Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Η Ναυπλιακή Επανάσταση – Αναστάσιος Αθ. Γούναρης


 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, κυκλοφόρησε από τη ΔΗ.Κ.Ε.Ν  (Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου), η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Αναστ. Αθ. Γούναρη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση».

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση, η σοβαρότερη και συνταρακτικότερη από τις στάσεις που αντιμετώπισε η οθωνική διοίκηση, βασικά ήταν από­τοκη ενός πλατιού κι έντονου πολιτικού οργασμού ανάμεσα στα αστικο-φιλελεύθερα στρώματα της χώρας. Ανεξάρτητα από την άτυχη έκβασή της, αποτελεί έναν κρίκο, τον ως τότε σπουδαιότερο μετά την Γ’ Σεπτεμβρίου, στην αλυσίδα των αγώνων για το φιλελεύθερο πολι­τικό μετασχηματισμό της Ελλάδας.

Ο σεισμός της συγκλόνισε το «Σύστημα» και κατέστησε ετοιμόρροπο το θρόνο. Δεν απέμενε παρά το τελικό χτύπημα, που δόθηκε έξι μήνες μετά τη λήξη της. Ο αναπλιώτικος Φλεβάρης ήταν ο αιματηρός πρό­δρομος του αναίμακτου πανελλήνιου Οκτώβρη. Ο δεύτερος συνέχισε κι ολοκλήρωσε τον πρώτο.

 

Ιστορική μελέτη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση / 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862».

 

Η Επανάσταση της 1ης  Φεβρουαρίου υπήρξε σε όλες τις εκδηλώσεις της ο θαυμαστός αγώνας της ιστορικής πόλης, η οποία, αφού κατά τα κρίσιμα χρόνια της Εθνεγερσίας αποτέλεσε το «παλλάδιον της ελευθε­ρίας», ορθώθηκε τότε αποφασιστικά ως προπύργιο του φιλελευθερισμού κατά της απολυταρχίας και πρόμαχος των συνταγματικών ελευ­θεριών.

Ο βραχώδης εξώστης στον Αργολικό, που χρόνια ολόκληρα είχε αποτελέσει το κέντρο του πανελλήνιου ενδιαφέροντος, αναδύθηκε πάλι -για τελευταία φορά- και παρουσιάστηκε με όλη του τη λάμψη στην πρώτη γραμμή της πολιτικής και, γενικότερα, της εθνικής επικαιρότητας.

Ήταν τουλάχιστον η μονιμότερη και σπουδαιότερη «επικαιρό­τητα», όσο διαρκούσε η οθωνική δεσποτεία· γιατί, αν ο ένοπλος αγώνας της πύλης τερματίστηκε, ο αντίλαλός του δεν έσβησε· ο υπερδίμηνος αγώνας των αναπλιωτών εμφύσησε νέα πνοή και γιγάντωσε τη φιλε­λεύθερη κίνηση, ενίσχυσε την πεποίθηση στη δημοκρατικότητα του ελληνικού κόσμου και τόνωσε την πίστη, για το αναφαίρετο των πολιτι­κών δικαιωμάτων. Γι αυτό ακριβώς η Ναυπλιακή Επανάσταση, που γεμίζει μερικές από τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής πολιτικής ιστορίας, διατήρησε και θα διατηρεί από την άποψη τούτη ακέριο το νόημά της.»

 

Read Full Post »

Ποταμιάνος Ηλίας (1844-1911)


 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος, νομικός, πολιτικός και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1844 στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα και έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή Επανάσταση (1862). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεόντιους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήρθε και πολέμησε στην Ελλάδα και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας.  

Ο Ηλίας Ποταμιάνος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία. Δίδαξε Στρατιωτικό Δίκαιο στη Σχολή Ευελπίδων τα έτη 1870-73, και διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή» και συντάκτης της «Εφημερίδος των Συζητήσεων», ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Ανέλαβε επίσης αποστολές στο εξωτερικό: το 1872 στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με το Βουλγαρικό Σχίσμα και το 1905 στην Κρήτη (που τότε δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί) για προβλήματα της εκεί Ελληνικής Διοικήσεως.

Εκλέχθηκε πολλές φορές βουλευτής και διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα. Στην επαρχία Ναυπλίας εκλέχτηκε τα έτη 1881, 1891 και 1892. Το 1901, ως βουλευτής Ηλείας, κατέθεσε στη Βουλή πρόταση για την πρόσληψη γυναικών στα ταχυδρομεία και τα τηλεγραφεία. Η Βουλή όμως, με το σκεπτικό ότι «τα ήθη μας δεν το επιτρέπουν», την απέρριψε. Έγραψε τις μελέτες «Περί των παρά τω Ρωμαϊκώ στρατώ ποινών» (1874), «Αι Συρακούσαι» (1878) στο περιοδικό «Βύρων», κ.ά. Απεβίωσε το 1911.

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε  (Leo von Klenze 1784-1864), Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung München.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

 Η πλατεία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αποτυπώνεται στο καλοδουλεμένο σχέδιο του κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στο κέντρο εικονίζεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η μητρόπολη του Ναυπλίου, όπου κηδεύτηκαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το 1826 και ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831.

Για το σχέδιο αυτό γράφει η Σέμνη Καρούζου: «Το σχέδιο αποφεύγει τις σκιές, κύριος φορέας της έκφρασης είναι η γραμμή. Ο τονισμός του νάρθηκα της μητρόπολης του Ναυπλίου, που πρέπει στα χρόνια αυτά να είχε διαμορφωθεί, βρίσκει στη διανοητική ακρίβεια του σχεδίου την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σαν ξένο σώμα υψώ­νεται πίσω από την εκκλησία ο άμορφος μιναρές. Όμοια απροσάρμοστα στην πλατεία, που τότε μόλις άρχιζε να παίρνει μια νοικοκυρεμένη όψη, είναι τα σπίτια αριστερά, του ανατολίτικου τύπου ακόμη». Όλα αυτά τα οικοδομήματα, ωστόσο, μαζί με το μεγάλο ενετικό κτίσμα δεξιά (πολύ παλιό ενετικό σχολείο) χαρτογραφούν συνοπτικά, αλλά παραστατικά, την ιστορική πορεία της πόλης, κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμηδιού. Ο ίδιος ο Klenze, άλλωστε, πίστευε πως «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λείψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».  (Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007).

Read Full Post »

 Φιλέλληνες – Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής


 

Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής – Η πρόσφορά τους

 

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός [1] αποτελεί ένα μεγάλο, όχι όμως ευρύτερα γνωστό, κεφάλαιο στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Στο αφιέρωμα αυτό θα περιοριστούμε σε ένα σύντομο χρονικό στο οποίο σκιαγραφείται η προσφορά του Νέου Κόσμου στην ελληνική υπόθεση και μνημονεύονται ορισμένοι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες.

Το 1821 στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού το νεοσύστατο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής φώτιζε τον πολιτικό ορίζοντα των επαναστατημένων Ελλήνων, χάρη στην Αμερικανική Επανάσταση (1776-1783), τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» (4.7.1776) – ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα του 18ου αιώνα, εμπνευσμένο από τις πολιτικές ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – και το Σύνταγμα του 1787. Αυτή η χώρα – σύμβολο της ελευθερίας, ανέπαφη από το αντιδραστικό πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας που επικρατούσε στην Ευρώπη, δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους Έλληνες.

Νικόλαος Πίκκολος

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδάμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στο φιλέλληνα καθηγητή της Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ Έντουαρντ Εβερετ (Edward Everett, 1794-1865). Ο τελευταίος γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη. Αργότερα εκλέχθηκε αντιπρόσωπος της Βοστόνης στη Βουλή (1825-1835), κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1836-1839) και γερουσιαστής (1853-1854).

Έντουαρντ Εβερετ

Το φιλελληνικό ενδιαφέρον ενεργοποιήθηκε μετά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας έκκλησης. Εκτός από τον Μαυρομιχάλη, κι άλλοι πρωταγωνιστές του Αγώνα (Κοραής, Κολοκοτρώνης, Μαυροκορδάτος), καθώς και Αμερικανοί φιλέλληνες απέστειλαν εκκλήσεις, που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικά έντυπα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έκκληση της Ελληνικής Εταιρείας του Παρισιού προς τη νεοαπελευθερωθείσα δημοκρατία της μακρινής Αϊτής τον Αύγουστο του 1821 και την απάντηση του προέδρου της, Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ (Jean-Pierre Boyer), στις αρχές του 1822, με την οποία αναγνωριζόταν το δίκαιο του ελληνικού Αγώνα. Στην προσπάθεια αυτή δραστηριοποιήθηκαν και επιφανείς Ελληνίδες (Ευανθία Καΐρη, Μαρία Εμμ. Τομπάζη, Βασιλική Λαζ. Τσαμαδού, Ειρήνη Δημ. Μιαούλη κ.ά.), οι οποίες τον Ιούλιο του 1825, απευθυνόμενες προς τις φιλέλληνες διαβεβαίωναν για την αποφασιστικότητα να αντισταθούν και την ελπίδα να νικήσουν.

Η φιλελληνική κινητοποίηση ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και ως προέκταση του μηνύματος του προέδρου, ο πληρεξούσιος της Μασα­χουσέτης Ντανιέλ Γουέμπστερ (Daniel Webster, 1782-1852) στις 8 Δεκεμβρίου 1823 εισηγήθηκε στο Κογκρέσο την αποστολή διπλωματικού εκπροσώπου στην Ελλάδα. Η ομιλία του αποτελεί υπόδειγμα φιλελευθερισμού και εντονότατης διαμαρτυρίας κατά του δεσποτισμού της Ιεράς Συμμαχίας, «μιας συμμαχίας των στεμμάτων εναντίον των λαών».[2] Ο Γουέμπστερ, διαπνεόμενος από έντονα φιλελληνικά αισθήματα, τόνιζε «το χρέος του πολιτισμένου κόσμου προς τη γη της επιστήμης, της ελευθερίας, των τεχνών, ένα χρέος που δεν μπορεί ποτέ να εξοφληθεί».

Παράλληλα, από διάφορες πολιτείες υποβάλλονταν στο Κογκρέσο αναφορές για συμπαράσταση, αποστολή τροφίμων και αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τελικά στα τέλη Ιανουαρίου του 1824 συζητήθηκε στο Κογκρέσο η πρόταση του Γουέμπστερ και διατυπώθηκαν απόψεις πολύ ενδιαφέρουσες για την τότε εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. [3] Μολονότι τονίστηκε η συμπάθεια προς τον αγωνιζόμενο χριστιανικό λαό (που πήγαζε από το θαυμασμό προς την κλασική Ελλάδα και τα δημιουργήματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος), στη συζήτηση κυριάρχησε έντονη ανησυχία για ενδεχόμενο εμπλοκής της Αμερικής σε πόλεμο με την Τουρκία, αλλά και πλήγματος του αμερικανικού εμπορίου και στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο σε περίπτωση αναγνώρισης της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Χένρι Κλέι

Ορισμένοι πληρεξούσιοι έφθασαν να υποστηρίξουν ότι πολύ πιθανόν οι Έλληνες ύστερα από αιώνες σκλαβιάς δεν θα ήταν ικανοί να εγκαθιδρύσουν δημοκρατική κυβέρνηση και θα προτιμούσαν το μοναρχικό πολίτευμα. Υπήρξαν βεβαίως και ένθερμοι υποστηρικτές της ελληνικής υπόθεσης, όπως ο μεγάλος ειρηνιστής και πολιτικός ηγέτης με μεγάλη επιρροή Χένρι Κλέι (Henry Clay, 1777-1852), [4] οι Ντουάιτ (Dwight), Κουκ (Cook) κ.ά. Τελικά, όμως, ενόψει του αρνητικού κλίματος αποφασίστηκε να μη γίνει ψηφοφορία.

Το Κογκρέσο επέμενε στην αυστηρή ουδετερότητα, φοβούμενο ότι και η παραμικρή έκφραση συμπάθειας θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας. Η Αμερική δεν επιθυμούσε καμιά ανάμιξη στα θέματα της Ευρώπης (ούτε και της Ευρώπης στα εσωτερικά της Αμερικής) και με την εσωστρέφεια που τη διέκρινε τότε, έδειχνε ανέτοιμη να παίξει ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στο εξωτερικό. Στάση αντίθετη με των Αγγλίας και Γαλλίας, οι οποίες παρά την αρχικά αρνητική τους θέση στην πορεία μεταστράφηκαν υπέρ των Ελλήνων, προκειμένου να επεκτείνουν την επιρροή τους στο νευραλγικό χώρο της ΝΑ Ευρώπης και να αναχαιτίσουν τη ρωσική επέκταση. Ο αγγλικός και ο γαλλικός φιλελληνισμός εκδηλωνόταν με τις ευλογίες των υπουργείων Εξωτερικών. [5] Παρ’ όλ’ αυτά η Αμερική το 1822 έκανε ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση του νησιού της Πάρου ως ναυτικής βάσης, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριό της στην Ανατολική Μεσόγειο.[6]

Η ουδετερότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής όμως δεν πτόησε καθόλου τον αυθόρμητο ενθουσιασμό της κοινής γνώμης. Με πρωτοβουλία του προαναφερθέντος Εβερετ συστήθηκε το 1823 το φιλελληνικό κομιτάτο της Βοστόνης. Στις 19 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος του Τόμας Λίντολ Γουίνθροπ (Thomas Lindall Winthrop) και ο γραμματέας Εβερετ απηύθυναν έκκληση βοήθειας των μελών τους προς τους χριστιανούς Έλληνες επικαλούμενοι τα μέχρι τότε δεινά τους από τους βάρβαρους και αντίχριστους Τούρκους μετά τις πρόσφατες σφαγές σε Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη και Χίο. [7]

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκαν φιλελληνικά κομιτάτα σε Νέα Υόρκη και Φιλαδέλφεια, δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Στις αρχές του 1824 συστήθηκαν αντίστοιχα κομιτάτα και σε άλλες πόλεις, άρχισαν να διοργανώνονται θεατρικές παραστάσεις και χοροεσπερίδες προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα, ενώ σε αρκετά πανεπιστήμια και εκκλησίες πραγματοποιούνταν έρανοι από φοιτητές και κληρικούς αντιστοίχως.[8] Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Απρίλιο του 1824 οι φιλέλληνες της Νέας Υόρκης έστειλαν στο ελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου 6.600 λίρες στερλίνες (32.000 δολάρια).

Ενδιαφέρον έδειξαν επίσης οι Αμερικανοί φιλέλληνες για την ανατροφή, εκπαίδευση και ορισμένες φορές υιοθέτηση ορφανών Ελληνόπουλων, για την αποστολή των οποίων φρόντιζαν Αμερικανοί ιεραπόστολοι ή ναυτιλλόμενοι. Σημειώνουμε την περίπτωση του Πηλιορείτη ευαγγελινού Αποστολίδη Σοφοκλή (+1883), ο οποίος το 1828 με μεσολάβηση του Αμερικανού ιεραπόστολου Τζόσουα Μπρούερ (Josiah Brewer) στάλθηκε στη Βοστόνη και αργότερα έγινε καθηγητής στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Γέιλ και συνέγραψε, μεταξύ άλλων, ελληνικό λεξικό της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής. [9] Αμερικανοί ιεραπόστολοι [Μπρούερ, Ρούφους Αντερσον (Rufus Anderson), Τζόνας Κινγκ (Jonas King), Χιλ (Hill) κ.ά.] συνέβαλαν στην ίδρυση σχολείων στο πλαίσιο του ευρύτερου ενδιαφέροντός τους για την προώθηση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. [10]

Αλέξανδρος Κοντόσταυλος

Στην ιστορία του αμερικανικού φιλελληνισμού εγγράφεται η ατυχής και θλιβερή υπόθεση της παραγγελίας φρεγατών στην Αμερική εκ μέρους των Ελλήνων. [11] Το 1824, μετά τη σύναψη του γνωστού αγγλικού δανείου, η ελληνική κυβέρνηση, μέσω των αντιπροσώπων της στο Λονδίνο Ιωάννη Ορλάν­δου και Ανδρέα Λουριώτη, παρήγγειλε τη ναυπήγηση δύο φρεγατών 50 κανονιών και έξι μικρότερων στους εμπορικούς οίκους Μπαγιάρ και Χάουλαντ της Νέας Υόρκης. Στην επιλογή των οίκων αυτών έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο ίδιος ο Μπαγιάρ, πρόεδρος τότε του φιλελληνικού κομιτάτου της Ν. Υόρκης. Σύντομα όμως αποδείχθηκε η αφερεγγυότητα των Αμερικανών επιχειρηματιών, οι οποίοι μέχρι το φθινόπωρο του 1825 είχαν εισπράξει 155.000 λίρες, ποσόν πολύ ανώτερο του αρχικά συμφωνημένου, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει την κατασκευή των πλοίων και εκβιάζοντας την καταβολή νέων ποσών. Από το αδιέξοδο έσωσε την κατάσταση ο Χίος έμπορος Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο οποίος στάλθηκε από τους Ορλάνδο και Λουριώτη στην Αμερική και έπειτα από επιτυχείς διαπραγματεύσεις και τη μεσολάβηση επιφανών φιλελλήνων [Εβερετ, Γουέμπστερ, Μπέντον (Benton) κ.ά.] κατάφερε να σταλεί στην Ελλάδα μία φρεγάτα, η περίφημη «Ελλάς», το Νοέμβριο του 1826.

Η δημοσιοποίηση στην Αμερική αυτού του οικονομικού σκανδάλου, ο θάνατος του λόρδου Βύρωνα και η πτώση της ιερής πόλης του Μεσολογγίου το 1826 αναζωπύρωσαν τα φιλελληνικά αισθήματα. Νέοι έρανοι, νέες αποστολές χρηματικών βοηθημάτων. Το φθινόπωρο του 1827 οι Αμερικανοί φιλέλληνες Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe), Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (Jona­than Peckam Miller) και Τζον Nτ. Ρας (John D. Russ) διέθεσαν μέρος των βοηθημάτων, που είχαν σταλεί στην Ελλάδα από τα αμερικανικά κομιτάτα, για την ίδρυση νοσοκομείου στον Πόρο. Ιδιαίτερα μετά το 1824 αρκετοί Αμερικανοί ήλθαν ως εθελοντές στην Ελλάδα για να βοηθήσουν από κοντά στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και αποδείχτηκαν ειλικρινείς και ανιδιοτελείς φιλέλληνες. Η Ελλάδα τιμώντας την προσφορά τους το 1931 τοποθέτησε στήλη στην Αθήνα με τα ονόματά τους. Στις ξεχωριστές περιπτώσεις εθελοντών ανήκουν οι Τζάρβις (Jarvis), Μίλερ και Χάου.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

Ο Τζορτζ Τζάρβις (ή «Γεώργιος Ζέρβης ο Αμερικανός», όπως υπέγραφε ο ίδιος) ήταν γιος Αμερικανού διπλωμάτη στην Ευρώπη. [12] Ήλθε στην Ελλάδα μέσω Μασσαλίας (μοναδικού ευρωπαϊκού λιμανιού απ’ όπου έφευγαν για την Ελλάδα οι φιλέλληνες) τον Απρίλιο του 1822 [μαζί με τον Άγγλο φιλέλληνα Αστιγξ (Frank Abney Hastings)]. Μέχρι το 1824 έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του υδραίικου στόλου. Συνεργάστηκε με τους Βύρωνα, Μαυροκορδάτο (του οποίου υπήρξε γραμματέας για την επικοινωνία του με το εξωτερικό), Κολοκοτρώνη (από το καλοκαίρι του 1825 σύμβουλος και καθοδηγητής του επίσης στην επικοινωνία του με το εξωτερικό) και Καραϊσκάκη (από το 1826 μέχρι το θάνατό του). Πολέμησε στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, τραυματίστηκε πολλές φορές, πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο και ελευθερώθηκε. Πέθανε τον Αύγουστο του 1828 στο Άργος, όπου τάφηκε με τιμές.

Ο Τζόναθαν Πέκαμ Μίλερ (γεν. 1797) ήλθε το 1824 και για μία διετία πολέμησε με υποδειγματική γενναιότητα στο πλευρό των επαναστατημένων φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Η δημοσιευμένη αλληλογραφία του αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για την επικρατούσα κατάσταση.[13]

Σάμιουελ Χάου

Ο χειρουργός γιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (1801-1876),[14] απεσταλμένος του φιλελληνικού κομιτάτου της Βοστόνης, έφθασε στην Ελλάδα (μέσω Μάλτας) στις αρχές του 1825, ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρ­ντ, φλεγόμενος από την επιθυμία της αφειδώλευτης προσφοράς. Δύο σοβαροί λόγοι επηρέασαν τη ρομαντική φύση του. θαυμαστής του Βύρωνα, θέλησε να τον μιμηθεί όταν έμαθε για το ταξίδι του στην Ελλάδα. Η άτυχη κατάληξη ενός δυνατού έρωτα και ο πόνος για τη χαμένη ευτυχία ενίσχυσαν την απόφασή του να εγκαταλείψει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα και τις ανέσεις της αστικής ζωής της Βοστόνης για να συμμεριστεί τις κακουχίες και τις στερήσεις των επαναστατημένων, ζώντας κι αυτός στα στρατόπεδα, συμμετέχοντας στις πολεμικές εκστρατείες, χειρουργώντας τους τραυματίες και φορώντας την ελληνική ενδυμασία. Την άνοιξη του 1829 με έγκριση του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια ίδρυσε στην περιοχή Επάνω Εξαμίλι Κορίνθου πρότυπο συνοικισμό για προσφυγικές οικογένειες, που διήρκεσε περίπου μια εικοσαετία. Το 1835 τιμήθηκε με το Σταυρό του Τάγμα­τος του Σωτήρος. Η υστεροφημία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε το 1949, με υποδείξεις των ελληνικών αρχών, δόθηκε το όνομά του σε πλοιάριο για την προβολή της αμερικανικής βοήθειας (στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ),[15] διευκολύνοντας την προώθηση τότε της ελληνοαμερικανικής φιλίας.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. κυρίως Σ. Θ. Λάσκαρις, Ο Φιλελληνισμός εν Αμερική κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1926. Θάνος Βαγενάς και Ευρυδίκη Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί Φιλέλληνες Εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949. Αχιλλέας Βήτας, Ο Αμερικανικός Φιλελληνισμός στην Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα 1960.

[2] Mr. Webster’s Speech, The Greek Revolution,Boston 1824.

[3] Eighteenth Congress, Discussion of the Greek Question in the House of Representatives, Ιαν. 1824.

[4] The Speeches of Henry Clay, delivered in the Congress of theU.S., 1827, σ. 254-262. Στις σ. I-XX δημοσιεύεται η βιβλιογραφία του.

[5] Αννίτα Πρασσά, Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του 1821, Αθήνα (Δημιουργία) 1999.

[6] Σπύρος Δ. Λουκάτος, «Διαπραγματεύσεις για παραχώρηση της Πάρου ως νεωρίου στον αμερικανικό στόλο στα χρόνια του ’21», Μνημοσύνη, τ. ΙΑ’ (1988-1990), σ. 174-210.

[7] Address of the Committee «For the Relief of the Greeks» to their fellow citizens,Boston 1823.

[8] Ενδεικτικά βλ. την τυπωμένη ομιλία του πάστορα της Βοστόνης Sereno Edwards Dwight: Address on the Greek Revolution, delivered in Park Street Church, Boston 1824.

[9] Άντεια Φραντζή, «Ο E.A. Σοφοκλής και η πρώτη νεοελληνική «Χρηστομάθεια» στις ΗΠΑ», Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Αθήνα (ΟΜΕΔ) 1995, σ. 179-191.

[10] Ενδεικτικά βλ. Plan for Promotion of Common School Education in Greece, adopted by the Greek School Committee,New York 1829.

[11] Αλ. Κοντόσταυλος, Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, Αθήναι 1855, Τρ. Κωνσταντινίδης, Το «σκάνδαλον του Λονδίνου». Τα εθνικά ατμοκίνητα και η υπόθεσις των εν Αμερική φρεγατών, 1825-1828, Αθήναι 1951.

[12] Γι’ αυτόν βλ. George Jarvis. His Journal and related documents, επιμ. – εισαγ. – σχόλια: George Georgiades Arnakis, Eur. Demetrakopoulou, Θεσσαλονίκη 1965. Ιστορικά Κείμενα Επαναστάσεως Εικοσιένα από τα χειρόγραφα Τζωρτζ Τζάρβις, επιμ.: Γ. Γεωργιάδης Αρνάκης, Ευρ. Δημητρακοπούλου, Θεσσαλονίκη 1967.

[13] Letters from Greece, 1824-1825.

[14] Letters and Journals of Samouel Gridley Howe, edited by his daughter, Boston – London 1906. Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Αμερικανοί φιλέλληνες. Σύντομος βιογραφία του Σάμιουελ Χάου, Αθήναι 1935. Σάμιουελ Χάου: Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, εισαγ.: Οδυσ. Δημητρακόπουλου, Αθήνα 1971.

[15] Υπουργείο Εξωτερικών/ Υπηρεσία Διπλωματικού – Ιστορικού Αρχείου, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, επιστημ. επιμ. Φ. Τομαή – Κωνσταντοπούλου, Αθήνα 2002, τόμ. Β’ – Γ’.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Το έργο του Wulf Schaeffer  για το Ναύπλιο  (Λίγα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του)


 

Στις 4 Αυγούστου του 1994 πέθανε στη Βρέμη ο γερμανός αρχιτέκτονας Wulf Schaeffer  ή Θόδωρος Τσοπανόπουλος, όπως συνήθιζε χαριτολογώντας να μεταφράζει στα ελληνικά το όνομά του.

Ο Wulf Schaeffer γεννήθηκε στο Portenkerchen στις Άλπεις, στις 4 Νοεμβρίου του 1907. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Kellerau κοντά στη Δρέσδη. Εκεί πρωτοπήγε σχολείο. Συνέχισε τις σπουδαίες του στο παιδαγωγικό σχολείο Landschuleheim, απ’ όπου απεφοίτησε το 1926. Λίγο αργότερα άρχισε τις αρχιτεκτονικές του σπουδές στη Στουτγάρδη κοντά στους καθηγητές Schmitthenner και Bonalz. Στη Στουτγάρδη γνωρίζει τον αρχιτέκτονα Fritz Hoger από το Αμβούργο. Λίγο αργότερα επεξεργάζεται μαζί του το σχέδιο ενός πρεβαντορίου  στο Danzig, ένα μνημειώδες κτίριο, με κλασσική μορφολογία. Παράλληλα συνεχίζοντας τις σπουδές του, παρακολουθεί τα μαθήματα των Karl Gruber και Freietz Krischen. Παρακολουθώντας τα ενδιαφέροντα του νεαρού μαθητού του, ο  Krischen του συνιστά να επισκεφθεί την Ελλάδα και να μελετήσει από κοντά την αρχιτεκτονική της. Έτσι την άνοιξη του 1933 ο Schaeffer, φθάνει στην Ελλάδα. 

O Schaeffer σπάνια μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τότε ουδέποτε ανάφερε τον πατέρα του. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή οι γονείς του ήρθαν  σε διάσταση και η μητέρα του εγκατέλειψε το σπίτι. Το 1930 η Μαργαρίτα Schaeffer εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται στο studio του γνωστού Έλληνα φωτογράφου «Ζωγράφου», ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα γερμανικών. Φθάνοντας στην Αθήνα, μητέρα και γιος ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια και συνδέονται στενά. Η συνάντησή τους υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και για τους δύο.

 

Κάτοψη του Ναυπλίου, γύρω στο 1862, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

O Schaeffer εγκαθίσταται στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και λαμβάνει μέρος στις ανασκαφές του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, κοντά στο Γερμανό Αρχαιολόγο Γαβριήλ Βέλτερ. Στην Αίγινα ο Schaeffer κτίζει μερικές μικρές εξοχικές κατοικίες. Λίγο αργότερα συμμετέχει στις ανασκαφές του ναού του Απόλλωνα στην Κόρινθο με την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή και αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης τη συντήρηση του κρηπιδώματος του ίδιου ναού. Την ίδια περίοδο κτίζει την κατοικία του γνωστού αμερικάνου αρχαιολόγου Wanderpool.

Καθοριστική για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του, υπήρξε η πρόταση του Διευθυντού του Γερμανικού Ινστιτούτου Georg Karo, να επιμετρήσει την Ακροναυπλία. Ο Schaeffer  δέχεται. Η εργασία αυτή θα τον φέρει σε στενή επαφή με το Ναύπλιο, τα κάστρα, την πόλη, την ιστορία του. Με τη βοήθεια και την προτροπή του Αναστασίου Ορλάνδου, τον οποίο γνωρίζει μέσω του Κουγέα, οικογενειακού φίλου της μητέρας του, αρχίζει τη διδακτορική του διατριβή «Baugeschichte der Stadt Nauplia im Mittelalter», την οποία υποβάλει το 1936 στο Πολυτεχνείο του Danzig.

 

Η τραβέρσα Gambello, enezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Ο επόμενος διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Dr Wrede του προτείνει να συνεργαστούν σε μία ευρύτερη έρευνα με θέμα την πολεοδομική εξέλιξη του Ναυπλίου από την Αρχαιότητα μέχρι της αρχές του 19ου αιώνα. Ο Wrede αναλαμβάνει να μελετήσει τους αρχαίους χρόνους, ενώ ο Schaeffer τους μεσαιωνικούς και τους νεότερους.  

Ήμουν μάρτυρας, γράφει σε επιστολή του, ο Wrede, του ενθουσιασμού με τον οποίο ανέλαβε Schaeffer την τεράστια αυτή εργασία. Η μελέτη του δεν περιορίζεται στα κάστρα, Ακροναυπλία, Μπούρτζι, Παλαμήδιαλλά επεκτείνετε  και στην έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας πόλη, στις επιθαλάσσιες οχυρώσεις, στα δημόσια κτίρια, στους ναούς, στα τεμένη, στις ιδιωτικές κατοικίες. Παρατηρεί, σκιτσάρει, αποτυπώνει, σχεδιάζει. Βήμα – Βήμα προσπαθεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα διαδοχικά ίχνη των τριών πολιτισμών, που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης. Έλληνες, Βενετοί, Τούρκοι τρεις λαοί, τρεις πολιτισμοί με πολλά κοινά στοιχεία αλλά και με μεγάλες διαφορές, εναλλάσσονται μεταξύ τους στην κυριαρχία της πόλης.

Τους Βυζαντινούς Έλληνες διαδέχονται οι Φράγκοι (1212 – 1389), τους Φράγκους οι Ενετοί (1389 – 1540), τους Ενετούς οι Τούρκοι (1540 – 1686) κι ύστερα πάλι οι Ενετοί (1686 -1715) και πάλι οι Τούρκοι (1715 – 1822).  Άλλοτε ειρηνικά κι άλλοτε με πολιορκίες σκληρές και καταστροφικές για την πολιτεία, το Ναύπλιο περνά διαδοχικά από τον ένα στον άλλο. Τα τείχη των κάστρων ενισχύονται και επανακατασκευάζονται, σύμφωνα με τις νεότερες τάσεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, τα κτίρια καταστρέφονται, γκρεμίζονται, ξανακτίζονται, αλλοιώνονται, δέχονται προσθήκες και επεμβάσεις. Οι ορθόδοξοι ναοί μετατρέπονται σε τεμένη και καθολικούς ναούς και αντιστρόφως. Τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια αλλάζουν  συνεχώς ιδιοκτήτες και χρήσεις. Ο καθένας βάζει την προσωπική του σφραγίδα. Ο Schaeffer σκύβει μ’ επιμονή και υπομονή πάνω στα ίχνη τους. Ίχνη που αλλού είναι ευανάγνωστα και εύκολα αναγνωρίσιμα  και αλλού εμπλέκονται τόσο σφικτά μεταξύ τους, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει.  

 

Το καστέλο των Φράγκων, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Όποιος έχει ασχοληθεί με  τη μελέτη του ιστορικού κέντρου του Ναυπλίου γνωρίζει καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να καθορίσει με ακρίβεια, αν ένα κτίριο είναι τούρκικο με ενετικές επιρροές ή ενετικό με τούρκικες επεμβάσεις. Με γνώση και ευαισθησία ο Schaeffer προσπαθεί να ανακαλύψει φάσεις, να βρει την ιστορική συνέχεια.

Κάποια από τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στις μεταγενέστερες δημοσιεύσεις του:

  • « Das Stadttor von Akronauplia, Neue Ausgrabungen in Nahen Osten Mittelmeerraum  und in Deutschland. Bericht uber die Tagung der Koldewey – gesellschaft – Vereinigung fur baugeschichtliche Forschung e.v. in Xanten von 19 bus 23 Mai 1959».
  • «Neue Untersuchungen uber die baugeschichte Nauplias im Mitelalter AA 76/1961». «Venezianische Festugbaukunst in Griechenland zum Ausbau der Festung Nauplion, Architectura 1988».

Οι μελέτες αυτές όπως φαίνεται και από τους τίτλους τους, αφορούν κυρίως τις οχυρώσεις του Ναυπλίου. Αντίθετα η έρευνα η σχετική με την κάτω πόλη, του Ναυπλίου, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Οι αποτυπώσεις των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της περιόδου αυτής, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, πολύ περισσότερο που το Ναύπλιο τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας διατηρούσε σχεδόν στο ακέραιο, τη μορφή που είχε στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Παράλληλα  με την εργασία του αυτή ο Schaeffer αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης, την αποκατάσταση του επιθαλάσσιου οχυρού που έκτισε το 1471 ο Pasgualiggo, του γνωστού ως «Μπούρτζι», και τη μετασκευή του σε ξενοδοχείο, καθώς και την κατασκευή του πεζοδρόμου που οδηγούσε στην Ακροναυπλία.

 

Σχεδιαστική αναπαράσταση του καστέλο της θάλασσας (Μπούρτζι), Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Το 1939 ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος  έχει πια αρχίσει. Τα πρώτα μηνύματα φθάνουν και στην Ελλάδα. Η μητέρα του Scaheffer εβραϊκής καταγωγής, εξαφανίζεται. Ο Schaeffer  συγκεντρώνει τα πράγματα της μητέρας του, τη φωτογραφική της μηχανή και το αρχείο της και τα παραδίδει σε στενή της φίλη. Στη συνέχεια εγκαταλείπει την Ελλάδα και μέσω Αλβανίας επιστρέφει στη Γερμανία, όπου εξ αιτίας των φρονημάτων του και ίσως της εβραϊκής του καταγωγής, από την πλευρά της μητέρας του, παρ’ όλο ότι ο ίδιος ήταν ευαγγελικός, κλείνεται σε στρατόπεδο και υπηρετεί ως μηχανικός. Εκεί τον βρήκαν οι σύμμαχοι στα χρόνια της απελευθέρωσης και τον χρησιμοποίησαν ως διερμηνέα.

Μετά τον πόλεμο ο Schaeffer εργάστηκε ως καθηγητής σε μια ανώτερη τεχνική σχολή στη Βρέμη. Παρ’ όλο ότι δεν επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα βρισκόταν πάντα σε επαφή με τους έλληνες φίλους του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για το Ναύπλιο και την τύχη του αδημοσίευτου υλικού του. Κάποιες προσπάθειες που κάναμε για να έρθουμε σε επαφή μαζί του δεν οδήγησαν σε μια συνάντηση που θα βοηθούσε σημαντικά στην αξιοποίηση του αρχείου του. Πλησίαζε πια τα 90 και ήταν αρκετά κουρασμένος.

Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η γυναίκα του llse Schaeffer παρέδωσε στο   Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο όλο το αρχείο του, το σχετικό με το Ναύπλιο, όπου φυλάσσεται με υπευθυνότητα, ταξινομείται και μελετάται από τους συνεργάτες του Ινστιτούτου.

Το αρχείο Schaeffer περιλαμβάνει εκτός από τα γραπτά του κείμενα σειρά από σχέδια. Τα περισσότερα αφορούν τις οχυρώσεις και είναι ήδη δημοσιευμένα. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός αριθμός αποτυπώσεων των σημαντικότερων κτηρίων της Κάτω Πόλης, του Αγίου Γεωργίου, του Ενετικού Σχολείου, του Τελωνείου κ.ά. Μερικά από τα κτίρια αυτά, όπως π.χ. το Χάνι στην Πρόνοια ή το Παλατάκι του Καποδίστρια, δεν υπάρχουν πια σήμερα. Άλλα υπάρχουν, αλλά με σημαντικές αλλοιώσεις. Το γεγονός αυτό κάνει το αρχείο του Schaeffer ιδιαίτερα σημαντικό. Τα σχέδια του Schaeffer θα αποτελέσουν ουσιαστική βοήθεια για τη σωστή αποκατάσταση των κτιρίων αυτών. Ένας αριθμός των σχεδίων αυτών δημοσιεύτηκαν με την άδεια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Ναυπλιακό Ημερολόγιο το 1977 που εξέδωσε η «Απόπειρα». Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση και η μελέτη του αρχείου, είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν και σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις. Χρέος, όσων μελετάμε και αγαπάμε το Ναύπλιο, είναι να συνεχίσουμε και να τελειώσουμε το έργο του μεγάλου επιστήμονα που έφυγε από κοντά μας, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει.

 

Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη

Επ. Καθηγήτρια του  Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου  

 

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1998.

 

Read Full Post »

Δημητριακά


 

Σπορά

Η σπορά ξεκινούσε το Σεπτέμβριο και τε­λείωνε το Δεκέμβριο. Ήταν καλοτυχιά για τους αγρότες να βρέξει πρώιμα, να μαλα­κώσει η γη και ν’ αρχίσει η σπορά. Οι γε­ωργοί είχανε συνδυάσει τη σπορά με τις γιορτές της Παναγίας, την οποία θεωρού­σαν προστάτισσά τους, και ήθελαν η σπο­ρά να ξεκινάει τον Σεπτέμβριο μετά το Γενέσιον (γενέθλια) της Θεοτόκου στις 8 Σε­πτεμβρίου. Γι’ αυτό και την είχαν ονομά­σει τη γιορτή αυτή γιορτή της Παναγίας της Αρχισπορίτισσας. Εξάλλου, ο λαός έλεγε, Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύ­ρι σύρε. Στις 21 Νοεμβρίου (Εισόδια της Θεο­τόκου) θα έπρεπε ο καλός αγρότης να έχει σπείρει τα μισά χωράφια (Παναγία Μεσοσπορίτισσα). Μάλιστα, στις 21 Νοεμβρί­ου οι αγροτικές οικογένειες συνήθιζαν να τρώνε πολυσπόρια (δημητριακά με ό­σπρια). Γι’ αυτό και η Παναγία ονομάστη­κε Πολυσπορίτισσα. Στη δυτική Κρήτη τα πολυσπόρια ονομάζονται παπούδια (από το αρχαίο πάππος, που σημαίνει σπόρος. (Λεξ. Αντ. Ξανθινάκη).

 

Σίτος

 

Κάποιες άλλες παροιμίες μας προσδιο­ρίζουν τη σημασία του χρόνου και τα χρο­νικά περιθώρια της σποράς. Τον Οχτώβρη αν δεν έσπειρες, λίγο στάρι θα ‘χεις, που ση­μαίνει ότι ο μήνας αυτός ήταν ο προσφορό­τερος. Όμως, αν αργήσεις πολύ, το Γενάρη καλουργιά παραλίγο κοπρισιά και απού σπέρ­νει το Φλεβάρη, σπέρνει την ανεμοζάλη. Ε­πίσης, ο αγρότης ποτέ δεν έπρεπε να σπέρ­νει όταν γιόρταζε η Παναγιά, η οποία τιμω­ρεί όσους εργάζονται την ημέρα της γιορ­τής της (Παναγιά Καψοδεματούσα). Ο λα­ός λέει, όταν ακούσεις Παναγία, μη ρωτάς αν είν’ αργία. Απεναντίας, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς πολλοί αγρότες θεωρούσαν καλό και γούρικο να σπείρουν, τιμώντας τον Αϊ-Βασίλη, ο οποίος σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ήτανε ζευγάς. Τέλος, οι όψιμες βροχοπτώσεις κάνουν τα σπαρτά να μεστώ­σουν και ν’ αποδώσουν πολύ καρπό, όπως το διατύπωσε ο λαός με τη σοφή παροιμία, αν βγάλει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλ­λο ένα, χαρά σ’ τονε το γεωργό που ‘χει πολ­λά σπαρμένα.

 

Σύμφωνα με το μύθο της αρχαιότητας, προστάτισσα της γεωργίας ήτανε η θεά Δήμητρα, την κόρη της οποίας Περσεφόνη απήγαγε ο Πλού­των, όταν η κόρη μάζευε λουλούδια στην εξο­χή, και τη μετέφερε στα σκοτεινά του βασίλεια. Η γη τότε έπαψε να δίνει καρπούς και ο Αίας έστειλε τον Ερμή να φέρει την Περσεφόνη από τον Άδη, με τη συμφωνία να επιστρέφει στο βασίλειο του Πλούτωνα κατά τους χειμερινούς μή­νες. Έτσι, η μητέρα Γη, που τρέφει το ανθρώ­πινο γένος, κοιμάται, βρίσκεται σε νάρκη, μέ­χρι να επιστρέψει η Περσεφόνη την άνοιξη στη μητέρα της. Τότε η γη ξυπνάει, βλαστάνει και δίνει τους καρπούς της στους ανθρώπους.

 

Πριν από κάποια χρόνια η σπορά γινόταν με πρωτόγονους τρόπους, όπως και την αρ­χαία εποχή. Χρησιμοποιούσαν ξύλινο άρο­τρο, φτιαγμένο από ξύλο πλατάνου, για να είναι ελαφρύ. Ο ίδιος ο αγρότης έκοβε πλα­τάνους στη λίγωση του φεγγαριού και στη συνέχεια τους πελεκούσε, για να φτιάξει το αλέτρι του. Μόνο το υνί ήτανε σιδερέ­νιο, που το έφτιαχνε ο σιδεράς. Αλλά το ξύλινο αλέτρι πάθαινε ζημιές, γι’ αυτό οι αγρότες το εγκατέλειψαν και αναλάμβανε ο σιδεράς να φτιάχνει σιδερένιο αλέτρι.

Ένα δεύτερο εργαλείο για τη σπορά ήταν ο ζυγός με τις ζεύγλες, ο οποίος α­κουμπούσε στον τράχηλο των υποζυγίων, εφόσον το όργωμα γινόταν από δύο ζώα, συνήθως από αγελάδες ή μία αγελάδα κι ένα φρόνιμο γαϊδουράκι, που θα μπορού­σε να συγχρονίζεται με το αργό και νωχελικό τράβηγμα της αγελάδας. Ο ζυγός ήταν ένα μακρόστενο πλατανένιο ξύλο πε­λεκημένο, με μία εγκοπή στη μέση, απ’ όπου περνούσε η αλυσίδα του αλετριού. Στις δύο άκρες είχε από δύο τρύπες, απ’ όπου περνούσε η ζεύγλα σε σχήμα U και η οποί­α αγκάλιαζε το λαιμό της αγελάδας. Αντί της ζεύγλας, στα μουλάρια και στα άλογα, που όργωναν μόνα τους, έμπαινε στο λαι­μό η λαιμαριά ή κουλούρα, η οποία ήταν από δέρμα και εσωτερικά είχε χόρτο (ψαθί), για να είναι μαλακιά και να μην πλη­γώνεται το ζώο με το τράβηγμα.

 

Όργωμα χωραφιών για τη φθινοπωρινή σπορά δημητριακών κατά τη δεκαετία του 1960. Από το φωτογραφικό λεύκωμα, «Ταξίδι αυτογνωσίας και παρατήρησης σ' ένα λησμονημένο παρελθόν – Σπάτα 1900-1960».

 

Ο γεωργός φόρτωνε τα ζυγάλετρά του στο γαϊδούρι ή στο μουλάρι κι ό,τι άλλο του χρειαζότανε και ξεκινούσε πρωί-πρωί για το χωράφι. Με την ανατολή του ήλιου έπρεπε να είναι έτοιμος για το όργωμα. Στην αρχή άνοιγε με το αλέτρι «παραβο­λή», δηλαδή μια αυλακιά, με την οποία ό­ριζε την έκταση, που θα έσπερνε και θα όρ­γωνε. Ύστερα έπαιρνε το σποροσάκουλο με το σπόρο και πετούσε τον καρπό ομοιόμορφα και με τέχνη. Αν ήταν δύο ή περισ­σότεροι, πατέρας και γιος ή παππούς ή θεί­ος, αυτή τη δουλειά την έκανε ο μεγαλύτε­ρος, που θεωρούνταν ο πιο έμπειρος. Στη συνέχεια ο ζευγάς όργωνε όλο το χωράφι, οδηγώντας τα καματερά του πέρα – δώθε. Το αλέτρι, με το φτερό που είχε στο πίσω μέρος, είχε την ικανότητα να το ανασκελαρίζει το χώμα, δηλαδή να το γυρίζει ανάπο­δα. Γι’ αυτό και το οργωμένο χωράφι ήτα­νε πιο σκούρο. Έτσι ο σπόρος σκεπαζόταν, για να φυτρώσει ύστερα από λίγες μέρες, χωρίς να τον φάνε τα πουλιά.

Νύχτα επέστρεφε στο σπίτι του ο ζευ­γάς, κατάκοπος, με λίγη ξηρή τροφή το μεσημέρι, αφού πρώτα περνούσε από τη βρύ­ση του χωριού να ποτίσει τα ζωντανά του και να τα παχνίσει μετά στον στάβλο. Την άλλη μέρα θα σηκωνότανε πάλι νύχτα, για να συνεχίσει την ίδια δουλειά.

Σπορά

Όταν τελείωνε η σπορά του χωραφιού, ο γεωργός το περνούσε με τη σβάρνα, για να σπάσουν οι βόλοι και να ισιώσει το χω­ράφι, ώστε να μην λιμνάζουν τα νερά στις γούβες και να γίνεται ο θερισμός πιο εύκο­λος. Η σβάρνα (βολοκόπος) ήταν ένα μακρόστενο ξύλινο εργαλείο και φαρδύ, που το έφτιαχνε ο αγρότης με ξύλα και βέργες λυγαριάς. Για να έχει αποτέλεσμα το σβάρνισμα, ανέβαινε ο ίδιος επάνω στη σβάρνα ή τοποθετούσε μία – δύο βαριές πέτρες. Το σβάρνισμα ήταν πιο εύκολο από το όργω­μα και τελείωνε γρήγορα, γιατί η σβάρνα με το φάρδος της κάλυπτε 4-5 αλετριές. Πά­ντως, πολλά σπαρμένα έμεναν ασβάρνιστα, είτε γιατί το σβάρνισμα το θεωρούσαν πε­ριττό είτε γιατί είχανε προτεραιότητα άλ­λες δουλειές και οι αγρότες δεν είχανε χρό­νο. Στην Αργολίδα συνήθως σβαρνίζονταν τα καμπίτικα χωράφια, τα ορεινά όχι.

Οι αγρότες έσπερναν κυρίως σιτάρι και κριθάρι, που καμιά φορά τα ανακά­τευαν (μιγάδι). Μπορούσαν, επίσης, να σπείρουν μπιζέλια, φακές, ρόβι και λούπι­να. Τα λούπινα (λουμπίνια ή λιμπίνοι) εί­ναι εκλεκτή τροφή για τα ζώα, ιδίως για τα γουρούνια. Αλλά τουλάχιστο μια φορά το χρόνο, την Καθαροδευτέρα, τρώγαμε κι ε­μείς λιμπινόσπορους, αφού τους νεροβροχιάζαμε αποβραδίς. Μόνο τα κουκιά δεν σπέρνονταν, αλλά η γυναίκα του ζευγά τα έριχνε στην αυλακιά ένα – ένα. Εκτός από το ρόβι και τα λούπινα, φρόντιζαν να σπεί­ρουν και βίκο για όλα τα ζωντανά και βρό­μη (ταγή) για το άλογο ή τη φοράδα. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν πολλά, αλλά ο κάθε αγρότης έκανε το κουμάντο του, για να εξα­σφαλίσει ψωμί για την οικογένειά του και τροφή για τα ζώα του.

 

Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα

 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγρο­τικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλο­γα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώ­σει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή έ­να μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι. Στις πό­λεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υ­πήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυ­φές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους φίλους τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν. Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

 

Αγροτικές εργασίες, αγνώστου, 1750.

 

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορ­βάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σα­κουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξι­μάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Αν δεν είχε κάρο, ιδίως στις ορεινές τοποθεσίες, όλα τα φόρτωνε στα ά­λογά του. Εργαζόταν όλη την ημέρα και ε­πέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκλη­ρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές. Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έ­κανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ή­ταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότε­ρες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφο­ρά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορ­τώματα με ξύλα κ.ά. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο (Ν. Αναγνω­στόπουλου – Γ. Γάγαλη, σ. 216).

 

Θερισμός

 

Τα πρώτα από τα σπαρμένα που απολάμ­βανε η αγροτική οικογένεια ήτανε τα χλωροκούκια. Από τον Απρίλιο κιόλας η νοι­κοκυρά μάζευε αγίνωτα λουβιά, πολύ δρο­σερά, και τα μαγείρευε με αγκινάρες. Ό­ταν το Μάιο μεστώνανε τα λουβιά, ξεπάτωναν τις κουκιές με τα χέρια και τις κου­βαλούσαν στο αλώνι ή καλύτερα στο δώ­μα του σπιτιού. Μαδούσαν τα λουβιά και τα έβαζαν χωριστά να ξεραθούν στον ήλιο, ενώ τις κουκιές τις δεμάτιαζαν και τις φύ­λαγαν στον αχεριώνα, για να τις φάνε οι κατσίκες το χειμώνα. Τα λουβιά, όταν εί­χανε ξεραθεί καλά, τα χτυπούσαν με μπα­στούνια και κοπανίδες, ύστερα τα κοσκίνιζαν και ξεχώριζαν τα κουκιά, που τα φύλα­γαν ως εκλεκτή τροφή για το χειμώνα.

Τα υπόλοιπα όσπρια, εκτός από τα κουκιά, παίρνανε το δρόμο για το αλώνι, όπου θα αλωνίζονταν με τα ζώα (φακές, μπιζέλια, φάβα ή λαθούρι). Όλα αυτά ονο­μάζονταν μαγερέματα και τα μάζευαν με τα χέρια, χωρίς δηλαδή δρεπάνι. Στο αλώ­νι, επίσης, κουβαλούσαν και το ρόβι και τον βίκο, που ήτανε τροφή για τα ζώα.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Το θέρος γινότανε τον Ιούνιο, τον θε­ριστή μήνα, όταν πια είχανε ξεραθεί τα στά­χυα κι είχε ωριμάσει ο καρπός. Το έμπειρο μάτι του αγρότη δεν ξεγελιόταν, αν και ο­ρισμένοι ήθελαν να δοκιμάζουν, βάζοντας σπόρο στο στόμα τους και μασουλώντας τον, για να δουν αν είχε μεστώσει. Αλλά ενώ στη σπορά ο ζευγολάτης δούλευε μόνος, βοηθώντας τον καμιά φο­ρά η γυναίκα του, στο θέρος επιστρατεύο­νταν όλα τα μέλη της οικογένειας. Οι οικο­γένειες τότε ήταν κατά κανόνα πολύτεκνες. Τα σκολαρούδια, όταν σχόλαζαν από το σχολείο, δεν πήγαιναν στο σπίτι αλλά στο χωράφι, να φάνε και να βοηθήσουν. Τα μι­κρότερα κάνανε ό,τι μπορούσαν, δηλαδή παίζανε ή τρέχανε στη βρύση για νερό. Και τα μωρά τα κοίμιζαν στην ανάποδη του σαμαριού…

Χαράματα έπιαναν δουλειά να προκάμουν, προτού πιάσει η δυνατή ζέστη. Ό­λη τη μέρα οι γυναίκες, σκυφτές, με τα μα­ντίλια και τα τσεμπέρια στο κεφάλι και με το δρεπάνι στο δεξί, θέριζαν τον ευλογη­μένο καρπό και συναγωνίζονταν ποια θα βγει πρώτη στην άλλη άκρη. Απλώνονταν σε απόσταση δύο σχεδόν μέτρων μεταξύ τους και τραβούσαν καθεμιά τη δική της αράδα. Με το αριστερό χέρι μάτσωναν ό­σα στάχυα μπορούσαν, τα έκοβαν με το γυριστό δρεπάνι, φούχτωναν άλλα τόσα, τα έκοβαν κι αυτά και τ’ ακουμπούσαν χάμω. Και συνέχιζαν. Στο κατόπι διάλεγαν 3 – 4 στάχυα από τα θερισμένα, τα πιο μεγάλα, και με αυτά έδεναν τα υπόλοιπα κι έφτια­χναν το πρώτο τους χερόβολο.

Ύστερα περνούσε ο δέτης, άνδρας αυ­τός, που αγκάλιαζε κάμποσα χερόβολα και τα έδενε με λεπτές βεργούλες (βίτσες) λυ­γαριάς ή αγριελιάς και έφτιαχνε τα δεμά­τια. Αυτά τα βιτσοδέματα τα ετοίμαζαν μέ­ρες πιο πριν και αποβραδίς τα έβαζαν στο νερό να μαλακώσουν. Αν δεν ήταν εύκολο να βρεθούνε βεργούλες, δένανε τα δεμά­τια με αυτοφυή αγριόσταχα -πολλά μαζί- που τα βρίσκανε στις άκρες και στις παρα­βολές του χωραφιού. Ο δέτης φρόντιζε να βάζει τα χερόβολα σταυρωτά, το ένα να κοιτάζει επάνω, το άλλο κάτω, για να δέ­νονται καλύτερα. Άλλοι, όμως, προτιμού­σαν να τα δένουν χωρίς να τα σταυρώνουν, για να προστατεύονται καλύτερα στις θημωνιές, όπου κάνανε άγριες επιδρομές τα σπουργίτια, όπως φαίνεται παρακάτω.

Ένας ακόμη άνδρας, ο κουβαλητής, φόρτωνε τα δέματα στο γάιδαρο και στη φοράδα, για να τα μεταφέρει δίπλα στο α­λώνι, όπου τα ξεφόρτωνε κι έκανε τη θημωνιά. Τα πρώτα δεμάτια τα τοποθετούσε όρθια και τα υπόλοιπα πλαγιαστά, χτίζο­ντας τα γύρω-γύρω και με τον καρπό προς τα μέσα, που να μη φαίνεται, για να μην τον τρώνε τα σπουργίτια, που μαζεύονταν χιλιάδες στις θημωνιές.

Συνήθως στο θέρος δυο και τρεις οι­κογένειες αλληλοβοηθιούνταν και μαζεύ­ονταν πολλοί στο δύσκολο αγώνα. Θέρι­ζαν κι άνδρες. Συνήθως οι γυναίκες, που ήτανε πιο ευλύγιστες και επιδέξιες, τους ξε­περνούσαν και τους κορόιδευαν. Όταν, ό­μως, δούλευαν πολλοί μαζί, έκαναν κέφι, τραγουδούσαν καμιά φορά ή λέγανε πολ­λά αστεία και μαντινάδες. Έτσι ξεγελούσαν το λιοπύρι και την κούραση. Το μεση­μέρι τρώγανε με κέφι στη σκιά κάποιου κο­ντινού δένδρου. Συνήθως, όταν οι θεριστές ήταν πολλοί, η οικοδέσποινα φρόντιζε από τη νύχτα για το ψητό στο φούρνο κι ο κου­βαλητής έτρεχε να το φέρει. Και περίμε­ναν μετά το φαγητό κάμποση ώρα, να κα­ταλαγιάσει η δυνατή ζέστη, για να συνεχί­σουν μέχρι αργά το βράδυ. Καμιά φορά, για να τελειώσει το χωράφι, θέριζαν και με το φεγγάρι.

 

Αλώνισμα – λίχνισμα

 

Τα αλώνια τα έφτιαχναν στις κορφές και στα μουράκια, δηλαδή στους λοφίσκους και στα μικρά υψώματα, όπου φυσάει βο­ριαδάκι τις απογευματινές ώρες. Τα αλώνια τα έφτιαχναν κυκλικά με ακτίνα 3 -4 μέτρα, τοποθετώντας όρθιες πλάκες μέχρι 40 πόντους, ενώ το δάπεδο το κάλυπταν επίσης με πλάκες, κατά κανό­να με άγρια επιφάνεια, για να μη γλιστρά­νε τα ζώα. Άλλοτε πάλι, στην Κρήτη και αλλού, συνήθως το δάπεδο το έστρωναν με αργιλώδες χώμα. Έκαναν παχιά λάσπη και την άπλωναν σε όλα τα σημεία. Όταν η λά­σπη ξεραινόταν, το δάπεδο γινότανε πολύ σκληρό.

Όταν τελείωνε το θέρος κι είχανε κου­βαληθεί τα γεννήματα έξω από το αλώνι σε χωριστές θημωνιές για κάθε δημητρια­κό (σιτάρι, κριθάρι, βρόμη), άρχιζε το α­λώνισμα. Ήταν η εποχή του αλωνάρη μή­να, του Ιούλη. Οι αλωνάρηδες έλυναν τα δεμάτια της θημωνιάς, πετούσαν μακριά τα βιτσοδέματα και σκορπούσαν τα στάχυα σ’ όλη την κυκλική επιφάνεια του αλωνιού.

Τα ζώα – αγελάδες, γαϊδούρια – ζεμένα ερ­χόντουσαν γύρω-γύρω πεντέξι ώρες, από τις 10 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα, στη φούρια της ζέστης -Ιούλης μήνας- για να ποδοπατήσουν τα γεννήματα. Συνήθως έ­ζευαν δύο ζώα και σπανιότερα τρία, αλλά ο αλωνάρης που τα καθοδηγούσε ακολου­θούσε καβάλα στη φοράδα. Ήταν, όμως, προτιμότερο τα πρώτα ζώα να είναι δύο και όχι τρία, γιατί σχεδόν πάντα τραβούσαν και το ντουένι, το οποίο ήτανε δεμένο με αλυ­σίδα στο ζυγό. Το ντουένι ήταν ένα μακρό­στενο ταβλί με πριόνια στην κάτω επιφά­νεια, πολύ αποτελεσματικό στο θρυμμάτι­σμα των σταχυών. Έβαζαν και μια βαριά πέτρα επάνω ή ανέβαινε συνήθως ένα παι­δί, που το ‘χε μεγάλη χαρά. Στην Κρήτη είχαμε ένα ανάλογο γεωργικό εργαλείο, τον βωλόσυρο, που είχε μάκρος ενάμισι μέτρο και πλάτος 60 πόντους.

 

Παραδοσιακός τρόπος αλωνίσματος.

 

Κατά διαστήματα τα καματερά έπρε­πε να αλλάζουν φορά, για να μη ζαλίζο­νται και πέσουν χάμω, δηλαδή το δεξιό­στροφο γύρισμα με την αλλαγή γινότανε αριστερόστροφο και το αντίθετο. Την ευ­θύνη την είχε αυτός που ήταν καβάλα στη φοράδα. Τότε έπρεπε ο πιτσιρικάς, που το διασκέδαζε ανεβασμένος στον βωλόσυρο, να κατέβει και να τον γυρίσει με τα χέρια του, για να μην μπερδευτούν και σωρια­στούν χάμω τα γαϊδούρια ή οι αγελάδες που τον τραβούσαν.

Ένας άλλος αλωνάρης, πάλι, ανακά­τευε με το λιχνιστήρι τα γεννήματα, ώστε να έρχονται τα επάνω κάτω ή έριχνε κι άλ­λα από τη θημωνιά. Το λιχνιστήρι στην Κρήτη το λέμε θρινάκι (από την αρχαία λέ­ξη θρίναξ), ένα ξύλινο εργαλείο, ελαφρύ, με 3 – 4 δόντια, όπως το πιρούνι που τρώμε. Ήταν πολύ δύσκολο να βρει ο αγρότης ένα πουρναρίσιο συνήθως κλαδί1,5 μέτρουπε­ρίπου, που να απολήγει σε τρία ή τέσσερα μικρότερα κλαδάκια, όλα στοιχισμένα στη σειρά, για να το κόψει, να το ξεφλουδίσει, να το ζεστάνει στη φωτιά, για να το κα­μπυλώσει ελαφρά, να το ξεράνει και να το κάνει θρινάκι.

Όταν είχε γίνει το «αλωνικό», δηλαδή όταν τα στάχυα είχανε γίνει άχυρο, ξέζευαν τα ζώα και τα οδηγούσαν για νερό και για βοσκή. Ήταν πολύ κουραστική αυτή η δου­λειά για τους ανθρώπους αλλά πιο πολύ για τα ζώα. Οι αλωνάρηδες είχαν τη δυνατό­τητα να αλλάζουν μεταξύ τους, να ξεκου­ράζονται στον ίσκιο της διπλανής ελιάς ή κουμαριάς, να λαγοκοιμούνται λίγο, να πί­νουν κρύο νερό από τη στάμνα. Και στον ήλιο φορούσαν το καπέλο τους. Τα ζώα, ό­μως, δεν είχανε άλλη επιλογή από εκείνη της άχαρης γυροβολιάς. Εξάλλου, η φορά­δα φορούσε το χαλινάρι της και οι αγελά­δες τις μουρίδες τους (φίμωτρα), για να μην τσιμπολογούν.

Λίχνισμα

Ύστερα άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος. Όλο το αλωνικό το στοίβαζαν στο βο­ρινό ημικύκλιο του αλωνιού. Ύστερα τέ­ντωναν ένα σκοινί εκεί όπου τελείωνε το στοιβαγμένο αλωνικό, πλακώνοντάς το στις άκρες με δύο πέτρες, για να μην πα­ρασυρθεί από κάποια αδέξια κίνηση. Στη συνέχεια με τα θρινάκια πετούσαν ψηλά το αλωνικό, ο αέρας έπαιρνε το ελαφρύ ά­χυρο και το πήγαινε από την άλλη μεριά του σκοινιού, ενώ ο καρπός σωριαζόταν στα πόδια των λιχνιστάδων. Οι λιχνιστάδες ήταν δύο, που ξεκινούσαν από τις δύο άκρες και προχωρώντας αντάμωναν στη μέση. Η διαδικασία του λιχνίσματος κρα­τούσε αρκετή ώρα, ανάλογα κι από την έ­νταση του αέρα. Αν υπήρχε πλήρης άπνοια, περιμένανε και τη νύχτα. Δε γινότανε να εγκαταλείψουν τη δουλειά στη μέση. Ύστερα κοσκίνιζαν τον καρπό, για να φύγουν τα σκύβαλα, δηλαδή οι κόνδυλοι των σταχυών που δεν τους έπαιρνε ο αέ­ρας και όλα τα χοντράδια ή τυχόν πετρούλες και κόπρανα των ζώων. Για τη δουλειά αυτή χρησιμοποιούσαν το δριμόνι, ένα με­γάλο κόσκινο με διάμετρο ένα μέτρο περί­που ή κόσκινο μικρότερο. Με το κοσκίνισμα ο καρπός έπεφτε χάμω σ’ ένα πανί, ε­νώ τα άχρηστα αντικείμενα τα πετούσαν μακριά.

 

Λίχνισμα στο αλώνι 1930. Φωτογραφία Έλλη Παπαδημητρίου.

 

Τελευταία δουλειά ήταν το σάκιασμα του καρπού και η μεταφορά του στο σπίτι με τη φοράδα ή το άλογο. Φυσικά, θα έπρεπε μετά ο καρπός να μεταφερθεί στο μύλο, να αλεστεί και να γίνει αλεύρι. Γι’ αυτό, μετά τη μεταφορά του από το α­λώνι, ή τον άφηναν προσωρινά στα τσου­βάλια ή τον έριχναν σε πιθάρια και σε με­γάλα ξύλινα κασόνια. Πριν από το άλεσμα στο μύλο, ο καρπός έπρεπε πρώτα να πλυ­θεί και να στεγνώσει.

Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, έπρε­πε να σακιάσουν τα άχυρα, για να τα μετα­φέρουν στον αχυρώνα, ώστε να ελευθερω­θεί το αλώνι για την επόμενη αλωνισιά. Αν είχαν χρόνο, το αχεροσάκιασμα ξεκινούσε αποβραδίς, μετά το λίχνισμα. Χρησιμο­ποιούσαν μεγάλα τσουβάλια και τετράγω­νες λινάτσες, τις γωνίες των οποίων έδε­ναν σταυρωτά. Τα άχυρα ήταν τροφή των ζώων το χειμώνα. Η δουλειά αυτή, σάκιασμα στο αλώνι και ξεσάκιασμα στον αχυ­ρώνα, αν και φαίνεται εύκολη, ήταν και δύσκολη και μπελαλίδικη, γιατί οι σακιαδόροι αναπνέανε τη σκόνη του άχυρου (τις κουμούρες) και πνιγόντουσαν, όπως οι μπε­τατζήδες κάποτε δεν μπορούσαν ν’ αποφύ­γουν την εισπνοή της τσιμεντόσκονης.

Στην Αργολίδα καλλιεργούσαν σιτάρι «κυρίως προς κάλυψιν των ιδίων αναγκών των καλλιεργητών». Έτσι, αν ο καιρός δεν ευνοούσε την καλλιέργεια ή αν προσβαλ­λόταν από κάποια ασθένεια, η ετήσια πα­ραγωγή δεν κάλυπτε τις ανάγκες της οικο­γένειας.Συνήθως εφάρμοσαν την καλλιέργεια της αμειψισποράς, δηλαδή της εναλλαγής καλλιέργειας στο ίδιο έδαφος. Έτσι, η καλλιέργεια του σιταριού εναλλασσόταν με ε­κείνη του καπνού, της πατάτας ή της τομά­τας. Αλλά αν αυτό εφαρμοζόταν μία χρο­νιά, δεν μπορούσε να επαναληφθεί και την επομένη. Δηλαδή, μετά τη συγκομιδή του καπνού, οργωνόταν το ίδιο χωράφι με τις πρώτες βροχές για σπορά σιταριού, το ο­ποίο θα θεριζόταν τον Ιούνιο. Αυτό σημαί­νει ότι ήταν αδύνατο να φυτευτεί πάλι κα­πνός τον Μάρτιο, μια και το χωράφι ήταν ήδη σπαρμένο. Για το θέρος έπαιρναν εργάτες από τις Λίμνες και τα άλλα ορεινά χωριά της Αργολίδας, οι οποίοι εξασφάλιζαν ψωμί για τις οικογένειές τους, μια και ήταν μικρή ή ανύπαρκτη η δική τους παραγωγή. Συνή­θως έπαιρναν εργάτες οι αγρότες της Δαλαμανάρας, του Λάλουκα, της Πυργέλας, του Χώνικα, του Αβδήμπεη (Ηραίου), του Ανυφίου και του Κουτσοποδίου, «όπου η καλλιεργούμενη έκτασις διά σίτου είναι με­γαλύτερα και αι αποδόσεις καλαί».

Κατέβαιναν, όμως, θεριστάδες και α­πό τα χωριά της Κυνουρίας (Βούρβουρα, Καστρί κ.ά.) «με τα ζώα των περιερχόμενοι τα χωρία κατά μπουλούκια 10-15 εργατών ζητούντες εργασίαν». Αυτοί οι άνθρωποι έ­μεναν στο ύπαιθρο ή σπανιότερα σε σπίτια φίλων ή συγγενών. Θέριζαν από τις 2 το πρωί με το φεγγάρι μέχρι τις 8 το βράδυ ( 18 ώ­ρες!). Ο κάθε θεριστής θέριζε 40 δεμάτια και η αμοιβή του ήτανε 10%. Τα τέσσερα δεμάτια που του αναλογούσαν, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, άξιζαν μαζί με το άχυρο 152 δρχ., τη στιγμή που το κανονικό μεροκάματο είχε 70 δρχ. Αυτοί οι ξωμάχοι, ύστερα από τόσο σκληρή δουλειά ολίγων ημερών, αλώνιζαν τα δεμάτια τους σ’ ένα ορισμένο σημείο και μετέφεραν το σιτάρι και το άχυρο στα σπίτια τους με τα ζώα ή με αυτοκίνητο. Έτσι εξασφάλιζαν το ψωμί των οικογενειών τους.

 

Αλωνιστική μηχανή

 

Τέλος, στα καμποχώρια το αλώνισμα γινόταν με αλωνιστικές μηχανές. Αλλά στα ημιορεινά χωριά (Μηδέα, Πουλακίδα, Δεν­δρά) και στα ορεινά, όπου οι δρόμοι ήταν δύσβατοι ή ανύπαρκτοι και η παραγωγή μι­κρή, το αλώνισμα γινότανε στα αλώνια με τα ζώα και με το ντουένι με τον παραδο­σιακό τρόπο. Η αλωνιστική μηχανή δεν ήταν αυτο­κινούμενη. Όταν εργαζόταν, σε μικρή α­πόσταση από αυτήν υπήρχε ένα τρακτέρ, το οποίο της έδινε κίνηση με έναν φαρδύ ιμάντα. Μνημονεύονται έξι αλωνιστικές μηχανές το 1938 στον Αργολικό κάμπο (δύ­ο στο Άργος και από μία στην Αγία Τριά­δα, στο Ναύπλιο, στην Πυργέλα και στον Λάλουκα), χώρια του Αχλαδοκάμπου ή της Ερμιονίδας. Όταν βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο, οι αλωνιστικές μηχανές απάλλαξαν τους α­γρότες από το βασανιστικό αλώνισμα του­λάχιστο. Τώρα πια οι μηχανές αυτές έχουν αποσυρθεί, γιατί η τεχνολογία μας προσέ­φερε τις θεριζοαλωνιστικές, οι οποίες απάλ­λαξαν τους αγρότες και από το θέρος. Ό­που δεν έχει πρόσβαση η θεριζοαλωνιστική, οι άνθρωποι έπαψαν πια να σπέρνουν και να βασανίζονται.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος


 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ο Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Louvain, γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1938 στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου και  τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

1957: τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.

1962: έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1962-1964: υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.

1964: γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1964-1965: εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.

1966-1967: παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα: Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.

1967: έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.

1968: έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1969: έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα των Ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1972: υποστήριξε τη διατριβή La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IΧe siècles και ανακηρύχτηκε διδάκτορας ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του  Λουβαίν.

1972: εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

1973: έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1973: ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

2005: ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική. Επίσης από το 1977 ως το 1984 δίδαξε νεοελληνική γλώσσα στη Σχολή Μεταφραστών και διερμηνέων του Πανεπιστημίου του Μονς (Βέλγιο). Κατά καιρούς δίδαξε ως προσκεκλημένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας της Ισπανίας. Επί σειρά ετών δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και νεοελληνική λογοτεχνία στο Ινστιτούτο Libre Marie Haps των Βρυξελλών, και νεοελληνική ορολογία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος. Στιγμιότυπο από την ομιλία του στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», στις 15 Ιανουαρίου 2012.

 

Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά  ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως  ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις. Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου. Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Βιογραφικά του σημειώματα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στο ελληνικό Who’s Who (1993-1994), στο βελγικό Qui est  francophone en Begique και σε  επιστημονικά περιοδικά.

 

Εργογραφία


 

Μονογραφίες

  • La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IXe siècles (Université de Louvain. Recueil de Travaux d’Histoire et de Philologie, 6e série, fasc. 6), Λουβαίν, 1975.
  • L’Hexagramme. Un monnayage byzantin en argent du VIIe siècle (Publi-cations d’Histoire de l’Art et d’Archéologie de l’Université Catholique de Louvain, XI = Numismatica Lovaniensia, 3), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1978.

Μονογραφίες σε συνεργασία

  • Νέα Ελληνικά (La langue grecque moderne. Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes, 29). Σε συνεργασία με την Φ. Σπυριδάκου, 6η έκδοση, Λουβαίν-λα-Νεβ, 1994.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Chronographia (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τον B. Coulie, Τουρνούτ, 1998.
  • Thesaurus Theophanis Confessoris. Index nominum (Corpus Christianorum. Thesaurus Patrun Graecorum). Σε συνεργασία με τους B. Coulie και B. Kindt, Τουρνούτ, 2000.

Συμμετοχή σε συλλογικές εργασίες

  • Donation Chanoine Léon Matagne. Le monnayage byzantin. Emission – Usage – Message (Séminaire de Numismatique Marcel Hoc de l’Uni-versité Catholique de Louvain), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1984. Η προσωπική μου συμμετοχή: L’émission des monnaies. L’usage des monnaies. Les légendes, σελ. 28-54.
  • Storia dei Concili Ecumenici, Μπρέσια, 1990. Η προσωπική μου συμμετοχή: Dal secondo concilio di Constantinopoli (553) al secondo concilio di Nicea (786-787), σελ. 119-154. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά.

Εκδόσεις

  • Actes du Ve Colloque International des Néo-hellénistes des Universités de langue française (Cahiers de l’Institut des Langues Vivantes de l’Université Catholique de Louvain, 30), Λουβαίν-λα-Νεβ, 1982.
  • Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ρήγας Βελεστινλής, 200 χρόνια μετά (Βρυξέλλες, 15 και 16 Μαΐου 1998), έκδ. Société Belge d’Etudes Néo-helléniques, Βρυξέλλες, 1999.

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια»


 

Την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Λέκτορας Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Βαμβακοκαλλιέργεια


 

Γενικά – Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα – Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος

  

Η αρχική χρήση του βαμβακιού από τον άνθρωπο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της προϊστορίας. Οι αρχαιότερες ενδείξεις προέρχονται από την Ινδία. Σε ανασκαφές που έγιναν σε μια περιοχή κοντά στον Ινδό ποταμό βρέθηκαν υπολείμματα από υφάσματα και σχοινιά από βαμβάκι, που υπολογίστηκε ότι ανάγονται στο 3000 π.Χ. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το βαμβάκι βρίσκεται σε ένα πανάρχαιο θρησκευτικό βιβλίο των Ινδών, που γράφηκε γύρω στο 1500 π.Χ. Μερικές εκατονταετίες αργότερα, γύρω στο 800 π.Χ., σε ένα άλλο ιερό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διδασκαλία του βραχμανισμού, καθορίζεται και η εργασία εκείνων που ασχολούνταν με το πλύσιμο και την ύφανση των βαμβακερών υφασμάτων.

 

Βαμβακιές

 

Η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκετοί συγγραφείς, όμως, αναφέρουν ότι το βαμβάκι αναπτυσσόταν στην Ινδία. Ο Ηρόδοτος κατά το 445 π.Χ. αναφέρει στην ιστορία του ότι « στην Ινδία φυτρώνουν άγρια δέντρα που παράγουν μαλλί πιο ωραίο και πιο εκλεκτό από το μαλλί των προβάτων. Από τα δέντρα αυτά οι Ινδοί εξασφαλίζουν τα ρούχα τους». Ο Ηρόδοτος αποκαλεί το βαμβάκι «είρια από ξύλου» και αναφέρει ότι οι Ινδοί ήταν ντυμένοι με «είματα από ξύλων πεποιημένα», δηλαδή με βαμβακερά υφάσματα.

Για πρώτη φορά αναφέρεται η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα από τον Παυσανία κατά τον 2  μ.Χ. αιώνα. Κατά την εποχή εκείνη το βαμβάκι ήταν γνωστό με το όνομα βύσσος.  Το όνομα βαμβάκι αναφέρεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, φαίνεται δε να προέρχεται από τη λέξη βόμβυξ με την οποία ονόμαζαν το μετάξι, που είχε προέλευσή του την Ασία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γύρω στο 552 μ.Χ., η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η βαμβακοκαλλιέργεια άρχισε να αποκτά ισχύ στην Ελλάδα, λόγω κυρίως της αυξανόμενης ζήτησης που παρουσιάσθηκε σε είδη ένδυσης εξαιτίας του αποκλεισμού της Ευρωπαϊκής αγοράς από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της Αμερικής. Το 1911, το βαμβάκι καλλιεργείται σε 90.500 στρέμματα, τα οποία μετά από μια εικοσαετία περίπου ανήλθαν σε 200.000 στρέμματα. (Αυγουλάς ΧΕ, 1995).

 

Συλλογή βαμβακιού, Μισισιπής, 1908. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

 

Η συστηματική του καλλιέργεια άρχισε μετά το 1931 με την ίδρυση των δύο κρατικών ιδρυμάτων, του Ινστιτούτου και του Οργανισμού Βάμβακος, με άμεσους στόχους την προώθηση της καλλιέργειας, την υποβοήθηση της εμπορίας του και γενικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας κατεργασίας του βαμβακιού και των προϊόντων του. Η συμβολή τους φάνηκε αμέσως, αφού μέσα σε μια δεκαετία τετραπλασιάστηκε η καλλιεργούμενη με βαμβάκι έκταση.

Βαμβακοκαλλιέργεια

Το Κράτος πρόσεξε ιδιαίτερα το βαμβάκι και έλαβε τα ενδεικνυόμενα μετρά για την ενίσχυση της παραγωγής. Ο Οργανισμός Βάμβακος και οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου γεωργίας διέδωσαν κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους παραγωγικές και υψηλής αξίας ποικιλίες βάμβακα. Οι καλλιεργητές είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν επιστημονικές μεθόδους καλλιέργειας και καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών του βάμβακα.

Κατά το διάστημα 1973-1982 αγοράστηκαν οι πρώτες δίσειρες βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές με κρατική επιδότηση από τον Οργανισμό Βάμβακος, που τις παραχωρούσε για τη συγκομιδή του βαμβακιού σε Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών. Αργότερα οι μηχανές αυτές αγοράστηκαν από τις Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Κατά αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας.  Η θεαματική όμως αύξηση της βαμβακοκαλλιέργειας συντελέστηκε με το πέρας του 1981, με την είσοδο δηλαδή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασιλική Κώνστα

 

Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα


 

Βαμβάκι

Το μπαμπάκι καλλιεργούνταν στην Αργο­λίδα από πολύ παλιά. Το 1691 αναφέρεται σε έκθεση του Μαρίνου Μικέλλη προς την κυβέρνηση της Ενετικής Δημοκρατίας. Αλ­λά στα τέλη του 19ου αι. έπαψαν να το καλ­λιεργούν για χάρη της καλλιέργειας καπνού και σταφίδας, που ήταν αποδοτικότερα προϊόντα. Από το 1933 άρχισαν πάλι να καλλιεργούν μπαμπάκι σε βάρος άλλων καλλιεργειών, της τομάτας και του καπνού, ιδιαίτερα σε χωράφια που προσβάλλονταν από σκουλήκι (ριζόβιους σκώληκες) και στα οποία δεν ευδοκιμούσε ο καπνός. Ίσως η αλλαγή της καλλιέργειας να οφειλό­ταν και στην οικονομική κρίση του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά είχαν πουλη­θεί σε πολύ χαμηλές τιμές ή είχαν μείνει αδιάθετα στις αποθήκες των παραγωγών.

Έσπερναν την ποικιλία «άκαλα» και οι βαμβακοφυτείες ήταν κατά κανόνα πο­τιστικές και σπανιότερα ξερικές. Επίσης, χρησιμοποιούσαν το ίδιο χωράφι, όπου εί­χαν σπείρει κυρίως κριθάρι (καλλιέργεια αμειψισποράς Αμειψισπορά είναι η εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι). Όργωναν το χωράφι τρεις φορές (φθινόπωρο, Γενάρη, Μάρτη) και τον Απρίλη έσπερναν τον βαμβακόσπορο, αφού τον μούσκευαν σε νερό με κοπριά για ένα 24ωρο και τον άφηναν μετά να στραγ­γίσει και να στεγνώσει λίγο. Αμέσως μετά τη σπορά, έκαναν ακόμη μια ελαφριά άροση, για να καλυφθεί ο σπόρος. Όταν φύ­τρωνε, αραίωναν τα νεαρά φυτά, ώστε να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν σωστά οι μπαμπακιές. Άλλοτε, πάλι, άνοιγαν με το αλέτρι αυλακιές κι έριχναν μέσα το σπό­ρο. Στη συνέχεια έπρεπε να κάνουν 2-3 σκαλίσματα.

Άνθος βαμβακιού. Βαρκελώνη - Σπόρος που λαμβάνεται από την Ελλάδα. Αρχείο: Victor M. Vicente Selvas.

Η συλλογή του μπαμπακιού γινόταν από τον Αύγουστο μέχρι και το Νοέμβριο καμιά φορά. Κάθε βδομάδα περνούσαν οι γυναίκες, για να μαζέψουν το γινωμένο μπαμπάκι και μάλιστα με ιδιαίτερη προσο­χή, ώστε να είναι καθαρό. Ο παραγωγός διέθετε ένα δωμάτιο για την προσωρινή του φύλαξη. Ήταν δύσκολη και βασανιστική η εργασία της συλλογής, γιατί η μπαμπακιά τσιμπούσε και έπρεπε οι εργάτριες να προ­σέχουν, για να μην αγκυλώνονται.  Βαμβακοπαραγωγοί υπήρχαν πολλοί στην ευρύτερη περιοχή του Άργους και σε πολλά χωριά: Δαλαμανάρα, Ίναχο, Χώνικα, Κουρτάκι, Λάλουκα, Μύλους, Ανυφί, Νέα Κίο, Πουλακίδα, Αργολικό, Κουτσοπόδι, Φίχτια, Μπούτια (Ήρα) και αλλού. Μάλιστα, οι αγρότες ήταν πολύ ευχαριστη­μένοι, γιατί η καλλιέργεια ήταν εύκολη, το κόστος παραγωγής χαμηλό και η απόδοση ικανοποιητική.

Έσπερναν 3 – 4 οκάδες σπό­ρο ανά στρέμμα και η αντίστοιχη σοδειά ήταν 120-150 οκάδες μπαμπάκι, το οποίο θεωρούνταν πολύ καλής ποιότητας. Από 100 οκάδες ανεκκόκκιστου μπαμπακιού, το καθαρό μπαμπάκι ήταν 36-38 οκάδες. Αλ­λά η ποιότητά του εξαρτιόταν από το μή­κος της ίνας και το αργείτικο θεωρούνταν μακρόινο (μήκος 29-32 χιλιοστά). Προπολεμικά δεν υπήρχε εκκοκκιστήριο βάμβακος στο Άργος και το παραγόμε­νο μπαμπάκι μεταφερόταν στα εκκοκκιστή­ρια του Πειραιά.

  

Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος


 

Μέχρι το 1936 δεν υπήρχαν εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος και οι βαμβακοπαραγωγοί έστελναν τα βαμβάκια τους στον Πειραιά, επιβαρυνόμενοι τα μεταφορικά, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα λό­γω του όγκου του προϊόντος. Την εποχή εκείνη λειτούργησαν δύο εκκοκκιστήρια στο Άργος, τα οποία απορροφούσαν όλη την παραγωγή της Αρ­γολίδας. Το πρώτο λειτούργησε το 1936 στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησία του τότε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου. Μετά τον θάνατό του το ανέλαβε ο ανιψιός του Ηλίας Μπόμπος, ο οποίος το δούλεψε μέχρι που έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας 1970. Αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία, όπου διαμένει τώρα ο γιος του Ηλία Μπόμπου Κωστής Μπόμπος.

 

Εγώ ήμουνα οδηγός στα εκκοκκιστή­ρια βάμβακος του Μπόμπου δυο χρονιές, το ’60 και το ’61. Μετέφερα τα βαμβάκια από τους αγρούς στο εκκοκκιστήριο και ύστερα, επεξεργασμένο πλέον, το μετέφερα στον Καρέλλα στο Λαύριο και στα κλωστή­ρια του Λαναρά στον Κηφισό στην Αθήνα. Τα είχε λίγο πιο πάνω από τα ΚΤΕΛ. Τα μπαμπάκια ήταν και από την Αργολίδα και από άλλες περιοχές, από τη Φιλιππιάδα της Η­πείρου, από τη Σκάλα Λακωνίας. Εδώ στην Αργολίδα τα σκήπτρα κρατούσε η Δήμαινα. Είχε πολύ μπαμπάκι η Δήμαινα. Μαρτυρία: Μπάμπης Αθ. Σπηλιόπουλος.

 

Το άλλο εκκοκκιστήριο λειτούργησε την επόμενη χρονιά (1939), αρχικά σε ενοικιαζόμενο κτίριο ιδιοκτησίας Μπόνη στην οδό Περούκα και τον επόμενο χρόνο μεταστεγάστηκε σε δικό του κτίριο στο Ν. Κόσμο (Κουρτακίου και 25ης Μαρτίου γωνία), το οποίο κτίστηκε εκείνη την εποχή για το λόγο αυτό. Ήταν το συνεταιρικό εργοστάσιο Κωνσταντίνου Τσαγκούρη και Αντώ­νη Κολύβα. (Ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου). Το εργοστάσιο έκλεισε το 1975 λόγω συνταξιοδότησης των εταίρων (μαρτυρία Πέτρου Α. Κολύβα). Αργότερα το κτίριο κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα, σε τμήμα του οικοπέδου κτίστηκε διδακτήριο για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου μαθητών με ειδικές ανάγκες. Αλλά ας επανέλθουμε στη λειτουργία και στην παραγωγή των εκκοκκιστηρίων.

 

Βαμβακοκαλλιέργεια

 

Οι εργοστασιάρχες καθόριζαν την τιμή του προϊόντος και μέσω των αντιπροσώπων τους κλείνονταν οι συμφωνίες και συνέλεγαν τα μπαμπάκια της Αργολίδας, τα οποία ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Αλλά από το 1960 και μετά αγόραζαν από άλλα μέρη μακρινά (Σκάλα Λακωνίας, Τρίκαλα Θεσσαλίας, Βό­νιτσα, Παραμυθιά, Λειβαδιά), μια και στην Αργολίδα εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια του μπαμπακιού και οι αγρότες στράφηκαν προς τα εσπεριδοειδή.

Βαμβάκι

Τα εκκοκκιστήρια λειτουργούσαν εποχιακά. Άνοιγαν αρχές Σεπτεμβρίου και την 1η Μαΐου σφραγίζονταν από τον Οργανισμό Βάμβακος. Το καλοκαίρι απαγορευόταν η εκκόκκιση, διότι το μπαμπάκι δεν είχε καθόλου υγρασία. Εξάλλου, η συλλογή ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Νοέμβριο. Τα εργοστάσια είχαν πολλή δουλειά από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιανουάριο. «Είχαμε τότε τρεις βάρδιες με 8-10 άτομα κάθε βάρδια. Τους υπόλοιπους μήνες είχαμε δύο ή μία βάρδια. Και τον Απρίλιο συνήθως δε δουλεύαμε», μας είπε ο Πέτρος Κολύβας. Το καθαρό μπαμπάκι συσκευαζόταν σε μπάλες των 400(!) κιλών με λινάτσες και σύρματα και προωθούνταν σε κλωστήρια. Και συνεχίζει: «Είχαμε πελάτες στη Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία. Εδώ στην Ελλάδα είχαμε την Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα Κλωστήρια του Γαβρι­ήλ και του Ρετσίνα στον Πειραιά και του Μιχαηλίδη στη Θήβα».

Ο βαμβακόσπορος, που ήταν άριστη ζωοτροφή, πουλιόταν στους κτηνοτρόφους. Μάλιστα, όταν έκανε βαρυχειμωνιά και τα ζώα δεν έβγαιναν έξω για βοσκή, οι κτηνοτρόφοι κατέφευγαν στα εργοστάσια και αγόραζαν βαμβακόσπορο. Όσο σπόρο δεν απορροφούσε η κτηνοτροφία τον επεξεργάζονταν τα σπορελαιουργεία, τα οποία παρήγαγαν το βαμβακέλαιο. Κι αυτό που απόμενε ήταν η μπαμπακόπιτα, πάλι τροφή για τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά σπορελαιουρ­γεία στην Αττική, μεγάλες επιχειρήσεις, του Μάνου, του Γερόλυμου και άλλες. (Από συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν ευγενώς ο Βασίλης Μπόμπος και ο Πέτρος Κολύβας).

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Κώνστα Βασιλική, «Η Βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2001, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο κ.  Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας

του Πανεπιστημίου του Λουβαίν (Βέλγιο),

με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για

το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Γεννήθηκε  στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

1957 : τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.

1962 : έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1962-1964 : υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.

1964 : γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1964-1965 : εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.

1966-1967: παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα: Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.

1967 : έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.

1968 : έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1969 : έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα των Ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1972 : υποστήριξε τη διατριβή La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IΧe siècles και ανακηρύχτηκε διδάκτορας ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του  Λουβαίν.

1972 : εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

1973 : έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1973 : ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

2005 : ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική. Επίσης από το 1977 ως το 1984 δίδαξε νεοελληνική γλώσσα στη Σχολή Μεταφραστών και διερμηνέων του Πανεπιστημίου του Μονς (Βέλγιο).      Κατά καιρούς δίδαξε ως προσκεκλημένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας της Ισπανίας. Επί σειρά ετών δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και νεοελληνική λογοτεχνία στο Ινστιτούτο Libre Marie Haps των Βρυξελλών, και νεοελληνική ορολογία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά  ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως  ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.  Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου.

Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Βιογραφικά του σημειώματα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στο ελληνικό Who’s Who (1993-1994), στο βελγικό Qui est  francophone en Begique και σε  επιστημονικά περιοδικά.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »