Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Ηραίον Άργους 


 

 Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει το Ηραίον του Άργους, η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Ο ιερός τόπος του Ηραίου, νότια από τις Μυκήνες κι’ αυτός στ’ ανατολικά ριζωμένος, αντίκρυ στον κάμπο. Μια ξέφραχτη απλωσύνη πάνω σ’ ένα περή­φανο ύψωμα. Δεν έχει επιβλητικά μυστικά, δεν έχει ερείπια συναρπαστικά, δεν έχει ούτε σύγχρονους πιστούς — δεν έχει ακόμη ούτε εποχές πλαίσιά του. Σ’ όλες τις εποχές κρατάει αυτήν την ίδια ανοιχτή, άσκεπη ευλάβεια, απλω­μένη παλάμη, προσφορά ιερή στην πίστη της μεγάλης θηλυκής θεότητας των Αρχαίων.

Μια Παναγία, χωρίς καλοσύνη, αλλά αυστηρή στην παρθενικότητά της, αλύγιστη στην πίστη του ενός άντρα: η Ήρα. Σ’ όλους τους μήνες το σύγ­χρονο προσκύνημα αποπνέει την ίδια ιερότητα. Δεν υπάρχουν κοντά δέντρα να ορίζουν τις αλλαγές του χρόνου. Μόνον η χλόη ανάμεσα στα λιγοστά ερείπια σημειώνει τη μεταβολή, έχοντας να προσφέρει την ίδια συντροφικότητα με κεί­νη των χορταριών πάνω σε ξεχασμένα κοιμητήρια. Τ’ ανατρίχιασμα του αέρα μόνο τη χλόη διαπερνάει. Διάφορο σαν είναι ξερή το φθινόπωρο κι’ αλλιώτικο σαν είναι δροσερή την άνοιξη.

 

Ηραίον, πίνακας Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Το τοπίο είναι μοναχικό. Το τυλίγει μια μοναξιά χωρίς αλαζονεία, χωρίς σκληρότητα, χωρίς άγχος, μια μοναξιά που απλώνεται με μια θηλυκή γλυκύ­τητα, με ανεπαίσθητη θλίψη καρτερίας, κι’ ενώνεται με ό,τι γύρω εξακολουθεί να είναι ζωή, πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της Αργολίδας. Μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά επικοινωνείς με το Ηραίο. Σιωπή σε συνοδεύει περνώντας από το φυλάκιο στις μεγαλόπρεπες πρώτες σκάλες, πλατειές 81 μέτρα να σε οδηγήσουν από το πρώτο ύψωμα στο δεύτερο του νέου Ναού. Σ’ αυτό το μεσαίο ύψωμα θ’ ακολουθήσεις συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα χνά­ρια των ιστορικών χρόνων να πλαισιώνουν τον Ναό.

Κατά τ’ ανατολικά ένα κτίριο 28X17 μπορεί να χρησίμευε για τελεστήριο, αίθουσα μυστηρίων, όπως στην Ελευσίνα. Κατά τα βόρεια, πίσω από μια δεύτερη κλίμακα 45 μ. πλάτος αναπτύσσονται τρία κτίρια-στοές, 22 Χ 7 μ. πλάτος, με διπλές κολόνες η μικρή και η μεγάλη 63 Χ 10,50 μ. Και μια τρίτη στοά στα βορειοδυτικά. Στα νότια και δυτικά άλλο κτίριο, από τα αρχαιότερα στο είδος του, μ’ αυλή και περιστύ­λιο του 4ου αιώνα ίσως, οίκος για τις ιέρειες της Θεάς που αγγίζει με τη μια γωνία του μια τέταρτη στοά, αυτήν της εισόδου με την πιο τέλεια κατασκευή απ’ όλα τα κτίσματα του Ηραίου. Πιο μακριά, δυτικά, ανακαλύπτεις ρωμαϊκές θέρμες κι’ άλλες στοές.

Στο μέσον αυτών των κτιρίων ο νέος ναός, εφάμιλλος των ωραιοτέρων ιστορικών, κτισμένος από τον Ευπόλεμο σ’ αντικατάσταση του αρχαϊκού που κάηκε. Η βάση του 39 Χ 20 μέτρα, με έξη δωρικές κολόνες περιστύλιο και δώδεκα στα πλάγια. Στο εσωτερικό το υπόβαθρο των τοίχων του σηκού και τα θεμέλια των εσωτερικών κιόνων. Μέσα εκεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς καθισμένης στο θρόνο, έργο του Πολυκλείτου. Και κοντά ένα ξύλινο άγαλμα της Ήρας κλεμμένο από την Τίρυνθα το 468 π.Χ.

Στο Εθνικό Μουσείο λίγα κομμάτια από τα αετώματα υπάρχουν μόνο. (Ο Παυσανίας ιστορεί πως το ένα έδινε τη γέννηση του Δία και τη μάχη των Γιγάντων, το άλλο την άλωση της Τροίας). Στα προπύλαια υπήρχαν αγάλματα ιερειών, ηρώων και του Ορέστη. Στο τρίτο ύψωμα ο αρχαίος ναός της Ήρας – κάηκε το 423 π.Χ. – δεσπόζει ακόμη με μια μεγαλοπρέπεια κυριαρχική από το ύψος των 252 μέτρων, ενώ πίσω το βουνό της Εύβοιας ανεβαίνει ως τα 700 μέτρα. Ανάμεσα σε δυο μικρά ποτάμια, τον Αστερίονα και τον Ελευθέριο –  τα νερά τους ιερά για την κάθαρση της ιέρειας κατάξερα τώρα – ο χώρος θα είχε αιώνων λατρεία στη θεά ή σε μια θεότητα προκάτοχό της και στις Μυκηναϊ­κές εποχές. Ο θρύλος εδώ ορίζει το μέρος οπού ο Αγαμέμνων όρκισε τους Α­χαιούς πριν από την Τροία.

Κατά τις ανασκαφές του 1926 βρέθηκαν πάνω από τον αρχαϊκό ναό κεραμικά Νεολιθικά και τάφοι της Προελλαδικής εποχής, ακό­μη και Μυκηναϊκής και Γεωμετρικής. Όλα αυτά μας βεβαιώνουν πόσο μακρό­χρονα ιερός ήταν αυτός ο τόπος της θεάς των φυσικών στοιχείων που έγινε το ιερό τέμενος του Άργους, το μέγα προσκύνημα, το καταφύγιο στις κακές ώρες, αλλά και της γιορταστικής χαράς τους η μεγάλη ρίζα.

Η έκφραση της υπέρτατης ευλάβειας δίνεται μέσα από την αρχαιότητα με τα δυο αγάλματα των Δελφών, των Αργείων αδελφών Κλέοβι και Βίτωνα. Αφιερώματα στην υψίστη ευσέβεια. Γιοι της Ιέρειας της Ήρας έσυραν με τους ώμους τους το λατρευτικό άρμα φέρνοντας οι ίδιοι τη μητέρα τους στο Ηραίο, για νάρθουν να κοιμηθούν εξαντλημένοι βρίσκοντας τον αιώνιο ύπνο – δώρο της θεϊκής εύ­νοιας – την ίδια νύχτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός πολεμικό που να μην είναι επίσης συνδεδεμένο μ’ αύτη την ευλάβεια προς την Μητέρα Θεών και Ανθρώπων, τιμημένη από ντόπιους και ξένους, φίλους και εχθρούς.

Ο Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 εχθρούς του Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε, κατά την παράδοση, στο Η­ραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες, μπαίνοντας με τη βία στον Ναό. Όμως στο πλησίασμά του το άγαλμα της πολιούχου του Άργους, βγάζοντας φλόγες από το στήθος, του έδειξε την οργή της Θεάς για την κατα­στροφή της αγαπημένης της πολιτείας.

Η μεγάλη γιορτή της τα «Ηραία» γίνονταν τον δεύτερο χρόνο κάθε Ολυμπιάδος κι’ ήταν η επισημότερη γιορτή των Αργείων, θρησκευτική και εθνι­κή μαζί. Με θυσίες – ήταν πολλές κι’ ονομάσθηκαν γι’ αυτό Εκατόμβαια – με αγώνες – το έπαθλό τους μια χάλκινη ασπίδα, «Χαλκείος Αγών» – με πομπές και παρελάσεις από νέους και νέες. Και τέλος με ξεφαντώματα.

Οι Ιέρειες λογαριάζονταν υψηλά πρόσωπα – τα ονόματά τους κρατούσαν από βασιλικά γένη. Καταγραμμένα μαζί με τις ημερομηνίες της υπηρεσίας τους στο ναό, σήμαιναν για τους Αργείους μέτρο ημερομηνίας. Η γιορτή άρχιζε μόνον όταν η Ιέρεια ερχόταν πάνω στο άρμα, το οδηγημένο από δυο άσπρα βόδια. Όταν το Θέατρο της πόλεως μπορούσε να χωρέσει είκοσι χιλιάδες θεα­τές, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς πόσες χιλιάδες πιστούς και προσκυνη­τές μπορούσε να συγκεντρώσει τέτοια μεγαλόπρεπη και πολυήμερη γιορτή σ’ έναν ανοιχτό υπαίθριο χώρο.

Κι’ είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τα πλήθη των αιώνιων γυναικείων πόθων και καημών, καθώς θ’ ανέβαιναν τις πλατειές σκάλες, με τ’ αναθήματά τους, ικέτιδες της δικιάς τους Θεάς. Όμοιες με τα παντοτινά χιλιόπυκνα γυναικεία πλήθη που σέρνονται, κάποτε γονατιστά, τάζουν και ολονυχτούν εμπρός σ’ όλες τις Παναγίες με τα μύρια χαϊδευτικά της τοπικής ευλάβειας, ως σήμερα. (Του Άργους η Ήρα είχε διάφορα υποκοριστι­κά λατρευτικά: Ανθεία, Ακραία, Ειλειθυΐα).

Αν γινόταν ξαφνικά οι ίσκιοι των νεκρών πιστών όλων των εποχών, να πορεύονταν μαζί σε τούτο το Ιερό, ο Αργείος χώρος θα γέμιζε, θα ξεχείλιζε. Η ανάσα τους λιβανωτό ευλάβειας μιας χιλιετηρίδας, θα πύκνωνε τότε σ’ ένα μεγάλο σύννεφο γκρίζο, ταξιδιάρικο προς τα βόρεια, προς τον Όλυμπο. Γύρω όμως μόνον η άνοιξη προβάλλει ποικιλόχρωμο μωσαϊκό μιας γης πολυδουλεμένης. Ένα άσπρο σύννεφο ταξιδεύει κατά τη θάλασσα. Το σημαδεύει μια μονά­χα κολόνα μισογκρέμιστη, σ’ όλο το χώρο της αλλοτινής μεγαλοπρέπειας. Εδώ, ούτε τον ίσκιο της Θεάς δεν κράτησαν οι ανελέητοι αιώνες.

  

Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άποψη του Άργους από τους κήπους της πόλης που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως (View of Αrgos) , Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας κάτω από το οποίο ανοίγεται μια σπηλιά και, στην κορυφή της νότιας πλαγιάς, το περίγραμμα κτισμάτων που ταυτίζονται πιθανώς με την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Πάνω από την πόλη διακρίνεται, ανάμεσα σε δύο δέντρα, αριστερά η πορεία του υδραγωγείου στην πλαγιά του βουνού.  

Ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, πέρασε από το Άργος στις 15 Ιουλίου του 1829.

Michel Sève, «Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος», Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1993.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή


 

Ένα νέο βιβλίο από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», με τίτλο «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους και γενικότερα της Πελοποννήσου. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς της ιστορικού Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή. Στο βιβλίο της η κ. Καραγεώργου παρουσιάζει τη δραστηριότητα της σημαντικής προυχοντικής οικογένειας Περούκα με βάση πλούσιο οικογενειακό αρχείο που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Η συγγραφέας αναλύει την επιχειρηματική δράση της οικογένειας, τις επενδύσεις σε γη, τις φοροενοικιάσεις, τις εμπορικές συναλλαγές και συνεργασίες που είχε σε μια περίοδο που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 18ου έως το 1820 και με επίκεντρο την περιοχή του καζά του Άργους.

Η ανάλυσή της είναι ιδιαίτερα μεθοδική, αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών προϊόντων του καζά, και όχι μόνο, επικεντρώνει όμως, όπως είναι φυσικό, στη διακίνηση του κατεξοχήν εμπορευματοποιημένου προϊόντος, τη σταφίδα, του προϊόντος δηλαδή που όταν κυρίως οι συνθήκες του διεθνούς εμπορίου επέτρεπαν, παρείχε στους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα απόκτησης σημαντικών κεφαλαίων.

 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

 

Η ανάλυση των επιχειρηματικών και χρηματοπιστωτικών στρατηγικών, των σχέσεων μεταξύ εμπόρων, μεσαζόντων, γαιοκτημόνων και χωρικών, αλλά και του ευρύτερου εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από το Άργος και την Τριπολιτσά έως την Κωνσταντινούπολη, και όλα αυτά με ενάργεια και οικονομία λόγου, οδηγούν στη διαμόρφωση σαφούς εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην βόρεια Πελοπόννησο, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικογενειακού αρχείου.

Η συγγραφέας ξεφεύγει από μια απλή, έστω ενδελεχή, εξέταση των δραστηριοτήτων μιας προ­υχοντικής οικογένειας και επιδιώκει την αναγωγή από το ειδικό στο γενικό, από την οικονομική δραστηριότητα μιας οικογένειας στις ευρύτερες συνθήκες άσκησης εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στο ρόλο που έπαιξαν οι ανταγωνιστικές μεταξύ τους οικονομικές πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Παράλληλα, αναδεικνύει ζητήματα όπως το ενδιαφέρον φαινόμενο του «σκορπισμού», της εγκατάλειψης του τόπου από μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά, φαινόμενο που έλαβε αυξητικές τάσεις έως το 1820 εξαιτίας των έντονων φορολογικών πιέσεων, την καταχρέωση των φορολογουμένων και τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των οικονομικών των κοινοτήτων.

Μέσα από ένα πλούσιο σε πληροφορίες οικογενειακό αρχείο η συγγραφέας αναδεικνύει πέρα από τις οικονομικές στρατηγικές, υποβόσκουσες κοινωνικές αντιθέσεις, όπως στην περίπτωση των χωρικών σταφιδοπαραγωγών και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα έναντι των σταφιδεμπόρων-πιστωτών. Οι αντιθέσεις αυτές διαμόρφωσαν αποκλίνουσες προσμονές ως προς την προοπτική απεμπλοκής από το οθωμανικό σύστημα.

Η κ. Καραγεώργου αξιοποιεί συνθετικά τις πληροφορίες που προσφέρει το οικογενειακό αρχείο των Περούκα και με τη μελέτη της συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση των ευρύτερων κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων στην βόρεια Πελοπόννησο στα χρόνια πριν την επανάσταση.

(Από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων

Read Full Post »

Έλληνες Πάπες


Η ελληνική παρουσία  στον θρόνο των ποντιφήκων

Ο παπικός θρόνος δεν μονοπωλήθηκε ευθύς εξαρχής από Δυτικοευρωπαίους ιεράρχες. Η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως στους αιώνες πριν από το Σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τον αντίκτυπό της στην παρουσία παπών ελληνικής καταγωγής στον θρόνο του Αγίου Πέτρου. Στη μελέτη αυτή κατ’ αρχήν εξετάζεται και αναδεικνύεται η ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, στη συνέχεια παρουσιάζονται οι Έλληνες επίσκοποί της και στο τέλος γίνεται λόγος για τον τελευταίο Έλληνα πάπα, τον Κρητικό Αλέξανδρο Ε’.

 

Η Ελληνικότητα της Αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης  

 

Ο Άγιος Πέτρος, Μονή Αγ. Αικατερίνης, Σινά.

Η άποψη του αείμνηστου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανε­πιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886-1979)[1] είναι πώς μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και Χρι­στιανοί ιουδαϊκής προέλευσης, αλλά ότι ως επί το πλείστον η Εκκλησία αυ­τή αποτελείτο από Χριστιανούς εξ εθνών, δηλαδή από τη Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Ελλάδα, οι οποίοι επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα, για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Αξίζει εδώ να επισημανθούν και να αναδειχθούν ορισμένα σημεία που πιστοποιούν και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης[2].

Ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες ήσαν και ελληνόφωνοι, που διαβιούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητας της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων  Ελλήνων επισκόπων της, για τους οποίους γίνεται αναλυτικός λόγος στη συνέχεια. Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που πιστοποιεί την ελληνικότητα της αρχαίας αυτής Εκκλησίας είναι η διασωθείσα φιλολογία.

Η ελληνόφωνη Εκκλησία της Ρώμης κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα ήταν ήδη «αξιόθεος», δηλαδή «αντάξια του Θεού»[3], διότι η «Ρωμαίων Εκκλη­σία» ενσωμάτωσε όλη την κληρονομιά της αποστολικότητας του Πέτρου και του Παύλου και από αυτήν προέκυψε το καθήκον να υπερασπίζεται ως «πρωτοκάθεδρη» με κύρος τις αλήθειες της πίστης και της παράδοσης[4]. Επομένως, η καταξίωσή της δεν οφειλόταν στο μέγεθός της ή στο ότι ήταν η Εκκλησία της πρωτεύουσας και στο ότι περιλάμβανε πολλούς πιστούς, αλλά στην προέλευση και την αποστολική καταβολή της, όπως και στο ορ­γανωτικό πνεύμα της, που διασφάλιζε την ευστάθεια και την ευταξία της [5].

Η ευθύνη της έγκυρης στήριξης της πίστης και της τάξης, μετά τους επισκόπους Ρώμης Λίνο (64/67-76/79) και Ανέγκλητο ή Ανάκλητο (76/79-88/91), διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με τους αρχαίους καταλόγους του Ηγησίππου[6], στον τρίτο διάδοχο των κορυφαίων αποστόλων, τον ελληνομαθέστατο επίσκοπο Φλάβιο Κλήμεντα (88/91-97/100), που θεώρησε καθήκον εξ ονόματος της Εκκλησίας του να αναλάβει πρωτοβουλία παρέμβασης για την επίλυση ενός σοβαρού εσωτερικού προβλήματος του εκκλησιαστικού σώματος της Κορίνθου, όταν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της διακονίας του «Πρεσβυτερίου» της από νεώτερα «λαϊκά» μέλη της.

Έτσι, «η μεγάλη τε και θαυμασία» κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ ιστ’ 16′) επιστολή του Κλήμη είναι γραμμένη στα Ελληνικά. Παράλληλα, στη Ρώμη γράφτηκε στα Ελληνικά, περί τα μέσα του 2ου αιώνα, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο[7]. Εκτός από τα έργα του Κλήμη και του Ερμά, συγγραφέα του έργου «Ο Ποιμήν» και αδελφού του πάπα Πίου, διασώθησαν και άλλα έργα, όπως η επι­στολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-107) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρα (166-174) προς την Εκκλησία της Κο­ρίνθου, οι οποίες επίσης γράφτηκαν στα Ελληνικά.

 

Η βασιλική του Κωνσταντίνου (σχέδιο μεταξύ 1483 και 1506)

 

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας αναγνωρίζεται ως ο κορυφαί­ος εκφραστής του δημόσιου αισθήματος της αρχαϊ­κής Εκκλησίας για την αποστολική λειτουργία της Εκκλησίας της Ρώμης, την οποία αναγνωρίζει ως «πρωτοκάθεδρη της αγάπης», όχι μόνο για τη φιλάνθρωπη αλληλεγγύη της, αλλά κυρίως για τη στοργική επιστασία της σε κάθε είδους ποιμαντική και διοικητική ανάγκη των «περιοικουσών» Εκκλησιών. Έτσι, δεν άργησε να τιμηθεί η καθέδρα του επισκόπου Ρώμης, ως η «ύπατη αποστολική αρχή» για τη στήριξη της πίστης και της παράδοσης, και να εξαρθεί η λειτουργία της ως «ο τόπος των Απο­στόλων» και ως κεντρικού «στύλου» του ιερού θε­σμού της Εκκλησίας.

Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, καμία άλλη Εκκλησία δεν επιχείρησε να την υποκαταστήσει ή να της απευθύνει νουθεσίες, παραινέσεις ή ελέγ­χους, ώστε να κλονισθεί η αποστολική αυθεντία της. Η εξαιρετική προέλευση και τα έργα της αλλη­λεγγύης αυτής της Εκκλησίας ενίσχυσαν το κύρος της στην υπεράσπιση της αποστολικής παράδοσης για τα σοβαρά θέματα του «συνεορτασμού του Πάσχα» και του αναβαπτισμού των «αιρετικών».

Οι απολογητές Ιουστίνος (πεθ. 165) και Τατιανός (120-172), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα Ελληνικά, όπως Ελληνικά έγραψαν γνωστοί και μεγάλοι αιρετικοί συγγραφείς, εγκατεστημένοι στη Ρώμη, και στα Ελληνικά αντιμετωπί­σθηκαν τόσο από τον Ιουστίνο όσο και από τον γνω­στό Σμυρναίο επίσκοπο Λουγδούνου (Λυών) Ειρη­ναίο (140 – 202, επίσκοπος το 178). Ο Barnard[8] γρά­φει σαφώς ότι «μέχρι του τέλους του 2ου αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσή της ανατολική. Τα ονόματα των επι­σκόπων είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του 3ου αιώνα, ενώ η χρήση της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε ακόμη περισσότερο».

  

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η ελληνική γλώσσα, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρχιεπίσκοπος πρώην Θυατείρων και Μ. Βρετανίας, μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος (Φούγιας) (1924-2006), στο εξαίρετο και βαθυστόχαστο έργο του «Έλληνες και Λατίνοι» (σελ. 53), ήταν παράγο­ντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, διό­τι η λατινική ήταν ανεπαρκής για να εκφράσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσο­φίας. Μία παράγραφος του Αουλου Γέλλιου (Aulus Gellius), σημειώνει ο Η. Milman[9], απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράσει, παρά τις καινοτομίες του Κικέρωνα, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας.

Ένα πρόσθετο στοιχείο που ενισχύει την ελλη­νικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, και το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει παραγνωρισθεί, έγκειται στον τρόπο ανάδειξης του Λίνου ως επισκόπου Ρώμης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας είναι σαφής ως προς το ότι ο Λίνος αναδείχθηκε με κλήρωση: «μετά Πέτρον της Ρωμαίων εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται» και σε ένα άλλο σημείο: «μετά την Παύλου και Πέτρου μαρτυρίαν, πρώτος κληρούται την επισκοπήν Λίνος»[10]. Η ανάδειξη με κλήρωση στα αξιώματα κάποιας ελλη­νικής πόλης αποτελούσε την πιο δημοκρατική δια­δικασία.

Καίρια το επισημαίνει αυτό ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει: «Λέγον δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δ’ αιρετός ολιγαρχικόν»[11], περιγράφοντας τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους οποίους κυ­ριαρχούσε η κλήρωση. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η ανάδειξη του Ματθία στη θέση του Ιούδα ως δωδέκατου αποστόλου έγινε με κλήρωση[12], κατά τον τρόπο που προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα[13], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ μετά την ανάληψη του Χριστού έγινε με βάση ελληνικά πρότυπα[14].

Το πολιτικό ήθος των Ελλήνων υπεισήλθε στο ήθος και της Εκκλησίας της Ρώμης. Αξίζει να επισημανθεί ότι πριν από την αρχιερα­τεία του Σωτήρα (166-174), οι προεστώτες της εκ­κλησίας της Ρώμης ήσαν πρεσβύτεροι, όπως σα­φώς προκύπτει από τις επιστολές του Ειρηναίου προς τον επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, όταν του γρά­φει «οι προ σου πρεσβύτεροι», και προς τον επί­σκοπο Ρώμης Ανίκητο «λέγοντα, την συνήθειαν των προ αυτού πρεσβυτέρων οφείλειν κατέχειν»[15]. Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να εκληφθεί ως τάση ορ­γάνωσης της Εκκλησίας κατά το δημοκρατικό ήθος των Ελλήνων[16].

 

Πλατεία Αγίου Πέτρου

 

Η λατινική παράδοση εγκαινιάσθηκε στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από Ρωμαίους, αλλά από Αφρικανούς Χριστιανούς. Έτσι, όταν ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει περί του Νοβάτου, του βίου και της αίρεσής του, αναφέρεται στην επιστολή του Κορνηλίου Ρώμης (251-252) προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) που γράφτηκε στα Ελληνικά[17], ενώ θεωρεί ως εξαιρετική και άξια μνείας την επιστολή του αγίου Κυπριανού (248/9-258) που γράφτηκε στα Λατινικά: «Ρωμαϊκή φωνή συντεταγμέναι, Κυπρια­νού και των αμ’ αυτώ κατά την Αφρικήν».

Μόλις περί τα μέσα του 3ου αιώνα υποχώρησε η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίσθηκε η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, διότι εάν δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν χριστιανικά κείμενα στα Λατινικά.

Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι την εποχή του Ευσέβιου αποκαλύπτει και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων μελών και ηγε­τών της. Αυτό το δηλώνει ο επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος γράφοντας στα Ελληνικά στον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα, του αναφέρει ότι «εξ αρ­χής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο» και «το μέχρι του καθ’ ημάς διωγμού (δηλ. του Δεκίου, 249-251) φυλαχθέν Ρωμαίων έθος», και του υπογραμμίζει τον ελε­ήμονα και ευεργετικό ρόλο της Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες («πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν εκκλησίαις τε πολλαίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας δι’ ων πέμπετε αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρω­μαίοι φυλάττοντες»)[18].

Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στη λατινική γλώσσα ήταν ο πάπας Λέων Α’ (440-461), ο οποίος στερέωσε τον λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης[19]. Αναμφισβήτητα υπήρξε μέγας, δεδομένου ότι διέσωσε τη Ρώμη τόσο από τον Αττίλα όσο και από τον Γιζέριχο, εγκαινιάζοντας παράλληλα το παπικό πρωτείο, το οποίο στήριξε σε ομιλίες του κα­τά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και στις επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως «primus omnium episcoporum» και δηλώνο­ντας ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η «plenitudo potestatis», η «solicitudo omnium pastorum» και η «communis cura universalis ecclesiae»[20]. Πρόκειται για εκ­φράσεις και συμπεριφορές που απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνο από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλά απ’ όλη την Ανατολική Εκκλησία.

 

Οι Έλληνες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρώμης

 

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμεινε ενωμένη, έστω και με δύο μέρη, υπό τους γυιούς του Μ. Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η Εκκλησία, αντίθετα, έδειχνε σημεία διαίρεσης σε Λατινική και Ελληνική. Στην Ανατολή επικράτησαν τα ελληνικά στοιχεία, κυρίως στον στρατό και στη νομοθεσία.

Η Ιστορία γνωρίζει Λατίνους στη Δύση και Έλληνες στην Ανατολή, με την κορυφαία διαφορά ότι αρκετοί Έλληνες έγιναν πάπες (του­λάχιστον 12 κατά τον π. Νικηφόρο Βιδάλη)[21] ή αντιπάπες, αλλά ουδείς Λατίνος έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό θα μπο­ρούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη της μεγαλύτερης ελευθερίας που επικρατούσε στην Ρώμη προς τους Έλληνες, ως ένδειξη ασφάλειας που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι ή ακόμη και ως μία οφειλή που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι προς τους Έλληνες που ίδρυσαν την Εκκλησία της Ρώμης[22]. Οι Έλληνες πάπες της Ρώ­μης υπερβαίνουν τους 20, διότι οι Σύριοι και οι άλλοι Ανατολί­τες πάπες πρέπει να θεωρη­θούν ελληνίζοντες, δεδομένου ότι έγραψαν στα Ελληνικά[23].

Χαρακτηριστική είναι η περί­πτωση του αγίου Ιππολύτου (217-235), μαθητή του αγίου Ει­ρηναίου, επισκόπου Λυών, ο οποίος φέρεται στο Annuario Pontifico ως Ρωμαίος, ενώ οι Ρω­μαιοκαθολικοί πατρολόγοι J. Quasten και Β. Altaner γράφουν χωρίς επιφυλάξεις ότι ήταν Έλληνας από την Ανατολή[24]. Τα γεγονότα και τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Λατι­νική Εκκλησία της Ρώμης αποτελούσε συνέχεια της Ελληνι­κής Εκκλησίας στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα.

Η προσάρτηση της διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού στη Νέα Ρώ­μη είχε αρνητικές ιστορικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις στην Ορθό­δοξη εξέλιξη του πρώτου Δυτικού πατριαρχείου. Στην αρχαία αυτή καθέ­δρα είχαν αρχιερατεύσει μέχρι τότε 13 ελληνόφωνοι επίσκοποι, με τελευταίους τον Εφέσιο πάπα Ιωάννη ΣΤ’ (701-705) και τον Καλαβρό Ιωάννη Ζ’ (705-707). Κατά την περίοδο της βασιλείας των Λέοντα Γ’ και Κωνσταντίνου Ε’ αρχιεράτευσαν ο συριακής καταγωγής πάπας Γρηγόριος Γ’ (731-741) και ο Έλληνας Ζαχαρίας (741 -752). Οι ελληνικής και συριακής καταγωγής πάπες οι οποίοι κάθισαν στο Σύνθρονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από το 607 έως το 752, υποστήριξαν σθε­ναρά την Ορθόδοξη πίστη, ίσως διότι διατελούσαν ακόμη υπό την πνευμα­τική επιρροή της Ανατολής.

Οι περισσότεροι προστάτευσαν την οικουμενι­κότητα του θρόνου τους, παρά τις επεμβάσεις των Φράγκων, τόσο στο θέ­μα της παρεξήγησης του όρου περί των αγίων εικόνων, όσο και στην εισαγωγή του διφορούμενου όρου του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, που δυστυχώς άνοιξε τον δρόμο προς την ετεροδοξία. Όσο κυριαρχούσε το ελ­ληνικό εικονόφιλο πνεύμα, το πατριαρχείο Παλαιάς Ρώμης ήταν το κέντρο αντίστασης της Ορθοδοξίας και το καταφύγιο ευσεβών κληρικών.

Η περίοδος της αρχιερατείας του επισκόπου Στεφάνου Β’ (752-757) αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας της Ρώμης στρέφοντας οριστικά την παπική έδρα προς τους Φράγκους. Η προ­οδευτική εγκατάλειψη της Ρώμης από το Βυζάντιο, οι απειλές των εικονομάχων και οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων, ανάγκασαν τον πάπα Στέφανο Β’ να καταφύγει στον Πιπίνο τον Βραχύ, που ουσιαστικά «ελευθέρωσε» τη Ρώμη από τη διπλή απειλή εξ Ανατολών και Βορρά[25].

 

 Έλληνες Πάπες

 

Πάπας Ανάκλητος

Ως ένας από τους πρώτους Έλληνες επισκό­πους της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται ο Ανάκλη­τος ή Ανάγκλητος (76/79-88/91), ο διάδοχος του Λί­νου, ο οποίος ήταν Αθηναίος. Διάδοχός του υπήρξε ο Κλήμης. Τρίτος επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με τον Ειρηναίο, ήταν ο Ευάρεστος που διετέλεσε επίσκοπος της επτάλοφης πόλης, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, από το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού μέχρι το τρίτο του Τραϊανού, δηλαδή από το 97 μέχρι το 105 μ.Χ.[26]

Πάπας Ευάρεστος

Η πληροφορία ότι ο Κλήμης καταγόταν από τον αυτοκρατορικό οίκο των Φλαβίων, έχει κριθεί ανυπόσταστη[27]. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για τον συνεργάτη του αποστόλου Παύλου στην κοινότητα των Φιλιππησίων, άποψη που αποδέχεται ο Ωριγένης[28], θεωρείται όμως απί­θανη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τον Ειρηναίο, ο οποίος αναφέρει ως βοηθό του αποστόλου τον Λίνο[29]. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του με την πρόσδεση άγκυρας στον λαιμό του, στο λιμάνι της Χερσώνας, δεν φαίνεται ακριβής, δεδομένου ότι ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι ο Ευσέβιος κάνει λόγο για φυσικό θάνατό του[30]. Ο Κλήμης είναι ο συγγραφέας των δύο περίφημων επιστολών προς τους Κορινθίους.

 

Πάπας Τελεσφόρος

Επόμενος Έλληνας πάπας μετά τον Ευάρεστο ήταν ο Τελεσφόρος (125-136), του οποίου η θητεία συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138)[31]. Με ελληνική καταγωγή (γεννήθηκε στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας), πολέμησε τις αιρέσεις των Γνωστικών και εισήγαγε πολλές λατρευτικές διατάξεις, όπως τη νηστεία της Σαρακοστής, την καθιέρωση τριών λειτουργιών κατά τα Χριστούγεννα (ανάλογα με την επιθυμία του ιερέα) και τη θέσπιση του ύμνου «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» κατά τη θεία λειτουργία. Μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού («ός και ενδόξως εμαρτύρησεν», γράφει ο Ειρηναίος Λουγδούνου)[32].

Πάπας Υγίνος

 Τον Τελεσφόρο διαδέχθηκε ο Υγίνος ο οποίος, σύμφωνα με παλαιές πηγές, φέρεται ως Αθηναίος[33]. Η αρχιερατεία του διήρκεσε από το 136 έως το 140, ή, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, από 148 έως το 142. Απεβίωσε κατά το «τέταρτον της επισκοπής έτος»[34]. Η περίοδος της αρχιερατείας του συμπίπτει με τη μακρά ειρηνική και εποικοδο­μητική περίοδο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Αντώνιο Πίο (138-161).

 

 

 Στον Υγίνο αποδίδονται αρκετές εκκλησιαστικές, λατρευτικές και θεολογικές οδηγίες, όπως ο προσδιορισμός των μικρών βαθμών του ιερατείου, η ονομασία των ιερατικών οφφικίων, η επιβεβαίωση ότι η πληρότητα του ιερατείου περιέχεται μόνον στο επι­σκοπικό αξίωμα, η άποψη ότι οι επί­σκοποι μαζί με τον πάπα αποτελούν τη διδάσκουσα Εκκλησία, η θέσπιση αναδόχων για το βάπτισμα των κα­τηχούμενων.

Πάπας Ελεύθερος

Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Ελευθέρου ή Ελευθερίου (που αναφέρεται ως «δωδέκατος από των αποστόλων»), Έλληνα την καταγωγή από τη Νικόπο­λη της Ηπείρου[35]. Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Αύγουστο σε ανάμνη­ση της νίκης του επί του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), απο­τελούσε σημαντικό κέντρο της Δυτικής Ελλάδας. Η χριστιανική Εκκλησία της Νικόπολης ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο, και γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και σήμερα η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης αναγνωρίζεται ως αποστολική. Από πληροφορία του Ηγησίππου (που αναφέρεται στην προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης), συνάγεται ότι ο Ελεύθερος υπήρξε διάκονος του Ανικήτου (τον Ανίκητο διαδέχθηκε ο Σωτήρ από την Καμπανία (166-175) και αυτόν ο Ελεύθερος).

Ο Ελεύθερος ποίμανε την Εκκλησία κατά την περίοδο της αυτοκρατο­ρίας του Μάρκου Αυρηλίου (168-180) και του γιου του Κόμμοδου (180-192). Παρά το γεγονός ότι ο Κόμμοδος δεν είχε τις αρετές του πατέρα του, κα­τά την περίοδο της διακυβέρνησής του, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, «η κατάσταση των Χριστιανών βελτιώθηκε και, θεία βουλήσει, η ει­ρήνη επεκτάθηκε σε όλες τις Εκκλησίες της αυτοκρατορίας. Ο λόγος της σωτηρίας άρχισε να ελκύει τις καρδιές των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τά­ξης και εκτενώς δόξαζαν τον Πλάστη του Σύμπαντος, έτσι ώστε στη Ρώμη πολλοί επιφανείς άνθρωποι με ολόκληρη την οικογένειά τους αγκάλιαζαν τη διδασκαλία της σωτηρίας»[36]. Η αρχιερατεία του Ελεύθερου συνέπε­σε με την αίρεση του Μοντανισμού και με τους διωγμούς του Μάρκου Αυ­ρηλίου (177-178) κατά των Χριστιανών.

Ο επόμενος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αντέρως, ο οποίος εποίμανε την Εκκλησία επί 43 ημέρες (29/11/235-3/1/236).

Η ποιμαντορία της ρωμαϊκής Εκκλησίας από τον αθηναϊκής καταγωγής Σίξτο (30/8/257-6/8/258) σημαδεύθηκε από ένα διάταγμα του Βαλεριανού (τον Αύγουστο του 257), το οποίο θεωρούσε τη χριστιανική θρησκεία παράνομη, υποχρέωνε τον κλήρο να θυσιάζει στους θεούς και απαγόρευε στους Χριστιανούς να συγκεντρώνονται στις κατακόμβες[37].

 

Tο μαρτύριο του πάπα Σίξτου.

 

Ο Ευσέβιος Καισαρείας[38] εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Βαλεριανός άλλα­ξε τακτική έναντι των Χριστιανών και, ενώ στην αρχή ήταν ανεκτικός, στη συνέχεια έγινε εχθρός τους. Μεταξύ των μαρτύρων αυτού του διωγμού συ­γκαταλέγεται ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης (13/9/257), αλλά και ο ίδιος ο Σίξτος (6/8/258). Βραχεία υπήρξε και η ποιμαντορία της Εκκλησίας της Ρώμης από τον Ευσέβιο (18/4/309 ή 310 – 17/8/309 ή 310), ο οποίος βρέθηκε ενώπιον των δραματικών καταστάσεων της εποχής του Κωνσταντίνου, του Λικίνιου και του Μαξέντιου.

Πάπας Ζώσιμος

Η ποιμαντορία της έδρας του αποστόλου Πέτρου από τον Έλληνα Ζώ­σιμο (από την Καππαδοκία) (18/3/417-26/12/418) χαρακτηρίζεται από τη στά­ση του έναντι της αίρεσης του πελαγιανισμού (η οποία είχε καταδικασθεί από τον προκάτοχό του Ιννοκέντιο Α’), καθώς και από την έκδοση εγγρά­φου σχετικού με την αμαρτία, το οποίο ο ιερός Αυγουστίνος επαινεί για τη σαφήνειά του.

Ο Ζώσιμος αγωνίσθηκε για την επιβολή πειθαρχίας στον κλήρο, την κατάργηση της δουλείας και των ανήθικων θεαμάτων. Επιπλέον κατόρθωσε να επιβάλει τα δικαιώματα της Αποστολικής Έδρας στους επισκόπους της Αφρικής[39].

 

Ρωμαίος, αλλά ελληνικής καταγωγής, ήταν ο Βονιφάτιος Γ’ (19/2/607 -12/11/607), ο οποίος είχε διατελέσει αποκρισάριος του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου (590-604), του επονομαζόμενου Διαλόγου, λόγω του συγγραφικού του έργου στην Κωνσταντινούπολη.

 

Πάπας Θεόδωρος Α΄

Ο Ιεροσολυμίτης, Έλληνας πάπας, Θεόδωρος Α’ (642-649) τάχθηκε κατά της αίρεσης του μονοθελητισμού και υιοθέτησε τον τίτλο «πατριάρχης της Δύσεως». Ο Κύπρου Σέργιος του απέστειλε εγκάρδιο γράμμα, στο οποίο τον αποκαλεί «στήριγμα θεοπαγές και ασάλευτον, και στηλογραφίαν δια­φανή της πίστεως… την σην αποστολικήν καθέδραν ιδρύσατο Χριστός ο Θεός ημών. Συ γαρ… υπάρχεις Πέτρος, και τω σω θεμελίω της Εκκλησίας οι στύλοι πεπήγασι»[40].

Πάπας Ιωάννης ΣΤ΄

Από τη Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την Έφεσο, καταγόταν ο Ιωάν­νης ΣΤ’ (30/10/701 – 11/1/705), του οποίου η διαποίμανση χαρακτηρίσθηκε από σύνεση και από το ειρηνοποιό του πνεύμα. Δύο επιτεύγματα ιστορικής σημασίας καταγράφονται στο ενεργητικό του. Πρώτον, η συνετή του στά­ση έναντι του αξιωματούχου Θεοφύλακτου, Βυζαντινού έξαρχου στην Ιτα­λία, που κατευθυνόταν στη Ρώμη με κακές προθέσεις και τον οποίο ο Ιω­άννης κατόρθωσε να τον κατευνάσει ώστε να μην καταστρέψει την πόλη. Δεύτερον, η σωτηρία και η αποσόβηση του κινδύνου των επαρχιών της Ν. Ιταλίας από τον δούκα των Λογγοβάρδων Γκισούλφο Μπαμπάρδο[41].

 

Πάπας Ιωάννης Ζ΄

Τον Ιωάννη ΣΤ’ διαδέχθηκε ο γεννημένος στην Καλαβρία Έλληνας Ιωάννης Ζ’ (1/3/705 – 18/10/707), ο οποίος άφησε αγαθή μνήμη για τη διαχείρι­ση της εκκλησιαστικής περιουσίας και για τη φροντίδα του να στολίσει τη Ρώμη με μνημεία.

Στον Έλληνα πάπα Ζαχαρία (10/12/741 – 22/3/752) οφείλεται η μετάφρα­ση από τα Λατινικά στα Ελληνικά των τεσσάρων βιβλίων «Διάλογοι του πά­πα Γρηγορίου του Μεγάλου» (590-604), καθώς και η στέψη του Πιπίνου του Βραχέος ως βασιλέα των Φράγκων (751), πράξη που εγκαινίασε τη δυνατότητα των παπών να στέφουν και να καθαιρούν τους Φράγκους βασιλείς δια­σφαλίζοντας ταυτόχρονα την ιερότητα αυτής της πράξης από τους Φρά­γκους[42].

Πάπας Ζαχαρίας

Στην ιστορική αναδρομή των Ελλήνων που ποίμαναν την αποστολική έδρα του Πέτρου πρέπει να προσθέσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, την ανα­γνώριση της σημαντικής συμβολή της Ρώμης κατά την Εικονομαχία, δεδο­μένου ότι στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 24/9-23/10/787) μετείχαν ως εκπρόσωποι του πάπα Αδριανού Α’ (772-795) δυο τοποτηρητές του, ο πρω­τοπρεσβύτερος Πέτρος στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Έλληνας ηγούμενος Πέτρος «ελληνικής» μονής του Αγίου Σάββα στη Ρώμη[43]. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο πάπας Ιωάννης Α’ (523-526) ήταν ο πρώτος πάπας που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 524. Πα­ράλληλα, υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος πάπας που έστεψε Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστίνο Α’, το Πάσχα (19 Απριλίου) του 524, όταν λει­τούργησε «λατινίδι τη φωνή» στη δεύτερη βασιλική της του Θεού Σοφίας, του Θεοδοσίου Β’.

 

Αλέξανδρος Ε’: Ο τελευταίος Έλληνας πάπας

 

Για την πολυκύμαντη και πολυσχιδή δραστηριότητα του πάπα Αλεξάν­δρου Ε’ κάνει λόγο ο Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Ο Πέτρος Φιλάργης εί­χε γεννηθεί στην Κρήτη περί το 1340[44]. Προφανώς δεν είχε οικογένεια και έλαβε το όνομα Πέτρος από τον Χάνδακα. Διδάχθηκε Λατινικά από έναν Μινορίτη μοναχό. Ως Φραγκισκανός μοναχός στην Κρήτη το 1357, στάλθηκε από το ισχυρό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου στην Πάδοβα, φοί­τησε στο εκεί πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογία στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και των Παρισίων, όπου αναγο­ρεύθηκε διδάκτωρ, διδάσκοντας μάλιστα επί ένα διάστημα. Στο συγγραφι­κό του έργο συγκαταλέγονται σχόλια στα Sententiae του Πέτρου του Λομ­βαρδού[45].

Αλέξανδρος Ε’

Εγκατέλειψε όμως την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία όταν το 1378 εκδηλώθηκε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το μεγάλο σχί­σμα και όλοι οι οπαδοί του πάπα Ουρβανού ΣΤ’ εκδιώχθηκαν από το Πανε­πιστήμιο των Παρισίων. Το 1384 μετέβη στην Παβία, το 1386 εξελέγη επί­σκοπος Πιατσέντσας και το 1388 επίσκοπος Βιτσέντσας. Παράλληλα γνώ­ρισε τον Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και έγινε πολιτικός του σύμβουλος, με­τέχοντας σε διπλωματικές αποστολές στην Πράγα.

Με την υποστήριξη του Βισκόντι αναδείχθηκε αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων το 1402. Αν και στενά συνδεδεμένη με την Αυλή της Γαλλίας (λόγω του μεγάλου σχίσματος στο εσωτερικό της), η οικογένεια Βισκόντι δεν είχε εντούτοις εγκαταλείψει και τον ποντίφηκα της Ρώμης. Πάπας στην Αβινιόν ήταν ο Βενέδικτος ΙΓ’, ενώ στη Ρώμη ο Ιννοκέντιος Ζ’, ο οποίος επιζητούσε τη φιλία των Βισκόντι και του Πέτρου Φιλάργη. Από τότε ο Φιλάργης έγινε ιδιαίτερα σημαίνον πρό­σωπο για την παπική Αυλή. Το 1405 τιμήθηκε με τον τίτλο του καρδιναλίου και στάλθηκε ως πρεσβευτής στη βόρεια Ιταλία, όπου συνασπίσθηκε με τους υπόλοιπους καρδιναλίους προγραμματίζοντας σύνοδο για να επιτευ­χθεί η ένωση της Καθολικής Εκκλησίας.

Στις 25 Μαρτίου 1409 άρχισε η Σύνοδος της Πίζας, κατά την οποία ο Πέ­τρος Φιλάργης αναδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος. Στις 26 Ιουνίου 1406 εκλέχθηκε πάπας, έχοντας εξα­σφαλίσει τα δύο τρίτα του κον­κλαβίου. Έλαβε το όνομα Αλέ­ξανδρος Ε’ και όφειλε πλέον να φροντίσει για την ειρήνη του Καθολικού κόσμου, και για την καλή λειτουργία της μηχανής της παπικής εξουσίας, με όρα­μα την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Ως Φραγκισκανός, προώθησε αμέ­σως βούλλες (προνόμια) υπέρ του τάγματός του, ελπίζοντας ίσως ότι οι Φραγκισκανοί θα ανανέωναν το εκκλησιαστικό σώμα.

Ο Αλέξανδρος Ε’ επιθυμούσε το τέλος του σχίσματος μεταξύ της Αβινιόν και της Ρώμης. Αναγνωρίσθηκε από πολλές ιταλικές πόλεις, από τη Γαλλία, την Αγγλία, ένα τμήμα της Γερμανίας και από τη Βοημία. Ο σπουδαιότερος αντίπαλός του ήταν βέ­βαια η ίδια η Ρώμη. Μετά από οκτώ μήνες, την 1η Μαΐου 1410, η Ρώμη έπε­σε και ο Αλέξανδρος Ε’ θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί ως πνευματικός ηγέτης της παπωσύνης με τη δύναμη των όπλων. Τελικά όμως δεν κατόρ­θωσε να εισέλθει στη Ρώμη. Ασθένησε στην Μπολώνια, απεβίωσε στις 4 Μαΐου 1410 και ετάφη στο κοιμητήριο του τάγματος των Φραγκισκανών.

Ευαίσθητος στις πράξεις συμφιλίωσης, ο Μάρκος Ρενιέρης υπογραμμί­ζει ιδιαίτερα τη διαλλακτική στάση του Αλεξάνδρου και τις προσπάθειές του να κατευνάσει τα πάθη και να συμβιβάσει τα πνεύματα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ρενιέρης θέλησε να προβάλει στο πρόσωπό του τις αστείρευτες δυνάμεις του Ελληνισμού ο οποίος, αν και κάτω από ξένη κυριαρχία, κατόρθωσε, παρά τις εθνικές αντιξοότητες, να διαδραμα­τίσει ηγετικό ρόλο στη Δύση[46].

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του επίσης Κρητικού Οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι (1572-1638), ο οποίος με σπάνιες ικανότητες, οπλισμένος με μόρφωση, παρρησία και μεγαλειώ­δες παράστημα, υπηρέτησε τον Ελληνισμό στις πλέον κρίσιμες στιγμές του, κατορθώνοντας να καταστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο παράγο­ντα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις δύο αυτές προσωπικότητες της Κρή­της διέβλεπε ο Ρενιέρης δυνατότητες για την αποκατάσταση της Ένωσης των Εκκλησιών, που αποτελεί μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

 

 Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Διδάκτωρ Κοινωνικών & Οικονομικών

Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης

 Περιοδικό, «Ιστορικά θέματα», τεύχος 90, Δεκέμβριος 2009.

 

Υποσημειώσεις


  

[1] Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, Αθήνα 1937, σελ. 10.

[2] Μεθόδιος Φούγιας, Έλληνες και Λατίνοι, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1994, 48-54 (β’ έκδ.).

[3] Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Ρωμαίους Ι 6-9, στη σειρά Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, τ. Β’, Αθήνα 1955.

[4] Ειρηναίος, Κατ’ Αιρέσεων 3,33.

[5] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τ. Α’ (50 μ.Χ. -1850), Εκδ. Σταμούλης, Αθήνα 2008, σελ.69.

[6] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 51,5.

[7] Α. Hahn et al., Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der alten Kirche, Μπρεσλάου 1897 (ανατ. G. Olms, Χίλντεσχαίμ 1962), 22-23.

[8] L. W. Barnard, Studies in Church History and Patristics, Θεσσαλονίκη 1978, 26 (στη σειρά Analekta Vlatadon, αρ. 26).         

[9] Η. Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicholas V, τ. I, Λονδίνο 1857 (β’ έκδ.), σελ. 31, σε σημείωση.

[10] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Γ’ 4,8, και Γ’ 1,2, αντίστοιχα.

[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ’ 9, 1294 β 8-9.

[12] Πράξεις των Αποστόλων α’ 23-26.

[13] Για τη σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πρακτικής της κλήρωσης με την εκκλησιαστική παράδοση βλ. Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η άμεση δημοκρατία στην εκλογή επισκόπων και ο τελευταίος Έλλην πάπας», Η Νέα Πολιτική, τχ. 19, Μάιος 2007, σελ. 61, του ιδίου, «Εναλλακτική πρόταση για την εκλογή επισκόπων», Το Βήμα, Μ. Παρασκευή 25 Απριλίου 2008, σ. Α10, του ιδίου, «Η εκλογή επισκόπων και η αρχαία ελληνική δημοκρατία», Η Νέα Πολιτική, τχ. 34, Οκτώβριος 2008, 39-40. 

[14] Ιωάννης (Ζηζιούλιας) Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Η συνάντηση δυο κόσμων, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2008 (β’ έκδ.), σελ. 127.

[15] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 24,15 και 24,16 αντίστοιχα.

[16] Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 1959, σελ. 49, σημ. 7.

[17] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ’ 43 και ΣΤ’ 43, 3, αντίστοιχα.

[18] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 23, 9 και 10.

[19] Milman, Α’, 170. Πρβλ. Στεφανίδη, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α’ και Λέων ο Α’ εν ταις σχέσεσιν αυτών προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορας και τας υπ’ αυτών συγκαλουμένας οικουμενικάς συνόδους», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 1924.

[20] Φούγιας, σελ. 54.

[21] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι Ποντίφικες και το έργο τους, Εκδόσεις Κ.Ε.Ο, Αθήνα, 1994, σελ. 170.

[22] Ch. Diehl, Byzantium. Greatness and Decline, Rutgers Univ. Press, 1957, σσ. 241-50.

[23] Gay, «Quelques remarques sur les papes Grecques et Syriens avant la querelle des Iconoclastes (678-715)», Melanges P. Schlumberger, τ. I, Παρίσι 1924, 40 (αναφ. από τον Φούγια, σελ. 62, σημ. 41).

[24] J. Quasten, Patrology, τ. II (1962), 163, Β. Altaner, Patrologie. Leben Schriften und Lehre der Kirchenvaeter, Φράιμπουργκ 1958,183 (5η έκδ.). To ίδιο ισχύει και στους καταλόγους των παπών που έχει συντάξει ο αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 802-4.

[25] Πανώτης, σσ. 252-3.

[26] Ειρηναίος, Έλεγχος 3,3,3, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 15, 34.

[27] Για τη σχετική επιχειρηματολογία βλ. Δ. Μπαλάνο, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1930, σελ. 31 κ.εξ.

[28] Απ. Παύλος, προς Φιλιππησίους δ’ 3, Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, ΣΤ’ 36.

[29] Δημ. Μπαλάνος, Πατρολογία, σελ. 32, Σωφρόνιος (Ευστρατιάδης) Λεοντοπόλεως, Λεξικόν της Καινής Διαθήκης, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια, 1910 (ανατ.: Αθήνα, εκδ. Πελεκάνος, 2001), σελ. 436.

[30] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 34.

[31] Ο όρος «πάπας» προέρχεται από το αραμαϊκό Abba (ab στην εβραϊκή), που σημαίνει πατέρας. Ο τίτλος του πάπα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον πειθαρχικό και αυστηρό επίσκοπο Ρώμης Σιρίκιο (384-399), αλλά η τακτική χρήση του άρχισε επί, επισκόπου Ρώμης Αγαπητού (535-536): Πανώτης, σα. 151, 220, σημ. 26.

[32] Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων Γ 3,3. Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 10, Ε’ 6,4.

[33] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι ποντίφικες, σελ. 57.

[34] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Δ’ 10, 11, 6.

[35] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε’ (πρόλογος) 1. Ε 3,4, Π. Χρήστου, «Ο Έλλην πάπας Ελεύθερος (175-189)», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Β’ (1980).

[36] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε 3,4, 4,1, Ε 21,1.

[37] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι, σελ. 73.

[38] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’ 10.

[39] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Σελ. 94.

[40] Πανώτης, Το Συνοδικόν, σελ. 229.

[41] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, 150-1.

[42] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, σελ. 160.

[43] Β. Σταυρίδης, Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος Νίκαια (β’), Θεσσαλονίκη 1987, Πανώτης, 262-5.

[44] Μ. Ρενιέρης, Ιστορικαί Μελέται. Ο Έλλην Πάπας Αλέξανδρος Ε’. Η εν Βασιλεία Σύνοδος, σσ. 1-105, κεφ. Ι-Θ.

[45] Fr. Ehrle, Der Sentenzenkommentar Peters von Candia, des Pisaner Papstes Alexander V (1925) (αναφ. από τον Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 562-3).

[46] Ρωξάνη Α. Αργυροπούλου «Μάρκος Ρενιέρης: Η ρομαντική ιστοριογραφία στην φιλοσοφική της θεώρηση», Μ. Ρενιέρη, Ιστορικαί Μελέται, σσ. ξα’- πγ’.

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Η μάχη στο Μαραθώνα. Ο Γούρας (Γκούρας) καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

    

Η μάχη της Βέργας. Νίκη του Μαυρομιχάλη και των Λακώνων περί Βέργαν. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.





Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.



Ο Κωλέτης αναγγέλλει τοις Έλλησι την εκλογήν Όθωνος. Peter Von Hess.

 

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:

 

Ανδρέας Μιαούλης. Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον εχθρικόν στόλον περί την Κω. Peter Von Hess.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Χουρσίτ  Πασάς 

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε. Μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων, το Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Λιθογραφία, Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier, Τυπ. P. Simonau, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1826.

«Η δε Οθωμανική Πόρτα από μεν τον κατά του Αλή Πασά πόλεμον δεν παρητήθη, υπώπτευε δε και τα των Ελλήνων πράγματα· όθεν διώρισε Μπινά Εμίνην εις την Πελοπόννησον να επισκευάση τα φρούρια, και να τα εφοδιάση· διώρισε δε και τον τότε ηγε­μονεύοντα εκεί Ιμπραχήμ Πασά να περιέλθη εις επίσκεψιν όλων των φρουρίων της Πελοποννήσου, δια να ιδή, εάν καλώς επεσκευάσθησαν και εφωδιάσθησαν και μετά την περιήγησίν του, εκείνον μεν διώρισαν εις άλλην ηγεμονίαν, εις δε την της Πελοποννήσου διωρίσθη ο Χουρσήτ Πασάς …  εν ω κατεγίνοντο να θεραπεύσωσι και την εκείνων δυσαρέσκειαν, και εκ συμφώνου άπαντες να φροντίσωσι περί της ευταξίας του πράγματος, έφθασεν εις την Πελοπόννησον ο Χουρσήτ Πασάς, περί του οποίου οι εν Κωνσταντινουπόλει Αδελφοί ειδοποίησαν, ότι έχει μυστικάς επιταγάς να παρατηρήση προσεκτικώς τα κινήματα των Πελοποννησίων, και, αν η χρεία το καλή, να εμβάση στρατεύματα από την Ρούμελην προς ασφάλειαν. Όθεν έμειναν οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου συνεσταλμένοι, υποπτεύοντες μάλλον από τον Δραγουμάνον, Σταυράκην Ιωβίκην, Κωνσταντινουπολίτην, όστις λάτρης ων του Οθωμανικού γένους, παρατηρεί να ανακάλυψη τι, δια να προδώση τους Ομογενείς.
  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

   Ο Χουρσήτ Πασάς λοιπόν, αφ’ ου παρετήρησε με όμμα Οθωμανικόν το εσωτερικόν της Πελοποννήσου, και δεν είδε τι ψηλαφητόν πράγμα εναντίον της Διοικήσεως, ημέλησε την από της Ρούμελης είσοδον των Στρατευμάτων, και επροσπάθει να αναπαύση και την Πόρταν. Αλλ’ η Οθωμανική Πόρτα, αφ’ ου ανεκάλυψε καλώς τα της Εταιρίας και δια διαφόρων προδοσιών και δια των εγγράφων, όπου ευρέθησαν εις τον Αριστείδην και Ίππατρον οίτινες συνελήφθησαν ο μεν εις την Σερβίαν, ο δε εις την Μακεδονίαν, έλαβε μέτρα δραστηριώτερα κατά του Ελληνικού Έθνους· και τον μεν Χουρσήτ Πασάν διώρισεν Αρχιστράτηγον εναντίον του Αλή Πασά, επειδή και η εκείνου υπόθεσις δεν επρόβαινε κατά την αρέσκειαν του Σουλτάνου….» [ Γερμανού 1837]

(Πηγή: Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007). 

Χουρσίτ Πασάς. Εκδ. Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1829.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς, Ηλίας Γιαννικόπουλος,  Δικηγόρος – Δ.Ν. Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006 (Αίγιον 26-28 Μαΐου 2006). Αθήναι 2009. 

Αποθήκευση Έγγραφου: Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς

 

Read Full Post »

Παλαιότεροι Μουσικοί στο Ναύπλιο (ΙΣΤ΄ – ΙΗ΄ αι.)– Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας 


 

 «Μουσική είναι η ομορφιά του σύμπαντος» (Πλάτων)

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Μουσικές προσωπικότητες στο Ναύπλιο είναι γνωστές από τα παλαιότερα χρόνια, κυρίως όμως από της απελευθερώσεως του 1821. Μνημονεύομε πρωτίστως τον γνωστό λόγιο υμνογράφο Νικόλαο Μαλαξό, πρωτοπαπά Ναυπλίου (1538 μ.Χ.) και μετέπειτα εφημέριο της ελληνικής κοινότητος Βενετίας (1552-1573), όπου ανεδείχθη σπουδαίος κοινωνικός παράγων, διορθωτής και επιμελητής τυπογραφικών δοκι­μίων, κυρίως λειτουργικών βιβλίων, γενικώς ακαταπόνητος εργάτης του πνεύματος, τόσον εκεί όσο και στην Κρήτη και την Ζάκυνθο, όπου έζησε διαδοχικά μαζί με την πολυμελή του οικογένεια, εγκαταλείποντας το Ναύπλιο, μετά την επικράτηση των Τούρκων (21 Νοεμβρίου 1540).

Ο Μαλαξός έγραψε, με πηγαίο υμνογραφικό τάλαντο, κανόνες σε εορτές αγίων, μακαριστάρια και ευλογητάρια, πεντηκοστάρια, στιχηρά προσόμοια, ιδιόμελα, κοντάκια και απολυτίκια, εγκώμια και βίους αγίων, αφηγήσεις θαυμάτων, από τα οποία προκύπτει ότι ήταν «μεστός παιδείας ορθόδοξος λόγιος» και αντάξιος γόνος της λογιωτάτης Ναυπλιακής οικογενείας των Μαλαξών. Στα υμνογραφήματα του φιλόπονου Μαλαξού ανήκει και το γνωστό Απολυτίκιο της Περιτομής του Σωτήρος (Πρωτοχρονιάς): «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, θεός ων κατ’ ουσίαν, πολυεύσπλαχνε Κύριε…» και ή «ερμηνεία της ευλογούσης του Ιερέως χειρός», όπως καταχωρίζεται στα λειτουργικά βιβλία: «Ειρμολόγιον» και «Αγιασματάριον».

Ενδεικτικό της μουσικής κατάρτισης του Μαλαξού είναι και το γεγονός, ότι δίδει λεπτομερείς οδηγίες για την σειρά, τους ήχους και τον τρόπο εκτέλεσης των εκκλησιαστικών ύμνων, όπως προκύπτει από τις ιδιόγραφες σημειώσεις του στα περιθώρια των σωζομένων χειρογράφων του με τον χαρακτηριστικά ωραίο γραφικό του χαρακτήρα [1].

Στον ίδιο χώρο των υμνογράφων και μουσικών ανήκει και ο λόγιος ιερομόναχος Μητροφάνης ο Ναύπλιος, που εξέδωσε στην Βενετία με τον τίτλο: «Ακολουθία του Οσίου πα­τρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού, του εν τη νήσω Κεφαλληνίας, ψαλλομένη τη κ’ του Οκτωβρίου μηνός, συγγραφείσα παρά Μητροφάνους ιερομονάχου του Ναυπλίου. Νεωστί τυπωθείσα και επιμελώς διορθωθείσα, ης εν τω τέλει και έκθεσις σύντομος της ορθοδόξου ημών πί­στεως εις ωφέλειαν των χριστιανών. Ενετίησιν παρά Αντωνίω τω Βόρτολι, 1750».

Στον ίδιο εκδότη έγινε επανέκδοση του βιβλίου αυτού τα επόμενα χρόνια: 1768, 1778, τέταρτη και πέμπτη έκδοση το έτος 1789 και 1819 αντίστοιχα από το τυπογραφείο «Νικολάου του Γλυκέως του εξ Ιωαννίνων» και έκτη, το 1861 «εκ του τυπογραφείου Φοίνικος». Ας θυμηθούμε τον παληό αυτό λόγιο Ναυπλιώτη του 18ου αιώνα, όπως αυτός εύχεται με τους ιαμβικούς στίχους του, που αντιγράφομε από την σελίδα 76 της τρίτης έκδοσης της Ακολουθίας (Βενετία 1778), τυπωμένης με κόκκινα και μαύρα γράμματα:

 

«Τλήμων, ταπεινός, ευτελής, ρακενδύτης,

Μητροφάνης, Ναύπλιος έξυσ’ ευτόνως,

πόνον τε μόχθον της δε συγγραφής όλον.

Όν οι άδοντες εν ψυχής καταστάσει,

Μέμνησθέ μου βέλτιστοι αξιώ πάνυ,

όπως λάβοιμε αμπλακιών την λύσιν,

εν ώρα φρικτής της δίκης του Δεσπότου,

προστασίαις Γερασίμου του εν Μάλα

Άνακτι Χριστώ δόξα, τιμή και κράτος».

 

Έναν άλλο Ναυπλιώτη, μουσικολογιώτατο του ιδίου αιώνος, γνωρίσαμε μετά από ευγενή σύσταση του καθηγητού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίου Γρηγορίου Στάθη, στο Άγιον Όρος. Εκεί στην Μονή Παντελεήμονος φυλάσσεται σε καλή κατάσταση το μουσικό χειρόγραφο του «Κυριάκου Κουλιδά Ναυπλιώτη». Είναι γραμμένο με μαύρη ζωηρή μελάνη και με ζωηρή κόκκινη για τους τίτλους και τις μουσικές ενδείξεις (υποστά­σεις, φθοραί, μαρτυρίαι), με ωραία αρχιγράμματα.

Το χειρόγραφο αυτό με δερμάτινα μαύρα εξώ­φυλλα φέρει τίτλο: «Αναστασιματάριον μετά κεκραγαρίων, συν Θεώ αγίω, πολλά ωφέλιμον εις ψάλτην, όπου αγαπά να ψάλη εύμορφον χύμα, τόσον τα αναστάσιμα ωσάν και το Στιχάριον. Ψάλλεται δε χύμα. Νέα σύνθεσις εμού ταπεινού Κυριάκου Κουλιδά του Ναυπλιώτη’ ήχος α’, Κύριε εκέκραξα» [2].

Για την εκκλησιαστική πάντως μουσική και την καλλιέργειά της στην ευρύτερη του Ναυ­πλίου περιοχή μαρτυρούν και τα όσα απέμειναν μουσικά χειρόγραφα και παλαιές μουσικές εκ­δόσεις της βιβλιοθήκης της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, όπου έζησαν παλαιότερα μουσικά κατηρτισμένοι μοναχοί, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις τους στα περιθώρια των σελίδων των μουσικών αυτών βιβλίων [3].

 

Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας

  

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Είναι γνωστόν ότι επί Τουρκοκρατίας η μουσική παιδεία ήταν εκκλησιαστική, αφού τα όσα και όπου λειτουργούσαν υποτυπώδη σχολεία ευρίσκονται σε χέρια εκκλησιαστικά, με κύρια μάλιστα διδακτικά βιβλία την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι. Η τακτική αυτή συνεχίζεται και μετά την απελευθέρωση του 1821, οπότε οι γονείς και κηδεμόνες, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πρώτες ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές προτιμούσαν να διορίζουν στα ιδιωτικά, τα κοινοτικά, τα αλ­ληλοδιδακτικά σχολεία μεταξύ των υποψηφίων δασκάλων εκείνους, που γνώριζαν μουσική, ώστε να διδάσκουν ανάλογα τα παιδιά, αλλά και για να ψάλλουν, τις Κυριακές και εορτές, στην εκκλησία [4].

Ο Ιωάννης Κοκκώνης, επιθεωρητής των Σχολείων στο Ναύπλιο και μετέπειτα Διευθυντής του Διδασκαλείου στην Αθήνα, ενημερώνει με το από 2 Μαρτίου 1839 έγγραφό του τον τότε Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Γλαράκη, ότι με αφορμή τις προτιμήσεις των σπουδαστών και τις διαφωνίες μεταξύ των καθηγητών της Βυζαντινής Μουσικής Ζαφ. Ζαφειροπούλου και της Ευρωπαϊκής Αθ. Αβραμιάδη, έδωσε ρητή εντολή και τα δύο μαθήματα να είναι υποχρεωτικά, δε­δομένου ότι οι σπουδαστές θα εξετασθούν και στα δύο αυτά μαθήματα «κατά την υπάρχουσαν τάξιν».

Ο ίδιος βεβαιώνει τον Υπουργό, ότι δεν μεροληπτεί υπέρ του μαθήματος της Ευρωπαϊκής Μουσικής, διότι «έχει την πεποίθησιν ότι και τούτο το μάθημα (της Βυζαντινής Μουσικής) είναι εν μέσον προς εξάπλωσιν της Δημοδιδασκαλίας μεταξύ των Δήμων, εκ των οποίων πολλοί δια μόνην την εκκλησιαστικήν μουσικήν, προτιμούν να έχωσι Γραμματοδιδασκάλους»[5]. Δηλαδή οι Δήμοι τότε ενεθάρρυναν τους νέους με υλική συνδρομή και συμβουλές για το διδασκαλικό επάγ­γελμα, με στόχο να τους έχουν μελλοντικά ψάλτες στους καθεδρικούς και άλλους ενοριακούς ναούς τους.

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων, Paris,1858.

Έναν τέτοιο παραδοσιακό πρωτοψάλτη και μουσικοδιδάσκαλο γνωρίζομε αρχικά στα Σχο­λεία της Αίγινας και την μετακαποδιστριακή εποχή στο Ναύπλιο, τον Ζαφείριο Ζαφειρόπουλον, όπως επίσης και τους διαδόχους του: Αναστάσιο Ταπεινό και Κωνσταντίνο Κηρύκου, κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνος (1833-1862).

Είχαμε όμως στο Ναύπλιο, από τα παλαιότερα χρόνια, εκτός της εκκλησιαστικής, και κοσμική δυτική, ξενόφερτη μουσική. Βεβαίως ο πολύς κόσμος διασκέδαζε με τραγούδια, που έλεγαν οι συμποσιαστές ή όσοι συμμετείχαν σε χο­ρούς ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, με συνοδεία λαϊκών οργάνων, τα οποία μερικοί περιηγη­τές περιγράφουν λεπτομερέστερα. Το ίδιο συνέβαινε στο στρατό, όπου οι μαχητές περιποιού­νταν προ της μάχης την καθαριότητά τους και πολλές φορές διασκέδαζαν με χορούς και τραγού­δια.

Είναι γνωστό ότι βιολιτζήδες ακολουθούσαν τα στρατόπεδα· οι ίδιοι μετακινούνται με τα εκστρατευτικά σώματα προς εμψύχωση των αγωνιζομένων «για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία».

Μαρτυρείται επίσης ότι τα στρατιωτικά σώματα των ατάκτων αγωνιστών ακολουθούσαν μουσικοί, όχι βεβαίως επαγγελματίες, με τύμπανα, ζουρνάδες και κλαρίνα, που έπαιζαν ηχηρότατα προ της μάχης και μετά την νίκη. Την ίδια τακτική εφήρμοσε ο Κολοκοτρώνης στην μάχη του Βαλτετσίου και σ’ εκείνη των Δερβενακίων και ο Καραϊσκάκης στην εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδος. Οι δε καπεταναίοι στις περιστασιακές στρατολογίες τους, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, συνοδευόταν από ζουρνάδες και νταούλια, για να αφυπνί­ζουν τον πατριωτισμό των νέων.

Παράλληλα, τα δημοτικά μας τραγούδια, τα κλέφτικα, τα καθιστά – τα επιτραπέζια (της τάβλας) ή εκείνα της χαράς του γάμου κ.λ.π., ακούγονταν συχνά στο Ναύπλιο συνοδευόμενα μάλι­στα με τον συρτόν, «την πάτριον των Ελλήνων όρχησιν». Για τις μουσικές αυτές εκδηλώσεις έχομε τα απομνημονεύματα των συγχρόνων, τις μαρτυρίες των περιηγητών, να εκθειάζουν τον λυρισμό, τα γνωστά γυρίσματα και τσακίσματα των τραγουδιών αυτών, σε μεγάλη ποικιλία. Θαυμαστής των δημοτικών μας τραγουδιών, που ενωρίς εδημοσιεύτηκαν, αρχικά από ξένους σε χωριστές συλλογές – ανθολογίες, ήταν και ο θείος Γκαίτε [6], ενώ άλλοι ξένοι όπως ο Edmond About [7] κάμουν άδικες κρίσεις, παρασυρμένοι από την μέτρια, σε όσες παρακολούθησαν περι­πτώσεις, απόδοσή τους.

Πρόβλημα ήταν τότε και τώρα η καλή μουσική, η σωστή απόδοση είτε της φωνητικής είτε της ενόργανης μουσικής. Αυτό είναι το ζητούμενο. Και αυτά που γράφουμε εδώ συνέβαιναν mutatis mutandis σχεδόν παντού στον ελληνικό χώρο. Ειδικότερα το ερώτημά μας είναι: πότε εισήχθη στο Ναύπλιο η ξένη, η δυτική, η λεγόμενη ευρωπαϊκή μουσική; Από πότε απετέλεσε διδασκόμενο μάθημα στα Σχολεία της πόλεως και πότε εισήχθη η ευρωπαϊκή μουσική στην θεία λατρεία;

Ο Θεσσαλός ιατροφιλόσοφος Διονύσιος ο Πύρρος, που επεσκέφθη την περιοχή, το έτος 1815, γράφει στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: «Εις αυτάς τας δύο ωραίας πόλεις (Ναύ­πλιον και Άργος) διατρίβουσι και διάφοροι ευγενείς και φιλέλληνες Ευρωπαίοι, μάλιστα χάριν ψυχαγωγίας ή ξεφαντώσεως»[8], η οποία πάντως συμπορεύεται συνήθως με οινοποσία και απαραί­τητα με μουσική από όργανα, που θα συναπεκόμιζαν από την γενέτειρά τους οι ρομαντικοί εκείνοι ξένοι στο Ναύπλιο.

Οι ξένοι όμως στο Ναύπλιο ήταν φαινόμενο ενδημικό επί αιώνες πριν, αφού η ξενοκρατία της περιοχής καλύπτει συνολικά εξακόσια είκοσι οκτώ συνεχή χρόνια: Φραγκοκρατίας (1212-1389), Βενετοκρατίας (1389-1540), Τουρκοκρατίας (1540-1686), Β’ Βενετοκρατίας (1686-1715) και Β’ Τουρκοκρατίας (1715-1822). Σε όλα αυτά τα χρόνια η ξενική των Φράγκων και Βενετών κατοχή του Ναυπλίου έφερε, μαζί με τους ανθρώπους της, και τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατακτητών και πολλά έχουν γραφή για τις επιδράσεις τους στην ενδυμασία, την γλώσσα, την κοινωνική ζωή των Ναυπλιωτών [9].

Οι ίδιοι κατακτητές έφεραν από τις πατρίδες τους κυρίως Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία την μουσική και τα όργανά τους, τους σαλπιγκτές τους στα στρατόπεδα κατοχής, τις φρουρές στην πάνω (Ακροναυπλία) και την κάτω πόλη, την στοιχει­ώδη για την εποχή φιλαρμονική τους ορχήστρα. Έκαναν στην γιορτή του Αγίου Μάρκου λαμπαδοφορίες και παρελάσεις με συνοδεία μουσικής, ενώ από το λιμάνι του Ναυπλίου, έκτος από τα πολεμικά πλοία, εμπορικά πλοία επώνυμων Ναυπλιωτών διενεργούσαν διαμετακομιστικά τα­κτικά ταξίδια, μεταξύ της μητροπολιτικής Βενετίας και των άλλων βενετοκρατούμενων λιμα­νιών και έφεραν επομένως στο Ναύπλιο πολιτιστικά αγαθά, μεταξύ των οποίων και μουσικά.

Οι ήχοι, λοιπόν, και ο ρυθμός της δυτικής – ευρωπαϊκής μουσικής δεν ήσαν ξένοι στις ακοές των πε­ρισσοτέρων Ναυπλιωτών. Ενώ πολύ λίγοι ήσαν οι σπουδαστές  [10] από το Ναύπλιο και το Άρ­γος, που γνωρίζομε ότι φοίτησαν στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Ρώμης και έγιναν οι αυτοί μέτοχοι και της εκεί μουσικής ζωής. Υπενθυμίζομε ακόμη την παρουσία ιερωμένων δυτικών μοναχικών ταγμάτων στο Ναύπλιο, όπου έψαλλαν καθημερινά την λατινική λειτουργία με δυτική εκκλησιαστική μουσική σε γρηγοριανό ή άλλο μέλος, όπως οι Καπουτσίνοι (1640), που διατηρούσαν και Σχολείο, ενώ οι Ιησουΐτες είχαν στο Ναύπλιο μικρόχρονη μόνον παραμονή [11].

Επομένως είχαμε από τότε στο Ναύπλιο, με όλη αυτή την συνεχή παρουσία ξένων έναν inter- culturalisme (διαπολιτισμός), δηλαδή έναν αμοιβαίο πολιτισμικό επηρεασμό, φαινόμενο που παρετηρήθη και σε άλλες κοινωνίες περιοχών[12] με εύκολη ή αναγκαστική επικοινωνία με τον έξω κόσμο, με ξένους μόνιμους ή περαστικούς· εννοούμε την πολιτιστική και κοινωνική επίδραση των ξένων στις φραγκοκρατούμενες – ενετοκρατούμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο αυτό φαίνεται στην γλώσσα, στην ενδυμασία, στα δημοσιεύματα Ναυπλιωτών από γνωστούς τυπογραφικούς οίκους της Βενετίας, από τα ποιήματα και τα έγγραφα της εποχής, δε­δομένα τα οποία έχουν από μακρού αξιολογηθή, όπως επίσης οι ξενικές επιδράσεις στις αγροτοκαλλιέργειες και την οικονομική ζωή.

Στον χώρο της Μουσικής, που ειδικότερα μας ενδιαφέρει, δεν ευρίσκομε βέβαια Ναυπλιώτες με ειδικές μουσικές σπουδές ή με τίτλους μουσικής δημιουργίας, αλλά πάντως δικαιούμεθα να συμπεράνουμε ότι δεν ήταν άγνωστη, ούτε «ξένον άκουσμα» η μουσική των ξένων στο Ναύπλιο. Οι Ναυπλιώτες είχαν ευκαιρίες να ακούσουν ξενόφερτη μουσική είτε στα σχολεία και τις εκκλησίες των ξένων εδώ μοναχικών ταγμάτων είτε έξω, μέσα στο ανοιχτό σχολείο της ζωής. Συγκεκριμένες πληροφορίες για την διάδοση της μουσικής αυτής στο Ναύπλιο έχομε από τα  πρώτα χρόνια της ελευθέρας Ελλάδος.

  

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλέπε «Κανών εις τον άγιον Θεοδόσιον Άργους τον νέον και ιαματικόν ποίημα Νικολάου ιερέως του Μαλαξού, μεγάλου πρωτοπαπά Ναυπλίου», επιμέλεια Γ.Α. Χώρα, έκδ. της ομώνυμης Μονής, Αθήναι 1992, όπου και βιβλιογραφία. Πρβλ. Γ.Ι. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, εν Αθήναις 1890, σ. 293.

[2] Γρηγορίου Στάθη, Τα χειρόγραφα της Βυζαντινής Μουσικής – Άγιον Όρος, τόμ. Β’, Αθήναι 1976, σσ. 251-253 (Νο 411) και τόμ. Γ’, Αθήναι 1993, σ. 599.

[3] Γ.Α. Χώρα, Ιστορία της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, Αθήναι 1991, σσ. 42, 75.

[4] Ελένης Μπελιά, Η εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828-1832), εν Αθήναις 1970, σσ. 21, 97, 161.

[5] Βλέπε την από 2 Μαρτίου 1839 αναφοράν του Ι. Κοκκώνη, προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β(ασιλικήν) Γραμματείαν της Επικρατείας, εις Γ. Α . Κράτους – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1833-1848).

[6] Βλέπε Φρ. Τίρς, μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, τόμ. Β’, σ. 113 (εκδ. Τολίδη) Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1980 σσ. 116, 118. Πρβλ. Φοίβου Ανωγειανάκη, Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα, Αθήναι 1976 και του ιδίου, Η Μουσική στην Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1960. Αλεξάνδρας Γουλάκη – Βουτυρά, Μουσική, Χορός και Εικόνα, Αθήνα 1990. Μιχ. Α. Ράπτη, Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Μελοδράμματος και της Ε. Λ. Σκηνής, Αθήνα 1989 S. Baud – Bovy, Δοκίμιο για το Ελληνικό Τραγούδι, Ναύπλιο 1984, σσ.15 και επ.

[7] Εντμόντ Αμπού μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Όθωνος, Αθήνα (έκδ. Τολίδη). σσ. 268-275.

[8] Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, Αργολικά, επιμ. Ανδρέα Κεραμίδα, Άργος 1981, σ. 40.

[9] Βλέπε Μ. Λαμπρυνίδου. Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 110 κ. έπ. και τις μελέτες Γ. Πλουμίδη, Κ. Ντόκου κ.α.

[10] Γ. Πλουμίδη, Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών τού Πανεπιστημίου της Παδούης, Ε. Ε. Β. Σ.. τόμ. ΙΖ’ ( 1969-1970), σσ. 267, 269, 290, 293, 302. Πρβλ. «Θησαυρίσματα», τόμ. Η’ (1971), σσ. 191, 200. Αθ. Καραθανάση, Η Φλαγγίνειος Σχολή της Βενετίας, Θεσσαλονίκη 1976. σσ. 133, 292, 293, 298. Ant. Fyrigos, II collegio Greco di Roma, Roma 1983, σσ. 7, 8, 43.

[11] Βλέπε, Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νεωτέρου Ελληνισμού, τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 430, Π. Γρηγορίου, Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων, Αθήναι 1958, σσ. 319, 321. Μ.Ν. Ρούσσου – Μηλιδώνη, Ιησουΐτες του 17ου και 18ου αιώνα περιγράφουν το Αιγαίο, Αθήνα 1989, σ. 32.

[12] Γιάννη Φιλόπουλου, Εισαγωγή στην Ελληνική Πολυφωνική Εκκλησιαστική Μουσική, Αθήνα 1990, σ. 17.

  

Πηγή

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »