στοά στο Ναύπλιο. Να πιστέψουμε ότι τυχαία ονομάστηκε έτσι, το ανώτατο και μόνο τότε Συμβούλιο που υπήρχε;

[4] Αρχηγός της «Χρυσής Νεολαίας» η οποία επί Όθωνος ζητούσε την αποκατάσταση του Συντάγματος και ψυχή της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 ήταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879) ο οποίος τον Νοέμβριο του 1865 έγινε ο πρώτος τέκτονας Πρωθυπουργός μετά τον Ι. Καποδίστρια.

 

Read Full Post »

Η σφαγή της Χίου – Ευγένιος Ντελακρουά, 1824


 

 Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 – 1863). Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η ανανεωμένη διεθνής προσοχή για την Ελληνική επανάσταση, για την οποία κατέφθαναν πληροφορίες όλο και πιο ανη­συχητικές, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τον Ντελακρουά, ώστε την άνοιξη του 1823 σημείω­σε: «Αποφάσισα να ζωγραφίσω για το Σαλόνι κάποιες σκηνές από τη σφαγή της Χίου». Ήταν ένα από τα πιο ωμά γεγονότα του πολέμου, που συνέβη το προηγούμενο έτος, τον Απρίλιο του 1822, όταν οι Τούρκοι έσφαξαν περίπου είκοσι χιλιάδες Έλληνες στο νησί της Χίου, αναγκάζοντας τους επιζώντες να τραπούν σε φυγή.

 

Ο ζωγράφος είχε ήδη σκεφτεί την ελληνική επανάσταση, αλλά τώρα η κλιμάκωση της κρίσης και η δημοσίευση όλο και πιο λεπτομερών σχολίων και ειδήσεων (ακόμη και από συντάκτες του επιπέδου του Φρανσουά Ρενέ ντε Σατομπριάν και του Λόρδου Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον) πρόσφεραν στον Ντελακρουά αυτήν τη δυνατή εικόνα που αναζητούσε. Γι’ αυτό, στις 12 Ιανουαρίου του 1824, μέσω του κουνιάδου του Ρεϊμόν ντε Βερνινάκ, ο ζωγράφος γνώρισε το συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ, έναν εθελοντή υποστηρικτή του Ελληνικού ζητήματος, ο οποίος τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε την τύχη να ανακαλύψει στο νησί της Μήλου το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης, που στη συνέχεια αγοράστηκε από τους Γάλλους.

 

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Ο Βουτιέ, συγγραφέας του έργου Memoires sur lα guerre actuclle des grecs, διηγήθηκε στον Ντελακρουά ιστορίες και λεπτομέρειες από τον πόλεμο. Την ίδια ημέρα ο Ντελακρουά ξεκίνησε να δουλεύει τον πίνακά του, αρχίζοντας με μια σειρά από μελέτες εκ του φυσικού. Οι συνεχείς επισκέψεις στο Μουσείο του Λού­βρου, προκειμένου να αναλύσει τον Ρούμπενς, τον Βελάσκεθ, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Αντρέα ντελ Σάρτο, ενίσχυαν όλο και περισσότερο τη φαντασία του καλλιτέχνη, που μετέφραζε τις εντυπώσεις που λάμβανε με ένα προσωπικό λεξικό.

 

Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 - 1863) ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 – 1863) ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Ακόμη και η ζωγραφική του Ζερικό, που πέθανε μέσα στον ίδιο εκείνο μήνα, συνέχιζε να ασκεί γοητεία, ενώ «η εξαιρετική Σχεδία του» αποτελούσε την πιο άμεση αναφορά στην επιλογή ενός σύγχρονου θέματος, όπως η σφαγή της Χίου, που δου­λεύτηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός ιστορικού πίνακα, μεγάλου μεγέθους. Οι κριτικοί εντόπισαν επίσης μια αναφορά στην Επίσκεψη του Ναπολέοντος στο Σανατόριο του Τζάφα του Γκρο, ως προς την ανακατασκευή των κοστουμιών και την πλαστική απόδοση των γυμνών σωμάτων.

Μέσα στους επόμενους έξι μήνες, συνεπαρμένος από «μια δημιουργική μέθη», ο Ντελακρουά προχώρησε τη μελέτη του, φροντίζοντας με μεγάλη προσοχή την απεικόνιση της κάθε μορφής, πολλές φορές ξανασχεδιάζοντάς την από την αρχή.

 

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές, είναι εκείνη της μητέρας με το μωρό που προσπαθεί να αρπάξει το στήθος της, σκηνή παρμένη από μια μαρτυρία του βιβλίου του Βουτιέ. Για τους άλλους εξωτικούς χαρακτήρες, ο Φράνσις Χάσκελ – που ερμήνευσε τη γένεση του πίνακα – τόνισε την προσφυγή του Ντελακρουά στις ολοένα και πιο πολυάριθμες εικονογραφήσεις των ταξιδιωτικών βιβλίων που κυκλοφορούσαν, με σκοπό να αποφύγει μια σχολαστική και αυτάρεσκη καταγραφή της φρίκης.

 Όπως προκύπτει από την αναθεώρηση της 7ης Μαΐου: «Ο πίνακάς μου περιλαμβάνει μια συστροφή, μια ενεργητική κίνηση, που θα πρέπει οπωσδήποτε να ενσωματωθεί». Ο Ντελακρουά ανησυχούσε για το συνολικό αποτέλεσμα του έργου για το αν θα κατάφερνε να απεικονίσει την επική διάσταση των σύγχρονων γεγονότων. Και ο στόχος του επιτεύχθηκε, καθώς με το άνοιγμα του Σαλονιού, τον Αύγουστο του 1824 το κοινό – το οποίο ήταν συγκινημένο από το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, που συνέβη λίγους μήνες πριν στην Ελλάδα – έμεινε βαθύτατα εντυπωσιασμένο από τον πίνακα, ο οποίος κέρδισε ένα μετάλλιο και αγοράστηκε για το Λουξεμβούργο στη ση­μαντική τιμή των 6.000 φράγκων.

Πηγή: Carolina Brook, «Delacroix», Βιβλιοθήκη Τέχνης – Οι Μεγαλοφυΐες, τόμος 20, National Geographic, 2013.  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »