Posts Tagged ‘Greek History’
Πρoστατευμένο: Η επανάσταση του 1770 στην Πελοπόννησο όπως την είδε και την κατέγραψε ο γενικός πρόξενος της Γαλλίας στην Κορώνη André – Alexandre Lemaire. Γεώργιος Β. Νικολάου, Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Marc Bloch του Στρασβούργου.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γεώργιος Β. Νικολάου, Επανάσταση, Ιστορία, Ορλωφικά, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, επανάσταση του 1770 on 21 Νοεμβρίου, 2011|
Γεωργικός Συνεταιρισμός Αργολίδας (1913)
Posted in Άργος - Ιστορικά, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Οικονομία, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγροτικά, Γεωργικός Συνεταιρισμός, Ιστορία, Πελοπόννησος, Συνδικαλισμός, Συνεταιρισμοί on 20 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)
Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα
Ο πρώτος Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)
Η ανάπτυξη των γεωργικών συνεταιρισμών κατά τα τελευταία χρόνια στο Νομό Αργολίδας και, ιδιαίτερα, των συνεταιρισμών εσπεριδοειδών επιβάλλει να μελετηθούν οι ρίζες του θεσμού στον γεωγραφικό αυτό χώρο, αλλά και γενικότερα η όλη εξέλιξη και η διαμόρφωση του αγροτικού κινήματος. Δεν πρόκειται να φιλολογήσουμε, όπως δεν φιλολογήσαμε ποτέ, για την αξία και τον ρόλο της ιστορίας. Απλώς θυμίζουμε ότι όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επισημάνουν, να ερμηνεύσουν και να καταλάβουν την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών δεδομένων είναι καταδικασμένοι είτε να δρουν με θολές αντιλήψεις στον εγκέφαλό τους (και με ευνόητο το αποτέλεσμα), είτε να ακολουθούν, και μόνον, τα γεγονότα.
Προσεκτική μελέτη κειμένων περιηγητών ή ταξιδιωτών που περνούν από την Αργολίδα, αναλυτική ανάγνωση του τοπικού τύπου καθώς και συλλογή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων που περιέχονται σε επίσημες εκδόσεις (όπως του Μανσόλα) μας δίνουν μιαν εικόνα τόσο για το είδος και την εναλλαγή των καλλιεργειών, όσο και για τις συνθήκες εργασίας. Δυσκολότερο είναι να διαπιστωθεί, ακόμη, η αναλογία πληθυσμού και κλήρου γης, η οποία πάντως, σε μη βιομηχανοποιημένο Νομό όπως της Αργολίδας, ασφαλώς παρουσίαζε δυσαναλογία και εδώ. Τα κύματα μετανάστευσης που άρχισαν, προς την Αμερική κυρίως, από το τέλος του 19ου αιώνα (στο Άργος έφτασαν να λειτουργούν μεταναστευτικά γραφεία) αποτελούν ένα σίγουρο δείκτη για την ύπαρξη και την έκταση της δυσαναλογίας αυτής.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).
Κέντρο της αγροτικής Αργολίδας παρουσιάζεται το Άργος, τονίζοντας ότι, ακόμα κι όταν γίνεται και κέντρο βιομηχανικό, δεν παύει να διατηρεί τον αγροτικό χαρακτήρα του, μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960. Πολλοί κάτοικοί του, ενώ ασκούν διάφορα επαγγέλματα (κυρίως ελευθέρια), διατηρούν αγροτική ιδιοκτησία και εργάζονται και ως αγρότες ή ως διαχειριστές αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο, το ότι ο πρώτος αγροτικός συνεταιρισμός ιδρύεται στο Άργος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία που εντοπίσαμε, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η συνεταιριστική κίνηση έχει ήδη αρχίσει στην Ελλάδα και διατυπώνεται και δημοσιεύεται το πρώτο βασικό νομοθέτημα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (ο νόμος 602/31-12-1914).
Οι πρωτεργάτες και οι σκοποί
Τόσο στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή, όσο και στη «Δαναΐδα», του Δ. Δεσμίνη, αντλούμε τις πληροφορίες για την ίδρυση, τη δράση και τις δυσκολίες του πρώτου αυτού συνεταιρισμού, κατά τα έτη 1913-1914. Έτη που αρχίζουν με τη νικηφόρα, και για την Ελλάδα, τροπή των Βαλκανικών πολέμων, η οποία δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, αλλά καταλήγουν στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προκαλεί βαθιάν αναστάτωση και διχασμό στη χώρα, ενώ αποψιλώνει την Αργολίδα από τον βασικό ενεργό πληθυσμό (ο πληθυσμός του Άργους πέφτει σε κάτω από δέκα χιλιάδες, διοικητικά η πόλη μετατρέπεται από Δήμο σε κοινότητα και μόλις το 1925 επανέρχεται στο καθεστώς του Δήμου).
Τον Ιούνιο, λοιπόν, του 1913 αναγγέλλεται στο «Άργος» η ίδρυση του συνεταιρισμού, που φέρει τον τίτλο «Οικονομικός Συνεταιρισμός Αργολίδος». Ψυχή του είναι ο Ευάγγελος Σ. Σακολέβας, που εκλέγεται και πρόεδρός του, Γραμματέας του ο Παν. Δεδεβέσης, ταμίας ο Χαρ. Μαυράκης και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οι Νικ. Παλαιολόγος, Σπ. Μαρκεσίνης, Γεώργ. Ντάνος, Ιω. Μέτζας, Αδ. Μπαρακάρης, Ιω. Παπασπυρόπουλος, Κων. Ρόκιζας, Ιω. Γ. Μακρυπουκάμισος και Αλέξ. Ζερβός. Όπως βλέπουμε από τα ονόματα αυτά, η συμμετοχή μελών έγινε και από τις δύο επαρχίες, Άργους και Ναυπλίου. Την εποχή αυτή, ως πιο σημαντικά προβλήματα στον τομέα της γεωργίας στο Νομό παρουσιάζονται εκείνα των αγροζημιών και της άρδευσης του αργολικού, πεδίου.
Για τις πρώτες, όχι μόνο η αρθρογραφία στον τοπικό τύπο είναι συχνή και πυκνή, αλλά και δημόσιες συγκεντρώσεις και συσκέψεις με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιούνται, ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Νομίζουμε ότι το φαινόμενο των αγροζημιών αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, όντας βέβαιοι ότι η έρευνά του θα μας διαφωτίσει για σειρά άλλων και πολύ σπουδαίων θεμάτων της κοινωνικής ιστορίας του Νομού. Για το δεύτερο πρόβλημα, το αρδευτικό, η σοβαρότατη αρθρογραφία στη «Δαναΐδα» και οι ενέργειες του ίδιου του Δεσμίνη, ο οποίος φτάνει να συντάξει, με ομάδα, «Νομοσχέδιον περί αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου» (για το οποίο ενδιαφέρθηκε ο τότε αγροτικός ηγέτης, στέλεχος της κυβέρνησης Βενιζέλου και Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας Αλέξ. Μυλωνάς) υποδεικνύουν ότι έφτανε σε οξύτατη φάση, για μια ακόμα φορά στην ιστορία.
Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η καταπολέμηση των αγροζημιών και γενικότερα, η αγροτική ασφάλεια εμφανίζεται ως «το σπουδαιότερον ζήτημα» και ως βασικός στόχος του νεοσύστατου συνεταιρισμού, στην ειδησεογραφία του τύπου.
Στις 20 Απριλίου 1914 οργανώνεται, στην αίθουσα του «Δαναού», και η πρώτη συγκέντρωση του συνεταιρισμού για το θέμα αυτό. Πέρα, όμως, από αυτά, το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δείχνει ότι ο συνεταιρισμός, από τον Οκτώβριο, ήδη, του 1913, παίρνει τα πρώτα «τεχνικά» μέτρα για εξυπηρέτηση των μελών του, δημιουργώντας «δελτίον κτημάτων», για πώληση ή αγορά, καθώς και «δελτίον αγοραστών», «με πάσαν εχεμύθειαν», όπως δηλώνεται σε σχετική ανακοίνωσή του, που δημοσιεύεται στις 29-10-1913.
Αλλ’ από την ίδρυσή του κιόλας, αναγγέλλονται και οι άλλοι στόχοι του, οι οποίοι δεν διαφέρουν από εκείνους των εντελώς σύγχρονων αγροτικών συνεταιρισμών. Μνημονεύουμε ειδικότερα τη βελτίωση των καλλιεργειών με «νεότερες μεθόδους», την «ευχερή και εύωνον προμήθειαν των εις τους γεωργούς κτηματίας χρησίμων εργαλείων και ειδών», την «συγκεντρωμένην πώλησιν των προϊόντων προς βελτίωσιν των τιμών έπ’ ωφελεία των παραγωγών», αλλά και, βέβαια, «την μελέτην του ζωτικωτάτου και προέχοντος ζητήματος της αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου».
Η παρουσία του Σακολέβα φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, τόσο για την οργάνωση του συνεταιρισμού όσο και για τη διατύπωση των αιτημάτων. Όπως αναφέρει, άλλωστε, το «Άργος» (της 18-6-1913), σε αυτόν οφείλεται η ιδέα και πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, και η εφημερίδα τον χαρακτηρίζει ως «συμπολίτης μας από τριετίας παρακολουθών τα των συνεταιρισμών εν γένει, και μετ’ επιμελείας διαδίδων αυτήν» (ενν. την πρωτοβουλία).
Ο ίδιος, άλλωστε, σε άρθρο του στο «Άργος» (της 24-3-1914), αναγγέλλοντας ότι ο Ο.Σ.Α. «ήτοι ο Γεωργικός, αρχίζει από τούδε την δράσιν του» (οπότε συμπεραίνουμε ότι οι δυσκολίες είχαν ήδη αρχίσει, από τα γεγονότα που αναφέραμε: εννέα μήνες από την ίδρυσή του και ακόμα δεν έχει «αρχίσει δράσιν»), διατυπώνει με σαφήνεια τους σκοπούς. Η κατοχύρωση της αγροτικής ασφάλειας προτάσσεται, βέβαια, αλλά θα πρέπει να προσέξουμε ότι εντοπίζει το ενδιαφέρον του και, μάλιστα, ρητά στους «μη έχοντας ή προστατεύοντας πολλά ζώα», τονίζοντας την ανάγκη να κινητοποιηθούν οι ίδιοι, αλλιώς «δεν πρέπει να παραπονούνται εναντίον ουδενός, ούτε να αδικώσιν άλλον, ειμή εαυτούς».
Διατυπώνει, όμως, και τους άλλους σκοπούς, δηλαδή την προμήθεια θειικού χαλκού, την από κοινού αγορά «των γεωργικών ειδών», ενώ «το σπουδαιότερον έργον» είναι «η κοινή πώλησις των προϊόντων» «κυρίως της σταφίδος και των καπνών, εις τους οίκους της καταναλώσεως απ’ ευθείας, άνευ εμπόρων και μεσιτών». Και προσθέτει με αισιοδοξία ότι «πάντα ταύτα, τα οποία τινές νομίζουσι πολύ δύσκολα, έχουσι γίνει αλλού ευκολώτατα, και χωρίς παράδειγμα αποτυχίας. Υπάρχουν χιλιάδες συνεταιρισμοί τοιούτοι, κατορθώσαντες να πλουτίσωσιν άπαντες». Από όσα εκθέσαμε, και από όσα δημοσιεύθηκαν επιπλέον στον τύπο της εποχής, θεωρούμε ότι ο Σακολέβας προχώρησε με σύνεση, με πρακτικό πνεύμα και με ρεαλισμό. Η πολεμική περίοδος όμως που, όπως είπαμε, έγινε, πια, καθοριστική για κάθε ειρηνική και προοδευτική προσπάθεια, σημάδεψε και την εξέλιξη του συνεταιρισμού.
Το τέλος… αλλά και η συνέχεια
Σε άρθρο του «Άργους» της 20 Δεκεμβρίου 1914, όταν έχει, πλέον, κηρυχθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δημοσιεύεται ότι, δυο μέρες πριν, είχαν έρθει στο Άργος, για να εξετάσουν την κατάσταση του συνεταιρισμού, ο Επιθεωρητής Γεωργίας του Υπουργείου και ο Νομογεωπόνος Αργολιδοκορινθίας. Το κρατικό ενδιαφέρον, που εκδηλώθηκε ευθύς από τα πρώτα βήματά του, ιδιαίτερα και προσωπικά από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλο με πολύ ενθουσιώδες τηλεγράφημά του που είχε δημοσιευθεί στη «Δαναΐδα», συνεχίστηκε, όπως φαίνεται, αμείωτο. Στο «Άργος» γίνεται σαφώς λόγος για «αδράνεια» του συνεταιρισμού, «διότι ήρχισε την ίδρυσίν του εν μέσω πολέμου και η εμπόλεμος παρούσα κατάστασις και ο φόβος προκειμένης επιστρατεύσεως βεβαίως εμποδίζει σπουδαίος την εξακολούθησιν την ιδρύσεως», πράγμα που, όπως τονίζει, συνέβη και με άλλους συνεταιρισμούς.
Για τον λόγο αυτό, οι δύο «εξελεγκταί» όχι μόνο δικαιολόγησαν την «προσωρινήν ανακοπήν της ιδρύσεως», αλλά και έδωσαν συγχαρητήρια στους ιδρυτές για την μέχρι τότε δράση τους και τη διαφώτιση των πολιτών, υποσχόμενοι ότι το Υπουργείο θα συνέχιζε να τους «συνδρομή πολλαχώς». Η εφημερίδα υπογραμμίζει το ότι επίκειται η ψήφιση του νόμου για τους συνεταιρισμούς, ενώ ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής «παρέστησε την ωφέλειαν των ενωθέντων παντού εις Συνεταιρισμούς και πωλούντων και διευθυνόντων τα προϊόντα των άνευ εμπόρων και μεσιτών».
Με τις περιπέτειες και τις διακοπές του τοπικού τύπου, με τη μόνη εφημερίδα του Νομού που συνέχισε κανονικά την έκδοσή της (το «Σύνταγμα», του Ναυπλίου) να μην υπάρχει σε καμιά βιβλιοθήκη και να περιμένει, σε σώματα δεμένα και σε χέρια ιδιωτών, την αγορά ή τη δωρεά της στον «Παλαμήδη», δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την παραπέρα πορεία του συνεταιρισμού. Σύμφωνα, όμως, με μαρτυρίες γέρων, σήμερα, αγροτών, φαίνεται ότι ο «Ο.Σ.Α.» δεν κατάφερε να επιζήσει στην οκταετία πολέμων και εθνικών περιπετειών που άρχιζε.
Το αγροτικό και συνεταιριστικό κίνημα δεν έσβησε, όμως, στο Νομό. Μετά τον πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, η έκδοση της «Αγροτικής Αργολίδος», εφημερίδας των γεωργοκτηματιών της περιφέρειας του Άργους (1926 έως 1932;), που εξελίσσεται σε κανονική τοπική εφημερίδα, μας επιτρέπει να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για την κίνηση των αγροτών. Αλλά και από άλλες εφημερίδες της εποχής μαθαίνουμε σημαντικά γεγονότα, όπως τη σύγκληση Παναργολικού Γεωργικού Συνεδρίου το 1929, ή ανταλλαγές γνωμών γύρω από τη σκοπιμότητα των συνεταιρισμών, το 1932. Το 1933, μάλιστα, διαπιστώνεται η ύπαρξη πολλών συνεταιρισμών στην Αργολίδα, ενώ προχωρούν οι προσπάθειες για την σύμπηξη της πρώτης Ένωσής τους, (ιδρύεται το 1938).
Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι πάλι στον τομέα του τύπου, της έκδοσης της «Αγροτικής Αργολίδος» προηγείται εκείνη της «Κτηματικής», «οργάνου των κτηματιών του Άργους» με διευθυντή του Ευθ. Σμυρνιωτάκη και με μάλλον λιγόζωο βίο (στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται οκτώ φύλλα της, το 8ο κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από το 1ο της «Αγροτ. Αργολίδος»). Πάντως, όμως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος εκδηλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θυμίζουμε ότι το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο (η «Ρέα») αρχίζει να λειτουργεί το 1949. Η μεγάλη ώθηση, όμως, δίνεται από το 1974 και μετά, με την εμφάνιση του κινήματος για ίδρυση αγροτικών συλλόγων καθώς και του πρώτου συνεταιρισμού εσπεριδοειδών, που ιδρύεται την εποχή εκείνη στην Πυργέλλα. Τούτο, όμως, αποτελεί, πλέον, ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας, που ακόμα γράφεται.
Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.
Διαβάστε ακόμη:
Πρoστατευμένο: Πελοποννήσιοι αιχμάλωτοι του Αγώνα της ανεξαρτησίας: οι προσπάθειες για την απελευθέρωσή τους (μαρτυρίες από τα Αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Γεώργιος Β. Νικολάου, ΣΤ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, Μονεμβασιά, 23-25 Ιουλίου 1993.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αιχμάλωτοι, Γεώργιος Β. Νικολάου, Επανάσταση 21, Ιστορία, Μονεμβασιά, Συμπόσιο, Ψηφιακές Συλλογές on 19 Νοεμβρίου, 2011|
Πρoστατευμένο: Η αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού και αμάχων Τούρκων από τα μεσσηνιακά κάστρα – Η μεταφορά των τελευταίων αιχμαλώτων στην Αίγυπτο. Γεώργιος Β. Νικολάου, Αθήνα, 2009.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αιχμάλωτοι, Γεώργιος Β. Νικολάου, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πελοπόννησος, Ψηφιακές Συλλογές on 19 Νοεμβρίου, 2011|
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Hermann von Pückler – Muskau, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Μούσκαου, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες on 18 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.
Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.
Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.
Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.
Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύκλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.
Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).
Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau
«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).
Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρατάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.
Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.
Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].
Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.
Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.
Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.
21η Μαΐου [1836]
Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.
Ο αντισυνταγματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.
Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.
Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.
Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.
Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.
Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κάστρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.
Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.
Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.
Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθάσει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.
Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει. Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.
Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.
Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.
Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.
Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.
Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.
Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»
Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη
Εισαγωγή – μετάφραση
(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)
Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.
[i] Από τη «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία αναφορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρχαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγορα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερνήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πολύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα είναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.
[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.
[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πατρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια ληστεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προγραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελφοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακούγοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στόχος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρογιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.
Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους, Ιστορία, Νεοκλασικά, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 16 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους
Γενικά
Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά κτίσματα της πόλης του Άργους. Κτίστηκε το 1889 επί Δημαρχίας του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της δημοτικής αντιπολίτευσης. Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας (γεωμέτρης) Πάνος Καραθανασόπουλος. Πρόκειται για ένα μεγάλο και συμμετρικό κτίριο που είναι ένα από τα ομορφότερα κτίσματα στην πόλη. Είναι επίμηκες και χωρίζεται από δύο διαδρόμους κάθετους μεταξύ τους, ένα στενό κι ένα φαρδύτερο, που οδηγούν στις τέσσερεις εξόδους και χωρίζουν το κτίριο σε τέσσερα όμοια τεταρτημόρια.
Εκείνες που περισσότερο εντυπωσιάζουν είναι οι θαυμάσιες καμάρες στις οποίες απολήγει ο φαρδύς διάδρομος. Τρεις σε κάθε μακρά πλευρά. Από την ανέγερσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί ως αγορά και στεγάζει 24 καταστήματα τα οποία διαχειρίζεται ο Δήμος Άργους- Μυκηνών. Έξι σε κάθε τεταρτημόριο. Η μία μακρά πλευρά του « βλέπει» προς την υπαίθρια λαϊκή αγορά και τους στρατώνες του Καποδίστρια ενώ η άλλη στην οδό Δημητρίου Τσώκρη.
Το 1989 το κτίριο αναστηλώθηκε με την ευθύνη του Αργείου αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή και λίγο αργότερα τοποθετήθηκε πάνω από τους διαδρόμους διαφανές στέγαστρο, για πρακτικούς λόγους αλλά και για την προστασία του κτιρίου από τις διαβρώσεις. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα που έχει κρατήσει την αρχική του μορφή, εκτός από το πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του και το οποίο έχει πλέον επιχωματωθεί, έχει χαρακτηριστεί δύο φορές διατηρητέο, από το ΥΠ.ΠΟ. και το ΥΧΟΠ ( Διάταγμα Πλυτά – Τρίτση, 1982).
Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)
Ακολουθούν αναλυτικότερα και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα άρθρα του Δικηγόρου- Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 29 και 35 του περιοδικού « Αρχαιολογία και Τέχνες», το Δεκέμβριο του 1988 και τον Ιούνιο του 1990 αντίστοιχα.
Το κτίριο της νεοκλασικής αγοράς αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνης αρχιτεκτονικής του νεότερου Άργους και ασφαλώς ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα επιτεύγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.
Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ν’ αρχίσουμε να ασχολούμαστε με το ιστορικό της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, σε δημοτικό επίπεδο και για δημοτικά κτίρια, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, όχι μόνον επειδή σημειώνεται σε πολλές πόλεις, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής Ελλάδας, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για γενικευμένο φαινόμενο και επομένως άξιο να μελετηθεί καθ’ εαυτό, από την πλευρά της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και, μάλιστα, του νεοκλασικισμού, όπως μεταφυτεύτηκε περιφερειακά, αλλά επειδή ενδιαφέρει και από την πλευρά της γενικότερης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.
Πράγματι, η αρχιτεκτονική αυτή δραστηριότητα συμπίπτει με μια προσπάθεια για δημιουργία αστικής υποδομής στις επαρχιακές πόλεις και, ιδιαίτερα, σε αυτές που μέχρι τότε διατηρούσαν έντονο χαρακτήρα αγροτικών κέντρων όπως το Άργος ή ο Πύργος. Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρωτοβουλίες για την προώθηση αυτής της δραστηριότητας παίρνουν δήμαρχοι και δημοτικά συμβούλια με υπεροχή του στοιχείου των ελευθέρων επαγγελματιών και των εμπόρων και ότι συχνά η προώθηση αυτή, στο ιδεολογικό επίπεδο, γίνεται στο όνομα του εκσυγχρονισμού και της ανάγκης εξόδου από την μέχρι τότε κατάσταση, που συχνά ταυτίζεται με την καθυστέρηση. Οι αντιθέσεις που προκαλούν, εδώ ή εκεί, τέτοιες πρωτοβουλίες φέρνουν, ακριβώς, στην επιφάνεια αντιθέσεις του κοινωνικού υποστρώματος, με άμεση αντιστοιχία προς το ιδεολογικό επίπεδο.
Τα στοιχεία που παραθέτω και αναλύω στην πρώτη αυτή ενότητα προέρχονται από τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου Άργους, που ευτυχώς σώθηκαν από την καταστροφή του δημοτικού αρχείου η οποία ενεργήθηκε κατά καιρούς, και από την αποδελτίωση του τύπου της Αργολίδας, που έχω ολοκληρώσει πριν μερικά χρόνια. Επιβοηθητικά, χρησιμοποίησα στοιχεία από τα περιηγητικά βιβλία του γιατρού Χ. Π. Κορύλλου και του Σπ. Παγανέλη, που πέρασαν από το Άργος λίγο μετά την οικοδόμηση της αγοράς. Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας «Άργος» εντοπίζουμε για πρώτη φορά την πληροφορία ότι ο δήμαρχος Καλμούχος πήρε την πρωτοβουλία για την ανέγερση της αγοράς, την ανακαίνιση του δημαρχείου και την προσθήκη οικήματος σε αυτό (πρόκειται για το κτίριο προς ΒΑ, επί της οδού Βασ Σοφίας, όπου μέχρι πρόσφατα στεγαζόταν το «Οικονομικό» Γυμνάσιο). Γράφει το «Άργος»:
«Ο ημέτερος δήμαρχος κ. Καλμούχος από πολλού ήδη χρόνου μελετά και εργάζεται φιλοτίμως περί δημοτικών έργων προς εξυγίανσιν και ανάπτυξιν της πόλεως και του δήμου εν γένει (….) Όπως όλοι οι προοδευτικοί συμπολίται μας αναμολογούν και ο δήμαρχος εμβριθώς έγνω η πόλις μας έχει ανάγκην και συμφέρον μέγιστον να οικοδομηθώσι καταστήματα επί ασκεπών δημοτικών γηπέδων και δημοτική αγορά πάρα την πλατεία του στρατώνος, χάριν της καθαριότητος και αναπτύξεως της πόλεως. Έργα όμως είνε αδύνατον να γίνουν άνευ χρημάτων και χρήματα δεν περισσεύουν προς τοιούτους σκοπούς εκ του προϋπολογισμού του Δήμου. Εντεύθεν παρίσταται ανυπέρβλητος η ανάγκη δανείου δρχ. 100 χιλ. ου οι τόκοι και χρεωλύσσια έσονται ελάσσονα των εκ των έργων αυτών δημοτικών προσόδων κατ’ ασφαλείς και θετικούς υπολογισμούς. Δια τούτο ο δήμαρχος αφού δια μηχανικού κατήρτισε τους αναγκαίους προϋπολογισμούς, ήλθεν εις συνεννοήσεις προς κεφαλαιούχους των Αθηνών και μετ’ αποτελέσματα των ενεργειών του ευάρεστα εισήγαγε το ζήτημα εις το δημοτικόν συμβούλιον κατ’ αυτάς. Δυστυχώς το δημοτικόν συμβούλιον ευρέθη εις πολύ παραδόξους διαθέσεις. Και οι μεν προτάσεις του δημάρχου εψηφίσθησαν, άτε ούσαι κοινωφελείς και κάλλισται, προς τιμήν της πλειοψηφίας του συμβουλίου εκ των 18 όμως συμβούλων ευρέθησαν 8 οίτινες ανέταξαν σφοδρά πείσμονα και εμπαθή αντίδρασιν εις ουδένα σπουδαίον λόγον στηριζομένην και ελαυνομένην εκ φατριατικού καθαρώς ανταγωνισμού. Το παράδοξον δε είνε, ότι η μειοψηφία ανεγνώρισε την χρησιμότητα των εν λόγω έργων απέκρουσεν όμως το δάνειον δηλ. ησπάσθη τον σκοπόν αλλ’ ηρνήθη τα μέσα της πραγματοποιήσεώς του».
Και το άρθρο του «Άργους» καταλήγει τονίζοντας, ότι θα αποτελέσει «έγκλημα» κατά της πόλης και του μέλλοντός της η άρνηση παρομοίων ευεργετικών έργων, εκφράζοντας την ευχή ότι η δημοτική μειοψηφία δεν θα βρει υποστηρικτές στην πόλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το τότε «Άργος» (λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε άλλη εφημερίδα, με τον ίδιο τίτλο) ήταν η πρώτη εφημερίδα, που εκδόθηκε σε λίγο – πολύ τακτά διαστήματα στην πόλη, και αρχισυντάκτη είχε τον προοδευτικό δικηγόρο και ιστορικό του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτη.
Σε άλλη τοπική εφημερίδα στον «Αγαμέμνονα», και ενώ από την πλευρά του δημοτικού συμβουλίου είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη δανείου, δημοσιεύτηκε ενάμιση μήνα αργότερα, επιστολή με αρχικά ονόματος (Γ.X.Μ.), όπου αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας το άρθρο του «Άργους», ως …υβριστικό, σε τόνο επιθετικό και δημαγωγικό δίχως στοιχεία που να τεκμηριώνουν πραγματικά τις αντιρρήσεις κατά της ανέγερσης της αγοράς.
Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται αόριστα στο ότι τα έσοδα από την αγορά θα είναι πολύ λιγότερα από το ποσό του δανείου και εκείνο των τόκων – τοκοχρεολυσίου το οποίο θα βαρύνει συνεχώς τα οικονομικά του Δήμου. Επίσης θεωρείται ότι θα υπάρξει αδυναμία καθαρισμού της αγοράς από έλλειψη «πηγαίου ύδατος». Και καταλήγει το άρθρο με υβριστική επίθεση κατά του Βαρδουνιώτη. Το «ύφος» και το «ήθος» αυτής της επίθεσης θυμίζει έντονα, και μετά εκατό χρόνια εντελώς παρόμοια στάση της πλέον οπισθοδρομικής μερίδας της πόλης σε πρόσφατους αγώνες για την πολιτιστική της κληρονομιά και για τον εκσυγχρονισμό της. Αλλά θυμίζει βέβαια και ανάλογη στάση στις γενικότερες κομματικές διαμάχες της χώρας μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι αντιρρήσεις αυτές, που ασφαλώς ταυτίζονταν με εκείνες της δημοτικής αντιπολίτευσης στο θέμα, αγνοούσαν τις νεότερες εξελίξεις ως προς το δάνειο αλλά και προσπαθούσαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη ως προς την καθαριότητα.
Δεν βρήκαμε στις πηγές στοιχεία αλλά ξέρουμε καλά ότι στο κέντρο του δαπέδου της αγοράς δημιουργήθηκε πηγάδι και επομένως, είχε βρεθεί νερό. Το πηγάδι αυτό σφραγίστηκε πρόσφατα και είναι εμφανέστατη η διάμετρός του από το τσιμεντένιο κλείσιμο του στομίου του. Ήδη, όμως το δημοτικό συμβούλιο είχε προχωρήσει σε τελική απόφαση για την οικοδόμηση και για σύναψη δανείου, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τα πρακτικά της συνεδρίασής του της Κυριακής, 17 Ιουλίου 1888, μας γίνεται γνωστό ότι είχε προηγηθεί το με αρ. 80 «ψήφισμά» του, με το οποίο εντελλόταν ο δήμαρχος να συνάψει δάνειο για τα εξής έργα: «κατασκευή δημοτικής αγοράς εν τη ενταύθα πλατεία του στρατώνος του ιππικού», «δημοτικών καταστημάτων ανατολικώς του δημαρχικού καταστήματος» και « σιδηράς στοάς κατά την άνω λεγομένην της κύλεως αγοράν».
Στην ίδια συνεδρίαση ο δήμαρχος αναγγέλλει ότι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα οι οποίες και κατάληξαν σε συμφωνία για σύναψη δανείου 100.000 δρχ. με τόκο 7% και τοκοχρεολύσιο 1% ετησίως με εξόφληση του σε δυο δόσεις (1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου). Η πληρωμή των δόσεων αυτών προτεινόταν από το δήμαρχο να γίνεται με γραπτώς συνομολογούμενη υποχρέωση του ενοικιαστή δημοτικών φόρων όπως ήταν μέχρι και τότε θεσμικά δυνατό και συγκεκριμένα του φόρου « επί των εισκομιζομένων ωνίων» και του «δασμού επί των εμπορευμάτων». Με την ενοικίαση των δημοτικών φόρων ο ανάδοχος ανελάμβανε, έτσι, την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων στο υποκατάστημα της Εθν. Τράπεζας, στο Ναύπλιο.
Το δημοτικό συμβούλιο έκανε δεκτούς τους όρους αυτούς και έδωσε εντολή στο δήμαρχο κατά την ίδια συνεδρίασή του, να συνάψει το δάνειο χρησιμοποιώντας ως υπεγγύηση τους παραπάνω δημοτικούς φόρους, αλλά για μετά την έκδοση της διακηρύξεως της μειοδοτικής δημοπρασίας κατασκευής των τριών οικοδομημάτων ώστε να αποφευχθεί η άμεση επιβάρυνση του Δήμου με πληρωμή τόκων. Η σύναψη του δανείου βρισκόταν υπό την έγκριση της Νομαρχίας.
Από επικριτικό άρθρο του «Αγαμέμνονα», στο φύλλο που μνημονεύσαμε, μαθαίνουμε πρόσθετα ότι η απόφαση για την ανέγερση των κτιρίων λήφθηκε με ψήφους 10 προς 8, αλλά και ότι ο Νομάρχης ενέκρινε ταχύτατα τη σύναψη του δανείου όπως και κονδύλι 500 δρχ. για να καλυφτούν τα έξοδα του δημάρχου στην υπόθεση αυτή πράγμα που προκάλεσε ιδιαίτερα τη μήνυ του αρθρογράφου.
Ο «Αγαμέμνων» επανήλθε λαύρος, με δυο μεγάλα κύρια άρθρα του κατά της σύναψης του δανείου, επιχειρηματολογώντας αντιφατικά υπέρ της ενέργειας άλλων και χρησιμότερων έργων υποδομής στην πόλη και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος… δεν έχει χρήματα. Από τα άρθρα αυτά προέρχονται και τα πρόσθετα στοιχεία ότι το δάνειο ήταν δεκαετούς διαρκείας και ότι η ανέγερση των κτιρίων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια.
Η διαδικασία για την ανέγερση και η ολοκλήρωση του κτιρίου
Από τα προηγούμενα δημοσιεύματα του «Αγαμέμνονα» μαθαίνουμε ότι υπήρχε «δημοτικός γεωμέτρης» (μηχανικός) στο Δήμο, ο Πάνος Καραθανασόπουλος, ο οποίος «σχεδιαγραφούσε» για την κατασκευή της αγοράς και, μάλιστα, σε θέση όχι ακριβώς επί της πλατείας των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τις πηγές δε γίνεται διόλου σαφές ποιος εκπόνησε τα σχέδια για τα κτίρια και, μάλιστα, της αγοράς η οποία, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις αρχιτεκτόνων, ανάγεται σε τεχνοτροπία του Τσίλλερ. Έρευνες σε κατάλοιπα σχέδια του Τσίλλερ, στην Εθνική Πινακοθήκη, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα. Στα εναπομένοντα δημοτικά αρχεία του Άργους δεν υπάρχει, πλέον, κανένα σχετικό σχέδιο. Και είναι πολύ περίεργο το ότι ούτε στον τοπικό τύπο, ούτε και στα σωζόμενα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου βρήκαμε την παραμικρή, έστω, νύξη για τον αρχιτέκτονα του έργου.
Τέλος Νοεμβρίου του 1888 έχει περατωθεί «πάσα προπαρασκευαστική εργασία προς κατασκευήν λαμπράς αγοράς εν Άργει», ενώ στο τέλος Δεκεμβρίου εξακολουθούσαν οι μειοδοτικές προσφορές, που είχαν φτάσει στα 16% για την αγορά και στα 17% για τα καταστήματα. Σε πρακτικό συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου της 4 Ιανουαρίου 1889 βρίσκουμε ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του εργολάβου και τελευταίου μειοδότη Αγγελή Σακκά, με προσφορά 17%, με εγγυητή τον Αργίτη Παντελή Σαγκανά (από τους ιδιοκτήτες του πρώτου σύγχρονου, για την εποχή ξενοδοχείου της πόλης «Των ξένων», στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, που λειτούργησε ανελλιπώς μέχρι πρόσφατα). Στην ίδια απόφαση μνημονεύεται και η τελική εγκριτική απόφαση του Νομάρχη για τα έργα με αριθμό 7778/1-10-1888.
Για άγνωστους λόγους και ενώ, καθώς φαίνεται είχαν αρχίσει τα έργα οικοδομής, σημειώνεται αλλαγή εργολάβου και στον «Αγαμέμνονα» της 2-5-89 υπάρχει η είδηση ότι, « η κατασκευή της Νέας Αγοράς κατεκυρώθη αντί δρχ. 55.000 εις τον εκ Ναυπλίου εργολάβον κ. Βουγιούκαν, υποχρεούμενον να αποπερατώση αυτήν εντός 6 μηνών». Στο μεταξύ είχε αποπερατωθεί η κατεδάφιση «παραπηγμάτων λαχανοπωλείων εν τω χώρω των οποίων ανεγερθήσεται» η δημοτική αγορά και εγκρίνεται η εκποίηση των υλικών τους.
Έτσι, γίνεται γνωστό ότι στη θέση όπου οικοδομήθηκε η αγορά και επί της πλατείας των Στρατώνων είχαν προαναγερθεί εμπορικά παραπήγματα, σε δρόμο που από τότε μέχρι σήμερα είναι από τους εμπορικότερους του Άργους (οδός Τσώκρη) και από τους λίγους όπου έχει διασωθεί μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, παρά τις «φιλότιμες» παραλήψεις της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις άδειες που έχει, προφανώς, παράσχει για ανέγερση ντουβαριών. Την 1η Μαΐου 1889 κατατίθεται ο θεμέλιος λίθος της αγοράς, (ενώ λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύεται στον «Αγαμέμνονα» το εξής σχόλιο:
« Κατά την ανασκαφήν των θεμελίων της Νέας Αγοράς μας ανευρέθη αρχαίον πλατύ τείχος εκτισμένον δι’ ογκολίθων, το οποίον ο εργολάβος εξακολουθεί καταστρέφων διά δυναμίτιδος, προς χρησιμοποίησιν των λίθων».
Αν ο ευφάνταστος και αντιπολιτευόμενος τον Καλμούχο «Αγαμέμνων» υπερέβαλε, ίσως, προς τη χρήση….δυναμίτιδας, δε νομίζω να αποτελεί φανταστικό εφεύρημά του η είδηση για το τείχος: με το ξύσιμο, σε ορισμένα σημεία, των παλαιών σοβάδων ήρθε σε φως η λιθοδομή της αγοράς, όπου χρησιμοποιήθηκαν διαφόρων μεγεθών λίθοι, και μεταξύ τους βρίσκονται κάποιοι των διαστάσεων λίθων ογκώδους κατασκευής. Έρευνες, με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο που ενήργησε ειδικός για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με σκοπό τον εντοπισμό του αρχαίου τείχους του Άργους, φαίνεται να το εντοπίζει και στην περιοχή της Αγοράς – Στρατώνων. Η πληροφορία του «Αγαμέμνονα» δεν φαίνεται επομένως, να είναι ανακριβής. Ο Σπ. Παγανέλης, στο οδοιπορικό του εν μέρει, την υιοθετεί περνώντας από το Άργος κατά την εποχή που οικοδομείται η αγορά και γράφει συγκεκριμένα, δημιουργώντας και νέα παραλλαγή:
« Ο εργολάβος της εν τη πόλει ταύτη οικοδομουμένης δημοτικής αγοράς έγνω να χρησιμοποιήση δια την οικοδομήν αρχαιοτάτους ογκολίθους οίτινες εν σχήματι αρχαίου ιερού είχον ανευρεθή πάρα τινα αγρόν μικρόν απωτέρω του Άργους παρά τας όχθας του Χαράδρου ποταμού. Ευτυχώς φιλόμουσοι και φιλότιμοι πολίται κατόρθωσαν να ματαιώσωσι το κακούργημα και να σώσωσι, καθ’ α ήλπισαν, το ιερό η το ηρώον εκείνο όπερ ανασκάπτων τον αγρόν αυτού, εύρεν αγρότης τις και ούτινος τους λίθους εβουλεύθη να βεβηλώση και εξευτελίση ο εργολάβος, αγνοών ίσως τίνος κακού καθίστατο πρόξενος. Η θέσις, ένθα είχε ανακαλυφθή το ιερόν και το ιερόν τούτο, συμπίπτει προς την περιγραφήν, ην εν το ΚΕ’ κεφαλαίω των «Κορινθιακών» αυτού δίδωσιν ο Παυσανίας»(….) «Και τις οίδεν αν δεν το κατέστρεψαν. Εκφράζω δε μετ’ οδύνης τον φόβον τούτον διότι, ούτε έσπευσα εκεί, εις την υποδειχθείσαν θέσιν, μετά του ζηλωτού και υπέρ της αρχαίας παιδεύσεως και καλλιτεχνίας ενθουσιώντος χρηστού και φιλομούσου πολίτου κ. Δ. Βαρδουνιώτου, εφόρου του εν Άργει Μουσείου, ουδέ ίχνος του σεβασμίου οικοδομήματος εύρομεν, όπερ, κατά την από μνήμης περιγραφήν ιδόντων, αποτελείτο υπό του περιβόλου του ιερού, όστις ην ισόπλευρος εκ λευκού λίθου και άθικτος, εκ του διπλού ιερού εκ λίθου πορώδους χρώματος γης, αποτελουμένου, και εκ πολλαπλών σειρών λίθων αλλεπαλλήλως τεθειμένων».
Ο Παγανέλης ελεεινολογεί την αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των πολιτών του Άργους για την καταστροφή του μνημείου και καλεί την Κυβέρνηση και την Αρχαιολογική Εταιρεία να παρέμβουν. Φυσικά, δε φαίνεται να δόθηκε συνέχεια στο πράγμα, οπότε πιθανόν και να διευκρινίζονταν πολλές λεπτομέρειες. Οι εργασίες για την αγορά συνεχίστηκαν. Πριν υψωθούν οι τοίχοι του κτιρίου, νέα εμπλοκή. Από σχόλιο του «Αγαμέμνονα» πληροφορούμαστε ότι ο φρούραρχος Άργους και διοικητής της στρατιωτικής μονάδας στους Στρατώνες του Καποδίστρια Μεντζελόπουλος, γνωστοποιεί στην Κυβέρνηση ότι ο δήμαρχος δίχως άδεια κατέλαβε μέρος της πλατείας των Στρατώνων και οικοδομεί την αγορά, παραγγέλλεται έρευνα στο Νομάρχη και αυτός, τελικά, αποφαίνεται ότι «καταπατάται μεν αληθώς η πλατεία του δημοσίου, παρεμποδίζονται τα γυμνάσια του ιππικού, το οποίον θα αναγκασθή να αναχωρήση του Άργους (επισείει την απειλή ο «Αγαμέμνων»), ασχημίζεται η πόλις, βλάπτονται τα μαγαζεία, απειλούνται νόσοι κλπ. (βοά και πάλι η εφημερίδα), αλλά πρέπει να υποκύψωμεν εις την θέλησιν του κ. δημάρχου διότι χάνει… την υποληψίν του και διότι… ό,τι έγινεν έγινε».
Το είπε μάλιστα και Γαλιστί, φέτα κομπλιού (fait accompli) (sic). Και το θέμα σταματά εδώ, και, βέβαια, ο στρατός παραμένει στους Στρατώνες μέχρι το…1968. Νέα εμπλοκή δημιουργείται από νέα αλλαγή του προσώπου του εργολάβου. Από το με αρ. 150 πρακτικό της συνεδρίασης της 11 Ιουνίου 1889 του δημοτικού συμβουλίου, μαθαίνουμε ότι στις 16 Απριλίου ο Ν. Μπουγιούκας είχε υποβάλει αίτηση στο Δήμο και ζητούσε την υποκατάστασή του από τον εργολάβο Κωνστ. Θεωνά στον οποίο είχε εκχωρήσει συμβολαιογραφικά τα δικαιώματά του.
Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δια της αιτήσεως «ουδαμώς παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Δήμου, αφού αι προς τον Δήμον υποχρεώσεις του εργολάβου Ν. Μπουγιούκα και του εγγυητού του μένουσιν ακέραιοι και αμετάβλητοι», και εγκρίνει την αντικατάσταση. Φαίνεται ότι ο Καλμούχος, γνωρίζοντας καλά τα πνεύματα και την κακοβουλία, αποφάσισε να υπερβεί κάθε υπαρκτό και πιθανό εμπόδιο και, έτσι, από νέο σχόλιο του αιώνιου «Αγαμέμνονα» που γκρινιάζει και ελεεινολογεί, πληροφορούμαστε ότι «πάντες οι εργαζόμενοι εις την κατασκευήν έτερων καταστημάτων διέκοψαν την εργασίαν και εργάζονται αυτού» (στην αγορά). Και ήδη, το έργο προχωρεί προς το τέλος του, όπως φαίνεται από νέο σχόλιο της εφημερίδας:
«Το κτίριο της νέας αγοράς βαίνει προς το τέλος του χάριν της ιστορίας των συγχρόνων πολιτικών μας πρέπει να αναγραφή εν τη εφημερίδι ταύτη ότι επί της στέγης ετέθησαν τα λεπτότερα και ευτελέστερα των ξύλων τα λεγόμενα καδρονάκια, ότι το ύψος του κτιρίου και των θυρών αυτού είναι κατά 25 εκατοστά του μέτρου χαμηλώτερον του εγκεκριμένου σχεδίου και ότι σκέψις εγένετο και απόφασις ελήφθη παρά τοις δημαρχικοίς όπως πληρωθώσιν εις τον εργολάβον 10.000 δραχμαί περιπλέον διότι δήθεν ζημιούται».
Η οικοδόμηση φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε προς το τέλος του 1889. Ο Χ. Κορύλλος, που επισκέφτηκε το Άργος την εποχή εκείνη, κάνει λόγο για τη «νεόδμητον και αρκούντως ευρύχωρον δημοτικήν αγορά», ενώ σε νέο σχόλιο του «Αγαμέμνονα», της 2ας Μαΐου 1890. διαβάζουμε: «Προ δυο περίπου μηνών μεγαλόσχημος εξ Αθηνών επιτροπή αποτελουμένη υπό του κ. Σουλή και άλλων παρέλαβε την Νέαν Αγοράν της πόλεώς μας».
H εφημερίδα επαναλαμβάνει, όπως και σε μεταγενέστερο σχόλιό της, τις καταγγελίες για ευτελή υλικά και μείωση των προβλεπομένων από το σχέδιο υψών, τονίζοντας ότι « ελλείπει η δια πλακών επίστρωσίς τις» (παρατήρηση ακριβής) και ότι «αι στήλαι εκτίσθησαν εκ κοινού λίθου ενώ έπρεπε να κατασκευασθούν εκ Πεντελησίου μαρμάρου. Δια τούτο οι αρμόδιοι οφείλουν να δημοσιεύσουν τους όρους του σχεδίου και το πρακτικόν της παραδόσεως χάριν της υπολήψεώς των και προς άρσιν των υπονοιών του Κοινού». Πράγμα που δεν έγινε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια εφημερίδα επισημαίνει την έλλειψη αφοδευτηρίων στην αγορά, τα οποία έχουν υποκαταστήσει οι αίθουσες κάποιων καταστημάτων της.
Η σύγχρονη περιπέτεια της αγοράς
Η αγορά λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε εντοπίσει κάποιες σαφείς πληροφορίες για έργα συντήρησής της επί ένα, περίπου, αιώνα. Γερνάει, σοβάδες πέφτουν, ακροκέραμα ιδιοποιούνται, ενώ το 1972 ο Δήμος προχωρεί σε «αναμόρφωση» της πλατείας του Στρατώνα, κόβοντας όλα τα αιωνόβια δέντρα, τσιμεντώνοντας τα πάντα και μετατρέποντας το χώρο μεταξύ Στρατώνων και αγοράς σε έρημο.
Την ίδια εποχή αρχίζει κάποια κίνηση για οικοδόμηση…«Διοικητηρίου» στο Άργος. Ως πρώτος «στόχος» επιλέγεται ο χώρος της αγοράς (ακολούθησαν εκείνος των Στρατώνων και, αργότερα, του Δημαρχείου. Απόηχος αυτός της κίνησης, υπό μορφή «παραπόνου» γιατί δεν επιτράπηκε η κατεδάφισή της, υπάρχει ακόμα και σε επίσημα έγγραφα του δημάρχου Δ. Μπόνη ( 1975-1978). Οι συγκεκριμένες αυτές απειλές και πόθοι για κατεδάφιση του κτιρίου, οδήγησαν την Αρχαιολογική υπηρεσία Ναυπλίου να φροντίσει για την προστασία του και, έτσι, την άνοιξη του 1974 κηρύχτηκε μνημείο.
Ό,τι, όμως, δεν κατάφεραν οι «κατεδαφιστές» άρχισε να επιτελείται από την κρατική αδιαφορία και τον πρωτογονισμό της δημοτικής αρχής Άργους ιδίως των δυο περιόδων της εκλογής του Γ. Πειρούνη αγροτικού εισοδηματία (1978-1986). Επανειλημμένα στον τοπικό τύπο επισημάνθηκε ότι ακόμα και τμήματα τοίχων και οροφών άρχισαν να καταρρέουν από έλλειψη συντήρησης, ενώ σε κάθε νέα ενοικίαση καταστήματος, και μέχρι σήμερα, κάθε «ρέκτης» επιχειρηματίας ακολουθεί δικό του «ρυθμό» αναστήλωσης, με αποτέλεσμα, το όλο κτίριο να παρουσιάζει την εικόνα μιας μεγάλης κουρελούς.
Ο ίδιος ο Γ. Πειρούνης δεν παύει να «προγραμματίζει» αόριστα τη «συντήρηση και εξωραϊσμό της Δημοτικής Αγοράς», πριν ακόμα γίνει δήμαρχος. Αλλά και αρχίζει η «μεγάλη πορεία» για την αναστήλωση, που συνεχίζεται επί μια δεκαετία. Κλείνουμε αυτό το άρθρο με επισήμανση των κυριοτέρων «σταθμών» της, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε επίσημα στοιχεία.
Τον Ιούνιο του 1977 δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση του δημάρχου Δ. Μπόνη, όπου κατά λέξη αναφέρεται ότι, στο Υπουργείο Πολιτισμού, « η μελέτη της γενικής ανακαινίσεως περατούται αυτή την εβδομάδα, το δε ύψος ταύτης ανέρχεται εις το ποσόν των 4.000.000 δρχ.» Ο τύπος εκφράζει φόβους για κατάρρευση του κτιρίου και ο δήμαρχος, με νέα επίσημη ανακοίνωσή του και στο γνωστό του στιλ αναφέρει ότι « Ο Αρχιτέκτων κ. Τσουβές μας είπε ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ανήλθε (sic) εις το ύψος των 7.000.000 και ήδη θα προωθηθή η μελέτη δια να εγκριθή από αρμόδιο Συμβούλιο. Εμείς την ερχόμενη εβδομάδα θα ενεργήσουμε και πάλι δια την ταχείαν περαίωση του θέματος».
Αρχές 1978 και τίποτε δεν έχει προχωρήσει, ενώ Αργίτες στέλνουν υπόμνημα στο υπουργείο και ζητούν να αναστηλωθεί και το πηγάδι, στη μέση της αγοράς. Ο τότε υπουργός Πολιτισμού Γ. Πλυτάς, με έγγραφό του προς το Δήμο δηλώνει ότι δέσμευσε για το 1978, 3 εκατομμύρια για το έργο αναστήλωσης αλλά τα οποία οφείλουν να απορροφηθούν μέχρι το τέλος του έτους (ο Δήμος είχε αναλάβει τα σχετικά συνεργεία) πράγμα που δημιουργεί απορημένα ερωτηματικά. Κάποιες αναστηλωτικές εργασίες αρχίζουν, περνάει και το 1978, ενάμισι εκατομμύριο δαπανάται και τα έργα καρκινοβατούν, «δι αυτεπιστασίας του Δήμου». Αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το παράδειγμα της Αγοράς του Άργους ένα λαμπρό στοιχείο για το τι σημαίνει «αποκέντρωση» – ξεφόρτωμα αρμοδιοτήτων σε πλάτες αναρμόδιων, ενώ οι κεντρικές υπηρεσίες εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς. Επανειλημμένα ο τύπος ρωτά, ο δήμαρχος κωφεύει και, τελικά, στο τέλος Μαΐου του 1979, σε συνέντευξή του δηλώνει κατά λέξη ότι επισκέφτηκε το Υπουργείο και ότι « ο λόγος της διακοπής ως είπον ήτο η έλλειψη μελέτης. Υποσχέθηκαν ότι θα αρχίσουν εργασίες τον Απρίλιον ή Μάιον. Παρουσιάστηκε δυσκολία ειδικευμένων τεχνιτών. Από πλευράς δημοτικής Αρχής εζητήθη η αναπαλαίωσις να γίνει από συνεργείο 15 τουλάχιστον τεχνιτών και όχι με 2 η 3 άτομα, όπως το καλοκαίρι».
Φτάνουμε αισίως στο 1981, τόσο ο τοπικός όσο και ο αθηναϊκός τύπος, απηχώντας διαμαρτυρίες τοπικών συλλόγων, διαμαρτύρονται για τις καθυστερήσεις, κάποιες εργασίες ψιλοαρχίζουν για να ξανασταματήσουν γρήγορα, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει η παραμικρή επίσημη ενημέρωση. Νέες διαμαρτυρίες συλλόγων, νέα έκκληση του δημάρχου και το Πάσχα του 1982 η νέα Υπουργός Πολιτισμού (Μελίνα Μερκούρη) κατεβαίνει αυτοπροσώπως στο Άργος και, μεταξύ άλλων υπόσχεται να περατωθούν τα έργα. Νέες δηλώσεις του δημάρχου κάνουν λόγο για πρόγραμμα σε δυο φάσεις ενώ ακόμα και στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται ανακοίνωση του ΥΠ.ΠΟ., κατά την οποία διατίθεται κονδύλι 15 εκατομμυρίων για τα έργα αναστήλωσης. Νέες ελπίδες αλλά και δυσπιστία στο Άργος αφού η «γούνα είναι», πια «καμμένη».
Στο μεταξύ, γίνονται αναμισθώσεις καταστημάτων, οπότε και ενεργούνται «αναστηλώσεις», κατά το δοκούν, δίχως να προκαλούν την παραμικρή δραστική επέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, παρά τις καταγγελίες. Οι σχετικές κατασκευές χαρακτηρίζονται αυθαίρετες, αλλά παραμένουν ως έχουν μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος του 1987 απραξία και αυθαίρετες νέες επεμβάσεις, νέων ενοικιαστών, καταγγέλλονται συνεχώς και από κάθε πλευρά του τοπικού τύπου, δίχως κανένας να συγκινείται.
Από το 1986 εκλέγεται νέα δημοτική Αρχή, υπάρχει πλήρης «ομοψυχία» στο δημοτικό συμβούλιο και γι’ αυτό και για άλλα θέματα, ο νέος δήμαρχος Δημ. Παπανικολάου ξαναπαίρνει το δρόμο του ΥΠ.ΠΟ.. απ’ ό,τι εκείνος αναφέρει δεν υπάρχει ολοκληρωμένη μελέτη στο Υπουργείο για αναστήλωση του κτιρίου, γίνεται πρόταση να σκεπαστεί η αγορά, στα κενά της, και το δημοτικό συμβούλιο παίρνει απόφαση να ανατεθεί η πλήρης μελέτη αναστήλωσης, σε συμφωνία και με οδηγίες του ΥΠ.ΠΟ., στον τοπικό αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή, που μετείχε στη μελετητική ομάδα του ΥΠ.ΠΟ του 1978 για την αναστήλωση των Στρατώνων Καποδίστρια.
Πλήρης μελέτη, τόσο αποτύπωσης όσο και αναστήλωσης του κτιρίου παραδόθηκε το Σεπτέμβριο και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., τον Οκτώβριο του 1988. Τελειώνουμε ένα μικρό ιστορικό χρονικό της οικοδόμησης και της τύχης ενός από τα σημαντικότερα κτίρια της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Αν αυτό το άρθρο πήρε μια ασυνήθιστη έκταση, νομίζω ότι είναι χρήσιμο για να διαπιστώσει από κοντά και με στοιχεία ο αναγνώστης από ποιους δαιδάλους, αντικειμενικούς και ψυχολογικών αντιδράσεων περνούσε η οικοδόμηση παρόμοιων κτιρίων, αλλά και από ποιους (και χειρότερους) λαβυρίνθους αδιαφορίας, κρατικής αναποτελεσματικότητας, πολιτικής αναισθησίας και τοπικής ασχετοσύνης εξακολουθεί να περνά κάθε προσπάθεια για σύγχρονη συντήρηση παρόμοιων κτιρίων στην επαρχία.
Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους
Ο Μάνος Μπίρης, αρχιτέκτων και Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΜΠ, σε δικές του έρευνες, εντόπισε από άλλη πλευρά το ίδιο όνομα, δηλαδή του Πάνου Καραθανασόπουλου, και σε σχετικό σημείωμα που του ζήτησα να μου στείλει σημειώνει τα εξής:
«Απ’ όσο γνωρίζουμε, ο μηχανικός Πάνος Καραθανασόπουλος ήταν ένας από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ – ίσως και συνεργάτης του – και δυστυχώς δύο από τα πιο γνωστά έργα του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πια. Το ένα ήταν το μεγάλο ξενοδοχείο «Ακταίον» του Νέου Φαλήρου που κτίσθηκε λίγο μετά το 1900 για τον τραπεζίτη I. Πεσματζόγλου, με όλα τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού. Το άλλο ήταν το μέγαρο της πολύ γνωστής στους παλαιούς Αθηναίους «Στοάς Πεσματζόγλου», ίσως λίγο μεταγενέστερο του πρώτου, που βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη (στη δημοσιευόμενη φωτογραφία είναι το πολυώροφο κτίριο στο δεξιό άκρο).
Στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο φαρμακείο Δαμβέργη, και είχε μεγάλο τοξωτό θύρωμα της στοάς, πλαισιωμένο από κίονες. Βεβαίως η ταύτιση του έργου του Καραθανασόπουλου, και ιδιαίτερα η σχέση του με το κομψό και λειτουργικό συγκρότημα της αγοράς του Άργους, απαιτεί περισσότερη έρευνα. Πάντως, η μορφολογία του κτιρίου καθώς και στοιχεία που ήδη ανέφερες στο άρθρο σου συγκλίνουν προς την άποψη ότι το κτίριο αυτό είναι δημιούργημα του Αθηναίου μηχανικού» (Αθήνα, 31-3-1990).
Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εκτός από τις φωτογραφίες που ευγενικά μου παραχώρησε ο κ. Μπίρης για το παρόν άρθρο, δημοσιεύεται σ’ αυτό προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, από ταχυδρομικό δελτάριο που είχε τυπώσει ο εγκατεστημένος στο Άργος φωτογράφος Κυριακίδης (γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Απελλής»), την οποία μου παραχώρησε η αρχιτέκτων και φίλη κ. Μ. Αδάμη – την ευχαριστώ και από εδώ θερμά.
Όπως είχα σημειώσει στο προηγούμενο άρθρο μου, τα σχέδια για την αναστήλωση της Αγοράς συνέταξε ο Αργίτης αρχιτέκτονας Κώστας Μακρής. Τα σχέδια αυτά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. στο τέλος του 1988 και από τότε, με αυτεπιστασία του Δήμου Άργους, άρχισε να επιδιορθώνεται η στέγη του κτιρίου, με χρήση παλαιών κεραμιδιών.
Μόλις στις 10 Οκτωβρίου 1989, και μετά από δημοπρασία της 22 Αυγούστου 1989, υπογράφηκε μεταξύ του δημάρχου Άργους και του αρχιτέκτονα του Άργους Παναγιώτη Αθ. Θεοφίλη σύμβαση «κατασκευής έργου» για τα έργα αναστήλωσης (αρ. πρωτ. Δήμου Άργους 10472). Τα έργα άρχισαν αμέσως.
Θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ότι στο Κ. Σ. Νεωτέρων Μνημείων είχε υποβληθεί μελέτη κατασκευής σκέπαστρου στον εσωτερικό, ακάλυπτο χώρο της Αγοράς, καθώς και επικάλυψης του δαπέδου της – και για τα θέματα αυτά, που είχαν τεθεί ευθύς με την αρχική κατασκευή του κτιρίου, παραπέμπω στο προηγούμενο άρθρο.
Το Κ.Σ.Ν.Μ., με κατά πλειοψηφία απόφασή του της 8-2-1990, ενέκρινε την κατασκευή στεγάστρου αλλά όχι και τη μελέτη επίστρωσης με πλάκες του δαπέδου (τα σχέδια και για τα δύο ήταν της αρχιτέκτονος Ερμίνας Λειβαδίτη – Θεοφίλη, για το στέγαστρο είχαν ληφθεί υπόψη υποδείξεις της Δ/νσης Αναστήλωσης Νεωτ. Μνημείων), για τον λόγο ότι «δεν προσαρμοζόταν στο ύψος και στις αναλογίες» του κτιρίου. Το Συμβούλιο δεν διατύπωσε συγκεκριμένες συστάσεις ή υποδείξεις, όπως απεναντίας έκαμε για το στέγαστρο (σχετικό το έγγραφο της Δ/σης Πολιτιστικών Κτιρίων και Αναστηλώσεως Νεωτ. Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., με αριθμό 4703/175/ 5-3-1990).
Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Πάνος Καραθανασόπουλος, από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του τέλους του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα, είχε αναλάβει την εκπόνηση του σχεδίου του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, καθώς και τα σχέδια του κτιρίου της « Εμπορικής Σχολής» Άργους, δίπλα στο Δημαρχείο.
Πηγές
-
Βασίλης Δωροβίνης, «Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
-
Βασίλης Δωροβίνης, «Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 35, Ιούνιος 1990.
-
Βασίλης Δωροβίνης, «Η νεοκλασική αγορά του Άργους / καταχρήσεις και χρήσεις», Εφημερίδα, « ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ», Δεκέμβριος 2008.
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου», Άργος, 2007.
Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρὀσωπα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αντιστράτηγος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πρόσωπα, Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος, Στρατιωτικοί on 13 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)
Ο Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1889 και ήταν δευτερότοκος γιος του εκ Καλαμάτας γενικού αρχιάτρου (συνταγματάρχη) Σπυρίδωνα Ι. Παπαδόπουλου (Καλαμάτα 2 Ιουλίου 1853 – Ναύπλιο 15 Δεκεμβρίου 1930) και της συζύγου του Ελένης (Ναύπλιο, 1857-1949), κόρης του Ναυπλιώτη ιερέα Νικ. Καμαριώτου [1]. Ο Σπυρίδων Ι. Παπαδόπουλος κατετάγη στην Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία το 1878 ως δόκιμος ανθυπίατρος, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, έλαβε μέρος στις μεθοριακές συμπλοκές του 1886, συμμετείχε στον Πόλεμο του 1897 [2] και διατέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, που ήταν εγκατεστημένο από παλαιότερα στην Ακροναυπλία [3] (σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια).
Ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, αρχίατρος ήδη, αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του στις 6 Ιουλίου 1911, ανακλήθηκε όμως, κατά τους Πολέμους 1912-1913 και ανέλαβε την διεύθυνση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της νεοσύστατης IV Μεραρχίας [4] και αργότερα των στρατιωτικών νοσοκομείων διακομιδής στην Φιλιππιάδα και μετά στην Καστοριά, στη συνέχεια δε του Επίτακτου Νοσοκομείου Αθηνών (Μέγαρο Αρσάκειου Εκπαιδευτηρίου), το οποίο διηύθυνε και μετά την λήξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Για τις υπηρεσίες του κατά τους δυο Πολέμους προήχθη κατ’ εκλογή σε έφεδρο γενικό αρχίατρο (24 Μαρτίου 1914).
Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε μεγαλύτερο αδελφό τον Ιωάννη (Παρίσι 13 Ιουνίου 1887 – Πέτσοβο 15 Ιουλίου 1913), απόφοιτο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων (τάξη 1908), ο οποίος ως υπολοχαγός πυροβολικού σκοτώθηκε κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό Πόλεμο στη μάχη του Πετσόβου (Ύψωμα 1378) και μικρότερους, τον Άγγελο (Καλαμάτα 1893 – Αθήνα 1973), λαμπρό νομικό, συγγραφέα, πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και Νομάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας [5], και τον Αθανάσιο (Ναύπλιο 1900 – Αθήνα 1971), πλοίαρχο γιατρό Π.Ν., καθώς και δυο αδελφές.
Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος μαθήτευσε στα σχολεία της πόλης, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων στις 10 Οκτωβρίου 1907 και μετά πενταετείς σπουδές απεφοίτησε ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού στις 26 Ιουνίου 1912. Μετείχε των Βαλκανικών Πολέμων ως ουλαμαγός πεδινού πυροβολικού (3η Πυροβολαρχία της I Μοίρας του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού: διοικητής συνταγματάρχης πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος).
Μετά την λήξη των Πολέμων προήχθη σε υπολοχαγό (25 Σεπτ. 1913) και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1 Ιαν. 1915). Ακολούθως προήχθη σε λοχαγό β’ (25 Μαρτ. 1915), σε λοχαγό α’ (5 Οκτ. 1915) και σε ταγματάρχη (13 Δεκ. 1917). Στη συνέχεια μετείχε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονικό Μέτωπο) ως διοικητής μοίρας ορειβατικού πυροβολικού (τιμήθηκε τότε με τον ελληνικό, τον γαλλικό και τον βελγικό Πολεμικό Σταυρό), της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως διοικητής μοίρας πεδινού πυροβολικού και ακολούθως μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, και τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.
Αντισυνταγματάρχης από τις 26 Αύγουστου 1923, θεωρήθηκε ότι μετείχε του «αντιπλαστηρικού» κινήματος που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως το 1923, από τους φιλελεύθερους (βενιζελικούς) υποστράτηγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (1867-1936) και Παναγιώτη Γαργαλίδη (1870-1948), με αποτέλεσμα να αποταχθεί μετά από Απόφαση της Επανάστασης στις 28 Νοεμβρίου 1923 και να παραμείνει εκτός στρατεύματος μέχρι τις 2 Ιουνίου 1927, όταν βάσει Ψηφίσματος της Βουλής των Ελλήνων (20/22 Δεκεμβρίου 1926) αποφασίστηκε περιορισμένη αποκατάσταση των για πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντων αξιωματικών [6].
Αφού ανακλήθηκε, στις 2 Ιουνίου 1927 [7], προήχθη σε συνταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου 1927 αναδρομικά από 18 Σεπτεμβρίου 1925, από τότε δηλαδή που είχαν προαχθεί νεότεροί του, και φοίτησε στο Κέντρο Ανώτερης Στρατιωτικής Εκπαίδευσης (Αθήνα), κέντρο σπουδών που συστήθηκε ειδικά μετά από πρόταση της γαλλικής Στρατιωτικής Εκπαιδευτικής Αποστολής με σκοπό την γενική θεωρητική προπαρασκευή των συνταγματαρχών δια τον βαθμό του υποστρατήγου, καθώς και στο Κέντρο Ανώτερων Στρατιωτικών Σπουδών (Γαλλία-Βερσαλλίες).
Ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής συντάγματος πυροβολικού, Αρχηγός Πυροβολικού του Β’ Σώματος Στρατού και Διευθυντής Πυροβολικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στο βαθμό του υποστρατήγου προήχθη την 21η Μαρτίου 1934 και υπηρέτησε ως Αρχηγός Πυροβολικού του Α’ Σώματος Στρατού (Αθήνα, 1934-1935), ως διοικητής μεραρχίας (1935-1938), και ως Επιθεωρητής (Αρχηγός) Πυροβολικού (Αθήνα, 1938-1939). Σε αντιστράτηγο προήχθη την 30η Ιανουαρίου 1940 και τοποθετήθηκε Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, με έδρα την Λάρισα.
Στον Πόλεμο 1940-41, το Β’ Σώμα Στρατού επί διοίκησης Δημ. Παπαδόπουλου (επιτελάρχης ο συνταγματάρχης πεζικού Δημήτριος Μαχάς, 1893-1975) υπαγόταν αρχικά, δηλ. μεταξύ 30ης Οκτωβρίου και 30ης Νοεμβρίου 1940, στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιω. Πιτσίκας, 1881-1975), ακολούθως, δηλ. μεταξύ 30ης Νοεμβρίου 1940 και 11ης Φεβρουαρίου 1941, στο Γενικό Στρατηγείο, και τέλος, μεταξύ 12ης Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1941, στο νεοσύστατο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (αντιστράτηγος Μάρκος Δράκος, 1888-1975). Υπό το Β’ Σώμα Στρατού υπήχθησαν διαδοχικά και κατά διαστήματα μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων επτά μεραρχίες (I, IV, V, VI, XI, XV, XVII) και δυο ταξιαρχίες (V, Ιππ.) [8].
Υπό την ευθύνη και την ανώτερη διεύθυνση του Β’ Σώματος Στρατού διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις Πίνδου και επετεύχθη η απώθηση των ιταλοαλβανικών στρατευμάτων στον κεντρικό τομέα και εν συνεχεία οι επιθετικές επιχειρήσεις που απέληξαν στην κατάληψη της Ερσέκας και της Μπόροβας (21 Νοεμβρ.), της Πρεμετής (5 Δεκ.), της γραμμής Τσερεβόντε – Ντομπρούσια (26 Δεκ.), του κόμβου της Κλεισούρας (Ιαν. 1941) και της κορυφογραμμής της Τρεμπεσίνας (Ιαν. 1941) [9]. Ενώ προπαρασκευαζόταν ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχεδιασθείσα από το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κοινή επιθετική ενέργεια των Α’ και Β’ Σωμάτων Στράτου και ενώ αναμενόταν από ώρα σε ώρα η «Μεγάλη Εαρινή Επίθεση» των ιταλικών στρατευμάτων με κύριο άξονα τον κεντρικό τομέα στο Μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, συνεκλήθη (5 Μαρτίου) σύσκεψη των αντιστράτηγων στην Αθήνα και στο Γενικό Στρατηγείο.
Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς (1884-1964), ο οποίος μετείχε στην εν λόγω σύσκεψη, περιέγραψε στο βιβλίο του: Ελληνικοί Πόλεμοι τα διατρέξαντα [10]. « Συγκεκριμένως εζητήθη τότε η γνώμη των αντιστρατήγων περί του δέοντος γενέσθαι εν περιπτώσει παραλλήλου γερμανικής επιθέσεως. Ταύτα εν συνεχεία συσκέψεων και συζητήσεων της ελληνικής ανωτάτης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μετά των αφιχθέντων εις Αθήνας Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών. Ας σημειωθή ότι το περιεχόμενον των ελληνοβρετανικών πολιτικών συζητήσεων μόλις προσφάτως εγνωστοποιήθη» (1980) [11].

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.
Οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς, όταν και αυτοί ρωτήθηκαν, φέρεται ότι εξέφρασαν την γνώμη ότι εν όψει γερμανικής επίθεσης θα ήταν σκοπιμότερο να μη βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους βρετανική ένοπλη δύναμη και μάλιστα τόσον ασθενής ώστε μόνον ευκαιρία και δικαιολογία για την επιτιθέμενη Γερμανία να συνιστά. Αντιθέτως θα έπρεπε να αφεθούν μόνες οι ελληνικές δυνάμεις να αποκρούσουν την γερμανική επίθεση και να πέσουν επί του πεδίου της μάχης και της τιμής προ του κολοσσιαίου σε αριθμό και μέσα επιτιθέμενου, αλλά να έχουν στερήσει αυτόν από «πάσης» δήθεν διπλωματικής ή πολεμικής δικαιολογίας. Έτσι κι αλλιώς η βρετανική συμβολή, στερημένη ικανής αεροπορικής υποστήριξης, δεν επρόκειτο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.
Βεβαίως, η βρετανική σκέψη ήταν διαφορετική. Αν πραγματοποιείτο το σχέδιο έγκαιρης υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο, την άνω του Αλιάκμονος Δυτική Μακεδονία και την λοιπή Μακεδονία και Θράκη αμαχητί (εγκαταλείποντας στην τύχη τους ελληνικά εδάφη και πληθυσμούς) και συγκέντρωσής τους στην περιοχή των Τεμπών για να αμυνθούν και να δημιουργήσουν για σύντομο μόνο διάστημα σταθερό μέτωπο, όπως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (υπό τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες), οι Βρετανοί θα ήσαν ικανοποιημένοι επιτυγχάνοντες εν συνεχεία σταδιακή υποχώρησή τους μέχρι του Ταινάρου (όπου θα εγκαταλείποντο τα ελληνικά στρατεύματα), γιατί θα κέρδιζαν και ημέρες ακόμη έναντι της επίθεσης του Άξονα κατά της Αλεξάνδρειας. Λόγω του απερίγραπτου φόβου από την προέλαση των γερμανοϊταλικών στρατευμάτων υπό τον στρατάρχη Erwin Rommel (1891-1944) [12]στην Αίγυπτο και της πιθανής προσβολής της περιοχής των πετρελαίων και των Ινδιών από Βορρά (Καυκάσου) και Δυσμών, επιθυμούσαν οι Βρετανοί την παράταση των ελληνοϊταλικών επιχειρήσεων με κάθε θυσία.
Περί των θεμάτων αυτών βρίθουν συνταρακτικών πληροφοριών οι σελίδες του βιβλίου του στρατηγού Γεωργίου Κοσμά, αλλά και οι δημοσιευθείσες αναμνήσεις του Πρίγκηπα Πέτρου (1908-1980) [13], λοχαγού τότε, συνδέσμου του Γενικού Στρατηγείου μετά των εν Ελλάδι Βρετανικών στρατιωτικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει και εν συνεχεία των διατυπωθεισών γνωμών τους οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς θεωρήθηκαν ως διαφωνούντες προς τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου, αντικαταστάθηκαν αψυχολόγητα και επιβλαβώς την 6η Μαρτίου κατόπιν διαταγής τούτου και ετέθησαν κατά την 7η Μαρτίου 1941 σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία [14].
Ουσιαστικά αποκεφαλίσθηκε η ανώτατη ηγεσία του κεντρικού τομέα δυο ημέρες προ της εκδήλωσης της αναμενόμενης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης. Ευτυχώς άλλοι, ικανότατοι επίσης, Έλληνες στρατηγοί, οι οποίοι αντικατέστησαν τους αποστρατευθέντες, μετά σκληρό βεβαίως αγώνα, συνέτριψαν τις ιταλικές δυνάμεις και εξευτέλισαν τις διοικήσεις τους. Την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού ανέλαβε ως διοικητής της III Μεραρχίας ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (1892-1945), με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη πεζικού Θρασ. Τσακαλώτο (1897-1989). Οι τρεις αποστρατευθέντες στρατηγοί επανήλθαν στην ενεργό δράση την 20η Μαΐου 1941 μετά από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας υποστράτηγου Γ. Μπάκου [15]. Λίγο αργότερα ο Δ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, το οποίο ανέλαβε τις κρίσεις των μετασχόντων του Πολέμου αξιωματικών.
Ο Δ. Παπαδόπουλος επί Κατοχής αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης την 20η Μαΐου 1943, από τον τέως Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και την ανώτατη ηγεσία του Πολέμου, αντιστασιακής Οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία» (πλην του αντιστράτηγου Μάρκου Δράκου, ο οποίος δήλωσε απλώς ιδεολογική συμπαράσταση [16], καθώς και αυτών που ανέλαβαν καθήκοντα υπουργού αντιστράτηγων Γ. Τσολάκογλου (1886-1948) και Π. Δεμέστιχα (1885-1960), μη κληθέντων) [17]. Η Οργάνωση εντός ελάχιστου χρόνου απετέλεσε σπουδαίο έργον. Εν τούτοις η σύσταση αυτής δεν ήταν αρεστή στους παράγοντες που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή.
Το έργο της εν λόγω αντιστασιακής Οργάνωσης ανεστάλη απότομα, γιατί μετά από ένα δίμηνο ακριβώς (20 Ιουλίου 1943), άγνωστο από ποιόν καταδοθέντες, συνελήφθησαν υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής οι μετέχοντες της διοίκησης της Οργάνωσης πέντε αντιστράτηγοι (πλην του Δ. Παπαδόπουλου) και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, όπως είναι γνωστό [18]. Ο λόγος για τον οποίο ο Δ. Παπαδόπουλος δεν συνελήφθη δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Βεβαίως τελούσε υπό συνεχή παρακολούθηση. Προφανώς αφέθηκε ως «δόλωμα», ώστε μέσω των κινήσεων του, αφού αυτός παρέμεινε κατά το Καταστατικό ως Αρχηγός της Οργάνωσης, να διαπιστωθεί ο αμέσως επόμενος κύκλος ηγετικών προσώπων.
Υποψιαζόμαστε ότι η σύλληψη των πέντε αντιστράτηγων πρέπει να συσχετισθεί προς τα επακολουθήσαντα εσωτερικά γεγονότα, αναρωτιόμαστε δε μήπως η σύλληψη αυτή προκλήθηκε χάριν τούτων. Το θέμα δεν είναι του παρόντος. Πρέπει να ερευνηθεί. Βέβαιο είναι ότι η Οργάνωση συνέχισε να δρα με αρχηγό τον Δ. Παπαδόπουλο και επιτελάρχη τον τέως μέραρχο υποστράτηγο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου (1885-1973), με βοηθό του Αρχηγού τον τότε αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και κατόπιν αντιστράτηγο, λόγιο στρατιωτικό, Ξέρξη Λίβα (1899-1965) [19], καθώς και ότι η δομή της συνέβαλε σπουδαία στην στελέχωση και την δράση της συγχρόνως με την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων, εκδηλωθείσης επίσημα Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, υπό τον τότε υποστράτηγο (και κατόπιν αντιστράτηγο) Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (1891-1962) [20].
Όπως και αν έχουν τα πράγματα, μετά την εγκατάσταση της εν αποδημία Κυβέρνησης στην Αθήνα και κατά τις αρχές Μαρτίου 1945, όλοι πλην ενός (Μάρκου Δράκου) οι αντιστράτηγοι της Νίκης και πάντες πλην τριών οι μάχιμοι υποστράτηγοι, ετέθησαν από την τότε Κυβέρνηση Νικ. Πλαστήρα εις τον Πίνακα Β’, δηλαδή τον Πίνακα των εκτός ενεργείας και οργανικών θέσεων αξιωματικών, εν αναμονή της αποστρατείας των (5 Μαρτίου 1945).
Μερικοί απ’ αυτούς βρισκόντουσαν ακόμη ως όμηροι στη Γερμανία, όπως οι αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος, Π. Δέδες και Γ. Κοσμάς και ο υποστράτηγος Β. Βραχνός, άλλοι δε είχαν ήδη σκοτωθεί κατά τα Δεκεμβριανά [21]. Ασφαλώς η πράξη αυτή (συνδεόμενη πολιτικά προς την συμμετοχή ή την συμπάθεια των παραμερισθέντων το 1945 στο «αντιπλαστηρικό» Κίνημα του 1923) θα ικανοποίησε τους ηττημένους Ιταλούς στρατηγούς του 1940-41, αν πληροφορήθηκαν, βεβαίως, τα διατρέξαντα, και θα εξέπληξε και θα εκπλήσσει κάθε αντικειμενικό ιστορικό κριτικό. Ηένταξη στον Πίνακα Β’ ακυρώθηκε αργότερα, αλλά το γεγονός δεν συνοδεύτηκε και με ανάθεση καθηκόντων στους δικαιωθέντες, τούτο δε για πολιτικούς λόγους αναγόμενους στις αντιλήψεις της εποχής.
Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος αποστρατεύθηκε τελικά την 13η Μαΐου 1946 [22]. Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό α’ τάξης (4 Μαρτίου 1941), το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων (30 Οκτωβρίου 1945) και με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (30 Οκτωβρίου 1945). Ως απόστρατος τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Γεωργίου Α’ μετά ξιφών (4 Ιανουαρίου 1947) για την εν γένει προσφορά του κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή. Επίσης κρίθηκε ως επαξίως διοικήσας μεγάλη μονάδα κατά τον Πόλεμο 1940-1941 και έτυχε ισοβίως ειδικής σύνταξης (ίσης προς τον μισθό ενεργείας). Εν συνεχεία έζησε αφανώς ως ιδιώτης. Κάτοχος της γαλλικής, της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας, αφιερώθηκε στην μελέτη [23].
Απεβίωσε στην Αθήνα την 5η Δεκεμβρίου 1983, κηδεύθηκε (όχι δημοσία δαπάνη) στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του Α’ Δημοτικού Νεκροταφείου Αθήνας και ενταφιάστηκε στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ναυπλίου, στην πόλη όπου γεννήθηκε. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε νυμφευθεί στο Ναύπλιο την Μαρία Βαζιργιατζίκη από την Μακεδονία. Παρέμεινε άτεκνος. Στο Ναύπλιο δόθηκε το όνομα του πρόσφατα σε οδό της πόλης. [24]
Υποσημειώσεις
[1] Η Ελένη Παπαδοπούλου ήταν εγγονή του επίσης ιερέα Παναγιώτου Καμαριώτου (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1853), ενταφιασμένου όπισθεν και αριστερά του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου στο Ναύπλιο. Ο Παν. Καμαριώτης, καθώς και ο γιος του Νικ. Καμαριώτης, υπήρξαν εφημέριοι του Ναού τούτου (ο δεύτερος μεταξύ 1855 και 1887). Αλλά και ο γεν. αρχίατρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος ήταν γιος ιερέα, του Παπα-Ιωάννου Σπυρίδωνος Παναγιωτόπουλου από τα Σωτηριάνικα Οιτύλου, που έχει ταφεί στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Και οι δυο οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και τα μέλη των πολιτογραφήθηκαν Ναυπλιείς.
[2] Ως γιατρός του 8ου Συντάγματος Πεζικού (Ναυπλίου) στο Μέτωπο της Θεσσαλίας. Βλ. Εκθεσις της A.B.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, υποβληθείσα εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών (Πιστοτάτη ανατύπωσις της Επισήμου Εκθέσεως του Διαδόχου), Εν Αθήναις 1899, σελ. 584. Στην ανατύπωση αυτή και όχι στην πρωτότυπη (μετά παραρτημάτων) έκδοση παραπέμπουμε λόγω της σπάνιος της τελευταίας και της δυσκολίας του αναγνώστη να συμβουλευθεί αυτήν.
[3] Το Νοσοκομείο τούτο ανασυγκροτήθηκε επί του Φρουρίου της Ακροναυπλίας επί ανωτέρας διοίκησης των τακτικών στρατευμάτων υπό του τότε συνταγματάρχη Karl von Heideck. Tο Νοσοκομείο στεγάστηκε σε παλαιό ερείπιο που βελτιώθηκε για τον σκοπό αυτόν. Βλ. σχετικώς εν Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. ΙΑ’, Εν Αθήναις 1852, σελ. 610-611. Σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια του, σε πλήρη εγκατάλειψη.
[4] Η IV Μεραρχία συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο 1912 σύμφωνα με τον Νόμο Γ’^Ε’ (3995) της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί συνθέσεως του ενεργού στρατού ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 15(17 Ιαν. 1912), σελ. 82) και το Βασ. Διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί εκτελέσεως του Νόμου Γ ^ h Ε’ /1912 ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 60 (15 Φεβρ. 1912), σελ. 377-422). Διοικητής της IV Μεραρχίας κατά τους Πολέμους 1912-1913 ήταν ο υποστράτηγος πυρ. Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος (1853-1942), αργότερα αντιστράτηγος. Για την δράση της IV Μεραρχίας και των μονάδων της βλ. προχ. Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Εν Αθήναις 1987. Η IV Μεραρχία αποκλήθηκε «Πτερωτή» (κατ’ άλλους «Σιδηρά») λόγω της ταχείας προέλασής της. Η δράση της IV Μεραρχίας και κατά τις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε λαμπρά. Σήμερα εδρεύει στην Τρίπολη. Φερώνυμος του Κ. Μοσχοπούλου οδός στο Ναύπλιο δεν υπάρχει.
[5] Στον Άγγελο Σπ. Παπαδόπουλο οφείλεται και η στην ελληνική γλώσσα μετάφραση του διαπρεπούς νομικού Walter G. Jellinek (1885-1955) έργου του: Εισαγωγή εις το Διοικητικόν Δίκαιον (μετά σχολίων και προσθηκών περί του εν Ελλάδι κρατούντος δημοσίου δικαίου και της περί αυτού ελληνικής νομολογίας), Εν Αθήναις 1939, και Του Αυτού, Διοικητικόν Δίκαιον, τομ. Β’, τεύχ. 1ον, Εν Αθήναις 1944, και τομ. Β’, τεύχ. 2ον, Εν Αθήναις 1955. Ο γράφων χαίρει γιατί έχει στο νομικό τμήμα της βιβλιοθήκης του το βιβλίο τούτο με αφιέρωση του παλαιού συναδέλφου Άγγελου Σπ. Παπαδόπουλου.
[6] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 440 (27 Δεκ. 1926), σελ. 3463-3464.
[7] Πρ. Διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1927, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 102 (2 Ιουν. 1927), σελ. 491. Ο Δημ. Παπαδόπουλος κατετάγη στον Πίνακα Α’ (επαναφερομένων στην ενέργεια).
[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Το τέλος μιας Εποποιίας. Απρίλιος 1941, Εν Αθήναις 1959, σελ. 313-316.
[9] Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.
[10] Βλ. αντιστρατήγου Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, Εν Αθήναις 1967, σελ. 69-72.
[11] Υπ. Εξωτερικών, 1940 – 41. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Εν Αθήναις 1980.
[12] Βλ. προχείρως Hans Gert von Esebeck, Ρόμμελ. Το γερμανικόν Africa–Korps, μετάφρ. Γ. Κ. Γαζή, Εν Αθήναις 1958. Η περί του Ρόμμελ και της πολεμικής δραστηριότητάς του βιβλιογραφία είναι μεγάλη.
[13] Πρίγκηπος Πέτρου, Ημερολόγια Πολέμου 1940-1941, Α’, ‘Εν Αθήναις 1997, εκδ. Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν.
[14] Βλ. αντιστράτηγου Θρασ. Ι. Τσακαλώτου, 40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλάδος, τόμ. Α’, Εν Αθήναις 1960, σελ. 160-164.
[15] Βλ. Νομ. Διάταγμα υπ’ αριθμ. 63 της 15ης Μαΐου 1941, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 171 (15 Μαΐου 1941), σελ. 826-827.
[16] Ο αντιστράτηγος Μ. Δράκος, γόνος σημαντικού οίκου της Ηπείρου, διακριθέντος κατά τους Αγώνες του Έθνους, ήταν κατ’ ουσία σύγχρονος του Αλ. Παπάγου. Προήχθη σε υποστράτηγο μετά τρίμηνο από της αντίστοιχης προαγωγής του Παπάγου και σε αντιστράτηγο μετά απ’ αυτόν. Προφανώς δεν λησμόνησε ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος άδικα αποστρατεύθηκε και δεν επιθυμούσε προσωπική συνεργασία μετά του εν αποστρατεία πλέον τέως Αρχιστράτηγου.
[17] Βλ. Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-74.
[18] Βλ. αντιστρατήγου Κ. Θ. Μπακοπούλου, Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των – Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Εν Αθήναις 1948. Βλ. και Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-75.
[19] Βλ. υποστρατήγου Ξ. Λίβα, Η Αιγηίς, Κοιτίς των Αρείων και του Ελληνισμού, Εν Αθήναις 1956.
[20] Βλ. συνταγματάρχου Κ. Β. Κοζάνη, Θα ζήσωμε ελεύθεροι ως Έλληνες. Ιστορικά έγγραφα του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, Εν Αθήναις 1978.
[21] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 47 (8 Μαρτ. 1945), σελ. 149.
[22] Κατά τα Δεκεμβριανά εκτελέστηκαν ο υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς (Δεκ. 1944), διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο, και ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (6 Ιαν. 1945). Επίσης εκτελέστηκε ο εκ των υποστρατήγων του Πολέμου (αντιστράτηγος εν αποστρατεία από το 1942 λόγω ορίου ηλικίας) Χρήστος Καβράκος (8 Δεκ. 1944).
[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 131 (13 Μαΐου 1946), σελ. 797. Μαζί με αυτόν ετέθησαν τότε σε αποστρατεία και οι έτεροι αντιστράτηγοι του Πολέμου Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Δέδες. Ο Ι. Πιτσίκας είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας τω 1943. Ο Γ. Τσολάκογλου και ο Π. Δεμέστιχας είχαν καθαιρεθεί τότε λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση εν καιρώ Κατοχής. Ο Γ. Κοσμάς είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας την 1η Ιανουαρίου 1946. Αργότερα (1953) ο Π. Δεμέστιχας ετέθη και αυτός σε αποστρατεία στις 13 Μαΐου 1946. Μερικά στοιχεία περί της σταδιοδρομίας του Δ. Παπαδοπούλου βλ. και κείμενα του αντιστράτηγου Χρήστου Σ. Φωτοπούλου, Επιτ. Γενικού Επιθεωρητού Στρατού, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από την Σχολή (: Στρ. Σχολή Ευελπίδων) κατά την περίοδο 1828-1912, εκδ. Σ.Σ. Ευελπίδων, Εν Βάρη Αττικής 1996, σελ. 235.
[24] Βλ. Δ. Παπαδοπούλου, Αναμνήσεις ενός Πυροβολητού, Εν Αθήναις 1976. Είμαστε βέβαιοι ότι σώζεται σημαντικό αρχείο του Στρατηγού. Ορισμένα εκ των αντικειμένων του έχουν προσφερθεί στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου. Αξιοσημείωτη αρχιτεκτονικά είναι η σωζόμενη στο Ναύπλιο οικογενειακή οικία Παπαδόπουλου στην οδό Λαμπρινίδου.
Πηγή
-
Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, «Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Παπαδόπουλος και Βασίλειος Βραχνός», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ (1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970
Posted in Αργολίδα, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημοσιογραφία, Εφημερίδες, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Σύνταγμα (Τύπος), Τύπος on 11 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970
Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων. Ναύπλιο, Ιούν. 1892-1970, αρ. φ. 1-3022 (8 Ιουν. 1969). «Ιδρυτής: Παναγ. Ιω. Ιατρός, διευθυντής – ιδιοκτήτης: Στυλ. Ν. Κωστόπουλος» (από τις 8 Ιουλ. 1928). «Ιδρυτές: +Σωτ. Ιω. Ιατρός, Παν. Ιω. Ιατρός, +Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Ιδιοκτήτες: Αφοί Στυλ. Κωστόπουλοι. Διευθυντής: Θάνος Θ. Αναγνωστόπουλος» (από τις 23 Ιαν. 1944).
Από 22 Οκτ. 1950 εναλλάσσονται τα ίδια άτομα στις διευθυντικές θέσεις της εφημερίδας. Οι υπότιτλοι αλλάξουν, χωρίς να διαφέρει το νόημα. Εβδομαδιαία («Εκδίδεται κατά Κυριακήν»), τετρασέλιδη, τετράστηλη (συνήθως η πρώτη σελίδα) και πεντάστηλη, διαστάσεων 45×31 εκ. δισέλιδη και εξάστηλη, διαστάσεων 48,5χ34 εκ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Τιμή φύλλου: 2 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 500 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1949), 1000 δρχ. (από τις 22 Οκτ. 1950), 1 δρχ. (από την 1η Ιαν. 1956). Συνδρομές: ετήσια «εν Ναυπλίω δραχ. 50, εν λοιπή Ελλάδι [δραχ.] 60», 75 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 30000 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1939), 50000 δρχ. (από τις 2 Οκτ. 1955 και 50 δρχ. από την 1η Ιαν. 1956)· ετήσια εξωτερικού 3 δολ. (από τις 8 Ιουλ. 1928), 15 δολ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Γραφεία: έναντι Νομαρχίας (από τις 8 Ιουλ. 1928). Γραφεία – τυπογραφείο: πλατεία Τριών Ναύαρχων (από τις 4 Ιαν. 1931) και μεταπολεμικά στην οδ. Βασιλέως Κωνσταντίνου (όπου σήμερα το κατάστημα «Κουμούτση»).
Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδας. Την εποχή που εκδόθηκε, το Ναύπλιο είχε χάσει την οικονομική σημασία του, λόγω της ανάπτυξης του Πειραιά και του σιδηροδρόμου. Από πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της από «αφηγήσεις του Αντ. Λεκόπουλου, Παν. Ιατρού και […] του Αλέκου [Μουτζουρίδη]» από το επετειακό άρθρο (5 Ιουν. 1938, αρ. φ. 1945) για τη συμπλήρωση των 47 χρόνων κυκλοφορίας, το Σύνταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 1892, όταν είχαν εκλείψει άλλες εφημερίδες στο Ναύπλιο ή αντιμετώπιζαν προβλήματα έκδοσης, καλύπτοντας «μία πραγματική έλλειψι και μία πραγματική ανάγκη».
Ως «Ιδρυτής […] πραγματικός, εμπνευστής» του Συντάγματος αναφέρεται ο δικηγόρος Διονύσιος I. Ιατρού ή «Νιόνιος Τζανίνος», γνωστός ως Μιγάς εξαιτίας του καθολικού του δόγματος, έχοντας την τυπογραφική στήριξη του αδελφού του Σωτήρη. Λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την εφημερίδα ο αδελφός τους Παναγιώτης. Το 1926 περιέρχεται στον Στέλιο Κωστόπουλο, ο οποίος μια δεκαετία περίπου αργότερα ανακαινίζει τις εγκαταστάσεις. Τυπογραφεία και γραφεία παραμένουν στο ισόγειο της «μεγάλης οικίας των Ιατρού ή των Τζανίνων» που βρισκόταν «Λοξά, αντίκρυ στο Παλάτι του Όθωνα». Η «αδιάλειπτη και συνεχής» έκδοσή της με τους «μακροχρόνιους αγώνες» της «συνετέλεσαν στην προαγωγή της πόλεως».
Ως στόχος τίθεται εξαρχής η εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδας. Το τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» αποτελεί το σταθερό της σύμβολο. Γλώσσα της είναι άλλοτε η καθαρεύουσα και άλλοτε η δημοτική. Τάσσεται με το Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζει τον Παναγή Τσαλδάρη και τον ντόπιο εκπρόσωπο του Ιωάννη Μουτζουρίδη. Αντιπολιτεύεται σκληρά τον Ελ. Βενιζέλο σε όλη την τελευταία πρωθυπουργία του: η εκλογική του νίκη θεωρείται «πραξικοπηματικός τερματισμός» της δημοκρατίας που θα προκαλέσει θανάσιμους κλυδωνισμούς για τη χώρα. Οι ενδεχόμενες φιλοβασιλικές της απόψεις δεν έγινε δυνατόν να ανιχνευθούν λόγω απώλειας των περισσότερων φύλλων της. Ωστόσο με το άρθρο «Ο κίνδυνος επί θύραις» καλεί σε λήθη των πολιτικών παθών και προτρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία (αναφέρεται από τη Ναυπλιακή Ηχώ, 17 Μαΐου 1936, αρ. φ. 519).
Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στηρίζει το καθεστώς, που σώζει τη χώρα από «τριβόλους και ακάνθας κομμουνιστικάς». Αναπαράγει συνεχώς την ειδυλλιακή εικόνα μιας χώρας όπου επικρατεί ομόνοια και ευημερία. Προβάλλει τα στελέχη του καθεστώτος και τις οργανώσεις του και ανατυπώνει άρθρα από τις εβδομαδιαίες εφημερίδες των Λόχων Αρρένων-Θηλέων της EON (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).
Η επιθετική στάση απέναντι στους Φιλελεύθερους φέρνει το Σύνταγμα σε σύγκρουση με το «ρυπαρόφυλλο» της Ναυπλιακής Ηχούς. Αιτία αποτελούν οι προστριβές των δύο κομματικών παρατάξεων σχετικά με τον δήμο, αλλά και η γενικότερη πολιτική κατάσταση.
Από τα φύλλα της Ναυπλιακής Ηχούς φαίνεται ότι η αντιπαλότητα αυτή υποχωρεί παραμονές της 4ης Αυγούστου. Όμως αναζωπυρώνεται πάλι, μέχρι την ιταλική επίθεση. Τότε οι σχέσεις των δύο εφημερίδων εισέρχονται σε περίοδο σύμπνοιας πια. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το Σύνταγμα καλύπτει τις εξελίξεις του μετώπου. Στις 20 Απριλίου 1941, τέσσερις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η «Δ/σις της Εφημερίδος» δηλώνει την πρόθεσή της να αποφύγει τη διακοπή, της έκδοσης.
Επανακυκλοφορεί στο τέλος του Εμφυλίου. Ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για τοπικά θέματα. Πολιτικά, καλύπτει κυρίως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των Βασίλη Κόκκινου και Δημήτρη Α. Σαγιά για τον δημαρχικό θώκο του Ναυπλίου, υποστηρίζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο˙ η τοποθέτηση αυτή την ωθεί να αντιπολιτεύεται την εφ. Αργοναυπλία.
Παρακολουθεί τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας. Υποστηρίζει τον «Στρατάρχην» Παπάγο ως θεμέλιο της ομαλότητας. Επικρίνει έντονα «τους της Αντιπολιτεύσεως εκπροσώπους» και «τους της Σοβιετίας υπηρέτας». Εγκωμιάζει την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Τον Ιούλιο 1965 με κύριο άρθρο της ονομάζει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «Ο Δικτάτωρ», συμπληρώνοντας ότι «Η χώρα εσώθη τον έσχατον κίνδυνον να γίνη Άγιος Δομίνικος χάρις εις την αποφασιστικότητα του Βασιλέως». Η δικτατορία της 21ης Απριλίου χαιρετίζεται με διθυραμβικά άρθρα ως «συνισταμένη των προσδοκιών του λαού μας».
Η ύλη αποτελείται κυρίως από ειδήσεις της τοπικής κοινωνίας. Όταν όμως κρίνεται σκόπιμο, η γενικότερη – πολιτική κατά κύριο λόγο – κατάσταση γίνεται αντικείμενο του κύριου άρθρου στην πρώτη σελίδα. Οι τοπικές ειδήσεις κατατάσσονται στις στήλες «Χωρίς Τίτλο», «Επιφανείς Ναυπλιείς», «Ζητήματα και Πράγματα» κάτω από τον υπέρτιτλο «Ναυπλιακή ζωή» της δεύτερης σελίδας, όπου δημοσιεύονται επίσης επιστολές αναγνωστών, τα κοινωνικά και οι μικρές αγγελίες. Η τρίτη σελίδα, «Τα γεγονότα της Εβδομάδος», περιέχει τη στήλη «Ζωή και Κίνησις» και ανταποκρίσεις από τις κωμοπόλεις του νομού. Διαφημίσεις αποτελούν την τελευταία σελίδα. Υπάρχει ακόμη το εβδομαδιαίο χρονογράφημα, στήλες με ύλη αθηναϊκή, άρθρα πατριδογνωστικού ενδιαφέροντος, μόνιμη θρησκευτική στήλη, «Φιλολογικά Σημειώματα», ρήσεις και «Διαλεχτοί Στίχοι», διηγήματα σε συνέχειες. Σποραδικά δημοσιεύονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Μεταπολεμικά, το Σύνταγμα δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματα και ευθυμογραφήματα, επιφυλλίδες, μελέτες, κριτική βιβλίου, αλλά και θρησκευτική στήλη. Η στήλη «Ζητήματα και Πράγματα» περιέχει σχολιασμένες ειδήσεις, κυρίως τοπικές. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει ανακοινώσεις, τα «Κοινωνικά» και τη στήλη «Ματιές» για μικρότερες αυτή τη φορά ειδήσεις του Ναυπλίου. Οι λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακοί συνεργάτες υπογράφουν με το όνομά τους, τα αρχικά τους ή με ψευδώνυμο.
Για τη μακρά συνεργασία του ξεχωρίζει ο δικηγόρος Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης. Δημοτικός σύμβουλος, συγγενής βουλευτή και υπουργού του Λαϊκού Κόμματος και βουλευτής ο ίδιος, αποτελεί έναν από τους βασικούς αρθρογράφους. Ο Θ. Θ. Αναγνωστόπουλος κρατά τη στήλη «Επίκαιρα Σημειώματα» στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας και μετά την αντικατάστασή του στη διεύθυνση της εφημερίδας. Τακτικότατος συνεργάτης είναι ο δικηγόρος Ηλίας Χ. Μπέζας, υπογράφοντας το κύριο άρθρο τις περισσότερες φορές. Ο Α. Π. Τσακόπουλος συνεισφέρει άρθρα ιστορικού – επετειακού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. «Ο Αητονύχης» υπογράφει τη μόνιμη στήλη «Σατιρικός Στίχος».
Σπύρος Ταλιέρης
Πηγή
- Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Δ΄, Αθήνα, 2008.
Σχετικά θέματα:
Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914
Posted in Αργολίδα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914, Εφημερίδες, Εκδὀσεις, Ιστορία, Κορινθία, Ναύπλιο, Πολιτισμός on 10 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914
Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας. Αθήνα, 2 Ιουν. 1910 – 28 Ιαν. 1914, έτ. Α’ – Ε’. Ιδρυτής – εκδότης: Δημοσθένης Δ. Δεσμίνης. Άλλος υπότιτλος: Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική (από το φ. 13, 23 Ιαν. 1911). Αναφέρεται ως μηνιαία, αλλά εκδίδεται αρχικά κατά δεκαπενθήμερο. Τετρασέλιδη, τετράστηλη, με συνεχή σελιδαρίθμηση. Ετήσιες συνδρομές: 5 δρχ. (εσωτερικού), 10 φρ. (εξωτερικού)· «Δια τους ιερείς και διδασκάλους δρχ. 4». Τιμή καταχωρήσεων: 50 λεπτά ο στίχος. Γραφεία: Νίκης 37, Αθήνα.
Στόχοι της, όπως διατυπώνονται στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου με τίτλο «Το πρόγραμμά μας», είναι να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των επαρχιών που περιλαμβάνονται στους νομούς Αργολίδας και Κορινθίας και να συντελέσει ώστε να καλυτερέψουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Για τον σκοπό αυτό προτίθεται να βοηθήσει τις υπάρχουσες εφημερίδες που εκδίδονται στο Ναύπλιο, στο Άργος και στην Κόρινθο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των νομών Αργολίδας και Κορινθίας, αλλά και να υπερβούν την επικρατούσα στενή επαρχιακή αντίληψη. Ακόμα έχει ως στόχο – όσο μπορεί, ανάλογα της στήριξης που θα λάβει – να εξυπηρετήσει και τα γενικότερα συμφέροντα του ελληνισμού.
Η έκδοση σχεδιαζόταν να γίνει από την 1η Ιανουαρίου 1910 και για τον λόγο αυτό δηλώνει ότι Θα εκδίδεται «κατά δεκαπενθημερίαν», μέχρι να συμπληρωθούν τα καθυστερημένα φύλλα. Ως το τέλος της έκδοσής της συνέχισε τη δεκαπενθήμερη κυκλοφορία της, παρά τη διαφορετική δήλωση στον υπότιτλο που την ήθελε μηνιαία.
Τα θέματά της ποικίλλουν και σχετίζονται με την εκπαίδευση, την πολιτική, τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, την κοινωνία, τα τοπικά ζητήματα, τη γεωργία των νομών αυτών, τους ομογενείς κ.ά. Περιλαμβάνει ακόμα ανταποκρίσεις από διάφορα μέρη (Αίγυπτο, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Αμερική).
Μόνιμες στήλες της ήταν: «Βιβλιογραφικόν Δελτίον» (αναγγέλλεται η δημοσίευση βιβλίων ή περιοδικών τα οποία αποστέλλονταν στη διεύθυνση), «Γραμματοκιβώτιον», «Διαφημίσεις», «Οικογενειακή στήλη», «Δήλωσις» (με θέματα όπως: πως εργάζονται τα άλλα κράτη για την ανάπτυξη του εμπορίου, τα δάση της Ελλάδας, σταφιδικά, σπογγαλιευτικά κ.ά.), «Ελεύθερον Βήμα», «Με λίγα λόγια» (σύντομες ειδήσεις) κ.ά.
Σημαντική υπήρξε η συμβολή της στην επίλυση του υδατικού προβλήματος της Αργολίδας: δημοσίευσε σοβαρές και σημαντικές θέσεις για το θέμα και ο Δ. Δεσμίνης, με τη συμφωνία του Ελ. Βενιζέλου, συνέταξε επικεφαλής ομάδας σχέδιο νόμου για την υδροδότηση της αργολικής πεδιάδας. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τελικά ματαίωσαν την υλοποίηση του σχεδίου αυτού.
Η Δαναΐς αποτελεί μέχρι σήμερα μοναδικό εκδοτικό επίτευγμα στην Αργολίδα τόσο για τη μορφή της («κασέ»), όσο και για την ποιότητα της αρθρογραφίας της. Σε εποχές έντονων και εν πολλοίς προσωπικών αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν πολλά έντυπα του αργολικού Τύπου, αποτέλεσε παράδειγμα εφημερίδας που κράτησε από την αρχή έως το τέλος ικανές αποστάσεις από προσωπικές συγκρούσεις και συνεχώς επιδίωκε την προσέγγιση των προβλημάτων και των θεμάτων που απασχολούσαν τον τόπο.
Βασίλης Κ. Δωροβίνης – Δήμητρα Κωνσταντοπούλου
Πηγή
- Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008.
Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η οικονομική κρίσις και το μέλλον μας»
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, παγκοσμιοποιημένη οικονομία, Άργος, Αργολίδα, Δαναός, Διαλέξεις, Ειδήσεις, Κωνσταντίνος Σπέντζας, Ομιλία on 9 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η οικονομική κρίσις και το μέλλον μας»
Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.
Την Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, θα μιλήσει:
Ο Καθηγητής
κ. Κωνσταντίνος Σπέντζας* – Ακαδημαϊκός
με θέμα: « Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία,
η οικονομική κρίσις και το μέλλον μας».
Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.
* O Καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Σπέντζας είναι: Διδάκτωρ των Τεχνικών Επιστημών του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Λωζάννης, Καθηγητής Ε. Μ. Πολυτεχνείου, Ακαδημαϊκός – Γενικός Γραμματεύς της Ευρω-Μεσογειακής Ακαδημίας Τεχνών & Επιστημών, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ηλεκτροκινήτων Οχημάτων (ΕΛΙΝΗΟ).



























