Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Πασχαλινά Αβγά (Λαογραφία)


 

 «…κατέεις παιδί μου γιάντα τα βάφουμε κόκκινα; Γιατί όντεν ανα­στήθηκε ο Χριστός, πρωί-πρωί ήτανε παόμενος ένας αβγουλάς στην πιάτσα μ’ ένα καλάθι αβγά και πούλιε. Από ‘κειδά πέρασε η Μαρία μια μαθήτρια του Χριστού και του λέει: ο Χριστός αναστήθηκε και δε χαίρεσαι; παρά κάθεσαι και πουλείς αβγά και δεν σε νοιάζει είντα γίνεται παρά όξω. Τοτεσάς τσή λέει ο αβγουλάς. Μόνο άνε γεννούνε κόκκινα ταβγά του καλαθιού θα πιστέψω πως αναστήθηκε. Και πραγματικώς δεν επρόλαβε να τελειώσει τη κουβέδα του και γινήκανε κατακόκκινα ταβγά. Άπου τούτονα βάφουνε οι άνθρωποι κόκκι­να αβγά τη Λαμπρή».

(Χειρόγραφο Λαογραφικής Ύλης του σπουδαστηρίου Λαογραφίας της  Φιλοσοφικής  Σχολής του Πανεπιστημίου  Αθηνών,  1738, σ. 171. Σφηνάρι Κισσάμου Χανίων, 1973, Γεωργακάκη Γεωργία)

 

Ανάσταση

 

Το αβγό βαμμένο «κόκκινο» αποτελεί το κύριο σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού και του Πάσχα. Για το λόγο αυτό είναι επιβεβλημένη η πάνδημος συμμετοχή  στη λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία έπρεπε να ακούσουν ως και … «οι κλώσσες»: «… όλοι παν στ’ ν Ανάσταση. Κανένας δε γκάθιτι στου σπίτι. Ως κι τ’ ς άρρωστοι πάϊναν στ’ ν ικκλησιά. Σήκουναν κι τ’ ς κλουσσαριές (κλώσσες). Δεν τ’ ς άφηναν πάν'(ω) στ’ αβγά. Ν’ ακούσ’ ν τ’ ν Ανάσταση».

Στην Ήπειρο αιτιολογείται η ενέργεια ως έξης: «Τη νύχτα της Λαμπρής όποια νοικοκυρά έχει κότα στον «κλώσσο» (κλώσσισμα) πρέπει όταν χτυπήσουν οι καμπάνες να τη σηκώσει από    τ ’αβγά της ν’ ακούσει την Ανάσταση, γιατί το πρωί θα βρεθεί ψόφια». Ο συμβολικός συσχετισμός κλώσσας – αβγού με την Ανάσταση είναι έντονα ριζωμένος  στη συνείδηση του λαού, γεγονός το οποίο  εκφράζεται με ποικίλες ενέργειες και τρόπους  όπως οι ανωτέρω.

Το ερυθρό χρώμα, γνωστό ήδη από τους προχριστιανικούς χρόνους, ως ενισχυτικό της συμβολικής ανανεώσεως και ενδυναμώσεως της φύσεως, πρόσφορο και γι’ άλλες εθιμολατρευτικές τελετουργίες επεκτάθηκε και στα κόκκινα αβγά της Λαμπρής, ή αλλιώς πασχαλινά ή λαμπριάτικα. Ας σημειωθεί, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πολλές φορές υιοθέτησε ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες, τις οποίες έντυσε, φόρτισε και σημασιοδότησε με χριστιανικές μυστικές ερμηνείες και δοξασίες.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Το γεγονός ότι δεν εννοείται Πάσχα «χωρίς κόκκινο αβγό», σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού είναι κοινός τόπος. Με το κόκκινο «ανοίγεται»το βουλωμένο με το αβγό της Τυρινής στόμα των πιστών με τον «χάσκα (μαγικό – μαντικό παίγνιο με βρασμένο αβγό ή ψημένο για την αποτροπή δαιμονικών όντων)», μετά την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατά την Ανάσταση. «Αβγό πρέπει να είναι το πρώτο αρτύσιμο φαγητό», το όποιο τρώγεται πολλές φορές και πριν την «απολύση» της Εκκλησίας αφού το «τσουγκρίσουν», αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Ενώ  στον Βαθύλακκο Κοζάνης «το πρώτο τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών επιβάλλεται να γίνεται αμέσως μετά την Ανάσταση, η οποία θεωρείτο «ιερή στιγμή», εις τον Βελβενδό Κοζάνης τελευταίο όριο για την βρώση των αβγών, τα οποία βάφτηκαν την Μεγάλη Πέμπτη θεωρείται η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, «αλλιώς δεν είναι καλό» και πρέπει να βαφούν νέα την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Χριστός Ανέστη !

Βασικό χαρακτηριστικό της Αναστάσεως είναι το έθιμο του τσουγκρίσματος των αβγών, γνωστό ενδεχομένως από τους Βυζαντινούς Χρόνους (ιγ’ αι.), με την ευετηρική ανταγωνιστικότητά του (νικητής πανελληνίως θεωρείται αυτός του οποίου το αβγό δε θα σπάσει κατά το τσούγκρισμα, όπως π.χ.  στο χωριό Αγγίστη Σερρών «που λένε ότι τυχερός θα είναι αυτός που το αβγό του θα μείνει άσπαστο και ότι θα του πάει καλά η χρονιά») βοηθάει εμμέσως την φύση και τις συνθήκες του βίου για κοινή νίκη και συγχρόνως έχει μαντικό, χαιρετιστήριο, διθυραμβικό, πανηγυρικό και εορταστικό χαρακτήρα.

Πλην των ανωτέρων γνωστών ως προς το τσούγκρισμα δοξασιών υπάρχουν και ποικίλες άλλες  στις οποίες συμφύρονται λαϊκές πίστεις και χριστιανικοί συμβολισμοί.  Στην Φυλή (Χασιά): «μόλις χτύπαγε η καμπάνα, πηγαίνανε στην Εκκλησία μ’ ένα αβγό στην τσέπη, που το σπάνε στην πόρτα της Εκκλησίας με το Χριστός Ανέστη». Ανάλογο έθιμο υπάρχει και  στο Χιλιόδενδρο Καστοριάς: «την πρώτ’ μέρα το Πάσχα, άμα βγαίναμε άπ’ την πόρτα της εκκλησιάς σπάναμε μια γκογκαλνίτσα (αβγό) σταυρωτά στην πόρτα».

Παρατηρούμε ότι  στην ενέργεια αυτή υπάρχει μία επί πλέον προσπάθεια ενισχύσεως του ήδη φορτισμένου με ποικίλες δεισιδαιμονίες αβγού και με τη θεϊκή δύναμη και ευλογία μέσω της θύρας της εκκλησίας, η οποία ως χώρος θεωρείται ηγιασμένη, ώστε η θεϊκή αυτή δύναμη να μεταβιβαστεί και  στον άνθρωπο, ο οποίος θα το φάει. Ανάλογο έθιμο έχουμε και αλλού  στη Μακεδονία, όπου «μετά τη λειτουργία της Αναστάσεως και αφού ο παπάς διαβάσει όλα τα αβγά, θα βγούνε οι κάτοικοι και θα πάει ένας – ένας να σπάσει το αβγό του στο ξύλινο σήμαντρο, το οποίο είναι κρεμασμένο έξω από την Εκκλησία. Ύστερα πιάνεται χορός, κυρίως από γυναίκες που τραγουδούν».

Αξιοσημείωτη είναι και μία εξευμενιστική ενέργεια των κατοίκων του Αγίου Νικολάου Τριχωνίδας, οι οποίοι «του προυί του Πάσχα ταΐζουν και τη βρύση που τρέχει το καθαρό νερό με κόκκινο αβγό, τυρί φρέσκου και καλό ψωμί». Η ενέργεια της προσφοράς ποικίλων η μεμονωμένων τροφικών ειδών, συνήθως πρωτογενών (αβγό, βούτυρο, βασιλόπιττα κλπ.) η πανσπερμιών σε μεταφυσικώς προσωποποιημένες δυνάμεις, όπως είναι η βρύση, το πηγάδι, η πηγή κ.α. την Πρωτοχρονιά με την συνειρμική ευχή «όπως τρέχει το νερό, να τρέχει και το βιος» ή από τη νεόνυμφο προς τον δαίμονα της βρύσης κατά την πρώτη επίσκεψή της εκεί μετά τον γάμο είναι γνωστή και έχει γονιμικό και εξευμενιστικό χαρακτήρα.

Πιστεύω ότι σ’ αυτό αποσκοπεί και η προσφορά του αβγού, ειδικώς φορτισμένου και με τον Αναστάσιμο συμβολισμό, η οποία λειτουργεί και ως μαγικό – θρησκευτική κάλυψη και ψυχολογικό – κοινωνική καταξίωση για τους ίδιους τους κατοίκους. Το έθιμο με παραλλαγές, αλλά με τον ίδιο συμβολισμό του αβγού «ως θυσία για τους δαίμονες του νερού» είναι γνωστό και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ημέρα βαφής. Ενέργειες και δοξασίες.

 

Το βάψιμο των αβγών στην Μονή Παναγίας (Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη).

Τα αβγά ανά το πανελλήνιο βάφονται συνήθως από τη μητέρα – οικοδέσποινα τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλιώς  και «κόκκινη Πέμπτη», διότι πιστεύεται ότι «τότε τ‘ αβγά δεν χαλάνε». Σ’ ελάχιστες περιπτώσεις τα αβγά βάφουν οι νεόνυμφες γυναίκες «για το καλό τους». Κατά τόπους υπάρχουν ποικίλες δοξασίες και ως προς την ώρα κατά την οποίαν βάφονται τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη.

Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για τη βαφή θεωρείται αυτός ο οποίος μεσολαβεί προ της ανατολής του ηλίου έως «το χτύπημα της πρώτης καμπάνας για τον όρθρο της πρωινής λειτουργίας». Επί πλέον  στο Πισοδέριο Φλωρίνης, το Βογατσικό Καστοριάς και αλλού, κυρίως  στην Βόρειο Ελλάδα: «τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί πριν ανατείλει ο ήλιος και πριν από τον όρθρο απλώναμε μία κόκκινη βελέντζα ή ύφασμα, κατόπιν ανάβαμε τη φωτιά στο τζάκι και βάφαμε τα αβγά κόκκινα».

Εφ’ όσον σύμφωνα με τις αιτιολογικές παραδόσεις «το κόκκινο χρώμα» συμβολίζει το αίμα του Χριστού, προφανώς τη σημασία αυτή έχει και η συνήθεια της αναρτήσεως ερυθρών υφασμάτων από τα παράθυρα, τους εξώστες, την εξώθυρα κλπ. Σύμφωνα και προς τη μαρτυρία από το Δοξάτο Δράμας: «τη Μεγάλη Πέμπτη, μόλις ξυπνήσει η οικοδέσποινα βάζει στην κεντρική πόρτα του σπιτιού της απ’ έξω ένα κόκκινο ύφασμα για να δείξει ότι όλη η ημέρα είναι κόκκινα βαμμένη από το αίμα του Κυρίου πάνω στο Σταυρό».

Στη Νιγρίτα Σερρών τα αβγά βάφονται μετά την πρωϊνή λειτουργία και βεβαίως με ιεροπρεπή τελετουργικό τρόπο.  Στη Θεόπετρα Καλαμπάκας: «τα πασχαλινά αβγά τα βάφουν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όμως βάφουν τη Μεγάλη Τετάρτη τρία μόνο αβγά — είναι η Αγία Τριάδα — από τα οποία το ένα το χαρίζουν στην Παναγιά». Η συνήθεια βαφής συμβολικού αριθμού αβγών και τη Μεγάλη Τετάρτη μαρτυρείται και  στην Αμυγδαλή Αγυιάς Λαρίσης, όπου «απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ εβάφαμε πέντε αβγά. Τα βαστάμι για το Χριστό γιατί με 5 καρφιά σταυρώθηκε».

Γενικώς τα αβγά κατά τη Μεγάλη Πέμπτη συνηθίζεται να βάφονται προ της ενάρξεως της ακολουθίας, διότι αλλιώς πιστεύεται ότι άμα χτυπούσαν οι καμπάνες κι ήταν άβαφα θα έσπαζαν». Σε άλλες περιοχές «από τη στιγμή όμως που ‘θελε να σταματήσει η καμπάνα να χτυπάει, δηλαδή από το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το Μέγα Σάββατο το χάραμα δεν πιάνανε αβγά γιατί κλουβιαίνανε. Γι’ αυτό πολλοί τα βάφανε το Μέγα Σάββατο το πρωί». Για το λόγο αυτό  στην Κοντογενάδα Πάλλης: «τα αβγά τα βάφουνε το Μεγάλο Σάββατο και όχι τη Μεγάλη Πέμπτη».

Σε πολλούς τόπους τα αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιστάσεις».  Στον Αλμυρό Μαγνησίας «το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησιμοποιείται για το «ξεμάτιασμα» των παιδιών». Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δεν χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν πέντε χρόνια γίνονται φλουριά».

Η βαφή των αβγών γίνεται με μεγάλη φροντίδα και τελετουργικό τρόπο. Χρώμα των αβγών, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι το κόκκινο, χωρίς βεβαίως να αποκλείονται και τα άλλα χρώματα, όπως κίτρινα (σημαίνει την πίκρα για την Σταύρωση του Χριστού), μπλε κ.α. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται και  στη διακόσμηση των αβγών «πολλές φορές τ’ αβγά τα στολίζουν με ζωγραφιές και «ξόμπλια» (δηλαδή στολίδια) διάφορα, που εικονίζουν λουλούδια ή πουλιά. Αυτά τ’ αβγά τα λένε ξομπλωτά, κεντημένα ή πέρδικες».

Μάλιστα τα κορίτσια βάζουν στ’ αβγά και φτερά από χρωματιστό χαρτί καθώς και ουρά από ζυμάρι και τα κάνουν και μοιάζουν σαν πουλάκια έτοιμα να πετάξουν. Αλλού γράφουν σεβαστικές επίκαιρες ευχές και τη φράση «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!, ή τα αρχικά Χ-Α, εφ’ όσον γνώριζαν «γράμματα». Ας σημειωθεί ότι η κάθε ενέργεια, η οποία σχετίζεται με την βαφή των αβγών σηματοδοτείται από σεβασμό για τα ήδη φορτισμένα με άφθονες μυστικές ιδιότητες και θεοτικές δυνάμεις βαμμένα αβγά.

Οι μυστικές ιδιότητες και οι θείες δυνάμεις του αβγού ενισχύονται ακόμη από την τοποθέτησή τους κατά την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ  στα πόδια του Εσταυρωμένου κατά την ανάγνωση των Ευαγγελίων. Παραθέτω μία εθιμοτυπική τελετουργία βαφής αβγών από τα Μέγαρα όπου φαίνεται σαφώς όλος ο σεβασμός και οι σχετικές προς αυτά δοξασίες: «τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες βάφουνε κόκκινα αβγά και μετά τα αλείφουνε με λάδι για να γυαλίζουν και να ‘ναι όμορφα. Όλα τα φτιάχνουν όμορφα και ας υπήρχε φτώχια.

Είναι πολύ νοικοκυρές και καθαρές. Ένα αβγό, συνήθως το πρώτο, που θα βαφτεί το βάζουν στα εικονίσματα κι’ εκεί μένει μέχρι το επόμενο Πάσχα που θα αντικατασταθεί. Στη συνέχεια τα βαμμένα αβγά οι Μεγαρίτισσες τα βάζουν σε μια πιατέλα την οποία τοποθετούν πάνω στο τραπέζι του «ανωγιού». Την πιατέλα με τα αβγά τη σκεπάζουν με μια λευκή καθαρή και καλοσιδερωμένη πετσέτα, γιατί είναι αμαρτία να τα βρει η Μεγάλη Παρασκευή που είναι η πιο λυπημένη μέρα».

Την ίδια λογική ενέχει και η ενέργεια των γυναικών  στη Νιγρίτα Σερρών οι οποίες «πριν από την Αποκαθήλωση μαζεύουν τα κόκκινα υφάσματα που ήταν απλωμένα στα μπαλκόνια από τη Μεγάλη Πέμπτη μετά τη βαφή των αβγών». Η Μεγάλη Παρασκευή ως η κατ’ εξοχήν πένθιμη ημέρα του έτους, συνήθως παρουσιάζεται προσωποποιημένη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να προκαλείται, ως πενθούσα (οι πενθούντες δεν βάφουν αβγά) με το ερυθρό χρώμα των αβγών (και αυτών των ερυθρών υφασμάτων) τα οποία ήδη προοιωνίζουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

Ανάλογη είναι και η δοξασία από την Ήπειρο: «όπου τη Μεγάλη Παρασκευή κρύβουν (να μη φαίνεται) και το κόκκινο ακόμη αβγό που έχουν βάλει στο εικόνισμα τη Μεγάλη Πέμπτη». Παρεμφερείς είναι και οι ενέργειες  στα Κύθηρα, όπου «τη Μεγάλη Παρασκευή δεν τυροκομούσαν, δεν πιάνανε τυρί, ούτε αβγά από τη φωλιά, διότι ότι πιάνανε εκείνη την ημέρα βρώμιζε, γι’ αυτό τα κάνανε από τη Μεγάλη Πέμπτη».

Πλην της Μεγάλης Πέμπτης η οποία εθεωρείτο η κατ’ εξοχήν ημέρα για την βαφή αβγών σύμφωνα προς τις πανελλήνιες αντιλήψεις, αβγά έβαφαν σπανιότερα το Μέγα Σάββατο, την Κυριακή του Θωμά, του αγίου Γεωργίου, της Αναλήψεως έως και την Πεντηκοστή. Το έθιμο της βαφής αβγών καθ’ όλη την διάρκεια του πεντηκονταημέρου μετά το Πάσχα και της υποχρεωτικής προσφοράς για «τσούγκρισμα» μεταξύ των συγγενών και των φίλων επιχωριάζει σ’ όλους σχεδόν τους ελληνικούς τόπους.

 

Πασχαλινά Αβγά

 

Αβγά έβαφαν και κάθε Πέμπτη των έξι εβδομάδων μετά το Πάσχα, τα οποία ονομάζονται «εξάπεφτα». Η ενέργεια επεξηγείται ως εξής: «επειδή η βαφή των αβγών θεωρείται ιερή τελετουργία … εμείς είχαμε συνήθεια όλες τις Πέμπτες μετά το Πάσχα, σύνολο 6, που βάφαμε αβγά μέχρι της Αναλήψεως να μην πηγαίνουμε στη δουλειά γιατί ήταν αργία». Δηλαδή η ημέρα της βαφής των αβγών, λόγω της ιερότητάς της, επιτάσσει αργία. Η Πέμπτη της Διακαινησίμου λέγεται και «αγιοπέφτη» όπως και όλες οι Πέμπτες του Απρίλη και τ’ αβγά «αγιοπεφτιάτικα».

Στη Θράκη υπήρχε η δοξασία, ότι «εάν έβαφαν τις εφτά Πέμπτες, συμπεριλαμβανομένης και της κόκκινης Πέμπτης (Μεγάλης) από έξι αβγά, ήταν καλό για να ζει το στεφάνι (οι σύζυγοι) και τα παιδιά». Σχετική είναι και η αντίληψη από την Σαλαμίνα: «Το πρώτο κόκκινο αβγό το βάζουν στη στεφανοθήκη. Το λένε αβγό του Χριστού, όπου το αφήνουν ένα χρόνο. Είναι καλό για το αντρόγυνο». Αβγά βάφονται επίσης την Πρωτομαγιά, εφ’ όσον αυτή συνέπιπτε εντός της πασχαλινής περιόδου, η οποία όπως δηλώνει και το όνομά της είναι κατ’ εξοχήν μαγική και μαντική ημέρα.  Στην Φυλή «Όταν η Πρωτομαγιά πέφτει στην περίοδο του Πάσχα οι κοπέλες πρωί – πρωί θα βάψουν αβγά και θα βγούνε στον ήλιο να δούνε την «ισκιά» (μαντική ενέργεια)».

Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών χρησιμοποιούνται και ως σημειολογικά της Αναστάσεως του Χριστού, έτσι «το Πάσχα με τα τσόφλια από τα κόκκινα αβγά έφτιαχναν έξω από την πόρτα ένα σταυρό που σήμαινε το «Χριστός Ανέστη».  Στην Ήπειρο πάλι όταν γυρίζουν από την Ανάσταση, ξημερώνοντας γεμίζουν μισό τσόφλι από κόκκινο αβγό με κοπριά αγελάδας (ευφορικό σύμβολο) και το κολλούν πάνω στο πράκι της θύρας τους.

 

Εξορκιστικές ενέργειες

 

«Τα τσόφλια των πασχαλινών αβγών τα φυλάνε και τα ρίχνουν μαζί με ροδοπέταλα και άλλα λουλούδια έξω από την είσοδο του σπιτιού τα χαράματα της Πρωτομαγιάς για το καλό του χρόνου»(διαβατήριος – μεταβατική ώρα). Για το καλό του χρόνου και την απαλλαγή από τους ψύλλους γίνεται  στο Στασίο και η εξής εξορκιστική ενέργεια την Κυριακή της Τυρινής (μεταβατική ώρα από τον χειμώνα  στην άνοιξη): «στο τέλος του φαγητού μαζεύουν τα υπολείμματα και τις αβγόφλουδες» και μια κοπέλα τρέχει σε ένα γειτονικό σπίτι και τα πετά στην αυλή φωνάζοντας Κυρα… τους ψύλλους εγώ τους ξεχειμώνιασα, εσύ να τους ξεκαλοκαιριάσεις».

Ως γνωστόν τα ποικίλα ζωύφια, ψύλλοι, κοριοί κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους κατά την άνοιξη για αυτό γίνεται προσπάθεια να εξορκισθούν με πολλούς τρόπους και μαγικές ενέργειες όπως π.χ. με τα τσόφλια των αβγών της Τυρινής, τα οποία ενέχουν μεταξύ των άλλων αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με τη χρησιμοποιημένη επωδή.

 

Δοξασίες ποιμένων

 

Ενώ όμως ο περισσότερος κόσμος βάφει τα αβγά τη Μεγάλη Πέμπτη ή το Μέγα Σάββατο, οι ποιμενικοί πληθυσμοί «ή δε βάφουν ή δεν τσουγκρίζουν αβγά τη Λαμπρή γιατί δεν έκανε να πιάσουν κόκκινα αβγά, γιατί τα ζώα παθαίνουν «αβγουλήθρα», ασθένεια των προβάτων. Τα αβγά οι ποιμένες τα βάφουν συνήθως την Δευτέρα του Πάσχα». Πρόκειται για πανελλήνιο ομοιοπαθητική πίστη με κατά τόπους παραλλαγές όπως θα φανεί από τα παρατιθέμενα ενδεικτικά παραδείγματα:

 «Μετά την Ανάσταση τσουγκρίζουν μεν, αλλά δεν τα τρώνε τα αβγά, για να μη βγάλουν αβγουλήθρες τα πρόβατα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν τρώνε κόκκινα αβγά για να μη βγάλουν αβγουλήθρα τα πρόβατα. Την ίδια μέρα δεν τρώνε και γάλα για να μη τους φτύσει η μύγα».

«Ανήμερα το Πάσχα οι τσοπάνηδες δεν πιάνουν αβγά για να μη πάθουν τα ζώα κακό (γενικώς), να πάθουν αβγουλήθρες, να βγάλουν σπυριά στα μαστάρια τους».

«Την Ανάσταση απαγορεύεται ο τσοπάνος να πιάσει αβγά είτε κόκκινα είτε άσπρα, αν δεν έχει προηγουμένως αρμέξει. Σε περίπτωση που ξεχάσει και πιάσει αβγά πρέπει να πιάσει τη γάτα (εξορκιστικό του κακού) και μετά να πάει να αρμέξει»κ.α.

Η απαγόρευση σε πολλά μέρη επεκτείνεται και  «στις τυρόπιττες», διότι εμπεριέχουν και αβγά.

Η βρώση ή και το τσούγκρισμα των αβγών ανήμερα το Πάσχα απαγο­ρεύεται και προληπτικώς βάσει της αναλογικής σκέψεως και αφορά  στην υγεία των ανθρώπων σύμφωνα με τη μαρτυρία από το Χιλιόδενδρο του νομού Καστοριάς: «…μα δε το σπάναμε ουδέ τρώγαμε κόκκινα αβγά την πρώτ’ μέ­ρα να μη μας μελανιάζουν τα χείλια». Ακόμη «το αβγό της Πασχαλιάς δεν κάνει να μοιρασθεί γιατί τα γίδια παθαίνουν αβγουλίτιδα».

Σε πολλά μέρη πιστεύεται ότι «κι’ οι γυναίκις δεν έκανι να φαν για να μην τ’ς βρίσκ’ν τα «ρούχα» τ’ς μέρις του Πάσχα».

 

Πένθος

                    

Όσοι έχουν πένθος, αναλόγως με τα κατά τόπους έθιμα ή δε βάφουν καθόλου αβγά ή βάφουν υποχρεωτικώς ένα μόνο αβγό, όπως στα Καλύβια «δια το καλόν». Διότι όπως πιστεύεται γενικώς  στην Αττική «άμα δεν βάψεις τον πρώτο χρόνο, μετά απαγορεύεται να βάψεις επί τρία συνεχόμενα χρόνια». Αντίστοιχη είναι η συνήθεια από την Κυπαρισσία: «Το Πάσχα δεν βάφουνε αβγά, όμως μπορεί να δώσουν στην γειτόνισσα να τους βάψει λί­γα κόκκινα, για το καλό, γιατί αν δε βάψουν καθόλου πρέπει να περάσουν τρία χρόνια για να ξαναβάψουν». Σε άλλες πάλι περιοχές, όπως  στην Κά­τω Λαψίστα Ιωαννίνων «τα έβαφαν μαύρα ή δεν έβαφαν καθόλου», όπως συμβαίνει  στη Θράκη και σχεδόν σ’ όλο τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο.  Στο Αχλάδι Ευβοίας πάλι: «οι πενθούντες δε βάφουν τ’  αβγά κόκκινα, χρώμα της χαράς, αλλά μπλε, καφέ ή «μπλιτζιονίσια» (μώβ)… Έμ τε πρώτη χρουνιά κι να βάφτει κόκκινα αβγά! …δε γκάνει!».

 

Αιτιολογία του ερυθρού χρώματος

                                                                                                              

Ερμηνευτική του ερυθρού χρώματος των αβγών του Πάσχα είναι και η αιτιολογική παράδοση της Αττικής γνωστή με ποικίλες ανά το πανελλήνιο παραλλαγές: «μια γυναίκα εβραία, ή ό,τι άλλο, είχε άσπρα αβγά στην ποδιά της. Της είπανε το λοιπόν ότι ανεστήθη ο Χριστός κι’ εκείνη είπε: «αν κοκκινίσουν τα άσπρα αβγά, τότε θα έχει αναστηθεί ο Χριστός». Και τότε εκείνα κοκκίνισαν!».

Ενδιαφέρουσα είναι η παραλλαγή από τον Κάμπο Βοιών Λακωνίας για το ερυθρό χρώμα των αβγών: «Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τα αβγά κόκκι­να, γιατί λένε ότι η Παναγία μετά τη Σταύρωση του Χριστού έβαψε κόκκι­να αβγά και τα μοίρασε, γιατί ήταν Πάσχα, χωρίς να την εμποδίσει ο πόνος για τον γιό της».  Στο Αχλάδι Ευβοίας «τα αβγά τα βάφουν κόκκινα διότι θεωρείται ότι είναι το αίμα του Χριστού που χύθηκε».

Πλην των αιτιολογικών δημωδών παραδόσεων ως προς το χρώμα των αβγών, υπάρχουν και οι επιστημονικές ερμηνείες των: Νικολάου Πολίτου, Α. Κεραμοπούλλου, Φαίδωνος Κουκουλέ, Στίλπωνος Κυριακίδου, Γεωργίου Μέγα, Γεωργίου Σπυριδάκη, Δημ. Λουκάτου, Στεφ. Ημέλλου κ.ά., των οποί­ων τις θεωρίες καταγράφει ενδεικτικώς ο Ανδρέας Ρουσουνίδης.

 

Βαφή

 

Άφθονες είναι και οι δεισιδαίμονες δοξασίες, οι οποίες σχετίζονται με τη βαφή των αβγών, τη χρήση και φύλαξή της, το αγγείο  στο οποίο τοποθετείται, τη σύσταση της βαφής (συνήθως από φυτικές ύλες). Το δοχείο  στο οποίο βάφονται τα αβγά πρέπει να είναι καινούργιο(η χρήση του αμεταχείριστου είναι γνωστή και από άλλες ενέργειες).

Η βαφή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας φυλάσσεται «τεσσαράκοντα ημέρες και εν συνεχεία τη «σκορπίζουν» ή τη χύνουν στη θάλασσα της Α­ναλήψεως την ώρα πού χτυπάνε οι καμπάνες για εσπερινό».

Στη Μύρινα της Λήμνου τη Μεγάλη Πέμπτη «τοποθετούν λίγο χρώμα (βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ήμε­ρες».  Στην Κατοχή Βόνιτσας υπάρχει η εξής δοξασία ως προς τη χρονική διάρκεια της διατηρήσεως της βαφής: «η γυναίκα αν δεν βάψ’ αβγά τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ τα βάφτ’ του μέγα Σάββα(το). Άμα τα βάψ’ τ’ μηγάλ’ Πέμπτ’ πρέπ’ να κρατήσ’ τ’ βαφή σαράντα μέρις κι ύστηρα να ντή χύσ’. Άμα όμους τα βάψ’ του μέγα Σάββα μπουρεί να ‘νη χύσ’ αμέσους. Δεν κάν’ νά χύσ’ τ’ βαφή τσ’ μεγάλ’ ς Πέμπτ’ ς γιατί τότι χύθκη τού αίμα τ’ Χριστού» (ομοιοπα­θητικός παραλληλισμός).

Οι βαφές (μπογιές) των αβγών παλαιότερα ήταν φυτικές και «τις έφτιαναν οι νοικοκυρές μόνες τους», όπως  στην Αττική.  Στο Βογατσικό Καστοριάς «θεωρείται μεγάλη αμαρτία η χρήση έτοιμης μπογιάς». Επίσης έντονη ήταν και η πρόληψη: «άμα τα αβγά δεν παίρνανε χρώμα λένε το ‘χει η κότα. Η επιτυχία της βαφής πιστεύεται ότι εξαρτάται από το ίδιο το αβγό. Για την αποτυχία του χρώματος ενοχοποιείται και η όρνις.

Η αποτυχία του χρώματος πιστεύεται επίσης ότι είναι δυσοίωνο σημείο για την οικογένεια: «…δίνουμε σημασία στο χρώμα πού θα πάρουνε τα αβγά. Αν το κόκκινο είναι χτυπητό, ετούτο σημαίνει καλό για την φαμελιά, αν είναι μουντό, ετούτο είναι κακό ή κάποιος θα πεθάνει». Όμως υπάρχει και η αντίθετη δοξασία: ότι το αποτυχημένο κατά τη βαφή «ασπριδερό» αβγό ο «τζιουμπάνος», όπως αποκαλείται  στα χωριά της Καλαμπάκας, είναι φυλακτικό της υγείας: «Τη Μιγάλι Πέμπτη βάφιν’ τάβγά προυΐ – προυΐ κόκκινα. Του προύτου (πρώτο) πού βάζ’ ν μέσα (στη μπογιά) δε βάφει (βάφεται) καλά λεν (λένε). Βγαίνει άσπρου κι λέν’: α αυτό είνι ου τζουμπάνους, γι’ αυτό είνι άσπρου. Τόβγαν (το έθεταν) κουντά (δίπλα) αυτό τ’ άσπρου κι σταύρωναν όλη τ’ ν οικουγένεια να ‘ν γιρός. Μιτά τόβαζαν στου καντήλ’ (εικονοστάσι) κι του κρατάν’ όλη τ’ χρουνιά, όπως τ’ αντίδουρου».

 

«Μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά

 

Ιδιαίτερα φορτισμένο με δοξασίες, θεωρείται πανελληνίως «το πρώτο αβγό», το οποίο γεννήθηκε και βάφτηκε την Μεγάλη Πέμπτη και πολύ περισσότερο εφ’ όσον προέρχεται από «μαύρη κότα». Στον Αλμυρό Μαγνησίας το αβγό της Μεγάλης Πέμπτης αν γεννηθεί από μαύρη κότα βάφεται χωριστά και φυλάγεται  στο εικόνισμα και χρησι­μοποιείται για το «ξεμάτιασμα των παιδιών».  Στις Λιθίνες Σητείας πιστεύεται ότι «τα αβγά της Μεγάλης Πέμπτης όσο και να μείνουν υπάρχει πίστη ότι δε χαλάνε. Λένε μάλιστα ότι εάν μείνουν χρόνια γίνονται φλουριά». Σε πολλούς τόπους γενικώς τ’ αβγά «τα οποία γεννήθηκαν τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τα βάφουν τα ξεχωρίζουν γιατί έχουν ξεχωριστές ιδιότητες και τα χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις».

Τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά, όπως ονομάζονται κοινώς, χρησιμοποι­ούνται σε ποικίλες τελετές, δεισιδαίμονες ενέργειες, συμβολικές πράξεις, λατρευτικές συνήθειες κ.ά. Ολόκληρα τα «μεγαλοπεφτιάτικα» αβγά ή μόνο τα «τσόφλια» χρησιμοποιούνται ως φίλτρα και «μισητικά» σε ποικίλους καταδέσμους, αποτρεπτικά των δαιμονικών δυνάμεων, προληπτικά βλαπτικών ενεργειών, αλεξητήριος δύναμη ασθενειών (πανώλης).

Στους αγροτικούς πληθυσμούς, όπως και της Αττικής, η χρήση του «μεγαλοπεφτιάτικου» αβγού γίνεται για την ευόδωση της καλλιέργειας φυτών και δένδρων. Γνωστή γενικώς είναι και η αντιβασκάνιος χρήση των αβγών για την προστασία των φυτών τόσο  στην Αττική (Κουβαράς, Καλύβια κ.ά.), όσο και αλλού: «Στις γλάστρες πού έχουν ωραία άνθη συνηθίζουν να βάζουν ένα σκόρδο και ένα αβγό φυσικά άδειο (το κέλυφος) για να μη τα πιάσει το κακό μάτι και μαραθούν».

Πολλές φορές δε και προληπτικώς σε ποι­κίλες ενέργειες, οι οποίες αφορούν  στην προστασία των αγρών και την αποτροπή θεομηνιών, όπως το χαλάζι του Αγίου Παντελεήμονος, οριακή και επικίνδυνη για θεομηνίες καλοκαιρινή ώρα, «χώνανε τ’ αβγά που γεν­νούσαν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη στο αμπέλι, για να φυλάξουνε από το χαλάζι». Οριακή για τη χαλαζόπτωση θεωρείται  στο νομό Πέλλας και η εορτή του Αγίου Γεωργίου.

Για το λόγο αυτό προληπτικώς «παίρνουν ένα κόκκινο αβγό και το πηγαίνουν και το χώνουν στα χωράφια. Σε περίπτω­ση δε που πιάνει χαλάζι το καλοκαίρι βγάζουν έξω με την πυροστιά ένα κόκ­κινο αβγό που το φυλάσσουν στο εικόνισμα από τη Μεγάλη Πέμπτη, και το χαλάζι σταματάει». Η πυροστιά  στη λαϊκή αντίληψη, συνδεόμενη με την εστία διαθέτει και αυτή αποτρεπτική δύναμη, η οποία ενισχύεται και με άλλα σύμβολα, όπως  στην προκειμένη περίπτωση με τη δύναμη του αβγού, οπότε η ενέργεια για την ανατροπή του χαλαζιού πιστεύεται ότι θα είναι πλέον αποτελεσματική.

 

Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη

 

Πηγή      


  • « Λαογραφικά του «αβγού» και της «αβγοκουλούρας» και κυρίως εις τον Νομόν Αττικής, Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη, Ανατύπωσις εκ του Ν΄, 1999-2000, τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, Εν Αθήναις, 2006.

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μύλοι της Αργολίδας 


 

Ο λαϊκός μας πολιτισμός του χθες, υλικός και πνευματικός, αποτελεί σήμερα καταφύγιο ανθρωπιάς, απάγκιο και βάλσαμο απέναντι στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα που μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο ασφυκτικά. Η απλότητα και η αλήθεια, που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά έργα ως δημιουργήματα έκφρασης και επιβίωσης, μπορούν σήμερα να διαμορφώσουν συνειδήσεις, ν’ αποκαταστήσουν τη λαϊκή μνήμη, ν’ αποτελέσουν σπουδαίες ιστορικές πηγές, αφού τα μνημεία αποτελούν μέρος του πολιτισμού άλλων παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ικανά να δώσουν πληροφορίες γι’ αυτή, για τις κοινωνικές συνθήκες και ασχολίες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις τεχνικές δυνατότητες των ανθρώπων του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Για έναν κόσμο που λειτούργησε σε ισορροπία με τη φύση, ικανό σήμερα όχι μόνο να υπενθυμίσει, αλλά και να εμπνεύσει και να νουθετήσει.

Οι νερόμυλοι και ανεμόμυλοι και στο νομό μας, ταπεινοί, ερειπωμένοι και εγκαταλελειμμένοι σήμερα, αποτελούν σημαντικά μνημεία της προβιομηχανικής περιόδου με πολλαπλή σημασία, ιστορική, αρχιτεκτονική, οικονομική, κοινωνική και λαογραφική. Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η καταγραφή των μύλων της Αργολίδας – που διήρκεσε περί τα δύο χρόνια – έφερε στο φως 185 μύλους (131 νερόμυλους και 54 ανεμόμυλους) που βρίσκονται σε 57 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού. Προφανώς θα υπήρξαν κι άλλοι, οι οποίοι δεν εντοπίστηκαν.

 

Ανεμόμυλος Γιάννη Ζερβού, Κουρτάκι Άργους, χτίστηκε τη δεκαετία του 1840.

Τα ξεχασμένα αυτά κτίσματα, που δεν κεντρίζουν εύκολα το ενδιαφέρον, αναζητήθηκαν στις παρυφές των χωριών, μα κυρίως έξω από αυτά, σε ερημικές – κατά βάση- περιοχές, σε χείμαρρους και ποταμιές πνιγμένες στη βλάστηση (οι νερόμυλοι) ή σε υψώματα και λόφους, αλλά και σε πεδινές περιοχές (οι ανεμόμυλοι). Άλλα κτίσματα από αυτά κρατούν με δυσκολία όρθιο το κορμί τους, άλλα έχουν λυγίσει από το βάρος του χρόνου, άλλα δίνουν το στίγμα τους με ένα λιθοσωρό, ενώ κάποια – άγνωστο πόσα – δεν άφησαν κανένα ίχνος τους, κατέρρευσαν παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους και μόνο το τοπωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξή τους (π.χ. Παλιόμυλος, Μυλόλακα, Μυλόρρεμα, Μύλος κλπ.).

Διασκορπισμένοι σ’ όλη την Αργολίδα οι νερόμυλοι συγκροτούν σε αρκετές περιοχές μυλοτόπια. Πρόκειται για ομάδες μύλων που λειτουργούσαν με την υδροκίνηση που παρείχε η διαδοχική εκμετάλλευση του νερού του ίδιου χειμάρρου. Οκτώ νερόμυλοι ήταν συγκεντρωμένοι στο Κεφαλάρι, έντεκα κατά μήκος του χειμάρρου που συνδέει τη Δήμαινα με τη Νέα Επίδαυρο, οκτώ στη Φρουσιούνα, επτά στο Κεφαλόβρυσο, οκτώ στο χείμαρρο Ξοβριός από το Κιβέρι ως την Ανδρίτσα, επτά στην Καρυά, επτά στην Προσύμνη, πέντε στον Αχλαδόκαμπο, πέντε στην Άνω Επίδαυρο, τέσσερις στη Τζιρίστρα και στο χείμαρρο Ράδο στα Καρνεζέϊκα, ενώ στις παρυφές δεκάδων άλλων χωριών λειτούργησαν κατά καιρούς από ένας έως τρεις νερόμυλοι.

 

Μύλος Μπούζιου (Ελευθερογιάννη), Λέρνα

 

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ανεμόμυλους, οι οποίοι έχουν διαφορετική πηγή ενέργειας, την αιολική. Από τους 57 συνολικά ανεμόμυλους που εντοπίστηκαν οι περισσότεροι ήταν στην Ερμιονίδα. Δεκατρείς τουλάχιστον λειτούργησαν στο Κρανίδι (οι τέσσερις έχουν αναστηλωθεί), εννέα στην Ερμιόνη (από τους οποίους οι περισσότεροι κατεδαφίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930-1940, ενώ υπάρχει ένας αναστηλωμένος στο Μπίστι). Σώζονται επίσης από δύο στα Δίδυμα και τους Φούρνους, ένας στην Κοιλάδα και υπάρχουν ίχνη δύο ανεμόμυλων στον Ίναχο, τριών στην Πουλακίδα και άλλων τριών ΒΑ του Άργους (ενός υπάρχει μισοερειπωμένο το κτίσμα).

Επίσης υπάρχουν τα κτίσματα δύο ανεμόμυλων στο Κουτσοπόδι, δύο στο Κουρτάκι και στο Ανυφί. Ένας έως πέντε λειτούργησαν κατά καιρούς στην Ακροναυ­πλία, δύο στο Αραχναίο, ενώ ένας υπήρξε στην Πυργέλα, το Δρέπανο, την Α­σίνη, δύο στο Λιγουριό και ο μοναδικός της δυτικής ορεινής Αργολίδας υπήρξε μεταξύ Φρουσιούνας και Αλέας.

Με βάση γραπτές μαρτυρίες, ο παλαιότερος μύλος στο νομό μας πρέπει να είναι αυτός που κτίστηκε στην έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος, Μέγα Κύρη των Αθηνών, λίγο μετά το 1212 μετά την παραχώρηση σε αυτόν της Αργολιδοκορινθίας από το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο.

Ο Δημήτριος Λαμπρόπουλος, (Δημητρίου Α. Λαμπρόπουλου, Η Λέρνα, Αθήνα 1959, σ. 81), επισημαίνει σχετικά: «Ήρξατο και εις την Λέρνην η κατασκευή στρατιωτικών οχυρωματικών έργων και η ίδρυσις παραθαλασσίων υδρόμυλων κινουμένων δια των υδάτων των πηγών της δια την άλεσιν σιτηρών. Επίσης έκτισαν επί του Ποντίνου Φρούριον – Κάστρον και πλησίον της οικοδομής του υδρόμυλου κα­τοικίας μικρόν καθολικόν ναόν».

Επίσης ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφοντας τη θερινή έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος στην παραλία του Κιβερίου, αναφέ­ρει ότι «…οικοδόμησαν οχυρόν πύργον μεθ’ υπογείων στοών. Εν τη παραλία πλησίον της επαύλεως ανώρυξαν τα φρέατα ποσίμου ύδατος και οικοδόμησαν τον παραθαλάσσιον θολωτόν υδρόμυλον δια την άλεσιν σιτηρών και εκ του ο­ποίου διατηρείται μικρόν τμήμα και λειτουργεί και νυν ως υδρόμυλος δια του ύδατος πηγής του Πανός» (στο σημείο αυτό υπήρχε ο νερόμυλος Νταβέλου, ο οποίος λειτούργησε ως τη δεκαετία του 1970).

Αναφορά σε μύλους της περιοχής μας συναντάμε και το 1479 στο κείμενο συνθήκης μεταξύ Ενετών και Τούρκων επί Μωάμεθ του Β’: « Το δε Τσιβέριν όπερ έστι κεχαλασμένον νυν έστω μεν τη αυθεντία των Βενετών μη κτισθήτω δε ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσι εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι, έστωσαν και ούτοι της αυθεντίας των Βενετών».

Επίσης σε έκθεση του συνδίκου της Ενετίας Μαρίνου Μικέλλι το 1691 προς το Δόγη της Ενετίας μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Η πεδιάς αύτη – του Άργους – αρδεύεται δε υπό πηγής, ήτις έρχεται υπογείως εκ της κοιλάδος του Καίσαρι και δι’ ης κινούνται οι πλείστοι μύλοι…».

Άλλη γραπτή αναφορά που χρονολογείται το 1715 μαρτυρά την ύπαρξη νερόμυλων στον Αχλαδόκαμπο. Πρόκειται για απόσπασμα από το ημερολόγιο Γάλλου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αναφέρει, (Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, Η ιστορία του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1961): «εγένετο καταυλισμός – των δυνάμεων του Μεγάλου Βεζύρη- εις τόπον αρκούντως ευρύχωρον καλούμενον «Achlado Campo», όπου υπήρχεν δροσερότατον ύδωρ και μύλοι τίνες εις ερείπια…».

Πληθαίνουν βέβαια τα στοιχεία για την ύπαρξη και λειτουργία μύλων κατά τις επόμενες χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα σημαντική οικονομική αλλά και ιστορική σημασία διαδραμάτισαν οι μύλοι της Λέρνης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης για τη μάχη των Μύλων του 1825: «…τότε έπιασα τους Μύλους και έφτιασα ταμπούρια κι έκλεισα τους μύλους μέσα. Τον τοίχο τον έχτισα ως μέσα στη θάλασσα και τον ασφάλισα καλά με όλα με όλα τα μαζγάλια… έκοψα και νερό από το μυλαύλακο … δυνάμωσα τη θέση των Μύλων να πολεμήσουμε εκεί όσο να λειώσουμε…».  

Ο λόγος γίνεται βέβαια για τους «αυθεντικούς» ή «αφεντικούς» λεγόμενους μύλους της Λέρνας ή αλλιώς τους «εθνικούς» ή «μύλους του Ναυπλίου», γιατί οι μύλοι του Κεφαλαρίου αναφέρονται και ως «Αργείτικοι μύλοι». Τους «αυθεντικούς» μύλους διεκδίκησε το 1823 ομάδα 32 Αργείων, (Θεοδώρου Γιαννακόπουλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 60). οι οποίοι με σχετική αναφορά τους προς την Υπέρτατη Διοίκηση αιτιολογούν το αίτημά τους γράφοντας ότι: «εκ νεαράς ηλικίας ηξεύρομεν κάλλιστα ότι οι αυθεντικοί μύλοι και όσα περιβόλια και χωράφια ευρίσκονται από το νερόν και εδώθεν, όλα ανήκουν εις το Άργος, καθότι επί Τουρκίας τα χωράφια εδεκατίζοντο από το Άργος…».

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους βρέθηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι πανελλαδικά κατά τα 3/4 κατεστραμμένοι. Από αυτούς οι 5.500 ήταν τούρκικοι και περιήλθαν στο Δημόσιο που τους νοίκιασε σε ιδιώτες. Σήμερα τα παλιά υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια, συνολικά υπολογίζονται σε 30.000 (μύλοι, νεροτριβές κλπ), εκ των οποίων ελάχιστα δουλεύουν. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μύλων ποικίλει, αφού ακολουθεί τις κοινωνικό-πολιτικές αλλαγές και συνθήκες κάθε εποχής.

Διακρίνουμε τους μύλους που κατασκεύασαν οι κατά καιρούς κατακτητές, Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι, εκείνους που κατείχε το Δημόσιο και η Εκκλησία και τους αυτοδιαχειριζόμενους, από καλόγερους – μυλωνάδες, μύλους («καλογερικοί» μύλοι). Ως καλογερικούς μύλους αναφέρουμε ενδεικτικά το μύλο του Αντωνόπουλου στον Αχλαδόκαμπο, που λειτούργησε ως τις αρχές του 20ου αι. από καλόγερους της Μονής Βαρσών, τρεις μύλους της Καρυάς, της Επιδαύρου κ.ά. Πολλοί από τους μύλους του Δημοσίου αλλά και της εκκλησίας νοικιάζονταν, ενώ κάποιοι παραχωρήθηκαν σε αξιωματούχους της εποχής (Τσώκρης, Περρουκαίοι, Νικηταράς κ.ά.). Πολλοί βέβαια μύλοι ανήκαν σε ιδιώτες. Επρόκειτο για οικογενειακές επιχειρήσεις με συγκεκριμένες παραγωγικές δυνατότητες.

Οι νερόμυλοι στην περιοχή μας προτιμήθηκαν έναντι των ανεμόμυλων εκτός από την περιοχή της Ερμιονίδας, όπου υπερτερούν οι ανεμόμυλοι (20 ανεμόμυλοι έναντι 10 νερόμυλων).

Ο μύλος αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο και προϋπέθετε μεγάλη – για την εποχή –  επένδυση. Σωζόμενα κτίσματα νερόμυλων, π.χ. οι μύλοι των Μπαρμπουλέτου και Ελευθερόγιαννη στον Ξοβριό Κιβερίου, του Σωτηρίου και ο μύλος «Σαραβάκο» στην Πρόσυμνα, ο μύλος στο Μετόχι Θερμησίας, οι μύλοι του Κεφαλόβρυσου, της Φρουσιούνας, του Κεφαλαρίου και της Τζιρίστρας ήταν έργα μεγάλης έκτασης.

Να σημειωθεί δε ότι η δαπάνη κατασκευής των υδραυλικών εγκαταστάσεων που συνόδευαν ένα νερόμυλο (μυλαύλακα, κρεμάσεις, στέρνες, βαγένια, νεροκράτες κλπ.) ξεπερνούσε κατά πολύ το κόστος της κατασκευής του κτίσματος του ίδιου του μύλου. Υπήρχαν μύλοι των οποίων το μυλαύλακο ξεκινούσε από πολύ μεγάλη απόσταση προκειμένου να μεταφερθεί το νερό στον αλεστικό μηχανισμό. Παράλληλα έπρεπε να κατασκευαστεί και ένα – έστω στοιχειώδες – δίκτυο οδοποιίας για την απρόσκοπτη προσπέλαση των φορτωμένων ζώων και των ανθρώπων.

Μυλόπετρα έξω από το μύλο Παπαμπόμπου (Άργος)

Το δικαίωμα που εισέπραττε ο μυλωνάς για τα αλεστικά, το λεγόμενο ξάι, κυμαινόταν σε ποσοστό από 3% έως 12% ανάλογα με την περιοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές υπήρχε και το «κεφαλιάτικο» (χρέωση για άλεσμα ενός χρόνου). Με ένα μέρος από το αλεύρι που έπαιρναν οι μυλωνάδες κάλυπταν τις οικογενειακές διατροφικές τους ανάγκες και το υπόλοιπο το πουλούσαν σε ακτήμονες, κυρίως, χωρικούς.

Το εισόδημα που απέφεραν οι μύλοι στους ιδιοκτήτες τους ήταν αρκετά σημαντικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η αλεστική ικανότητα του μύλου έφτανε και τις 100 οκάδες την ώρα. Για να κατανοηθεί καλύτερα ο ρόλος και το οικονομικό στίγμα των μύλων στην Αργολίδα αρκεί να αναφέρουμε ότι – με βάση τον Αντώνη Μηλιαράκη, ( Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του νομού Αργολίδος και Κο­ρινθίας, Αθήναι 1886) – το 1885 η παραγωγή δημητριακών μόνο στην περιοχή του Άργους ανέρχονταν σε 150.000 κιλά σιτάρι και 130.000 κιλά κριθάρι. Ανάλογη πα­ραγωγή παρατηρείται την ίδια χρονιά και στις υπόλοιπες περιοχές του νομού αφού η συνολική παραγωγή άγγιξε τα 330.000 κιλά σιτάρι που πέρασε κατά βάση από τους μύλους.

Αν κάνουμε ένα χρονικό άλμα και μεταφερθούμε στο 1938, (Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938),  βλέπουμε μια παραγωγή πολλαπλάσια αυξημένη που φτάνει τα 350.000 κιλά σιτάρι ή το 30% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και 1.500.000 κιλά κριθάρι.

Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής αυτής πέρασε από τους νερόμυλους και ανεμόμυλους της περιοχής, ενώ ένα πολύ μικρό μέρος αλέστηκε από τους χειρόμυλους ή χερόμυλους που διέθεταν τότε πολλά νοικοκυριά προκειμένου να καλύψουν συμπληρωματικές ανάγκες άλεσης για την παρασκευή τρα­χανάδων κλπ. Οι μύλοι ανάλογα με τις συνθήκες δεν άλεθαν μόνο σιτάρι και κριθάρι, αλλά και σιμιγδάλι, καλαμπόκι, βίκο, λαθούρια, κουκιά, ρεβίθια, ενώ στα δύσκολα χρόνια της κατοχής άλεσαν και ξυλοκέρατα (χαρούπια), γκόρτσα, σάρωμα κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατασκευαστικό – αρχιτεκτονικό αλλά και τεχνολογικό μέρος των μύλων. Οι νερόμυλοι κτίζονταν συνήθως έξω από οικισμούς. Ήταν μεμονωμένα, ανεξάρτητα κτίσματα μέσα σε ποταμιές, ενώ αρκετοί συγκροτούσαν μυλοτόπια (ομάδες μύλων).

Πετρόκτιστοι στο σύνολό τους, οι μύλοι – συχνά με προσεγμένη λιθοδομή – κτίζονται σύμφωνα με τις τοπικές κατασκευαστικές – αρχιτεκτονικές συνήθειες και με ανάλογα υλικά. Ήταν μονώροφοι ή διώροφοι (μυλόσπιτα που στον επάνω όροφο στέγαζαν την οικογένεια του μυλωνά) με κεραμοσκεπές μονόριχτες, δίριχτες ή τετράριχτες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και μύλοι με πολυεπίπεδες κατασκευές και πολλούς χώρους, όπως στο Μετόχι της θερμησίας, ο μύλος του Μπαρμπουλέτου στο Κιβέρι και του Παναγόπουλου στο Μπόρσα). Συνήθως στη μία γωνία βρίσκονταν ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στον υπόλοιπο χώρο ήταν τα αποθηκευμένα σακιά με τα δημητριακά ή το αλεύρι, η πλάστιγγα, ο χώρος συναλλαγών κλπ. Το πάτωμα ήταν συνήθως πλακόστρωτο ή χωμάτινο. Κάποιοι από τους νε­ρόμυλους διέθεταν τζάκι, ενώ σε πολλά από τα κτίσματα που σώζονται έως σήμερα διακρίνονται χωνευτά ντουλάπια, μικρά παράθυρα και πεζούλια. Κάποιοι διέθεταν και χώρο για το σταυλισμό των ζώων και αυλή για τη φορτο­εκφόρτωση τους.

 

Μέρος του αλεστικού μηχανισμού (Άγιος Νικόλαος)

 

Οι μεγαλοπρεπείς συχνά κρεμάσεις των μύλων ήταν λιθοδομή κτισμένη με κουρασάνι (υλικό το οποίο περιείχε τριμμένο κεραμίδι ακόμη και ασπράδι αυγών). Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ σε αρκετούς μύλους έχει καταρρεύσει το κυρίως κτίσμα τους οι κρεμάσεις παραμένουν αλώβητες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα οι σωζόμενες τοξωτές κρεμάσεις ορισμένων νερόμυλων (στο Κιβέρι, στην Πρόσυμνα, στο Λιγουριό).

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον για το ζουργιό ή χούρχουρη που βρίσκονταν στο υπόγειο του μύλου. Ήταν ένας θολωτός χώρος στον οποίο ήταν τοποθετημένη η φτερωτή (μεταλλικό στεφάνι με πτερύγια), η οποία γύριζε με τη δύναμη του νερού και ο κεντρικός της κάθετος άξονας μετέδιδε την κίνηση στις μυλόπετρες που βρίσκονταν στο ισόγειο του μύλου. Από ‘κει μέσω της τοξωτής εξόδου το νερό συνέχιζε το ταξίδι του για άλλο μύλο ή για το πότισμα των καλλιεργειών. Να σημειωθεί δε ότι η χρήση του νερού αποτελούσε συχνά αιτία αντιδικιών μεταξύ του μυλωνά και κατοίκων της περιοχής.

Το ότι οι νερόμυλοι αποτελούσαν σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά κέντρα της περιοχής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κοντά τους δημιουργούνταν και χώροι αρκετών άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Έτσι συνυπάρχουν μύλοι με νεροτριβές, όπως στο Κεφαλάρι όπου οι πέντε από τους οκτώ συνολικά μύλους διέθεταν νεροτριβή.

Συχνά η μεταφορά δημητριακών συνδυάζονταν με τη μεταφορά μάλλινων υφασμάτων, που χρησιμοποιούνταν για γυναικείες τοπικές ενδυμασίες (σιγκούνια, γιουρτιά) για ανδρικές ποιμενικές κάπες κλπ. Νεροτριβές σε μύλους συναντάμε επίσης στο Κεφαλόβρυσο, στον Αχλαδόκαμπο κ.α. Συνηθισμένη ήταν επίσης η συνύπαρξη νερόμυλου με λιοτρίβι (Μύλοι του Μπαρμπουλέτου και Νταβέλου στο Κιβέρι, στην Άνω Επίδαυρο κλπ). Σε άλλες περιπτώσεις ο μύλος συνυπήρχε με ταβέρνα, καφενείο, πηγάδι, αλώνι, τυροκομείο και χάνι.

 

Ανεμόμυλοι

 

Εντελώς διαφορετικά ήταν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των ανεμόμυλων. Κυλινδρικοί, με κωνική στέγη, ήταν κτισμένοι συνήθως σε ανεμόδαρτα υψώματα ή σε πεδινές εκτάσεις με προσανατολισμένες τις πελώριες ξύλινες φτερωτές τους προς το συνηθέστερο άνεμο της κάθε περιοχής. Σε σχέδιο του Ναυπλίου (G. F. Camocio, 1571-1575) της περιόδου της πρώτης Βενετοκρατίας διακρίνονται πέντε ανεμόμυλοι στο σημερινό χώρο της Α­κροναυπλίας. Στην περιοχή του Ναυπλίου υπήρχε ένας ακόμη μεμονωμένος ανεμόμυλος (μύλος Ταμπακόπουλου) στη θέση «Γλυκειά».

 

Ο ανεμόμυλος Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Χαρακτηριστικό της επιλογής του τόπου ανέγερσης των ανεμόμυλων είναι το γεγονός ότι στη νοητή ευθεία Αγ. Αδριανός – Κουτσοπόδι λειτούργησαν κατά περιόδους περίπου 20 ανεμόμυλοι (2 στο Κουρτάκι, 2 στο Ανυφί, 1 στον Αγ. Αδριανό, 5 στο Άργος, 1 στην Πυργέλα, 3 στην Πουλακίδα, 3 στον Ίναχο, και 2 στο Κουτσοπόδι), προφανώς επειδή υπήρχε ευνοϊκό ρεύμα αέρα, ενώ στη δυτική ορεινή Αργολίδα εντοπίστηκε μόνο 1 ένας στην Αλέα.

Οι ανεμόμυλοι ήταν δίπατοι και χωρίζονταν με ξύλινο πάτωμα. Οι χώροι τους ήταν περιορισμένοι. Στο ισόγειο ήταν η πρόχειρη αποθήκη με τα σακιά ενώ στον επάνω όροφο ήταν ο αλεστικός μηχανισμός, ο οποίος από τους ιστορικούς της τεχνολογίας θεωρείται ως το πιο σύνθετο δείγμα μηχανισμού ευρείας χρήσης της προβιομηχανικής περιόδου. Σημειωτέον ότι ο πολύπλοκος αυτός μηχανισμός ήταν χειροποίητος και συναρμολογημένος από 550 περίπου κομμάτια κατεργασμένου ξύλου.

Εσωτερικός και εξωτερικός μηχανισμός χωρίζονταν σε τρία βασικά μέρη. Στον αλεστικό που προαναφέραμε (μυλόπετρες, σκαφίδα κλπ.) στον κινητικό (τεράστια φτερωτή, αξόνι, αντένες) και στο μηχανισμό προσανατολισμού της φτερωτής.

 

Μέρος του μηχανισμού του ανεμόμυλου Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Οι ανεμόμυλοι άρχισαν να φθίνουν μαζικά και στην Αργολίδα λίγο μετά το 1920 και έως τον πόλεμο είχαν σταματήσει να λειτουργούν σχεδόν όλοι. Πολλοί κατεδαφίστηκαν – ιδιαίτερα αυτοί των πεδινών περιοχών – και οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή σπιτιών, αποθηκών, πηγαδιών κλπ.

Με βάση την προαναφερθείσα σύντομη περιγραφή του τεχνολογικού μέρους των ανεμόμυλων και νερόμυλων αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία τους ως μνημεία της προβιομηχανικής εποχής. Οι πολύπλοκοι ξύλινοι – κατά βάση – μηχανισμοί τους ήταν δημιούργημα του ίδιου του μυλωνά, ενός απλού καθημερινού ανθρώπου χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις.

Και όμως ο άνθρωπος αυτός στην προσπάθεια επιβίωσής του και στηριγμένος στη συλλογική πείρα και τη γνώση που απορρέει από αυτή, επινόησε ένα μηχανισμό, που στις βασικές τουλάχιστον αρχές του, στηρίχτηκε και η δημιουργία ανάλογων μηχανισμών στις νεότερες εποχές. Επομένως οι μύλοι αποτέλεσαν σταθμό στην εξέλιξη της τεχνολογίας και με την κατάργησή τους τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Αμέσως μετά εμφανίζονται οι κυλινδρόμυλοι με τους μεταλλικούς, ντιζελοκίνητους και στη συνέχεια ηλεκτροκίνητους μηχανισμούς τους.

Σήμερα η παραμελημένη αυτή τεχνολογία χάνεται κάτω από τα βάτα και τα ερείπια των κτισμάτων των μύλων. Πάρα πολλές μυλόπετρες – τα σύμβολα των μύλων – αφανίζονται μέρα με τη μέρα, εκτός βέβαια από αυτές που κοσμούν τις αυλές και τις βεράντες των απογόνων των μυλωνάδων.

Κάποιοι από τους μύλους της Αργολίδας συνδέθηκαν με μεγάλα ή μικρότερα ιστορικά γεγονότα ή συμβάντα της εποχής τους. Έτσι εκτός από τους «αυθεντικούς μύλους» της Λέρνης που προαναφέρθηκαν, ο ανεμόμυλος του Ταμπακόπουλου στη θέση «Γλυκειά» του Ναυπλίου έπαιξε το ρόλο του οχυρού κατά τη διάρκεια της Ναυπλιακής επανάστασης, όπου σε δύο διαφορετικές μάχες φονεύθηκαν περίπου 200 στρατιώτες, ενώ διπλάσιοι ήταν οι τραυματίες. Στο ζουριό του μύλου της Φρουσιούνας Έλληνες στρατιώτες εγκλώβισαν Τούρκους και τους έπνιξαν στα νερά του.  Στο μύλο του Παναγόπουλου, στο Μπόρσα, οι Γερμανοί συνέλαβαν ομάδα πατριωτών με ασύρματους και τους εκτέλεσαν. Το μυλόσπιτο του Λαλούση στο Ηλιόκαστρο οι Γερμανοί το έκαναν στάχτη μαζί με το νοικοκυριό της μυλωνάδικης οικογένειας κ.ά.

Ψυχή και κεντρικό πρόσωπο του νερόμυλου ήταν βέβαια ο μυλωνάς που η ζωή του κυλούσε μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από φωνές ανθρώπων και ζώων που πνίγονταν από το συνεχές βουητό των νερών και το κροτάλισμα του βαρδαλιού και της μυλόπετρας. Η συνάντηση πολλών ανθρώπων στο μύλο έδινε την εικόνα καθημερινού λαϊκού πανηγυριού. Πολλοί πελάτες (απαλέτες) αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν στο μύλο περιμένοντας τη σειρά τους και έτσι τα βράδια τόριχναν στο φαγοπότι με το μυλωνά. Η μυλωνού πηγαινοερχόταν με τις τσιγαρίδες και το κρασί (σχεδόν όλοι οι μύλοι είχαν το βαρέλι τους) και άρχιζαν τα χωρατά και το τραγούδι. Άλλες φορές άρχιζαν τις ιστορίες, τα παραμύθια και τ’ ανέκδοτα κι έτσι τους εύρισκε το πρωί.

Πρωταγωνιστής ο μυλωνάς, που τους κρατούσε ξύπνιους συχνά με τις υπερβολές και τα ψέματά του. Δεν είναι τυχαία η φράση που έχει επικρατήσει «λόγια του μύλου» που υποδηλώνει λόγια που στερούνται σοβαρότητας. Πάντως ο μυλωνάς είναι ίσως το πιο τραγουδισμένο επάγγελμα. Καλόκαρδος, αγαθός και γελαστός, κάπου έκανε όμως και τις… ζαβολιές του στο ζύγι ιδίως. «Μη κάνεις φίλο μυλωνά, ψαρά και μακελάρη, γιατί άκουσε τη γνώμη μου είναι κι οι τρεις γάιδαροι», λέει η λαϊκή μούσα η οποία τους έχει καταγράψει και ως μουρντάρηδες και ευάλωτους στη γυναικεία παρουσία. «Χωριατοπού­λες τ’ άλεσμα / στο μύλο καρτερούνε / και με το γέρο μυλωνά / μονάχες ξενυ­χτούνε…», λέει υπαινικτικά ένα από τα πολλά μυλωνάδικα τραγούδια.

Αμέτρητες είναι ακόμα οι παροιμίες ή παροιμιακές φράσεις για το μυλω­νά, τη μυλωνού και το μύλο:

– «από μυλωνάς δεσπότης»,

– «Φτηνός στ’ αλεύρι ακριβός στα πίτουρα», ή

– «Μπάτε σκύλοι [ χίλιοι]  αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε».

Υπάρχει κι ένα τοπικό τραγούδι γραμμένο για έναν από τους πιο γνωστούς μυλωνάδες της περιοχής μας, το Σπύρο τον Κεφάλα από το Κεφαλάρι.

 Μπάρμπα, μωρέ μπάρμπα

Θανάση μυλωνά

για δεν αλέθει ο μύλος

της θειας μας της Κοντύλως.

Το κό- μωρέ το κόψαν

τόρημο νερό

το κόψανε στη στάλα

στου Σπύρου του Κεφάλα.

Το κό- μωρέ το κόψαν

οι Αργίτισσες

με τ’ άσπρα τους τα μπράτσα

που βγάζουνε τα πράσα.

Το κό- μωρέ το κόψαν οι Αναπλιώτισσες

με τ’ άσπρα τους τα πόδια

που πιάνουν τα χταπόδια.

Τέλος για αρκετούς μύλους της Αργολίδας η λαϊκή φαντασία έπλασε μύθους για δαίμονες και για νεράιδες, για ξωτικά, αράπηδες και καλικάτζαρους. Για παράδειγμα στο μύλο του Ελευθερόγιαννη στο Σπηλιωτάκη λέγανε πως ένας αράπης και μάλιστα φουστανελάς τροφοδοτούσε με νερό το μύλο τα μεσάνυχτα και τον έβαζε να δουλέψει. Στο μύλο του Σελή στον Αχλαδόκαμπο τα ίδια. Ένα ξωτικό, που πολλοί το είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια, εμφανίζονταν στο μύλο του Κατσιάμη στον Αχλαδόκαμπο.

Καλικάτζαρος κυνήγησε ένα Λιγουριάτη που ερχόταν από το μύλο με το γάιδαρό του και σώθηκε γιατί κουλουριάστηκε ανάμεσα στα τσουβάλια του αλευριού. Απροσδιόριστο ξωτικό εμφανιζόταν και στον ανεμόμυλο των Κατσικανίων, γι’ αυτό οι γονείς συμβούλευαν τότε τα παιδιά τους ν’ αποφεύγουν να τον πλησιάζουν. Επίσης ο Νικόλαος Πολίτης, (Νικολάου Πολίτη, Παραδόσεις, βιβλίο Β’, έκδοση «Ιστορική έρευνα»), αναφέρει: «Κοντά στους αφθεντικούς μύλους έ­βγαινε την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μάτια, που τα στόλιζε με μαργαρι­τάρια και μερτζάνια και στέγνωνε τα ρούχα της στους βράχους. Τη νύχτα με φεγγάρι η ίδια νεράιδα χόρευε πάνω στα κύματα της θάλασσας».

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από τότε που οι μύλοι έκλεισαν τον ιστορικό τους κύκλο. Η έρευνα για τον εντοπισμό και μια πρώτη καταγραφή τους, δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο. Τώρα το λόγο πρέπει να πάρει η Πολιτεία,  οι τοπικοί φορείς και η ίδια η τοπική κοινωνία. Κάποιοι από τους ξεχασμένους σήμερα μύλους της Αργολίδας θα μπορούσαν να πάρουν πνοή και να διηγηθούν την ιστορία τους στον τουρίστα, τον περιπατητή, το φυσιολάτρη, το μαθητή προκειμένου να έλθουν όλοι αυτοί σε επαφή με την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία. Με μια ζωή σκληρή αλλά αληθινή….

 

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Αντωνίου

 

Πηγές

 

 

  • Άργος, Κοινωνία και Πολιτισμός, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης της 22 και 23 Μαρτίου 2003, Εκδόσεις Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αθήνα, 2009.
  • Γιώργος Αντωνίου, «Μύλοι της Αργολίδας», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2005.

 

 

Read Full Post »

Εικονοστάσια


 

«… Από τη μικρότητα του τόπου,

ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δυνάμεις,

θέλει να έβγουν οι μεγάλες ουσίες».

(Δ. Σολωμός. Ποιήματα και πεζά, Αθήνα, Εξάντας 1990)

 

Εικονοστάσι στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας

θεός και άνθρωπος είναι οι δύο πόλοι της θρησκείας. Υπερβατικό το ένα στοιχείο της πραγματικότητας και ενδοκοσμικό το άλλο, το θείο και το ανθρώπινο συνιστούν τις παραμέτρους της έννοιας του ιερού. Το ανθρώπινο αναφέρεται στο θείο με δύο διαφορετικούς τρόπους: θετικά και αρνητικά. Η θετική στάση συνιστά το θεϊσμό και η αρνητική τον αθεϊσμό.

Καλούμαστε να προλογίσουμε, αυτό – που κατά την ταπεινή μας γνώμη – ανήκει στην πρώτη περίπτωση αγγίζοντας την υπερβολή ίσως: τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια, κατά τη λαϊκή έκφραση. Η ύπαρξή τους έχει λόγο: υποδηλώνει την επιθυμία να εξιλεωθεί το θείο, την επισήμανση κάποιου ιερού τόπου ή τέλος, την ανάμνηση κάποιου καλού ή κακού γεγονότος. Για τους λόγους αυτούς ίσως να μην ήταν άστοχη η ονομασία «μαρτύρια».

Η κατασκευή ενός «προσκυνηταριού» υπερβαίνει τις «καθ’ ύλην» υποχρεώσεις του πιστού, ο οποίος πραγματοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιπλέον προσφορά στο θείο. Τα ιδιότυπα αυτά μνημεία συνίστανται από έναν στοιχειώδη δομικό πυρήνα με μικρές διαστάσεις, που έχει απαραιτήτως στην κορυφή του το χριστιανικό σταυρό.

Ο πυρήνας αυτός περιλαμβάνει στους κόλπους του δύο κοιλότητες, το εικονοστάσι και τον κορμό για τις ελεημοσύνες, κάτι που παλαιότερα υπήρχε στα περισσότερα προσκυνητάρια, όπου οι πιστοί έριχναν τον όβολό τους. Στον επάνω χώρο φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το προσκυνητάρι, το λάδι και όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του καντηλιού.

 

Εικονοστάσι στη Μιδέα Αργολίδας

 

Υπάρχει πληθώρα προσκυνηταριών, που συναντά κανείς διάσπαρτα στην πατρίδα μας, τα περισσότερα στην ύπαιθρο χώρα, κυρίως στο κεντρικό και επαρχιακό δίκτυο.  Οι ιδιότυποι αυτοί ιεροί χώροι έχουν ποικίλη μορφή και περιεχόμενο. Ως ταπεινά ναΐδρια καταθέτουν τη «μαρτυρία» και τον πόνο των ανθρώπων. Όσον αφορά στη διαμόρφωση των προσκυνηταριών, κυρίαρχο ρόλο έχουν τα διαθέσιμα δομικά υλικά του χώρου της κατασκευής τους, τα οικονομικά μέσα και τέλος, η έμφυτη αισθητική του λαϊκού τεχνίτη που αναλαμβάνει την κατασκευή τους.

Ο συνδυασμός των παραπάνω προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία των μορφών και τη διαφορετική τεχνοτροπία του ενός από το άλλο, ώστε πολλές φορές η ποιότητά τους να είναι αμφίβολη και η αισθητική τους αμφισβητήσιμη. Σε μερικές περιπτώσεις, χωρίς υπερβολή, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σε όμοιες μορφές ομάδες και άλλοτε πάλι, με κάποια γεωγραφική συνοχή.

 

Εικονοστάσι στην Αρχαία Επίδαυρο

 

Εκφράζουν πηγαία συναισθήματα. Και κυρίως, συνοψίζουν την ιδιότυπη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτό φαίνεται στα κοιλώματα των δένδρων, στα βραχώδη τοιχώματα, στα μικρά σπήλαια και σε όλα αυτά τα απίθανα μέρη που επιλέγει η ανθρώπινη παρόρμηση, για να καταθέσει την ψυχή της. Αξιοσημείωτο είναι το ότι συναντάμε προσκυνητάρια ακόμα και έξω από την Ελλάδα.

Να σημειωθεί επίσης ότι στην εκκλησιαστική τέχνη η Πίστη προηγείται, ενώ η Τέχνη κυριαρχείται από αυτήν. Δεν εκφράζονται ατομικά συναισθήματα, αλλά συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου» μυστηρίου που «εισέβαλε» στην ιστορική πραγματικότητα «διά την ημετέραν σωτηρίαν», γι’ αυτό και διατηρείται η ανωνυμία του εκκλησιαστικού καλλιτέχνη, ακόμη και αν είναι γνωστός.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Επίδαυρος (Epidaurus) –  William Linton, 1856

 

Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, William Linton, 1856.

 

Νυχτερινή άποψη της Παλαιάς Επιδαύρου και του λιμανιού της, 1856, λιθογραφία του William Linton (1791–1876).

Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου, « Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820»


 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους»,  της διδάκτορος ιστορίας  και Σχ. Συμβούλου Φιλολόγων Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Συλλόγου, την Τετάρτη  6  Απριλίου  2011  και  ώρα  7.00 μ.μ. 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Η Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Ιστορίας και ο  Βασίλης Τσιλιμίγκρας, τ. Σχ. Σύμβουλος, Φιλόλογος.

Η συμμετοχή και παρουσία σας στη νέα εκδοτική προσπάθειά μας για την τεκμηρίωση της τοπικής ιστορίας και μάλιστα στηριγμένη στην Οικογένεια Περρούκα, γνωστή για την προσφορά της στο Άργος και το έθνος μας γενικότερα, θα αποτελέσει για μας ιδιαίτερη τιμή.

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

Το Χρονικό του Μορέως  


 

Τα χρονικά του Μορέως είναι κείμενα του 14oυ αιώνα, που αφηγούνται την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους το 1204 και την ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας κατά τον 13ο αιώνα, σε ελληνική, γαλλική, ιταλική και αραγωνική γλώσσα.

Από όλες αυτές τις αποδόσεις του ίδιου βασικά κειμένου μόνο η ελληνική είναι έμμετρη και διασώζεται σε τρία χειρόγραφα, η ιταλική είναι κακή μετάφραση του ελληνικού κειμένου, η αραγωνική αποτελεί συμπίλημα, που όμως φθάνει χρονικά ως το 1377, ενώ το γαλλικό κείμενο είναι παράλληλο προς το ελληνικό και, όπως δείχνουν τα κομμάτια που το συναπαρτίζουν, συμπίλημα κάποιου άλλου, που δεν σώθηκε. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι διασώζεται, επίσης, και μια επίτομη διασκευή σε πεζό στην ελληνική γλώσσα, μεταγενέστερη του 14ου αιώνα, που αποδίδεται στον Δωρόθεο Μονεμβασίας ή, για την ακρίβεια, στον Ψευδο-Δωρόθεο.

Από τα χειρόγραφα της ελληνικής έμμετρης απόδοσης, το πιο πλήρες και, ίσως, το αρχαιότερο είναι της Κοπεγχάγης 57, που αποτελείται από 9219 στίχους. Ο κώδικας PARISINUS 2898 περιλαμβάνει 8191 στίχους και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, μεταγενέστερος, αφού έχουν αφαιρεθεί απ’ αυτόν, όπως και από τον κώδικα του Τορίνου Β. Ι Ι. .Ι, οι μομφές κατά των Ελλήνων της Πελοποννήσου και των άλλων βασιλείων της Ανατολής, και έχει εξομαλυνθεί κάπως μετρικά. Του παρισινού κώδικα σώζονται και δύο μεταγενέστερα αντίγραφα, ο ΡARISINUS 2753 και της Βέρνης 5091.[1]

 

Κείμενο από το Χρονικό του Μορέως

 

Ο Πέτρος Π. Καλονάρος χωρίζει το κείμενο του Χρονικού σε δύο, άνισα μεταξύ τούς, τμήματα: στο πρώτο (στίχοι 1-1339), που αναφέρεται στην ιστορία της πρώτης και της τέταρτης σταυροφορίας καθώς και στην ιστορία της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης των ετών 1204-1261, στο δεύτερο και κύριο μέρος (στίχοι 1340-9235), το οποίο αναφέρεται στην κατάκτηση της Πελoπoνvήσoυ και στην ιστορία του πριγκιπάτου της Αχαΐας μέχρι το 1292.

 

Κέντρο της αφήγησης αποτελούν τα χρόνια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου (1245-1278) και τελειώνει στα χρόνια της κόρης του Ισαβέλλας και του δεύτερου συζύγου της Φλωρέντιου Αναγαυικού. Παράλληλα όμως το χρονικό αφηγείται και άλλα γεγονότα, που έχουν οπωσδήποτε μια σχέση με την ιστορία του πριγκιπάτου, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν από μόνα τους αυθύπαρκτες αφηγηματικές ενότητες, όπως π.χ. οι ιστορίες του Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, του βασιλιά Καρόλου της Νεαπόλεως κ.ά.

Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Χρονικό πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα των δύο τμήματα και κυρίως στα σημεία εκείνα όπου ο ίδιος ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να μεταφέρει το λόγο του αλλού και παρεμβάλλει για αυτό διηγήσεις, ιστορίες και περιγραφές προσώπων,  γεγονότων, θέσμιων, ηθών, εθίμων κ.λ.π. που έχουν βέβαια μικρή ή και μεγάλη σχέση με το καθ’ αυτό μέρος της αφήγησης, που είναι η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και η ιστορία του πριγκιπάτου επί των τριών πρώτων πριγκίπων και της διαδόχου των.

Είναι μια τεχνική που θυμίζει τα εμβόλιμα άσματα των τραγωδιών, όπως θα διαμορφωθούν αυτά στη συνέχεια με την εξέλιξη των θεατρικών ειδών. Θα πρέπει, επίσης, να τονίσουμε ότι το Χρονικό, γραμμένο για να διαβάζεται τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, όταν ο χρόνος περισσεύει και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί, είναι φυσικό να έχει έκταση μεγαλύτερη απ’ αυτήν που θα ανεχόταν ένας σύγχρονος αναγνώστης ή ακροατής, πλατειασμούς και επικαλύψεις, αφού το ζητούμενο ήταν να παίξει, στη φράγκικη κοινωνία της Πελοποννήσου που εξελληνιζόταν ταχύτατα, το ρόλο που έπαιξαν τα Ομηρικά έπη στις κοινωνίες της ελληνικής αρχαιότητας. Φυσικά, η σύγκριση σταματάει εδώ, αφού δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα στον ποιητή της Ιλιάδας και τον άγνωστο γασμούλο στιχοπλόκο του Χρονικού.

 

 [ Ο συγγραφέας του ελληνικού κειμένου ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος. Γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο την καθομιλουμένη, αλλά και την λόγια, όπως φαίνεται από κάποιους τύπους που χρησιμοποιεί. Επίσης πρέπει να γνώριζε καλά και την γαλλική γλώσσα, αν κρίνουμε από γαλλικές λέξεις που χρησιμοποιούνται. Σχετικά με την χρήση των γαλλικών λέξεων προκύπτει το ενδιαφέρον ερώτημα αν είναι απλά αποτέλεσμα της ανάγνωσης του γαλλικού κειμένου ή αν είναι μάρτυρας της επίδρασης της γαλλικής γλώσσας στην ομιλία των κατοίκων της περιοχής. (H. Tonnet, Ιστορία τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ελλ. μτφρ. 1995, Αθήνα: Παπαδήμας ) ]

 

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου θα γίνει το 1204 από δύο συνεργάτες τυχοδιώκτες, τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, η εξουσία όμως θα περιέλθει οριστικά στον δεύτερο με απάτη. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ήταν ανιψιός του συνονόματού του ιστορικού και πρωτοστράτορα της Καμπανίας, βρέθηκε σχεδόν τυχαία στη δίνη της τέταρτης σταυροφορίας και ύστερα από ένα ναυάγιο αποβιβάστηκε στις ακτές της Πελοποννήσου. Εκεί συνεργάστηκε με τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη, συναγωνιστή του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, του Βονιφάτιου Μομφερατικού. Την αρχηγία των επιχειρήσεων την είχε ο Σαμπλίττης.

 

Η στέψη του Βονιφάτιου του Μομφεράτου σαν αρχηγού της 4ης Σταυροφορίας - έργο του Henri Decaisne (1840).

 

Κατά το Χρονικό, οι Φράγκοι αποβιβάζονται στην Αχαΐα, όπου εκεί τους πληροφορούν οι ντόπιοι για μια γη της επαγγελίας που τους περιμένει, την Ανδραβίδα, και σπεύδουν να την κατακτήσουν:

 

«Βουλήν απήραν μ’ εκεινούς  τους τοπικούς Ρωμαίους,

όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,

κ’ είπαν κ’ εσυμβουλέψαν τους το πως ένι η Ανδραβίδα

η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως’

ως χώρα γάρ απολυτή κείτεται εις τον κάμπον,

ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ‘ς αύτην». (στ. 1424-1429) 

 

Σε μεσαιωνικά κείμενα δεν βρίσκουμε εύκολα περιγραφές πόλεων της Ηλείας όπως αυτή για την Ανδραβίδα, που, κατά τα φαινόμενα, είναι η σπουδαιότερη πόλη του Μορέως. Ας σημειωθεί εδώ ότι «Μορέας» στο Χρονικό δεν ονομάζεται πάντα η Πελοπόννησος στο σύνολό της αλλά κυρίως η Ηλεία με τις πολλές μουριές και την εκτεταμένη καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα. Μετά την Ανδραβίδα, ολόκληρη η Ηλεία και, στη συνέχεια η Πελοπόννησος, με τον πόλεμο ή με τη φρόνηση, περιήλθε στα χέρια των Φράγκων.

Ήταν τέτοια η καταπίεση της Βυζαντινής γραφειοκρατίας, η φορολογική εκμετάλλευση και η αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος και οι κάτοικοι, ώστε η αντίσταση που συνάντησαν ήταν σχεδόν μηδαμινή, ενώ η αποδοχή τους πλατιά. Αποδοχή ελευθερωτών και όχι κατακτητών. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι δεν έχουμε πληροφορίες για στάσεις και εξεγέρσεις, ενώ έγιναν πολλοί γάμοι ανάμεσα στους κατακτητές και ντόπιες γυναίκες. Τα παιδιά όμως που προήλθαν από τέτοιου είδους συζεύξεις, οι περίφημοι γασμούλοι, δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν επήλθε πλήρης εξομοίωση του πληθυσμού.

Σύμφωνα με το Χρονικό – που απηχεί βέβαια τη βούληση και τη σκέψη των κατακτητών, δείχνει όμως ταυτόχρονα και τις διαθέσεις του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής – μέγας θρήνος ξεχύθηκε στο Μοριά όταν πέθανε ο πρώτος πρίγκιπας, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος:

 

«’Ωρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει

τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,

να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,

και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,

τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθεί ο Μορέας, .

το σπλάχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν είς τους πάντας.

Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,

εμεταστάθη, ως χριστιανός’ ο Θεός να τον συγχωρήσει.

Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,

θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,

διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν

δια την καλήν την αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν». (στ. 2453-2464)

 

Από τους γάμους Γάλλων ευγενών και ντόπιων γυναικών προήλθαν οι επόμενες γενιές των γασμούλων, όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, στους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, ανήκει και ο συγγραφέας του Χρονικού, που δέθηκαν στενά με τον τόπο και με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ένα μαζί του, ώστε να βλέπουν κάθε Φράγκο που ερχόταν από την Ευρώπη ως ξένο.

Απ’ την ένωση αυτή προήλθε και ο καινούργιος Ελληνογαλλικός, ιπποτικός κόσμος, ο καινούργιος Ελληνογαλλικός πολιτισμός που μπόλιασε με νέο αίμα τον νεοελληνικό, όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά, αλλά έντονα ιδεαλιστικά και μεγαλόστομα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας που πάσχισε να συνθέσει μέσα του μύριες αντικρουόμενες απόψεις, σκέψεις και ιδέες:

«Λες κι ένας καινούργιος Ευφορίων, ο ανώτατος Γασμουλος, ο ερωτικός καρπός του Φάουστ και της Ελένης, θα γεννιόταν τώρα στο Ελληνικό χώμα. Να έχει το θείο σώμα της μάνας και την αχόρταγη, ρομαντική, αγιάτρευτα διψασμένη για το άπειρο ψυχή του πατέρα…» [2]

Έτσι λοιπόν, με τη Φράγκικη κατάκτηση της Πελοποννήσου που ήταν μακροχρόνια αλλά και με τα άλλα φραγκικά κράτη που θα ιδρυθούν ταυτόχρονα στα ερείπια της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής αυτοκρατορίας, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, θα κάνει την ένδοξη εμφάνισή του ένας καινούργιος κόσμος και πολιτισμός: αυτός που την περιγραφή του θα προσπαθήσει να κάνει το «Χρονικό του Μορέως», τον κόσμο των ιπποτών της Δύσης επί Ελληνικού εδάφους και τη σύζευξή του με ένα πάντα ζωντανό παρελθόν.

 

Γοδεφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος - Geoffroi de Villehardouin

 

Έτσι, έκπληκτος ο σημερινός αναγνώστης, που αγνοεί εξ ολοκλήρου τα γεγονότα, πληροφορείται για μάχες σώμα με σώμα, πολιορκίες πόλεων, συνωμοσίες και ίντριγκες πολιτικές, προδοσίες, συνελεύσεις ευγενών και βουργησίων (κούρτες), κονταρομαχίες για τα ωραία μάτια μιας αρχόντισσας, συνοικέσια, έρωτες, απαγωγές, πάθη, δημηγορίες, ταξίδια και περιπλανήσεις, πλείστα όσα γαλλικά ονόματα, που, έστω και εξελληνισμένα, ή ίσως για αυτό, ηχούν περίεργα και παράταιρα στο αυτί και δίνουν έναν τόνο ιστορικού εξωτισμού στην αφήγηση και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Ancelin de Toucy, Viliain d’ Annoy, Piancy, Brice, D’ Aby, L’ Espinas, Gautier de Rosieres, Guy de Nivelet, Γκαλεράν ντ’ Iβρύ, Γκυ ντε Λαρός κ.λ.π.

[Το κείμενο του Χρονικού του Μορέως ήταν πηγή έμπνευσης για αρκετούς έλληνες λογοτέχνες που έγραψαν έργα σχετικά με αυτήν την ιστορική περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Ο Αυθέντης του Μορέως), Άγγελος Τερζάκης (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ), Δημήτριος Βερναρδάκης (Μαρία Δοξαπατρή). Σήμερα είναι σημείο αναφοράς για την ιστορία όλων των πόλεων και των χωριών της Πελοποννήσου που αναφέρονται σε αυτό ].

Ακούει για τίτλους παράξενους, βυζαντινούς ή φράγκικους, σε περίεργες συζεύξεις: βαρόνος της Καρύταινας, του Νικλίου, των Καλαβρύτων, της Χαλανδρίτσας, πρωτοστράτορας, κοντόσταβλος, δούκας των Αθηνών, πρίγκιπες, σιργέντες της κουγκέστας, βαϊλοι του Μοριά, μέγας δεμέστικος, κόντος της Κεφαλλωνίας, μέγας κυρ των Αθηνών, τζαγρατόροι, φλαμουριάροι, αμιράλης, καστελάνοι, κιβιτάνοι κ.λ.π. λατινογενή ή ελληνογενή ή γασμούλικα.

Ακόμα και συνέλευση γυναικών περιγράφεται στο Χρονικό, όταν οι άνδρες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των εχθρών, πράγμα αδιανόητο στο Βυζάντιο αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, όχι όμως και στους Φράγκους του Μοριά, στους οποίους δεν ίσχυε ο Σάλιος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονταν οι γυναίκες από κληρονομικά και κυριαρχικά δικαιώματα.

Στο πριγκιπάτο οι γυναίκες διαδέχονται και κληρονομούν τον άνδρα, όταν δεν υπάρχει άλλο αρσενικό μέλος στην οικογένεια. Ιδού η επαλήθευση:

 

«Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες

εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου

κ ‘εκάμνασιν τον παρλαμά κ ‘επαίρναν την βουλή τους’

κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες,

μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτης

και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,

όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου». (στ. 4400-4406).

 

Ο στιχουργός του Χρονικού είναι κατά πάσα πιθανότητα, γασμούλος, όπως άλλωστε και η πλειονότητα των Φράγκων της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα και, όπως φαίνεται από πολλές ενδείξεις, από τις μακροσκελείς περιγραφές συνελεύσεων της κούρτης, απ’ την πληθώρα των νομικών παρατηρήσεων που παραθέτει και από την εγγενή του αντιπάθεια προς τους ντόπιους Έλληνες, άνθρωπος της αυλής, προφανώς γραφέας ή νοτάριος.

Από τις δύο παραλλαγές του Χρονικού, η μία, του κώδικα της Κοπεγχάγης, είναι γραμμένη για τους εξελληνισμένους Φράγκους του Μοριά, στο γλωσσικό ιδίωμα που μιλούσαν αυτοί τον 14ο αιώνα, ενώ η δεύτερη, του Παρισινού κώδικα, είναι, πιθανόν, διασκευή από Έλληνα και για τους Έλληνες, αφού έχουν αφαιρεθεί από το κείμενο όλα τα τμήματα που εκφράζονται άσχημα για τους Έλληνες και έχει, κατά κάποιο τρόπο, εξομαλυνθεί γλωσσικά και μετρικά.

Κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, λοιπόν, όλοι οι Φράγκοι ανεξαιρέτως είναι φρόνιμοι, «πολλά χαριτωμένοι» ευγενικοί, πιστοί χριστιανοί, ταπεινοί, κρατούν τους όρκους τους με θρησκευτική ευλάβεια, ευσεβείς, ευσπλαχνικοί, γενναίοι, έντιμοι, πράοι, διακριτικοί, παιδευτικοί, κοπιαστές, επιδέξιοι, φιλάνθρωποι, αντρικώτατοι, επαινετοί, παράξενοι, ελεήμονες, απόκοτοι, «εις τ’ άρματα τεχνίτες», γλυκείς, άνθρωποι της αλήθειας, «όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον» (στ. 771), ενώ οι Έλληνες, αντίθετα, είναι δόλιοι, ύπουλοι, συνωμότες, επίορκοι, κακοί, ασεβείς, άπιστοι, θεοκατάρατοι, άνομοι δημεγέρτες, προδότες, άτιμοι, πονηροί, τσάγδαροι, λιμαρικοί, αλαζονικοί, σχισματικοί, ανέντιμοι, άθλιοι, βέβηλοι, πανάπιστοι, Ιούδες και άλλα, ων ουκ έστι αριθμός.

Ο Λέων Σγουρός είναι ταυτόχρονα «φρόνιμος και βέβηλος» (στ. 1488), αλλά και «ο κάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης» (στ. 1464). Εδώ ο άγνωστος στιχουργός δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την παλικαριά του ηρωικού αυτού Έλληνα, που τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι, αφού ιδανικό του άλλωστε είναι ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και η γενναιότητα. Παρά ταύτα όμως «αξιάζει Φράγκος εις φαρί δια είκοσι Ρωμαίους» (στ. 4944), οι συμβουλές δε που δίνονται στους ομοεθνείς του στιχοπλόκου είναι:

 

«ποτέ. Ρωμαίου μη εμπιστευτείς δια όσα και σου ομνύει’

όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώσει,

τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,

ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψει». (στ. 3934-3937). 

 

Θυμίζει έντονα το περίφημο «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Φυσικά, έχει ξεχάσει παντελώς τις φράγκικες ατιμίες, πάνω στις οποίες στήριξε την εξουσία του ο πρώτος Βιλλεαρδουίνος ή παντρεύτηκε ο δεύτερος.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Το κείμενο είναι γραμμένο και να διαβάζεται και να απαγγέλλεται, με σκοπό πάντα ηθικοπλαστικό για αυτό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε πλείστες περιπτώσεις εναλλάσσεται με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής δεν διστάζει να απευθύνει τον λόγο και στον αναγνώστη, όταν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι ανάγκες και οι σκοποί που έχει θέσει κατά τη συγγραφή του έργου του:

 

«Κι αν έχεις όρεξιν να ακούεις πράξες καλών στρατιώτων,

να μάθεις και παιδεύεσαι, α λάχει να προκόψεις.

Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν’ αναγιγνώσκεις’

ει τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθε σιμά μου, αφκράζoυ’

κ’ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσεις,

επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,

όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως». (στ. 1349-1355).

 

Γίνεται σαφές κι απ’ αυτή τη δήλωση ότι το Χρονικό κράταγε συντροφιά στους Φράγκους του Μοριά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, δίπλα στο παραγώνι, σαν παραμύθι, κι ότι έπαιζε το ρόλο που έπαιξαν για τους αρχαίους Έλληνες τα Ομηρικά έπη στην εκπαίδευση των παιδιών τους – και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της ιδεολογίας τους.

Ο γασμούλος χρονογράφος, με πραγματική ευχαρίστηση, αναλώνει πολύ μεγάλο μέρος της αφήγησής του σε λεπτομέρειες ποικίλες και εκτενείς περιγραφές συνεδριάσεων και ασήμαντων περιστατικών. Αυτό δείχνει ότι περισσεύει χρόνος για τον αναγνώστη ή ακροατή, όμως για μας τους σημερινούς είναι ιδιαίτερα κουραστικό. Κάποτε βέβαια αντιλαμβάνεται ότι οι πολλές και άχρηστες λεπτομέρειες δεν προσδίδουν πάντα λογοτεχνική αξία και αφηγηματικό ενδιαφέρον, αλλά περιττό όγκο, σε ένα, ούτως ή άλλως, εκτενέστατο κείμενο και τότε σταματάει από μόνος του την άσκοπη εξιστόρηση ασήμαντων συμβάντων, αφού πια κατάλαβε ότι το παράκανε:

 

«Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα

όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,

πολλά ηθέλαν βαρεθεί εκείνοι οπού το ακούσιν». (στ. 2815-2817).

 

Και αλλού:

 

«Λοιπόν, εάν σου έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,

το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,

αλάχη να εβαρήθηκες δια την πολυλογίαν

καθώς βαρειώμαι γαρ κ’ εγώ να σε τα διπλογράφω». (στ. 7031-7034).

 

Ειλικρινής δήλωση αυτογνωσίας ενός παραγνωρισμένου συγγραφικού ταλέντου ή λογοτεχνική προσποίηση; Ό,τι κι αν είναι δεν παύει να αποτελεί ένα παλιό, όσο και καινούργιο, δηλαδή μοντέρνο, αφηγηματικό κόλπο!

Από τις διάφορες αποδόσεις του Χρονικού κάποια λογοτεχνική αξία έχει η Γαλλική. Αντίθετα, το Ελληνικό κείμενο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής αποτελεσματικότητας.

Όμως αποτελεί σημαντική ιστορική πηγή, για μια εποχή που στερείται πολλών προσβάσεων στην έρευνα, παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, τις συγχύσεις, τα αδιευκρίνιστα, σκοτεινά ή και φανταστικά καμιά φορά γεγονότα που εξιστορεί.

Παράλληλα αποτελεί, και αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό προσόν του, γλωσσική πηγή πρώτου μεγέθους για το γλωσσικό ιδίωμα της Πελοποννήσου κατά τον 14ο αιώνα, ενώ είναι και πηγή πληροφοριών για την ιστορία της Μεσογείου κατά την ίδια εποχή. Θα μπορούσα να υποστηρίξω την άποψη ότι το Χρονικό τελικά δεν είναι ένα κείμενο καθαρά ιστορικό αλλά ένα κείμενο μυθιστορίας με ήρωα την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων και τις περιπέτειές τους, στηριγμένο σε γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά. Καλύτερα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνδυασμό χρονογραφίας και μυθιστορίας, είδος νόθο, όπως και ο δημιουργός του, με χαλαρή σύνδεση των μερών, στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής (14ος αιώνας), και κυρίως στο πλήρες φραγκισμών ιδίωμα των εξελληνισμένων Φράγκων του Μοριά, με αφήγηση πλαδαρή και σε κάποια σημεία κουραστική.

Παρά τις κάθε λογής ατέλειες όμως και τις ανακρίβειες που εμπεριέχει, αυτή καθ’ εαυτή η αφήγηση, σε κάποιες λιγοστές στιγμές, γίνεται εξόχως συναρπαστική, ιδιαίτερα όταν μας δείχνει έναν κόσμο τόσο κοντινό και ταυτόχρονα μακρινό, ξένο και οικείο, που σχεδόν αγνοούμε την ύπαρξή του παρά τα όσα μας άφησε, αφού έζησε και διέπρεψε στα χώματά μας περισσότερο από δυόμιση αιώνες.

Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς παρατηρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για το Χρονικό:

«ο στιχουργός του Χρονικού του Μορέως είναι μάρτυς της γόνιμης συσχέτισης του ελληνικού με τον δυτικό πολιτισμό επάνω στα ελληνικά εδάφη. Η αισθητική του όμως ανεπάρκεια, που τον τοποθετεί συνήθως έξω από την ιστορία τής καθαυτό λογοτεχνίας, μας επιβάλλει να εξάρουμε την σημασία της συσχέτισης αυτής εκεί οπού δίνει πλούσιους αισθητικά καρπούς, στην πρώιμη κυπριακή και δωδεκανησιακή ποίηση. Γιατί αισθητική κρίση σχεδόν δεν επιδέχεται το έργο τούτο που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια έμμετρη χρονογραφία».

Και συνεχίζει:

«Μέσα στις εννιά χιλιάδες στίχους της μακρότερης παραλλαγής μάταια θα αναζητήσει ο αναγνώστης μια νότα λυρική, ένα κάποιο ξέσπασμα της έμπνευσης. Η περιγραφή σέρνεται βαριά, και η αφήγηση εννοεί να μην παραλείψει καμιά λεπτομέρεια. Το δραματικό ενδιαφέρον που – σπάνια – παρουσιάζεται, οφείλεται όχι στον αφηγητή, αλλά στα γεγονότα τα οποία αφηγείται».[3]

Στο σημείο αυτό οφείλω να διαφωνήσω με κάποιες από τις παρατηρήσεις του ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με αυτές που αμφισβητούν την όποια λογοτεχνική αξία του Χρονικού. Για τις λεπτομερείς περιγραφές, τις άσκοπες εξιστορήσεις είδαμε και τον ίδιο τον στιχουργό, σε αρκετά σημεία του κειμένου, να νοιώθει ότι πρέπει να σταματήσουν, κάθε φορά βέβαια που αντιλαμβάνεται ότι ξεπέρασε κάθε όριο, αισθητικό, αφηγηματικό ή ψυχολογικό. Απ’ την άλλη μεριά δεν είναι πάντα εντελώς ανούσιες αυτού του είδους οι αφηγηματικές περιγραφές αφού, συνειδητά ή ασυνείδητα, παίζουν κι αυτές το ρόλο τους στην ολοκλήρωση της αφήγησης, συμπληρώνουν τα πιθανά κενά της, εικονογραφούν την ατμόσφαιρα, την εποχή και, φυσικά, πληροφορούν για το χρόνο, τον τόπο, τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχουν στίχοι, λίγοι βέβαια, είναι γεγονός, όμως υπάρχουν χωρίς τεχνικά λάθη και με αρκετά στοιχεία λυρικής και δραματικής φόρτισης. Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η επίδραση που άσκησε το Χρονικό, φανερή ή κρυφή, σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, που από μόνη της είναι λόγος ικανός και σοβαρός ώστε να μην αποκλειστεί ποτέ, έστω και για λόγους ιστορικούς και φιλολογικούς, από καμία ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως και για αυτό να μην το απέκλεισε απ’ τη δικιά του και ο Κ. Θ. Δημαράς!

Ο εκδότης του Χρονικού Πέτρος Π. Καλονάρος παρατηρεί σχετικά: «Η επακολουθήσασα μετέπειτα αθρόα μετάφρασις και παραγωγή Ελληνικών μεσαιωνικών ρομάτζων κατά τα πρότυπα της Δύσεως αποδεικνύουν ότι η Φραγκοκρατία υπήρξεν όχι μόνον κέντρον εγερτικόν των εθνικών δυνάμεων, το οποίον αφύπνισε τας κοινωνικάς αρετάς και τα εθνικά ιδεώδη αλλά και κίνητρον της γλωσσικής ημών και λογοτεχνικής αναγεννήσεως».

Έτσι, μετά το Χρονικό του Μορέως γεννιούνται επί Ελληνικού εδάφους τα: «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», « Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα», «Ιμπέριος και Μαργαρώνα» κ.ά.

Και ακολουθούν ο «Ερωτόκριτος» του Κορνάρου τον 17ο αιώνα, «ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ραγκαβή το 1850, «Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, κάποια κείμενα του υπογράφοντος, συμπολίτη του άγνωστου στιχοπλόκου του Χρονικού, από το «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου». Επίσης η«Μαρία Δοξαπατρή» του Βερναρδάκη, τα τραγούδια του Θοδωρή Γκόνη κ.ά. Τώρα, τι οφείλει κάθε ένα απ’ αυτά τα κείμενα χωριστά στο Χρονικό αποτελεί αντικείμενο προσεκτικής έρευνας που δεν έχει γίνει ακόμη.

 

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Υποσημειὠσεις


 

[1] Για περισσότερες πληροφορίες δες την κριτική έκδοση: «Το Χρονικόν του Μορέως». Το Ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού. Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό Πέτρου Π. Καλονάρου. Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημ. Δημητράκου Α.Ε. Αθήναι 1940. Σελίδες λβ’ + 400 μετά 64 φωτογραφιών, όπου και σχετική βιβλιογραφία καθώς και αναλυτικά περιεχόμενα του κειμένου, λεξιλόγιο, κατάλογος ηγεμόνων και βαϊλων και παρατηρήσεις ποικίλες, ιστορικές, γλωσσικές, φιλολογικές καθώς και για τη χειρόγραφη παράδοση του έργου. Νεώτερη επανέκδοση με προλεγόμενα του Ρένου Ηρ. Αποστολίδη, εκδόσεις «Εκάτη», χ.χ.

[2] Νίκου Καζαντζάκη: «Ταξιδεύοντας ( Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς) ». Αθήνα 1961, σελ. 219.

[3] Κ. θ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Δ’ έκδοση Ίκαρος σελ. 25.

 

 

Πηγή


  • Ελληνικό ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό, «Διαπολιτισμός», http://www.diapolitismos.gr

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »