Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Άσκηση από-απομυθοποίησης: Το Κρυφό Σχολειό. Φάνης Κακριδής, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


 

Άσκηση από-απομυθοποίησης: Το Κρυφό Σχολειό

Άσκηση από-απομυθοποίησης: Το Κρυφό Σχολειό

Περίληψη. Κρυφό Σχολειό δεν υπήρξε, υποστηρίζουν οι σύγχρονοι ιστορικοί: δεν χρειαζόταν, όταν τα ελληνικά σχολειά λειτουργούσαν ελεύθε­ρα, με την έγκριση των Τούρκων! Το επιχείρημα είναι πειστικό· όχι όμως αμάχητο. Τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την Επανάσταση οι δάσκαλοι ήθελαν και έπρεπε να διδάξουν στα Ελληνόπουλα πολλά – μαθήματα ιστορίας, ελληνικού πατριωτισμού και μαχόμενης ορθοδοξίας – που ήταν αδύνατο να ακουστούν φανερά, γιατί οι Τούρκοι δε θα τα ανέχονταν. Υπάρχουν άλλωστε αρκετές μαρτυρίες και ενδείξεις, που η μια με την άλλη οδηγούν στο συμπέρα­σμα ότι θα ήταν λάθος να διαγράψουμε μια και καλή το Κρυφό Σχολειό από την εθνική μας μνήμη.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Φάνη Κακριδή, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Άσκηση από-απομυθοποίησης-Το Κρυφό Σχολειό

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Περί «Κρυφού Σχολειού» και το δημοτικό «Φεγγαράκι μου λαμπρό», Δημητρίου Γ. Κατσαφάνα


 

 

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Συνδέεται ή όχι το δημοτικό παιδικό τραγούδι Φεγγαράκι μου λαμπρό με το κοινό σχολείο, το οποίο λειτουργούσε υποτυπωδώς στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελλιά των μοναστηριών; Αν ναι, πότε τραγουδήθηκε, ποια είναι η καταγωγή του, η γέννησή του; Το πρόβλημα είναι σοβαρό από την άποψη, ότι μερικοί μελετητές εξαρτούν την ύπαρξη ή όχι του κρυφού σχολειού, του σχολείου πού λειτουργούσε νύχτα, από την σύνδεσή του με το γνωστό αυτό παιδικό τραγούδι.

Σχετικά με τη γνησιότητα, το νόημα του τραγουδιού αυτού έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα οι πιο διαφορετικές και αντιφατικές απόψεις. Αναφέρουμε ενδει­κτικά τις κυριότερες: Ο Γιάννης Βλαχογιάννης θεωρεί ότι η παιδεία την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν εμποδιζόταν και ότι τούτο είναι να­νούρισμα πού έλεγε «ή κάθε μανούλα, να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξυπνημένο παιδί της για να το ξεκινήση…». Ο ιερέας δάσκαλος πήγαινε, κατά τον Βλαχογιάννη, «αξημέρωτα στην εκκλησία, και περισ­σότερο άμα είχε νά προσέξη το νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστασίου, όπου βοηθούσανε και τ’ αναμμένα κανδήλια».

 

Ο Δη­μήτριος Καμπούρογλου υποστηρίζει ότι «αβασανίστως και ακρίτως επαναλαμβάνεται ότι παρεμποδιζόντων των Τούρκων την έκπαίδευσιν ηναγκάζοντο τα παιδάκια τη νύκτα με το φεγγάρι να πορεύωνται εις διδάσκαλον προς εκπαίδευσιν». Ο Λίνος Πολίτης, εξάλλου, υποστήριξε ότι «το περίφημον κρυφό σχολειό είναι ένα ιστορικό ψέμμα», αφού, καθώς λέει, μάλλον δεν πρέπει να μιλάμε για τέχνη και παιδεία στους δύο πρώτους αιώνες μέχρι τού τέλους του ΙΣΤ’. Μόνο, συνεχίζει, «από τις αρχές του 17ου αιώνα» αρχίζουν να γίνωνται αισθητά τα ρεύματα για μια πνευματική αναγέννηση, όπου πλέον «όχι κρυφά μα φανερά σχο­λεία ιδρύονται τώρα σε πάρα πολλές πόλεις…».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Δημητρίου Γ. Κατσαφάνα – συγγραφέα, ερευνητή της υστεροβυζαντινής περιόδου – πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περί «Κρυφού Σχολειού» και το δημοτικό «Φεγγαράκι μου λαμπρό»

  

Σχετικά θέματα: Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Read Full Post »

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα – Donato Francesco de Vivo


 

  

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα, πριν το 1855, Donato Francesco de Vivo.

Λάδι σε μουσαμά, 107 χ 132 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Ζωγράφος καταγόμενος από οικογένεια καλλιτεχνών, ο Francesco de Vivo έζησε στη Νάπολη κατά την εποχή της άνθισης εκεί της ιστορικής ζωγραφικής και της επίδρασης που άσκησε σ’ αυτήν ο ζωγράφος ιστορικών σκηνών και καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Νάπολης Tommaso de Vivo (1790 – 1884), πατέρας, ίσως, του Francesco, αφού η προσθήκη της λέξης figlio αυτό πιθανώς υποδηλώνει. Ελάχιστα Βιογραφικά στοιχεία του καλλιτέχνη είναι γνωστά. Πάντως, σύμφωνα με βιβλιογραφικές αναφορές, είναι βέβαιο ότι στο μέσο του 19ου αιώνα βρισκόταν στη Νάπολη, όπου και παρουσίασε το 1855 τον πίνακα που βλέπετε[1].

 

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα  - Donato Francesco de Vivo

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα – Donato Francesco de Vivo

 

Το έργο προκάλεσε μεγάλη εντύπωση για το αγωνιστικό φρόνη­μα που εξέφραζε, αλλά και τη δραματική ένταση της σκηνής. Την εποχή αυτή η ακαδημαϊκή παράδοση της ζωγραφικής της Νάπολης βρίσκεται σε ανανέωση, καθώς υπό την επιρροή της γαλλικής καλασικιστικής ζωγραφικής, το πιο ζωντα­νό ρεύμα της εποχής, καλείται να εκφράσει ένα ηρωικό, προτρεπτικά αγωνιστι­κό φρόνημα το οποίο βρίσκει ανταπόκριση στην Ιταλία εξαιτίας των επαναστατικών εξεγέρσεων.

Στον πίνακα απεικονίζεται ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα (Σούλι 1745 – 1795) τη στιγμή που πληγωμένος πέφτει στο πεδίο της μάχης. Η γυναίκα του Μόσχω προσπαθεί να τον συγκρατήσει ενώ αριστερά, ανάμεσα σε πτώματα, καπνούς και συντρίμμια, έντρομος ο γιος τους Φώτος προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

Ο ζωγράφος δίνει έμφαση στις δύο κύριες μορφές, οι οποίες καταλαμβάνουν ως σύμπλεγμα το πρώτο μέρος του πίνακα. Ο χώρος με τα ογκώδη ερείπια και τα κτίρια αρι­στερά ανάγει σε κάποιο τόπο φανταστικό, ενώ και η ίδια η σκηνή δεν είναι δυνα­τόν να αποδοθεί σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Είναι γνωστή η ανδρεία που επέδειξαν ο Λάμπρος Τζαβέλας και η γυναίκα του κατά την επίθε­ση του Αλή Πασά εναντίον των Σουλιωτών, το 1792, και κατά τη διάρκεια των μαχών που διεξήχθησαν στην Κιάφα του Σουλίου όπου τραυματίστηκε βαρύτατα ο Λάμπρος. Όμως ο Τζαβέλας δεν πέθανε κατά τη διάρκεια εκείνων των μαχών, αλλά λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1795.

Ο ζωγράφος, ακολουθώντας τα πρότυπα απεικόνισης του θανάτου ηρώων που πληγώθηκαν στη μάχη πολεμώντας για την Ανεξαρτησία, δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ακριβές ιστορικό γεγονός, όσο για την πράξη ηρωισμού και θυσίας που επιτελείται από άνδρες και γυναίκες.

 


 

[1] Spetsieri-Beschi στο Risorgimento greco e filellenismo italiano 1986, σ. 321

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Γιατράκος Παναγιώτης – Σπυρίδων Προσαλέντης (1830-1895)


 

 Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη.

Λάδι σε μουσαμά, 93 χ 72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Σπυρίδων Προσαλέντης, γιος του γλύπτη Παύλου Προσαλέντη, μετά την επιστροφή του το 1865 στην Ελλάδα από τη Βενετία, όπου είχε μεταβεί για συνέ­χιση των σπουδών του στην εκεί Ακαδημία και όπου είχε διακριθεί, ασχολήθηκε σχε­δόν αποκλειστικά με την προσωπογραφία. Ευνοούμενος των Ανακτόρων και καθη­γητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, δέχτηκε μετά από ανάθεση να εκτελέσει σειρές προ­σωπογραφιών πνευματικών ανθρώπων, καθηγητών ή ηρώων του 1821, για το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Υπουργείο Στρατιωτικών και το Υπουργείο Ναυτικών.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Το ενδιαφέρον του για την απεικόνιση αγωνιστών της Ανεξαρτησίας μαρτυρείται ήδη από τα χρόνια της μαθητείας του ακόμα, αφού το 1858 φιλοτέχνησε την προσωπο­γραφία του Ανδρέα Ζαΐμη[1], ενώ το 1870, αμέσως μετά την οριστική του εγκατάστα­ση στην Αθήνα τιμήθηκε με Χρυσό Βραβείο Β’ Τάξεως στην Έκθεση των Β’ Ολυμπίων για την προσωπογραφία του στρατηγού Καλλέργη[2].

Η προσωπογραφία που εκτίθεται απεικονίζει τον Παναγιώτη Γιατράκο, γόνο περιώνυμης οικογένειας της Πελοποννήσου, που έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την Επανάσταση του 1821 και διακρίθηκε επανειλημμένως για την τόλμη και τη γενναιότητά του. Ο Σπυρίδων Προσαλέντης ζωγραφίζει τον Γιατράκο, ντυμένο με την επίσημη στολή, σύμφωνα με το πνεύμα της εξιδανικευτικής αντίληψης της ιστορικής ζωγραφικής και μόνο στην απεικόνιση του προσώπου διακρίνεται κάποια ρεαλιστική διάθεση, που αποδίδει τον χαρακτήρα του αγωνιστή με το σπινθηροβόλο και κάπως περιπαικτικό βλέμμα. Ωστόσο η ζωγραφική του Προσαλέντη δεν παύει να κινείται στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής ακαμψίας που οδηγεί στην τυποποίηση, χωρίς διάθεση ερμηνείας της προσωπικότητας των απεικονιζόμενων.

  

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρούτας 1990, σ. 31

[2] Ολύμπια του 1870, Περίοδος Δευτέρα, Αθήναι 1872, σ. 7. Μπαρούτας, ό. π. σ. 43

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819-1878)


 

 

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων,  πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη, λάδι σε μουσαμά, 53 χ 71 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στον πίνακα αυτό ο Βρυζάκης απεικονίζει τη Μάχη στα Δερβενάκια, κατά την οποία ο τουρκικός στρατός αποδεκατίστηκε από τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη, που κατόρθωσε να τον παγιδεύσει στα στενά στις 26 Ιουλίου 1822. Ο καλλιτέχνης αποδίδει τη σκηνή της μάχης, μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από ό,τι συνήθως, θέτοντας ως προτεραιότητα την απεικόνιση μιας γενικής άποψης της συμπλοκής και όχι των συγκεκριμένων αγωνιστών. Γι’ αυτό δεν διαγράφει καθαρά τα χαρακτηριστικά τους εμμένοντας στην απόδοση της περιγραφικής λεπτομέρειας.

Η προσπάθεια του Βρυζάκη εστιάζεται στην απεικόνιση του χώρου όπου διαδραματίζεται το γεγονός και μόλις υποδεικνύει τις θέσεις των αντιμα­χομένων με ένα σύμπλεγμα Ελλήνων αγωνιστών, στο πιο κοντινό προς τον θεατή επίπεδο και τον στρατό των Τούρκων μόλις να διαφαίνεται στο άνοιγμα των δύο βουνών, μέσα από τους καπνούς της μάχης.

 

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  - Θεόδωρος Βρυζάκης

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Θεόδωρος Βρυζάκης

 

Πιθανόν το θέμα να προέρχεται από κάποιο πρόχειρο σχέδιο του ζωγράφου κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα, όταν επι­σκέφθηκε τους τόπους όπου συντελέσθηκαν τα γεγονότα του Αγώνα, για να έχει πληρέστερη εικόνα των συμβάντων, και που δεν μεταφέρθηκε ποτέ σε πίνακα μεγάλων διαστάσεων.

Σ’ αυτό συνηγορεί και η πανοραμική θέα του χώρου, όσο και η τοποθέτηση των μορφών όπως σε πρόχειρο σημείωμα, καθώς απεικονίζονται ενδεικτικά ένας αγωνιστής με το όπλο προτεταμένο, ένας άλλος να σκαρφαλώνει στον Βράχο, ένας τρίτος αριστερά να πέφτει πληγωμένος στα χέρια μιας γυναίκας, ενώ πιο πίσω ομάδα αγωνιστών, ανάμεσά τους και ένας ιερωμένος, είναι έτοιμη να επιτεθεί. Ο προπαρασκευαστικός χαρακτήρας του έργου αναδεικνύει μία άλλη πλευρά της ζωγραφικής του Βρυζάκη, στην οποία κυριαρχεί η άμεση και αυθόρμητη εκτέλεση τόσο στην απόδοση του τοπίου όσο, κυρίως, των μορφών.

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Read Full Post »

Προσωπογραφία Αθανασίου Λιδωρίκη – Διονύσιος Τσόκος (1820-1862)


 

 

 Η ανάγκη μορφοποίησης της νωπής ιστορικής μνήμης οδήγησε, κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, στην απεικόνιση των αγωνιστών, καθώς κοινό ήταν το αίτημα για την αποτύπωση του ιστορικού γίγνεσθαι μέσα από την εμπειρία του παρόντος. Η προσωπογράφηση των πρωταγωνιστών του Αγώνα, τα πρώτα τουλά­χιστον χρόνια, αποτελούσε άμεσο Βίωμα, αφού οι ζωγράφοι της εποχής που ανέ­λαβαν να διατηρήσουν την εικόνα των αγωνιστών, είχαν προσωπική επαφή με τους απεικονιζομένους ή γνώριζαν τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά τους από σύγχρονα σκίτσα ή λιθογραφίες.

 

Προσωπογραφία Αθανασίου Λιδωρίκη, 1855. Λάδι σε μουσαμά, έργο του Διονυσίου Τσόκου. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

Προσωπογραφία Αθανασίου Λιδωρίκη, 1855. Λάδι σε μουσαμά, έργο του Διονυσίου Τσόκου. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

 

Η προσωπογραφία του Αθανασίου Λιδωρίκη φιλοτεχνήθηκε από τον Τσόκο το 1855, εποχή της μεγάλης ακμής του καλλιτέχνη ως προσωπογράφου και ιδιαίτερα του κύκλου των αγωνιστών. Ο Αθανάσιος Λιδωρίκης, προεστός από τη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο και από τους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, ανέπτυξε πολιτική δράση στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε το 1835 μετά την ανάδειξή του στα αξιώματα του Συμβούλου Επικρατείας και του Γερουσιαστή.

Στο έργο, ο Λιδωρίκης φορά τη χαρακτηριστική αμφίεση, φουστανέλα που μόλις διακρίνεται, αφού έχει απεικονισθεί από τη μέση και πάνω, που­κάμισο, χρυσοποίκιλτο σεγκούνι και φέσι.

Ο Τσόκος αποδίδει τη μορφή του αγω­νιστή εξαντλώντας όλα τα εκφραστικά του μέσα αφού η ρεαλιστική απεικόνιση τόσο στο πλάσιμο του προσώπου όσο και στην απόδοση των λεπτομερειών συν­δυάζεται με την ιδεαλιστική απεικόνιση που στηρίζεται στην ακαδημαϊκή παιδεία του καλλιτέχνη στη Βενετία κοντά στον Lodovico Lipparini (1800-1856), ζωγράφο με ιδιαίτερη επίδοση στην προσωπογραφία. Η μετωπική σχεδόν σε προτομή στάση, η χρωματική αρμονία, η πλαστικότητα, η ευαισθησία της γραμμής συμ­βάλλουν στην επιβλητικότητα της μορφής, ενώ το βαθύ Βλέμμα μεταφέρει κάτι από την ψυχολογία του απεικονιζόμενου.

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Λιδωρίκη ΑσήμωNicolas Louis François Gosse (1787-1878)


 

 Προσωπογραφίες

Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα) – Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Nicolas Louis François Gosse (1787-1878). Λάδι σε μουσαμά, 40 χ 27,5 εκ., Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Στο έργο απεικονίζεται η Ασήμω Λιδωρίκη, σύζυγος του Ιωάννη Γκούρα, η «Κυρά του Κάστρου της Ακρόπολης» η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της αντιστάθηκε γενναία κατά την πολιορκία του ιερού βράχου από τις οθωμα­νικές δυνάμεις του Κιουταχή το 1827. Συνεχίζοντας την παράδοση των γυναικών του Σουλίου, της Μόσχως Τζαβέλαινας, της Δέσπως Μπότσαρη, των γυναικών του Μεσολογγίου, η Ασήμω απεικονίζεται στα ερείπια του αρχαίου ναού, έχοντας το ένα χέρι λαβωμένο και κρατώντας με το άλλο το σπαθί, να πατά πάνω στο λάβαρο με την ημισέληνο που κρατά ο σκοτωμένος Τούρκος.

 

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) - Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) – Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους και η πεισματική από­φαση των Ελλήνων να την υπερασπισθούν έως εσχάτων ήταν από τα γεγονότα της Επανάστασης που αναζωπύρωσαν το φιλελληνικό ενδιαφέρον μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου και ιδιαιτέρως των γάλλων καλλιτεχνών.

Η ολοένα διογκούμενη απαίτηση των φιλελεύθερων διανοουμένων στη Γαλλία, στα χρόνια 1825-1826, για μεγαλύτερη παρέμβαση υπέρ των Ελλήνων, η οποία συμβάδιζε με τις πεποιθήσεις της αντιπολιτευόμενης παράταξης στο συντηρητικό καθε­στώς των φανατικών Βασιλοφρόνων, συνετέλεσε στην ανάπτυξη μιας φιλελληνι­κής ρητορικής τόσο στην πολιτική όσο και στην ποίηση και τις τέχνες.

Ο Nicolas Gosse ζωγράφος ιστορικών σκηνών και ευαίσθητος στα γεγονότα της εποχής του, όπως αποδεικνύεται και από τις μετέπειτα θεματικές προτιμήσεις του επιλέγει τη συγκεκριμένη εικόνα από την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών για να εκφράσει το κοινό αίσθημα κάθε σκεπτόμενου πολίτη, την προ­σωπική δύναμη του καθενός για τη διαμόρφωση του κοινού πεπρωμένου. Η Ασήμω στέκει αγέρωχη και ατρόμητη καταπατώντας τα σύμβολα του εχθρού μέσα στον αρχαίο ναό, που έμελλε αργότερα να γίνει ο τάφος της.

Ο Gosse αποδε­χόμενος τις αντιλήψεις της εποχής του που θριάμβευσαν μέσα στο πνεύμα του ρομαντισμού, απεικονίζει την Ασήμω ως μια αλληγορία της αγωνιζόμενης Ελλάδας, όμοια με την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου του Delacroix του 1826 ή νωρίτερα ακόμη με την Αφύπνιση της Ελλάδας του Ange-René Ravault (1766-1845) του 1822. Δεν είναι αυτό καθεαυτό το ιστορικό γεγονός που ενδια­φέρει τον Gosse, το οποίο απλώς υποδηλώνεται με μια σκηνή μάχης στο βάθος δεξιά του πίνακα, όσο η ίδια η θριαμβευτική παρουσία της γυναίκας με το λαμπερό κόκκινο της φούστας που προβάλλει εμπρός στους κίονες του αρχαί­ου ναού και το σπαθί που κρατά στο χέρι να κυριαρχεί στην παράσταση, προ­δικάζοντας τις διαθέσεις της.

Έστω και λαβωμένη, καταπατά τα σύμβολα μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας που σέρνεται ηττημένη στα πόδια της. Έτσι η Ασήμω γίνεται το σύμβολο των αγώνων του λαού αναπόσπαστο κομμάτι του αρχαίου μνημείου, φορέας του διαχρονικού μηνύματος για ελευθερία, ιδανικό του αρχαί­ου ελληνικού κόσμου που ενσαρκώνει. Φαίνεται ότι το έργο είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό, όπως αποδεικνύ­ει και η μεταφορά του σε χαρακτικό που ένα αντίτυπο του διασώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Δεσποτόπουλος Ι. Αλέξανδρος, «Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος»


 

 Το βιβλίο πραγματεύεται τη συμβολή του Καποδίστρια στην απελευθέρωση της Ελλάδας και υποστηρίχτηκε ως διδακτορική διατριβή το 1954. Η συνθετική αξία της μελέτης έγκειται στις πολλαπλές μαρτυρίες και στον εύστοχο κριτικό σχολιασμό τους από τον συγγραφέα. Παρά την πάροδο σαράντα και πλέον χρόνων από τη συγγραφή του, και το πλήθος των δημοσιευμάτων για την προσωπικότητα και τη δράση του Καποδίστρια που μεσολάβησαν, το έργο παραμένει έγκυρο ενώ τα πολιτικά μηνύματα δεν παύουν να είναι επίκαιρα και σήμερα.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Πρόκειται για επηυξημένη έκδοση της διδα­κτορικής διατριβής του καθηγητή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών [νυν Πάντειο Πανεπιστήμιο] Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου που κατατέθηκε, το 1954, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επειδή η μελέτη, που εκδόθηκε για πρώτη φορά – γραμμένη σε έντεχνη καθαρεύουσα – το 1954, είχε προ καιρού εξαντληθεί, ο διευθυντής του Μ.Ι.Ε.Τ., Ε. Κάσδαγλης προ­χώρησε με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. στην επανέκδοδή της με τις προσθήκες που έκρινε χρήσιμες ο συγγραφέας. Η κυρίως μελέτη είναι διαρθρωμένη σε μια μικρή εισαγωγή, οκτώ κεφάλαια και σύντομο επίλογο.

Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζεται λεπτομερώς η πολιτική σταδιοδρομία και οι αρχές που υπηρέτησε ο Επτανήσιος πολιτικός από την περίοδο της βραχύβιας υπουργίας του στην κυβέρνηση της «Επτανησιακής Δημοκρατίας» και τη μετέπειτα ανέλιξή του έως την υψηλότερη βαθμίδα της ρωσικής διπλωματίας [συνυπουργός των Εξωτερικών], μέχρι την εκλογή του στο αξίωμα του Κυβερ­νήτη της πρώτης ελεύθερης «Ελληνικής Πολι­τείας», ενώ παράλληλα επιχειρείται μία αξιολόγηση των εκάστοτε πολιτικών και διπλωμα­τικών του επιλογών.

Το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο, αναφέρονται στις ενέργειες του Καποδίστρια στο διάστημα που μεσολάβησε από την εκλογή του [Ψή­φισμα Στ’ /2 Απριλίου 1827 της Εθνοσυνέλευ­σης της Τροιζήνας] έως την αποβίβασή του, την 6ην Ιανουαρίου 1828 στο λιμάνι του Ναυ­πλίου. Εδώ εντοπίζονται, με βασική πηγή τις «Επιστολές» του ίδιου, η πλήρης γνώση των δυσκολιών του έργου που καλείται να αναλά­βει, η αγωνία του για «…τα όσα με προσμένουσιν άχαρα…» αλλά και η τελική του από­φαση «…να ευρεθώ τάχιον εν μέσω των πα­ντοίων στερήσεων, της τύρβης, της ακατα­στασίας, των παντοειδών κακομηχανιών και άλλων, εξ ών σύγκεινται σήμερον τα της Ελλά­δος πράγματα». Στα ίδια κεφάλαια ερμηνεύο­νται και οι προϋποθέσεις που θέλησε να εξασφαλίσει από τις τότε επικρατούσες ευρωπαϊκές δυνάμεις: πολιτική συγκατάθεση, οικονομική υποστήριξη, αποσαφήνιση των κα­θηκόντων και αρμοδιοτήτων. Οι πράξεις του Καποδίστρια αξιολογούνται από τον συγγραφέα ως ενέργειες ατόμου με υψηλό αίσθημα ευθύνης και αίσθηση αποστολής, χαρακτηριστικά που τον οδηγούν εν τέλει να επιλέξει την «ακανθώδη» θέση του Κυβερνήτη μίας ημιδιαλυμένης Πολιτείας με αβέβαιο μέλλον αντί της ασφαλούς υψηλής και ισχυρής του θέ­σης στην κορυφή του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών.

Στο επόμενο, μικρής σχετικά έκτασης, κεφάλαιο ο συγγραφέας προχωρεί σε μία ταξινό­μηση των καθηκόντων των προβλημάτων και των προτεραιοτήτων που έχει να αντιμετωπίσει ο Κυβερνήτης ενώ στο κεφάλαιο που ακλουθεί («Η διευθέτηση του Κυβερνητικού Ζητήματος»), αναλύει την πρωταρχική επιλογή του Καποδίστρια να τακτοποιήσει το κυβερνητικό ζήτημα, του οποίου τη διευθέτηση θεωρεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ευ­όδωση των επί μέρους επιλεχθέντων πολιτι­κών στον τομέα της οικονομίας, του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής.

 

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος

 

Οι επιλογές του Καποδίστρια ως προς την τακτοποίηση των οικονομικών αποτελεί το αντικείμενο του έκτου κεφαλαίου. Αν και είχε αντιληφθεί εξαρχής την αδυναμία βελτίωσης της οικονομίας δίχως την υποστήριξη κεφα­λαίων του εξωτερικού (που άλλωστε αποτε­λούσε και έναν από τους όρους που είχε θέ­σει προτού αναλάβει το συγκεκριμένο αξίω­μα), γνωρίζοντας – ως έμπειρος διπλωμάτης – την πολιτική πίεση που θα μπορούσε να του ασκηθεί μέσω των δανείων, προσπάθησε – ανεπιτυχώς – παράλληλα με τον παραπάνω στόχο να οργανώσει την οικονομία εκ των ενόντων.

Η διεξαγωγή του πολέμου, από την πρώτη μέχρι την τελευταία μάχη του Αγώνα (μάχη της Πέτρας, 14 Σεπτεμβρίου 1829) που οδή­γησε στην ανακατάληψη της Στερεάς Ελλά­δας καθώς και η στρατιωτική πολιτική του Κυ­βερνήτη αποτελούν τα υπό διαπραγμάτευση θέματα του εκτενούς εβδόμου κεφαλαίου. Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, συγγράφει στο κεφάλαιο αυτό στρατιωτική ιστορία, και με τη βοήθεια των απαραίτητων πηγών δίνει με επιτυχία μια εύληπτη και λεπτομερή περιγραφή των συγκρούσεων της περιόδου και παράλληλα επιχειρεί ερμηνεία της επιλεγείσης στρατιωτικής πολιτικής που στόχευε – διά της σύστασης ημιτακτικών και τακτικών σωμάτων – στη δημιουργία ισχυρής κεντρι­κής κυβέρνησης η οποία θα μπορούσε να επι­βάλλει την πολιτική της νομιμότητα στους άτακτους ενόπλους της προκαποδιοτριακής επαναστατικής περιόδου (1821-1827).

Ο τίτλος του όγδοου κεφαλαίου («Αι διπλωμα­τικοί ενέργειαι του Κυβερνήτου») προκαθορί­ζει και το αντικείμενό του. Με την υψηλού επι­πέδου γνώση και εμπειρία του στα διπλωμα­τικά θέματα ο Καποδίστριας επέτυχε – κατά το συγγραφέα – τη διεθνή νομιμοποίηση του ελληνικού κράτους, εκμεταλλευόμενος με υποδειγματικό τρόπο τις συγκυρίες, τις περιστάσεις, τα αντικρουόμενα συμφέροντα και ανατρέποντας με επιτυχείς ελιγμούς προηγούμενες δυσμενείς αποφάσεις.

Πέραν του αρχικού κειμένου της διδακτορικής διατριβής η έκδοση συμπληρώθηκε με κεφάλαια ενός άλλου, εξαντλημένου βιβλίου του συγγραφέα («Η Ελλάδα του Καποδίστρια», Αθήνα, 1967) που άλλα εμπλουτίζουν – δίχως να αποφευχθούν επαναλήψεις – με περισσότερα στοιχεία την κρατική οργάνωση και την οικονομική πολιτική της καποδιστριακής πε­ριόδου, ενώ εκείνα που αφορούν στην οργά­νωση της δικαιοσύνης, της παιδείας και την ανάλυση των πολιτικών γεγονότων της τε­τραετίας, 1828-1831, καλύπτουν τα σχετικά κενά.

Η όλη έκδοση κλείνει με την παράθεση σχετικής «επιλεκτικής βιβλιογραφίας» που περιλαμβάνει τίτλους 56 βιβλίων και άρθρων. Πάντως η βιβλιογραφία, παρ’ όλο που δηλώνεται ως επιλεκτική, καλύπτει τη σχετική παραγωγή μέχρι το 1980, ενώ απουσιάζουν εκτός από δύο γενικά έργα (της Ελένης Κούκου, Ιωάν­νης Καποδίστριας, ο άνθρωπος, ο διπλωμά­της 1800-28, Αθήνα 1984 και του Διονυσίου Μαντζουλίνου, Ιωάννης Καποδίστριας 1776-1831, Αθήνα 1990) σοβαρές και αξιόλογες νεότερες μελέτες.

Η αξιολόγηση ενός βιβλίου, που εκδόθηκε για πρώτη φορά πριν 43 χρόνια, συνεπάγεται περισσότερες δυσκολίες από εκείνες που ήδη ενυπάρχουν σε οποιαδήποτε απόπειρα βιβλιοκριτικής. Το βιβλίο θα πρέπει, απαραίτητα, να κριθεί πάντοτε σε σχέση με το χρόνο που εκδόθηκε και τις συναφείς μελέτες της ίδιας περιόδου.

Όταν ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος εξέδωσε, το 1954 την παρούσα μελέτη, στην ελληνική βιβλιογραφία του 19ου και περισσότερου του 20ού τα βιβλία ή άρθρα που αφορούσαν στο συγκεκριμένο πρόσωπο ή την εποχή, μετά βίας ξεπερνούσαν τον αριθμό των 50. Αλλά και από αυτά τα πε­ρισσότερα είναι βιογραφικά, αφηγηματικά ή πανηγυρικού χαρακτήρα ενώ οι λίγες αξιόλογες μελέτες καλύπτουν ειδικές θεματικές δί­χως δυνατότητες απόδοσης μίας συνολικής εικόνας και ερμηνείας.

Έτσι, το βιβλίο, από την άποψη αυτή, καθί­σταται σημαντικό εφόσον ο Δεσποτόπουλος είναι ο πρώτος ο οποίος επιχειρεί να αναλύ­σει – σε μια διδακτορική διατριβή – μια «άγνω­στη» πολιτική προσωπικότητα που σε όλη την προηγούμενη περίοδο αποτελούσε «αίνιγμα» ή ασήμαντη παρένθεση για τους ιστορικούς. Το δεύτερο ερώτημα που θα μπορούσε να τε­θεί είναι κατά πόσο αυτό το σημαντικό για την εποχή που πρωτοεκδόθηκε βιβλίο δικαιούται μίας επανέκδοσης. Με όλες τις ενστάσεις που μπορεί κάποιος να έχει ως προς το είδος της γραφής με τα πολλά επίθετα και προσδιορισμούς, την εξαρχής έντονα θετική θέση του συγγραφέα απέναντι στον πρωταγωνιστή του βιβλίου του, ή κάποιες διαφωνίες ως προς τη μεθοδολογική προσέγγιση του θέματος (που άλλωστε αποτελεί ελεύθερη επιλο­γή και δικαίωμα του κάθε μελετητή), ο Αλέ­ξανδρος Δεσποτόπουλος τελικά επέτυχε να καταλήξει σε συμπεράσματα τα οποία παρα­μένουν μέχρι τις ημέρες μας έγκυρα, γεγο­νός που καθιστά το έργο, «βιβλίο αναφοράς» για τον μελετητή της περιόδου.

 

Στέφανος Π. Παπαγεωργίου

Σύγχρονα θέματα: Τριμηνιαία έκδοση επιστημονικού προβληματισμού και παιδείας. (2002)  

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος
Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος Ι.
Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Ιούλιος 1996. Φωτογραφική ανατύπωση, Απρίλιος 2008.
Σελίδες: 291
ISBN: 978-960-250-125-2

 

Δεσποτόπουλος Ι. Αλέξανδρος (1913-2004)

Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος

Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος

Ο ιστορικός Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος γεννήθηκε στη Σμύρνη και ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και υπήρξε πολίτης με μεγάλη κοινωνική συνείδηση. Δίδαξε ως καθηγητής πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (σήμερα:Πάντειο Πανεπιστήμιο). Κλασικό είναι το έργο του «Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος» (α’ έκδοση: 1954, β’ έκδοση: ΜΙΕΤ, 1996), που αποτελεί θησαυρό ιστορικών γνώσεων και πολιτικής διορατικότητας.

Πολύ σημαντικά είναι όμως και τα έργα του «H απόφασις περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1965), «H συμβολή της Ελλάδος στην έκβαση των δύο παγκοσμίων πολέμων» (Εκδοτική Αθηνών, 1992), «H πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδος, 1923-1940» (Ακαδημία Αθηνών, 1998), κ.ά. Πολύτιμη υπήρξε η συνεργασία του για τη συγκρότηση της πολύτομης «Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών. Ήταν δίδυμος αδελφός του προέδρου της Ακαδημίας ΑΘηνών, καθηγητή φιλοσοφίας Κωνσταντίνου Ι. Δεσποτόπουλου.

Read Full Post »

Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836, σύμφωνα με την αφήγηση του Γερμανού Πρίγκιπα Πύκλερ – Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη


Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

 

Τέλος Μαΐου του 1836 ο Πύκλερ αρχίζει την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο, ξεκινώντας από την Κόρινθο. Επισκέπτεται το Ναύ­πλιο και το Άργος. Στην Τριπολιτσά, την 1η Ιουνίου του 1836, ο Πύκλερ είναι καλεσμένος από τον Δημήτρη Πλαπούτα Κολιόπουλο, ο οποίος δί­νει μια μεγάλη δεξίωση με αφορμή τα γενέθλια του Βασιλιά Όθωνα και την πρώτη επέτειο της ενθρόνισής του. Μετά από μια δεκαήμερη διαμονή στην πόλη αυτή, όπου ασχολείται κυρίως με την καταγραφή των τελευ­ταίων βιωμάτων του, ξεκινάει για τη Σπάρτη.

«Με την ευκαιρία της επίσκεψής μου στο Παλαμήδι είδα τους φυλα­κισμένους, οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, και ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χοντρογιανναίους. Οι δύο έγι­ναν πολύ χοντροί και του Σωτήρου έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρό­τερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει στο ύψος κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό του ύψος και έχει γίνει ένας από τους πιο όμορφους άντρες, που μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με υποδέχθηκαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ ανταποκρίθηκα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβούνται πολύ την απόφαση του δικαστηρίου για τη δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι».     

Στην αρχή της διαδρομής τον συνοδεύει ο Κολιόπουλος μαζί με μια δωδεκάδα αξιωματικούς από τη φάλαγγά του. Οι πιο πολλοί είναι συγγενείς του. Όταν αποχαιρετούν τον Πύκλερ μετά από μισή ώρα, ο Κολιόπουλος επιμένει να τον συνο­δεύουν δύο από τους αξιωματικούς του μέχρι τη Σπάρτη. Επιπλέον, τα μουλάρια με τις αποσκευές προστατεύονται από τέσσερις χωροφύλακες, που τρέχουν, όπως λέει ο Γερμανός, σαν μαθημένοι δρομείς και αντέχουν πιο καλά από τα άλογα.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »