Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Δικτατορία του Μεταξά – 4 Αυγούστου 1936


  

Ιωάννης Μεταξάς

Ως στρατιωτικός ο Ιωάννης Μεταξάς, (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941), διακρίθηκε από τις σπουδές του κιόλας στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς, ενώ από το 1903 είχε τοποθετηθεί στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού, συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων.

Από νωρίς συνδέθηκε φιλικά με τη  βασιλική οικογένεια και όταν το 1910 ο Γεώργιος Α’ διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Κρητικός του προσέφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστού του. Έτσι, ο Μεταξάς έγινε ο σύνδεσμος μεταξύ Βενι­ζέλου και ανακτόρων. Η ρήξη μεταξύ τους ήρθε το 1915, όταν ο Μεταξάς με την παραίτησή του μετέπεισε τον Κων­σταντίνο A’ ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων. Ο Βενιζέλος δεν τον συγ­χώρεσε ποτέ και, το 1917, τον εξόρισε στην Κορσική από όπου γύρισε ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία.

Όταν στις 25 Μαρτίου 1921 οι Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης και Γούναρης του προσέφεραν τη θέση του αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας, ο Μεταξάς αρνήθηκε. Από το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο ΓΕΣ, με το οποίο προεξοφλούσε την ήτα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στην Ιωνία. Στις 12 Οκτωβρίου 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Μετά τη δικτατορία Πάγκαλου, κατά την οποία φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε, συμμετείχε στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1926. Κατέλαβε 51 έδρες και διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Αργότερα υπηρέτησε και ως υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Ωστόσο, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι Ελευθερόφρονες σημείωναν όλο και χειρότερες επιδόσεις. Όταν το 1936 κατέλαβαν επτά έδρες, όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Γεώργιος Β’ όμως είχε διαφορετική άποψη. 

  

Η υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού

 

Τα πολιτικά πάθη, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έχθρας βενιζελικών και αντιβενιζελικών, υπονόμευσαν και α­ποδυνάμωσαν τον κοινοβουλευτισμό και οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο. Τον Νοέμβριο του 1935, μετά τη διεξαγω­γή «νόθου» δημοψηφίσματος, ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στον θρόνο της Ελλάδας. Η παλινόρθωση της βασιλείας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935, εγκαινίασε μια δραματική σειρά γεγονότων που κατέληξαν στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Μετά την ε­πιστροφή του, ο Γεώργιος αποπέμπει τον Κονδύλη και αναθέτει τον σχημα­τισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ενώ την 26η Ιανουαρίου διε­ξάγονται άψογες εκλογές που αναδει­κνύουν ισοδύναμες τις δύο μεγάλες παρατάξεις, με ρυθμιστή το Παλλαϊκό Κόμ­μα (δεσπόζουσα δύναμη το ΚΚΕ).

Όταν γίνεται γνωστή η μυστική συμφωνία (σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) μεταξύ των Φιλελευθέρων και του ΚΚΕ, προ­καλούνται αναταράξεις στις ένοπλες δυ­νάμεις που δυσαρεστούν τον Γεώργιο, ο οποίος αποπέμπει τον Παπάγο από το Υπουργείο Στρατιωτικών και στη θέ­ση του διορίζει τον Ιωάννη Μεταξά.

Ιωάννης Μεταξάς – Γεώργιος Β΄

Με­τά τον θάνατο του Δεμερτζή, στις 13 Απριλίου, ο Μεταξάς αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, ε­νώ στις 27 Απριλίου λαμβάνει ψήφο ε­μπιστοσύνης από τη Βουλή. Στις 8 Μαΐου, κατά τη διάρκεια καπνεργατικών διαδηλώσεων, ξέσπασαν τα γεγο­νότα της Θεσσαλονίκης που κατέληξαν στις πλέον βίαιες συγκρούσεις ανάμε­σα στους απεργούς και τη χωροφυλα­κή, στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν δώδεκα διαδηλωτές. Η ανακοίνωση για γενική απεργία στις 5 Αυγούστου 1936 προσέφερε στον Μεταξά, «ελέω του Γεωργίου Β’», την απαιτούμενη δικαιολογία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, που ήταν το επιστέγασμα μιας σειράς εσωτερικών πολιτικών «ανωμαλιών» και αποτελούσε, σύμφωνα με τον Γεώργιο, μια «δυσάρεστη ανα­γκαιότητα».

Τα παραδοσιακά κόμματα, αποδυναμωμένα από τις έριδες και στε­ρημένα από τους ηγέτες τους (οι Κον­δύλης, Τσαλδάρης, Δεμερτζής και Βε­νιζέλος όλοι πέθαναν μέσα σε σύντο­μο χρονικό διάστημα) ήταν ανίκανα να κινητοποιήσουν τον λαό, που, κουρα­σμένος και απογοητευμένος από τους πολιτικούς, παρέμεινε απαθής. Εξάλλου, οι ιθύνουσες τάξεις είδαν στο πρόσω­πο του Μεταξά τον εκφραστή των συμ­φερόντων τους και τον εγγυητή ασφάλειάς τους έναντι του «επερχόμε­νου» κομμουνισμού. Παράλληλα, η θέση του Μεταξά διευκολύνθηκε την εποχή αυτή από τη διεθνή συγκυρία.

Η κομμουνιστική απειλή φάνταζε, το 1936, πολύ μεγαλύ­τερη από την κρίση του κοινοβουλευ­τισμού στην Ευρώπη και την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού. Τα καθεστώτα αυτά και οι εκφραστές τους ασκούσαν μια περίεργη γοητεία στους πληθυσμούς των ευρωπαϊκών κρατών, που παρακολουθούσαν με θαυμασμό τη νέα πειθαρχημένη δύναμη του ναζισμού και την προβολή του «χα­ρισματικού» αδιαφιλονίκητου ηγέτη του, Αδόλφου Χίτλερ, να προβάλλονται μέσα από τα βραβευμένα προπαγανδι­στικά φιλμ της Ρίφενσταλ, στα πολυ­πληθή ακροατήρια των μεγάλων ευ­ρωπαϊκών πόλεων.

Ο κομμουνιστικός κίνδυνος, υπό το φάσμα του ισπανικού εμφυλίου που μόλις είχε ξεσπάσει, α­νησυχούσε πολύ περισσότερο τους Ευρωπαίους, απ’ ό,τι η κατάληψη της αποστρατιωτικοποιημένης Ρηνανίας από τον Χίτλερ το 1936, και η αυξανο­μένη επιθετικότητα του Μουσολίνι, με­τά την εισβολή στην Αιθιοπία. Έτσι λοιπόν το διεθνές κλίμα και η έκρυθμη εσωτερική πολιτική κατά­σταση, που διευκολύνονταν από την έλλειψη εμπιστοσύνης του Γεωργίου προς τα αστικά πολιτικά κόμματα, «ευνοούσαν» την εγκαθίδρυση της Δι­κτατορίας. Γεγονός που επιβεβαιώνε­ται και από τις «χλιαρές» αντιδράσεις – με εξαίρεση το κίνημα των Χανίων – που εκδηλώθηκαν εναντίον της 4ης Αυ­γούστου.

 

Απολυταρχικό καθεστώς με λαϊκίστικες τάσεις και πρακτικές

  

Οι πρώτες ενέργειες του καθεστώτος, μετά την άρση των θεμελιωδών άρ­θρων του Συντάγματος και την κα­τάργηση της ελευθερίας του Τύπου, ο οποίος κατέστη προπαγανδιστικό ερ­γαλείο του καθεστώτος, με αντάλλαγμα πολλά προνόμια, ήταν η καταστολή του κομμουνιστικού κινδύνου, αλλά και του κομματικού κοινοβουλευτι­σμού, που αποτελούσαν τη «διπλή τυ­ραννία» του τόπου. Οι αθρόες συλ­λήψεις και οι εκτοπίσεις των αντι­φρονούντων, αλλά και οι αποτελε­σματικοί μηχανισμοί που αφορού­σαν την καθιέρωση του Πιστοποιη­τικού Κοινωνικών Φρονημάτων και των Δηλώσεων Μετανοίας (που α­νήλθαν σε 47.000, όταν η δύναμη του ΚΚΕ ήταν περίπου 15.000) εξουδετέ­ρωσαν κάθε εσωτερική απειλή και έ­δωσαν τη δυνατότητα στον Μεταξά να υλοποιήσει τα σχέδιά του.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς κατά την διάρκεια εκδήλωσης των Ταγμάτων Εργασίας. Στην κορυφή της σκάλας, ο Κώστας Κοτζιάς – ασκεπής με το καπέλο στο αριστερό χέρι – υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στο ίδιο σκαλοπάτι με τον κυβερνήτη, δεξιότερα, ο γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του καθεστώτος, Κωστής Μπαστιάς. Φωτογραφία: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.

 

Πρωταρχικός σκοπός του καθεστώτος ήταν η ίδρυση ενός «Νέου Κράτους» που θα βασιζόταν στις υπέρτατες αξίες και στα ιδεώδη που είχαν πλέον χαθεί και θα οδηγούσε στην «Αναγέννηση της Ελλάδος» και στη δημιουργία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που ήταν συνέχεια του Αρχαίου και του Βυζαντινού. Η έλλειψη λαϊκής βάσης ο­δήγησε τον Μεταξά, μιμούμενο ξένα φασιστικά και ναζιστικά πρότυπα, στην ίδρυση και οργάνωση ενός πα­νίσχυρου οργανισμού νεολαίας, της EON, που συμπεριέλαβε το σύνολο σχεδόν του νεανικού πληθυσμού της χώρας και αποτέλεσε το αποτελε­σματικότερο μέσον, αλλά και αποδέ­κτη της μεταξικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, βασικότερο στοιχείο της οποίας αποτελούσε η λατρεία προς τον Ηγέτη, Ιωάννη Μεταξά.

 

Κοινωνική πολιτική

  

Φαλαγγίτισσες της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» παρελαύνουν στη λεωφόρο Βασ. Όλγας, κατά τη διάρκεια εορτασμού της 4ης Αυγούστου.

Ωστόσο, παρά τις πρακτικές και τα χαρακτηριστικά των φασιστικών κα­θεστώτων που υιοθέτησε, η 4η Αυ­γούστου δεν ταυτίστηκε ποτέ με τη φασιστική ιδεολογία αλλά παρέμεινε ένα απολυταρχικό καθεστώς με φι­λολαϊκές τάσεις που συχνά οδηγούσαν σε λαϊκίστικες πρακτικές. Ο Μεταξάς, όπως συχνά προκύπτει μέσα από το ημερολόγιό του και τις ομιλίες του, ή­θελε να είναι ο ηγέτης του λαού και προστάτης των οικονομικά ασθενέ­στερων. Στο πλαίσιο αυτής της πα­τερναλιστικής στάσης που χαρακτή­ρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του «χαρά μου οι φτωχοί και τα παιδιά», εφάρμοσε ένα εκτεταμένο πρόγραμ­μα κοινωνικής πολιτικής για την α­νακούφιση των ασθενέστερων τάξε­ων, όπως οι αγρότες και οι εργάτες. Τα πιο σημαντικά μέτρα στον τομέα της αγροτικής πολιτικής ήταν η ρύθ­μιση των αγροτικών χρεών, η μετα­βίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας της γης και η κατάργηση της φορολογίας στο ελαιόλαδο.

Τα μέτρα για τους εργάτες περιε­λάμβαναν την καθιέρωση των συλ­λογικών συμβάσεων εργασίας και την αναγκαστική διαιτησία μεταξύ ερ­γατών και εργοδοτών, ενώ εφαρμό­ζεται ο νόμος για την κοινωνική α­σφάλιση με την ίδρυση του ΙΚΑ. Πα­ράλληλα, καθιερώνεται το οκτάωρο, καθορίζεται κατώτερο ημερομίσθιο και λαμβάνονται μέτρα για βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τον έλεγχο των ενδημικών νόσων με σημαντική αύ­ξηση στις δαπάνες υγείας.

 

Στρατιωτική θωράκιση για τον επερχόμενο πόλεμο

 

Η σημαντικότερη ωστόσο προσπάθεια του καθεστώτος επικεντρώθηκε από την αρχή στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Δεμένος στο «παραδοσιακό άρμα» της φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής, παρά τη γερμα­νική του παιδεία και την οικονομική εξάρτηση της χώ­ρας από τη Γερμανία, ο Μεταξάς αναζήτησε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ουδετερότητας που του επέβαλαν η γεωπολιτική και η στρατιωτική του θεώρηση, στη Βρετανία, τη μεγαλύτερη ναυτική Δύναμη, τον σύμ­μαχο απέναντι στην αυξανόμενη ιταλική επιθετικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την Αιθιοπική Κρίση και τη συμμετοχή της Ελλάδας στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ιταλίας.

Παράλληλα άρχισε η μεγά­λη στρατιωτική και ψυχολογική προετοιμασία της χώ­ρας για την αντιμετώπιση πιθανής εισβολής από την Ιταλία, αλλά και τη Βουλγαρία, με την κατασκευή εντυπωσιακών οχυρωματικών έργων, όπως η Γραμμή Μεταξά και η ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού, ενώ είχε αρχίσει και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αυτάρκειας και εξοικονό­μησης αγαθών.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρή­κε την «ουδέτερη» Ελλάδα αμυ­ντικά προετοιμασμένη και απο­φασισμένη να αντισταθεί, ενώ εί­χε κηρυχθεί από τον Απρίλη του 1939 μερική επιστράτευση. Οι ιταλικές προκλήσεις ε­ναντίον της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 είχαν ως αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του ευδρόμου «Έλλη» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου. Η εμπλοκή της Ελλά­δος στον πόλεμο ήταν πια βεβαία.

  

Πλήρης σύμπνοια

 

Το πρωινό της 28ns Οκτωβρίου 1940, στην οικία του Ιωάννου Μεταξά στην Κηφισιά άρχισε να γράφεται μια από τις πλέον ένδοξες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Η άρνηση του Μεταξά, «Alors c’est la guerre», να υποκύψει στις ιταλικές διεκδικήσεις απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γκράτσι δεν ήταν προϊόν στιγμιαίας εθνικής έξαρσης, αλλά, όπως προκύπτει από τις προσωπικές του και κρατικές μαρτυρίες, μια ώριμη, μελετημένη, ιστορική απόφαση η οποία οδήγησε την Ελλάδα σε στιγμές με­γαλείου και δόξας.

Ο ελληνικός λαός, ενωμένος, βρι­σκόταν για πρώτη ίσως φορά σε πλήρη σύμπνοια με τον αρχηγό του καθώς ξεχυνόταν στους δρόμους πα­νηγυρίζοντας με αληθινό ενθουσιασμό και εθνική υ­περηφάνεια. Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ια­νουαρίου 1941, «εν πλήρει δόξη», και η απώλειά του την κρίσιμη αυτή στιγμή απεδείχθη τραγική, δημι­ουργώντας μεγάλο στρατιωτικό και πολιτικό κενό. Η έλλειψη ικανού διαδόχου σε συνδυασμό με την ήττα και τη γερμανική κατοχή αναζωπύρωσαν τα πολιτικά πάθη του παρελθόντος οδηγώντας τη χώρα στον κα­ταστροφικό εμφύλιο.

 

Μαρίνα Πετράκη

Ιστορικός – Ερευνήτρια

Επιμέλεια: Στέφανος Χελιδόνης

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Δικτατορία του Μεταξά», Κυριακή 7 Μαρτίου 2010.

Read Full Post »

1833-1843: Η οικονομική ζωή της Ελλάδας και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


 

Η ανασκόπηση της ελλαδικής οικονομίας κατά την περίοδο που μεσολάβησε από την έλευση του Βαυαρού «μικρού πρίγκιπα» – με τη δυσανάλογα μεγά­λη ακολουθία – μέχρι το κίνημα της 3ης Σεπτεμ­βρίου – με τη δυσανάλογα μεγάλη φήμη – κρύβει πολλές επιστημονικές προκλήσεις και ακόμη πε­ρισσότερες παγίδες. Πρώτα απ’ όλα, η ελλαδική οικονομία της επο­χής εκείνης υπήρξε μια οικονομία μετάβασης α­πό τα οθωμανικά πρότυπα προς τα νεώτερα, τα οποία πολλοί ευαγγελίζονταν αλλά κανείς δεν μπο­ρούσε ούτε να εγγυηθεί ούτε να επιβάλει.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Μια «οικονομία μετάβασης» εξετάζεται με την καταγραφή: (α) του παλιού καθεστώτος και των παραμέτρων που ακόμη το στήριζαν, (β) των νέων δυνάμεων που ε­πενέργησαν διαλυτικά στο παλαιό καθεστώς. Η πε­ριγραφή αυτή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, αν και εφόσον πραγματοποιηθεί μέσα από τα μάτια των παλαιών: των σύγχρονων δηλαδή προς την ε­ποχή πηγών και όχι μέσα από την οπτική του πα­ρόντος, η οποία προβάλλει στο παρελθόν ανιστορικές μεθόδους και τρόπους σκέψης. Ποιο ήταν το «παλαιό» στο επίκεντρο της οικονομίας, των σχέ­σεων παραγωγής, στη σφαίρα της γαιοκτησίας; Ποιο υπήρξε το καινούργιο;

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου 1833-1843 είναι ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας λει­τούργησαν μέσα από την προσπάθεια δόμησης ε­νός «κράτους», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην Εγγύς Ανατολή της τέταρτης και της πέμπτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Σήμαινε άραγε ό,τι μπορούμε σή­μερα να αποδώσουμε σε ένα «αστικό» κράτος της ε­ποχής; Σήμαινε ένα μηχανισμό που διασφαλίζει το νόμο και την τάξη, την ασφάλεια του προσώπου και των συναλλαγών; Σήμαινε ακριβώς αυτά που εξήγ­γειλε μέσα στον ευωδιαστό ροδώνα του ο Οθωμα­νός σουλτάνος, το 1839, διαβάζοντας τη διακήρυξη «Γκιουλ χανέ χατί χουμαγιούν»: την ασφάλεια του προσώπου, την ελευθερία των κινήσεών του και των συναλλαγών του; Μα αυτά ήταν τα στοιχεία που πρόβαλε η Ευρώπη των Μεγάλων Δυνάμεων και των κανονιοφόρων, αυτά ήταν τα πολιτικά κριτήρια για να θεωρηθεί κανείς (ακόμη και αν ήταν ο σουλ­τάνος) φιλο-Ευρωπαίος και προοδευτικός. Πολύ πιο αξιόπιστοι από το σουλτάνο φαίνονταν βέβαια ο Βαυαρός πρίγκιπας και οι σοφοί που τον ακο­λουθούσαν, μια και ήταν καθαρόαιμοι Ευρωπαίοι. Αλλά το «αστικό» ελλαδικό κράτος ήταν συμβατό με την οικονομική βάση, πάνω στην οποία θεμε­λιωνόταν;

Το τρίτο σημείο αφορά τα ερωτήματα που συνδέ­ονται με την επανένταξη στην παραγωγή των χι­λιάδων «παλικαριών», που ύστερα από τόσα χρό­νια ένοπλου αγώνα είχαν αποκοπεί από κάθε κανονικότητα, με την επίλυση του διατροφικού προ­βλήματος των χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρ­ρεύσει στο ελλαδικό βασίλειο από κάθε γωνιά του Ελληνισμού.

Το τέταρτο σημείο αφορά τη σχέση ανάμεσα στις «μεγάλες δυνάμεις» και το ελλαδικό βασίλειο και εν προκειμένω εντοπίζεται στο «μεγάλο δάνειο» των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Το δάνειο αυτό ή­ταν ο σπάγκος της μαριονέτας, τον οποίο οι «μεγά­λες δυνάμεις» τραβούσαν κατά βούληση, οσάκις ε­πιθυμούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στο ελληνικό βασίλειο, η δημοσιονομική κατάσταση του οποίου παρέμεινε αξιοθρήνητη καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

  

Οι Εθνικές γαίες: το πιο μοντέρνο κρατικό φεουδαρχικό σύστημα στην Ευρώπη

 

Σε μια εξ ολοκλήρου αγροτική χώρα, τι σήμαινε το οθωμανικό καθεστώς για τον καλλιεργητή της γης; Ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς, που αν μπο­ρούσε να αποδοθεί σε αριθμούς, θα εκωδικοποιείτο ως εξής: Για κάθε μέρα που δούλευε για τον ε­αυτό του, ο καλλιεργητής θα έπρεπε να δουλεύει μιάμιση μέρα ή και δυο μέρες για λογαριασμό του κατόχου των μέσων παραγωγής (μέσα παραγωγής = αροτριώντα ζώα, άλλα ζώα, αλέτρια, γεωργικά ερ­γαλεία, σπόρος). Με άλλα λόγια, το ποσοστό της υπερεργασίας του καλλιεργητή ήταν περίπου 150-200%. Με δεδομένη την ιστορική χαμηλή παρα­γωγικότητα στο γεωργικό τομέα, τα μεγέθη που προαναφέραμε προσδιόριζαν ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αυτό το βιοτικό επίπεδο μπορούσε να βελτιωθεί ή να επιδεινωθεί, ανάλογα με το ύψος της πραγματικής φορολογίας, με τις αγγαρείες που μπορούσαν να επιβληθούν, με τις καιρικές συνθήκες και τέλος με το μέγεθος της οικογένειας του καλλιεργητή.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Αν ο εισπράκτορας της φορολογίας (σε είδος) δεν τυ­ραννούσε πολύ το γεωργό και δεν αποσπούσε με διάφορα προσχήματα μεγαλύτερο ποσοστό από το ορισμένο, αν οι αγγαρείες και τα υποχρεωτικά δοσίματα δεν έπεφταν μαζεμένα, αν ο καιρός ήταν καλός, αν τα χέρια (εκτός από τα στόματα) ήταν ά­φθονα, τότε ο καλλιεργητής ήταν δυνατόν να σχη­ματίσει κάποιο μικρό πλεόνασμα. Αν η τύχη του συνεχιζόταν, ίσως να δοκίμαζε να γίνει και αυτός ιδιοκτήτης γης. Όμως, στο σημείο αυτό το οθωμανι­κό πρότυπο έθετε φραγμό. Διότι η μεταβίβαση της γης ήταν φορτωμένη με τόσο πολλά εμπόδια, ώστε δεν ήταν πάντοτε δυνατή. Αλλά και ο καλλιεργη­τής ήταν συχνά υποχρεωμένος να παραμείνει στην ίδια περιοχή. Ο συνδυασμός της υποχρέωσης αυτής με τα εμπόδια στην πώληση και αγορά γης απέτρεπε τις μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας και καθιστούσε τον καλλιεργητή, πρακτικά, δουλοπάρικο.

Η κατάσταση αυτή στην Οθωμανική Αυτοκρατο­ρία συνεχίστηκε όχι μόνο μετά το Χουμαγιούν του 1839, αλλά και στα επόμενα χρόνια, μέχρι τη στα­διακή αραίωση των περιορισμών στα κληρονομικά δικαιώματα επί των «υποδημοσίων» γαιών, εκεί­νων δηλαδή που ψιλώ ονόματι ανήκανε στο κρά­τος, αλλά η νομή τους είχε περιέλθει σε συγκεκρι­μένες οικογένειες. Σε άλλες κατηγορίες γαιών δεν υπήρξε, ωστόσο, εξέλιξη και οι γαίες αυτές παρέ­μειναν εκτός εμπορίου, όπως οι λεγόμενες «μετρουκέ», οι αφιερωμένες δηλαδή σε συλλογικές α­νάγκες των κατοίκων (π.χ. οι βοσκές).

Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε, στο σημείο αυτό, μια μεγάλη ανατροπή. Η υποχρέωση των καλλιεργητών να παραμείνουν στη γη καταργήθη­κε και θεωρητικά η εργατική δύναμη απέκτησε κι­νητικότητα. Αυτό αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα, που στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία χρει­άστηκαν πάνω από τριάντα χρόνια για να επιτευ­χθεί.

Η άλλη ενδιαφέρουσα μεταβολή ήταν ότι η γη που κατείχαν οι Τούρκοι ιδιώτες, η γη που κατείχε το οθωμανικό δημόσιο και άλλες ειδικές κα­τηγορίες γης «εκτός εμπορίου» πέρασαν στην ιδιο­κτησία του ελληνικού κράτους. Ενώ στην Τουρκία η κρατική ιδιοκτησία της γης έφθινε, στην Ελλά­δα αναζωογονήθηκε και θεσμοποιήθηκε. Άλλωστε, με την αναγνώριση των Εθνικών γαιών ως συλλογικής υποθήκης για την πληρωμή των ε­θνικών δανείων, εξασφαλίστηκε και η μη εκποίη­σή τους (τουλάχιστον ως το 1871). Πράγματι, μόνον δυο περιορισμένες απόπειρες πραγματοποιήθηκαν (1835: νόμος περί προικοδοτήσεως. 1838: πώληση γης σε στρατιωτικούς), με δημοπρασίες της γης που ανέβασαν την τιμή της και έκαναν το εγχείρημα να αποτύχει. Τα πρώτα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, η κατανομή της γης ανάμεσα στο κράτος και τους ι­διώτες ήταν περίπου η εξής:

 

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ (ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ)

ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΗ ΓΗ             ΑΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΓΗ

ΚΡΑΤΙΚΗ        6.068.000              10.046.000

ΙΔΙΩΤΙΚΗ       2.513.566               3.062.188

 

Πάνω από το 70% της γης, δηλαδή, ανήκε στο Δημόσιο. Μόνο ο ένας στους έξι Έλληνες είχε δι­κή του γη. Και μόνο ένας στους τέσσερις είχε δικό του ζώο. «Στη Φθιώτιδα, οι χωρικοί ζουν όχι σε σπί­τια, αλλά σε καλύβες χωρίς δάπεδο…», γράφει έ­νας ξένος μελετητής της εποχής. «Στη Λιβαδειά, τα σπίτια είναι χτισμένα με ταρσούς και καλάμια (…). Στη Θήβα ακόμη και το έδαφος που είναι χτισμέ­να τα σπίτια είναι Εθνική γη. Οι βοσκές, που στην τουρκοκρατία ήταν κοινοτικές, τώρα είναι κρατική περιουσία (…). Η γεωργία είναι νεκρή».

Πάνω από 60.000 καλλιεργητές προτίμησαν να διασχίσουν τα χώματα που είχαν ποτίσει με το αίμα τους, να διασχίσουν τα σύνορα που είχαν φτιάξει με το σπαθί τους και να επιστρέψουν στην άθλια κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου η αυθαιρεσία δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο καλλιεργητής της Εθνικής γης πλήρωνε πο­σοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επιπλέον 10% ως φόρο δεκάτης (αυτόν τον πλήρωνε και επί ο­θωμανικής περιόδου).

Του έμενε δηλαδή ποσοστό 75% επί της παραγωγής (αν και στην πράξη οι αυ­θαιρεσίες των εισπρακτόρων των φόρων οδηγού­σαν σε πραγματικό ποσοστό 60%). Ότι απέμενε, ο καλλιεργητής το μοίραζε με τον ιδιοκτήτη των ζώ­ων και των εργαλείων (μέσων παραγωγής), μετά την αφαίρεση του σπόρου. Πρακτικά, δηλαδή, δεν απέμενε ούτε το 30% της παραγωγής. Το ποσοστό υπερεργασίας ήταν πάνω από 250%, δηλαδή για κάθε μια μέρα που δούλευε για τον εαυτό του ο καλλιεργητής, χρειαζόταν άλλες δυόμισι μέρες να δουλέψει για το κράτος, τον φοροεισπράκτορα και τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η επι­δείνωση, σε σχέση με την οθωμανική περίοδο, ήταν εμφανής.

 

Ένα πλούσιο μικροσκοπικό κράτος που δανείστηκε πολλά

  

Έτσι, αυτός ο πάμπτωχος αγροτικός πληθυσμός, μέσα από την αγροτική φορολογία (που περιελάμ­βανε τον οθωμανικό φόρο επί των αιγοπροβάτων, καθώς και τους οθωμανικούς δασμούς), επιβαρυνό­ταν με ένα από τα υψηλότερα φορολογικά ποσοστά στην Ευρώπη, μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας, της Σουηδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλαν­δίας, της Αυστρίας.

Από 6,2 εκατομμύρια δραχμές το 1834, οι άμεσοι αγροτικοί φόροι έφτασαν τα 10,4 εκατομμύρια το 1840, ακολουθώντας τις δημόσιες δαπάνες, που από 11,1 ανέβηκαν στα 17,5 εκατομ­μύρια δραχμές. Το λιλιπούτειο ελλαδικό βασίλειο συντηρούσε ένοπλες δυνάμεις που έφταναν το 10% του πληθυ­σμού και απορροφούσαν το 40% του προϋπολογισμού.

Ένα άλλο 25% απορροφούσε η εξυπηρέτη­ση του δημόσιου χρέους. Ελάχιστα απέμεναν, έτσι, για τις άλλες δημοσιονομικές ανάγκες, δηλαδή την Αυλή, τα ανάκτορα, τους υπουργούς, τους υπαλλήλους, τους επιθεωρητές, τους δασονόμους, τους δασκάλους και τον κρατικό μηχανισμό εν γέ­νει. Κι ακόμη πιο λίγα για σχολεία, δρόμους και έργα υποδομής, που απλώς δεν υπήρχαν. 

Ο στρατός του ελλαδικού βασιλείου δεν είχε σχηματιστεί για να πολεμήσει έναν εξω­τερικό εχθρό. Κατ’ αρχάς δομήθηκε για να συμπεριλάβει αρκετούς από τους «φι­λέλληνες» Βαυαρούς νέους, που ήρθαν στην Ελλάδα ονειρευόμενοι ηρωικές και αποδοτικές διεξόδους για το «φιλελληνισμό» τους. Δεύτερον, επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει, σε περιορι­σμένο πάντως βαθμό, τα «παλικάρια», που είχαν ξεριζωθεί από την παραγωγική διαδικασία. Τρίτον, λειτούργησε για να αντιμετωπίζει τη ληστεία, που αναπτύχθηκε επειδή ακριβώς ο στρατός, όσο μεγά­λος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να συμπεριλάβει ό­λους όσοι ήταν διαθέσιμοι να προσφέρουν στρατιω­τικές υπηρεσίες. Όποιος δεν έμενε στις τάξεις του στρατού, περνούσε στη ληστεία. Τη δεδομένη επο­χή, η ληστεία δεν αποτελούσε απλώς ένα παρεπό­μενο, μια δευτερεύουσα πλευρά του πολιτικού συστήματος, αλλά την κύρια, τη βασική πλευρά του.

Ο ρυθμιστικός παράγοντας των δημόσιων οικο­νομικών ήταν το περίφημο δάνειο των 60.000.000, από το οποίο καταβλήθηκαν 44.000.000. Η καταβο­λή του υπολοίπου υπήρξε το καρότο και το μαστί­γιο των τριών «προστάτιδων» δυνάμεων απέναντι στον Όθωνα. Το δάνειο αυτό συνδυάστηκε με την έ­λευση του νέου βασιλιά. Αν είχε δοθεί στον Καποδίστρια, ίσως θα απέτρεπε τη δολοφονία του και την αναρχία που επακολούθησε, αφού ο Καποδίστριας μπορούσε να κάνει καλύτερη χρήση απ’ ό,τι οι Βαυαροί. Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου α­πορροφήθηκε σε συσσωρευμένες υποχρεώσεις – κυ­ρίως προς την Τουρκία – και στη συντήρηση του στρατού και της βαυαρικής ακολουθίας του μικρού πρίγκιπα Όθωνα.

Όμως, καθώς η φοροδοτική ικανότητα των ρα­κένδυτων χωρικών είχε φτάσει στο όριό της, ενώ η βουλιμία των μελών του κρατικού μηχανισμού ή­ταν ακόμη στην αρχή της, κάτω από την πίεση της διεθνούς συγκυρίας (και ιδιαίτερα τη διακοπή του εμπορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία) η Αθή­να έφτασε στα 1841 σε αδυναμία να πληρώνει τα χρεολύσια του δανείου. Τότε, οι «προστάτιδες» δυ­νάμεις έχασαν την υπομονή τους, διότι αν η Ελλά­δα δεν πλήρωνε τα χρεολύσια, θα έπρεπε να τα πληρώσουν αυτές, ως εγγυήτριες.

Έτσι, το δάνειο αποδείχθηκε ένας από τους κυ­ριότερους λόγους της μεταπολίτευσης του 1843. Το Μάιο του έτους εκείνου, ειδικό συνέδριο των «προ­στάτιδων» δυνάμεων όρισε με πρωτόκολλο ότι το ελληνικό κράτος μπορούσε και θα έπρεπε να κά­νει ετήσιες οικονομίες 3.742.000 για την αποπλη­ρωμή του δανείου.

Το ποσόν ήταν τεράστιο (20-25% των δημόσιων δαπανών) και σήμαινε ουσιαστικό περιορισμό των προσωπικών εισοδημάτων των με­λών του κρατικού μηχανισμού. Σε εκείνο το σημείο, ο κρατικός μηχανισμός επαναστάτησε και υποχρέ­ωσε τον Όθωνα να διώξει τους Βαυαρούς, πετυχαί­νοντας έτσι μερικές οικονομίες.

Αλλά το κύριο α­ποτέλεσμα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν η αναστολή του πρωτοκόλλου των 3,7 εκατομμυρίων και η παύ­ση της πληρωμής του χρέους. Πίσω από τις ωραιολογίες για «σύνταγμα» και «ελευθερία», η ελλαδι­κή κρατική τάξη φρόντιζε με περίσκεψη για το εισόδημά της. Έστω και επαναστατώντας.

 

Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου

Δρ.  Οικονομικού Τμήματος ΑΠΘ, Συγγραφέας

 

 

Ειδική Βιβλιογραφία


  • Ανδρέα Ανδρεάδου, Έργα, τόμοι I και II, Αθήνα 1938-1939.
  • Παντελής Αγιάνογλου, Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Βόλφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Ευάγγελος Χεκίμογλου, Η ιστορικότητα και η χωρικότητα του πλεονάσματος: Χώρος και μηχανισμοί απόσπασης του πλεονάσματος στην Ελλάδα, 1800-1870 (διατριβή ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1987.

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία. Είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν (Βέλγιο).

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, εργάστηκε στο Βέλγιο και εγκαταστάθηκε στην Αργολίδα το 1988. Συμμετέχει στη σύνταξη περιοδικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Βραβεύεται το 2005 από τη Γ.Γ. Επικοινωνίας/Ενημέρωσης για την έρευνα «Ο κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι».

Έχει παρουσιάσει σε Συνέδρια, Επιστημονικές Ημερίδες και περιοδικά κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες καθώς και αρχειακό υλικό σε Δημόσιες Εκθέσεις. Έχει αναλάβει  παρουσιάσεις ατομικών και συλλογικών έργων. Έχει εκδώσει μελέτες, έναν τουριστικό οδηγό και πολλές ερευνητικές εκθέσεις και επιστημονικές ανακοινώσεις σε συνέδρια.

Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου και το ΑΤΕΙ Καλαμάτας ως Επιστημονικός Συνεργάτης και στην Εκπαίδευση Ενηλίκων ως Διευθυντής του ΣΔΕ Ναυπλίου. Επιλέχθηκε, το 2018, ως Οργανωτικός Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Πελοποννήσου και σήμερα ανήκει στο διδακτικό δυναμικό του Τμήματος Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Ενδεικτικές μελέτες και βιβλία που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα:

 

  • «Από την Αυτοκρατορία στο Εθνικό Κράτος. Σχήματα πολιτικής έκφρασης και χώροι κοινωνικής οργάνωσης στην Ελλάδα (1760-1860)», διδακτορική διατριβή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν, σειρά 395, Louvainla-Neuve, 2003.
  • Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας, εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2003.
  • «Από την εφημερίδα στο βιβλίο: Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα», εκδ. ΔΑΝΑΟΣ, Άργος, 2004.
  • «Τουριστικός Οδηγός Άργους», Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, 2008.
  • Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις στην εκπαίδευση ενηλίκων (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης):  «Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα για τις σύγχρονες οπτικές οργάνωσης της εκπαίδευσης ενηλίκων». Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Ειδική αγωγή και εκπαίδευση: «Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου Ειδικού σχολείου στον Δήμο Τριφυλίας της περιφέρειας Πελοποννήσου»  (Δ. Γ. Μαγριπλής, Γ. Η. Κόνδης, Λ. Μωράκου):  η εμπειρία της ειδικής αγωγής μέσα από την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου σχολείου. Πλάτων, Περιοδικό της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • Πολιτισμική διαχείριση στην εκπαίδευση (Γ. Η. Κόνδης, Δ. Γ. Μαγριπλής): Θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδείγματα προγραμμάτων σχετικά με τη διαχείριση της έννοιας «πολιτισμός» στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σημασία και κοινωνικές προεκτάσεις. Πλάτων, Περιοδικό τα Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τ. 6, 2010-2011.
  • «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.
  • «Εμείς και οι Άλλοι. Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους-Ναυπλίου», στο: Δημήτριος Γ. Μαγριπλής (επιμ), «Πολιτισμός και διαφορετικότητα: Εμείς και άλλοι», εκδ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2011.
  • «Τετράδιο Πολέμου 1940», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2012.
  • «Με τη ματιά στο χρόνο», εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2013.
  • «Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο», εκδ. Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2013.
  • «Εκπαιδευτικός εκσυγχρονισμός και πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα. Βήματα, ασυνέχειες και αντιθέσεις στην κατασκευή της έννοιας του ενεργού πολίτη», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016.
  • Παράδοση και πολιτισμός στην Περιφέρεια. Ο ρόλος των πολιτιστικών συλλόγων. 1 Το Λύκειο Ελληνίδων Άργους, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2017.
  • «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας», Εκδ. Δήμος Άργους-ΚΕΔΑΜ, Άργος, 2018.
  • Το Λύκειο των Ελληνίδων στην Αργολίδα. 50 χρόνια Λυκείου Ελληνίδων Άργους (1965-2015), εκδ. Δεδεβέση, Άργος, 2018.
  • Jean  -Nicolas MAQUART (1786-1856). Intendant militaire en Morée (1829-1830): Versailles – Paris, 2020.
  • Η Αθήνα στην Ελληνική Επανάσταση. Αθηναϊκό Ημερολόγιο 2021. εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 2021.
  • Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean–Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828 – 1831), υπό έκδοση.

 

Read Full Post »

Έκθεση Ιστορικών Κειμηλίων και Παραδοσιακών Φορεσιών του 1821


 

Έκθεση ιστορικών κειμηλίων και παραδοσιακών φορεσιών διοργανώνεται από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Οκτωβρίου 2011, στο Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Τρίπολης, στο πλαίσιο του εορτασμού της 190ης επετείου της Αλωσης της πόλης. Ένα ταξίδι στην Ιστορία που θα προκαλέσει δέος και συγκίνηση κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη από την αρχή μέχρι το τέλος της περιήγησης του.
 
 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

 
 

Η έκθεση περιλαμβάνει:

  • Κατάλογο 4.000 Αρκάδων αγωνιστών του ’21.
  • Κειμήλια και ιστορικά έγγραφα που διαθέτει ο Δήμος της Τρίπολης.
  • Πολεμικά κειμήλια από την κειμηλιοθήκη του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Τριπόλεως, καθώς και το ιερό Ευαγγέλιο πάνω στο οποίο ορκίστηκαν, τον Μάιο του 1821, τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης των Καλτεζών.
  • Ιστορικής αξίας απεικονίσεις του Νικηταρά και του Κολοκοτρώνη, το νεκρικό εκμαγείο του Κολοκοτρώνη και μέρος της στολής του.
  • Έργα προερχόμενα από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο που εδρεύει στην Παλαιά Βουλή: α) 24 λιθογραφίες των έργων του Παναγιώτη Ζωγράφου, ο οποίος εικονογράφησε τις μεγάλες στιγμές του Αγώνα ακολουθώντας τις οδηγίες του Μακρυγιάννη. (Οι εκτιθέμενες λιθογραφίες τυπώθηκαν το 1926 από τον Fred Boissonas). β) 5 χαρακτικά με προσωπογραφίες Αγωνιστών που φιλοτέχνησε το 1827 ο Δανός Adam Friedel. γ) το τάσι του Νικηταρά.
  • Έκθεση μεγάλου μέρους της ιδιωτικής συλλογής του κ. Χρήστου Κατσαμπάνη που περιλαμβάνει: α) Άρματα της Επανάστασης του 1821 β) Παραδοσιακές φορεσιές και γ) παλαιότυπα από τον 15ο μέχρι τον 19ο αιώνα.

Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή από την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μέχρι την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου. Ώρες λειτουργίας: από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 μ.μ. και από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ.

Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Τρίπολης
Εθνικής Αντιστάσεως 43, Τρίπολη, Ελλάδα. Τηλ: 2713 600412

 

Read Full Post »

Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του  Ιωάννου Καποδίστρια


  

Η διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδί­στρια ουσιαστικά αρχίζει το 1801 μέσα στο νεοσύστατο μικρό επτανησιακό κράτος, στην «Δημοκρατία των Επτά Ηνωμένων Νήσων», που αναγνωρί­σθηκε με την συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1800, και την επικύ­ρωση του πρώτου συντάγματος, του «Βυζαντινού».

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τότε ανατέθηκε στο νε­αρό γιατρό Ιωάννη Καποδίστρια από την Επτανησιακή Γερουσία, το έργο της εφαρμογής του συντάγματος στα Ιόνια νησιά. Η  ανάληψη του δυσκό­λου αυτού έργου απεκάλυψε τις σπάνιες διπλωματικές ικανότητές του. Το 1803 εξελέγη Γενικός Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας, με πολλές και ουσιαστικές υπευθυνότητες. Στα καθήκοντά του περιελήφθησαν, τόσο η διεκπεραίωση όλων των εξωτερικών και διπλωματικών υποθέσεων όσο και η αναγνώριση και διασύνδεση του μικρού κρατιδίου, με τις ευρω­παϊκές χώρες, οπότε για πρώτη φορά ήλθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή διπλωματία.

Όταν το 1807, με την συνθήκη του Τιλσίτ, τα Επτάνησα περιήλθαν, για δεύτερη φορά, στην κατοχή των Γάλλων. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε να συνεργασθεί μαζί τους και δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου να υπηρετήσει στη ρωσική διπλωματία. Πίστευε ότι υπηρετώντας την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, θα βοηθούσε ουσιαστικώτερα την πατρίδα του, στην απελευθέρωσή της[1]. Τον Ιανουάριο του 1809 έφθασε στην Πετρούπολη και αμέσως διορίσθηκε Σύμβουλος της Επι­κρατείας, στο τμήμα των Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας.

Το πρώτο ουσιαστικό βήμα της διπλωματικής προαγωγής του έγινε το 1811, όταν διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης και εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνση του διπλωματικού γραφείου του Ρώσου ναυάρχου Τσιτσαγκώφ στο Βουκουρέστι και στο Δούναβη, όπου συνεχιζόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η σύντομη παραμονή του σ’ αυτή τη θέση στάθηκε αποφασιστική για τη μετέπειτα λαμπρή σταδιοδρομία του.

Ανέλαβε εντελώς εμπιστευτικές αρμοδιότητες, που τις χειρίστηκε με σπάνια διπλω­ματική ευστροφία. Έπρεπε να φροντίσει για την επικύρωση της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, που την θεωρούσε εντελώς ανεφάρμοστη και καταστρεπτική για τους λαούς της βαλκανικής Χερσονήσου – Σέρβους, Βλάχους, Μολδαβούς – τους οποίους η Ρωσία εγκατέλειπε, ακόμα μια φο­ρά, στην τουρκική υποδούλωση και εκδικητικότητα. Τότε για πρώτη φορά ο Καποδίστριας ήλθε σε άμεση επαφή με την τουρκική διπλωματία και γνώρισε τις πολιτικές μεθόδους που ακολουθούσε η Πύλη[2].

Ο Τσιτσαγκώφ εντυπωσιασμένος από τις προτάσεις και ενέργειες του Έλληνα διπλωμάτη έγραφε: «Άνθρωπος με αξιαγάπητο χαρακτήρα, με οξυδερκή κρίση. Ειλικρινά λυπόμασταν, γιατί έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα σχέδια και τις προτάσεις που μας είχε προτείνει, τις τόσο εμπεριστατω­μένες και χρήσιμες. Ο κόμης Καποδίστριας, που δεν απελπιζόταν ποτέ, για τις μελλοντικές εξελίξεις, πρότεινε να μου απευθύνει ένα Υπόμνημα, όπου θα εξέθετε όλες τις απόψεις του» για τους βαλκανικούς λαούς[3].

Το υπόμνημα αυτό, όταν έφθασε στα χέρια του Ρώσου αυτοκράτορα, τον εντυπωσίασε. Κάλεσε αμέσως τον Καποδίστρια στη Φραγκφούρτη, όπου βρισκόταν, τον αντάμειψε κατά πολλούς τρόπους, δείχνοντας εμπρά­κτως την εύνοιά του και του ανέθεσε την διεκπεραίωση ενός από τα πιο δύσκολα προβλήματα, που απασχολούσαν τότε την Ευρώπη: Την ενοποίη­ση της διηρημένης σε μικρά κρατίδια «καντόνια» Ελβετίας, την οποία «ο γαλλικός δεσποτισμός είχε υποδουλώσει», όπως του είπε, και την οποία έπρεπε να σώσουν από την επικίνδυνη για την ενοποίηση της Ευρώπης γαλλική επιρροή του Ναπολέοντα.

Η αγάπη του Καποδίστρια για τα «δη­μοκρατικά καθεστώτα», όπως του είπε ο τσάρος, τον έπεισε ότι ήταν ο μόνος ικανός να αναλάβει την «ευαίσθητη αυτή αποστολή» με επιτυχία[4]. Ο  Αλέξανδρος γράφοντας στον Ελβετό καθηγητή του Laharpe, στις 8 Ιανου­αρίου 1814, ανέφερε ότι ανέθεσε αυτή την κρίσιμη διπλωματική υπόθεση στον Καποδίστρια, γιατί τον εκτιμούσε ως «αξιέπαινο άνδρα για την αρε­τή του και για τις φωτισμένες και φιλελεύθερες απόψεις του»[5].

Η αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία ήταν πραγματικά από τις δυσκολώτερες διπλωματικές υποθέσεις εκείνης της κρίσιμης περιόδου: Η Ελβετική Ομοσπονδία έπρεπε να συνδεθεί με τον Συνασπισμό των Με­γάλων Δυνάμεων, να ενοποιηθούν και οργανωθούν τα ανεξάρτητα μεταξύ τους καντόνια της Ελβετίας και να εξουδετερωθούν τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους, να αποσπασθεί ή χώρα από τη γαλλική επιρροή και να εξα­σφαλισθεί η συμμετοχή της Ομοσπονδίας στην βασική συζήτηση για την αναθεώρηση του Ελβετικού συντάγματος.

Ο Καποδίστριας έπρεπε να κατανικήσει την έντονη αντίδραση των αριστοκρατών, που δεν ήθελαν την ενοποίηση και να τους πείσει ότι το εθνικό συμφέρον επέβαλε να συνεργα­σθούν και να συμπράξουν με τους δημοκράτες για τη συγκρότηση γενικής συνελεύσεως, που θα ρύθμιζε τα όρια και κυρίως τα δικαιώματα ισοπολιτείας όλων των καντονίων.

Με εύστοχους διπλωματικούς χειρισμούς και με την τεράστια προσωπική επιρροή και το κύρος που ασκούσε στους συνομιλητές του κατόρθωσε να φέρει εις πέρας κατά τον καλύτερο τρόπο τη δύσκολη αυτή αποστολή: «Η ομοσπονδιακή Δίαιτα κατάρτισε το ομο­σπονδιακό Σύνταγμα, που εκείνος το συνέταξε, και αντιπροσωπεία των καντονιών θα πήγαινε στη Βιέννη, όπου θα άρχιζε το συνέδριο, για να το επικυρώσουν οι σύμμαχοι ηγεμόνες. Θα επιστρέφονταν επίσης στην Ελβε­τία, οι επαρχίες που κατείχαν ακόμα τα αυστριακά στρατεύματα», όπως ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον πατέρα του[6]. Και πρόσθετε: «Η ολο­κλήρωση μιας τόσο πολύπλοκης διαπραγματεύσεως μου στοίχισε πάμπολ­λα βάσανα και ταξίδια και εκθέσεις και σύνταξη κειμένων συνταγμάτων και πολλά άλλα σχέδια».

Η Ελβετία ευγνωμονούσα τον αντάμειψε ποικιλοτρόπως. Αρκετά καντόνια της Ελβετίας τον ανεκήρυξαν επίτιμο πολίτη[7]. Ο Ελβετός δι­πλωμάτης και ιστορικός Pictet de Rochemont θα γράψει με ενθουσιασμό:

 

«Τι μπορούμε να κάνουμε για τον εξαίρετο Έλληνα Καποδίστρια, τον φοί­νικα της διπλωματίας;… Χωρίς αυτόν η Ελβετία θα είχε εξ ολοκλήρου ανατραπεί… Αν ξαναπεράσει από τη Γενεύη χτυπήστε όλες τις καμπάνες των εκκλησιών μας και χαιρετίσετε τον ερχομό του με τους κεραυνούς των πυροβόλων μας»[8].

 

Ένας άλλος διπλωμάτης, ο Roveréa, που παρακολούθη­σε από κοντά τους αγώνες του Καποδίστρια για την ενοποίηση της Ελβε­τίας και τη σύνταξη του συντάγματός τους, γράφει: «Ο Έλληνας αυτός πρεσβευτής της Ρωσίας, που δίκαια έχαιρε της ειλικρινούς εμπιστοσύνης του τσάρου, είχε αποκτήσει τεράστιο κύρος, που το διετήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με την γλυκύτητα και ευγένεια των τρό­πων του και με τις μεγάλες προσωπικές του αρετές. Στην προσπάθειά του να συνδιαλλάξει και συμβιβάσει τους «διεφθαρμένους» αριστοκράτες κατη­γορήθηκε απ’ αυτούς ότι υπεστήριξε υπέρμετρα τους αντιπάλους τους, «τους φιλελευθέρους»[9]. Και πράγματι ο Καποδίστριας είχε έλθει σε σύγ­κρουση με την αριστοκρατική τάξη, που δεν ήθελε την ενοποίηση των με­γάλων και πλουσίων καντονιών με τα πτωχά αγροτικά.

Και αυτός ακόμη ο μεροληπτικός απέναντι στον Καποδίστρια και στην Ελλάδα Gobineau, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι η δικαιοσύνη απαιτούσε να ειπεί ότι κατά την παραμονή του στην Ελβετία «με μεγάλη διπλωματική επιτηδειότητα χειρίσθηκε το δύσκολο αυτό πρόβλημα και δι­καίως απέκτησε δικαιώματα στην ευγνωμοσύνη όλων των καντονίων, λόγω των φιλελευθέρων ιδεών του, οι οποίες του εξασφάλισαν τον θρίαμβο»[10].

Άλλοι μεγάλοι σταθμοί της διπλωματικής σταδιοδρομίας στην Ευρώ­πη του Καποδίστρια ήταν το συνέδριο της Βιέννης, 1814-1815, το συνέδριο στο Παρίσι και τα συνέδρια στο Aachen, Troppau και Laybach. Ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος κάλεσε τον Καποδίστρια, στο συνέδριο της Βιέννης: «Δεν έχω άλλον διπλωμάτη, τόσον ικανό, που θα είχε τη δύναμη να αντιμετρηθεί και να παλαίσει στις μάχες με τον Αυστριακό Metternich, που θα δοθούν στη Βιέννη», είπε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα, την Ελληνίδα Κυρία επί των τιμών της τσαρίνας Ελισάβετ[11].

Στη Βιέννη είναι ο επίσημος πληρεξούσιος της Ρωσίας, σε όλα τα θέ­ματα. Αγωνίζεται να θέσει προς συζήτηση το θέμα των Επτανήσων, που ήδη τα κατείχαν οι Άγγλοι και το θέμα της απελευθερώσεως της Ελλά­δος, που ήταν και το δυσκολώτερο. Το θέμα των Ιονίων, έπειτα από τις σφοδρές αντιδράσεις του Αυστριακού Metternich και της Αγγλίας κάπως διευθετήθηκε – με τις τότε επικρατούσες δυσμενείς συνθήκες – με την υπογραφή της Συνθήκης για τα Ιόνια Νησιά, που οριστικοποιήθηκε και υπογράφηκε στις 5 Νοεμβρίου 1815 στο Παρίσι.

Τα Επτάνησα θα παρέ­μεναν δυστυχώς στην «προστασία» της Αγγλίας, διατηρώντας το συνταγματικό τους πολίτευμα[12]. Το γενικώτερο πρόβλημα της Ελλάδος δεν μπό­ρεσε να το εγγράψει επίσημα προς συζήτηση στο συνέδριο της Βιέννης, το κατέστησε όμως διπλωματικά γνωστό και το διεθνοποίησε, μέσω της Φι­λομούσου Εταιρείας, που ίδρυσε στη Βιέννη, κατά την διάρκεια των συ­ζητήσεων. Και αυτό ήταν μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, μέσα στο τόσο αρνητικό κλίμα[13].

Οι ευρωπαίοι διπλωμάτες, που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Βιέν­νης, χαρακτήρισαν τον Καποδίστρια ως «μέγα Ευρωπαίο διπλωμάτη»[14]. Ο J. C. Eynard, ο Ελβετός διπλωμάτης και μεγαλοτραπεζίτης έγραφε στο Ημερολόγιό του: «Ο Καποδίστριας με τη διπλωματική του μεγαλοφυΐα, σύντομα κατέλαβε μία από τις πιο εξέχουσες θέσεις των πρωταγωνιστών του Συνεδρίου της Βιέννης στις διαπραγματεύσεις όλων των δυσκόλων προβλημάτων[15]. Ο Γερμανός ιστορικός Η. Treitschke, παρακολουθώντας τους παράλληλους αγώνες του Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια του Συνε­δρίου, για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας του, γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Έλληνας διπλωμάτης χρησιμοποιούσε, με σπάνιους δι­πλωματικούς χειρισμούς, όλο το κύρος του από την υψηλή θέση του για την απελευθέρωση της Ελλάδος»[16].

Η περίφημη για την εποχή «Revue Encyclopédique de Paris» σχολιάζοντας τη δράση του Καποδίστρια για τη πνευματική άνοδο της πατρίδας του, έγραφε: «Κανένας άλλος δεν εργάστηκε τόσο αποτελεσματικά όσο ο κόμης Καποδίστριας… ο οποίος χρησι­μοποίησε όλους τους τρόπους για να αυξήσει τα μέσα της μορφώσεως και εκπαιδεύσεως των νεαρών Ελλήνων, διευκολύνοντας με κάθε τρόπο τις σπουδές τους. Με τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε ενίσχυσε την ίδρυ­ση της Ακαδημίας των Ιονίων Νήσων»[17].

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Στο Συνέδριο του Παρισιού, το καλοκαίρι του 1815, όπου οι νική­τριες Δυνάμεις θα συζητούσαν το θέμα της ηττημένης Γαλλίας, μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα, ο Καποδίστριας πραγματικά διέπρεψε με τις επαναστατικές προτάσεις του. Η Αυστρία, Πρωσία και Αγγλία επέμε­ναν ότι έπρεπε να ληφθούν αυστηρές κυρώσεις, εδαφικές, οικονομικές και στρατιωτικές εναντίον της Γαλλίας, φθάνοντας μέχρι και τον διαμελισμό της[18].

Μόνος ο Καποδίστριας είχε εντελώς αντίθετη γνώμη. Στο υπόμνημα που συνέταξε υποστήριζε ότι με την ήττα του Ναπολέοντα και τον τερμα­τισμό των πολυχρόνων πολέμων, οι σκοποί των συμμάχων είχαν εκπληρωθεί. Επομένως έπρεπε να μεταχειρισθούν την νικημένη χώρα με ήπιο τρό­πο, γιατί μονάχα έτσι θα εδραιωνόταν η τάξη και η ειρήνη σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Η Γαλλία έπρεπε να παραμείνει ισχυρή δύναμη, γιατί με το πιο δημοκρατικό πολιτικό της σύστημα θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα δι­πλωματικής ισορροπίας απέναντι στον απολυταρχικό δεσποτισμό της Αυστρίας και Πρωσίας. Πίστευε ακόμα ότι ευεργετώντας τη Γαλλία θα εξα­σφάλιζε τη φιλία της σε περίπτωση ρωσοτουρκικού πολέμου, που θα τον επεδίωκε, προκειμένου να απελευθερωθεί η Ελλάδα.

Παρά τις τεράστιες αντιδράσεις οι απόψεις του Καποδίστρια επεκράτησαν, εξασφαλίζοντας την ευγνωμοσύνη της Γαλλίας. Ο υπουργός των Εξωτερικών της Γαλλίας δούκας de Ridelieu έγραψε στον τσάρο Αλέξαν­δρο: «Έπειτα από μακρές και θλιβερές συζητήσεις, υπογράψαμε τη συμ­φωνία για τη μείωση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γαλλίας προς τις νικήτριες δυνάμεις. Ο πληρεξούσιος της Υμετέρας Μεγαλειότητος (ο Καποδίστριας) υπήρξε ανυπολόγιστα πολύτιμος για μας και του οφείλουμε εξολοκλήρου τον επιτευχθέντα μετριασμό. Είμαι βέβαιος ότι ο κόμης Καποδίστριας, στις προσπάθειές του, υπερέβη κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβει από Σας. Παρακαλώ την Υ.Μ. να μη δυσαρεστηθεί απέναν­τί του»[19].

Ο Γάλλος διπλωμάτης κόμης Molet δεν θα διστάσει να γράψει κατηγορηματικά: «Εάν η Γαλλία είναι ακόμη Γαλλία, το οφείλει κυριολε­κτικά σε δύο ανθρώπους, που τα ονόματά τους δεν πρέπει ποτέ να τα ξε­χάσει. Στον Αλέξανδρο και στον Υπουργό του των Εξωτερικών Καποδί­στρια»[20]. Και ο Γάλλος ιστορικός Pasquier, εξαίροντας την ανυπολόγιστη προσφορά του Καποδίστρια προς τη Γαλλία, θα γράψει: «Ο κόμης Καπο­δίστριας πρόσφερε στη Γαλλία την πιο μεγάλη και σημαντική εκδούλευση»[21]. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, θέλοντας να δείξει εμπρά­κτως την ευγνωμοσύνη του στον Έλληνα διπλωμάτη, που με τη σθεναρή στάση του έσωσε τότε τη Γαλλία, του έστειλε επιστολή «με τις ωραιότερες φράσεις του κόσμου», όπως αναφέρει η Ρωξάνδρα Στούρτζα-Edling στα Απομνημονεύματά της, και του πρόσφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο Καποδίστριας όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά να το δεχθεί[22].

Στο Συνέδριο του Aachen (Aix la Chapelle), τον Σεπτέμβριο του 1818, ο Καποδίστριας υπήρξε από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες και κατέπλη­ξε τους Ευρωπαίους διπλωμάτες με τις ριζοσπαστικές, δημοκρατικές και φιλελεύθερες απόψεις του, για την εποχή εκείνη, ως προς το θέμα των δι­καιωμάτων των μικρών κρατών[23]. Βασικός στόχος του Καποδίστρια ήταν να αναγνωρισθεί στους μικρούς λαούς το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν τα εθνικά τους προβλήματα με τη συνεργασία των μεγάλων κρατών και να μη επεμβαίνουν εκβιαστικά τα τελευταία στα εσωτερικά των μικρών. Με τον τρόπο αυτό θα άνοιγε ο δρόμος για την υπόδουλη Ελλάδα.

Οι προσπάθειες αυτές του Καποδίστρια προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις του Metternich και του Υπουργού των Εξωτερικών της Αγγλίας Castlereagh, οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να δοθούν δικαιώματα στους μικρούς λαούς[24]. Όλοι όμως τότε οι αυτοκράτορες και οι βασιλείς – εκτός από τον Άγγλο – του απένειμαν τα μεγαλύτερα παράσημα και τιμητικές διακρί­σεις, για τις λαμπρές διπλωματικές επιτυχίες του[25].

Άγνωστη, μα λαμπρή σελίδα στην όλη διπλωματική σταδιοδρομία του Καποδίστρια, αποτελούν οι πολύχρονοι αγώνες του για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής των Μαύρων και την κατάργηση του επαίσχυντου δου­λεμπορίου στις ακτές της Αφρικής[26]. Τα συνέδρια του Troppau και Laibach, από το φθινόπωρο του 1820 μέχρι το τέλος της ανοίξεως του 1821, υπήρξαν από τις πιο δύσκολες, μα και λαμπρές περιόδους της διπλωματικής σταδιοδρομίας του Καποδίστρια και το προανάκρουσμα του τέλους στη θέση του Υπουργού των Εξωτε­ρικών στη Ρωσία. Κύριο θέμα των συνεδρίων ήταν η αντιμετώπιση της εκρηκτικής καταστάσεως που επικρατούσε στην Ευρώπη από τη κήρυξη επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και την Ιταλία[27]. Οι ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις πήραν εντελώς αντιδραστική στάση και αποφάσισαν να καταπνίξουν με τη βία κάθε επαναστατικό κίνημα.

Ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας τον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε στην Ελλάδα, και το κίνημα που ετοίμαζε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αγωνιούσε, μήπως από τη μια στιγμή στην άλλη εκραγεί η ελληνική επανάσταση. Έπειτα από την απόφαση που είχαν πάρει οι μεγάλες Δυνάμεις, θα ήταν η χειρότερη ώρα. Πρώτη του ενέργεια ήταν η υποβολή ενός υπομνήματος, όπου αντέκρουε τις θέσεις του δεσπο­τικού Metternich, που ήταν ο κύριος υποστηρικτής της ένοπλης επεμβάσε­ως σε κάθε επαναστατικό κίνημα των μικρών και καταπιεζομένων λαών.

Ο Καποδίστριας αντίθετα υποστήριζε ότι αυτά έπρεπε να αντιμετωπίζονται με σταδιακές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θεμελιωμένες στον διάλογο, ανά­μεσα στους μικρούς και στους μεγάλους. Απέκλειε εντελώς τη βίαιη κατα­στολή και υποστήριζε την παραχώρηση «λαϊκής ελευθερίας» και «πολιτικής και εθνικής ανεξαρτησίας» και μιας «καινούργιας τάξης πραγμάτων», η οποία για να είναι βιώσιμη έπρεπε απαραιτήτως να προβλέπει την παραχώρηση συνταγμάτων και συνταγματικών ελευθεριών στα μικρά κράτη, έστω και αρχικά περιορισμένων.

Η  φιλελεύθερη όμως και επαναστατική, για εκείνη την εποχή φωνή του Έλληνα διπλωμάτη, πνίγηκε ακόμα μία φορά από τα καταπιεστικά συμφέροντα των μεγάλων[28], αφήνοντας τον Καποδίστρια πικραμένο και απογοητευμένο «για την ανίατη αρρώστια του δεσποτισμού της γηραιάς Ευρώπης», όπως έγραφε.

Ως προς τα ελληνικά κινήματα, πού ξέσπασαν εν τω μεταξύ, ο Καποδίστριας έδωσε μια από τις σκληρότερες μάχες της ζωής του και κατήγαγε μια από τις λαμπρότερες διπλωματικές νίκες – ίσως τη λαμπρότερη – παρά την λυσσώδη αντίδραση του Metternich: Με Ισχυρά επιχειρήματα δια­φοροποίησε εντελώς τα ελληνικά επαναστατικά κινήματα, χαρακτηρίζοντάς τα – όπως και ήταν – εθνικοαπελευθερωτικά από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, ενώ τα άλλα, απέβλεπαν στην αποτίναξη απολυταρχικών καθεστώ­των, οπότε δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν εναντίον της Ελλάδος τα ίδια βίαια μέτρα. Τότε πραγματικά «έσωσε την Ελλάδα επαναστάσαν», όπως γράφει ο ιστορικός Ν. Σπηλιάδης[29].

Η παρουσία του Καποδίστρια στα δυο αυτά συνέδρια ήταν από τις πιο εντυπωσιακές και μοναδικές, όπως αναγνώρισαν όλοι οι σύνεδροι και οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, οι σύγχρονοι και μεταγενέστεροι. Παραθέτω ελά­χιστες γνώμες και κρίσεις από το πλήθος, προτάσσοντας – για ευνόητους λόγους –  μια εντυπωσιακή κρίση του Metternich για τον μεγάλο πολιτικό του αντίπαλο: «Σε όλες τις διπλωματικές μάχες οι δικές μου απόψεις επικρατούν κατά το 85%. Με το υπόλοιπο όμως 15% ο Καποδίστριας κατορ­θώνει να είναι ο ουσιαστικός νικητής!…». Και σε άλλη περίπτωση θα γράψει: «Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος. Και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας»[30]. Τον μισούσε και τον πολεμούσε σαν πολιτικό αντίπαλο. Τον θαύμαζε όμως σαν ικανό διπλωμάτη και άνθρωπο.

Ο Γάλλος Ιστορικός F. Huillier γράφει: «Επί επτά χρόνια η προσω­πικότητα του Καποδίστρια θα δεσπόζει στην ευρωπαϊκή διπλωματία με την άφθαστη δεξιοτεχνία του και με την αληθινή φυσική και ηθική ομορφιά του, που αγωνιζόταν να δημιουργήσει ένα κόσμο, που θα τον αποτελούσαν άνθρωποι τόσο τέλειοι σαν τον ίδιο…»[31]. Ο Ιστορικός Κ. Nicolson γράφει: «Η πιο ηγετική, επιβλητική και ανθρώπινη φυσιογνωμία στα συνέδρια της Ευρώπης, που συνήρπαζε τους πάντες με τα ισχυρά και βαθειά μελετημένα επιχειρήματά του, ήταν ο Καποδίστριας»[32]. Ο διπλωμάτης και ιστορικός Fr. Gentz γράφει: «Ο κόμης Καποδίστριας… είναι homme d’ honneur, με ακεραιότητα δοκιμασμένη, σε όλες τις υποθέσεις της Ευρώπης, ειλικρινής φίλος για κάθε τι το όμορφο «καλός κι αγαθός», ψυχή ευγενής και υπεράνω συμφερόντων, πνεύμα ανε­πτυγμένο και διαπεραστικό, με μόνιμη επιδίωξη μιας καλύτερης τάξης πραγμάτων… και πάνω απ’ όλα με μία απέραντη αγάπη για την πατρίδα του»[33].

Ο Ρώσος ιστορικός Gr. Ars επισημαίνει: «Σε όλα τα στάδια της εξαιρετικής και μοναδικής διπλωματικής σταδιοδρομίας του στη Ρωσία και στην Ευρώπη ο Καποδίστριας δεν έπαυσε ποτέ να είναι πρώτα ο Έλληνας πατριώτης και να βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό της αγωνιζομένης πατρί­δας του»[34]. Ο ίδιος σε άλλο σημείο του έργου του γράφει ότι «ο Καποδίστριας σε όλους τους αγώνες και τις προσπάθειές του για τη μορφωτική και πνευματική αναγέννηση της Ελλάδος η κοσμοθεωρία του ήταν επηρεα­σμένη κυρίως από την κίνηση του διαφωτισμού». «Ο Καποδίστριας πρέσβευε πάντοτε τις φιλελεύθερες ιδέες και έδινε μάχες με τους αντιπάλους του, που πήγαζαν μεν από τον βαθύ του πόθο, που τον ενέπνεε στο να βοηθήσει τη σκλαβωμένη πατρίδα του, αναμφίβολα όμως ήταν ειλικρινείς και το αληθινό πιστεύω του» (Ch. Webster)[35]. «Ο Καποδίστριας ένοιωθε βαρειά ικανοποίηση δουλεύοντας επάνω σε κείμενα συνταγμάτων και αγωνιζόταν για την εφαρμογή τους στους μι­κρούς λαούς» (L. Lebzeltern, αυστριακός διπλωμάτης)[36].

Και μια γυναικεία κριτική, από τις πολλές, για τον Καποδίστρια: «Ο ισορροπημένος χαρακτήρας του και η ικανότητα που διαθέτει στο να κατανοεί σε βάθος όλα τα διεθνή προβλήματα, του δίνουν τη δυνατότητα να ασκεί επιβολή σε όλα τα θέματα που αναλαμβάνει… Το βλέμμα του είναι διαπεραστικό και περίσκεπτο, η ψυχή του ενός φιλοσόφου, που τα πάντα τον απασχολούν και για τα πάντα έχει τις πιο σωστές σκέψεις και λύσεις, που δεν διστάζει να αναγνωρίσει ότι τίποτε στον κόσμο δεν έχει μεγάλη αξία, αν το απογυ­μνώσεις από το πνεύμα… Είναι εντελώς αλλιώτικος, ξεχωριστός από όλους τους ανθρώπους του πνεύματος…» (Κόμισσα Lulu Thurheim)[37].

Και τέλος ή κρίση και ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια από ένα με­γάλο συγγραφέα και τον τότε μόνιμο γραμματέα της γαλλικής Ακαδημίας, τον Abel François Villemain[38]: «Εάν υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια αυθεν­τική ευγένεια, που να ξεχωρίζει… από την πνευματική διορατικότητα, από την απλότητα στην όλη συμπεριφορά, από την βαθύτητα του λόγου και της σκέψης, κανένας άλλος άνθρωπος δεν υπήρξε τόσο ευγενής και τόσο διο­ρατικός στη σύλληψη των προβλημάτων όσο ο κόμης Καποδίστριας… Η συνέχεια των γεγονότων απέδειξε ότι δεν είχε μονάχα αρχοντιά και αξιο­πρέπεια και βαθύτατη ευθυκρισία και αξιολόγηση των γεγονότων, αλλά και ηρωισμό ψυχής… Στο πρόσωπό του αναγνωρίζει κανείς ένα φιλόσοφο, πα­θιασμένο για τις τέχνες, ένα διανοούμενο γεμάτο πνευματική καλλιέργεια. Μιλώντας για την ομορφιά της αρχαίας φιλολογίας, ξαναεύρισκε την αγω­νιζομένη πατρίδα του, που από πολλά χρόνια αγωνιζόταν και πάσχιζε να την ελευθερώσει, υπηρετώντας στη ρωσική αυλή…».

 

Ελένη Κούκκου

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Αρχείον Καποδίστρια Α’, Κέρκυρα 1976, 24: «υπηρετών τη πατρίδα μου, υπηρετούν συγχρόνως και την Ρωσίαν, επί τω μεγάλω σκοπώ να προφυλάξω την Ελλάδα από τους πειρασμούς της γαλλικής πολιτικής», θα γράψει στο περίφημο Υπόμνημά του, του 1826. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797, μέχρι την αγγλοκρατία. 4η  έκδοση, Αθήνα 2001, το ειδικό κεφάλαιο, για το «Βυζαντινό Σύνταγμα».

[2] Περισσότερα βλ. Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Άνθρωπος – ο διπλωμάτης, έκδ. 14, Αθήναι 2001, 41 κ.ε., όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[3] Βλ. C. Lahovary, Mémoires de lAmiral Paul Tchitchagof en 1812, Paris 1909, 406. -G. Ars,Ο Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα, 1809-1822, Moskva 1976, 301: «Ο Καποδίστριας δεν έπαιζε καθόλου τον ρόλο ενός απλού εκτελεστικού οργάνου. Το εφευρετικό του μυαλό προσανατολιζόταν στην αναζήτηση τρόπων, που θα του εξασφάλιζαν την επιτυχία των στρατιωτικών και διπλωματικών του σχεδίων», στα ρωσικά.

[4] Βλ. Patricia Kennedy-Grimsted, «Capodistrias and a «New Order» for restoration Europe: «The liberal ideas» of a Russian Foreign Minister 1814-1822», The Journal of Modern History 40 (1968) 173.

[5] N. Mikhailovich, L’empereur Alexander ler…, St. Petersburg, 1912, I, 340. Για την πολύπλευρη δράση του Καποδίστρια στην Ελβετία βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la revolution grecque, Lausanne 1918. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, 1803-1822, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, εκδ. 2η , Αθήναι 1986, πολλαχού.

[6] Π. Ενεπεκίδη, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 γράμματα προς τον πατέρα τον, 1809-1820, Αθήναι 1972, 181-182.

[7] Τα ψηφίσματα της ανακηρύξεώς του ως επιτίμου πολίτη της Ελβετίας, βλ. Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και Η Παιδεία, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, έκδ. 2η , Αθήνα 1986, 158 κ.ε.

[8] Βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la Révolution grecque, 85 κ.έ., Roveréa, Mémoires, t. IV, Paris 1848, 253.

[9] Comte de Gobineau, Deux Etudes sur la Grèce moderne, Capodistrias, le Royaunne des Hellènes, Paris 1905, 20.

[10] Τον χρόνο 1991, με την συμπλήρωση 700 χρόνων από τη σύσταση του ελβετικού κράτους η ελβετική πρεσβεία των Αθηνών οργάνωσε σημαντικές τιμητικές εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης προς τον Καποδίστρια, τόσο στην γενέτειρά του, την Κέρκυρα, όσο και στην Αθήνα.

[11] Comtesse Edling (Stourtza), Mémoires, Moscou, 1888, 143.

[12] Βλ. Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797μέχρι την αγγλοκρατία, 4η έκδοση, Αθήνα 2001, 197 κ.ε.

[13] Ελένης Κούκκου, Η Φιλόμουσος Εταιρεία…, πολλαχού. – Π. Ενεπεκίδη, ΡήγαςΥψηλάντηςΚαποδίστριας, Αθήναι 1965, 190 κ.ε.

[14] Ε. Μαυράκη, Ο Καποδίστριας και η εποχή του, Αθήναι, 10. – Π. Πετρίδη, Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, 48, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[15] J. G. Eynard, Der danzenze Kongress, Berlin 1923, 74, 102, 112.

[16] Η. Treitschke, Der Wiener Kongress, 16.

[17] Τόμος III, 1819, 372.

[18] Βλ. επιστολή του Καποδίστρια προς τον Η. Stein, της 28 Ιουλίου 1815, στον G. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1855, IV, 482.

[19] Βλ. στον Ε. Μαυράκη, ό.π., 16.

[20] Βλ. στον C. Grunwald, Alexander Ier, le Tzar mystique, Paris 1955, 249.

[21] Mémoires, publics par le duc d’Audiffret-Pasquier, Paris 1893, III, 429.

[22] Καποδίστρια, Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί…, μετάφρ. Μ. Σχινά, Α’, Αθήναι 1841, 37. – R. Stourdja-Edling, Mémoires, Moscou 1888, 244-246, 247.

[23] Βλ. R. Stourdja-Edling, ό.π., 249 ε. – J. Petropoulos, Politics and Statecraft…, Princeton – New Jersey 1968, 108.

[24] Βλ. Η. Kissinger, Grossmacht-Diplomatie, μετάφρ. Η. Jordan, Dusseldorf 1962, 261.-Π. Πετρίδη, ό.π., 94.

[25] Βλ. D. Arliotti, La vita di G. Capodistria, Corfu 1859, 54. – Ελένης Κούκκου, «Ο ανέκδοτος κατάλογος των υπαρχόντων του… Καποδίστρια», Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (Δ.Ι.Ε.Ε.), 15 (1961), 71-72.

[26] Για το θέμα αυτό βλ. Hélène Koukkou, «Mémoire de Jean Capodistrias sur la suppression du trafic des Maures», Δ.Ι.Ε.Ε. 25 (1982) 5-14.

[27] Βλ. Καποδίστρια, Επιστολαί, A’, 43. – S. Lascaris, ό.π., 100 ε. – Ε. Κούκκου, ό.π., 110 ε.

[28] Τα κινήματα της Ισπανίας και Ιταλίας και κυρίως της Νεαπόλεως, πνίγη­καν στο αίμα από τα αυστριακά στρατεύματα. Βλ. Ε. Κούκκου, ό.π., 111 κ.ε. όπου και η άλλη βιβλιογραφία. Για τις ριζοσπαστικές συνταγματικές απόψεις του Καποδίστρια βλ. και Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., πολλαχού.

[29] Απομνημονεύματα, Αθήναι 1857, Α’, 6.

[30] Mémoires, III, 531, 549, 589, κ.ά.

[31] De la Sainte Alliance…, Paris1954, A’, 28.

[32] The congress of Vienna…,London 1946, 241.

[33] Βλ. Prokesch-Osten, Geschichte du Abfalls der Griechen…, Wien 1867, II, 89.

[34] Ο Ι. Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα 1809-1822, Moskva 1976, στα ρωσικά. Του ιδίου, «Ioani Kapodistria ν Rossii», Voprosy Istorii 5 (1976), 319 ε., 309 κ.ά.

[35] The Congress of Vienna…,London 1934 , 91.

[36] Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., 183 ε.

[37] Mein Leben, 1913, II, 223.

[38] Souvenirs contemporains, 473, στον Lys. Oeconomos, Essai sur la vie de comte Capodistrias…, Toulouse-Paris 1926, 16 κ.ε.

 

 

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

Διαβάστε ακόμη:

  

Read Full Post »

Βασιλείς του Άργους


 

Παραθέτουμε συνοπτικά  51 βασιλείς του Άργους. Αναφέρονται μεγάλοι βασιλείς που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εποχή τους και σηματοδότησαν την πορεία αυτού του τόπου. Βεβαίως, υπάρχουν καταγεγραμμένες και άλλες εκδοχές. Θεωρούμε όμως ότι ο συγκεκριμένος πίνακας είναι ο πλέον ορθός και πλήρης. Ο πίνακας αρχίζει από τον Ίναχο, ο οποίος έφθασε από την Αίγυπτο στο Άργος, περίπου το 1878 π.Χ. και 1100 χρόνια πριν από τις Ολυμπιάδες.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

 

ΊναχοςΦορωνεύς Άπις  – ΆργοςΈκβασοςΚρίασος Φόρβας 

 ΤρίοπαςΑγήνωρ – Ίασος  – Κρότωπος – Σθενέλας – Γελάνωρ – Δαναός 

 Λυγκεύς –  Άβας  – Ακρίσιος Περσεύς – Μεγαπένθης – Αναξαγόρας 

 Αλέκτωρ –  Ίφις –  Σθένελος – Κυλαράβης – Βίας – Ταλαός -Πρώναξ 

 Άδραστος – Αιγιαλεύς –  Διομήδης –  Κυάνιππος Μελάμπους  Μάντιος 

 Αντιφάτης – Οϊκλής – Αμφιάραος –  Αλκμέων – Αμφίλοχος Ορέστης 

 Τισαμενός –  ΤήμενοςΔηϊφόντης Κείσος Μήδων –  Αριστοδάμιδας

 Φείδων – Έρατος – Δαμοκρατίδας – Λεωκήδης- Μέλτας – Αίγων.

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Μαλτέζος Διογένης (1932-2019)


                                                                                                           

Διογένης Μαλτέζος

Ο Δάσκαλος και λογοτέχνης Διογένης Μαλτέζος γεννήθηκε στον Ίναχο του Άργους το 1932. Σπούδασε παιδαγωγικά. Το 1960 ίδρυσε μαζί με την σύζυγό του Χριστίνα και τον αδελφό του Δημήτρη, ιδιωτικό σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα «Πρότυπα Εκπαιδευτήρια Αφων  Μαλτέζου», προσφέρανε και συνεχίζουν να προσφέρουν τις πολύτιμες και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες τους στην παιδεία του τόπου μας.

Δάσκαλος έγινε από αγάπη προς τα παιδιά. Κοιτάζοντας μέσα στην ψυχή τους, προσπάθησε να γνωρίσει και την δική του ψυχή. Στο δύσκολο τούτο έργο – όπως ο ίδιος λέει- πνευματικοί του οδηγοί στάθηκαν η σοφία των προγόνων μας και η ευαγγελική αλήθεια.

« …Θέλω να σας θυμίσω ότι ο Αισχύλος ζει τον 5ο  αιώνα π.Χ.˙ ότι αυτά που θα πει αποτελούν ανθρώπινη σοφία˙ ότι δεν τίθεται ελληνική σοφία ή χριστιανική αλήθεια. Δεν τίθεται διαζευκτικά το θέμα κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο λάθος. Θα τεθεί ως εξής: το ελληνικό πνεύμα είναι ανθρώπινη προσπάθεια, ανεπανάληπτη, που οργάνωσε το νου του ανθρώπου. Και η χριστιανική αλήθεια είναι αλήθεια εξ αποκαλύψεως, είναι χάρη και δωρεά του Θεού. Αυτή την αλήθεια το ελληνικό πνεύμα την υιοθέτησε και την βοήθησε να διαδοθεί. Και όταν οι καιροί άλλαξαν και η αλήθεια στέριωσε, τότε το ελληνικό πνεύμα κοντά της βρήκε καταφύγιο». (Από την διάλεξή του στον «Δαναό» στις 27 Φεβρουαρίου 2005, με θέμα: Αισχύλος, ο οραματιστής ενός δικαιότερου κόσμου).

Νωρίς διαπίστωσε ότι όλη η πνευματική κίνηση που πήρε το όνομα Δυτικός Πολιτισμός ήταν σχόλια πάνω στα δύο αυτά πνευματικά μεγέθη. Όμως τα σχόλια αυτά τον βοήθησαν να φτάσει στο βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης σοφίας και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.

Ήταν ευτυχής όταν μπορούσε, μέσω του τύπου ή του ραδιοφώνου, να μοιράζεται τα πνευματικά αγαθά με άλλους. Σ’ αυτούς τους άλλους – μαθητές, αναγνώστες και ακροατές- οφείλει πολλά- όπως ο ίδιος τονίζει- γιατί έπρεπε κάθε μέρα να βελτιώνεται για να είναι άξιος του ενδιαφέροντός τους. Κι αυτή η ακοίμητη λαχτάρα για βελτίωση συνεχίζεται ακόμη. Γιατί όπως είπε κάποιος μεγάλος Ποιητής μας, « Αλίμονο, είν’ υψηλή, το βλέπω, πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα».

Ο Διογένης Μαλτέζος έχει εκδώσει – εκτός από ποιητικές  συλλογές και μπροσούρες – το βιβλίο « Εφήμερα και αιώνια», Φεβρουάριος 2003, εκδόσεις Ελλέβορος.  Μια συλλογή 110 κειμένων που έχουν ένα κοινό γνώρισμα. « Μέσα σ’ όλα υπάρχει μια κρυφή νοσταλγία για κάτι «άλλο», που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Αυτό το «άλλο» πολλοί το είπαν αιωνιότητα ». Πολυγραφότατος. Άρθρα του έχουν φιλοξενηθεί σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες του Άργους όλα αυτά τα χρόνια προσφοράς του.

Μελίρρυτος στις εκπομπές του στο ραδιόφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας, συγκινεί με τον ήπιο λόγο του και «διδάσκει» τους αρχαίους τραγικούς. Τουλάχιστον τριάντα έργα τους έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα. Επίσης, έχει επιμεληθεί και  παρουσιάσει σε 10 τουλάχιστον συνέχειες το « Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα, σε μετάφραση του ιδίου, σχόλια και παρατηρήσεις.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, την Τετάρτη 27 Μαρτίου του έτους 2019.

 

Read Full Post »

Ζωγράφου Ευγενία (1878 – 1963)


 

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1900.

Ευγενία Ζωγράφου, θεατρική συγγραφέας, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878, κόρη του Λυκούργου Ζωγράφου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο Παρθεναγωγείο και, μαθήτρια ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα «Η Μπίλιω», μετά από παρότρυνση του Αριστομένη Προβελέγγιου.

Έγραψε άρθρα, δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Υπήρξε διευθύντρια της «Ελληνικής Επιθεώ­ρησης» (1907-1942), συνεργάστηκε επίσης με τα έντυπα Ακρόπολις, Σκριπ, Άστυ, Ατλαντίς, Εμπρός κ.α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1912 εργάστηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα, ενώ από το 1921 ως το 1922 διετέλεσε διευθύντρια του στρατιωτικού περιοδικού «Νίκη» με εντολή του Υπουργείου Εξωτερικών. Η τελευταία μνεία στο όνομά της ως διευθύντριας της Ελληνικής Επιθεωρήσεως υπάρχει στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1946, όπου αναγράφεται και η διεύθυνσή της στην Αθήνα, Μενάνδρου 83.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις», όπου δημοσιογραφούσε, έκανε το πρώτο εργατικό ρεπορτάζ. Μια φωνή νεαράς Ελληνίδας δημοσιογράφου από την «Ακρόπολι» του Βλάσση Γαβριηλίδη το 1898:

«Αλλά κύριοι εργοστασιάρχαι, δεν θα θεραπεύσητε το κακόν τούτο; Ιδρύσατε συσσίτια και ευεργετήσατε, χωρίς να χάσετε τι, τας χιλιάδας των πτωχών εργατίδων. Αι εργάτιδες πεινούν. Το ξερό ψωμί και η μισή ρέγγα, το ξερό ψωμί και το λίγο τυράκι, το ξερό ψωμί και το ένα πορτοκάλι ή το λίγο σταφύλι, δεν θεραπεύουν την πείνα τους».

 Η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος εργατικού ρεπορτάζ, η Ευγενία Ζωγράφου, με το καρνέ στο χέρι, ζητεί πληροφορίες από τους βιομηχάνους του Πειραιά (1898) για τη ζωή και τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατριών τους.  Στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας, η Ευγενία Ζωγράφου κατέχει ίσως την πρώτη θέση στο λεγόμενο εργατικό ρεπορτάζ, που το αναπτύσσει με θέσεις και λογοτεχνικό στυλ. Πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Εργογραφία

Πεζογραφία

Διηγήματα, Αθήνα, τυπ. Α.Αποστολόπουλου, 1896.
Διηγήματα, 1898.
Διηγήματα, 1900.
Η Γκούραινα, Αθήνα, Α.Ζ. Διαλησμάς, χ.χ.

Θέατρο

Η Μοναχή, [1894] (θίασος Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου)
Ο εξιλασμός, [1895] (θέατρο Παράδεισος)
Η κλεφτοπούλα, [1899] (θέατρο Νεαπόλεως)

Όταν λείπει το χρήμα, [1908]
Η Τζένυ με το γέλιο της
Το στοίχημα
Η Άνοιξη

 

 

Ευγενία Ζωγράφου: Μια λησμονημένη μορφή των γραμμάτων μας

 

Μαριέττα Ιωαννίδου, Ανακοίνωση στην Η’ Επιστημονική Συνάντηση του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. (Μάρτιος 1997, Θεσσαλονίκη).

  

Οι αστυφύλακες, οι οποίοι είχον ταχθεί χθες παρά την είσοδον του θεάτρου των «Ποικιλιών», εκραύγαζον διαρκώς: Ένας ένας. κύριοι! Ένας. ένας! Δεν είναι δυνατόν να μπείτε όλοι μαζί!

Τοιαύτην πραγματικώς εφαίνετο έχων διάθεσιν ο κόσμος, ο κόσμος, ο συρρέων και κατακλύζων τη στοάν του θεάτρου, να εισέλθει όλος διαμιάς, με δίψαν, με ανυπομονησίαν να ίδη το νέον «περίεργον φαινόμενον» το οποίον προανήγγειλαν τα προγράμματα – εν δράμα γραφέν υπό κόρης νεαράς και ωραίας.

Από της ενάτης η αίθουσα ήτο πλήρης και θορυβώδης.[…]

Επί τέλους αίρεται η αυλαία. Προσοχή και ενδιαφέρον, και εφ’ όσον εκτυλίσσεται το δράμα, το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός κορυφούται. Οι ηθοποιοί καλούνται επί της σκηνής επανειλημμένως, ήδη δε από της δευτέρας πράξε­ως εμφανίζεται, χειραγωγούμενη υπό της κ. Παρασκευοπούλου και η συγγραφεύς, κομψή, χαριέσσα, μετά προφανούς συγκινήσεως χαιρετώσα τους χειροκροτούντας θαυμαστάς της. Διότι – είναι περιττόν να είπωμεν-, ευθύς εξ αρχής, η δεσποινίς Ζωγράφου απέκτησε θαυμαστάς, και μάλιστα ενθουσιώδεις. Αυτοί την απεθέωσαν εις το τέλος. Την εκάλεσαν επί της σκηνής πολλάκις, μετά χα­ράς δε την είδον στεφανουμένην διά στεφάνου εξ ανθέων, απτού πλέον δείγματος της όλης επιτυχίας. Και ο κόσμος απήλθε καταγοητευμένος.

Το  απόσπασμα που παρέθεσα προέρχεται από άρθρο της Εστίας της 3ης Μαΐου 1894, χάρη στο οποίο πληροφορήθηκα, πριν από μερικά χρόνια, την ύπαρξη της θεατρικής συγγραφέως, πεζογράφου και δημοσιογράφου Ευγενίας Ζωγράφου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1878 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 1963.

Μετά το πέρας των πανεπιστημιακών σπουδών μου, οι γνώσεις μου σχετικά με τις Ελληνίδες συγγραφείς του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαε­τιών του 20ού περιορίζονταν σε τρία μόνον ονόματα: την Πηνελόπη Δέλτα, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Καλλιρρόη Παρρέν, της οποίας το «Λύκειο Ελληνίδων» είχα επισκεφτεί κάποτε τυχαία την Αθήνα. Στη διάλεξη που παρακολούθησα εκεί, η ομιλήτρια αναφέρθηκε και στα πεζά της Παρρέν, όταν όμως την επομένη αναζήτησα τα έργα της στη βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο ίδιο κτίριο, πληροφορήθηκα πως δεν υπήρχε εκεί ούτε ένα αντίτυπο κι ότι έπρεπε να ψάξω στους τόμους της Εφημερίδος των Κυριών, όπου προδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες. Περιττό μάλλον να προσθέσω ότι από τη σειρά των τόμων έλειπαν τουλάχιστον οι μισοί και απ’ αυτούς πάλι ένα σωρό σελίδες είχαν κάνει φτερά.

Το γεγονός αυτό πάντως μου κίνησε την περιέργεια σχετικά με τις «γρά­φουσες» του περασμένου αιώνα και την τύχη τους, περιέργεια που εξελίχθητε σε επιστημονικό ενδιαφέρον. Ένα ενδιαφέρον συναρπαστικό, αλλά και απίστευτα χρονοβόρο, ιδιαίτερα για τον Νεοελληνιστή που ζει στην άλλη άκρη της Ευρώπης και στις μέρες που καταφέρνει να βρεθεί στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτό αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της λειτουργίας βιβλιοθηκών και αρχείων, προπάντων όταν έχει την ατυχία να ενδιαφέρεται για προπολεμικό υλικό…

Είχα διαβάσει κάπου ότι «η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, έτσι όπως την έγραψαν οι ιστορικοί της εποχής, κατάντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους όπου θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Θαρρώ ότι το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας, όσον αφορά τον 19ο αιώνα: ονόματα γυναικών απουσιάζουν εντελώς ή αναφέρονται μόνον ένα  -δύο, χωρίς άλλα στοιχεία.

Σε δυο – τρεις περιπτώσεις Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Γιάννη Κορδάτου (1962) και του Νίκου Παππά (1973) για παράδειγμα, οι συγγραφείς τους αφιερώνουν ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στις «Ελληνίδες στη Λογοτεχνία», δημιουργώντας έτσι μια ξεχωριστή κατηγορία ποιητών και πεζογράφων με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό το φύλο τους. Ίσως κιόλας να ήθελαν με τον τρόπο αυτό να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην περίφημη écriture feminine. Όπως και να ναι βέβαια, ακόμα και η περιθωριοποίηση είναι προτιμότερη από την αποσιώπηση…

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή του ενδιαφέροντος πολλών Νεοελληνιστών προς τις αρχές της πεζογραφίας μας. Μέσα στη γενική αυτή κίνηση και χάρη στις έρευνες που γίνονται στα πλαίσια των «gender studies» (ο όρος αντικατέστησε τον αμφιλεγόμενο «women studies») ευνοήθηκαν και μερικές γυναίκες: Η ήδη αρκετά γνωστή Καλλιρ­ρόη Παρρέν, αλλά και η Ευανθία Καίρη, η συγγραφέας του πρώτου νεοελλη­νικού δράματος γραμμένου από γυναίκα (Νικήρατος, 1826), η ζωγράφος Ελένη Μπούκουρη-Αλταμούρα (1821-1900) και η άγνωστη, τραγική περίπτωση της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου έγιναν μέχρι και αντικείμενο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, αφιερωμάτων σε εφημερίδες, άρθρων, διαλέξεων και μεταφράσεων (Η Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου μεταφράστηκε όχι μόνο στα αγγλικά μα και στα ολλανδικά!)

Μια διδακτορική διατριβή ανέσυρε από τη λησμονιά το έργο μιας σπουδαίας Κωνσταντινοπολίτισσας διηγηματογράφου, της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, και μια θεατρική παράσταση ενός πειραματικού θιάσου στην Αθήνα «ανέβασε» ένα έργο μιας εντελώς άγνωστης συγγραφέως, της Μαρίας Μηχανίδου.

Ίσως να υπάρχουν και μερικές άλλες περιπτώσεις που μου διαφεύγουν, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σποραδικές προσπάθειες που σηματοδοτούν όμως μια καλή αρχή. Υπάρχει πλήθος ακόμα υλικού που παραμένει άγνωστο και ανεκμετάλλευτο: ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά βρίσκονται σκόρπια σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στα «αζήτητα» υπάρχουν και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας, που εκδίδονταν από γυναίκες και περιέχουν πολύτιμο υλικό όχι μόνο για τον μακρύ και επίπονο αγώνα της Ελληνίδας για χειραφέτηση, αλλά και για την προσφορά της στη λογοτεχνική παραγωγή της Νεότερης Ελλάδας.

Ευγενία Ζωγράφου, τσιγκογραφία, Ποικίλη Στοά.

Ας εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στην Ευγενία Ζωγράφου που αποτελεί το αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής και αυτού του άρθρου. Σε αρκετούς ίσως γνωστή ως δημοσιογράφος – διευθύντρια του περιοδικού Ελληνική Επιθεώρηση (1907-1942) – με διευθυντή σύνταξης από το 1920, από την ίδρυση της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς» και μετά δηλαδή, τον Άγγελο Δόξα. Η λογοτεχνική της δραστηριότητα όμως παραμένει ξεχασμένη και άγνωστη.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο ξεχωριστή για την εποχή της Αναπλιώτισσα; Ελάχιστα τα στοιχεία που κατάφερα ως τώρα να συγκεντρώσω για την ίδια και έτσι αναγκαστικά, η γνωριμία μαζί της έγινε μέσα από τη συγγραφική της δραστηριότητα ή, για να ακριβολογήσω, απ’ το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, μια και δεν έχω βρει ακόμη όλα τα διηγήματα και τα θεατρικά της. Τελικά, αυτή η έλλειψη στοιχείων για την ιδιωτική ζωή του συγγραφέα ίσως ν’ αποτελεί  ευτύχημα για τον ίδιο, όπως πολλοί υποστηρίζουν, επειδή θα κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα το έργο του.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των άρθρων που αναφέρονται στα πεζά και στα θεατρικά της Ευγενίας Ζωγράφου είναι ο θαυμασμός και η απορία για το πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται τόση φυσική και πνευματική ομορφιά στην ίδια νεαρή γυναίκα. Ακούστε, για παράδειγμα, πώς ο Κ. Πωπ κάνει το πορτρέτο της:

«Όταν μου λέγουν: – Γνωρίζετε την κυρίαν τάδε που γράφει; Μου έρχεται να απαντήσω αμέσως: – Όχι, αλλά φαντάζομαι πώς θα είναι. Μαύρη ή ξανθή ξεπλυμένη, με μαύρους όνυχας, με άσχημα δόντια, με μύτην  μεγάλην ή χωρίς μύτην, με στόμα μοχθηρίας ή στόμα όμοιον με του αράπη του μύθου, που το εν χείλος έφθανεν εις τον ουρανόν και το άλλο εθώπευε την γην. Με σώμα καμπουριασμένο, με πόδας ραιβούς, με στήθος… άνευ στήθους, μη έχουοαν τίποτε το γυναικείον εις την ψυχήν και τον νουν, όπως και εις την μορφήν. […]

Η δεσποινίς Ζωγράφου όμως συνέτριψεν την πρόληψιν, ότι μια εύμορφη δεν δύναται ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα… Πλάσμα αβρότατον, λιγυρά εικοσαετίς δεσποινίς, […] με πλούσιαν ελαφρώς κάστανήν κόμην, ροδόλευκον επιδερμίδα, εύθυμον και ανοικτόκαρδον την όψιν, με κάτι αφελές και αθώον και γλυκύ, περιχυμένον εις ολόκληρον την φυσιογνωμίαν της. Το ωραίον φύλον της χρεωστεί πολλά. Πρώτον διότι το αντιπρο­σωπεύει επαξίως ως μορφή. Δεύτερον διότι κατεκρήμνισε το ασάλευτον οι­κοδόμημα της κοινής γνώμης, ότι μία γυνή διά να ασχοληθεί εις τα γράμματα, πρέπει να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών, ουδέποτε δε εύμορφη».

Και ο Σουρής της αφιέρωσε στίχους στο «Ρωμηό» του. χαρακτηρίζοντας την ως την «ωραιότερα μες στας άλλας τας γράφουσας», που «θα δείξει στον Ροΐδη ότι τάχει  τετρακόσια», αναφερόμενος στη γνωστή διαμάχη Ροΐδη – γραφουσών. Ως «αξία παντός επαίνου η δεσποινίς Ζωγράφου» αναφέρεται, τόσο σχετικά με τα επτά θεατρικά της έργα όσο και με τους τρεις τόμους διηγημάτων της που κυκλοφόρησαν το 1896, 1898 και 1900 αντίστοιχα, με τον τίτλο Διηγήματα.

Το πρώτο της θεατρικό, το τρίπρακτο δράμα Η Μοναχή, ιστορικό, βυζαντινής εποχής, πρωτοπαίχτηκε το 1894 σε θέατρο της πλατείας Ομονοίας από το θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου και η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι παραστάσεις επαναλήφθηκαν και το 1895. Το ίδιο πε­τυχημένες ήταν και οι παραστάσεις του δεύτερου ιστορικού της δράματος, της Κλεφτοπούλας, που αναφερόταν στον ξεσηκωμό του ’21 και «ανέβηκε» για πρώτη φορά στο θέατρο Νεαπόλεως το 1899.

Τα πέντε θεατρικά που ακολούθησαν, Ο Εξιλασμός, Όταν λείπει το χρήμα, Η Τζένη με το γέλιο της, Το στοίχημα και το μονόπρακτο Η Άνοιξη, ήταν κοινωνικά δράματα – δύο απ’ αυτά μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και γαλλικά κι ένα στα ιταλικά, ενώ το Όταν λείπει το χρήμα ξανανέβηκε το 1912 στο Θέατρο της Κυβέλης. Το κοινό αποθέωνε τη συγγραφέα καλώντας τη στη σκηνή και στεφανώνοντας τη με άνθη, ενώ οι κριτικοί της εποχής την αποκαλούσαν «Ελληνίδα Γεωργία Σάνδη».

Στα δεκατέσσερα συνολικά διηγήματα που δημοσιεύτηκαν στις τρεις ομώνυμες συλλογές, δεσπόζουν τα γυναικεία πρόσωπα, νεαρής κυρίως ηλικίας, που ζουν στην Αθήνα, στη με πολύ γοργό ρυθμό μεταλλασσόμενη κοινωνία της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Τα δύο βασικά θεματικά μοτίβα, που αποτελούν «κοινό τόπο» στα περισσότερα διηγήματα της Ζωγράφου, είναι: πρώτον, η εξαρτημένη θέση και η παθητική στάση των γυναικών στην οικογένεια, στον έρωτα, στην κοινωνία και, δεύτερον, η κοινωνική αδικία που συντελείται λόγω της εκμετάλλευσης των αδύναμων και φτωχών από μερικούς αδίστακτους και επιτήδειους.

Είναι φανερό πως η Ζωγράφου συμμερίστηκε από νωρίς τις προσπάθειες για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, που μετά τον πόλεμο του 1897 θα βρουν υποστήριξη απ’ όλους τους νέους λογοτέχνες «παίρνοντας το σχήμα μιας ορισμένης κατακραυγής για κοινωνική αλλαγή», που ο Γουνελάς ονομάζει «σοσιαλιστική συνείδηση». Το «κατηγορώ» της συγγραφέως στρέφεται ενάντια σ’ όσους εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους οικονομικά αδύνατους και τους απροστάτευτους, ιδιαίτερα τις γυναίκες.

Ο Μάνθος, ο πρωταγωνιστής στο ομώνυμο διήγημα, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής του 1896, που πρωτοδημοσιεύτηκε ως επιφυλλίδα στην καθημερινή Εστία με τον τίτλο Ο Λιράς, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

 «Ότε [ο Μάνθος] έφθασεν εκεί, ως θηρίον εισήλθεν εις την απορφανωθείσαν οικογένειαν, των πάντων την εξεγύμνωσεν, έλαβε το εικοσαπλούν του χρέους των και πενομένην άστεγον την έρριψεν εις τους δρόμους.

Η χήρα, πτωχή ασθενής γυνή, είδε να της παίρνει ένα, ένα όλα τα πράγματα του φτωχικού της, δεν παρεπονέθει, δεν έκλαυσε, πλην όταν επρόκειτο ο Μάνθος να φύγει, εγονάτισε και τον παρακάλεσε κλαίουσα και ασπαζόμενη τους πόδας του, να της αφήσει ένα σκέπασμα διά το ασθενές παιδί της και το ασημένιον δαχτυλίδι των αρραβώνων της, τον απλούν κρίκον της αγάπης της. Πλην εκείνος της απάντησε σκληρώς φεύγων: (απόσπασμα)

– Ο κρίκος θα κάνει στο χρυσικό παράδες και το βαμβάκι που ναι στο πάπλωμα, στον αργαλειό πανί».

Η μοναξιά, η απογοήτευση που φτάνει στην απόγνωση, η καταπίεση, η αδικία και η περιφρόνηση που βιώνουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές, μαζί με το άγχος για τη συγκέντρωση της προίκας και το έντονο «κατηγορώ» της συγγραφέως για το θεσμό αυτόν και τα δεινά που συχνά επιφέρει, παρουσιάζονται πολύ γλαφυρά στα διηγήματα και στα θεατρικά της Ζωγρά­φου.

Πιστεύω πως πίσω από πολλούς πρωταγωνιστές των έργων της βρίσκονται υπαρκτά πρόσωπα που η ίδια συνάντησε κατά τη διάρκεια του εργατικού ρεπορτάζ, του πρώτου στην Ελλάδα, που διεξήγαγε το 1898 με εντολή του Βλάσση Γαβριηλίδη, για την εφημερίδα Ακρόπολη, σε εργοστάσια του Πειραιά, όπου οι γυναίκες δούλευαν «μέχρι και δωδεκάωρο τη μέρα για το ήμισυ του κανονικού ημερομισθίου».

Το 1904, τρία χρόνια πριν αρχίσει την έκδοση της Ελληνικής Επιθεώρησης, εκδίδει το 717 σελίδων ιστορικό μυθιστόρημα Η Γκούραινα, ήτοι η γυναίκα του στρατηγού Γκούρα, το οποίο πρέπει να είχε νωρίτερα δημοσιευτεί ως επιφυλλίδα, όπως υποθέτω από μια σύντομη σημείωση στο τέλος του βιβλίου.

Η Γκούραινα αναφέρεται στην εποχή του Αγώνα, συγκεκριμένα στην περίοδο 1817-1826, με βασική πρωταγωνίστρια, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, την κοτσαμπασοπούλα Ασημίνα Λοιδωρίκη, που αγαπά τον φτωχό κι ορφανό Γιώτη Κότσαρη· ο πατέρας και ο αδελφός της την αναγκάζουν να παντρευτεί τον Γιάννη Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Με τις περιπλανήσεις του Γιώτη και του Γκούρα – τα γυναικεία πρόσωπα κινούνται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους – ο παντογνώστης αφηγητής έχει την ευκαιρία να περιγράψει σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης, με στοιχεία που, όπως αναφέρει η συγγραφέας σε υποσημειώσεις, δανείζεται από τον Σουρμελή και τον Βλαχογιάννη.

Στην κεντρική ιστορία ενσωματώνονται και άλλες δύο δευτερεύουσες, η μια «με πρωταγωνιστές τον ήρωα Νικόλαο Σαρρή και την Τουρκάλα αγαπημένη του και η άλλη με κάποιον Γάλλο φιλέλληνα και την Ελληνογαλλίδα  κόρη ενός προξένου. Τα νήματα των τριών αυτών ιστορικών πλέκονται τεχνικά μεταξύ τους και μετά το θάνατο του Σαρρή και του Γκούρα και την ανάληψη  της αρχηγίας του Κάστρου από την ηρωική Γκούραινα, οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές συναντιούνται στην Ακρόπολη και συμπορεύονται προς το τραγικό, για τους περισσότερους απ’ αυτούς τέλος.

Το μυθιστόρημα έχει όλα τα «κλασικά» χαρακτηριστικά ενός ιστορικού μυθιστορήματος: χρονική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και στον ιστορικό χρόνο της αφήγησης, αληθινό ιστορικό πλαίσιο, ο κεντρικός πρωταγωνιστής ο Γιώτης είναι πρόσωπο πλασματικό και όχι ιστορική προσωπικότητα, αναπαριστά τις συνήθειες και τη νοοτροπία της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Η συγγραφέας έχει την ευκαιρία όχι μόνο να προσφέρει ευχαρίστηση στον αναγνώστη, αλλά και να τον διδάξει. Να του υπενθυμίσει τον αποσιωπημένο μεγάλο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και ταυτόχρονα να σκιαγραφήσει τρία γυναικεία πορτρέτα – σύμβολα, προσφέροντας πρότυπα συμπεριφοράς, κανόνες ζωής και ηθικές αξίες:

α) την ηρωίδα Γκούραινα, που είναι «χαρακτήρ ατίθασος, αποφασιστικός, ζωηρός και γενναίος, καρδία άφοβος», «{…} που εγνώριζε και να απαντήσει και να υπερασπιστεί. Προπάντων δε εγνώριζε και το δίκαιον της να τo καταστήσει σεβαστόν, αφού ήξευρεν και το άδικόν της, να το υποστηρίξει», όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής και όπως η ηρωίδα αποδεικνύει αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του Κάστρου της Ακρόπολης

β) τη γυναίκα που είναι «ωραία, ζωηρά, φιλόγελος, αλλά και φιλέκδικος, αγρία και απερίσκεπτος… με ψυχή σκληρά και εκδικητική» που οδηγεί τον εαυτό της και άλλους στην καταστροφή – και γ) την «πνευμα­τώδη και θαρραλέα γυναίκα», που αποκτά συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης και προσπαθεί να διεκδικήσει τη βελτίωση της.

Παρ’ όλο που τελικά επέρχεται με κάθαρση απολύτως σύμφωνη με τις ηθικές αξίες της εποχής – θάνατος για τις δύο πρωταγωνίστριες που, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, ξεπέρασαν τα επιτρεπτά όρια, συμβατικός γάμος για την τρίτη, που αποκτώντας συνείδηση της μειονεκτικής της θέσης ως γυναίκας, προσπάθησε να διεκδικήσει τη βελτίωση της -, η συγγραφέας επεμβαίνει συχνά και αποπειράται κάποια περισσότερο τολμηρή πρόταση, πέρα από τις αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο αξίες.

Είναι φανερό ότι πιστεύει στο σημαντικό ρολό του λογοτέχνη στην «ιδεολογική χειραφέτηση», στη διαμόρφωση μιας άλλης  κοινωνικής ηθικής, στην πραγματοποίηση μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ιδωμένο από την άποψη αυτή H Γκούραινα  είναι φανερό ότι ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ελληνικά ιστορικά λαϊκά μυθιστορήματα, όπως τα ονομάζει ο Απόστολος Δούρβαρης, που γνώρισαν μεγάλη ακμή μετά την επονείδιστη ήττα του 1897.

Εδώ πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που, καταφεύγοντας στην ανάμνηση του γνήσιου ηρωικού στοιχείου, αποπειράται να συμβάλει στην προβολή της γυναίκας-ηρωίδας στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Συγχρόνως η συγγραφέας του προσπαθεί να αξιοποιήσει λογοτεχνικά, όπως έκανε και θεατρικά, τις θέσεις της τόσο σχετικά με το «γυναικείο ζήτημα» όσο και με το θέμα της κοινωνικής αδικίας και της διαφοράς των τάξεων – η πλούσια κοτζαμπασοπούλα κι ο έρωτας της για τον φτωχό δουλευτή, ο άρχοντας Σαρρής που αποφασίζει να γίνει κτίστης, η κόρη του προξένου που επιθυμεί να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά τον ξεπεσμένο αριστοκράτη – αγαπημένο της.

Πρέπει επίσης να αναφέρω ότι Η Γκούραινα είναι, απ’ όσο ξέρω, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα, αν εξαιρέσουμε τη νουβέλα Ο Αλέξιος, ή τελευταίαι ημέραι των Ψαρών της Αγγελικής Πάλλη, που γράφτηκε στα ιταλικά το 1827 και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1860 από τον Ζακύνθιο Σπυρίδωνα Μονδίνο.

Ένα δεύτερο μυθιστόρημα της Ζωγράφου, με τον τίτλο Ελένη, άρχισε να δημοσιεύεται στην Ελληνική Επιθεώρηση το 1936, αλλά η δημοσίευση του σταμάτησε μετά από δύο τεύχη και είναι άγνωστο εάν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τόσο όμως σ΄ αυτό όσο και στα σκόρπια σε διάφορα περιοδικά διηγήματα της, όπως άλλωστε και στα διάφορα δημοσιεύματα της, ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελεί τον θεματικό και νοηματικό πυρήνα.

Δίνοντας το βάρος αποκλειστικά στα γυναικεία πρόσωπα του έργου της, η Ζωγράφου θέλει ίσως να υπογραμμίσει πως η κοινωνική απελευθέρωση θα πραγματοποιηθεί από τη γυναίκα.

Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε ότι, αν η Παρρέν (1861-1940) είναι η πρωτοπόρος της «αστικής χειραφέτησης» της γυναίκας – η ίδια ήταν μια ευκατάστατη αστή, φανατική μοναρχική και αντιβενιζελική -, η ομότεχνη της Ζωγράφου, πιο ριζοσπαστική, έχει το προβάδισμα στη «σοσιαλιστική χειραφέτηση». Αντιμετωπίζει το «γυναικείο ζήτημα» σε συνάρτηση με την απάνθρωπη κοινωνική υποδομή και το συνδέει με το εργατικό κίνημα – το πρώτο «ορθόδοξο» μαρξιστικό έργο που κυκλοφόρησε το 1892 στα ελληνικά, Γυνή και κοινωνισμός, του Α. Bebel αναφέρεται στα «εργατικά ρεπορτάζ» της.

Την ίδια αντιμετώπιση του γυναικείου ζητήματος, σε συνάρτηση με κοινωνικούς προβληματισμούς, θα συναντήσουμε, λίγα χρόνια αργότερα, και εκ μέρους του Κ. Χατζόπουλου (Ο Πύργος του Ακροπόταμου, 1908) και του Κ. Θεοτόκη (Η Τιμή και το Χρήμα, 1912), των συγγραφέων που αναφέρονται παντού ως «οι εισηγητές του κοινωνικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα». (Αυτός ο διαφορετικός πολιτικός προσανατολισμός των δύο γυναικών- πρωτοπόρων του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος υπήρξε πιθανόν η αιτία της εντελώς τυπικής και, όπως φαίνεται, αυστηρά επαγγελματικής μεταξύ τους σχέσης).

Μέσα στην πρόσφατη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να ξαναγίνει γνωστή η άγνωστη πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Ευγενία Ζωγράφου να ακουστεί η αποσιωπημένη φωνή της, να γίνει ορατό το κρυμμένο έργο της που, ενώ εξυμνήθηκε όταν πρωτοδημοσιεύτηκε και πρωτοπαίχτηκε, μετά λησμονήθηκε ή απορρίφθηκε χωρίς καν να μελετηθεί. Και ελπίζω να της δοθεί, έστω κι αργά, η θέση που της ανήκει στην επίσημη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

 

Μαριέττα Ιωαννίδου 

Καθηγήτρια του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών

του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

 

 

Υποσημειώσεις


1. Ε. Moutzan-Marünengou, Gekooide dromen. Autobiografie van een Griekse ten tijde van de Verlichtmg. (Εγκλωβισμένα όνειρα. Αυτοβιογραφία μιας Ελληνίδας το καιρό του Διαφω­τισμού). Groningen, 1992.

2. Γ. Παπακώστας. Η ζωή και το έργο της Α. Παπαδοπούλου. Αθήνα 1980.

3. Μ. Μηχανίδου. Νέα Εφεϋρεσις γάμου. Δημοτικό θέατρο Καλλιθέας, 1η παράσταση: 9 Νοεμβρίου 1994.

4. Ο Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό Μούσα (1920-1923). Ζητήματα Ιστορίας της Νεοελλη­νικής Λογοτεχνίας. Αθήνα 1991, αναφέρει και δυο τεύχη του 1944 και 1946 (σ. 18),

5. Στην εφημερίδα Ακρόπολη. 18 Σεπτεμβρίου 1899.

6. Χ. Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία 1897-1912. Αθήνα 1984.

7. Ε. Ζωγράφου. «Πώς εργάζονται οι γυναίκες μας» (1898), στα Δημοσιεύματα. Αθήνα 1903. σ. 32-64.

8. Α. Δούρβαρης. Ο Αριστείδης Ν. Κυριάκος και το λαϊκό ανάγνωσμα. Αθήνα 1992.

9. Β. Θεοδωροπούλου – Λιβαδά. Αγγελική Πάλλη – Βαρθολαμαίη και το έργο της, Αθήνα 1939· μια δεύτερη μετάφραση του ίδιου έργου έγινε από τη Σωτηρία Αλιμπέρτη και δημοσιεύτηκε στην Οικογένεια Αθηνών το 1898.

10. Η προσκόλληση της Παρρέν, τα χρόνια του μεσοπολέμου, στο συντηρητισμό και η εμμονή της σε θέσεις και πρακτικές της πρώτης περιόδου του φεμινιστικού κινήματος συντέ­λεσαν ώστε να θεωρηθεί τελικά ως η εκπρόσωπος του «αστικού φεμινισμού», (βλ. Σ.Ι. Μιχαλιάδου. Η Κ. Παρρέν. Σάμος 1940 και το αναμνηστικό τεύχος Πεντηκονταετηρίς της δράσεως της ιδρύτριας και Προέδρου του Λυκείου των Ελληνίδων Καλλιρρόης Παρρέν (1886-1936). Αθήνα 1936).

 

Βιβλιογραφία


  • Πάνου Λιαλιάτση, «Η Αργολική λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αρ. 2. 1994. σ. 58.
  • Μ. Ιωαννίδου, «Το πρώτο ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο από γυναίκα», στη Νέα Εστία.
  •  Μ. Ιωαννίδου, «Η Γκούραινα της Ευγ. Ζωγράφου· ένα αγνοημένο μυθιστόρημα μιας λησμονημένης συγγραφέως», στο Διαβάζω, αρ. 363, Μάιος 1996, σ. 70-77.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »